text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 395/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παραστάθηκε στο Συμβούλιο αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1401/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 481/14.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 31-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά του υπ'αριθμ. 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, διά το πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας εις απάτη, κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας διά κακουργηματική ηθική αυτουργία εις απάτη, πράξη φερομένη ως τελεσθείσα στον ...., κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως Μαΐου 1993. Επειδή, κατά το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και όταν παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος και την καταδίκη του ασκήσαντος το ένδικο μέσο στα έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ήσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά του ανωτέρω βουλεύματος, διά του οποίου αυτός δεν παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα, αλλ'ούτε παύει προσωρινώς η ποινική δίωξη εναντίον του. Διά του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως προεξετέθη, παύει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη κατά βουλεύματος διά το οποίο δεν προβλέπεται η άσκηση αυτής από τον αναιρεσείοντα και, κατ'ακολουθία, πρέπει αυτή ν'απορριφθή ως απαράδεκτη και ο αναιρεσείων να καταδικασθή στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς- Προτείνω Να απορριφθή η από 31-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του ...., κατά του υπ'αριθμ. 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 7 Οκτωβρίου 2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα, που είπε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και έπειτα αποχώρησαν. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου κατά το άρθρο 482 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Ο δικαιολογητικός λόγος που επιτρέπει την αναίρεση κατά του βουλεύματος που παύει προσωρινά την ποινική δίωξη είναι ότι με το βούλευμα αυτό παραμένει σε εκκρεμότητα η απειλή της εξακολούθησης στο μέλλον της ποινικής δίωξης και, επομένως, καθίσταται αντίστοιχα φανερό το συμφέρον του κατηγορουμένου για την προσβολή του. Αντίθετα, δεν συντρέχει ο δικαιολογητικός αυτός λόγος και όταν το βούλευμα παύει οριστικά την ποινική δίωξη, διότι το βούλευμα αυτό εκδίδεται διότι η αξίωση της Πολιτείας για την τιμωρία του δράστη υποχωρεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δη της ανάγκης για τον κατευνασμό των παθών και την εσωτερική γαλήνη, ενώ το δικαστήριο εξαντλεί τη δικαιοδοσία του και απεκδύεται οριστικά από την υπόθεση, οπότε ο κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον για την προσβολή του. Η διάταξη αυτή, που περιορίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου για άσκηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος, μόνο στις περιπτώσεις που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, δεν προσκρούει στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού, ούτε άνιση μεταχείριση περιέχει, η οποία συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον κατηγορούμενο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι, ο κοινός νομοθέτης δεν είναι υποχρεωμένος από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά αποφάσεων ή βουλευμάτων. Όπου κρίθηκε αναγκαία η καθιέρωση ενδίκου μέσου υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέψεις των άρθρων 95 παρ. 1β (αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ. 2 του συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά αποφάσεων των αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετη η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ ούτε προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων, αλλά ούτε και προς το άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), ούτε τέλος, έρχεται σε αντίθεση με το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 2 της παραπάνω Ευρωπαϊκής συμβάσεως και το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), καθόσον αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος, μόνο αν αποδειχθεί η ενοχή του. Ούτε τέλος προκύπτει αντίθεση προς το άρθρο 2 του ανωτέρω πρωτοκόλλου, κατά το οποίο ο καταδικασθείς σε ποινή έχει δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο Δικαστήριο της καταδίκης του, διότι στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται περί βουλεύματος, το οποίο μάλιστα εκδόθηκε μετά από επανεξέταση της υποθέσεως από ανώτερο δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου .... στρέφεται κατά του 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον του για το πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας σε απάτη [άρθρα 46 παρ.1α, 386 παρ. 1 ΠΚ], που φέρεται ότι τέλεσε στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως 31 Μαίου 1993, λόγω παραγραφής. Επομένως, στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο τούτο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση και ο αναιρεσείων δεν δικαιούται στην άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτού, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 8/31-7-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αναίρεση κατά βουλεύματος που παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 394/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 589/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1080/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 427/15.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 589/2008 βούλευμά του κήρυξε ως απαράδεκτη την υπ'αριθμ. 630/22-11-2007 έφεση του ..... κατά του υπ'αριθμ. 3141/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του άνω (=589/2008) βουλεύματος ο ...., δια του .... και με βάση την από 14-5-2008 εξουσιοδότησή του, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο, άσκησε στις 20-5-2008 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, την υπ'αριθμ. 94/2008 εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης προβάλλων ότι "εσφαλμένα το προσβαλλόμενο βούλευμα κήρυξε άκυρο το με αριθμό 3141/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών και απέρριψε σαν απαράδεκτη την με αριθμό 630/22-11-2007 έφεσή του, κατά του βουλεύματος αυτού, ενώ το βούλευμα με αριθμό 3141/2007 του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ήταν έγκυρο και θα έπρεπε να συζητηθεί η ανωτέρω με αριθμό 630/22-11-2007 έφεσή του κατ'αυτού. Κατά συνέπεια με όσα το ανωτέρω με αρ. 589/2008 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών έκανε δεκτά, παραβίασε την επιταγή του νόμου και του Συντάγματος για πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και επικύρωσε το με αριθμό 4033/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παρεπέμφθη να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης (α. 510 παρ. στ Δ' ΚΠΔ).". ΙΙ) Επειδή, για την έρευνα του παραδεκτού ή μη του άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Με το υπ'αριθμ. 4033/2005 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών ο αναιρεσείων για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την υπ'αριθμ. 148/2006 εμπρόθεσμη έφεση. Επ'αυτής το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2101/2006 βούλευμά του, αφού την έκρινε τυπικά δεκτή, διέταξε περαιτέρω κύρια ανάκριση και ανέβαλε ν'αποφανθεί επί της ουσίας (δηλ. της βασιμότητας ή μη της έφεσης αυτής). Αφού διενεργήθηκε η διαταχθείσα κύρια ανάκριση (και συνεπώς θα έδει να επανεισαχθεί στο συμβούλιο Εφετών Αθηνών η δικογραφία προκειμένου τούτο να αποφανθεί επί της ουσίας της άνω έφεσης η οποία ήταν εκκρεμής σ'αυτό), εισήχθη η υπόθεση πλέον και πάλι στο συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και εξέδωσε το υπ'αριθμ. 3141/2007 βούλευμα το οποίο παρέπεμπε (και πάλιν) τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για την αυτή πράξη που είχε παραπεμφθεί με το ανωτέρω 4033/2005 βούλευμα του αυτού συμβουλίου (= Πλημμελειοδικών Αθηνών). Κατά του τελευταίου (3141/2007) βουλεύματος άσκησε νομότυπα και παραδεκτά (άρθρα 478, 481 ΚΠΔ) ο άνω κατηγορούμενος την υπ'αριθμ. 630/22-11-2007 έφεση. 'Ετσι στο συμβούλιο Εφετών εισήχθησαν με την υπ'αριθμ. 2679/2007 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών τόσο η 148/2006 έφεση (κατά του 4033/2005 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) - η οποία ήταν εκκρεμής σ'αυτό - όσο και η υπ'αριθμ. 630/2007 έφεση (κατά του 3141/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), που αφορούσαν την αυτήν υπόθεση. Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αναίρεση βούλευμά του έκρινε ότι η δεύτερη έφεση ήταν απαράδεκτη διότι το εκδόσαν το προσβαλλόμενο με αυτή (3141/2007) βούλευμα εκδόθηκε καθ'υπέρβαση εξουσίας - αφού δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα - και συνεπώς η έφεση κατ'αυτού είναι απαράδεκτη, αφού δεν έχει πλέον αντικείμενο, αφετέρου απέρριψε στην ουσία την πρώτη (=148/2006) έφεση κατά του υπ'αριθμ. 4033/2005 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναίρεση προσβάλλει το υπ'αριθμ. 589/2008 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο κατά τη διάταξη αυτού που κήρυξε ως απαράδεκτη την 630/2007 έφεσή του κατά του 3141/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 'Ετσι όμως το βούλευμα αυτό δεν υπόκειται σε αναίρεση - λαμβανομένου υπόψη ότι δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 482 ΚΠΔ, η δε διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ σε σχέση με τα βουλεύματα καταργήθηκε με το άρθρο 38 ν. 3160/2003. Πρέπει επομένως η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη ΙΙΙ)'Αλλωστε ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αόριστος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ--------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 94/2008 αίτηση αναίρεσης του .... κατά του υπ'αριθμ. 589/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 30 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή όπως προκύπτει από την επί του φακέλλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ειδοποιήθηκε νόμιμα ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης υπ' αριθμ. 94/20.5.2008 αίτησης αναίρεσης Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεσης" και μετά την εν λόγω τροποποίησή του απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος" προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτουν τα εξής: Με το υπ' αριθμ.4033/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών ο αναιρεσείων για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την υπ'αριθμ. 148/2006 εμπρόθεσμη έφεση. Επ' αυτής το Συμβούλιο Εφετών με το υπ' αριθμ. 2101/2006 βούλευμά του, αφού την έκρινε τυπικά δεκτή, διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση και ανέβαλε να αποφανθεί επί της ουσίας. Αφού διενεργήθηκε η διαταχθείσα κυρία ανάκριση (και συνεπώς θα έπρεπε να επανεισαχθεί στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών η δικογραφία προκειμένου τούτο να αποφανθεί επί της ουσίας της άνω έφεσης η οποία ήταν εκκρεμής σ' αυτό), εισήχθη η υπόθεση πλέον και πάλι στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και εξέδωσε το υπ' αριθμ. 3141/2007 βούλευμα, το οποίο παραπέμπει (και πάλι) τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για την αυτή πράξη που είχε παραπεμφθεί με το ανωτέρω 4033/2005 βούλευμα του αυτού Συμβουλίου (Πλημμελειοδικών Αθηνών). Κατά του τελευταίου (3141/2007) βουλεύματος άσκησε νομότυπα και παραδεκτά ο άνω κατηγορούμενος την υπ' αριθμ.630/22-11-2007 έφεση. Έτσι στο Συμβούλιο Εφετών εισήχθησαν με την υπ' αριθμ.2679/2007 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών τόσο η 148/2006 έφεση (κατά του 4033/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) η οποία ήταν εκκρεμής σ'αυτό, όσο και η υπ'αριθμ 630/2007 έφεση (κατά του 3141/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), που αφορούσαν την αυτή υπόθεση. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 589/2008 βούλευμά του έκρινε ότι η δεύτερη έφεση ήταν απαράδεκτη διότι το εκδόσαν το προσβαλλόμενο με αυτή (3141/2007) βούλευμα καθ' υπέρβαση εξουσίας - αφού δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα - και συνεπώς η έφεση κατ'αυτού είναι απαράδεκτη, αφού δεν έχει πλέον αντικείμενο. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και μόνο κατά τη διάταξη αυτού που κήρυξε απαράδεκτη την 630/2007 έφεση ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση 94/20.5.2008 αναίρεση. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, δεν προβλέπεται από το νόμο δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά του άνω βουλεύματος. Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 94/20.5.2008, αίτηση του ...., για αναίρεση του 589/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 390/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 75/2008 πράξη), Βιολέττα Κυτέα (ορισθείσα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη, περί αναιρέσεως της 15259/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Θεόδωρο Τσιρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 296/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Ειδικότερη αναφορά τούτων δεν είναι αναγκαία, ούτε και παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει, όμως, να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων, από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το αν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός εάν, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 15259/2007 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα άμεσης συνέργειας σε αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με την αιτιολογία ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραθέτει για τη θεμελίωση της ενοχής του αναιρεσείοντος, αποδείχθηκαν "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο". Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος ήταν παρών στη δίκη, απολογήθηκε, η απολογία του, όμως, ούτε από την ανωτέρω μνεία περί των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, ούτε από άλλη αναφορά του όλου περιεχομένου της αποφάσεως, προκύπτει, είτε ευθέως είτε διηγηματικώς, ότι λήφθηκε πράγματι υπόψη από το δικαστήριο. Έτσι, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και πρέπει, κατά παραδοχήν του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ δεύτερου, κατά ένα μέρος του, λόγου της ένδικης αιτήσεως (αν και προβαλλομένου με την επίκληση άλλων αιτιάσεων και όχι και της ανωτέρω), αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση της πλημμέλειας αυτής (άρθρο 511 ΚΠοινΔ), ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα (ως προς τον συγκατηγορούμενό του η έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη), παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 15259/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που αφορά στον αναιρεσείοντα ...... Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται αν για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεως λήφθηκε υπόψη και η απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
0
Αριθμός 389/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανώλη Στρατή, για αναίρεση της 165/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1024/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ. β' και ζ' του Ν.1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 και ίσχυε κατά τους κατωτέρω χρόνους τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί ή κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρο 1 παρ.2 πιν. Α' αριθ. 5 του ως άνω Κώδικα), κατά δε το άρθρο 8 του ίδιου Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ανωτέρω κώδικα), όπως ίσχυε κατά τους ενδιαφέροντες κατωτέρω χρόνους, με τις σ' αυτό (βαρύτερες) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ως υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ', κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εντεύθεν προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1 κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, κατά την έννοια, ως προς την τελευταία, του άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ και υποκειμενικούς δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι αυτές που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (23 του KNΝ) και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι, προκειμένου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 § 1 του Ν. 1729/1987 (30 § 1 του ΚΝΝ), ότι δηλαδή απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ενόψει του ότι κατά την § 4 του ως άνω άρθρου 13, δράστης στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της § 1 τιμωρείται με ποινές μειωμένες για παραβάσεις των άρθρων 5 έως 8 και Ν. 1729/1987 (20 έως 23 του ΚΝΝ) και παραμένει ατιμώρητος για παράβαση του άρθρου 12 § 1 του ίδιου νόμου (29 § 1 του ΚΝΝ), ενώ ο ισχυρισμός του ότι η πράξη δεν τελέσθηκε υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ανωτέρω άρθρου 8 είναι αρνητικός της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 165/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της αγοράς ναρκωτικών ουσιών, της κατοχής από κοινού και της απόπειρας πωλήσεως από κοινού ναρκωτικών ουσιών, όντας υπότροπος και ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του ότι είναι τοξικομανής, με το ελαφρυντικό της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς και του επιβλήθηκε (ενιαία) ποινή καθείρξεως 20 ετών και χρηματική 29.000 ευρώ. Καταδικάσθηκε, επίσης, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, με το αυτό ελαφρυντικό και του επιβλήθηκαν, αντιστοίχως, φυλάκιση 3 ετών, φυλάκιση 6 μηνών και χρηματική 587 ευρώ και φυλάκιση 6 μηνών, συνολικώς δε κάθειρξη 21 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 29.200 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε ανελέγκτως το δικάσαν Εφετείο (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Ψ) ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στα ..., στις 19-5-2000 ο Ζ, του οποίου είχε διαταχθεί η προσωρινή κράτηση για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, αποκάλυψε στους αστυνομικούς του Τμήματος Ασφάλειας Τρικάλων, τους κατηγορούμενους, ως τα πρόσωπα με τα οποία είχε συναλλαγές που αφορούσαν την αγορά ναρκωτικών ουσιών και τους πρότεινε να συνδράμει για την σύλληψη των κατηγορουμένων, προκειμένου να τύχει εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 24 του Ν. 1729/1987, και συγκεκριμένα προθυμοποιήθηκε να καταστήσει γνωστό σ' αυτούς τον χρόνο και τον τόπο της αμέσως επόμενης συναλλαγής του με τους κατηγορουμένους, ώστε οι ανωτέρω αστυνομικοί να τους παρακολουθήσουν και να τους συλλάβουν. Έτσι στις 22-5-2000, κατόπιν συνεννοήσεως με τους ανωτέρω αστυνομικούς, ήλθε ο Ζ σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρώτο κατηγορούμενο, (εννοείται ο αναιρεσείων) κατά την οποία συμφωνήθηκε να του πωλήσουν οι κατηγορούμενοι 150 γραμ. ηρωίνης αντί τιμήματος 15.000 δραχμών για κάθε γραμμάριο και προς τούτο ορίστηκε τόπος συνάντησής τους το χωριό ..., όπου οι κατηγορούμενοι θα του παρέδιδαν την εν λόγω ποσότητα ηρωίνης, η οποία είναι ναρκωτική ουσία κατά την έννοια του νόμου. Πράγματι οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν την 22.00 ώρα της 22-5-2000 στην ... με τον Ζ τον οποίο συνόδευε η σύζυγός του και αφού παρέδωσαν οι πρώτοι στον τελευταίο ένα γραμμάριο ηρωίνης ως δείγμα, και εκείνος τους κατέβαλε 500.000 δραχμές (τις οποίες εξοικονόμησε η σύζυγός του) ως μέρος του συμφωνηθέντος ολικού τιμήματος, συμφωνήθηκε η υπόλοιπη ποσότητα ηρωίνης να παραδοθεί στην οικία του Ζ στα ... μετά πάροδο 2.5 ωρών, με ταυτόχρονη καταβολή του υπολοίπου τιμήματος. Την ανωτέρω συνάντηση παρακολουθούσαν αθέατοι αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι αναχώρησαν με το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου με κατεύθυνση προς τη ... ακολουθούμενοι από αυτοκίνητο της αστυνομίας, ο δε Ζ κατευθύνθηκε προς τα ...... Στην πόλη της .... οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τους κατηγορουμένους έχασαν τα ίχνη τους. Οι κατηγορούμενοι πήγαν στον ..., όπου αγόρασαν ποσότητα ηρωίνης 157 γραμμαρίων από άγνωστο πρόσωπο, αλβανικής κατά την απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου υπηκοότητας, την οποία τοποθέτησαν σε πλαστική σακούλα, με τίμημα οπωσδήποτε μικρότερο των 15.000 δραχμών ανά γραμμάριο για την εξασφάλιση κέρδους από την πώληση της. Την 23/5/2000 και ώρα 04:00 οι κατηγορούμενοι έφθασαν στη συνοικία των .... και ο πρώτος από αυτούς ακινητοποίησε το όχημα του στην οδό ... πλησίον της κατοικίας του Ζ που βρίσκεται επί της οδού ...., κάθετης προς την οδό ..... Ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέλαβε το δέμα με την ποσότητα ηρωίνης, που είχε περιέλθει μετά την αγορά στη φυσική εξουσίαση αυτού και του πρώτου κατηγορουμένου και κατευθύνθηκε προς την κατοικία του Ζ, για την παράδοση της και την είσπραξη του υπολοίπου μέρους του τιμήματος, πράγμα που δεν έγινε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης των κατηγορουμένων, και συγκεκριμένα γιατί ο κατηγορούμενος αυτός αντιλήφθηκε, ενώ είχε διέλθει την αυλόπορτα της κατοικίας του Ζ, την κίνηση ατόμων που πλησίαζαν, με τη γνωστοποίηση δε από αυτούς της ιδιότητας τους και της πρόθεσης τους να διενεργήσουν έλεγχο, απέρριψε το δέμα με την ηρωίνη στο αύλειο χώρο γειτονικής οικίας και προσπάθησε να διαφύγει χωρίς όμως επιτυχία, γιατί συνελήφθη από τους αστυνομικούς. Κατά τον ανωτέρω χρόνο ο αστυνομικός .... επιχείρησε να πλησιάσει το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου με σκοπό τη σύλληψη του, όμως έγινε αντιληπτός από τον κατηγορούμενο αυτόν, ο οποίος για να αποφύγει τη σύλληψη του πυροβόλησε στα κάτω άκρα τον αστυνομικό με όπλο διαμέτρου 6 χιλιοστών και προκάλεσε σε αυτόν διαμπερές τραύμα περί την μεσότητα της δεξιάς κνήμης και διαμπερές τραύμα κατά την πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνήμης- κάτω τριτημορίου. Οι κακώσεις αυτές μπορούσαν κατά τη γνώση και τη θέληση του ανωτέρω πρώτου κατηγορουμένου να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος έθεσε σε λειτουργία το αυτοκίνητο του και αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα διέφυγε από το τόπο του συμβάντος. Το γεγονός ότι ο ανωτέρω τραυματισμός του αστυνομικού προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο και όχι από τους πυροβολισμούς του διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων ...., που πυροβόλησε για να ακινητοποιήσει το όχημα του κατηγορουμένου στοχεύοντας τα ελαστικά προκύπτει από το σύνολο σχεδόν των μαρτυρικών καταθέσεων, που ενισχύονται αποφασιστικά από την ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού .... με ημερομηνία 23/5/2000 και από την εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη του αστυνόμου .... με ημερομηνία 12/6/2000. Είναι αλήθεια ότι ο παθών και ο αστυφύλακας ..... διαφοροποιήθηκαν κατά την κύρια ανάκριση και στο ακροατήριο από την αρχική τους θέση στην προανάκριση και αποδίδουν τη σωματική βλάβη σε αμέλεια του διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων εγκείμενη στην αστοχία των βολών του όπλου. Τούτο όμως δεν αποδεικνύεται ως βάσιμο, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε η φορά των τραυμάτων ήταν από μπροστά, από σημείο δηλαδή που ήταν μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ ο διοικητής .... βρισκόταν σύμφωνα με όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων πίσω από τον τραυματισθέντα και επί πλέον το πλάτος της εισόδου των βλημάτων ήταν 6 χιλιοστά, ενώ το περίστροφο του διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων είχε διαμέτρημα 9 χιλ. Η διαφοροποίηση αυτή αποδίδεται σε υπηρεσιακές αντιθέσεις, κρίνεται δε ανεπιτήδεια για τη διαμόρφωση διαφορετικής δικανικής πεποίθησης. Κατά τον ανωτέρω χρόνο ο πρώτος από τους κατηγορουμένους ήταν υπότροπος, αφού με την 66/1996 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών και τριών μηνών για το έγκλημα που διέπραξε της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης, ενήργησε δε κατ' επάγγελμα την αγορά της ποσότητας της ηρωίνης και την απόπειρα πώλησής της, αφού επεδίωκε τον πορισμό εισοδήματος έχοντας διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή με τη χρησιμοποίηση του αυτοκινήτου του, το οποίο ήταν εξαιρετικά γρήγορο και κυβισμού άνω των 2000, όπως με σαφήνεια κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, για την ταχεία διάθεση των ναρκωτικών ουσιών σε τρίτους αλλά και τη διαφυγή του σε περίπτωση καταδίωξης και την ένταξή του στον κύκλο των προσώπων που διακινούν και εμπορεύονται ναρκωτικές ουσίες. Και οι δύο κατηγορούμενοι είναι μεν χρήστες ναρκωτικών ουσιών πλην όμως δεν απέκτησαν την έξη της χρήσης αυτής σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, όπως τούτο προκύπτει από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης: α) από 28-6-2000 του νευρολόγου .... και β) από 30-6-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου .... καθ' όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο και την από 10-7-2000 έκθεση της ψυχιάτρου .... καθ' όσο αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, από τις οποίες εκθέσεις η πρώτη ειδικότερα δεν πάσχει ακυρότητας και δεν στερείται αποδεικτικής δύναμης όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος των κατηγορουμένων. Με βάση όσα προεκτέθηκαν, οι κατηγορούμενοι πρέπει vα κηρυχθούν αμφότεροι ένοχοι των ανωτέρω αποδιδόμενων στον καθένα από αυτούς αξιοποίνων πράξεων, απορριπτόμενων των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών του πρώτου κατηγορουμένου περί του ότι τυγχάνει τοξικομανής, δεν είναι υπότροπος καθώς και περί του ότι δεν συντρέχει σε βάρος του η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πρώτης αποδιδομένης σ' αυτήν πράξης και...............". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, εκτός από την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, η οποία δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα κατά τα κατωτέρω, διέλαβε κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά την ως άνω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα τόσον ως προς τις κατηγορίες για τα ναρκωτικά με την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής και την επικίνδυνη σωματική βλάβη, όσον και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι είναι τοξικομανής, κατά τα οποία και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και στηρίζουν την περί αυτών κρίση του Εφετείου, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σε σχέση με την ειδική υποτροπή του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, αναφέρεται στην απόφαση, για την πληρότητά της, η εντός της προηγούμενης δεκαετίας, από του χρόνου τελέσεως της ένδικης παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών (22 και 23-5-2000), αμετάκλητη καταδίκη του αναιρεσείοντος, με την 66/1996 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, για κακουργηματικής μορφής καλλιέργεια ινδικής καννάβεως, ενώ με πλήρη και σαφή αιτιολογία απορρίφθηκε ο περί τοξικομανίας αυτοτελής ισχυρισμός του, με την παραδοχή ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ..., νευρολόγου και ....., ψυχιάτρου, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Η μερικότερη αιτίαση, κατ' εκτίμηση, ότι το Δικαστήριο, την υπόδειξη που περιέχεται στην Έκθεση του πραγματογνώμονα ψυχιάτρου .... κατά την οποία "συνιστάται η εισαγωγή (του αναιρεσείοντος) για θεραπεία σε ειδικά κέντρα αποτοξινώσεως", δεν την αξιολόγησε ως διαπίστωση του εν λόγω ιατρού ότι ο αναιρεσείων είναι εξαρτημένος από τα ναρκωτικά, μη δυνάμενος να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις και έτσι δεν αιτιολόγησε ειδικώς την αντίθετη προς το συμπέρασμα αυτό πεποίθησή του, είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τους κανόνες της λογικής, η ανωτέρω σύσταση εισαγωγής του αναιρεσείοντος σε κέντρο αποτοξινώσεως δεν ενέχει και βεβαίωση ότι ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Το αίτημα, εξάλλου, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από τον αναιρεσείοντα για διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης επί του ιδίου ζητήματος, δεν έχρηζε ιδιαίτερης απαντήσεως, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως η παραδοχή του εξηρτάτο από την παραδοχή της προβληθείσης από τον ίδιο ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου ...., η οποία απορρίφθηκε ρητώς με την απόφασή. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, εκτός από το μέρος που η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφορά στην παραδοχή συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, ως προς την οποία η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, αφού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την περί της συνδρομής των περιστάσεων αυτών κρίση του Εφετείου. Ειδικότερα δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν (ως προς την κατά συνήθεια τέλεση) ότι ο αναιρεσείων, από την επανειλημμένη τέλεση παρόμοιων αξιόποινων πράξεων, απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του ως άνω άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, ούτε περιστατικά από τα οποία να αιτιολογείται (ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση) η διαμόρφωση από τον αναιρεσείοντα τέτοιας υποδομής ώστε η τέλεση των πράξεών του να εκτείνεται επανειλημμένως σε βάθος χρόνου με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς τους και ο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, μόνη δε η ύπαρξη στη διάθεση του αναιρεσείοντος αυτοκινήτου, έστω και μεγάλου κυβισμού, στην οποία το Εφετείο στήριξε την κατ' επάγγελμα τέλεση, δεν αιτιολογεί επαρκώς τη συγκεκριμένη επιβαρυντική περίσταση, ενόψει και του ότι δεν συγκεκριμενοποιείται το αναφερόμενο στο σκεπτικό για "ένταξη (του αναιρεσείοντος) στον κύκλο των προσώπων που διακινούν και εμπορεύονται ναρκωτικές ουσίες". Έτσι, ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παραδοχή των ανωτέρω επιβαρυντικών περιστάσεων, είναι κατά τούτο βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά το τελευταίο σκέλος του ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και δη την υπ' αυτού αξιολόγηση της καταθέσεως του μάρτυρα-αστυνομικού .... σχετικά με την σε βάρος του επικίνδυνη σωματική βλάβη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε γι' αυτές, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή μη των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων ως προς τις οποίες εχώρησε η αναίρεση και, αναλόγως προς την επ' αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή για τις πράξεις της αγοράς, της από κοινού κατοχής και της από κοινού απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, καθώς και τη συνολική ποινή. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 165/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, μόνον α)ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος Χ των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της αγοράς, της από κοινού κατοχής και της από κοινού απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, β)ως προς την ποινή που επιβλήθηκε για τις εν λόγω πράξεις και γ)ως προς τη συνολική ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά λοιπά την από 10 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της ίδιας (165/2006) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά - Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για αγορά, κατοχή και απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίσταση της ειδικής υποτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 (άρθρο 23 ΚΝΝ). Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των άνω πράξεων διότι δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την περί της συνδρομής των περιστάσεων αυτών κρίση του Δικαστηρίου. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
2
Αριθμός 388/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στο Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παριανό, περί αναιρέσεως της 2847/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28.11.2007 και 24.12.2007 αιτήσεις του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 64/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην με αριθμό 17/7.3.2008 αίτηση παραιτήσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου από την από 28.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 465, 466, 473, 475, 476 παρ. 2 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, τα ένδικα μέσα, που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία, ασκούνται μόνο μία φορά από τον δικαιούμενο, αν δε το δικαστήριο επιληφθεί ενδίκου μέσου, που ασκήθηκε από τον διάδικο είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου (κατά τους όρους των άρθρων 96 και 42 παρ. 2 ΚΠΔ), και απορρίψει τούτο ως αβάσιμο ή απαράδεκτο, ακολούθως δε προβεί, λόγω ασκήσεως εκ νέου του ενδίκου μέσου, σε εξέταση αυτού, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Βέβαια, τούτο δεν συμβαίνει, όταν η εκ νέου άσκηση του ενδίκου μέσου χωρεί πριν προηγηθεί κρίση επί του αρχικά ασκηθέντος, διότι τότε το εκ νέου ασκούμενο πρέπει να θεωρηθεί ως συμπληρωματικό του πρώτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων άσκησε αυτοπροσώπως, στις 28 Νοεμβρίου 2007, ενώπιον του Διευθυντή του Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων του ....., αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2847/2007 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πριν η απόφαση αυτή καθαρογραφεί και καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη Γραμματεία του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, μετά την καταχώρηση της απόφασης αυτής στο ειδικό βιβλίο (5.12.2007), ο παραστάς στη συζήτηση πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου άσκησε αναίρεση, με δήλωση η οποία εκδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ, ήτοι στις 27.12.2007. Η δεύτερη αυτή αίτηση, εφόσον δεν προηγήθηκε κρίση επί της πρώτης αίτησης, είναι συμπληρωματική της πρώτης. Μετά από αυτά, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικαστούν, λόγω πρόδηλης συνάφειας, εφόσον αφορούν την ίδια καταδικαστική απόφαση. ΙΙ.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και. εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2847/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν. 1729/87, διότι οι πράξεις αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, για αγορά, κατοχή και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, από τοξικομανή, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και κατά το έτος 2004, οπότε φέρονται τελεσθείσες οι πράξεις που του αποδίδονται, είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως τέτοιων ουσιών, την οποία δεν μπορούσε να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Δεν περιοριζόταν, όμως, στη χρήση, αλλά είχε έντονη ενασχόληση και με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, πράγμα που έγινε γνωστό στις διωκτικές αρχές από πληροφορίες που περιήλθαν σ' αυτές. Θέλοντας να επιβεβαιώσει τέτοιες πληροφορίες, η αρμόδια αστυνομική αρχή εντόπισε την κατοικία του κατηγορουμένου και κατόπιν, κάποιος αστυνομικός, τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο και συμφώνησε μαζί του να αγοράσει 5 γραμμάρια ηρωίνης, που είναι ναρκωτική ουσία γιατί δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου, αντί τιμήματος 150 ευρώ. Ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πώληση και βγήκε από το σπίτι του για να μεταβεί στον προκαθορισμένο τόπο ολοκλήρωσης της πράξεως, η οποία θα ελάμβανε χώρα με την εκπλήρωση των αμοιβαίων υποχρεώσεων, ήτοι την παράδοση της πωληθείσας ποσότητας εκ μέρους του κατηγορουμένου και την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος εκ μέρους του αγοραστή αστυνομικού. Καθ' οδόν, όμως, ο κατηγορούμενος συνελήφθη και η πράξη δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους άσχετους προς τη βούλησή του. Στην κατοχή του, εκείνη τη στιγμή, βρέθηκε μια μικροσυσκευασία με ηρωίνη βάρους 4 γραμμαρίων, την οποία, ελλιποβαρή, πήγαινε να παραδώσει στον αγοραστή. Στη συνέχεια, οδηγήθηκε στο σπίτι του, όπου διαπιστώθηκε ότι κατείχε τέσσερις συσκευασίες που περιείχαν ηρωίνη σε συμπαγή μορφή (βραχώδη), συνολικού βάρους 338 γραμμαρίων περίπου, καθώς και μια συσκευασία χασίς, βάρους 375 γραμμαρίων. Τις ποσότητες αυτές, τις είχε αγοράσει από πρόσωπο που αρνήθηκε να προσδιορίσει, σε χρόνο πριν από την ανεύρεσή τους και αντί τιμήματος που, επίσης, απέφυγε να προσδιορίσει. Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι οι ποσότητες αυτές δεν ήσαν δικές του, αλλά ότι τις είχε αφήσει προς φύλαξη στο σπίτι του κάποιος Αλβανός, με αντάλλαγμα να του δώσει μια μικρή ποσότητα για δική του χρήση. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, ελέγχεται ως προσχηματικός, δοθέντος ότι διαπιστώθηκε πως ο κατηγορούμενος διακινούσε ο ίδιος ναρκωτικά (οι πληροφορίες των αστυνομικών και η απόπειρα πώλησης για την οποία έγινε λόγος παραπάνω και η οποία τις επιβεβαίωσε) και στο σπίτι του υπήρχε και ζυγαριά ακριβείας, για τον ακριβή προσδιορισμό των εκάστοτε διακινουμένων ή πωλουμένων ποσοτήτων. Άλλωστε, αν και ο κατηγορούμενος δήλωσε άνεργος, στην κατοχή του βρέθηκε το ποσό των 560 ευρώ που προερχόταν από διακίνηση ναρκωτικών (βλ. κατάθεση Α). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, ως τοξικομανής μεν, αλλά με την επιβαρυντική περίπτωση του ότι ενεργούσε κατ' επάγγελμα, δηλαδή συστηματικά (μεγάλες ποσότητες, ζυγαριά, διακίνηση) και προκειμένου να συντηρείται από την δραστηριότητα αυτή (αν και άνεργος, κυκλοφορούσε με πολλά χρήματα". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ και 4 παρ. 1, 3 πιν. Α-5, Α-6, 5 παρ. 1β, ζ, 8, 13 παρ. 1 και 4 περ. β του Ν. 1729/87, όπως ισχύει σήμερα. Ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις, σημειώνεται ότι πλήρως αιτιολογείται, γιατί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, μολονότι αυτός ήταν τοξικομανής, η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος αυτός, απορρίπτοντας σχετικό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του, αφού, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσείων διακινούσε ο ίδιος ναρκωτικά, έχοντας διαμορφώσει και την κατάλληλη προς τούτο υποδομή, στο σπίτι του υπήρχε και ζυγαριά ακριβείας, για τον ακριβή προσδιορισμό των εκάστοτε διακινουμένων ή πωλουμένων ποσοτήτων και από τα περιστατικά αυτά το Πενταμελές Εφετείο συνήγαγε την πρόθεση του αναιρεσείοντος, να αποκτά εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αιτιολόγηση, στον προβληθέντα αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δεν υπήρξε απόπειρα απάτης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει την επιβαλλόμενη, εκ των άνω άρθρων, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, για χορήγηση του εκ του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ ελαφρυντικού, ήτοι του ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Ειδικότερα, στην απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "Τέλος, το αίτημα αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Πράγματι, ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να έχει δώσει δείγματα κακής συμπεριφοράς στη φυλακή, όπου κρατείται. Εν όψει, όμως, της φύσεως των πράξεών του και της απροθυμίας του να φανεί ειλικρινής και να αναλάβει τις ευθύνες του ενώπιον του δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα καλή συμπεριφορά επί μακρό χρόνο, τέτοια που να εγγυάται την κοινωνική του επανένταξη και να αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση υπέρ αυτού", η οποία (αιτιολογία) είναι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο μοναδικός λόγος των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, τόσο κατά το πρώτο, όσο και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και συνακόλουθα κρίνονται απορριπτέες και οι αιτήσεις αναίρεσης, ο δε αναιρεσείων θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 8/2007 και 768/2007 αιτήσεις του Χ, κρατουμένου των Φυλακών Κ.Α.Τ.Κ. ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2847/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί και αυτοτελής ισχυρισμοί. Απόρριψη αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
0
Αριθμός 386/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 226/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1543/08. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 516/31-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το υπ' αριθμ. 226/2008 βούλευμα του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την 7/2-7-2008 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, κατά του 39/5-6-2008 μη οριστικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ξάνθης, το οποίο ανέβαλε τη δίκη η οποία ανοίχθηκε με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του κατηγορούμενου ...., για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, σύμφωνα με το αρθρ. 59 § 2 Κ.Π.Δ., όπως αντ/θηκε με το άρθρο 6 Ν.2345/05. II. Κατά του παραπάνω, υπ' αριθμ. 226/08, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, ο κατηγορούμενος ...., άσκησε, με δήλωση του στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Θράκης, την υπ'αριθμ. 36/19-9-08 αίτηση αναίρεσης. III. To δικαίωμα του κατηγορούμενου να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος ρυθμίζεται από το άρθρο 482 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με αρθρ. 41 § 1 Ν.3160/2003. Το δικαίωμά του περιορίζεται στα βουλεύματα που τον παραπέμπουν στο ακροατήριο για κακούργημα και για τα συρρέοντα ή συναφή εγκλήματα καθώς και στα βουλεύματα που παύουν προσωρινά τη δίωξη. Εξ άλλου, κατά το αρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκείμενη περίπτωση, το υπ' αριθμ. 226/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με το οποίο απορρίφθηκε έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης κατά του υπ' αριθμ. 39/2008 μη οριστικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ξάνθης, δεν υπόκειται σε αναίρεση εκ μέρους του κατηγορούμενου και η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 36/19-9-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ...., κατά του υπ' αριθμ. 226/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 22 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 482 παρ. 1α του ιδίου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος μόνον όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του. Σε κάθε άλλη περίπτωση η αναίρεση είναι απαράδεκτη. περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αναφέρονται στην διάταξη αυτή, και όταν έχει ασκηθεί από πρόσωπο στο οποίο δεν αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 226/2008 βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την 7/2-7-2008 έφεση τον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης κατά του 39/5-6-2008 μη οριστικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Ξάνθης, το οποίο κατ' εφαρμογή του άρθρου 59 § 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 Ν. 2345/05 ανέβαλε τη δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του αναιρεσείοντος για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, δεν προβλέπεται δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά του ως άνω βουλεύματος. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-9-2008 αίτηση του .... για αναίρεση του 226/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης ως στρεφόμενης κατά μη οριστικής απόφασης (αναβλητικής της δίκης).
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
2
Αριθμός 387/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3696, 3696α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πρωτόπαπα και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 40/17-7-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελένης Γιαννέλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1252/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου, μέσα στην κατά τα άνω οριζόμενη, αναφορικά με το χρόνο έναρξής της, μηνιαία προθεσμία. Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 3696α 3696/2008 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μέσα στην ως άνω προθεσμία του ενός μηνός, η έναρξη της οποίας άρχισε την 26-6-2008, αφού, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη στην απόφαση αυτή βεβαίωση της Γραμματέως, αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 25-6-2008 και η αναίρεση ασκήθηκε την 17-7-2008, πριν δηλαδή τη συμπλήρωση της αναφερόμενης προθεσμίας. ΙΙ.- Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως συνιστά και η έλλειψη της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άνω άρθρο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 3696α, 3696/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, κηρύχθηκαν αθώες οι κατηγορούμενες Χ2 και Χ1, για τις πράξεις της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης και ηθικής αυτουργίας σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης, αντίστοιχα, με την ακόλουθη αιτιολογία. "Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι την 7-6-02 η συμβολαιογράφος Αθηνών Χριστίνα Μάνδρου, μετέβη στην οικία του Ζ επί της Λεωφόρου ....., μετά από παράκληση της πρώτης των κατηγορουμένων, στην οποία ο τελευταίος είχε αναθέσει προφορικά την εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη για τη θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση προκειμένου να συντάξει ένα πληρεξούσιο με το οποίο θα της παρείχε και εγγράφως την εντολή και εξουσιοδότηση να τον εκπροσωπεί στις δίκες και ειδικότερα εκείνη που αφορούσε την θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση. Όταν η συμβολαιογράφος έφθασε στο σπίτι εκεί την ανέμενε ο Ζ και η δεύτερη των κατηγορουμένων η οποία τον φρόντιζε και αποτελούσε μαζί με τον γιό και τον σύζυγο της την οικογένειά του τα τελευταία έτη μετά τον θάνατο της αδελφής του. Όπως προκύπτει από την κατάθεση της ίδιας της συμβολαιογράφου ο Ζ την αναγνώρισε ότι ήταν η συμβολαιογράφος που ανέμενε για την σύνταξη του δικαστικού πληρεξούσιου προς την δικηγόρο Χ2 και μάλιστα μετά από μία μεταξύ των συνομιλία κατά την οποία αυτή διαπίστωσε ότι είχε την νοητική δυνατότητα να καταρτίσει την σχετική δικαιοπρακτική πράξη συνέταξε το συμβόλαιο και τον κάλεσε να το υπογράψει. Πριν από την υπογραφή του διάβασε δυνατά το περιεχόμενό του και του παρέσχε εξηγήσεις σε ότι θέμα της ζήτησε σχετικά με την έκταση της πληρεξουσιότητας που παρείχε στην δικηγόρο πρώτη των κατηγορουμένων. Μάλιστα επειδή η γραφή του ήταν τρεμάμενη η συμβολαιογράφος του υπέδειξε να βεβαιώσουν την αδυναμία υπογραφής του δύο μάρτυρες και εκείνος υπέδειξε τους μάρτυρες ..., αρχιτέκτονα μηχανικό, και .... ιδιωτική υπάλληλο, οι οποίοι κλήθηκαν από την παριστάμενη, δεύτερη των κατηγορουμένων και ήρθαν και υπέγραψαν ως μάρτυρες το άνω πληρεξούσιο. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί όπως και έγινε την έννοια του εγγράφου πού υπέγραφε (ήταν άλλωστε δικηγόρος στο παρελθόν) αλλά και την έκταση της εντολής που παρείχε στην πρώτη των κατηγορουμένων δικηγόρο. Εξάλλου, η ίδια n συμβολαιογράφος στην περίπτωση που είχε αντιληφθεί οποιαδήποτε αδυναμία του να επικοινωνήσει μαζί του, δεν θα είχε προβεί στην σχετική πράξη ούτε θα είχε συντάξει το επίμαχο συμβόλαιο και σε κάθε περίπτωση αυτή όπως προκύπτει από την κατάθεση της δεν παραπλανήθηκε από οποιονδήποτε και ειδικότερα την πρώτη των κατηγορουμένων για να προβεί στην σύνταξη του άνω συμβολαίου. Βέβαια από τις από 26-4-02 και 31-10-2002 βεβαιώσεις των ιατρών .... και .... αλλά και του .... οι οποίοι επισκέφθηκαν να εξετάσουν τον Ζ μετά από εντολή του εγκαλούντα ανιψιού του προέκυψε ότι αυτός έπασχε από οργανικό ψυχοσυνδρομο -ανοϊκές εκδηλώσεις -ψυχοκινητικές διεγέρσεις για να καταλήξουν ότι ο ασθενής δεν είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία. Πλην, όμως, η γνωμάτευση των αυτή τουλάχιστον των δύο πρώτων .συντάχθηκε με βάση, όπως ρητά αναγράφεται σ' αυτήν στο επάγγελμα του, την κοινωνική του θέση και το ιστορικό νοσηλείας του στο ιατρικό κέντρο παλαιού Φαλήρου στο οποίο αναφέρεται ότι έπασχε από παθολογικά ευρήματα στις απεικονιστικές εξετάσεις /αξονική τομογραφία: ευρήματα μεγάλου βαθμού εγκεφαλικής ατροφίας / χωρίς οι γιατροί να έχουν οποιαδήποτε προηγούμενη επαφή με τον ασθενή αφού αυτός αντιληφθείς τον ρόλο, την ιδιότητα των και ότι πήγαιναν να τον εξετάσουν κατ' εντολή του ανιψιού του (εγκαλούντα) τους εξεδίωξε από το διαμέρισμα του αφού προηγουμένως τους επιτέθηκε φραστικώς και αρνήθηκε οποιαδήποτε εξέταση ή συνομιλία μαζί των. Το ίδιο συνέβη και όταν τον επισκέφθηκε ο τρίτος των ανωτέρω ιατρών την 31-10-02 τον οποίο πάλι εξεδίωξε από το σπίτι με οργίλο ύφος όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 1-11-02 γνωμάτευση του αρνούμενος απολύτως οποιαδήποτε συνεργασία. Βέβαια, ο άνω ιατρός βεβαιώνει στην γνωμάτευση του ότι η προσωπική επαφή που θα είχε με τον ασθενή δεν θα προσέθετε οτιδήποτε στην εκτίμηση της διανοητικής κατάστασης του ασθενούς, πράγμα, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με επιθυμία και επίσκεψη του στην κατοικία του ασθενή με σκοπό την εξέταση του την οποία θα έπρεπε να είχε παραλείψει αν δεν είχε να προσθέσει οτιδήποτε στην εκτίμηση της διανοητικής κατάστασης του ασθενούς. Από τα επεισόδια όμως της άρνησης του Ζ να δεχθεί να εξεταστεί από αυτούς και την εκδίωξη των από το σπίτι των, τα οποία οι ίδιοι οι άνω ιατροί περιγράφουν, επιβεβαιώνεται η δυνατότητα του κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αυτός να αντιληφθεί πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις και επομένως και του περιεχομένου του πληρεξουσίου που συνέταξε η άνω συμβολαιογράφος. Πρέπει να σημειωθεί ότι από το ενημερωτικό από 5-6-02 σημείωμα του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών το οποίο έλαβαν υπόψη των οι άνω ιατροί για την σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης των αναγράφεται ότι αυτός παρουσιάζει παροδικές διαταραχές μνήμης και προσανατολισμού πράγμα που, βεβαίως, καθιστούσε επιτακτικότερη την ανάγκη επαφής μαζί του για την ασφαλέστερη διάγνωση της κατάστασης και την διακρίβωση της ικανότητας του για κατάρτιση δικαιοπραξίας. Αλλά και όταν μετά από ένα έτος εξετάζεται από τον από το δικαστήριο ορισθέντα πραγματογνώμονα για την θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση προκύπτει ότι από την συνομιλία που έχει με τον ιατρό, οπότε η κατάσταση του δεν είναι πολύ καλή, θυμάται ότι είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα σε μία κοπέλα δικηγόρο που ερχόταν σπίτι του και τον εξυπηρετούσε ενώ επαναδιατυπώνει την απαρέσκειά του για το πρόσωπο του εγκαλούντα τον οποίο δεν θέλει να πατήσει το πόδι του στο σπίτι τους. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά την σύνταξη του πληρεξουσίου ο Ζ ήταν σε τέτοια διανοητική κατάσταση που του επέτρεπε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που περιλήφθηκε στο πληρεξούσιο και ότι σε κάθε περίπτωση η συμβολαιογράφος που το συνέταξε προέβη στην πράξη αυτή αφού προηγουμένως διαπίστωσε η ίδια την διανοητική του κατάσταση και κατ' ουδένα λόγο παραπλανήθηκε από την πρώτη των κατηγορουμένων η οποία υποκινήθηκε προς τούτο από την δεύτερη. Δεν στοιχειοθετείται, συνεπώς, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαιώσεως αφού η ίδια η συμβολαιογράφος δηλώνει ότι δεν παραπλανήθηκε στην σύνταξη του άνω συμβολαίου και ότι το συνέταξε αφού η ίδια διαπίστωσε την καλή διανοητική κατάσταση του Ζ. Θα πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενες να κηρυχθούν αθώες για την πράξη που καθεμία κατηγορείται κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό οριζόμενα". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη και ειδικότερα: 1)Διότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά, αναφορικά με τη χρήση της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας στη χρήση της ψευδούς βεβαίωσης και αφορούσαν τις αξιόποινες πράξεις που αποδόθηκαν σε βάρος των ως άνω κατηγορουμένων και 2)διότι υπάρχει σύγχυση περί των εγκλημάτων, για τα οποία έκρινε το Εφετείο, αφού, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι πράξεις που αποδίδονται στις κατηγορούμενες είναι η υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και η ηθική αυτουργία σ' αυτήν, ενώ στο διατακτικό, ως πράξεις, για τις οποίες αυτές κηρύχθηκαν αθώες, φέρονται η χρήση ψευδούς βεβαίωσης και η ηθική αυτουργία σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 3696α, 3696/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρήση ψευδούς βεβαίωσης. Ηθική αυτουργία σ’ αυτήν. Αναίρεση Εισαγγελέα ΑΠ. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας. Στο σκεπτικό αναφέρει αδικήματα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν, στο δε διατακτικό αναφέρει τη χρήση ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ηθική αυτουργία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδής βεβαίωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 393/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Aντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 959/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1011/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 376/16-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 α' ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 73/17-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Αρχιμανδρίτη ..., κατά κόσμο ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από την δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτα Σπυροπούλου του Δημητρίου, δυνάμει της από 14-3-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 959/9-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)", που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί (Ολομ. ΑΠ 28/2002, ΑΕΔ 48/1982). Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ'αρχή να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάσισε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370 ΚΠΔ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι ποινικές αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίκη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Από το περιεχόμενο δε των διατάξεων των άρθρων 533 μέχρι 544 ΚΠΔ, που καθορίζουν την αποζημίωση των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων (όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 26 Ν. 2915/2001) προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε, είτε ως απαράδεκτη είτε ως αβάσιμη, αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά με διάταξη του ανακριτή ή με βούλευμα ή και με καταδικαστική απόφαση και μετέπειτα αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή καταδικάσθηκε σε ποινή κατώτερη εκείνης, την οποία είχε εκτίσει προσωρινά (ΑΠ 2456/2005, ΑΠ 1961/2005). Αν δε ασκηθεί αναίρεση εναντίον μίας τέτοιας αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικά για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει ειδικά κάτι άλλο και εκ τούτου απορρίπτεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 959/9-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η από 14-2-2006 αίτηση του αναιρεσείοντα για αποζημίωσή του, εκ της προσωρινής κρατήσεώς του, δυνάμει του υπ'αριθ. ΑΝΖ/ΕΠΚ/1/8-2-2005 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτή Ζ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Πειραιώς και της μετέπειτα αθωώσεώς του με την υπ'αριθ. 714, 716, 718/2005, 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος και της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική υπεξαίρεση. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η ανωτέρω υπ'αριθ. 714, 716, 718/2005 και 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς αναιρέθηκε με την υπ'αριθ. 1551/2007 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία η κατηγορία της υπεξαιρέσεως μεταβλήθηκε σε απλή κλοπή και στη συνέχεια έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αιτούντα, λόγω παραγραφής. Σύμφωνα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν, η εν λόγω υπ'αριθ. 959/9-11-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και, ως τέτοια, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 73/17-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Αρχιμανδρίτη ..., κατά κόσμο ..., κατά της υπ'αριθ. 959/9-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου" (ΕΣΔΑ), που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων, κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί (Ολομ.ΑΠ 28/2002, ΑΕΔ 48/1982). Κατά τα συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ'αρχή να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, η αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφ'όσον στο νόμο δεν ορίζεται ειδικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι ποινικές αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίκη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Από το περιεχόμενο δε των διατάξεων των άρθρων 533 μέχρι 544 ΚΠΔ (Γ' Κεφάλαιο του εβδόμου βιβλίου αυτού) που καθορίζουν την αποζημίωση των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων, όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 26 Ν.2915/2001, προκύπτει μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως με την οποία απερρίφθη είτε ως απαράδεκτη, είτε ως αβάσιμη αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο εκείνου που εκρατήθη προσωρινά με διάταξη του ανακριτού ή με βούλευμα ή και με καταδικαστική δικαστική απόφαση και μετέπειτα ηθωώθη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Αν δε ασκηθεί αναίρεση κατά μιάς τοιαύτης αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατ'αποφάσεως, που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικώς για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη με την οποία να ορίζεται ειδικά κάτι άλλο και ως εκ τούτου απορρίπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 959/9-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, με την οποίαν απερρίφθη η από 14/2/2006 αίτηση του αναιρεσείοντος για αποζημίωσή του εκ της κρατήσεώς του, δυνάμει του υπ'αριθμ. ΑΝΖ/ΕΠΚ/1/8-2-2005 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτού Ζ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Πειραιώς και της μετέπειτα αθωώσεώς του με την υπ'αριθμ. 714,716,718/2005, 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος και της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική υπεξαίρεση, προς δε και της αναιρέσεως της τελευταίας αυτής αποφάσεως δια της υπ'αριθμ.1551/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δια της οποίας η πράξη της υπεξαιρέσεως μετεβλήθη σε απλή κλοπή και εν συνεχεία έπαυσεν οριστικώς η ποινική δίωξη εναντίον του αιτούντος λόγω παραγραφής. 'Όμως η απόφαση αυτή 950/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, όπως ανεφέρθη δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και ως τοιαύτη δεν υπόκειται εις αναίρεση' εντεύθεν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Μαρτίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 959/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009 Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 20 παρ. 1 Συντάγματος, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ. Ποίες αποφάσεις υπόκεινται σε αναίρεση. Άρθρο 533 - 544 ΚΠΔ. Όχι αναίρεση αυτοτελής κατ’ αποφάσεως που απέρριψε αίτηση αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου. Απορρίπτει.
Κράτηση προσωρινή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Κράτηση προσωρινή, Αποζημιώσεως αίτηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 385/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ...., περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 28 Ιουλίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1315/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 466/8.10.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την από 28-7-2008 αίτηση του .... και εκθέτω τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθμ. 3/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου επιβλήθηκε στον αιτούντα κατηγορούμενο η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 299 § 1 Π.Κ.). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο αιτών την από 3-5-2007 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1733/2008 απόφαση του Δικαστηρίου σας η οποία αναίρεσε την πιο πάνω απόφαση του ΜΟΕ Δωδεκανήσου και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. 'Ηδη ο αιτών με την πιο πάνω αίτησή του ζητεί να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεώς του αυτής στο ΜΟΕ Κρήτης, στην περιφέρεια του οποίου κρατείται, άλλως στο ΜΟΕ Πειραιά ως πλησιέστερο ισόβαθμο δικαστήριο, διότι επιβάλλουν τούτο οι σοβαροί λόγοι που στην αίτησή του αναφέρει, αναγόμενοι στη δημόσια ασφάλεια και τάξη και συγκεκριμένα κίνδυνος αυτοδικίας εκ μέρους των συγγενών και φίλων του θύματος σε βάρος του, οι οποίοι εδημιούργησαν τα σοβαρά επεισόδια που αναφέρει στην αίτησή του αυτή, τόσο στην τελευταία δικάσιμο του ΜΟΕ Δωδεκανήσου, όσο και στις προηγηθείσες. Προβλέπει δε ότι τα στην αίτησή του αναφερόμενα σοβαρά σε βάρος του επεισόδια θα επαναληφθούν κατά τη νέα δικάσιμο που θα ορισθεί στο ίδιο δικαστήριο. Επειδή κατά το άρθρο 136 του Κ.Π.Δ., παραπομπή από του κατά τα άρθρα 122-125 αρμοδίου δικαστηρίου σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές διατάσσεται, μεταξύ άλλων και στην υπό το στοιχείο γ περίπτωση, κατά την οποία επιβάλλουν την παραπομπή αυτή σοβαροί λόγοι που ανάγονται στη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Κατά δε το άρθρο 137 § 1 του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν, ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, στις περιπτώσεις δε υπό τα στοιχεία γ' και δ' του άρθρου 136, μόνος ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, αυτεπάγγελτα ή μετά από παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Την παραπομπή αποφασίζει, α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από πταισματοδικείου σε άλλο πταισματοδικείο στις περιπτώσεις των στοιχείων α' και β' του άρθρου 136, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από κάποιο δικαστήριο πλημμελειοδικών, τριμελές ή μονομελές ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο παρόμοιο και γ) ο 'Αρειος Πάγος σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός εκείνης του άρθρου 499, πάντοτε δε αν ζητείται η παραπομπή για τον υπό το στοιχείο γ' του άρθρου 136 λόγο. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, την πιο πάνω παραπομπή, όταν πρόκειται για την περίπτωση του στοιχείου γ' του άρθρου 136 του Κ.Π.Δ., για την οποία αποφασίζει το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, νομιμοποιείται να ζητήσει μόνο ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου και όχι ο κατηγορούμενος. Ανεξαρτήτως όμως τούτων να σημειωθεί ότι ο εισαγγελέας του ΜΟΕ Δωδεκανήσου δεν ζήτησε την παραπομπή της υποθέσεως και ότι αντιθέτως με το υπ'αριθμ. πρωτ. 3831/17-9-2008 έγγραφό του σε απάντηση σχετικού ερωτήματός μας, μας εγνώρισε ότι δεν συντρέχουν οι σοβαροί λόγοι αναγόμενοι στη δημόσια ασφάλεια και τάξη που αναφέρει ο αιτών στην πιο πάνω αίτησή του. Την ίδια άποψη εκφράζει εμμέσως αλλά κατά τρόπο σαφή και ο Πρόεδρος του ΜΟΕ Δωδεκανήσου με το υπ'αριθμ. πρωτ. 466/18-9-2008 έγγραφό του προς εμάς. Πρέπει λοιπόν κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως η κρινόμενη αίτηση. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 28-7-2008 αίτηση του κατηγορουμένου .... περί παραπομπής της υπόθεσής του σε άλλο ισόβαθμό και ομοειδές Μικτό Ορκωτό Εφετείο. Αθήνα 7 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 136 Κ.Π.Δ., παραπομπή από τον, κατά τα άρθρα 122-125, αρμόδιου δικαστηρίου, σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές, διατάσσεται, μεταξύ άλλων, και στην υπό στοιχείο γ' περίπτωση, κατά την οποία επιβάλλουν την παραπομπή αυτή σοβαροί λόγοι, που ανάγονται στη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Κατά δε το άρθρο 137 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν, ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, στις περιπτώσεις δε υπό τα στοιχεία γ' και δ' του άρθρου 136, μόνον ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, αυτεπάγγελτα ή μετά από παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Την παραπομπή αποφασίζει α)... β)... γ)... ο Αρειος Πάγος σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση, πάντοτε δε αν ζητείται η παραπομπή για τον υπό στοιχείο γ' του άρθρου 136 λόγο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, την πιο πάνω παραπομπή, όταν πρόκειται για την περίπτωση του στοιχείου γ του άρθρου 136 του Κ.Π.Δ., μπορεί να την ζητήσει μόνον ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου και όχι ο κατηγορούμενος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος ...., με την από 28.7.2008 αίτησή του, εκθέτει ότι, με την υπ' αρ. 3/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου, το επιβλήθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (αρ. 299 παρ. 1 Π.Κ.). Ότι κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 3.5.2007 αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1733/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Περαιτέρω, επικαλούμενος διάφορους λόγους, οι οποίοι ανάγονται στη δημόσια τάξη και ασφάλεια και ειδικότερα κίνδυνο αυτοδικίας από την πλευρά των συγγενών και φίλων του θύματος σε βάρος του, όπως είχε δημιουργηθεί τόσο κατά την τελευταία δικάσιμο του ΜΟΕ Δωδεκανήσου, όσο και στις προηγηθείσες, ζητεί να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεώς του αυτής, στο ΜΟΕ Κρήτης, στην περιφέρειας του οποίου κρατείται, άλλως στο ΜΟΕ Πειραιώς, ως πλησιέστερο ισόβαθμο δικαστήριο. Ενόψει, όμως, του ότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, την παραπομπή, στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί να τα ζητήσει μόνον ο Εισαγγελέα του αρμόδιου Δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, η κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, δεν συντρέχει δε λόγος επιβολής προστίμου, κατ' άρθρου 134, σε συνδ. με άρθρο 137 παρ. 1 εδ. τελευτ. του Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28.7.2008 αίτηση του ...., για παραπομπή της υπόθεσής του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Μικτό Ορκωτό Εφετείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ποιος νομιμοποιείται να ζητήσει την παραπομπή σε ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο στην περίπτωση γ΄ του άρθρου 136 ΚΠΔ. Απορρίπτει.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 384/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 852/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Πανίδου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2008 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1241/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2, 357 παρ. 3, 358, 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ συνάγεται ότι για να επέλθει η από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν απηύθυναν προς το μάρτυρα ερωτήσεις για εξακρίβωση της αλήθειας μετά την εξέτασή του και δεν προέβησαν σε παρατηρήσεις α) σχετικά με την κατάθεση ή την αξιοπιστία του μάρτυρα και β) το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώστηκαν πρέπει, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του να ζητήσουν να τους δοθεί προς τούτο η άδεια και, αν δεν τους δοθεί από το διευθύνοντα τη συζήτηση, να προσφύγουν αμέσως, μη αποδεχόμενοι την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο ν' απορρίψει παρά το νόμο την προσφυγή ή να παραλείψει ν' αποφανθεί επ' αυτής. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος (κοινός) λόγος αναίρεσης των αναιρεσειόντων, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι, κατά παραβίαση των άρθρων 357 παρ. 3 και 358 ΚΠΔ, δεν δόθηκε ο λόγος στους κατηγορούμενους και στους συνηγόρους των, κατά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων (κατηγορίας και υπερασπίσεως) και μετά την ανάγνωση των εγγράφων, εφόσον δεν προβάλλεται, αλλά ούτε προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, ως κατηγορούμενοι ή ο συνήγορός τους ζήτησαν να τους δοθεί η άδεια για να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων και το περιεχόμενο των εγγράφων, ούτε πολύ περισσότερο ότι προσέφυγαν αυτοί προς τούτο στο δικαστήριο, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 493 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει, κατ' αρχήν, να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (αρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της έφεσης που ασκείται από τον Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων της έφεσης, στην οποίαν πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβεί στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 852/2008 προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την από 28-4-2006 (υπ' αρ. 2952/2006) έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά της υπ' αρ. 27568/18-4-2006,κατά ένα μέρος, αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 ένοχο για την αξιόποινη πράξη της φαρμακοδιέγερσης αθλητή και τους δύο δε αναιρεσείοντες και για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για τις οποίες είχαν αθωωθεί. Στην παραπάνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφέρεται ότι: "Το Δικαστήριο, κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, οδηγήθηκε σε απαλλακτική κρίση, όσον αφορά την κατηγορία σε βάρος του Χ2 για το έγκλημα της φαρμακοδιέγερσης από κοινού (με τον καταδικασθέντα γι' αυτό συγκατηγορούμενο του Χ1) καθώς και για την κατηγορία για το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού ,για το οποίο κηρύχθηκαν αθώοι και οι δύο κατηγορούμενοι (Χ2 και Χ1), για τους εξής λόγους: Α) 1η πράξη: Φαρμακοδιέγερση αθλητή από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Όπως γίνεται δεκτό, στην περίπτωση τελέσεως κάποιου εγκλήματος, από κοινού, από έναν ή περισσότερους δράστες, με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά δόλος, δηλ. κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που τελείται (βλ. ΑΠ Ολομ. 50/1990 Π Χρ. Μ' ΣΕΛ.949).Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 ήταν αθλητής της κολύμβησης και είχε ως προπονητή του τον 1ο κατηγορούμενο Χ2 ενώ ιατρικά παρακολουθείτο από τον 2ο κατηγορούμενο Χ1. Με την προαναφερόμενη απόφαση ο 2ος κατηγορούμενος Χ1 κηρύχθηκε ένοχος για το έγλημα της φαρμακοδιέγερσης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα αθλητή Ψ1 και του επεβλήθη ποινή φυλάκισης 15 μηνών με τριετή αναστολή, επειδή διέθεσε στον εν λόγω αθλητή απαγορευμένες διεγερτικές ουσίες - αναβολικά. Πλην όμως ο επίσης κατηγορούμενος για το ίδιο έγκλημα Χ2 κηρύχθηκε αθώος, εσφαλμένα κατά την άποψη μας, για τους εξής λόγους. Από την κοινή πείρα είναι γνωστό και αναμφισβήτητα ότι μεταξύ του προπονητή ενός αθλητή και του γιατρού που τον παρακολουθεί, υπάρχει στενή συνεργασία και απόλυτη εμπιστοσύνη. Κοινός σκοπός τους είναι η βελτίωση, όσο το δυνατόν περισσότερο, των επιδόσεων του αθλητή. Άλλωστε τα παραπάνω παραδέχτηκε και κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου και ο αθωωθείς για το έγκλημα αυτό κατηγορούμενος Χ2 ισχυριζόμενος, μεταξύ των άλλων, ότι "...η παρουσία γιατρού επιβάλλεται. Δεν μπορεί να γίνει πρωταθλητισμός χωρίς γιατρό".Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο σχεδιασμός για την αθλητική πορεία εν γένει, αλλά και την αύξηση και τη μεγιστοποίηση των δυνάμεων του συγκεκριμένου αθλητή σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή(σε περίοδο σημαντικών αγώνων) ήταν κοινός μεταξύ προπονητή και γιατρού, οι απαιτούμενες ενέργειες έγιναν από κοινού από αυτούς και ο αθωωθείς Χ2 ασφαλώς και γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο θα επιτυγχάνονταν όσα αναφέρονται παραπάνω. Β)2η πράξη: Επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού και κατ' έξακολούθηση. Τα απαγορευμένα φάρμακα που χορηγήθηκαν από τους παραπάνω κατηγορουμένους στον αθλητή Ψ1 όπως σαφώς προκύπτει από τις καταθέσεις του ίδιου και του πατέρα του .... ενώπιον του Δικαστηρίου, του προξένησαν προβλήματα ούρησης και κοιλιακούς πόνους, ενώ όπως προκύπτει από τα έγγραφα και λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, από τη χρήση των ίδιων φαρμάκων θα μπορούσε να υποστεί επίσης ηπατική ανεπάρκεια, ενδοκοιλιακές αιμορραγίες, αναστολή της λειτουργίας των όρχεων, ατροφία των όρχεων, στυτικές διαταραχές κλπ, δηλ. ιδιαίτερα σοβαρές βλάβες της υγείας του. Όπως γίνεται όμως δεκτό, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, δεν απαιτείται η επέλευση σοβαρού αποτελέσματος σε βάρος του παθόντα, αλλά αρκεί και η δυνατότητα επέλευσης του, ως εκ του τρόπου τελέσεως του, όπως ασφαλώς θα μπορούσε να συμβεί και σε βάρος του συγκεκριμένου παθόντα. Υποκειμενικά αρκεί η ύπαρξη και ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο του δράστη. Στη συγκεκριμένη δε υπόθεση και οι δύο αθωωθέντες για το έγκλημα αυτό κατηγορούμενοι, ασφαλώς και γνώριζαν ότι από το είδος των φαρμάκων, που χορηγούσαν στον παθόντα αθλητή, πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο Χ1 ήταν δυνατόν αυτός να υποστεί σοβαρές βλάβες στην υγεία του, ακόμη δε να κινδυνεύσει και η ζωή του, λόγω του είδους, της φύσεως τους και των ιδιαίτερα σοβαρών παρενεργειών που προξενούν στον ανθρώπινο οργανισμό, γεγονός παγκοίνως γνωστό." Με το περιεχόμενο αυτό η έφεση του ανωτέρω Εισαγγελέα, που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την κατά τα προεκτεθέντα εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σε αυτή, πλήρως και σαφώς, η συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως το δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και δέχθηκε ως τυπικά δεκτή την έφεση του προαναφερομένου Εισαγγελέα Εφετών στη συνέχεια δε προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης και κατά το μέρος που αναφέρεται στην παραπάνω έφεση, δεν υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και είναι αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, δεύτερος(κοινός)λόγος των αναιρέσεων. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 § 1Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 852/2008 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για τις πράξεις της φαρμακοδιέγερσης αθλητή και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, τις οποίες τέλεσαν από κοινού και τους επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Ο Ψ1 πολιτικώς ενάγων, είναι αθλητής κολύμβησης και από το έτος 1999 είχε προπονητή του το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 ενώ παρακολουθείτο ιατρικά από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 ιατρό. Οι δύο κατηγορούμενοι είναι παλαιοί αθλητές κολύμβησης, είναι συγγενείς (πρώτα εξαδέλφια) και είχαν στενή συνεργασία προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινός στόχος τους, που είναι η βελτίωση όσο το δυνατόν περισσότερο των επιδόσεων του αθλητή. Η κατάκτηση υψηλών στόχων του αθλητή, (πρωταθλητισμός), επιβάλλει την απόλυτη εμπιστοσύνη του αθλητή προς τα πρόσωπα του προπονητή και ιατρού που τον παρακολουθεί. Ο προπονητής μαζί με τον ιατρό σχεδιάζουν την αθλητική πορεία εν γένει του αθλητή και υπάρχει συνεργασία μεταξύ τους ούτως ώστε να επιτευχθεί η μεγιστοποίηση των δυνάμεων του αθλητή ενόψει αγώνων και η δυνατότητα ανάκτησης δυνάμεων και της καλής φυσικής κατάστασης του αθλητή, ο οποίος κατά διαστήματα μπορεί να χρειάζεται ιατρική αντιμετώπιση, για να αντιμετωπίσει προβλήματα τραυματισμών κλπ. Για την επιτυχία των παραπάνω στόχων τους, που είχαν τεθεί από τους κατηγορουμένους, ήταν αναγκαίο ο αθλητής να είναι συνεργάσιμος και να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες τους. Πράγματι ο πολιτικώς ενάγων, ηλικίας το έτος 1999,17 ετών, ακολουθούσε πιστά το προπονητικό πρόγραμμα και έπαιρνε όσα σκευάσματα του συνιστούσε ο προπονητής σε συνεργασία με το γιατρό, τον οποίο μάλιστα ο αθλητής επισκέπτονταν στο ιατρείο του (πρώτο κατηγορούμενο) κάθε εβδομάδα. Οι δύο κατηγορούμενοι έδιναν στον πολιτικώς ενάγοντα τις κατάλληλες συμβουλές σχετικά με τη διατροφή του και λόγω της ηλικίας του αθλητή και της σχέσεως απόλυτης εμπιστοσύνης που συνδέει τον προπονητή και τον ιατρό με τον αθλητή αλλά και λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του ανηλίκου αθλητή (ορκωτού ελεγκτή - λογιστή) ήταν αδύνατο να γνωρίζουν τα σκευάσματα, το είδος αυτών και τις συνέπειες της λήψης των για την υγεία του αθλητή, είναι δε βέβαιο ότι τόσο ο ανήλικος αθλητής, όσο και ο πατέρας του, ακολουθούσαν με εμπιστοσύνη τις υποδείξεις των κατηγορουμένων, σχετικά με τα σκευάσματα, που έπρεπε να πάρει ο αθλητής κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του και κατά τη διάρκεια των αγώνων. Κατά τη διάρκεια του έτους 2001 (μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο 2001) στην Αθήνα οι κατηγορούμενοι, σε μη διακριβωθείσες ημερομηνίες, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από κοινού ενεργούντες, χορήγησαν στον παθόντα αθλητή ουσίες που μπορούσαν να επιφέρουν μεταβολή της φυσικής αγωνιστικής ικανότητας και συγκεκριμένα χορήγησαν τα αναφερόμενα στο διατακτικό φάρμακα. Ειδικότερα χορήγησαν στον αθλητή, πλέον των άλλων φαρμάκων και το φάρμακο Actovegin, το οποίο κατά το χρόνο χορήγησης του ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα και δεν ήταν στις επίσημες λίστες φαρμάκων του Ε.Ο.Φ. Το εν λόγω φάρμακο παράγεται από πρωτεϊνομένο αίμα μόσχου, δημιουργεί μία οξυγόνωση αυξημένη στον οργανισμό και δίνει μία καλύτερη δυναμικότητα και αυξάνει τη μυϊκή και τη δυναμική ενέργεια (όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ..... (σελ. 36 της αναγνωσθείσας εκκαλουμένης αποφάσεως). Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατ' άρθρο 7&1 Ν.1646/1986 που ορίζει ότι απαγορεύεται "...η χορήγηση σε αθλητή ή η λήψη απ' αυτόν κάθε ουσίας που μπορεί να επιφέρει τεχνητή μεταβολή της φυσικής αγωνιστικής ικανότητας "ντόπιγκ)" το οποίο άρθρο, ως ευμενέστερη για τους κατηγορουμένους διάταξη, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την κατάργηση του από το άρθρο 79 $1 Ν.3057/10.10.2002,σύμφωνα με το άρθρο 2&1 Π.Κ. Τα στοιχεία ενοχής των κατηγορουμένων απορρέουν κυρίως από τις καταθέσεις του παθόντος, των ....., ....., ....., ....., ....., ....., οι οποίοι με σαφήνεια επιβεβαιώνουν τη χορήγηση σκευασμάτων αλλά και το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στο ιατρείο του έκανε ενέσεις στους αθλητές και όταν οι τελευταίος ως άνω μάρτυρας (οδοντίατρος) ζήτησε να κάνει αυτός την ένεση στην κόρη του (αθλήτρια) ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και ισχυρίσθηκε ότι τα φάρμακα που χορηγεί είναι εγκεκριμένα από τον ΕΟΦ. Επίσης οι ανωτέρω μάρτυρες επιβεβαίωσαν πλήρως τη συνεργασία των 2 κατηγορουμένων και το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων-αθλητής είχε απόλυτη εμπιστοσύνη σε όσα του έλεγαν οι 2 κατηγορούμενοι και όσα σκευάσματα-φάρμακα -ενέσεις αυτοί του χορηγούσαν τα ελάμβανε χωρίς καμία περαιτέρω έρευνα του περιεχομένου τους και του αν αυτά είναι εγκεκριμένα, αν κυκλοφορούν νόμιμα και ποιες ουσίες περιέχουν και τι επιπτώσεις μπορεί να έχουν στον οργανισμό του αθλητή. Αναμφισβήτητο γεγονός τυγχάνει ότι ο παθών Ψ1 έλαβε μέρος στους Μεσογειακούς Αγώνες της Τύνιδας στις 5/9/2001, υπεβλήθη σε έλεγχο "doping" και ανιχνεύθηκε σε δείγμα ούρων αυτού η ύπαρξη των αναβολικών, απαγορευμένων για αθλητές, ουσιών 19-νορανδροστερόνης (μεταβολίτη του αναβολικού στερεοεϊδούς ναδραλόνη) σε ποσοστό 36,5 ng/ml και λιδοκαϊνης μετά μεταβολιτών αυτής. Επίσης, όπως αποδείχθηκε από τους προαναφερόμενους μάρτυρες, ο παθών ακολουθούσε πάντοτε πιστά τις εντολές, όσον αφορά τη λήψη σκευασμάτων, των κατηγορουμένων και ποτέ δεν τις παραβίαζε, επί σειρά ετών και αναφορικά με τον κρίσιμο χρόνο του κατηγορητηρίου από τις αρχές του 2001 έως τον μήνα Σεπτέμβριο 2001. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τη χορήγηση των αναφερομένων στο κατηγορητήριο σκευασμάτων - φαρμάκων στον παθόντα και υποστηρίζουν ότι ο αθλητής πήρε μόνος του τις απαγορευμένες ουσίες, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι η ανιχνευθείσα ουσία 19-νορανδροστερόνη, δεν είναι αποτέλεσμα του μεταβολισμού από τον ανθρώπινο οργανισμό του φαρμάκου Actovegin αλλά ελήφθη εξωγενώς από τον παθόντα με αποκλειστική δική του πρωτοβουλία χωρίς τη συμμετοχή των κατηγορουμένων. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, γιατί υπάρχει έντονη επιστημονική αμφισβήτηση αν το φάρμακο Actovegin μεταβολίζεται από τον οργανισμό στην παραπάνω ουσία σε κάθε δε περίπτωση, έστω και αν χορηγήθηκε εξωγενώς η ανιχνευθείσα ουσία, αυτό έγινε όχι από τον παθόντα αλλά από τους κατηγορούμενους στις εντολές των οποίων ο παθών πειθαρχούσε. Άλλωστε τη χορήγηση του φαρμάκου Actovegin στον παθόντα μία φορά συνομολογεί ο 1ος κατηγορούμενος (βλ. απολογία του σελ.33 σειρά 6η). Περαιτέρω από τα ίδια ανωτέρω στοιχεία αποδείχθηκε ότι από τη χορήγηση των αναφερομένων στο διατακτικό φαρμάκων θα μπορούσε να προκληθεί στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, καθόσον προξένησαν σ' αυτόν προβλήματα ούρησης και κοιλιακούς πόνους, ενδοκοιλιακές αιμορραγίες, αναστολή της λειτουργίας των όρχεων, ατροφία όρχεων, στυτικές διαταραχές. Τα παραπάνω γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και παρά ταύτα, χορηγώντας ανεξέλεγκτα τα ανωτέρω φαρμακευτικά σκευάσματα από κοινού και από πρόθεση ενεργώντας(γιατί είχαν όφελος από την εξέλιξη του νεαρού αθλητή, από συμμετοχή στα πριμ των πρωταθλητών των προπονητών τους και από τη βελτίωση της φήμης τους ως προπονητή και ιατρού των πρωταθλητών) προξένησαν σ' αυτόν σωματική βλάβη. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι και για την παραπάνω πράξη". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27 § 1,308,309 ΠΚ,άρθρ.7 &1 Ν.1646/1986 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών ή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά και δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει χωριστή αναφορά τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή (να γίνει) αξιολογική συσχέτιση αυτών. Εκ του ότι δε δεν μνημονεύονται ειδικώς στο σκεπτικό της αποφάσεως, μολονότι αναγνώστηκαν: α) "η από 4-11-2002 διευκρινιστική γνωμοδότηση ιατροδικαστικής τοξικολογίας β) η 3-10-2001 γνωμοδότηση ιατροδικαστικής τοξικολογίας γ) η από 3-10-2001 δεύτερη γνωμοδότηση ιατροδικαστικής τοξικολογίας και δ) το με αριθμό πρωτ. ...... έγγραφο του Ε.Ο.Φ., δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα. Σημειώνεται ειδικότερα, ότι η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αλλά συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδοτήσεως, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναγνωσθείσες, ως άνω, και ληφθείσες υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, γνωμοδοτήσεις δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, που προβλέπεται από τα άρθρα 178 και 183 ΚΠΔ, δοθέντος ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει, ότι αυτές διατάχθηκαν και διενεργήθηκαν κατά τις παραπάνω διατάξεις, ώστε να μνημονεύονται χωριστά στην απόφαση, αλλά εμπίπτουν στην έννοια του αποδεικτικού μέσου του εγγράφου (άρθρ. 178 στ ΚΠΔ) και ως τέτοιο συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση. Εξάλλου εκ του ότι με την απόφαση εξαίρονται ειδικότερα οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν συνάγεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και οι παραπάνω γνωμοδοτήσεις, αφού τούτο σαφώς προκύπτει από την απόφαση και την ειδικότερη παραδοχή με την οποία προσδιορίζεται το είδος των ουσιών που χορηγήθηκαν στον παθόντα. Περαιτέρω, ως προς το έγκλημα της φαρμακοδιέγερσης αθλητή, με σαφήνεια το δικαστήριο προσδιορίζει την τεχνητή μεταβολή της φυσικής αγωνιστικής ικανότητας του, τον τρόπο και την απαγορευμένη ουσία από την οποία προκλήθηκε, επαρκώς δε αιτιολογεί τη γνώση και τη θέληση των κατηγορουμένων για την επέλευση της. Τέλος, ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιορίζει το φάρμακο από το οποίο προκλήθηκαν οι σωματικές βλάβες, τον τρόπο με τον οποίο τελέστηκε η πράξη αυτή και το είδος του κινδύνου που μπορούσε να προκαλέσει, δεχόμενο σαφώς τη δυνατότητα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Συνεπώς οι τρίτος και πέμπτος (κοινοί) λόγοι των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, εκ του άρθρου 510 § 1Δ ΚΠΔ, όπως και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' (κοινός) λόγος, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 §1α, 27 §1,45,98.308 παρ.1,309 του ΠΚ και του άρθρου 7 του Ν. 1646/1986, είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι ανεγνώσθη όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από το διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που ανεγνώσθη, δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο που ανεγνώσθη και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία όλα ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αναφερόμενα σ' αυτά και στην υπό κρίση αίτηση, με αριθμ. 12, "κείμενα από το ιντερνετ σχετικά με το ντόπιγκ". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους. Δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν ανεγνώσθησαν, ενώ με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Συνεπώς δεν παραβιάστηκε το απορρέον από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα των αναιρεσειόντων να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις επί των εγγράφων αυτών. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, τέταρτος (κοινός) λόγος των αναιρέσεων, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού απορρίπτονται όλοι οι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αναιρέσεις, στο σύνολο τους και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 17-6-2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 852/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φαρμακοδιέγερση. Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Υπέρβαση εξουσίας γιατί έγινε δεκτή έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης. Απόρριψη λόγου γιατί η έφεση είναι αιτιολογημένη. Απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 358 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ο σχετικός λόγος, όπως και ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 383/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 39/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1541/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 455/6-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, την 7303/5-9-08 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ....., κατά της 39/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία καταδικάσθηκε για πώληση ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση, και αποστολή δέματος που περιείχε ναρκωτικές ουσίες, [άρθρα 4 παρ. 1 Α, περ. 5, Πίν. Β, άρθρο 5 παρ.1 στοιχ. β και η Ν.1729/87, όπως το άρθρο 5 αντικ. με άρθρο 10 Ν.2161/93], σε ποινή καθείρξεως πέντε ετών και χρηματική 5.000 Ε, και εκθέτω τα ακόλουθα: 2-Κατά τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., ``ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση ...``. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 42 παρ. 2 και 96 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει με σαφήνεια ότι, στο πληρεξούσιο έγγραφο που επισυνάπτεται υποχρεωτικά στην έκθεση για το ένδικο μέσο, όταν αυτό ασκείται δια πληρεξουσίου, (εκτός αν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 465 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., του παραστάντος συνηγόρου), πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα, και να αναφέρεται η απόφαση, κατά της οποίας παρέχεται πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, αν το ένδικο μέσο (και η αναίρεση) ασκήθηκε (μεταξύ άλλων περιπτώσεων και) χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο. [ΑΠ. 886/06 Π.ΧΡ. 07/244]. 3-Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορούμενου Χ κατά της 39/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τη φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, την οποία έχει διορίσει με το προσαρτώμενο από 3-9-08 ιδιωτικό πληρεξούσιο του, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου βεβαιώνεται από τον Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ....., στην οποία κρατείται. Το κείμενό του είναι το εξής: "Εγώ ο κάτωθι που υπογράφει Χ εξουσιοδοτώ την κα Παπαδάκη Μαριάννα του Ξενοφώντα, δικηγόρο Αθηνών, όπως καταθέσει ενώπιον του Αρείου Πάγου αναίρεση, παραστεί στην εκδίκαση της αναιρέσεως και γενικά κάνει οποιαδήποτε ενέργεια, ώστε να υπερασπίσει τα συμφέροντά μου στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, όπου δικάσθηκα σε πέντε χρόνια κάθειρξης από το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κέρκυρας". Από το κείμενο του πληρεξουσίου αυτού δεν προκύπτει ούτε ο αριθμός της απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, εναντίον της οποίας επιθυμεί να ασκήσει αναίρεση, ούτε η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε, έστω υπό την γενική ορολογία της. Η πληρεξουσιότητα αυτή είναι αόριστη, καθόσον δεν είναι επιτρεπτό η υπόθεση για την οποία παρέχεται η εντολή άσκησης του ενδίκου μέσου να εξειδικεύεται δια παραπομπής σε έγγραφα εκτός πληρεξουσίου,[ΑΠ.817/00 ΠΟΙΝ. ΝΟΜ.ΑΠ. 00/134]. Να σημειωθεί ότι η ασκήσασα την αναίρεση δικηγόρος Μαριάννα Παπαδάκη δεν υπήρξε η παραστάσα στη συζήτηση της υποθέσεως, ώστε να μπορεί να ασκήσει την αναίρεση για λογαριασμό του χωρίς ιδιαίτερη εντολή, κατά το άρθρο 465 παρ.1 ΚΠΔ]. Συνεπώς, η αναίρεση ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο και είναι εκ τούτου απαράδεκτη, πέρα του ότι σ' αυτή δεν περιέχεται κανένας ορισμένος λόγος αναίρεσης, [Α.Π.Ολ.19/2001, ΠΟΙΝ.ΛΟ. 01/1693, ΑΠ.ΟΛΟΜ.2/2002 ΠΟΙΝ.ΔΙΚ.02/128, ΑΡΜ 02/439, ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 02/26). 4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, επιβάλλεται το μεν να απορρίψει ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, το δε να καταδικάσει αυτόν στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 7303/5-9-08 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ....., κατά της 39/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επί του ενδίκου μέσου Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν και μετά από ειδοποίηση του ασκήσαντος από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν την εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης και την καταδίκη του ασκήσαντος στα έξοδα. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 του ΚΠΔ, όπως αυτά τροποποιήθηκαν, προστέθηκαν και αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 4 παρ. 6 και 6 παρ. 5, αντιστοίχως, του Ν. 1563/1986, σαφώς προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί ν' ασκήσει ένδικο μέσο κατά βουλεύματος ή αποφάσεως όχι μόνον αυτοπροσώπως αλλά και δι' αντιπροσώπου, εφ' όσον στον τελευταίο δόθηκε έστω και γενική εντολή αλλά με ρητή μνεία για την άσκηση και ενδίκων μέσων, η οποία εντολή μπορεί να γίνει και με απλή έγγραφη δήλωση του εντολέα και υπό την προϋπόθεση ότι σ' αυτή προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και με τη γενική κατά τον ποινικό νόμο ορολογία της και ότι υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, άλλως τούτο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στη προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά της 39/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τη φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, η οποία δεν υπήρξε η παραστάσα κατά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί ν' ασκήσει την αναίρεση για λογαριασμό του χωρίς ιδιαίτερη εντολή κατ' άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ, και την οποία έχει διορίσει με το προσαρτώμενο από 3-9-08 ιδιωτικό πληρεξούσιο του, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου βεβαιώνεται από τον Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ....., στην οποία κρατείται. Το κείμενό του είναι το εξής: "Εγώ ο κάτωθι που υπογράφει Χ, κρατούμενος στην δικαστική φυλακή ....., εξουσιοδοτώ την Κα Παπαδάκη Μαριάννα του Ξενοφώντα, Δικηγόρο Αθηνών, με ΑΜ 6443 όπως καταθέσει ενώπιον του Αρείου Πάγου αναίρεση, παραστεί στην εκδίκαση της αναιρέσεως και γενικά κάνει οποιαδήποτε ενέργεια, ώστε να υπερασπίσει τα συμφέροντά μου στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, όπου δικάστηκα σε πέντε χρόνια κάθειρξης από το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κέρκυρας". Έτσι όμως η εξουσιοδότηση αυτή, στην οποία ούτε γενικώς ούτε με απλή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης μνημονεύεται η ποινική υπόθεση που αφορά, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για το έγκυρο της πληρεξουσιότητας και συνεπώς εφόσον η αναίρεση ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο είναι εκ του λόγου αυτού απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1 και 583 § 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-9-2008 αίτηση του Χ, κρατούμενου στη δικαστική φυλακή ....., για αναίρεση της 39/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πληρεξουσιότητα σε μη παράστανα δικηγόρο κατά την συζήτηση που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτεται η αναίρεση ως απαράδεκτη διότι στο έγγραφο της πληρεξουσιότητας που προσαρτάται στην δήλωση του άρθρου 473 παρ. 2 που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και με την γενική κατά τον ποινικό νόμο ορολογία της.
Πληρεξουσιότητα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
0
Αριθμός 380/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 21, 22, 23, 24, 25,26/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τάρτη. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) .... και 2) ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Καραγιάννη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό 29/02.5.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργία Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 777/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο συνιστά, μεταξύ άλλων και η κατά παράβαση των άρθρων 329 και 331 του ίδιου κώδικα μη ανάγνωση των εγγράφων εκείνων, τα οποία αναφέρονται στην ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 364 ΚΠΔ, τέτοια δε έγγραφα είναι και οι προανακριτικές καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος, που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της προανάκρισης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του το Β' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, κατά πλειοψηφία, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο ....., για αποπλάνηση παιδιού που δε συμπλήρωσε τα 10 έτη (άρθρο 339 παρ.1 περ. α' του ΠΚ). Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της παραπάνω απόφασης το Δικαστήριο στήριξε την αθωωτική κρίση του, μεταξύ άλλων και στις προανακριτικές καταθέσεις της μητέρας της ανήλικης και πολιτικώς ενάγουσας, οι οποίες όμως δεν αναγνώστηκαν. Ειδικότερα, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι κατά τη χωρίς όρκο εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου της πολιτικώς ενάγουσας ...., αναγνώστηκαν, χωρίς αντίρρηση, περικοπές από την από 3-6-2002 προανακριτική κατάθεση της ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου .... και συγκεκριμένα η περικοπή "...άφησα την κόρη μου την Τρίτη στον παιδικό σταθμό και το απόγευμα αφού δεν μου παραπονέθηκε ξανά την Τετάρτη την ξαναπήγα, το βράδυ όμως αντέδρασε πάλι έντονα και ήταν εντελώς αρνητική να ξαναπάει στον παιδικό σταθμό την επόμενη...", καθώς και η περικοπή "...Την 25-5-2002 εγώ βρισκόμουν σπίτι όταν ο σύζυγος μου έφερε την κόρη μας στο σπίτι. Τότε παραπονέθηκε ότι πονάει το "τσίπκα" της δείχνοντας μου το πουλάκι της. Εγώ κοίταξα αμέσως το "τσίπκα" της και είδα ότι ήταν ερεθισμένο δηλαδή είχε κοκκινίσει. Νόμισα τότε ότι πιθανόν η κόρη μου είχε ιδρώσει, ή είχε κάνει τσίτσια και επειδή και άλλες φορές είχε τύχει να πάθει το ίδιο δηλαδή να ερεθισθεί η περιοχή από τον ιδρώτα δεν έδωσα και πολύ σημασία...Ξαφνιάστηκα και εγώ και ο σύζυγος μου με αυτά που μας είπε, όμως πάλι νόμιζα ότι αυτά τα έλεγε από τη φαντασία της...". Μεταξύ των αναγνωστέων δεν αναφέρονται οι προανακριτικές καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας. Στο τμήμα της απόφασης όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία η πλειοψηφία των μελών του δικαστηρίου στήριξε την κρίση της και κατέληξε σε αθωωτική απόφαση αναφέρεται ότι "Τέλος, πρέπει να αξιολογηθούν και οι σημαντικές αντιφάσεις στην κατάθεση της μητέρας της ανήλικης, οι οποίες δεν δικαιολογούνται, διότι για ένα τόσο σοβαρό γεγονός οι προανακριτικές καταθέσεις αυτής με τις καταθέσεις της στο Δικαστήριο θα έπρεπε να ταυτίζονται. Πιο συγκεκριμένα, δεν θυμόταν, ότι είχε καταθέσει, προανακριτικά, ότι η ανήλικη είχε πάει και την Τρίτη στον παιδικό σταθμό, γεγονός που αρνήθηκε σήμερα, ότι ο ερεθισμός του Σαββάτου ήταν ίδιος, όπως οι ερεθισμοί που παρουσίαζε η ανήλικη και στο παρελθόν, ενώ σήμερα κατέθεσε ότι ήταν πλέον έντονος, ότι την Τρίτη το μεσημέρι είχε παραπονεθεί και στη σύζυγο του κατηγορουμένου, η οποία την άκουσε σε άλλο χώρο του παιδικού σταθμού, ενώ σήμερα κατέθεσε ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου δεν της επέτρεψε να μιλήσει και να την ακούσει, διότι ήταν εκνευρισμένη. Επίσης δεν θυμόταν αν η ανήλικη της είχε αναφέρει για κυκλικές θωπείες με το δάκτυλο του κατηγορουμένου και αν αυτός το έθεσε εντός των γεννητικών οργάνων, όπως είχε καταθέσει πρωτόδικα. Επίσης ενώ προανακριτικά είχε καταθέσει, ότι αρχικά δεν είχε πιστέψει την ανήλικη, ότι νόμιζε ότι όσα αυτή περιέγραψε ήταν της φαντασίας της και ότι γι' αυτό επισκέφθηκε την Τρίτη τον παιδικό σταθμό, για να συζητήσει με τη νηπιαγωγό, σήμερα κατέθεσε, ότι από τη Δευτέρα ήταν σίγουρη για τη σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης και ότι αυτή της είχε πει την αλήθεια...". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην κρίση του τις προανακριτικές καταθέσεις της μητέρας της ανήλικης, oι οποίες όμως δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, αφού προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ αυτές, πέραν των περικοπών που αναγνώστηκαν και ειδικότερα ότι η μητέρα της ανήλικης "επισκέφθηκε την Τρίτη τον παιδικό σταθμό για να συζητήσει με τη νηπιαγωγό" και "ότι την Τρίτη το μεσημέρι είχε παραπονεθεί και στη σύζυγο του κατηγορουμένου, η οποία την άκουσε σε άλλο χώρο του παιδικού σταθμού". Έτσι το Δικαστήριο που δίκασε την παραπάνω υπόθεση παραβίασε τις περί δημοσιότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο διατάξεις και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προβάλλεται με αυτήν, λαμβάνεται δε υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 511 του ΚΠΔ) και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 21, 22, 23, 24, 25, 26/2008 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποπλάνηση ανηλίκου νεότερου των 10 ετών. Παραβίαση δημοσιότητας. Αναίρεση από Εισαγγελέα. Δεκτή. Αναιρεί. Παραπέμπει.
Δημοσιότητα διαδικασίας
Αποπλάνηση ανηλίκου, Δημοσιότητα διαδικασίας.
0
Αριθμός 379/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, περί αναιρέσεως της 869/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 388/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Για την ύπαρξη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία- και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ'επιλογή-όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 869/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, ανασταλείσαν επί τριετία και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για παράβαση του άρθρου 71 του Ν.998/1979, σε συνδ. με άρθρο 46 Ν.2145/93. Ειδικότερα, η απόφαση αυτή, χωρίς να παραθέτει κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο σχημάτισε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, διαλαμβάνει στο σκεπτικό της τα ακόλουθα: "Το έτος 1996, ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση στο Δασαρχείο Λιβαδειάς για το χαρακτηρισμό έκτασης στη θέση "..." του Δ.Δ. ... εμβαδού 55.941,30 τ.μ. επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 949/11-7-97 πράξη χαρακτηρισμού, με την οποία ένα τμήμα της έκτασης εμβαδού 23.941,30 τετ. μέτρων χαρακτηρίσθηκε ως δημόσια δασική της παρ.2 του άρθρου 3 του Ν.998/79 επειδή καλυπτόταν από δασική βλάστηση, δηλαδή, πουρνάρια, κέδρα κλπ. Κατά της πράξης χαρακτηρισμού ο κατηγορούμενος άσκησε αντιρρήσεις ενώπιον της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του Ν. Βοιωτίας, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 24/4-12-97 απόφαση της επιτροπής αυτής, με την οποία απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άσκησε αντιρρήσεις ενώπιον της Δευτεροβάθμιας επιτροπής δασικών αμφισβητήσεων Ν.Βοιωτίας οι οποίες απορρίφθηκαν ως εκπρόθεσμες με την υπ'αριθμόν 1/2003 απόφαση της επιτροπής αυτής, και με την υπ'αριθμόν 869/11-3-2004 βεβαίωση του Δασάρχη Λιβαδειάς βεβαιώθηκε ότι η πράξη χαρακτηρισμού κατέστη τελεσίδικη. Ο κατηγορούμενος την 30-1-02 και την 31-1-02 προέβη παράνομα σε κατάληψη τμήματος της ανωτέρω δημόσιας δασικής έκτασης εμβαδού 15.486,80 τετ. μέτρων, η οποία καλυπτόταν από δασική βλάστηση κέδρων, σχίνων, πουρναριών και αγριελιών προβαίνοντας στην εκχέρσωση και σπορά της, και στη συνέχεια στη κατασκευή περίφραξης με σιδηροπάσσαλους και συρματόπλεγμα, και στην ανέγερση αυθαίρετου κτίσματος εμβαδού 20 τετ. μέτρων. Η ζημία που προξενήθηκε από τον κατηγορούμενο ανέρχεται στο ποσό των 300.000 δρχ., όπως σαυτό αποδεικνύεται από το υπ'αριθμόν 3386/2003 πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης. Περαιτέρω εκδόθηκε το υπ'αριθμόν 409/8-2-2002 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Λιβαδειάς κατά του οποίου άσκησε ανακοπή ο κατηγορούμενος, επ'αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 116/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή, ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 63/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Το ότι η υπ'αριθμόν 949/97 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Λιβαδειάς που αφορά μείζονα έκταση 23.941,30 τ.μ. στην οποία περιλαμβάνεται η αναφερόμενη στο διατακτικό έκταση των 15.486,80 τ.μ., είναι τελεσίδικη και ανέκκλητη προκύπτει από το υπ'αριθμόν πρωτοκόλλου 92120/1783/22-5-2006 έγγραφο του τμήματος νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Εξάλλου το ότι η έκταση αυτή είναι δημόσια δασική έκταση αποδεικνύεται και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας από τους οποίους ο ..... ρητώς κατέθεσε ότι ήταν ο εισηγητής για τη σύνταξη της πράξης χαρακτηρισμού, ότι η εισήγητή του βασίσθηκε σε εξέταση αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1986, 1996, ότι "το συγκεκριμένο κομμάτι" δεν είχε ποτέ ίχνη καλλιέργειας, ότι καλύπτεται κατά 85% από δασική βλάστηση, ότι υπάρχουν ένα δύο τεμάχια αγριελιές εμβολιασμένα, ότι έγινε στερεοσκοπική φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ανωτέρω ετών, ότι τα υφιστάμενα στην ανωτέρω έκταση ελαιόδενδρα είναι αγριελιές εμβολιασμένες ότι στην επίμαχη έκταση εφύοντο κέδρα, σχίνα, αγριελιές και πουρνάρια και ότι τα ελαιόδενδρα σ'αυτό ήταν διάσπαρτα και δεν έχει δει ελαιόκτημα με διάσπαρτα δέντρα και ότι η εκχέρσωση έγινε το έτος 2002 από τον κατηγορούμενο. Αντιστοίχως και από τη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ... ρητώς προκύπτει ότι η επίδικη έκταση είναι δημόσια δασική έκταση, ότι εκτός αυτής υφίσταται το ανωτέρω εμβαδού 20 τ.μ. κτίσμα και ότι υφίστατο περίφραξη με σιδηροπάσσαλους και συρματόπλεγμα και ότι είχε οργωθεί, ότι στη δασική αυτή έκταση μέσα βρήκαν τον κατηγορούμενο, τους είπε, δηλαδή στο μάρτυρα αυτό και στη μάρτυρα .... ότι η έκταση είναι δικιά του όπως και το αυθαίρετο κτίσμα, ότι σαφώς προκύπτει από τη φωτοερμηνεία ότι η ανωτέρω έκταση είναι δημόσια δασική έκταση σε ποσοστό 85%. Τέλος από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας .... αποδεικνύεται ότι είχαν γίνει καταγγελίες στη Υπηρεσία της για κατάληψη και εκχέρσωση δημόσιας δασικής έκτασης, δηλαδή της προαναφερθείσας, ότι είδε η ίδια τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε διαμόρφωση χώρου με μικρό σκαπτικό μηχάνημα, ότι η έκταση είχε δασική βλάστηση από κέδρα και σχίνα, ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι είναι δική του η έκταση αυτή. Εξάλλου οι τίτλοι ιδιοκτησίας δεν αποδεικνύουν ότι αφορούν την ανωτέρω δημόσια δασική έκταση, αντίθετα οι τίτλοι ιδιοκτησίας που επικαλείται ο κατηγορούμενος αφορούν τη χαρακτηρισθείσα ως μη δασική έκταση. Αντιστοίχως η κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως .... και η απολογία του κατηγορουμένου ότι δεν προέβη αυτός στη κατάληψη και εκχέρσωση της επίδικης έκτασης και στην περίφραξη αυτής και στη κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος δεν κρίνονται αξιόπιστες, όπως επίσης δεν κρίνονται αξιόπιστες βάσει των προαναφερθέντων οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και η απολογία του κατηγορουμένου ως προς το ότι το επίδικο τμήμα δεν είναι δημόσια δασική έκταση, το δε αίτημα περί διενέργειας αυτοψίας πρέπει να απορριφθεί αφού έχει ήδη γίνει καλλιέργεια-εκχέρσωση του ακινήτου, οι δε εκεί υφιστάμενες διάσπαρτες αγριελιές έχουν εμβολιασθεί και το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό αρκεί για να σχηματίσει το δικαστήριο δικανική πεποίθηση ως προς το ότι η έκταση αυτή είναι δημόσια δασική έκταση. Τόσο δε η πράξη χαρακτηρισμού όσο και οι αποφάσεις των επιτροπών επιλύσεως δασικών αμφισβητήσεων δεν οφείλονται σε πλάνη περί τα πράγματα και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τη πράξη για την οποία κατηγορείται". Η έλλειψη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων κατ'είδος, δεν καλύπτεται με την αξιολόγηση, στο σκεπτικό της απόφασης, ορισμένων αποδεικτικών μέσων, όπως μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων, αφού δεν καθίσταται σαφές εάν αποκλειστικά και μόνο τα στοιχεία αυτά επιλεκτικά αξιολογεί ή απλώς εξαίρει το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων που μνημονεύει. 'Ετσι, όμως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, από το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία προέκυψαν, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, πραγματικά περιστατικά της ακροαματικής διαδικασίας και στη συνέχεια υπήχθησαν στην αναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως βάσιμα υποστηρίζεαι με τον πέμπτο λόγο της ένδικης αίτηση αναίρεσης και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 869/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση και κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 71 Ν. 998/ 1979. Αναιρείται η προσβαλλόμενη για έλλειψη αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό της δεν αναφέρονται ούτε κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη της για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης αναφορικά με την ένοχή του αναιρεσείοντος.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Δασικά αδικήματα.
2
Αριθμός 378/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ράπτη και 2) Χ2, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 2332, 2335/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ1 ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1953/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και β) αφού αναφέρθηκε στην από 29 Δεκεμβρίου 2008 με αριθμό 104 έκθεση παραιτήσεως του Χ2 με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται από την από 8 Οκτωβρίου 2008 αίτηση αναίρεσης, πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2, με την από 29/12/2008 δήλωσή του, που έγινε στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Αθηνών Αναστασίας Τσατραφύλλια, στην οποία έχει δοθεί σχετική εντολή, δυνάμει της από 22-12-2008 εξουσιοδοτήσεως και για την οποία συντάχθηκε η με αριθ. 104/29-12-2008 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 8-10-2008 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για αναίρεση της με αριθμ. 2332, 2335/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα αυτό τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). 2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον οργανισμό των δικαστηρίων, στον ειδικό νόμο για τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια και στον κώδικα αυτό, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α-γ του ΚΠοινΔ, όπως τα δύο πρώτα αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3090/2002, το Δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί, επίσης, για τον λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν τον επιτρέπουν. Ως σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν ο ίδιος ή άλλο από τα ως άνω συγγενικά του πρόσωπα, έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠοινΔ), αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, ήτοι και όταν έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτή εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει, είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης". Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων Χ1, με την υπ' αριθμό 4511/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 30 μηνών, για την πράξη της λαθρεμπορίας. Στη δίκη εκείνη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, συμμετέσχε, ως Προεδρεύουσα, η κατά το χρόνο εκείνο το βαθμό της Εφέτου κατέχουσα, Ναυσικά Φράγκου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό 2332, 2335/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε, για τις πιο πάνω πράξεις σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η συζήτηση της οποίας, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, έλαβε χώρα κατά τη συνεδρίαση της 4-2-2008. Κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση, κατά την οποία συζητήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως μέλος του Δικαστηρίου τούτου, με πενταμελή σύνθεση, συμμετέσχε και ο Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής. Όμως μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, ανακαλύφθηκε ότι, μεταξύ του ως άνω Αρεοπαγίτη, κατά δήλωση αυτού, και της Εφέτου Ναυσικάς Φράγκου, υφίσταται συγγενικός δεσμός εξ αγχιστείας δευτέρου βαθμού, κατά τα άρθρα 1463, 1464 του ΑΚ, ήτοι η άνω Εφέτης είναι αδελφή της συζύγου του μέλους του Δικαστηρίου τούτου Παναγιώτη Ρουμπή, που συνιστά λόγο αποκλεισμού του ως άνω Αρεοπαγίτη, που δε μπορεί να ασκήσει έργα δικαστή στην ίδια ποινική υπόθεση, που ήδη έχει ενεργήσει ως δικαστής, η πιο πάνω γυναικαδελφή του. Μετά από αυτά, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων, δεν έχει κληθεί, να παραστεί κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αρεοπαγίτης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 75/8-10-2008 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της με αριθ. 2332,2335/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Και Αναβάλλει την εκδίκαση της προκείμενης υποθέσεως, όσον αφορά τον έτερο παραστάντα αναιρεσείοντα Χ1, σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή η υπόθεση να δικασθεί από σύνθεση του ιδίου Ζ ποινικού τμήματος, στην οποία δεν θα συμμετάσχει ο Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1) Απορρίπτει για 2ο αναιρεσείοντα λόγω παραίτησης. 2) Αναβάλλει για 1ο αναιρεσείοντα λόγω σημαντικού αιτίου, που συνιστά το κατά τη διάσκεψη του Συμβουλίου ανακαλυφθέν κώλυμα - συνδρομή λόγου εξαιρέσεως μέλους του, κατά τα άρθρα 14 παρ. 1 και 15 ΚΠΔ, για το λόγο ότι στη σύνθεση της πρωτοβάθμιας δίκης μετέσχε, ως προεδρεύουσα εφέτης, η αδερφή της συζύγου του μέλους του Αρεοπαγίτη, που είναι συγγενής εξ αγχιστείας αυτού, δευτέρου βαθμού, κατά τα άρθρα 1463, 1464 ΑΚ.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση, Αναβολή συζήτησης, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 374/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δημητρούκα, περί αναιρέσεως της 1002, 1003/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Σιδηρόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1499/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Η έλλειψη όμως ακροάσεως προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αιτήσεως ή προτάσεως, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠοινΔ. Επίσης από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η ανάγνωση στο ακροατήριο χωρίς εναντίωση, οποιουδήποτε εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, έστω και ακύρου, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, διότι δεν εμπίπτει σε κανένα από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 εδ. α του ίδιου άρθρου (364 ΚΠοινΔ), διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Η διάταξη όμως αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την μη ανάγνωση των πρακτικών αυτών. Συνεπώς έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αναγνώσει αυτά, αυτό όμως πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε, κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ, τα με αριθ.1607/2007 πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί από τη δικάσιμο της 27-11-2007. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον το Δικαστήριο, δεν ανέγνωσε μεν τα ως άνω 1605/2007 πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, πλην όμως από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε ζητήσει ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του την ανάγνωση των πρακτικών αυτών, ώστε να υποχρεούται το Δικαστήριο να τα αναγνώσει και από την παράλειψη αυτή να ιδρύεται, κατά τα παραπάνω, ο από το άρθρο 510 αρ. 1 στοιχ. Β λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση". Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 2, 352 παρ. 2 και 3 και 358 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, υποβάλλει αίτημα μετά από απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης, προκειμένου να κληθεί και εξεταστεί συγκεκριμένος απουσιάζων μάρτυρας κατηγορίας, να μην αναγνωσθεί η κατάθεση του απολιπόμενου αυτού μάρτυρα κατηγορίας και το Δικαστήριο παραλείψει να αποφανθεί στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου. Αν δεν απαντήσει το Δικαστήριο επί του πιο πάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι καμία ακυρότητα δεν δημιουργείται αν το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία και αν ακόμη δεν βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα κ.λ.π.), εφόσον δεν αντέλεξε σχετικά ο κατηγορούμενος. Η λήψη υπόψη τέτοιας καταθέσεως από το Δικαστήριο παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. Δ της ΕΣΔΑ δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στο μάρτυρα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάθεση αυτή αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋποθέσεως για την ανάγνωση μιας τέτοιας καταθέσεως μάρτυρα δε δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, μετά την υπό του Δικαστηρίου απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης για απουσία του μάρτυρος κατηγορίας Ψ2, προκειμένου να προσέλθει και εξεταστεί στο ακροατήριο, δεν υπέβαλαν αίτημα να μην αναγνωσθεί η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, ούτε και αντέλεξε στην ανάγνωση από το Δικαστήριο της προανακριτικής καταθέσεως αυτού, άλλωστε δεν αναφέρεται στα παραπάνω πρακτικά, ότι αναγνώσθηκε η άνω κατάθεση όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Άρα, δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τις προαναφερόμενες αιτίες και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το σχετικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β και Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως της αιτήσεως, ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του ως άνω νέου αιτήματος αυτού της μη αναγνώσεως καταθέσεως μάρτυρα κατηγορίας και "για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας" είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1002,1003/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των σε αυτή κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, (μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος εκμίσθωσε στους πολιτικώς ενάγοντες μια διώροφη μονοκατοικία με υπόγειο επιφάνεια 170m² στον καθένα με τον περιβάλλοντα χώρο που θα χρησίμευε για κατοικία, αντί μισθώματος 250.000 δρχ. Οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν το 1999 χάριν της αποπεράτωσης των εργασιών κατασκευής και οι μισθωμένες κατοικίες θα παραδίδονταν από τον εκμισθωτή - κατηγορούμενο σε καθένα από τους μισθωτές πολιτικώς ενάγοντες - την 1-12-99. Κατά την παράδοση των κατοικιών αυτές δεν ήταν πλήρως αποπερατωμένες εφόσον δεν υπήρχαν μπόϊλερ για ζεστό νερό, δεν υπήρχαν καπάκια στις λεκάνες της τουαλέτας, δεν είχαν ολοκληρωθεί τα υδραυλικά του πρώτου ορόφου κατά της απολήξεώς τους, υπήρχαν μικροπροβλήματα διαρροών και οσμής στο αποχετευτικό σύστημα, τα λουτρά στερούνταν αξεσουάρ, στις κεντρικές εισόδους δεν υπήρχαν , εμφανίστηκαν υγρασίες κ.λ.π. Ο εκμισθωτής ειδοποιήθηκε από τους μισθωτές να τακτοποιήσει τις όποιες ελλείψεις υπήρχαν, εφόσον οι τελευταίοι ήταν υποχρεωμένοι να κατοικήσουν στα μισθωμένα σπίτια, λόγω λήξης του χρόνου προγενεστέρων μισθώσεων. Τελικά οι μισθωτές - πολιτικώς ενάγοντες - με δικά της έξοδα και έτσι από το έτος 2000 άρχισε μεταξύ των συμβαλλομένων μια έντονη αντιδικία και προσωπική αντιπαράθεση. Οι πολιτικώς ενάγοντες παρήλθαν σε έγγραφη καταγγελία στην Πολεοδομία Θεσσαλονίκης σε βάρος του εκμισθωτή κατηγορουμένου σε σχέση με φερόμενες οικοδομικές παραβάσεις κατά της ανέγερσης των κατοικιών. Κατά την εξέλιξη της αντιδικίας μισθωτών και εκμισθωτή υπήρξε προσπάθεια προσέγγισης και συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς των αντιδικούντων, πράγμα το οποίο δεν επιτεύχθηκε. Ο κατηγορούμενος την 7-2-01 έγκλησή του κατά των πολιτικώς εναγόντων τους τελευταίους ότι την 8-11-2000 κατέθεσαν στην Πολεοδομία Θεσσαλονίκης την παραπάνω καταγγελία της σε βάρος του για ανύπαρκτη πολεοδομική παράβαση, προκειμένου να τον εξαναγκάσουν να υποκύψει στις παράνομες οικονομικές τους απαιτήσεις που διατυπώθηκαν και εγγράφως δηλώνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση δε θ' ανακαλέσουν την καταγγελία και πιο συγκεκριμένα για να αποδειχθεί μείωση του τιμήματος από 250.000 δρχ. σε 200.000 δρχ. από Ιανουάριο 2000 έως τον αντίστοιχο μήνα του έτους 2001, να τους χορηγήσει απόδειξη είσπραξης 13 ενοικίων που δεν έχει εισπράξει ποσόν 5.200.000 δρχ. να της αναγνωρίσει αναγκαίες δαπάνες για αποκατάσταση ελαττωμάτων και την άρση των ελλείψεων συμφωνημένων ιδιοτήτων των μισθίων και να διαμορφώσει τον περιβάλλοντα χώρο με ολοκλήρωση της περίφραξης, επίστρωση με κ.λ.π. με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικής αξίας 3.525.000 δρχ. ο καθένας με αντίστοιχη οικονομική ζημία στην περιουσία του κατηγορουμένου. Τα παραπάνω όμως γεγονότα που ανέφερε ο κατηγορούμενος στην έγκλησή του ήταν ψευδή. Αποδέχθηκε ότι οι πολιτικώς ενάγοντες δεν υπέβαλαν την από 8-11-2000 καταγγελία τους στην Πολεοδομία - η οποία μάλιστα και δεν προέκυψε ότι ήταν ψευδής - ως μέσο απειλής, ούτε επεχείρησαν να εξαναγκάσουν τον κατηγορύμενο σε πράξη από την οποία θα επερχόταν ζημιά στην περιουσία του με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι περιουσιακό όφελος. Αλλωστε οι οικονομικές τους αξιώσεις λόγω των δαπανών αποκατάστασης των πραγματικών ελαττωμάτων των μισθίων στις οποίες προέβησαν είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους βάσιμες, γεγονός που κρίθηκε με την 5583/01 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη την από 27-6-2000 αγωγή των πολιτικώς εναγόντων και έκρινε ότι τα ποσά που δαπανήθηκαν από τους πολιτικώς ενάγοντες - μισθωτές για την άρση των ελλείψεων που υπήρχαν στις κατοικίες που μίσθωσαν ανέρχονται σε 533.692 και 632.692 δρχ. αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος τέλεσε εν γνώσει του ψευδώς των όσων κατεμήνυσε και προέβη στην ενέργεια που αυτός με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των πολιτικώς εναγόντων για την άδικη πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού, πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της και παραπέμφθηκαν να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Για την πράξη αυτή οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι με την 18102/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που αναφέρεται στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος κατά πλειοψηφία. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου είχε τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολίας της παραπάνω πράξης. Ειδικότερα από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν προέκυψαν αμφιβολίες ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης. Ειδικότερα ενόψει της αντιδικίας, η οποία είχε δημιουργηθεί μεταξύ κατηγορουμένου και πολιτικώς εναγόντων, αλλά κυρίως του γεγονότος ότι από τις πολεοδομικές παραβάσεις που υπήρχαν πραγματικό στις εμπειρίες κατοικίες - κλείσιμο ημιυπαιθρίων χώρων κ.λ.π. - οι πολιτικώς ενάγοντες είχαν όφελος, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποτρέψαν την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, ούτε είχαν σχέση με τη διαφορά που είχα ανακύψει, ο κατηγορούμενος εύλογα πίστευε ότι η κίνηση αυτή των πολιτικώς εναγόντων είχε ως στόχο να τον εξαναγκάσουν να υποκύψει στις δικές τους οικονομικές απαιτήσεις". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κατ'έφεση του κατηγορουμένου Δικηγόρου, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή σε βάρος των δύο εγκαλούντων πολιτικώς εναγόντων και του επέβαλε, ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, για καθεμία από τις δύο πράξεις και συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 94 παρ.2 και 229 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), ενώ οι μάρτυρες Α και Β, αναφέρονται μεν στα πρακτικά ως μάρτυρες κατηγορίας, επειδή κλήθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι στην ουσία ήταν μάρτυρες υπερασπίσεως και ως τέτοιοι εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πλην όμως η αξιολόγηση των καταθέσεών τους από το Δικαστήριο δεν παραλλάσσει και δε δημιουργείται εκ τούτου καμία ασάφεια ούτε αμφιβολία ως προς το ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. β) αναφέρονται στα πρακτικά τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και στην αιτιολογία αναφέρεται κατά τα ανωτέρω, και το αποδεικτικό αυτό μέσο κατά το είδος του, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύεται καθένα έγγραφο χωριστά και το περιεχόμενο εκάστου και εκ τούτου δε δημιουργείται καμία ασάφεια ή αμφιβολία ότι αξιολογήθηκε και η αναγνωσθείσα 18102/2005 αθωωτική των πολιτικώς εναγόντων απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Από τα πρακτικά δε που επισκοπούνται και δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση αναγνώσθηκε, ενώ δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά του σε σχέση με το συγκεκριμένο έγγραφο και το Δικαστήριο αρνήθηκε και απέρριψε το αίτημα αυτό. γ) το ενσωματωμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογικό, είναι μεν χειρόγραφο της Προέδρου του Δικαστηρίου και όχι καθαρογραμμένο, αλλά από καμία διάταξη, ούτε από εκείνη του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην καταχώρηση των αποφάσεων καθαρογραμμένων στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας, για να αρχίσουν οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων, επιβάλλεται και μάλιστα με ποινή ακυρότητας, η καταχώρηση καθαρογραμμένου και του αιτιολογικού, ενώ, εξάλλου, από τα πρακτικά προκύπτει ότι αυτό είναι ευανάγνωστο και όχι ακατάληπτο, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, και συνεπώς μπορούσαν ο αναιρεσείων και ο συνήγορός του να αντιληφθούν πλήρως το όλο περιεχόμενό του και να διατυπώσουν, βάση αυτού, τους λόγους αναιρέσεως, όπως άλλωστε και έπραξαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, προβάλλοντας μάλιστα εννέα συνολικά λόγους αναιρέσεως. δ) αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ, δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει όλα αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Επομένως, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την ενοχή, δεν επήλθε καμία ακυρότητα της διαδικασίας, το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και με το να προχωρήσει στην κήρυξη της ενοχής και την επιβολή ποινής, δεν υπερέβη την εξουσία του και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ, και Ε ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι πέμπτος, έβδομος και όγδοος, λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε κατά την αρχή της διαδικασίας, την αναβολή της δίκης, για το λόγο "ότι απουσίαζεν ο ένας από τους δύο πολιτικώς ενάγοντες Ψ2, του οποίου η μαρτυρία ήταν αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Η απουσία του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2κρίνεται ότι δε μπορεί να οδηγήσει σε αναβολή της εκδίκασης της παρούσης υπόθεσης, εφόσον πέραν του ότι δεν έχει ακόμη προκύψει λόγος αποβολής, ο παραπάνω παρίσταται υπό την ιδιότητα που αναφέρεται δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Λ. Σιδηρόπουλου. Αλλωστε ο παριστάμενος υπό την ίδια ιδιότητα μάρτυρα Γ, ο οποίος από κοινού με τον απολιπόμενο υπέβαλαν στην Πολεοδομία Θεσσαλονίκης την αναφερομένη στο διατακτικό καταγγελία είναι σε θέση να καταθέτει για τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την κρινόμενη υπόθεση. Πρέπει λοιπόν ν' απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου". Η παραπάνω αιτιολογία είναι πλήρης, όπως απαιτεί το Σύνταγμα και ο ΚΠοινΔ, και το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έκρινε, κατ'άρθρο 352 ΚΠοινΔ, ότι η παρουσία και η μαρτυρία του άνω μάρτυρα πολιτικώς ενάγοντος, ενόψει της παρουσίας του ετέρου μάρτυρα - πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, αφού και οι δύο υπέβαλαν κοινή καταγγελία στην Πολεοδομία Θεσσαλονίκης, δεν ήταν αναγκαία και προχώρησε στην αποδεικτική διαδικασία, η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας περί της μη αναγκαιότητας αναβολής της δίκης είναι ανέλεγκτη αναιρετικά και το Δικαστήριο, αφού απέρριψεν αιτιολογημένα το παραπάνω αίτημα αναβολής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας ή της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και έλλειψης ακροάσεως και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β, Δ και Η τέταρτος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, ορίζεται ότι " στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αναφέρει τις διατάξεις του ΠΚ που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και κατά την επιμέτρηση της πιο πάνω ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Δικηγόρο, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία, εξειδίκευση της βλάβης των πολιτικώς εναγόντων και αναφορά και συσχετισμός των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία δεν χρειαζόταν. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση κατά την επιμέτρηση της συνολικής ποινής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, λόγω απλής επανάληψης της διατάξεως του νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1,2 του ΠΚ, ορίζεται ότι "κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά το νόμο, με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από : α) . β).. γ)..., οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών κλπ... (παρ.1). Αν τα εγκλήματα που συρρέουν πραγματώθηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. (παρ.2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, μόνο προκειμένου για τον καθορισμό συνολικής ποινής επί συρροής ποινών σε χρήμα πρέπει να διαλαμβάνεται ότι για την επαύξηση ελήφθησαν υπόψη οι οικονομικοί όροι του καταδικασθέντος. Όμως όταν έχουν επιβληθεί δύο ίσης διάρκειας ποινές φυλακίσεως για δύο εγκλήματα που τελέσθηκαν με μία πράξη και όχι ποινές σε χρήμα, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία της αποφάσεως ως προς το μέτρο της κάθε ποινής, αρκεί να είναι η επαύξηση στα όρια που καθορίζονται στην παραπάνω παρ.1 του άρθρου 94 ΠΚ. Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο, για δύο εγκλήματα ψευδούς καταμηνύσεως, που τελέστηκαν με μία πράξη, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του προκύπτει, αφού επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινές φυλακίσεως έξι μηνών για καθένα από αυτά, προκειμένου, να προβεί στον καθορισμό μιας συνολικής στερητικής της ελευθερίας ποινής, στο σκεπτικό του αναφέρει τα εξής: "επειδή στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 94 ΠΚ περί καθορισμού συνολικής ποινής των ποινών που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο για τα παραπάνω συρρέοντα εγκλήματα. Επομένως πρέπει να καθορισθεί η αναφερόμενη στο διατακτικό συνολική ποινή, όπως ειδικότερα ορίζεται σ'αυτό, ενόψει και των προϋποθέσεων που καθορίζει η διάταξη αυτή" και στη συνέχεια το Δικαστήριο καθόρισε μία συνολική ποινή οκτώ μηνών, αποτελούμενη από τη μία, από τις ίσης διάρκειας έξι μηνών, επιβληθείσες δύο ποινές φυλακίσεως, επαυξανόμενη κατά δύο μήνες από τη δεύτερη ίση ποινή. Με αυτό το περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόρισε τη συνολική ποινή μέσα στα ως άνω όρια του νόμου και έχει την οφειλόμενη για την περίπτωση, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν χρειαζόταν ουδείς συσχετισμός των δεδομένων της υποθέσεως με τις άνω τυπικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 94 παρ.1 του ΠΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ ένατος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των δια του ιδίου πληρεξουσίου Δικηγόρου παραστάντων πολιτικώς εναγόντων(176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. 20/10-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1002, 1003/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. 1) Απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως εκ του ότι δεν αναγνώστηκαν τα πρακτικά της ίδιας δίκης που είχε προηγούμενα αναβληθεί, διότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε ζητήσει ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του την ανάγνωση των πρακτικών αυτών, ώστε το Δικαστήριο να έχει υποχρέωση να απαντήσει στο υποβληθέν αυτό αίτημα και από την παράλειψη αυτή, να ιδρύεται λόγος έλλειψης ακροάσεως (ΑΠ 819/2007). 2) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Β΄ και Δ΄ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας, έλλειψη ακροάσεως και ελλιπή αιτιολογία, εκ του ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί σε υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για να κληθεί και προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας Σ. Κ., να μην αναγνωσθεί η κατάθεση του απόντος μάρτυρα αυτού, διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα, αλλά ούτε προκύπτει και ότι αναγνώσθηκε η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα κατηγορίας. 3) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, με την οποίαν απορρίφθηκε το υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει ο απολιπόμενος ουσιώδης μάρτυρας κατηγορίας Σ.Κ. 4) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως για μη θέση υπό τον έλεγχο της ακροαματικής διαδικασίας της 18102/2005 αθωωτικής των δύο πολιτικώς εναγόντων αποφάσεως του Τριμελές Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι η απόφαση αυτή αναγνώσθηκε, ενώ δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε να προβεί σε εξηγήσεις και σε ερωτήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό και το Δικαστήριο αρνήθηκε. 5) Απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄, Η΄ τέταρτος και έβδομος, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας που το Δικαστήριο προχώρησε στην ενοχή απορρίπτοντας αναιτιολόγητα το αίτημα αναβολής και ο όγδοος λόγος για μη καθαρογραμμένο και ακατάληπτο σκεπτικό της αποφάσεως. 6) Απορριπτέοι οι έκτος και ένατος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά αντίστοιχα, την κατ΄ άρθρο 79 ΠΚ επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής και όσον αφορά τον κατ΄ άρθρα 94, 96, 97 ΠΚ καθορισμό της συνολικής ποινής (ΑΠ 407/2008, 1233/1991). Απορρίπτει την αναίρεση.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη, Μάρτυρες.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 371/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κατσίκη, περί αναιρέσεως της 366/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της ...., κατοίκου ..... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σεργάκη. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 260/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 8 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ., κατά δε το άρθρο 22 του ν.1577/1985,αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβαση της ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του, ως ισχύει, άρθρου 17 παρ.8 ν 1337/1983,συνάγεται ότι δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές ενώ και στις δύο περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας κλπ.). Περαιτέρω η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 1 ΠΔ 5/12 Ιουλίου 1983 για το χαρακτηρισμό ενός κτίσματος ως αυθαιρέτου αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των προβλεπομένων διοικητικών κυρώσεων, όχι όμως και για την άσκηση ποινικής δίωξης και την τιμωρία των υπευθύνων και συνεπώς δεν συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου του εγκλήματος της κατασκευής αυθαιρέτου (ΟΛ.ΑΠ.33/1990).Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης του, ισχυρίζεται ότι 1) η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία καταδικάστηκε, εκτός των άλλων και για την παράβαση του άρθρου 17 παρ.8 του ν.1337/1983, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι, προκειμένου να χαρακτηρισθούν ως αυθαίρετες οι οικοδομικές εργασίες στις οποίες προέβη και για τις οποίες καταδικάστηκε, τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 1 ΠΔ 5/12 Ιουλίου 1983 και 2) το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.8 του ν.1383/1983,αφού ελλείπει ο εξωτερικός όρος του αξιοποίνου, που προαναφέρθηκε. Σύμφωνα όμως με τα παραπάνω, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, στο σύνολο του, γιατί βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 ΚΠΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. 'Ετσι, ειδικότερα επί θανατώσεως προσώπου, νομιμοποιείται ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το τέκνο του θύματος, ως ανήκον στην, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, οικογένεια τούτου. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, από το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως. Η δήλωση αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο μέτρο που έγινε δεκτή απ' αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, και του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η Ψ1 η οποία δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου, για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της ...., ηλικίας 14 ετών, με την ιδιότητα της νομίμου αντιπροσώπου της ανήλικης και ζήτησε να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να καταβάλει το ποσό των σαράντα ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που προκάλεσε στην ανήλικη ο θάνατος του πατέρα της, διόρισε δε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον παρόντα δικηγόρο Ηρακλείου Στυλιανό Μανιδάκη. Το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε την παράσταση αυτή και επιδίκασε στην ανήλικη το ποσό που ζήτησε. Τη δήλωση της αυτή επανέλαβε νομότυπα και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας ο κατηγορούμενος ενώπιον και των δύο δικαστηρίων προέβαλε αντιρρήσεις, ισχυριζόμενος ότι το ανήλικο τέκνο δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, διότι δεν προκύπτει ότι συνδέεται με σχέση γονέα και τέκνου με τον θανόντα. Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, δέχθηκε τα παρακάτω: Από τις καταθέσεις της μάρτυρος πολιτικής αγωγής, των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, τις εκθέσεις αυτοψίας, την ιατροδικαστική και την τοξικολογική έκθεση, τις μαρτυρικές καταθέσεις που ελήφθησαν κατά την προδικασία, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, όπως όλα τα παραπάνω αναφέρονται στα παρόντα πρακτικά ότι ανεγνώσθησαν και επισκοπήθηκαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο θανών Ψ2 ναι μεν εμφανιζόταν με τα ως άνω στοιχεία ταυτότητας, πλην όμως αυτά δεν ήταν τα πραγματικά στοιχεία του, δεν κατέστη δε δυνατόν να εξακριβωθεί ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του. Εμφανίστηκε βεβαίως αλλαχού και με άλλα στοιχεία ταυτότητας, άλλοτε με το όνομα ....,που έχει και ένα αδελφό με το όνομα .... στην πόλη .... και άλλοτε με τα στοιχεία .....,γεννηθείς την 17-3-1959 με τόπο γεννήσεως το .....,πλην όμως οι εκδοχές αυτές των στοιχείων ταυτότητας του δεν είναι αξιόπιστες. Άλλωστε και με την προσβαλλομένη απόφαση γίνεται δεκτό ότι είναι άγνωστα τα πραγματικά περιστατικά της ταυτότητας του. Ο άνω θανών και η παραπάνω μητέρα της ανήλικης ..... εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως την 18-11-1999 ενώπιον της συμβολαιογράφου Χερσονήσου Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης, Ευαγγελίας Στυλιανού Πετράκη και δήλωσαν ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα ότι είναι εγγράμματοι, γνωρίζουν ελληνικά και να υπογράψουν και ότι η ως άνω Ψ1 γέννησε την 4-2-1993 ,ένα Κορίτσι, στο οποίο δόθηκε το όνομα....(πρόκειται για τη σήμερα δηλώσασα την ως άνω παράσταση της πολιτικής αγωγής επί πλέον δε δήλωσαν ο πρώτος (Ψ2) ότι αναγνωρίζει εκουσίως την ως άνω .... ως δικό του παιδί, σύμφωνα με τα άρθρα 1475 και1476 Α.Κ. με τα αποτελέσματα της εκούσιας αναγνώρισης του άρθρου 1484 Α.Κ. και δέχεται το παιδί αυτό να φέρει πλέον το επώνυμο του και να απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα του γνησίου παιδιού (δήλωση που ήταν κατά τούτο ειλικρινής και καθόλου εικονική),η δε δεύτερη (μητέρα) δήλωσε (ομοίως ειλικρινά και καθόλου εικονικά) ότι τα παραπάνω είναι σωστά και ότι συναινεί και τα αποδέχεται όλα και έτσι συντάχθηκε από την εν λόγω συμβολαιογράφο και υπογράφηκε από τους ανωτέρω η υπ' αριθμ..... συμβολαιογραφική πράξη εκούσιας αναγνώρισης τέκνου. Βεβαίως ο θανών δήλωσε ενώπιον της συμβολαιογράφου ψευδή στοιχεία ταυτότητας, ότι δηλαδή ονομάζεται Ψ2 χρησιμοποίησε μάλιστα και επέδειξε στη συμβολαιογράφο προς απόδειξη των στοιχείων του αυτών, το υπ' αριθμ. .....Αλβανικό διαβατήριο του, που όπως αποδείχθηκε από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα ήταν πλαστό, πλην όμως έφερε το διαβατήριο αυτό την εν λόγω ημερομηνία (18-11-1999), τη φωτογραφία του προσώπου, που εμφανίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου και προέβη στην εκούσια αυτή αναγνώριση τέκνου, από τα προδιαληφθεντα δε αποδεικτικά μέσα (επομένως και από τις φωτογραφίες του θανόντος από το θανατηφόρο συμβάν) αποδείχθηκε ότι το πρόσωπο που εμφανίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου και προέβη στην εκούσια αυτή αναγνώριση τέκνου είναι αυτό για το θάνατο του οποίου α) παραπέμφθηκε σε δίκη με το άνω κλητήριο ο κατηγορούμενος και β) καταδικάστηκε ο τελευταίος πρωτοδίκως. Το κύρος της συμβολαιογραφικής αυτής πράξεως δεν πάσχει από το γεγονός ότι δηλώθηκαν στη συμβολαιογράφο ψευδή στοιχεία ταυτότητας του εκουσίως αναγνωρίσαντος. Πράγματι ο τότε ισχύων Κώδικας Συμβολαιογράφων (Ν 670/1977) προέβλεπε ακυρότητα του συμβολαίου αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 9 και 10(που δεν έχουν σχέση με τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας των δικαιοπρακτούντων),ενώ δεν προέβλεπε καμία ακυρότητα για τη μη τήρηση του άρθρου 8 του κώδικα αυτού, που κάνει λόγο για τα στοιχεία ταυτότητας των δικαιοπρακτούντων και τον τρόπο αποδείξεως των στοιχείων αυτών. Μάλιστα στο άρθρο 12 παρ.2 ο κώδικας αυτός προέβλεπε ότι κάθε εσφαλμένη αναγραφή στοιχείου που δεν συνεπάγεται ακυρότητα(άρα και η εσφαλμένη αναγραφή των στοιχείων ταυτότητας των δικαιοπρακτούντων) μπορεί να διορθωθεί διά μονομερούς δηλώσεως κάποιου από τους εμφανισθέντες ή τους καθολικούς ή τους ειδικούς διαδόχους τους. Εξάλλου το άρθρο 159 του Α.Κ. δεν αφορά την εσφαλμένη αναγραφή των στοιχείων ταυτότητας των δικαιοπρακτούντων στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, γιατί το άρθρο αυτό αφορά στο θέμα της μη τηρήσεως τύπου γενικώς για τη δικαιοπραξία και δεν ρυθμίζει τις συνέπειες της μη τηρήσεως επί μέρους νομίμων διατυπώσεων που απαρτίζουν ορισμένο τύπο, οι οποίες κανονίζονται υπό των κατ' ιδία διατάξεων και στην περίπτωση αυτή από τον κώδικα Συμβολαιογράφων. Ο τύπος που ορίζει ο Α.Κ.(συμβολαιογραφικός με αυτοπρόσωπη παρουσία των δικαιοπρακτούντων)τηρήθηκε εν προκειμένω. Και αν όμως ήθελε προς στιγμή και καθ' υπόθεση γίνει δεκτό ότι με βάση τον Κώδικα Συμβολαιογράφων, πάσχει από ακυρότητα η συμβολαιογραφική πράξη εκούσιας αναγνώρισης, εφαρμογή έχει το άρθρο 147 του νέου κώδικα (ν 2830/2000) που ορίζει ότι "Συμβολαιογραφικές πράξεις άκυρες ή ακυρώσιμες κατά τον κώδικα Συμβολαιογράφων που προϊσχυσε θεωρούνται από τη δημοσίευση του παρόντος έγκυρες, εκτός αν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση" και εν προκειμένω δεν προέκυψε ότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τη συμβολαιογραφική αυτή πράξη, ούτε άλλωστε και υποστήριξε κανείς εκ των παραγόντων της δίκης ότι έχει εκδοθεί τέτοια απόφαση. Πρέπει να σημειωθεί ότι αν και στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη αναγράφεται (στην τελευταία σελίδα) ότι οι ως άνω εμφανισθέντες ενώπιον της συμβολαιογράφου τέλεσαν μεταξύ τους πολιτικό γάμο στον Δήμο .... Αλβανίας το Σεπτέμβριο του έτους 1991,εν τούτοις από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα (έκαστο εκτιμώμενο κατά το μέτρο της αξιοπιστίας του προσώπου από το οποίο προέρχεται) δεν αποδείχθηκε ότι τελέσθηκε ο γάμος αυτός και γενικά δεν αποδείχθηκε ότι τελέσθηκε μεταξύ τους κάποιος νόμιμος γάμος. Είναι συνεπώς έγκυρη η συμβολαιογραφική αυτή πράξη εκούσιας αναγνώρισης και άρα είναι η ως άνω δηλώσασα παράσταση πολιτικής αγωγής .... νομίμως, κόρη του θανόντος, που εμφανιζόταν με τα στοιχεία Ψ2 και ως εκ τούτου νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί, λόγος για τον οποίο πρέπει κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του δικαστηρίου, να γίνει δεκτή η παράσταση αυτή της πολιτικής αγωγής και να απορριφθούν οι αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, ως αβάσιμες. Με την παραπάνω αιτιολογία το δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε το ποσό που ζητήθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα. Με αυτά που δέχθηκε το Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Πενταμελές), που εξέδωσε την προσβαλλομένη με αριθμό 366/2007 απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και θεμελιώνουν το δικαίωμα της πολιτικώς ενάγουσας να παρασταθεί στο δικαστήριο και να διεκδικήσει χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη την οποία υπέστη από το θάνατο του πατέρα της, ο οποίος επήλθε από την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, στηρίχθηκε, αποκλειστικά, στην προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη, η οποία, ενόψει των ψευδών στοιχείων που δηλώθηκαν στη συμβολαιογράφο από το πρόσωπο που φέρεται να προέβη σε εκούσια αναγνώριση της ανήλικης, δεν παρέχει απόδειξη για την συγγενική σχέση την οποία επικαλείται η πολιτικώς ενάγουσα, είναι αβάσιμη και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά μέσα, (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα που αναγνώστηκαν, φωτογραφίες του θανόντος) τα οποία, ειδικώς αλλά και σε συνδυασμό με την συμβολαιογραφική πράξη αξιολογεί, με την απόφαση του, προκειμένου ειδικότερα να καταλήξει στην κρίση, ότι το πρόσωπο που εμφανίστηκε στη συμβολαιογράφο και εκουσίως αναγνώρισε την ανήλικη ως τέκνο του ταυτίζεται με το θανόντα. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της πολιτικώς ενάγουσας και αφού το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, δέχθηκε την ύπαρξη συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου μεταξύ θανόντος και πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, η οποία είναι δυνατόν να επέλθει είτε από θετική ενέργεια είτε από παράλειψη απαιτούνται α) η πρόκληση θανάτου άλλου προσώπου και β) το αποτέλεσμα αυτό να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που θα επέφερε η πράξη του, είτε προέβλεψε μεν το αποτέλεσμα αυτό, ως δυνατό πλην όμως προέβη στην πράξη του πιστεύοντας ότι δεν θα επέλθει. Δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή (που συντρέχει όταν ο δράστης προέβη την πράξη του, γιατί δεν προέβλεψε ως δυνατό να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα που απ' αυτήν προήλθε) και σε ενσυνείδητη (που συντρέχει όταν ο δράστης προέβλεψε ως δυνατό να επέλθει το αποτέλεσμα της πράξεως του, αλλά προέβη σ' αυτή γιατί πίστευε ότι δεν θα επέλθει). Για την εξακρίβωση της από αμέλεια ποινικής ευθύνης του δράστη λαμβάνονται υπόψη, αφ' ενός μεν όλες οι αντικειμενικές περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκειμένου να κριθεί απ' αυτές αν καταβλήθηκε από το δράστη η προσοχή που επιβάλλεται σε κάθε μετρίως συνετό άνθρωπο από τους νομικούς κανόνες και την κοινή πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε οι προσωπικές ικανότητες του δράστη, για να κριθεί απ' αυτές αν μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την πράξη του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 και 3 του Ν.1577/1985 "1.Για την εκτέλεση οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους... 3.Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς άδεια της παραγράφου 1 ή β)καθ' υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν.1337/1983 όπως ισχύουν...",ενώ κατά το άρθρο 17 παρ.8 του ίδιου νόμου, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1α και2 του Π. Δ/τος της 8/13-7-1993 " 1. Για τη χορήγηση της οικοδομικής άδειας απαιτούνται τα ακόλουθα σχέδια και δικαιολογητικά: α) αίτηση του ενδιαφερομένου στην οποία είναι ενσωματωμένα σε ενιαίο τεύχος έντυπα με τις δηλώσεις αναθέσεων-αναλήψεως (μελέτης επίβλεψης), φύλλο ελέγχου, ειδικό έντυπο προϋπολογισμού. 2) Η αίτηση για έκδοση οικοδομικής άδειας πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύεται με τις μελέτες και τα δικαιολογητικά των εδαφίων α,β,γ,η... Σε περίπτωση που η αίτηση δεν συνοδεύεται από τα παραπάνω στοιχεία δεν γίνεται αποδεκτή και επιστρέφεται ακόμη και αν έχει πρωτοκολληθεί", ενώ κατά το άρθρο 6 παρ.1 και 3α του ίδιου διατάγματος "1) Οι οικοδομικές άδειες αν δεν ανακληθούν ή ακυρωθούν ισχύουν μέχρι την αποπεράτωση των προβλεπομένων από αυτές οικοδομικών εργασιών, που πιστοποιείται με τη σχετική θεώρηση της άδειας και όχι περισσότερο από τέσσερα χρόνια από την έκδοση τους... 3) Η οικοδομική άδεια αναθεωρείται για την παράταση της ισχύος της μετά αυτοψία με τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) αν μέχρι τη λήξη της ισχύος της άδειας, έχει περατωθεί ο φέρων οργανισμός της οικοδομή η άδεια αναθεωρείται για αόριστο χρόνο...". Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 3 παρ.1α,2 και3,7,10,11 και 21 παρ.1 και3 του ΠΔ 778/1980 " άρθρο 3 παρ.1. Κατά την εκτέλεση των εις το άρθρο 1 του παρόντος αναφερομένων εργασιών δέον όπως χρησιμοποιούνται ικριώματα ή φορητές κλίμακες υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς, αναλόγως του ύψους αυτών από της στάθμης του εδάφους ή του κατά περίπτωση δαπέδου ορόφου της οικοδομής. α) Εις εξωτερικές εργασίες ύψους άνω των τεσσάρων (4) μέτρων από του εδάφους χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα... παρ. 2. Της ενάρξεως και εκτελέσεως εργασίας επί σταθερών ικριωμάτων δέον να προηγείται βεβαίωση εις διπλούν, του υπευθύνου μηχανικού του επιβλέποντος το υπό εκτέλεση έργου και του κατασκευαστή του έργου περί της συμφώνως προς άπαντες τους υπό των διατάξεων του παρόντος προβλεπόμενους όρους εγκαταστάσεως τούτων, υποβαλλομένη προς το οικείο Τμήμα ή Γραφείο Επιθεωρήσεως Εργασίας ή όπου δεν υπάρχουν τέτοια, προς τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Η μία των ως άνω βεβαιώσεων, δεόντως θεωρημένη, τηρείται εις τον τόπο εργασίας. παρ. 3. Απαγορεύεται η χρήση ξύλινων εξωτερικών ικριωμάτων εις οικοδομάς άνω των (3) τριών ορόφων και ύψους πέραν των δέκα (10) μέτρων. Στις περιπτώσεις αυτές χρησιμοποιούνται μόνο μεταλλικά (σωληνωτά) ικριώματα... Άρθρο 7 παρ.1. Οι εγκάρσιες δοκίδες, που χρησιμοποιούνται διά την έδραση του δαπέδου εργασίας δέον να συνίστανται εξ υγιούς ξύλου (πελεκητού) αποτελούμενου εξ αυτούσιου κορμού (λατάκι) άνευ ρωγμών, αρμών και ρόζων και να μη φέρουν πολλές διατρήσεις ηλώσεων προγενέστερης χρήσεως. Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση ξύλου κατά μήκος τετμημένου (σχισμένου). Παρ.2. Οι εγκάρσιες δοκίδες (τρυπόξυλα) εδράζονται είτε επί ξύλινων αναβολέων (τάκων),ηλουμίγων επί των ορθοστατών, των οποίων η διατομή πρέπει να είναι μεγαλύτερη της διατομής της δοκίδος και το μήκος των τουλάχιστον πεντήκοντα εκατοστά (0,50) του μέτρου είτε επί των τοίχων της οικοδομής εντός οπών σταθεροποιούμενες δια της προσηλώσεως καταλλήλου προσαρμογής (κλάπας) εις την άλλην πλευρά του τοίχου ή δι' ετέρας μεθόδου εξασφαλίζουσας το ακλόνητο της κατασκευής. παρ.3. Η τομή των ως άνω δοκίδων, διά την στήριξη των δαπέδων εργασίας, δέον να είναι διαστάσεων δέκα επί δέκα εκατοστών (0,10Χ0,10) του μέτρου. Άρθρο 10 παρ.1.Προς επίτευξη του αμετακίνητου του ικριώματος δέον να υφίσταται σύνδεση τούτου μετά της οικοδομής δι εγκαρσίων δοκίδων συνδεουσών τους ορθοστάτες του ικριώματος και εισερχομένων εντός της οικοδομής, είτε διά των υπαρχόντων ανοιγμάτων, είτε δια των προς τον σκοπό αυτό διανοιγομένων οπών. Παρ.2. Οι δοκίδες στερεώνονται επί ξύλινων ορθοστατών, οι οποίοι τοποθετούνται εις το εσωτερικό της οικοδομής και ενσφηνώνονται μεταξύ δαπέδου και οροφής, εξασφαλιζομένου του ακλόνητου αυτών.Παρ.3.Η σύνδεση του ικριώματος μετά της οικοδομής δια μεν μικρού μήκους προσόψεις, μέχρι δέκα έξι (16,00) μέτρων, δέον να περιλαμβάνει ανά δάπεδο εργασίας τουλάχιστον τέσσερις ορθοστάτες, διά δε μεγαλύτερης εκτάσεως έργα κατά την κρίση του επιβλέποντος το έργο μηχανικού (Σχ.7 του παραρτήματος). Άρθρο 11. Εις το ύψος οροφής ισογείου και τουλάχιστον εις ύψος τριών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών(3,50) του μέτρου από του πεζοδρομίου, τοποθετείται απαραιτήτως προστατευτικό προστέγασμα. Το προστέγασμα τούτο αποτελείται από οριζόντιο ανθεκτικό σανίδωμα πλάτους ίσον προς το των ικριωμάτων και ουχί μικροτέρου του ενός μέτρου και τριάντα εκατοστών(1,30) του μέτρου και εν συνεχεία τούτου από έτερον τμήμα κεκλιμένο (αντένα),κλίσεως πλάτους προς ύψος εν προς δύο και ύψους ογδοήκοντα οκτώ εκατοστών(0,80) του μέτρου.(Σχ.8 του παραρτήματος).Το οριζόντιο τμήμα του προστεγάσματος επιτρέπεται να είναι αυτό τούτο το δάπεδο εργασίας .Τα προστεγάσματα ταύτα κατασκευάζονται και εις εσωτερικές αυλές ή τυχόν προσπελάσεις παρά τις μεσοτοιχίες, εφόσον προκύπτει κίνδυνος ατυχήματος ή ρυπάνσεως... και Άρθρο 21 παρ. 1.Οι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζονται ούτως ώστε να αντιστοιχούν στην προς εκτέλεση εργασία και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενο εκ των κινδύνων τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεση της...Παρ.3. Άπαντα τα ικριώματα επιθεωρούνται υπό του επιβλέποντος μηχανικού α)προ της εγκαταστάσεως εκάστου συνεργείου β) άπαξ της εβδομάδος". Ακόμη κατά το άρθρο 37 παρ.2 του Προεδρικού Διατάγματος 1073 της 12/16-9-1981 "Εάν εις δάπεδο εργασίας δεν υπάρχει προστατευτικό κιγκλίδωμα και θωράκιο πρέπει να τοποθετούνται εναλλακτικώς κατά περίπτωση: Δάπεδο εργασίας και ξύλινο κεκλιμένο επίπεδο το οποίο να εμποδίζει την ελευθέρα πτώση των εργαζομένων, για ύψος μεγαλύτερο των τριών (3.00) μέτρων ή δίχτυ ή έτερον υλικό ιδίας ελαστικότητας το οποίο να εμποδίζει την ελευθέρα πτώση, για ύψος ανώτερο των έξι (6,00) μέτρων. (βλ. σχήματα 2 και3). Οι ως άνω κατασκευές δεν είναι απαραίτητοι εφόσον η εργασία υπ' αυτές τις συνθήκες δεν πρόκειται να διαρκέσει πλέον της ημέρας και εφόσον οι εργαζόμενοι φέρουν ζώνες ασφαλείας. Τέλος κατά τα άρθρα 3,5 και 7 παρ.1 του Ν.1396/1983 "Άρθρο 3. Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα αν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος. Άρθρο 5. Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους.2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει. Άρθρο 7. Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεση τους". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι δικονομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Πενταμελές),που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 366/2007 απόφασή του όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, την 14-7-2001, ήταν ιδιοκτήτης οικοδομής στην οδό ....., την οποία κατασκεύαζε τμηματικά. Την ως άνω ημερομηνία η εν λόγω οικοδομή αποτελείτο από το ισόγειο και τρεις επιπλέον ορόφους. Στο ισόγειο υπήρχαν δύο διαμερίσματα ολοκληρωμένα, τα οποία και εκατοικούντο, σ' ένα δε απ' αυτά διέμενε ένας αλβανός που εμφανιζόταν με τα στοιχεία Ψ2 διέμενε μαζί με την Ψ1 καθώς και με την κόρη του ..... Ο πρώτος όροφος αποτελείτο από δύο διαμερίσματα, που εκατοικούντο από ενοικιαστές. Ο δεύτερος όροφος αποτελείτο από τέσσερα δωμάτια, ημιτελή και είχαν χτιστεί μόνο ο σκελετός και τα τούβλα χωρίς να έχουν γίνει επιχρίσματα, σημειωτέον δε ότι ούτε κατά την ημερομηνία του προκειμένου θανατηφόρου συμβάντος 28-9-2001, είχαν γίνει τα επιχρίσματα. Ο τρίτος όροφος αποτελείτο από ένα μεγάλο δωμάτιο (νότια), βορειανατολικά δε του δωματίου αυτού υπήρχε ένα μικρότερο δωμάτιο. Δυτικά, βόρεια και ανατολικά ο 3ος όροφος ήταν ακάλυπτος, στον όροφο όμως αυτό (3°) και δη βορειοανατολικά, υπήρχε μπαλκόνι διαστάσεων 1 μέτρου πλάτους και 2,5 μέτρων μήκους, το στηθαίο δε του συγκεκριμένου μπαλκονιού σοβάντιζε εξωτερικά ο ως άνω Ψ2 (θανών), την ώρα του θανατηφόρου συμβάντος που περιγράφεται εδώ. Με το από 14-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό ο κατηγορούμενος ανέθεσε στον ως άνω Ψ2 να εκτελέσει τα εξωτερικά σοβαντίσματα του 2ου ορόφου καθώς και του δώματος του 3ου ορόφου της οικοδομής αυτής. Η έναρξη των εργασιών, ορίσθηκε για το τέλος Ιουλίου του 2001 και συμφωνήθηκε ότι αυτές θα αποπερατώνονταν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους. Το συνολικό κόστος του έργου υπολογίσθηκε ότι θα ανερχόταν σε 1.000.000 δρχ. στο οποίο συμπεριλαμβανόταν η αξία των υλικών και της εργασίας. Επιπλέον προβλέφθηκε ρήτρα ποσού 100.000 δρχ. για κάθε μηνιαία καθυστέρηση και για κάθε κακοτεχνία. Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα του ΙΚΑ του εργολάβου, συμπεριλαμβάνονταν στο ως άνω ποσό του 1.000.000 δρχ. και τα του ΙΚΑ ημερομίσθια, συμφωνήθηκαν στα 20, τα οποία "εξτρά βαρύνουν τον εργολάβο και μόνο", όπως επί λέξει αναγράφηκε στο συμφωνητικό, στο οποίο η σχετική συμφωνία έχει επί λέξει ως εξής " ...Ο υπογεγραμμένος Χ1, ιδιοκτήτης του ακινήτου το επί της .... συμφώνησε με τον Ψ2 κατά δήλωση εργολάβο στην ανάληψη από τον δεύτερο τα εξωτερικά σοβαντίσματα του 2ου ορόφου και δώματος με πλήρη υποχρέωση τόσο για την εργασία όσο και τα οικοδομικά υλικά που απαιτούνται για σοφάδες χονδρό ψιλό με το ΙΚΑ του εργολάβου που θα αφαιρεθεί από το συνολικό κατ' αποκοπή κόστος έργου ενός εκατομμυρίου δρχ. (1.000.000). Τα του ΙΚΑ ημερομίσθια συνεφωνήθηκαν στα 20, τα οποία εξτρά βαρύνουν τον εργολάβο και μόνο... ". Επίσης συνεφωνήθηκε ότι όλα τα απαιτούμενα για την αποπεράτωση του έργου βαρύνουν τον εργολάβο καθώς και ότι με την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού (14-7-2001) θα λάμβανε (όπως και έλαβε) 300.000 δρχ., ενώ τέλος συμφωνήθηκε ότι με την ολοκλήρωση του έργου θα λάβει χώρα και ολική εξόφληση του εργολάβου. Όλες βεβαίως οι επιμέρους συμφωνίες αυτές συμπεριελήφθησαν στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Από το περιεχόμενο της όλης συμφωνίας σαφώς προκύπτει ότι τα δύο μέρη απέβλεψαν στο συγκεκριμένο αυτό αποτέλεσμα (στα εξωτερικά επιχρίσματα β' και γ' ορόφου) και όχι στην παροχή εργασίας για συγκεκριμένο χρόνο με εξάρτηση του Ψ2 από τον εργοδότη του, είχε δε ευθύνη κατά τα συμφωνηθέντα ο εργολάβος για την επίτευξη του συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου και συνεπαγόταν τη λήξη της σχέσεως. Συνεπώς, ανέλαβε ως εργολάβος, ο εν λόγω Ψ2 να προβεί στα εξωτερικά αυτά επιχρίσματα, στο μέτρο μάλιστα που η ολική εξόφληση του εργολάβου συναρτήθηκε από το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, από την αποπεράτωση δηλαδή των επιχρισμάτων, ούτε δε και μπορεί να μεταβάλει την ιδιότητα αυτή του Ψ2 ως εργολάβου η σχετική ως άνω συμφωνία για τα του IΚΑ. Άλλωστε στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό ως εργολάβος αναφέρεται. Όπως προαναφέρθηκε η ως άνω οικοδομή ήταν τριώροφη, τα επιχρίσματα θα ελάμβαναν χώρα σε ύψος άνω των τεσσάρων μέτρων από του εδάφους, θα εργαζόταν δε ο ανωτέρω Ψ2 και σε ύψος εννέα μέτρων από του εδάφους (άλλωστε από το ύψος αυτό των εννέα μέτρων κατέπεσε στο έδαφος και δη στον ακάλυπτο ισόγειο χώρο της οικοδομής και σκοτώθηκε, όπως θα αναφερθεί παρακάτω). Συνεπώς έπρεπε για την εργασία αυτή (βλ. άρθρο 3 παρ. 1 α' και 3 του Π. Διατάγματος 778/1980) να χρησιμοποιηθούν σταθερά (έστω και ξύλινα) ικριώματα και κατά συνέπεια απαιτείτο σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθησαν οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας για να εγκατασταθούν τα ικριώματα και να γίνουν τα επιχρίσματα αυτά. Για την προκειμένη οικοδομή είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια για την ανέγερση προσθήκης 2ου ορόφου και απολήξεως κλιμακοστασίου, η οποία τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της έληξε. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων (άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 1577/1985, άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, άρθρο 3 παρ. 1 α' και 2 και άρθρο 6 του Π. Διατάγματος 8/13-7-1993, άρθρα 3 παρ. 2, 5 παρ. 2 και 7 παρ. 1 του ν. 1396/1983, άρθρα 3 παρ. 1 α' και 2 και 21 παρ. 1 και 3 του Π.Διατάγματος 778/1980) σαφώς προέκυπτε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη της οικοδομής να προβεί στις εργασίες αυτές δόμησης, αφού προηγουμένως εφοδιαζόταν με σχετική οικοδομική άδεια, έτσι ώστε να όριζε επιβλέποντα μηχανικό (αφού διαφορετικά δεν θα εκδιδόταν τέτοια άδεια, βλ. κυρίως τα ως άνω άρθρα του ΠΔ 8/13-7-1993), ο οποίος θα επιθεωρούσε ως όφειλε και θα επέβλεπε εάν οι εργασίες γίνονταν με τη χρήση σταθερών ικριωμάτων, αν η εγκατάσταση τους ήταν ασφαλής και σύμφωνη με τις νόμιμες προδιαγραφές, ο οποίος μάλιστα μηχανικός και θα εξέδιδε προ της ενάρξεως και εκτελέσεως εργασιών επί σταθερών ικριωμάτων βεβαίωση εις διπλούν περί της συμφώνως προς απαντάς του υπό των διατάξεων του ΠΔ 778/1980 προβλεπόμενους όρους εγκαταστάσεως τούτων (άρθρο 3 παρ. 2 του ως άνω Π. Δ/τος), έτσι ώστε οι εργαζόμενοι εκ του ασφαλούς να εργασθούν στα ικριώματα αυτά, αποτρεπομένου του θανάσιμου τραυματισμού τους. Ενόψει του ότι ο παθών Ψ2 μπορούσε να ξεκινήσει τις εργασίες, κατά τα συμφωνηθέντα, από τα τέλη Ιουλίου 2001, είναι προφανές ότι ήδη από τα τέλη Ιουλίου 2001 όφειλε να εφοδιαστεί ο κατηγορούμενος με τη σχετική οικοδομική άδεια (και να ορίσει έτσι επιβλέποντα μηχανικό), σε κάθε πάντως περίπτωση όφειλε να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό από τα τέλη Ιουλίου 2001 έως 28-9-2001, καθόσον κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες που αναφέρουμε παρακάτω, κατά την εκτέλεση των οποίων και τραυματίσθηκε θανάσιμα την ημερομηνία αυτή ο Ψ2. Μάλιστα ο εν λόγω Ψ2 επειδή ακριβώς δεν είχε εν τέλει την οικονομική δυνατότητα να τοποθετήσει ο ίδιος τα προβλεπόμενα από τις ως άνω διατάξεις σταθερά ικριώματα ώστε να εργαστεί για τα επιχρίσματα αυτά και σε ύψος εννέα μέτρων από του εδάφους, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του εξασφαλίσει σταθερό ικρίωμα για να εργαστεί, πράγμα που αρνήθηκε να πράξει ο κατηγορούμενος, λέγοντας του ότι δεν έχει χρήματα για να του το εξασφαλίσει. Έτσι αναγκάσθηκε ο παθών ως άνω Ψ2 που προφανώς δεν είχε τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις να τοποθετήσει ο ίδιος ασφαλές ικρίωμα, να εργαστεί πάνω σε πρόχειρο ασταθές και επισφαλές ξύλινο ικρίωμα που κατασκεύασε και εγκατέστησε ο ίδιος για να πραγματοποιήσει τα εξωτερικά επιχρίσματα στο ως άνω μπαλκόνι του γ' ορόφου, εργασία που περιλαμβανόταν στην ως άνω συμφωνία. Συγκεκριμένα νότια του β' ορόφου υπήρχαν τρία δωμάτια, ανατολικά δε ενός από τα δωμάτια αυτά υπήρχε ένα μικρό μπαλκόνι διαστάσεων περίπου 1 μέτρου πλάτος και 2 μέτρων μήκος. Πάνω στο μπαλκόνι αυτό του β' ορόφου στήριξε κατά τον τρόπο που παρακάτω αναφέρουμε το πρόχειρο (εξωτερικό βεβαίως) ικρίωμα για να σοβαντίσει εξωτερικά το μπαλκόνι του γ' ορόφου. Δηλαδή αποτελείτο το ικρίωμα αυτό στη μία του πλευρά από ένα ορθοστάτη, που είχε στερεωθεί και εδραζόταν πάνω σε μία εγκάρσια δοκίδα, η οποία είχε στερεωθεί στο μπαλκόνι αυτό του β' ορόφου. Στην άλλη πλευρά και σε απόσταση 2,50 μέτρων από τον ορθοστάτη αυτό, τοποθέτησε ο παθών άλλον (δεύτερο) ορθοστάτη που τον στερέωσε και εδραζόταν στο εν λόγω μπαλκόνι του β' ορόφου. Οριζόντια του δεύτερου αυτού ορθοστάτη και σε ύψος του 2 μέτρων, τοποθέτησε λατάκι εγκάρσια δοκίδα (την ονομάζουμε υπ' αριθ. 2) που σχημάτιζε ορθή γωνία με τον ορθοστάτη για την έδραση του δαπέδου εργασίας (που ήταν το δάπεδο αυτό ένα μαδέρι), την οποία δοκίδα κάρφωσε κατά το ένα τμήμα της στο εσωτερικό μέρος του ορθοστάτη αυτού, ενώ το άλλο τμήμα της εισερχόταν στο αυτό ως άνω ύψος των 2 μέτρων μέσα στην μπαλκονόπορτα (στο άνοιγμα της) του μπαλκονιού αυτού του β' ορόφου, παραλλήλως προς το δάπεδο τούτου (ορόφου) και είχε καρφώσει το τμήμα αυτό της δοκίδος με πρόκες πάνω σε μία σανίδα που είχε τοποθετήσει όρθια στη μία πλευρά (ύψος) του από τούβλα ανοίγματος (σχήματος Π) της μπαλκονόπορτας, ενώ την δοκίδα και τη σανίδα αυτή, τις είχε επί πλέον συνδέσει με μία μικρή κλάπα (που κάρφωσε πάνω τους), χρησιμοποιούμενη ως αντηρίδα. Το αυτοσχέδιο αυτό και πρόχειρο ικρίωμα ήταν ασταθές και επισφαλές, τούτο δε για τους εξής λόγους: Όπως επιτάσσουν τα άρθρα 7 και 10 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος 778/1980, η εγκάρσια δοκίδα που χρησιμοποιείται για την έδραση του δαπέδου εργασίας και συνδέει τον εξωτερικό ορθοστάτη του ικριώματος μετά της οικοδομής, πρέπει να είναι κατά τέτοιο τρόπο συνδεδεμένη τόσο με τον ορθοστάτη όσο και με την οικοδομή, ώστε να επιτυγχάνεται το αμετακίνητο του ικριώματος. Έτσι εν προκειμένω έπρεπε η υπ' αριθ. 2 εγκάρσια δοκίδα, προς επίτευξη του αμετακίνητου του ικριώματος, να είναι σφηνωμένη εντός οπής στον τοίχο της οικοδομής μεταξύ του δαπέδου και της οροφής του β' ορόφου ή εν πάση περιπτώσει να έχει συνδεθεί με την οικοδομή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που να εξασφάλιζε το ακλόνητο του ικριώματος, πλην όμως, στην περίπτωση μας, τέτοια σφήνωση της δοκίδος στον τοίχο της οικοδομής δεν είχαμε ούτε και είχε συνδεθεί η δοκίδα μετά της οικοδομής κατ' άλλο τρόπο που να εξασφαλίζει το αμετακίνητο του ικριώματος. Επί πλέον θα έπρεπε όπως επιτάσσει το άρθρο 7 του Προεδρικού Διατάγματος 778/1980, κάτω από το σημείο ένωσης (έδρασης) της εγκάρσιας αυτής δοκίδος υπ' αριθ. 2 με τον ορθοστάτη, να υπάρχει τάκος αναβολέας για την ασφαλή στερέωση (έδραση) και σύνδεση της δοκίδος με τον ορθοστάτη, πολύ μάλιστα περισσότερο που κατά το άλλο τμήμα της δοκίδος αυτής δεν υπήρχε σφήνωση της στον τοίχο της οικοδομής εντός οπής ή σύνδεση της μετά της οικοδομής έστω με άλλο τρόπο που να εγγυάται το ακλόνητο της κατασκευής. Παρά ταύτα ούτε τέτοιος τάκος αναβολέας τοποθετήθηκε. Το πρόβλημα συνεπώς βρισκόταν στη δοκίδα αυτή, καθόσον η άλλη (παρακείμενη) εγκάρσια δοκίδα έδρασης του δαπέδου, που την ονομάζουμε υπ' αριθ. 1 (το δάπεδο εργασίας εδράζετο σε δύο εγκάρσιες δοκίδες), δεν είχε πρόβλημα αφού είχε τοποθετηθεί και στερεωθεί αρκούντως σταθερά. Πέραν τούτου στο κατασκευασθέν αυτό ικρίωμα δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα με θωράκιο ούτε και ο θανών φορούσε ζώνη ασφαλείας και θα έπρεπε ως εκ τούτου να υπάρχει, ως επιτάσσει το προπαρατεθέν άρθρο 37 παρ. 2 του Προεδρικού Διατάγματος 1073/1981 (αλλά και το άρθρο 11 του Προεδρικού Διατάγματος 778/1980) προστατευτική διάταξη που να εμποδίζει την ελεύθερη πτώση των εργαζομένων από ύψος μεγαλύτερο των 3 μέτρων, πλην όμως εν προκειμένω δεν υπήρχε καμμία προστατευτική διάταξη. Σημειωτέον ότι τις πλημμέλειες αυτές εντόπισαν και οι αρμόδιοι Τεχνικοί Επιθεωρητές του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Ηρακλείου Κρήτης, ....και ..... που πραγματοποίησαν αυτοψία, μετά το θανατηφόρο αυτό συμβάν, στον τόπο τούτου, για την εξακρίβωση των αιτιών που το προκάλεσαν, στις πλημμέλειες δε αυτές οι ως άνω Τεχνικοί (όπως και το παρόν Δικαστήριο) αποδίδουν τα αίτια της παρακάτω πτώσης. Έτσι, ενώ εργαζόταν περί ώρα 17.00 της 28-9-2001, ο ως άνω Ψ2 στο δάπεδο αυτό εργασίας (μαδέρι) του εν λόγω ικριώματος και ενώ σοβάντιζε το στηθαίο του ως άνω μπαλκονιού του γ' ορόφου, η πιο πάνω εγκάρσια δοκίδα λόγω των ως άνω πλημμελειών κατασκευής και εγκατάστασης του πρόχειρου αυτού ικριώματος, ξεκαρφώθηκε από τον ορθοστάτη και υποχώρησε με αποτέλεσμα να καταπέσει ο ανωτέρω μαζί με το μαδέρι (δάπεδο) από το ύψος αυτό των εννέα μέτρων στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου της οικοδομής και να τραυματισθεί υποστάς βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ακαριαίως ο θάνατος αυτού. Η εργασία αυτή δόμησης (τοποθέτηση πρόχειρου ικριώματος και σοβαντίσματος του στηθαίου του ως άνω μπαλκονιού, του γ' ορόφου), που έγινε χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί σχετική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, έγινε, ενόψει της ως άνω συμφωνίας, από τον κατηγορούμενο (διά του εργολάβου ως άνω παθόντος-θανόντος), ως ιδιοκτήτη της οικοδομής και κατόπιν εντολής του προς τον θανόντα για την πραγματοποίηση των εργασιών αυτών, αν και γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι, λόγω του ύψους στο οποίο θα εργαζόταν ο θανών, θα εγκαθιστούσε ο τελευταίος ικριώματα για να εργαστεί, από απερισκεψία του δε, ο κατηγορούμενος πίστεψε ότι ο θανών είχε τις τεχνικές γνώσεις να εγκαταστήσει ασφαλές και σταθερό ικρίωμα και ως εκ τούτου από απερισκεψία του δεν πρόβλεψε το θανατηφόρο αυτό αποτέλεσμα. Όμως ο ιδιοκτήτης της οικοδομής, έστω και αν όρισε εργολάβο για την εκτέλεση του έργου, είναι υποχρεωμένος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, να εφοδιαστεί εγκαίρως με σχετική πολεοδομική άδεια για να ορίσει έτσι αυτός (και όχι ο εργολάβος) επιβλέποντα μηχανικό, που θα επιβλέψει και θα επιθεωρήσει τον εργολάβο, μεταξύ των άλλων και για την ασφαλή και σύμφωνα με τις νόμιμες προδιαγραφές εγκατάσταση σταθερών ικριωμάτων, ώστε ακινδύνως να εργάζονται σ' αυτά οι εργαζόμενοι. Βεβαίως, εν προκειμένω, συντρέχει αμελής συμπεριφορά και του παθόντος, καθόσον ανέλαβε την εργολαβία αυτή και εργάσθηκε κατά τα ανωτέρω, χωρίς να έχει εκδοθεί άδεια της πολεοδομίας, χωρίς να υπάρχει επιβλέπων μηχανικός που να επιβλέψει για την ασφαλή εγκατάσταση σταθερού ικριώματος και χωρίς να έχει ο θανών τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις αλλά και τα αναγκαία μέσα για την εκ μέρους του εγκατάσταση ασφαλούς ικριώματος. Η αμελής όμως αυτή συμπεριφορά του παθόντος-θανόντος είναι συντρέχουσα και δεν αίρει ούτε διακόπτει σε καμμία περίπτωση την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, καθόσον, αν ο τελευταίος είχε εφοδιαστεί προηγουμένως με σχετική πολεοδομική άδεια, θα είχε ορίσει έτσι εγκαίρως επιβλέποντα μηχανικό, στον οποίο θα προσέφευγε ο παθών για την ασφαλή εγκατάσταση σταθερών ικριωμάτων, αφού ο ίδιος δεν είχε ούτε τα μέσα ούτε τις κατάλληλες τεχνικές ζώσεις να τα εγκαταστήσει και ως εκ τούτου αποδεικνύεται μετά βεβαιότητος (στο μέτρο που ο παθών ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του εξασφαλίσει σταθερό ικρίωμα) όχι μόνο ότι θα προσέφευγε ο παθών στον επιβλέποντα μηχανικό, αλλά και ότι ο τελευταίος δεν θα επέτρεπε την εργασία επί τέτοιου είδους πρόχειρου και ασταθούς ικριώματος και θα απετρέπετο έτσι το προκείμενο θανατηφόρο συμβάν, το οποίο από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε ο κατηγορούμενος να καταβάλει, δεν το προέβλεψε και έτσι το επέφερε. Εξάλλου οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί (όπως αναπτύσσονται και στην απολογία του κατηγορουμένου) α) ότι είχε επιβλέποντα μηχανικό το έργο, δηλαδή τον αρχιτέκτονα Τ1 που είχε οριστεί με την ως άνω υπ' αριθ. .... οικοδομική άδεια, τον οποίο και είχε ειδοποιήσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος για την επικείμενη εκτέλεση των εργασιών αυτών από τον παθόντα και β) ότι είχε συμφωνήσει ο κατηγορούμενος (επειδή θα απουσίαζε υπηρεσιακώς στον Έβρο) με τον παθόντα, ώστε ο τελευταίος, πριν την έναρξη των εργασιών αυτών, να ειδοποιούσε τον Τ1 ώστε να μεριμνούσαν οι δυό τους (μηχανικός και εργολάβος) για την πραγματοποίηση των εργασιών αυτών κατά τρόπο νόμιμο, καθώς και για να κατευθύνει και μεριμνήσει ο Τ1 ώστε να γίνει η εγκατάσταση σταθερού ικριώματος κατά τρόπο τεχνικώς άψογο, ώστε με ασφάλεια να γίνουν οι εργασίες, συμφωνία που αθέτησε ο παθών και έτσι αυτοβούλως και αυθαιρέτως εργάσθηκε και τραυματίσθηκε θανάσιμα, δεν είναι βάσιμοι (οι ισχυρισμοί αυτοί), τούτο δε για τους εξής λόγους: Όπως προαναφέρθηκε η ως άνω υπ' αριθ. ..... άδεια είχε ήδη λήξη και ως εκ τούτου συγχρόνως έληξε και η ιδιότητα του Τ1 ως υπευθύνου επιβλέποντος μηχανικού του έργου, καθόσον δεν είχε πλέον δικαίωμα με βάση μία ανίσχυρη οικοδομική άδεια να επιβλέπει εργασίες δόμησης, γιατί διαφορετικά θα είχε δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν η παράνομη αυτή επίβλεψη. Πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε ότι μετά το προκείμενο θανατηφόρο συμβάν, ο κατηγορούμενος υπέβαλε την 5-10-2001 αίτηση προς το Πολεοδομικό Γραφείο .....για "να μου αναθεωρηθεί επ' αόριστο η οικοδομική άδεια ..... για τη συνέχιση του υπολοίπου των οικοδομικών εργασιών", όπως επί λέξει ανέγραψε, επισύναψε δε στην αίτηση αυτή την υπ' αριθ. ..... βεβαίωση του ΙΚΑ (με την οποία βεβαιωνόταν ότι από 1-30/9/1985 είχαν πραγματοποιηθεί στην οικοδομή αυτή οι εργασίες των μπετών) καθώς και την από 5-10-2001 υπεύθυνη δήλωση του ως άνω αρχιτέκτονα Τ1 με την οποία ο τελευταίος δήλωνε επί λέξει "Μετά την παράταση του χρόνου ισχύος της υπ'αριθ. ..... οικοδομικής αδείας συνεχίζω να είμαι επιβλέπων Μηχανικός του έργου. Τα Μπετά και τα Τούβλα είχαν κατασκευαστεί στο χρόνο ισχύος της αδείας και τώρα αρχίζουν τα επιχρίσματα και η ολοκλήρωση της οικοδομής (προσθήκη Β' Ορόφου)" Σημειώνουμε εδώ ότι η αναθεώρηση αποτελεί μορφή οικοδομικής άδειας. Κατόπιν τούτου την 8-10-2001 η ως άνω υπ' αριθ. .... οικοδομική άδεια αναθεωρήθηκε για παράταση του χρόνου ισχύος της, έχει δε το όλο περιεχόμενο της άδειας αναθεώρησης ως εξής "Αναθεωρείται η ισχύς της παρούσης μέχρι πέρατος των οικ. εργασιών (βλ. βεβ. ΙΚΑ ....) και υπεύθυνη δήλωση κ. Τ1 ότι εξακολουθεί να είναι επιβλέπων." Συνεπώς η ως άνω άδεια που είχε εκδοθεί για την προσθήκη β'ορόφου και την απόληξη κλιμακοστασίου, αναθεωρήθηκε την 8-10-2001 μέχρι πέρατος των οικοδομικών εργασιών και ως εκ τούτου την 28-9-2001, κατά την οποία ο παθών, έχοντας κατασκευάσει το ως άνω πρόχειρο ικρίωμα για το εξωτερικό σοβάντισμα του προαναφερθέντος μπαλκονιού του γ' ορόφου, κατέπεσε απ' αυτό και τραυματίσθηκε θανάσιμα ενώ σοβάντιζε το στηθαίο του μπαλκονιού αυτού, δεν ήταν ο Τ1 υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός των εργασιών αυτών, ούτε και προγενέστερα (καθ' όλο το χρονικό διάστημα ισχύος της παραπάνω συμφωνίας). Εξάλλου από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, λαμβανόμενα υπόψη μεμονομένως και σε συνδυασμό μεταξύ τους και αξιολογούμενα κατά το μέτρο της αξιοπιστίας των προσώπων εκ των οποίων προέρχονται, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ούτε τον Τ1 ενημέρωσε περί της επικείμενης πραγματοποιήσεως των εργασιών αυτών ούτε συνήψε συμφωνία με τον ως άνω θανόντα ώστε ο τελευταίος πριν τις εργασίες αυτές να ειδοποιήσει τον Τ1 για να μεριμνήσουν για τη νόμιμη εκτέλεση τους και για να ληφθούν τα αναγκαία και προσήκοντα μέτρα για να γίνουν οι εργασίες με ασφάλεια. Ο κατηγορούμενος λόγω του ικανού πνευματικού και διανοητικού τού, επιπέδου ως αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού και λόγω της εμπειρίας του που απεκόμισε από την ανέγερση της οικοδομής αυτής μέχρι την ημερομηνία συνάψεως της ως άνω συμφωνίας με τον θανόντα, γνώριζε πολύ καλά, αφενός μεν, ότι τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της, η ως άνω υπ' αριθ. ..... οικοδομική άδεια έπαυσε να ισχύει (όπως άλλωστε αναγραφόταν η διάρκεια ισχύος στην ίδια την άδεια), αφετέρου δε, ότι έπρεπε να εφοδιασθεί με νέα οικοδομική άδεια για την πραγματοποίηση των επιχρισμάτων στους ορόφους αυτούς, παρά ταύτα δεν εφοδιάστηκε με σχετική άδεια πριν την εκτέλεση των ως άνω εργασιών και δεν όρισε υπεύθυνο επιβλέποντα μηχανικό αυτών, ακριβώς γιατί ήθελε να αποφύγει την τήρηση της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας, άλλωστε ούτε και άτυπα όρισε επιβλέποντα μηχανικό των εργασιών αυτών τον Τ1 ούτε οποιονδήποτε άλλον. Σημειώνουμε εδώ συμπληρωματικά ότι η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου, αποτροπής του θανατηφόρου αυτού αποτελέσματος, προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, προκύπτει όμως επιπλέον και από το γεγονός ότι η ενέργεια του υπό τις συνθήκες αυτές να συμβληθεί, κατά τα ως άνω, με τον παθόντα, ώστε κατ' εντολή του ο τελευταίος να εργασθεί και σε ύψος εννέα μέτρων από του εδάφους, αποτελεί (η ενέργεια του αυτή) επικίνδυνη συμπεριφορά, που δημιούργησε τους όρους και τις συνθήκες του κινδύνου επελεύσεως του θανάτου αυτού και όφειλε κατόπιν τούτου και για το λόγο αυτό να τον αποτρέψει, λαμβάνοντας τα προαναφερόμενα μέτρα. Ο θανών εμφανιζόταν με τα στοιχεία Ψ2 πλην όμως αποδείχθηκε ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του, δεν κατέστη δε δυνατό να εξακριβωθεί ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του. Εμφανίσθηκε βεβαίως αλλαχού, άλλοτε με το όνομα .... που έχει έναν αδελφό με το όνομα .... στην πόλη ..... της Αλβανίας και άλλοτε με τα στοιχεία ..... γεννηθείς την 17-3-1959 με τόπο γεννήσεως το ...... και οι εκδοχές όμως αυτές των στοιχείων ταυτότητας του, δεν είναι αξιόπιστες. Βεβαίως με το σχετικό κλητήριο θέσπισμα ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια του ως άνω εργολάβου με στοιχεία ταυτότητας Ψ2 πλην όμως ουδεμία αμφιβολία γεννάται ότι τόσο πρωτοδίκως όσο και με την παρούσα απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου γίνεται δεκτό ότι θανατώθηκε από αμέλεια του κατηγορουμένου κατά το προπεριγραφόμενο τρόπο το αυτό πρόσωπο (ο αυτός άνθρωπος), για το θάνατο του οποίου παραπέμφθηκε σε δίκη ο κατηγορούμενος με το υπ' αριθ. 114/2002 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Χανίων. Απλά εδώ (όπως και πρωτοδίκως) γίνεται δεκτό ότι είναι άγνωστα τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του θανόντος ως άνω εργολάβου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν αποτελούν τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητος του θανατωθέντος ανθρώπου. Άλλωστε υπάρχουν στη δικογραφία ικανού αριθμού φωτογραφίες του ως άνω θανόντος, που ελήφθησαν αμέσως μετά το ατύχημα αλλά και φωτογραφίες ανύποπτου χρόνου από την ιδιωτική του ζωή, λόγος για τον οποίο ουδεμία αμφιβολία γεννάται περί του προσώπου του. Πρόκειται για άνδρα ηλικίας 42 περίπου ετών (όπως δέχεται και η ιατροδικαστική έκθεση), με μαλλιά κεφαλής μαύρα, μαύρα φρύδια, μαύρο μουστάκι, κεφαλή και πρόσωπο σχήματος στρογγυλού προς το ωοειδές και το ύψος του ανδρός κανονικό (χαρακτηριστικά κατά το χρόνο του ατυχήματος). Πρέπει κατόπιν τούτου, κατά την κρατήσασα (4-1) γνώμη των μελών του Δικαστηρίου να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται, δηλαδή α) ανθρωποκτονίας μη οικείου από αμέλεια και β) Παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 του Ν 1577/85 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ομόφωνα μεν για την πράξη της παράβασης του άρθρου 22 && 1 και 3 του Ν. 1577/1985, κατά πλειοψηφία δε και για την πράξη ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια. Έτσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα παραπάνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ. και εκείνες που προαναφέρθηκαν, τις οποίες στην προκειμένη περίπτωση εφάρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, όσον αφορά την ανθρωποκτονία από αμέλεια η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, εξέθεσε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιόρισε σαφώς την μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, αλλά και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενεργούσε και δέχθηκε ότι από έλλειψη της προσοχής, που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψη του να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και να αναθέσει σε υπεύθυνο μηχανικό την επίβλεψη του έργου, για την εκτέλεση του οποίου έπρεπε να εγκατασταθεί σταθερό ικρίωμα, με αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο του εργαζομένου. Ακόμη, η πλειοψηφούσα γνώμη του ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας επαρκώς, αιτιολογεί την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να εφοδιασθεί με την άδεια οικοδομής και να προβεί στο διορισμό επιβλέποντος μηχανικού, η οποία και επιβάλλεται από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, προσδιορίζοντας προς τούτο τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, αιτιολογεί δε και τον υφιστάμενο μεταξύ της επιδειχθείσας από τον αναιρεσείοντα αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδη σύνδεσμο, που αξιώνεται για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ο οποίος, όπως με επαρκή αιτιολογία δέχεται, δεν διακόπηκε, ούτε αναιρέθηκε από την αμελή συμπεριφορά του θανόντος (συνυπαιτιότητα του) και το γεγονός ότι είχε αναλάβει ως εργολάβος την εκτέλεση εργασιών, που αφορούσαν τα εξωτερικά επιχρίσματα της οικοδομής του αναιρεσείοντος, δίχως το διορισμό επιβλέποντος μηχανικού. Ακόμη επαρκώς αιτιολογεί τη δυνατότητα του αναιρεσείοντος να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο, ότι ο θανών, πριν αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών διέμενε στο ισόγειο της οικοδομής του αναιρεσείοντος και συνεπώς αυτός είχε γνώση περί των ικανοτήτων και των γνώσεων του, ότι ο τελευταίος γνώριζε για τη λήξη της ισχύος της άδειας οικοδομής, την υποχρέωση του να ζητήσει νέα και να διορίσει επιβλέποντα μηχανικό, την ανάγκη κατασκευής ασφαλών ικριωμάτων, λόγω του είδους των εργασιών, την ιδιότητα του θανόντος ως εμπειροτέχνη μικροεργολάβου και την οικονομική αδυναμία του να κατασκευάσει ασφαλή ικριώματα, εξ αυτών δε και των επί πλέον παραδοχών ότι ο κατηγορούμενος ως αξιωματικός του Ελληνικού στρατού έχει "ικανό πνευματικό και διανοητικό επίπεδο" και εμπειρία που απεκόμισε από την ανέγερση της οικοδομής αυτής μέχρι την ημερομηνία συνάψεως της συμφωνίας με το θανόντα, καταλήγει στην κρίση, ότι μπορούσε να προβλέψει ότι ο θανών δεν θα κατασκεύαζε ασφαλή ικριώματα δίχως την επίβλεψη και τις οδηγίες επιβλέποντος μηχανικού και ότι θα επερχόταν το αποτέλεσμα που προαναφέρθηκε. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθ. 176,183 του Κ ΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-2-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 366/6-11-2007 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς). Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αυθαίρετο κτίσμα. Δεν αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου η τήρηση της διαδικασίας χαρακτηρισμού του ως αυθαιρέτου. Ανθρωποκτονία από (ασυνείδητη) αμέλεια. Παράσταση ως πολιτικώς ενάγουσας της ανήλικης που με συμβολαιογραφική πράξη αναγνωρίστηκε από το θανόντα ως τέκνο του. Δεν επηρεάζονται τα αποτελέσματα της αναγνώρισης, από το γεγονός ότι ο αναγνωρείσας (και πραγματικός πατέρας) δήλωσε στη συμβολαιογράφο ψευδή στοιχεία της ταυτότητάς του. Αιτιολογημένη η καταδίκη ιδιοκτήτη οικοδομής για ανθρωποκτονία από αμέλεια, γιατί παρέλειψε να διορίσει επιβλέποντα μηχανικό στο έργο του, ώστε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας για την αποτροπή ατυχήματος. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πολιτική αγωγή, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 369/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ. Με εγκαλούμενο τον Χ, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 684/1.10.08, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1568/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 537/20.11.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ' ε' και 137 § 1γ Κ.Π.Δ., την με αριθμό 684/08/1-10-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ' ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο. Στη έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 § ιγ ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. Στη προκείμενη περίπτωση, ο Ψ, υπέβαλε την από 29/11/2007 έγκλησή του σε βάρος του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Χ, για συκοφαντική δυσφήμηση. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την με αριθμό Δ65/08 διάταξη του, απέρριψε την έγκληση αυτή, ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης, ο εγκαλών άσκησε την με αριθμό 334/2008 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητώντας να ασκηθεί η δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλουμένου. Επειδή ο εγκαλούμενος Εισαγγελικός Λειτουργός, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. σχετική βεβαίωση), δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της προσφυγής του εγκαλούντος. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να διατάξει το δικαστήριό Σας την παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η με αριθμό 334/2008 προσφυγή του Ψ κατά της με αριθμό Δ65/08 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες αρχές του Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα 12 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την Δ-65/2008 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε η από 29/11/2007 έγκληση του Ψ, κατά του Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, Χ. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την με αριθμ. 334/16-7-2008 προσφυγή του, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ΚΠΔ, στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει, συνεπώς ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος, λόγω του ότι ο ανωτέρω εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. 684/08/1-10-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και ορισθεί αρμόδιος να αποφανθεί επί της ως άνω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς καθώς και οι αρμόδιες Δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της 334/2008 προσφυγής του Ψ κατά της Δ65/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητος. Δεκτή η αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών και ορίζει αρμόδιο κατά παραπομπή να αποφανθεί επί της προσφυγής του εγκαλούντος κατά Εισαγγελικού λειτουργού που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και τις αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 368/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 186/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κάσση. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1393/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους, των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του απ' αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος ή τρίτος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και 3) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Τέτοια μείωση της περιουσίας του παθόντος συνιστά και η από μέρους του ανάληψη υποχρεώσεως χωρίς ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεως αντίστοιχης αξίας από το δράστη, όπως και η καταβολή παροχής χωρίς λήψη αντίστοιχης αντιπαροχής, στην περίπτωση δε κατά την οποία τα γεγονότα που παρέστησε ή απέκρυψε ο δράστης αφορoύν συνομολογηθείσες ιδιότητες πωληθέντος πράγματος η θετική ζημία του απατηθέντος αγοραστού έγκειται στη διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας την οποία θα είχε το πράγμα αν υπήρχε η συνομολογηθείσα ιδιότητα και εκείνης που αυτό έχει λόγω ελλείψεως της ιδιότητας. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, όσον αφορά το έγκλημα της απάτης, πρέπει στην καταδικαστική απόφαση όχι μόνο να εκτίθεται ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία αλλά και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται αυτή και να δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναίρεσης της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που ανάγεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτή δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στην ...... κατά το χρονικό διάστημα από 13-7-2001 έως και 31-7-2001, με την ιδιότητα του Διευθυντή και για λογαριασμό της διαχειρίστριας της εταιρείας παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος " Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", , που πούλησε και παρέδωσε η εταιρία τμηματικά στον εγκαλούντα, ο οποίος είχε λάβει οικοδομική άδεια κατασκευής κατοικίας στη θέση ..... συνολικά 144 κυβικά μέτρα σκυροδέματος με συνολικό τίμημα 2.208.960 δρχ. και συγκεκριμένα 128 κυβ. μέτρα την 13-7-2001 και 16 την 24-7-2001 αξίας 1.963.520 δρχ. και 245.440 δρχ. αντίστοιχα, που κατέβαλε ο εγκαλών την 15-6-2001 και 31-7-2001 με τις υπ'αρίθμ. .... και ..... αποδείξεις, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα, διαβεβαιώνοντας τον ρητά, ότι επρόκειτο για σκυρόδεμα συμβατικής αντοχής Β225 (0 16/20 κατά το νέο κανονισμό (κατάλληλο για τη σκυροδέτηση θεμελίωσης και των κολώνων, ανταποκρινόμενο στις προδιαγραφές της στατικής επάρκειας και αντισεισμικότητας του σκυροδέματος), πλην όμως εν γνώσει του το πωληθέν σκυρόδεμα ήταν τύπου Β160 μειωμένης αντοχής και ακατάλληλο για τον προορισμό του, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αντοχή και ευστάθεια του σκυροδέματος στον οπλισμό. Τα παραπάνω διαπιστώθηκαν μετά την αφαίρεση του ξυλότυπου, όταν παρατηρήθηκε θραύση σκυροδέματος σε εξώστη της οικοδομής και ο επιβλέπων μηχανικός, που είχε λάβει δείγματα του σκυροδέματος που είχε παραδοθεί από την άνω επιχείρηση, που διηύθυνε και διαχειριζόταν (όπως και ο ίδιος δέχεται) ο κατηγορούμενος και είχε χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή, προέβη σε εξέταση, σε ειδικό εργαστήριο και διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω ποσότητες ήταν μειωμένης αντοχής - κατατασσόμενης στην κατηγορία Β 160 - και μη αποδεκτές για το είδος της κατασκευής που αφορούσαν, σε σχέση με τον κανονισμό και τη στατική μελέτη, για την περαιτέρω φόρτισή τους, το ίδιο δε διαπιστώθηκε και κατά τον έλεγχο "καρότων", που λήφθηκαν από τα επίμαχα σημεία (θεμελίωση, κολώνες), αλλά και κατά τον επανέλεγχο που διενεργήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ και, όπως αναφέρεται στη σχετική ...... έκθεση, διαπιστώθηκε ότι κατά την ημέρα του ελέγχου (30-10-2001) το σκυρόδεμα αυτό ανήκε στην κατηγορία Β160 (αντίστοιχα 012/15 κατά το νέο κανονισμό). Ο κατηγορούμενος, ο οποίος και στο πρωτοβάθμιο και σ' αυτό το Δικαστήριο απολογούμενος κατέθεσε ότι το εργαστήριο παραγωγής σκυροδέματος της εταιρίας λειτουργεί αυτοματοποιημένα με αντίστοιχα προγράμματα παραγωγής, τύπου Β 225, Β 160, 0 16/20, ότι ο χειριστής του συστήματος (μίξερ) είναι εμπειρότατος και δεν ήταν δυνατόν να πατήσει λάθος πρόγραμμα στη συγκεκριμένη περίπτωση παραγγελίας (αντί 225 που παραγγέλθηκε, Β160),αποδίδει τη διαφοροποίηση που προέκυψε στα αποτελέσματα και τη μειωμένη αντοχή του σκυροδέματος, σε εξωγενείς παράγοντες και δη, είτε στην υψηλή θερμοκρασία που επικρατούσε κατά τη ρίψη του σκυροδέματος στην οικοδομή, είτε σε πρόσθεση μεγάλων ποσοτήτων νερού πριν τη ρίψη, από τον εργολάβο, για να διευκολυνθεί στη διάστρωση του και για την αποφυγή ρίψης ρευστοποιητή, ώστε να ωφεληθεί το ποσό που είχε λάβει από το μηνυτή για την αγορά του. Όμως οι ισχυρισμοί του ελέγχονται αβάσιμοι, καθόσον α)από την αυτοματοποιημένη λειτουργία των μηχανημάτων παραγωγής, που εμφανίζουν την ποιότητα και τον τύπο του παραγόμενου κάθε φορά σκυροδέματος, ο ίδιος, που ασκεί προσωπική εποπτεία στην παραγωγή, γνώριζε τον τύπο του σκυροδέματος (Β160) που παρήγαγε και απέστειλε στη συγκεκριμένη οικοδομή και παρόλα αυτά, στα αντίστοιχα δελτία αποστολής που διαβάστηκαν, αναγράφεται ότι παραδίδεται ποιότητας και τύπου Β225, β)όταν οι συνθήκες θερμοκρασίας είναι ακατάλληλες, είτε δεν παραδίδεται σκυρόδεμα, είτε, για να επιτυγχάνεται η ομαλή διάστρωσή του, χρησιμοποιείται ρευστοποιητής, τέτοιο δε υλικό χρησιμοποιήθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. κατάθεση μάρτυρα .... μηχανικού) και όχι νερό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται και κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι μάρτυρες του, οδηγοί των φορτηγών μεταφοράς του σκυροδέματος, οι καταθέσεις των οποίων δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον, σε τέτοια περίπτωση έπρεπε, και είχαν οδηγίες από τον κατηγορούμενο, να αναγράφεται το γεγονός στα Δ. Αποστολής και να υπογράφει αυτά ο εργολάβος και τέτοια εγγραφή δεν προκύπτει, ενώ, σε περίπτωση που τον ενημέρωσαν προφορικά τις επόμενες ημέρες γι' αυτό (βλ. απολογία του στα πρακτικά) ασφαλώς θα ειδοποιούσε τον υπεύθυνο μηχανικό σχετικά, αφού ο ίδιος από τη θέση και το επάγγελμα του, γνώριζε ότι με τη χρησιμοποίηση νερού το σκυρόδεμα γίνεται ακατάλληλο για τη χρήση που προορίζεται, γ) ενώ η επιχείρηση τηρούσε βιβλία παραγωγής, όπου το εργαστήριο κατ έγραφε τις παραγόμενες ποσότητες κάθε τύπου σκυροδέματος, ο κατηγορούμενος, δεν προσκόμισε τα σχετικά βιβλία, όπου θα υπήρχε εγγραφή για την παραγωγή τις συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες της παραγγελθείσας ποσότητας σκυροδέματος Β225, επικαλούμενος ότι αυτά χάθηκαν. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή, ότι το πωληθέν και παραδοθέν, σ' αυτόν σκυρόδεμα ήταν τύπου Β225 και τον διαβεβαίωσε, αναγράφοντας αυτό στα σχετικά Δελτία Αποστολής, γνωρίζοντας ότι το σκυρόδεμα ήταν τύπου Β160, μειωμένης αντοχής και ακατάλληλο για τη χρήση για την οποία το προόριζε, την πράξη του δε αυτή τέλεσε προκειμένου να περιποιήσει στην ως άνω εταιρεία με την επωνυμία "..... Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στην αξία του σκυροδέματος, τιμήματος 2.208.960 δρχ. με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή ο οποίος αν γνώριζε την ποιότητα του σκυροδέματος που του πουλήθηκε και παραδόθηκε δεν θα δεχόταν να παραλάβει το ακατάλληλο σκυρόδεμα, που θα καθιστούσε επικίνδυνη και άχρηστη την οικοδομή του και να πληρώσει το τίμημα που προαναφέρθηκε και έτσι δεν θα ζημιωνόταν κατά το παραπάνω ποσό. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο απάτης άρθ. 386 παρ.1 Π.Κ.) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς αιτιολογίες. Ειδικότερα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, συνολικού ποσού 2.208.960 δραχμών, η οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, επήλθε με την καταβολή όλου του τιμήματος αγοράς του σκυροδέματος, το οποίο κατά την παράδοση δεν είχε τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, με την παραδοχή δε ότι από την έλλειψη της ιδιότητας αυτής το παραδοθέν σκυρόδεμα ήταν εντελώς άχρηστο για τον εγκαλούντα, αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του, ότι η συνολική ζημία του εγκαλούντος ανήλθε στο ποσό αυτό, το οποίο ταυτίζεται με το συνολικό τίμημα του σκυροδέματος. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ειδικής αιτιολογίας, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν η αξία του παραδοθέντος σκυροδέματος, τύπου Β160 και η διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος τιμήματος και αυτής, είναι αβάσιμη, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι, αφού το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχεται ότι το παραδοθέν σκυρόδεμα ήταν εντελώς άχρηστο για τον πολιτικώς ενάγοντα και συνεπώς ότι αυτός δεν είχε κάποια ωφέλεια, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται και τα παραπάνω στοιχεία. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά το στοιχείο της περιουσιακής βλάβης του ως άνω εγκαλούντος και της ελλείψεως νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι. Εξάλλου αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από την παραβίαση του υπερασπιστικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αναφερομένου στη μη αυτενοχοποίηση του και ειδικότερα διότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του την παράλειψη του αναιρεσείοντος να προσκομίσει τα βιβλία καταγραφής της παραγωγής των ποσοτήτων σκυροδέματος της εταιρίας, στην οποία και στηρίχθηκε, τούτο δε γιατί θεμελιώνεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο για την κρίση του αυτή στηρίχθηκε στα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, τα οποία λεπτομερώς προσδιορίζει, η δε μνεία και της μη προσκομιδή των παραπάνω βιβλίων γίνεται εκ περισσού, αφού δεν προκύπτει από την απόφαση, ότι εξ αιτίας αυτής, ειδικά, το Δικαστήριο κατέληξε σε δυσμενή για τον κατηγορούμενο κρίση. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Προκειμένου για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη διατύπωση στα πρακτικά της δίκης ότι "αναγνώσθηκαν τρεις φωτογραφίες", είναι σαφές ότι επιδείχθηκαν από την πρόεδρο οι φωτογραφίες και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και ο αναιρεσείων. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, λόγω μη επιδείξεως και επισκοπήσεως των τριών φωτογραφιών που λήφθηκαν υπόψη, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ 1 του ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Διαβάζονται επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη και εκείνη του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας απόφασης πολιτικής ή ποινικής δίκης χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητη και χωρίς προηγούμενη απόφαση ότι ήταν κρίσιμη η ανάγνωση αυτής δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Συνεπώς, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τέτοιας απόφασης δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' εδ. α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Ενόψει τούτων ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας διότι αναγνώσθηκαν η υπ' αριθμ. 92/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας και η 150/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι αυτές κατέστησαν αμετάκλητες και ότι ήταν χρήσιμες, είναι απαράδεκτος λαμβανουμένου μάλιστα υπόψη ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση πριν από την ανάγνωσή του. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος, που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τη χρησιμότητα των παραπάνω αποφάσεων, γιατί ελλείπει νόμιμη προϋπόθεση. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος(άρθ.176 και 183 ΚΠολ Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-7-2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της 186/5-5-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη. Ζημία από έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού γίνεται δεκτό ότι το παραδοθέν ήταν εντελώς άχρηστο και συνεπώς η ζημία του εγκαλούντος ανέρχεται στο ποσό του τιμήματος που κατέβαλε. Δεν προκλήθηκε ακυρότητα από παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος, τη μη επισκόπηση φωτογραφιών και την ανάγνωση εγγράφων. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 360/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1158/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1546/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 487/17.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Η ..., κάτοικος ..., με την από 17-4-2008 αίτησή της, υπέρ του κατηγορουμένου πατέρα της ..., ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας, που είχε περατωθεί με την έκδοση των 110343/26-11-1998, 17376/9-2-1999, 12576/21-12-1999 και 124524/7-11-2001 αμετάκλητων καταδικαστικών αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1158/2008 βούλευμα απέρριψε την αίτηση (βλ. αίτηση και βούλευμα). ΙΙ. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νομοτύπως στην με αιτούσα την 1-8-2008, στον δε αντίκλητό της δικηγόρο Γεώργιο Μουτζαλιά στις 10-9-2008 (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Στις 22-9-2008, ημέρα Δευτέρα η αιτούσα ... δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 1158/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 155/22-9-2008 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ'ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ, αν πρόκειται για απόφαση και 484 ΚΠΔ, αν πρόκειται για βούλευμα, λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί (βλ. και ΑΠ 2212/2006). IV. Στη προκειμένη περίπτωση, στην αίτηση αναίρεσης, ως λόγος αναίρεσης προβάλλεται η έλλειψη της επιβεβλημένης αιτιολογίας και μάλιστα για δύο (2) επιμέρους λόγους: 1ον "διότι λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος είναι κατ'άρθρον 484 παρ.1 περίπτωση (ε) Κωδ.Ποιν.Δικονομίας η έλλειψις της επιβεβλημένης κατ'άρθρον 139 του Κωδ.Ποιν.Δικονομίας και υπό του Συντάγματος αξιουμένης αιτιολογίας δι ών αι αποφάσεις και τα βουλεύματα των δικαστηρίων πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως ητιολογημένα. Εν προκειμένω το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν απεφήνατο ητιολογημένως δια την απόρριψη της περιλαμβανομένης αιτιάσεως δια την επανάληψιν της δι αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία προς το συμφέρον του επί πλημμελήματι καταδικασθέντος πατρός μου ... και δυνάμει των αμετακλήτων 110343/98 , 17376/99, 125767/99 και 124524/01 του Μονομελούς Πλημμελιοδικείου Αθηνών παράβαση του άρθρου 79 του Νόμου 5960 χρεωκοπία και 2ον διότι το προσβαλλόμενον βούλευμα απεφήνατο μεταξύ των άλλων οτι : "στην Εισαγγελική πρόταση αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά και οι λόγοι εκ των οποίων προκύπτει οτι οι βεβαιώσεις αυτές δεν είναι νέες αποδείξεις", και ενώ εγένετο δεκτή η Εισαγγελική πρόταση χωρίς εν αυτή να γίνεται και εκτίθενται οι λόγοι εξ ων ήχθη εις τον σχηματισμόν της κρίσεως του , οτι ούτε νέες είναι,ούτε πρόκειται περί αλληθών χωρίς να εκτίθενται σαφώς πλήρως και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά τα αποδειχθέντα εξ ών να συναχθεί καθισταμένου εφικτού υπό του Αρείου Πάγου ελέγχου της ορθής εφαρμογής του άρθρου 525 Κωδ. Ποιν.Δικονομίας, καθόσον δεν εκτίθενται δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος εάν ήσαν γνωστά εις το εκδόσαν τις καταδικαστικές αποφάσεις Δικαστήριον τα υπ' εμού προσκομισθέντα και επιδειχθέντα νέα στοιχεία" (βλ. έκθεση αναίρεσης). Σε σχέση με τον 1ο λόγο δεν προσδιορίζει η αιτούσα, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και από ποιές παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, στο οποίο πάντως παρατίθεται αιτιολογία προκύπτει η έλλειψη αυτή, αλλά περιορίζεται στην επίκληση του άρθρου 139 ΚΠΔ. Ενώ σε σχέση με τον 2ο λόγο, δεν προσδιορίζονται οι παραδοχές της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελικής πρότασης, με νόμιμη αναφορά στην οποία, εκδόθηκε το βούλευμα, ώστε να κριθεί αν οι παραδοχές αυτές, στοιχειοθετούν την προσήκουσα κατά το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αιτιολογία. Πρέπει συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 155/22-9-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από την ..., κάτοικο ... κατά του 1158/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 13 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 παρ.1 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου των Εφετών που επιλαμβάνεται, κατά το άρθρο αυτό, της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, στον εισαγγελέα και εκείνον που ζήτησε την επανάληψη, κατά τα άρθρα 484 και 485. Από τα τελευταία αυτά άρθρα προκύπτει ότι αρμόδιο να κρίνει την αναίρεση αυτή είναι το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο και ότι ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται εκείνοι που δίδονται κατά βουλεύματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠοινΔ, η οποία εφαρμόζεται σε όλα τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων και βουλευμάτων, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, πρέπει, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτό ασκείται. Διαφορετικά, αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 ΚΠοινΔ, όταν πρόκειται για βούλευμα, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ και απορρίπτεται χωρίς άλλη έρευνα. Από την ανωτέρω αξίωση του νόμου, να είναι, δηλαδή, σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος στο ανωτέρω άρθρο 484 παρ 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως δεν αρκεί, αλλά απαιτείται να προσδιορίζονται συγκεκριμένα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη νομική πλημμέλεια. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο η συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2002, 19/2001). Οι ανύπαρκτοι δε λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δε μπορούν να ερευνηθούν αυτεπάγγελτα από τον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 2 και 511 του ΚΠοιν.Δ., οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. (ΟλΑΠ 2/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του με αριθ. 1158/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε, μετά από ουσιαστική έρευνα, η από 17-4-2008 αίτηση της αναιρεσείουσας, για, κατ' άρθρο 525 ΚΠοινΔ, επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τις αμετάκλητες με αριθμούς 110343/1998, 17376/1999, 125767/1999 και 124524/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι οποίες καταδίκασαν τον ήδη αποβιώσαντα πατέρα της αναιρεσείουσας ... για τα σε αυτές πλημμελήματα. Στην αίτηση αυτή, η οποία ασκήθηκε με δήλωση της αναιρεσείουσας ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, (έκθεση 155/22-9-2008), ζητείται η αναίρεση του ανωτέρω βουλεύματος για τους εξής λόγους, κατά λέξη: "1ον διότι λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος είναι κατ' άρθρον 484 παρ. 1 περίπτωση (ε) Κωδ. Ποιν. Δικονομίας η έλλειψις της επιβεβλημένης κατ' άρθρον 139 του Κώδ. Ποιν. Δικονομίας και υπό του Συντάγματος αξιουμένης αιτιολογίας δι ων αι αποφάσεις και τα βουλεύματα των δικαστηρίων πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως ητιολογημένα. Εν προκειμένω το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν απεφήνατο ήτιολογημένως δια την απόρριψη της περιλαμβανομένης αιτιάσεως δια την επανάληψιν της δι αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία προς το συμφέρον του επί πλημμελήματι καταδικασθέντος πατρός μου ... και δυνάμει των αμετακλήτων 110343/98, 17376/99, 125767/99 και 124524/01 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών παράβαση του άρθρου 79 του Νόμου 5960 χρεωκοπία και 2ον διότι το προσβαλλόμενον βούλευμα απεφήνατο μεταξύ των άλλων ότι: "στην Εισαγγελική πρόταση αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά και οι λόγοι εκ των οποίων προκύπτει ότι οι βεβαιώσεις αυτές δεν είναι νέες αποδείξεις", και ενώ εγένετο δεκτή η Εισαγγελική πρόταση χωρίς εν αυτή να γίνεται και εκτίθενται οι λόγοι εξ ων ήχθη εις τον σχηματισμόν της κρίσεως του, ότι ούτε νέες είναι, ούτε πρόκειται περί αλληθών χωρίς να εκτίθενται σαφώς πλήρως και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά τα αποδειχθέντα εξ ων να συναχθεί καθισταμένου εφικτού υπό του Αρείου Πάγου ελέγχου της ορθής εφαρμογής του άρθρου 525 Κωδ. Ποιν. Δικονομίας, καθόσον δεν εκτίθενται δια του προσβαλλομένου βουλεύματος εάν ήσαν γνωστά εις το εκδόσαν τις καταδικαστικές αποφάσεις Δικαστήριον τα υπ' εμού προσκομισθέντα και επιδειχθέντα νέα στοιχεία. Δεν εκθέτει το πληττόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά, οι λόγοι εφ ων στηρίχθει τον σχηματισμό της κρίσεώς του, συνεπώς τα περί του αντιθέτου απεφήνατο το Δικαστικό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναιρετέα την απόφασή του κατέστησε αφού δεν εκτίθενται εν αυτώ αι δι ών ήχθη εις την τοιαύτην κρίση σκέψεις του. Διότι το Δικαστικό συμβούλιο δια του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος δεξάμενο την Εισαγγελική Πρόταση έχουσα όμως ανεπαρκείς αιτιολογίας επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην εφαρμογή του άρθρου 525 Κωδ. Ποιν. Δικονομίας". Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αόριστοι, διότι η αιτούσα δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος και από ποίες παραδοχές του βουλεύματος αυτού συνάγεται η έλλειψη αυτή, ενώ δεν προσδιορίζονται στην αίτηση οι παραδοχές της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελικής προτάσεως, με νόμιμη αναφορά στην οποία, εκδόθηκε το βούλευμα αυτό, ώστε να κριθεί αν οι παραδοχές αυτές, στοιχειοθετούν την προσήκουσα κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ αιτιολογία. Επομένως, η ένδικη αίτηση, πρέπει, μετά και την, κατ' άρθρον 476 παρ.1 εδ. β ΚΠοινΔ, νόμιμη κλήτευση και μη εμφάνιση του διορισθέντος αντικλήτου της αναιρεσείουσας, για να εκθέσει τις απόψεις του, (βλ. προσαγόμενο από 16-12-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...), να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 155/22-9-2008 αίτηση της ... περί αναιρέσεως του με αριθ. 1158/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση λόγω αοριστίας των προβαλλομένων με αναίρεση λόγων ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του απορριπτικού αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αίτηση που είχε ασκήσει η αιτούσα υπέρ του θανόντος πατρός της, καταδικασθέντος αμετακλήτως με 4 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (ΑΠ 2212/2006, ΑΠ 2098/08, 795/08). Απορρίπτει.
Επανάληψη διαδικασίας
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 359/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 13/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 88/15.2.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας με το υπ'αριθμ. 86/2006 βούλευμά του απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την υπ'αριθμ. 3/2006 έφεση του ... κατά του υπ'αριθμ. 16/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κοζάνης με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφέρειας του άνω Εφετείου για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως α) αποπλάνησης παιδιού που συμπλήρωσε το 10ο έτος της ηλικίας του, όχι όμως το 13ο, β) βάναυσης προσβολής της αιδούς δι'ακολάστου πράξεως και αποπλάνησης παιδιού νεώτερου των 10 ετών κατεξακολούθηση. - Ειδικώτερα δε πράξη της βάναυσης προσβολής της αιδούς αυτή φέρεται ότι τελέστηκε αφενός μεν σε βάρος της ... στις 4-4-2004, αφετέρου σε βάρος της ... κατεξακολούθηση και δη το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 2004 και στις 27-6-2004 από τις οποίες η πρώτη γεννήθηκε στις 25-9-94, η δε δεύτερη στις 6-9-1994, ήτοι σε βάρος ανηλίκων 9 ετών και 6 μηνών και 9 ετών και 9 μηνών περίπου αντίστοιχα. Κατά του άνω βουλεύματος ασκήθηκε αναίρεση από τον κατηγορούμενο η οποία με το υπ'αριθμ. 1561/2007 βούλευμα του Αρείου Πάγου απερρίφθη σε σχέση με την πράξη της αποπλάνησης και έγινε δεκτή για τις πράξεις της βάναυσης προσβολής της αιδούς για τον λόγο ότι, επειδή το άνω έγκλημα αυτό διώκεται κατ'έγκληση, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 117 παρ. ΠΚ, ήτοι εντός τριών μηνών από της ημέρας που ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξης και του δράστη (αυτουργού ή συμμετόχου) αυτής, και επειδή εδώ η ποινική δίωξη ασκήθηκε συνεπεία των από 28-9-2004 εγκλήσεων των γονέων των ανηλίκων παθουσών - ως ασκούντες την γονική μέριμνα επ'αυτών - ήτοι μετά την παρέλευση των τριών μηνών από της τελέσεως των άνω πράξεων, χωρίς να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα ο χρόνος κατά τον οποίο οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της τελέσεως των παραπάνω πράξεων και του δράστη αυτών ώστε να κριθεί το εμπρόθεσμο των εγκλήσεων αυτών, μάλιστα δε υπήρχε και σχετικό παράπονο του αναιρεσείοντος στην οικεία (= 3/2006) έφεσή του για τον άνω λόγο. Πάντως ο λόγος αυτός εφέσεως ήταν γενικά αόριστος αφού δεν γίνεται επίκληση του χρόνου γνώσεως των δικαιουμένων εγκλήσεως αλλά των, πράγμα που εδώ δεν ενδιαφέρει, "φερομένων θυμάτων" (βλ. σελ. 50-51 της άνω εφέσεως). ΙΙ) 'Ετσι το συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο επανήλθε η υπόθεση μόνο για τις άνω πράξεις και για έρευνα του άνω μόνου λόγου, εξέδωσε το υπ'αριθμ. 62/2007 βούλευμά του, με το οποίο γίνονται δεκτά τα εξής με καθ'ολοκληρίαν αποδοχή της πρότασης της Εισαγγελέα Εφετών: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν για το ζήτημα του εμπροθέσμου ή μη των εγκλήσεων των ασκούντων την γονική μέριμνα γονέων των παθόντων ανηλίκων τα εξής": Στη συνέχεια γίνεται ειδική μνεία των ανώμοτων καταθέσεων των ανηλίκων παθόντων ..., ... και ... στις οποίες στηρίζει την κρίση ότι οι γονείς των ανηλίκων, ως ασκούντες την γονική μέριμνα έλαβαν γνώση των υπό κρίση πράξεων "εντός του Αυγούστου 2004", διότι τότε τους ανέφεραν οι ανήλικες παθούσες αυτές και τον δράστη τους και αυτή η γνώση είναι η μοναδική πηγή πληροφοριών τους. Δεδομένου δε ότι υπέβαλαν τις εγκλήσεις γι'αυτές (πράξεις) στις 28-9-2004, αυτές (εγκλήσεις) είναι εμπρόθεσμες. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 2-12-2007 (βλ. το από 2-12-2007 αποδεικτικό του αστυφύλακα Αντωνίου Αλεξόπουλου προς την σύνοικο σύζυγό του) και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος ενώπιον του γραμματέα Βουλευμάτων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στις 11-12-2007 την υπ'αριθμ. 1/2007 αναίρεση προβάλλων έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι α) δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, η δε ολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση προϋποθέτει ότι σ'αυτή (=εισαγγελική πρόταση) υπάρχει αυτή η αναφορά, πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει, β) δεν περιλαμβάνει πραγματικές παραδοχές όσον αφορά το χρόνο γνώσεως του δικαιουμένου σε έγκληση της αξιόποινης πράξης και του πράξαντος. Ειδικότερα το συμβούλιο δεν αναφέρει ποιά αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του, από δε τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ουδέν προκύπτει για τον χρόνο γνώσεως των γονέων των ανηλίκων, όπως και η παραδοχή του βουλεύματος ότι ο χρόνος της κρίσιμης αυτής γνώσης είναι ο μήνας Αύγουστος 2004 είναι αυθαίρετος και αναιτιολόγητος. ΙΙΙ) Επειδή προ πάσης έρευνας της ουσίας του άνω λόγου αναίρεσης πρέπει να έχει καταφαθεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται σε αναίρεση, διότι άλλως η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη -476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 482 ΚΠΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 41 παρ. 1 ν. 3160/2003) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν τον παραπέμπει για κακούργημα, σε εγκλήματα δε που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά. Αν το συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε μετά από έφεση, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Η άνω διάταξη καθορίζει περιοριστικά τα βουλεύματα που υπόκεινται σε αναίρεση (βλ. Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τόμ. γ (1977) σελ. 280, ΑΠ 610/2004, ΑΠ 2275/2002, ΑΠ 1944/2002, ΑΠ 535/95 κ.α.) Από τη διατύπωση της άνω διάταξης "μπορεί να ζητήσει" συνάγεται σαφώς ότι ο κατηγορούμενος όταν ασκεί αναίρεση για το κακούργημα, αυτή δεν επεκτείνεται αυτοδικαίως και στο συρρέον ή συναφές πλημμέλημα αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα. Επομένως ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ασκήσει ούτε αυτοτελή αναίρεση μόνο για πλημμέλημα που είναι συναφές ή συρρέον με κακούργημα για το οποίο δεν άσκησε αναίρεση (βλ. ΑΠ 1878/83 ΠΧρ ΛΔ 660 πρβλ ΑΠ 1064/2000) ή για το οποίο δεν επιτρέπεται αναίρεση. Επίσης δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο μόνο για πλημμέλημα (βλ. και ΑΠ 684/2004, ΑΠ 238/2003, ΑΠ 497/2003 κ.α.), αφού έτσι ενισχύεται η παρέλκυση της εκδίκασης αυτών γι'αυτό και δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά πλημμελημάτων. Ως παραπεμπτικό βούλευμα - κατά την έννοια της άνω διατάξεως - νοείται και το βούλευμα του συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει ως αβάσιμη την κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αφού ενσωματώνεται σ'αυτό (βούλευμα του συμβουλίου Εφετών) το πρωτόδικο βούλευμα - βλ. ΑΠ 53/92, ΑΠ 466/94, ΑΠ 1107/95, ΑΠ 106/97, ΑΠ 1944/2002 κ.α.- Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά του βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών υπό τις αυτές προϋποθέσεις ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, όπως ρητά ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 482 ΚΠοινΔ. Το άνω ζήτημα δεν αλλάζει όταν έχει ασκηθεί αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για κακούργημα και πλημμέλημα και ο 'Αρειος Πάγος απορρίψει αυτή ως αβάσιμη (και επομένως η παραπομπή γίνει αμετάκλητη) για το κακούργημα και αναιρέσει, ήτοι παραπέμψει για νέα συζήτηση για το πλημμέλημα και το συμβούλιο (Εφετών) απορρίψει την έφεση ως αβάσιμη γι'αυτό, αφού και στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα παραπομπή μόνο για πλημμέλημα - βλ. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ. γ (1977) σελ. 283, ΑΠ 470/70 ΠΧρ ΚΑ 37. Δεν πρόκειται για "οιονεί" συνέχεια της πρώτης αναίρεσης αφού όχι μόνο δεν έχουμε προσβολή για κακούργημα (με συνέπεια να μπορεί ο κατηγορούμενος να ζητήσει αναίρεση και για το συρρέον ή συναφές πλημμέλημα) - αφού ήδη η παραπομπή γι'αυτό είναι αμετάκλητη- αλλά και διότι συνεπώς δεν συντρέχει ούτε ο δικαιολογητικός λόγος καθιερώσεως του δικαιώματος αναιρέσεως και για το συρρέον ή συναφές πλημμέλημα, ήτοι σύγχρονος εκτίμηση της όλης υπόθεσης, εχώρησε ήδη νέα κρίση αυτοτελής και ανεξάρτητη της πρώτης. Ο κατηγορούμενος με την πρώτη αναίρεση εξάντλησε το δικαίωμά του, η δε νέα κρίση είναι αποτέλεσμα αυτής και πέτυχε συνεπώς με αυτή την επανεκτίμηση της υπόθεσης για το αναιρεθέν πλημμέλημα. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση. IV) Εάν ήθελε γίνει δεκτόν ότι η αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως, πρέπει να σημειωθούν τα εξής σε σχέση με τον λόγον αναίρεσης. Επειδή ο χρόνος γνώσεως αποτελεί πραγματικό ζήτημα, πρόκειται για κρίση περί πράγματος, και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά (βλ. ΑΠ 1511/2005, ΑΠ 1505/2005, ΑΠ 1536/97, ΑΠ 1299/95 κ.α., Ζησιάδη ΓενΜ, τομ. β σελ. 585)? απαιτείται όμως να εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τη γνώση (βλ. ΑΠ 1840/87, ΑΠ 1274/2007, ΑΠ 1304/2006, ΑΠ 141/2006, ΑΠ 237/2004 κ.α.). Εξ άλλου, επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου (ουσιαστικού) βαθμού δικαιοδοσίας και συνεπώς δεν ελέγχει την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς δεν προβαίνει σε εκτίμηση των αποδείξεων, έπεται ότι δεν συνιστά λόγον αναίρεσης η (τυχόν) εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1880/2005 στο τέλος, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 1668/2007 κ.α.), πράγμα που συμβαίνει και όταν επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων -βλ. ΑΠ 829/2006. Ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα. Η ειδική μνεία ορισμένων αποδεικτικών μέσων δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα αποδεικτικά μέσα -βλ. ΑΠ 570/2006, ΑΠ 1101/2006 κ.ά.- Τέλος, το συμβούλιο Εφετών μπορεί να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα, εφ'όσον σ'αυτή περιέχονται τα απαιτούμενα στοιχεία, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση καθίσταται τμήμα του ίδιου του βουλεύματος, το οποίο, μετά από έλεγχο της υπόθεσης, αποδέχεται τα ίδια και συνεπώς δεν έχει νόημα η επανάληψη από αυτό των αυτών γενομένων δεκτών περιστατικών, αποδείξεων, συλλογισμών (βλ. ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 2464/2005 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος αφού ρητά στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων αφενός μεν και τονίζεται ειδικώτερα που στηρίζεται η σχετική κρίση του συμβουλίου για το κρίσιμο ζήτημα αφετέρου. Η άλλη αιτίαση είναι απαράδεκτη αφού πρόκειται για κρίση πράγματος που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Να σημειωθεί εδώ ότι η αναφορά των αποδεικτικών μέσων δεν αναφέρεται στον έλεγχο της ουσίας της υποθέσεως - έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι δεν αναφέρονται όλα - αλλά για το κρίσιμο ζήτημα της γνώσεως? ούτε άλλωστε υπάρχει ισχυρισμός για κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν ελήφθη υπόψη και δεν αναφέρεται και αφορά το άνω κρίσιμο ζήτημα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 1/2007 αίτηση αναίρεσης του ... κατά του υπ'αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 11 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 482 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν τούτο τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά". Από τη διάταξη αυτή, που περιοριστικά απαριθμεί τις περιπτώσεις ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος από τον κατηγορούμενο, προκύπτει ότι αυτός δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο για πλημμέλημα, συνεπώς δε και βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου και επικυρώνει το παραπεμπτικό βούλευμα, αφού στην περίπτωση αυτή το πρωτόδικο βούλευμα ενσωματώνεται σε εκείνο που το επικυρώνει. Όταν δε ο κατηγορούμενος ασκεί αναίρεση για το κακούργημα, αυτή δεν επεκτείνεται και στο συρρέον ή συναφές πλημμέλημα, αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υποβληθεί από αυτόν σχετικό αίτημα. Επομένως ο κατηγορούμενος δε μπορεί να ασκήσει ούτε αυτοτελή αναίρεση μόνο για πλημμέλημα που είναι συναφές ή συρρέον με κακούργημα, για το οποίο δεν άσκησε αναίρεση. Επίσης δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο μόνο για πλημμέλημα, αφού έτσι ενισχύεται η παρέλκυση της εκδικάσεως αυτών, γι' αυτό και δεν επιτρέπεται κατά τα παραπάνω αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για πλημμέλημα. Τα παραπάνω δεν αλλάζουν όταν έχει ασκηθεί από τον κατηγορούμενο αναίρεση κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει για κακούργημα και για πλημμέλημα και ο Άρειος Πάγος απορρίψει την αναίρεση ως προς την παραπομπή για το κακούργημα, ως αβάσιμη και καταστεί έτσι η παραπομπή αυτή αμετάκλητη και αναιρέσει το βούλευμα και παραπέμψει για νέα κρίση για το πλημμέλημα. Ως απορριπτικό βούλευμα νοείται και το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει ως αβάσιμη την έφεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αφού ενσωματώνεται σε αυτό το πρωτόδικο βούλευμα. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, αν ασκηθεί αρχικά αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για κακούργημα και για συναφές πλημμέλημα, και ο Άρειος Πάγος δεχθεί εν μέρει την αναίρεση και αναιρέσει το βούλευμα μόνο για το πλημμέλημα, το πρωτόδικο βούλευμα ως προς την παραπομπή για το κακούργημα γίνεται αμετάκλητο και αν στη συνέχεια, μετά την αναίρεση και την παραπομπή, εκδοθεί και πάλιν βούλευμα για το αναιρεθέν πλημμέλημα και επικυρωθεί από το Συμβούλιο Εφετών, που θα απορρίψει σχετική έφεση του κατηγορουμένου, το πρωτοβάθμιο για το πλημμέλημα βούλευμα, και στη συνέχεια ασκηθεί εκ νέου αναίρεση, κατά του βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών, τότε, η δεύτερη αυτή αναίρεση, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 482 σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 463, 476 παρ.1 και 513 του ΚΠοινΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού ήδη η παραπομπή για το κακούργημα έχει κριθεί αμετάκλητα και δε συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος καθιερώσεως του δικαιώματος αναιρέσεως " και για το συρρέον ή συναφές πλημμέλημα", της σύγχρονης εκτιμήσεως της όλης υποθέσεως, ενόψει του ότι εχώρησε ήδη νέα κρίση του συμβουλίου αυτοτελής και ανεξάρτητη της πρώτης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το με αριθ. 16/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κοζάνης παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ενώπιον του ΜΟΔ περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, για να δικασθεί ως υπαίτιος του κακουργήματος του άρθρου 339 παρ.1 β του ΠΚ σε βάρος δύο παιδιών, ηλικίας 10-13 ετών, και για το πλημμέλημα του άρθρου 353 παρ.2 του ΠΚ, της βάναυσης προσβολής της αιδούς προσώπων νεωτέρων των 15 ετών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Το άνω βούλευμα επικυρώθηκε με το με αριθ. 86/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Κατόπιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου, εκδόθηκε η με αριθ. 1561/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα, αναιρέθηκε μόνο κατά τη διάταξή του που παρέπεμπε τον κατηγορούμενο για το άνω πλημμέλημα και κατέστη αμετάκλητη η παραπομπή για τα δύο κακουργήματα. Μετά την άνω αναίρεση και παραπομπή, εκδόθηκε το νέο με αριθ. 62/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, από το οποίο και προκύπτει ότι επανεξετάστηκε η υπόθεση μόνο για το αναιρεθέν και παραπεμφθέν για νέα κρίση ως άνω πλημμέλημα και απορρίφθηκε, ως προς αυτό η αναβιώσασα έφεση του κατηγορουμένου και επικυρώθηκε το αρχικό με αριθ. 16/2006 παραπεμπτικό για τα πλημμελήματα βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κοζάνης. Ενόψει, όμως, αυτών που προεκτέθηκαν, ο πιο πάνω κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει με νέα αναίρεση το ανωτέρω βούλευμα και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν παραστάθηκε, καίτοι ειδοποιήθηκε ο διορισθείς αντίκλητος δικηγόρος του, δια του γραμματέως, να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ( άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. Περαιτέρω, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 1/11-12-2007 αίτηση του ... για αναίρεση του με αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Είναι απαράδεκτη δεύτερη αναίρεση κατά βουλεύματος παραπεμπτικού για πλημμέλημα, όταν με την πρώτη αναίρεση κατά βουλεύματος, που παραπεμπόταν ο κατηγορούμενος για κακούργημα και για συναφές πλημμέλημα, είχε αναιρεθεί το αρχικό βούλευμα μόνο για το πλημμέλημα και είχε κριθεί αμετάκλητα η παραπομπή για το κακούργημα, διότι πλέον σε νέα αυτοτελή κρίση παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο Εφετών και επανεξετάσθηκε μόνο το πλημμέλημα και δε συντρέχει πλέον ο δικαιολογητικός λόγος του άρθρου 482 ΚΠΔ, της σύγχρονης εκτιμήσεως της όλης υποθέσεως, για το κακούργημα και το πλημμέλημα μαζί (ΑΠ 1944/2002). Απορρίπτει.
Βούλευμα παραπεμπτικό
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 357/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1134/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 14 Νοεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1666/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 394 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι, για να είναι κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του δράστη το πράγμα, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του, ότι εκείνος τελούσε σε γνώση της, από αξιόποινη πράξη, προελεύσεως του πράγματος. Ο υπαίτιος τελέσεως του εγκλήματος του άρθρου 394 του ΠΚ τιμωρείται και αν ακόμη ο δράστης του βασικού εγκλήματος, από το οποίο το πράγμα προέρχεται δεν είναι τιμωρητέος, όχι μόνο όταν υφίσταται προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή, αλλά και όταν ελλείπει ή καταλύεται συστατικός όρος του εγκλήματος, από το οποίο το πράγμα προέρχεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1134 /2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, καταθέσεως στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και πολιτικής αγωγής και απολογίας κατηγορουμένου,) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα στις 6-6-2001 ο Z1 αφαίρεσε από το αυτοκίνητο του εγκαλούντος, διάφορα κινητά πράγματα αυτού (ένα κινητό τηλέφωνο, άδεια οδήγησης αυτ/του κ.λ.π.) μεταξύ των οποίων ήταν και ένα μπλοκ επιταγών από το λογαριασμό που διατηρεί ο εγκαλών στην Γενική Τράπεζα, μέσα στο οποίο υπήρχε και το αχρησιμοποίητο φύλλο της υπ' αριθμ. ... επιταγής. Στη συνέχεια αυτός συμπλήρωσε την επιταγή ως προς όλα τα στοιχεία της, θέτοντας ως η ημερομηνία εκδόσεως 20-9-2001, ποσό 550.000 δρχ., στη θέση του εκδότη την υπογραφή του εγκαλούντος κατ' απομίμηση αυτού και την μεταβίβαση με λευκή οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο. Την κλοπή της επιταγής ο εγκαλών κατήγγειλε στις 6-6-2001 στο Αστυνομικό Τμήμα Ακροπόλεως, και ενημέρωσε και την πληρώτρια Τράπεζα. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η επιταγή ήταν κλεμμένη διότι είχε ρωτήσει την Τράπεζα για την επιταγή, παρά ταύτα όμως εμφάνισε αυτή στην Τράπεζα στις 20-9-2001 προς πληρωμή ως νόμιμος κομιστής αυτής για να εισπράξει το ποσό των 550.000 δραχμών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος στις 19-12-2001, με αίτησή του προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, ζήτησε την έκδοση με βάση την ανωτέρω επιταγή, διαταγής πληρωμής, κατά του εγκαλούντος και του Z1, και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 572/2002 διάταξη πληρωμής, η οποία τελικά ακυρώθηκε, μετά από άσκηση κατ' αυτής ανακοπής εκ μέρους του εγκαλούντος. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη επιταγή περιήλθε σ' αυτόν με λευκή οπισθογράφηση από τρίτο πρόσωπο τον Z2, που ήταν οφειλέτης του για να χορηγηθεί σ' αυτό δάνειο και δεν γνώριζε όταν την πήρε ότι ήταν κλεμμένη, αλλά το πληροφορήθηκε όταν επεστράφη απλήρωτη. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία ως ουσιαστικά βάσιμος. Εξάλλου αν πράγματι είχε περιέλθει σ' αυτόν η επίδικη επιταγή από τον Z2, θα είχε στραφεί και κατ' αυτού ζητώντας το ποσό της επιταγής, ενέργεια στην οποία δεν προέβη. Συνεπώς, πρέπει ο κατηγ/νος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που κατηγορείται". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κλοπής και πλαστογραφίας (τραπεζικής επιταγής) και χρήσης πλαστού ως άνω εγγράφου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για καθεμία πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και, τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 216 παρ. 1,2, 372 παρ.1 α και 394 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται ο δόλος του κατηγορουμένου και δη η γνώση αυτού, από την ίδια την πληρώτρια τράπεζα που είχε ρωτήσει, ότι η τραπεζική επιταγή, που του μεταβίβασε ο συγκατηγορούμενός του Z1 και όχι ο Z2, ήταν προϊόν κλοπής και πλαστογράφησης εκ μέρους του άνω μεταβιβάσαντος σε αυτόν, ως και η γνώση αυτού ότι η άνω επιταγή ήταν και πλαστογραφημένη, κάνοντας χρήση αυτής, όταν την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και στη συνέχεια, με αίτησή του προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του δήθεν εκδότη πολιτικώς ενάγοντος, έχοντας σκοπό, με τη χρήση αυτή, να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα περί της εγκυρότητας της επιταγής αυτής και να υποχρεώσει έτσι τον πολιτικώς ενάγοντα να του καταβάλει το αναγραφόμενο σε αυτή ποσό των 550.000 δραχμών. Για το σχηματισμό δε της άνω πεποιθήσεως του Δικαστηρίου, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αναφερόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ίδία όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η με ΑΒΜ-Α2002/408 μήνυση του κατηγορουμένου εναντίον του Z2, της οποίας δεν ήταν αναγκαία η ειδική αναφορά. β) αναφέρονται οι συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν και δη των άρθρων 216 παρ. 1,2 και 394 του ΠΚ, που προβλέπουν τα πλημμελήματα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος (κλοπής και πλαστογραφίας) και χρήσης πλαστού εγγράφου, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και ουδεμία σύγχυση δημιουργείται αναφορικά με τις δύο αυτές πράξεις που καταδικάστηκε, εκ της αναφοράς και του άρθρου 372 παρ.1 α ΠΚ, υποδηλούντος απλώς ότι η επιταγή αυτή ήταν συγκεκριμένα προϊόν κλοπής, και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα λόγοι αναιρέσεως, του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι ι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, επιφέρει σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2172/1993, απόλυτη ακυρότητα, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα. Παρά το νόμο παράσταση υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος, οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ ή όταν παραβιάσθηκε, η κατά το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα διαδικασία, που προβλέπεται για την άσκηση της πολιτικής αγωγής. Η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, μόνον από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. Η νομιμοποίηση δε του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεώς του, η οποία κατά το άρθρο 84 του ΚΠοινΔ, πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει εκτός των άλλων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παραστάσεως, από τους οποίους πρέπει να προκύπτει και ο αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της αξιόποινης πράξεως και της ηθικής βλάβης ή να είναι αυτός αυτονόητος και ορισμένο αίτημα. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.(ΑΠ 1278/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αλλά και την πρωτόδικη με αριθμό 23877/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα ενσωματωμένα στις δύο αυτές αποφάσεις πρακτικά, ο πολιτικώς ενάγων είχε δηλώσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παράσταση πολιτικής αγωγής και είχε ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, χωρίς να αναγραφεί, από προφανή παραδρομή, συγκεκριμένο αιτούμενο χρηματικό ποσό, παραδρομή που συνάγεται εκ του ότι στο διατακτικό της αποφάσεως το Δικαστήριο " δέχεται εξ ολοκλήρου την αίτηση και υποχρεώνει στην καταβολή ποσού 44 ευρώ", που σημαίνει ότι και το αίτημα ήταν 44 ευρώ. Στο δευτεροβάθμιο δε Δικαστήριο, ο πολιτικώς ενάγων δήλωσε και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής αιτήσας χρηματική ικανοποίηση για ποσό 44 ευρώ και το Δικαστήριο του επιδίκασε επίσης 44 ευρώ. Επομένως, η δήλωση αυτή παραστάσεως πολιτικής αγωγής του εγκαλούντος, ως νομιμοποιούμενου ενεργητικά, ήταν σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ορισμένη και σύννομη και αφού είχαν επιδικασθεί στον πρώτο βαθμό 44 ευρώ, ορθά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επιδικάστηκε το ίδιο αυτό ποσό και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ο συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-9-2007 Αίτηση και τους από 14-11-2008 Προσθέτους Λόγους, του ... για αναίρεση της με αριθμό 1134/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και χρήση πλαστού εγγράφου (ΑΠ 447/2008, 497/2008). 1) Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αιτιολογείται επαρκώς η γνώση του κατηγορούμενου, αναφέρονται οι αρμόζουσες ποινικές διατάξεις 216 παρ. 1,2, 394 ΠΚ και το 375 ΠΚ (αφού η επιταγή που πλαστογραφήθηκε ήταν και κλεμμένη), ουδεμία ασάφεια ότι καταδικάστηκε για τις άνω 2 πράξεις και όχι για κλοπή και πλαστογραφία, δεν ήταν αναγκαία η ειδική αναφορά του αναγνωσθέντος εγγράφου της ΑΒΜ - Α2000/408 μηνύσεως του κατηγορουμένου κατά του τρίτου που δήθεν του έδωσε την επιταγή και δεν υπάρχει αβεβαιότητα περί του αν συνεκτιμήθηκε. 2) Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής και επιδίκασης ποσού 44 ευρώ χωρίς αίτημα, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αλλά και την πρωτόδικη με αριθμό 23877/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα ενσωματωμένα στις δύο αυτές αποφάσεις πρακτικά, ο πολιτικώς ενάγων είχε δηλώσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παράσταση πολιτικής αγωγής και είχε ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, χωρίς να αναγραφεί, από προφανή παραδρομή, συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, παραδρομή που συνάγεται εκ του ότι στο διατακτικό της αποφάσεως το Δικαστήριο «δέχεται εξ ολοκλήρου την αίτηση και υποχρεώνει στην καταβολή ποσού 44 ευρώ, που σημαίνει ότι και το αίτημα ήταν 44 ευρώ. Στο δευτεροβάθμιο δε Δικαστήριο, ο πολιτικώς ενάγων δήλωσε και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής αιτήσας χρηματική ικανοποίηση για ποσό 44 ευρώ και το Δικαστήριο του επιδίκασε επίσης 44 ευρώ. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 1278/2007). Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, Πολιτική αγωγή.
2
Αριθμός 356/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, δια της δικαστικής συμπαραστάτριάς του ... συζύγου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαββόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ.125/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια της δικαστικής του συμπαραστάτριας, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 600/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση : 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο, μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψειςυπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίοσύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά τοείδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ τογεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεωντων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται ηαναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά ναεπεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις τωνάρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ΒΤ 125/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Από την όλη αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι: Ο κατηγορούμενος στον ... την 31.3.2000 και ενεργώντας με πρόθεση και με την ιδιότητά του ως Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου και δεσμεύοντος με την υπογραφή του, άρα και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Τεχνική Επενδυτική Ανώνυμη Εταιρεία", οφείλει στο Δημόσιο και ειδικότερα στη ΔΟΥ ΦΑΕ ... το ποσό των 33.118.509 δρχ. που έχει νόμιμα βεβαιωθεί και αφορά παρακρατούμεους ή επιρριπτόμενους φόρους και έπρεπε να καταβληθεί "εφάπαξ", σύμφωνα και με τον υπ' αριθ. 43/2001 πίνακα χρεών, που αναγνώσθηκε και περιέχεται στη δικογραφία, οπότε και είναι άμεσα γνωστός στον κατηγορούμενο. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ανικανότητας αυτού για καταλογισμό κατ'άρθ. 34 του ΠΚ, θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον η κήρυξή του σε καθεστώς στερητικής - δικαστικής συμπαραστάσεως έγινε με την υπ' αριθ. 2909/01 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάϊο του 2001, δηλαδή μετά δεκατετράμηνο περίπου από τον επίδικο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο και επί πλέον, διότι η φερόμενη νοσηρή κατάσταση του κατηγορουμένου δεν συμβιβάζεται με την ανάθεση υπευθύνων καθηκόντων σ' αυτόν, όσον αφορά τη διαχείριση και εκπροσώπηση της παραπάνω εταιρείας κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επομένως ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται, σύμφωνα και με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, ενώ θα πρέπει ν' αναγνωρισθεί σ'αυτόν και το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθ. 84 παρ. 2β' ΠΚ), ως άλλωστε έγινε και με την υπ' αριθ. ΒΤ 39/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναιρέθηκε". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας στο διατακτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στον... στις 31.3.2000 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα σύμφωνα με τον Ν.1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφ' άπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή δάνεια τα 3.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ ΦΑΕ ... διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 33.118.509 δρχ, που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους δηλ. καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής για τα παραπάνω χρέη του, που καταβάλλονται εφάπαξ", στη συνέχεια δε, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ημερησίως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2β' Πκ, 25 παρ. 1 Ν.1882/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικ/κε με το άρθρο 27 παρ. 1 Ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - η αναφορά στο σκεπτικό "μαρτύρων", ενώ εξετάσθηκε ένας (1) μάρτυρας, οφείλεται σε προφανή παραδρομή -), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως ... συζ. Χ1, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο. Όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, ο αναιρεσείων δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στο Δικαστήριο εκείνο, πληρεξουσίου δικηγόρου του, προέβαλε τους ισχυρισμούς, κατά πιστή από τα πρακτικά αντιγραφή αυτών ότι "όταν βεβαιώθηκαν τα χρέη ο κατηγορούμενος έπασχε από Alzheimer. Κηρύχθηκε σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης με την απόφαση 2909/2001. Έλλειψη καταλογισμού κατά το άρθρο 34 του ΠΚ. Ο κατηγορούμενος ήταν Αντιπρόεδρος στην εταιρία, Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και μόνος υπόχρεος ήταν ο ..., ο οποίος τελικά πλήρωσε τα χρέη στο ΙΚΑ. Το οφειλόμενο ποσό ήταν δάνειο πλημμυροπαθών". Στη συνέχεια, δια της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεώς του, προβάλλει αυτός την αιτίαση ότι σχετικά με την απόρριψή των ισχυρισμών του αυτών, τρείς (3) τον αριθμό, τους οποίους χαρακτηρίζει ως "αυτοτελείς", η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, το δικάσαν Δικαστήριο, με την ίδια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για έλλειψη στο πρόσωπό του της ικανότητας προς καταλογισμό κατ' άρθρ. 34 ΠΚ, καθώς και τους αρνητικούς της ευθύνης του ισχυρισμούς για πληρωμή του χρέους προς το Δημόσιο της αναφερόμενης οφειλέτριας ανώνυμης εταιρίας. Εξάλλου, δεν αποτελεί αντίφαση η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με πρόθεση με την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, δεσμεύοντας με την υπογραφή του, άρα και ως νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας εταιρίας "Τεχνική Επενδυτική Ανώνυμη εταιρία". Επίσης, δεν αποτελεί αντίφαση ότι ο αναιρεσείων στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρεται ως οφειλέτης του Δημοσίου, αφού στο σκεπτικό της, που παραδεκτώς συμπληρώνει το διατακτικό της αποφάσεως, διευκρινίζεται η ειρημένη ιδιότητα του κατηγορουμένου, δηλαδή ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως προαναφέρθηκε, Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας πιο πάνω Ανώνυμης εταιρίας, αφού δέσμευε με την υπογραφή του. Τέλος, αναφέρεται στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το άνω χρέος αφορούσε παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους που είχαν βεβαιωθεί νόμιμα και έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ, σύμφωνα με το 43/2001 πίνακα χρεών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 27 Μαρτίου 2008 (αρ.8/2008) ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ 125/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, βεβαιωμένων εφάπαξ. Ευθύνη Αντιπροέδρου Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας. Ισχυρισμός για έλλειψη ευθύνης προς καταλογισμό. Λόγοι αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανώνυμη εταιρία, Καταλογισμού ικανότητα.
0
Αριθμός 355/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ------ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αδαμίδη, για αναίρεση της με αριθμό 4.288/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.457/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρ. 372 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικό ή εν μέρει) κινητό πράγμα από τη κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο τnς κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Αντικείμενο ιδιοποίησης μπορεί να είναι και έγγραφα αποδεικτικά δικαιώματος, δηλαδή η υλική τους υπόσταση, όπως είναι η αστυνομική ταυτότητα, τα οποία δεν ενσωματώνουν αξία, εφόσον η αφαίρεση γίνεται με σκοπό ιδιοποίησης. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχικήσύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση τηςκαι να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή νααποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους γιατην τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση τουΔικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη πουεφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράςτους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4.288/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της κλοπής που αποδίδεται σαυτόν. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος την 11.3.2001 από κοινού με άγνωστο συνεργό έχοντας στην κατοχή του τις πιστωτικές κάρτες του εγκαλούντος, τις οποίες είχε απωλέσει εντός του καταστήματος - εστιατορίου, όπου συνήθιζε να τρώει κι όπου εργαζόταν ο κατηγορούμενος ως σερβιτόρος μετέβη στο κατάστημα της Τράπεζας EUROBANK επί της οδού... και με τη χρήση των πιστωτικών καρτών VISA και MASTERCARD ανέλαβαν από το μηχάνημα αυτόματης συναλλαγής το ποσό των 360.000 δρχ., το οποίο το ιδιοποιήθηκαν παράνομα με το άγνωστο συνεργό του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε στην αστυνομία ανεγνώρισε τον εαυτό του στις φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν κι ήταν βγαλμένες από την κάμερα της ως άνω Τράπεζας. Περί των ανωτέρω είναι σαφείς και πειστικές οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ...και ..., οι οποίες δεν ανατρέπονται από τις λοιπές καταθέσεις ούτε απ' οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλ' ούτε κι από την απολογία του κατηγορουμένου. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατά πλειοψηφία". Στη συνέχεια, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ..., της αξιόποινης πράξεως της κλοπής από κοινού με άγνωστο δράστη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο τηςουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τηναπαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 372 παρ. 1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ..., ..., ... και ..., καθώς και τη χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, .... Είναι αβάσιμες δε και πρέπει να απορριφθούν, οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αναφέρει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το με αριθμό ... έγγραφο της Υπ/σης Εγκληματολογικών Ερευνών Β.Ελλάδος, αν και κρίθηκε απαραίτητο από το άνω Δικαστήριο σε προηγούμενη δικάσιμό του και, με την 3.266/06 απόφασή του, έκρινε αναγκαία την προσκομιδή του εγγράφου αυτού, οπότε και ανέβαλε να εκδώσει οριστική απόφαση, για να προσκομιστεί τελικά αυτό στην δικάσιμο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Από την επισκόπηση δε των πρακτικών και αποφάσεως (προσβαλλομένης), προκύπτει (σελ. 9 αυτών) ότι το με αριθμό 6 έγγραφο από αυτά που αναγνώστηκαν, είναι το πιο πάνω έγγραφο. Εξάλλου, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως αυτής, ανάμεσα στα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία το Δικαστήριο εκείνο στηρίχτηκε για την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, περιλαμβάνονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στα "πρακτικά της δίκης αυτής", δηλαδή, και το προαναφερόμενο έγγραφο. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, από τη ρητή αναφορά στα αναγνωσθέντα έγγραφα, και του άνω έγγραφου και στη συνέχεια, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, από τη ρητή επίσης αναφορά, και των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που στήριξαν την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, προκύπτει με σαφήνεια ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν ήταν δε αναγκαίο για να υπάρχει περί αυτού βεβαιότητα και εντεύθεν να υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε η αξιολογική συσχέτιση του εγγράφου αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ούτε άλλη, πλην της άνω περιληφθείσας στο σκεπτικό, αιτιολόγηση, γιατί δεν κρίθηκαν πειστικά, τα αναφερόμενα στο παραπάνω έγγραφο περιστατικά. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και ο από το αυτό άρθρο §1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αυτεπαγγέλτως (ΚΠΔ 511 εδ. α') εξεταζόμενος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, λόγος αναιρέσεως. Τέλος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας και συγκεκριμένα, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσεώς του έλαβε υπόψη του την "ομολογία - κατάθεση" του τελευταίου, που λήφθηκε προφορικά κατά την προσαγωγή του ως υπόπτου στην αστυνομία, οπότε και του επιδείχθηκαν ληφθείσες από βιντεοκάμερα φωτογραφίες και, ότι λόγω της απόλυτης ακυρότητας από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, που επήλθε με την παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 ΚΠΔ, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, καθόσον, η διάταξη του άρθρου 105 ΚΠΔ καταλαμβάνει αποκλειστικά τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες λήφθηκε υπόψη προανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου που δόθηκε με ή χωρίς όρκο, πράγμα το οποίο δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτοκ. 52/2008) αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 4.288/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλοπή. Έννοια. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Αβάσιμοι. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κλοπή.
0
Αριθμός 352/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αγγελική Λαλούση, για αναίρεση της 1523/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, ως και στο από 20 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 602/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου), πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 ίδιου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474, 509 και 510 ΚΠΔ, η έκθεση αναιρέσεως που δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αιτήσεως που κατήρτισε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ' αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, οπότε δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς της εκθέσεως στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση της αιτήσεως στο αναιρετήριο και συγκρότηση έτσι ενιαίου δικογράφου. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αναιρεσείουσα ..., με την ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συνταγείσα υπ' αριθμό 13/15-2-2007 έκθεση αναιρέσεως, ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμό 1523/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, "δηλώνοντας ότι ασκεί αναίρεση κατά της 1523/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση κατά της 44984/2000 και δήλωσε όσα αναφέρονται στα επισυναπτόμενα έγγραφα". Είναι σαφές, όμως, ότι στην ως άνω, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ, συνταχθείσα έκθεση δεν διατυπώθηκε κανένας αναιρετικός λόγος, ενώ, από την επιτρεπτή επισκόπηση της συνημμένης "αιτήσεως αναιρέσεως", προκύπτει ότι αυτή έχει υπογραφεί μόνο από την πληρεξούσια δικηγόρο, Αγγελική Λαλούση, χωρίς να έχει γίνει πράξη εγχειρίσεως και χωρίς να υπάρχει υπογραφή του αρμοδίου δικαστικού υπαλλήλου, ενώπιον του οποίου φέρεται ότι συντάχθηκε η αίτηση αναιρέσεως, και η σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής υπηρεσίας. Επομένως, η αίτηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματωμένη στο παραπάνω αναιρετήριο και δεν συγκροτεί ενιαίο με αυτό δικόγραφο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως μη περιέχουσα κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, καθώς και οι από 20-2-2008 πρόσθετοι λόγοι, αφού προϋπόθεση της έρευνας αυτών, είναι το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-2-2007 αίτηση της ..., και τους επ' αυτής από 20-2-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1523/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση λόγω ανυπαρξίας λόγων αναιρέσεως και αοριστίας των επικαλούμενων λόγων στην οικεία έκθεση. Η παραπομπή στο δικόγραφο της συνημμένης έκθεσης αναιρέσεως, που έχει υπογραφεί μόνο από τον πληρεξούσιο συνήγορο, χωρίς την υπογραφή και σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ενσωματωθεί στην έκθεση, το δικόγραφο της αναίρεσης. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 351/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου 1)..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ράπτη και 2)..., παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, για αναίρεση της 224/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 76/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 264 περ. α' του ΠΚ, κατά τις οποίες όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α)με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση απαιτείται: α) πρόκληση πυρκαγιάς με οποιονδήποτε τρόπο, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί φωτιά οπωσδήποτε σημαντική και όχι συνηθισμένης εκτάσεως με τάση εξαπλώσεως και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβεστεί και β)δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο εννόμων αγαθών ή σε άνθρωπο. Κίνδυνος δε ανθρώπου υπάρχει όταν δημιουργείται πιθανότητα προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, έστω και ενός μη κατά πρόσωπο προσδιορισμένου ανθρώπου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 266 § 1 του ΠΚ, ορίζεται ότι αν η πράξη του άρθρου 264 τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση. Από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες, που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε από τις προσωπικές περιστάσεις και τις ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του παραπάνω εγκλήματος που διαπράχθηκε. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως 'γη παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η αμέλεια διακρίνεται σε ασυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 224/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα έγγραφα που διαβάστηκαν τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν, την απολογία της κατηγορουμένης και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αποδιδόμενη σ αυτούς δια του κατηγορητηρίου αξιόποινη πράξη . Την περί τούτου κρίση του στηρίζει στα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι στο ... στις 23-9-2001 πριν αναχωρήσουν από τη διώροφη οικία τους, η οποία βρίσκεται στην ως άνω περιοχή, δεν προέβησαν σε έλεγχο των ηλεκτρικών συσκευών και των άλλων πιθανών εστιών φωτιάς, όπως δύο φιάλες υγραερίου, οι οποίες υπήρχαν εντός της ως άνω οικίας, με αποτέλεσμα μετά την αποχώρησή τους να προκληθεί πυρκαγιά εντός της αποθήκης της οικίας τους, η οποία (αποθήκη) βρισκόταν στον ισόγειο χώρο, συνεπεία της οποίας (πυρκαγιάς) καταστράφηκαν ολοσχερώς η εν λόγω αποθήκη μαζί με το υπερκείμενο υπνοδωμάτιο, εκτός της τοιχοποιίας, υπέστη εκτεταμένες ζημιές ο ξενώνας, καθώς και σχεδόν ολόκληρο το διαμέρισμα, ενώ περαιτέρω, η πυρκαγιά επεκτάθηκε και στο γειτονικό ακίνητο, ιδιοκτησίας ..., ..., ..., ... και..., το οποίο είχε κοινή ξύλινη κεραμοσκεπή με το ακίνητο των κατηγορουμένων και το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς. Επιπλέον οι κατηγορούμενοι, μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς καθυστέρησαν να ανοίξουν την πόρτα του διαμερίσματος, όπου υπήρχε η εστία φωτιάς, για να εισέλθουν οι πυροσβέστες και να διευκολυνθεί η κατάσταση, δεν κατηύθυναν σωστά τους τελευταίους ώστε να προβούν σε ανάλογες ενέργειες δεδομένης της ιδιόρρυθμης διαρρύθμισης του εν λόγω ακινήτου, ενώ τέλος, παρέλειψαν να τους ενημερώσουν για την κοινή κεραμοσκεπή των δύο οικιών. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και από την απολογία της κατηγορουμένης, συνιστούν δε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι και επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού καθόσον δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 289 ΠΚ, αφού δεν ικανοποίησαν με την ελεύθερη βούλησή τους, τους ζημιωθέντες, αλλά υποχρεώθηκαν σε τούτο με δικαστικές αποφάσεις κατόπιν άσκησης σχετικών αγωγών εναντίον τους από τους παθόντες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι αυτό πρέπει να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2α". Στη συνέχεια, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες ... και ...της αξιόποινης πράξεως του εμπρησμού από αμέλεια, αναγνωρίζοντας σε αυτούς το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και επέβαλε σε καθέναν από αυτούς ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β' 26 παρ. 1β' 28, 84 § 2α', 266 § 1 σε συνδ. προς 264 περ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της παρούσας κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστή από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ..., καθώς και της μάρτυρα υπερασπίσεως ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκε ενόρκως στο άνω Δικαστήριο. Είναι αβάσιμες οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για τις οποίες πρέπει να λεχθούν τα εξής: α)οι τελευταίοι, προβάλλουν την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, χωρίς να αναφέρει με ποιο τρόπο τελέστηκε η πράξη, σε τι συνίσταται η αμέλειά τους και το είδος αυτής (συνειδητή ή μη συνειδητή), ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία ειδικά, από τα οποία προκύπτει τυχόν αμέλειά τους, ενώ δεν μνημονεύεται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης η έκθεση αυτοψίας της πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ούτε προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο. Ως προς την αιτίαση για επανάληψη στο σκεπτικό εφόσον το διατακτικό περιέχει πραγματικά περιστατικά, είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια επανάληψη, χωρίς να υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται δε στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως σε τι συνίσταται η αμελής συμπεριφορά των αναιρεσειόντων. Αναφορικά με το είδος της αμέλειας καθενός από αυτούς, με τα όσα δέχεται η εν λόγω απόφαση και τα οποία αναφέρονται πιο πάνω, είναι σαφές ότι το Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην περί ενοχής αυτών κρίση του, δέχεται ότι συνέτρεξε στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων μη συνειδητή αμέλεια, αφού αναφέρει γι' αυτήν, εκτός άλλων, ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεώς τους είχαν τη δυνατότητα αν κατέβαλαν την επιμέλεια που αντικειμενικά όφειλαν και υποκειμενικά μπορούσαν να καταβάλουν και, έτσι να αποφύγουν την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεώς του άνω εγκλήματος. Τέλος, από την επισκόπηση της από 23-09-2001 εκθέσεως απλής αυτοψίας, προκύπτει ότι αυτή διεξήχθη στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανακρίσεως από ανακριτικούς υπαλλήλους της πυροσβεστικής Υπηρεσίας κατά την προανάκριση για την άνω υπόθεση του εμπρησμού. Τα όργανα αυτά, ενεργήσαντα κατά την ΚΠΔ 180 § 2, περιέγραψαν στην εν λόγω έκθεση την κατάσταση των πραγμάτων, ελέγχοντας και την προηγούμενη (κατάσταση) και, για την αυτοψία που πραγματοποίησαν, συνέταξαν την παραπάνω έκθεση, η οποία περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στο άρθρο 178 ΚΠΔ, αποδεικτικά μέσα. Η έκθεση αυτή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώστηκε στο δικάσαν Δικαστήριο. Παρόλον ότι δεν μνημονεύεται ειδικά στο σκεπτικό της άνω αποφάσεως, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όμως από το όλο περιεχόμενό της (εκθέσεως αυτοψίας), συνάγεται ότι λήφθηκε αυτή υπόψη και συνεκτιμήθηκε στην περί της ενοχής κρίση των κατηγορουμένων από το Δικαστήριο. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και ο από το αυτό άρθρο § 1 στοιχ. Ε' του αυτού κώδικα, αυτεπαγγέλτως (ΚΠΔ 511 εδ. α') εξεταζόμενος, της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, λόγος αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αναιρέσεις στο σύνολό τους και να καταδικαστεί καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 29 Δεκεμβρίου 2007 (υπ' αριθμ. πρωτοκ. 11.463/2007) αιτήσεις των: 1).. και 2)...για αναίρεση της με αριθμό 224/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθέναν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εμπρησμός από αμέλεια - Κατά την ΠΚ 28 ευσυνείδητη και χωρίς συνείδηση αμέλεια - Πότε υπάρχει η κάθε μορφή αμέλειας - Η έκθεση αυτοψίας περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα και πρέπει να μνημονεύεται, αρκεί όμως όταν από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη. Απόρριψη αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εμπρησμός.
0
Αριθμός 350/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζουμπούλη, για αναίρεση της 4268/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1) ... και 2) .... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Μαΐου 2007 και 11 Οκτωβρίου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1791/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά της με αριθμό 4268/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, Χ1, καταδικάστηκε για απόπειρα κλοπής σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, που ανεστάλη για τρία (3) χρόνια, άσκησε, νομίμως και εμπροθέσμως: α)ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 23 Μαΐου 2007 δια του παραστάντος με αυτόν στη δίκη εκείνη δικηγόρου του, Κωνσταντίνου Ζουμπούλη, αναίρεση, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 233/2007 έκθεση, με λόγους, και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της, μη καθαρογραμμένης τότε, άνω αποφάσεως, κατά τα ειδικότερα σε αυτή εκτιθέμενα, και β)την υπογραφόμενη από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12 Οκτωβρίου 2007 (αριθμ. πρωτ. 9056/12-10-07) από 11-10-07 αίτησή του, με λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καθαρογραμμένης πλέον και καταχωρηθείσας στο ειδικό βιβλίο στις 2-10-07 ανωτέρω αποφάσεως. οι αναιρέσεις αυτές που περιέχουν συγκεκριμένους λόγους, είναι παραδεκτές, θεωρούμενες η μια συμπληρωματική της άλλης, και ως συναφείς πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρ. 372 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από τη κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Αντικείμενο ιδιοποίησης μπορεί να είναι και έγγραφα αποδεικτικά δικαιώματος, δηλαδή η υλική τους υπόσταση, όπως είναι η αστυνομική ταυτότητα, τα οποία δεν ενσωματώνουν αξία, εφόσον η αφαίρεση γίνεται με σκοπό ιδιοποίησης. Εξάλλου, κατά το αρ. 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται αν το κακούργημα πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83 ΠΚ). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4268/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Οι κατηγορούμενοι, κατά τον στο διατακτικό τόπο και χρόνο, έχοντας από κοινού αποφασίσει να εκτελέσουν το πλημμέλημα της κλοπής, επεχείρησαν πράξη περιέχουσα τουλάχιστον αρχή εκτελέσεων αυτού. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει ιδίως από την αναγνωσθείσα κατάθεση της μάρτυρος Μ1 σε συνδυασμό με τις λοιπές μαρτυρικές καταθέσεις αλλά και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να παραβιάσουν μηχανήματα αυτόματης πωλήσεως βιντεοκασσετών με την επωνυμία "...", προκειμένου να αφαιρέσουν από αυτά κασσέτες, πλην όμως απέτυχαν του σκοπού τους από λόγους αντικειμενικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς των, καθόσον έγιναν αντιληπτοί από την ανωτέρω Μ1, η οποία ειδοποίησε την αστυνομία και συνελήφθησαν. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, του Δικαστηρίου δεχομένου ότι η τέλεσή της έλαβε χώρα υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α' ΠΚ., κατά τα στο διατακτικό". Στη συνέχεια, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, Χ1, της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας κλοπής κατά συναυτουργία, αναγνωρίζοντας σε αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 § 1, 45, 372 § 1α' και 84 § 2α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, ..., καθώς και του μάρτυρα υπερασπίσεως ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εξετάσθηκε ενόρκως στο άνω Δικαστήριο. Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για τις οποίες πρέπει να λεχθούν τα εξής: α)από τη ρητή αναφορά στα αναγνωσθέντα (έγγραφα και της από 6/2005 εκθέσεως αυτοψίας και στη συνέχεια, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως από τη ρητή αναφορά και των εγγράφων, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που στήριξαν την κρίση του Δικαστηρίου (και, κατά συνέπεια, και της άνω εκθέσεως αυτοψίας ως εγγράφου), προκύπτει σαφώς ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν ήταν δε αναγκαίο, για να υπάρχει περί αυτού βεβαιότητα και εντεύθεν να υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε η αξιολογική συσχέτιση του εγγράφου αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ούτε άλλη, πλην της ως άνω περιληφθείσας στο σκεπτικό, αιτιολόγηση, γιατί δεν κρίθηκαν πειστικά τα αναφερόμενα στην άνω, χαρακτηριζόμενη ως έκθεση αυτοψίας. Ούτε εξάλλου ήταν αναγκαίο να παρατεθεί από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος. Είναι δε έγγραφο η άνω έκθεση αυτοψίας και, ως τέτοιο, εκτιμήθηκε, αφού δεν διατάχθηκε κατά την ΚΠΔ 183 από το Δικαστήριο ή ανακριτικό υπάλληλο στα πλαίσια της διεξαγόμενης προανακρίσεως ή ανακρίσεως, προς περαίωση εισαγγελικής παραγγελίας. Συντάχθηκε από έχοντα ειδικές γνώσεις πρόσωπο (το μηχανικό ....) και προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο προς υπεράσπισή του. Κατά συνέπεια, ούτε αυτοψία κατά την ΚΠΔ 178 είναι, ούτε κατά την ΚΠΔ 183 η έκθεση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνωμοσύνη, διαταχθείσα από το Δικαστήριο ή τα άνω πρόσωπα, οπότε έπρεπε να αναφέρεται ως τέτοια ειδικά ή τα άνω πρόσωπα, οπότε έπρεπε να αναφέρεται ως τέτοια ειδικά στην αιτιολογία της αποφάσεως. β)Επίσης, αβάσιμη είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προανακριτική κατάθεση της μάρτυρα, Μ1 , που αναγνώστηκε, ενώ δεν ενισχύθηκε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, εκλήφθηκε ως αληθής από το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί αυτό σε εσφαλμένη κρίση, αφού η αιτιολογία της έρχεται σε αντίθεση με τα αποδεικτικά μέσα και την κοινή λογική και πείρα, καθόσον πλήττεται απαραδέκτως η ουσία της υποθέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, είναι αβάσιμος και, πρέπει να απορριφθεί, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος των κριθεισών ως παραδεκτών αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και ο από το αυτό άρθρο § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αυτεπαγγέλτως (ΚΠΔ 511 εδ. α' ) εξεταζόμενος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, λόγος αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά, με τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά, με τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1) για κάθε αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει α)την, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, δια του παραστάντος στη δίκη εκείνη, δικηγόρου του, Κωνσταντίνου Ζουμπούλη, από 23-5-07 και με αριθμό καταθέσεως 233/07 αίτηση και β)την υπογραφόμενη από τον ίδιο και επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-10-07 (αριθμ. πρωτ. 9.056/12-10-07) από 11-10-07 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 4268/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για κάθε αίτηση αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδίκη κατηγορουμένου για απόπειρα κλοπής. Άσκησε παραδεκτά και νόμιμα δύο (2) αναιρέσεις κατά της καταδικαστικής αποφάσεως. Η μια θεωρείται ως συμπληρωματική της άλλης (περιλαμβάνουν τον ίδιο λόγο). Εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος και ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΚΠΔ 511 εδ.α΄). Απόρριψη αναίρεσης.
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Κλοπή.
0
Αριθμός 349/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό, περί αναιρέσεως της 3260/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2045/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 88 § 1 περ. α' του Ν. 3386/2005, διώκονται και τιμωρούνται, μεταξύ άλλων, και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3260/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης του με αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο ΤΑΞΙ μάρκας SKODA, με αριθμό πλαισίου... . Την 11-5-2006, έχοντας ως συνοδηγό τον Αλβανό υπήκοο ... μετέβησαν στην ... που βρίσκεται κοντά στην Ελληνοσκοπιανή μεθόριο, για να μεταφέρουν και να προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας έναντι αμοιβής και ειδικότερα έναντι ποσού 150 ευρώ, τους αλλοδαπούς υπηκόους της Αλβανίας 1) ... 2) ... και 3) ..., οι οποίοι νωρίτερα, είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος από τη FYROM, και συγκεκριμένα από αφύλακτο σημείο της Ελληνοσκοπιανής μεθορίου, στην αγροτική περιοχή ..., και ήθελαν να μεταβούν στη ... και με τους οποίους είχαν προσυνεννοηθεί με κινητά τηλέφωνα. Αφού επιβιβάσθηκαν στο ταξί οι προαναφερόμενοι ο κατηγορούμενος κινήθηκε μέσω της Ε.Ο. ... . Στο 12° χλμ. της εν λόγω Ε.Ο. και περί ώρα 12.45 μ.μ. σε έλεγχο που πραγματοποιήθηκε από τους αρμόδιους συνοριοφύλακες, που είχαν εν τω μεταξύ ειδοποιηθεί ότι στο ταξί επιβιβάσθηκαν ύποπτα άτομα, διαπιστώθηκε ότι οι τρεις προαναφερόμενοι Αλβανοί ο ένας εκ των οποίων είναι ξάδελφος του συνοδηγού δεν έφεραν νομιμοποιητικά έγγραφα και είχαν εισέλθει λαθραία στο Ελληνικό έδαφος, τους προωθούσαν δε στο εσωτερικό της χώρας έναντι χρηματικής αμοιβής που θα καταβαλλόταν στο τόπο προορισμού ο κατηγορούμενος και ο προαναφερόμενος Αλβανός υπήκοος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της παράνομης μεταφοράς - προώθησης υπηκόων τρίτων χωρών στο εσωτερικό της χώρας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, κατά συρροή και κατά συναυτουργία. Τέλος το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, της αξιόποινης πράξεως της παράνομης μεταφοράς - προώθησης υπηκόων τρίτων χωρών στο εσωτερικό της χώρας, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, κατά συρροή και κατά συναυτουργία, αναγνωρίζοντας σε αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 51, 53, 57, 76, 79, 84 § 2α', 94 § 1 ΠΚ, 88 περ. α Ν. 3386/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι αλλοδαποί που μετέφερε με το ταξί του, είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος, ούτε αναφέρονται σε αυτή περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται η γνώση αυτή του κατηγορουμένου, πολύ δε περισσότερο, όπως γίνεται με αυτή δεκτό, αφού η επιβίβαση έγινε μεσημβρινή ώρα και σε Εθνική οδό, ενόψει όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, είναι αβάσιμες, αφού ρητά αναφέρεται στο σκεπτικό, αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι μετέβη στον προαναφερόμενο τόπο για να μεταφέρει και να προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας έναντι του ποσού των 150 ΕΥΡΩ τους αλλοδαπούς, οι οποίοι νωρίτερα είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος από αφύλακτο σημείο. Επομένως, είναι αβάσιμος και, πρέπει να απορριφθεί, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της κριθείσας ως παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και ο από το αυτό άρθρο § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511 εδ. α' εξεταζόμενος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρατίθενται οι διατάξεις που προβλέπουν το έγκλημα, για το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, και ειδικότερα δεν αναφέρονται τα άρθρα 27 § 1 και 45 του ΠΚ. Και τούτο διότι, οι άνω διατάξεις, καθώς και άλλες που στοιχειοθετούν υποκειμενικά και αντικειμενικά το άνω έγκλημα, ρητά στην άνω απόφαση (σελ. 6), αυτές αναφέρονται, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά την ΚΠΔ 514 εδ. γ', ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα. Τέλος, τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το από 9-10-2008 υπόμνημά του, που κατατέθηκε στο Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού στις 10-10-2008 (δηλαδή μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως), ότι η κατάσχεση του Δ.Χ.Ε. αυτ/του (ταξί) που μετέφερε τους αλλοδαπούς αποτελεί (η κατάσχεση οχήματος + άδειας κυκλοφορίας - εκμεταλλεύσεως) υπέρμετρη παρεπόμενη ποινή, σε σχέση με την κυρία ποινή (φυλάκιση 6 μηνών ανασταλείσα) με συνέπεια, να υπάρχει δυσαναλογία σε σχέση με τη βασική κύρωση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ξεχωριστό λόγο, προτεινόμενο με την αίτηση αναιρέσεως ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, και έτσι, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του αυτός ως απαράδεκτος.- Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.- Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2007 (υπ' αριθμ. πρωτοκ. 59/2007) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμό 3260/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης.- Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη μεταφορά. Άρθρο 88 παρ. 1α΄ Ν. 3386/2005 - Παράβαση. Προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, κατά συρροή και κατά συναυτουργία. Λόγος αναιρέσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη εσφαλμένη ερμηνεία ή μη ορθή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Συναυτουργία, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 354/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 153/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία με την επωνυμία "..... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον ..... και εκπροσωπείται νόμιμα από την καταστατική της διαχειρίστρια Ψ, η οποία εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Σταμόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 858/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων δραχμών, ήδη (586, 95 ευρώ) ή με μια από τις ποινές αυτές: α) ..., β) ..., γ) ..., δ) όποιος εν γνώσει πωλεί ή εκθέτει προς πώληση ή κυκλοφορία προϊόντα ή εμπορεύματα που φέρουν σήμα που αποτελεί παραποίηση ή απομίμηση αλλότριου σήματος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 29 του ίδιου νόμου, η ποινική δίωξη για μεν τις περιπτώσεις α', β', γ', δ', και ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 28 ασκείται κατ' έγκληση και για πράξεις που γίνονται μετά την καταχώριση του σήματος του εγκαλούντος, για δε την περίπτωση στ' και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του ίδιου νόμου (2239/1994), όταν το σήμα καταχωρισθεί στο όνομα κάποιου, με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, αυτός είναι ο δικαιούχος του και έχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του, συνεπώς δε και το δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως, για παράβαση του άρθρου 28 παρ. 1 δ' του ανωτέρω νομοθετήματος, που διώκεται, κατ' άρθρο 29 του ίδιου νόμου, κατ' έγκληση. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 153/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπλη-ρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, (ήτοι τη χωρίς όρκο κατάθεση της Ψ, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία των κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Πετράκη, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Καλαμάτας με αύξοντα αριθμό ..... και σε περίληψη στο υπ' αριθμ. 2712/1999 Φ.Ε.Κ., τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε., συστήθηκε στις 23-3-1999 η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΑΣΤΕΛΟΠΟΙΪΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΪΑ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ - ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΙ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "..... ΕΠΕ". Έδρα της εταιρείας ορίστηκε ο Δήμος ..... . Εταίροι της εταιρείας είναι οι Ψ και Α. Σκοπός της εταιρείας ήταν, εκτός των άλλων, η παραγωγή, επεξεργασία, τυποποίηση, συσκευασία και εμπορία γεωργικών προϊόντων (παστέλι, μαντολάτο κ.λ.π.). Στις 17-8-1999 συστήθηκε η ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "..... και ΣΙΑ ΕΕ". Ομόρρυθμο μέλος και διαχειρίστρια της άνω εταιρείας είναι η πρώτη κατηγορουμένη (Χ) και ετερόρρυθμο μέλος αυτής η δεύτερη κατηγορουμένη (Β). Σκοπός της εταιρείας αυτής ήταν, εκτός των άλλων, και η παραγωγή και εμπορία παστελιού. Η πρώτη ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στις 7-7-1999, κατέθεσε τα παρακάτω σήματα στο αρμόδιο τμήμα κατάθεσης σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, ήτοι 1) το υπ' αριθμ. ..... σήμα, αποτελούμενο από τις λέξεις "..... ΤΡΑΓΑΝΟ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ ΜΕ ΜΕΛΙ" και απεικόνιση και 2) το υπ' αριθμ. ..... σήμα, αποτελούμενο από τις λέξεις "..... ΤΡΑΓΑΝΟ ΦΥΣΤΙΚΑΤΟ" παστέλι με απεικόνιση. Τα παραπάνω σήματα έγιναν δεκτά με τις υπ' αριθμ. ..... και ..... αποφάσεις αντιστοίχως της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, που κατέστησαν αμετάκλητες. Ετσι τα εν λόγω σήματα καταχωρήθηκαν στο ειδικό βιβλίο του άρθρ. 6 ν. 2239/1994 "περί σημάτων" στις 19-3-2001 και η πράξη καταχωρήσεως υπεγράφη αρμοδίως. Σημειώνεται ότι με τις παραπάνω αποφάσεις απερρίφθησαν οι παρεμβάσεις της ανωτέρω ετερόρρυθμης εταιρείας, με τις οποίες εζητείτο η απόρριψη των ως άνω σημάτων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ετερόρρυθμη εταιρεία, στις 7-1-2000, κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα κατάθεσης σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης τα υπ' αριθμ. ....., ....., ....., ....., ....., ..... σήματα, αποτελούμενα από τις λέξεις "ΠΑΣΤΕΛΙ ....." και απεικόνιση, τα οποία απερρίφθησαν με τις υπ' αριθμ. ....., ....., ....., ....., ..... και ..... αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, με την αιτιολογία ότι υπήρχε πρόδηλη ομοιότητα με τα ανωτέρω σήματα της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, η οποία (ομοιότητα) ήταν ικανή να δημιουργήσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ως προς την προέλευση των προϊόντων. Αποδείχθηκε, τέλος, ότι η πρώτη κατηγορουμένη (Χ), υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας και ομόρρυθμου εταίρου της ετερόρρυθμης εταιρείας, έθεσε στην ....., στις 20-3-2001, δια της ως άνω εταιρείας (ετερόρρυθμης), σε κυκλοφορία προϊόντα (παστέλι), αναγράφοντας στη συσκευασία αυτών τα σήματα "..... και ΣΙΑ ΤΡΑΓΑΝΟ" παστέλι, "..... και ΣΙΑ ΜΕΛΑΤΟ" παστέλι, "ΠΑΣΤΕΛΙ ....." "ΜΕΛΑΤΟ ΠΑΣΤΕΛΙ ....." και "ΤΡΑΓΑΝΟ ΠΑΣΤΕΛΙ .....", τα οποία αποτελούν απομίμηση των νομικώς προστατευόμενων ανωτέρω σημάτων της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε ότι η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Η υποβάλει κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες τις δηλώσεις των παραπάνω σημάτων. Για το λόγο τούτο άλλωστε είχε παρέμβει κατά τις ημερομηνίες των δικασίμων ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, ζητώντας την απόρριψη αυτών. Γνώριζε δε αυτή ότι τα παραπάνω σήματα της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (αριθμ. ....., .....) είχαν γίνει δεκτά με τις ανωτέρω αποφάσεις (αριθμ. ..... και .....) της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, κατά των οποίων (αποφάσεων) δεν άσκησε προσφυγή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και επομένως, όπως τούτο αποδεικνύεται από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων συνδυαζομένων προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ότι αυτές είχαν καταστεί αμετάκλητες κατά τον άνω χρόνο (19-3-2001) και ότι τα σήματα είχαν καταχωρηθεί στις 19-3-2001 στο ειδικό βιβλίο του άρθρ. 6 ν. 2239/1994 "περί σημάτων". Γνώριζε, συνεπώς, ότι το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση των σημάτων είχε η εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και παρόλα ταύτα ήθελε να κυκλοφορήσει δια της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας και πράγματι κυκλοφόρησε κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο (20-3-2001) προϊόντα (παστέλι) που έφεραν σήματα που αποτελούσαν απομίμηση αλλότριων σημάτων και δη αυτών της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Επομένως, η πρώτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της παράβασης του άρθρου 28 ν. 2239/1994 "περί σημάτων" με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ.2α Π.Κ), όπως στο διατακτικό. Απορριπτέος τυγχάνει ο έτερος ισχυρισμός της περί αναγνωρίσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ, αφού αυτός, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, (βλ. πρακτικά Δικαστηρίου τούτου και δη σελ. 9), είναι αόριστος)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ένοχη της παραβάσεως του άρθρου 28 του ν. 2239/1994 "περί Σημάτων", κατά συναυτουργία, και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 7 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1 εδ. 84 παρ. 2α του Π.Κ, και 28 παρ. 1, εδ. δ', 29, 30 Ν. 2239/1994 "περί Σημάτων". Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... και ΣΙΑ Ε.Ε", αν και γνώριζε ότι η εδρεύουσα στον ..... εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΣΤΕΛΟΠΟΙΪΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΪΑ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΙ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με το διακριτικό τίτλο "ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΙ ΕΠΕ", είχε καταστεί δικαιούχος των υπ' αριθμ. ..... και ..... σημάτων, από το αρμόδιο τμήμα σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, σχετικών με προϊόντα της και με τις λέξεις "..... ΤΡΑΓΑΝΟ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ ΜΕ ΜΕΛΙ" και "..... ΤΡΑΓΑΝΟ ΦΥΣΤΙΚΑΤΟ", σύμφωνα με τις υπ' αριθμό ..... και ..... αμετάκλητες αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, παράλληλα δε είχαν καταχωριστεί, στις 19-3-2001 στο ειδικό βιβλίο σημάτων, έθεσε σε κυκλοφορία προϊόντα της (παστέλι), αναγράφοντας στη συσκευασία τους, τα σήματα "..... και ΣΙΑ ΤΡΑΓΑΝΟ", παστέλι, "..... και ΣΙΑ ΜΕΛΑΤΟ" παστέλι, " ΠΑΣΤΕΛΙ .....", "ΜΕΛΑΤΟ ..... ΠΑΣΤΕΛΙ" και "ΤΡΑΓΑΝΟ ΠΑΣΤΕΛΙ .....", τα οποία αποτελούσαν απομίμηση των προϊόντων εκείνων που η εγκαλούσα εταιρεία, είχε θέσει σε κυκλοφορία σε προγενέστερο χρόνο. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα γνώριζε, ότι η εγκαλούσα εταιρεία, σε προγενέστερο χρόνο από εκείνο, κατά τον οποίο η εταιρεία που αυτή εκπροσωπούσε, όχι μόνο είχε καταθέσει στο αρμόδιο τμήμα σημάτων αντίστοιχες αιτήσεις και είχε ζητήσει την κατοχύρωση των σημάτων αυτών για τα συγκεκριμένα προϊόντα της, αλλά γνώριζε ακόμη, ότι η εγκαλούσα εταιρεία είχε καταστεί δικαιούχος των σημάτων αυτών, με αμετάκλητες αποφάσεις, οι οποίες καταχωρίστηκαν, κατά το άρθρο 6 του νόμου 2239/1994, στις 19-3-2001, στο ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 2239/1994, ενώ, η εταιρεία, που αυτή (αναιρεσείουσα) εκπροσωπούσε, είχε παρέμβει στη διαδικασία εκείνη και οι σχετικές παρεμβάσεις της, που άσκησε, απορρίφθηκαν με τις άνω υπ' αριθμ. ..... και ..... αποφάσεως της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, όπως επίσης, στη συνέχεια, απορρίφθηκαν σχετικά αιτήματά της, για κατοχύρωση των σημάτων, που αυτή επεδίωκε με την από 7-1-2000 αίτησή της. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι την αποκλειστικότητα στη χρήση των επίμαχων σημάτων, είχε η εγκαλούσα εταιρεία, συνεπεία της κατοχύρωσης τους από το οικείο τμήμα σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, όπως επίσης αιτιολογείται η παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, έθεσε σε κυκλοφορία προϊόντα της, θέτοντας επ' αυτών κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα, απεικονίσεις που αποτελούσαν απομίμηση αλλότριων σημάτων και μάλιστα αυτών, για τα οποία δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως είχε μόνο η εγκαλούσα εταιρεία. Περαιτέρω, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι η εγκαλούσα εταιρεία έκανε χρήση των επίμαχων σημάτων από της 19-3-2001, ημέρας καταχώρισής τους, στο αντίστοιχο ειδικό βιβλίο σημάτων και από του χρονικού τούτου σημείου, είχε το αναφαίρετο δικαίωμα να εγκαλέσει οποιονδήποτε τρίτο, που αυθαίρετα έκανε χρήση των σημάτων, την αποκλειστική χρήση των οποίων είχε μόνο αυτή. Η από μέρους δε της εγκαλούσας, το πρώτον, την 7-5-2001, υποβολή της σχετικής εγκλήσεως κατά της αναιρεσείουσας, με την ιδιότητα που αυτή είχε, έγινε εντός της τρίμηνης προθεσμίας, από της ως άνω καταχώρισης, και υπήρξε εμπρόθεσμη, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ του ίδιου Κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. 'Ετσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του και καταδίκη της αναιρεσείουσας και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα με α. α 39 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων και συγκεκριμένα οι υπ' αριθμό ..... και ..... αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Με την καταχώριση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, για την ανάγνωση των οποίων, άλλωστε, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση, δε δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, όπως και δεν ήταν αναγκαία οποιαδήποτε άλλη αναφορά σχετική με τα πρόσθετα στοιχεία αυτών, όπως ο συντάκτης τους, ή ο τόπος και ο χρόνος εκδόσεώς τους, αφού με την ανάγνωσή τους προσδιορίστηκε η ταυτότητά τους και κατά το περιεχόμενό τους, οπότε ο αναιρεσείων είχε την δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα, ότι θεώρησε τις ως άνω δύο αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, ως αμετάκλητες, χωρίς να υπάρχουν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά αμετακλήτου και εγγραφής των σημάτων στο ειδικό βιβλίο, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού αιτιολογείται η παραδοχή ότι το αμετάκλητο αυτών, καθώς και η εγγραφή τους, στο αντίστοιχο βιβλίο, προκύπτει εκτός άλλων και από σειρά άλλων αποδεικτικών στοιχείων, (μαρτύρων, εγγράφων) και όχι από τα πιο πάνω έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν (βεβαίωση περί του αμετακλήτου και εγγραφής). Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητας, (άρθρο 510 παρ.1, στοιχ. Α', 171 παρ.1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ,), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-4-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 153/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση νόμου περί Σημάτων - Ν. 2239/1994. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) της απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει την αναίρεση. Δαπάνη υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Σήματα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 362/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ. Με εγκαλούμενους τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 30.9.2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1564/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 527/18.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 437/30-9-2008 αναφορά του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητείται σύμφωνα με τα αρ. 136 παρ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, η παραπομπή της δικογραφίας που έχει σχηματισθεί κατά της υπηρετούσης στο Εφετείο Αθηνών Εφέτου Ψ1, των Πρωτοδικών Αθηνών Ψ2, Ψ3 και του τέως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ψ4, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των άρθρων 136 περ. ε και 137 παρ. 1 εδ. του ΚΠΔ, προκύπτει ότι όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο ή ομοειδές δικαστήριο. Για την παραπομπή, που νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, αποφασίζει ο 'Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη, μη διαλαμβανομένη στα εδάφια α' και β' της παρ. 1 του αρ. 137 ΚΠΔ, περίπτωση και συνεπώς και στην περίπτωση παραπομπής από τον αρμόδιο να κρίνει επί προσφυγής κατά διατάξεως Εισαγγελέως Πρωτοδικών, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΚΠΔ, Εισαγγελέα Εφετών, σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 30-11-2006, 16-12-2006 και 27-12-2006 εγκλήσεις, ο Χ, κάτοικος ....., καταμήνυσε για παράβαση καθήκοντος, τους Ψ1, Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, Ψ2, Ψ3, Πρωτοδίκες Αθηνών και Ψ4, τέως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που αποτέλεσαν την σύνθεση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εξέδοσε το 2744/2006 βούλευμα. Δεδομένου ότι οι μηνυόμενοι υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 1224/2007 βούλευμα διαβίβασε την υπόθεση στις Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών. Μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θηβών, με την 21/2008 διάταξή του και σύμφωνα με το άρθρο 47 ΚΠΔ απέρριψε τις παραπάνω εγκλήσεις (βλ. διάταξη). Κατά της διατάξεως αυτής, ο εγκαλών άσκησε την υπ'αριθμ. 65/2008 προσφυγή, σύμφωνα με το αρ. 48 ΚΠΔ, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει, όμως, περίπτωση παραπομπής της προσφυγής αυτής σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών, αφού η εγκαλουμένη Ψ1 υπηρετεί ήδη ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών, κρίνω δε ενδεδειγμένο να παραπεμφθεί η προσφυγή στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω να παραπεμφθεί η υπ'αριθμ. 21/2008 προσφυγή του εγκαλούντος Χ, κατοίκου ....., κατά της υπ'αριθμ. 65/6-3-2008 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. Αθήνα 10 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 136 στ. ε του Κ.Ποιν.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος, είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενεργείας προκαταρτικής εξετάσεως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελεύς, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Χ, κάτοικος ....., με τις από 30-11-2006, 16-12-2006 και 27-12-2006 αναφορές του, που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατήγγειλε τους αναφερόμενους σε αυτή, δικαστικούς λειτουργούς, που συμμετείχαν στην σύνθεση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εξέδωσε το υπ' αριθμό 2744/2006 βούλευμα, ότι παρέβησαν το καθήκον τους. Με αφορμή την καταγγελία του αυτή, διενεργήθηκε προκαταρτική εξέταση, από την οποία δεν επιβεβαιώθηκε η βασιμότητα των καταγγελλόμενων περιστατικών και κατόπιν τούτων, η σχετική δικογραφία τέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Κ.Ποιν.Δ, στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, με την υπ' αριθμό 21/2008 διάταξή του, με την οποία και απέρριψε τις ως άνω μηνυτήριες αναφορές. Κατά της διατάξεως αυτής ο καταγγέλων, άσκησε την υπ' αριθμό 65/2008 προσφυγή του, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι οι καταγγελλόμενοι προσέλαβαν την ιδιότητα των κατηγορουμένων, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό, κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (άρθρα 111 παρ.7, 119 παρ.1 και 122 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ), σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας, ώστε η περιεχόμενη στις 30-11-2006, 16-12-2006 και 27-12-2006 μηνυτήριες αναφορές του Χ, καταγγελία σε βάρος των δικαστικών λειτουργών: α) Ψ1, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη, Ψ2 και Ψ3, Πρωτοδικών Αθηνών, και Ψ4, τέως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και η ασκηθείσα κατά της υπ' αριθμό 21/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, προσφυγή, να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί της ως άνω προσφυγής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπ' αριθμό 65/2008 προσφυγή του εγκαλούντος Χ, κατοίκου ....., κατά της υπ' αριθμό 21/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, σχετικής με τις από 30-11-2006, 16-12-2006 και 27-12-2006 καταγγελίες του, κατά των δικαστικών λειτουργών: α) Ψ1, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη Αθηνών, Ψ2 και Ψ3, Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, και του τέως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ψ4, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας 136 του ΚΠΔ. Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν της υποβολής εγκλήσεως σε βάρος δικαστικών λειτουργών του Πρωτοδικείου Αθηνών, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας (προκαταρτικής εξετάσεως). Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 348/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή) και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοχάρη, περί αναιρέσεως της 72/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Τριμελές Ανηλίκων). Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Ανηλίκων), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 825/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφ' εvός μεν η κλοπή, αφ' ετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 ΠΚ και της παράνομης βίας 330 ΠΚ). Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό με την προκειμένη περίπτωση του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ. Τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας, η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής. Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμεvoς κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 72/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο Αθηνών (Τριμελές Ανηλίκων Αθηνών), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την κατάθεση της μάρτυρος της υπεράσπισης, που εξετάστηκε νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνεται στα πρακτικά, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε το έγκλημα της ληστείας. Ειδικότερα, στου ..., στις ... και περί ώρα 10.15', ενεργώντας από κοινού με άγνωστο άτομο και κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο σύμπραξης απείλησε τον ... με άμεσο και σπουδαίο κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα, λέγοντας ότι αν δεν του παρέδιδε ένα ρολόι CAMEL, αξίας 80.000 δρχ. και μία φορητή συσκευή αναπαραγωγής ψηφιακών δίσκων (cd player), μάρκας SONY, το οποίο έφερε μαζί του θα επετίθετο με μαχαίρι και έτσι εξανάγκασε αυτόν, να τα παραδώσει τα παραπάνω κινητά πράγματα, για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και τράπηκε σε φυγή. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε συγγνώμη. Το Δικαστήριο δέχεται ότι τέλεσε την ως άνω πράξη, επειδή όμως έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του θεωρεί ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο από της ποινής του ποινικού σωφρονισμού εκείνης η ποινή που προβλέπεται για την πράξη ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 ΠΚ. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων κήρυξε ποινικά υπεύθυνο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ...για την πιο πάνω πράξη της ληστείας και, αφού έκρινε ότι δεν είναι πια σκόπιμος ο περιορισμός του σε σωφρονιστικό κατάστημα, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε συμπληρώσει ήδη το 17ο έτος της ηλικίας του και, κατά συνέπεια, έπρεπε να του επιβληθεί ποινή που προβλέπεται για την πράξη που τέλεσε ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 130 ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 121, 122, 126, 127, 380 παρ. 1, 130 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως, ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκε ενόρκως στο άνω Δικαστήριο. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και συγκεκριμένα, ότι: α) το δικάσαν άνω Δικαστήριο δέχθηκε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 380 παρ. 1 και 45 ΠΚ "με ανεπαρκή στοιχεία και κυρίως, με το άγνωστο του δράστη χωρίς κανένα στοιχείο καθοριστικό της ταυτότητάς του, έστω και γενικώς και αορίστως, αφού στην κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος της ληστείας η σύμπραξη περισσοτέρων συμμετόχων συνίσταται στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση αυτής ή καθένας γίνεται άμεσος αυτουργός κατά την εκτέλεση ενός από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως που συγκροτούν το έγκλημα της ληστείας", όπως ακριβώς στην αίτησή του αναφέρει, καθόσον το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενεργώντας από κοινού με άγνωστο άτομο, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο σύμπραξης, απείλησε με άμεσο και σπουδαίο κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα του παθόντα και έτσι εξανάγκασε αυτόν να του παραδώσει κινητά του πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και β) το δικάσαν Δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε σιωπηρά το αίτημά του να κριθεί η πράξη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ως κλοπή και ότι για τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του, δεν υπάρχει η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το αίτημα αυτό δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή του, και επομένως δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, εντεύθεν δε δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, όπως για το αντίθετο αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 176/2007) αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 72/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Τριμελές Ανηλίκων Αθηνών). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ληστεία από κοινού με άγνωστο άτομο. Έννοια ληστείας - συναυτουργίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και το Δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση. Απόρριψη σιωπηρά μη προβληθέντα νόμιμα αυτοτελούς ισχυρισμού. Δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Συναυτουργία, Ληστεία.
0
Αριθμός 347/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη, περί αναιρέσεως της 5/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 720/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 και του άρθρου 1 παρ. 12β' του Ν. 2207/1994, με τις οποίες καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλ-λόμενης 5/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος (Α.Π. 385/2006 ΝοΒ 54.1148, 69/2005 Ποιν.Δικ. 2005, 998), από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, από τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά και αναγνώσθηκαν, από τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και επιδείχθηκαν στους κατηγορουμένους, καθώς και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 19-3-1995 και περί ώρα 16,00', ο Θ1 (αθίγγανος, κατά την καταγωγή) μετέβη, προς αναψυχή, με τον ομόφυλό του Φ1, σε καφετέρια (ιδιοκτησίας ...) στην πόλη της ..., όπου συναντήθηκε συμπτωματικά και απρόβλεπτα με τον επίσης αθίγγανο Ψ1 που καθόταν στην ίδια καφετέρια με την αδελφή του Δ1, με την οποία ο Θ1 συζούσε επί ένα εξάμηνο και ήδη, προ ολίγων ημερών, είχαν χωρίσει. Μόλις ο Ψ1 αντιλήφθηκε τον Θ1, που τον θεωρούσε υπαίτιο του χωρισμού, το συναίσθημα της δυσαρέσκειας ενεργοποίησε τον πόθο της ανταπόδοσης του κακού. Έτσι, αφού κάλεσε τον Θ1 να εξέλθει της καφετέριας, επιτέθηκε εναντίον του και με τους γρόνθους του κατάφερε σε αυτόν πολλαπλά κτυπήματα, κυρίως στο σπλαγχνικό κρανίο, με αποτέλεσμα να του προξενήσει σωματικές κακώσεις, που χαρακτηρίστηκαν απλές. Τελικά με την παρέμβαση των υπολοίπων θαμώνων του καταστήματος και κυρίως του ως άνω Φ1, φίλου και ομόφυλου του Θ1, απομακρύνθηκε ο τελευταίος και μεταφέρθηκε, με το αυτοκίνητο του Φ1 στην οικία του στον οικισμό αθίγγανων (στην περιφερειακή οδό ...), ενώ στη συνέχεια και ο δράστης του επεισοδίου (Ψ1) μεταφέρθηκε και αυτός, από τον ..., στην οικία του, στον ίδιο οικισμό, όπου διέμενε με την οικογένεια του. Είναι γνωστό ότι τα αρχέγονα ήθη που διατηρούνται σε πολλούς οικισμούς αθίγγανων αδυνατούν να χαλιναγωγήσουν το ορμέφυτο της εκδίκησης. Έτσι τα δύο αδέλφια, Δ2 (περί του οποίου όμως ήδη δεν πρόκειται) και Χ1 (1ος των κατηγορουμένων), τέκνα του Π1 (2ου των κατηγορουμένων) και θείοι του ως άνω Θ1, μόλις πληροφορήθηκαν το περιστατικό του ξυλοδαρμού και αντίκρισαν αιμόφυρτο τον ανεψιό τους, αποφάσισαν, χωρίς δισταγμό και προβληματισμό, να ανταποδώσουν το κακό, γι' αυτό και μετέβησαν στην οικία του Ψ2 (αδελφού του Ψ1) και τον απείλησαν με καραμπίνα ότι θα τον σκοτώσουν. Όταν τα ανήλικα τέκνα του Ψ2 αντιλήφθηκαν τον σοβαρό κίνδυνο που διέτρεχε ο πατέρας τους, προσέτρεξαν στην οικία του παππού τους Ψ3 (πατέρα του Ψ2 και του Ψ1) και ενημέρωσαν αυτόν και τα λοιπά μέλη της οικογενείας (μεταξύ των οποίων και τον Ψ1) για τις απειλές σε βάρος του πατέρα τους. Επακολούθησαν, αφενός μεν ξυλοδαρμός του Δ2 από τον Ψ1 και αφετέρου πυροβολισμοί εναντίον του δευτέρου από τον πρώτο, περιστατικά όμως περί των οποίων ήδη δεν πρόκειται. Στη συνέχεια, και ενώ ο Ψ1 (πολιτικώς ενάγων), αποφεύγοντας τις πέντε βολές από το πιστόλι του Δ2 έσπευδε, τρέχοντας, προς την οικία του αδελφού του (Ψ2), κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος κρατώντας μία κυνηγετική καραμπίνα, άγνωστου τύπου, με φυσίγγια, καιροφυλακτούσε κρυμμένος πίσω από ένα μεγάλο δένδρο πλησίον της οικίας του αδελφού του Δ2, αποφάσισε και πυροβόλησε από κοντινή απόσταση (15 περίπου μέτρων), βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με ανθρωποκτόνο πρόθεση εναντίον του Ψ1, με αποτέλεσμα τα σκάγια της καραμπίνας να πλήξουν τον παθόντα - πολιτικώς ενάγοντα στην οπίσθια αριστερή ωμοπλατιαία χώρα, προκαλώντας του "πύλες εισόδου χόνδρων διάσπαρτες στην επιφάνεια της ράχης και εντός της αριστερής πήχης καθώς και χόνδρους εντός των προσθίων και οπισθίων θωρακικών τοιχωμάτων και αιμοπνευμοθώρακα άμφω>, δηλαδή βαριές σωματικές κακώσεις. Τελικώς ο κατηγορούμενος Χ1 δεν πέτυχε τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, δηλαδή να σκοτώσει τον Ψ1, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, καθόσον ο βαριά τραυματισθείς παθών μεταφέρθηκε αμέσως από τους συγγενείς του στο Κρατικό Νοσοκομείο της πόλεως και υποβλήθηκε σε επιτυχή χειρουργική επέμβαση. Έτσι ο παθών επιβίωσε, όχι μόνο χάρη στη γερή κράση του, αλλά και διότι μεταφέρθηκε εγκαίρως στο νοσοκομείο (πρβλ ΑΠ 587/1987 Π.Χρ. ΛΖ'529, ΑΠ 626/1986 Π.Χρ. ΑΣΤ'706). Το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Από τα προαναφερόμενα και ιδίως από την επικινδυνότητα του χρησιμοποιηθέντος μέσου και του μέρους του σώματος που επλήγη, προκύπτει ο ανθρωποκτόνος σκοπός του δράστη. Περαιτέρω το προμελετημένο του δόλου, που αποκλείει τον βρασμό ψυχικής ορμής (βλ. ΑΠ 809/1997 Π.Χρ. ΜΗ' 248), επιβεβαιώνεται ιδίως από το ότι: α) δεν είχε προηγηθεί κανένα επεισόδιο μεταξύ του εν λόγω κατηγ/νου Χ1 και του παθόντος, έτσι ώστε να προκληθεί ψυχική υπερδιέγερση και β) ο ανωτέρω κατηγ/νος, που παραμόνευε κρυμμένος τη διέλευση του παθόντος, σκόπευσε και πυροβόλησε, με ψυχραιμία, από μικρή απόσταση, αυτόν (παθόντα) τη στιγμή που ο τελευταίος έτρεχε να σωθεί από τις βολές που του έριχνε ο Δ2 αδελφός του ως άνω δράστη. Από τον συνήγορο του κατηγορουμένου Χ1 έγινε επίκληση των άρθρων 22, 25, 32, 299 παρ. 2 και 84 παρ.2 εδ. α', δ' και ε' του Π.Κ. Οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή δεν συνοδεύονται με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους (βλ. ΑΠ 1434/2002 Ποιν.Δικ. Τομ. 5ος σελ. 112, ΑΠ 385/1998 Π.Χρ. ΜΗ'991, ΑΠ 78/1998 Π.Χρ. ΜΗ'741), διότι δεν αρκεί η απλή επανάληψη της έκφρασης του νόμου (ΑΠ 90/1996 Π.Χρ. ΜΣΤ1453) και περαιτέρω είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον, αναφορικά με τον προτεινόμενο βρασμό ψυχής, διαπιστώθηκε προμελέτη που αποκλείει τον βρασμό. Εξάλλου δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις της νόμιμης άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ), αφού δεν προέκυψε επίθεση ενεργός από την πλευρά του παθόντος, ώστε να δικαιολογείται άμυνα από την πλευρά του κατηγορουμένου Χ1, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο παθών έτρεχε να σωθεί από τους πυροβολισμούς που έριχνε εναντίον του ο αδελφός του δράστη Δ2. Ούτε, εξάλλου, δικαιολογείται, σε καμία περίπτωση, η ύπαρξη νομιζόμενης άμυνας, όπως αβασίμως υποστηρίζει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Επίσης, δεν αποδείχθηκε κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο και τον καταλογισμό (άρθρα 25 και 32 ΠΚ), αφού, ενόψει των προαναφερομένων, δεν προέκυψε ότι υπήρξε κίνδυνος, παρών και αναπότρεπτος με άλλα μέσα. Τέλος, αναφορικά με την επίκληση των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος μέχρι την πράξη έζησε έντιμο οικογενειακό κ.λπ. βίο (βλ. ΑΠ 1157/1996 Π.Χρ. ΛΣΤ'997) ούτε επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια, αφού η δήλωσή του ότι "τον σημάδεψα μόνο στο χέρι να τον κτυπήσω), δεν θεμελιώνει τον ισχυρισμό περί ειλικρινούς μεταμέλειας του δράστη ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (ΑΠ 803/1988 Π.Χρ. ΛΘ'31), ενώ δεν προέκυψε ότι η διαγωγή του στην κοινωνία ήταν τέτοια, ώστε να δικαιολογείται η παροχή της ελαφρυντικής περίπτωσης του εδαφ. ε' της παραγρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ (ΑΠ 268/1996 Π.Χρ. ΜΣΤ 1646). Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο Χ1 αυτοτελείς ισχυρισμοί και να κηρυχθεί αυτός ένοχος όχι επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που προτείνει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αλλά απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση που αποφάσισε και τέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση". Στη συνέχεια, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 83, 299 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ3, Δ1., ..., Θ1,. ..., ... , ... και Δ2, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξετάσθηκαν ενόρκως, στο ακροατήριο, την ανωμοτί, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ1, καθώς και την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως, .... Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν ΜΟΕ Ιωαννίνων, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη του έγγραφα και δη φωτογραφίες, η ταυτότητα των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς ούτε στα πρακτικά ούτε στο αιτιολογικό της αποφάσεως, με συνέπεια να γεννάται αμφιβολία ως προς το αν αυτές οι φωτογραφίες επιδείχθηκαν στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, ώστε να ασκήσει το δικαίωμά του υποβολής παρατηρήσεων, που του παρέχει η ΚΠΔ 358 και συγκεκριμένα, από τα πρακτικά και το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτει ούτε ο αριθμός ούτε το περιεχόμενο των φωτογραφιών που του επιδείχθηκαν, με συνέπεια, να προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, λόγω μη τηρήσεως της διατάξεως που κατοχυρώνει το κατά την ΚΠΔ 358 δικαίωμα υπερασπίσεώς του. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την ανάγνωση των εγγράφων αναφέρεται "επίσης θεωρήθηκαν, επισκοπήθηκαν και επιδείχθηκαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης οι ευρισκόμενες στη δικογραφία φωτογραφίες", στο σκεπτικό δε της αποφάσεως, εκτός των άλλων στοιχείων, με βάση τα οποία το άνω Δικαστήριο στηρίχθηκε στην καταδικαστική του κρίση, αναφέρεται "από τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και επιδείχθηκαν στους κατηγορουμένους". Έτσι, προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις άνω φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν από αυτό και δεν επήλθε καμμία ακυρότητα και μάλιστα απόλυτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, έστω και αν δεν αναφέρεται ο αριθμός των φωτογραφιών αυτών. Επίσης, δεν στερήθηκε ο τελευταίος κάποιο υπερασπιστικό δικαίωμά του, με συνέπεια, ο στηριζόμενος στην έλλειψη αυτή από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, να είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη λήψεως υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που εξετάσθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία υπήρχαν στη δικογραφία και εξετάστηκαν κατά την ενώπιόν του διαδικασία. Ειδικότερα, μεταξύ των εξετασθέντων αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονταν η από 21.3.1995 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού Κ1 και πέντε ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατρού Κ2, οι οποίες αναγνώσθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τις σελίδες 17 και 18 των πρακτικών αυτής (αριθμοί 2 και 3 των αναγνωσθέντων εγγράφων). Οι εκθέσεις αυτές συνιστούσαν γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι οποίοι είχαν διορισθεί με έγγραφη παραγγελία του Τμήματος Ασφαλείας ..., προκειμένου να διενεργήσουν προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη. Η τελευταία διατάχθηκε κατά το άρθρο 187 ΚΠΔ στη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης που διενεργήθηκε κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως. Όμως οι εκθέσεις αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη από το ΜΟΕ Ιωαννίνων κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο. Η αναφορά στη σελίδα αυτή περί λήψεως υπόψη των εγγράφων "που αναφέρονται στα πρακτικά και αναγνώστηκαν" δεν σημαίνει ότι λήφθηκαν υπόψη και οι περί ων ο λόγος εκθέσεις. Αυτές δεν συνιστούσαν απλά έγγραφα, αλλά γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, δηλαδή διαφορετικά αποδεικτικά μέσα, η λήψη υπόψη των οποίων θα έπρεπε να προκύπτει από ειδική αναφορά, μη ούσης αρκετής της αναφοράς στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, εκτός άλλων, και: 1) η από 21.3.1995 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού Κ1 και 2) οι από 23.3.1995 πέντε (5) ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατρού Κ2. Από την επισκόπηση των ιατροδικαστικών αυτών εκθέσεων, προκύπτει ότι μόνον η πρώτη από αυτές, αφορά τον παθόντα και έχει συνταχθεί από τον ιατρό Κ1, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Αστυνομικού Τμήματος ... (Ασφαλείας), που διενεργούσε προανακριτικές πράξεις για την τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα πράξη. Έχει συνταχθεί κατά την ΚΠΔ 183 και, ως πραγματογνωμοσύνη, αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων. Οι λοιπές πέντε (5) ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατρού Κ2, έχουν συνταχθεί κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Τμήματος Ασφαλείας ... και αφορούν τους εξετασθέντες, ..., ..., Ψ3, ... και ..., που είχαν εμπλακεί σε επεισόδιο με τους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος, Π1 και .... Έτσι, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε υποχρέωση μόνο την πρώτη από τις άνω ιατροδικαστικές εκθέσεις, αυτή του ιατρού Κ1, να αναφέρει στο σκεπτικό του, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει. Όμως, από το όλο περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης αυτής, συνάγεται ότι λήφθηκε αυτή υπόψη και συνεκτιμήθηκε, αφού αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, μέσα σε εισαγωγικά, οι σωματικές κακώσεις που υπέστη ο παθών, Ψ1, από τον πυροβολισμό του με το όπλο από τον κατηγορούμενο, όπως ακριβώς, οι κακώσεις αυτές περιγράφονται από τον ιατρό στην άνω ιατροδικαστική έκθεσή του. Οι λοιπές ιατροδικαστικές εκθέσεις αναφέρονται στην απόφαση ως έγγραφα και, ως τέτοια, συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ο αναιρεσείων προβάλλει επίσης την αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω της αναιτιολόγητης απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του, περί νομιζόμενης άμυνας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο &3 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι διέπραξε την αξιόποινη πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, η οποία αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως κατά το άρθρο 22 ΠΚ και είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. Εξάλλου, νομιζόμενη άμυνα υπάρχει όταν ο επιτιθέμενος συνεπεία πλάνης υπολαμβάνει ως συντρέχοντες τους πραγματικούς όρους της καταστάσεως άμυνας, ως λ.χ. υπολαμβάνει ότι υφίσταται παρούσα και άδικη επίθεση από τον Α, ενώ στα αλήθεια αυτός, ουδεμία κατ' αυτού επιχειρεί επίθεση. Στις περιπτώσεις αυτές, ο δράστης είναι κριτέος κατά τις αρχές της πραγματικής πλάνης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προέβαλε δια του συνηγόρου του, εκτός των άλλων, και τον ισχυρισμό, κατά πιστή αντιγραφή αυτού από τα πρακτικά, ότι "θα πρέπει να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξεώς του, λόγω άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ), διότι τα όσα έγιναν μέσα στην κατοικία του Δ2, ο οποίος είναι αδελφός του, έδωσαν την πεποίθηση σ' αυτόν, ότι έγινε φονικό εντός της κατοικίας του (Δ2) και, εξερχόμενος ο δράστης της οικίας του, αληθώς, επίστεψε ακράδαντα ότι ήρθε και η σειρά του. Πίστευε λοιπόν, ακράδαντα, ότι η επίθεση ήταν άδικη, ήταν δε η επίθεση παρούσα και ότι έπρεπε να αμυνθεί, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, εναντίον του. Άλλως νομιζόμενη κατάσταση άμυνας. Και αν ακόμη δεν ήθελε ο Ψ1 να τον σκοτώσει, πίστεψε ακράδαντα ότι είχε έρθει η σειρά του". Τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, κύριον και επικουρικό, απέρριψε το δικάσαν ΜΟΕ, "προεχόντως ως απαράδεκτους, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή δεν συνοδεύονται με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, διότι δεν αρκεί η απλή επανάληψη της έκφρασης του νόμου. Περαιτέρω δε, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις της νόμιμης άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ), αφού δεν προέκυψε επίθεση ενεργός από την πλευρά του παθόντος, ώστε να δικαιολογείται άμυνα από την πλευρά του κατηγορουμένου, Χ1, καθόσον ο παθών έτρεχε να σωθεί από τους πυροβολισμούς που έριχνε εναντίον του ο αδελφός του δράστη, Δ2. Ούτε, εξάλλου, δικαιολογείται, σε καμμία περίπτωση, η ύπαρξη νομιζόμενης άμυνας, όπως αβασίμως υποστηρίζει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου". Η αιτιολογία αυτή απορρίψεως του επικουρικού άνω ισχυρισμού, αν και δεν είχε υποχρέωση σε αυτή το Δικαστήριο να απαντήσει, λόγω του απαραδέκτου από την αοριστία του, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον αναφέρει τα περιστατικά που αναιρούν το περιεχόμενο των άνω προβληθέντων από τον κατηγορούμενο ισχυρισμών, που οδήγησαν στην αρνητική κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφενός λόγω μη λήψεως υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που εξετάσθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, αφετέρου λόγω της αναιτιολόγητης απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί νομιζόμενης άμυνας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2007 (αριθ. πρωτ. 3290/11.4.2007) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 5/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόπειρα ανθρωποκτονίας. Πότε υπάρχει απόπειρα. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην καταδικαστική απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει η κάθε περίπτωση. Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από τη μη αναφορά στο σκεπτικό από τη μη αναγραφή του αριθμού των φωτογραφιών που επισκοπήθηκαν από το Δικαστήριο. Η πραγματογνωμοσύνη περιλαμβανόμενη στα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση και αρκεί όταν από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη. Άμυνα και νομιζόμενη άμυνα. Έννοια αυτών. Η επίκλησή τους αποτελεί επίκληση αυτοτελούς ισχυρισμού και χρειάζεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του. Αν δεν προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πραγματογνωμοσύνη, Άμυνα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 346/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1553/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1728/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 558/8.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 174/27-10-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., οδός ....., κατά του υπ'αριθμ. 1553/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2829/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρο 375 § § 1 και 2 Π.Κ. όπως η παράγραφος 2 αντικ. δι'άρθρου 1 § 9 του Ν. 2408/96). Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων, εκδόθηκε το ανωτέρω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η κριθείσα έφεση και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 16-10-2008 (δείτε σχετ. αποδεικτικό). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 § 1 και 474 § 1 Κ.Π.Δ.), αφού ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών στις 27-10-2008, ημέρα Δευτέρα, και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 του Π.Κ. και της εκ πλαγίου παραβάσεως της ίδιας ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 § ιβ Κ.Π.Δ.). Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. Επειδή προκειμένου για παραπεμπτικό βούλευμα, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονταν στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ (σε Συμβ.) 2271/2002 Π.Χρ.ΝΓ/803). Κατά την διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα τα οποία εισπράττει, με βάση σχετική συμφωνία ο ασφαλιστικός πράκτορας ως ασφάλιστρα για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης από τις ασφαλιστικές συμβάσεις, που έχει συνάψει, με την υποχρέωση να τα αποδώσει σε ορισμένο συμφωνημένο χρόνο ή όταν του ζητηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση. Η ιδιοποίηση του ξένου πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 1408/1996 η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη δέκα ετών εάν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και έχει εμπιστευθεί τούτο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1969/85, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 2170/93, ο ασφαλιστικός πράκτορας, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλιστικές συμβάσεις. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται στην πρακτοριακή σύμβαση ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ρυθμίζονται με τη σύμβαοη αυτή μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη από τον ασφαλιστικό πράκτορα των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και του χρόνου απόδοσης των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την απόδοση αυτών σ' αυτή, κατά τον συμφωνημένο χρόνο, επέχει έναντι της επιχείρησης η οποία του δίδει την εντολή, θέση εντολοδόχου. Και ναι μεν κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 298/1986 ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας θεωρούνται παρακαταταθήκη και ευθύνεται ως προς αυτά ως θεματοφύλακας πλην όμως η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας υποχρέωσης του εντολοδόχου (βλ. ΑΠ 493/2007, ΤΝΠ ΔΣΑ, βλ επίσης ΑΠ 1958/06, Συμβ. ΑΠ 1120/06, Συμβ. ΑΠ 2361/05, Συμβ. ΑΠ 769/05 και Συμβ. ΑΠ 1600/04). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις και με συμπληρωματική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση της παρ'αυτώ Εισαγγελέως, δέχθηκε τα ακόλουθα: Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από τη κύρια ανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 24 Νοεμβρίου 1997 σύμβαση πρακτορεύσεως που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε" ,νόμιμα εκπροσωπούμενης, και του κατηγορουμένου, ανατέθηκε στον τελευταίο το έργο του πράκτορα ασφαλίσεων και ειδικότερα να διαμεσολαβεί μεταξύ της ανωτέρω εταιρίας και τρίτων-πελατών της για τη σύναψη συμβάσεων ασφαλίσεως των κλάδων που αυτή- εγκαλούσα εταιρεία- εμπορευόταν, συνάπτοντας αυτός για λογαριασμό της τις σχετικές συμβάσεις ασφαλίσεως και εισπράττοντας τα ασφάλιστρα, τα οποία, μετά από αφαίρεση της νόμιμης προμήθειας του, όφειλε κατά τα συμφωνηθέντα να τα αποδίδει στην εγκαλούσα εταιρεία εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου διμήνου μετά την έναρξη της ανωτέρω συμβάσεως, αποστέλλοντας σ'αυτήν εκκαλούσα εταιρία και αντίστοιχο αναλυτικό λογαριασμό. Στα πλαίσια της κατά τα ανωτέρω συμβάσεως πρακτορεύσεως, βάσει της οποίας ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως έμμισθος εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας, αυτός-κατηγορούμενος, όπως εκτίθεται ειδικότερα στην εισαγγελική πρόταση, εισέπραξε από τρίτους, πελάτες της εγκαλούσας εταιρίας, όπως σαφώς προκύπτει από τους σχετικούς και συνημμένους πίνακες (ασφαλιστικά συμβόλαια), για ασφάλιστρα συμβάσεων ασφαλίσεως που συνήψε με αυτούς 925.630,42 ευρω. Ενώ λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, βάσει της ανωτέρω συμβάσεως πρακτορεύσεως που συνήψε με την εγκαλούσα, ο κατηγορούμενος, όφειλε να της αποδίδει τα ασφάλιστρα που εισέπραττε για λογαριασμό της, μετά από αφαίρεση της νόμιμης προμήθειας του, εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου διμήνου μετά την έναρξη της ανωτέρω συμβάσεως, δεν το έπραττε και επικαλούμενος πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία της απέδιδε μέρος μόνον αυτών, σε μετρητά καθώς και σε ορισμένες περιπτώσεις της παρέδιδε χάριν καταβολής επιταγές εκδόσεως του, που άλλοτε εξοφλούντο και άλλοτε όχι, με αποτέλεσμα να έχει συνεχώς χρεωστικό υπόλοιπο προς αυτήν. Ειδικότερα, ο εκκαλών παρά τις υποσχέσεις του όμως προς την εγκαλούσα εταιρεία, ενεργώντας κατά παράβαση της εντολής που του δόθηκε, δεν απέδωσε το προαναφερόμενο .ποσό προς .αυτήν, αλλά το παρακράτησε για τον εαυτό του και το ενσωμάτωσε χωρίς δικαίωμα χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, στην περιουσία του, χρησιμοποιώντας το για ίδιο λογαριασμό. Προς τούτο η εγκαλούσα λόγω μη τηρήσεως των συμφωνηθέντων με αυτήν, κάλεσε αυτόν κατά την 1.3.2002 να της αποδώσει το ληξιπρόθεσμο χρέος του προς αυτήν, ύψους 925.630,42 ευρώ, προερχόμενο από ασφάλιστρα, που είχε εισπράξει για λογαριασμό της ως ασφαλιστικός της πράκτορας και δεν της τα απέδωσε όπως όφειλε. Έτσι ο εκκαλών κατηγορούμενος εξωτερίκευσε οριστικά την βούληση του να ιδιοποιηθεί παράνομα το παραπάνω συνολικό ποσό που είχε περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας, ενώ, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, όφειλε να αποδώσει το ως άνω ποσό των 925.630,42 ευρώ που αντιστοιχούσε σε εισπραχθέντα. από αυτόν ασφάλιστρα κατά το χρονικό διάστημα, από 24.11.1997 μέχρι 1.3.2002 όπως το ποσό αυτό αναλυτικά κατά τα επιμέρους ποσά εμφανίζεται στον αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση λογαριασμό. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη και διατείνεται ότι η συγκεκριμένη κατηγορία στηρίζεται σε αβάσιμες υπερχρεώσεις στις οποίες έχει προβεί σε βάρος του η εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία και σε μη πιστώσεις χρηματικών ποσών, τα οποία καταβλήθηκαν από αυτόν καθώς και ότι ο ίδιος δεν οφείλει κάποιο ποσό στην εγκαλούσα αλλά ότι η τελευταία του οφείλει το χρηματικό ποσό των 14.400,78 ευρώ. Τα όσα διατείνεται ο κατηγορούμενος περί της ανυπαρξίας της οφειλής του για την οποία και κατηγορείται, είναι αβάσιμα και το Συμβούλιο αναφέρεται προς αποφυγή επαναλήψεων στα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην εισαγγελική πρόταση. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται παραπάνω και όσα εκτίθενται τόσο στην εισαγγελική πρόταση και στο εκκαλούμενο βούλευμα προκύπτει επαρκώς η τέλεση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξεως της υπεξαιρέσεως και δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως προκειμένου να διεξαχθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Ενόψει αυτών, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την στήριξη δημόσια στο ακροατήριο κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου και ήδη εκκαλούντος για την παραπάνω πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 25.000 δραχμών ή .73.000 ευρώ, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρα 1, 14, 26 παρ.1α, 27, 375 παρ.2-1 ΠΙ όπως η παρ.2 αντικ. με άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 και παρ.3β του ν. 2721/1999), που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν στην Αθήνα την 1.3.2002. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που δέχθηκε με πληρότητα και σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος ως ασφαλιστικός πράκτορας κατάρτιζε για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας συμβάσεις ασφαλίσεως, εισέπραττε για λογαριασμό της μηνύτριας ασφαλιστικής εταιρίας τα ασφάλιστρα για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που ο ίδιος κατάρτιζε για λογαριασμό της και ότι είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, ιδιότητα την οποία δεν αναιρεί η υποχρέωση αυτού από την σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρία, να παρακρατεί τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα, ως θεματοφύλακας, για ορισμένο χρόνο και να τα αποδίδει κατά το πρώτο δεκαήμερο εκάστου διμήνου από την κατάρτιση κάθε ασφαλιστικής συμβάσεως με τρίτα πρόσωπα, και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο τον Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση είναι αβάσιμα. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη έφεση του κατηγορουμένου, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 § § 1 και 2 του Π.Κ. και ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική αυτή ποινική διάταξη, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα οποία να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 375 § § 1 και 2 του Π.Κ. Είναι συνεπώς αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δια της οποίας προβάλλονται αντίθετοι ισχυρισμοί και πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ'αριθ. 174/27-10-2008 αίτηση αναίρεση του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., οδός ....., κατά του υπ'αριθμ. 1553/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα τα οποία εισπράττει, με βάση σχετική συμφωνία, ο ασφαλιστικός πράκτορας ως ασφάλιστρα για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης συνάψει, με την υποχρέωση να τα αποδώσει σε ορισμένο συμφωνημένο χρόνο ή όταν του ζητηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση. Η ιδιοποίηση του ξένου πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου η υπεξαίρεσης τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη δέκα ετών εάν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και έχει εμπιστευθεί τούτο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1969/85, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 2170/93, ο ασφαλιστικός πράκτορας, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλιστικές συμβάσεις. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται στην πρακτοριακή σύμβαση ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ρυθμίζονται με τη σύμβαση αυτή μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη από τον ασφαλιστικό πράκτορα των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και του χρόνου απόδοσης των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την απόδοση αυτών σ' αυτή, κατά τον συμφωνημένο χρόνο, επέχει έναντι της επιχείρησης η οποία του δίδει την εντολή, θέση εντολοδόχου. Και ναι μεν κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 298/1986 ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας θεωρούνται παρακαταταθήκη και ευθύνεται ως προς αυτά ως θεματοφύλακας, πλην όμως η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας υποχρέωσης του ενδολοδόχου. ΙΙ.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.553/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση την οποία ενσωματώνει δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος αναφέρονται, προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: " ...Με την από 24 Νοεµβρίου 1997 σύµβαση πρακτορεύσεως που καταρτίσθηκε στην Αθήνα µεταξύ του νοµίµου εκπροσώπου της εγκαλούσης εταιρείας µε την επωνυµία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε" ,νόµιµα εκπροσωπούµενης, και του κατηγορουµένου, ανατέθηκε στον τελευταίο το έργο του πράκτορα ασφαλίσεων και ειδικότερα να διαµεσολαβεί µεταξύ της ανωτέρω εταιρίας και τρίτων-πελατών της για τη σύναψη συµβάσεων ασφαλίσεως των κλάδων που αυτή- εγκαλούσα εταιρεία - εµπορευόταν, συνάπτοντας αυτός για λογαριασµό της τις σχετικές συµβάσεις ασφαλίσεως και εισπράττοντας τα ασφάλιστρα, τα οποία, µετά από αφαίρεση της νόµιµης προµήθειας του, όφειλε κατά τα συµφωνηθέντα να τα αποδίδει στην εγκαλούσα εταιρεία εντός του πρώτου δεκαηµέρου εκάστου διµήνου µετά την έναρξη της ανωτέρω συµβάσεως, αποστέλλοντας σ'αυτήν εκκαλούσα εταιρία και αντίστοιχο αναλυτικό λογαριασµό. Στα πλαίσια της κατά τα ανωτέρω συµβάσεως πρακτορεύσεως, βάσει της οποίας ο κατηγορούµενος ενεργούσε ως έµµισθος εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας, αυτός-κατηγορούµενος, όπως εκτίθεται ειδικότερα στην εισαγγελική πρόταση, εισέπραξε από τρίτους, πελάτες της εγκαλούσας εταιρίας, όπως σαφώς προκύπτει από τους σχετικούς και συνηµµένους πίνακες (ασφαλιστικά συµβόλαια), για ασφάλιστρα συµβάσεων ασφαλίσεως που συνήψε µε αυτούς 925.630,42 ευρώ. Ενώ λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, βάσει της ανωτέρω συµβάσεως πρακτορεύσεως που συνήψε µε την εγκαλούσα, ο κατηγορούµενος, όφειλε να της αποδίδει τα ασφάλιστρα που εισέπραττε για λογαριασµό της, µετά από αφαίρεση της νόµιµης προµήθειας του, εντός του πρώτου δεκαηµέρου εκάστου διµήνου µετά την έναρξη της ανωτέρω συµβάσεως, δεν το έπραττε και επικαλούµενος πρόσκαιρη οικονοµική αδυναµία της απέδιδε µέρος µόνον αυτών, σε µετρητά καθώς και σε ορισµένες περιπτώσεις της παρέδιδε χάριν καταβολής επιταγές εκδόσεως του, που άλλοτε εξοφλούντο και άλλοτε όχι, µε αποτέλεσµα να έχει συνεχώς χρεωστικό υπόλοιπο προς αυτήν. Ειδικότερα, ο εκκαλών παρά τις υποσχέσεις του όµως προς την εγκαλούσα εταιρεία, ενεργώντας κατά παράβαση της εντολής που του δόθηκε, δεν απέδωσε το προαναφερόµενο .ποσό προς .αυτήν, αλλά το παρακράτησε για τον εαυτό του και το ενσωµάτωσε χωρίς δικαίωµα, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, στην περιουσία του, χρησιµοποιώντας το για ίδιο λογαριασµό. Προς τούτο η εγκαλούσα λόγω µη τηρήσεως των συµφωνηθέντων µε αυτήν, κάλεσε αυτόν κατά την 1.3.2002 να της αποδώσει το ληξιπρόθεσµο χρέος του προς αυτήν, ύψους 925.630,42 ευρώ, προερχόµενο από ασφάλιστρα, που είχε εισπράξει για λογαριασµό της ως ασφαλιστικός της πράκτορας και δεν της τα απέδωσε όπως όφειλε. Έτσι ο εκκαλών κατηγορούµενος εξωτερίκευσε οριστικά την βούληση του να ιδιοποιηθεί παράνοµα το παραπάνω συνολικό ποσό που είχε περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας, ενώ, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, όφειλε να αποδώσει το ως άνω ποσό των 925.630,42 ευρώ που αντιστοιχούσε σε εισπραχθέντα. από αυτόν ασφάλιστρα κατά το χρονικό διάστηµα, από 24.11.1997 µέχρι 1.3.2002 όπως το ποσό αυτό αναλυτικά κατά τα επιµέρους ποσά εµφανίζεται στον αναφερόµενο στην εισαγγελική πρόταση λογαριασµό. Ο κατηγορούµενος αρνείται ότι τέλεσε την αποδιδόµενη σ'αυτόν πράξη και διατείνεται ότι η συγκεκριµένη κατηγορία στηρίζεται σε αβάσιµες υπερχρεώσεις στις οποίες έχει προβεί σε βάρος του η εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία και σε µη πιστώσεις χρηµατικών ποσών, τα οποία καταβλήθηκαν από αυτόν καθώς και ότι ο ίδιος δεν οφείλει κάποιο ποσό στην εγκαλούσα αλλά ότι η τελευταία του οφείλει το χρηµατικό ποσό των 14.400,78 ευρώ.Τα όσα διατείνεται ο κατηγορούµενος περί της ανυπαρξίας της οφειλής του για την οποία και κατηγορείται, είναι αβάσιµα και το Συµβούλιο αναφέρεται προς αποφυγή επαναλήψεων στα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην εισαγγελική πρόταση. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά µέσα που αναφέρονται παραπάνω και όσα εκτίθενται τόσο στην εισαγγελική πρόταση και στο εκκαλούµενο βούλευµα προκύπτει επαρκώς η τέλεση της αποδιδόµενης στον κατηγορούµενο πράξεως της υπεξαιρέσεως και δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως. Ενόψει αυτών, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την στήριξη δημόσια στο ακροατήριο κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου και ηδη εκκαλούντος για την παραπάνω πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, εμπιστευμένο στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρα 1, 14, 26 παρ.1 α, 27, 375 παρ.2-1 Π.Κ όπως η παρ.2 αντικ. µε άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 και παρ.3β του ν. 2721/1999), που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν στην Αθήνα την 1.3.2002. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που δέχθηκε με πληρότητα και σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος ως ασφαλιστικός πράκτορας κατάρτιζε για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας συμβάσεις ασφαλίσεως, εισέπραττε για λογαριασµό της µηνύτριας ασφαλιστικής εταιρίας τα ασφάλιστρα για τις ασφαλιστικές συµβάσεις που ο ίδιος κατάρτιζε για λογαριασµό της και ότι είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, ιδιότητα την οποία δεν αναιρεί η υποχρέωση αυτού από την σύµβαση µε την ασφαλιστική εταιρία, να παρακρατεί τα εισπραττόµενα ασφάλιστρα, ως θεµατοφύλακας, για ορισµένο χρόνο και να τα αποδίδει κατά το πρώτο δεκαήµερο εκάστου διµήνου από την κατάρτιση κάθε ασφαλιστικής συµβάσεως µε τρίτα πρόσωπα, και παρέπεµψε αυτόν στο ακροατήριο τον Τριµελούς Εφετείου κακουργηµάτων Αθηνών, δεν έσφαλε ως προς την εκτίµηση των αποδείξεων και την εφαρµογή του νόµου και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόµενα µε την ένδικη έφεση είναι αβάσιµα ...". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών αφού απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου, επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό υπ' αριθμ. 2829/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια δέχεται το βούλευμα ότι ο κατηγορούμενος ως ασφαλιστικός πράκτορας είχε εξουσία να ενεργεί όχι μόνο υλικές αλλά και νομικές πράξεις αφού εισέπραττε για λογαριασμό της μηνύτριας ασφαλιστικής εταιρίας τα ασφάλιστρα για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που ο ίδιος κατάρτιζε για λογαριασμό της και ότι είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, ιδιότητα την οποία δεν αναιρεί η υποχρέωση αυτού από την σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρία, να παρακρατεί τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα, ως θεματοφύλακας, για ορισμένο χρόνο και να τα αποδίδει κατά το πρώτο δεκαήμερο εκάστου διμήνου από την κατάρτιση κάθε ασφαλιστικές συμβάσεως με τρίτα πρόσωπα. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν είχε εισπράξει τα χρήματα τα οποία φέρεται ότι υπεξαίρεσε και ότι μέρος των ασφαλίστρων είχε καταβληθεί με επιταγές των πελατών οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στις πληρώριες Τράπεζες, είναι απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττει την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, που διαλαμβάνουν τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, και με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και της εσφαλμένης εφαρμογής των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 174/27-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1.553/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική υπεξαίρεση από ασφαλιστικό πράκτορα ο οποίος δεν απέδωσε τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρίας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 342/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργία Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ....., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 245/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείου Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1704/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 520/12.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 1 Ιουλίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως του Χ1, κρατουμένου εις την Κλειστήν Φυλακήν ....., κατά της υπ'αριθμ. 245/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης και εκθέτομεν τα εξής: Εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις την έκθεσιν ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως πρέπει να περιέχεται λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς εις το άρθρον 510 ιδίου Κώδικος, άλλως η αίτησις αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος (Α.Π. 304/2008, Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 82 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν εις την έκθεσιν ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως διαλαμβάνεται ως λόγος αναιρέσεως, ότι "δικάστηκα τελεσίδικα με την άνω ποινή, ενώ οι πράξεις για τις οποίες δικάστηκα δεν ήταν δικές μου". Με το περιεχόμενο αυτό καθίσταται σαφές, ότι ουδείς λόγος αναιρέσεως, εκ των περιοριστικώς διαλαμβανομένων εις το άρθρον 510, εκτίθεται εις την σχετικήν έκθεσιν της αιτήσεως αναιρέσεως και συνεπώς αυτή τυγχάνει απαράδεκτος. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν : Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 1 Ιουλίου 2008 αίτησις αναιρέσεως του Χ1, κρατουμένου εις την Κλειστήν Φυλακήν ....., κατά της υπ'αριθμ. 245/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 8 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 -153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. (λόγους αναιρέσεως) είναι απαράδεκτος και ως τοιαύτη απορρίπτεται (άρθρ. 513 Κ.Π.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 245/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, με την οποίαν ο αναιρεσείων κατεδικάσθη σε συνολική ποινή καθείρξεως 9 ετών και 6 μηνών για διακεκριμένες κλοπές κατ' επάγγελμα, ψευδή ανώμοτη κατάθεση, χρήση πλαστού πιστοποιητικού, παράνομο έξοδο από την χώρα. Στην αναίρεση αυτή, η οποία ησκήθη με δήλωση του καταδικασθέντος στον Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ....., αναφέρει ο άνω ότι "Δικάστηκα τελεσίδικα με την άνω ποινή, ενώ οι πράξεις για τις οποίες δικάστηκα δεν ήταν δικές μου" και ουδέν άλλο. Ούτω διατυπουμένη η αίτηση αναιρέσεως, ουδένα λόγον εκ των περιοριστικώς εις το άνω άρθρο 510 Κ.Π.Δ. αναφερομένων διαλαμβάνει, και πρέπει, εντεύθεν, να απορριφθεί ως απαράδεκτος και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, να επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 245/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1, 510 ΚΠΔ. Για να είναι ορισμένη η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον λόγον ορισμένο και σαφή. Άλλως είναι απαράδεκτος και ως τοιαύτη απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απορρίπτει ως απαράδεκτον (αόριστο) την αναίρεση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 341/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον Χ1. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ2, 2. Χ3, 3. Χ4, 4. Χ5, 5. Χ6, 6. Χ7, 7. Χ8, 8. Χ9, 9. Χ10, 10. Χ11, 11. Χ12 και 12. Χ13. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 16-7-2008 και αριθμό 41762/11-7-2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1250/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 517/7.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω ενώπιον σας, κατά το άρθρο 132 παρ. 1-2 Κ.Ποιν.Δ., την αριθμ. 41762/16-7-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητά την άρση της συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα οποία με τις αριθμ. 4352/2008 και 19283/2007 αποφάσεις τους, αντίστοιχα, κηρύχθηκαν αναρμόδια καθ'ύλην να επιληφθούν την κατά του Χ1, κατηγοριών για ψευδή βεβαίωση από κοινού, παράβαση καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, απιστία από κοινού και αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα: Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 132 Κ.Ποιν.Δ., αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο δικαστήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2. Ειδικότερα δε αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ δικαστηρίων ή δικαστικών υπαλλήλων υπαγομένων σε διαφορετικά Εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο, ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντα ή του εισαγγελέα ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο αυτό, όταν αμφισβητείται η αρμοδιότητα μεταξύ άλλων επίσης αρμοδίων δικαστηρίων ή ανακριτικών υπαλλήλων, χωρίς αυτά να υπόκεινται προς άλληλα ή όταν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο, ως προς ένα και το αυτό έγκλημα ή ως προς συναφή εγκλήματα και όχι όταν διεκδικείται η αποκρούεται η αρμοδιότητα εν σχέσει προς διαφορετικά εγκλήματα που είναι μεταξύ τους συναφή, αλλά όταν η διεκδίκηση ή η αποποίηση της αρμοδιότητας γίνεται ταυτόχρονα για το ένα από τα περιοριστικά συναφή εγκλήματα, για το σύνολο των οποίων έχει επιληφθεί το ένα δικαστήριο, η αρμοδιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται ως προς τα άλλα. Εξάλλου κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 Ν.3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" "1. Οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι Κοινοτήτων, καθώς και οι πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 του Κώδ. Ποιν. Δικ., όπως, κάθε φορά, ισχύει. 2. Για πταίσματα ή πλημμελήματα των αιρετών οργάνων των Δήμων και Κοινοτήτων που διαπράττονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 409-413 και 417-427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας". Περαιτέρω το άρθρο 108 παρ. 3 εδ. α του αυτού νόμου (Ν.3463/2006) οριζει ότι "3. Αν αυτός που έχει εκλεγεί πρόεδρος της Κοινότητας παραιτηθεί, εκπέσει η πεθάνει, ώσπου να εκλεγεί νέος πρόεδρος τα καθήκοντα του προέδρου ασκεί ο αντιπρόεδρος.....", το δε άρθρο 109 παρ. 2 εδ. α του ίδιου νόμου ότι "2. Την πρώτη Κυριακή μετά την εγκατάσταση των κοινοτικών αρχών και, σε κάθε άλλη περίπτωση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών αφότου κενώθηκε η θέση, οι σύμβουλοι του επιτυχόντος συνδυασμού συνέρχονται στο κοινοτικό κατάστημα, ύστερα από πρόσκληση του συμβούλου του συνδυασμού αυτού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους προτιμήσεως και σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που αναδεικνύεται κατόπιν κληρώσεως και εκλέγουν με μυστική ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των συμβούλων του συνδυασμού έναν από αυτούς πρόεδρο Κοινότητας.....". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγεται ότι υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., που αποτελούν εξαίρεση των περί της καθ'ύλην αρμοδιότητας κανόνων και επομένως πρέπει να ερμηνεύονται στενώς, μόνο τα πρόσωπα που αναφέρονται στην άνω διάταξη του άρθρου 145 του Ν.3463/2006 ήτοι οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι Κοινοτήτων, καθώς και οι πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων, που εκλέγονται ως τέτοιοι και όχι τα πρόσωπα που ασκούν τα καθήκοντα του προέδρου, τα οποία δεν φέρουν την ιδιότητα του προέδρου, όπως ειδικότερα ο αντιπρόεδρος της Κοινότητας, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου, όταν ο τελευταίος παραιτηθεί, εκπέσει ή πεθάνει, ώσπου να εκλεγεί νέος πρόεδρος. Αν ο αντιπρόεδρος της Κοινότητας αυτοδικαίως ανεκηρύσσετο πρόεδρος της Κοινότητας στις περιπτώσεις αυτές, οπότε και θα υπαγόταν στην ανωτέρω ιδιάζουσα δωσιδικία, τότε ο άνω νόμος δεν θα όριζε ότι αυτός (αντιπρόεδρος) ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου, ώσπου να εκλεγεί νέος πρόεδρος και περαιτέρω ότι εντός δεκαπέντε (15) ημερών από της κενώσεως της θέσεως του προέδρου διενεργείται η διαδικασία για την εκλογή νέου προέδρου από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Επομένως καθ'ύλη αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση πράξεων, που τέλεσε αντιπρόεδρος της Κοινότητας, κατά το χρόνο που ασκούσε καθήκοντα προέδρου, γιατί ο πρόεδρος της Κοινότητας είχε πεθάνει, και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, τυγχάνει όχι το Τριμελές Εφετείο αλλά το Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιρετός πρόεδρος της Κοινότητας ..... Α απεβίωσε την 17-10-2002 και σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο του θανάτου του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (άρθρο 102 παρ. 3 Π.Δ. 410/1995), ώσπου να εκλεγεί νέος πρόεδρος τα καθήκοντα του προέδρου άσκησε ο κατηγορούμενος Χ1, αντιπρόεδρος της Κοινότητας ..... . Κατά του κατηγορουμένου αυτού και άλλων κατηγορουμένων ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία, παράβαση καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, απιστία κατά συναυτουργία και παρασιώπηση λόγου εξαίρεσης, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στις 25-10-2002 ενώ ασκούσε τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας ..... και με το αριθμ. ..... κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε, μαζί με τους συγκατηγορουμένους του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί για τις πράξεις αυτές. Με την υπ'αριθμ. 19.283/19-3-2007 απόφαση του το ως άνω Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο να επιληφθεί των κατά του ως άνω κατηγορουμένου κατηγοριών, για το λόγο ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες εδιώκετο ασκούσε καθήκοντα προέδρου της Κοινότητας ..... λόγω αποβιώσεως του ανωτέρω προέδρου της Κοινότητας και ως εκ τούτου υπάγεται στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 145 του Ν. 3463/2006 και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Ακολούθως, το τελευταίο αυτό Δικαστήριο στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση, αμφισβητώντας την καθ'ύλην αρμοδιότητά του, με την υπ'αριθμ. 4352/2008 απόφαση του κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ'ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Υπό τα δεδομένα αυτά, ενόψει των προεκτεθέντων συντρέχει περίπτωση αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και επομένως η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για άρση αυτής παρίσταται νόμιμος και βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή και να ορισθεί ως αρμόδιο καθ'ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση της ως άνω υποθέσεως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνει δεκτή η αριθμ. 41762/16-7-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Και 2) Να αρθεί η σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα οποία με τις αριθμ. 4352/2008 και 19283/2007 αποφάσεις τους, αντίστοιχα, κηρύχθηκαν αναρμόδια καθ'ύλην να επιληφθούν των κατά του Χ1 κατηγοριών για ψευδή βεβαίωση από κοινού, παράβαση καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, απιστία από κοινού και αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης και να ορισθεί ως αρμόδιο καθ'ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση της ως άνω υποθέσεως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Αθήνα 5 Νοεμβρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 132 ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμόδιων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής: Το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον Αρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο αυτό, όταν αμφισβητείται η αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων επίσης αρμοδίων δικαστηρίων ή ανακριτικών υπαλλήλων, χωρίς αυτά να υπόκεινται προς άλληλα ή όταν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο, ως προς ένα και το αυτό έγκλημα ή ως προς συναφή εγκλήματα και όχι όταν διεκδικείται ή αποκρούεται η αρμοδιότητα εν σχέσει προς διαφορετικά εγκλήματα που είναι μεταξύ τους συναφή, αλλά όταν η διεκδίκηση ή η αποποίηση της αρμοδιότητας γίνεται ταυτόχρονα για το ένα από τα περιοριστικά συναφή εγκλήματα για το σύνολο των οποίων έχει επιληφθεί το ένα δικαστήριο, ή αρμοδιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται ως προς τα άλλα. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 145 παρ. 1 και 2 Ν.3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο ορίζει ότι "1. Οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι Κοινοτήτων, καθώς και οι πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 του Κώδ. Ποιν. Δικ., όπως, κάθε φορά, ισχύει. 2. Για πταίσματα ή πλημμελήματα των αιρετών οργάνων των Δήμων και Κοινοτήτων που διαπράττονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 409-413 και 417-427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 108 παρ. 3 εδ. α του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι, αν αυτός που έχει εκλεγεί πρόεδρος της Κοινότητας παραιτηθεί, εκπέσει η πεθάνει, ώσπου να εκλεγεί νέος πρόεδρος τα καθήκοντα του προέδρου ασκεί ο αντιπρόεδρος και του άρθρου 109 παρ.2α του ίδιου νόμου, που καθορίζει την διαδικασία για την εκλογή από το κοινοτικό συμβούλιο του νέου προέδρου, εντός 15 ημερών από της κενώσεως της θέσεώς του, προκύπτει ότι ο αντιπρόεδρος της Κοινότητας δεν ανακηρύσσεται αυτοδικαίως πρόεδρος της Κοινότητας στις πιο πάνω περιπτώσεις, αλλά αυτός απλώς ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου, ώσπου να εκλεγεί ο νέος πρόεδρος από το κοινοτικό συμβούλιο, εντός 15 ημερών, κατά την οριζόμενη στο πιο πάνω άρθρο διαδικασία. Συνεπώς, υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., που αποτελούν εξαίρεση των περί της καθ'ύλην αρμοδιότητας κανόνων και επομένως πρέπει να ερμηνεύονται στενώς, μόνο τα πρόσωπα που αναφέρονται στην άνω διάταξη του άρθρου 145 του Ν.3463/2006, ήτοι οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι Κοινοτήτων, καθώς και οι πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων, που εκλέγονται ως τέτοιοι και όχι τα πρόσωπα που ασκούν τα καθήκοντα του προέδρου, τα οποία δεν φέρουν την ιδιότητα του προέδρου, όπως ειδικότερα ο αντιπρόεδρος της Κοινότητας, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου, όταν ο τελευταίος παραιτηθεί, εκπέσει ή πεθάνει, ώσπου να εκλεγεί νέος πρόεδρος. Επομένως, καθ'ύλη αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση πράξεων, που τέλεσε αντιπρόεδρος της Κοινότητας, κατά το χρόνο που ασκούσε καθήκοντα προέδρου, γιατί ο πρόεδρος της Κοινότητας είχε πεθάνει, και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, είναι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και όχι το Τριμελές Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιρετός πρόεδρος της Κοινότητας ..... Α απεβίωσε την 17-10-2002 και σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο του θανάτου του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (άρθρο 102 παρ. 3 Π.Δ. 410/1995), ώσπου να εκλεγεί νέος πρόεδρος τα καθήκοντα του προέδρου άσκησε ο κατηγορούμενος Χ1, αντιπρόεδρος της Κοινότητας ..... . Κατά του κατηγορουμένου αυτού και άλλων κατηγορουμένων ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία, παράβαση καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, απιστία κατά συναυτουργία και παρασιώπηση λόγου εξαίρεσης, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στις 25-10-2002 ενώ ασκούσε τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας ..... και με το ..... κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε, μαζί με τους συγκατηγορουμένους του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί για τις πράξεις αυτές. Με την 19.283/19-3-2007 απόφασή του το ως άνω Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο να επιληφθεί των κατά του ως άνω κατηγορουμένου κατηγοριών, για το λόγο ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες εδιώκετο ασκούσε καθήκοντα προέδρου της Κοινότητας ..... λόγω αποβιώσεως του ανωτέρω προέδρου της Κοινότητας και ως εκ τούτου υπάγεται στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 145 του Ν. 3463/2006 και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Ακολούθως, το τελευταίο αυτό Δικαστήριο στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση, αμφισβητώντας την καθ'ύλην αρμοδιότητά του, με την 4352/2008 απόφαση του κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ'ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Υπό τα δεδομένα αυτά, ενόψει των προεκτεθέντων συντρέχει περίπτωση αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και επομένως η κρινόμενη 41762/16-7-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητά την άρση της εν λόγω συγκρούσεως αρμοδιότητας είναι νόμιμη και βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να ορισθεί, ως αρμόδιο καθ'ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση της ως άνω υποθέσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά του Χ1 κατηγοριών, για ψευδή βεβαίωση από κοινού, παράβαση καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, απιστία από κοινού και αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητος. Άρση της συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Αρμόδιο δικαστήριο καθ’ ύλη προς εκδίκαση πλημμελημάτων που τέλεσε αντιπρόεδρος της Κοινότητας, κατά το χρόνο που ασκούσε καθήκοντα προέδρου, γιατί ο πρόεδρος της Κοινότητας είχε πεθάνει, είναι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και όχι το Τριμελές Εφετείο. Δεν υπάγεται στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 145 παρ. 1 και 2 Ν. 3463/2006.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 337/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυταλούλη, περί αναιρέσεως της 2085/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Αυγούστου 2008 (δύο) αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως και στα από 15 Δεκεμβρίου 2008 δύο αυτοτελή δικόγραφα των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1400/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η 47/14-8-2008 αίτηση (έκθεση) του Χ1, και 2) η 46/14-8-2008 αίτηση (έκθεση) του Χ2, για αναίρεση της 2085/6-5-2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και οι από 15/12/2008 πρόσθετοι αυτών λόγοι, που κατατέθηκαν με χωριστά δικόγραφα στις 18/12/2008, έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Μόνη η αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της απόφασης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν συνιστά, χωρίς τίποτε άλλο έλλειψη της κατά το νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός, εάν στο διατακτικό ή το κλητήριο θέσπισμα και κατ' ανάγκη, επί αντιγραφής των, στο σκεπτικό της απόφασης δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Η έλλειψη όμως στην περίπτωση αυτή πρέπει να προσδιορίζεται με το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, που ορίζει ότι, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει να είναι το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Εάν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, εκτός άλλων περιπτώσεων και διότι είναι αόριστοι και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των αόριστων και ασαφών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Επίσης δεν επιτρέπεται να εξεταστούν ούτε και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι υπό στοιχ. Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' (και ήδη Η') του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα τούτων, που προβλέπεται από το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων, με τη συνεκδικαζόμενη 47/14-8-2008 αίτησή του για αναίρεση της 2085/6-5-2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ένοχος με τα ελαφρυντικά, των πράξεων α) της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2345/95, κατ' εξακολούθηση, β) ψευδούς βεβαίωσης, κατά εξακολούθηση και γ) παράνομης κατακράτησης, κατά συρροή, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, προβάλλοντας ως πρώτο λόγο αυτής την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα αφού αναπτύσσει, γενικώς, πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογία της αποφάσεως), αναφέρει τα εξής: "Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε τον κατηγορούμενο - ήδη αναιρεσείοντα, και ως αιτιολογία της απόφασής του διέλαβε αυτούσιο το κείμενο του υπ' αριθμ. Α05/2293/22-9-2006 κλητήριο θέσπισμα του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, το οποίο αντέγραψε κατά λέξη. Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά τελείως τυπική, αφού δεν αναφέρει α) τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, β) ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν, και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό". Έτσι όμως όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται, ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του. Αντιθέτως οι δεύτεροι και ο τρίτοι λόγοι αναίρεσης που αφορούν, όπως και στην αίτηση αναφέρεται, αποκλειστικά την παράβαση του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 2345/95, και οι οποίοι διαλαμβάνουν τις αιτιάσεις που θα αναφερθούν πιο κάτω κατά την εξέταση των συναφών προσθέτων λόγων αναίρεσης, είναι σαφείς και ορισμένοι, ενώ ο τέταρτος λόγος αναίρεσης αφορά καταδίκη του αναιρεσείοντος, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου, όπως αναφέρει, "σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών δια αδίκημα το οποίο δεν υπάρχει στο κατηγορητήριο (κατοχή ναρκωτικών ουσιών) ...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού ούτε από το σκεπτικό ούτε από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα για την εν λόγω πράξη. Ενόψει αυτών, με την πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, όπως εκτιμάται, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για λόγους που αφορούν αποκλειστικά το αδίκημα για την παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2345/95, όχι δε και για τις λοιπές πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατά εξακολούθηση και της παράνομης κατακράτησης κατά συρροή, για τις οποίες η απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι, του πρώτου αναιρεσείοντος κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τα δύο αυτά εγκλήματα (δηλαδή οι του δευτέρου και τρίτου κεφαλαίου αναιρετικοί πρόσθετοι λόγοι, καθώς και ο 12ος πρόσθετος λόγος), είναι απαράδεκτοι, αφού, κατά τα κεφάλαια αυτά, δεν πλήττεται η απόφαση με σαφή και ορισμένο παραδεκτό λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και, συνεπώς, κατέστη, ως προς τα κεφάλαια αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση αμετάκλητη. Παραδεκτοί, αντιθέτως, είναι οι πρόσθετοι λόγοι του δευτέρου αναιρεσείοντος, ο οποίος κρίθηκε ένοχος μόνο για την πράξη της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2345/95, η αναίρεση του οποίου έχει ταυτόσημο περιερχόμενο με την συνεκδικαζόμενη αίτηση του πρώτου (πλην του 4ου λόγου αναίρεσης), απορριπτομένου μόνο του πρώτου λόγου αναίρεσης αυτού, ως αορίστου, για τους ίδιους λόγους που απορρίφθηκε και ο αντίστοιχος λόγος του πρώτου αναιρεσείοντος. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1εδ. α-γ του ν. 2345/ 1995 (ΦΕΚ Α` 213/1995 "Οργανωμένες υπηρεσίες παροχής προστασίας από φορείς κοινωνικής πρόνοιας και άλλες διατάξεις", σωματεία, οργανισμοί, ιδρύματα, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων και γενικά φορείς μη υπαγόμενοι στο δημόσιο τομέα, που ασκούν κοινωνική πρόνοια, καθώς και ιδιώτες, δεν επιτρέπεται να παρέχουν οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες, που έχουν σχέση με την προστασία του παιδιού ή ατόμων με ειδικές ανάγκες (παιδιών και ενηλίκων) ή ηλικιωμένων ή ανιάτων ή χρονίως πασχόντων ατόμων ή να ασκούν παρεμφερείς δραστηριότητες, πριν από την έκδοση σχετικής άδειας λειτουργίας από την οικεία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση. Εάν διαπιστωθεί λειτουργία χωρίς άδεια, ο νομάρχης υποχρεούται να εκδώσει απόφαση διακοπής της λειτουργίας, που εκτελείται από την οικεία αστυνομική αρχή. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απόφαση διακοπής της λειτουργίας, οι υπεύθυνοι τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα επιτρεπτώς κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Μετά από έρευνα - επιθεώρηση που διενήργησαν τα αρμόδια όργανα του Υπ. Υγείας Προνοίας, σε από τους κατηγορούμενους διατηρούμενη μονάδα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών και σχέση έχουσες σε παροχή φροντίδας και προστασίας ατόμων με ειδικές ανάγκες (υπεργήρους, ανίατους πάσχοντες κ.τ.λ.) διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω μονάδα λειτουργούσε χωρίς την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας από την οικεία υπηρεσία της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Ν. Πιερίας. Λόγω λοιπόν του ότι λειτουργούσε χωρίς την άδεια αυτή εκδόθηκαν νομότυπα από τον αρμόδιο νομάρχη Πιερίας διαδοχικώς πέντε αποφάσεις περί άμεσης διακοπής λειτουργίας της εν λόγω μονάδας. Παρά ταύτα οι κατηγορούμενοι (συνιδιοκτήτες και συνυπεύθυνοι λειτουργίας αυτής) εξακολούθησαν να λειτουργούν αυθαιρέτως την εν λόγω μονάδα παρέχοντες σε αυτή υπηρεσίες φιλοξενίας και περίθαλψης στα προαναφερόμενα άτομα καθ' όλη την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2004 μέχρι και το πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου 2004 ...". Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορουμένοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α, ο πρώτος (Χ1), και του 84 παρ. 2δ του ΠΚ, ο δεύτερος, της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2345/95, κατ' εξακολούθηση. Επιπλέον ο πρώτος αναιρεσείων, με βάση άλλα, επιπλέον των πιο πάνω αναφερομένων, πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκε ένοχος και των πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης κατά εξακολούθηση και της παράνομης κατακράτησης κατά συρροή, πράξεις για τις οποίες δεν προσβάλλεται η πληττόμενη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, με παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως. Ειδικότερα και οι δύο αναιρεσείοντες ως προς την παράβαση του άρ. 1 παρ. 1 του ν. 2345/95, κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "... Κατά το χρονικό διάστημα από 20-1-2004 έως και το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουνίου 2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος παρείχαν οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες που έχουν σχέση με την προστασία ατόμων με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένων, ανιάτως και χρονίως πασχόντων ατόμων, χωρίς την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας της οικίας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και παρά την έκδοση πέντε διαδοχικών αποφάσεων διακοπής λειτουργίας της μονάδας από τον Νομάρχη Πιερίας. Ειδικότερα, κατά το άνω χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα των συνιδιοκτητών, εξακολουθούσαν να λειτουργούν - μονάδα παροχής οργανωμένων κοινωνικών υπηρεσιών με το διακριτικό τίτλο "....." προσφέροντας υπηρεσίες φιλοξενίας και προστασίας σε άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένους, ανιάτως και χρονίως πάσχοντες, χωρίς να έχει εκδοθεί η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ν. Πιερίας και κατά παράβαση των διαδοχικώς εκδοθεισών αποφάσεων του Νομάρχη Πιερίας περί άμεσης διακοπής λειτουργίας της άνω μονάδας ήτοι των 1) υπ' αριθ. ....., 2) υπ' αριθ. ....., 3) ....., 4) ....., 5) .....". Για τις πιο πάνω πράξεις τους οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, ο μεν πρώτος σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τριών μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για πέντε έτη, ο δε δεύτερος σε φυλάκιση δέκα μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ, για κάθε ημέρα φυλάκισης. IV. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την καταδικαστική και για τους δύο αναιρεσείοντες πράξη της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2345/95, ως προς την οποία και μόνο προσβάλλεται η απόφαση αυτή με παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι τυπική, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 235/95, την οποία ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο, δέχθηκε με τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι οι δύο αναιρεσείοντες παρείχαν οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες φιλοξενίας και προστασίας σε άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένους, ανιάτως και χρονίως πάσχοντες, χωρίς να έχει εκδοθεί η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ν. Πιερίας και κατά παράβαση των διαδοχικώς εκδοθεισών αποφάσεων του Νομάρχη Πιερίας περί άμεσης διακοπής λειτουργίας της άνω μονάδας και όχι για την λειτουργία μονάδας περίθαλψης ατόμων με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένων, χωρίς την απαιτούμενη άδεια, όπως αβασίμως οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στους προσθέτους αυτών λόγους. Η ιδιαίτερη αιτιολόγηση, ως προς το δόλο των κατηγορουμένων, δεν ήταν απαραίτητη αφού για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος δεν αξιώνεται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου. Από τις πιο πάνω δε παραδοχές της απόφασης προκύπτει σαφώς ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, παρείχαν τις προαναφερόμενες υπηρεσίες σε δική τους επιχείρηση, γνώριζαν την έκδοση των διαδοχικώς εκδοθεισών αποφάσεων του Νομάρχη Πιερίας για την άμεση διακοπή λειτουργίας της πιο πάνω μονάδας και εντούτοις, κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 2345/95 παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε αυτή, χωρίς να απαιτείται η μνεία, ή αναφορά, ότι οι εν λόγω αποφάσεις τους γνωστοποιήθηκαν και από ποιον και πότε τους επιδόθηκαν κλπ, όπως αβασίμως οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, το Τριμελές Εφετείο, με την παραδοχή του ότι οι αναιρεσείοντες "εξακολουθούσαν να λειτουργούν- μονάδα παροχής οργανωμένων κοινωνικών υπηρεσιών με το διακριτικό τίτλο "....." προσφέροντας υπηρεσίες φιλοξενίας και προστασίας σε άτομα με ειδικές ανάγκες, ... κατά παράβαση των διαδοχικώς εκδοθεισών αποφάσεων του Νομάρχη Πιερίας περί άμεσης διακοπής λειτουργίας της άνω μονάδας ...", σαφώς δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες, μετά την έκδοση των αποφάσεων του Νομάρχη, συνέχιζαν μη συμμορφούμενοι στις αποφάσεις αυτές, την λειτουργία της παραπάνω μονάδας, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας και τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν, η παράθεση των επιπλέον περιστατικών και των αναφερομένων στον δεύτερο πρόσθετο λόγο εξειδικεύσεων (ποιες ήταν οι οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες, ποιες από τις ειδικότερες κατηγορίες ανθρώπων που αναφέρει ο νόμος παρεχόνταν οι παραπάνω υπηρεσίες, πόσοι και ποιοι ήταν αυτοί παρείχαν τις υπηρεσίες περίθαλψης, ποιοι ήταν υπέργηροι και την ηλικίας τους, πόσοι και ποιοί ήταν ανίατως πάσχοντες ή χρονίως πάσχοντες, εάν τις παρείχαν αυτοπροσώπως ή με προσωπικό και ποιο ήταν το προσωπικό αυτό κλπ). Αρκεί η αναφορά ότι αυτοί προσέφεραν στην πιο πάνω μονάδα παροχής οργανωμένων κοινωνικών υπηρεσίες φιλοξενίας και προστασίας σε κατηγορίες ατόμων με ειδικές ανάγκες, τις οποίες ειδικώς προσδιορίζει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι σε ηλικιωμένους, ανιάτως και χρονίως πάσχοντες, χωρίς να έχει εκδοθεί η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας από τη αρμόδια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. Ούτε ήταν αναγκαία η εξειδίκευση της έννοιας του "συνιδιοκτήτη" της πιο πάνω μονάδας, αν, δηλαδή, ο καθένας από τους κατηγορούμενους αναιρεσείοντες είχε αποφασιστική αρμοδιότητα επί της λειτουργίας του ξενώνα, σε τι συνίστατο η συνιδιοκτησία του, εάν λόγω της ιδιότητας του ως συνιδιοκτήτη είχε την δυνατότητα μόνος ή από κοινού με τον συγκατηγορούμενο του να λαμβάνει αποφάσεις για την λειτουργία του, ποια ήταν την νομική μορφή που λειτουργούσε ο ξενώνας, κλπ. Κρίσιμο για την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος είναι η παραδοχή της απόφασης ότι οι αναιρεσείοντες παρείχαν τις πιο πάνω υπηρεσίες και είναι αδιάφορο για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος η νομική μορφή του ξενώνα, αν ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα ως συνιδιοκτήτης να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την λειτουργία του κλπ. Οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι με τις αποφάσεις αυτές του Νομάρχη Πιερίας διατάχθηκε η "άμεση" διακοπή της λειτουργίας της πιο πάνω μονάδος, ενώ, όπως ισχυρίζονται, μόνο οι δύο εξ αυτών διέτασσαν τούτο, και με τις λοιπές τρεις διδόταν προθεσμία για την διακοπή, για ορισμένες ημέρες προκειμένου να μεριμνήσουν για την μετεγκατάσταση των περιθαλπομένων ατόμων, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται σαφές, αν πράγματι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο τις πέντε αυτές αποφάσεις του Νομάρχη Πιερίας, αφού, αν τις είχε λάβει υπόψη του, θα έπρεπε, όπως ισχυρίζονται, να αθωωθούν για την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 1 ν, 2345/1995, κατά τα χρονικό διάστημα από 19/1/2004, έως 15/3/2004 και να κηρυχθούν ένοχοι, για την κατά εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος αυτού, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως και το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου 2004. Από τις πιο πάνω, όμως, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα και, συνεπώς, και τις ειδικώς, άλλωστε, αναφερόμενες στο διατακτικό του, πέντε αποφάσεις του Νομάρχη Πιερίας. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πιο πάνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Κατ' ακολουθία αυτών οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, όπως αυτοί διαλαμβάνονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους των κυρίως δικογράφων αναιρέσεων, καθώς και οι εμπεριεχόμενοι στο πρώτο κεφάλαιο των προσθέτων λόγων, που αφορούν το αδίκημα του άρ. 1 του ν. 2345/95, πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι αυτών λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για έλλειψη νομίμου βάσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι διαλαμβανόμενες στους αυτούς λόγους, λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της εφαρμοσθείσας ανωτέρω διατάξεως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και το προσδιοριζόμενο ως εξής: "Πίνακας της διοικούσας επιτροπή". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, αφού, ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου του, κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως και των υπολοίπων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε, ορθώς έλαβε υπόψη του το πιο πάνω έγγραφο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ ενδέκατος πρόσθετος λόγος αναίρεσης της αίτησης του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, καθώς και τέταρτος πρόσθετος λόγος του δευτέρου αναιρεσείοντος, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίσης του, έλαβε υπόψη του το πιο πάνω έγγραφο που αναγνώσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VI. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε το Τριμελές Εφετείο μετάτρεψε σε χρηματική την ποινή φυλάκισης, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Χ2, και καθόρισε για κάθε μέρα φυλάκισης το ποσό των 5,00 ΕΥΡΩ, ενώ ανέστειλε την ποινή φυλάκισης, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Χ1 για μια πενταετία (5 έτη). Ως αιτιολογία της απόφασης για την οποία δεν ανέστειλε, αλλά μετάτρεψε τη ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Χ2, το Δικαστήριο διέλαβε την εξής αιτιολογία: "Επειδή, από την έρευνα του χαρακτήρα του καταδίκου, τον προηγούμενο βίο του, τις υπόλοιπες περιστάσεις και το ποινικό μητρώο του, το οποίο είναι στην δικογραφία και από το οποίο προκύπτει ότι αυτός έχει καταδικασθεί με μία ή περισσότερες αποφάσεις σε ποινή που ξεπερνάει τους έξι [6] μήνες, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση για να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω, στερητικής της ελευθερίας ποινής. Παρά ταύτα, από τα ίδια δεδομένα προκύπτει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Συντρέχει, επομένως, περίπτωση μετατροπής της παραπάνω ποινής σε χρηματική και πρέπει, αφού ληφθούν υπόψη και οι οικονομικοί όροι του καταδικασθέντος, η κάθε μέρα φυλάκισης να υπολογισθεί προς 5,00 ΕΥΡΩ". Ακολούθως το Τριμελές εφετείο διέλαβε σχετική αιτιολογία για την χορηγηθείσα αναστολή της ποινής που επέβαλε στον συγκατηγορούμενο του πιο πάνω αναιρεσείοντος Χ1 (στην οποία από προφανή παραδρομή αναφέρεται άλλη, άσχετη, πράξη και ποινή για την οποία χορηγήθηκε η εν λόγω αναστολή). Στη συνέχεια το διατακτικό της περί μετατροπής και αναστολής της ποινής απόφασης διατυπώνεται ως εξής: " ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ σε χρηματική την παραπάνω ποινή φυλάκισης, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Χ2, και καθορίζει για κάθε μέρα φυλάκισης το ποσό των 5, 00 ευρώ. ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την παραπάνω ποινή φυλάκισης, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Χ1 για μια πενταετία (5 έτη)". Επομένως, από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως αυτής, είναι σαφές για ποιο κατηγορούμενο μετάτρεψε σε χρηματική την ποινή φυλάκισης και για ποιο ανέστειλε την εκτέλεση, ενώ ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις χορήγησης στο πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσείοντος, της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, κατά άρθρο 99 ΠΚ. Συνακόλουθα, ο από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, πέμπτος πρόσθετος λόγος του δευτέρου αναιρεσείοντος, για έλλειψη αιτιολογίας της πιο πάνω περί ποινής αποφάσεως, με τις αιτιάσεις, ότι δεν προσδιορίζεται σε αυτήν, σε ποιον από τους δυο κατηγορούμενους συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής και σε ποιον από οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης τη ποινής, κατά άρθρο 99 ΠΚ και ότι δεν προκύπτει, εάν το δικαστήριο ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις χορήγησης στο πρόσωπο του της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, κατά άρθρο 99 ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VII. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, καθώς και των παραδεκτώς προβληθέντων προσθέτων λόγων, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, ως αβάσιμες, οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτών λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει 1) την 47/14-8-2008 αίτηση (έκθεση) αναίρεσης του Χ1 και 2) την 46/14-8-2008 αίτηση (έκθεση) αναίρεσης του Χ2 για αναίρεση της 2085/6-5-2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, καθώς και τους από 15/12/2008 πρόσθετους αυτών λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστά δικόγραφα στις 16/12/2008. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 16 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αναιρέσεων. Παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2345/95, παροχή οργανωμένων κοινωνικών υπηρεσιών που έχουν σχέση με την προστασία ατόμων με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένων, ανιάτως και χρονίως πασχόντων κλπ σε ιδρύματα κλπ ατόμων, χωρίς προηγούμενη έκδοση σχετικής άδειας λειτουργίας από την οικεία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, κατ’ εξακολούθηση. Πρόσθετοι λόγοι. Απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει να είναι το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Δεν είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, μόνο διότι αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού ή κλητήριου θεσπίσματος. Οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να πλήττουν τα ίδια κεφάλαια που πλήττουν και οι κυρίως λόγοι. Εφόσον λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου που αφορά συγκεκριμένες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, οι πρόσθετοι λόγοι που αφορούν τις πράξεις αυτές είναι απαράδεκτοι, αφού, κατά τα κεφάλαια αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αμετάκλητη (ΑΠ 104/2003). Απορρίπτει λόγους για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Έγγραφα. Προσδιορισμός ταυτότητας αναγνωσθέντος εγγράφου. Αιτιολογία αποφάσεως ως προς τις περί αναστολής και μετατροπής ποινής διατάξεις της. Απορρίπτει αναίρεση και προσθέτους λόγους.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Ποινή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πρόσθετοι λόγοι, Παράβαση νόμου για παροχή υπηρεσιών σε ηλικιωμένους.
0
Αριθμός 336/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, περί αναιρέσεως της 1404/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1955/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και ότι όσα ενόρκως κατέθεσε είναι επίσης ψευδή. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα "από την ανωμοτί κατάθεση του εγκαλούντος (πολιτικώς ενάγοντος), τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, καθώς και την πρωτόδικη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 21 Φεβρουαρίου 2001 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την με την ίδια ημεροχρονολογία έγκλησή του εναντίον του εγκαλούντα Ψ, ο οποίος τυγχάνει Διευθυντής της Πολεοδομίας Νικαίας, αναφέροντας σ' αυτήν εν γνώσει της αναλήθειάς τους τα εξής ψευδή: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νικαίας Βασιλείου Πέππα αγοράσαμε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου εγώ και η σύζυγός μου .... από την Ζ, ένα οικόπεδο εκτάσεως 153,95 τετρ. Μέτρων, σύμφωνα με το από Αυγούστου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ξ, κείμενο στην θέση "...." της περιφερείας του Δήμου Νικαίας, πρώην Δήμου Πειραιώς, εντός του σχεδίου πόλεως και στην οδό .... Με το ανωτέρω συμβόλαιο η πωλήτρια Ζ μεταβίβασε σε εμένα και την σύζυγό μου και τα δικαιώματα επί της εκδοθείσης υπ' αριθ. ... άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού τότε γραφείου Πειραιώς. Την έκδοση της παραπάνω αδείας και την επίβλεψη της ανοικοδομήσεως οικίας επί του αγορασθέντος οικοπέδου είχε αναλάβει, κατ' εντολή και για λογαριασμό της πωλήτριας, ο μηχανικός Ξ, ο οποίος, μετά την μεταβίβαση των της οικοδομικής αδείας δικαιωμάτων σε εμάς, εξακολούθησε να ενεργεί ως επιβλέπων μηχανικός, την στιγμή μάλιστα που είχε εξοφληθεί από την δικαιοπάροχό μας Ζ για κάθε σχετική αμοιβή μελέτης και επίβλεψης, όπως σημειώνεται και από την Πολεοδομία Νικαίας σε αντίγραφο της οικοδομικής αδείας που μας δόθηκε. Την 10-11-86 έγινε θεώρηση της ανωτέρω οικοδομικής αδείας από το Αστυνομικό Τμήμα Νικαίας, η οποία προϋπέθετε την δήλωση των στοιχείων του επιβλέποντος και υπευθύνου για το έργο μηχανικού και του εργολάβου. 'Ετσι ο κος Ξ δήλωσε ότι είναι ο υπεύθυνος μηχανικός του έργου και εργολάβος ο κος .... Έτσι άρχισε η ανοικοδόμηση της οικίας μας και αποπερατώθηκε πλήρως με επιβλέποντα μηχανικό τον Ξ, ο οποίος είχε εξοφληθεί για κάθε σχετική αμοιβή του, μελέτης και επιβλέψεως, και ο οποίος καθ' όλη την διάρκεια της εκτελέσεως του έργου ουδεμία σχετική αξίωση διατύπωσε. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κος Ξ, κατά την εκτέλεση του έργου και μετά την αποπεράτωση του οικοδομικού σκελετού, επεβάλλετο σαν επιβλέπων μηχανικός να προβεί σε θεώρηση της αδείας, η ισχύς της οποίας πλέον θα ήτο αορίστου διάρκειας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2α του Π.Δ/τος 3-9-83 (ΦΕΚ 394 Δ/8-9-83), οι διατάξεις οι οποίες διέπουν την επίδικη οικοδομική άδεια για την θεώρηση της αδείας, ο επιβλέπων μηχανικός θα έπρεπε να καταθέσει την απόδειξη πληρωμής της αμοιβής του για την επίβλεψη, όπως ορίζει και το Π.Δ/μα 242 (ΦΕΚ 96Α) 26-6-84. Σημειωτέον, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 5 του Π.Δ/τος 3-9-83, στις περιπτώσεις αναθεωρήσεως των οικοδομικών αδειών ή τις ενημερώσεις των φακέλων αυτών, οι κάθε φύσεως κρατήσεις και εισφορές που είχαν καταβληθεί κατά την έκδοση της άδειας συμψηφίζονται. Ο κος Ξ όμως δεν προέβη στην θεώρηση αυτή, παρά την υποχρέωσή του, όπως όριζε η σύμβαση εκτέλεσης έργου, αφού εμείς είχαμε παντελή άγνοια του τι ακριβώς απαιτείται σχετικά. Στις 10-10-94 απευθυνθήκαμε στο Γραφείο Πολεοδομίας Νικαίας όπου βρίσκεται ο φάκελος της οικοδομής μας και ζητήσαμε την χορήγηση ενός επικυρωμένου αντιγράφου της υπ' αριθ. 1031/86 οικοδομικής αδείας, προκειμένου να συνδεθεί η οικοδομή μας με τα δίκτυα ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, αλλά κάτι τέτοιο δεν ήτο δυνατόν διότι: α) Η οικοδομική άδεια ... έχει ελλείψεις, γιατί δήθεν οφείλεται η αμοιβή επίβλεψης του Μηχανικού Ι. Ξ εκ δρχ. 42.280, β) Ο επιβλέψας το έργο Μηχανικός έπρεπε να συντάξει και καταθέσει Τεχνική Έκθεση, ότι παραδίδει το κτίριο αποπερατωμένο με επίβλεψή του και κατασκευασμένο σύμφωνα με την άδεια και γ) Χρειάζεται υπεύθυνη δήλωση εμένα και της συζύγου μου ως ιδιοκτήτες, ότι λάβαμε γνώση της εκθέσεως του μηχανικού και ότι την αποδεχόμεθα. Ενημέρωσα αμέσως τον κο Ξ για τις παραπάνω ελλείψεις, αφού διατηρούσε το γραφείο του δίπλα από την κατοικία μας (...), αυτός όμως αρνήθηκε για πρώτη φορά ότι είχε πληρωθεί την αμοιβή του για την επίβλεψη, αν και από έγγραφα προέκυπτε το αντίθετο, ανακοινώνοντάς μου συγχρόνως ότι η άδεια μου πρέπει να αναθεωρηθεί για την αλλαγή ονόματος ιδιοκτήτη. Για τον σκοπό αυτόν με παρέπεμψε στους αρμόδιους υπαλλήλους της πολεοδομίας Νικαίας ... και ...., οι οποίοι μας συμβούλευσαν ότι χρειάζεται αναθεώρηση της αδείας μας για αλλαγή ονόματος ιδιοκτήτη, η οποία θα στοίχιζε δρχ. 250.000. Όπως προκύπτει όμως από τις διατάξεις του Π.Δ/τος 3-9-83, βάσει του οποίου εκδόθηκε η άδεια μου, τέτοια αναθεώρηση δεν απαιτείτο. Από τον φάκελο δε της υπ' αριθ. ... αδείας προκύπτει, ότι υπάρχει καθορισμός αμοιβής μηχανικού για μελέτη και επίβλεψη, συνολικά δρχ. 124.045. Υπάρχει επίσης υπεύθυνη δήλωση του κου Ξ στην ΔΟΥ Νικαίας, με αριθμό 237/14-7-86, από την οποία αποδεικνύεται ότι η σχετική συνολική αμοιβή έχει καταβληθεί από την δικαιοπάροχό μας κ. Ζ, ενώ από το υπ' αριθ. 3994836/86 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ Νικαίας φαίνεται ότι ο κος Ξ κατέβαλε στην συνολική αυτή αμοιβή τον αναλογούντα ΦΕΜ εκ δρχ. 15.446. Σύμφωνα με τα παραπάνω, έπρεπε να υπάρχει και η ανάλογη απόδειξη της ΕΤΕ για δρχ. 124.045, ενώ στην ΕΤΕ είχε καταβληθεί το ποσό μόνο της μελέτης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 175822/86 απόδειξη της ΕΤΕ. Στο στέλεχος δε της αδείας που τηρεί η Πολεοδομία, δεν αναγράφονται παράνομα οι αριθμοί των παραστατικών καταβολής των σχετικών ποσών αμοιβών για την έκδοσή της, ενώ στο αντίγραφο της αδείας που μου εδόθη, αναγράφεται ότι με την υπ' αριθ. 175822/86 απόδειξη της ΕΤΕ κατεβλήθη το ποσό των δρχ. 84.135 για μελέτη και με ομοιωματικά το ποσό των δρχ. 42.280 για αμοιβή επίβλεψης. Ως προς το θέμα της τεχνικής έκθεσης από το ΥΠΕΧΩΔΕ, πληροφορηθήκαμε εγγράφως (εγώ και η σύζυγός μου) ότι η οριστική σύνδεση της οικοδομής μας με τα δίκτυα ΔΕΗ - ΕΥΔΑΠ γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 1512/1985 και ότι η αυτοψία εκ μέρους του Γραφείου της Πολεοδομίας, που απαιτείται, γίνεται κατόπιν αιτήσεως του ιδιοκτήτου σύμφωνα με το Π.Δ/μα της 3-9-83 αρθ. 7 παρ. 3, επειδή η άδεια της οικοδομής μας εκδόθηκε υπό το καθεστώς των παραπάνω νομοθετημάτων. Η Νομαρχία Αττικής, κατόπιν αιτήσεως δικής μου και της συζύγου μου την 9-6-1995 γνωστοποίησε στο Πολεοδομικό Γραφείο Νικαίας, ότι δεν απαιτείται Τεχνική Έκθεση του επιβλέποντος Μηχανικού, για να γίνει αυτοψία. Κατόπιν αυτών, καταθέσαμε (εγώ και η σύζυγος μου) στην Πολεοδομία Νικαίας την με αριθ. πρωτ. 1450/23-6-95 αίτησή μας, για την διενέργεια αυτοψίας στην οικοδομή μας, προκειμένου επιτέλους να συνδεθεί αυτή με τα δίκτυα ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ. Ταυτόχρονα με την υπ' αριθ. 1451/23-6-95 αίτησή μας στο ίδιο γραφείο, ζητήσαμε να κληθεί ο κατά την άδεια υπεύθυνος μηχανικός, να καταθέσει στον φάκελο της αδείας της οικοδομής μας, την απόδειξη λήψεως της αμοιβής του για την επίβλεψη, όπως είχε άλλωστε υποχρέωση, σύμφωνα με την προς την ΔΟΥ Νικαίας υπεύθυνη δήλωσή του, που μνημονεύεται παραπάνω. Μετά την υποβολή των παραπάνω δύο αιτήσεων, μετά την πάροδο 17 ημερών και δή την 10-7-95, ο κος Ξ υπέβαλλε στην Πολεοδομία Νικαίας την με αριθ. πρωτ. 1622/10-7-95 έγγραφη αίτηση - υπόμνημα, με την οποία ψευδώς δηλώνει και βεβαιώνει ότι ουδεμία σχέση έχει με την επίβλεψη της οικοδομής μας. Τούτο δε είναι ψευδέστατο, διότι και την σχετική αμοιβή του δηλώνει ο ίδιος ότι έχει λάβει προς την ΔΟΥ Νικαίας, αλλά και στην πράξη αυτός επέβλεπε την κατασκευή της οικοδομής μας μέχρις αποπερατώσεώς της, όπως αυτό προκύπτει από τα εξής αδιάψευστα στοιχεία: α) Την υπεύθυνη δήλωση και βεβαίωση του εργολάβου της οικοδομής ..... β) Έγγραφο του ιδίου κου Ξ προς το Ι.Κ.Α. Νικαίας για τον καθορισμό των αναλογούντων ενσήμων, η εφαρμογή δε του Νόμου, που προέβλεπε τέτοια ενέργεια εκ μέρους του επιβλέποντος μηχανικού, άρχισε το έτος 1992. γ) Την υπ' αριθ. 163/96 απόφαση του πειθαρχικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Ε., με την οποία κρίνεται ότι ο Ξ επέβλεψε την οικοδομή μου, επιδεικνύοντας αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και ότι όφειλε να είχε παραιτηθεί, εφόσον, κατά δήλωση του, δεν ήθελε να συνεργασθεί με τους νέους ιδιοκτήτες, παραίτηση η οποία ουδέποτε έγινε, όπως προκύπτει από τον φάκελο της αδείας μας. Σημειωτέον βάσει του Π.Δ. 3-9-1983 (ΦΕΚ 394 Δ), το οποίο διέπει την εν λόγω άδεια, στο άρθρο 6 παρ. 3α αναφέρει ρητά ότι αλλαγή ή παραίτηση του επιβλέποντα μηχανικού γίνεται μόνο όσο ισχύει η άδεια. Ο ν. 1512/85, άρθρο 8, παρ. 11δ, αναφέρει ότι η ευθύνη του επιβλέποντα υπάρχει για όλο το χρονικό διάστημα της ανέγερσης του κτιρίου, μέχρι την αποπεράτωσή του, η μέχρι τον τελικό έλεγχο από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, η μέχρι τη λήξη του χρόνου που ισχύει η άδεια, εφόσον δεν υποβάλλει στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία σχετική δήλωση διακοπής της επίβλεψης και το Ν.Δ. 17-7-1923 (ΦΕΚ 228Α) στο άρθρο 55 που τροποποιήθηκε με το Ν. Δ. 21-1-1924 (ΦΕΚ 1 ΙΑ), που διέπουν την εν λόγω άδεια, αναφέρουν τις υποχρεώσεις και ευθύνες των λαμβανομένων την εποπτεία εκτέλεσης των εργασιών δόμησης. Τελικώς, η αυτοψία, μετά από τις δικές μου επίμονες αιτήσεις, διενεργήθηκε 25-9-1995 από τους υπαλλήλους της Πολεοδομίας κο ... και .... Αρνήθηκαν να μου δώσουν την έκθεση αυτοψίας. Μου ζητούσαν να προβώ σε παράνομη αναθεώρηση της ... οικοδομικής αδείας για την αλλαγή ονόματος, για να καλύψουν τις παραβάσεις του ιδιώτη μηχανικού, διαφορετικά θα μου βγάλουν την οικοδομή αυθαίρετη. Στις 23-1-96, κατόπιν Εισαγγελικής παραγγελίας, πήρα έκθεση αυτοψίας. Αντί να συντάξουν αναλυτική και ενημερωτική έκθεση, να μου χορηγήσουν τον προβλεπόμενο χρόνο και να μου υποδείξουν να πράξω τα νόμιμα, όπως έχω αναφέρει η αυτοψία διενεργήθηκε στις 25-9-95 μετά από αίτηση δική μου, αντιθέτως συνέταξαν πράξη αυθαιρέτου και κατατάσσουν παρανόμως την οικοδομή μου στα αυθαίρετα και εμφανίζουν την αυτοψία ότι διεξήχθη αυτεπάγγελτα. Η Πολεοδομία ήταν υποχρεωμένη να συντάξει έκθεση πρωτοκόλλου αυτοψίας. Οι διαπιστώσεις του ελέγχου έπρεπε να αναγραφούν σε ειδικό έντυπο, δηλαδή, εάν υπήρχαν οι αυθαιρεσίες που μου καταλογίζουν, να μου υποδείξουν εγγράφως, βάσει των εγκεκριμένων σχεδίων της άδειας και βάσει των διατάξεων του ΓΟΚ ν. 1577/85, πού παρανόμησα και να μου δώσουν τον προβλεπόμενο χρόνο, δηλαδή 10 ημέρες για ενημέρωση του φακέλου και 20 ημέρες για αναθεώρηση της άδειας και, εάν δεν συμμορφωνόμουν με τις υποδείξεις τους, τότε θα έπρεπε να με παραπέμψουν στις διατάξεις αυθαιρέτων κατασκευών, όπως ορίζει το Π.Δ. 3-9-83 στο άρθρο 7 και η εγκύκλιος 123/83 με αριθ. πρωτ. 56606/12116/12-9-83 της Δ/νσης Γ4 του ΥΠΕΧΩΔΕ. Κατά της υπ' αριθ. 5/23-1-96 έκθεσης αυτοψίας, κατέθεσα ένσταση με αριθ. πρωτ. 231/31-1-96, η οποία ουδέποτε εξετάστηκε επί της ουσίας, όπως έκαναν σε άλλες περιπτώσεις (όπως στον κο ...) και δεν εξετάστηκε επί της ουσίας, επειδή η έκθεση αυθαιρέτου συντάχθηκε παράνομα και αυθαίρετα (βλ. ένστασή μου προς την Πολεοδομία με αριθ. πρωτ. 2261/14-10-96, όπου αναλύονται λεπτομερώς πώς παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Π.Δ. της 12-7-83). Άλλωστε, αυτό βεβαιώνεται με το υπ' αριθ. πρωτ. 19058/α299/19-12-96 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ Δ/νση Τμήμα Πολεοδομικού σχεδιασμού και Κανονισμού και με το υπ' αριθ. πρωτ. 48/α9/α 17/31-1-97 έγγραφό του προς την Πολεοδομία Νικαίας. Σημειωτέον, ενώ η υποβολή ένστασης αναστέλλει την εκτέλεση της κοινοποιηθείσης απόφασης. Επί των ενστάσεων αποφαίνεται οριστικά με αιτιολογημένη απόφασή του το αρμόδιο Συμβούλιο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος, όπως προβλέπει το άρθρο 9 παρ. 3 του Π.Δ. της 3/8 Σεπτεμβρίου 1983 (ΦΕΚ Δ 393), και απόφαση του ανωτέρω Συμβουλίου μέχρι σήμερα δεν υπάρχει. Πάρα ταύτα, η Πολεοδομία Νικαίας κίνησε την διαδικασία, με συνέπεια να διώκομαι ποινικά για αυθαίρετες κατασκευές και ειδικότερα για: 1) Παραβάσεις πρασιάς, 2) Υπέρβαση συντελεστών δόμησης, λόγω προσμέτρησης τμήματος κλιμακοστασίου, 3) υπέρβαση περιγράμματος όλης της οικοδομής, 4) κατασκευή τουαλέτας στην θέση αποθήκης του α' ορόφου, 5) Κατασκευή φωταγωγού στην θέση του πλυντηρίου, στον α' όροφο, 6) Κατασκευή τοιχίου στον πίσω ακάλυπτο χώρο, 7) υπέρβαση στην απόληξη κλιμακοστασίου στο δώμα, 8) αλλαγή προσόψεως και 9) κατασκευή καμινάδας στον ακάλυπτο. Πρέπει κ. Εισαγγελέα να σας αναφέρω τα παρακάτω: Σε καμία αυθαιρεσία δεν έχω υποπέσει, η οποία να δικαιολογεί την άρνηση της Πολεοδομίας για να προβεί σε θεώρηση της πιο πάνω αδείας μου για την σύνδεση της οικοδομής με την ΔΕΗ. Ειδικότερα κατά της υπ' αριθ. 5/96 παράνομης πράξης αυθαιρέτου και της συνταχθείσης εκθέσεως του Πολεοδομικού γραφείου Νικαίας, έχω να παρατηρήσω τα παρακάτω: ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΠΡΑΣΙΑΣΗ έκθεση αναφέρει κατασκευή πρασιάς 3,50 μέτρων αντί 4,00 μέτρων. Βάσει όμως των σχεδίων της άδειας, η πρασιά είναι 4.00 μέτρα και εμείς την κάναμε στα 3,50 μέτρα, δηλαδή υποχώρησα παραχωρώντας περισσότερο δημόσιο χώρο, πεζοδρόμια, ακολουθώντας την γειτονική περίφραξη. Επομένως δεν είναι αυθαιρεσία. ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΔΟΜΗΣΗΣ ΛΟΓΩ ΚΛΙΜΑΚΟ-ΣΤΑΣΙΟΥΒάσει του ΓΟΚ, στο άρθρο 7, β και ι, στην τελευταία παράγραφο αναφέρει ότι το κλιμακοστάσιο που βρίσκεται στην πυλωτή δεν προσμετράται στον ΣΔ και εν προκειμένω το κλιμακοστάσιο 4,50X5,55 μέτρων έχει εγκριθεί βάσει σχεδίου της άδειας. Άρα δεν υπάρχει αυθαιρεσία. ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΛΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΒάσει του ΠΔ/τος 3-9-83, τρόπος έλεγχος οικοδομών, του οποίου διέπει η εν λόγω άδεια στο άρθρο 6 παρ. 4, δ προβλέπει μεταβολή 2% και μέχρι 0,10 μέτρα. Ο σκελετός της οικοδομής είναι στις διαστάσεις των σχεδίων της άδειας. Σημειωτέον ότι η επιμέτρηση έγινε με τα επιχρίσματα. Οπότε δεν υπάρχει αυθαιρεσία. ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ W.C. Ο ΓΟΚ στο άρθρο 22 παρ. 1, επιτρέπει μικρές εσωτερικές επισκευές ή διασκευές που δεν θίγουν την φέρουσα κατασκευή του κτιρίου ή την εμφάνισή του και γενικά για μεμονωμένες επισκευές για λόγους χρήσης υγιεινής, επομένως η τοποθέτηση βρύσης στην αποθήκη δεν θεωρείται W.C., οπότε δεν υπάρχει αυθαιρεσία. ΦΩΤΑΓΩΓΟΣΒάσει του ΓΟΚ στο άρθρο 16 παρ. 1, επιτρέπεται η κατασκευή αεραγωγού στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι φωταγωγός, αλλά είναι ένας μικρός αγωγός αερισμού του λουτρού. Επομένως δεν υπάρχει αυθαιρεσία. ΤΟΙΧΙΟ ΣΤΟΝ ΠΙΣΩ ΑΚΑΛΥΠΤΟα) Το Π.Δ.3-9-83 στο άρθρο 8 παρ. 2, αναφέρει ότι στα πλαίσια της νόμιμης άδειας οικοδομικών εργασιών περιλαμβάνονται και όλες οι κατασκευές μαντρότοιχων, εκσκαφών και λοιπών συναφών εργασιών που καθιστούν το κτίριο άρτιο για λειτουργία. β) Βάσει του ΓΟΚ, στο άρθρο 18 παρ. 3 αναφέρει, τα περιφράγματα κατασκευάζονται σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζονται σε εφαρμογή του άρθρου 26. Το άρθρο 26 παρ. 1, α και β, αναφέρει, βελτιώνεται η άνεση, η υγεία ενοίκων και περιοίκων, η ποιότητα, η ασφάλεια, η αισθητική και η λειτουργικότητα των κτηρίων. Η κατασκευή τοιχίου ήταν απαραίτητη για την συγκράτηση του εδάφους, εφόσον κάτοψη εκσκαφών εμπεριέχεται στην άδεια οικοδομής. Οπότε δεν υπάρχει αυθαιρεσία. ΑΠΟΛΗΞΗ ΚΛΙΜΑΚΟΣΤΑΣΙΟΥΣτην άδεια οικοδομής έχει εγκριθεί και κουβούκλιο κλιμακοστασίου. Η κατασκευή του κουβουκλίου έχει πρόχειρη λυόμενη στέγαση (στοιχείο ελενίτ) και, όπως αναφέρω λεπτομερώς στο σημείο 2, ο ΓΟΚ προβλέπει ότι το κλιμακοστάσιο δεν προσμετράται. Οπότε δεν υπάρχει αυθαιρεσία. ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΣΟΨΗΣΔεν προσδιορίζεται, διότι δεν υπάρχει αλλαγή πρόσοψης. Οπότε δεν υπάρχει αυθαιρεσία. ΚΑΜΙΝΑΔΑ ΣΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟΟ ΓΟΚ, στο άρθρο 17 παρ. 2, επιτρέπει καμινάδα στον ακάλυπτο. Οπότε δεν υπάρχει αυθαιρεσία. Συμπερασματικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, όλες οι καταλογιζόμενες σε μένα αυθαιρεσίες είναι ανυπόστατες και αστήρικτες. Μετά ταύτα στις 26-6-98, με την υπ' αριθ. πρωτ. 1595 εξώδικο πρόσκλησή μου, κάλεσα την Πολεοδομία Νικαίας να προβεί στα νόμιμα προς επίλυση της υποθέσεώς μου, η οποία όμως δεν προέβη σε καμία ενέργεια, αλλά ούτε καν έλαβα απάντηση. Τούτο το κατέστησα γνωστό με την υπ' αριθ. πρωτ. 2641/19-1-99 εξώδικο δήλωση στον Δήμαρχο Νικαίας, όπου του ανέφερα ότι ο Δ/ντής της Πολεοδομίας Νικαίας αρνείται να προβεί στις νόμιμες ενέργειες προς επίλυση του θέματός μου και ζητούσα την παρέμβασή του, ως Προϊσταμένη Αρχή, καθώς επίσης ζητούσα την ανάκληση της αυθαίρετης έκθεσης πράξης αυθαιρέτου με αριθμό 5/96, που έχει συνταχθεί παράνομα από την Πολεοδομία Νικαίας. Παρά δε τις οχλήσεις τις δικές μου αλλά και της Γενικής Δ/νσης Περιφερείας Αττικής, Δ/νση Διοίκησης, με το υπ' αριθ. πρωτ. 2281-3342/8-7-99 έγγραφό της προς τον Δήμο Νικαίας, δεν διεκπεραίωσε την υπόθεσή μου, αλλά ούτε καν έλαβα καμία απάντηση, με αποτέλεσμα στην συνεδρίαση της 1-10-99 ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου να μου εγκρίνει αποζημίωση, επειδή δεν μου εδόθη απάντηση από τον Δήμο και δεν έπραξε τα δέοντα. Τον Μάρτιο 2000 πληροφορούμαι ότι άγνωστο σε μένα πρόσωπο καταθέτει στην Εθνική Τράπεζα, χωρίς την έγκρισή μου και χωρίς να γνωρίζω τίποτα, το ποσό των δρχ. 49.891, που αντιστοιχεί σε αμοιβή του μηχανικού Ξ. Ευθύς υποβάλω αίτηση στην υπηρεσία με αριθ. πρωτ. 2524/19-10-2000 προκειμένου να με ενημερώσουν σχετικά και βεβαίως ζητώ και πάλι την άμεσο σύνδεση της οικοδομής μου με το δίκτυο της ΔΕΗ. Η αρμόδια Πολεοδομία μου απάντησε στην αίτησή μου και χωρίς να με πληροφορεί για το ποιος κατέθεσε επ' ονόματί μου το ποσό των δρχ. 42.280 πλέον Φ.Π.Α. εκ δρχ. 7.611 και συνολικά δρχ. 49.891, μου αναφέρει κατά τρόπο πρωτότυπο και ποινικά κολάσιμο ότι υπάρχουν δύο λύσεις για την λύση του προβλήματός μου. Αυτολεξεί αναφέρει το απαντητικό αυτό έγγραφο (αριθ. πρωτ. 2524) στις 28-11-2000 ότι "Η πρώτη περίπτωση είναι να γίνει νομιμοποίηση του κτιρίου με το άρθρο 22 του Ν. 1577/85 (ΓΟΚ 85) και να εκδοθεί σχετική οικοδομική άδεια. Στην στατική μελέτη που θα υποβληθεί, ο μηχανικός θα συντάξει και τεχνική έκθεση και θα αναλαμβάνει την ευθύνη για την στατική ικανότητα του κτιρίου. Η λύση αυτή επιβαρύνει με πρόστιμα τον ιδιοκτήτη, όπως και με αμοιβές μηχανικού για την έκδοση της οικοδομικής αδείας. Η δεύτερη περίπτωση είναι με πρωτοβουλία του Δήμου για να μην επιβαρύνει οικονομικά τον ιδιοκτήτη του ακινήτου με νομιμοποιήσεις, αμοιβές μηχανικών και πρόστιμα, να ορίσει το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) πραγματογνώμονα, προκειμένου να ελεγχθεί το κτίριο και να βεβαιωθεί η στατική του ικανότητα και επάρκειά του. Ο Δήμος έχει στείλει το υπ' αριθ. 14011/20-3-00 έγγραφο προς το Τ.Ε.Ε. για τον ορισμό πραγματογνώμονα και στο οποίο αναφέρει ότι τα έξοδα πραγματογνωμοσύνης να επιβαρύνουν το Δήμο, χωρίς όμως να έχει λάβει απάντηση". Μάλιστα μου αναφέρει, όπως προκύπτει παραπάνω από το έγγραφο αυτό στην απαντητική επιστολή, ότι έχει ήδη υποβάλλει το υπ' αριθ. 14011/20-3-2000 έγγραφο στο Τ.Ε.Ε. για τον διορισμό ειδικού πραγματογνώμονα, του οποίου μάλιστα, κατά τρόπο περίεργο, ύποπτο και ερευνητέο, θα πληρώσει την αμοιβή ο Δήμος και ότι απάντηση δεν έχει λάβει ακόμα, ψευδόμενη ασύστολα, όπως θα αποδείξω. Ευθύς προσέφυγα στο Τ.Ε.Ε., όπου μου εδήλωσαν ότι απάντηση έχει δοθεί στην Πολεοδομία από 7-4-2000 με αριθ. πρωτ. 8609/00. Χωρίς χρονοτριβή, υπέβαλα αίτημα στην πολεοδομία να μου χορηγήσει αντίγραφο του εγγράφου του Τ.Ε.Ε. Έκπληκτος έλαβα αντίγραφο μετά από επανειλημμένες οχλήσεις μου. Το έγγραφο αυτό του Τ.Ε.Ε., με αριθμό καταχώρησης στον Δήμο Νικαίας 18748/17-4-2000, αναφέρει ότι δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο πραγματογνωμοσύνης του Τ.Ε.Ε. η διαπίστωση της στατικής επάρκειας της οικοδομής, γιατί το θέμα αυτό είναι κατ' εξοχή αντικείμενο τεχνικής μελέτης. Επειδή η Πολεοδομία, κατά παράβαση καθήκοντος, αρνείται να μου χορηγήσει μετά ταύτα θεωρημένο αντίγραφο της αδείας μου για την σύνδεση με την ΔΕΗ. Επειδή η Πολεοδομία Νικαίας ψεύδεται, με παραπλανεί και με εξαπατά με τον τρόπο που προανέφερα. Επειδή αρνείται να μου απαντήσει ποιος είναι αυτός που για λογαριασμό μου κατέθεσε χρήματα στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. Επειδή η Πολεοδομία Νικαίας βλάπτει με την συμπεριφορά της τα συμφέροντά μου, όσο και αυτά του δημοσίου, στην δήθεν καλόπιστη προσπάθειά της να με απαλλάξει από πρόστιμα που θα ήμουν υποχρεωμένος να καταβάλλω στο Δημόσιο. Επειδή οι υπηρεσίες της Πολεοδομίας Νικαίας λειτουργούν κατά τρόπο επιλήψιμο και ποινικά κολάσιμο και σε άλλες περιπτώσεις που ενδεικτικά ανέφερα". Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντα για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα, γεγονός το οποίο και πέτυχε. Επίσης, στον άνω τόπο στις 20-2-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 12-2-2001 μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου, συνεπεία της οποίας ασκήθηκε εναντίον του προαναφερόμενου εγκαλούντα ποινική δίωξη για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα, αναφέροντας σ' αυτή εν γνώσει της αναλήθειάς τους τα εξής ψευδή: "Αξιότιμε κ. Εισαγγελέα. Δια της παρούσης μου αναφέρω ότι στις 11-5-2001 κατέθεσα στο Δήμο Νίκαιας την υπ' αριθ. πρωτ. 21003/2001 αίτηση- αναφορά μου, με την οποία ζητούσα τα εν αυτή και η οποία έχει επί λέξει ως ακολούθως: Όπως γνωρίζετε προφορικώς αλλά και εγγράφως, ζήτησα να ελεγχθεί η υπ' αριθ..... Οικοδ. Άδεια και να διενεργηθεί αυτοψία στην οικοδομή που βρίσκεται στην οδό .... στη .... Σημειωτέον, ενώ υπάρχουν σοβαρότατες οικοδομικές παραβάσεις, μέρος της ανωτέρω οικοδομής ηλεκτροδοτείται παρανόμως από το έτος 1994 μέχρι και σήμερα. Επειδή ο Ιδιώτης Μηχανικός Ξ συνεργάζεται με υπαλλήλους του Δήμου, με αποτέλεσμα οι υπάλληλοι της Πολεοδομίας του Δήμου να ματαιώνουν την δίωξη του επιβλέψαντα Μηχανικού, Ξ, για πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα. Επειδή μέχρι σήμερα δεν έχετε παρέμβη προκειμένου ο Προϊστάμενος αυθαιρέτων κατασκευών κ. ... να διενεργήσει την επιβαλλόμενη αυτοψία στην οικοδομή. Οι υπάλληλοι του Δήμου έχουν προβεί σε παράνομη παράταση ισχύος της υπ' αριθ. ... Οικοδ. Αδείας, για συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, ενώ η ισχύς της αδείας, είχε λήξει από το 1998". Ακόμη, στον άνω τόπο, στις 21-2-2005 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την με την ίδια ημεροχρονολογία έγκληση εναντίον του νυν εγκαλούντα και της .... -υπαλλήλου του Δήμου Νικαίας-, στην οποία ανέφερε εν γνώσει της αναλήθειάς τους τα εξής ψευδή: "Κύριε Εισαγγελέα, στις 14-1-2005 υπέβαλα στην Εισαγγελία Πειραιά την από 14-1-2005 αίτησή μου, με την οποία ζητούσα, ως μηνυτής και πολιτικός ενάγων, να μου χορηγηθούν αντίγραφα από την σχετική δικογραφία με τα στοιχεία ΕΓ 21-03/138/1264 (σχετ. 1). Η υπόθεση αυτή αφορούσε μήνυσή μου κατά του 1ου των εδώ μηνυομένων Ψ για παράβαση καθήκοντος (259 Α.Κ.) και εξύβριση (361 Π. Κ.). Με έκπληξή μου, όταν έλαβα τα αντίγραφα αυτά, δηλαδή στις 14-1-2005, διαπίστωσα ότι ο 1ος των μηνυομένων κατέθεσε κατά την ανωμοτί εξέτασή του στις 23-1-2003 ενώπιον της Πταισματοδίκου Νικαίας κας Νικολέτας Πέτρου (σχετ. 3) επί λέξει τα εξής: "Ο κ. Χ φτάνει σε άκρα στο θέμα της ενόχλησης της Πολεοδομίας. Παραδείγματος χάριν, τον Οκτώβρη του 2002 στην υπάλληλο της Πολεοδομίας κ. .... έδειξε μέσα στην Πολεοδομία, στο χώρο του γραφείου της, τα γεννητικά του όργανα και την έβρισε. Για το θέμα αυτό, του έχει υποβάλλει η ίδια η υπάλληλος μήνυση...".). Η παραπάνω κατάθεση του 1ου των μηνυομένων προσβάλλει βάναυσα την τιμή και την υπόληψή μου, διότι με εμφανίζει ως ένα διεστραμμένο σεξουαλικά άτομο που δήθεν προσέβαλλε την γενετήσια αξιοπρέπεια της 2ας των μηνυομένων με την έννοια του άρθρου 337 Π.Κ. Η κατάθεση αυτή του 1ου των μηνυομένων τυγχάνει απολύτως ψευδής και συκοφαντική, δεδομένου ότι ουδέποτε προέβη σε τέτοιου είδους πράξη και αυτό το εγνώριζε ο μηνυόμενος αυτός. Την αναλήθεια των καταθέσεων αυτών εγνώριζε πολύ καλά ο 1ος των μηνυομένων. 'Αλλωστε τυγχάνω έντιμος οικογενειάρχης με δύο έγγαμα τέκνα και διάγω το 57° έτος της ζωής μου, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης (σχετ. 4), χωρίς ποτέ να καταδικασθώ για κανένα αξιόποινο αδίκημα και το ποινικό μου μητρώο είναι πάνλευκο. Η 2α όμως των μηνυομένων προκάλεσε με πρόθεση στον 1° των μηνυομένων την απόφαση να εκτελέσει σε βάρος μου την άδικη αυτή πράξη και γι' αυτό πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά ως ηθικός αυτουργός. Πέραν αυτού όμως, από ότι πληροφορήθηκα μετά τις 14-1-2005 που έλαβα γνώση των σε βάρος μου συκοφαντικών διαδόσεων, η 2α των μηνυομένων διέδωσε και διαδίδει συκοφαντικό, με πρόθεση να με βλάψει και σε άλλα πρόσωπα, ότι δήθεν εγώ της επέδειξα τα γεννητικά μου όργανα τον Οκτώβρη του 2002 στο γραφείο της στην Πολεοδομία Νίκαιας, όπου είναι υπάλληλος. Επειδή ουδέποτε, έδωσα στους μηνυόμενους το δικαίωμα να με συκοφαντούν και να με εξευτελίζουν, διότι διάγω έντιμο και αξιοπρεπή βίο. Επειδή το περιεχόμενο της παραπάνω ανωμοτί εξέτασης του 1ου των μηνυομένων προσβάλλει βαθύτατα την προσωπικότητά μου και θέτει σε δοκιμασία την τιμή και υπόληψή μου, με σοβαρότατες και ανεπανόρθωτες συνέπειες για την ψυχική υγεία μου, δεδομένου ότι των συκοφαντικών αυτών διαδόσεων έλαβαν γνώση, πέραν της Πταισματοδίκη Νικαίας, των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση, και οι υπάλληλοι του Δήμου Νικαίας, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς μου. Επειδή ο 1ος των μηνυομένων εγνώριζε την αναλήθεια των καταθέσεών του και παρά ταύτα κατέθεσε όσα κατέθεσε με άμεσο σκοπό την κατασυκοφάντησή μου, διαπράττοντας ως αυτουργός το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 363 Π.Κ. Επίσης ο 1ος των μηνυομένων διέπραξε ως αυτουργός το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, ακόμη και αν δεν κατέθεσε ενόρκως, αδίκημα που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 225 Π.Κ. Επειδή η 2° των μηνυομένων τυγχάνει ηθικός αυτουργός για τα παραπάνω αδικήματα της ψευδορκίας (άρθρο 225 Π.Κ.) και της συκοφαντικής δυσφήμισης (άρθρο 363 Π. Κ.) του 1ου των μηνυομένων, κατ' άρθρο 46 και 225 Π. Κ. Πέραν αυτού, διέπραξε ως αυτουργός και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, αφού με έχει κατασυκοφαντήσει και εξακολουθεί να με συκοφαντεί, ως άτομο που προσέβαλα δια της επιδείξεως των γεννητικών μου οργάνων την γενετήσιά της αξιοπρέπεια, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 363 Π.Κ. Η συκοφαντική αυτή δυσφήμιση έγινε και γίνεται σε υπαλλήλους της Πολεοδομίας και του Δήμου Νικαίας, και στην σύζυγό μου ..... Ειδικότερα, το πρωί της 25.1.2005 και περί ώρα 11.00 πμ, η 2α των μηνυομένων, καθ' όν χρόνον εξερχόμουν με την σύζυγό μου .... από την Πολεοδομία Νικαίας, απευθυνόμενη σε μένα με απεκάλεσε "παλιάνθρωπο", εις επήκοον και της συζύγου μου, διαπράττοντας έτσι, το ως άνω αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 363 ΠΚ". Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντα για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 46§1 εδ. α' και 363-362 του Ποινικού Κώδικα. Τέλος, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία, στον ως άνω τόπο, στις 21-2-2001 και 20-2-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας προς ένορκη εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσεψέματα. Ειδικότερα, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά κατά την υποβολή των εγκλήσεων που υπέβαλε εναντίον του εγκαλούντα, όπως αναλυτικά προεκτέθηκαν, εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου των, βεβαίωσε αυτό ως αληθές, ενώ γνώριζε ότι τα αντίστοιχα αληθινά περιστατικά ήταν ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 86434/22-9-1986 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Νικαίας Βασιλείου Πέππα, η Ζ μεταβίβασε στον κατηγορούμενο και στην σύζυγό του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την επί της οδού .... ισόγεια, οικία επί πυλωτής με κουβούκλιο, κείμενη στην περιοχή .... του Δήμου Νικαίας, η οποία είχε ανεγερθεί με βάση την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια. Μετά την αποπεράτωση της εν λόγω οικοδομής και συγκεκριμένα στις 10-10-1994, ο κατηγορούμενος έκανε αίτηση στην Πολεοδομία του Δήμου Νικαίας για την σύνδεση του ακινήτου με τα δίκτυα ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ και η ως άνω υπηρεσία τον ενημέρωσε ότι τα απαιτούμενα προσκομιζόμενα δικαιολογητικά ήταν η Τεχνική έκθεση του επιβλέποντος Μηχανικού, η απόδειξη καταβολής της αμοιβής επίβλεψης του Μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας και υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη ότι έλαβε γνώση της τεχνικής έκθεσης του επιβλέποντος μηχανικού, παράλληλα δε θα έπρεπε να προχωρήσει σε αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας για αλλαγή ονόματος ιδιοκτήτη και του επιβλέποντος Μηχανικού, εφόσον δεν επιθυμούσε να συνεργασθεί με τον Μηχανικό που αναφερόταν στην οικοδομική άδεια. Όμως ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε στην Πολεοδομία τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ούτε προχώρησε στην αναθεώρηση της άδειας, παρόλο που κατά καιρούς ο εγκαλών, ως Διευθυντής της Πολεοδομίας του Δήμου Νικαίας, και οι άλλοι αρμόδιοι υπάλληλοι του υπέδειξαν πολλούς τρόπους για την νομιμοποίηση της οικοδομής, προκειμένου να θεωρηθεί η οικοδομική άδεια. Ο κατηγορούμενος δεν θέλησε να συμμορφωθεί και επιδόθηκε σε μια εκστρατεία υποβολής μηνύσεων εναντίον του εγκαλούντα, διάφορων συναδέλφων του και του ιδιώτη Μηχανικού Ξ, ο οποίος κατέθεσε στην Πολεοδομία Νικαίας την υπ' αριθμ. πρωτ. αίτηση 1622/10-7-95, αίτηση στην οποία ανέφερε ότι ουδέποτε κλήθηκε για να επιβλέψει την ανωτέρω οικοδομή. Για τον λόγο αυτόν, η Διοίκηση του Δήμου Νικαίας συνέταξε το υπ' αριθμ. 14011/00 έγγραφο προς το TEE και ζήτησε με έξοδα του Δήμου να γίνει πραγματογνωμοσύνη για να αποδειχθεί η στατική ικανότητα του κτιρίου, δεδομένου ότι ο επιβλέπων μηχανικός αρνήθηκε ότι επέβλεψε την οικοδομή. To TEE όμως με το υπ' αριθμ. 8609/2000 έγγραφο απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι ο έλεγχος της στατικής επάρκειας του κτιρίου είναι αντικείμενο στατικής μελέτης και όχι πραγματογνωμοσύνης, κατά συνέπεια, εφόσον υπάρχει πρόβλημα στατικής επάρκειας απαιτείται νομιμοποίηση του κτιρίου με βάση του άρθρο 22 του Ν. 1577/85 όπως αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 2524/28-11-2000 έγγραφο της Πολεοδομίας και στο υπ' αριθμ. 38948/2-10-1996 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ. Όλα τα προαναφερόμενα κατέστησαν επανειλημμένα γνωστά στον κατηγορούμενο με το υπ' αριθμ. 76/9-4-2002 έγγραφο, που του κοινοποίησε η Πολεοδομία Νικαίας και παρόλα αυτά εκείνος εξακολουθεί να μην προβαίνει στις απαιτούμενες ενέργειες. Όσον δε αφορά το υπ' αριθμ. 2670/10-9-2002 έγγραφο με τον τίτλο "Απόψεις της Διεύθυνσης Πολεοδομίας για τη μη σύνδεση του ακινήτου του Χ στην οδό .... με τα δίκτυα ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ" αποτελεί απάντηση της ως άνω υπηρεσίας προς το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ΝΠΔΔ της Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Διεύθυνσης Πειραιά της Περιφέρειας Αττικής και απηχεί τις απόψεις της ανωτέρω υπηρεσίας για την ορθή διαδικασία για τη νομιμοποίηση της οικοδομής του κατηγορουμένου και σε καμιά περίπτωση δεν ενέχει δυσφημιστικό περιεχόμενο για το πρόσωπό του. Ο κατηγορούμενος με τα ανωτέρω κατέθεσε γεγονότα εν γνώσει του ψευδή, χωρίς να αφήσει καμιά επιφύλαξη, για να βλάψει τον εγκαλούντα - τότε κατηγορούμενο. Η ως άνω ψευδής κατάθεση του κατηγορουμένου αναφέρεται σε γεγονότα, τα οποία ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος διαπίστωσε και στα οποία έδωσε το στίγμα της βεβαιότητας. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πιο πάνω πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, όπως ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ, γιατί, όπως αποδείχθηκε, αυτός έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το τελευταίο αυτός γεγονός (πρότερος έντιμος βίος) επικουρείται και από το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο των πράξεων: α) της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση, και β) της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην απόφασή του, την, κατά τις άνω διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για το ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, είχε γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων και ενόρκως βεβαιωθέντων, καίτοι από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό δεν είναι καθόλου αυτονόητη τέτοια γνώση. Ειδικότερα, σε σχέση με το στοιχείο αυτό το άμεσου δόλου (γνώσης), η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να έχει παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, περιορίζεται μόνο να παραθέσει στο σκεπτικό της, κατά πιστή καθ' ολοκληρία αντιγραφή, το κείμενο των πράξεων, για τις οποίες αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως οι πράξεις αυτές διαλαμβάνονται στο κλητήριο θέσπισμα, σύμφωνα με το κείμενο των 3 φερομένων ως "ψευδών μηνύσεων", που είχαν κατατεθεί στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, στις 21-2-2001, 20-2-2002 και 21-2-2005 αντίστοιχα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υφίσταται ασάφεια σε σχέση με τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ότι είναι ψευδή και ότι μπορούσαν να προκαλέσουν την ποινική δίωξη του φερόμενου ως παθόντος, δεδομένου ότι στα κείμενα των "3 εγκλήσεων" διαλαμβάνονται γεγονότα τα οποία, είτε είναι αληθινά, είτε αυτά καθ' εαυτά δεν μπορούν να θεμελιώσουν τις συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις. Πράγματι, από την απλή αντιπαραβολή του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο όπως προαναφέρθηκε αποτελεί πιστή αντιγραφή, φέρεται ο αναιρεσείων, να έχει καταμηνύσει ψευδώς τον παθόντα, ακόμη και για περιστατικά που διηγηματικά αναφέρονται και συνέχονται με το δικαίωμα κυριότητας του κατηγορουμένου, επί του αναφερόμενου στον τίτλο ιδιοκτησίας ακινήτου του και συγκεκριμένα στο με αριθμό .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικαίας Βασιλείου Πέππα, είτε σε κείμενα Προεδρικών Διαταγμάτων σχετικών με την Πολεοδομική Νομοθεσία, ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ), είτε ακόμη σε έγγραφα που συνέδεαν αυτόν (αναιρεσείοντα) με τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου και τέλος στην αλληλογραφία που αντάλλαξε αυτός, είτε με το Τ.Ε.Ε ή με άλλες διοικητικές υπηρεσίες και λοιπές Αρχές. Περαιτέρω, σε σχέση με την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, ανακύπτει ασάφεια και ως προς χρόνο τελέσεως, ενόψει του ότι γιατί στο μεν αιτιολογικό, ως χρόνος τελέσεως φέρεται η χρονολογία καταθέσεως των εγκλήσεων, ενώ στο διατακτικό της, ως χρόνος τελέσεως αναφέρεται μόνο η 21-2-2001 και η 20-2-2002, που είναι η χρονολογία καταθέσεως των εγκλήσεων, χωρίς να γίνεται αντίστοιχα μνεία και αναφορά στην τρίτη μερικότερη πράξη της ψευδορκίας, που έχει σχέση με το περιεχόμενο της τρίτης εγκλήσεως με χρονολογία 21-2-2005. Οι παραπάνω παραδοχές, στις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στήριξε την άμεση γνώση του αναιρεσείοντος και την εξ αυτής κήρυξή του ως ενόχου των ως άνω πράξεων, περιέχουν ασάφειες, είναι ελλιπείς και αντιφατικές, και ως εκ τούτου στερούν την απόφαση από τη νόμιμη βάση της και δεν μπορεί να συνδυασθεί με τη γνώση του, ότι όσα αυτός κατήγγειλε για τον εγκαλούντα και βεβαίωσε ενόρκως, όχι μόνο είναι ψευδή, αλλά και ότι τελούσε σε γνώση τους. Είναι, συνεπώς, βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι παραπάνω πλημμέλειες στην απόφαση και ειδικότερα, τόσο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσο και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, παρέλκει μετά από αυτά η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 1404/7-10-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα με την επίκληση των λόγων: α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) υπερβάσεως εξουσίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου και αντιφατικές παραδοχές. Αναιρεί. Παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου για υπέρβαση εξουσίας. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 333/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Κυριακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2829/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Οκτωβρίου 2008 και 1 Νοεμβρίου 2008, αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, καθώς και στο από 22 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1782/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η 57/23-10-2008 αίτηση (έκθεση) του Χ1 μετά των από 22-12-2008 προσθέτων αυτής λόγων και 2) η από 1/11/2008 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 9174/3-11-08)) του Χ2 για αναίρεση της 2829/5-6.6.2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 1 και 11 του Ν. 5227/1931 "περί μεσαζόντων", προκύπτει ότι τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή, όποιος παριστάνοντας ψευδώς ή αληθώς ότι, λόγω των σχέσεών του ή της ιδιότητάς του ή γενικώς της επιρροής και του κύρους του, μπορεί να επιτύχει για άλλον ή για τον εαυτό του, αλλά για λογαριασμό άλλου τη σύναψη οποιασδήποτε συμβάσεως με το δημόσιο ή δήμο ή κοινότητα ή κρατική επιχείρηση ή μoνή ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ότι, ασχέτως με κάθε σύμβαση, μπορεί να προκαλέσει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη των προσώπων αυτών, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, λαμβάνει αμοιβή ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεση τέτοιας αμοιβής ή ανταλλάγματος για τον εαυτό του ή τρίτο. Το έγκλημα αυτό συρρέει αληθινά με το έγκλημα της απάτης, λόγω της ετερότητας των προσβαλλομένων εννόμων αγαθών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα επιτρεπτώς κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι, κατά την κρίση της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο εγκαλών Ψ διατηρεί επιχείρηση οπτικών ειδών στη ....., ασχολούμενος κυρίως με την εξαγωγή των ειδών αυτών. Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2002 πραγματοποιήθηκε στην επιχείρηση αυτή τακτικός έλεγχος από το 21° Τοπικό Ελεγκτικό Κέντρο ....., κατά τον οποίο διαπιστώθηκαν φορολογικές παραβάσεις και επιβλήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος φόρος ύψους 149.669 ευρώ. Ο εγκαλών, θεωρώντας το ύψος του φόρου που του επιβλήθηκε υπερβολικό και άδικο, συζήτησε την υπόθεση του με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, πελάτη του καταστήματος του, ο οποίος προσφέρθηκε να τον βοηθήσει. Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι τόσο ίδιος, όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος ήταν φίλος του, με κατάλληλες γνωριμίες που είχαν, θα φρόντιζαν να τακτοποιηθεί η υπόθεση του, ώστε να μειωθεί το ύψος του φόρου που του επιβλήθηκε. Πράγματι τον Ιανουάριο του έτους 2003 και οι δύο κατηγορούμενοι επισκέφθηκαν τον εγκαλούντα στο κατάστημα του και τον διαβεβαίωσαν ότι λόγω του κύρους τους και τη επιρροής που είχαν εξαιτίας των σχέσεων τους με τους αρμόδιους υπαλλήλους της Εφορίας μπορούσαν να εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής τους, την επανεξέταση της υπόθεσης του και να επιτύχουν επαναπροσδιορισμό του καταλογισθέντος φόρου, σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο από εκείνο που αρχικά προσδιορίσθηκε. Από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις τους, ο εγκαλών πείσθηκε και τους κατέβαλε το συνολικό ποσό των 54200 ευρώ, από τα οποία 17600 ευρώ αφορούσαν, όπως του δήλωσαν, την αμοιβή των ιδίων, αλλά και των αρμοδίων υπαλλήλων που θα προέβαιναν στην ευνοϊκή ρύθμιση του χρέους του, ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορούσε δόσεις που θα κατέβαλλαν για λογαριασμό του έναντι του ποσού του φόρου που τελικά θα βεβαιωνόταν στη Δ' ΔΟΥ ..... . Όμως κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2003 και δεδομένου ότι μέχρι τότε δεν είχαν παραδώσει στον εγκαλούντα την έκθεση ελέγχου και το εκκαθαριστικό πληρωμής, μετά από συνεχείς πιέσεις του τελευταίου, τον πληροφόρησαν ότι αδυνατούν οριστικά να διεκπεραιώσουν τη υπόθεση του και του παρέδωσαν ως εγγύηση για την επιστροφή του ποσού που έλαβαν, τρεις συναλλαγματικές, ποσού 15000 ευρώ κάθε μιας των δύο πρώτων και λήξεως 30-9-2003 και 30-10-2003 αντίστοιχα, και 19000 ευρώ της τρίτης και λήξεως 30-11-2003, αποδοχής και των τριών ενός τρίτου προσώπου, ονόματι Α, κατοίκου ..... . Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις ασαφείς καταθέσεις των μαρτύρων Ψ και Β τόσο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες ενισχύονται και από την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα Γ, αδελφού της συζύγου του εγκαλούντος και τότε υπαλλήλου αυτού ...". Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορουμένοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της παραβάσεως των άρθρων 1 παρ. 1α και 11 του Ν. 5229/1931. Ειδικότερα κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι : "... Στη Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του 2003, αφού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι λόγω τους κύρους τους, της επιρροής και των σχέσεων τους με υπαλλήλους του Δημοσίου μπορούσαν να προκαλέσουν υπέρ άλλου οποιαδήποτε πράξη των άνω υπαλλήλων του Δημοσίου, έλαβαν για τον σκοπό αυτό αμοιβή υπέρ των ιδίων. Συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2003 παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ ότι λόγω του κύρους τους και της επιρροής που είχαν εξαιτίας των σχέσεων τους με τους αρμόδιους υπηρεσιακούς- παράγοντες της Εφορίας, μπορούσαν να εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής επανεξέταση της υπόθεσης επιβολής προστίμου στον εγκαλούντα, ύψους 149.669 ευρώ, για φορολογικές του παραβάσεις και να επιτύχουν επαναπροσδιορισμό του καταλογισθέντος φόρου, σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο από αυτό που αρχικά προσδιορίστηκε. Στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις τους πείσθηκε ο εγκαλών και τους κατέβαλε για την δήθεν μεσολάβησή τους και διευθέτηση του προβλήματος του κατά το χρονικό διάστημα του Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2003 το ποσόν των 54.200 ευρώ που αυτοί ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα ο εγκαλών". Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών και χρηματική ποινή πεντακοσίων ευρώ, ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, για τον πρώτο (Χ1) και μετατράπηκε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ, για κάθε ημέρα φυλάκισης, για τον δεύτερο (Χ2). ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι τυπική, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α και 11 του Ν. 5229/1931, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, ότι λόγω του κύρους τους και της επιρροής που είχαν εξαιτίας των σχέσεων τους με τους αρμόδιους υπηρεσιακούς- παράγοντες της Εφορίας, μπορούσαν να εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής επανεξέταση της υπόθεσης επιβολής προστίμου στον εγκαλούντα παραβάσεις και να επιτύχουν επαναπροσδιορισμό του καταλογισθέντος φόρου, σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο από αυτό που αρχικά προσδιορίστηκε. Επομένως, οι αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος που περιέρχονται στο πρώτο κύριο και πρόσθετο λόγο αναίρεση, καθώς και οι αιτιάσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν διευκρινίζεται ο τρόπος πραγματώσεως του πιο πάνω εγκλήματος, είναι αβάσιμοι. Αβάσιμες επίσης είναι οι διαλαμβανόμενες στον αυτόν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρεται το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση, ως προς το δόλο των κατηγορουμένων, δεν ήταν απαραίτητη, αφού για την υποκειμενική θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος δεν αξιώνεται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή των κατηγορουμένων. Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως να διαλαμβάνονται σε αυτή τα επιπλέον στοιχεία που αναφέρει ο πρώτος αναιρεσείων στην αίτησή του (ποσοστό συμμετοχής έκαστου κατηγορουμένου στη πιο πάνω πράξη κλπ), ενώ, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδείς οι διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται από το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε τους κατηγορουμένους για το αδίκημα της απάτης. Τούτο δε διότι αναιρετικό λόγο θεμελιώνει τυχόν ύπαρξη αντιφάσεων ή ασαφειών που υπάρχουν στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και όχι μεταξύ αυτής και της πρωτοδίκου. Εξάλλου, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για το αδίκημα του νόμου περί μεσαζόντων και όχι της απάτης, πράξη για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχουν απαλλαγεί ήδη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε χειροτέρευσε η θέση αυτών με την παραδοχή ότι οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις των ήταν ψευδείς και ότι αυτοί τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ενόχους τους κατηγορουμένους για την πράξη αυτή της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων, όπως ακριβώς και το πρωτόδικο. Άλλωστε, οι παραδοχές αυτές (ψευδές των διαβεβαιώσεων και γνώση του ψεύδους από τους αναιρεσείοντες), δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρ. 11 του ν. 5227/31. Περαιτέρω, με τις πιο πάνω παραδοχές της απόφαση, γίνεται δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες έλαβαν, ως αμοιβή για την δήθεν μεσολάβησή τους και διευθέτηση του προβλήματος του εγκαλούντος, το ποσό των 54.200 ευρώ (αφού θα αποκέρδαιναν εξ ολοκλήρου το ποσό αυτό και δεν θα έδιδαν οποιοδήποτε ποσό σε τρίτους, εφοριακούς κλπ, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, και οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς). Είναι δε αδιάφορο το ότι, μετά την ολοκλήρωση του αδικήματος που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι, παρέδωσαν, μετά από συνεχείς πιέσεις του εγκαλούντος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τις αναφερόμενες σε αυτή τρεις συναλλαγματικές (συνολικού ποσού 49.000 ευρώ), ούτε είναι απαραίτητο, για την πληρότητα τη αιτιολογίας να αναφέρεται στην απόφαση, τι ποσό θα εισέπραττε ο κάθε κατηγορούμενος, αν εξοφλήθηκαν τελικά οι πιο πάνω συναλλαγματικές κλπ. Επίσης δεν αποτελεί στοιχείο του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, αν το πιο πάνω ποσό δόθηκε για μεσολάβηση για νόμιμη ή παράνομη πράξη, ώστε η απόφαση να διαλάβει ειδική περί τούτου αιτιολογία, ανεξαρτήτως του ότι από την παραδοχή της απόφασης, ότι οι αναιρεσείοντες διαβεβαίωσαν τον εγκαλούντα ότι ένα μέρος από το πιο πάνω ποσό θα το έδιδαν στους εφοριακούς, με τους οποίους αυτοί δήθεν είχαν διασυνδέσεις, ανενδοιάστως προκύπτει, ότι έγινε δεκτό ότι η μεσολάβηση ήταν για παράνομη ενέργεια. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος κύριος και πρόσθετος λόγος αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και πρώτος λόγος αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 11 του ν. 5227/31, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠΔ, που ορίζει ότι, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας και ότι μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, προκύπτει ότι δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως. Άρα εκ της παραλείψεως αυτής δεν δημιουργείται ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος από τον κατηγορούμενο από το διευθύνοντα τη συζήτηση για να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του και κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και ταυτόσημος κατά το περιεχόμενο δεύτερος λόγος αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. V. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α. ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρ. 4 παρ. 1 εδ. δ, 5 παρ.1 περ. Α εδ. γ και παρ. 2 και άρ. 17 στοιχ. Β παρ. 1, 3, 4, 5, 7 και 10 του Ν. 1756/1988, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν 2172/1993, και η παρ. 7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ. 1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), προκύπτει ότι προκειμένου για το Εφετείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών, το Τριμελές Εφετείο συγκροτείται νομίμως με κλήρωση με την προεδρία Προέδρου Εφετών ή Εφέτη και μέλη δύο Εφέτες, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, που προεδρεύεται από εφέτη, ορισθέντα κατόπιν κληρώσεως, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του προέδρου εφετών. Στην περίπτωση δε κατά την οποία κάποιος από τους δικαστές που κληρώθηκε ως μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, κωλύεται για τους αναφερόμενους στη διάταξη της παρ. 7α λόγους, συγκροτείται με τη συμμετοχή αναπληρωματικών, κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 περ. α. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων αυτής, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 10 του αυτού άρθρου, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται, αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και τον ταυτόσημο κατά το περιεχόμενο τρίτο λόγο αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η συμμετοχή στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκη, ως Προεδρεύοντος Εφέτη, του Εφέτου Δημητρίου Στεφάνου Βόσκα, "χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης εάν υπηρετούσε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης άλλος Πρόεδρος Εφετών ή εάν ο ανωτέρω Εφέτης ήταν ο αρχαιότερος Εφέτης ή αναπλήρωσε λόγω κωλύματος του και κάποιον αρχαιότερο αυτού Εφέτη, ο οποίος κωλυόταν και αυτός, συνιστά κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επίσης, δεν προκύπτει εάν καλώς συμμετείχε ως τρίτο μέλος της συνθέσεως ο Εφέτης κ. Αθανάσιος Χερχελετζής σε αναπλήρωση της νομίμως ορισθείσας Εφέτου κας Αργυρώς Βουγιουκαλάκη, βάσει της αρχαιότητος του". Από τα πρακτικά, όμως, της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι: α) η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταρτίστηκε νομίμως με κλήρωση, και στη σύνθεση αυτού συμμετείχε νομίμως, αφενός ο πιο άνω κληρωθείς Προεδρεύων Εφέτης και, αφετέρου, ως αναπληρωματικό μέλος, ο Εφέτης Αθανάσιος Χερχελετζής "επειδή κωλύεται η νομίμως ορισθείσα Αργυρώς Βουγιουκαλάκη, λόγω ασθενείας της" και β) οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν διά του συνηγόρου που τους εκπροσωπούσε, νομίμως και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας σχετική ένσταση ακυρότητας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι τυχόν υφιστάμενη ακυρότητα καλύφθηκε και οι συναφείς ταυτόσημοι λόγοι αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, οι λόγοι αυτοί είναι, επιπλέον, απορριπτέοι, και ως αβάσιμοι. VI. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, ως αβάσιμες, οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτών λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά στους αναιρεσείοντες (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει 1) την 57/23-10-2008 αίτηση (έκθεση) του Χ1 μετά των από 22-12-2008 προσθέτων αυτής λόγων και 2) την από 1/11/2008 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 9174/3-11-08) του Χ2, για αναίρεση της 2829/5-6.6.2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αναιρέσεων. Παράβαση των άρθρων 1 και 11 του Ν. 5227/1931 “περί μεσαζόντων”. Στοιχεία αδικήματος. Απόρριψη λόγων αναίρεσης και προσθέτων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Δεν υπάρχει αντίφαση από το ότι οι αναιρεσείοντες απηλλάγησαν πρωτοδίκως για απάτη και καταδικάστηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων με την παραδοχή ότι παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς ότι λόγω των σχέσεών τους κλπ, ότι μπορούσαν να επιτύχουν όσα υποσχέθηκαν. Άρθρο 358 ΚΠΔ. Δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως. Σύνθεση με κλήρωση τριμελούς εφετείου. Δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, που προεδρεύεται από εφέτη, ορισθέντα κατόπιν κληρώσεως, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του προέδρου εφετών. Αναπλήρωση δικαστών. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων για την κλήρωση - αναπλήρωση συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Απορρίπτει αναίρεση - προσθέτους λόγους.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πρόσθετοι λόγοι, Δικαστηρίου σύνθεση, Μεσάζοντες.
0
Αριθμός 334/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κεδίκογλου, περί αναιρέσεως της 951, 1175/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1786/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι και "πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο. Κατά τη διατύπωση του άρθρου 155 παρ. 1 β, του ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι και "πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά το άρθρο 51 παρ. 1 "Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στο πακέτο ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους ...". Κατ' άρθρ. 67 "1. ... 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ και των οποίων και για τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις αυτές δε διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα τσιγάρα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι` αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Επίσης ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ ζ του άρθρου 100 του ν. 1165/1918, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Περαιτέρω, σε περίπτωση κατοχής λαθραίων σιγαρέττων υπόκειται αληθής κατ' ιδέα συρροή λαθρεμπορίας και παραβάσεως του ΒΔ της 13/16.4.1920. "περί κώδικος των νόμων περί φορολογίας του καπνού", κατά το άρθρ. 106 του οποίου (άρθρ. 4 ν. 522 του 1914), δεν επιτρέπεται η κατοχή και η μεταφορά καπνού χωρίς άδεια που εκδίδεται κατά τους όρους του νόμου τούτου, επ` ονόματι των παραγωγών ή των εμπόρων καπνού, η παράβαση δε αυτή τιμωρείται με χρηματική ποινή (άρ. 91 και 123 παρ. 3 του ΒΔ της 13/16.4.1920). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρ. 12 του κ.ν. 489/1976, όπως αντικ. με το άρ. 17 παρ.1 του ν 2170/1993, με τις ίδιες ποινές που προβλέπονται στη διάταξη αυτή για τον κύριο ή κάτοχο του αυτοκινήτου που το θέτει σε κυκλοφορία, τιμωρείται "και όποιος θέτει σε κυκλοφορία αυτοκίνητο που δεν ανήκει σ` αυτόν και δεν είναι ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του παρόντος". Επίσης, κατά το άρ. 90 παρ. 3 του ν. 2691/1999 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, πλην άλλων, και η για οποιαδήποτε αιτία αντικατάσταση των πινακίδων, που καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού με άλλες που δεν έχουν χορηγηθεί νόμιμα, ή παραποίηση αυτών με οποιαδήποτε μορφή. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 στοιχ. α και δ του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων είναι και τα πυροβόλα όπλα (πιστόλια, περίστροφα κλπ), ενώ πυρομαχικά είναι τα πάσης φύσεως εφόδια βολής, ιδίως τα φυσίγγια πυροβόλων κλπ όπλων, κατά δε τα άρθρα 7 παρ. 1, 2α και 8α του ν. 2168/93 η κατοχή των όπλων και πυρομαχικών απαγορεύεται, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, και οι παραβάτες τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες στο άρ. 7 παρ. 8α του νόμου αυτού ποινές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 951, 1175/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Τις βραδυνές ώρες της 12-4-2001 αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης και του Α.Τ ....., που επέβαιναν σε περιπολικό και τζιπ, αντίστοιχα, εκτελούσαν περιπολία στην περιοχή του ..... και στην ειδικότερη θέση ".....". Κατά τη διάρκεια της περιπολίας και περί ώρα 22.30 εντόπισαν ένα ΙΧΦ αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, κλειστό, χρώματος μπλε, με αριθμό κυκλοφορίας ....., που προηγείτο του περιπολικού και αποφάσισαν να το ελέγξουν, επειδή το θεώρησαν ύποπτο και δη γιατί η πινακίδα κυκλοφορίας του έμοιαζε να είναι πλαστή (χειροποίητη). Αμέσως, ο συνοδηγός του προπορευομένου περιπολικού της Άμεσης Δράσης, μάρτυρας κατηγορίας Α (αστυνομικός) κάλεσε τον οδηγό του, καθ' ον χρόνον αυτός στάθμευε σε μια "αλάνα" παραπλεύρως της οδού, να κατέβει απ' αυτό, φωνάζοντάς του από το μεγάφωνο του περιπολικού "Αστυνομία, κατέβα κάτω θα γίνει έλεγχος". Τότε ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου άνοιξε την πόρτα αυτού, πήδησε από τη θέση του και τράπηκε σε φυγή προς τα χωράφια. Οι αστυνομικοί του ΑΤ ..... τον καταδίωξαν και τον συνέλαβαν, διαπίστωσαν δε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί ερεύνησαν το εν λόγω ΙΧΦ αυτοκίνητο και διαπίστωσαν ότι κατείχε και μετέφερε με αυτό ποσότητες λαθραίων σιγαρέτων (συγκεκριμένα βρέθηκαν μέσα στο φορτηγό 73 ΒΟΧ σιγαρέτα, μάρκας RECALKINC SIZE και 81 ΒΟΧ σιγαρέτα μάρκας Super Kings, εκάστου εκ των ΒΟΧ περιέχοντος πενήντα κούτες των δέκα πακέτων η καθεμιά και συνολικά 77000 πακέτα τσιγάρα) τα οποία είχαν εισαχθεί παράνομα στην Ελλάδα, δεδομένου ότι αυτά δεν έφεραν τις νόμιμες ταινίες και σήματα του Κράτους που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευση των ειδών αυτών καθώς και την ειδική ταινία με την ένδειξη "ειδικός φόρος, κατανάλωσης τσιγάρων" με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το Δημόσιο, αφού οι διαφυγόντες για το Ελληνικό Δημόσιο δασμοί και λοιποί φόροι ανέρχονται στο ποσό των δρχ. 47.942.606 (βλ. την από 17-4-2001 έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων των υπαλλήλων του Τελωνείου Ελευσίνας). Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος κατά την στιγμή της συλλήψεώς του δεν αρνήθηκε ότι αυτός ήταν ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου κατά των ως άνω ημεροχρονολογία αλλά προσπάθησε να αποφύγει τη σύλληψη του λέγοντας στους αστυνομικούς "μην μου κάνετε τέτοια, θα τα βρούμε, έχω γνωστούς". Μετά όμως την ανεπιτυχή αυτή προσπάθειά του για αποφυγή της σύλληψής του αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με το ως άνω αυτοκίνητο, την άρνησή του δε αυτή επανέλαβε και ενώπιον του ακροατηρίου τόσον του πρωτοβάθμιου όσο και του Δικαστηρίου τούτου. Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε και μάλιστα κατά τρόπον αναμφίβολον, ότι οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου κατά του ανωτέρω χρόνο ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε λόγο να βρίσκεται στο σημείο εκείνο κατά τον ως άνω χρόνο και δη νυκτερινές ώρες, αν δεν ήταν πράγματι ο οδηγός του ειρημένου αυτοκινήτου. Μάλιστα, ο μάρτυρας κατηγορίας Α, αστυνομικός, κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος "ήταν το μόνο άτομο που βρέθηκε εκεί στο σημείο" και κατέληξε ότι οδηγός του ανωτέρω αυτοκινήτου "για μένα είναι ο κατηγορούμενος". Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μεταξύ των κλειδιών, που βρέθηκαν επάνω στον κατηγορούμενο ήταν και το κλειδί του διακόπτη της μίζας του άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου, με το οποίο το άνοιξαν οι αστυνομικοί και το πήγαν στο ΑΤ ....., όπως καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως οι μάρτυρες κατηγορίες Β και Α στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και του Δικαστηρίου τούτου. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Β με άμεσο λόγο γνώσης και κατά τρόπο κατηγορηματικό κατέθεσε "Με το κλειδί που βρέθηκε στον κατηγορούμενο ανοίξαμε το φορτηγό" και ο μάρτυρας κατηγορίας Α επιβεβαιώνει το ανωτέρω γεγονός καταθέτοντας "βρήκαμε επάνω του κλειδιά, είχε σπιτιού, αυτοκινήτου BMW, που μας είπε ότι είχε και το ένα απ' αυτά ταίριαζε στη μίζα επάνω. Δεν θυμάμαι αν είχε κλειδιά στη μίζα επάνω. Ο Γ, ο οδηγός του περιπολικού έχει δίπλωμα επαγγελματικό και με το κλειδί αυτό που πήραμε από τον κατηγορούμενο έβαλε μπρος το φορτηγό. Είμαι γι' αυτό σίγουρος". Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις ασαφείς καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ούτε και από το αποδειχθέν γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενώ κατά την έξοδό του εκ του φορτηγού και τη διαφυγή του στα χωράφια φορούσε κίτρινο φωσφορίζον μπουφάν, όταν συνελήφθη φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα. Και τούτο διότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Δ, που ήταν οδηγός του τζιπ και κατεδίωξε τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος από τη στιγμή που εξήλθε του φορτηγού αυτοκινήτου και τράπηκε σε φυγή, βρισκόταν συνεχώς στο οπτικό πεδίο και μόνο για μερικά (περίπου 20) δευτερόλεπτα καλύφθηκε πίσω από τους θάμνους, όταν δε εξήλθε απ' αυτούς και εμφανίσθηκε πάλι στο οπτικό του πεδίο, οπότε και τον συνέλαβε, δεν έφερε επάνω του το κίτρινο φωσφορίζον μπουφάν, έχοντας προφανώς αποβάλει αυτό κατά το χρόνο καλύψεώς του από τους θάμνους. Μάλιστα ο ίδιος ως άνω μάρτυρας ρώτησε τον κατηγορούμενο να του πει, που έχει το κίτρινο μπουφάν αλλά εκείνος δεν του απάντησε. Ο κατηγορούμενος με την απολογία του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ενίσχυσε την κρίση του Δικαστηρίου τούτου ότι αυτός ήταν ο οδηγός του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου και προσπάθησε, πλην ανεπιτυχώς, να αποσείσει τις εις βάρος του συντριπτικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας με δικαιολογίες εντελώς αβάσιμες αόριστες και εν μέρει αντιφατικές. Πρέπει, επίσης να σημειωθεί, ότι στην κατοχή του κατηγορουμένου βρέθηκε και κατασχέθηκε, ως προερχόμενο από το λαθρεμπόριο σιγαρέτων, το ποσό των 98.700 δρχ., ενώ σε νομότυπη έρευνα που ακολούθησε στις 13-4-2001 στην οικία του (.....) βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα περίστροφο με αριθμό ....., μάρκας ZASTAVA 357 MAGNUM τύπου Μ 83/95, το οποίο ήταν λειτουργικό και χαρακτηρίζεται ως όπλο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2168/1993 καθώς και 44 φυσίγγια Μ38 special, τα οποία ήσαν ενεργά και χαρακτηρίζονται ως πυρομαχικά κατά, την έννοια του νόμου (βλ. από 2-4-2002 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), χωρίς να έχει άδεια από την αρμόδια αστυνομική αρχή του τόπου της κατοικίας του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έθεσε σε κυκλοφορία, το ως άνω αυτοκίνητο, χωρίς να είναι ασφαλισμένο, ενώ κατελήφθη αυτός να έχει αντικαταστήσει τις νόμιμα χορηγηθείσες πινακίδες με άλλες χειροποίητες φέρουσες αριθμό κυκλοφορίας ....., που ανήκε σε άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό (βλ. για όλα τα ανωτέρω σαφείς και πειστικές καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας που επιβεβαιώνονται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δεν αναιρούνται καθόλου από τις ασαφείς και αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ...". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α για το ότι: α) κατείχε εμπορεύματα με σκοπό να τα θέσει στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, β) ως οδηγός αυτοκινήτου κατείχε και μετέφερε τσιγάρα, τα οποία δεν έφεραν τις νόμιμες ταινίες και σήματα του Κράτους, που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευση των ειδών αυτών, αν και τούτο απαγορεύεται, γ) ως οδηγός αυτοκινήτου, του οποίου δεν ήταν κύριος, έθεσε αυτό σε κυκλοφορία, χωρίς να είναι ασφαλισμένο, δ) κατελήφθη να έχει αντικαταστήσει τις νόμιμα χορηγηθείσες πινακίδες ΙΧΦ αυτοκινήτου με άλλες χειροποίητες, ε) κατείχε όπλο χωρίς άδεια της αρμοδίας αστυνομικής αρχής και στ) κατείχε πυρομαχικά χωρίς άδεια της αρμοδίας αστυνομικής αρχής. Για τη τέλεση των πράξεων αυτών, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τα άρθρα 26 παρ. 1α, 27, παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α και 94 του ΠΚ, άρ. 91, 106 παρ. 1 και 123 παρ. 3 του ΒΔ της 13/16.4.1920, άρθρα 100 παρ. 2θ, 102, παρ.1βγ, 107, 111, 122 ν. 1165/1918, όπως ίσχυε, σε συνδυασμό 155 παρ 2ζ, 157 παρ. 1β περ. 3η, του Ν. 2960/2001, άρ. 17 ν. 2170/93, άρ. 90 παρ. 1, 3 ν. 2696/1999, και άρ. 7 παρ. 1, 8α σε συνδ. 1 παρ. 1α, δ ν. 2168/93, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια και χρηματική ποινή 500 ευρώ (για την 2η πράξη της παράβασης του ΒΔ της 13/16.4.1920). Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη περί ενοχής απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. IV.Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο, κατά τρόπο σαφή δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, που μετέφερε τις προαναφερόμενες ποσότητες των λαθραίων τσιγάρων, στην κατοχή του οποίο βρεθήκαν, την ιδιότητα δε αυτή του οδηγού, όπως ρητώς αναφέρεται την απόφαση, ο ίδιος ομολόγησε κατά τη σύλληψή του. Επίσης με την περιγραφόμενη στο σκεπτικό συμπεριφορά του κατηγορουμένου, κατά τη γενόμενη καταδίωξη και σύλληψη αυτού (προσπάθεια διαφυγής κλπ), πλήρως αιτιολογείται ο δόλος αυτού και η γνώση του για την ιδιότητα των πιο πάνω ποσοτήτων τσιγάρων ως λαθρεμπορευμάτων, κάτι τα οποίο, άλλωστε, ήταν εμφανές, και από το γεγονός ότι, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτά δεν έφεραν τις νόμιμες ταινίες και σήματα του Κράτους, που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευσή τους. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, διότι "υπάρχει πλήρη ασάφεια στο σκεπτικό για το αν αυτός ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου και κάτοχος των λαθρεμπορευμάτων "και κατά συνέπεια ο αυτουργός τους εγκλήματος της λαθρεμπορίας, διότι ως αιτιολογία της απόφασης αναφέρονται απλώς οι καταθέσεις μαρτύρων, και διότι δεν αιτιολογείται το υποκειμενικό στοιχείο του αδικήματος, είναι αβάσιμες. Συνεπώς, οι στις αιτιάσεις αυτές στηριζόμενοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενες δε στους αυτούς λόγους αιτιάσεις, ότι το σκεπτικό αναφέρονται ως αιτιολογία καταθέσεις μαρτύρων, από τις οποίες όμως δεν προκύπτει η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τη λαθρεμπορίας, είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, αφού πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας. V. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει στο αιτιολογικό της με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα της. Η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης στην "από 17-4-2001 έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων των υπαλλήλων του Τελωνείου Ελευσίνας", χωρίς το έγγραφο αυτό να αναφέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων στα πρακτικά της δίκης, ουδένα, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης δημιουργεί, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αλλά και ούτε ακυρότητα, που ιδρύει τον από την περ. Α της αυτής διάταξη του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, καθόσον το έγγραφο αυτό, που δεν αναγνώσθηκε δημοσίως, αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου και, προς αντίκρουση του εγγράφου αυτού, μπορούσε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, κατ` άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις περί τούτου. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης, το Δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του, πλην άλλων, "τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν" καθώς και "τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά". Επομένως έλαβε υπόψη του και τις 15268, 15353/2003 ένορκες βεβαιώσεις, που, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων ο ίδιος προσκόμισε στο Εφετείο (και αναγνώστηκαν), χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία και αξιολόγηση αυτών στο σκεπτικό της απόφασης. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν γίνεται επίκληση ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, δηλαδή της κατάθεσης του μάρτυρα Β, που είχε εξετασθεί ως μάρτυρας κατηγορίας μόνο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού κατά την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνώστηκε και η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ότι είναι έμπορος γουναρικών και λοιπών ειδών, ότι από την απασχόληση αυτή αποκερδαίνει αρκετά και δεν είναι δυνατό να είναι ο οδηγός ενός φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο μεταφέρει λαθραία σιγαρέτα κλπ, συνιστά απλό υπερασπιστικό ισχυρισμό, στον οποίο το Δικαστήριο, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, απάντησε με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία. Οι προβαλλόμενες δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό με "ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, γιατί θεωρεί τις αντιφατικές ή ανύπαρκτες καταθέσεις των μαρτύρων ως συντριπτικές καταθέσεις και τη δική μου απολογία ως ενισχυτική της κατηγορίας, αν και ρητά την αρνούμαι, και συγχρόνως αόριστη και αντιφατική", απαραδέκτως προβάλλονται, αφού θίγουν την ανέλεγκτη αναιρετικά από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων τις καταθέσεις των μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου. Επομένως, οι από την αυτή διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. VI. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος ήταν οδηγός του αυτοκινήτου που δεν ήταν ασφαλισμένο, σαφώς προσδιόρισε την σχέση που αυτός είχε με το εν λόγω όχημα., ενώ στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της απόφασης, ρητώς αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων με πρόθεση κατείχε το όπλο και τα φυσίγγια, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, χωρίς να απαιτείται ειδική απάντηση στον χωρίς έννομη σημασία ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε, κατά την απολογία του, ότι αυτά ήταν του αποβιώσαντος αδελφού του, ο οποίος του τα είχε αφήσει και ότι αυτός τα είχε "έτσι" στο σπίτι του, χωρίς να τα πειράξει. Επομένως, οι από την αυτή διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης με τις πιο πάνω αιτιάσεις είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. VII. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9/10/2008 (με αριθμό πρωτ. 8435/10-10-2008) αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 951, 1175/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λαθρεμπορία. Κατοχή λαθρεμπορευμάτων (τσιγάρα) (άρθρο 100 παρ. 1 του Ν. 1165/1918 και 155 παρ.1α και β, του Ν. 2960/2001). Γνώση της ιδιότητας του λαθρεμπορεύματος. Παράβαση του ΒΔ της 13/16.4.1920 “περί κώδικος των νόμων περί φορολογίας του καπνού”. Παράβαση του άρθρ. 12 του κ.ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2170/1993 (ανασφάλιστο όχημα). Παράβαση άρθρ. 90 παρ. 3 του Ν. 2691/1999 (αντικατάσταση, παραποίηση πινακίδων οχήματος). Παραβάσεις Ν. 2168/1993. Παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρεμπορία, Οπλοκατοχή.
2
Αριθμός 335/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Παπασπυρόπουλο και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της με αριθμό 174, 175, 185, 186, 187, 188, 189, 190/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γαλετζά. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Μαΐου 2007 και 24 Δεκεμβρίου 2007, αντίστοιχα, αιτήσεις του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 192/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης (υπ'αριθ. 174. 175, 185 - 190/2007) οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 22 Μαΐου 2007 του Χ1 και 2) από 24 Δεκεμβρίου 2007 του Χ2. Α. Επί της αιτήσεως του Χ1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη ως άνω αίτηση του Χ1, η οποία ασκήθηκε με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ..... και περί της οποίας συντάχθηκε η 34/22.5.2007 Έκθεση, δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως. Στο υπόμνημα, εξάλλου, του ίδιου, στο οποίο η αίτησή του παραπέμπει προς συμπλήρωσή της και έχει επισυναφθεί στην εν λόγω Έκθεση, όπως αυτό προκύπτει από την επίθεση της υπηρεσιακής σφραγίδας της ανωτέρω Φυλακής στο σημείο συρραφής της Εκθέσεως και αυτού (υπομνήματος), δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, αλλά παρατίθενται ως λόγοι αναιρέσεως τα ακόλουθα κατά λέξη "1) απόλυτος ακυρότης κατά τη διαδικασία επ' ακροατηρίω (άρθρο 171 ΚΠΔ), 2) σχετική ακυρότης κατά το άρθρο 170 ΚΠΔ, ήτις δεν καλύφθηκε στο ακροατήριο, καθώς και έλλειψη ακροάσεως, 3) έλλειψη ειδικής αιτιολογίας την οποία ορίζει το Σύνταγμα, 4) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και 5) υπέρβαση εξουσίας ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής", δηλαδή παρατίθεται το κείμενο της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Δ', Ε' και Η' ΚΠοινΔ, που προβλέπει τα ανωτέρω ως λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεως. 'Ετσι, όμως, διατυπούμενοι οι λόγοι αναιρέσεως της υπόψη αιτήσεως είναι εντελώς αόριστοι και επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εν λόγω αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Β. Επί της αιτήσεως του Χ2. Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν αφαίρεση ανθρώπινης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β' Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξεως που διέπραξε και στην εκτέλεση της πράξεως αυτής. Από τη δεύτερη αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται εκ δόλου υποστήριξη από τον άμεσο συνεργό της αξιόποινης πράξεως που διαπράττει ο αυτουργός, κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της κυρίας πράξεως, με βοηθητική ενέργεια συνδεόμενη προς την κυρία πράξη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτήν να αποβαίνει ανέφικτη, με βεβαιότητα, η τέλεση του εγκλήματος, υπό τις περιστάσεις που αυτό διαπράχθηκε. Ο δόλος του άμεσου συνεργού έγκειται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως και στη γνώση ότι παρέχει αυτήν στην εκτέλεση άδικης πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως στο αιτιολογικό της, για τον αναιρεσείοντα Χ2 (και τον Χ1, του οποίου απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως κατά τα ανωτέρω), όσον αφορά, ειδικότερα, στο κακούργημα της ανθρωποκτονίας, ως άμεσος συνεργός στο οποίο αυτός καταδικάσθηκε και πλήττει αντιστοίχως την απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1, οι οποίοι κατάγονται από το χωριό ....., διατηρούσαν στενή φιλική σχέση. Ο πρώτος διατηρούσε στο προαναφερόμενο χωριό κατάστημα "Καφέ-ηλεκτρονικά" και ένα μπαρ στην παραλία της ..... . Όταν το έτος 2000 ο δεύτερος επέστρεψε από τη ....., όπου εργαζόταν, προκειμένου να εγκατασταθεί πλέον μόνιμα στην Ελλάδα και δη στο χωριό του, άρχισε να συχνάζει στο κατάστημα του πρώτου και, με δεδομένη τη γνωριμία τους από παλαιότερα, έγιναν στενοί φίλοι. Κατά το μήνα Ιανουάριο του 2001 οι κατ/νοι αυτοί αποφάσισαν να μεταβούν μαζί στη ..... τουλάχιστον για προσωρινή εγκατάσταση και δη ο δεύτερος, που ήταν άνεργος, προκειμένου να αναζητήσει εργασία και ο πρώτος, ενόψει του ότι τα καταστήματά του από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο δεν λειτουργούσαν, προκειμένου να ψυχαγωγηθεί. Οι προαναφερθέντες μίσθωσαν ένα διαμέρισμα, που βρίσκεται στην επί της ..... (.....) οικοδομή, και εγκαταστάθηκαν εκεί. Τις επόμενες ημέρες ο δεύτερος αναζητούσε εργασία χωρίς όμως αποτέλεσμα. Με την πάροδο των ημερών τα χρήματα που είχαν άρχισαν να τελειώνουν, αφού εκτός από τα καθημερινά τους έξοδα επισκέπτονταν και το καζίνο. Τότε άρχισαν να σκέφτονται με ποιό τρόπο θα μπορέσουν να αποκτήσουν αμέσως χρήματα. Αρχικά σκέφτηκαν να ληστέψουν κάποιο παίκτη του καζίνο, επειδή όμως δεν είχαν μαζί τους όπλο, ο δεύτερος κατ/νος επέστρεψε στο χωριό του, όπου εκεί είχε κρυμμένο ένα πιστόλι, καθώς και ένα σιγαστήρα και επτά σφαίρες. Αφού πήρε μαζί του τον οπλισμό αυτό, επέστρεψε στη ..... . Τελικά κατέληξαν να ληστέψουν κάποιο ενεχυροδανειστήριο, αφού σ' αυτά οι συνθήκες [για ληστεία] είναι πλέον πρόσφορες. Ο δεύτερος κατ/νος μάλιστα πρότεινε να ληστέψουν ένα ενεχυροδανειστήριο, που βρίσκεται στην επί της οδού ..... οικοδομή, στον ημιώροφο, γιατί το είχε επισκεφθεί στο παρελθόν ως πελάτης και γνώριζε ότι δεν είχε μεγάλη κίνηση πελατών και επειδή ήταν στον ημιώροφο θα είχε ησυχία. Το ενεχυροδανειστήριο αυτό από το Φεβρουάριο του 1999 λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση η Α, γεννηθείσα το 1975, κάτοικος [εν ζωή] ..... . Στην επιχείρηση αυτή συνεργαζόταν και συμμετείχε ατύπως ο Β, κάτοικος ....., με τον οποίο η Α συνδεόταν με στενή οικογενειακή φιλία. Ο πρώτος κατ/νος δέχθηκε την πρόταση του δεύτερου κατ/νου και στις 22-2-2001 το πρωί, αφού προηγουμένως είχαν συναποφασίσει τη ληστεία, επισκέφθηκαν το ενεχυροδανειστήριο αυτό, προκειμένου, με την πρόφαση να αγοράσει ο πρώτος κατ/νος κάποια κοσμήματα δήθεν για τη μνηστή του, να ερευνήσουν το χώρο και να δουν ποιός εργάζεται σ' αυτό. Η Α βρισκόταν μόνη στο κατάστημά της, καθόσον ο προαναφερόμενος συνεργάτης της είχε μεταβεί στη ..... για λόγους επαγγελματικούς. Οι κατ/νοι εισήλθαν στο ενεχυροδανειστήριο από την κύρια είσοδο, η οποία ήταν μία ξύλινη πόρτα ασφαλείας, που ήταν ανοικτή, και βρέθηκαν στο χώρο υποδοχής, ο οποίος χωριζόταν από τον κυρίως χώρο του καταστήματος με ένα υαλόφρακτο αλεξίσφαιρο πλαίσιο, όπου υπήρχε και δεύτερη πόρτα, η οποία ήταν κλειστή και άνοιγε με ειδικό μπουτόν, προκειμένου να είναι ασφαλισμένος ο κύριος χώρος τoυ καταστήματος. Η Α, μόλις είδε τους κατ/νους, τους εξήγησε πως οι συναλλαγές γίνονται στο γκισέ, δηλαδή στο ειδικό άνοιγμα του προαναφερθέντος υαλόφρακτου πλαισίου. Ο πρώτος κατ/νος, ο οποίος είχε επιμεληθεί ιδιαιτέρως την εμφάνιση του φορώντας κοστούμι για να μην δημιουργήσει υποψίες, είπε στη Α ότι ενδιαφέρονται να αγοράσουν κοσμήματα και όχι να πουλήσουν. Η τελευταία, κρίνοντας από την επιμελημένη εμφάνιση των κατ/νων ότι δεν είναι κακοποιοί, άνοιξε την πόρτα και αυτοί εισήλθαν στον κυρίως χώρο του καταστήματος. Αφού η Α κάθισε στο γραφείο της, το οποίο βρισκόταν στο κέντρο του καταστήματος, και οι δύο κατηγορούμενοι κάθισαν στις δύο καρέκλες που ήταν μπροστά από το γραφείο της, άρχισε να τους δείχνει διάφορα κοσμήματα, τα οποία έβγαζε από το χρηματοκιβώτιο, το οποίο βρισκόταν από την αριστερή της πλευρά. Οι κατ/νοι προφασίστηκαν πως ενδιαφέρονται για την αγορά κοσμημάτων για τη μνηστή του πρώτου από αυτούς και η Α τους επέδειξε διάφορα κοσμήματα επί μακρόν λέγοντας τους κάθε φορά την τιμή. Τελικά οι κατ/νοι ανέφεραν στη Α πως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν αρκετά χρήματα και κανόνισαν να επισκεφθούν το κατάστημα μετά τις πέντε το απόγευμα. Οι κατ/νοι επέστρεψαν στο σπίτι τους και εκεί συζήτησαν με ποιόν τρόπο θα διαπράξουν το απόγευμα τη ληστεία. Αποφασίζουν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και έχοντας απόλυτη διαύγεια πνεύματος να σκοτώσουν την κοπέλα, αν είναι μόνη της, γιατί τους είχε δει το πρωΐ και θα ήταν δυνατόν να τους αναγνωρίσει, ενώ με τον τρόπο αυτό θα διέπρατταν την αφαίρεση των κοσμημάτων με μεγαλύτερη ευκολία. Μετά από σκέψη καταλήγουν να μην κάνουν χρήση του πιστολιού του δεύτερου κατ/νου με το σιγαστήρα, γιατί ο δεύτερος κατ/νος αμφέβαλε αν λειτουργούσε, αλλά να σκοτώσουν τη Α σπάζοντας το λαιμό της με λαβή που θα της έκανε ο πρώτος των κατ/νων. Ο δεύτερος των κατ/νων, εν γνώσει του πρώτου, παίρνει μαζί του ένα μαχαίρι κουζίνας από το σπίτι για να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση που υπάρξει οποιαδήποτε ανάγκη κατά τη διάπραξη της ανθρωποκτονίας, που είχαν αποφασίσει, ως εναλλακτικός τρόπος θανάτωσης της Α καθώς και δύο μεγάλες πλαστικές σακούλες για να βάλουν τα κοσμήματα. Ακολούθως οι κατ/voι μετέβησαν περί ώρα 18.00 στο κατάστημα της Α. Εισήλθαν εντός του προθαλάμου και μόλις η Α τους είδε, άνοιξε την πόρτα του αλεξίσφαιρου διαχωριστικού πλαισίου και οι κατ/νοι μπήκαν στον κυρίως χώρο του καταστήματος. Αφού κάθισαν στις ίδιες καρέκλες όπως και το πρωί, ζήτησαν από τη Α να τους επιδείξει και πάλι τα κοσμήματα που είχαν δει. Η τελευταία έβγαλε από το χρηματοκιβώτιο κάποια χρυσαφικά και τους τα έδειξε. Στη συνέχεια οι κατ/νοι ζήτησαν από τη Ανα τους δείξει μερικά κοσμήματα απ' αυτά που ήταν στη βιτρίνα που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του γραφείου, προκειμένου αυτή να σηκωθεί από τη θέση της και να μπορέσει ο πρώτος των κατ/νων Χ2 να την πιάσει από το λαιμό και να προκαλέσει το θάνατό της, όπως είχαν προαποφασίσει. Η κοπέλα σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στην προθήκη, ενώ οι κατ/νοι πήγαν από πίσω της όρθιοι. Τότε ο πρώτος κατ/νος την έπιασε από το λαιμό και το κεφάλι προκειμένου να της στρίψει το κεφάλι προς τα δεξιά για να σπάσει το λαιμό της, όπως είχαν προαποφασίσει οι κατ/νοι με το πρώτο σχέδιο της ανθρωποκτονίας. Επειδή, όμως, η Α προέβαλε αντίσταση [με φωνές και κινήσεις], με συνέπεια να μην είναι εφικτή η ταχεία και αθόρυβη θανάτωσή της με εκτέλεση του πρώτου σχεδίου της ανθρωποκτονίας, οι κατ/νοι προχώρησαν στην εκτέλεση του εναλλακτικού σχεδίου της ανθρωποκτονίας με χρήση του μαχαιριού. Συγκεκριμένα ο πρώτος κατ/νος ακινητοποίησε τη Α με λαβή που της έκανε στο λαιμό προκειμένου να διευκολυνθεί ο δεύτερος κατ/νος να καταφέρει κατ' αυτής θανατηφόρα πλήγματα με το μαχαίρι, ενώ δε αυτή ήταν ακινητοποιημένη σε όρθια στάση, ο δεύτερος κατ/νος, κάνοντας χρήση του μαχαιριού που είχε πάρει μαζί του, άρχισε να την πλήττει επανειλημμένα στο λαιμό και στο θώρακα, όταν δε ο πρώτος κατ/νος την άφησε και έπεσε στο πάτωμα, ο δεύτερος κατ/νος συνέχισε να την πλήττει με το μαχαίρι, μάλιστα ορισμένες φορές η λεπίδα του μαχαιριού διαπερνούσε το σώμα της παθούσας και έφτανε μέχρι το δάπεδο, αφήνοντας σ' αυτό ίχνη από τις μαχαιριές. Από τα πλήγματα αυτά η παθούσα Α υπέστη τραύμα μήκους 16X5,5 εκατοστών προκληθέν από αριστερά προς τα δεξιά και βάθους 5 εκατοστών κατά την τραχηλική χώρα με διατομή λάρυγγος, καρωτίδας και νεύρων, κάκωση στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, παράλληλα τραύματα στον τράχηλο περίπου 3 εκατοστά άνωθεν του προηγουμένου και κάτωθεν του μεγάλου τραύματος έτερο 5X2,5 εκατοστών, στη βάση του τραχήλου βαθύ τραύμα 3X1,5 εκατοστών, στο θώρακα τραύμα 4,2X1,3 εκατ. επί της δεξιάς κλειδός, την οποία έχει διατάμει, στο θώρακα παραστερνικά αριστερά τραύματα 5X2 εκατοστών και 5,5X2,5 εκατοστών με φορά εκ των αριστερών προς τα δεξιά, τραύμα σε απόσταση ενός εκατοστού από τη δεξιά θηλή 3X1 εκατοστών, στην έκφυση του αριστερού βραχίονος τραύμα βαθύ 4X2 εκατοστών, στη δεξιά ωμοπλάτη τραύμα 3X1 εκατοστών καθώς και διπλό στην αριστερή ωμοπλάτη 3X1 και 3X1,5 εκατοστών, τραύμα 0,5 εκατοστών κατά τη σπονδυλική στήλη, διατομή των 2ης, 3ης και 4ης πλευράς του αριστερού ημιθωρακίου πρόσθια, της 5ης οπίσθιου τόξου καθώς και της 8ης πλευράς του δεξιού ημιθωρακίου όπισθεν, τρώση διπλή κατά τον άνω λοβό του αριστερού πνεύμονα, τρώση του μέσου λοβού και ευμεγέθη τρώση της αορτής κατά την έκφυση της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας. Συνεπεία δε των άνω τραυμάτων επήλθε ως εκ μόνης ενεργού αιτίας ο θάνατος της παθούσας. Ειδικότερον ο θάνατος της παθούσας οφείλεται εις σχεδόν πλήρη διατομή του τραχήλου και τρώση της αορτής, που προκλήθηκαν από πλήγματα του δεύτερου κατ/νου στο λαιμό και στο θώρακα της παθούσας, ενώ αυτή ήταν ακινητοποιημένη από τον πρώτο κατ/νο σε όρθια στάση. Επειδή το πάτωμα του καταστήματος γέμισε αίματα και για να μη φτάσουν στο έπιπλο του γραφείου ο δεύτερος κατ/νος έσυρε το πτώμα της παθούσας στο διάδρομο που οδηγούσε στην τουαλέττα. Ταυτόχρονα ο πρώτος κατ/νος κατευθύνθηκε προς το χρηματοκιβώτιο και άρχισε να βγάζει από αυτό τα χρήματα και τα κοσμήματα, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε κουτιά και πανιά, και τα εναπέθεσε πάνω στο γραφείο. Ο δεύτερος κατ/νος, αφού άφησε το πτώμα της παθούσας, έβαλε τα κοσμήματα μέσα στις σακούλες, ενώ ο πρώτος κατ/νος έβαλε τα χρήματα στις τσέπες του. Συνολικά οι κατ/νοι αυτοί αφαίρεσαν (παρατίθεται κατάλογος αφαιρεθέντων κοσμημάτων και η αξία τους) ... χρηματικό ποσό 750.000 δραχμών, μία επιταγή ποσού 3.000.000 δραχμών (έκδοσης της Γ σε διαταγή του Β), δύο συναλλαγματικές ποσού 800.000 δραχμών η κάθε μια και χρηματικό ποσό 5.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι αυτοί εξήλθαν από το κατάστημα ... (παρατίθενται περιστατικά μη συναπτόμενα με την τέλεση των ανωτέρω πράξεων και λεπτομερής μεταφορά των καταθέσεων τριών εκ των εξετασθέντων μαρτύρων και των απολογιών των κατηγορουμένων, με μνεία ορισμένων εγγράφων και εκθέσεων) ... . Αναφορικώς με τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Α]ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε σκοπό να σπάσει το λαιμό της κοπέλας και ότι δεν ήθελε να την σκοτώσει διαψεύδεται από την προαναφερθείσα απάντηση του σε ερώτηση της Εισαγγελέα που αναφέρεται στην αναγνωσθείσα έκθεση αναπαράστασης [... Είχαμε συμφωνήσει ότι θα τελειώσουμε με την κοπέλα και θα το έκανα εγώ με λαβή στο κεφάλι σπάζοντας της το λαιμό ...]. Β]ο ισχυρισμός του ότι δεν ήξερε ότι ο Χ1 είχε μαζί του το μαχαίρι είναι προφανώς ψευδής, γιατί, αφού οι πρώτος και δεύτερος κατ/νοι συμφώνησαν να σκοτώσουν την κοπέλα, ο δεύτερος κατ/νος δεν είχε κανένα λόγο να πάρει μαζί του το μαχαίρι από το σπίτι τους κρυφά από τον πρώτο κατ/νο. Άλλωστε και υπό την αναφερόμενη στην απολογία του πρώτου κατ/νου εκδοχή "ο Χ1 μου λέει "θα πάρεις την πλαστική ταινία που έχουμε σπίτι, θα την δέσεις και εγώ θα πάρω τα κοσμήματα" ήταν αναγκαίο να πάρουν μαχαίρι για να κόψουν την ταινία, Γ]Ο ισχυρισμός του ότι μετάνιωσε και δεν είχε καμία συμμετοχή τόσο στην τέλεση της ανθρωποκτονίας, όσο και στην αφαίρεση των κοσμημάτων είναι προφανώς ψευδής. Στην κρίση αυτήν καταλήγει το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη, ότι, όπως αποδείχθηκε, μετέβη στο ενεχυροδανειστήριο με ειλημμένη απόφαση ανθρωποκτονίας και ληστείας από κοινού, ότι δεν εμπόδισε το δεύτερο κατ/νο να πλήξει την παθούσα επανειλημμένως με μαχαίρι, ότι δεν έφυγε από το ενεχυροδανειστήριο πριν αρχίσει να πλήττει ο δεύτερος κατ/νος την παθούσα με το μαχαίρι, ότι τελικά μοιράστηκε με το δεύτερο κατ/νο τα αφαιρεθέντα χρήματα και κοσμήματα και, κυρίως, ότι το αναφερόμενο στην αναγνωσθείσα ιατροδικαστική εξέταση μεγάλο τραύμα 16X5,5 εκατ. και βάθους 5 εκατ. κατά την τραχηλική χώρα με διατομή λάρυγγος, καρωτίδος και vεύρων, το οποίο προφανώς έκαμψε αμέσως κάθε αντίσταση της παθούσας και μπορούσε [και μόνο του] να επιφέρει το θάνατο της, προφανώς, δεν θα μπορούσε να προκληθεί με τέτοια "χειρουργική ακρίβεια", αν ο πρώτος κατ/νος δεν είχε ακινητοποιήσει την παθούσα σε όρθια στάση, όταν ο δεύτερος κατ/νος την έπληττε με το μαχαίρι στο λαιμό και στο θώρακα. Επομένως οι υπερασπιστικοί αυτοί ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η συμπεριφορά του πρώτου κατ/νου στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, καθόσον με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δεύτερο κατ/νο κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεσή της, του δε δεύτερου κατ/νου της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, αφού οι δύο αυτoi κατ/νοι, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αποφάσισαν να σκοτώσουν την παθούσα Α και στη συνέχεια εκτέλεσαν την ανθρωποκτονία που είχαν αποφασίσει, αφού ο πρώτος κατ/νος έπιασε την άνω παθούσα από το κεφάλι και το λαιμό και την ακινητοποίησε, ενώ ταυτόχρονα ο δεύτερος κατ/νος την έπληττε με το μαχαίρι, που έφερε, στο θώρακα και στο λαιμό προκαλώντας της πολλαπλά τραύματα, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της, ακόμη η συμπεριφορά των κατ/νων στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή της ληστείας από κοινού, αφού μετά την τέλεση της άνω ανθρωποκτονίας αφαίρεσαν από το άνω ενεχυροδανειστήριο κοσμήματα που βρίσκονταν στην κατοχή της άνω θανούσας ... για να τα ιδιοποιηθούν ...". Μετά από τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ2 άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση (για την οποία κήρυξε ένοχο τον Χ1) και ληστείας από κοινού με τον Χ1 και του επέβαλε ποινή ισόβιας καθείρξεως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και ποινή καθείρξεως 12 ετών για την πράξη της ληστείας. Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων Χ2 τέλεσε την πράξη της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, ειδικότερα, ως προς την οποία και πλήττεται η απόφαση όπως προεκτέθηκε, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1 και 46 παρ. 1 περ. β' Π.Κ., οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του ως άνω αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων Χ2 έλαβε μέρος ως άμεσος συνεργός στην ανθρωποκτονία από πρόθεση, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του σε βάρος της Α, την οποία τραυμάτισε θανάσιμα πλήξας αυτήν με μαχαίρι, εξειδικεύει με λεπτομέρεια τα περιστατικά που συγκροτούν τη μορφή αυτή της συμμετοχικής δράσεώς του και προσδιορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο παρασχέθηκε η συνδρομή του στον φυσικό αυτουργό, κατά την υπό του τελευταίου εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, ο οποίος συνίστατο στην ακινητοποίηση του θύματος, προκειμένου να διευκολυνθεί ο φυσικός αυτουργός να επιφέρει τα ως άνω πλήγματα, β) δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς τον ανωτέρω τρόπο συμμετοχής του εν λόγω αναιρεσείοντος, καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο δόλος των δύο δραστών περιελάμβανε και κατανομή ρόλων μεταξύ τους στην προαποφασισθείσα ανθρωποκτονία, η κατανομή δε αυτή προέβλεπε ότι στην όλως εναλλακτική περίπτωση της θανατώσεως του θύματος δια πλήγματος με μαχαίρι, που εν τέλει ακολουθήθηκε, αυτουργός θα ήταν ο Χ1 και ο αναιρεσείων Χ2 θα του παρείχε άμεση υποστήριξη δια της ακινητοποιήσεως του θύματος ώστε να διευκολυνθεί αυτός (Χ1) στο να επιφέρει τα ως άνω πλήγματα, γ) ουδεμία έλλειψη υφίσταται στην αιτιολογία της αποφάσεως ειδικώς ως προς το δόλο του άμεσου συνεργού, διότι ο δόλος αυτός συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως και την, με βάση αυτές, ανέλεγκτη περί ενοχής του ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, δ) κατά τις ρητές παραδοχές της αποφάσεως "ο θάνατος της παθούσης οφείλεται εις σχεδόν πλήρη διατομή του τραχήλου και τρώση της αορτής, που προκλήθηκαν από πλήγματα στο λαιμό και στο θώρακα της παθούσας ενώ αυτή ήταν ακινητοποιημένη από τον πρώτο κατηγορούμενο (εννοείται ο αναιρεσείων Χ2) σε όρθια στάση", έτσι ώστε ουδεμία έλλειψη αιτιολογίας δημιουργείται από τη μη αξιολόγηση, σε σχέση με τον προκληθέντα θάνατο, των πληγμάτων που συνέχισε να καταφέρει ο αυτουργός κατά του θύματος μετά την πτώση του (θύματος) στο πάτωμα, β) η χρησιμοποίηση της λέξεως "προφανώς" σε δύο σημεία της αιτιολογίας, όπου αποκρούονται οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του ανωτέρω αναιρεσείοντος, έχουσα την έννοια του "προδήλως", δεν καθιστά ενδοιαστική την περί των αμέσως ανωτέρω παραδοχών αιτιολογία της αποφάσεως και στ) η από 26.6.2001, με αριθ. πρωτ. ....., "Έκθεση Εργαστηριακής Εξέτασης" του Τμήματος Χημείου της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπό τον αριθμό 11 του πρώτου καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων, ως προς την οποία προβάλλεται ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν μνημονεύεται ειδικώς, καίτοι αποτελεί το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας της αποφάσεως, με εντεύθεν συνέπεια την έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από απόψεως αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για την έρευνα αναιρετικού λόγου, επισκόπησή της, δεν αναφέρεται στον αναιρεσείοντα Χ2, ούτε συνάπτεται το περιεχόμενο και το συμπέρασμά της, κατά οποιοδήποτε τρόπο, με αυτόν και συνεπώς χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλονται τ' ανωτέρω. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, λόγοι της ένδικης αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο ισχυρισμός για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 § 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 θεωρείται και (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων Χ2, δια του συνηγόρου του, προέβαλε και τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ., επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή του τα εξής: ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, ότι δεν υπάρχουν εναντίον του εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις, ότι μέχρι την τέλεση της πράξεως είχε σταθερή και μόνιμη εργασία, ότι προέρχεται από άριστη, γνωστή για την εντιμότητα και την αξιοπρέπειά της, οικογένεια, ότι από μαθητής του Γυμνασίου και του Λυκείου εργαζόταν με τον πατέρα του σε γεωργικές εργασίες, ότι κατατάχθηκε στο στρατό ως οπλίτης πενταετούς θητείας και όταν ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις μετέβη στη ..... όπου εργάσθηκε σε εργοστάσια και με τα χρήματα που εξοικονόμησε επέστρεψε στο χωριό του ..... και αγόρασε δύο καφετέριες, τις οποίες λειτουργούσε μαζί με τον αδελφό του και ότι, παράλληλα, ανέπτυξε στον τόπο την κατοικίας του κοινωνική δραστηριότητα με συμμετοχή σε αθλητικούς συλλόγους της περιοχής και στην εν γένει δημόσια ζωή του τόπου του. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά πλειοψηφίαν, με την ακόλουθη αιτιολογία: "από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι έζησε ως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, καθώς όπως προκύπτει και από το παραπάνω έγγραφο του τμήματος εξερευνήσεως, ο ως άνω κατηγορούμενος (εννοείται ο Χ2) ήταν σεσημασμένο άτομο, διότι προφανώς είχε κάποια εμπλοκή με το χώρο των ναρκωτικών, γεγονός που προκάλεσε τις υπόνοιες και την έρευνα της αστυνομίας στο σπίτι του και στην περαιτέρω σήμανση του, όπως άλλωστε και ο ίδιος ομολογεί στην απολογία του. Ακόμη όπως προκύπτει από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία ο ως άνω κατηγορούμενος με τον συγκατηγορούμενό του, δυο μήνες περίπου πριν από τη διάπραξη των παραπάνω πράξεων, μετοίκησαν στη ....., όπου μίσθωσαν από κοινού διαμέρισμα, χωρίς να εργάζονται, οργανώνοντας τη διάπραξη ληστειών σε ενεχυροδανειστήρια και χρυσοχοείο της πόλης [βλ. σχετ. κατάθεση Β). Περαιτέρω, όσον αφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων Δ και Ε που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, οι οποίοι ομιλούν για πρότερο έντιμο βίο του, αυτές είναι γενικές και αόριστες, δεδομένου ότι δεν καταθέτουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του ως το χρόνο πού διέπραξε τα εγκλήματα. Τέλος, κατά την κρίση της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, οι υπογραφές που συνέλεξαν οι συγχωριανοί του υπογράφοντας κάτω από κοινή δήλωση προδιατυπωμένη σχετικά με τον πρότερο έντιμο βίο του, δεν είναι αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά έγινε στα πλαίσια της υποστήριξης και μόνο στο πρόσωπο του και την ελάφρυνση της θέσης του". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο ως προς τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, διέλαβε την επιβαλλόμενη για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία, αφού εκθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική αυτή κρίση του, εκ των οποίων η παραδοχή ότι ο ανωτέρω ήταν σεσημασμένος αρκούσε προς τούτο καθεαυτή, χωρίς τις περαιτέρω σκέψεις περί εμπλοκής του με το χώρο των ναρκωτικών, αν και πλεοναστικώς, αφού, για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, δεν αρκούν ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη διαβίωση στα πλαίσια οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, η δε επικληθείσα κοινωνική του δραστηριότητα ελέγχεται εντελώς αόριστη. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ τελευταίος λόγος της αιτήσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν και η εν λόγω αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ1 και την από 24 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ2, περί αναιρέσεως της 174, 175, 185 - 190/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει. Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως στην οποία γίνεται απλή αναφορά των αναιρετικών λόγων που προβλέπονται από το νόμο, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η πλημμέλεια της αποφάσεως. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για άμεση συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, συνισταμένη στο ότι ακινητοποίησε το θύμα προκειμένου να διευκολυνθεί ο φυσικός αυτουργός και να επιφέρει πλήγματα με μαχαίρι κατά του θύματος, εκ των οποίων προκλήθηκε ο θάνατος. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί προτέρου εντίμου βίου.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συνέργεια.
0
Αριθμός 338/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1473Α, 1930/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαναστασόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 15 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης αναίρεσης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1442/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 349 §1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικατ. από το άρθρο 16 του Ν. 3346/2005, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για τον λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση, ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις μόνο αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Από τη πιο πάνω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι μετά τη δεύτερη αναβολή της δίκης, το δικαστήριο δεν μπορεί να αναβάλει αυτήν και πάλι, εκτός αν συντρέχει προς τούτο εξαιρετική περίπτωση. Αυτό δε συμβαίνει, όχι όταν υπάρχει απλώς σημαντικό προς τούτο αίτιο, όπως απαιτείται για τη αναβολή της δίκης για πρώτη φορά, ή και για δεύτερη, εφόσον δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή, αλλά μόνο όταν το δικαστήριο κρίνει, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Εξάλλου η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση όμως ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και είναι παραδεκτή, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως (για ελλιπή αιτιολογία). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1473Α, 1930/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (για πλημμελήματα) Πατρών, με την οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ. 2α του ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, κατά την διάρκεια της δίκης ο κατηγορούμενος, ενώ είχε ήδη παραστεί εκπροσωπούμενος από τον συνήγορό του δικηγόρο Πατρών Αθανάσιο Διαμαντόπουλο, ζήτησε (δια του εκπροσωπούντος αυτόν πληρεξουσίου), την αναβολή της δίκης, ως εξής: "Υπάρχει αίτημα αναβολής από την πλευρά του εντολέα μου. Πρωτοδίκως, ο κ. Χ είχε δύο συνηγόρους υπεράσπισης, εμένα και τον Ιωάννη Γιαννόπουλο, ο οποίος απεβίωσε την προηγούμενη εβδομάδα. Ο εντολέας μου επιθυμεί να αναθέσει την υπεράσπισή του και σε δεύτερο δικηγόρο, αλλά δεν είχε αρκετό χρόνο. Ζητάμε την αναβολή της δίκης σε κάποια σύντομη δικάσιμο". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την ακόλουθη αιτιολογία: "... Όπως προκύπτει από τις παραπάνω αναβλητικές αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες διαβάστηκαν στο ακροατήριο, η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης έχει ήδη αναβληθεί τέσσερις φορές κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ. Ειδικότερα, κατά τη δικάσιμο της 6ης-12-2005 η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω ασθένειας του 2ου εκκαλούντος κατηγορουμένου, Χ, κατά τη δικάσιμο της 23ης-6-2006 λόγω ασθένειας του 1ου εκκαλούντος κατηγορουμένου, Α, κατά τη δικάσιμο της 5ης-12-2006 λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του 2ου εκκαλούντος κατηγορουμένου, δικηγόρου Πατρών Αθανασίου ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, και κατά τη δικάσιμο της 15ης-5-2007 λόγω απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων, στην οποία συμμετείχε ο Γραμματέας έδρας, όπως και οι λοιποί Γραμματείς. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω αναφερθέντων, καθώς και του ότι ο υποβάλλων το αίτημα 2ος εκκαλών κατηγορούμενος Χ ήδη εκπροσωπείται από συνήγορο υπερασπίσεως, το Δικαστήριο, κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν από τον ως άνω 2° κατηγορούμενο αίτημα αναβολής και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, ενόψει της παρατιθέμενης διάταξης του άρθρου 349 ΚΠΔ, το Δικαστήριο για να κρίνει ως βάσιμο το αίτημα για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για πέμπτη φορά, έπρεπε να "κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης". Με τις πιο πάνω δε παραδοχές του, όπως ανενδοιάστως εξ αυτών προκύπτει, το Τριμελές Εφετείο έκρινε ότι η διεξαγωγή της δίκης μπορούσε να γίνει, με τον παριστάμενο πληρεξούσιο συνήγορο του κατηγορουμένου και δεν συνέτρεχε λόγος να αναβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως προκειμένου ο κατηγορούμενος να διορίσει (αορίστως) και δεύτερο συνήγορο. Συνεπώς αιτιολογημένα απέρριψε το πιο πάνω αίτημα, ανεξαρτήτως του ότι αυτό είχε υποβληθεί αορίστως, αφού δεν αναφέρονταν σε αυτό οι λόγοι για τους οποίους ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να αναθέσει την υπεράσπισή του και σε δεύτερο δικηγόρο, και γιατί δεν επαρκούσε ο χρόνος να προβεί στην ανάθεση αυτή, Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Η' του Κ.Π.Δ. πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, και για καθ' υπέρβαση της εξουσίας του εκδίκαση της υποθέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από την έλλειψη τη προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Β, ηλικίας 23 ετών και εν ζωή κάτοικος Πατρών, στις 5 Ιουνίου 2001 και περί ώρα 03:00', μετά από τροχαίο ατύχημα με δίκυκλο μοτοποδήλατο, κατά το οποίο τραυματίστηκε, μεταφέρθηκε συνοδευόμενος από τους γονείς του, στα εξωτερικά ιατρεία του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ". Εκεί εξετάσθηκε από τον εφημερεύοντα ιατρό της Χειρουργικής κλινικής Γ, ο οποίος μετά από διενέργεια αιματολογικών και ακτινολογικών εξετάσεων διαπίστωσε κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής άρθρωσης και εκδορές προσώπου, καθώς και οίδημα δεξιού βλεφάρου. Στη συνέχεια, αφού έγινε περιποίηση των τραυμάτων του, με εντολή του τελευταίου ο ασθενής εισήχθη στη Χειρουργική κλινική του Νοσοκομείου για περαιτέρω παρακολούθηση. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος Χ, ως εφημερεύων επιμελητής της παραπάνω κλινικής, αν και εξήτασε τον εν λόγω ασθενή, του οποίου η κλινική εικόνα ενέπνεε σοβαρές ανησυχίες για την πορεία της υγείας του, καθόσον από το μεσημέρι της 5-6-2001 ο τελευταίος παρουσίαζε υπνηλία, εμετούς, απώλεια ούρων και διεγερτικότητα, δεν διέταξε την άμεση διενέργεια αξονικής τομογραφίας, ώστε να εντοπισθεί η κρανιοεγκεφαλική κάκωση του ασθενούς και να υποβληθεί άμεσα αυτός σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του υποσκληρίδιου εγκεφαλικού αιματώματος, το οποίο του είχε προκληθεί, με συνέπεια να μην εντοπιστεί η προαναφερόμενη κάκωση και να εφαρμοστεί σε αυτόν λανθασμένη θεραπεία με τη χορήγηση ηρεμιστικών σε επαναλαμβανόμενες δόσεις και να πέσει ο ασθενής σε κώμα, με αποτέλεσμα εξαιτίας της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης (κάταγμα του θόλου του κρανίου) και του εκτεταμένου υποσκληρίδιου εγκεφαλικού αιματώματος, το οποίο είχε υποστεί ο ασθενής, ως μόνης ενεργούς αιτίας, να επέλθει ο θάνατος αυτού περί ώρα 23:40 της ιδίας ημέρας (βλ. από 17-6-2001 ιατροδικαστική έκθεση των ιατρών Δ και Ε). Για το θάνατο του ανωτέρω ευθύνεται ο Χ (δεύτερος κατηγορούμενος), ο οποίος, ως εφημερεύων επιμελητής της Χειρουργικής κλινικής του εν λόγω νοσοκομείου, μολονότι εξήτασε τον ασθενή, του οποίου η κλινική εικόνα, όπως προαναφέρθηκε, ενέπνεε σοβαρές ανησυχίες για την πορεία της υγείας, αφού αυτός παρουσίαζε από το μεσημέρι της 5-6-2001 υπνηλία, εμετούς, απώλεια ούρων και διεγερτικότατα, δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, λόγω της επιστημονικής του γνώσης και εμπειρίας, δεν αντιμετώπισε την κατάσταση του ασθενούς όπως επέβαλε η σοβαρότητα αυτής, λόγω των παραπάνω συμπτωμάτων που αυτός εμφάνιζε και δεν διέταξε, όπως επιβαλλόταν, την άμεση διενέργεια αξονικής τομογραφίας, ώστε να εντοπισθεί η κρανιοεγκεφαλική κάκωση του ασθενούς και να υποβληθεί άμεσα αυτός σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του υποσκληρίδιου εγκεφαλικού αιματώματος, παρόλο που η πιο πάνω συμπτωματολογία επέβαλε να ενεργήσει κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, με συνέπεια, εξαιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του, να μην εντοπιστεί η κάκωση που προαναφέρθηκε, να εφαρμοστεί σε αυτόν λανθασμένη θεραπεία με τη χορήγηση ηρεμιστικών σε επαναλαμβανόμενες δόσεις και να πέσει ο ασθενής σε κώμα, με αποτέλεσμα που δεν προέβλεψε, εξαιτίας του κατάγματος του θόλου του κρανίου και του εκτεταμένου υποσκληρίδιου εγκεφαλικού αιματώματος που είχε υποστεί ο ασθενής, να επέλθει ο θάνατος αυτού ...". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β, 28, 84 παρ. 2α, και 302 παρ. 1, Π.Κ., ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. ΙV. Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. V. O αναιρεσείων, ως μοναδικό λόγο αναιρέσεως διαλαμβάνει στo κυρίως δικόγραφο της κρινόμενης αίτησής του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι "λαθεμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε" όσα αυτή αναφέρει στο σκεπτικό της, το περιεχόμενο του οποίου, κατά το μεγαλύτερο μέρος, εκτίθεται στην αίτηση και κατέληξε στην προαναφερόμενη καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, ότι αυτός, "ενεργώντας ως ιατρός του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ", από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και επέφερε θάνατο άλλου". Ακολούθως ο αναιρεσείων αναφέρει ότι αυτά "που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά που συνέβησαν και προκύπτουν από τη δικογραφία", παραθέτει δε στη συνέχεια το ιστορικό της εισαγωγής του παθόντος Β στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ και ότι "η διαδικασία παρακολούθησης κάθε ασθενούς έχει συγκεκριμένη σειρά, που τηρείται σε όλα τα νοσοκομεία του κόσμου και προκύπτει με ακρίβεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην προσβαλλόμενη αλλά και από την όλη δικογραφία", όπως στην αίτησή του αναφέρει και, κατά τους ισχυρισμούς του, τα πραγματικά αυτά περαστικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που μνημονεύει στην αίτησή του και ότι, ενόψει των καταθέσεων αυτών και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αιτιάται ότι λαθεμένα η προσβαλλόμενη του αποδίδει ότι ευθύνεται για τη λανθασμένη θεραπευτική αγωγή με ηρεμιστικά, και λαθεμένα, επίσης του αποδίδει ότι δεν ζήτησε τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας, για τους λόγους που εκτενώς αναφέρει στην αίτησή του. Έτσι, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι αυτός εκτιμώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης του ασθενούς ζήτησε την άμεση εξέταση του από Νευροχειρουργό, η οποία και έγινε από τον ειδικευμένο Νευροχειρουργό ο οποίος θα έκρινε εάν απαιτείτο η διενέργεια αξονικής τομογραφίας ως ο ειδικότερος ιατρός, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα όσα κατατέθηκαν από τους μάρτυρες, αποσπάσματα των καταθέσεων των οποίων παραθέτει, ως προς το αν θα έπρεπε να γίνει η εν λόγω εξέταση και ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, περιέλαβε ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες. Επίσης προβάλει τις αιτιάσεις ότι λαθεμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι ο θάνατος του ασθενούς Β οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση η αμέλεια αυτή προσδιορίζεται, αφού, όπως αναφέρει, "δεν προσδιορίζει εάν ενημερώθηκα και από ποιόν για την χειροτέρευση της υγείας του ασθενούς και δεν προσδιορίζει ποιος χορήγησε τη θεραπευτική αγωγή με ηρεμιστικά και εάν ενημερώθηκα γι' αυτή" και ότι "λαθεμένα η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ο θάνατος του ασθενούς Β επήλθε στις 23.40, ενώ το ορθό είναι ότι ο θάνατος αυτού επήλθε στις 22.15 περίπου, χρόνο κατά τον οποίο ουδόλως είχα ενημερωθεί για την αρνητική εξέλιξη της υγείας του ... ουδόλως αναφέρει γιατί έπρεπε να λάβω εγώ τη σχετική απόφαση για τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας όταν κάλεσα αμέσως ειδικό νευροχειρουργό, ο οποίος αφού εξέτασε τον ασθενή έκρινε ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια αξονικής τομογραφίας ... κλπ". Οι αιτιάσεις, αυτές, κατά το μέρος που αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση από το Δικαστήριο των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το μέρος δε που προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι η απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας, αφενός, διότι δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά αυτά μέσα και, αφετέρου, διότι δεν αναφέρει και δεν προσδιορίζει στην αιτιολογία της, τα επιπλέον αναφερόμενα στην αίτηση στοιχεία, είναι αβάσιμες Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, τα οποία έλαβε όλα υπόψη του, μεταξύ των οποίων και τα πιο πάνω από τον αναιρεσείοντα αναφερόμενα, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης δεν απαιτείτο η επιπλέον παράθεση των στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αιτήσεώς του. Επομένως ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, του κυρίως δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης) και παρέθεσε αναλυτικώς τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά. Επίσης, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, γίνεται δεκτό ότι, αν δεν μεσολαβούσε η περιγραφόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ο ασθενής θα είχε επιβιώσει, και το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αμελή αυτού συμπεριφορά, όλες δε οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον δεύτερο, υπό το στοιχείο ΙΙ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της περί ενοχής απόφασης είναι αβάσιμες. Εξάλλου, η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη δε περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Το σκεπτικό δε της απόφασης, όπως πιο πάνω εκτίθεται, επαναλαμβάνει μεν τα αναφερόμενα και στο διατακτικό περιστατικά, πλην όμως δεν αποτελεί αντιγραφή εκείνου, αφού τα περιστατικά αυτά αναπτύσσονται και επιπλέον. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον αυτό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δε επέδειξε αμελή συμπεριφορά με το μη διατάξει την άμεση διενέργεια αξονικής τομογραφίας ώστε να εντοπισθεί η κρανιοεγκεφαλική κάκωση του ασθενούς, καθόσον, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, "επί του ζητήματος αυτού ο αναιρεσείων ζήτησε την γνώμη του ειδικού νευροχειρουργού Α, στον οποίο ανακοίνωσα ότι ο ασθενής "πρέπει να έχει πρόβλημα στο κεφάλι και αυτός με καθησύχασε". Επίσης δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο, αντίθετο, ούτε να προβεί σε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αρκεί να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών. Στην προκειμένη δε περίπτωση το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα - και εκείνα που ειδικώς αναφέρει ο αναιρεσείων στους προσθέτους λόγους του- αιτιολογεί με πληρότητα την κρίση του ότι ο θάνατος του Β οφειλόταν στην περιγραφόμενη στην απόφαση αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων και εκείνες που αποτελούν επανάληψη των όσων αναφέρονται στο κυρίως δικόγραφο αναιρέσεως, σχετικά με το ότι, από τις μνημονευόμενες καταθέσεις των μαρτύρων - ιατρών, προκύπτουν τα αντίθετα σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VII. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς ενάγοντων στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 32/2-9-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ και τους από 15/12/2008 πρόσθετους αυτής λόγους, που κατατέθηκαν στις 22 Δεκεμβρίου 2008, για αναίρεση της 1473Α, 1930/2007 απόφασης του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς ενάγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (γιατρού). Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής (μετά τρεις αναβολές) για τον διορισμό και δεύτερου δικηγόρου. Πότε υπάρχει ποινική ευθύνη του γιατρού. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των καταλυτικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης. Απόρριψη αναιρέσεως και προσθέτων λόγων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναβολής αίτημα, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 324/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 28/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο δικόγραφο των από 10 Νοεμβρίου 2008 προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1064/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' και παρ. 2 του ν. 1729/87, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις εκεί αναφερόμενες ποινές όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί και αγοράζει ναρκωτικά. Η αγορά και πώληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠολΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρίθμ. 28/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δίκασε κατ' έφεση, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα. "Ο εξαρτημένος εκ ναρκωτικών ουσιών (τοξικομανής) κατηγορούμενος Χ, υπότροπος σε πράξη αγοράς ναρκωτικών, ως καταδικασθείς με την υπ'αρίθμ. 106/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας σε ποινή κάθειρξης 10 ετών για αγορά ναρκωτικών, ήλθε σε επικοινωνία με τον Αλβανό Α και συμφώνησε μετ' αυτού την αγορά 5 κιλών και 7 6 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και στις 13-7-2006 στη ..... της ..... οι συνοριοφύλακες του Α.Τ.Σ ..... συνέλαβαν δύο Αλβανούς, τον Β και τον Γ, ενώ μετέφεραν στην Ελλάδα ένα σάκο με 5 κιλά και 7 6 γραμμάρια ινδικής κάνναβης. Οι άνω Αλβανοί είπαν ότι το προόριζαν για κάποιο "Δ" και παρουσία των αστυνομικών-συνοριοφυλάκων κάλεσαν το νούμερο "....." κινητό που ανήκε στον "Δ" που όπως απεκαλύφθη ήταν ο κατηγορούμενος Χ. Ο κατηγορούμενος ανταποκρίθηκε στο τηλεφώνημα "που όπως προαναφέρθηκε έγινε με την παρουσία των αστυνομικών" και απάντησε ότι σε δέκα λεπτά θα βρίσκεται στο ειδικό σημείο συναντήσεως, όπως είχαν προσυνεννοηθεί. Έπειτα από πέντε (5) λεπτά, ο κατηγορούμενος, κάλεσε τον Γ στο κινητό τηλέφωνο και του είπε ότι εκείνη τη στιγμή περνάει πάνω από το δρόμο και τον ρώτησε αν τον βλέπει. Ο άνω Αλβανός, παρουσία των Αστυνομικών πάλι, του απάντησε ότι τον βλέπει. Περί ώρα 04.00 περίπου στο χωματόδρομο, σε μικρή απόσταση από το σημείο που ήσαν κρυμμένοι οι Αστυνομικοί με τους βοηθούντες στην επιχείρηση Αλβανούς, ήλθε και στάθμευσε ένα μαύρο αυτοκίνητο μάρκας ΠΕΖΩ. Ο οδηγός που, όπως διαπιστώθηκε ήταν Ο Χ, κατέβηκε και φώναξε δύο-τρεις φορές τον Αλβανό Γ με το όνομα "Γ1"και ουδείς του απαντούσε. Ετοιμάσθηκε να κάμει και πάλι χρήση του κινητού τηλεφώνου, χτύπησε το κινητό του Αλβανού με κλήση του κατηγορουμένου και εκείνη τη στιγμή επενέβησαν οι αστυνομικοί και τον ακινητοποίησαν. Εν συνεχεία τον συνέλαβαν και διεπίστωσαν ότι επρόκειτο για τον Χ, ο οποίος είχε πάνω του 1900 ευρώ, ενώ αμέσως πέταξε το κινητό τηλέφωνο που κρατούσε και από το οποίο εγένοντο οι επαφές. Οι ανωτέρω πράξεις του κατηγορουμένου τελούν σε τέτοια στενή και άμεση σχέση συνάφειας με την πράξη της αρχής τέλεσης της αγοράς, ώστε αποτελεί αναγκαίο μέρος της υπόστασης αυτής. Άνευ των ενεργειών αυτών δεν νοείται αρχή τελέσεως της αγοράς και όσα αντίθετα υποστηρίζονται για το προπαρασκευαστικό απλώς στάδιο, ελέγχονται αβάσιμα και απορριπτέα. Άρα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως αναφέρεται στο διατακτικό". Με βάση τα παραπάνω το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της απόπειρας αγοράς ναρκωτικών ουσιών, από τοξικομανή και υπότροπο και για παράβαση του Ν. περί αρχαιοτήτων, του επέβαλε δε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και ενός μηνός και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, αναίρεση, η οποία περιέχει ως λόγους 1) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, μόνο για την πράξη της απόπειρας αγοράς ναρκωτικών ουσιών και 2) την έλλειψη ακρόασης, και ως προς τις δύο πράξεις, κατέθεσε δε και δικόγραφο πρόσθετων λόγων, το οποίο περιέχει ως λόγους τους παραπάνω δύο πρώτους. Με αυτά όμως που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει, λεπτομερώς, τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία θεμελιώνει την κρίση του και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω κακουργήματος της απόπειρας αγοράς ναρκωτικών ουσιών, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, αναιρεσείων και τέλος τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι παραδοχές αυτές δεν περιέχουν αντιφάσεις ούτε ως προς το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της απόπειρας, γιατί η μη αναγραφή στο διατακτικό του χρόνου μετάβασης του αναιρεσειόντος στον τόπο παράδοσης των ναρκωτικών παραδεκτά συμπληρώνεται από το σκεπτικό, με την αναφορά δε στο διατακτικό ότι συνελήφθη από τα αστυνομικά όργανα κατά τη στιγμή της παράδοσης σ' αυτόν των ναρκωτικών ουσιών καθίσταται πρόδηλο ότι εννοεί την επικείμενη παράδοση και παραλαβή των ναρκωτικών ουσιών. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι, που περιέχονται στα δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, είναι αβάσιμοι. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν θεμελιώνουν την πράξη της απόπειρας αλλά συνιστούν προπαρασκευαστικές ενέργειες στην πράξη αυτή, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, που αναφέρονται στο διατακτικό, το συμφωνηθέν τίμημα είναι άγνωστο, οι φερόμενοι ως διαμεσολαβητές στην πώληση είχαν ήδη συλληφθεί πριν την παράδοση και η ποσότητα των ναρκωτικών δεν υπήρχε στον τόπο της παράδοσης με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υλοποίηση της, είναι αβάσιμη. Ειδικότερα 1) ο μη καθορισμός από την απόφαση του συγκεκριμένου τιμήματος δεν επηρεάζει την πράξη της αγοράς, αρκεί μόνο ότι το δικαστήριο, με τις παραδοχές του, δέχεται ότι για την παράδοση των ναρκωτικών είχε συμφωνηθεί η καταβολή τιμήματος και 2) με την παραδοχή της απόφασης, που αναφέρεται στη σύλληψη των Αλβανών κατά την ημέρα τέλεσης της πράξης της απόπειρας και μάλιστα λίγες ώρες πριν απ' αυτήν και την εξ αιτίας αυτής, μετέπειτα, αδυναμία τους να παραδώσουν τις ναρκωτικές ουσίες, δικαιολογείται η μη ολοκλήρωση της πράξεως της αγοράς. Εφόσον το Δικαστήριο με την απόφαση του δέχεται ότι είχε προηγηθεί η κατάρτιση σύμβασης αγοράς και ότι την ημέρα εκείνη (13-7-2006) ο κατηγορούμενος μετέβη για την παραλαβή της στο συγκεκριμένο και συμφωνημένο τόπο παράδοσης, θεμελιώνεται η απόπειρα της πράξης της αγοράς και τούτο, γιατί αν δεν μεσολαβούσε η σύλληψη των Αλβανών οπωσδήποτε θα επακολουθούσε η παράδοση των ναρκωτικών και η ολοκλήρωση της αξιόποινης πράξης της αγοράς. Η επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας και προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς), είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Όταν προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου κατά τρόπο ορισμένο ο αυτοτελής ισχυρισμός, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικά και συγκεκριμένα, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους στη συνέχεια ανέπτυξε και προφορικά και συγκεκριμένα της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 24 Ν 1729/1987, όπως ισχύει με το άρθρο 27 Ν 3459/2006, του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' και ε' ΠΚ. Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας δεν απάντησε στους ισχυρισμούς αυτούς, καθ' οιονδήποπε τρόπο, αν και αυτοί προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στην αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων, καθώς και την επιβολή επί μέρους ποινών και συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 28/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της (κατά τα κεφάλαια της που αναφέρονται στις ελαφρυντικές περιστάσεις και την επιβολή επί μέρους ποινών και συνολικής ποινής), για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόπειρα αγοράς ναρκωτικών ουσιών. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν. Δέχεται λόγο αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης ως προς αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Ακροάσεως έλλειψη.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 315/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ...., 2. ...., 3. ...., 4. ..., 5. ....., 6. .... και 7. ...., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 172/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1450/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 522/13.11.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 8/2008 κοινή αίτηση αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) ...., 2) ...., 3) ...., 4) ..., 5) ..., 6) ... και 7) ...., κατά του υπ'αριθμ. 172/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα εξής: Με το υπ'αριθμ. 3/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου παραπέμπονται, μαζί με άλλον, οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για να δικασθούν για πλαστογραφία κατά συναυτουργία συνολικού οφέλους και αντίστοιχης συνολικής ζημίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και επί πλέον η μεν πρώτη για απάτη συνολικού οφέλους και αντίστοιχης συνολικής ζημίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, οι δε λοιποί για ηθική αυτουργία από κοινού στην ως άνω απάτη (αρ. 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 3α' και 386 παρ. 1 και 3β ΠΚ, όπως αντικ. με αρ. 14 παρ. 2α και 4 του ν. 2721/1999). Μετά από κοινή έφεση που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 172/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποί απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση (1/2008) αυτών και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον η κρινομένη από 1-9-2008 κοινή αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από την δικηγόρο Χανίων Νίκη Αποστολάκη για λογαριασμό των ως άνω κατηγορουμένων, δυνάμει της από 14-8-2008 κοινής εξουσιοδοτήσεως των τελευταίων, νομότυπα, παραδεκτά και εμπρόθεσμα (βλ. σχετικά αποδεικτικά επίδοσης). Περιέχει δε συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι α) της απόλυτης ακυρότητας β) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρ. 484 παρ. 1α, β' και δ ΚΠΔ), ενώ το βούλευμα αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι στο ακροατήριο για κακουργήματα (αρ. 462, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α, 2 ΚΠΔ). Επομένως, η υπό κρίση κοινή αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσία. Κατά το άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠΔ (όπως αντικ. με ν. 3160/2003) "οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ'αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες....... Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία......". Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται το άμεσο δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως προς το δικαστικό συμβούλιο, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του βουλεύματος, με δυνατότητα αναφοράς του δικαστικού συμβουλίου εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέως, δεδομένου ότι κατ'άρ. 32 παρ. 1 ΚΠΔ είναι απολύτως αναγκαία η υποβολή προτάσεως. Σκοπός δε της εν λόγω διατάξεως είναι η αποτελεσματικότερη και πλέον πρόσφορη υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αφού προηγουμένως λάβει γνώση της προτάσεως και του παρασχεθεί η δυνατότητα να αντικρούσει τα σε βάρος του αναφερόμενα δια προβολής αποδεικτικών στοιχείων, συγχρόνως δε να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισής του προκειμένου να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, αναγομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ και ιδρύεται ο κατά το άρθρο 484 παρ. 1α του ιδίου κώδικα λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος (ΑΠ 1388/02, ΑΠ 1385/02, 1700/02). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της υπ'αριθμ. 1/2008 εφέσεως, την οποία άσκησαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι κατά του εκκαλουμένου 3/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, ζήτησαν αυτοί να λάβουν γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης, ενώ με το ίδιο δικόγραφο της εφέσεώς τους διόρισαν για το σκοπό αυτό, αφού κατοικούσαν εκτός της έδρας του Εφετείου Κρήτης, αντίκλητό τους τη δικηγόρο Χανίων, Αποστολάκη Νίκη. Όμως, όπως προκύπτει, από την παραδεκτή για τη βασιμότητα του προβαλλομένου συναφούς λόγου αναιρέσεως επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, η ανωτέρω αντίκλητος των κατηγορουμένων δεν ειδοποιήθηκε για να προσέλθει να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης, ούτε προκύπτει ότι έλαβε καθοιονδήποτε τρόπο γνώση της σχετικής προτάσεως, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα. 'Ετσι, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του αποφάνθηκε επί της ουσίας των κατηγοριών που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους, χωρίς προηγουμένως να ειδοποιηθεί η αντίκλητος αυτών να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, όπως εδικαιούτο, αφού το είχε ζητήσει, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως από το αρ. 484 παρ. 1α ΚΠΔ. Πρέπει, λοιπόν, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση (αρ. 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ) στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, αφού είναι δυνατή η τοιαύτη συγκρότησή του, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Για τους λόγους αυτούς------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 172/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 15 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 3160/2003 οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να γνωρίσει την πρόταση του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα πριν να υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ'ΚΠΔ) που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α'ΚΠΔ. Το εν λόγο αίτημα των διαδίκων ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της εισαγγελικής προτάσεως προς το δικαστικό συμβούλιο, μπορεί να υποβληθεί και με την έφεση λόγω του ότι δεν πρέπει να τηρηθεί κάποιος τύπος και με τον τρόπο αυτό περιέρχεται άμεσα σε γνώση του Εισαγγελέως, ο οποίος προ της καταρτίσεως της προτάσεώς του λαμβάνει γνώση της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με την από 1/2/2008 έφεσή τους κατά του 3/2008 πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου με το οποίο, είχαν παραπεμφθεί, για να δικαστούν για κακουργηματικής μορφής πλαστογραφία κατά συναυτουργία, και επί πλέονη μεν πρώτη για απάτη συνολικού οφέλους και αντιστοίχως συνολικής ζημίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, οι δε λοιποί για ηθική αυτουργία από κοινού στην ως άνω απάτη γνωστοποίησαν ότι επιθυμούν να λάβουν γνώση του περιεχομένου της σχετικής προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών. Όμως, παρά τη γνωστοποίηση αυτή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν ειδοποιήθηκαν ούτε οι κατηγορούμενοι ούτε η αντίκλητος δικηγόρος της έδρας του δικαστηρίου, που την είχαν διορίσει με το αυτό ως άνω δικόγραφο της έφεσής τους, για να προσέλθει και λάβει γνώση του περιεχομένου της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών επί της πιο πάνω εφέσεώς τους επί της οποίας εκδόθηκε το 172/2008 προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Ετσι, επήλθε η ως άνω απόλυτη ακυρότητα και συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 172/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση το ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυτη ακυρότητα. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ), διότι η αντίκλητος του κατηγορουμένου, αν και ζήτησε να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως πριν από την υποβολή της στο Συμβούλιο, δεν ειδοποιήθηκε σχετικά. Το αίτημα αυτό μπορεί να υποβληθεί και με την Έφεση, αφού με τον τρόπο αυτό περιέρχεται σε γνώση του Εισαγγελέως. Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελικής πρότασης γνωστοποίηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 313/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 13387/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 309/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 13387/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με την από 12-3-2007 έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της 10507/5-3-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που επιτρεπτώς επισκοπείται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του εν λόγω λόγου αναιρέσεως, ο τελευταίος εμφανίστηκε και προέβαλε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συνιστάμενη στο ότι 1) δεν γίνεται ακριβής περιγραφή σ' αυτό της πράξεως που του αποδίδεται, αφού δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που το χρέος ήταν καταβλητέο, το ύψος και το είδος αυτού, αν ήταν καταβλητέο εφάπαξ ή σε δόσεις, η αιτία της καταβολής του, η αρμόδια ΔΟΥ η οποία προέβη στη βεβαίωση του, ο πίνακας χρεών στον οποίο εμφανίζεται και τέλος αν το αναφερόμενο σ' αυτό χρέος είναι ένα η αποτελείται από διάφορα και ποιά 2) δεν αναγράφεται η διάταξη του άρθρου 25 παρ.6 του ν.1882/1990, η οποία προβλέπει την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος και 3) δεν περιέχει αριθμό, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα που το εξέδωσε, αλλά μόνο εκείνου που επεξεργάστηκε την υπόθεση. Την ακυρότητα αυτή πρότεινε παραδεκτά το πρώτο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε με την 10507/2007 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, στη συνέχεια δε με ειδικό λόγο που περιέλαβε στην έφεση, που άσκησε κατά της παραπάνω απόφασης, πρότεινε αυτήν και ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, το οποίο στη συνέχεια την απέρριψε. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διαλαμβάνονται σ' αυτό τα εξής: Έχοντας την ιδιότητα του εγγυητή της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΣΕΤΕΖ Α.Ε Βιοτεχνία Ετοίμων Ενδυμάτων" που εδρεύει στην Καλαμαριά, αν και είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, που αφορούσαν διάφορους φόρους και χρέη γενικά, όπως αναλυτικότερα διαλαμβάνονται, κατά τα επί μέρους οφειλόμενα ποσά με τις αντίστοιχες χρονολογίες τους, στο συνημμένο υπ' αριθμ. ..... Πίνακα Χρεών της ΔΟΥ ΦΑΕ θσσαλονίκης, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος κατηγορητηρίου, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (293.929,48),ωστόσο ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε, ως ώφειλε, το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό στο Ελληνικό Δημόσιο, εμπροθέσμως και δη εντός της κατά νόμο προθεσμίας των τεσσάρων μηνών από τότε που τα επί μέρους ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και συνεπώς απαιτητά. Επομένως στο κλητήριο θέσπισμα περιέχονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δίχως να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση της αιτίας της καταβολής του χρέους του, αφού μνημονεύεται γενικά σ' αυτό, ότι η υποχρέωση του προέρχεται από σύμβαση εγγύησης, δίχως να δημιουργείται δε σύγχυση από την αναφορά, ότι κατηγορείται "για διάφορα χρέη", αντί του χρέους, το οποίο είναι ένα και το ύψος του οποίου σαφώς προκύπτει από το ίδιο το κλητήριο θέσπισμα και το συνημμένο πίνακα χρεών. Ακόμη προσδιορίζεται σ' αυτό η αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, η οποία βεβαίωσε το χρέος, ο χρόνος που αυτό ήταν απαιτητό (31-10-2001),ο οποίος προκύπτει από τον πίνακα χρεών και ο χρόνος τέλεσης της πράξης που του αποδίδεται. Η αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα του αριθμ.... αντί του ορθού ....πίνακα χρεών, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του, ο πίνακας χρεών στον οποίο αναφέρεται το συγκεκριμένο χρέος και ο οποίος επισυνάφθηκε στο κλητήριο θέσπισμα είναι εκείνος που φέρει τον αριθμό ....Εξάλλου η μη αναγραφή σ' αυτό της παρ.6 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 δεν επιφέρει ακυρότητα, δοθέντος ότι αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 25 και η παρ.1γ αυτού, με το οποίο προβλέπεται και στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, με βάσει το οποίο ευθύνονται και οι εγγυητές. Εξάλλου με την παρ.6 ορίζεται ότι την ίδια ευθύνη με τους οφειλέτες έχουν και οι εγγυητές των χρεών, δίχως να απαιτείται βεβαίωση σε βάρος τους, η ιδιότητα δε του κατηγορουμένου ως εγγυητή αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα. Τέλος το τελευταίο φέρει αριθμό και ακόμη την υπογραφή και την επίσημη σφραγίδα του εισαγγελέα, που επεξεργάστηκε την υπόθεση και στη συνέχεια το εξέδωσε. Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, για σχετική ακυρότητα, η οποία προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την επικαλούμενη ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Η πιο πάνω διάταξη του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2),ήδη από 28-1-2004 τεσσάρων (κατ' άρθρο 34 παρ.1 του ν 3220/2004) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ., όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον, αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 εδ. α' του ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, τόσο από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, όσο και από λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος των από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές εφόσον πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, ή τα δυο εκατομμύρια δραχμές, αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, και συνεπώς, αν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών, μικρότερων εκείνων που ορίζονται, κατά περίπτωση, με το νόμο αυτό, πρέπει, εφόσον εκδικάζεται η υπόθεση μετά την ισχύ του, να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος, β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ακόμη, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για καθεμιά από τις δύο άνω κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Εξάλλου η απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο για την στήριξη της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του υπάρχει και όταν η αντίφαση αυτή δημιουργείται μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικών περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής, αρκεί τα τελευταία να αποτελούν παραδοχές από κοινού με εκείνες του σκεπτικού. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως προς αυτόν. Κατ' εξαίρεση υπάρχει ανάγκη τέτοιας ειδικής αιτιολογίας ως προς το δόλο, όταν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσ/νίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 13387/2007 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα ακόλουθα: " Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, την 1-3-2002 καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένου στο Δημόσιο χρέους, καταβλητέου εφάπαξ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, ανερχόμενο στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών(293.929,48).Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ενώ είχε συμβληθεί ως εγγυητής το έτος 1990, σε σύμβαση δανείου, που συνήψε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΣΕΤΕΖ ΑΕ Βιοτεχνία ετοίμων Ενδυμάτων",που εδρεύει στην Καλαμαριά, κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία (1.3.2002) καθυστέρησε την καταβολή του άνω ποσού των 293.929,48 ευρώ, το οποίο είχε βεβαιωθεί σε βάρος του, υπέρ του Δημοσίου, προερχόμενο από δάνεια ΚΕΧΚΕΕΔ με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών από τότε που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας με αριθμ. .... πίνακα χρεών. Περαιτέρω προέκυψε πως ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην άνω πράξη του από μη ταπεινά αίτια και δη λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, εξ αιτίας των οποίων κατασχέθηκε η ακίνητη περιουσία του (βλ. υπ' αρ. ..... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .....), κι επομένως πρέπει να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ". Με βάση το αιτιολογικό αυτό το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 25 παρ.1 περ.γ',6, 2 ν. 1882/1990 ως αντικατ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.3220/04) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών, την οποία και ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, προσδιορίζονται όλα τα κρίσιμα στοιχεία για να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ήτοι α) η ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, ως αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, η οποία προσδιορίζεται με σαφήνεια, παρά τη μη ρητή αναφορά της, κυρίως από τον στο διατακτικό αναφερόμενο ως τόπο τελέσεως του εγκλήματος της μη καταβολής χρέους προς το Δημόσιο και το περιεχόμενο του πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται σ' αυτό, β) το ύψος του χρέους, ανερχόμενο κατά τις παραδοχές σε 293.929,48 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής του ως άνω χρέους (εφάπαξ) δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του (31-10-2001), ο οποίος προκύπτει από το περιεχόμενο του παραπάνω πίνακα ε) η μη πληρωμή του ως άνω εφάπαξ καταβαλλόμενου ποσού πέραν των τεσσάρων μηνών με την αναφορά στο διατακτικό ως χρόνου τέλεσης της πράξης την 1-3-2002 και στ) ότι το χρέος αφορά δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ, με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, την καταβολή των οποίων είχε εγγυηθεί ο κατηγορούμενος και συνεπώς το χρέος είναι υπέρ αυτού (Δημοσίου). Η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης του με αριθμό .... πίνακα χρεών της Δ0Υ Θεσσαλονίκης, αντί του ορθού ..., οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, γιατί, από την επισκόπηση του τελευταίου, προκύπτει ότι εκείνος είναι που πράγματι επισυνάφθηκε στο κατηγορητήριο και αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης. Κατά συνέπεια, εν όψει των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 περ. Δ δεύτερος λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω αντιφάσεων των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης και μη παράθεσης πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος. Ειδικότερη αναφορά περιστατικών στην προσβαλλόμενη απόφαση για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων δεν απαιτείτο, αφού ο δόλος αυτού ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-1-2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της 13387/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρέη προς το Δημόσιο. Σχετική ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο από άκυρο κλητήριο θέσπισμα. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης, γιατί το κλητήριο θέσπισμα περιέχει τα κατά νόμο στοιχεία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ακυρότητα σχετική.
0
Αριθμός 317/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, εκ των οποίων η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γκενεράλη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 1242/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.4.2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 744/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 § και 498 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 486 § 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 § 19/β του ν. 2.408/1996 και ισχύει από 4.6.1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται γι' αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την δέχεται κατά τύπους και προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτήν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 29473/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι κατηγορούμενες κηρύχθηκαν αθώες του πλημμελήματος της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου κατά συναυτουργία, που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτές στο ..... στις 26.6.2001, με την αιτιολογία ότι προέκυψαν αμφιβολίες ως προς τον δόλο των τελευταίων, αναφορικά με το εάν η υπ' αριθ. Β-Υ2α αποθήκη ήταν εκείνη που μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στην εγκαλούσα ή η υπ' αριθ. ΒΥ2γ, την οποία ζήτησαν, με την αίτησή τους, για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, που κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε εμπροθέσμως έφεση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 3261/12.5.2006 έκθεση του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην έκθεση αυτή, όπως από αυτήν προκύπτει, αναφέρεται ότι ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης ως άνω αποφάσεως, με την οποία κηρύχθηκαν αθώες οι κατηγορούμενες Χ2 και Χ1, ενώ έπρεπε αυτές να κηρυχθούν ένοχες, "διότι, όπως προκύπτει από τα πρόχειρα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις της εγκαλούσας Ψ, των μαρτύρων Α και Β, από το περιεχόμενο όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων, σε συνδυασμό και με την απολογία της πρώτης κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενες Χ2 και Χ1 με την υπ' αρ. ..... συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευανθίας Μαρκουλάκου-Λεμονή, πούλησαν στην εγκαλούσα Ψ, αντί τιμήματος 59.750.265 δραχμών, τις αναγραφόμενες σ' αυτήν οριζόντιες ιδιοκτησίες οικοδομής κτισμένης σε οικόπεδο επί της οδού ..... αριθ. ... στην ....., ιδιοκτησίας τους κατά ποσοστό εκάστης. Ακολούθως μεταξύ αγοράστριας και πωλητριών δημιουργήθησαν διενέξεις. Οι κατηγορούμενες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου την από 6-4-2001, με αριθ. κατ. 398/2001, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά της εγκαλούσας, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν. Στις 26-6-2001, κατόπιν συναπόφασης και με σκοπό να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία της εγκαλούσας, κατά τη συζήτηση της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, ισχυρίσθηκαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι, δήθεν, κατά την παράδοση από αυτές στην εγκαλούσα Ψ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που της πούλησαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν, δήθεν, και η υπ' αρ. ΒΥ2α οριζόντια ιδιοκτησία -αποθήκη του Υπογείου Β, παραχώρησαν, δήθεν, σ' αυτήν και μάλιστα κατόπιν παρακλήσεώς της την υπό στοιχεία ΒΥ2γ οριζόντια ιδιοκτησία-αποθήκη του αυτού υπογείου, που εμφαίνεται στο από Μαρτίου 1999 σχεδιάγραμμα κάτοψης του υπογείου Β του αρχιτέκτονα-μηχανικού Α, προκειμένου να τοποθετήσει αυτή πράγματά της και ότι, δήθεν, η εγκαλούσα αρνείτο να τους αποδώσει παρά τις οχλήσεις τους αποβάλλοντας αυτές από τη νομή τους, ενώ η αλήθεια ήταν ότι την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη είχαν μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην εγκαλούσα με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και δεν είχαν παραχωρήσει σ' αυτήν τη χρήση της. Τα ανωτέρω παρέστησαν για να παραπλανήσουν την αρμόδια Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου ότι, δήθεν, είχαν πωλήσει άλλη αποθήκη στην εγκαλούσα και όχι την επίδικη, την οποία, δήθεν, είχαν παραχωρήσει κατά χρήση και να εκδώσει απόφαση με την οποία θα τους αναγνώριζε ως συννομείς της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας-αποθήκης. Τον ψευδή αυτόν ισχυρισμό τους υποστήριξαν στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου προσκομίζοντας μετ' επικλήσεως κατά τη συζήτηση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων την ως άνω, υπ' αριθ. ....., συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Ευανθίας Μαρκουλάκου - Λεμονή, ενώ γνώριζαν ότι στην πράξη αυτή βεβαιωνόταν αναληθώς ότι η υπ' αριθ. Β-Υ2α οριζόντια ιδιοκτησία-αποθήκη του υπογείου Β που πωλείτο από αυτές στην εγκαλούσα συνορεύει σύμφωνα με το από Μαρτίου 1999 σχεδιάγραμμα κάτοψης Β, του αρχιτέκτονα - μηχανικού Α με άσκαπτο τμήμα οικοπέδου, με αποθήκη ΒΥ2β, με αποθήκη ΒΥ2γ και με κοινόχρηστο διάδρομο, ενώ το αληθές ήταν ότι συνόρευε με τα πιο πάνω όρια σύμφωνα με το από Μαρτίου 1993 σχεδιάγραμμα του ιδίου αρχιτέκτονα - μηχανικού. Η πράξη τους όμως δεν ολοκληρώθηκε για λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους της θελήσεώς τους και συγκεκριμένα γιατί η ανωτέρω Ειρηνοδίκης δεν πείσθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αιτούσες και με την υπ' αριθ. 657/2001 απόφασή της απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Όσον αφορά την ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου στις κατηγορούμενες πλήρως επιβεβαιώθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Η από 5.5.2006 δήλωση των κατηγορουμένων, την οποία υπέβαλαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο Δικαστήριο και στην οποία διαλαμβάνουν, εκτός των άλλων, ότι δεν είχαν δόλο στην προαναφερόμενη δίκη, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού αφενός μεν στερείται αποδεικτικού ερείσματος αφετέρου δε αντικρούεται η βασιμότητά της από τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα από την κατάθεση της εγκαλούσας, η οποία αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι: "Μου είπε η Κα ..... ότι αν της κάνω αγωγή θα μου φάει την αποθήκη. Τους κάλεσα τρεις φορές με εξώδικο να διορθωθεί το συμβόλαιο". Έτσι όπως έχει η έκθεση αυτή της έφεσης, περιέχει την κατά την διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας στη συνταγείσα, ως άνω, έκθεση εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία οι εν λόγω κατηγορούμενες κηρύχθηκαν αθώες της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου κατά συναυτουργία και, επί πλέον, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της ως άνω αξιόποινης πράξης, όπως και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ενοχή των κατηγορουμένων και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Μετά από αυτά, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο έκρινε ως τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και επιλήφθηκε της κατ' ουσίαν έρευνας αυτής, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η περαιτέρω αιτίαση, κατά το δεύτερο μέρος του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ότι η αναφερθείσα έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ήταν απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε κατόπιν υποβολής προς αυτόν σχετικής αιτήσεως της πολιτικώς ενάγουσας, παρότι προηγουμένως άλλος Εισαγγελέας Εφετών είχε αποφανθεί ότι δεν συνέτρεχε λόγος εφέσεως με σχετική επισημείωσή του στο σώμα άλλης αιτήσεως της ίδιας πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμη. Τούτο δε διότι, κατά πρώτον, η αρνητική απόφανση του Εισαγγελέα δεν είναι δεσμευτική ενόσω διαρκεί η νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως και κατά δεύτερον ο Εισαγγελέας δεν μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του για την άσκηση ενδίκου μέσου (πρβλ άρθρο 475 παρ. 2 ΚΠΔ), ούτε άλλωστε η απόφανση ότι δεν συντρέχει λόγος έφεσης με την επισημείωσή του στη σχετική αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει παραίτηση του Εισαγγελέα από το ως άνω δικαίωμά του, εξαιτίας της οποίας να καθίσταται, μετά ταύτα, η ασκηθείσα εντός της νόμιμης προθεσμίας έφεση απαράδεκτη. ΙΙ.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμον αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1242/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείουσες καταδικάσθηκαν, η μεν Χ2, σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου η δε Χ1, σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου κατά συναυτουργία, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, όπως αυτά προκύπτουν από τον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη κατηγορουμένη, Χ2, στο ..... στις 26.6.2001 εξεταζόμενη, χωρίς όρκο, ως διάδικος από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει της κατέθεσε ψέμματα. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο εξεταζόμενη ως διάδικος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου κατά την εκδίκαση της από 6.4.01 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η παραπάνω κατηγορουμένη κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς για την εγκαλούσα Ψ "δεν συγκέντρωσε ούτε τα λεφτά του διαμερίσματος", ενώ το αληθές είναι ότι η εγκαλούσα εξόφλησε όλο το τίμημα της αγοραπωλησίας (βλ. ..... εξοφλητική απόδειξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Λαζαράκου). Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η πρώτη κατηγορουμένη της αποδιδόμενης σ' αυτήν κατηγορίας της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Περαιτέρω, και κατά το σκέλος της προαναφερόμενης κατηγορίας, ήτοι κατά το μέρος που η ως άνω κατηγορουμένη κατέθεσε, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ότι η επίδικη αποθήκη ήταν πολυτελείας, πρέπει να κηρυχθεί αθώα, διότι δεν αποδείχθηκε ότι το προαναφερόμενα και κατατεθέντα από αυτήν ήσαν αναληθή και σε κάθε περίπτωση ο χαρακτηρισμός ως πολυτελείας συνιστά κρίση και όχι γεγονός. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενες στο ....., στις 26.6.2001, έχοντας από κοινού αποφασίσει να εκτελέσουν το πλημμέλημα της απάτης στο Δικαστήριο, επεχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, δεν ολοκλήρωσαν όμως την πράξη τους, όχι από δική τους θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ειδικότερα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο κατά τη συζήτηση της από 6.4.2001 και με αριθμό καταθέσεως 398/2001 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά της εγκαλούσας, στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, ισχυρίσθηκαν ψευδώς ότι δήθεν κατά την παράδοση από αυτές στην εγκαλούσα Ψ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που της πούλησαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν δήθεν και η ΒΥ2α οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του αυτού υπογείου, παραχώρησαν δήθεν σ' αυτήν και μάλιστα κατόπιν παρακλήσεώς της την υπό στοιχεία ΒΥ2γ οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του αυτού υπογείου, που εμφαίνεται στο από Μαρτίου 1999 σχεδιάγραμμα κάτοψης του υπογείου Β του Αρχιτέκτονα - μηχανικού Α, προκειμένου να τοποθετήσει αυτή τα πράγματά της και ότι δήθεν η εγκαλούσα αρνείτο να τους αποδώσει, παρά τις οχλήσεις τους, αποβάλλοντας αυτές από τη νομή του, ενώ η αλήθεια ήταν ότι την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη είχαν μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην εγκαλούσα με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και δεν είχαν παραχωρήσει σ' αυτήν τη χρήση της. Τα ανωτέρω παρέστησαν για να παραπλανήσουν την αρμόδια Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου ότι, δήθεν, είχαν πωλήσει άλλη αποθήκη στην εγκαλούσα και όχι την επίδικη, την οποία, δήθεν, είχαν παραχωρήσει κατά χρήση και να εκδώσει απόφαση με την οποία θα τους αναγνώριζε ως συννομείς της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας - αποθήκης. Τον ψευδή αυτόν ισχυρισμό τους υποστήριξαν στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου προσκομίζοντας μετ' επικλήσεως κατά τη συζήτηση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων την, ως άνω, υπ' αριθ. ..... συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Ευανθίας Μαρκουλάκου - Λεμονή, ενώ γνώριζαν ότι στην πράξη αυτή βεβαιωνόταν αναληθώς ότι η υπ' αριθ. Β-Υ2α οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του υπογείου Β, που επωλείτο από αυτές στην εγκαλούσα συνορεύει, σύμφωνα με το από Μαρτίου 1999 σχεδιάγραμμα κάτοψης Β, του αρχιτέκτονα - μηχανικού Α, με άσκαπτο τμήμα οικοπέδου, με αποθήκη Β-Υ2β, με αποθήκη Β-Υ2γ και με κοινόχρηστο διάδρομο, ενώ το αληθές ήταν ότι συνόρευε με τα πιο πάνω όρια σύμφωνα με το από Μαρτίου 1993 σχεδιάγραμμα του ιδίου αρχιτέκτονα - μηχανικού. Η πράξη τους όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους της θελήσεώς τους και συγκεκριμένα γιατί η ανωτέρω Ειρηνοδίκης δεν πείσθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αιτούσες και με την υπ' αριθ. 657/2001 απόφασή της, απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, πλήρως επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου στις κατηγορούμενες. Η από 5.5.2006 δήλωση των κατηγορουμένων, την οποία υπέβαλαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στο Δικαστήριο και στην οποία διαλαμβάνουν, εκτός των άλλων, ότι δεν είχαν δόλο στην προαναφερόμενη δίκη, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού, αφενός μεν στερείται αποδεικτικού ερείσματος, αφετέρου δε αντικρούεται η βασιμότητά της από τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα από την κατάθεση της εγκαλούσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "Μου είπε η κα ..... ότι αν της κάνω αγωγή θα μου φάει την αποθήκη. Τους κάλεσα τρεις φορές με εξώδικο να διορθωθεί το συμβόλαιο". Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, οι κατηγορούμενες τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτές κατηγορία της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο κατά συναυτουργία και πρέπει να κηρυχθούν ένοχες της πράξης αυτής". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου κατά συναυτουργία, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα Χ2 και της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου κατά συναυτουργία, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα Χ1, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 45, 225 παρ. 1α και 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Αναφέρεται και αιτιολογείται πλήρως, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, η ύπαρξη δόλου στις αναιρεσείουσες, αναφορικά με τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ξεχωριστά η κάθε μία από αυτές. Ο ισχυρισμός τους ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης επί Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι τελέσθηκε το αδίκημα της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου και όχι τετελεσμένη απάτη επί Δικαστηρίου. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και ο δεύτερος λόγος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο, ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως, μπορεί να εκπροσωπηθεί δια συνηγόρου, ο οποίος ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως, αυτή, δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ίδιου Κώδικα απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντήσει στις ερωτήσεις αντί γι' αυτόν. Συνεπώς, εφόσον, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε τελευταία το λόγο στον συνήγορο των κατηγορουμένων, στον οποίο είχε επιτρέψει το Δικαστήριο να εκπροσωπήσουν τις απούσες αναιρεσείουσες, ο οποίος και ανέπτυξε τις απόψεις του ως προς την ενοχή των τελευταίων και την ποινή, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, ειδικά από το γεγονός ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο, προκειμένου να απολογηθεί για λογαριασμό των εκπροσωπουμένων αναιρεσειουσών. Επομένως, ο τρίτος λόγος της κοινής ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2008 κοινή αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1242/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1) Ψευδής ανωμοτί κατάθεση. 2) Απόπειρα απάτης επί Δικαστηρίου. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Η σημείωση από τον Εισαγγελέα Εφετών σε σχετική αίτηση πολιτικώς ενάγουσας, σε αθωωτική απόφαση, ότι δεν συντρέχει λόγος άσκησης έφεσης, δεν είναι δεσμευτική, ούτε δημιουργεί απαράδεκτο για την, εντός της νόμιμης προθεσμίας, άσκηση έφεσης από άλλο Εισαγγελέα, αφού ο Εισαγγελέας δεν μπορεί να παραιτηθεί από την άσκηση ενδίκου μέσου. Ο συνήγορος που εκπροσωπεί τον απόντα εκκαλούντα κατηγορούμενο δεν μπορεί ποτέ και να απολογηθεί γι’ αυτόν.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Συνήγορος κατηγορουμένου, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση.
0
Αριθμός 312/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της ΑΤ4603/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 82/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ΑΤ 4603/2007 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αναφερόμενων στο σκεπτικό αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο κατηγορούμενος, όπως δεν αμφισβητείται, οφείλει με πρόθεση στο ΙΚΑ, για το διάστημα από τον Αύγουστο του 1999 μέχρι τον Ιανουάριο του 2000, τα ποσά των 22.177,94 ευρώ και των 11.088,97 ευρώ, που αφορούν αντίστοιχα εργοδοτικές και εργατικές ασφαλιστικές εισφορές, με τις συνθήκες και λοιπές περιστάσεις που εξειδικεύονται στο διατακτικό" και στη συνέχεια τον κήρυξε ένοχο διότι, "στις 21-3-2000, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "Χ", και είδος επιχείρησης "Ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευές πλοίων" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 8/99 έως 1/2000 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις ως άνω εισφορές ύψους 33.266,91 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, τις οποίες και δεν κατέβαλε" και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Αβασίμως υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα ότι το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε συνεκτίμησε, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Α, σε συνδυασμό με την από 30-4-2007 αίτηση του ιδίου για ρύθμιση των οφειλών του προς το Ι.Κ.Α., με βάση τα άρθρα 28 και 32 του Ν. 3518/2007, καθόσον, στα αναφερόμενα κατ' είδος, στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδεικτικά μέσα, περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα και η προαναφερόμενη κατάθεση της ως άνω μάρτυρος. Εξάλλου, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων η από 30-4-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος προς το ΙΚΑ και συνεπώς δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ούτε ζητήθηκε, άλλωστε, η ανάγνωσή της από το συνήγορο του αναιρεσείοντος, πέρα από το γεγονός ότι, προκειμένου ο αναιρεσείων να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 3518/2006, για τη ρύθμιση της οφειλής του προς το Ι.Κ.Α., θα έπρεπε να είχε υποβάλει σχετική αίτηση μέχρι τις 31-3-2007 και αυτός, σύμφωνα με όσα ήδη, οψίμως, ισχυρίζεται, την υπέβαλε εκπροθέσμως στις 30-4-2007, επιπρόσθετα δε θα έπρεπε να είχε προκαταβάλει και το 3% της οφειλής του, πράγμα το οποίο δεν ισχυρίζεται ότι έπραξε και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 παρ. 1, 375 παρ. 1 Π.Κ. και προς το άρθρο 9 του Ν. 3.551/2007 και τον καταδίκασε για τα αδικήματα της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τον κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύοντα επιεικέστερο νόμο και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 3551/2007, σύμφωνα με την οποία ανεστάλη η καταβολή των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών που οφείλονται στο Ι.Κ.Α. και επομένως δεν υπεχρεούτο ο ίδιος να καταβάλει στο ως άνω Ίδρυμα της οφειλόμενες μέχρι τις 31-3-2007 ασφαλιστικές εισφορές, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα. Η επιχείρηση την οποία διατηρεί ο αναιρεσείων (επισκευής και συντήρησης πλοίων) υπάγεται σε εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 3551/2007, με τη διάταξη του άρθρου 9 του οποίου ανεστάλη η καταβολή των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών, που οι επιχειρήσεις αυτές όφειλαν μέχρι 31-3-2007 στο Ι.Κ.Α., με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση, ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα καταβάλλουν εμπρόθεσμα στον ανωτέρω ασφαλιστικό φορέα, τις τρέχουσες από 1ης Απριλίου 2007 μηνιαίες εισφορές. Από την άποψη αυτή, οι διατάξεις αυτές δεν αποτελούν ηπιότερο νόμο κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., ώστε να εφαρμοσθούν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πέρα από αυτά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ο αναιρεσείων, στην περίπτωση που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9 του Ν. 3551/2007, θα έπρεπε να ζητήσει την δια του συνηγόρου του αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεώς του, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης, αποδεικνύοντας συγχρόνως ότι είχε καταβάλει εμπρόθεσμα προς το Ι.Κ.Α. τις τρέχουσες, από 1-4-2007 και εφεξής, ασφαλιστικές, εισφορές πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. Α.Τ. 4603/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρ. 1 ΑΝ 86/67. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Προϋποθέσεις εφαρμογής Ν. 3518/2007. Η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 3551/2007 δεν είναι επιεικέστερη του άρθρ. 1 παρ. 1,2 ΑΝ 86/67 και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
0
Αριθμός 310/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπήκα, για αναίρεση της 1873/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 393/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός" όπως είχε αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο (27-6-2001 έως 30-10-2001), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα χωρίς γραπτή άδεια της αρμοδίας Τελωνειακής αρχής ή σε άλλον από τον ορισμένο υπ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιοδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν σε τόπο και χρόνο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται, κατά την παραγρ. 2 περ. θ' του ίδιου άρθρου, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου κατά την παράγ. Ι του άρθρου 89 του ανωτέρω Τελωνειακού Κώδικα, η μη τήρηση των σχετικών με τις τελωνειακές εργασίες και την τελωνειακή υπηρεσία διατυπώσεων χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ως τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται επίσης η καθ' οιονδήποτε εκ των μνημονευομένων στο ως άνω άρθρο 100 τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων στο Δημόσιο τελών και δικαιωμάτων, καθώς και η μη τήρηση των στο ίδιο άρθρο 100 λοιπών διατυπώσεων. Οι τελωνειακές αυτές παραβάσεις επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, ακόμη και αν ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. Περαιτέρω με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ με το άρθρο 67 παρ. 1, 4 και 5 του ίδιου νόμου καθορίσθηκαν οι παραβάσεις-κυρώσεις ως εξής: Παραγ. 1. Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των προϊόντων του άρθρου 1 διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας παρατυπία ή παράβαση, η οποία καθιστά απαιτητό τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο φόρος αυτός βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εγγυηθεί την πληρωμή σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 61, με την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής δίωξης, όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα Παραγ. 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. Παραγ 5: Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ. του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικα" και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμα κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα, στα άρθρα 53 έως 119 και επομένως είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-2002, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες) συνάγεται ότι, ενώ η μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας των αναφερομένων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου προϊόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το οινόπνευμα, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επισύρει μόνον την επιβολή των κατά το άρθρο 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα διοικητικών κυρώσεων και δη την επιβολή κατά του υπαιτίου πολλαπλών τελών, αντιθέτως, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και δια τα προϊόντα αυτά ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για το οινόπνευμα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Δεν μπορεί δε να συναχθεί προθυστέρως αντίθετη προς τ' ανωτέρω νομοθετική βούληση από το ότι, με την μεταγενέστερη αντικατάστασή της παραγ. 5 του ως άνω άρθρου 118 (με το άρθρο 1 παρ. 33 του Ν. 3583/2007), τούτο κατέστη ακόμη πιο σαφές. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ, 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1873/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πατρών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν και χρηματική ποινή εξακοσίων είκοσι τριών (623) ευρώ, για λαθρεμπορία, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση ποτοποιίας στο ..... μαζί με την μνηστή του πρώτη κατηγορουμένη πλην όμως στο όνομα της τελευταίας και απασχολούνταν σ' αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από 27-6-2001 έως 30-10-2001 ενεργώντας με πρόθεση κατείχε και διέθεσε στην κατανάλωση χωρίς την πληρωμή των εισαγωγικών δασμών και λοιπών φόρων εξ. 8282,40 ΕΥΡΩ, 606,30 κιλά καθαρού οινοπνεύματος, το οποίο κατείχε και πωλούσε σε τρίτους, εν γνώσει του ότι αυτά είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί. Ειδικότερα ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, είχε διαθέσει και πωλήσει στο αγοραστικό κοινό 1098,30 κιλά καθαρού οινοπνεύματος, χωρίς η ποσότητα αυτή να καλύπτεται από παραστατικά πωλήσεων και αγορές καυσίμων (τιμολόγια - αγοράς) εφόσον κατά το ίδιο διάστημα οι αντίστοιχες αγορές ανέρχονταν σε 492 κιλά. Τούτο διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο που διενήργησαν υπάλληλοι του ΣΔΟΕ της περιφερειακής Διευθύνσεως Αττικής στις 31-10-2001 στην πιο πάνω επιχείρηση με την καταγραφή των παραστατικών πώλησης και αγοράς καυσίμων. Από τη σύγκριση των ποσοτήτων που αγοράστηκαν και αυτών που πουλήθηκαν προκύπτει ότι οι πωλήσεις είναι μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες αγορές κατά 606,30 κιλά (1098,30 - 492=606,30). Επομένως πρέπει ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της λαθρεμπορίας για την οποία κατηγορείται και προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ. παρ. 1β' και 2α και § 157 παρ. 1α' και 160 παρ. 2β ν. 2960/2001 απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της λαθρεμπορίας, αλλά ότι η πράξη συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας οινοπνεύματος, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 Π.Κ., 100 παρ. 1β, 2, 102 παρ. 1α, 105 παρ. 1, 107 παρ. 1, 2 Ν. 1165/1918 και 155 παρ, 1β, 2α, ζ, 157 παρ. 1α και 160 παρ. 2β Ν. 2960/2001, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες επί μέρους αιτιάσεις, α)εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα η λαθρεμπορία για την οποία καταδικάσθηκε, ήτοι με την κατοχή από αυτόν και διάθεση στην κατανάλωση της μνημονευόμενης ποσότητας οινοπνεύματος, για την οποία δεν είχαν καταβληθεί οι εισαγωγικοί δασμοί και οι λοιποί φόροι που αναλογούσαν σ' αυτήν, β)αναφέρεται και αιτιολογείται η γνώση του αναιρεσείοντος για τη λαθρεμπορική προέλευση της αναφερθείσας ποσότητας, θεμελιούμενη στην παραδοχή ότι αυτός δεν διέθετε τα ανάλογα τιμολόγια για την προέλευση της ποσότητας γ)δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας, δ)το σκεπτικό της αποφάσεως δεν είναι επανάληψη του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, θα αρκούσε, εφόσον θα επληρούτο η απαίτηση αιτιολόγησης της απόφασης και ε)σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η δραστηριότητα του αναιρεσείοντα δεν αναφέρεται στη μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας του οινοπνεύματος, η οποία χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση, όπως προεκτέθηκε, αλλ' είχε ως περιεχόμενο, πέρα από την μη καταβολή του εισαγωγικού δασμού και τη μη καταβολή και των λοιπών φόρων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ειδικός φόρος καταναλώσεως, που οφείλετο για το συγκεκριμένο προϊόν, η οποία (αποφυγή καταβολής), συνιστά αξιόποινη λαθρεμπορία, Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 102/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 1873/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λαθρεμπορία. Άρθρο 155 παρ. 1β και 2α, ζ, 160 παρ. 2β Ν. 2960/2001. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία.
2
Αριθμός 309/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καστοριάς, περί αναιρέσεως της με αριθμό 196/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών. Με κατηγορούμενη τη Χ, η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γρεβενών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Καστοριάς ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό "1/2.6.08" έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών .... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.077/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από το από 15 Ιουλίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρικάλων, η κατηγορουμένη Χ, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση της παρούσας αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καστοριάς, αντίγραφο δε της κλήσης, κατ' επιταγή του άρθρου 155 παρ. 2 Κ.Π.Δ., επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αντίκλητο δικηγόρο της Ιωάννη Απατσίδη, σύμφωνα με το από 10 Ιουλίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του ...., Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, πλην, όμως, αυτή δεν παραστάθηκε. Πρέπει, επομένως, η συζήτηση να γίνει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 515 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ. το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 3320, 321, 340 και 343 Κ.Π.Δ., αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης (αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει α'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί επίσης λόγο αναίρεσης, υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης κατ' αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας. Τέτοια δε συντρέχει, εκτός των άλλων ενδεικτικώς απαριθμουμένων στο στοιχείο αυτό περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο είτε ασκεί δικαιοδοσία, την οποία από το νόμο δεν έχει, είτε αρνείται να την ασκήσει, παρόλο ότι συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, όλες οι από το νόμο προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 196/13.5.2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών, έγινε δεκτή σχετική ένσταση παραγραφής της κατηγορουμένης Χ, η οποία κατηγορείτο για τις πλημμεληματικές πράξεις α) της ψευδούς καταμηνύσεως (αρ. 229 παρ. 1 Π.Κ.) και β) της ψευδορκίας μάρτυρα (άρ. 224 παρ. 2-1, 227 παρ. 1 Π.Κ.) και, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 3 και 112 του Π.Κ., παύθηκε οριστικά η εναντίον της αναφερομένης ασκηθείσα ποινική δίωξη. Ειδικότερα, ως αιτιολογία για την παραδοχή της ένστασης αυτής, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Πρέπει να παραγραφεί το αξιόποινο της πράξης, διότι δεν υπήρε νόμιμη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προ οκτώ ημερών, ως ορίζεται στην από 3.3.2008 πράξη συντμήσεως προθεσμίας κατ' άρθρο 169 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. του Εισαγγελέα Γρεβενών. Συγκεκριμένα, ενώ ο χρόνος τελέσεως φέρεται 19.3.2003, το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στις 11.3.2008 (βλ. το από 11.3.2008 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ...), ήτοι σε διάστημα επτά ημερών και όχι οκτώ ημερών, όπως απαιτεί ο νόμος". Όμως από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και συγκεκριμένα από το αναφερόμενο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικτικό επιδόσεως που συνέταξε ο Αρχιφύλακας ...., προκύπτει ότι επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα το κλητήριο θέσπισμα στην κατηγορούμενη Χ στις 11.3.2008, για την αρχική δικάσιμο της 15ης Απριλίου 2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών, χωρίς να παραβιασθεί η διάταξη του άρθρου 169 παρ. 1 Κ.Π.Δ., αφού από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έως την παραπάνω δικάσιμο μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ (8) ημερών που είχε ορίσει, με την από 3.3.2008 Πράξη του, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Γρεβενών, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη. Περαιτέρω, από την αναφερόμενη επιτρεπτή επισκόπηση, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη Χ, στις 19.3.2003 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γρεβενών μήνυση σε βάρος της ...., καταμηνύοντας ψευδώς την τελευταία για τα όσα διαλαμβάνονται στη μήνυση αυτή, συγχρόνως δε, την ίδια ημεροχρονολογία, βεβαίωσε ενόρκως, ως αληθινό, το ψευδές περιεχόμενο της μήνυσης που κατέθεσε. Με τα δεδομένα αυτά, η πενταετής παραγραφή των πλημμεληματικής μορφής αδικημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες κατηγορείται η ως άνω κατηγορουμένη, άρχισε να τρέχει (άρθ. 112 Π.Κ.) στις 19.3.2003 και συμπληρώνονταν στις 19.3.2008. Όμως, εφόσον το κλητήριο θέσπισμα, νομίμως και εμπροθέσμως κοινοποιήθηκε σ'αυτήν, στις 11.3.2008, πριν δηλαδή τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής και ως εκ τούτου νομίμως άρχισε η κύρια διαδικασία, η ως άνω παραγραφή ανεστάλη για τρία ακόμη χρόνια, δηλαδή μέχρι την 19.3.2011. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γρεβενών, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αιτιολογία του, με το να δεχτεί ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής και στη συνέχεια να παύσει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη συνεπεία αυτής, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ. και συγχρόνως υπερέβη την εξουσία του, με τη μη εκδίκαση και κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, με συνέπεια να υποπέσει στις πλημμέλειες που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Η' Κ.Π.Δ. Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καστοριάς, με την οποία βασίμως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση και κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 196/13.5.2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεκτή αναίρεση Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατ’ αποφάσεως του Tριμελούς Πλημμελειοδικείου, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή για πλημμεληματικής μορφής αδικήματα, μολονότι το κλητήριο θέσπισμα είχε κοινοποιηθεί στον κατηγορούμενο, πριν συμπληρωθούν τα πέντε έτη.
Παραγραφή
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Κλητήριο θέσπισμα.
2
Αριθμός 306/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννούτσο, περί αναιρέσεως της 2356/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Αυγούστου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1515/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που δήλωσε ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραιτείται από την ως άνω αίτηση αναιρέσεως και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που τη δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο) κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσείων ... με δήλωση που έγινε στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου του Παναγιώτη Γιαννούτσου, στον οποίο είχε δοθεί ειδική εντολή, δυνάμει του με αριθμό ... πληρεξουσίου της συμβ/φου Μαρίας Σ. Λαζάρου Σπηλιωτοπούλου, παραιτήθηκε ρητώς από την από 18-8-2008 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2356/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του Ν 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-8-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2356/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αναίρεση λόγω παραίτησης που έγινε στο ακροατήριο.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
Αριθμός 303/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοτύλια και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Βασιλείου, για αναίρεση της 3254/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαΐου 2008 και 6 Ιουνίου 2008, δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στο από 19 Νοεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1078/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 469 εδ. δ του ΚΠΔ, "Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του". Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 504 που προσδιορίζει τις αποφάσεις κατά των οποίων επιτρέπεται αναίρεση και εκείνη του άρθρου 145 του ίδιου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει (εκτός άλλων) γενικώς τη συμπλήρωση ή διόρθωση της δικαστικής αποφάσεως, προκύπτει ότι η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 469 ΚΠΔ, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, προβαίνει σε συμπλήρωση προηγούμενης αποφάσεώς του αναφορικά με το επεκτατικό αποτέλεσμα, ή απορρίπτει τέτοια αίτηση, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, γιατί δεν υπάγεται σε κάποια από τις κατηγορίες αποφάσεων εναντίον των οποίων επιτρέπεται αναίρεση, ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη επιτρέπεται ειδικώς το ένδικο αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσειόντος Χ2, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 3254/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η εισαχθείσα από 28-2-2008 (αυτοτελής) αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για συμπλήρωση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 εδ. δ' ΚΠΔ, της υπ' αριθμ. 253/2007 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, αναφορικά με το επεκτατικό αποτέλεσμα. Η προσβαλλόμενη όμως απόφαση, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως και συνεπώς η κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου για αναίρεση της αποφάσεως εκείνης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (αρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Να σημειωθεί ότι η απόρριψη της αναιρέσεως δεν αποκλείεται να γίνει και από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει δημόσια, κατά το άρθρο 513 ΚΠΔ, χωρίς δε άλλη, πρόσθετη, ειδοποίηση του διαδίκου που το άσκησε, όπως γίνεται όταν τούτο συνεδριάζει σε Συμβούλιο (αρθρ. 476 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών- κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Εξάλλου, η απόρριψη ως εκπρόθεσμου ένδικου μέσου, που ασκήθηκε εμπροθέσμως, θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας, για να έχει δε η απόφαση, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, αρκεί να διαλαμβάνει τον χρόνο της νόμιμης επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκείνον της ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των κατά το άρθρο 161 παρ.1 του ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, το νομότυπο και έγκυρο της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ως διαδικαστική προϋπόθεση, βάσει των αναφερομένων στο οικείο αποδεικτικό. Αν όμως εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, προβάλλει, είτε ότι, παρά τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό, δεν έγινε εγκύρως η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η προαναφερόμενη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3254/2008 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί της εφέσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1 κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας 5969/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί, ερήμην, σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, αφού ερεύνησε τον προβληθέντα ισχυρισμό του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ότι η έφεσή του ήταν εμπρόθεσμη επειδή αυτός δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, απέρριψε, στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έφεση, ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), με την εξής αιτιολογία, η οποία να σημειωθεί, ότι περιλαμβάνει τα αναγκαία, κατά τα ανωτέρω, στοιχεία, ώστε να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη: "Από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με όρκο στο ακροατήριο και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής: "Με την 5694/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο εκκαλών-κατηγορούμενος (Χ1) καταδικάστηκε ερήμην του, για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκίες μαρτύρων και συκοφαντική δυσφήμηση, σε συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 4-4-2004, ως αγνώστου διαμονής, κατά το άρθρο 156 & 2 ΚΠΔ σε συνδυασμό με την παρ.1 του ίδιου άρθρου, αφού, όπως αναφέρεται στο οικείο και με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα στο Α/Τ ..., ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ... στο Δήμο ..., αλλά ούτε και κανένα από τα αναφερόμενα στην παρ.1 του άρθρου 156 ΚΠΔ πρόσωπα και η διαμονή του ήταν άγνωστη. Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο Δήμαρχο ... και ειδικότερα στην ορισθείσα υπ' αυτού, για τον πιο πάνω σκοπό, υπάλληλο του Δήμου ..., η οποία, αυθημερόν (4-4-04), επιμελήθηκε της τοιχοκολλήσεως της αποφάσεως στο δημοσιότερο σημείο του Δήμου, ενώ υπέγραψε και τη σχετική έκθεση. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατά την προανάκριση, ούτε είχε προβεί σε δήλωση της κατοικίας του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 273 & 1 ΚΠΔ. Η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε είχε δηλωθεί ως τόπος κατοικίας του, με την από 10-10-2000 μήνυση-έγκληση της .... Την διεύθυνση αυτή είχε δηλώσει και ο κατηγορούμενος στις 19-5-1998 στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, όταν εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του και συντάχθηκε η υπό ίδια ημερομηνία ένορκη βεβαίωση. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε εγκύρως, στον κατηγορούμενο αυτό και η επίδοση αυτή ολοκληρώθηκε στις 4-4-04 και από τότε άρχισε η διαδρομή της από το άρθρο 473 & 1 ΚΠΔ προθεσμίας, για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Περαιτέρω από την με αριθμό 980/2008 έκθεση της κρινόμενης έφεσης, προκύπτει ότι αυτή υποβλήθηκε στον αρμόδιο γραμματέα στις 30-1-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών, με αποτέλεσμα να είναι εκπρόθεσμη. Στην έκθεση εφέσεως του ο εκκαλών υποστηρίζει ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της προσβαλλομένης απόφασης, παρά μόνο στις 24-1-08, από το Α/Τ .... Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, χωρίς να διαλαμβάνει, ιδίως την αιτία για την οποία ο εκκαλών δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και της επιδόσεως αυτής (κατά την 4-4-2004) επί τόσα έτη, ως και πως πληροφορήθηκε από το Α/Τ ... την ύπαρξη της λίγο πριν την άσκηση της εφέσεως και δίχως ακολούθως να διατυπώνεται, είτε ως ισχυρισμός ο οποίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως, είτε ως ισχυρισμός ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος για την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως δεν είναι πλήρης και ορισμένος και συνακόλουθα απορριπτέος. Μόνο στο ακροατήριο προέβαλε, δια του συνηγόρου του, κατ' εκτίμηση, πλην απαραδέκτως ότι είχε γνωστή διαμονή, την από την εξετασθείσα μάρτυρα του αναφερομένη, την οποία όμως δεν είχε δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Εν όψει αυτών η κρινόμενη έφεση του Χ1 κατά της 5969/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της και πρέπει να απορριφθεί, ενώ πρέπει σε βάρος του να επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα". Ο κατηγορούμενος, για να δικαιολογήσει την, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, όπως προκύπτει από το κείμενο αυτής, είχε μόνο διαλάβει σ' αυτήν ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι εκλήθη ως αγνώστου διαμονής, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής και ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής, παρά μόνον την 24/1/2008 από το Α/Τ ...", ο δε συνήγορός που τον εκπροσώπησε, κατ' άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ στη δίκη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως, αφού έλαβε το λόγο, "ζήτησε να γίνει δεκτό ότι η κρινόμενη έφεση έχει εμπρόθεσμα ασκηθεί και ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας για την απόδειξη η, ...". Από την παραπάνω έκθεση εφέσεως, που παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών δεν εκθέτει σ' αυτήν τον λόγο για τον οποίο δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης ως αγνώστου διαμονής, δοθέντος ότι δεν επικαλείται ότι, κατά το χρόνο της επίδοσης της αποφάσεως, είχε γνωστή διαμονή, την οποία, σε κάθε περίπτωση, ούτε και προσδιορίζει. Αλλά και κατά τη συζήτηση της έφεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, αλλά και η μάρτυρας που εξετάστηκε κατόπιν αιτήματος του, δεν προσδιόρισαν συγκεκριμένη γνωστή διαμονή του εκκαλούντος. Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός, χωρίς να διαλαμβάνει, ιδίως την αιτία για την οποία ο εκκαλών δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και της επιδόσεως αυτής (κατά την 4-4-2006) επί τόσα έτη, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες πληροφορήθηκε την ύπαρξή της λίγο πριν την άσκηση της εφέσεως και δίχως ακολούθως να διατυπωθεί, είτε ως ισχυρισμός ο οποίος εμάχετο κατά του κύρους της επιδόσεως, είτε ως ισχυρισμός ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος για την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, δεν ήταν πλήρης και ορισμένος. Δεν επικαλέστηκε, συνεπώς, συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, δοθέντος ότι η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, που επιδόθηκε νομίμως, δεν συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, λόγο ανώτερης βίας, ενόψει μάλιστα του ότι δεν επικαλέστηκε και την άγνοια του γεγονότος ότι εκκρεμούσε σε βάρος του η συνολική ποινική διαδικασία. Έτσι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να επεκτείνει την απορριπτική αιτιολογία του και επί του αόριστου αυτού ισχυρισμού και συνεπώς, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο θα έπρεπε το δικαστήριο να αιτιολογήσει επαρκώς και εμπεριστατωμένως τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου που δικαιολογούσε το εκπρόθεσμο της εφέσεώς του και να λάβει υπόψη του τα προς τούτο προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μάρτυρα) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, από το μνημονευόμενο στην απόφαση με ημερομηνία ... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος ..., προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης και με αριθμό 5969/2004 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έγινε την ανωτέρω χρονολογία, προς τον υπάλληλο του Δήμου ..., που είχε προς τούτο οριστεί από τον Δήμαρχο ..., ως δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας του αναιρεσειόντος επί της οδού ..., όπου αναζητήθηκε ο ίδιος και τα κατά το άρθρο 156 παρ.1 του ΚΠΔ αναφερόμενα πρόσωπα. Επίσης από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό προκύπτει ότι σημειώνεται σε αυτό ως τόπος συντάξεώς του και επιδόσεως η .... Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναγραφή στην αρχή του σκεπτικού της εκκαλούμενης απόφασης ως 5694/2004 και ως έτους επιδόσεως αυτής το 2004, αντί του ορθού 5969/2004 και 2006, αντίστοιχα, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ίδιας απόφασης, σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι "Ενόψει αυτών η κρινόμενη έφεση του Χ1 κατά της 5969/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι απαράδεκτη", δηλαδή αναφέρεται ο ορθός αριθμός αυτής, ο οποίος επαναλαμβάνεται και στο διατακτικό και στο από 4-4-2006 αποδεικτικό επίδοσης της αναφέρεται ο ίδιος αριθμός απόφασης και ως χρόνος επίδοσης το έτος 2006. Επομένως, η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και ειδικότερα ως εκπρόθεσμη, η έφεση περιέχει όλα τα, για την πληρότητα της, στοιχεία και δεν στερείται της από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι και ο από το ίδιο άρθρο παρ.1 στοιχ. Η', δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την έφεση του ως απαράδεκτη, ενώ ήταν εμπρόθεσμη, υπερέβη την εξουσία του. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία για τη στήριξη της κατηγορίας έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο η κλήση του κατηγορουμένου προς εμφάνισή του στο δικαστήριο, το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως αυτής, παρεμπίπτουσες αποφάσεις, τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του το από 4-4-2006 (εκ παραδρομής ποσδιοριζόμενο ως από 4-4-2004) αποδεικτικό επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης και την 980/2008 έφεση, χωρίς τα έγγραφα αυτά να αναγνωσθούν. Τα έγγραφα όμως αυτά είναι απλά διαδικαστικά έγγραφα και όχι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και επομένως, από τη μη ανάγνωσή τους, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Τέλος αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος για απόλυτη ακυρότητα, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται στα πρακτικά η ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώστηκαν και ειδικότερα "των φορολογικών δηλώσεων, δικαστικών κλήσεων", στα οποία το δικαστήριο στήριξε την απορριπτική της εφέσεως του αναιρεσειόντος κρίση του, διότι με τον τρόπο που αναφέρονται στα πρακτικά τα παραπάνω έγγραφα επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων, στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, με την ανάγνωση τους κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατέστησαν γνωστά τα έγγραφα αυτά κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα και συνεπώς αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, εν σχέσει προς το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι, όπως, εμμέσως, συνομολογεί ο αναιρεσείων με το υπόμνημα, που κατέθεσε στο Δικαστήριο τούτο, ειδικά τις φορολογικές δηλώσεις είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο ίδιος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του Χ1 και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμό 5031/9-6-2008 και 191/2008 αιτήσεις των Χ2 και Χ1, αντίστοιχα και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 3254/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (για τα Πλημμελήματα) Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση που στρέφεται κατά απόφασης που απέρριψε αίτηση για επεκτατικό αποτέλεσμα ενδίκου μέσου. Διαδικαστικά έγγραφα λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και δεν δημιουργείται ακυρότητα από τη μη ανάγνωσή των. Εκπρόθεσμη έφεση. Επίδοση ως άγνωστης διαμονής. Επίκληση ότι δεν έλαβε γνώση, δίχως ο εκκαλών να ισχυρίζεται ότι είναι γνωστής διαμονής. Δεν συνιστά ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα η επίκληση ότι δεν έλαβε γνώση ο εκκαλών, δίχως να προσδιορίζει άλλα περιστατικά.
Ακυρότητα απόλυτη
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Έγγραφα, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Εφέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.
0
Αριθμός 300/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Φαγογένη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 64.413/2004 απόφαση του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το ΙΑ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.586/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 504/24.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την από 23-7-2008 αίτηση του Χ και εκθέτω τα εξής: Η αίτηση αυτή είναι νομότυπη (465 ΚΠοινΔ). Επειδή από τα συνημμένα έγγραφα προκύπτουν τα εξής:Ι) Ο Χ με την υπ'αριθμ. 64413/12-4-2004 απόφαση του ΙΑ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών - που εκδόθηκε ερήμην του- καταδικάστηκε σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική, για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, (με τους Ζ και Ψ) με χρόνο τελέσεως 15-6-2000, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση και οπισθογράφηση της υπ'αριθμ. ... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία έκδοσης 15-6-2000, ποσού 7.200.000 δραχμών, επί του λογαριασμού .... που ανήκε στην "ΑΕ ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΜΜ. ΚΟΝΤΕΛΛΗΣ....." στην οποία τέθηκε η υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου αυτής και η σφραγίδα της εταιρείας, όπως επίσης στη θέση του πρώτου οπισθογράφου, στη δε θέση του δεύτερου κατά σειρά οπισθογράφου η υπογραφή του ..., την οποία και μεταβίβασαν περαιτέρω. Η κατά της άνω απόφασης ασκηθείσα υπ'αριθμ. 1661/2008 έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (= εκπρόθεσμη) με την υπ'αριθμ. 2770/7-4-2008 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία αυτή απόφαση, που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 23-4-2008, κατέστη αμετάκλητη (βλ. το 3647/19-9-2008 πιστοποιητικό του γραμματέα Αρείου Πάγου). Ο αυτός κατηγορούμενος καταδικάστηκε αρχικά με την υπ'αριθμ. 55175/27-9-2005 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών -που εκδόθηκε ερήμην του- σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, για την αυτή ακριβώς ως άνω πράξη από κοινού (με τους Ζ.....), με χρόνο τελέσεως πρώτο δεκαήμερο Απριλίου 2000, στη συνέχεια, ασκηθείσης υπ'αυτού εφέσεως κατ'αυτής (= 4172/2006), με την υπ'αριθμ. 9171/28-11-2006 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αθωώθηκε της άνω κατηγορίας. Η απόφαση αυτή, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 27-2-2007, κατέστη ήδη αμετάκλητη (βλ. υπ'αριθμ. 3149/23-7-2008 πιστοποιητικό του γραμματέα Αρείου Πάγου). (Να σημειωθεί εδώ ότι αμφότερες οι αποφάσεις των Εφετείων εκδόθησαν με την παρουσία του κατηγορουμένου, στην μεταγενέστερη δε δίκη επί της αυτής υπόθεσης αναγνώστηκε η καταδικαστική απόφαση). Από τα παρα-πάνω καθίσταται φανερόν ότι για την αυτή ακριβώς πράξη έχουν εκδοθεί κατά του αυτού κατηγορουμένου δύο αποφάσεις: μία καταδικαστική και μία αθωωτική. Η μεν καταδικαστική πρωτόδικη εκδόθηκε 12-4-2004 (που κατέστη οριστική στις 7-4-2008), η δε αθωωτική στις 28-11-2006, ήτοι μεταγενέστερα. Όμως η καταδίκη έγινε αμετάκλητη στις 23-5-2008 (αφού η καταχώρηση της Εφετειακής που απέρριψε την έφεση έγινε στις 23-4-2008 και η προθεσμία αναίρεσης για μεν τον κατηγορούμενο είναι 10 ημέρες και για τον Εισαγγελέα ένας μήνας 473, 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ), η δε αθώωση στις 27-3-2007 (αφού η αθωωτική απόφαση καταχωρήθηκε στις 27-2-2007, η δε προθεσμία για τον Εισαγγελέα είναι ένας μήνας 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ). Επομένως προηγήθηκε το αμετάκλητο της αθώωσης, πλην όμως δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη στη δικάσιμο της εκδόσεως της καταδικαστικής απόφασης, αφού τότε δεν είχε εκδοθεί η αθώωση. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ. "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) ....... και 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα....". Πρόκειται για έναν απόλυτο λόγο επανάληψης υπό την έννοια ότι γίνεται πάντοτε, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, ακύρωση αποφάσεως. Ο άνω λόγος επανάληψης συντρέχει όταν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος με άλλη αμετάκλητη απόφαση Ποινικού δικαστηρίου έχει αθωωθεί για την αυτή πράξη. Επομένως είναι αδιάφορο πότε κατέστη αμετάκλητη η αθωωτική απόφαση, δηλ. προ ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη (τούτο έχει σημασία για το ποια η περαιτέρω συνέπεια, βλ. πιο κάτω), αφού το κρίσιμο σημείο είναι ότι η άνω αθωωτική απόφαση ήταν άγνωστη στους καταδικάσαντες δικαστές ή στον καταδικασθέντα (βλ. Δαλακούρα - Επανάληψη της διαδικασίας (2007) σελ. 168-9, Μπουρόπουλο Ερμ ΚΠΔ τομ. β σελ. 314, Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ. γ (1977) σελ. 382, ΑΠ 7/2003, ΑΠ 782/2002, ΑΠ 1192/83, ΑΠ 2397/2002 κ.ά.). Συνεπώς εάν η αμετάκλητη αθώωση ήταν γνωστή στο Δικαστήριο και στον καταδικασθέντα δεν συντρέχει ο άνω λόγος, αφού ώφειλαν να την λάβουν υπόψη ή να την προτείνουν. Πάντως για την ανωτέρω γνώση δεν αρκεί η απλή γνώση της ύπαρξης της αθωωτικής απόφασης -έτσι ώστε να αρκεί μόνη η παρουσία του κατά την έκδοσή της- αλλά απαιτείται γνώση του αμετακλήτου αυτής (ΑΠ 782/2002 Ποιν Λ σελ. 968). Και αν μεν η αμετάκλητη αθώωση έλαβε χώραν μετά την καταδίκη τότε, προς άρση της αβεβαιότητας, γίνεται ακύρωση αμφοτέρων των αποφάσεων και διατάσσεται επανάληψη προς διαλεύκανση της υπόθεσης (βλ. Μπουρόπουλο ο.π. σελ. 324 και ΠΧρ Ε 491, Ζησιάδη ο.π. σελ. 391, Δαλακούρα ο.π. σελ. 166-7, ΑΠ 1906/2003, ΑΠ 1351/2003, ΑΠ 1819/2002 κ.α.), εάν δε προηγήθηκε η αμετάκλητη αθώωση και ακολούθησε η καταδίκη, τότε ακυρούται μόνο η καταδικαστική απόφαση και δεν διατάσσεται παραπομπή αφού η αθωωτική απόφαση διατηροί την ισχύ της (βλ. ΑΠ 1351/2003, ΑΠ 1612/2002, ΑΠ 1192/93, ΑΠ 1342/91 κ.ά.). Βέβαια για την παραπομπή προϋποτίθεται ότι δεν έχει επέλθει ήδη ο χρόνος παραγραφής της πράξεως, ήτοι 8 έτη προκειμένου για πλημμέλημα (βλ. κυρίως ΑΠ 1751/2003 ΠΧρ 2004 σελ. 634 αλλά και ΑΠ 446/2006, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1453/2005, ΑΠ 1546/2005). Επί της άνω αιτήσεως αποφαίνεται ο 'Αρειος Πάγος όταν μία από τις αποφάσεις (καταδικαστική ή αθωωτική) είναι του Εφετείου - 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ βλ. και Δαλακούρα ο.π. σελ. 354, Μπουρόπουλο ο.π. 319 κειμ. και σημ. 7, Ζησιάδη ο.π. σελ. 389, ΑΠ 1414/89. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να ακυρωθεί η καταδικαστική απόφαση (=64413/2004 απόφαση του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) και, διότι έχει ήδη παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της πράξης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. 'Ετσι, και το αίτημα του άνω καταδικασθέντος περί αναστολής εκτελέσεως της απόφασης αυτής είναι άνευ αντικειμένου (βλ. και ΑΠ 206/85 ΠΧρ ΛΕ 689). Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 23-7-2008 αίτηση του Χ, ακυρωθεί η υπ'αριθμ. 64413/2004 απόφαση του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε σχέση με αυτόν και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ'αυτού για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 15-6-2000. Αθήνα 15 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σε αυτό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Στην περίπτωση αυτή χωρεί επανάληψη της διαδικασίας, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο δικαστήριο που δίκασε, είναι δε αδιάφορο εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκεί ότι αυτή ήταν άγνωστη στο δικαστήριο που δίκασε, γιατί δεν είχε υποβληθεί στην κρίση του για οποιονδήποτε λόγο. Όταν υπάρχουν δύο αμετάκλητες αντιφατικές αποφάσεις για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη, προς άρση της αβεβαιότητας που υπάρχει ως προς την ορθότητα της καταδίκης, πρέπει να ακυρωθούν οι αποφάσεις αυτές και να διαταχθεί, εφόσον συντρέχει περίπτωση παραπομπής, η επανάληψη της διαδικασίας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, η οποία παραδεκτώς εισάγεται κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, διώκουσα την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 64.413/12.11.2004 απόφαση του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε αμετακλήτως σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική, για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, γιατί μετά την αμετάκλητη καταδίκη του, κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αρ. 9.171/2006 αμετάκλητη απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την ίδια αξιόποινη πράξη, είναι νόμιμη και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στην δικογραφία εγγράφων, το ΙΑ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ' αρ. 64.413/12.4.2004 απόφασή του, καταδίκασε του αιτούντα σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία (δηλαδή με τους Ζ και Ψ), με χρόνο τέλεσης την 15.6.2000, συνιστάμενη στην κατάρτιση και οπισθογράφηση της υπ' αρ. .... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία έκδοσης 15.6.2000, ποσού 7.200.000 δραχμών, επί του λογαριασμού ..., που ανήκε στην "ΑΕ ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΜΜ.ΚΟΝΤΕΛΛΗΣ...", στην οποία τέθηκε η υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου αυτής και η σφραγίδα της εταιρείας, όπως επίσης στη θέση του πρώτου οπισθογράφου, στη δε θέση του δεύτερου κατά σειρά οπισθογράφου η υπογραφή του ..., την οποία και μεταβίβασαν περαιτέρω. Η κατά της ως άνω απόφασης ασκηθείσα υπ' αρ. 1.661/2008 έφεση, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την υπ' αρ. 2.770/7.4.2008 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία αυτή απόφαση, η οποία εκδόθηκε παρόντος του αιτούντος κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 23.4.2008, έγινε αμετάκλητη, σύμφωνα με το υπ' αρ. 3.647/19.9.2008 πιστοποιητικό του γραμματέα του Αρείου Πάγου. Ο ίδιος κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, αρχικά, με την υπ'αριθ. 55.175/27.9.2005 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία σημειωτέον εκδόθηκε ερήμην, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική, για την ίδια ακριβώς, ως άνω, πράξη, στη συνέχεια δε, έπειτα από την υπ' αρ. 4.172/2006 έφεση που αυτός άσκησε, εκδόθηκε η υπ' αρ. 9.171/28.11.2006 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκε της ανωτέρω κατηγορίας. Η απόφαση αυτή, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 27.2.2007, έχει καταστεί αμετάκλητη, σύμφωνα με το υπ' αρ. 3.149/23.7.2008 πιστοποιητικό του γραμματέα του Αρείου Πάγου. Από τα παραπάνω καθίσταται φανερόν ότι για την αυτή ακριβώς αξιόποινη πράξη έχουν εκδοθεί, κατά του αυτού κατηγορουμένου, δύο αποφάσεις, μια καταδικαστική και μια αθωωτική, και η μεν καταδικαστική εκδόθηκε στις 12.4.2004, η δε αθωωτική στις 28.11.2006, ήτοι μεταγενέστερα. Όμως, η καταδίκη έγινε αμετάκλητη στις 23.5.2008, αφού η καταχώρηση, κατά τα προαναφερθέντα, της Εφετειακής αποφάσεως, που απέρριψε την έφεση, έγινε στις 23.4.2008 και η προθεσμία αναίρεσης, για μεν τον κατηγορούμενο είναι δεκαήμερη, για δε τον Εισαγγελέα ένας μήνας (άρ. 473, 505 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), η δε αθώωση στις 27.3.2007, αφού η αθωωτική απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 27.2.2007, η δε προθεσμία για τον δικαιούμενο σε άσκηση αναίρεσης Εισαγγελέα είναι ένας μήνας (άρ. 505 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Επομένως, προηγήθηκε το αμετάκλητο της αθώωσης, πλην, όμως, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη στη δικάσιμο της έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, αφού τότε δεν είχε εκδοθεί η αθωωτική απόφαση. Επομένως, συνεπεία του ότι προηγήθηκε η αθωωτική (αμετάκλητη) απόφαση, θα ακυρωθεί μόνον η καταδικαστική απόφαση και δεν θα διαταχθεί η παραπομπή, αφού η αθωωτική απόφαση διατηρεί την ισχύ της. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και στην ουσία της η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η υπ' αρ. 64.4134/2004 απόφαση του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, να απορριφθεί δε το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ως άνω απόφασης, ως άνευ αντικειμένου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 23.7.2008 αίτηση του Χ. Ακυρώνει την υπ' αρ. 64.413/2004 απόφαση του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Απορρίπτει το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ως άνω απόφασης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Καταδικαστική απόφαση και αθωωτική τοιαύτη. Προηγήθηκε η αθωωτική. Στην περίπτωση αυτή ακυρώνεται η καταδικαστική και λόγο παραγραφής της πλημμεληματικής πράξης, παύει οριστικά η ποινική δίωξη.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 299/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 373/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) "ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΤΕΒΕ", που εδρεύει στο Αμύνταιο Φλώρινας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2 και 3) Ψ3. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1576/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 538/21.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την υπ'αριθμ. 373/2008 απόφασή του καταδίκασε τον Χ σε φυλάκιση 4 μηνών για δυσφήμηση του Ψ2 και Ψ3 και της ΑΕ με την επωνυμία "ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΤΕΒΕ" δια του τύπου. Η άνω απόφαση εκδόθηκε μετά διαδικασία στην οποία ο καταδικασθείς εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο και δη τον Χρήστο Σαββίδη (βλ. οικεία πρακτικά), καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ στις 29-7-2008 (βλ. βεβαίωση του οικείου γραμματέα, αλλά και αυτοτελή βεβαίωση του ίδιου). Κατ'αυτής (απόφασης) άσκησε δια του παραστάντος άνω δικηγόρου στις 17-9-2008 με επίδοση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου την συνημμένη αίτηση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναιρέσεως τους εκεί αναγραφομένους. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ όταν το ένδικο μέσο κατά απόφασης ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει αυτό απαράδεκτο. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1-3 ΚΠοινΔ όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά αποφάσεως που εκδόθηκε παρουσία του καταδικασθέντος είναι δέκα ημέρες από της καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου όταν αυτή ασκηθεί κατά τον τρόπο του άρθρου 474 παρ. 1 - σε συνδυασμό με το άρθρο 465 - ΚΠοινΔ, είκοσι δε ημέρες όταν ασκηθεί με τον τρόπο που ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ήτοι με επίδοση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Εξ άλλου κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου μόνου του ν. 2243/94, ΦΕΚ 162Α, "Στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του Τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε (5) ημέρες, συντέμνονται στο ήμισυ......" - ήτοι πέντε ημέρες εάν η αναίρεση ασκήθηκε κατά το άρθρο 474 παρ. 1 - σε συνδυασμό με το άρθρο 465 - ΚΠοινΔ και δέκα ημέρες εάν η αναίρεση ασκήθηκε με τον τρόπο της παρ. 2 του άρθρου 473 ΚΠΔ - βλ. και ΑΠ 361/2006, ΑΠ 294/2007, ΑΠ 975/2004, ΑΠ 136/2000 κ.α.- Επειδή η απόφαση που εκδόθηκε κατά διαδικασία στην οποία ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο θεωρείται ότι εκδόθηκε παρουσία του (βλ. και ΑΠ 1076/2008, ΑΠ 561/2008, ΑΠ 1436/2000, ΑΠ 250/2003, ΑΠ 2135/2002 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο των δέκα ημερών (χωρίς να περιλαμβάνεται ο Αύγουστος κατά το άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠοινΔ) και ως τέτοια είναι απαράδεκτη. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η από 10-9-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθμ. 373/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και να καταδικαστεί ο ανωτέρω στα έξοδα. Αθήνα 11 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν. 5060/1931 "περί τύπου, προσβολών τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων" και του Α.Ν. 1092/1938 "περί τύπου" καθώς και κάθε άλλη ουσιαστική ή δικονομική ποινική διάταξη ειδικού νόμου σχετικά με τον τύπο, εκτός από τα άρθρα 29 και 30 του Ν. 5060/1931, όπως αυτά ισχύουν, το άρθρο 47 του Α.Ν. 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 2 του Ν. 1738/1987 και την παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981. Συνεπώς καταργήθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 65 §§ 1 και 2 του Ν. 5060/1931 που όριζαν ορισμένη βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα, τον καταδικασμένο και τον πολιτικώς ενάγοντα για τα δια του τύπου τελούμενα εγκλήματα. Αντ' αυτών, δια της παρ. 3 του ως άνω νόμου (2243/1994), ορίσθηκε ότι στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες, που υπερβαίνουν τις πέντε (5) ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ. Το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Από την αδιάστικτη αυτή διατύπωση του νόμου, ενόψει και του σκοπού αυτού, αποβλέποντας στην εφαρμογή συστήματος συναπτομένου με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, δι' αποκλεισμού, κατά το πλείστον, των προϊσχυσασών ειδικών διατάξεων, όπως και στην ταχεία περαίωση των σχετικών δικών, προκύπτει ότι, επί αναιρέσεως ασκούμενης από τον καταδικασμένο, η προς τούτο χορηγούμενη από το άρθρο 473 §§ 1, 2 ΚΠΔ προθεσμία των 10 ημερών ή των 20 ημερών (αν η αίτηση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) συντέμνεται στο ήμισυ και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠΔ. Εάν, όμως, ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η προθεσμία δεν αρχίζει εάν προηγουμένως δεν επιδοθεί σ' αυτόν η απόφαση. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 παρ. 2, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1, 2 ΚΠΔ, συνάγεται ότι επιτρέπεται και σε πλημμελήματα στον κατηγορούμενο να εκπροσωπείται από συνήγορο που διορίζεται με έγγραφη δήλωση, η οποία γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 (βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο) και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν, οπότε στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται πραγματικά παρών και όχι ωσεί παρών, γι' αυτό και η προθεσμία των δέκα (10) ημερών για την άσκηση υπό τούτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως αρχίζει από την καταχώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και όχι από την επίδοσή της υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο εκπροσωπήσας αυτόν συνήγορος ήταν παρών στη δημοσίευση, διότι, πληροφορούμενος την καταδίκη του εντολέα του, μπορεί να ασκήσει, κατ' άρθρο 465 παρ.2 ΚΠΔ ένδικο μέσο χωρίς άλλη εντολή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας, ο αναιρεσείων, με την υπ' αριθμ. 373/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για απλή δυσφήμηση, κατά συρροή, η οποία τελέστηκε δια του τύπου. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠΔ, στις 29-7-2008, όπως τούτο προκύπτει από την σχετική επ' αυτής βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως. Η παραπάνω απόφαση εκδόθηκε μετά από διαδικασία, στην οποία ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Χρήστο Σαββίδη, που ήταν παρών και κατά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η υπό κρίση, όμως, αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε από τον παραστάντα ενώπιον του Εφετείου δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-9-2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας, στην οποία, να σημειωθεί, δεν περιλαμβάνεται το χρονικό διάστημα από 1-31 Αυγούστου, κατά το άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος για την εκπρόθεσμη άσκηση, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του ειδοποιήθηκε, για τη συζήτησή της, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 373/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απλή δυσφήμηση δια του τύπου. Απορρίπτει αναίρεση ως εκπρόθεσμη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 298/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.5.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1214/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 379/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 3/28-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...., κατά του υπ'αριθ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα το ένδικο μέσο απορρίπτεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα, που, πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίηση απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 641/2007, ΑΠ 445/2007). Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, που, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003, περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, συμπορεύεται με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ούτε άνιση ρύθμιση περιέχει, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και, ως εκ τούτου, ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του, ότι είναι ενδεχόμενο η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση (ή βούλευμα) να μην υπόκειται σε ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως). Όπου κρίθηκε αναγκαία η καθιέρωση ενδίκου μέσου υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέπεις των άρθρων 95 παρ. 1β' (αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ. 2 Συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά των αποφάσεων αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις και προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων, αλλά ούτε και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (ΑΠ 1486/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 56/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 40/10-4-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ... κατά του υπ'αριθ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης κατακρατήσεως κατά συναυτουργία και της απειλής. Κατά του εν λόγω όμως υπ'αριθ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να ασκηθεί αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται φανερό ότι η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά βουλεύματος, εναντίον του οποίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί τέτοιο ένδικο μέσο, δηλαδή άσκησε μη επιτρεπόμενο σ' αυτήν ένδικο μέσο. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 3/28-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ..., κατά του υπ'αριθ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίησή του απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος" προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Η από 28-5-2008 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 40/10-4-2008 έφεση της αναιρεσείουσας, κατηγορουμένης .... κατά του υπ' αριθμ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτια των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης κατακρατήσεως κατά συναυτουργία και της απειλής. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας ειδοποιήθηκε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-5-2008 αίτηση της ...., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αναίρεση γιατί στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 296/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της 1096/2008 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενο τον ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παραστάθηκε. Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στο από 1167 Π/08/17.9.08 έγγραφό του, κατόπιν της από 17/9/2008 πράξεως του Προεδρεύοντος του Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1167/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία ζητείται η διόρθωση της 1096/2008 απόφασης του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, στο διατακτικό της οποίας από παραδρομή αναγράφηκε ως πατρώνυμο του αναιρεσείοντος "...." αντί του ορθού ..... Η αίτηση αυτή, η οποία κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενον, τον αντίκλητό του και τον παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα, όπως προκύπτει από το από 29/9/2008, 30/9/2008 και 26/9/2008 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., αντιστοίχως είναι νόμιμη στηριζόμενη στην παραπάνω διάταξη, καθόσον πρόκειται για λάθος που δεν δημιουργεί ακυρότητα, από τη διόρθωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο, γι' αυτό η σχετική αίτηση πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, διατασσομένων των στο διατακτικό αναφερόμενων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τη διόρθωση της με αριθμό 1096/2008 απόφασης του ΣΤ' τμήματος του Αρείου Πάγου ως προς το στο διατακτικό της αναφερόμενο πατρώνυμο του αναιρεσείοντος .... έτσι ώστε αντί του εσφαλμένου "..." να τεθεί το ορθό "....". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διατάσσει τη διόρθωση.
Αποφάσεως διόρθωση
Αποφάσεως διόρθωση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 304/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 230, 331/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1191/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 456/7.10.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ'α' του Κ.Π.Δ., την από 9/6/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κρατουμένου στις φυλακές Μαλανδρίνου, κατά της με αριθμούς 229-332/2008 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ'ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ'αποφάσεως, πρέπει στην αίτηση άσκησης της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία εξάλλου, των λόγων αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα, εκτός της έκθεσης αναίρεσης έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 Κ.Π.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την από 9/6/2008 έκθεση αναίρεσης που συντάχθηκε ενώπιον του Διευθυντού των Φυλακών Μαλανδρίνου ....., αναφέρονται τα εξής "ενώπιον εμού παρουσιάσθηκε ο κρατούμενος Χ1 και ζήτησε τη σύνταξη της παρούσας, δηλώνοντας ότι ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά της με αριθμό 230, 231/2008 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου της Αθήνας, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 9 ετών και 3 μηνών, για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία και οπλοκατοχή. Από το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής σαφώς προκύπτει, ότι ουδείς, εκ των στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., περιοριστικά αναφερομένων λόγων, για τους οποίους η κρινόμενη αίτηση ασκείται προβάλλεται. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεδομένου ότι η κρινόμενη αίτηση δεν διαλαμβάνει σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 § 1 - 513 § ια Κ.Π.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η από 9/6/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά της με αριθμούς 229-332/2008 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 376 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Η αοριστία δε των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τους πρόσθετους λόγους, διότι η προβολή τους προϋποθέτει την ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού λόγου αναιρέσεως στο κυρίως δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμ. πρωτ. 52 από 9/6/2008 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον Χ1, κρατούμενο στην Γ.Κ.Κ. Μαλανδρίνου με δήλωση στον Προϊστάμενο της Δ/νσης του καταστήματος της ως άνω δικαστικής φυλακής ....., ο ανωτέρω αναιρεσείων δήλωσε επί λέξει ότι ζητεί την αναίρεση της 230-231/2008 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε βρασμό ψυχικής ορμής, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία, και ότι επιφυλάσσεται να υποβάλλει ενώπιον του ως άνω Δ/ντή εντός προθεσμίας τους πρόσθετους λόγους". Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση αναίρεσης στην οποία δεν περιλαμβάνεται κανένας από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και ως τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 - 513 παρ. 12 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμ. 52/9-6-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 230-331/2008 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθήνας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης λόγω ανυπαρξίας στο αναιρετήριο κάποιου από τους στο άρθρο 510 παρ. 1 προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 293/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Οικονόμου, περί αναιρέσεως της 180-183/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1460/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρ. 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν, σύμφωνα με το άρθρ. 352 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της δίκης προκειμένου να εμφανισθεί και εξετασθεί στο ακροατήριο ο απολιπόμενος και φερόμενος ως ουσιώδης μάρτυρας κατηγορίας ..... Επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου το δικαστήριο, αφού επιφυλάχθηκε αρχικά να αποφασίσει, στη συνέχεια όμως δεν απάντησε στο νόμιμο αυτό αίτημα του κατηγορουμένου. Έτσι δημιουργήθηκε ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης και πρέπει, κατά παραδοχή του οικείου πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθ. 180-183/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς παρεμπίπτουσα απόφαση αναβολής για να κληθεί και εξετασθεί απολιπόμενος μάρτυρας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 292/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4 και 5. Χ5, που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1048/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Ιουνίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1185/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 469/9.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I) Με την υπ'αριθμ. 1048/14-4-2008 απόφασή του το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ στον καθένα τους Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 για παράβαση του α.ν.86/67. Στη διαδικασία εκδόσεως της άνω απόφασης οι κατηγορούμενοι εκπροσωπήθησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου και δη του δικηγόρου Ηρακλείου Γεωργίου Βαθιανάκη. Η άνω απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Ποιν.Δ. στις 2-6-2008 (βλ. την από 19-6-2008 βεβαίωση της γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου). Κατ'αυτής άσκησαν στις 19-6-2008 ενώπιον του γραμματέα πλημμελειοδικών Ηρακλείου τις ταυτόσημες υπ'αριθμ. 6,7,8,9,10 αιτήσεις αναιρέσεως για τους λόγους, όπως αναφέρεται στις οικείες εκθέσεις, "που εκτίθενται αναλυτικά και συνολικά σε αίτηση που επιδίδεται παράλληλα στον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ." επισυνάπτεται δε σε κάθε έκθεση αναίρεσης "δήλωση αναίρεσης με ημερομηνία 09.06.2008 ενώπιον του Αρείου Πάγου -ποινικό τμήμα (δια του κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου)" και η οποία φέρει την υπογραφή εκάστου αναιρεσείοντος και αναφέρονται λόγοι αναίρεσης, στο τέλος δε εκάστης "Αρμόδιος δικαστικός επιμελητής καλείται να επιδώσει την παρούσα νομίμως στον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ...". 'Ομως τέτοια επίδοση δεν έχει λάβει χώρα. Επομένως οι άνω αναιρέσεις ασκήθηκαν με δήλωση στον οικείο γραμματέα -474 § 1 Κ.Π.Δ. ΙΙ) Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι υπό κρίση αναιρέσεις έχουν ασκηθεί εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο των δέκα (10) ημερών από της επομένης της καταχωρήσεως της προσβαλλομένης απόφασης, χωρίς να αναφέρεται ή να συντρέχουν λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να εμπόδισαν την τήρηση της άνω νόμιμης προθεσμίας (άρθρα 473, 474 § 2 Κ.Π.Δ.). Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθούν ως απαράδεκτες οι υπ'αριθμ. 6,7,8,9,10 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 κατά της υπ'αριθμ. 1048/2008 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, και να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση αυτοτελείς αιτήσεις υπ' αριθμ 6,7,8,9,και 10/19-6-2008 των κατηγορουμένων Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 αντιστοίχως, για αναίρεση της 1048/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, πρέπει να συνεξεταστούν. Από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ, "σε πταίσματα και σε πλημμελήματα, ήδη δε μετά την αντικατάσταση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ'" του ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 473 παρ.1 εδ.α' του ΚΠΔ, "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης", ενώ, κατά την παρ/φο 3 εδ.α' του ίδιου άρθρου, "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι, η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε κατά του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από συνήγορο τον οποίο ο ίδιος είχε διορίσει με έγγραφη δήλωσή του, λογίζεται ότι δημοσιεύτηκε με την παρουσία του εκκαλούντος και ότι, στην περίπτωση αυτήν, η τασσόμενη με τα άρθρα 507 παρ.1 εδ.α' και 473 του ΚΠΔ προθεσμία των δέκα ημερών για την άσκηση αναίρεσης, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η επίδοσή της στον εκκαλούντα. Τέλος, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτήν περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ.2 και 474 παρ.2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση τούτου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με την 6085/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών και συνολική χρηματική ποινή 4.000 ευρώ κάθε ένας για παρ. άρθρ. 1 παρ. 1,2 Α.Ν. 86/67. Κατά της πιο πάνω απόφασης οι κατηγορούμενοι άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε οριστεί για τις 14-4-2008 αυτοί δεν εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βαθιανάκη τον οποίο είχαν διορίσει με τις από 11-4-2008 έγγραφες δηλώσεις τους. Στη συνέχεια, αφού εκδίκασε την υπόθεση με την προσβαλλόμενη 1048/2008 απόφασή του, κατεδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 10 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 2.000 ευρώ τον κάθε ένα εκκαλούντα για την ως άνω παράβαση. Η απόφαση αυτή, που δημοσιεύτηκε στις 14-4-2008, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, λογίζεται ότι δημοσιεύτηκε με την παρουσία των εκκαλούντων, αφού αυτοί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, καταχωρίστηκε δε στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο στις 2-6-2008, όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. 'Ετσι, κατά τα εκτιθέμενα επίσης στη μείζονα σκέψη, η προθεσμία για την άσκηση κατ'αυτής αναίρεσης από τους κατηγορουμένους άρχισε στις 3-6-2008 και δεν ήταν αναγκαία η επίδοσή της σ'αυτούς. Αλλά οι κατηγορούμενοι άσκησαν τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, με δηλώσεις τους, στις 19 Ιουνίου 2008, ενώπιον της Γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, από την οποία και συντάχθηκαν οι υπ' αριθμό 6,7,8,9, και 10/19.6.2008 σχετικές εκθέσεις αντιστοίχως. 'Ετσι όμως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν πολύ μετά την παρέλευση της πιο πάνω δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Ηρακλείου χωρίς στις εκθέσεις αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες να επικαλούνται λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή τους. Κατ ακολουθίαν πρέπει, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου των αναιρεσειόντων (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή τους, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 6,7,8,9, και 10/19-6-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 για αναίρεση της 1048/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αναίρεση ως εκπρόθεσμη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 291/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, που δεν παρέστησαν, περί αναιρέσεως του με αριθμό 826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1. ...., 2...., 3. ..., 4. ...., 5. ..., 6. ...., 7. ...., 8. ...., 9. ...., 10. ...., 11. Θ...., 12....,13...., 14. .., 15...., 16. ...., 17. ...., 18. ....,19. ...., 20. .... και 21. ..... Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Αυγούστου 2008, 25 Αυγούστου 2008, 4 Σεπτεμβρίου 2008 και 4 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους, αντιστοίχως, οι οποίες καταχω-ρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.426/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 505/24.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "I) Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 826/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Α'βαθμού Θεσσαλονίκης - ως καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιο- και τους Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης (άπαντες) με σκοπό τη διάπραξη των κακουργημάτων απάτης - πλαστογραφίας - απάτης και πλαστογραφίας κατ'επάγγελμα με το συνολικό όφελος - ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ κλπ (τον τέταρτο) -άρθρα 187 § 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τα άρθρ. 11 § 3 ν.3064/2002, 386 § § 1, 3, 216 § § 1-3 Ποιν.Κ., 1 ν.1608/50 σε βάρος τραπεζών που εδρεύουν στην Ελλάδα. Η έκδοση του άνω βουλεύματος έγινε κατ'εφαρμογή του άρθρου 7 ν.2928/2001, όπως αντικ. με το άρθρο 42 § 5 ν.3251/2004, ήτοι αμέσως μετά την περάτωση της κυρίας ανάκρισης. Κατά του άνω βουλεύματος άσκησαν εμπρόθεσμα ενώπιον του γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης στις 14-8-2008, 25-8-2008, 4-9-2008, 4-9-2008 αντίστοιχα, τις υπ'αριθμ. 14, 15, 16 και 17 αιτήσεις -εκθέσεις αναιρέσεως αντίστοιχα, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, προβάλλοντες τους αναφερομένους σ'αυτές λόγους. Επειδή προ πάσης έρευνας της βασιμότητας ή μη των λόγων του ενδίκου μέσου πρέπει να έχει γίνει δεκτόν ότι τούτο ασκήθηκε νομότυπα, διότι αν αυτό δεν συμβαίνει, τούτο (ένδικο μέσο) απορρίπτεται ως απαράδεκτο και δη όταν έχει ασκηθεί κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σ'αυτό -άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δ. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 7 ν.2928/2001, όπως τροπ. με το άρθρο 42 § 5 ν.3251/2004, "Η περάτωση της κυρίας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης". Πρόκειται για ρύθμιση που ισχύει (σήμερα και) για τα κακουργήματα του ν.1608/50 σύμφωνα με την § 7 του άρθρου 5 ν.1738/87 (=εδ. γ' του άρθρου 308 Κ.Π.Δ.) - σημειώνει η εισηγητική έκθεση του άρθρου 7 ν.2928/2001 (βλ. ΠΧρ ΝΑ σελ. 1012). Η ρύθμιση αυτή, οφειλόμενη στην επιτάχυνση της σχετικής διαδικασίας, δεν αντίκειται σε κάποια διάταξη υπέρ νομοθετικής ισχύος όχι μόνο διότι η καθιέρωση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων δεν στηρίζεται σε κάποια τέτοια διάταξη αλλά και διότι ο παραπεμπόμενος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τους ισχυρισμούς στο δικαστήριο -βλ. ΑΠ 209/2005, ΑΠ 843/2005, ΑΠ 456/2003, ΑΠ 177/2005, ΑΠ 464/2003, ΑΠ 1404/2003, ΑΠ 636/2003 κ.α.- πρ βλ ακόμη ΑΠ 1966/2006 ΠΧρ ΝΖ 818. Ενόψει των ανωτέρω οι υπό κρίση αναιρέσεις είναι απαράδεκτες διότι στρέφονται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση, αφού είναι με την έκδοσή του αμετάκλητο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως κηρυχθούν απαράδεκτες οι υπ'αριθμ. 14, 15, 16 και 17/2008 αναιρέσεις των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 κατά του υπ'αριθμ. 826/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, να επιβληθούν δε στον καθένα τα σχετικά έξοδα. Αθήνα 10 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι αντίκλητοι των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανακρίσεως. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνον όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός που αφορά η κατηγορία δεν συνιστά αξιόποινη η πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά των αναιρεσειόντων 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3 και 4)Χ4 ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των μεν πρώτου, δευτέρου και τρίτης για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων απάτης και πλαστογραφίας κατά δε του τετάρτου για α)συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, β)κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, γ)ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, δ)κακουργηματική πλαστο-γραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, ε)ηθική αυτουργία σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου, στ) υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και ζ) ηθική αυτουργία σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (άρθρα 13στ, 26 παρ.1α, 27, 45, 46 παρ.1α, 27 παρ.1, 42, 45, 46 παρ.1α, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 187 παρ.1, 316 παρ.1, 2, 3, 220 παρ.1, 386 παρ.3, α, β, και 1 Π.Κ.) διεξήχθη δε και ενεργήθη κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3451/2004, 128, 129 και 130 ΚΠΔ, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης τους αναιρεσείοντες, για να δικασθούν, ως υπαίτιοι και δη οι πρώτος δεύτερος και τρίτη τούτων για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων απάτης και πλαστογραφίας και ο τέταρτος για α)συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, β)κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, γ)ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση δ)κακουργηματική πλαστο-γραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, ε)ηθική αυτουργία σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου, στ) υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και ζ) ηθική αυτουργία σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (άρθρα 13στ, 26 παρ.1α, 27, 45, 46 παρ.1α, 27 παρ.1, 42, 45, 46 παρ.1α, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 187 παρ.1, 316 παρ.1, 2, 3, 220 παρ.1, 386 παρ.3, α, β, και 1 Π.Κ.). Με βάση τα αναπτυχθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, και όσα ο Εισαγγελέας αναφορικά με το απαράδεκτο των αιτήσεων προτείνει, στην πρόταση του οποίου και το Συμβούλιο συμπληρωματικώς αναφέρεται, το εκδοθέν και προσβαλλόμενο με τις αιτήσεις αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αμετάκλητο. Άρα, οι κατ' αυτού ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως, μετά και την ειδοποίηση των αντικλήτων των αναιρεσειόντων (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή τους, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθούν, ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ 14/14.8.2008, 15/25.8.2008, 16 και 17/4.9.2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ' αριθμ.826/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτες αιτήσεις αναιρέσεως κατά βουλεύματος που παραπέμπουν τους κατηγορουμένους για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης.
Οργάνωση εγκληματική
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
2
Αριθμός 289/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Ντάλλα, για αναίρεση της 6581/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1787/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος εκείνου που το άσκησε, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο διαμονής του, ως και, εντεύθεν, η αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ.1.Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6581/2008 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 5444/25-6-2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 67639/04 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση, κατ' εξακολούθηση, εξύβριση και απειλή, αφού δέχθηκε τα εξής "... Επειδή κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο, με πρόταση του Εισαγγελέα, το κηρύσσει απαράδεκτο και διατάζει να εκτελεστεί η προσβαλλομένη απόφαση. Στην κρινόμενη περίπτωση η κατηγορούμενη καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία έχει αριθμό 67639/2004. Η απόφαση αυτή της κοινοποιήθηκε στις 18-08-2008 όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του ..... Δικ. Επιμελητή που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινομένη έφεση στις 25-06-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Και ναι μεν στο δικόγραφο της έκθεσης έφεσης της η κατηγορούμενη αναφέρει ότι "αν και γνωστής διαμονής και δη στην οδό ..... αρ. ... στο ..... από τις αρχές του Ιανουαρίου του 1999 κλητεύτηκε κατά τη δικάσιμο, ότε και εκδόθηκε η απόφαση ως αγνώστου διαμονής με αποτέλεσμα να μη παραστεί αλλά ούτε και να λάβει γνώση αυτής μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης έφεσης" πλην όμως δεν προκύπτει ότι κατέστησε γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών τη διεύθυνση της αυτή καθόσον ως γνωστή διεύθυνση κατά το χρόνο της υποβολής της έγκλησης εκ μέρους της εγκαλούσας την 3-11-1999 υπήρχε η ..... στον ....., τόπου εργασίας της (.....) στην οποία και νομότυπα της επεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση". Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ήταν, κατά το χρόνο επιδόσεως προς αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως, γνωστής διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, αν και δέχεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση κοινοποιήθηκε νομότυπα στις 18-08-2008 και η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την κατ' αυτής έφεση της στις 25-06-2008, δηλαδή πριν από την ημερομηνία επιδόσεως, κατά τρόπο αντιφατικό απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, κατά την βάσιμη σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, αν και, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - ότι ήταν γνωστής διαμονής,- εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο η μάρτυρας υπερασπίσεως Α, δεν μνημονεύεται στην πιο πάνω απόφαση ούτε κατ' είδος το αποδεικτικό αυτό μέσο, στην αξιολόγηση του οποίου έπρεπε να προβεί το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κατά την, εμμέσως πλην σαφώς, βασίμως προβαλλόμενη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο ( άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η παραγραφή ή όχι των αξιόποινων των αποδιδόμενων στην αναιρεσείουσα πράξεων, δεδομένου ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6581/2008 απόφαση, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Από το αναφερόμενο στο σκεπτικό αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Δεν αναφέρονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η τυχόν παραγραφή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 287/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 916/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1275/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 501/23-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 139/21-7-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και λογαριασμό του, από τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Σκλαβούνη του Νικολάου, δυνάμει της από 10-7-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του με αριθμό 916/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 2243/2007 βούλευμα του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της υπεξαίρεσης αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 73.000 ΕΥΡΩ, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 17/7/2002. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 916/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεσή του επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτηση του, η οποία ασκήθηκε, νομότυπα παραδεκτά και εμπρόθεσμα, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση, τόσο στον κατηγορούμενο, όσο και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο του Ιωάννη Σκλαβούνη, στις 9/7/2008 και 3/7/2008 αντίστοιχα, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 21/7/2008 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 139/2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. ΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα (93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίόυ (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ 795, ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ 697). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παραβίαση εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 572/2005). Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 375 § 1 ΠΚ για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στον Αστικό Κώδικα. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ΕΥΡΩ (ΑΠ 1050/2005 ΠΧ ΝΣΤ- 130). ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο, βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΟΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ LEASING AE", η οποία ασχολείται αποκλειστικά με τη διενέργεια χρηματοδοτικών μισθώσεων και διέπεται από τον νόμο 1665/1986, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, συνήψε με το ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο κατηγορούμενος, το υπ'αριθμ. ..... συμβόλαιο χρηματοδοτικής μίσθωσης της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Αικατερίνης Λάβδα-Μπομπού (εσωτ. αριθ. .....) και τα συνοδεύοντα αυτό παραρτήματα ..... (εσωτ. .....), ..... (εσωτ. αριθ. .....) και ΑΝΟ ..... (εσωτ. αριθ. .....) της ιδίας συμβολαιογράφου, δυνάμει των οποίων εξεμίσθωσε στην εταιρεία ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ με το σύστημα χρηματοδοτικής μίσθωσης τον αναφερόμενο με κάθε λεπτομέρεια στα α) στο παράρτημα Α Νο 1/5-7-2000 και ομοίως στο υπ'αριθμ. ..... τιμολόγιο της εταιρείας "ΑΛΦΑΚΟΜ ΕΠΕ", στο υπ'αριθμ. ..... τιμολόγιο της εταριείας "ΖΟΖΕΦ Μ. ΚΑΜΟΛΙΝΗΣ ΑΕΕ", στα υπ'αριθμ. ....., ....., ..... και ....., ....., ..... τιμολόγια της εταιρείας "GENERAL SYSTEMS DIZIEN ABEE, στο υπ'αριθμό ..... τιμολόγιο της εταιρείας "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", στα υπ'αριθμ. ..... και ..... τιμολόγια της εταιρείας "ΤΕΜΑΛΚΟ ΑΕ", στο υπ'αριθμ. ..... τιμολόγιο της εταιρείας "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", στο υπ'αριθμ. ..... τιμολόγιο της εταιρείας "MEDIATEC CYBERNETICS AE" και στο υπ'αριθμ. ..... τιμολόγιο της εταιρείας "BON STUDIO AEBE" εξοπλισμό τον οποίο η εταιρεία ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ παρέλαβε ανεπιφύλακτα β) στο παράρτημα ΑΝΟ ..... και ομοίως στα υπ'αριθμ. ....., ....., ..... και ..... τιμολόγια της εταιρείας ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ εξοπλισμό. Τον εξοπλισμό αυτό η εγκαλούσα τον αγόρασε από την εταιρεία ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ με την υπ'αριθμ. ..... σύμβαση αγοραπωλησίας και στη συνέχεια ταυτόχρονα με την σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης διατήρησε την χρήση του έναντι καταβολής μισθώματος προς αυτήν (εγκαλούσα) -αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση- sale and lease back- γ) στο Παράρτημα ΑΝο ..... και ομοίως στα υπ'αριθ. ..... και .....τιμολόγια της εταιρείας ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ εξοπλισμό. Τον εξοπλισμό αυτό τον αγόρασε από το ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ με την με αριθμό ..... σύμβαση αγοραπωλησίας και στη συνέχεια ταυτόχρονα με τη σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης διατήρησε τη χρήση του έναντι καταβολής μισθώματος προς την εγκαλούσα (αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση - sale and lease back). Σύμφωνα με τα πάνω τιμολόγια η συνολική αξία των ως άνω κινητών ανέρχεται στο συνολικό ποσό για το παράρτημα ΑΝΟ . των Ε 747.896,13 πλέον Φ.Π.Α. 18%, στο συνολικό ποσό για το παράρτημα ΑΝΟ ..... των 610.562,40 πλέον ΦΠΑ 18% και στο συνολικό ποσό για το παράρτημα ΑΝ0 ..... των Ε 217.045,07 πλέον Φ.Π.Α. 18%. Συγκεκριμένα: για το παράρτημα ΑΝο .....: παράρτημα Α Νο .....: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΑΞΙΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΗΜ/ΝΙΑ ΑC-DNI MONAΔΑ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ (ΑCADAPTOR )54.238,.....ΤΠ .....-Ιουλ-00BP L60A ΜΠΑΤΑΡΙΑ104.400,88ΤΟ 723-Ιουλ-00ΦΑΚΟΣ ANGENIEUX 112X5,3 AIFHR S/N .....,51ΤΔΑ .....-Ιουλ-00MAX+EEFB DUALCHAN.S/N ......824, .....ΤΠ .....-Αυγ-00IMAGESTOR REMOTE RECALLPANE S/N ......833,46 ΤΠ .....-Αυγ-00TFT 12 S/N ......151,87ΤΠ .....-Αυγ-00CA-WR-855 ΜΗΧ/ΤΑ ΚΑΜΕΡΑΣ ADAPTOR FOR DSR - 3003963,87 ΤΠ ..... -Αυγ-00DSR-300 APK ΦΟΡΗΤΟΣ ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ DVCAM991.122,52 ΤΠ ..... -Αυγ-00DSR-PD100AP ΦΟΡΗΤΟΣ ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ DVCAM513.769,63ΤΠ ..... -Αυγ-00WRT-810A60 ΜΗΧ/ΤΑ UHF DYNAMIC MIC782-790 MHZ32.536,20ΤΠ .....-Αυγ-00WRR-855A60 ΔΕΚΤΗΣ ΑΣΥΡΜΑΤΟΥ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟΥ33.428,88ΤΠ .....-Αυγ-00ΦΑΚΟΣ Τ115Χ8,5 CSM HR213.229,64ΤΠ .....-Αυγ-00ΜΗΧ/ΤΑ SERVO ZOOM KIT21.835,95ΤΠ ....-Αυγ-00ΒΙΝΤΕΟΚΑΜΕΡΑ225.379,31ΤΠ .....-Αυγ-00SDI ΜΟΝ.ΕΞΟΔ.ΓΙΑ DVS 7000 SER2782,71ΤΠ .....-Αυγ-00ΜΕΤΑΛΛ. ΒΡΑΧΙΟΝΑΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ2394,19ΤΠ .....-Αυγ-00ΦΟΡΗΤΟΣ ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ DVCAM DIGITAL440.498,90ΤΠ .....-Αυγ-00ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ513.472,63TΠ ..... Aυγ-00ΜΟΝΑΔΑ ΛΗΨΗΣ21.052,97ΤΠ ..... Αυγ-00ΑΔΙΑΒΡΟΧΟ ΚΑΛΥΜΜΑ5714,13ΤΠ .....-Αυγ-00ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ MONITOR 666.415,03ΤΠ .....-Αυγ-00ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ MONITOR SLIDE RAIL61.214,97ΤΠ .....-Αυγ-00VARIO PEDESTAL 2-75334.864,27ΤΠ .....-Αυγ-00MULTI DISC3352,16ΤΠ .....-Αυγ-00BROADC 241N/4GR/2MA S/N RW525200516138.297,87ΤΔΑ .....-Αυγ-00ΤΡΙΠΟΔΑΣ PRO 130/10GB45.693,32ΤΠ .....-Αυγ-00IFINISH V80 ON LINE VIDEO SYSTEM S/N 00561673119.809,24ΤΠ .....-Αυγ-00IFINISH V20 ON LINE VIDEO SYSTEM S/N 0056211614.680,85ΤΠ .....-Αυγ-00IFINISH V40 ON LINE VIDEO SYSTEM S/N 0056234618.642,70ΤΠ .....-Αυγ-00IFINISH V40 ON LINE VIDEO SYSTEM S/N 0056245918.642,70ΤΠ .....-Αυγ-00CYBERTEC BASE STATION PIII P6BX-CU-2313.646,37ΤΠ .....-Αυγ-00CYBERTEC DISK SERVER BM-144-SVW17.424,80ΤΠ .....-Αυγ-00HITACHI MONITOR CBM771ET 19''43.462,95ΤΠ .....Αυγ-00HITACHI MONITOR CBM776ET 19''1865,74ΤΠ .....-Αυγ-00COMPAQ AP550/733 WINDOWS NT EDITING WORKSTATIOND110.594,28ΤΠ .....-Αυγ-00UPS APC SILICON DP310E17.190,02ΤΠ .....-Αυγ-00ΒΙΝΤΕΟΕΓΓΡΑΦΕΑΣ DIGITAL-VIDEOCASSETE-REC347.720,66ΤΠ .....-Αυγ-00ΕΓΧΡΩΜΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΟΝΙΤΟΡ 9 ΙΝΤΣΩΝ (ΜΟΝΙΤΟΡ)157.758,78TΠ .....-Αυγ-00ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ ΒΙΝΤΕΟ524.333,09TΠ .....-Αυγ-00ΦΟΡ.ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ DVCAM DIGITAL CAMCORDER770.873,07ΤΠ .....-Αυγ-0020'' EΓΧΡΩΜΟ ΜΟΝΙΤΟΡ RON-COL.VID.MONIT. 612.927,25ΤΠ .....-Αυγ-00ΨΗΦΙΑΚΟ ΣΥΣΤ. EFF ADVESI156.733,68ΤΠ .....-Αυγ-00ΠΛΑΚΕΤΑ ΕΦΦΕ 5100 CHDV135.392,52ΤΠ .....-Αυγ-00ΠΛΑΚΕΤΑ ΕΙΣΟΔΟΥ 5100 DSD23.697,73ΤΠ .....-Αυγ-00ΜΟΝΑΔΑ ΑΠΟΘΗΚ. 5100TFS14.754,22ΤΠ .....-Αυγ-00ΤΡΟΦΟΔΟΤΙΚΟ 5100 CPPS1528,25ΤΠ .....-Αυγ-00ΚΑΛΩΔΙΟ 5100 100ft1369,77ΤΠ .....-Αυγ-00ΜΟΝΑΔΑ ΕΣΤΙΑΣΗΣ 5100 DEF15.705,06ΤΠ .....-Αυγ-00IFINISH V40/DV S/N 0061153 0056282300,00ΤΠ .....-Σεπ-00PLATITUM CONTRACT V40/DV00,00ΤΠ .....-Σεπ-00ΗΙΤΑCHI 19'' MONITORS CM75100,00ΤΠ .....-Σεπ-00CYBERTEC BASE STATION S/N 80001 8000200,00TΠ .....-Σεπ-00CYBERTEC DISK SERVER BM-144 S/N BM001300,00ΤΠ .....-Σεπ-00IFINISH V40 DV PLAT SOFT00,00ΤΠ .....-Σεπ-00CYBERTEX BASE STATION P6BX-CV00,00ΤΠ .....-00ΟΘΟΝΗ HITACHI 19''00,00ΤΠ .....-Σεπ-00IFINISH V80/DV/SDI S/N 0061112500,00ΤΠ .....-Σεπ-00COMPAQ AP550 1733 WINDOWS NT00,00ΤΠ .....-Σπε-00747.896,13. Συγκεκριμένα για Παράρτημα Α Νο : ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΠΟΣΟΤΗΤΑΑΞΙΑΤΙΜΟΛΟΓΙΟΗΜ/ΝΑΙDIMMERS MEMOPACK 30 (12X3kw)16.608,95ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΥΠΟΤΙΤΛΕΖΑ ΒΙΝΤΕΟΤΑΙΝΙΩΝ VW82035.238,44ΤΔΑ .....-Ιουλ-00PTS MSS ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΣΣΕΤΩΝ126.338,96ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΜΟΝΑΔΑ EFFE ΕΙΚΟΝΑΣ DFS 500P111.504,04ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ BETACAM SP UUVW 1800P546.515,04ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΜΟΝΑΔΑ ΕDITING PVE50024.683,79ΤΔΑ .....-Ιουλ-00MONITOR 14'' PVM14NSE21.385,18ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ MONITOR 6'' PVH66041QM33.301,54ΤΔΑ .....-Ιουλ-00EΓΧΡΩΜΟ ΜΟΝΙΤΟR EIKONOΣ 9'' PVM 9040ME65.652,24ΤΔΑ ..... Ιουλ-00MONITOR 14'' PVM14NSE21.385,18TΔΑ .....-Ιουλ-00MHXANHMATA ΜΟΝΙΤΟR 6'' PVM6041 QM61.100,51ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΜΕΤΑΛ. ΒΡΑΧΙΟΝΑΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΜΒ-5203679,68TΔΑ 320-Ιουλ-00ΑΝΤ/ΚΟ PVM6041QMSM3190,64ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ BETACAM SPUVW1800P874.424,06ΤΔΑ .....-Ιουλ-00MONITOR 14'' PVM14NSE64.155,54ΤΔΑ .....-Ιουλ-00MONAΔA ΕDITING49.367,57ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΜΟΝΑΔΑ EFFE ΕΙΚΟΝΑΣ DFS300P19.575,94ΤΔΑ .....-Ιουλ-00MIKTHΣ ΗΧΟΥ SRP V20018.451,94TΔΑ .....-Ιουλ-00ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΓΡΑΦΙΚΩΝ19.747,29TΔΑ .....-Ιουλ-00ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΓΡΑΦΙΚΩΝ178.359,91ΤΔΑ .....-Ιουλ-00DFS-3005A-CP AUDIO/VIDEO SYNCHRONIZER220.037,12ΤΔΑ .....-Ιουλ-00DFS-3005A-CP AUDIO/VIDEO SYNC. LOCAL CONT PANEL220.037,12ΤΔΑ .....-Ιουλ-00XPR12VCP12X1 VIDEO ROUTER WITH LPC11.083,35ΤΔΑ .....-Ιουλ-00E-3005RP REMOTE CONTROL PANEL12.346,96TΔΑ .....-Ιουλ-00XPR12CA26CP VIDEO&AUDIO 12X1 ROUTER35.391,42ΤΔΑ .....-Ιουλ-00DFS3005ACP AUDIO/VIDEO SYCHNONISER220.031,25ΤΔΑ .....-Ιουλ-00UPS APC SILICON DP320E18.176,08ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΚΛΙΜΑΤΙΣΤΙΚΑ TRANE MWW524&TWK52412.641,23ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΜΕΤΑΤΡΟΠΕΑΣ XTD820K16.349,52ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΡΟΒΟΛΗΣ WWA120'' 3200 HC130.462,22ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΛΥΧΝΙΑ ΤΗ382218.372,41ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΛΥΧΝΙΑ ΤΗ382218.581,07ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΛΥΧΝΙΑ ΤΗ34728.415,55ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΓΕΝΝΗΤΡΙΑ/7ΑΗ0161201601 PAL MAX W/OP154.107,12ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΣΥΣΤΗΜΑ DVE/DVEOUS 510-2/ABEKAS1102.297,87ΤΔΑ .....-Ιουλ-00V1601 1V RACK INTERFACE11.247,25ΤΔΑ .....-Ιουλ-00VIDEO RECORDER12.318,42ΤΔΑ .....-Ιουλ-00ΣΥΝΟΛΟ610.562,40. Συγκεκριμένα για Παράρτημα Α Νο .....: ΑΡΚ ΜΗΧ/ΤΑ DIGITAL330.374,17ΤΔΑ .....-Αυγ-00DSR 40P ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ VIDEO522.071,90ΤΔΑ .....-Αυγ-00DSR PD100AP ΦΟΡΗΤΟΣ ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ12.753,93TΔΑ .....-Αυγ-00ΚΟΝΣΟΛΑ BROAD241N/46GR/2MA138.297,87ΤΔΑ .....-Αυγ-00EDIT PRO 3000 FX VIDEO128.720,21ΤΔΑ .....-Αυγ-00ULTRA BLUE ICE19.684,52ΤΔΑ .....-Αυγ-00ΤΑΜΠΛΕΤΑ WACOM INTVOSAS1378,58ΤΔΑ .....-Αυγ-00DVS 7150 ΜΗΧ/ΤΑ DIGITAL137.291,75ΤΔΑ .....-Αυγ-00BKDS-7017 ΜΗΧ/ΤΑ SWITCHER112.573,21ΤΔΑ ..... Αυγ-00BKDS-2031 ΜΗΧ/ΤΑ CHROMAKEY13.692,16ΤΔΑ ..... Αυγ.00BKDS-8062 ΜΗΧ/ΤΑ AUXBUS23.478,70ΤΔΑ ..... Αυγ.00BKDS-7103 ΜΗΧ/ΤΑ IZ INPUT27.644,28ΤΔΑ ..... Αυγ.00BKDS-7163 SDI ΜΟΝ ΕΞΟΔΟΥ1391,35ΤΔΑ .....Αυγ.00BKDS-7280 ΜΗΧ/ΤΑ Μ/Ε BRD11.431,11ΤΔΑ .....Αυγ.00BKDS-6080 ΜΗΧ/ΤΑ LT UNIT12.753,58ΤΔΑ .....Αυγ.00BKDS-8060 ΜΗΧ/ΤΑ11.426,97ΤΔΑ .....Αυγ.00BKDS-7080 ΜΗΧ/ΤΑ OPERATIONALE 13.080,78ΤΔΑ .....Αυγ.00ΣΥΝΟΛΟ217.045,07 Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αναφέρονται και περιγράφονται και όλοι οι λοιποί όροι, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα εκάστου των μερών, το δικαίωμα καταγγελίας και υπαναχωρήσεις σε περίπτωση παραβάσεως οιουδήποτε των όρων της συμβάσεως καθώς και το δικαίωμα αφαιρέσεως των πραγμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης. Με την ανωτέρω σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης η εταιρεία ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ αναγνώρισε την εγκαλούσα εταιρεία κυρία και νομέα του μισθωμένου εξοπλισμού, παρέλαβε αποκλειστικά και μόνο την χρήση τους (για τα κινητά που αναφέρονται στο παράρτημα Α Νο ...-lease) και διατήρησε αποκλειστικά και μόνο την χρήση του (για τα κινητά που αναφέρονται στο παράρτημα Α Νο ... και ...-lease back) αναλαμβάνοντας την υποχρέωση σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως κατά τους όρους αυτής να αποδώσει αναντίρρητα την χρήση του στην εγκαλούσα εταιρεία. Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μίσθωσης ορίσθηκε πενταετής, το δε σύνολο των μισθωμάτων διαιρούνταν σε 20 (είκοσι) τριμηνιαία ληξιπρόθεσμα μισθώματα, του μισθώματος ανερχομένου αρχικά σε 61.971 ευρώ ανά εκατομμύριο ευρώ καθαρής αξίας του μισθίου πλέον Φ.Π.Α. και της καταβολής αρχομένης από 23-2-2001, 27-10-2000 και 22-11-2000 για κάθε παράρτημα αντίστοιχα. Για τον υπολογισμό των μισθωμάτων εισήχθη αρχικά ρήτρα ευρώ. Επίσης δυνάμει του υπ'αριθμ. ..... συμβολαίου χρηματοδοτικής μίσθωσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Λάβδα-Μπόμπου και των συνοδευόντων αυτό υπ'αριθμ. ΑΝ0... (εσωτ. αριθ......), ΑΝο ..... (εσωτ.αριθ. .....) παραρτημάτων εξεμίσθωσε στην ιδία ως άνω εταιρεία με το σύστημα της χρηματοδοτικής μίσθωσης τον αναφερόμενο με κάθε λεπτομέρεια στο α) στο παράρτημα ΑΝ0 ..... και ομοίως στα υπ'αριθμόν ....., ....., ..... και ..... τιμολόγια της εταιρείας ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ Α.Ε. εξοπλισμό τον εξοπλισμό αυτό η εγκαλούσα εταιρεία τον αγόρασε από την εταιρεία ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ με την με αριθμ. ..... σύμβαση αγοραπωλησίας και στη συνέχεια ταυτόχρονα με την σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης διατήρησε τη χρήση του έναντι καταβολής μισθώματος προς αυτήν (εγκαλούσα εταιρεία) - αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση β) στο παράρτημα ΑΝο ..... και ομοίως στο υπ'αριθμ. ..... τιμολόγιο της εταιρεία "SCREEN SERVICE ITALIA Srl" εξοπλισμό τα οποία η εταιρεία ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ παρέλαβε ανεπιφύλακτα. Σύμφωνα με τα πιο πάνω τιμολόγια η συνολική αξία των πιο πάνω κινητών ανέρχεται στο συνολικό για το παράρτημα ΑΝο ..... των Ε 724.681,71 πλέον Φ.Π.Α. 18% και στο συνολικό ποσό για το παράρτημα ΑΝο ..... των Ε 66.442,70 πλέον Φ.Π.Α. 18%. Συγκεκριμένα για το παράρτημα ΑΝο . ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΠΟΣΟΤΗΤΑΑΞΙΑΤΙΜΟΛΟΓΙΟΗΜ/ΝΑΙΣΤΑΘΜΟΙ ΕΝΔ/ΝΙΑΣ ΚΟΝΤΡΟΛ/ΜΑSTER SN.8225617.177,11ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΤΕΤΡΑ/ΤΑ ΓΙΑ ΕΞΩΤ. ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ SN.37011,1223.222,30ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΨΗΦ. ΜΟΝΤ.ΕΙΚ.ΗΧΟΥ CYBERTEC SN.B 82256 528829T2102.012,22ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΣΤΑΘΜΟΙ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΜΟΝΤΑΖ Ν.2000100001,2421.980,92ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΣΤΑΘΜΟΙ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΜΟΝΤΑΖ Ν. 00611719,11651,52839439.369,63ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΜΟΝΤΑΖ MEDIA 100 SONY MONITORS SN. 6002823,2958414.699,93ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΟΘΟΝΕΣ HITAC.I,SPIR.FOLLIO F1, ΚΟΝΣ.ΗΧΟΥ4FOSTEX16.899,49ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΜΙΚΤΗΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΗΧΟΥ FP 33 SN.506816111.796,04ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΜΙΚΤΗΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΗΧΟΥ FP 33 SN.506816247.184,15ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΜΙΚΤΗΣ ΦΟΡ.ΗΧΟΥ FP 33 STEREO SHURE SN.386786059.288,33ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΓΕΝΝ. ΛΟΓΟΤΥΠΟΥ & ΣΗΜΑΤΩΝ SN.3123,45116.036,68ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΠΟΜΠΟΣ ΠΛΗΡΗΣ 200 W ELECTRA ITALY111.885,55ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΟΜΟΑΞ/ΚΟΣ ΔΙΑΚ. ΜΕΤΑΓ. ΜΕ ΜΟΝ. ΕΛΕΓΧ. 14.402,05ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΟΘΟΝΗ ΠΛΑΣΜ. FUJITSU PLASMA SN. RDS4207E-H15.429,20ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΤΡΙΠΟΔΙΑ ΚΑΜΕΡΩΝ PRO-130/9 SN.505K0770922.694,06ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΤΡΙΠ.ΚΑΜ.PRO-130/10GP SN.505K01111 SN.505K0770911.347,03ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΤΡΙΠΟΔ.ΚΑΜΕΡ.130/10GP SN.505J0611722.649,06ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΤΡΙΠΟΔ.ΚΑΜΕΡ.130/10GP SN.505K0721279.429,20ΤΔΑ .....-Φεβ-01W/STATION 620MT 933 DUAL 512 SN.DL-07-566217.021,28ΤΔΑ .....-Φεβ-01SONY L181A 18.1 LCD COLOR SN.SO-03-05613.301,54ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ DVCAM SONY 1800P SN.400075311.051,50ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΕΓΓΡΑΦΕΑΣ VIDEO SONY SN.135871258.399,41ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΗΛΕΚ/ΓΟ ΖΕΥΓΟΣ 200Κ WA PERKINS SN. YB50496U749544G126.356,00ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΜΕΤΑΤΡ.ΣΗΜ.ΕΙΚ.ΑΝΑΛ/ΚΟΥ ΣΕ ΨΗΦ.SN.V319761031115.377,84ΤΔΑ .....-Φεβ-01METATΡ.ΣΗΜ.ΕΙΚ.ΑΝΑΛ/ΚΟΥ ΣΕ ΨΗΦ.SN.P0010519.683,64ΤΔΑ .....-Φεβ-01KEYBORDS ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΑ SN371313.838,00ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΓΕΝ/ΡΙΑ ΧΑΡΑΚ/ΩΝ SN.FXD1466,2368,404500041200.847,32ΤΔΑ .....-Φεβ-01EΓΧΡΩΜΗ ΒΙΝΤΕ/ΡΑ ΠΑΡ.SN.100956411.972,12ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΓΕΝΝΗΤΡΙΑ 30Κ W A 231/400V JOHN DEERE/MARELLI426.834,92ΤΔΑ .....-Φεβ-01CONTAINER ΠΟΜΠΩΝ316.287,60ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΗΛΕΚ/ΓΟ ΖΕΥΓΟΣ 200K W A PERKINS SN.WS4486N1276394116.154,16ΤΔΑ .....-Φεβ-01MON. EΞΩΤ.ΜΕΤ/ΣΕΩΝ RADIO LINK SN.NTS-IGM-ΠΕΔΙΟΜΕΤΡΟ SN.92150+SCP01,9096+,931814.453,15ΤΔΑ .....-Φεβ-01ΣΥΝΟΛΟ724.681,71Συγκεκριμένα για το παράρτημα Α Νο 2/3.4.2001: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΠΟΣΟΤΗΤΑΑΞΙΑΗΜ/ΝΙΑΤΙΜΟΛΟΓΙΟΠΟΜΠΟΙ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ1566.442,70Φ30/0111-Απρ-01ΣΥΝΟΛΟ566.442,70Στην ως άνω χρηματοδοτική μίσθωση αναφέρονται και περιγράφονται και όλοι οι λοιποί συνήθεις όροι, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα εκάστου των μερών, το δικαίωμα καταγγελίας και υπαναχωρήσεις σε περίπτωση παραβάσεως οιουδήποτε των όρων της συμβάσεως καθώς και το δικαίωμα αφαιρέσεως των πραγμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης. Με την σύμβαση αυτή η εταιρεία ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ αναγνώρισε την εγκαλούσα αποκλειστική κυρία και νομέα του μισθωμένου εξοπλισμού, διατήρησε όμως αποκλειστικά και μόνο την χρήση του (για τα κινητά που αναφέρονται στο παράρτημα ΑΝο1 -lease back) και παρέλαβε αποκλειστικά και μόνον την χρήση τους (για τα κινητά που αναφέρονται στο παράρτημα ΑΝο2- lease) αναλαμβάνοντας την υποχρέωση, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως κατά τους όρους αυτής, να αποδώσει αναντίρρητα την χρήση τους σ'αυτήν (εγκαλούσα). Η διάρκεια της ανωτέρω χρηματοδοτικής μίσθωσης ορίσθηκε πενταετής, το σύνολο δε των μισθωμάτων διαιρούνταν σε είκοσι (20) τριμηνιαία ληξιπρόθεσμα μισθώματα, του μισθώματος ανερχομένου αρχικά σε 62.284 ευρώ αν εκατομμύριο ευρώ καθαρής αξίας του μισθίου πλέον Φ.Π.Α. και της καταβολής αρχομένης από 22/5/2001 και 11-7-2001 για κάθε παράρτημα αντίστοιχα. Από την αρχή των εν λόγω χρηματοδοτήσεων εντελώς αδικαιολόγητα και χωρίς η εγκαλούσα να έχει παραβεί οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωσή της η εταιρεία του κατηγορουμένου κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα μετά από επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες να καταγγείλει τις ως άνω χρηματοδοτικές μισθώσεις και τα συνοδεύοντα αυτές ως άνω παραρτήματα με την από 8-7-2002 εξώδικη καταγγελία, την οποία κοινοποίησε στην οφειλέτιδα εταιρεία στις 16-7-2002 και με την οποία την καλούσε συγχρόνως α) να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα της χρονικής περιόδου από το Νοέμβριο 2000 μέχρι το Μάιο 2002 για την πρώτη χρηματοδοτική μίσθωση, ανερχόμενα συνολικά σε 557.255,52 ευρώ και της χρονικής περιόδου από το Φεβρουάριο 2001 μέχρι τον Απρίλιο 2002 για τη δεύτερη χρηματοδοτική μίσθωση, ανερχόμενα συνολικά σε 367.997,00 ευρώ, ήτοι συνολικά 925.252,52 ευρώ και β) να αποδώσει το μισθωμένο εξοπλισμό. Πλην όμως ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητά του αρνήθηκε να καταβάλει τα μισθώματα, αλλ'ούτε απέδωσε στην εγκαλούσα την χρήση των μισθωμένων κινητών πραγμάτων, συνολικής αξίας, σύμφωνα με τις καταρτιθείσες συμβάσεις και παραρτήματα -2.866.638,01 ευρώ (747.896,13 + 610.562,40 + 217.045,07 = 1.575.503,60 ευρώ ο εξοπλισμός της πρώτης σύμβασης και 724.681,71 + 566.442,70 = 1.291.134,41 ευρώ ο εξοπλισμός της δεύτερης σύμβασης) πλέον Φ.Π.Α., μ'αυτό δε τον τρόπο τα ενσωμάτωσε στη δική του περιουσία, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Εξ αιτίας αυτής της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου η εγκαλούσα κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών τις : α) από 19-3-2003 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 2873/21-3-2003 β) από 15-3-2003 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 2874/21-3-2003. Επί των αιτήσεων αυτών εξεδόθησαν οι υπ'αριθμ. 2659/2003 και 2660/2003 αντιστοίχως αποφάσεις, με τις οποίες η εγκαλούσα αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας και κάτοχος του μισθίου εξοπλισμού και υποχρεώθηκε η εταιρεία του κατηγορουμένου να τον αποδώσει. Οι αποφάσεις αυτές δεν κατέστη δυνατό να εκτελεσθούν αναγκαστικά, καθόσον η καθής εταιρεία δεν υπήρχε πλέον στις γνωστές διευθύνσεις και δεν ανευρέθη ο εξοπλισμός. Μετά την ως άνω κοινοποίηση των ως άνω αποφάσεων η εγκαλούσα και πάλι τον κατηγορούμενο με το από 1-5-2004 εξώδικο να της επιστρέψει τον παραπάνω εξοπλισμό η τουλάχιστον να την ενημερώσει που βρίσκεται ο εξοπλισμός κυριότητας και νομή της και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ο κατηγορούμενος ενώ όφειλε να της παραδώσει άμεσα και χωρίς προφάσεις την χρήση του πιο πάνω μισθωμένου εξοπλισμού του ουδέν έπραξε έκτοτε παρά τις επανειλημμένες έρευνες της εγκαλούσας δεν κατέστη δυνατό να εξευρεθεί ο εξοπλισμός αυτός, όπως προκύπτει από την από 23-09-2004 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο της Αθήνας ..... σύμφωνα με την οποία κατέστη αδύνατη η αναγκαστική αφαίρεση του εξοπλισμού δυνάμει των πιο πάνω αποφάσεων. Τέλος η εγκαλούσα κατέθεσε ενώπιον του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 25-10-2004 την υπό κρίση έγκληση. Ο ως άνω εξοπλισμός μετά παρέλευση διετίας περίου (2005) ανευρέθη στο ..... (στις πρώην εγκαταστάσεις του τηλεοπτικού σταθμού της εταιρείας του κατηγορουμένου) και στη ..... στα χέρια τρίτων προσώπων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 6593/2006 απόφαση διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της εγκαλούσας κατά: α) της εταιρείας του κατηγορουμένου, β) του ιδίου, γ) της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΕΒΤΕ", δ) του Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ....., ε) της εταιρείας με την επωνυμία "SPECTRUM CONNECT FASMA AE" και στ) της Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ..... δέχθηκε ότι η εταιρεία του κατηγορουμένου πώλησε σημαντικό μέρος του εξοπλισμού της εγκαλούσας σε τρίτο πρόσωπο μετά την κοινοποίηση της εξώδικης καταγγελίας των χρηματοδοτικών συμβάσεων. Συνεπώς ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τον επίδικο εξοπλισμό έχει παρακρατήσει παράνομα ο ....., νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "V C A ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", ο οποίος τον είχε παραλάβει τον Δεκέμβριο του έτους 2002 λόγω έξωσης της εταιρείας του κατηγορουμένου από το κτίριο της οδού ....., κρίνεται αβάσιμος. Εξάλλου τα γεγονότα αυτά φέρονται ότι συνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο της κοινοποιήσεως της καταγγελίας όταν αυτός είχε εκδηλώσει την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης του μισθίου εξοπλισμού. 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι δεν έλαβε γνώση της εξώδικης καταγγελίας της εγκαλούσας καθόσον η επίδοση έγινε στην διεύθυνση της εταιρείας του στην οδό ....., όταν το κτίριο του τηλεοπτικού σταθμού τελούσα υπό κατάληψη από τους εργαζομένους λόγω των οφειλών της εταιρείας προς αυτούς και ως εκ τούτου δεν τον ενημέρωσε κανένας δεν αποδείχθηκε από κανένα αξιόπιστο στοιχείο, σε κάθε δε περίπτωση δε η αναφερομένη κατάληψη έληξε τον Αύγουστο του έτους 2002, οπότε αυτός επανήλθε στο χώρο του σταθμού και ασφαλώς ενημερώθηκε σχετικά, ενώ ο ίδιος εγνώριζε σε κάθε περίπτωση ότι είχε ήδη καταστεί υπερήμερος ως προς την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων σύμφωνα με την συμβατική του υποχρέωση και ουδέν έπραξε για αυτό ούτε διασφάλισε τον παραπάνω μισθωμένο εξοπλισμό. Τέλος όσον αφορά τον για πρώτη φορά προβληθέντα ισχυρισμό με την υπό κρίση έφεση ότι υφίσταται θέμα εγκυρότητας των προαναφερθεισών συμβάσεων επί των οποίων η εγκαλούσα αντλεί αξιώσεις αλλά και θέμα ακριβείας του αναφερομένου στην έγκληση εξοπλισμού διότι οι ως άνω συμβάσεις υπ'αριθμ. ..... και ..... δεν έχουν λάβει χώρα ως εκτίθενται και δεν έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1665/86 πρέπει να λεχθεί ότι αφ'ενός μεν δεν προεβλήθη στο προαναφερθέν δικαστήριο αλλά και ούτε και στην απολογία του από τον κατηγορύμενο αφ'ετέρου δεν προσεκόμισε αποδεικτικά στοιχεία προς απόδειξη της βασιμότητος αυτού, σε κάθε δε περίπτωση ο κατηγορούμενος εγνώριζε ότι υπήρχαν σοβαρές εκκρεμότητες με την εγκαλούσα εταιρεία και δεν μερίμνησε ώστε να τις διευθετήσει, γεγονός που αποδεικνύει τον δόλο του ως προς την μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, ούτε ενημέρωσε την εγκαλούσα που βρίσκεται ο εξοπλισμός κυριότητος και νομής της, αυτός αυθαίρετα και με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης κατακράτησε τον πιο πάνω εξοπλισμό και του ενσωμάτωσε στην περιουσία του αποκρύπτοντάς την απ'αυτήν και αποστερώντας την οριστικά απ'αυτόν, η συμπεριφορά του δε αυτή ζημίωσε την εγκαλούσα και συνεχίζει να την ζημιώνει δεδομένου ότι η εγκαλούσα παρά την τεράστια οικονομική της ζημία από τις ως άνω χρηματοδοτήσεις της εταιρείας του κατηγορουμένου, θα μπορούσε να μεταπωλήσει τον μίσθιο εξοπλισμό και να εισπράξει τίμημα ικανό ώστε να περιορίσει την μεγάλη οικονομική της απώλεια, συνεπεία δε της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου τούτο κατέστη αδύνατο. IV) Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 2243/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ότι το βούλευμα στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, γιατί σ'αυτό δεν αναγράφεται ούτε προσδιορίζεται, ποιά η αξία και ποιά η ποσότητα του εξοπλισμού που ανευρέθηκε στις εγκαταστάσεις στο ..... και ποιά η ποσότητα και η αξία του εξοπλισμού που βρέθηκε στα χέρια τρίτων στη ....., στερείται ουσιαστικής βασιμότητας, δεδομένου ότι αυτός κατηγορείται ότι ιδιοποιήθηκε το σύνολο του εξοπλισμού (ο οποίος περιγράφεται αναλυτικά) στις 17-7-2002, όταν οι χρηματοδοτικές μισθώσεις καταγγέλθηκαν και επιδόθηκε σ'αυτόν η από 8/7/2002 εξώδικη καταγγελία τους. V. Κατ'ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί η με αριθμό 139/21-7-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου χν κατά του με αριθμό 916/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 18 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 916/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 2243/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 73.000 ευρώ (άρθρ. 375 παρ 1 Π.Κ., όπως η παράγραφος 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.3 α' Ν. 2721/1999 ) πράξη που φέρεται απ' αυτόν τελεσθείσα στην Αθήνα την 17-7-2002 εις βάρος της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία " ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ". Για τους λόγους που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως ορθούς, νομίμους και βασίμους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται εξ ολοκλήρου για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού οι περιεχόμενοι σ' αυτή λόγοι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' και δ' ΚΠΔ και συγκεκριμένα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 375 παρ.1 Π.Κ., όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.3 α' Ν2721/1999 είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και αναφέρονται διεξοδικώς στην εισαγγελική πρόταση διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ως άνω αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 73.000 Ευρώ, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27 παρ.1 και 375 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε σωστά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Αλλά περαιτέρω και γιατί, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, ο λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογίας του βουλεύματος, διότι δεν αναγράφεται ούτε προσδιορίζεται σ' αυτό, ποία η αξία και ποία η ποσότητα του εξοπλισμού που ανευρέθηκε στις εγκαταστάσεις στο ..... και ποία η ποσότητα και η αξία του εξοπλισμού που βρέθηκε στα χέρια τρίτων στη ....., στερείται εννόμου επιρροής, καθόσον με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ο αναιρεσείων ιδιοποιήθηκε το σύνολο του αναλυτικά περιγραφομένου σ' αυτό εξοπλισμού στις 17.7.2002, όταν οι χρηματοδοτικές μισθώσεις καταγγέλθηκαν και επιδόθηκε σ' αυτόν η από 8.7.2002 εξώδικη καταγγελία τους. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 139/21.7.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμόν 916/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας βουλεύματος που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακουργηματική υπεξαίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 286/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..... και 2. Χ2 και ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 40/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2008 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1636/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες 1) από 10/9/2008 (αρ.πρωτ. 7611/16-9-08) και 2) από 10/9/2008 (αρ.πρωτ. 7610/16-9-08) αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των: 1) Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..... και 2) Χ2, και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ....., αντίστοιχα, για αναίρεση της 40/2008 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α), το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ. β), το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ. δ) και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ. β), πρέπει να εκτίθενται τα αίτια αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης στην τέταρτη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 40/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (116,6 κιλά ακατέργαστης κάνναβης) από κοινού, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου ο πρώτος και της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης ο δεύτερος, και καταδικάστηκαν, ο καθένας, σε ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών και σε χρηματική ποινή 40.000 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, πλέον των πιο πάνω ελαφρυντικών (που τους είχαν αναγνωρισθεί και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, κατέθεσαν εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτούς, ο μεν πρώτος (Χ1) των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ. β, δ και ε του ΠΚ, ο δε δεύτερος (Χ2) των ελαφρυντικών των περ. α και δ του ίδιου άρθρου, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικώς κατά τις περί ενοχής των κατηγορουμένων αγορεύσεις τους. Ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων (Χ1) ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα εξής ελαφρυντικά "...: α) Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.β' ... . Κατά το χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων, όπως άλλωστε έχω καταθέσει και κατά το προανακριτικό στάδιο, αντιμετώπιζα σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, αφενός λόγο των υποχρεώσεών μου απέναντι στις δύο συμβάσεις δανείου με την Τράπεζα GmbH MAC Bank και απέναντι σε μία τρίτη με την Τράπεζα EFG EUROΒΑΝΚ ERGASIAS Α.Ε, και αφετέρου λόγω του προβλήματος υγείας το οποίο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ταλαιπωρεί την σύζυγο μου και εξαιτίας του οποίου έχουμε γονατίσει οικονομικά. Στην προανακριτική μου κατάθεση αναφέρω: "... Κάποια στιγμή μου είπε ότι θα μου έδινε για τη μεταφορά έξι χιλιάδες ευρώ (6.000 €). Εγώ με τα χρήματα αυτά θα μπορούσα να πληρώσω κάτι δάνεια". Πιο συγκεκριμένα δυνάμει της υπ'αριθμ. ..... σύμβασης δανείου όφειλα στην Τράπεζα EFG EUROΒΑΝΚ ERGASIAS Α.Ε, από τις 01-06-2005, ποσό της τάξεως των τριών χιλιάδων επτακοσίων δέκα εννιά ευρώ και τριών λεπτών (3.719,13 €). Επιπλέον με την από 21-02-2005 εξώδικη γνωστοποίηση της ως άνω Τράπεζας κλήθηκα να προβώ στην τακτοποίηση οφειλής της τάξεως των χιλίων πεντακοσίων δέκα πέντε ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (1515,18 €), οφειλή προερχόμενη από υπόλοιπο συνδρομής κάρτας. Η σύζυγος μου μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να υποβάλλεται καθημερινά σε αλλεπάλληλες ιατρικές εξετάσεις καθώς πάσχει από μεταστατική μορφή καρκίνου ενώ πρόσφατα υπεβλήθη και σε σοβαρότατη, ιδιαιτέρως επικίνδυνη και πολυδάπανη εξαιτίας της πολυπλοκότητάς της, χειρουργική επέμβαση ολικής γαστρεκτομής, αναγκαία ωστόσο για την αντιμετώπιση της ασθένειας της. Επομένως, η κακή εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της συζύγου μου, η φθίνουσα οικονομική και επαγγελματική μου πορεία σε συνδυασμό με την ηθική υποχρέωση μου να ανταποκριθώ επαρκώς στις ανάγκες των δύο ανήλικων τέκνων μου, αποτέλεσαν τους λόγους που με οδήγησαν στην τέλεση της ως άνω πράξης. Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου ΠΚ 84 παρ 2 περ δ'. ... Πλην του ότι αμέσως μετά τη σύλληψη μου, κατά την εξέταση μου από τις Αστυνομικές Αρχές, δήλωσα ότι έχω μετανιώσει για την πράξη μου ... επιπροσθέτως κατά το χρόνο και τον τόπο παραλαβής των ναρκωτικών ουσιών από τους δύο αγνώστους σε εμένα Αλβανούς και αφότου αντελήφθην το μέγεθος της ποσότητας των ναρκωτικών για το οποίο επρόκειτο, αρνήθηκα επίμονα να τα παραλάβω. Ωστόσο από φόβο για τη ζωή μου πιέστηκα να προβώ στις ως άνω πράξεις μου. Στην απολογία μου ενώπιον του ανακριτή αναφέρω: "... Όταν είδα τους σάκους αρνήθηκα να την παραλάβω, ήθελα να τους παρατήσω εκεί αλλά φοβήθηκα για τη ζωή μου", ενώ ο συγκατηγορούμενός μου αναφέρει κατά την απολογία του: "... Τον πίεζα να πετάξουμε τους σάκους αλλά αυτός φοβόταν τους Αλβανούς μήπως τον σκοτώσουν". Επιπλέον, κατά τη σύλληψη μου (17-12-2006) ενήργησα με θετικές πράξεις συνεπικουρώντας τις αστυνομικές Αρχές και επιχειρώντας να συμβάλω στην διελεύκανση της υποθέσεως, όπως άλλωστε προκύπτει και από την κατάθεση του Συνοριακού Φύλακα ..... Α. Συγκεκριμένα: "... κατά την παραμονή του στην υπηρεσία μας ο Αλβανός υπήκοος Χ1 μας δήλωσε ότι τις ναρκωτικές ουσίες τις παρέλαβε από άγνωστο Αλβανό κοντά στον τόπο όπου συνελήφθη, με το όνομα "Β", κάτοικος ..... με αριθμό κινητού τηλεφώνου ....., ο οποίος θα του υποδείκνυε το ακριβές σημείο όπου θα τα παρέδιδε φθάνοντας στην Αθήνα". Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε'. ... Η πρόσφατη Νομολογία των Δικαστηρίων της ουσίας δέχεται ότι συντρέχει η συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση και όταν ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή ενώ ήταν κρατούμενος ... . Στο πρόσωπο μου συντρέχει η ως άνω ελαφρυντική περίσταση όπως αυτό προκύπτει από τα προσκομισθέντα πρωτοδίκως έγγραφα και από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων". Ο δεύτερος αναιρεσείων (Χ2) ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα εξής ελαφρυντικά "...:1. Στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' Π.Κ.). Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος μέχρι της πράξεως αυτής διήγαγε έντιμο, ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο και δεν είχε απασχολήσει ποτέ με οποιοδήποτε τρόπο τις αστυνομικές ή ανακριτικές αρχές. Ειδικότερα αυτό προκύπτει: α. Από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, όπου περιέχονται μόνο δυο καταδίκες ήσσονος σημασίας. Ειδικότερα η πρώτη αφορά ποινή φυλακίσεως 20 ημερών με την υπ' αρ. 4977/24-6-1996 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παράβαση του Αγορανομικού Κώδικα και η δεύτερη αφορά ποινή φυλακίσεως 2 μηνών με την υπ' αρ. 9118/26-1-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Οι δύο παραπάνω καταδίκες σε καμία περίπτωση δεν αίρουν τον πρότερο και επί σαράντα επτά (47) έτη έντιμο βίο και χαρακτήρα του ανωτέρω κατηγορουμένου διότι όχι μόνον είναι ήσσονος σημασίας αλλά θα πρέπει να θεωρούνται και ανύπαρκτες μετά την πάροδο ήδη έντεκα και επτά αντίστοιχα ετών (βλ. σχετική επισυναπτόμενη απόφαση ΑΠ 1091/2002) και μάλιστα η δεύτερη (φυλ. 2 μηνών) αφορά παράβαση (ανασφάλιστο όχημα) που ήδη αποποινικοποιήθηκε. β. Από τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον Σας μαρτύρων από τις οποίες αποδείχτηκε ο προ της πράξεως έντιμος και υποδειγματικός βίος του κατηγορουμένου (και μάλιστα κατεγράφη και στο σκεπτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά την αποδοχή από το Δικαστήριο του αυτοτελούς περί μη συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 23 ν.3459/2006). γ. Από την καταξιωμένη πορεία της οικογενειακής του ζωής ... και 2. Στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ' Π.Κ.). Ειδικότερα ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια όπως τούτο αβίαστα προκύπτει από την απολογία του αλλά κυρίως από την συμπεριφορά του μετά την σύλληψη του όπως αυτό βεβαιώνεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αλλά και από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων. Η Νομολογία άλλωστε δέχεται ότι η " αληθής εξιστόρηση "των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι αξιόποινες πράξεις συνιστά έμπρακτη εκδήλωση ειλικρινούς μετανοίας ...". ΙII. Με αυτό το περιεχόμενο οι προταθέντες από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση των προαναφερόμενων ελαφρυντικών, παρά την εκτενή ανάπτυξή τους, είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Ειδικότερα, ως προς τους ισχυρισμούς του πρώτου αναιρεσείοντα (Χ1), η επίκληση οικονομικών του δυσκολιών, λόγω υποχρεώσεών του από συμβάσεις δανείου προς Τράπεζες ύψους 3.719 ευρώ και από ληξιπρόθεσμη οφειλή του από πιστωτική κάρτα ύψους 1515 ευρώ, καθώς και οι μη προσδιοριζόμενες (ως προς το ύψος και το χρόνο που έπρεπε να πραγματοποιηθούν) δαπάνες για τη νοσηλεία της συζύγου του, καθώς και "η ηθική του υποχρέωση" να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων του, δεν συνιστούν περιστατικά τα οποία και αληθινά υποτιθέμενα, είναι ικανά να θεμελιώσουν "μεγάλη ένδεια" που να δικαιολογεί τη ώθηση για τη διάπραξη του ιδιαίτερα βαρύτατου κακουργήματος της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών. Επίσης το γεγονός και μόνο ότι δήλωσε ότι έχει μετανοιώσει για την πράξη του και ότι παρά τις προτροπές και την πίεση συγκατηγορουμένου του "να πετάξουν τους σάκους", αυτός αρνήθηκε, διότι φοβήθηκε και το ότι δήλωσε στις αρχές, μετά την πράξη, ότι παρέλαβε τα ναρκωτικά από άγνωστο Αλβανό με το όνομα "Β" στο οποίο θα τηλεφωνούσε στο αριθμό κινητού τηλεφώνου που του είχε δώσει για το σημείο που παρέδιδε την ποσότητα των ναρκωτικών, δεν συνιστούν περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν ειλικρινή μεταμέλεια, (η επικαλούμενη "μεταμέλεια" προηγήθηκε της πράξεως) ούτε η "μεταμέλεια" αυτή συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, αφού, μόνο η πιο πάνω ασαφής "πληροφορία" προς τους αστυνομικούς δεν συνιστά τέτοια συμπεριφορά. Τέλος, ουδέν περιστατικό καλής συμπεριφορά και μάλιστα επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης αναφέρει ο αυτός αναιρεσείων, μη αρκούσης της αόριστης αναφοράς ότι "η νομολογία των Δικαστηρίων της ουσίας δέχεται ότι συντρέχει η συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση και όταν ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή ενώ ήταν κρατούμενος". Περαιτέρω, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, Χ2, το γεγονός ότι από το ποινικό αυτού μητρώο, πλην δύο πλημμελημάτων, τα οποία κατά την κρίση του, "είναι ήσσονος σημασίας", προκύπτει ότι δεν έχει διαπράξει άλλα αδικήματα, δεν δικαιολογεί τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Επίσης, ουδέν συγκεκριμένο περιστατικό αναφέρει ο ίδιος αναιρεσείων προκειμένου να θεμελιώσει την ειλικρινή αυτού μεταμέλεια με την πιο πάνω αναφερόμενη έννοια. Το Δικαστήριο της ουσίας, επομένως, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των πιο πάνω ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτούς, με την αιτιολογία ότι "τα διαλαμβανόμενα υπό των κατηγορουμένων ότι είχαν χρέη και πρέπει να τους αναγνωρισθεί ως ελαφρυντικό ότι προέβησαν στην πράξη από μη ταπεινά αίτια δεν στοιχειοθετούν το (πραγματικό) του εν λόγω ελαφρυντικού. Κατά τα λοιπά οι ως αυτοτελείς προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, είναι αόριστοι και απορριπτέοι". Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. V. Μετά από αυτά και την απόρριψη του μοναδικού πιο πάνω λόγου αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιέχεται και στις δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, πρέπει οι αιτήσεις να απορριφθούν, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις 1) από 10/9/2008 (αρ. πρωτ. 7611/16-9-08) και 2) από 10/9/2008 (αρ. πρωτ. 7610/16-9-08) αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των : 1) Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..... και 2) Χ2 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..... αντίστοιχα, για αναίρεση της 40/2008 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου, των μη ταπεινών αιτίων, της ειλικρινούς μετάνοιας, και της καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 παρ.2 α, β, δ και ε Π.Κ.). Πότε είναι ορισμένοι οι ισχυρισμοί για ελαφρυντικά. Απορρίπτει την αναίρεση.
Ναρκωτικά
Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 285/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1623/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ., "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρ. 9 ("Προσάρτηση παραρτημάτων") του ΠΔ 395/1994: "Προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλεια εργαζομένων" (89/655/ΕΟΚ) παράρτημα Ι παρ. 2.3. Ο χειριστής πρέπει να μπορεί, από την κύρια θέση χειρισμού, να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στις επικίνδυνες ζώνες. Εάν αυτό είναι αδύνατο, κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία πρέπει αυτομάτως να προηγείται ένα ασφαλές σύστημα, όπως ένα ηχητικό ή οπτικό προειδοποιητικό σήμα. Ο εκτιθέμενος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο και τα μέσα να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί εκκίνηση ή η παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου ΠΔ : " Για τους σκοπούς του παρόντος νοείται ως: 1. Εξοπλισμός εργασίας: Κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία. 2. Χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας: Κάθε δραστηριότητα σχετική με τον εξοπλισμό εργασίας, όπως η θέση σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας, η χρήση, η μεταφορά, η επισκευή, η μετατροπή, ο προληπτικός έλεγχος και η συντήρηση, συμπεριλαμβανομένου και του καθαρισμού. 3. Επικίνδυνη ζώνη: Κάθε ζώνη εντός ή και πέριξ του εξοπλισμού εργασίας στην οποία εκτιθέμενος ο εργαζόμενος υπόκειται σε κίνδυνο, όσον αφορά την ασφάλεια ή την υγεία του. 4. Εκτιθέμενος εργαζόμενος: Κάθε εργαζόμενος που βρίσκεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε επικίνδυνη ζώνη. 5. Χειριστής: Ο εργαζόμενος που είναι επιφορτισμένος με τη χρήση εξοπλισμού εργασίας" . Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει επίσης λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 800/2008 απόφασή του, τα εξής: "... Ο κατηγορούμενος είναι τεχνικός διευθυντής της βιομηχανίας συσκευασιών "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Σ.Ε.Ε. " που βρίσκεται στην Β' ΒΙ.ΠΕ ..... . Με την ιδιότητα του αυτή έγινε, από αμέλεια, πρόξενος του κατωτέρω εργατικού ατυχήματος: Την 30-9-2003 και ώρα 09.12 ο Ψ εργαζόταν ως εργάτης κλιβάνου στο εν λόγω εργοστάσιο. Όμως, ο κατηγορούμενος, παρότι ως τεχνικός Διευθυντής του άνω εργοστασίου ήταν ο υπεύθυνος για την ασφάλεια των εργαζομένων, παρέλειψε να λάβει τις ελάχιστες - προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράρτημα, παρ. 2.3 Π.Δ. 395/1994, ο χειριστής πρέπει να μπορεί από την κύρια θέση χειρισμού να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτεθειμένα στις επικίνδυνες ζώνες, και εάν αυτό καθίσταται αδύνατο κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία να υπάρχει η δυνατότητα με την τοποθέτηση ενός ασφαλούς συστήματος όπως ηχητικό ή οπτικό προειδοποιητικό σήμα στην πασαρέλα κάτω από το πορτάκι του φούρνου του άνω εργοστασίου, ώστε και ο εργαζόμενος που εκτίθεται στον κίνδυνο να μπορεί ο ίδιος να ασφαλίζει και να απασφαλίζει με ειδικό κομβίο, το κομβίο του χειριστή της πόρτας του Ε. ΤΒ. Ο κατηγορούμενος δεν έλαβε αυτή την πρόνοια και έτσι την ανωτέρω ημέρα, όταν ο πολιτικώς ενάγων, ολοκλήρωσε την εργασία του, ακολούθως τοποθέτησε κεραμοβάμβακα στο πορτάκι του φούρνου. Πριν βγάλει το χέρι του όμως από το πορτάκι, ο χειριστής Α εκλαμβάνοντας την κίνηση άλλου εργαζομένου (του Β) ως σήμα ότι η όλη διαδικασία περατώθηκε, διότι δεν είχε οπτική επαφή με τον πολιτικώς ενάγοντα, και γι' αυτό βιαστικά πάτησε το κουμπί της κονσόλας ελέγχου με εντολή να κλείσει το πορτάκι του φούρνου. Έτσι το δεξί χέρι του πολιτικώς ενάγοντος εγκλωβίστηκε στο φούρνο και υπέστη σοβαρές βλάβες (βαρύτατα εγκαύματα στο επίπεδο της πηχεοκαρπικής με καταστροφή όλων των παλαμιαίων στοιχείων και έγκαυμα ραχιαίας επιφάνειας καρπού. Ήδη το σύστημα ελέγχου άλλαξε και τα συνεργαζόμενα πρόσωπα έχουν πλέον οπτική επαφή. Πρέπει λοιπόν ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται, αλλά να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό ότι τέλεσε την ανωτέρω πράξη του ωθούμενος από μη ταπεινά αίτια". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος του ότι: "... από αμέλεια προκάλεσε σωματική βλάβη στον Ψ ο οποίος εργαζόταν ως εργάτης κλιβάνου στο άνω εργοστάσιο, με παράλειψη οφειλομένης ενέργειας αφού είχε νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του ανωτέρω αποτελέσματος, το οποίο και τελικά δεν απέτρεψε και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψη του. Ειδικότερα ως Διευθυντής του άνω εργοστασίου και υπεύθυνος για την ασφάλεια των εργαζομένων παρέλειψε να λάβει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους που προβλέπεται από το άρθρο 9, παράρτημα, παρ. 2.3 Π.Δ. 395/1994, σύμφωνα με το οποίο ο χειριστής πρέπει να μπορεί από την κύρια θέση χειρισμού να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτεθειμένα στις επικίνδυνες ζώνες, και εάν αυτό καθίσταται αδύνατο κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία να υπάρχει η δυνατότητα με την τοποθέτηση ενός ασφαλούς συστήματος όπως ηχητικό ή οπτικό προειδοποιητικό σήμα στην πασαρέλα κάτω από το πορτάκι του φούρνου του άνω εργοστασίου, ώστε και ο εργαζόμενος που εκτίθεται στον κίνδυνο να μπορεί ο ίδιος να ασφαλίζει και να απασφαλίζει με ειδικό κομβίο, το κομβίο του χειριστή της πόρτας του Ε. ΤΒ. ...". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε ενόχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρ. 84 παρ. 2β, για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλαβης από αμέλεια, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1, 28 , 314 παρ.1α και 315 παρ.1 του ΠΚ και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιοποίνης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Π.Κ. και του Π.Δ. 395/1994, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. IV. Ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση "αφενός απέδωσε στη διάταξη που εφάρμοσε (άρθρο 9, Παράρτημα, παρ. 2.3 Π.Δ. 395/1994), έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει και αφετέρου στο πόρισμα της, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως. Ειδικότερα, ότι α) " το δικαστήριο απέδωσε στη διάταξη που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ότι, δηλαδή, το προειδοποιητικό σήμα απαιτείται να λειτουργεί "κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία" και όχι όταν αυτή παύει, όπως δέχθηκε ότι συνέβη στην κρινόμενη υπόθεση ("έκλεισε το πορτάκι του φούρνου") κα β) " διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ατελείς αιτιολογίες σχετικά με την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου - αναιρεσειοντος, αν, δηλαδή, αυτός όφειλε να έχει εφοδιάσει τον εξοπλισμό εργασίας με "προειδοποιητικό ηχητικό ή οπτικό σήμα κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργά", όπως προβλέπεται ρητά και ειδικά από τα εδάφια α' και β' της διάταξης της παρ. 2.3 του άρθρου 9 Π.Δ. 395/1994 (Παράρτημα) ή αν όφειλε να παρέχει στον παθόντα - πολιτικώς ενάγοντα τα μέσα να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί "η εκκίνηση ή παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας", όπως είναι ένα κομβίο ασφάλισης και απασφάλισης του χειριστή, που δεν προβλέπεται πάντως σαφώς στο εδάφιο γ' της ίδιας διατάξεως. Και αν υφίστατο νομική υποχρέωση για την ύπαρξη "ειδικού κομβίου", που να βαρύνει τον εργοδότη, οι δύο αυτές υποχρεώσεις σωρεύονται κατά τρόπο ασαφή από την αναιρεσιβαλλομένη, η οποία ταυτίζει το προειδοποιητικό σήμα με το ειδικό κομβίο ασφάλισης και απασφάλισης του κομβίου του χειριστή ...". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Πράγματι, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9, Παράρτημα Ι, παρ. 2.3 του Π.Δ. 395/1994, προβλέπει τρεις επί μέρους υποχρεώσεις του εργοδότη που αφορούν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων κατά τη δραστηριότητα που σχετίζεται ειδικότερα με τη θέση σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας (άρθρο 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1 και 2 και 4, 3 παρ.1) και συγκεκριμένα α) Ο χειριστής πρέπει να μπορεί από την κύρια θέση χειρισμού, να βεβαιώνεται, ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθεμένα στις επικίνδυνες ζώνες (εδ. α'). β) Αν αυτό είναι αδύνατο "κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία πρέπει αυτομάτως να προηγείται ένα ασφαλές σύστημα, όπως ένα ηχητικό ή οπτικό προειδοποιητικό σήμα" (εδ. β') και γ) Ο εκτιθέμενος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο και τα μέσα να αποφύγει του κινδύνους που δημιουργεί η εκκίνηση ή η παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας (εδ. γ'). Το Τριμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, αν και είχε ειδική προς τούτο υποχρέωση, παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε από τις τρεις πιο πάνω αναφερόμενες ελάχιστες - προδιαγραφές ασφάλειας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τον εργαζόμενο παθόντα κατά την διάρκεια της εργασία του. Η παράλειψη δε οποιασδήποτε τούτων, οι οποίες είναι δυνατό να συντρέχουν, αρκούσε, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, και συνεπώς ουδεμία ασάφεια δημιουργείται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, δέχθηκε ότι συντρέχουν σωρευτικώς οι εν λόγω παραλήψεις. Περαιτέρω το Δικαστήριο, με την παραδοχή του, ότι "ήδη το σύστημα ελέγχου άλλαξε και τα συνεργαζόμενα πρόσωπα έχουν πλέον οπτική επαφή", δέχεται, όπως αυτονοήτως συνάγεται, ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε δυνατότητα να είχε τηρηθεί ακόμη και η πρώτη από τις πιο πάνω ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας, δηλαδή να μπορεί ο χειριστής "από την κύρια θέση χειρισμού, να βεβαιώνεται, ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθεμένα στις επικίνδυνες ζώνες". Η παραδοχή αυτή του δικαστηρίου αρκεί να θεμελιώσει την από παράλειψη του αναιρεσείοντος σωματική βλάβη του παθόντος, έτσι ώστε οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτού που αφορούν τις δύο λοιπές προδιαγραφές ασφαλείας, να προβάλλονται αλυσιτελώς. Εντούτοις, το Δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, δέχθηκε, σωρευτικώς, ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να λάβει τα άλλα δύο προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές μέτρα - προδιαγραφές ασφαλείας. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας του παθόντος εντός του κλιβάνου ο "εξοπλισμός" με την πιο πάνω έννοια είχε τεθεί σε λειτουργία. Αυτός τέθηκε σε λειτουργία από τον χειριστή του, προκειμένου να κλείσει το πορτάκι του κλιβάνου, όταν ο χειριστής εσφαλμένα θεώρησε ότι ο παθών είχε περατώσει την εργασία του και είχε εξέλθει. Επομένως, το Δικαστήριο ορθώς απέδωσε στη διάταξη που εφάρμοσε την έννοια που πραγματικά αυτή είχε, ότι, δηλαδή, το προειδοποιητικό σήμα απαιτείται να λειτουργεί "κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία" και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη, όπως η πιο πάνω διάταξη ορίζει, ότι "ο εκτιθέμενος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο και τα μέσα να αποφύγει του κινδύνους που δημιουργεί η εκκίνηση ή η παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας", δεν απαιτείται να διευκρινίζει περαιτέρω "από ποια διάταξη νόμου πηγάζει η υποχρέωση για την ύπαρξη "ειδικού κομβίου" για την ασφάλιση ή απασφάλιση του κομβίου του χειριστή", αφού είναι προφανές ότι το "ειδικό κομβίο" είναι στην προκειμένη περίπτωση το από τη διάταξη αυτή οριζόμενο "μέσο" για την αποφυγή του κινδύνου. Εξάλλου, ουδόλως η προσβαλλόμενη απόφαση ταυτίζει το προειδοποιητικό σήμα με το ειδικό κομβίο ασφάλισης και απασφάλισης του κομβίου του χειριστή, όπως αβασίμως ο αναιρεσείων αιτιάται. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. V. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αιτήση στο σύνολο της, ως αβάσιμη, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29/9/2008 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 8066/30-9-2008) αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 800/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια δια παραλείψεως. Εργατικό ατύχημα. Ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις για την λήψη μέτρων κατά ασφαλείας για την πρόληψη ατυχημάτων κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ΠΔ 395/1994: Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων κατά τη δραστηριότητα που σχετίζεται ειδικότερα με τη θέση σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας. Έννοια όρων του νόμου. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 283/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 3897/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γεωργανά. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1578/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε ως αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3897/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το ..... προσύμφωνο της συμβ/φου Αθηνών Ελένης συζ. Δημ. Μπορνόβα, ο Συνεταιρισμός Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) υποσχέθηκε δια των Προέδρου και Γενικού Γραμματέα του, που νόμιμα τον εκπροσωπούσαν, να πωλήσει στον Α, πατέρα των πολιτικών εναγόντων, το επίδικο ακίνητο (τεμάχιο γηπέδου), επιφάνειας 197 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ....., στη θέση ".....". Το ως άνω ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του συνεταιρισμού και αποτελούσε τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτό με το ..... παραχωρητήριο του τότε Υπουργού Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Το τίμημα είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 236.400 δραχμών, από το οποίο ποσό 78.200 δραχμών καταβλήθηκε κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, ποσό δε 40.000 στις 25.2.1977, ενώ το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Με όρο του προσυμφώνου ορίζονταν ότι η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου θα γινόταν ευθύς ως επιτρέπονταν δια νόμου ή εφόσον κρίνονταν αρμοδίως ότι είναι επιτρεπτή η μεταβίβαση λόγω πώλησης του ακινήτου βάσει των κειμένων διατάξεων. Μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου ο πατέρας των πολιτικώς εναγόντων Α κατείχε έκτοτε το ως άνω ακίνητο συνεχώς χωρίς διακοπές με διάνοια κυρίου ασκώντας επ' αυτού διακατοχικές πράξεις. Συγκεκριμένα περιέφραξε αυτό ενσωματώνοντας το σε άλλο παρακείμενο και συνεχόμενο οικόπεδο του, στο οποίο είχε ανεγείρει και οικία στην οποία διέμενε, φύτεψε σ' αυτό διάφορα δένδρα, όπως οπωροφόρα, συκιές κ.α., επέβλεπε αυτό κλπ. Οριστικό συμβόλαιο τελικά δεν καταρτίστηκε, διότι ο συνεταιρισμός ισχυριζόμενος ότι δεν είναι επιτρεπτή η μεταβίβαση του ακινήτου, με βάση τις διατάξεις της εποικιστικής νομοθεσίας, που απαγόρευαν την κατάτμηση και την εκποίηση του, δεν προέβαινε στη συμφωνηθείσα μεταβίβαση λόγω πώλησης. Κατόπιν αυτού, ο Α άσκησε δύο αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκαν: α) η 9012/2000 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη η μία αγωγή περί καταδίκης του συνεταιρισμού σε δήλωση βουλήσεως, δηλαδή περί μεταβίβασης του επιδίκου ακίνητου στον Α, δεχόμενο το Δικαστήριο, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ήταν ελεύθερη και β) η 7353/2001 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη και η άλλη αγωγή περί αναγνώρισης του Α κυρίου του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεχόμενο το Δικαστήριο ότι αυτός από την κατάρτιση του προσυμφώνου και μέχρι την άσκηση την 17-12-1998 της αγωγής του κατείχε το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου ασκώντας επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, αναφέροντας ενδεικτικά ως διακατοχικές πράξεις την περίφραξη του ακινήτου από την κατάρτιση του προσυμφώνου, την επίβλεψη και επιτήρηση αυτού. Βέβαια το εν λόγω ακίνητο χαρακτηρίζεται ως κοινόχρηστο αλλά δεν έχει περιέλθει η κυριότητα του στο Δήμο ....., διότι δεν έχει κινηθεί η σχετική διαδικασία απαλλοτρίωσης του και δεν έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση στον αναγνωρισθέντα με την ως άνω απόφαση κύριο αυτού Α. Συνεπώς, το κατατιθέμενο ενόρκως από τον κατηγορούμενο Χ, όταν εξετάστηκε ως μάρτυρας την 20-9-2001 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά την εκδίκαση αγωγής του Α κατά του συνεταιρισμού σχετικά με το επίδικο ακίνητο των 197 τ.μ., ότι : "... Η περίφραξη υπήρχε στο δικό του οικόπεδο, όχι σ' αυτό που διεκδικεί τώρα ... σ' αυτό υπάρχουν δένδρα, τα οποία έχει φυτέψει ο Δήμος ... ένα αυτοκίνητο του Δήμου έρχεται και ποτίζει τα δένδρα" ήταν ψευδές. Και αυτό διότι, όπως προεκτέθηκε το επίδικο το είχε περιφράξει και δένδρα σ' αυτό είχε φυτέψει, τα οποία και πότιζε κατά την άσκηση των διακατοχικών του πράξεων, ο πατέρας των πολιτικώς εναγόντων ακίνητο Α και όχι ο Δήμος ..... . Ο δε κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα παραπάνω κατέθεσε ήσαν ψευδή. αφού, όπως προκύπτει από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, η οποία δεν αντικρούεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ο κατηγορούμενος ήταν γείτονας, διότι είχε σπίτι απέναντι από το επίδικο και γνώριζε καλά ότι αυτό (επίδικο) ήταν από παλιά περιφραγμένο από τον πατέρα της Α και ότι τα δένδρα τα είχε φυτέψει ο πατέρας της και τα πότιζαν οι ίδιοι". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 224 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δε παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντα, μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Αναφέρεται, επίσης η αρμόδια για την εξέταση αρχή και η γνώση του ως προς το ψευδές αυτών, καθώς και τα αληθή πραγματικά περιστατικά, τα οποία αυτός γνώριζε.. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 274/30.7.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3897/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας για ψευδορκία μάρτυρα.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 282/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπακογιάννη, περί αναιρέσεως της 125/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Μακρυγιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1040/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από τρίτο, αλλά και από αυτόν τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Όταν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο θεωρείται, σύμφωνα, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216, ως επιβαρυντική περίσταση. Το έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα στο σύνολό τους, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 125/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...: Ο κατηγορούμενος κατήρτισε διαθήκη του πατέρα του Α, η οποία ήταν πλαστή, τόσο κατά το περιεχόμενο, όσο και κατά την υπογραφή. Η ιδιόγραφη διαθήκη φέρει ημερομηνία 9-4-1967. Ο πατέρας του κατηγορουμένου απεβίωσε στις 13-10-1974. Στις 3-2-2000 ο κατηγορούμενος προβαίνει σε αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του ενώπιον της συμ/φου Αράχωβας Μαρίας Ταμβάκη, όπου δηλώνει ότι ο πατέρας του απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η δικαστική γραφολόγος Β που εξέτασε τη διαθήκη αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστογραφημένη. Δεν προέκυψε όμως από τη διαδικασία πότε ακριβώς καταρτίστηκε η πλαστή διαθήκη και πάντως είναι βέβαιο ότι καταρτίστηκε πολύ πριν τον Απρίλιο του 2000, εφόσον και ο συμβολαιογράφος Ιωάννης Αναγνωστόπουλος στον οποίο κατατέθηκε αναφέρει ότι δόθηκε σ' αυτόν δύο μήνες πριν τη δημοσίευση (6-7-2000) χωρίς όμως να είναι βέβαιος για τον ακριβή χρόνο κατάθεσης της σ' αυτόν. Συμπληρώθηκε επομένως η οκταετία που απαιτείται για την παραγραφή του αδικήματος της κατάρτισης πλαστού. Για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής του σχετικού αδικήματος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για το αδίκημα της κατάρτισης πλαστού. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση της ως άνω πλαστής διαθήκης στην οποία αναφέρεται ότι ο αποβιώσας πατέρας του κατέλειπε σ' αυτόν τα αναγραφόμενα σ' αυτή ακίνητα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ακίνητο στο οποίο προβάλλει εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων Ψ, α) ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, για την δημοσίευση της και κήρυξη ως κυρίας, στις 6-7-2000, β) στις 21-1-2001 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δελφών, όταν συζητήθηκε η από 16-2-2001 αγωγή του εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ακινήτου και γ) στις 15-3-2001, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, όταν συζητήθηκε δεύτερη αγωγή του με ημερομηνία 20-11-2001, με την οποία ομοίως ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου, επικαλούμενος την από ..... δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου Δελφών Γαβριέλας Καβαλίκα. Συνεπώς αποδείχθηκαν τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, εφόσον ο κατηγορούμενος εν γνώσει του χρησιμοποίησε την ιδιόγραφη διαθήκη, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν πλαστή, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτή τον Δικαστή ενώπιον του οποίου προσέφυγε για να ζητήσει να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου, που είχε αγοράσει κατά το ήμισυ δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του συμ/φου Δελφών Ηλία Δελμούζου, νομίμως μεταγεγραμμένου ο πολιτικώς ενάγων εις βάρος του οποίου προκαλούνταν οι έννομες συνέπειες από τη χρήση του εν λόγω πλαστού εγγράφου εφόσον πλήττονταν το δικαίωμα της κυριότητας του. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος για την ως άνω πράξη, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί περί μη στοιχειοθέτησης των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του κρινόμενου αδικήματος δεν θεωρούνται αυτοτελείς, για αυτό και δεν υπάρχει ρητή αναφορά του Δικαστηρίου σ' αυτούς, οι οποίοι άλλωστε κρίθηκαν με τα γινόμενα δεκτά ανωτέρω κατά ουσιαστική διερεύνηση της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα, 26 παρ.1α, 27, παρ.1 και 216 παρ.1, 2 ΠΚ και επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για την πράξη της κατάρτισης πλαστού εγγράφου. ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λαμίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προβαλλόμενη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτίαση, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση μεταβλήθηκε ανεπιτρέπτως ο χρόνος τελέσεως της πράξεως της καταρτίσεως της πλαστής διαθήκης, που επιδρά επί της παραγραφής, και συγκεκριμένα από "το πρώτο πενθήμερο του μηνός Ιουλίου του έτους 2000" μεταβλήθηκε "εις χρόνον που δεν μπόρεσε ακριβώς να εξακριβωθεΙ, πάντως πριν τον Απρίλιο του 2000", είναι, αφενός, αλυσιτελής, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη αυτή έχει παραγραφεί, αφετέρου, προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ημερομηνία τελέσεως της πράξεως ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο (πριν από τον Απρίλιο του 2000, αντί του Ιουλίου του 2000, όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έτσι έκρινε ότι, κατά την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης, (16/4/2008), η πράξη αυτή είχε παραγραφεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με την πιο πάνω αιτίαση, είτε αυτός επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε ΚΠΔ, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του, είτε σε αυτές της περ. Η του ίδιου άρθρου (υπέρβαση εξουσίας, λόγω χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου - 470 ΚΠΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IV. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι πρέπει να γίνει δεκτός "ο αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής του σχετικού αδικήματος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για το αδίκημα της κατάρτισης πλαστού". Στην συνέχεια δε, εφόσον έκρινε το Δικαστήριο ότι η πράξη της κατάρτισης του πλαστού κατέστη ατιμώρητη, λόγω της παραγραφής, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, το οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο ίδιος ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε και, συνεπώς, σύμφωνα και με τις πιο πάνω σκέψεις (παρ.Ι), το εν λόγω έγκλημα ανέκτησε την αυτοτέλεια του και τιμωρείται πλέον ως αυτοτελές έγκλημα. Ουδεμία δε αντίφαση δημιουργείται από ότι, στο διατακτικό και κατά τη διατύπωση της περί ενοχής του κατηγορουμένου διατάξεως για την πράξη της χρήσης πλαστού, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι "πριν τον Απρίλιο του 2000, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον ... . Ειδικότερα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της συνέταξε ιδιόγραφη διαθήκη ...". Αυτό δε, διότι η εν λόγω αναφορά έγινε, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση πλαστού εγγράφου, το οποίο ο ίδιος είχε πλαστογραφήσει και όχι προκειμένου να κηρύξει αυτόν ένοχο και για την πράξη της καταρτίσεως του πλαστού. Το ότι αυτό το νόημα έχει, η όχι, πάντως, ιδιαίτερα ακριβής διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως, προκύπτει όχι μόνο από τις πιο προαναφερόμενες σαφείς παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως, που συμπληρώνει το διατακτικό, αλλά και από την αμέσως επόμενη διάταξη του διατακτικού, όπου, ευθέως το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, λόγω παραγραφής, ώστε να μη καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία για το τι ακριβώς δέχθηκε το Δικαστήριο. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ ,λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω της , κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ασάφειας της απόφασης και αντίφασης διατακτικού και σκεπτικού, που προκύπτει από την προαναφερόμενη διάταξή της, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. V. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή απαλλακτικής του ή όποιας άλλης (παρεμπίπτουσας) κρίσης. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα των μαρτύρων κ.λ.π.), δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα μόνον από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν είναι δε αναγκαίο η κατάθεσή του να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, εφόσον γίνεται μνεία ότι Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και εφόσον, προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας αποφάσεως, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης 125/08 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, αναφέρεται μεν αρχικά σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, "... τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένόρκως στο Δικαστήριο ...", στη συνέχεια όμως της αιτιολογίας, ειδικώς αναφέρεται "ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων Ψ (που εξετάστηκε χωρίς όρκο), και γίνεται ειδική αναφορά περιστατικών που μόνο εκείνος κατέθεσε, (σχετικά με την μεταξύ αυτού και του κατηγορουμένου αντιδικία), όπως δε προκύπτει από την εν λόγω αιτιολογία, η καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του Δικαστηρίου, στηρίχθηκε και στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού τα κατατεθέντα από αυτόν πραγματικά περιστατικά έγιναν σε σημαντικό βαθμό δεκτά ως αληθή από το Δικαστήριο. Ετσι προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και από παραδρομή αναφέρονται οι καταθέσεις, μόνο των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με την αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, διότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του εξετασθέντος ανωμοτί πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης ο αναιρεσείων προβάλλει στο δεύτερο σκέλος του αυτού τρίτου λόγου αναίρεσης, ότι η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου στερείται αιτιολογίας, σε σχέση με την αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, διότι, όπως αναφέρει, στηρίζει την περί ενοχής αυτού κρίση του αποκλειστικά και επιλεκτικά μόνο στην γραφολογική εξέταση της γραφολόγου Β, η οποία είναι εσφαλμένη και ελλιπής για τους αναφερόμενους στην αίτηση λόγους και διότι "δεν εξηγεί πως οδηγήθηκε εις το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι ο πλαστογράφος", χωρίς να κάνη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου των λοιπών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία, καθώς και από τα προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα επιχειρήματα, προκύπτουν τα αντίθετα. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα αναφερόμενα από αυτόν, από τα οποία προκύπτει, όπως υποστηρίζει, η βασιμότητα των ισχυρισμών του και, επομένως, ότι ήταν αθώος της πράξεως για τις οποία καταδικάστηκε, είναι αβάσιμες. Από τη γενόμενη επίκληση, στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, όπως και πιο πάνω αναπτύχθηκε, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, ούτε από το ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, όπως η προαναφερόμενη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Κατά τα λοιπά, οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες, από τις αποδείξεις που αυτός αναφέρει και με την εκτιθέμενη από αυτόν επιχειρηματολογία, προκύπτουν τα αντίθετα από εκείνα που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ομοίως, για τους αυτούς λόγους είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, και ο τέταρτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε του ΚΠΔ όπως εκτιμάται, λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 του ΠΚ, κατά τον οποίο, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, δεν συντρέχουν τα στοιχεία του νόμου για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας, καθόσον "δεν συντρέχει κατάρτισης πλαστής ιδιόγραφου διαθήκης αλλά γνήσια και αληθής πλην άκυρος ιδιόγραφος", η οποία, για τους αναφερόμενους στην αίτηση λόγους ήταν "απρόσφορος να παραπλανήσει τρίτον". Κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση της αναφερόμενης στην απόφαση πλαστής διαθήκης, προεχόντως, όχι για να παραπλανήσει ότι ήταν κληρονόμος του πατέρα του (αφού, αν δεν υπήρχε διαθήκη, ήταν εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού), αλλά για το ότι κατέλειπε σ' αυτόν τα αναγραφόμενα σ' αυτή ακίνητα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ακίνητο στο οποίο προβάλλει εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων Ψ και για την παραπλάνηση αυτή ήταν πρόσφορο προς τούτο μέσο η κατάρτιση της πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης, έστω και αν ήταν άκυρη ως ιδιόγραφη. Συνεπώς, εφόσον, κατά τις παραδοχές της απόφασης, σκοπός του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα ήταν να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση της πλαστής διαθήκης, ασχέτως της εγκυρότητας αυτής, ως ιδιόγραφης, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως στην προκειμένη περίπτωση (χρήση αυτής για απόδειξη της κυριότητας αυτού επί του δήθεν κληρονομιαίου ακινήτου), ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση, συντρέχει η προς τούτο προϋπόθεση για την τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας. Τέλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την διαδικασία από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων, αν και γνώριζε ότι ήταν πλαστή η διαθήκη (αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης αυτός την είχε καταρτίσει), έκανε αυτής χρήση, με τους αναφερόμενους στην απόφαση τρόπους. Περαιτέρω, για την πληρότητα τη αιτιολογίας της αποφάσεως για το ότι η επίμαχη διαθήκη ήταν έγγραφο πρόσφορο να παραπλανήσει τρίτο, και ως προς την θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος της χρήσεως πλαστού, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, δεν απαιτείτο η έκθεση και άλλων περιστατικών, επιπλέον εκείνων που αναφέρονται στην απόφαση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, "ως προς τον υπερχειλή δόλο" του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά, όσα στον ίδιο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει (ως προς την μη δυνατότητα παραπλάνησης, ως προς το ότι δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυψε ότι ο αναιρεσείων ήταν πλαστογράφος, ως προς το ότι δεν αιτιολογείται γιατί αυτός θα κατάρτιζε μία πλαστή και άκυρη εκ του νόμου διαθήκη κλπ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. VI. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 3/2-6-2008 αίτηση (έκθεση) του Χ για αναίρεση της 125/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας, Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία (Πλαστή διαθήκη) Χρήση πλαστού από τον πλαστογράφο. Πότε τιμωρείται αυτοτελώς. Στοιχεία αδικήματος (πλημμέλημα). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης διότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα η κατάθεση του ανωμοτί εξετασθέντος πολιτικώς ενάγοντος. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή.
0
Αριθμός 281/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, περί αναιρέσεως της 2731/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ, 2. Φ και 3. Ξ, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 932/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παράγραφο 3α` του ίδιου άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5000.000 δρχ. (ήδη15.000 ευρώ), ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ.(ήδη 73.000 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α] σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β] η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανιέται κάποιος και γ] βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ο τελευταίος μετέρχεται την απάτη κατ` επάγγελμα, όταν στην τέλεσή της προβαίνει έχοντας την πρόθεση της επανειλημμένης διάπραξης της για να πορισθεί εισόδημα προς βιοπορισμό, κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος αυτού προκύπτει ότι έχει αποκτήσει ροπή προς το έγκλημα. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β` του Π.Κ. τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, κατά δε το άρθρο 47 παρ. 1, που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός", όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό [χωρίς να είναι άμεση], εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του, στην πραγμάτωσή της. Η συνδρομή του απλού συνεργού όπως αναφέρθηκε δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Τέλος κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του ίδιου κώδικα οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στο πρόσωπο του οποίου υπάρχουν Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 51 0 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχήν αναγκαίο να δικαιολογείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά επίσης και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, καταδίκασε, την αναιρεσείουσα Χ, για απλή συνέργεια κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια σε κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε από τον συγκατηγορούμενό της Ζ. Όπως δε προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εξ' αυτών Ζ ...... Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, αποσκοπώντας στην αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την απόκρυψη αθεμίτως ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Διαπράττει δε απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ ή το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000δρχ. Συγκεκριμένα: Διατηρώντας το στο διατακτικό γραφείο χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων συνεργαζόταν με την εταιρεία "ALIKO LiFE Co" ως πράκτορας αυτής ασφαλίσεων ζωής και ατυχημάτων και εκμεταλευόμενος το "κλίμα" της εποχής ενήργησε βάσει οργανωμένου σχεδίου, προβλέποντας την παραπλάνηση όσον το δυνατόν περισσοτέρων υποψηφίων επενδυτών με ψευδείς παραστάσεις σκοπεύοντας στην αποκομιδή τεραστίων χρηματικών ποσών και την εν συνεχεία εξαγωγή αυτών στο εξωτερικό όπου θα μετάβαινε και ο ίδιος. Προς τούτο, εμφανιζόμενος στους επενδυτές ως μεγάλος επιχειρηματίας, με ανάλογη οικονομική επιφάνεια και επικαλούμενος γνωριμίες με μεγάλους οικονομικούς παράγοντες και διασυνδέσεις με μεγάλες χρηματιστηριακές εταιρείες, κυρίως όμως εμφανιζόμενος ως εκπρόσωπος των εταιρειών "ALIKO LiFE Co" και ''ALIKO EUROBANK AEDAR" για λογαριασμό των οποίων δήθεν ενεργούσε ενώ ήταν απλός ασφαλιστικός πράκτορας συνεργαζόμενος με την "ALIKO" ισχυριζόταν ότι αναλαμβάνει την επένδυση κεφαλαίων στο χρηματιστήριο Αθηνών είτε σε αμοιβαία κεφάλαια είτε σε μετοχές υψηλής αποδόσεως, δεσμευόμενος έναντι των υποψηφίων επενδυτών για υψηλά κέρδη και βέβαιη απόδοση τα επιτεύγματα αυτά βεβαίωσε ότι θα πραγματοποιούσε στηριζόμενος δήθεν στην άριστη γνώση της αγοράς, τις προσβάσεις που είχε και την άριστη πληροφόρηση του μέσω των "EUROBANK" και ''ALIKO". Εμφανιζόταν επίσης ότι δήθεν είχε και προσωπική σχέση, με θεσμικούς επενδυτές, σε συμφωνία με τους οποίους μπορούσε να αγοράζει μετοχές εταιρειών προ της εισαγωγής των στο χρηματιστήριο και να εξασφαλίζει έτσι δήθεν υψηλά κέρδη κυρίως για τους πελάτες αλλά και για τον ίδιο. Περαιτέρω, προκειμένου να πείσει τον επενδυτή ότι ενεργούσε δήθεν ως εκπρόσωπος της "ALIKO", παρέδιδε σ'αυτούς πλαστές βεβαιώσεις της τελευταίας (όταν λάμβανε τα χρήματα), ή τους έβαζε και συμπλήρωναν αιτήσεις αγοράς μεριδίων μετοχών όπου ανεγράφετο "ALIKO EUROBANK". Οι βεβαιώσεις και αιτήσεις αυτές ήταν λογότυπα των ανωτέρω εταιρειών που ο ίδιος είχε καταρτίσει, κατ' απομίμηση των γνησίων και συγκεκριμένα στο επάνω δεξιό μέρος υπήρχε η επωνυμία της ασφ. Εταιρείας "ALIKO" υπό την οποία υπέγραφε ο κατηγορούμενος ως διευθυντής αυτής, ενώ στο τέλος του πλαισίου της σελίδας αναγραφόταν η εταιρεία "ALIKO" στην Αγγλική γλώσσα ως μέλος Διεθνούς Αμερικανικού Γκρούπ .Με τον τρόπο αυτό παραπλανούντο οι επενδυτές πιστεύοντας ότι τα χρήματα αυτά διατίθενται σε εξουσιοδοτημένο και αρμόδιο πρόσωπο της εταιρείας "ALIKO", το οποίο νομίμως θα επένδυε σε μετοχές στο Χ.Α.Α, προκειμένου να επιτύχουν υψηλές αποδόσεις, ενώ είναι σαφές ότι ουδέποτε θα έδιναν τα χρήματα τους εάν γνώριζαν ότι η διαχείρησή των ήταν άσχετη με την "ALIKO", δεδομένου ότι η τελευταία ησχολείτο με ασφάλιση ζωής και προσωπικών ατυχημάτων και ουδεμία σχέση έχουσα με διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων. Ειδικότερα με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του απεκόμισε παράνομα και ενσωμάτωσε στην περιουσία του, με αντίστοιχη βλάβη των παθόντων, τα ακόλουθα ποσά: Στα .... από 22-11-1999 μέχρι 10-12-1999 απεκόμισε παράνομα τα ποσά των εκατόν εξήντα εννέα εκατ. (169.000.000) δραχ και εκατόν έξι εκατομμυρίων (106.000.000) δρχ που του έδωσαν αντίστοιχα οι εγκαλούντες: α) Ψ και β) ..., για να τα κατευθύνει αυτός (κατηγ/νος), ως δήθεν θεσμικός επενδυτής στην απόκτηση-αγορά μετοχών με δημόσια εγγραφή εταιρειών, που επρόκειτο να εισαχθούν στο χρηματιστήριο, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των ως άνω εγκαλούντων. Η 2α εξ αυτών Χ με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος παρέσχε, κατ' επάγγελμα και συνήθεια, απλή συνδρομή στον συγκατηγορούμενο και σύζυγό της Ζ κατά την εκτέλεση των κακουργηματικών πράξεων απάτης που ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος των 1) Ψ, 2) ..., 3) Ξ και 4) Φ, όπως οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις περιγράφονται ανωτέρω στο Β κεφάλαιο του διατακτικού υπ' αριθμ.6, 13 και 14. Η συνδρομή της κατηγορουμένης συνίσταται στο ότι παρευρίσκετο στις συναντήσεις του συζύγου της με τους ανωτέρω παθόντες κατά τις, οποίες αυτός τους παρέστησε τ' ανωτέρω ψευδή γεγονότα ως αληθή αποσκοπώντας να τους παραπλανήσει και του καταβάλουν μεγάλα χρηματικά ποσά για αγορά δήθεν μετοχών, τα οποία και επρόκειτο να ιδιοποιηθεί, τελούσε σε γνώση των στοιχείων που συγκροτούν τις πράξεις του συζύγου της, και με την παρουσία της απέβλεπε να ενισχύσει ψυχικά την απόφαση του για τη διάπραξη των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων. Ενήργησε δε η κατηγορουμένη κατ επάγγελμα και συνήθεια, δεδομένου ότι τέλεσε επανειλημμένα την πράξη της απλής συνδρομής αποσκοπώντας στην απόκτηση εισοδήματος και έχοντας σταθερή ροπή στη διάπραξη του παραπάνω εγκλήματος. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της, που αποτελεί πιστή αντιγραφή του πρώτου, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού α) δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η "παρουσία" της αναιρεσείουσας κατά τη διάπραξη της κακουργηματικής απάτης, η οποία αναφέρεται στην απόφαση, ως πράξη συνδρομής της, ήταν ενεργός, δηλαδή δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει με ποιό τρόπο η παρουσία αυτής ενθάρρυνε αντικειμενικά την τέλεση της πιο πάνω πράξεως από τον αυτουργό και β) δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση αυτής για την από τον αυτουργό τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης που αυτός διέπραξε, καθώς και η βούληση της να συμβάλει με την συμπεριφορά της στην τέλεση της πράξεως αυτής από τον αυτουργό. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ. ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2731/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την αναιρεσείουσα Χ. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για απλή συνέργεια σε κακουργηματική απάτη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη.
0
Αριθμός 280/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο 'Ιβρο, περί αναιρέσεως της 338/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΑΣΙΚΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΡΟΠΛΕΣΙΟΥ" (Δ.Α.Σ.Κ.), που εδρεύει στο Καροπλέσι Καρδίτσας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 873/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, κατά δε το άρθρο 476 παρ.1 ιδίου κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η απόφαση με την οποία απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο το ένδικο μέσο της έφεσης του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης που εκδόθηκε χωρίς να είναι αυτός παρών, απαιτείται να διαλαμβάνονται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου α) ο χρόνος επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα, β) ο χρόνος της άσκησης του ένδικου μέσου και γ) το αποδεικτικό επίδοσης της πιο πάνω απόφασης. Σε περίπτωση κατά την οποία, με σαφή λόγο εφέσεως, γίνεται επίκληση συνδρομής ανώτερης βίας για την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, απαιτείται προσθέτως, να περιλαμβάνεται στην απόφαση η σχετική αιτιολογία 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκειμένου να κριθεί το βάσιμο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, με την υπ' αριθμ. 284/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, καταδικάσθηκε ερήμην, σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, υπεξαγωγή εγγράφων και απιστία. Κατά της απόφασης αυτής που του επιδόθηκε την 15-6-2006 άσκησε έφεση στις 6-10-2006, στην οποία ο ίδιος επικαλείται εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του για λόγους ανώτερης βίας τους οποίους δεν προσδιορίζει. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 338/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας απέρριψε την έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα με την ακόλουθη αιτιολογία. "... από το ανωτέρω αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης του αρμοδίου αστυνομικού οργάνου προκύπτει ότι η απόφαση 284/14-3-2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος-κατηγορουμένου Χ, Κατοίκου ..... (.....) επιδόθηκε σ' αυτόν στις 15-6-2006, η δε ασκηθείσα από τον ίδιο έφεση κατ' αυτής με αριθμό 126/6-10-2006 ασκήθηκε εκπροθέσμως όπως προκύπτει από την έκθεση αυτής που ασκήθηκε ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του πλημμελειοδικείου Καρδίτσας και αναγνώσθηκε παραπάνω, ήτοι μετά παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών (άρθρο ΚΠΔ). Δεν δικαιολογείται δε η άσκησή της από λόγους που να αναφέρονται σ' αυτή, πλην της αόριστης μνείας, λόγω ανωτέρας βίας ...". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, την έφεση του αναιρεσείοντα, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνεται σ' αυτήν το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης ερήμην αποφάσεως, ο χρόνος επίδοσης της αποφάσεως αυτής και ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο αναφερόμενος στην έκθεση της εφέσεως λόγος ανώτερης βίας αορίστως προβλήθηκε, από δε την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι έστω και κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών-κατηγορούμενος εξειδίκευσε και προσδιόρισε εις τι συνίσταται ο λόγος ανωτέρας βίας, εντεύθεν δε το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει επί του ζητήματος αυτού μάρτυρα και μάλιστα μετά την περί απορρίψεως της εφέσεως πρόταση του εισαγγελέα, τα στοιχεία του οποίου (μάρτυρα), άλλωστε, ο εκκαλών ουδόλως αναφέρει, ενώ τέλος, αορίστως και χωρίς προσκομιδή εγγράφων ισχυρίσθηκε ότι το θέμα του εμπροθέσμου ερευνήθηκε επί αιτήσεως αναστολής του. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και ο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι στην αναίρεση δεν διαλαμβάνεται ποια ουσιαστικού δικαίου διάταξη εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε και εις τι συνίσταται η παραβίαση αυτής, σε κάθε περίπτωση δε, δεν είναι ουσιαστική διάταξη εκείνη του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται, ώστε η παραβίαση αυτής να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 338/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης). Επαρκής αιτιολογία της αποφάσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 279/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κόλια, περί αναιρέσεως της 377/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Ψ2, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1524/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Περί ώρα 12:50 της 28/3/2001 το υπ' αριθµ. κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Α οδηγούµενο από τον ίδιο, µε ταχύτητα όχι µεγαλύτερη των 50 χιλιοµέτρων, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού .....-..... στο άκρο δεξιό της λωρίδας προς ..... . Η άνω οδός είχε πλάτος 7,50 µέτρα και στο ύψος του 8°U χιλιοµέτρου της εµφανίζει καµπύλη µε κλίση όχι απότοµη πλην όµως περιορίζουσα την ορατότητα και στα δύο ρεύµατα πορείας. Το ρεύµα κυκλοφορίας προς ..... που χρησιµοποιούσε ο Α στο συγκεκριµένο σηµείο εµφανίζει ανηφορική δεξιά στροφή. Δεξιότερα της άνω στροφής υφίσταται ιδιοκτησία τρίτου, κτισµένη σε περαιτέρω ανωφέρεια, στο σηµείο επαφής της οποίας (ιδιοκτησίας) µε το ρεύµα της άνω επαρχιακής οδού προς ..... διαχωρίζεται µε τσιµέvτινo στηθαίο µήκους άνω 5 µέτρων και πλάτους 0,20 µ., το οποίο απέχει από το δεξιό αυτό τµήµα του οδοστρώµατος κατά 1 µέτρο. Η κατάσταση της οδού (ανωφέρεια, στροφές, περιορισµένη ορατότητα) δεν επέτρεπαν στον Α να αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και ούτε άλλωστε παρείχαν στα όπισθεν αυτού κινούµενα µε την ίδια κατεύθυνση οχήµατα δυνατότητα προσπεράσεως του στο σηµείο εκείνο. Καθ' ην στιγµή ο Α διήρχετο από την ανωτέρω δεξιά στροφή αντελήφθη το υπ' αριθµ. κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η κατηγορουµένη, να κινείται µε αντίθετη κατεύθυνση (δηλαδή προς .....) και να έχει εισέλθει στο δικό του ρεύµα πορείας παρά την ύπαρξη διπλής διαχωριστικής γραµµής στο συγκεκριµένο σηµείο της άνω επαρχιακής οδού. Προκειµένου να αποφευχθεί η µετωπική σύγκρουση των δύο οχηµάτων ο Α έκαµψε απότοµα το τιµόνι του φορτηγού του προς τα δεξιά πραγµατοποιώντας σχετικό ελιγµό χωρίς ωστόσο να καταφέρει να αποφύγει την πρόσκρουση του αριστερού καθρέφτη του οχήµατος της κατηγορουµένης επί του αριστερού καθρέφτη του φορτηγού του. Συνέπεια της συγκρούσεως των καθρεπτών ήταν να εκτιναχθεί το φορτηγό δεξιά και να κτυπήσει επί του παρακείµενου τσιµέντινου στηθαίου κατά τρόπο ώστε να αποκοπεί το σασµάν αυτού (αυτοκινήτου) λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης και τελικώς, µετά τη µικρή ολίσθηση του προς τα πίσω λόγω της κλίσεως του εδάφους στο σηµείο, να ακινητοποιηθεί στο ρεύµα του, καταλαµβάνοντας λοξή θέση στο οδόστρωµα και σε απόσταση 1,30 µ. από τη διπλή διαχωριστική γραµµή. Επιπλέον η θέση που τελικώς κατέλαβε το φορτηγό Α επί του ρεύματος προς ....., προκάλεσε την πρόσκρουση επί του οπισθίου δεξιού τμήματός του τού υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας Β. Πέραν των εκτεταμένων υλικών ζημιών στο εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού (βλ. έκθεση αυτοψίας) ο οδηγός του Α υπέστη εκτεταμένες σωματικές βλάβες, όπως πολλαπλά κατάγματα στα πλευρά, αιμοπεριτοναίο και ρήξη ήπατος, αφού, όπως αποδείχθηκε, αυτός (Α) κατά την οδήγηση του φορτηγού δεν φορούσε, ως ήταν υποχρεωτικό, τη ζώνη ασφαλείας του. Η βλάβη στο ήπαρ ήταν σοβαρή γι' αυτό μετά τη διακομιδή του στο Νοσοκομείο ο τελευταίος υπεβλήθη διαδοχικά κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του σε επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις προς αποθεραπεία του, πλην όμως εξ αυτής της βλάβης ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε μετά δίμηνο ο θάvατός του (βλ. ιατρικό πιστοποιητικό). Υπαίτια του παραπάνω θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η κατηγορουμένη, ανεξάρτητα από την άνω - ζώνη ασφαλείας - συνυπαιτιότητα του θανόντος, η σποία από αμέλειά της δηλαδή από την έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπoρoύσε να καταβάλει επέφερε το θάνατο του Α. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτή κινούμενη με το l.Χ αυτοκίνητό της, επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού με κατεύθυνση αντίθετη προς αυτή του θανόντος δεν οδηγούσε το όχημά της με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της έτσι ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή, λόγω της ανωτέρω ιδιαιτερότητας του οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος, να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς. Έτσι κατά τη διενέργεια αριστερής σε σχέση με την πορεία προς ..... στροφής με κατωφέρεια λόγω της φυγόκεντρης δυνάμεως που κατά την κίνηση του οχήματός της είχε αναπτυχθεί, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας ανεπίτρεπτα τη διπλή διαχωριστική γραμμή, το οποίο (ρεύμα πορείας) την ίδια στιγμή και στο ίδιο σημείο χρησιμοποιούσε ο θανών πραγματοποιώντας δεξιά ανηφορική στροφή. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι ουδεμία ευθύνη στο ατύχημα τη βαρύνει, αφού οδηγώντας κανονικά το Ι.Χ. αυτοκίνητό της κατά τη διενέργεια της αριστερής σε σχέση με την πορεία της, στροφής αντελήφθη το φορτηγό του Α να κατέχει σχεδόν κάθετη θέση στο ρεύμα του και να ενεργεί οπισθοπορεία με αποτέλεσμα να εισέλθει στο δικό της ρεύμα και με την καρότσα του φορτηγού του να κτυπήσει το όχημά της στο ύψος του αριστερού καθρέπτη. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτή η ανωτέρω εκδοχή της κατηγορουμένης ως προς τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος, δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί λογικά, πώς η ακολουθούμενη σωστή (και μάλλον αργή) οδική πορεία του θανόντος επί ένα χιλιόμετρο προ του σημείου συγκρούσεως, μετεβλήθη αναίτια έτσι ώστε ο τελευταίος να κάμψει δεξιά και να προσκρούσει με το φορτηγό του στο τσιμέντινο στηθαίο. Πέραν τούτου όλα τα ευρήματα που η Τροχαία συνέλεξε και αποτύπωσε στο σχετικό σχεδιάγραμμα, του οποίου την πιστότητα και ακρίβεια ουδόλως αμφισβήτησε η κατηγορουμένη (βλ. απολογία της), ευρίσκονται αποτυπωμένα στο ρεύμα πορείας του θανόντος. Εξάλλου, με δεδομένο ότι το φορτηγό του Α διαθέτει, όπως αποδείχθηκε, στο όπισθεν κάτω τμήμα του προφυλακτήρα, ο οποίος εξέχει από την καρότσα αυτού, σε περίπτωση οπισθοπορείας αυτού (φορτηγού), οπωσδήποτε,κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο προφυλακτήρας θα προσέκρουε σε κάποιο σημείο κατώτερο επί του αριστερού πλαϊνού τμήματος του οχήματος της κατηγορουμένης και χρονικά πολύ πριν την πρόσκρουση της καρότσας του φορτηγού επί του αριστερού καθρέφτη του οχήματος της κατηγορουμένης πράγμα που ουδόλως αποδείχθηκε (βλ. έκθεση αυτοψίας). Ενόψει αυτών, ανεξάρτητα από την οιανδήποτε συνυπαιτιότητα του θανόντος στον ανωτέρω θανατηφόρο τραυματισμό του, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμενη της πράξεως που της αποδίδεται και με λεπτομέρειq αναφέρεται στο διατακτικό της αποφάσεως....". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην προβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά του τροχαίου οδικού ατυχήματος από το οποίο θανατώθηκε ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ακόμη, με τις εκ του πράγματος παραδοχές του, το δικαστήριο δέχεται ότι την κατηγορουμένη βαρύνει μη συνειδητή αμέλεια και αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη της αμέλειας, καθώς επίσης αναφέρεται και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του επελθόντος αποτελέσματος, συνισταμένης στην παραβίαση της διπλής διαχωριστικής γραμμής επί του οδοστρώματος και στην είσοδό της στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας επί του οποίου εκινείτο ο παθών. Ενόψει των παραδοχών για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, για την επάρκεια της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταχύτητας με την οποία εκινείτο η αναιρεσείουσα, ενώ εξάλλου με σαφήνεια και πληρότητα στο σκεπτικό του δέχεται το δικαστήριο ότι η πρόσκρουση του αυτοκινήτου του παθόντος στο στηθαίο στο δεξιό της οδού, έγινε μετά από αποφευκτικό ελιγμό του τελευταίου προκειμένου αυτός να αποτρέψει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης η οποία εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και παρενεβλήθη στην πορεία του, ουδεμία δε ασάφεια και αντίφαση δημιουργείται από την αναφορά στην απόφαση ότι η εκτροπή του αυτοκινήτου του παθόντος οφείλεται σε πρόσκρουση των καθρεπτών των αυτοκινήτων, την οποία το δικαστήριο σαφώς δέχεται ότι έγινε κατά τη διαδικασία του αποφευκτικού ελιγμού του θύματος. Οι αναφορές της αναιρεσείουσας σε έγγραφα και σε μαρτυρικές καταθέσεις είναι απαράδεκτες διότι με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η από την προσβαλλόμενη απόφαση ανεπιτυχής αναφορά ότι η κατηγορουμένη κατά την πραγματοποίηση αριστερής στροφής εισήλθε λόγω της φυγοκέντρου δυνάμεως στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δεν καθιστά κατά τούτο και μόνο την απόφαση ελλειπή ως προς την αιτιολογία της. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και τις παρεμπίπτουσες των οποίων η έκδοση αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή. Σε περίπτωση, όμως, απορρίψεως αιτήματος το οποίο ορισμένως και παραδεκτώς υποβάλλεται από τους διαδίκους το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απορριπτική του κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της υποθέσεως προκειμένου να κλητευθούν και προσέλθουν οι προταθέντες μάρτυρες και να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Το Δικαστήριο, αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αποδεικτική διαδικασία, και αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, απέρριψε τα αιτήματα, με την εξής αιτιολογία στην αρχή του κυρίως σκεπτικού του. "... Τα αιτήματα αναβολής και διενέργειας πραγματογνωμοσύνης κρίνονται απορριπτέα, δοθέντος ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου υφίστανται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προς σχηματισμό ουσιαστικού πορίσματος αναφορικά με την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη πράξη ...". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και ως προς την απόρριψη των παραπάνω αιτημάτων, διέλαβε στην παρεμπίπτουσα απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη και αιτιολογία. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, τόσον αναφορικά με την περί ενοχής κρίση της όσον και για την απόρριψη των αιτημάτων της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα ήτοι την πραγματογνωμοσύνη του ..... και τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν έγγραφα, των οποίων όμως δεν προκύπτει η ταυτότητα. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, κρίσιμο είναι ότι τα έγγραφα αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους. Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 (άρθρα 583 Κ.Π.Δ και 176,183 Κ.Πολ.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-9-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 377/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια σε τροχαίο. Αιτιολογημένη καταδίκη. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων, όχι απόλυτη ακυρότητα.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 278/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 152-153/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στα από 14 Οκτωβρίου 2008 και 3 Νοεμβρίου 2008 δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1473/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ , υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Η αιτιολογία αυτή της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο για παραβάσεις του Ν.1729/1987 "καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις" ή το συνήγορό του, της συνδρομής της περιπτώσεως του αρ.13 παρ.1 του ίδιου νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 15 του Ν.2161/93, (ήδη άρ. 30 παρ.1 του ΚΝΝ 3459/06), η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιώτερη ποινική μεταχείριση του δράστη (παρ.4). Για να είναι όμως σαφής και ορισμένος αυτός ο ισχυρισμός και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του δεν αρκεί μόνο η επίκληση του όρου ότι εκείνος είναι "τοξικομανής" αλλά πρέπει για τη θεμελίωσή του να γίνεται επίκληση και των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσης τούτων την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Χωρίς την προβολή του ως άνω σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου, ούτε να διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης ούτε ν' απαντήσει επ' αυτού με ιδιαίτερη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. ΙΙ. Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον περιεχόμενο στο από 30/10/2008 δικόγραφο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλει τις αιτιάσεις ότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, ούτε στην έκθεση των αποδεικτικών μέσων ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε και τις εξής εκθέσεις: "α. Την με αριθμ. ..... ιατροδικαστική εξέταση του Ιατροδικαστή Α. β. Την έκθεση τοξικολογικής εξέτασης με αριθμό ..... . γ. Την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης με αριθμό ..... της Ελληνικής Αστυνομίας (αναγνωστέο με αριθμό 9 του πίνακος). Εκθέσεις που συντάχθηκαν από αρμόδια προς τούτο όργανα ύστερα από σχετική ανακριτική παραγγελία, στα πλαίσια της διενεργηθείσης τακτικής ανακρίσεως και προανακρίσεως. Επίσης την με αριθμό 7/92 Ιατροδικαστική εξέταση ... στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων αναφέρονται επίσης με αριθμούς 7, 8, 9, 10 εκθέσεις εξέτασης, τοξικολογικής εξέτασης, εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, που είναι ασφαλώς πραγματογνωμοσύνες που διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Δ., από ανακριτικούς υπαλλήλους ύστερα από ανάλογες παραγγελίες ανακριτού ή προανακριτού ... . Επειδή των εκθέσεων αυτών προέκυπτε το βάσιμο του ισχυρισμού μου ότι είμαι τοξικομανής ή χρήστης ...". Συμπληρωματικά του πιο πάνω πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, με το από 3/11/2008 δεύτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων, προβάλει την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τον περί τοξικομανίας ισχυρισμό του, άλλως αυτόν της περί χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, ο οποίος είχε, διατυπωθεί από τον συνήγορό του, ως εξής: "... άλλως να κριθεί με επιείκεια, ως τοξικομανής ή χρήστης - παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης ...", αλλά και από αυτόν τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, κατά την απολογία του, όπου είπε τα εξής επί λέξει: "Έμπλεξα με ναρκωτικά μετά το θάνατο της μητέρας μου. Με πλησίασαν και με βάλανε στο λούκι. Έκανα χρήση κοκαΐνης και περιστασιακά ηρωίνης. Συζήτησα με τη γυναίκα μου ότι έπρεπε να κάνω κάτι να σταματήσω ... Ήθελα να φύγω από τα ναρκωτικά και έπεσα πάνω στον Τσαλίκη και μας έπιασαν την ώρα που γυρίζαμε ...". Από προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, καθώς και από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων πρόβαλλε πράγματι τους πιο πάνω ισχυρισμούς, πλην όμως ο μεν ισχυρισμός "περί τοξικομανίας", ήταν αόριστος, αφού δεν επικαλέστηκε περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ήταν αναγκαία για να είναι σαφής και ορισμένος, και επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού με ιδιαίτερη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επίσης δεν είχε την αυτή υποχρέωση να απαντήσει και στο ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής με την έννοια που αναφέρθηκε πιο πάνω, ούτε ο (μη εξαρτημένος) χρήστης έχει διαφορετική ποινική μεταχείριση, όπως αβασίμως ο αναιρεσείων αναφέρει στους προσθέτους αυτού λόγους. Το Πενταμελές, εντούτοις, Εφετείο Θεσσαλονίκης, αν και δεν είχε προς τούτο ειδική υποχρέωση, ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τον περί τοξικομανίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και έκρινε ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως αυτός δεν ήταν τοξικομανής. Στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως μη εξαρτημένου χρήστη, το Δικαστήριο κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που μνημονεύονται στα πρακτικά της δίκης, ως αναγνωσθέντα. Μεταξύ των εγγράφων αυτών είναι και τα απαριθμούμενα με αριθμούς 7, 8, 9, 10 εκθέσεις εξέτασης, τοξικολογικής εξέτασης, εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να προκύπτει ότι πρόκειται για εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, από τις οποίες, μάλιστα, να προκύπτει, (πλην της με αριθμό 10), όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, η ιδιότητα αυτού ως εξαρτημένου χρήστη (η ιδιότητα αυτού ως απλού χρήστη, όπως προαναφέρθηκε, δεν ασκεί έννομη επιρροή). Συγκεκριμένα, ως προς τις ειδικώς αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω "εκθέσεις", από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών, προκύπτουν τα εξής: Η 3135/15.10.2003 ιατροδικαστική εξέταση του Ιατροδικαστή Α, δεν φέρεται στα πρακτικά της δίκης μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, συνεπώς ορθώς το Δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του. Ανεξαρτήτως αυτού, ο αναιρεσείων χωρίς έννομο συμφέρον την επικαλείται, αφού ο συντάξας την έκθεση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων "δεν δύναται να χαρακτηρισθεί τοξικομανής". Η με αριθμό ..... έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, που αναγνώστηκε (με αριθμό 8 στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων), αφορά τοξικολογική εξέταση δειγμάτων ούρων του αναιρεσείοντος, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει μόνο ότι ο κατηγορούμενος ήταν (απλός) χρήστης ναρκωτικών, και το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του, αφού το πόρισμα αυτής δεν είναι αντίθετο με τις παραδοχές της απόφασής του. Η έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης με αριθμό ..... της Ελληνικής Αστυνομίας (με αριθμό 9 στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων), δεν σχετίζεται με την κριθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου υπόθεση (αφορά εργαστηριακή εξέταση για τη διαπίστωση της γνησιότητας ή μη διαφόρων διαβατηρίων, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος), και, επομένως, αυτή λήφθηκε υπόψη ως απλό έγγραφο, αφού δεν πρόκειται περί πραγματογνωμοσύνης με την πιο πάνω έννοια. Ομοίως ως απλό έγγραφο, λήφθηκε υπόψη και η με αριθμό "7/92 Ιατροδικαστική εξέταση", που αναγνώστηκε (με αριθμό 10 στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων), η οποία αφορά μεν τον κατηγορούμενο, πλην όμως αφορά εξέταση αυτού, γενόμενη πριν από ένδεκα χρόνια από την τέλεση της πράξης που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συνεπώς, δεν πρόκειται περί πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν διατάχθηκε, κατ' άρθρο 183 ΚΠΔ, για τη διακρίβωση γεγονότος που είχε σχέση με την κρινόμενη υπόθεση. Κατ' ακολουθία, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πιο πάνω πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006) , με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων , κατέχει ναρκωτικά. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων είναι και τα πυροβόλα όπλα (πιστόλια, περίστροφα κλπ) και πυρομαχικά τα πάσης φύσεως εφόδια βολής (παρ.1 στοιχ. α και δ), κατά δε τα άρθρα 7 παρ.1, 2α και 8α του ν.2168/93 η κατοχή των όπλων αυτών και πυρομαχικών απαγορεύεται, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, και οι παραβάτες τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες στο άρ. 7 παρ. 8α του νόμου αυτού ποινές. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 152-153/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Αστυνομικοί του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Θεσ/νίκης, έχοντες πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος δεν ήτο τοξικομανής και ο συγκατηγορούμενός του Β ησχολούντο με την διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, τους παρακολούθησαν και την 14ην Οκτωβρίου 2003 διεπίστωσαν, ότι αμφότεροι, επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου το οποίον οδηγούσεν ο ίδιος, μετέβησαν στην ορεινήν περιοχήν "....." ..... . Κατά την επιστροφήν των και ειδικότερα στο 3ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού .....-..... οι αστυνομικοί επενέβησαν, ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και σε γενομένην έρευναν ευρέθησαν οι κατηγορούμενοι να κατέχουν και να έχουν κρύψει επιμελώς στο αυτοκίνητο 2 δέματα κοκαΐνης, βάρους εκάστου 105 γρ. και 52,5 γρ. Επί πλέον, ο κατηγορούμενος ευρέθη να κατέχει στην οικίαν του παρανόμως, ήτοι χωρίς άδειαν της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής, ένα περίστροφο μάρκας "SMITH & WESSON " με 5 σφαίρες. Ακολούθως, απορριπτόμενων ως αβασίμων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου 1) ότι ήτο τοξικομανής και 2) ότι ετέλεσε την πράξη της απλής συνέργειας στην κατοχή ναρκωτικών ουσιών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων, να αναγνωρισθεί όμως στον ίδιον, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματος του, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 83§2ε' Π.Κ.". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, για κατοχή απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών και παράνομη οπλοκατοχή. Ειδικότερα κρίθηκε ένοχος του ότι "... Α) στο 3° χιλιόμετρο ε.ο. .....-..... στις 14-10-2003 κατείχε από κοινού με τον Β ναρκωτικά και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο είχαν υπό τη φυσική τους εξουσίαση από κοινού ο ως άνω κατηγορούμενος με τον Β, δύο δέματα κοκαΐνης βάρους 105 και 52,5 γραμμαρίων, αντίστοιχα, η δε κοκαΐνη αποτελεί ναρκωτική ουσία, επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση από αυτή. Β) Στη ..... στις 14-10-2003 κατείχε παράνομα όπλα και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο είχε υπό τη φυσική του εξουσίαση ένα περίστροφο μάρκας "SMITH & WESSON" διαμετρήματος 4,55, αριθμού ....., με πέντε σφαίρες ιδίου διαμετρήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο πρόσφορο για άμυνα και επίθεση, αν και αυτό απαγορεύεται καθώς δεν συνέτρεχε περίπτωση άσκησης θήρας, τέχνης αλιείας, οικιακής, εκπαιδευτικής και άλλης συναφούς χρήσης". Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και του ν. 2168/93 (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2ε, 94 παρ.1, ΠΚ, άρθ., 5 παρ.1 περ. ζ του ν. 1729/87, όπως ισχύουν, (ήδη άρ. 20 παρ.1 περ. ζ, του ΚΝΝ 3459/2006 και άρ.1 παρ.1 α,δ, 7 παρ.1, 2α, 8α του ν.2168/93), ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών και δύο μηνών. IV. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τις πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, και της παράνομης οπλοκατοχής, για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι διαλαμβανόμενες δε, στον από το άρ.510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της ένδικης αιτήσεως, αιτιάσεις, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών, προκύπτει ότι κάτοχος αυτών των ναρκωτικών ήταν μόνο ο κατά την πρωτοβάθμια δίκη συγκατηγορούμενός του αναιρεσείοντος Β, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτού, ότι δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της τις καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων, είναι αβάσιμες, όπως αυτό προκύπτει από το ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων ειδικώς μνημονεύονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την περί ενοχής κρίση του κατηγορουμένου. Εξάλλου, η αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα "διαφοροποίηση και ως προς την κατηγορία της κατοχής όπλου, αφού στην παραπάνω κατάθεση του αστυνομικού, αναφέρεται ότι στο σπίτι μου βρέθηκε ένα παλιό όπλο, μάρκας "BROWN" , στο σκεπτικό, καταδικάσθηκα για την κατοχή ενός περιστρόφου μάρκας "SMITH WESSON", δεν στοιχειοθετεί παραδεκτό, από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ , λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις πιο πάνω δύο αναφερόμενες πράξεις (για από κοινού κατοχή ναρκωτικών και για παράνομη οπλοκατοχή). Η γενική αναφορά στο σκεπτικό ότι αυτός τέλεσε τη δεύτερη πράξη "κατ' εξακολούθηση", οφείλεται σε προφανή παραδρομή, όπως αυτό σαφώς προκύπτει, τόσο από τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό παραδοχές της απόφασης, όσο και από το διατακτικό, όπου, κατά την εξειδίκευση της πράξεως της οπλοκατοχής, γίνεται λόγος για μία και μόνο πράξη. Επομένως, ο πρώτος με στοιχείο Γ από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο στο διατακτικό της απόφασης υπάρχει αντίφαση και ασάφεια, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος αυτής, διότι το Πενταμελές Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα δύο πράξεων, μιας που τελέστηκε από κοινού (της κατοχής ναρκωτικών), και μιας πράξης που τελέστηκε κατ' εξακολούθηση (οπλοκατοχή), χωρίς να αναφέρεται τέτοιο δε έγκλημα (κατ' εξακολούθηση) "ούτε στο σκεπτικό ούτε στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο από την αυτή διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως (κατά το τρίτο αυτού σκέλος), με την αιτίαση ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη απορρίφθηκε "ο αυτοτελής ισχυρισμός περί απλής συνέργεια στην κατοχή ναρκωτικών", προεχόντως, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τέτοιος ισχυρισμός. Ειδικότερα, ο μεν κατηγορούμενος στην απολογία του αρνήθηκε την πράξη της κατοχής, ενώ ο συνήγορός του, κατά την αγόρευσή του, ζήτησε, επικουρικώς, να κριθεί ένοχος "κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της απλής συνέργειας στην κατοχή", χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την συνέργεια αυτή. Ανεξαρτήτως τούτων, το Δικαστήριο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη αυτή, ως συναυτουργός, αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο δεύτερος, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της απόφασης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τις αυτές πιο πάνω αιτιάσεις. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο με τις πιο πάνω παραδοχές του, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και ειδικότερα εκείνο της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επιπλέον περιστατικών και ειδικότερα ότι, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, "η κατά την προσωπική μου αποκλειστικά βούληση δυνατότητα διάθεσης των ναρκωτικών", αφού αυτό σαφώς συνάγεται από την παραδοχή του σκεπτικού, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, ότι βρέθηκε αυτός να κατέχει μαζί με τον συγκατηγορούμενό του και να έχει κρύψει επιμελώς μέσα στο δικό του αυτοκίνητο, "δύο δέματα κοκαΐνης βάρους εκάστου 105 γρ. και 52 γρ", τα οποία "είχαν υπό τη φυσική τους εξουσίαση από κοινού". V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "μετά το τέλος της απολογίας του κατηγορουμένου ο Πρόεδρος απηύθυνε προς τον κατηγορούμενο ερωτήσεις, μετά έδωσε την άδεια στον Εισαγγελέα και τους Δικαστές για να απευθύνουν και αυτοί, αν είχαν, ερωτήσεις, αυτοί απηύθυναν σχετικές προς τον κατηγορούμενο ερωτήσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία του. Ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, αυτοί αφού απάντησαν αρνητικά, ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε ν' απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, με ελαφρυντικά άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε να αθωωθεί λόγω αμφιβολιών, καθόσον λείπει η γνώση και η διάθεση, η πρόθεση για διάθεση, άλλως να κριθεί με επιείκεια, ως τοξικομανής ή χρήστης-παρακολουθεί και σχετικό πρόγραμμα απεξάρτησης-, κατ' επιτρεπτή μεταβολή κατηγορίας της απλής συνέργειας στην κατοχή ναρκωτικών και να του αναγνωρισθούν το ελαφρυντικό καλής διαγωγής στη φυλακή και μετά την αποφυλάκιση του. Ο Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπιση του και αυτός απάντησε αρνητικά. Κατόπιν ο Πρόεδρος κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση". Επομένως, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση όχι μόνο έδωσε στον κατηγορούμενο τον λόγο στο τέλος, πριν από την έκδοση της περί ενοχής απόφασης, αλλά αυτός δια του συνηγόρου του ανέπτυξε την υπεράσπισή του και πρόβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς, επιπλέον δε ο διευθύνων τη συζήτηση ρώτησε τον κατηγορούμενο, αν έχει να προσθέσει τίποτε άλλο, χωρίς να δοθεί ο λόγος μετά ταύτα σε άλλο διάδικο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 πρ. Α, τρίτος λόγο αναιρέσεως , για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, στο ακροατήριο, διότι όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, παρέλειψε ο διευθύνων τη συζήτηση, "να δώσει το λόγο στον εισαγγελέα, και στους διαδίκους, σύμφωνα με την οριζόμενη στο άρθρο 369 Κ.Π.Δ. σειρά, στον δε κατηγορούμενο τελευταίο, και εάν δε το ζητήσει", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. V. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, που περιέχονται στο κυρίως δικόγραφο της 19/10-9-2008 αιτήσεως και στους κατατεθέντες στις 30/10/08 και 3/11/2008, παραδεκτώς ασκηθέντες με χωριστά δικόγραφα, προσθέτους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι στο σύνολο τους, ως αβάσιμοι, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 19/10-9-2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου στη δικαστική φυλακή Θεσσαλονίκης (Διαβατών), για αναίρεση της 152-153/2008 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, καθώς και τους κατατεθέντες στις 30/10/08 και 4/11/2008 προσθέτους αυτής λόγους. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατοχή ναρκωτικών και παράνομη κατοχή όπλου. Στοιχεία αδικημάτων. Ισχυρισμός περί τοξικομανίας. Πρέπει, για να αιτιολογείται η απόρριψή του, να είναι ορισμένος. Η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη (για τον χαρακτηρισμό του κατηγορούμενου ως τοξικομανούς) που διατάσσεται από το Δικαστήριο ή τον Ανακριτή, είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να προκύπτει αναμφίβολα από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικώς. Πραγματογνωμοσύνες που δεν διατάχθηκαν κατ’ αρ. 183 ΚΠΔ και δεν αφορούν την εκδικαζόμενη υπόθεση, εκτιμώνται ως απλά έγγραφα. Αοριστία ισχυρισμού για μεταβολή της κατηγορίας σε απλή συνέργεια (κατοχής ναρκωτικών). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για απόλυτη ακυρότητα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Κατά το άρθρ. 369 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο τέλος της συζήτησης. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων. Απορρίπτει αίτηση και προσθέτους λόγους.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Οπλοκατοχή, Πραγματογνωμοσύνη, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 277/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά, περί αναιρέσεως της 11948/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1462/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 με τις εις την διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού, προς τους υπαγομένους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους οργανισμούς αυτούς εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις εις την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων εις αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς των στους ανωτέρω κατά την παράγραφο 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφ' ότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφοι 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, ως ετροποποιήθη και ισχύει, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις άνω διατάξεις και κατά το άρθρο 8 παράγραφος 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή η υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παράγραφος 3 του Α.Ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή η υπηρεσία ... . Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1, 2 Α.Ν. 86/1967 εγκλημάτων τα οποία είναι γνήσια παραλείψεως, συντελούμενα με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπροθέσμου καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός που παρεσχέθη εργασία, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για την θεμελίωση των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, τα οποία είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότου ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, υπ' αριθ. 11948/2008 αποφάσεως, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, εδέχθη, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής περιστατικά: "Στην Αθήνα την 8.3.2001, ο κατηγορούμενος ως εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "..... ΑΒΕΕ Μεταξοτυπικών Εφαρμογών", είδος επιχείρησης Εφαρμογές μεταξοτυπίας, και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2000 έως 31.1.2001 στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέσηεξαρτημένης με αμοιβή εργασίας που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ και όφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ εισφορές ποσού 89.000 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις εξής αξιόποινες πράξεις, 1) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 60.000 ευρώ, με πρόθεση δεν τις κατέβαλε στον ως άνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές) ποσού 29.000 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στον ως άνω οργανισμό, με πρόθεση δεν τις κατέβαλε μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και έτσι κατέστη τιμωρητέος για υπεξαίρεση, για δε τη μη καταβολή των εισφορών, συντάχθηκε η με αριθμό 38473 Π.Ε.Ε., στην οποία αναγράφονται 29 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 89.000 ευρώ. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.1.2001, ενώ για το χρονικό διάστημα 12/1999 - ΔΧ/1999 (εισφορές ποσού 16.465 ευρώ) πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, γιατί έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και συνεπώς η πράξη έχει παραγραφεί". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού έπαυσε την ποινική δίωξη για το εις την απόφαση διάστημα (12ο του 1999) και δώρο Χριστουγέννων 1999), εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο της παραβάσεως των παραγράφων 1 και 2 άρθρου 1 Α.Ν. 86/1967 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και έξ (6) μηνών και συνολική χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, δεν διέλαβε την απαιτουμένη, στην απόφασή του, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δη ως προβλέπεται από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ. Ειδικότερα, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση, και μάλιστα για ανώνυμη εταιρεία, δεν εκτίθενται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότης και η θέση του αναιρεσείοντος στην ανώνυμη εταιρεία, η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή του, να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως στο ΙΚΑ, αλλ' απλώς αναφέρεται η ιδιότης του ως εργοδότου, η οποία, όπως ανεφέρθη, δεν αρκεί. Συνεπώς, ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η άνω πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της ερεύνης των άλλων λόγων της αναιρέσεως. Μετά ταύτα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί εν μέρει η απόφαση και δη μόνο κατά το μέρος που κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα, και επέβαλε τη συνολική ποινή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 11948/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τις καταδικαστικές της διατάξεις. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Για την πληρότητα της καταδικαστικής αποφάσεως απαιτείται να αναφέρεται σ’ αυτήν μεταξύ άλλων ή ιδιότης του αναιρεσείοντος ως εργοδότου που απασχόλησε τους μισθωτούς, εάν δε πρόκειται για εταιρική επιχείρηση, ποία η νομική μορφή της τελευταίας και ποία η θέση του κατηγορούμενου εις αυτήν, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών. Προκειμένου για ανώνυμη εταιρία, που εκπροσωπείται κατά νόμο από το διοικητικό της συμβούλιο πρέπει να αναφέρεται η σχέση του αναιρεσείοντος με αυτό ή αν εκπροσωπεί την εταιρεία αντί του ΔΣ. Αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι επί ανωνύμου εταιρείας αναφέρει απλώς εργοδότης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ανώνυμη εταιρία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 284/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 4813/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1496/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, για τον οποίο απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, για τον οποίο ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Στην έννοια όμως της ανωτέρης βίας, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση της εκκαλουμένης απόφασης από μέρους του εκκαλούντος, γιατί στην περίπτωση αυτήν ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4813/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτήν, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθ. 42064/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων έχει καταδικαστεί για παράβαση του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 2518/1997 κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 3000 ευρώ, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση έφεση υπ' αριθμ. 42064/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών επιδόθηκε νομότυπα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο στις 8 Φεβρουαρίου του έτους 2006 κατά τις διατάξεις περί επιδόσεως σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής στον Δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας του στην οδό ..... στην ....., η οποία αναφερόταν στη μήνυση και στην οποία διατηρούσε κάποτε επαγγελματική κατοικία ο εκκαλών κατηγορούμενος (βλ. το αναγνωσθέν από 8-2-2006 αποδεικτικό επιδόσεως αποφάσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών .....) και η υπό κρίση έφεση του ως άνω εκκαλούντος κατηγορουμένου κατ' αυτής ασκήθηκε εκπρόθεσμα στις 23 Απριλίου του έτους 2008 όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3510/2008 έκθεση εφέσεως, χωρίς ο εκκαλών κατηγορούμενος να επικαλείται και να εκθέτει στην έκθεση εφέσεως (εφετήριο) το λόγο ανώτερης βίας που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν το λόγο αυτό ή να εκθέτει οποιοδήποτε λόγο που να αιτιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της ή οποιαδήποτε περιστατικά που να συνιστούν ανώτερη βία. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, εκπροσωπούμενος πλήρως από τους συνηγόρους του. επικαλείται απαραδέκτως με τους έγγραφους ισχυρισμούς που υπέβαλε για πρώτη φορά στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεως του περιστατικά ανωτέρω βίας και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση ότι καταδικάστηκε με την εχκαλούμενη απόφαση και ισχυρίζεται ότι από νομική πλάνη δεν τα επικαλέστηκε στην έκθεση της εφέσεως, πλην όμως, εκτός του ότι δεν συγχωρείται άγνοια νόμου, ο ισχυρισμός του ότι από νομική πλάνη δεν επικαλέστηκε στην έκθεση της εφέσεως που άσκησε το λόγο που δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη άσκηση της κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3510/2008 έκθεση της υπό κρίση εφέσεως του, αυτή δεν ασκήθηκε από τον ίδιο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο που πιθανόν να μην γνώριζε το νόμο, αλλά ασκήθηκε κατ' εντολή του από την πληρεξούσιο του και εξουσιοδοτημένη προς τούτο δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Ματσούκα του Βασιλείου, η οποία ως δικηγόρος γνώριζε τις νόμιμες προϋποθέσεις για να είναι παραδεκτή η άσκηση από μέρους του εντολέως της εκπρόθεσμης εφέσεως, δηλαδή γνώριζε ότι θα έπρεπε για το παραδεκτό της εκπρόθεσμης εφέσεως του εντολέως της να αναφέρεται στην έκθεση ασκήσεως της ο λόγος ανώτερης βίας ή άλλου", ανυπερβλήτου κωλύματος που δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη άσκησή της και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε παντάπασι γνώση ο εκκαλών κατηγορούμενος ότι καταδικάστηκε ερήμην με την εγκαλούμενη απόφαση. Τέλος, ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ α-της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ν.δ, 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28" παρ 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, η οποία εγγυάται το δικαίωμα στο δικαστήριο, έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας", πλην όμως το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος αυτού Αντιθέτως, οι νομοθετικοί περιορισμοί του ως άνω δικαιώματος εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών, είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Έτσι προαναφερθείσες διατάξεις του εθνικού μας δικαίου που προβλέπουν ότι για την παραδεκτή άσκηση εκπρόθεσμου ενδίκου μέσου πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση ασκήσεως του ο λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, διαφορετικά αυτό είναι απαράδεκτο, αποτελούν νομοθετικούς περιορισμούς του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου που δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, οι οποίοι ρυθμίζουν τη διαδικασία ασκήσεως του ενδίκου μέσου και αφορούν τον τύπο και την προθεσμία του ενδίκου μέσου και δεν περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο με ένδικο μέσο, αφού δεν θεσπίζουν δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος προσφυγής με ένδικο μέσο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν υποβάλλουν τον εκκαλούντα σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως του στο δικαστήριο που δικάζει το ένδικο μέσο, με συνέπεια, από το ότι κατά το εθνικό δίκαιο για την παραδεκτή άσκηση εκπρόθεσμου ενδίκου μέσου εφέσεως πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση ασκήσεως της ο λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της καθώς επίσης και τα αποδεικτικά μέσα που τον αποδεικνύουν, δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, αφού ο ανωτέρω περιορισμός που αφορά τη διαδικασία και τον τύπο ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως δεν υποβάλλει τον εκκαλούντα σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως του στο Δικαστήριο που δικάζει το ένδικο μέσο της εφέσεως και συγκεκριμένα στο εφετείο και ο περί του εναντίου ισχυρισμός του εκκαλούντος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος κατηγορουμένου περί μη νομότυπης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως σ' αυτόν και μη ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως του κατ' αυτής, περί νομικής πλάνης όσον αφορά τη μη νομότυπη άσκηση της με αναφορά του λόγου της εκπρόθεσμης άσκησης της στην έκθεση της εφέσεως και περί παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ να κηρυχθεί απαράδεχτη η υπό κρίση εκπρόθεσμη έφεση του, στην έκθεση ασκήσεως της οποίας δεν αναφέρεται ο λόγος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της και τα αποδεικτικά μέσα που τον αποδεικνύουν και να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης μ' αυτήν αποφάσεως (βλ. άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) σύμφωνα με το διατακτικό". Από την 3510/23-4-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, δεν αναφέρει οτιδήποτε, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της. Δεν επικαλείται δηλαδή, ούτε ακυρότητα της επίδοσης προς αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε λόγους ανωτέρας βίας, για τους οποίους παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του. Εξάλλου, στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης 42064/2004 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 8.2.2006, η οποία προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ....., όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 23.4.2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς να αναφέρει το έγγραφο της έφεσης όπως ήδη αναφέρθηκε λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Δεν υποχρεούταν δε το δικαστήριο, να διαλάβει αιτιολογία και για την εγκυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, αφού δεν υπήρχε στην έφεση σχετικός ισχυρισμός. Εξάλλου, η συναφής αιτίαση που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν άκυρο, διότι α) επιδόθηκε στον Δήμαρχο ..... αντί του Δημάρχου ..... και β) δεν αναγράφεται στο αποδεικτικό αν η παραλαβούσα την εκκαλουμένη απόφαση δημοτική υπάλληλος είχε ορισθεί από το Δήμαρχο ..... για το σκοπό αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν είχε προβληθεί με την έφεση. Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη (αρνητικά) την εξουσία του με το να κρίνει νομότυπη τη γενόμενη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 280/5-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4813/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 294/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό και Ανδρέα Τσόλια (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα, για αναίρεση της με αριθμό 1.085/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κωφό. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 25/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Όταν, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνον να απαντήσει σ' αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όπως ήδη ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ.5 του Ν.2408/1996, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφαση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή παραλείψει να απαντήσει στο ανωτέρω αίτημα ή δεν αιτιολογήσει, όταν το κρίνει απορριπτέο, ειδικά και εμπεριστατωμένα την απορριπτική του απόφαση, δημιουργείται, αντιστοίχως, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ακροάσεως η έλλειψη αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ή Δ' ΚΠοινΔ. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο μ' εκείνες. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα ανωτέρω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει άλλον, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, εφόσον το όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1.085/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά της, οι συνήγοροι του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ανέπτυξαν προφορικώς και κατέθεσαν γραπτώς αίτημα για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διακριβωθεί ότι η χάραξη της υπογραφής στο όνομα Α και στο όνομα Χ2, επί των εγγράφων που αναφέρει η εναντίον του κατηγορία για πλαστογραφία, δεν έχει γίνει από αυτόν, αίτημα που επανέλαβαν οι αυτοί συνήγοροι κατά την ανάπτυξη της υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος, συνοδευόμενο με περαιτέρω αίτημα "να ελεγχθούν τα δακτυλικά αποτυπώματα που υπάρχουν επάνω στα έντοκα γραμμάτια", των οποίων, κατά την κατηγορία, επέτυχε ο αναιρεσείων την προεξόφληση δια των πλαστών ως άνω εγγράφων, ιδιοποιηθείς το αντίστοιχο προς την αξία τους προϊόν. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί του αιτήματος, μετά δε το πέρας της συζητήσεως εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία το απέρριψε, δεχθέν ανελέγκτως ότι για τις πράξεις που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ήτοι της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση μετά χρήσεως από την οποία ωφελήθηκε 93.000.000 δρχ. με αντίστοιχη ζημία της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ και της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση ποσού 157.200.000 δρχ. σε βάρος της αυτής Τράπεζας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν υπάλληλος της εγκαλούσας ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ η οποία εδρεύει στην ημεδαπή κατά το νόμο και το καταστατικό της και υπηρετούσε ως διευθυντής στο κατάστημά της, που βρίσκεται στην ..... . Εκμεταλλευόμενος τη θέση αυτή και το γεγονός ότι τα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, που αγόραζαν πελάτες της Τράπεζας, φυλάσσονταν κατά κανόνα στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας και ήταν ανώνυμα, κράτησε ο ίδιος την αποκλειστική διαχείριση τους, παρά τον κανονισμό και τις εγκύκλιες οδηγίες της Τράπεζας, κατά τις οποίες τη διαχείριση τους έπρεπε να έχει ο προϊστάμενος των καταθέσεων. Έτσι ο εν λόγω κατηγορούμενος, στα πλαίσια της παραπάνω διαχειριστικής εξουσίας του, φύλασσε ο ίδιος στο θησαυροφυλάκιο του καταστήματος και σε ειδικές θυρίδες του τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου που αγόραζαν πελάτες της Τράπεζας, οι οποίοι, σύμφωνα με την τηρούμενη τραπεζική πρακτική, πλήρωναν την αξία των αγοραζόμενων από αυτούς γραμματίων καιόταν αυτά, μετά την έκδοσή τους, έφθαναν στο κατάστημα της ....., μετά βέβαια από παραγγελία της Τράπεζας, τα άφηναν εκεί προς φύλαξη, είτε για να εισπράξουν την αξία τους κατά τη λήξη τους, είτε, όταν ήθελαν, για να τα παραλάβουν και να τα προεξοφλήσουν. Πιο συγκεκριμένα, εκείνος που επιθυμούσε να αγοράσει τέτοια γραμμάτια, πλήρωνε στο Κατάστημα της Τράπεζας το αντίστοιχο ποσό και η τελευταία, ενεργώντας ως εντολοδόχος, αγόραζε από το Ελληνικό Δημόσιο, μετά την έκδοση τους, τα έντοκα γραμμάτια των πελατών της (εντολέων) με τα χρήματα που στο μεταξύ από αυτούς είχε εισπράξει. Πολλοί όμως από τους πελάτες της δεν προσέρχονταν να παραλάβουν τα γραμμάτια, αλλά τα άφηναν στην Τράπεζα προς φύλαξη, ητελευταία δε τα φύλασσε σε ειδικές θυρίδες του παραπάνω Καταστήματός της, τα κλειδιά των οποίων κρατούσε ο ίδιος ο ... κατηγορούμενος ... . Όμως ο ... κατηγορούμενος, θέλοντας να ενσωματώσει στη δική του περιουσία ξένα ολικά προς αυτόν περιουσιακά αντικείμενα, άρχισε να αφαιρεί από τις θυρίδες, στις οποίες τα φύλασσε ο ίδιος, έχοντας έτσι την κατοχή τους, έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, τα οποία ανήκαν σε πελάτες της Τράπεζας, οι οποίοι έχοντάς τα αγοράσει, δεν τα είχαν παραλάβει, αλλά τα είχαν αφήσει εκεί προς φύλαξη. Στη συνέχεια ο ... κατηγορούμενος, είτε ο ίδιος, είτε δια μέσου άλλων προσώπων, τα προεξοφλούσε και εισέπραττε την αξία τους, οι τρίτοι δε, προς τους οποίους τα μεταβίβαζε για προεξόφληση, τα εμφάνιζαν κατά τη λήξη τους για εξόφληση στην Τράπεζα. Αυτός δε, γνωρίζοντας πότε έληγαν τα γραμμάτια που είχε αφαιρέσει, όταν έφθανε η χρονολογία της λήξεώς τους, φρόντιζε να καλύπτει, όσο μπορούσε τις απαιτήσεις των πελατών που ζητούσαν την αξία τους, είτε με γραμμάτια άλλων πελατών, είτε με μετρητά τα οποία εξεύρισκε με προεξοφλήσεις γραμματίων νέων σειρών, είτε πλαστογραφώντας παραστατικά με τις υπογραφές πελατών και εξαπατώντας με αυτά τους υπαλλήλους της Τράπεζας. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της εν λόγω εγκληματικής του δραστηριότητας, η οποία άρχισε μετά την παραλαβή των εντόκων γραμματίων που είχαν εκδοθεί στις 31-1-1996, ο ... κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ευρισκόμενα στην κατοχή του, λόγω της παραπάνω ιδιότητας του και της φύλαξης τους από τον ίδιο, και παρακάτω κατά χρονολογία, αριθμό και ποσά αναφερόμενα έντοκα γραμμάτια: 1) Από 1-10-1996 έως 7-5-1997 τα υπό αριθμούς ....., ..... και ....., αξίας, αντίστοιχα, 5.000.000, 1.000.000 και 10.000.000 δρχ και συνολικά 16.000.000 δρχ., που ανήκαν στους πελάτες της Τράπεζας Β και Γ, 2) από 2-10-1996 έως 2-9-1997 τα υπό αριθμούς ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ..... του πελάτη της Τράπεζας Γ, αξίας το καθένα 1.000.000 δρχ. και συνολικά 8.000.000 δρχ., 3) από 2-7-1996 έως 20-9-1997 το υπό αριθμό ..... του ίδιου πελάτη, αξίας 10.000.000 δρχ., 4) από 30-6-1996 έως 28-11-1996 τα υπό αριθμούς ..... και ....., του πελάτη της Τράπεζας Δ, αξίας το καθένα 10.000.000 δρχ. και συνολικά 20.000.000 δρχ. και 5) από 30-6-1996 έως 20-9-1997 24 έντοκα γραμμάτια, όπως αυτά, αλλά και τα προαναφερόμενα, περιγράφονται στο διστακτικό της παρούσας απόφασης, συνολικής αξίας 103.200.000 δρχ. Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ο κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος της Τράπεζας και διαχειριστής των εντόκων γραμματίων, δηλαδή ξένης περιουσίας, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα όλα τα ξένα ολικώς προς αυτόν πιο πάνω γραμμάτια, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 157.200.000 δρχ., το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. και βέβαια το ποσό των 25.000.000 δρχ. Δηλαδή, το όφελος που επιδίωξε ο κατηγορούμενος από την πιο πάνω πράξη του της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης εις βάρος της εγκαλούσας Τράπεζας και η ζημία που οπωσδήποτε προξενήθηκε σ' αυτήν, αφού η ίδια ήταν υποχρεωμένη να αποζημιώσει τους πελάτες της, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 157.000.000 δρχ. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας πάντοτε ως διευθυντής του Καταστήματος της ..... της εγκαλούσας Τράπεζας και έχοντας την αποκλειστική διαχείριση του χαρτοφυλακίου των εντόκων γραμματίων, προκειμένου να επιτύχει την εξόφληση των πιο πάνω εντόκων γραμματίων του Δημοσίου και να εισπράξει την αξία τους, με το σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας αντίστοιχα την Τράπεζα και με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προέβη και στις εξής ενέργειες. Στην ....., στις 30-5-1997, αφού έπεισε τον υφιστάμενο του, υπάλληλο της Τράπεζας Ε, ότι τα υπό αριθμούς ....., ....., ....., ....., ..... και ..... έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, εκδόσεως 31-8-1996 και λήξεως 31-8-1997, αξίας 1.000.000 δρχ. το καθένα από τα τρία πρώτα και 10.000.000 δρχ. το καθένα από τα τρία υπόλοιπα, καθώς και τα υπό αριθμούς ..... και ..... έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, εκδόσεως 31-1-1997 και λήξεως 31-1-1998, αξίας 10.000.000 δρχ. το καθένα, ανήκαν στον πελάτη της Τράπεζας Α και ότι αυτός τον είχε εξουσιοδοτήσει για να του τα προεξοφλήσει, ζήτησε από τον εν λόγω υπάλληλο (Ε) να εκδώσει και να του παραδώσει τα υπό αριθμούς ....., ..... και ..... σχετικά παραστατικά για την είσπραξη των πιο πάνω εντόκων γραμματίων, προκειμένου να τα δώσει στον Α για να τα υπογράψει. Ο κατηγορούμενος, αφού παρέλαβε τα πιο πάνω παραστατικά, την επομένη τα επέστρεψε στον υπάλληλο Ε, δήθεν υπογεγραμμένα από τον Α. 'Ομως ο κατηγορούμενος είχε θέσει ο ίδιος στα πιο πάνω παραστατικά κατ' απομίμηση την υπογραφή του Α, με σκοπό να παραπλανήσει, με τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, τον προαναφερόμενο υπάλληλο της Τράπεζας, ότι ο Α είχε δήθεν υπογράψει τα πιο πάνω παραστατικά, των οποίων βέβαια ο ίδιος στη συνέχεια έκανε χρήση, αφού εισέπραξε την αξία των πιο πάνω εντόκων γραμματίων, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 53.000.000 δρχ., με αντίστοιχη ζημία της Τράπεζας, δοθέντος ότι ο πελάτης της Α δεν είχε παραγγείλει ποτέ έντοκα γραμμάτια και δεν ήταν έτσι δυνατό να προβεί σε προεξόφληση τέτοιων γραμματίων, ούτε βέβαια να εισπράξει το προαναφερόμενο ποσό των 53.000.000 δρχ. Επίσης ο κατηγορούμενος στην ..... στις 16-5-1997, αφού έπεισε τον προαναφερόμενο υπάλληλο της Τράπεζας Ε ότι τα υπό αριθμούς ....., ....., ..... και ..... έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόσεως 31-10-1996, και λήξεως 31-10-1997, αξίας 5.000.000 δρχ. το καθένα, ανήκαν στον πελάτη της Τράπεζας, ... Χ2 και ότι αυτός τον είχε εξουσιοδοτήσει για να του τα προεξοφλήσει, ζήτησε από τον εν λόγω υπάλληλο να εκδώσει και να του παραδώσει τα υπό αριθμούς ..... και ..... σχετικά παραστατικά για την είσπραξη των πιο πάνω γραμματίων, προκειμένου να τα δώσει στον Χ2 για να τα υπογράψει. Ο κατηγορούμενος, αφού παρέλαβε τα πιο πάνω παραστατικά, την επομένη τα επέστρεψε στον υπάλληλο Ε, δήθεν υπογεγραμμένα από τον Χ2. Όμως ο κατηγορούμενος είχε θέσει ο ίδιος στα πιο πάνω παραστατικά, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του Χ2, με σκοπό να παραπλανήσει, με τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, τον προαναφερόμενο υπάλληλο της Τράπεζας, ότι ο Χ2 είχε δήθεν υπογράψει τα πιο πάνω παραστατικά, των οποίων βέβαια στη συνέχεια ο ίδιος έκανε χρήση, αφού, κατόπιν εντολής του προς τον υφιστάμενο του Ε, πιστώθηκε η αξία των πιο πάνω έντοκων γραμματίων, συνολικού ποσού 40.000.000 δρχ., στον υπό αριθμό ..... λογαριασμό ALPHA του Χ2, χωρίς ο τελευταίος να είναι δικαιούχος των εν λόγω γραμματίων, αφού ουδέποτε είχε παραγγείλει στην Τράπεζα τέτοια γραμμάτια. Έτσι ο κατηγορούμενος, κατάρτισε τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τον υπάλληλο της Τράπεζας Ε, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων που κατάρτισε. Από την πιο πάνω πράξη της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας ο κατηγορούμενος αποκόμισε, όπως ήταν ο σκοπός του, περιουσιακό όφελος που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 93.000.000 δρχ. (53.000.000 + 40.000.000), κατά το οποίο βέβαια ζημιώθηκε η εγκαλούσα Τράπεζα ... . Επομένως πρέπει ... Ενόψει αυτών τα αιτήματα για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και για αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης πρέπει να απορριφθούν ...". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε και ειδικότερα εκείνη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις για την υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Πλέον συγκεκριμένα και σε σχέση με το απορριφθέν αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, με το να δεχθεί το δικαστήριο της ουσίας ότι δεν χρειάζεται η διενέργειά της, εκ του πράγματος δέχθηκε ότι ήταν σε θέση να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του υπαιτίου της εν λόγω πλαστογραφίας από τα υπάρχοντα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η αιτιολογία δε αυτή, που συμπληρώνεται από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως ως προς την πράξη της πλαστογραφίας, είναι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη και δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει το δικαστήριο, για την πληρότητά της, άλλα επί πλέον στοιχεία. Κατ' ακολουθίαν, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, αντίθετος προς τ' ανωτέρω, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ισχύει μετά το Ν.1738/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και τα 216 και 375 για την πλαστογραφία και την υπεξαίρεση, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου, ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών (που μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν.2408/1996 αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές), επιβάλλεται η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ποινή. Νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263α Π.Κ. και συνεπώς προστατεύονται από την ανωτέρω διάταξη του Ν.1608/1950, υπό την έννοια ότι τα κατ' αυτών διαπραττόμενα εγκλήματα τιμωρούνται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του Ν.1608/1950, κατά τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, είναι και "οι Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά το νόμο ή το καταστατικό τους", χωρίς άλλη διάκριση. Έτσι με το άρθρο 263α Π.Κ. οριοθετείται ένα είδος "δημόσιου τομέα" για τις περιπτώσεις των αδικημάτων που προβλέπει ο Ν.1608/1950. Η επαναοριοθέτηση και περιστολή που ακολούθησε, με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν.1892/1990, στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν.1256/1982 "δημόσιο τομέα" και συγκεκριμένα ότι αυτός περιλαμβάνει πλέον μόνο τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου (είτε στο σύνολό τους, είτε κατά πλειοψηφία), δεν επέφερε και αντίστοιχη περιστολή του "δημόσιου τομέα" που ορίσθηκε με το άρθρο 263α Π.Κ., το οποίο απέφυγε να θίξει ο νομοθέτης του Ν.1892/1990 και επομένως οι ένοχοι των αδικημάτων που προβλέπονται στο Ν.1608/1950, τα οποία τελούνται σε βάρος τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή, τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού. Επομένως, ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950 και 263Α Π.Κ., διότι η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ δεν περιλαμβάνεται, μετά το άρθρο 51 του Ν.1892/1990, ως ιδιωτική, στις Τράπεζες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 263α Π.Κ. και άρα δεν προστατεύεται από τον ως άνω ειδικό νόμο 1608/1950, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από τις διατάξεις 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει, εφόσον έχει προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφαση του, της οποίας η κύρια αιτιολογία για την ενοχή εμπεριέχει από τα πράγματα αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Τα αυτά ισχύουν και για κάθε αυτοτελή αίτηση του κατηγορουμένου, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σαφής και ορισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό, με την εκτεθείσα έννοια. Εκείνο που ανέπτυξαν προφορικώς και κατέθεσαν εγγράφως οι συνήγοροί του, το οποίο φέρεται απ' αυτόν ως αυτοτελής ισχυρισμός, ότι δηλαδή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του ο Ν.1608/1950, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό και επομένως το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική σχετικώς αιτιολογία, η διαληφθείσα δε αιτιολογία, για την ενοχή του αναιρεσείοντος με εφαρμογή του Ν.1608/1950, εμπεριέχει από τα πράγματα αιτιολογία για τον εν λόγω ισχυρισμό. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού του, τον οποίον αυτός χαρακτηρίζει αυτοτελή, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος, εξάλλου, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος "να ελεγχθούν τα δακτυλικά αποτυπώματα που υπάρχουν επάνω στα έντοκα γραμμάτια", είναι αβάσιμος και απορριπτέος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του εν λόγω αιτήματος, ως εκ της οποίας δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να απαντήσει σ' αυτό, πολύ δε περισσότερο να διαλάβει ειδική αιτιολογία σχετικώς, την οποία, πάντως διέλαβε εκ περισσού, δια του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως ανωτέρω εκτέθηκε επί του αιτήματος για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Κατά το άρθρο 100Α παρ. 1 του ΠΚ, αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των τριών μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 του Ποινικού Κώδικα, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη. Η αναστολή αυτή εκτελέσεως της ποινής μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, να χορηγηθεί αν το Δικαστήριο από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και ιδίως των αιτιών της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπόψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξεως του. Οι λόγοι δε που δικαιολογούν την αναστολή της εκτελέσεως πρέπει να περιέχονται συγκεκριμένα στην απόφαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, αν υποβληθεί από τον καταδικασθέντα αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, πρέπει να αναφέρονται στο εν λόγω αίτημα οι περιστάσεις και η συνδρομή των λόγων που δικαιολογούν, κατά τα ανωτέρω, τη ζητούμενη αναστολή. Διαφορετικά, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψή του ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ και δεν ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής των πέντε ετών φυλακίσεως που επέβαλε σ' εκείνον το Δικαστήριο κατά συγχώνευση, ζήτησαν "την εφαρμογή του άρθρου 100Α ΠΚ,, λόγω του προβλήματος που έχει ο πελάτης τους με την καρδιά του". Δεν επικαλέσθηκαν, όμως, περιστατικά και λόγους από τους αναφερόμενους ανωτέρω, που να δικαιολογούν την αιτηθείσα αναστολή και συγκεκριμένα δεν επικαλέσθηκαν περιστατικά για τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις από τον αναιρεσείοντα, για τα αίτια που τον οδήγησαν στην τέλεσή τους, για την προηγούμενη ζωή και το χαρακτήρα του, για τη διαγωγή που αυτός επέδειξε μετά τις πράξεις του και ιδίως τη μετάνοια και την προθυμία επανορθώσεως των συνεπειών των πράξεών του, ενώ, εξάλλου, αόριστη ήταν επίσης και η επίκληση προβλημάτων υγείας του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο εν λόγω αίτημα, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος (τελευταίος) λόγος της ένδικης αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 1.085/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πραγματογνωμοσύνη. Αν υποβληθεί αίτημα διενέργειάς της, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει σ’ αυτό, εφόσον είναι σαφές και ορισμένο και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν απόρριψή του. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 375, 216 ΠΚ, 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 και 263α ΠΚ, διότι η ζημιωθείσα ALPHA Τράπεζα περιλαμβάνεται στις Τράπεζες που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και επομένως προστατεύεται από το Ν. 1608/1950. Απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως της ποινής κατά το άρθρο 100Α ΠΚ, εφόσον όμως το αίτημα αυτό υποβλήθηκε με επίκληση των λόγων και περιστάσεων, με τη συνδρομή των οποίων δικαιολογείται η ζητούμενη αναστολή.
Υπεξαίρεση
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ποινής αναστολή, Πραγματογνωμοσύνη, Υπεξαίρεση, Καταχραστές Δημοσίου.
1
Αριθμός 276/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μπαλίδη, περί αναιρέσεως της 3970/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και 2) ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5.9.2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1451/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παρισταμένων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση αιτήσεις α) υπ' αριθμ. 48/5-9-2008 του κατηγορουμένου ... και β)υπ' αριθμ. 49/5-9-2008 του κατηγορουμένου ... για αναίρεση της 3970/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφισταμένης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., ''όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών'', και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ''από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν''. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Οταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος . Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Τέλος, η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3970/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δια παραλείψεως, (αρθ. 302, 15 του Π.Κ) σε ποινή φυλάκισης ενός έτους ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κάθε κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Στις 15.7.2001 ο ...., οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κινούνταν στην ΕΟ Θεσσαλονίκης - Ιερισσού Χαλκιδικής. Όταν έφθασε στο 56.200 χιλ. της ανωτέρω οδού, όπου το οδόστρωμα είναι διπλής κατευθύνσεως με διπλή συνεχόμενη οριζόντια διαχωριστική γραμμή, συνολικού πλάτους 8,70 ν. και με απότομη καμπύλη δεξιά ως προς την πορεία του, που ήταν από Θεσσαλονίκη προς Ιερισσό, λόγω υπερβολικής ταχύτητας έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια, αφού προσέκρουσε σε αιχμηρό μεταλλικό στηθαίο (αρχή μπάρας) στο ύψος του στέρνου του και σε ύψος 105 εκατοστών από το κατάστρωμα της οδού, ανατράπηκε. Αποτέλεσμα της ως άνω βίαιης πρόσκρουσης και ανατροπής του ήταν να υποστεί: 1) εκτεταμένο θλαστικό τραύμα εγκαρσίως φερόμενο στη λοβή του στέρνου του, αρχομένου από την μεσότητα της αριστερής κλειδός έως και την μεσότητα της δεξιάς (27 εκατοστών περίπου), με κατάσπαση της επιδερμίδας και των μυών προς το σώμα του στέρνου, 2) κάταγμα του στέρνου και της αριστεράς κλειδός και 3) ρήξη της αορτής, εκ των οποίων και επήλθε ο θάνατός του. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό μέσο, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού της 3ης ΔΕΣΕ. και ο δεύτερος, με την ιδιότητα του εργοδηγού - υπαλλήλου της 3ης ΔΕΣΕ, κατά τον ως άνω χρόνο ήταν και οι δύο υποχρεωμένοι για την επίβλεψη και την συντήρηση του υφισταμένου οδικού δικτύου Κεντρικής Μακεδονίας, εντός του οποίου περιλαμβάνεται και το ως άνω αναφερόμενο τμήμα της ΕΟ Θεσσαλονίκης - Ιερισσού την συνεχή παρακολούθηση, καταγραφή και άμεση αντικατάσταση ζημιών του οδικού δικτύου, την τοποθέτηση, αντικατάσταση και προσθήκη μεταλλικών στηθαίων κατεστραμμένων οδικών πινακίδων κλπ. Οι κατηγορούμενοι, αν και είχαν λάβει γνώση, όντας υπεύθυνοι για τον έλεγχο των φθορών του ανωτέρω οδικού δικτύου, ότι στο 56.200 χιλ. της ως άνω οδού ένα εκ των μεταλλικών στηθαίων που βρισκόταν προς την πλευρά του κρημνού και ειδικότερα στο πλάγιο τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος από Ιερισσό προς Θεσσαλονίκη είχε προηγούμενο τροχαίο ατύχημα, αποκοπεί από το έδαφος και είχα γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνο, αφού είχε μετατραπεί σε ένα όλως αιχμηρό αντικείμενο για την άμεση αποκατάσταση αυτού, αλλά αμέλησαν να το αντικαταστήσουν, όπως όφειλαν. Οι ίδιοι δε ήταν υποχρεωμένοι, αντιλαμβανόμενοι το πόσο επικίνδυνο είχε γίνει το ως άνω στηθαίο, γεγονός άμεσα αντιληπτό και από έναν μέσο κοινωνικό άνθρωπο, που δεν έχει τις ειδικές γνώσεις των κατηγορουμένων - για τους διερχόμενους οδηγούς, τους οποίους όχι μόνο πλέον δεν προστάτευε από ενδεχόμενη πτώση τους στον κρημνό, αλλά αντίθετα τους έθετε άμεσα σε κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες, να ενημερώσουν άμεσα τον Προϊστάμενό τους, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν ο μόνος υπεύθυνος για την προτεραιότητα των έργων και όχι να διέρχονται κατά τακτά διαστήματα από το ανωτέρω χιλιομετρικό σημείο, να το βλέπουν και να μην προβαίνουν σε καμμία ενέργεια. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων ήταν ο ως άνω οδηγός, ανεξαρτήτως του βαθμού και της δικής του υπαιτιότητος (έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα, έχοντας στο αίμα του ποσοστό αλκοόλης 2,05ο/οο), να προσκρούσει στο αιχμηρό και ακάλυπτο άκρο του μεταλλικού στηθαίου, το οποίο τον διαπέρασε κυριολεκτικά "σαν μαχαίρι" καθ' όλο του το στέρνο, εκ μόνης δε της αιτίας αυτής επήλθε και ο θάνατός του. Το στηθαίο αυτό, στο οποίο, ακόμη και μετά το ατύχημα, βρέθηκαν μέρη από το δέρμα του θανόντος οδηγού, αποκαταστάθηκε πέντε μήνες μετά από το ανωτέρω ατύχημα (βλ. το από 27.12.2001 έγγραφο της ΔΕΣΕ). Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για ανθρωποκτονία από αμέλεια, όπως αποδίδεται σ' αυτούς με το κατηγορητήριο. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, το οποίο καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, για ανθρωποκτονία από αμέλεια, αφενός, δεν διέλαβε στην απόφασή του, την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατά τα ανωτέρω τραυματισμός του .... και ο εξ αυτού θάνατος αυτού είναι απότοκος και της αμελείας των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων του πρώτου ως πολιτικού μηχανικού και του δευτέρου ως εργοδηγού-υπαλλήλου της 3ης ΔΕΣΕ, οι οποίοι, λόγω των επαγγελμάτων τους και των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Στη συνέχεια, ενώ το Εφετείο ερευνά τον κύκλο της παραλείψεως των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, ως έχοντες άμεση υποχρέωση προς ενέργεια, εντούτοις, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ουδόλως προσδιορίζει τις νομικές διατάξεις της ΔΕΣΕ, βάσει των οποίων όφειλαν αυτοί να ενεργήσουν εντός του κύκλου της αρμοδιότητάς τους, η δε παράλειψη της οφειλόμενης αυτής ενέργειας συντέλεσε στην επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος. Προσέτι ενώ δέχεται ότι το μεταλλικό στηθαίο τοποθετήθηκε για να προστατεύει τους κινουμένους στο αντίθετο από εκείνο που εκινείτο ο θανών ρεύμα κυκλοφορίας από υφιστάμενο κρημνό δεν αιτιολογεί ότι οι αναιρεσείοντες είχαν τη δυνατότητα με τις παραπάνω ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψουν ότι ο θανών οδηγών την δίκυκλη μοτοσυκλέττα υπό την επήρεια οινοπνεύματος και με υπερβολική ταχύτητα θα εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και θα επιπέσει σε αυτό (στηθαίο) ούτε και αιτιολογεί γιατί υπό τις ανωτέρω συνθήκες που έγινε η εκτροπή της μοτοσυκλέττας δεν θα επήρχετο ο θάνατος έστω και εάν το μεταλλικό στηθαίο δεν ήταν αιχμηρό. Έτσι, όμως, αφενός το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου δε, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά τους βάσιμους περί τούτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγους αναίρεσης. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3970/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης . Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας διότι δεν προσδιορίζεται από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς ενέργεια και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτού.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
1
Αριθμός 275/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο- Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της 2333/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Εμμανουέλα Πανοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 703/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Η νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, ως αξιώνουσα πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και, επομένως, πρέπει αυτή να εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο οι περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιµωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού, αντικειµενικώς νοείται σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειµενικώς κοινός δόλος µε την έννοια ότι κάθε συµµέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγµάτωση της αντικειµενικής υποστάσεως του εγκλήµατος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συµµέτοχοι πράττουν µε δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήµατος. ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα επόμενα "...Κατά το έτος 1989 ιδρύθηκε µε έδρα την Αθήνα η ανώνυµη εταιρία "HELLENIC PORCELAIN ΑΒΕΕ", που είχε ως σκοπό [µεταξύ άλλων] την παραγωγή και εµπορία κεραµικών µονωτήρων και συναφών προϊόντων ηλεκτρικών εφαρµογών. Για τους εν λόγω µονωτήρες ενδιαφερόταν τότε η ΔΕΗ, η οποία για να καλύψει τις ανάγκες της θα διέκοπτε την εισαγωγή τους από το εξωτερικό και θα απορροφούσε το µεγαλύτερο µέρος της παραγωγής της εν λόγω εταιρίας. Για την επίτευξη του σκοπού της, η εταιρία έπρεπε να αποκτήσει εργοστάσιο στην Ελλάδα και για την κατασκευή του επελέγη η περιοχή της ....., από όπου καταγόταν ο κύριος µέτοχος της εταιρίας, πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύµβουλος αυτής, Ψ, ο οποίος, πριν από τη δηµιουργία της εταιρίας στην Ελλάδα, είχε αναπτύξει επιχειρηµατική δραστηριότητα στις ΗΠΑ (κατά τη σύσταση της εταιρίας δήλωνε κάτοικος .....). Ο κατηγορούµενος, Χ, υπήρξε επί πολλά χρόνια συνεργάτης του στις ΗΠΑ και κατά τη σύσταση και δραστηριοποίηση της εταιρίας στην Ελλάδα υπήρξε σύµβουλός του, µέτοχος της εταιρίας κατά 5% και αρχικώς απλό µέλος, στη συνέχεια δε (από το 1991) αντιπρόεδρος του ΔΣ αυτής. Με την ιδιότητα αυτή εκπροσωπούσε την εταιρία, τόσο τυπικά (ως µέλος του πρώτου ΔΣ, το οποίο συλλογικώς είχε αναλάβει και την εκπροσώπησή της εξ ολοκλήρου, µέχρι και το πρώτο εξάµηνο του έτους 1991, βλ. ΦΕΚ 3926/15-11-1989, ΑΕ+ΕΠΕ), όσο και ουσιαστικά, για το µετέπειτα χρονικό διάστηµα (κατά το οποίο τυπικά εκπρόσωπος είχε ορισθεί µόνο ο Ψ, βλ. ΦΕΚ 3098/15- 7-1991, ΑΕ+ΕΠΕ), ως σύµβουλος του Ψ, στενός συνεργάτης αυτού και εν τοις πράγµασι συµπράττων µε αυτόν στις επαφές και συναλλαγές της εταιρίας µε τους τρίτους. Προκειµένου να κατασκευασθεί το εργοστάσιο στην ....., το έργο εντάχθηκε σε ειδικό επενδυτικό πρόγραµµα, σύµφωνα µε το οποίο ένα µέρος της σχετικής δαπάνης έπρεπε να διατεθεί από τους επενδυτές, ένα άλλο µέρος έπρεπε να καλυφθεί µε δανεισµό από την ΕΤΒΑ και ένα τρίτο µέρος, που αποτελούσε ποσοστό 29% επί της αξίας του εκάστοτε εκτελουµένου έργου, έπρεπε να χρηµατοδοτηθεί από κρατική επιχορήγηση.Περαιτέρω, σύµφωνα µε τη γνώµη που επικράτησε στο δικαστήριο, από τα αυτά, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύονται και τα εξής. Οι επενδυτές, δηλαδή τόσο ο Ψ, που δεν είναι εν προκειµένω κατηγορούµενος, όσο και ο παρών κατηγορούµενος Χ, µε την ιδιότητα του µετόχου, του αντιπροέδρου και του νοµίµου εκπροσώπου (υπό τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν), προκειµένου να αποφύγουν τη διάθεση ιδίων διαθεσίµων για την κατασκευή του εργοστασίου και να επιτύχουν την κρατική επιχορήγηση εκ µέρους του Ελληνικού Δηµοσίου σε ευρύτερη έκταση (µε αντίστοιχο χρηµατικό όφελος δικό τους και της εταιρίας στην οποία µετείχαν και µε ζηµία του Δημοσίoυ), επινόησαν µια µεθόδευση. Εµφάνισαν αναληθώς προς τα αρµόδια όργανα της ΕΤΒΑ, που είχαν τον έλεγχο και την εποπτεία της εκτέλεσης και χρηµατοδότησης του έργου, τόσο προς εξυπηρέτηση των δικών της συµφερόντων (ως δανειστή του αναλόγου µέρους της χρηµατοδότησης) όσο και προς εξυπηρέτηση των συµφερόντων του Ελληνικού Δηµοσίου (ως επιχορηγού), ότι είχε εκτελεσθεί έργο πολύ µεγαλύτερης αξίας από εκείνο, που πράγµατι είχε εκτελεσθεί, µε συνέπεια να εγκριθούν κρατικές επιχορηγήσεις πολύ µεγαλυτέρου ύψους, από αυτό που αναλογούσε (προς 29%) επί του πράγµατι εκτελεσθέντος έργου και της πραγµατικής αξίας αυτού. Αυτό συνέβη στις παρακάτω περιπτώσεις, όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό και συγκεκριµένα: Α) Στις επιχωµατώσεις, όπου αναληθώς εµφανίσθηκε ότι τέτοιες έγιναν σε όγκο 33.082 µ3, ενώ στην πραγµατικότητα είχαν γίνει µόνο σε όγκο 2.280 µ3, µε αποτέλεσµα να εµφανισθεί αναληθώς δαπάνη υπέρτερη κατά 90.997.393 δραχµών, για την οποία το Ελληνικό Δηµόσιο κατέβαλε επιχορήγηση υπέρτερη κατά 26.389.244 δραχµές. Β) Στη στέγη, όπου αναληθώς εµφανίσθηκε ότι τοποθετήθηκε ειδική στέγη αµερικανικής προελεύσεως συνολικής αξίας 249.788.254 δραχµών, ενώ στην πραγµατικότητα τέτοια στέγη δεν τοποθετήθηκε (διότι η επιχείρηση που φέρεται ότι εξέδωσε το σχετικό τιµολόγιο ήταν ανύπαρκτη στις ΗΠΑ), για την οποία το Ελληνικό Δηµόσιο κατέβαλε επιχορήγηση 72.438.594 δραχµών, την οποία άλλως δεν θα είχε καταβάλει. Γ) Στο βιοµηχανικό δάπεδο, όπου αvαληθώς εµφανίσθηκε ότι κατασκευάσθηκε τέτοιο συνολικής αξίας 56.000.000 δραχµών, ενώ στην πραγµατικότητα δεν κατασκευάσθηκε, για το οποίο το Ελληνικό Δηµόσιο κατέβαλε επιχορήγηση 16.240.000 δραχµών. Δ) Στο µπετόν, όπου αναληθώς εµφανίσθηκε ότι χρησιµοποιήθηκε όγκος 4.357 µ3, ενώ στην πραγµατικότητα χρησιµοποιήθηκε όγκος µόνο 1.193,5 µ3, µε αποτέλεσµα να εµφανισθεί αναληθώς δαπάνη υπέρτερη κατά 65.346.565 δραχµών, για την οποία το Ελληνικό Δηµόσιο κατέβαλε επιχορήγηση υπέρτερη κατά 18.950.504 δραχµές. Και Ε) Στην τεχνογνωσία, για την απόκτηση της οποίας αναληθώς εµφανίσθηκε ότι καταβλήθηκε προς την αµερικανική εταιρία "Ferguson" αµοιβή ύψους 362.500 δολαρίων ή 80.148.750 δραχµών, ενώ στην πραγµατικότητα τέτοια ουδέποτε καταβλήθηκε, διότι δεν χρειάσθηκε, για την οποία το Ελληνικό Δηµόσιο κατέβαλε επιχορήγηση 23.243.137,5 δραχµών. Με τον τρόπο αυτό, ο κατηγορούµενος (πάντοτε σε συνεργασία και σύµπραξη µε τον Ψ), επέτυχε να εξαπατήσει τους αρµοδίους υπαλλήλους ως προς την πραγµατική εκτέλεση ή αξία του έργου (κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν) και να λάβει, για λογαριασµό της εταιρίας και για όφελος δικό του και του Ψ, κρατικές επιχορηγήσεις συνολικού ποσού 157.261.479 δραχµών, τις οποίες δεν είχε δικαίωµα να λάβει και τις οποίες πράγµατι δεν θα ελάµβανε χωρίς την προεκτεθείσα απατηλή συµπεριφορά. Η πράξη αυτή στρέφεται οπωσδήποτε κατά της περιουσίας του Ελληνικού Δηµοσίου, το οποίο ζηµιώθηκε κατά το ως άνω ποσό, που ήδη αντιστοιχεί σε 461.515,7 ευρώ, διότι η σχετική επιχορήγηση προήλθε από κρατικά χρήµατα και στο σύνολό της υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχµών ή 150.000 ευρώ. Προσέτι, τελέσθηκε κατ' επάγγελµα και κατά συνήθεια, δεδοµένου του ότι οι επί µέρους πράξεις έγιναν µε σύστηµα, οργάνωση και υποδοµή, αφού χρησιµοποιήθηκαν πλαστά ή ανακριβή παραστατικά, προερχόµενα από ή αποδιδόµενα σε διαφορετικούς εκδότες, τα οποία τέθηκαν υπ' όψη αρµοδίων υπαλλήλων τους οποίους, παρά την εµπειρία τους, παραπλάνησαν και (οι επί µέρους πράξεις) απέβλεπαν στο σταθερό πορισµό µη δικαιούµενων χρηµατικών διαθεσίµων µε αντίστοιχη βλάβη άλλου και µε τρόπο (επένδυση για την οποία ο επενδυτής, µετερχόµενος απάτη, µάλιστα κατ' επανάληψη, παραλείπει να καταβάλει δικά του χρήµατα) που µαρτυρεί διαστροφή χαρακτήρα και κακή ροπή αυτού προς την οικονοµική εγκληµατικότητα, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Η κρίση για τα παραπάνω στηρίζεται πρωτίστως στην έκθεση, την οποία εκ των υστέρων συνέταξε η επιτροπή των Α και Β, το Απρίλιο 1993, µε αριθµό ... και στην από 28-2-1994 έκθεση της "....., ..... & Co" προς την ΕΤΒΑ ...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και αφού ανεγνώρισε σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 45 και 386 παρ.1,3α του Π.Κ και άρθρο 1 παρ.1 Ν.1608/1950,τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπή ή ασαφή αιτιολογία ώστε να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως που παραδεκτώς αλληλοσυπληρώνονται, οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ήσαν ψευδείς οι παραστάσεις του κατηγορουμένου για την πραγματοποίηση εργασιών στο υπό κατασκευή εργοστάσιο, οι οποίες (ψευδείς παραστάσεις) συντελέστηκαν με την προσκόμιση ψευδών και ανακριβών παραστατικών στοιχείων δαπανών για εργασίες και προμήθεια υλικών, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της ΕΤΒΑ και του Ελληνικού Δημοσίου και να καταβάλλει το τελευταίο, ως επί πλέον επιχορήγηση, για την υπαγωγή της επένδυσης στο Ν.1262/1982 το συνολικό ποσό των 157.261.479 δραχμών, ποσό που παριστά την ζημία αυτού και την αντίστοιχη ισόποση ωφέλεια της εταιρίας την οποία ο κατηγορούμενος και ο Ψ εκπροσωπούσαν. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται στην απόφαση η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της απάτης είναι αβάσιμη, αφού, σαφώς και με πληρότητα αιτιολογίας το δικαστήριο με αναλυτικές σκέψεις δέχεται την συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περιστάσεως Περαιτέρω,αβασίμως αιτιάται την απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας εν σχέσει με τη συμμετοχική δράση του, αφού δέχεται το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις μερικότερες πράξεις της απάτης σε συνεργασία και σε σύμπραξη με τον Ψ και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως αναφορικά με το ζήτημα αυτό η εξειδίκευση των επί μέρους υλικών πράξεων καθενός συναυτουργού, αλλά αρκούσε η γνώση της πρόθεσης του καθενός για την τέλεση της ίδιας πράξης και η βεβαίωση της θέλησης να συμπράξουν. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαίο να γίνεται στην απόφαση αξιολογική σύγκριση και συσχέτιση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, ούτε να διαλαμβάνεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά ξεχωριστά. Οι αιτιάσεις με τις οποίες υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, γίνεται αναφορά σε μαρτυρικές καταθέσεις ως και εκείνες με τις οποίες ο κατηγορούμενος αρνείται ότι εκπροσωπούσε την άνω εταιρία, είναι απαράδεκτες γιατί βάλλουν κατά της ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ.- Ελλειψη ακροάσεως που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, όπως προκύπτει από το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, συνιστά η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτήν ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι με έγγραφο ισχυρισμό του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, είχε ζητήσει την ανάγνωση των παρακάτω εγγράφων α) του από 17-10-1989 καταστατικού, υπ' αριθμ. ..... πράξης της συμ/φου Αθηνών Ελβίρας Καλογεράτου και β) τις καταθέσεις της μάρτυρος Γ και τα πρακτικά του Δ.Σ της ΕΤΒΑ της 18-11-1994, τα οποία το δικαστήριο παρέλειψε να αναγνώσει. Ο περί ελλείψεως ακροάσεως δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος αφού από την επισκόπηση του άνω έγγραφου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος που έχει καταχωρισθεί στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η άνω υπ' αριθμ. ..... συμβολαιογραφική πράξη περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος έγγραφα, το δε πρακτικό του Δ.Σ της ΕΤΒΑ αναγνώσθηκε, ως τούτο προκύπτει από τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, τέλος δε, για τις καταθέσεις της Γ, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ευθέως η ανάγνωση των καταθέσεων αυτής, αλλά από το όλο περιεχόμενο του εγγράφως διατυπωθέντος ισχυρισμού του προκύπτει ότι δι' αυτού γίνεται γενική αναφορά στον φάκελλο της επένδυσης και στις εις αυτόν καταθέσεις της ανωτέρω. IV.- Από το συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Επομένως και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, η οποία επήλθε από το ότι το δικαστήριο, για σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του και χωρίς να αναγνώσει τα υπ' αριθ. ....., ....., ....., ....., ..... και ..... τιµολόγια του ....., και τα υπ' αριθ. ....., ..... και ..... τιµολόγια της εταιρίας, µε την επωνυµία "Metropolίtan Engineering Inc.πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί τα ως άνω έγγραφα δεν ήσαν άγνωστα σ' αυτόν, αλλά περιέχονταν στο κατηγορητήριο ως στοιχείο της πράξεως για την οποία κατηγορήθηκε. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη κατά τη συζήτηση (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και την 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ 2333/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα τρία (293) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για κακουργηματική απάτη κατ’ εξακολούθηση εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Η λήψη υπόψη, χωρίς ανάγνωση, εγγράφων του κατηγορητηρίου δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη.
1
Αριθμός 273/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την (κοινή) αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων :1) Χ, 2) Ψ και 3) Ζ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πάλλη, για αναίρεση της με αριθμό 5.386/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ξ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1690/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 ΚΠΔ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με την ποινή της παρ. 1 αυτού τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος ο οποίος στην περίπτωση μεν της ψευδούς καταμηνύσεως περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση δε της ψευδορκίας μάρτυρα τη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. ΙΙ.'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στις περιπτώσεις των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρος, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και (στην περίπτωση του άρθρου 229 Π.Κ.) και στον πρόσθετο σκοπό του δράστη με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό. ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλ-λόμενη υπ' αριθμ.5386/2008 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι μεν αναιρεσείοντες Ψ και Ζ καταδικάσθηκαν για ψευδορκία μάρτυρα, ο δε Χ για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία στην πράξη των πρώτων. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: " ... Τα υποστηριζόµενα από τον πρώτο κατηγορούµενο Χ στην από 13-10-00 µηνυτήρια αναφορά του ενώπιον του Εισαγγελέως Πληµ/κών Αθηνών, ότι δήθεν ο εγκαλών Ξ είχε πλαστογραφήσει την ιδιόγραφη διαθήκη της θείας του ...., είναι ψευδή, γεγονός το οποίο γνώριζε ο ίδιος ο κατηγορούµενος. Μπορούσε δε το γεγονός αυτό, που ο ανωτέρω κατηγορούµενος διέδωσε µε την πιο πάνω µηνυτήρια αναφορά του ενώπιον τρίτων και δη του Εισαγγελέως, των γραµµατέων και των συνηγόρων, να βλάψει την τιµή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ο κατηγορούµενος γνώριζε αυτό και αποσκοπούσε σ' αυτό, επιπλέον δε αποσκοπούσε, µε την υποβολή της ως άνω αναφοράς να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του, πράγµα το οποίο και έγινε, αφού ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για πλαστογραφία, απάτη στο δικαστήριο και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία µάρτυρα. Στη συνέχεια όµως µε το υπ'αριθ. 1162/02 βούλευµα του Συµβουλίου Πληµ/κών Αθηνών το οποίο έχει καταστεί αµετάκλητο, το άνω συµβούλιο µε την παραδοχή ότι η επίδικη διαθήκη είναι γνήσια, αποφάνθηκε να µη γίνει κατηγορία για τις ως άνω πράξεις. Επίσης ψευδή είναι και όσα κατέθεσαν οι κατηγορούµενοι, δεύτερος και τρίτος, Ψ και Ζ εξεταζόµενοι ως µάρτυρες ενώπιον του Πταισµατοδίκη Αθηνών, που ενεργούσε προανάκριση, επί της ως άνω µηνυτήριας αναφοράς, το ψευδές δε αυτών των ισχυρισµών γνώριζαν οι κατηγορούµενοι αυτοί, και δη ο Ψ κατέθεσε ότι στις αρχές του 1998, ο εγκαλών, στο γραφείο του Χ, οµολόγησε ενώπιον αυτού και του Χ, ότι είχε πλαστογραφήσει την επίδικη διαθήκη, και ο Ζ ότι αμέσως µετά την εν λόγω οµολογία, κατά την είσοδο του στο γραφείο του Χ, άκουσε να συζητούν οι Χ και Ψ ότι προ ολίγου ο εγκαλών είχε οµολογήσει ενώπιον τους την πλαστογραφία της διαθήκης. Στις εν λόγω δε καταθέσεις προέβησαν οι κατηγορούµενοι δεύτερος και τρίτος, κατόπιν πειθούς και φορτικότητας του πρώτου κατ/νου, ο οποίος απέβλεπε οι εν λόγω µαρτυρικές καταθέσεις να ενισχύσουν την ουσιαστική βασιµότητα της άνω µηνυτήριας αναφοράς του. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούµενος στη µηνυτήρια αναφορά του από 13-10-2000 αναφέρει ότι η "πλαστότης (της διαθήκης), αποδεικνύεται όχι µόνον εκ συγκριτικών εγγράφων αλλά και εξ οµολογιών του αναφεροµένου προς εµέ και έτερα πρόσωπα". Όµως ότι οµολόγησε ενώπιον του ο Ξ ή ενώπιον άλλων τρίτων την εκ µέρους του πλαστογραφία της διαθήκης είναι ψευδές περιστατικό, αφού δεν αποδείχθηκε ότι έγινε τέτοια οµολογία, ούτε άλλωστε συνέτρεχε προς τούτο λόγος, αφού όπως προαναφέρθηκε η διαθήκη ήταν γνήσια, όπως αποφάνθηκε και το άνω Συµβούλιο. Επίσης ο πρώτος κατηγορούµενος µε την από 30-6-2000 εξώδικη όχληση του προς τον εγκαλούντα και την σύζυγο του, ανέφερε µεταξύ άλλων και τα εξής σε βάρος του !! "έχουν διαπραχθεί σοβαραί αξιόποιναι πράξεις από τον πρώτο από εσάς, τας οποίας θέλω να καταστήσω γνωστάς εις την Εισαγγελικήν Αρχήν προς άσκησιν ποινικής διώξεως εις βάρος σας, όπως η πλαστότης διαθήκης και η µη καταβολή κατόπιν εξαπατήσεως του Ελληνικού Δηµοσίου του αναλόγου φόρου µεταβιβάσεως επί εκποιήσεως θαλασσίου σκάφους, ως ταύτα αποδεικνύονται εκ των εις χείρας µου υφισταµένων αποδεικτικών στοιχείων". Ο εγκαλών εις απάντηση της άνω εξωδίκου επέδωσε στον πρώτο κατηγορούµενο την από 6-7-2000 εξώδικη απάντηση και διαµαρτυρία στην οποία ανέφερε: "Οι απειλές σας περί διαπράξεως σοβαρών αξιόποινων πράξεων εκ µέρους του πρώτου από εµάς είναι ψευδείς, δόλιοι, συκοφαντικοί και κακόβουλοι και αναµένω να λάβω γνώσιν των στοιχείων που σας καλώ να καταθέσετε εις τον αρµόδιον Εισαγγελέα". Επίσης ο εγκαλών συνεπεία της από 30-6-2000 εξωδίκου, υπέβαλε κατά του πρώτου κατηγορουµένου την από 20-9-2000 έγκληση, ενώ συνεπεία της από 13-10-2000 εξωδίκου υπέβαλε κατά των κατηγορουµένων την από 21-1-2001 έγκληση του (επίδικη). Αποδεικνύεται λοιπόν από τα ανωτέρω ότι ο εγκαλών όχι µόνον δεν οµολόγησε ενώπιον του πρώτου και δευτέρου των κατηγορουµένων την εκ µέρους του πλαστογραφία της διαθήκης, αλλά αντίθετα απαντά στους σχετικούς ισχυρισµούς µε τις άνω εξωδίκους δηλώσεις και εγκλήσεις. Επίσης και οι κατηγορούµενοι δεύτερος και τρίτος γνώριζαν ότι τα αναφερόµενα στις από 17-1-2001 ένορκες καταθέσεις τους ήσαν ψευδή, αφού ουδεµία οµολογία περί πλαστότητας της διαθήκης είχε γίνει εκ µέρους του εγκαλούντος, προέβησαν δε στις εν λόγω καταθέσεις κατόπιν επιµονής και παροτρύνσεως του πρώτου κατηγορουµένου για την ουσιαστική βασιµότητα της άνω µηνυτήριας αναφοράς αυτού και µε τον οποίο συνδεόταν µε δεσµούς επαγγελµατικής συνεργασίας και φιλίας ο δεύτερος και συγγενείας ο τρίτος από αυτούς. Εξάλλου δυνάµει των παρακάτω αποφάσεων: α) 8228/06 του παρόντος Δικαστηρίου ο πρώτος κατηγορούµενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε (5) µηνών για συκοφαντική δυσφήµηση σε βάρος του εγκαλούντος, εξαιτίας της από 30-6-2000 εξωδίκου που προαναφέρθηκε. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε µε την 1479/2007 απόφαση του ΑΠ, β) 7028/2007 του παρόντος Δικαστηρίου, εκδοθείσης κατόπιν εισαγωγής της υποθέσεως προς νέα συζήτηση, ο πρώτος κατηγορούµενος κηρύχθηκε ένοχος απλής δυσφηµήσεως και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών (3) µηνών. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε µε την 845/2008 απόφαση του ΑΠ γ) 3923/2008 του παρόντος Δικαστηρίου, εκδοθείσης κατόπιν εισαγωγής της υποθέσεως προς νέα συζήτηση, έπαυσε κατά το άρθρο 31 ν 3346/2005 η ποινική δίωξη κατά του πρώτου κατηγορουµένου για την πράξη της εξυβρίσεως κατ' επιτρεπτή µεταβολή της κατηγορίας. Κατά συνέπεια των αµέσως ανωτέρω δεν συντρέχει εν προκειµένω περίπτωση απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω δεδικασµένου και ο προβληθείς σχετικός αυτοτελής ισχυρισµός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιµος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι κατηγορούµενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδοµένων σε αυτούς πράξεων όπως στο διατακτικό ... ". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και επέβαλε σε καθένα από τους Ψ και Ζ ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών και στον Χ συνολική ποινή φυλακίσεως (7) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, εκτός από την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1α, 229 παρ.1 και 224 του Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα, αναφορικά με τον κατηγορούμενο Χ, ιδιαιτέρως αιτιολογείται στην απόφαση ο σκοπός τον οποίο ο δράστης επιδίωξε με την ψευδή καταμήνυση, συνιστάμενος στην άσκηση ποινικής δίωξης για πλαστογραφία διαθήκης κ.λ.π. κατά του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία και πράγματι ασκήθηκε και περαιτέρω, εκτίθενται στο σκεπτικό της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών τα οποία αυτός διέλαβε στην μηνυτήρια αναφορά του κατά του πολιτικώς ενάγοντος, αφού, η δήθεν προς αυτόν και ενώπιόν του ομολογία του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ο κατηγορούμενος, ως στοιχείο βασιμότητος της κατά του τελευταίου καταγγελίας, διέλαβε στην μηνυτήρια αναφορά του, ουδέποτε έλαβε χώρα. Περαιτέρω, με επαρκή αιτιολογία δέχεται το δικαστήριο την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας του κατηγορούμενου αυτού στην πράξη της ψευδορκίας των λοιπών, με την παραδοχή ότι οι τελευταίοι ωθήθηκαν στην πράξη αυτή με πειθώ και φορτικότητα και τις παροτρύνσεις και την επιμονή του Χ ο οποίος με τον πρώτο (Ψ) είχε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις και με το δεύτερο (Ζ) συνδέονταν με συγγενική σχέση. Ακόμη, για τους κατηγορούμενους τους οποίους το δικαστήριο κήρυξε ενόχους ψευδορκίας, η απόφαση διαλαμβάνει στο σκεπτικό της τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οι ανωτέρω κατέθεσαν στην προανακριτική κατάθεσή τους εξεταζόμενοι επί της άνω μηνυτήριας αναφοράς του πρώτου, εκθέτει ότι τα πραγματικά περιστατικά αυτά ήσαν ψευδή και αναφέρει τις σκέψεις με τις οποίες άγεται στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί γνώρισαν την αναλήθεια των όσων κατέθεσαν, αφού, ειδικότερα, δέχεται ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και του Χ στο γραφείο του τελευταίου και συνεπώς δεν μπορεί να υπήρξαν αυτήκοοι δήθεν ομολογίας του πρώτου ότι αυτός είχε πλαστογραφήσει διαθήκη. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί των προκυπτόντων από τις μαρτυρικές καταθέσεις και περί των σχέσεων αυτών και ιδία του πρώτου με τον πολιτικώς ενάγοντα, είναι απαράδεκτες διότι με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του Κ.Π.Δ κοινός δεύτερος λόγος αναιρέσεως και των τριών αναιρεσειόντων, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ, αν, κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Στ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προσκλήθηκε από αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος Χ ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε την ένσταση του δεδικασμένου αλλά και στην ένδικη αίτηση αναιρέσεώς του για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, επικαλείται το δεδικασμένο ως λόγο αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ισχυρίζεται, προς τούτο, ότι επί άλλης, προγενέστερης έγκλησης, του ίδιου πολιτικώς ενάγοντος ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση για το ίδιο ιστορικό συμβάν της πλαστογράφησης διαθήκης. Για την πράξη αυτή εκδόθηκε αρχικώς η καταδικαστική υπ' αριθμ. 8228/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία ανηρέθη. Επηκολούθησε η υπ' αριθμ. 7028/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατά μετατροπή του κατηγορητηρίου, καταδικάσθηκε για απλή δυσφήμηση. Και η τελευταία ανηρέθη και τελικώς εκδόθηκε η υπ' αριθμ.3923/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη και με την οποία απηλλάγη και για την πράξη της απλής δυσφήμησης, δεχθέν το δικαστήριο την ανυπαρξία οποιουδήποτε δόλου. Με τα περιστατικά αυτά που αναφέρονται στο ίδιο βιωτικό συμβάν για το οποίο κρίθηκε ότι αυτός εν είχε δόλο, ισχυρίζεται ότι παρήχθη αρνητικό δεδικασμένο και για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση τον κήρυξε ένοχο. Η πράξη, όμως, της απλής δυσφήμησης, κατά τον χρόνο, τόπο τέλεσης και λοιπά αντικειμενικά στοιχεία είναι τελείως διαφορετική από εκείνη της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε. Συνεπώς, ελλείποντος του στοιχείου της ταυτότητας της πράξης, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση αρνητικό δεδικασμένο που να αποκλείει νέα δίωξη και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' αναιρετικός λόγος V. Κατά το άρθρο 524 παρ. 2 Κ.Π.Δ, εάν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από εκείνον που καταδικάστηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470, και δεν μπορεί να χειροτερεύσει θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται, διότι, άλλως, υπερβαίνει την εξουσία του. Τέτοια χειροτέρευση μπορεί να συμβεί και όταν, το κατ' άρθρο 524 Κ.Π.Δ δικαστήριο της παραπομπής, μετά από αναίρεση προηγουμένης αποφάσεώς του για άλλες πράξεις για τις οποίες είχε κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, δικάζοντας εκ νέου για τις αναιρεθείσες πράξεις, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία όμως με την αναιρεθείσα απόφασή του ο κατηγορούμενος είχε κηρυχθεί αθώος ή το δικαστήριο έπαυσε την κατ' αυτού ποινική δίωξη ή κηρύχθηκε αυτή απαράδεκτη για οποιονδήποτε λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 76/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων Χ καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μαρτύρων, ενώ για την εναντίον του κατηγορία της συκοφαντικής δυσφημήσεως το δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη ελλείψει εγκλήσεως. Κατά τις αποφάσεως αυτής και κατά τις καταδικαστικές της διατάξεις, ασκήθηκε αναίρεση και με την υπ' αριθμ. 1380/2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, ανηρέθη η άνω υπ' αριθμ.76/2008 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Το τελευταίο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο όχι μόνο για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων για τις οποίες και μόνον είχε αναιρεθεί η προηγούμενη απόφασή του, αλλά και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, κατέστησε χείρονα τη θέση του αναιρεσείοντος, γιατί έπρεπε να ερευνήσει την υπόθεση μόνο κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε εις αυτό (άρθρο 470 και 524 παρ. 2 ΚΠΔ). Υπερέβη, επομένως, την εξουσία του και αναιρετέα εντεύθεν κατέστησε κατά τούτο και μόνο την απόφασή του, κατά τον βάσιμο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1Η, πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Αναιρούμενης της αποφάσεως, δεν συντρέχει λόγος παραπομπής για την πράξη αυτή της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αφού ως προς αυτήν η ανωτέρω υπ' αριθμ. 76/2008 απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, θα παραπεμφθεί όμως η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν και μόνο για νέα επιμέτρηση της ποινής, σημειουμένου ότι κατά τις λοιπές διατάξεις της η προσβαλλόμενη απόφαση για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων έχει καταστεί αμετάκλητη Μετά από αυτά, η μεν αίτηση αναιρέσεως του Χ πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, εκείνη δε των Ψ και Ζ να απορριφθεί και καταδικασθούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ.5386/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο ως προς τον Χ κατά την περί της επιμετρήσεως της ποινής διάταξη αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της στο άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει την από 18-9-2008 αίτηση των α) Ψ και β) Ζ, για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Και Καταδικάζει τους τελευταίους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία στην τελευταία πράξη. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για ύπαρξη δεδικασμένου μεταξύ συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς καταμήνυσης. Αναίρεση για υπέρβαση εξουσίας από χειροτέρευση θέσεως κατηγορουμένου.
Ψευδορκία μάρτυρα
Υπέρβαση εξουσίας, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Κατηγορούμενος, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 272/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 2998/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1378/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύ ει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, όμως το πρώτο δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του σημείου της πλήρους αντικαταστάσεώς του από το διατακτικό, έστω και εάν σ'αυτό εκτίθενται λεπτομερή περιστατικά. β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου εξ αυτών χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολόγηση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. Α.Π. 1/2005). Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 Π.Κ. όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι'αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτού. Ούτως, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται και άμεσος δόλος δηλαδή δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως την γνώση ότι η γενομένη καταμήνυση είναι ψευδής. Βέβαια η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοιαν αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση ως και τον σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 2998/2007 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάσαν κατ'έφεση, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος το έτος 2000 στη Βέροια με την ιδιότητα του μέλους του αναγκαστικού Δασικού Συνεταιρισμού Διαχείρισης Συνιδιοκτήτου Δάσους ....., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας μήνυση δια του περιεχομένου της οποίας κατήγγειλε τους νυν μηνυτές α) Ψ1, β) Ψ2, γ) Ψ3 υπό την ιδιότητά τους κατά σειρά, ως Προέδρου, ταμία, μέλους, του παραπάνω Δασικού Συνεταιρισμού για 1) σύσταση συμμορίας 2) απιστία από κοινού εις βάρος του Συνεταιρισμού 3) απάτη από κοινού σε βάρος της περιουσίας του Συν/σμου, αναφέροντας τα παρακάτω ψευδή ενώ ταυτόχρονα τελούσε εν γνώσει του ψεύδους, ήτοι: ότι δήθεν ζημίωσαν την περιουσία του Συνεταιρισμού διότι ενώ με την ..... πράξη του ΔΣ του Συν/σμου χαρακτήρισαν τελειωτική τη φανερή δημοπρασία για πώληση ξυλείας 200 μ3 εν τούτοις την επανέλαβαν, πράγμα ψευδές αφού με την επανάληψη της δημοπρασίας με ελεύθερες και απευθείας διαπραγματεύσεις επιτεύχθηκε αντί της αρχικής τιμής των 17.250 δρχ/ανά μ3, αυτή των 20.000 ανά μ3 από την εταιρία Α-Β, όπως σαφώς κατέθεσαν και οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες. Ακόμη κατήγγειλε ψευδώς ότι δήθεν ανέθεσαν την υλοτομία των δρόμων στον Ψ2 παράτυπα και προς βλάβη της περιουσίας του Συν/σμού, ενώ η αλήθεια που τη γνώριζε ήτο ότι αφού αρχικά απέρριψαν την προσφορά του τελευταίου ως μοναδικού μειοδότη με την υπ'αριθμ ..... απόφαση του ΔΣ για περισσότερη διαφάνεια προκρίθηκε η κατάθεση κλειστών προσφορών όπου και πάλι προτιμήθηκε κατά πλειοψηφία ο Ψ2 γιατί ήταν φθηνότερη η προσφορά του, γιατί ήταν πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις του και γιατί ως ομοχώριος θα εργαζόταν όλο το χρόνο και την περίοδο του χειμώνα με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του αποδιδόμενου σ' αυτόν αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης. Με αυτά, τα οποία εδέχθη το Εφετείο δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλ'ούτε και στο διατακτικό της, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο γνώση της αναληθείας των καταμηνυθέντων καίτοι η γνώση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη από όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό εκτίθεται. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο του αμέσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως, η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό την περιεχομένη στο νόμο φράση "εν γνώσει του ψεύδους", χωρίς όμως να εκθέσει συστηματικά και να αιτιολογήσει από ποία συγκεκριμένα περιστατικά συνάγεται η γνώση του αυτή, σε σχέση με την αναλήθεια των περιστατικών τα οποία ο κατηγορούμενος κατήγγειλε με την έγκλησή του ότι τέλεσαν οι εγκαλούντες, γνώση, η οποία, άλλωστε, δεν προκύπτει από τις καθόλου παραδοχές και την κυρία αιτιολογία της περί ενοχής κρίσεως του Εφετείου. Συνεπώς ο σχετικός εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της γνώσεως είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχήν του (και παρελκούσης της ερεύνης των ετέρων σκελών του αυτού λόγου, περί μη λήψεως υπ'όψη όλων των αποδεικτικών μέσων και περί πιστής αντιγραφής του διατακτικού εις το σκεπτικό) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 112 και τις όμοιες των 111 και 113 ΠΚ όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που ετελέσθη η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1β, 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ο οποίος, διαπιστώνων την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφ'όσον η αίτηση αναιρέσεως, είναι τυπικά παραδεκτή για τον λόγον ότι ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχεται σ'αυτήν, κατά τα άρθρα 474 § 2 και 509, εις τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως εξ εκείνων οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται εις το άρθρο 510 Κ.Π.Δ., ο οποίος και εκρίθη βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετίαν για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως η οποία (φέρεται ότι) ετελέσθη την 16/2/2000. Ούτως αυτή έχει υποπέσει εις παραγραφήν, αφού από τον τελευταίον χρόνον μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης, παρήλθε χρονικό διάστημα, υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, μεγαλύτερο της οκταετίας (είχε παρέλθει, μάλιστα και ότε εισήχθη η αναίρεση προς συζήτηση) και το αξιόποινο της άνω πράξεως έχει εξαλειφθεί με παραγραφή. Εντεύθεν και αναιρουμένης της αποφάσεως κατά τ'άνω εκτεθέντα, πρέπει η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την ψευδή καταμήνυση να παύσει οριστικώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2998/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικώς την κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, τελεσθείσης την 16/2/2000. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως επί ψευδούς καταμηνύσεως άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ. Άμεσος δόλος απαιτείται για την υποκειμενική της υπόσταση. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση των περιστατικών που την δικαιολογούν, άλλως έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί και παύει οριστικώς, διότι παρήλθε οκταετία από της τελέσεως της πράξεως.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ψευδής καταμήνυση, Δόλος.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 271/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 8657/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτης Πανάγος. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1326/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Περαιτέρω η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, μόνο η από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του Ν. 2523/1997 προβλεπόμενη μηνυτήρια αναφορά, αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης για το έγκλημα της φοροδιαφυγής, που τελείται με την έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η οποία και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη της εξουσίας του για την εκδίκαση του ανωτέρω αδικήματος, και όχι και η σύνταξη της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρ. 41 του ΚΠΔ εκθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 8657/2008 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για την πράξη της κατ' εξακολούθηση παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 25-1-1999 και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση "υπερέβη την εξουσία της, άλλως κακώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 19, 21 παρ. 2, 10 και 12 του ν. 2523/1997", διότι α) "δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 12 ν. 2523/1997 θα έπρεπε να είχε παύσει οριστικά την σε βάρος του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι η κατ' εξακολούθηση πράξη του κατηγορουμένου, η οποία φέρεται να τελέστηκε από 5-1-1999 έως και 24-2-1999, έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθώς πρόκειται για πλημμέλημα και μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (το έτος 2005) και την έγκυρη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε αυτόν, παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των πέντε (5) ετών..." και β) η 3071/2003 μηνυτήρια αναφοράς της ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία αποτελεί κατά την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 2523/1997 δικονομική προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης και έχει την έννοια και τον χαρακτήρα της αιτήσεως, κατ' άρθρο 41 ΚΠΔ, "υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης χωρίς να συνταχθεί σχετική έκθεση, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 41 ΚΠΔ., ως εκ τούτου η άσκηση της ποινικής δίωξης χωρίς την τήρηση της άνω δικονομικής προϋπόθεσης δεν ήταν νόμιμη ...". Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος του κατηγορούμενου πρόβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς και το Δικαστήριο με τις αυτές, κατά βάση, σκέψεις, τους απέρριψε με την εξής, περαιτέρω αιτιολογία. "... Στην προκειμένη περίπτωση η πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, φέρεται ότι έχει τελεστεί το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 24-2-1999. Η ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, είναι η 27-5-2003 και 27-6-2003, αντίστοιχα, ενώ η επίδοση των κλητηρίων θεσπίσματων στον κατηγορούμενο με κλήση να παραστεί στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι η 19-10-2004 και 12-1-2005, αντίστοιχα (βλ. τα αποδεικτικά κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, .....). Συνεπώς το παραπάνω αδίκημα, σύμφωνα και με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται δεν έχει παραγραφεί εφόσον από το χρόνο διαπίστωσης του μέχρι του χρόνου επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για παραγραφή της πράξεως, ενόψει του χρόνου τελέσεως αυτής, που στηρίζεται σε εσφαλμένη τοποθέτηση του χρόνου έναρξης της παραγραφής σε διαφορετική ημερομηνία. Περαιτέρω, ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο έτερος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μη νομότυπης άσκησης της ποινικής δίωξης, διότι η με αριθμό 3071/2003 της ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δεν συνοδεύεται από σχετική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ΚΠΔ, καθώς η σύνταξη τέτοιας εκθέσεως δεν απαιτείται κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς, όπως αυτό προκύπτει διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει, το οποίο προβλέπει μόνο την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς με πορίσματα του φορολογικού ελέγχου ...". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρηση του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν είχε παρέλθει πενταετία για τις μερικότερες πράξεις του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Επίσης ορθά απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι ήταν αναγκαία, για την άσκηση της κατ' αυτού ποινικής διώξεως, επιπλέον της υποβολής της κατ' αρ. 21 παρ. 2 μηνυτήριας αναφοράς, και η σύνταξη της κατ' αρ. 41 του ΚΠΔ εκθέσεως. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' και Η του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και μη υποβολής αναγκαίας για την άσκηση της ποινικής δίωξης αιτήσεως , είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία, για τη στήριξη της κατηγορίας έγγραφα, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο η κλήση του κατηγορουμένου προς εμφάνισή του στο Δικαστήριο, το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως αυτής, και γενικώς, τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από το σκεπτικό της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, έλαβε μεν υπόψη του "τα αποδεικτικά του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο της δικαστικής επιμελήτριας .....", χωρίς να προκύπτει ότι αυτά είχαν αναγνωσθεί μέχρι την έκδοση της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, τα έγγραφα αυτά, τα οποία είναι διαδικαστικά και όχι αποδεικτικά έγγραφα, δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωσθούν δημόσια. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο που την εξέδωσε τα προδιαληφθέντα έγγραφα, χωρίς όμως αυτά να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ., ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, πρόβαλαν τον ακόλουθο ισχυρισμό για την αναγνώριση σε αυτόν των πιο πάνω δύο ελαφρυντικών: "α) Από την αποδεικτική διαδικασία (ιδίως από την κατάθεση της μάρτυρος ....., η οποία διετέλεσε από το 1992 υπάλληλος του κατηγορουμένου), αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στο παρελθόν δεν έχει υποπέσει σε κανένα αδίκημα, ουδεμία άλλωστε - από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο - εμπλοκή του προκύπτει με την ποινική δικαιοσύνη. Ο κατηγορούμενος είναι πτυχιούχος του Χημικού Τμήματος ΑΠΘ, δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά μέχρι το έτος 1999 με διάφορες επιχειρήσεις εμπορίας και τυποποίησης τροφίμων, από το έτος 1972 έχει δημιουργήσει οικογένεια (η σύζυγος του εργάζεται μέχρι και σήμερα στην Πολεοδομία) και έχει ένα τέκνο, σήμερα 32 ετών απόφοιτο Πολυτεχνικής Σχολής και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να εργάζεται σε σταθερή εργασία, δεν έχει εξάλλου υποπέσει σε κάποια παράνομη πράξη, ούτε άλλωστε υφίσταται υπόνοια γι'αυτό. Τα παραπάνω συνηγορούν ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ. ότι δηλαδή έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή ζωή και κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα από την πράξη του. Η αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών οδηγεί σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης σε ελαττωμένη ποινή, κατ' άρθρο 83 ΠΚ. β) Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε, ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι από την τέλεση της πράξης του μέχρι και σήμερα δεν τέλεσε νέα αδικήματα. Παράλληλα παρά το πλήθος των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει μέχρι σήμερα ασχολήθηκε ως εργαζόμενος σε διάφορες επιχειρήσεις και συντηρεί την οικογένεια του". Με αυτό το περιεχόμενο οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρ. 84 παρ.2 περ.α του ΠΚ, η επίκληση μόνο του ότι αυτός δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά κατά τον πιο πάνω τρόπο, έχει δημιουργήσει οικογένεια και ότι δεν έχει υποπέσει σε κάποια παράνομη πράξη, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Ομοίως μη επαρκή είναι και τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, για να στηρίξει τον περί της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης ισχυρισμό του. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, (αναγνωρίζοντας, όμως, αυτεπαγγέλτως, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β' Π.Κ), δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική προς τούτο αιτιολογία λόγω της αοριστίας τους. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. IV. Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεώς του ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, ότι "η προσβαλλόμενη, ενώ δέχθηκε στην παρεμπίπτουσα για το ζήτημα της παραγραφής απόφασή της ότι χρονική αφετηρία της παραγραφής είναι η 27-5-2003 και 27-6-2003 που θεωρήθηκαν τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, στην συνέχεια, όμως, ως χρόνο τελέσεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος για το οποίο δίκασε τελικώς τον κατηγορούμενο, αντιφατικώς δέχεται το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 24-2-1999" και ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, διέλαβε αιτιολογία αντιφατική και καθιστά έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του νόμου επί ζητήματος που σχετίζεται με την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Όπως ήδη αναφέρθηκε (παρ.Ι), ο χρόνος τελέσεως της πράξεως δεν ταυτίζεται στην προκειμένη περίπτωση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής. Χρόνος τελέσεως της πράξεως, τόσο στο σκεπτικό όσα και στο διατακτικό της αποφάσεως είναι ο ίδιος, δηλαδή από 5/1/1999 έως 24/2/1999. Εκείνο που διαφοροποιείται στο σκεπτικό είναι ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι η ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, (27-5-2003 και 27-6-2003), όπως αιτιολογημένα αναφέρεται στην πιο πάνω παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία απορρίφθηκε ο περί παραγραφής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πιο πάνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμη βάσης της απόφασης λόγω της πιο πάνω δήθεν ασάφειας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. V. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 22 του ν.3693/1957 και 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 45/ 16-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8657/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζεται σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή δια εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ’ εξακολούθηση (19 παρ. 1, 4 Ν. 2523/1997). Παραγραφή αδικήματος άρθρου 19 Ν. 2523/97. Έναρξη χρόνου παραγραφής. Απορρίπτει ισχυρισμό περί παραγραφής και μη εκθέσεως υποβολής μηνυτήριας αναφοράς (άρθρ. 21 παρ. 2 Ν. 2523/ 1997 και 41 ΚΠΔ). Έγγραφα. Λήψη υπόψη αποδεικτικών επιδόσεως χωρίς να αναγνωσθούν. Είναι διαδικαστικά και όχι αποδεικτικά έγγραφα. Δεν απαιτείται η δημόσια ανάγνωσή τους. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Απόρριψη αιτήματος ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. α και ε, ως αορίστου. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 270/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ, περί αναιρέσεως της 8434/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1128/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνον που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται της προσβαλλόμενης με αρθ. 8438/2008 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, μετά από την εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος που είναι γείτονας με την Α, στα ..... στις 20-3-2004,μετά από διένεξη για λόγους γειτονίας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να κληθεί η αστυνομία, μετά τη αναχώρηση του περιπολικού επετέθη σ'αυτή (Α) και με ένα γεωργικό εργαλείο (κασμά), την τραυμάτισε σε διάφορα μέρη του σώματός της και της προκάλεσε εκτεταμένο αιμάτωμα των μαλακών μορίων της δεξιάς κατ' αγκώνα άρθρωσης, ρωγμώδες κάταγμα δεξιού αγκώνος. Με βάση τις παραδοχές του αυτές κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο απλής σωματικής βλάβης και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης για το οποίο κηρύχθηκε κατά τα άνω ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, παραβίασε. Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι σωματικές κακώσεις τις οποίες προξένησε ο κατηγορούμενος στην εγκαλούσα και προσδιορίζονται ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης από τον κατηγορούμενο της ως άνω εις βάρος της εγκαλούσης τελεσθείσης αξιόποινης πράξης, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά και της ώρας που έλαβε χώρα το συμβάν. Εξάλλου, από τη ρητή, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβανόμενη, βεβαίωση, ότι, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το ίδιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη, εκτός από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του, καθώς τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης στα οποία αναφέρεται η ιατροδικαστική έκθεση και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι αυτό έλαβε προς τούτο υπόψη και τη συνημμένη στη δικογραφία ιατροδικαστική έκθεση. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Με βάση όσα έχουν εκτεθεί, οι μοναδικοί λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από οκτώ (8) Απριλίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8434/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για απλή σωματική βλάβη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη απλή.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 267/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιδέρη, περί αναιρέσεως της 3416/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1550/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον, παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο. Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ.2 περ.θ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κατά τη διατύπωση του άρθρου 155 παρ.1α και β, του ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα, όσο και κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002 "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης" στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπόν την μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του αναφερομένου άνω άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοιαν της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα ή καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα βιομηχανοποιημένα καπνά ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζομένη ως λαθρεμπορία και τιμωρουμένη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα όταν αναφέρονται σαυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία συντακτικώς ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια που εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογιών με το διατακτικό και που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, την οποίαν στήριξε στα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα έγκλημα της λαθρεμπορίας μόνος και κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση: "ο κατηγορούμενος Χ, πρώην αστυνομικός, ασκούσε παράλληλα εμπορική δραστηριότητα διαμεσολαβώντας στη πώληση τσιγάρων στη ..... έναντι προμήθειας. Για το σκοπό αυτό είχε συστήσει μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με το με αριθμό ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Κόνιαρη. Ο ίδιος δε, σε συνεργασία με τον Α διατηρούσαν από το έτος 2000 δύο αποθήκες στη περιοχή ..... από τις οποίες η μία ανήκε στην ιδιοκτησία του Α. Στις αποθήκες αυτές οι ανωτέρω άρχισαν να αποθηκεύουν ποσότητες, τσιγάρων, οι οποίες είχαν εισαχθεί από την ..... στην ελληνική επικράτεια χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και δικαιώματα του Δημοσίου κατά τρόπο δηλαδή που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, προκειμένου να διοχετεύσουν αυτά στην εγχώρια αγορά. Την παράνομη αυτή δραστηριότητα του κατηγορουμένου πληροφορήθηκε η Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας της ΕΛΑΣ και άρχισε η παρακολούθηση αυτού και των συνεργατών του, δηλαδή του Α και του βουλγαρικής καταγωγής Β. Το Νοέμβριο του έτους 2000 παρατηρήθηκε μεγάλη κίνηση οχημάτων και εργατών στις παραπάνω αποθήκες και τέθηκαν υπό διαρκή και στενή παρακολούθηση από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας της ΕΛ.ΑΣ. Στις 15-11-2000 και ώρα 00.35" περίπου οι αστυνομικοί Γ και Δ που παρακολουθούσαν τις αποθήκες διαπίστωσαν ότι ένα φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας Βουλγαρίας ..... που οδηγούσε ο βουλγαρικής καταγωγής Ε βγήκε από τις αποθήκες σύροντας μία επικαθήμενη καρότσα, η οποία είχε προσαρμοστεί σ' αυτό, κατευθύνθηκε στην περιοχή ..... και ακινητοποιήθηκε σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης φορτηγών αυτοκινήτων με την επωνυμία "....." που βρίσκεται στη ..... Οδό προς φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης. Μπροστά από το φορτηγό με τη συρόμενη καρότσα προπορευόταν το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α και ακολουθούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ. Την περιοχή κατόπτευε ο Β που επέβαινε στο με αριθμό ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Όταν έφθασαν στον χώρο στάθμευσης φορτηγών αυτοκινήτων ο Α, αφού συνεννοήθηκε με τον φύλακα, είπε στον οδηγό Ε να αποδεσμεύσει την επικαθήμενη καρότσα από το φορτηγό και απεχώρησε. Στο ίδιο χώρο στάθμευσης βρισκόταν σταθμευμένο από την προηγούμενη ημέρα και το με αριθμό κυκλοφορίας (Βουλγαρίας) ..... φορτηγό αυτοκίνητο. Αφού έφυγαν οι κατηγορούμενοι οι προαναφερόμενοι αστυνομικοί που τους παρακολουθούσαν εισήλθαν στον χώρο στάθμευσης και διαπίστωσαν ότι στο εσωτερικό των παραπάνω φορτηγών βρίσκονταν μεγάλες ποσότητες τσιγάρων και το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (15-11-2000) προέβησαν στη σύλληψη των κατηγορουμένων. Έγινε έρευνα στα φορτηγά και στις αποθήκες, στην εξοχική του πρώτου κατηγορούμενου και βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: α) στο με αριθμό κυκλοφορίας ..... IX φορτηγό αυτοκίνητο : 1) 226 χαρτοκιβώτια το καθένα το καθένα από τα οποία περιείχε 50 κούτες των 10 πακέτων η κάθε κούτα, των (20) τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας ΡRINCE, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 113.000 πακέτα των 20 τσιγάρων PRINCE το κάθε πακέτο και 2) 298 χαρτοκιβώτια το καθένα από τα οποία περιείχε 50 κούτες των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα, των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας WEST, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 149.000 πακέτα των είκοσι (20) τσιγάρων WEST που είχαν φορτωθεί από τις αποθήκες του δεύτερου κατηγορουμένου, β) στην επικαθήμενη καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου την οποία είχε μεταφέρει ο οδηγός Ε με το με αριθμό κυκλοφορίας..... φορτηγό αυτοκίνητο βρέθηκαν 772 χαρτοκιβώτια, το καθένα από το οποία περιείχε 50 κούτες των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας PRINCE, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 386.000 πακέτα των 20 τσιγάρων PRINCE το κάθε πακέτο, γ) στην αποθήκη ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορουμένου Α βρέθηκαν: 1) 237 χαρτοκιβώτια το καθένα από τα οποία περιείχε 50 κούτες των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας SPECIAL, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 118.000 πακέτα των 20 τσιγάρων SPECIAL, το κάθε πακέτο, 2) 280 χαρτοκιβώτια το καθένα από τα οποία περιείχε 50 κούτες, των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα, των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας AMERICAN HOUSE, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 140.000 πακέτα των είκοσι τσιγάρων το κάθε πακέτο, και 3) 89 χαρτοκιβώτια το καθένα από τα οποία περιείχε 100 κούτες των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας REGAL, δηλαδή συνολικά πακέτα των 20 τσιγάρων EUROPEτο κάθε πακέτο, δ) στην εξοχική κατηγορουμένου στη ..... βρέθηκαν μία κούτα των 10 πακέτων τσιγάρων μάρκας REGAL δύο πακέτα τσιγάρα μάρκας ΜARLBORO και ένα πακέτο τσιγάρα μάρκας REGAL. Οι παραπάνω ποσότητες τσιγάρων που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν είχαν εισαχθεί από τη ....., όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο μάρτυρας κατηγορίας, Δ, στην ελληνική επικράτεια χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, τέλη, φόροι και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 572.816.314 δραχμών, όπως προκύπτει από την από 20-11- 2000 έκθεση επαλήθευσης και προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων του Ζ Τελωνείου Οινοπνευματωδών και καπνικών προϊόντων Θεσσαλονίκης. Από το συνολικό όμως αυτό ποσό 464.268.060 δραχμές αφορούν εισαγωγικούς δασμούς, πάγιους και αναλογικούς, που αποτελούν ίδιους πόρους εγγραφομένους στον Κοινοτικό Προϋπολογισμό, ως προερχόμενους από δασμούς θεσπιζόμενους επί συναλλαγών με χώρες μη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το υπόλοιπο ποσό 108.548.220 δραχμών, αντιστοιχεί σε ΦΠΑ. Επομένως το Ελληνικό Δημόσιο στερήθηκε το ποσό των 154.975.026 δραχμών, ποσό που αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσό του ΦΠΑ, συν επιπλέον ποσοστό 10% επί του ποσού των εισαγωγικών δασμών κ.λ.π. που ως έξοδα είσπραξης τους είχε δικαίωμα να παρακρατήσει το Ελληνικό Δημόσιο. Δηλαδή το συνολικό ποσό που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο είναι 108.548.220 δραχμές από ΦΠΑ συν 46.426.806 δραχμές που είναι το 10% από τους Κοινοτικούς Εισαγωγικούς Δασμούς (464.268.060 Χ 10% = 46.426.806). Σύνολο 108.548.220 δραχμές + 46.426.806 δραχμές = 154.975.026 δραχμές. Περαιτέρω απεδείχθη ότι τις ποσότητες αυτές των τσιγάρων κατείχαν στις προαναφερόμενες αποθήκες ο κατηγορούμενος με τον Α με σκοπό να τα θέσουν στην κυκλοφορία και να αποκομίσουν κέρδη. Συνεπώς ο κατηγορούμενος Χ τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται της κατοχής λαθρεμπορεύματος κατά συναυτουργία από την οποία οι δασμοί, φόροι, τέλη και δικαιώματα που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται στο προαναφερόμενο ποσό των 154.975.026 δραχμών. Τα εμπορεύματα αυτά κατείχε εν γνώσει του ότι εισήχθησαν στην Ελλάδα χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου που ανέρχονται στο προαναφερόμενο ποσό (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που κατείχε μόνος ο κατηγορούμενος και βρέθηκαν στην εξοχική του κατοικία.). Με τα δεδομένα αυτά πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών του περί αναγνώρισης συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, γενομένου δεκτού για μεν την πλήρη απόδειξη της πρώτης από τις ελαφρυντικές περιστάσεις, δεν αρκεί μόνον η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου αφού όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν εν ενεργεία αστυνομικός εντεταλμένος να φυλάσσει την τάξη και να εξυπηρετεί τους πολίτες κα τους νόμους του κράτους, πριν την αποδιδόμενη σε αυτόν ανωτέρω αξιόποινη πράξη είχε παρανόμως αναπτύξει εμπορική δραστηριότητα διακίνησης τσιγάρων στη ..... έναντι προμήθειας συστήνοντας μάλιστα μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ακόμα διατηρούσε στο όνομα της συζύγου του καφετέρια στο κάντρο της πόλης, όπου συναντούσε τους παράνομους συνεργάτες του αλλοδαπούς και ημεδαπούς (βλ. κατάθεση μάρτυρας ΣΤ) και σχεδίαζαν από κοινού την εγκληματική τους δραστηριότητα, η δε πολυτελής ζωή που ζούσε καθώς και οι καταθέσεις σε λογαριασμούς που;1 είχε προδίδουν ότι συμμετείχε σε δραστηριότητες που απάδουν σε αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας (ΑΠ 1132/2007 Ποιν. Δικ.2007 1490). Όσον αφορά τέλος την δεύτερη, προϋποτίθεται η εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε αυτό να κρίνει αναλόγως εκτιμώντας και την όλη στάση και συμπεριφορά του". Για τη τέλεση της πράξεως αυτής, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 45, ΠΚ και άρθρα 100 παρ.2, περ. θ, 102 παρ.1 περ.Β εδ. β,, 107, 1 Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλακίσεως τριάντα μηνών, μετατραπείσα προς 20 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι πιο πάνω ποσότητες τσιγάρων είχαν εισαχθεί λαθραία στην Ελλάδα, χωρίς να καταβληθούν οι μνημονευόμενοι στην απόφαση δασμοί και φόροι, καθώς και τα περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συμμετείχε στην τέλεση του αδικήματος της λαθρεμπορίας μόνος αλλά και ως συναυτουργός, δεχόμενο ότι ενήργησε από κοινού στην πράξη της κατοχής των λαθρεμπορευμάτων μαζί με τον άλλο συμμέτοχο "από κοινού ", "με την έννοια ότι συνέπραξε με αυτόν στην εκτέλεση της κύριας πράξης, με την πραγμάτωση από τον καθένα τους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, έχοντας κοινό δόλο, δηλαδή έκαστος εξ αυτών ηθέλησε και αποδέχθηκε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και συμμέτοχός του πράττει με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος". Σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις α) ότι κατά την ημέρα δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (30.7.2008) η παράβαση του άρθρου 155 παρ. 1α και 2ζ του ν. 2960/2001 που τέθηκε σε ισχύ από 1.1.2002,καθώς και η αντίστοιχη του άρθρου 100 παρ.1α και 2θ ν. 1165/1918 (υπό την ισχύ της οποίας τελέσθηκε η πράξη), είχε παύσει να ισχύει, διότι ουσιαστικά καταργήθηκε από 1.1.2007, όταν προσεχώρησε η ..... στην Ε.Ε. και εφαρμόζεται υποχρεωτικά το Κοινοτικό Δίκαιο οπότε για τα εισαγόμενα από την τελευταία εμπορεύματα στην Ε.Ε. δεν προβλέπονται εισαγωγικοί δασμοί φόροι κ.λ.π. και επομένως οι διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου ως ευμενέστερες έπρεπε να εφαρμοσθούν αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 2 Π.Κ. είναι αβάσιμη και τούτο διότι πλέον του ότι ως επιεικέστερος νόμος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., νοείται κάθε ουσιαστικός κανόνας δικαίου που έχει τα τυπικά γνωρίσματα του νόμου, που εκδόθηκε δηλαδή από το αρμόδιο νομοθετικό όργανο με τη νόμιμη διαδικασία και τους νόμιμους τύπους, επίσης τα Προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με ρητή και ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση για να προβλέψουν ποινικά διάφορες πράξεις και την ποινή τους και τέλος οι αποφάσεις και διατάξεις διοικητικής αρχής, που εκδίδονται με νομοθετική εξουσιοδότηση όμοια εκείνης των διαταγμάτων και κατά λογική ακολουθία δεν αποτελεί "νόμο" κατά τα προαναφερόμενα η συνθήκη ένταξης τρίτης χώρας στην Ε.Ε., ώστε να καταργεί a posteriori την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων στο Δημόσιο δασμών φόρων κ.λ.π. το αδίκημα της κατοχής βιομηχανοποιημένων καπνών που αφορά την προκειμένη υπόθεση δεν καταργήθηκε ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 2 Π.Κ. ακόμη και μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από το γεγονός ότι επί των τελευταίων οι δασμοί φόροι κ.λ.π. αντικαταστάθηκαν από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη β) δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής να μνημονεύεται ότι και τα εμπορεύματα αυτά δεν τα εισήγαγε ο αναιρεσείων, αφού δέχεται ότι ο τελευταίος μόνος και από κοινού με άλλον κατείχαν αυτά γνωρίζοντας την λαθρεμπορική τους προέλευση η δε αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της κατοχής λαθρεμπορευμάτων, λαμβάνει χώρα από πρόσωπα εκτός του εισαγωγέα γ) η απόφαση δέχεται ότι ως προς τα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη της μεταξύ άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο και τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν. Συνεπώς έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση την ένορκη κατάθεση του Ζ που εκτιμήθηκε ως απλό έγγραφο αφού δεν προκύπτει ότι δόθηκε στα πλαίσια της παρούσης δίκης δ) το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς του για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της επίμαχης πράξεως υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίασης, από το συνήγορο του αναιρεσείοντος με μόνη την αναφορά ότι μετά την τέλεση της φερόμενης πράξης έζησε υπό καθεστώς ελευθερίας και επέδειξε καλή συμπεριφορά, η οποία εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα γεγονός που υποδηλώνει αναγνώριση της προηγούμενης επιλήψιμης δραστηριότητας του και ταυτόχρονα ενστέρνιση των κανόνων της νόμιμης κοινωνικής συμβίωσης αφού έκτοτε συνέχισε την ζωή του και την φροντίδα της οικογενείας του, ενώ δεν τέλεσε οποιαδήποτε εγκληματική πράξη, ήτοι κατά τρόπο παντελώς αόριστο δεδομένου ότι δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του αυτή και ως εκ τούτου το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος αυτού, και ε) το αίτημα του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίασης, από του συνηγόρους του και συνίστατο να διαταχθεί η άρση κατάσχεσης του με αριθμ. κυκλ. ..... επιβατικού αυτοκινήτου μάρκας STRATUS CHRYSLER και η απόδοσή του στους ιδιοκτήμονες αυτού ήτοι κατά τρόπο παντελώς αόριστο δεδομένου ότι δεν εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο ζητείται η άρση της κατάσχεσης του ως άνω αυτοκινήτου ως και ποίος είναι ο ιδιοκτήμων αυτού ώστε στην τελευταία περίπτωση να κριθεί εάν νομιμοποιείται ή όχι να ζητήσει αυτή ο αναιρεσείων και ως εκ τούτου το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος αυτού. Συνακόλουθα με τα ανωτέρω οι πρώτος δεύτερος και τέταρτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. υπό στοιχεία Δ', και Ε' λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Δεν θεμελιώνει όμως απόλυτη ακυρότητα η λήψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε, όταν τούτο δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλ' απλώς διαδικαστικό έγγραφο της δίκης. Με το τρίτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα, διότι το Δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του την 1418/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ' αριθμ. 536/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από την μη ανάγνωση της ανωτέρω αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν θεμελιώνεται απόλυτη ακυρότητα διότι όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω η απόφαση αυτή δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλ' απλώς διαδικαστικό έγγραφο της δίκης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σ' αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή από το διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος, του λόγου σε αυτόν μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με την αξιοπιστία και γι' αυτό ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Κατά το άρθρο 82 παρ. 3 Ποινικού Κώδικος, το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (4,40) έως πενήντα εννέα ευρώ (59). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης προκειμένου να εξισορροπήσει τις δικονομικές επιβαρύνσεις, όσες πηγάζουν από την τέλεση αξιοποίνων πράξεων, σε περίπτωση μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική, οσάκις επιτρέπεται από το νόμο, επερχομένης αντικαταστάσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής μόνον ως προς τον τρόπο εκτελέσεως, προσδιορίζει κατώτατο και ανώτατο όριο του ποσού μετατροπής. Ο εφαρμοστής του δικαίου, λαμβάνοντας υπόψει του τις οικονομικές δυνατότητες του καταδικασθέντος προσδιορίζει το ύψος της μετατροπής για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Το εισόδημα αποτελεί τον ουσιώδη παράγοντα καθορισμού προκειμένου να μη ματαιωθεί ο θεσμός της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Δεν επιβάλλεται να προσδιορίζεται καθ` ύψος το μηνιαίο εισόδημα του υποχρέου και δη αριθμητικώς, αλλά υποδεικνύεται στον δικαστή να υπολογίσει κατ` οικεία λελογισμένη κρίση και αφανώς το προσήκον μέτρο μετατροπής της ποινής, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του την γενική οικονομική κατάσταση στην συγκεκριμένη περίπτωση, την οποίαν δεν έχει υποχρέωση να εξειδικεύσει δι αναγραφής των εκ πάσης πηγής εισοδημάτων, δεδομένου ότι υπόκεινται και αναγκαίες δαπάνες επιβιώσεως, μετ`αφαίρεση των οποίων καθορίζεται η οικονομική δυνατότητα του υποχρέου. Η αναφορά στην δικαστική απόφαση ότι ελήφθη υπόψη δια τον καθορισμό του ποσού της μετατροπής της ποινής φυλακίσεως η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος θεωρείται ως ενέχουσα την κατά νόμο αιτιολογία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση προκειμένου το δικαστήριο να μετατρέψει την ποινή φυλακίσεως σε χρηματική διαλαμβάνει στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του τους οικονομικούς πόρους του καταδικασθέντος. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος του περί ελλείψεως αιτιολογίας αναφορικώς με το ύψος της μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 ΚΠΔ συνάγεται ότι, όταν κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την εφαρμοστέα ποινή, οπότε, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, δίνεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τελευταία στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, χωρίς ν' απαιτείται να δοθεί σε αυτούς εκ νέου ο λόγος σε τυχόν επιβολή συνολικής ποινής, αφού μία μόνον περί ποινής απόφασης εκδίδεται. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος έλαβαν τελευταίοι τον λόγο περί της ποινής και ζήτησαν το ελάχιστο αυτής, επίσης οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος έλαβαν τελευταίοι τον λόγο ως προς την μετατροπή της ποινής και ζήτησαν την αναστολή αυτής διο και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ αναιρετικός λόγος είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος. 'Υστερα απ'αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 3416/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για κατοχή λαθρεμπορευμάτων. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρεμπορία.
1
Αριθμός 266/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ραζέλο, περί αναιρέσεως της 8754/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 190/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος, μετά τον Ν. 3160/2003, η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 8754/2007 απόφασή του, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των ληφθέντων υπ' όψη αποδεικτικών μέσων και δη "τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία" (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στο ... , στις 15.6.2005 επεχείρησε δημοσίως ακόλαστη πράξη και προκάλεσε με αυτήν σκάνδαλο, ενόψει του ότι, καθήμενος δίπλα από την εγκαλούσα εντός του λεωφορείου του ΚΤΕΛ, που εκτελούσε διαδρομή ..., έβγαλε από το παντελόνι του το πέος και αυνανιζόταν δημοσίως, προκαλώντας έτσι σκάνδαλο. Συνεπώς, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που κατηγορείται". Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της προκλήσεως σκανδάλου δι' ασέμνων πράξεων, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 353 παρ. 1 ΠΚ, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο, για την ενοχή του κατηγορουμένου, ήτοι μάρτυρες, των οποίων οι καταθέσεις περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και δη της μηνυτρίας και του αστυνομικού και έγγραφα, χωρίς να εξαιρεθεί κάποιο εξ αυτών. Εντεύθεν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και δη εκ του ότι δεν έγινε αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και περί εσφαλμένης από αυτήν εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης, ο άνω λόγος, περί ελλείψεως αιτιολογίας, εκ της μη αναφοράς του εφαρμοσθέντος άρθρου του ποινικού νόμου, είναι επίσης αβάσιμος, αφού νυν δεν απαιτείται τοιαύτη αναφορά. Πέραν αυτού όμως, εφ' όσον ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 514 εδ. τέταρτο ΚΠΔ, όπως αντικατατεστάθη από το άρθρο 50 παρ. 7 Ν. 3160/2003, μπορεί ακόμη και αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, αυτεπαγγέλτως να παραθέσει τα ελλείποντα από την προσβαλλομένη απόφαση άρθρα του ποινικού νόμου που εφηρμόσθη, πολύ δε περισσότερο δικαιούται να πράξει τούτο και όταν ο αναιρεσείων είναι παρών, πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να παρατεθούν στην πληττομένη απόφαση τα άρθρα 26 παρ. 1α, 27 και 353 παρ. 1 ΠΚ, τα οποία εφηρμόσθησαν σχετικά με την ενοχή και την καταδίκη του αναιρεσείοντος (σε φυλάκιση 5 μηνών ανασταλείσα επί τριετία), τα οποία δεν έχουν παρατεθεί στην απόφαση αυτή. Τέλος, οι λοιπές στους άνω λόγους περιλαμβανόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι το μεν πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το δε επιχειρείται δι' αυτών η διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ενώ η μεν υπό το στοιχ. Γ' της αιτήσεως αναιρέσεως και εν αρχή αυτού αιτίαση, αφορά, όχι την προσβαλλομένη, αλλά άλλη απόφαση, η δε αιτίαση, ότι το δικαστήριο δεν απήντησε σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, διότι ερείδεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού τοιούτοι δεν προκύπτει ότι υπεβλήθησαν. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 8754/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Και Συμπληρώνει την υπ' αριθ. 8754/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την παράθεση στο σκεπτικό της των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 353 παρ. 1 ΠΚ, με βάση τα οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων εις ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, με τριετή αναστολή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει. Συμπληρώνει την υπ΄ αριθμ. 8754/2007 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Αποφάσεως διόρθωση
Αποφάσεως διόρθωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 263/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Χαλβαντζή, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 7975/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2008 αίτησή του, καθώς και την αναστολή εκτελέσεως της ποινής με την από 17 Απριλίου 2008 αίτησή του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 675/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 340/23.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 15-4-2008 αίτηση του καταδικασμένου Χ για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 7975/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών για ψευδή καταμήνυση κατ'εξακολούθηση και εκθέτω τα εξής: I. Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 7975/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έγινε αμετάκλητη με την έκδοση της 533/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα υπ'αυτού αίτηση αναιρέσεως, στηρίζεται, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντα, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για την πράξη που καταδικάσθηκε και είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. ΙΙ. Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα (βλ. ΑΠ 680/2007). ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 7975/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτή για την παραπάνω πράξη της κατ'εξακολούθηση ψευδούς καταμήνυσης, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος, με τις από 7-12-1999, 5-4-2000, 8-5-2000 και 7-7-2000 εγκλήσεις-μηνύσεις, τις οποίες υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 13-12-1999, 6-4-2000, 8-5-2000 και 10-7-2000 κατεμήνυσε μεταξύ των άλλων και την Α για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα, της χρήσης πλαστού εγγράφου, ψευδούς βεβαίωσης και της αυτοδικίας. Στις μηνύσεις αυτές ισχυρίσθηκε ότι η εγκαλούσα εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών αλλά και σε δικαστήρια, όπου ήταν κατηγορούμενος, σχετικά με την κυριότητα ακινήτου στην περιοχή ....., κατέθεσε ψευδώς ότι το ακίνητο αυτό δεν του ανήκε αλλά ότι ήταν κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Ακόμη ότι αυτή κατέθεσε ψευδώς ότι ο Ιερός Ναός που είναι κτισμένος εκεί βρίσκεται εκτός του ακινήτου που φέρεται να του ανήκει και ότι αυτός ανηγέρθει από τους κατοίκους της περιοχής τα έτη 1993-94,μετά από άδεια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αν και γνώριζε ότι αυτός είχε ανεγερθεί από τον ίδιο πριν το έτος 1989. 'Ότι προς υποστήριξη των ψευδών καταθέσεών της προσκόμισε και επικαλέσθηκε πλαστό τοπογραφικό διάγραμμα, που είχε συντάξει ο συγκατηγορούμενός της Χ2, αν και γνώριζε ότι τούτο ήταν πλαστό. Ακόμη ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε ψευδή βεβαίωση ότι ο Ναός ανηγέρθει κατόπιν αδείας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αν και γνώριζε ότι κατά περιεχόμενο η εν λόγω βεβαίωση ήταν ψευδής καθόσον καμιά τέτοια άδεια δεν είχε εκδοθεί. Τέλος δε ότι αυτή και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί της, τον εμπόδιζαν να χρησιμοποιεί τον Ιερό Ναό και οι λοιποί ανήκοντες στην θρησκευτική κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών, καταλαμβάνοντας αυτόν και μη επιτρέποντες την είσοδό τους, χρησιμοποιούντες προς τούτο, πολλές φορές σε βάρος τους βία (ξυλοδαρμούς). 'Όλα τα παραπάνω, που περιλήφθησαν στις μηνύσεις του κατηγορουμένου, ήταν ψευδή και τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Ειδικότερα για το συγκεκριμένο τμήμα γης για το οποίο ερίζουν ο κατηγορούμενος και τα αναφερόμενα στις μηνύσεις του πρόσωπα με απόφαση του Νομάρχη Αθηνών έχει κηρυχθεί αναδασωτέο, κατά τις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, ενώ και το οικείο Δασαρχείο, έχει εκδώσει σε βάρος του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής καθόσον αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης. Να σημειωθεί ότι τα ως άνω (ενέργειες Νομάρχη και Δασαρχείου) ουδόλως αμφισβητεί ο κατηγορούμενος στον οποίο μάλιστα έχει απαγγελθεί κατηγορία για κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης και εκχέρσωση αυτής. Το φερόμενο δε ως πλαστό σχεδιάγραμμα ήταν αντίγραφο εκείνων που χρησιμοποίησαν οι προαναφερόμενες αρχές, ενώ αληθής κατά περιεχόμενο ήταν και η χρησιμοποιηθείσα βεβαίωση για το ότι ο Ναός ανεγέρθηκε κατόπιν αδείας της Αρχιεπισκοπής. Από τις καταθέσεις δε των μαρτύρων προκύπτει ότι στην ανέγερση αυτή προέβησαν οι κάτοικοι της περιοχής τα έτη 1993-94. 'Όλα τα παραπάνω ψευδή περιέλαβε ο κατηγορούμενος στις μηνύσεις του αν και γνώριζε το ψευδές αυτών, με μοναδικό σκοπό να πετύχει την καταδίωξη της εκκαλούσης και των λοιπών κατανομαζομένων προσώπων, προκειμένου να απαλλαγεί των οχλήσεων και καταγγελιών τους στις αρχές για τις παράνομες ενέργειές του. Το ψευδές των μηνύσεων αυτών αναγνωρίσθηκε και από τις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές. Ειδικότερα, με το αριθμ. 1128/01 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του οποίου η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την αριθμ. 2356/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, σε βάρος της εγκαλούσης, για τις αποδιδόμενες σε βάρος της πράξεις με την πρώτη των μηνύσεων. Με την 208/2000 Διάταξη του, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών απέρριψε την από 5-4-2000 έγκληση-μήνυση του κατηγορουμένου, ενώ η προσφυγή του τελευταίου απορρίφθηκε με την 46/2001 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών. Με την 134/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 618/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών απορρίφθηκε η από 8-5-2000 έγκληση του κατηγορουμένου, για την καταγγελλόμενη πράξη της αυτοδικίας. Με το 1604/2001 βούλευμα του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητο, μετά την 993/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και κατά της εγκαλούσης για τη φερόμενη απ'αυτήν πράξη της ψευδορκίας, στις 25-5-2000. Με το 3079/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το 2345/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της εγκαλούσης για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης την οποία φέρεται να τέλεσε στις 27-6-00. 'Όπως προαναφέρθηκε ο κατηγορούμενος υπέβαλε τις παραπάνω ψευδείς μηνύσεις του μεταξύ άλλων και κατά της εγκαλούσης, εν γνώσει του ψευδούς περιεχομένου τους, με σκοπό να πετύχει την καταδίωξη αυτής για τις καταγγελλόμενες με τις μηνύσεις του πράξεις, γεγονός που θα αποθάρρυνε αυτή αλλά και άλλους ενδιαφερόμενους κατοίκους της περιοχής να συνεχίσουν τις σε βάρος του δίκες, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της καταληφθείσης έκτασης και για να εξυπηρετήσει έτσι τις επεκτατικές του τάσεις επί της δημόσιας αυτής έκτασης. Ενόψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατ'εξακολούθηση. IV. Τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών είναι τα εξής: α) Η 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σχετ. 4), β) Η από 9-1-2008 αίτηση-μηνυτήρια αναφορά του Χ προς τον Εισαγγελέα Α.Π. (σχ. 5), γ) Η από 5-7-2007 αίτηση του Χ και άλλων προσώπων προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (σχ.6), δ) Η 60611/2005 απόφαση του Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών (σχ. 7), ε) Το 3812/21-9-2007 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της προηγούμενης απόφασης (σχ. 8), στ) Η 1515/26-9-2003 μήνυση της Δασικής Υπηρεσίας κατά του Ιερέα Γ (σχ. 9), ζ) Το κλητήριο θέσπισμα που συντάχθηκε κατά του ιερέα Γ, συνεπεία της μήνυσης (σχ. 10), η) Η από 25-10-2006 αγωγή του Χ και άλλων προσώπων, ενώπιον του Μον. Πρωτ. Αθηνών για αναγνώριση κυριότητας (σχ. 11), θ') αντίγραφο πρακτικών για τις αναβολές συζήτηση της αγωγής αυτής (σχ. 12), ι) Η από 13-6-2005 έφεση του Χ και άλλων προσώπων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (σχ. 13) και ια) Η από 20-6-2007 μήνυση του Χ κατά της Α (σχ. 14). V. Από τα παραπάνω στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη μόνα τους και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την 7975/2007 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος, δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος. Συγκεκριμένα τα με στοιχεία α', δ', στ' δεν είναι νέες αποδείξεις αφού τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης (βλ. σελ. 13 πρακτικών για στ', σελ. 14 πρακτικών για δ' και σελ. 15 πρακτικών για α'), ενώ τα με στοιχεία β', η', ι', ια' έγγραφα αποτελούν δικόγραφα που έχουν συνταχθεί από τον ίδιο τον αιτούντα και άλλους ομοδίκους του, χωρίς να υπάρχει επ'αυτών αμετάκλητη δικαστική κρίση, ώστε να μη είναι δυνατόν να θεμελιώσουν κρίση περί του ότι ο αιτών είναι αθώος. Τέλος και σε σχέση το κλητήριο θέσπισμα κατά του ιερέως Γ (παραπάνω με στοιχείο ζ') όχι μόνον δεν στηρίζονται από το περιεχόμενο του κλητηρίου αυτού οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί ανεγέρσεως του ναού σε έκταση που ανήκε στην οικογένεια του, αλλά αντιθέτως ότι η ανέγερση έγινε σε έκταση που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. VI. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αιτών δεν απέδειξε με νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, ότι ήταν αθώος της πράξης για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως και συνεπώς η υπό κρίση από 15-4-2008 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά της 7975/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα έξοδα στον αιτούντα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.). VII. Με την από 17-4-2008 αίτηση, που κατατέθηκε στις 16-5-2008, ο Χ ζητά την αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω 7975/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (βλ. αίτηση). Η αίτηση είναι νόμιμη (άρθρο 529 Κ.Π.Δ.) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, πλην όμως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού προϋπόθεση για την παραδοχή της είναι η πρόβλεψη ευδοκίμησης της αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας, που δεν υφίσταται στη προκειμένη περίπτωση, αφού ήδη προτείνω την απόρριψή της ως ουσιαστικά αβάσιμης (βλ. ΑΠ 187/2007). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω I. Να απορριφθεί η από 15-4-2008 αίτησή του καταδικασμένου Χ για επανάληψη της διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 7975/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΙΙ. Να απορριφθεί η από 17-4-2008 αίτηση του ίδιου καταδικασμένου για αναστολή εκτέλεσης της ίδιας αυτής αμετάκλητης απόφασης και ΙΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 13 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρυνιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 533/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7975/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 229 Π.Κ.), για το λόγο ότι, από τα επικαλούμενα νέα έγγραφα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του ανωτέρου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως άνω, απόφασης, διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος, με τις από 7-12-1999, 5-4-2000, 8-5-2000 και 7-7-2000 εγκλήσεις-μηνύσεις, τις οποίες υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 13-12-1999, 6-4-2000, 8-5-2000 και 10-7-2000 κατεμήνυσε μεταξύ των άλλων και την Α για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα της χρήσης πλαστού εγγράφου, ψευδούς βεβαίωσης και της αυτοδικίας. Στις μηνύσεις αυτές ισχυρίσθηκε ότι η εγκαλούσα εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών αλλά και σε δικαστήρια, όπου ήταν κατηγορούμενος, σχετικά με την κυριότητα ακινήτου στην περιοχή ....., κατέθεσε ψευδώς ότι το ακίνητο αυτό δεν του ανήκε αλλά ότι ήταν κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Ακόμη ότι αυτή κατέθεσε ψευδώς ότι ο Ιερός Ναός που είναι κτισμένος εκεί βρίσκεται εκτός του ακινήτου που φέρεται να του ανήκει και ότι αυτός ανηγέρθει από τους κατοίκους της περιοχής τα έτη 1993-94,μετά από άδεια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αν και γνώριζε ότι αυτός είχε ανεγερθεί από τον ίδιο πριν το έτος 1989. 'Ότι προς υποστήριξη των ψευδών καταθέσεών της προσκόμισε και επικαλέσθηκε πλαστό τοπογραφικό διάγραμμα, που είχε συντάξει ο συγκατηγορούμενός της Χ2, αν και γνώριζε ότι τούτο ήταν πλαστό. Ακόμη ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε ψευδή βεβαίωση ότι ο Ναός ανηγέρθει κατόπιν αδείας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αν και γνώριζε ότι κατά περιεχόμενο η εν λόγω βεβαίωση ήταν ψευδής καθόσον καμιά τέτοια άδεια δεν είχε εκδοθεί. Τέλος δε ότι αυτή και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί της, τον εμπόδιζαν να χρησιμοποιεί τον Ιερό Ναό και οι λοιποί ανήκοντες στην θρησκευτική κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών, καταλαμβάνοντας αυτόν και μη επιτρέποντες την είσοδό τους, χρησιμοποιούντες προς τούτο, πολλές φορές σε βάρος τους βία (ξυλοδαρμούς). 'Όλα τα παραπάνω, που περιλήφθησαν στις μηνύσεις του κατηγορουμένου, ήταν ψευδή και τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Ειδικότερα για το συγκεκριμένο τμήμα γης για το οποίο ερίζουν ο κατηγορούμενος και τα αναφερόμενα στις μηνύσεις του πρόσωπα με απόφαση του Νομάρχη Αθηνών έχει κηρυχθεί αναδασωτέο, κατά τις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, ενώ και το οικείο Δασαρχείο, έχει εκδώσει σε βάρος του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής καθόσον αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης. Να σημειωθεί ότι τα ως άνω (ενέργειες Νομάρχη και Δασαρχείου) ουδόλως αμφισβητεί ο κατηγορούμενος στον οποίο μάλιστα έχει απαγγελθεί κατηγορία για κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης και εκχέρσωση αυτής. Το φερόμενο δε ως πλαστό σχεδιάγραμμα ήταν αντίγραφο εκείνων που χρησιμοποίησαν οι προαναφερόμενες αρχές, ενώ αληθής κατά περιεχόμενο ήταν και η χρησιμοποιηθείσα βεβαίωση για το ότι ο Ναός ανεγέρθηκε κατόπιν αδείας της Αρχιεπισκοπής. Από τις καταθέσεις δε των μαρτύρων προκύπτει ότι στην ανέγερση αυτή προέβησαν οι κάτοικοι της περιοχής τα έτη 1993-94. 'Όλα τα παραπάνω ψευδή περιέλαβε ο κατηγορούμενος στις μηνύσεις του αν και γνώριζε το ψευδές αυτών, με μοναδικό σκοπό να πετύχει την καταδίωξη της εκκαλούσης και των λοιπών κατανομαζομένων προσώπων, προκειμένου να απαλλαγεί των οχλήσεων και καταγγελιών τους στις αρχές για τις παράνομες ενέργειές του. Το ψευδές των μηνύσεων αυτών αναγνωρίσθηκε και από τις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές. Ειδικότερα, με το αριθμ. 1128/01 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του οποίου η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την αριθμ. 2356/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, σε βάρος της εγκαλούσης, για τις αποδιδόμενες σε βάρος της πράξεις με την πρώτη των μηνύσεων. Με την 208/2000 Διάταξη του, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών απέρριψε την από 5-4-2000 έγκληση-μήνυση του κατηγορουμένου, ενώ η προσφυγή του τελευταίου απορρίφθηκε με την 46/2001 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών. Με την 134/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 618/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών απορρίφθηκε η από 8-5-2000 έγκληση του κατηγορουμένου, για την καταγγελλόμενη πράξη της αυτοδικίας. Με το 1604/2001 βούλευμα του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητο, μετά την 993/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και κατά της εγκαλούσης για τη φερόμενη απ'αυτήν πράξη της ψευδορκίας, στις 25-5-2000. Με το 3079/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το 2345/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της εγκαλούσης για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης την οποία φέρεται να τέλεσε στις 27-6-00. 'Όπως προαναφέρθηκε ο κατηγορούμενος υπέβαλε τις παραπάνω ψευδείς μηνύσεις του μεταξύ άλλων και κατά της εγκαλούσης, εν γνώσει του ψευδούς περιεχομένου τους, με σκοπό να πετύχει την καταδίωξη αυτής για τις καταγγελλόμενες με τις μηνύσεις του πράξεις, γεγονός που θα αποθάρρυνε αυτή αλλά και άλλους ενδιαφερόμενους κατοίκους της περιοχής να συνεχίσουν τις σε βάρος του δίκες, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της καταληφθείσης έκτασης και για να εξυπηρετήσει έτσι τις επεκτατικές του τάσεις επί της δημόσιας αυτής έκτασης. Ενόψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατ'εξακολούθηση. Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία 1) την υπ' αριθμ.2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) την από 9-1-2008 αίτηση-μηνυτήρια αναφορά του Χ και άλλων προσώπων προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 3) την από 5-7-2007 αίτηση του Χ και άλλων προσώπων προς το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, 4) την από 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 5) το 3812/21-9-2007 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της προηγούμενης αποφάσεως, 6) την 1515/26-9-2003 μήνυση της Δασικής υπηρεσίας κατά του ιερέα Γ, 7) το κλητήριο θέσπισμα που συντάχθηκε κατά του ιερέα Γ, συνεπεία της μήνυσης, 8) την από 25-10-2006 αγωγή του Χ και άλλων προσώπων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για αναγνώριση κυριότητας, 9) αντίγραφα πρακτικών για τις αναβολές συζήτησης της αγωγής αυτής, 10) την από 13-6-2005 έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας κατά της 760/2004 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας Αττικής με την οποία διέτασσε τη κατεδάφιση του Ι.Ν. Αγίου Σάββα ως ευρισκόμενο σε δασική έκταση και 11) την από 20-6-2007 μήνυση του Χ κατά της Α. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία τα με αριθμό 1,4,6 δεν αποτελούν νέες αποδείξεις αφού τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεως, ενώ τα με αριθμό 2,8,10 και 11 έγγραφα αποτελούν δικόγραφα που έχουν συνταχθεί από τον ίδιο τον αιτούντα και άλλους ομοδίκους του, χωρίς να υπάρχει επ'αυτών αμετάκλητη δικαστική κρίση, από δε το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος κατά του ιερέως Γ όχι μόνο δεν στηρίζονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί ανεγέρσεως του Ιερού Ναού σε έκταση που ανήκε στην οικογένεια του, αλλά αντιθέτως ότι η ανέγερση έγινε σε έκταση που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Κατά συνέπεια, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα ως άνω νέες αποδείξεις, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε την προαναφερόμενη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο Χ είναι αθώος της πράξεως αυτής για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως. Οι άλλες αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Ακόμη πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η από 17-4-2008 αίτηση του ιδίου με την οποία ζητά την αναστολή της εκτελέσεως της ποινής, που του επιβλήθηκε, δυνάμει της ως άνω αποφάσεως, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ προϋπόθεση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 533/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7975/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Απορρίπτει την από 17-4-2008 αίτηση του ιδίου για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση επειδή από τις νέες αποδείξεις, των οποίων γίνεται επίκληση, δεν γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 260/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Αμανατίδου, περί αναιρέσεως της 3763/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 22 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αιτήσεως), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 660/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας απαιτείται το αποτέλεσμα, που επήλθε, να οφείλεται σε αμέλεια του υπαιτίου, η οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ., εμφανίζεται είτε ως συνειδητή αμέλεια, που υφίσταται, όταν ο δράστης προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του είναι δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν απέχει όμως από αυτή, γιατί πιστεύει, ότι δεν θα επέλθει τέτοιο αποτέλεσμα, είτε με τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν λείπει από τον υπαίτιο κάθε πρόβλεψη για ενδεχομένη παραγωγή του αξιοποίνου αποτελέσματος, που προκλήθηκε από την πράξη του. Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα εξ αμελείας, πρέπει, ενόψει της προαναφερθείσας διακρίσεως, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμελείας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε η απόφαση αυτή να έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την κατ' αυτό τον τρόπο τελούμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνον των όρων του άρθρου 28 Π.Κ., αλλά και εκείνων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη της αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ύπαρξη τέτοιας ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως σε έγκλημα, που τελείται από παράλειψη, μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγουμένη συμπεριφορά του υπαιτίου εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί επίσης έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Όμως ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, γι' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη του ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης 3763/2007 αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, περί τα πράγματα, κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Νοέμβριο 1999, η εργοληπτική εταιρία "..... & ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η Κοινότητα ....., ανέλαβε την κατασκευή του κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... . Κυρία του έργου ήταν η ανωτέρω Κοινότητα, με διευθύνουσα υπηρεσία την Τ.Υ.Δ.Κ. Ν. Θεσ/νίκης. Στην πραγματικότητα η άνω εταιρία ήταν τυπικά ανάδοχος, ενώ κατ' ουσία ανάδοχοι και κατασκευαστές του έργου ήταν οι συμπράττοντες προς τούτο εργολήπτες Χ1 (αναιρεσείων-2ος κατ/νος) και Α (ο οποίος απηλλάγη αμετάκλητα με την πρωτόδικη απόφαση της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, καταδικασθείς μόνο για την μη τήρηση ημερολογίου μέτρων ασφάλειας) οι οποίοι μη διαθέτοντες το απαιτούμενο πτυχίο για να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό αναλήψεως του άνω έργου, "νοίκιασαν" προς τούτο το πτυχίο της άνω εταιρίας. Η τελευταία μετά την ανάθεση του, υπέγραφε μεν την αναγκαία για το έργο αλληλογραφία με τις αρχές, πλην όμως δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... Πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χάϊδω Σαρρή-Σταυρούση, ανέθεσε την οικονομική του διαχείριση στον Α και εγκατέλειψε την κατασκευή του στους de facto προαναφερθέντες εργολήπτες του, εκ των οποίων προδήλως την τεχνική διεύθυνση την είχε αναλάβει και ασκούσε ο κατ/νος Χ1, ως ο μοναδικός σε ολόκληρο το έργο πολιτικός μηχανικός, αφού ο συνεργάτης του Α ήταν μόνο πτυχιούχος Δασολόγος, ο οποίος σε μεταγενέστερο στάδιο θα καλλώπιζε με πράσινο το πάρκο. Η άνω πρακτική, η οποία ουδόλως ασυνήθης είναι στον χώρο των δημοσίων έργων, βεβαίως δεν απαλλάσσει των διοικητικών ευθυνών του τον φαινόμενο - απόντα -ανάδοχο ούτε όμως και τον de facto ανάδοχο - κατασκευαστή του έργου, κρυπτόμενον πίσω από τον πρώτο, τουλάχιστον από άποψη ποινικών ευθυνών, καθ' ο μέρος αυτός έχει και ασκεί την επιτόπια λήψη, τήρηση, εξειδίκευση και εφαρμογή των απαιτούμενων από τον νόμο και την μελέτη του έργου μέτρων ασφάλειας, ιδίως σε έκτακτες περιστάσεις. Από την διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο ανάδοχος δεν είχε εγγράφως γνωστοποιήσει στην Διευθύνουσα Υπηρεσία (Τ.Υ.Δ.Κ. Ν. Θεσ/νίκης) τον τεχνικό που είχε την επιτόπια διεύθυνση του έργου, πλην όμως εκτός του ότι το προαναφερθέν αρθρ. 6§6 ν. 1418/84 δεν απαιτεί έγγραφη σχετική γνωστοποίηση, είναι σαφές ότι μετά την πάροδο τριών και πλέον μηνών από την ανάθεση, το έργο εξελισσόταν κανονικά και απρόσκοπτα και συνεπώς προδήλως η Διευθύνουσα Υπηρεσία είχε αποδεχθεί την επιτόπια τεχνική διεύθυνση του κατ/νου Χ1, ο οποίος ήταν ο μόνος σ' ολόκληρο το έργο που είχε τα κατάλληλα προσόντα (πολιτικός μηχανικός), όπως απαιτεί η ανωτέρω διάταξη. Τούτο άλλωστε επιβεβαίωσε και ο Α όχι μόνο κατά την αρχική του από 30/10/2000 απολογία, αλλά επίσης κατηγορηματικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 4582/7.3.05 πρωτόδικης αποφάσεως του Τριμ. Πλημ. Θεσ/νίκης). Ο 2ος κατ/νος Χ1 εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ότι βρέθηκε τυχαία στον τόπο του εργατικού ατυχήματος την 1/3/2000, ώρα 17:20, επισκεφθείς απλώς τον Α. Εκτός του ότι ο τελευταίος, κατά τα αμέσως προεκτεθέντα, τον διαψεύδει, θα πρέπει να σημειωθεί ότι βρέθηκε στον ίδιο τόπο και την επομένη, 2/3/2000, κατά την επιτόπια μετάβαση και διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος από τον Τεχνικό Επιθεωρητή Εργασίας Β, στον οποίο έδωσε πληροφορίες ως επιβλέπων μηχανικός της αναδόχου εταιρίας "..... & ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", (βλ. την από 30/3/2000 έκθεση του Β). 2. Δυνάμει των υπ' αριθμ. ..... και ..... εγγράφων της η Κοινότητα ..... ζήτησε από την Δ.Ε.Η. την απομάκρυνση στύλου ηλεκτροφόρων καλωδίων μέσα από το υπό κατασκευή πάρκο, επειδή παρεμπόδιζε τον καλλωπισμό του, πλην όμως χωρίς ανταπόκριση. Με το από 28/2/2000 έγγραφο ο Α, ως πληρεξούσιος της αναδόχου εταιρίας, ζήτησε από την Κοινότητα ..... να προβεί σε ενέργειες για την απομάκρυνση του ανωτέρω στύλου, του οποίου η ύπαρξη καθυστερούσε την πρόοδο των εργασιών, οπότε πράγματι η Κοινότητα αυθημερόν με το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο της ζήτησε από την Δ.Ε.Η. την άμεση μετατόπιση του στύλου. Όμως ο 2ος κατ/νος Χ1, απερίσκεπτα, δεν περίμενε την απάντηση της Δ.Ε.Η. στο τελευταίο αίτημα, αλλά προγραμμάτισε για την 1/3/2000 την σκυροδέτηση των περιμετρικών τοιχίων του πάρκου, ύψους 80 εκατ., οπότε παρήγγειλε την απαιτούμενη ποσότητα έτοιμου σκυροδέματος στην εταιρία παραγωγής τέτοιου με την επωνυμία "Σκυρόδεμα Ε.Β.Α.Ε.". Η τελευταία μη έχοντας διαθέσιμη κάποια από τις δικές της αντλίες (πρέσες), μίσθωσε μία από τον 1° κατ/νο Χ2. Ο τελευταίος διατηρεί ατομική επιχείρηση συνεργείου - μηχανουργείου έναντι Β' ΚΤΕΟ Θεσ/νίκης και ασχολείται με την επισκευή και συντήρηση αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος. Από τις αρχές του 2000 είχε στην διάθεση του την υπ' αριθμ. ..... αντλία (πρέσα), ιδιοκτησίας της συζύγου του Γ (που απαλλάχθηκε με την πρωτόδικη απόφαση της κατηγορίας της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας), την οποία (αντλία), αυτός κατά το δοκούν μίσθωνε σε εταιρίες παρασκευής ετοίμου σκυροδέματος. Καίτοι ο ίδιος φέρεται να διαθέτει το απαιτούμενο πτυχίο μηχανοδηγού - χειριστή, εν τούτοις είχε απερίσκεπτα αναθέσει τον χειρισμό της στον Δ, ετών 35, κάτοικο ....., ο οποίος εργαζόταν από 18/6/1997 στην επιχείρηση του με την ειδικότητα του εφαρμοστή, χωρίς ποτέ να έχει αποκτήσει νομίμως το απαιτούμενο πτυχίο μηχανοδηγού - χειριστή, ενόψει της ισχύος της αντλίας, που υπερέβαινε τους 17 ίππους, αλλά εκπαιδευόταν ως βοηθός χειριστής προκειμένου να αποκτήσει την απαραίτητη προϋπηρεσία και να εφοδιαστεί με το νόμιμο πτυχίο. Ειδικότερα η αντλία είχε κατασκευαστεί το έτος 1980 από την γερμανική εταιρία PUTZMEISTER, τύπου ΒRF 1406 και εφέρετο επί οχήματος MERCEDES BENZ, τύπου 1619 ΚΟ/45. Ο ιστός της αντλίας (μπούμα) είχε τρεις ισομήκεις βραχίονες συνολικού μήκους 19 μέτρων, κινούμενος μέσω υδραυλικού συστήματος, το οποίο λαμβάνει εντολές από ενσύρματο (και όχι ασύρματο όπως εσφαλμένα μνημονεύει το κατηγορητήριο) φορητό τηλεχειριστήριο, συνδεόμενο με την αντλία με καλώδιο μήκους 24 μέτρων, στο οποίο παρέχεται ρεύμα χαμηλής τάσεως 24 Volt. 3. Έτσι την 1/3/2000, περί ώρα 16:30, ο 1ος κατ/νος Χ2 έστειλε στο έργο απερίσκεπτα, μόνο του το θύμα Δ, ως χειριστή της ανωτέρω αντλίας, χωρίς να τον συνοδεύσει ο ίδιος ως πτυχιούχος χειριστής - μηχανοδηγός για να τον εποπτεύει και να τον επιτηρεί, αναλαμβάνοντας και τον ρόλο του "κουμανταδόρου" σύμφωνα με το προαναφερθέν αρθρ. 73§1 Π.Δ. 1073/81. Ούτε τον είχε εφοδιάσει με ασύρματο τηλεχειριστήριο της αντλίας, καθώς επίσης με ειδικά κατάλληλα υποδήματα και χειρόκτια (γάντια) προς αποφυγή κινδύνου ηλεκτροπληξίας, που ελλόχευε ανά πάσα στιγμή από την τυχόν επαφή του υπερμεγέθους ιστού της αντλίας (μήκους 19 μέτρων) με εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια και ούτε είχε ζητήσει από τον 2° κατηγορούμενο πληροφορίες για τις επικρατούσες συνθήκες στον τόπο του έργου, οπότε ενόψει της διελεύσεως ηλεκτροφόρων καλωδίων άνωθεν του υπό σκυροδέτηση τοιχίου του έργου, σε ύψος 10 μέτρων περίπου από το έδαφος, θα μπορούσε να αφαιρεθεί ο ένας από τους τρεις ισομήκεις βραχίονες του 19μετρου ιστού της αντλίας, με συνέπεια τον ευχερέστερο χειρισμό των απολλειπομένων δύο, τονιζομένου ότι ο εργοδότης Χ2 είχε από την σύμβαση μισθώσεως εργασίας την υποχρέωση κατ' αρθρ. 662 Α.Κ. "να διαρρυθμίζει τα της εργασίας ... τα των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων ή εργαλείων, κατά τρόπον ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του άνω εργαζομένου. Εξάλλου ο 2ος κατηγορούμενος πολιτικός μηχανικός Χ1 αφού δεν περίμενε την περί μετατοπίσεως του στύλου της Δ.Ε.Η. απάντηση της τελευταίας, δεν είχε φροντίσει τουλάχιστον κατά παράβαση των προαναφερθέντων άρθρων 78 και 79 Π.Δ. 1073/81, σε συνεργασία με την Δ.Ε.Η. και ύστερα από έγκριση της, να κατασκευάσει κάτω από τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια ξύλινα πλαίσια - προστατευτικά σανιδώματα, που θα απέτρεπαν με ασφάλεια την τυχαία επαφή του ιστού της αντλίας με τα καλώδια. 4. Ο Δ μόλις έφθασε στο έργο τοποθέτησε την αντλία στο μέσο περίπου του υπό κατασκευή πάρκου και περί ώρα 17:00 κατέφθασε το υπ' αριθμ. ..... φορτηγό μεταφοράς ετοίμου σκυροδέματος (βαρέλα) με οδηγό τον Ε, ο οποίος προσέγγισε την αντλία και παρουσία του Α και του κατ/νου Χ1 ξεκίνησε η σκυροδέτηση του πρώτου τμήματος του τοιχίου του πάρκου προς την οδό ....., άνωθεν του οποίου και διαγωνίως σε ύψος 10 μέτρων από το έδαφος, διερχόταν εναέριο δίκτυο μέσης τάσεως κύριας γραμμής 15.000 VοΙt, όπως απεικονίζεται στο πρόχειρο σκαρίφημα που ο Επιθεωρητής Εργασίας Β έχει επισυνάψει στην από 30/3/2000 έκθεση του. Καθίσταται σαφές ότι, ενόψει των προαναφερθεισών περιστάσεων και της απουσίας λήψεως κάθε προβλεπόμενου μέτρου ασφάλειας, ο Δ, ο οποίος, όπως κάθε σχεδόν εκπαιδευόμενος, λόγω απειρίας, είχε προφανώς την τάση να υποβαθμίζει τους κινδύνους της εργασίας του και να υπερτιμά τις ικανότητες του, ήταν εκτεθειμένος σε κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, ο οποίος πράγματι ενέσκυψε. Συγκεκριμένα μόλις τελείωσε η σκυροδέτηση του προαναφερθέντος πρώτου τμήματος του τοιχίου, το θύμα που στεκόταν σε απόσταση 8-10 μέτρων από την αντλία έχοντας το φορητό ενσύρματο χειριστήριο κρεμασμένο στο λαιμό του, στην προσπάθεια του να μετακινήσει τον ιστό (μπούμα) της αντλίας προς το επόμενο τμήμα του τοιχίου που επρόκειτο να σκυροδετηθεί, προδήλως από λάθος εκτίμηση, αβλεψία και αδεξιότητα, έφερε πάρα πολύ κοντά ή σε επαφή τον ιστό με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς μέσης τάσης (15.000 Volt), με αποτέλεσμα μέσω των μεταλλικών τμημάτων της αντλίας και του αγωγού γειώσεως του ενσύρματου φορητού τηλεχειριστηρίου, να δεχθεί ηλεκτρική τάση 15.000 Volt και να υποστεί θανατηφόρα ηλεκτροπληξία. Ας σημειωθεί ότι κατά την επιτόπια αυτοψία του Επιθεωρητή Εργασίας Β την επομένη του ατυχήματος (2/3/2000), ο αγωγός γειώσεως του ενσύρματου φορητού χειριστηρίου της αντλίας βρέθηκε καμένος σε σημείο εντός, του κυτίου του χειριστηρίου, με φερόμενη κατά την από 30/3/2000 έκθεση του αυτού Επιθεωρητή ως καθοριστική συνέπεια να μη προστατευθεί το θύμα από την ηλεκτροπληξία, πλην όμως κατά την ακροαματική διαδικασία προέκυψε και μάλιστα από τις καταθέσεις του ίδιου του Β και του ΣΤ, μηχανολόγου ηλεκτρολόγου μηχανικού, ο οποίος είχε συντάξει ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη για το ατύχημα κατά παραγγελία της συζύγου του θύματος, αφενός μεν ότι δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί αν η ανωτέρω βλάβη προϋπήρχε του ατυχήματος ή προκλήθηκε κατ' αυτό, αφετέρου δε ότι και αν ακόμη δεν υπήρχε αυτή η βλάβη, το θύμα λόγω της ισχυρής τάσεως των 15.000 Volt ούτως ή άλλως δεν θα προστατευόταν από τον αγωγό γειώσεως, ενώ βεβαίως δεν θα δεχόταν καθόλου ηλεκτρικό ρεύμα εάν κρατούσε ασύρματο φορητό τηλεχειριστήριο. Έτσι το κατηγορητήριο πρέπει να διορθωθεί επιτρεπτώς με την διαγραφή του σχετικού τμήματος και να συμπληρωθεί επιτρεπτώς κατά τα προαναφερθέντα όσον αφορά την συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά αμφοτέρων των εκκαλούντων, από την οποία προκλήθηκε ο θάνατος του Δ, αποτέλεσμα που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά τα προαναφερθέντα να αποτρέψει ο καθένας από τους δύο εκκαλούντες-κατηγ/νους". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις εκ των οποίων συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302, Π.Κ. τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ανέφερε στο σκεπτικό της αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη της, για την εξενεχθείσα ως άνω κρίση, εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιστατικά, προσδιόρισε σαφώς την μορφή της αμέλειας, η οποία εκτίθεται διεξοδικώς στο σκεπτικό και έχει το χαρακτήρα της μη συνειδητής αμέλειας, ως επίσης και τις πραγματικές περιστάσεις κάτω υπό τις οποίες αυτός ενεργούσε και τις προσωπικές αυτού ιδιότητες, που προσδιόριζαν τα καθήκοντά του και δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ως κατ' ουσία ανάδοχος και κατασκευαστής του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... έχοντας και την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού από έλλειψη της προσοχής που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και ηδύνατο να καταβάλει δεν προέβλεψεν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι παραλείψεις του, με αποτέλεσμα να επιφέρουν τον θάνατο του Δ. Αιτιολόγησε πλήρως τον μεταξύ της υπό του αναιρεσείοντος επιδειχθείσας αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος υφιστάμενο αιτιώδη σύνδεσμο, εντοπιζόμενο στις ανωτέρω παραλείψεις αυτού. Η αιτίαση αυτού ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ως κατ'ουσία ανάδοχος του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... ενώ στο διατακτικό κηρύχτηκε ένοχος ως πολιτικός μηχανικός του έργου αυτού είναι αβάσιμος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο αυτόν όπως τούτο προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της με την ιδιότητα του κατ' ουσία αναδόχου και κατασκευαστή του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... ο οποίος τυγχάνει και πολιτικός μηχανικός και όχι με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού. Επομένως οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που αποδίδουν πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγόμενες στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, την γενομένη υπό του ουσιαστικού δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν βέβαια, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός, είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην κατά τα άνω εξενεχθείσα περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του "μαρτυρικές καταθέσεις, αναγνωστέα έγγραφα, απολογίες, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως". Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει το περιεχόμενο της απολογίας του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Α την οποία έλαβε υπόψη του η προσβαλλομένη απόφαση, απλώς δε ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, αναφέρεται και η αρχική από 30.10.2000 απολογία του ιδίου, η οποία δεν είχε αναγνωσθεί, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται (στα πρακτικά σελίς 9) ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται "τρία φωτοαντίγραφα φωτογραφιών και η σχετική νομολογία". Ο προσδιορισμός αυτός της ταυτότητος των τριών φωτογραφιών που αναφέρθηκαν, είναι απολύτως επαρκής και ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, τόσο για το ποιες φωτογραφίες ορθότερον επισκοπήθηκαν (αφού μάλιστα δεν υποστηρίζεται η ύπαρξη και ετέρων φωτογραφιών), όσο και για το ότι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει επί των φωτογραφιών αυτών τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του. Όσον αφορά τη σχετική νομολογία που αναγνώσθηκε δεν αποτελεί έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλ' απλώς διαδικαστικό έγγραφο της δίκης. Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ'αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) να πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του". Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγομένη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι'αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την υπ'αριθμ. 4582/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που καταδικάσθηκε για την ανωτέρω πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας του. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως άσκησε ο αναιρεσείων έφεση με την υπ'αριθμ. 305/15-3-2005 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα έκθεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ενώ δεν αναφέρθηκε καθόλου σε εσφαλμένη απόρριψη της άνω ενστάσεώς του. Την εν λόγω δε ένσταση πρότεινε αυτός και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και το οποίο την απέρριψε κατ'ουσίαν με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 3763/2007 ομοίως καταδικαστική απόφασή του. 'Ετσι, λοιπόν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον δεν είχε περιληφθεί στην έκθεση εφέσεως λόγος (εφέσεως) αναφορικά με την ειρημένη ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως ακυρότητάς του του κλητηρίου θεσπίσματος, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του που με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος. 'Υστερα απ'αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-3-2008 αίτηση του Χ1 και τους από 22-9-2008 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθ. 3763/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
Αριθμός 258/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητράκη, για αναίρεση της με αριθμό 1.588 - 1.589/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 970/2008. Αφ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 171 Κ.Π.Δ. ακυρότητα που λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων.... για ακυρότητα εξ αιτίας κακής συνθέσεώς του, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171) και κατ' άρθρον 8 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τα δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήματα συγκροτούνται ως εξής ..... στοιχ. δ) το πενταμελές εφετείο συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών και από τέσσερις εφέτες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1.588 - 1.589/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο συνετέθη από τους "Νικόλαο Καραδημητρίου Πρόεδρο Εφετών, Δάφνη Μπαλιάκα, Ακριβό, Σάββα Σαχπεκίδη και Θεανώ Γιατροπούλου, Εφέτες". Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν διευκρινίζεται εάν το "Ακριβός" είναι το όνομα ή το επίθετο του πέμπτου δικαστού και δεν υπάρχουν πλήρη τα στοιχεία του τελευταίου μέλους της συνθέσεως. Όμως ο αναιρεσείων, δεχόμενος ότι και το πέμπτο μέλος της συνθέσεως είναι δικαστής και χωρίς να αμφισβητεί ότι είναι εφέτης, δεν διατείνεται ότι υπάρχει και άλλος εφέτης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με το όνομα αυτό, για να προβάλει πιθανώς λόγους εξαιρέσεως. Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως περί κακής συνθέσεως του δικαστηρίου και εντεύθεν απολύτου ακυρότητος εκ του άρθρου 510 παρ. 1Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1, 369 και 171 παρ. 1 εδ. .δ' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη, όμως είναι αναγκαίο να καταγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε ποία έγγραφα εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου και εάν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί, διότι άλλως παραβιάζονται οι άνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο που έλαβεν υπ' όψη του το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων εκηρύχθη ένοχος και κατεδικάσθη δια αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, εις ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετίαν. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το άνω Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπ' όψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Εξ αυτών προκύπτει σαφώς ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, τα οποία και ανέγνωσε, όπως αναφέρει, έστω και εάν δεν τα αναφέρει στα πρακτικά ότι ανεγνώσθησαν, όταν στην σελίδα 6η, εκθέτει όλα τα αναγνωσθέντα. Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος υποστηρίζει τα αντίθετα και προβάλλεται εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τινά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή οι οποίοι προβάλλονται, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά, αναγκαία για τη κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί επιδείξεως ειλικρινούς μεταμελείας και επιδιώξεως να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του ο κατηγορούμενος, με την αναφορά τόπου, χρόνου και τρόπου εκδηλώσεώς της ενώ και η παράδοση του δράστη στην αστυνομία δεν συνιστά την ελαφρυντική ως άνω περίσταση. Εξ άλλου η κατά το άρθρο 178 Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη (περ. γ' αυτού), η οποία όμως διατάσσεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Δ. από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ' όψη. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και το ουσιαστικό της περιεχόμενο εμπεριέχεται στις παραδοχές αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 27.3.2000 σε γενόμενο έλεγχο αυτοκινήτων στον ... ελέγθηκε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο κατόχου του κατηγορουμένου που οδηγούσε αυτός. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε να κατέχει σε νάιλον σακκούλα με 77 γραμ. ινδ. κάνναβης κάτω από το κάθισμα του οδηγού. Βρέθηκε ακόμη και μία ζυγαριά. Μετά από δήλωση του κατηγορουμένου αυτού ότι κατέχει και άλλη ποσότητα ινδικής κάνναβης στην οικία του στη Θεσ/νίκη, βρέθηκε και εκεί άλλη ποσότητα ινδικής κάνναβης 360 γραμ. και 50,6 γραμ. σε δύο συσκευασίες, μαζί με το περιτύλιγμα. Ήτοι συνολικά κατείχε 487,6 γρ. ινδ. κάνναβης, την οποία αγόρασε από Αλβανό υπήκοο, άγνωστης ταυτότητας, αντί τιμήματος 150.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατείχε την ποσότητα αυτή για δική του αποκλειστική χρήση. Όμως, ο ισχυρισμός του αυτός που προβάλλεται ως αυτοτελής ισχυρισμός, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος λόγω της σχετικά μεγάλης ποσότητας που κατείχε, σε συνδυασμό και με την ύπαρξη ζυγού, που προφανώς ζύγιζε τις ποσότητες που είχε σκοπό να διαθέσει σε χρήστες ναρκωτικών ουσιών. Κατά την έννοια του νόμου (άρθρ. 13 παρ. 1 του ν.δ. 743/1970 και 15 του ν.2161/1993) τοξικομανείς θεωρούνται όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούν να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς διαπιστώνεται κατά το άρθρο 13 παρ. 2 ν.δ. 743/1970 με πραγματογνωμοσύνη της αρμοδίας ιατροδικαστικής υπηρεσίας η οποία δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, εκτός αν οι αρμόδιοι πραγματογνώμονες έχουν αποφανθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής. Το ίδιο, με αποκλίνουσα διατύπωση, επαναλαμβάνεται στο άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 2116/ 1993, που ορίζει ότι "η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο κατηγορουμένου ή καταδίκου διαπιστώνεται από το δικαστήριο". Για τον περιορισμό δε των καταχρήσεων, που είχαν διαπιστωθεί στο παρελθόν σε σχέση με το χαρακτηρισμό ως τοξικομανών σε αρκετές περιπτώσεις ιατροδικαστικών εκθέσεων ατόμων που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα κατά την έννοια του νόμου, η ίδια διάταξη επέβαλε τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης "από ειδικά δημόσια κέντρα απεξάρτησης, από τις ψυχιατρικές κλινικές και τα Εργαστήρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας των ΑΕΙ της Χώρας, τις ιατροδικαστικές Υπηρεσίες, εφόσον διαθέτουν ειδικά εργαστήρια ή από νομαρχιακά ή περιφερειακά νοσοκομεία που έχουν τη δυνατότητα να διεξάγουν τέτοια πραγματογνωμοσύνη με αντίστοιχες κλινικές και εργαστήρια και διεξάγεται σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζει κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας, Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης", στη δε παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής ο ενεργών την προανάκριση ή ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά εντός 24 ωρών από τη σύλληψη ή απολογία του κατηγορουμένου πραγματογνωμοσύνη, η οποία ενεργείται εντός 48 ωρών από τη γνωστοποίηση της σχετικής παραγγελίας, οι δε πραγματογνώμονες αν αποφανθούν ότι υπάρχει εξάρτηση "πρέπει να καθορίσουν και το είδος της (σωματική ή ψυχική) και αν είναι δυνατόν το βαθμό της, το συνήθως χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό (εξαρτησιογόνο) την ημερήσια δόση, την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και, αν τους ζητείται ειδικώς με την παραγγελία, την επίδραση της εξάρτησης στον καταλογισμό". Όπως έχει επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία, η τοξικομανία είναι κατάσταση εξάρτησης από τα ναρκωτικά, που συνίσταται στη χρόνια δηλητηρίαση του οργανισμού. Οι κύριες συνέπειές της είναι τόσο η ανάγκη για συνεχή αύξηση της δόσης όσο και η δημιουργία μιας ψυχικής ή σωματικής εξάρτησης με τη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία. Η εξάρτηση αυτή δεν μπορεί να παραμεριστεί μόνο με τη θέληση του ατόμου, αλλά απαιτεί ειδική θεραπευτική μεταχείριση. Χαρακτηριστικό της φυσικής εξάρτησης είναι οι έντονες σωματικές διαταραχές σε περίπτωση διακοπής της χρήσης τους και τα σύνδρομα στέρησης και αποχής (ΑΠ 683/95 ΠΧ.ΜΕ. 1258). Στην κρινομένη υπόθεση, ο κατηγο-ρούμενος δια του συνηγόρου του υπέβαλε αυτοτελές αίτημα να χαρακτηρισθεί τοξικομανής, ως εξαρτώμενος από ναρκωτικές ουσίες και να του επιβληθούν οι κατά νόμο προβλεπόμενες ποινές με τη συνδρομή της ιδιότητας αυτής. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα διαπιστώνεται ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου κατά το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων οι εν λόγω προϋποθέσεις του νόμου για το χαρακτηρισμό του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς. Ειδικότερα από τη με αριθμό πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ... του Γενικού Νοσοκομείου ... προκύπτει ότι δεν είναι τοξικομανής. Ο ιατρός αυτός βεβαιώνει ότι δεν είναι άτομο εξαρτημένο από τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός της τοξικομανίας. Εξ άλλου, πρέπει, να απορριφθεί και ο άλλος αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ., διότι όπως προκύπτει από το ποινικό μητρώο έχει καταδικασθεί τρείς φορές σε ποινές φυλάκισης 40, 30 και 30 ημερών για παραβάσεις του ΚΟΚ και όπως ο ίδιος ομολογεί, έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών στο παρελθόν. Επίσης, πρέπει, να απορριφθεί και ο άλλος ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ ότι δηλαδή ωθήθηκε στη πράξη από όχι ταπεινά αίτια, αφού ο επικαλούμενος από αυτόν τρόπος χρήσης ναρκωτικών ουσιών δια την αποφυγή ή μετριασμό των προβλημάτων στον ψυχισμό του δεν αποτελεί τη βάση του ισχυρισμού του αυτού και αληθινού υποτιθεμένου. Πρέπει, επίσης, να απορριφθεί και ο άλλος αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ', διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Πρέπει, όμως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, ελαφρυντικό που του αναγνωρίσθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διότι όπως αποδεικνύεται αυτός μετά την τέλεση των πράξεων επέδειξε για μεγάλο χρονικό διάστημα καλή συμπεριφορά, εργάζετο και προσπάθησε να απομακρυνθεί από τη συνήθεια αυτή των ναρκωτικών.". Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε. Η αιτίαση ότι, καίτοι ανεγνώσθη η υπ' αριθμ. 5591/2000 ιατροδικαστική έκθεση, δεν αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως, ούτε από το περιεχόμενο εν συνόλω της προσβαλλομένης προκύπτει ότι ελήφθη υπ' όψη είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Και τούτο διότι η άνω ιατροδικαστική έκθεση δεν αφορά τον αναιρεσείοντα ..., τον οποίον ειρήσθω, αφορά μόνο η μνημονευομένη ως ανωτέρω 5590/2000, αλλά την ετέρα κατηγορουμένη πρωτοδίκως ..., η οποία δεν είναι αναιρεσείουσα νυν. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, όπως εκ του άνω σκεπτικού προκύπτει το δικαστήριο απέρριψε τον εκ του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ. ισχυρισμόν με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ με την ειδική αυτή αιτιολογία απερρίφθη και ο εκ του άρθρου 84 παρ. 2δ' Π.Κ. ισχυρισμός, ως εκ περισσού καίτοι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα αφού ως προεβλήθη δεν ήτο σαφής και ορισμένος αναφέρων ότι: (ο αναιρεσείων) "συνεργάστηκε με την υπηρεσία, ομολόγησε την προμήθεια", όχι, δηλαδή, την αγορά για την οποία εκηρύχθη ένοχος και κατεδικάσθη, "υπέδειξε και οδήγησε σε αποθήκη του σπιτιού του, όπου βρισκόταν η υπόλοιπη ποσότητα κάνναβης και προθυμοποιήθηκε να τους την παραδώσει", όταν, ήτοι ούτος ήτο εις χείρας της αστυνομίας και δεν ηδύνατο να ενεργήσει κατά διάφορον τρόπον, όπερ κατ' ουδέν συνιστά μεταμέλεια και επιδίωξη άρσεως των συνεπειών της πράξεώς του. Συνεπώς ο σχετικός τελευταίος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως της ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α' και δ' Π.Κ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.588 - 1.589/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Απόλυτη ακυρότης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Απόλυτη ακυρότης, όταν ελήφθησαν υπ’ όψη έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν. Πρέπει τα έγγραφα να προσδιορίζονται με τα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητά των. Ιδιαίτερη μνεία της δικαστικώς διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης. Πότε υπάρχει αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να εκτείνεται η αιτιολογία και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ’ όσον αυτοί έχουν υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πραγματογνωμοσύνη.
2
Αριθμός 257/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα, για αναίρεση της με αριθμό 199,199α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενο τον ... . Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 758/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Εξ άλλου από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 199,199α/2008 απόφασή του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των ληφθέντων υπ' όψη αποδεικτικών μέσων και δη "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία" (εδέχθη) τα εξής: Ο ήδη αποβιώσας εγκαλών Θ1 διατηρούσε από το έτος 1975 μηχανουργείο επισκευής πλοίων και μηχανών στη .... Στο διάστημα από 1.8.2001 μέχρι 30.4.2001, σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, ο εγκαλών ήρθε σε επαφή με τον 1ο των εκκαλούντων Χ1, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός, που τον σύστησε ο επίσης πολ.μηχανικός Μ1, που ήταν γνώριμος και των δύο, και του ανέθεσε έναντι αμοιβής την έκδοση νέας άδειας του μηχανουργείου που είχε παύσει ισχύουσα από 15ετίας περίπου, αλλά ο εγκαλών λόγω του ότι ήταν ασθενής - έπασχε από λευχαιμία, συνεπεία της οποίας και απεβίωσε - είχε αμελήσει να την ανανεώσει, αφού προηγουμένως ο 1ος κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι ήταν σε θέση να επιτύχει την έκδοση νέας άδειας του μηχανουργείου από τη Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχίας Πειραιώς, για λογαριασμό της εταιρείας "... Ο.Ε.", στην οποία μετείχε ο εγκαλών και στην οποία ανήκε το μηχανουργείο και εισέπραξε ως προκαταβολή το ποσό των 500.000 δραχμών. Ακολούθως μέσα στο ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ο 1ος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι είχε ολοκληρώσει τις απαιτούμενες ενέργειες, είχαν εκδοθεί και πληρωθεί τα σχετικά παράβολα, είχε υπογραφεί η άδεια και επέκειτο η έκδοση και παράδοσή της στον εγκαλούντα, ζήτησε δε και έλαβε από τον τελευταίο, μέσω του ως άνω Μ1, ποσό 700.000 δραχμών ακόμα για διάφορα έξοδα, όπως είπε, ενώ εισέπραξε από τον ίδιο τον εγκαλούντα και άλλο ποσό 500.000 δραχμών για την αξία των παραβόλων, όπως επίσης του είπε. Όμως, η άδεια δεν εκδόθηκε ποτέ, διότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε προβεί σε καμιά σχετική ενέργεια, αλλά είχε δημιουργήσει τις ανωτέρω παραστάσεις στον εγκαλούντα ψευδώς, για να πείσει τον τελευταίο να του καταβάλει τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 1.700.000 δραχμών ή 4.990 ευρώ, κατά τα οποία ωφελήθηκε παρανόμως με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 386 παρ. 1α Π.Κ., χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου, μάρτυρες, αναγνωσθέντα πρακτικά πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έγγραφα, χωρίς να εξαιρεθεί κάποιο εξ αυτών. Επίσης αναφέρονται οι άνω παραστάσεις των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ο σκοπός και η αποκόμιση περιουσιακού οφέλους υπό του αναιρεσείοντος και η βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος αντιστοίχως ως και ο δόλος του αναιρεσείοντος προς τούτο. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "δεν έλαβεν υπ' όψη του και δεν ανέγνωσε ούτε και αξιολόγησε την υπ' αριθμ. ... απόδειξη είσπραξης του ... ποσού 1.350 ευρώ, την οποίαν είχε υποβάλει ο ίδιος ο μηνυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου", είναι αβάσιμη, διότι ο Άρειος Πάγος κρίνει τα έγγραφα της προσβαλλομένης και μόνο, και από αυτήν δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη και πάλι κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Εφετείου τοιούτον έγγραφο, το οποίο πολλώ, μάλλον, (ότι) δεν ανεγνώσθη και δεν αξιολογήθη. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ.1, 3 και 4 Κ.Π.Δ., μετά την παραδοχή τυπικά της εφέσεως, με την οποία προσεβλήθη στο σύνολο της η πρωτόδικος απόφαση, η τελευταία ατονεί και η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για κατ' ουσίαν έρευνα, στην πριν από την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανεκκλήτως επί εκείνων των μερών, που αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως. Μετά πάντα ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης από αυτήν εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό δε μέρος με αυτούς επιχειρείται διάφορος εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ιδία της καταθέσεως του Θ1 ως και των προσκομισθέντων υπό του κατηγορουμένου εγγράφων στο Εφετείο, ούτοι είναι απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τελευταίου δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 199-199α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απάτη. Πρέπει να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Απαράδεκτος η αιτίαση με την οποία επιχειρείται διάφορος εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει αναίρεση. Ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι έγγραφα μνημονεύει η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την παραδοχή τυπικά της έφεσης η πρωτόδικος ατονεί και η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο, που έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 255/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 και 30 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος -εκζητουμένου X, Ρώσου υπηκόου, ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παρέστη στο ακροατήριο με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Σοφία Σαριπανίδου και Κωνσταντίνο Κούρκουλο κατά της υπ'αριθμ. 14/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στο κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 168/05.12.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θράκης, Χρήστου Αρβανιτίδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1970/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξουσίους δικηγόρους του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 451 του Κ.Ποιν.Δ., κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε 24 ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, με τη σύνταξη εκθέσεως από τον γραμματέα εφετών, στην οποία, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος εκζητουμένου X, Ρώσου υπηκόου, κατά της υπ' αριθμό 14/2008 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με το οποίο αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του, στις Αρχές του κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως την 5η Δεκεμβρίου 2008 (η προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται δημοσιευθείσα, κατά το σχετικό πρακτικό, την 4η Δεκεμβρίου 2008), ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θράκης, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία. Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του κατ'άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, εναντίον της περί εκδόσεως απόφασης του Συμβουλίου Εφετών. Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση θα εξετασθεί μόνον ως προς το βάσιμο των με αυτή προβαλλομένων λόγων. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, οι όροι και η διαδικασία έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 21-5-1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 1242/1982 και εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσεώς της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή και ως προς τη Ρωσική Ομοσπονδία (Ρ.Ο.), αφού δεν καταγγέλθηκε ούτε από αυτή μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ (ΑΠ 155/2000 και 2015/2001), ορίζει στα άρθρα 37 και 42 αυτής, τα εξής: 1) Τα Συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται μετά από αίτηση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως να εκδίδουν αμοιβαίως πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφός τους, για άσκηση ποινικής διώξεως ή εκτέλεση ποινής. Η έκδοση πραγματοποιείται για πράξεις που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των συμβαλλομένων μερών, αποτελούν εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας άνω του ενός έτους ή βαρύτερη (37 παρ. 1, 2 εδ. α'), 2) Η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συντάσσεται εγγράφως και να περιλαμβάνει α) την ονομασία του οργάνου από το οποίο προέρχεται η αίτηση, β) το κείμενο του νόμου του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση που χαρακτηρίζει την πράξη ως έγκλημα, γ) το ονοματεπώνυμο του προσώπου του οποίου ζητείται η έκδοση, πληροφορίες για την υπηκοότητά του, τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του και άλλες πληροφορίες για το πρόσωπο του όπως και, αν είναι δυνατό, περιγραφή της εξωτερικής του εμφανίσεως, φωτογραφία και τα δακτυλικά του αποτυπώματα, δ) εκτίμηση του μεγέθους της ζημίας, εφόσον το έγκλημα προκάλεσε υλική ζημία (42 παρ. 1), 3) Στην αίτηση εκδόσεως για άσκηση ποινικής διώξεως επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως που διατάσσει προσωρινή κράτηση και περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την εγκληματική πράξη (42 παρ. 2). 4) Το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο προέρχεται η αίτηση, δεν υποχρεούται να επισυνάψει στην αίτηση εκδόσεως τις αποδείξεις ενοχής του εκζητουμένου (42 παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές της πιο πάνω Συμβάσεως και τη διάταξη του άρθρου 12 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 4165/1961 και από την άλλοτε Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) με νόμο, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 7/11/1966, οι οποίες ενόψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου, προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται η έκδοση αλλοδαπού εκζητουμένου για αξιόποινη πράξη, το Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, δεν συγχωρείται να προβεί στην έρευνα αν υπάρχουν ή όχι στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου ως προς την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία, αφού όχι μόνο οι παραπάνω Συμβάσεις δεν διαλαμβάνουν, μεταξύ των δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύον την αίτηση εκδόσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου, αλλά ρητώς ορίζει το αντίθετο το προαναφερόμενο άρθρο 42 παρ. 3 της διμερούς σύμβασης (Ν. 1242/1982). Επομένως, ο λόγος της εφέσεως, κατ' εκτίμηση του οποίου προβάλλεται ότι οι κατηγορίες που αποδίδονται στον εκκαλούντα- εκζητούμενο είναι ουσιαστικά αβάσιμες και εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Εφετών εκτίμησε τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, προεχόντως στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Συμβούλιο εκείνο δεν ερεύνησε, ούτε ήταν επιτρεπτό να ερευνήσει, την ουσία των αποδιδόμενων στον εκκαλούντα κατηγοριών και κατόπιν τούτου, ο ανωτέρω λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 38 της παραπάνω Διμερούς Σύμβασης (Ν. 1242/1982) "Έκδοση δεν λαμβάνει χώρα αν: 1) Το πρόσωπο για το οποίο έγινε η αίτηση εκδόσεως είναι υπήκοος του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ή πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί από το κράτος αυτό το δικαίωμα του ασύλου. 2) Η έκδοση δεν επιτρέπεται από την νομοθεσία του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. 3) Το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση διώκεται, κατά την νομοθεσία και των δύο Συμβαλλομένων Μερών, μόνο κατ' έγκληση 4) Κατά τη στιγμή της λήψεως της αιτήσεως η ποινική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση ή η απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω παραγραφής ή για άλλη νόμιμη αιτία ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠΔ, το οποίο, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο 38 παρ. 2 της ως άνω Διμερούς Συμβάσεως, έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, "Η έκδοση απαγορεύεται: α) αν εκείνος για τον οποίο ζητείται ήταν ημεδαπός όταν τελέστηκε η πράξη, β) ..., γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό ... ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του ελληνικού κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει την δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο και ε) αν πιθανολογείται ότι εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση". Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως της περ. γ του άρθρο 438 ΚΠΔ, πολιτικοί είναι οι λόγοι, όταν με την έκδοση η Κυβέρνηση του εκζητούντος Κράτους επιδιώκει να εκδικηθεί ή να καταστείλει την αντίδραση πολιτικού της αντιπάλου, εξαιτίας της αντιθέσεώς του προς αυτήν. Για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη τέτοιου λόγου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Συμβούλιο, εκτός από το είδος και τη βαρύτητα των πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο και των περιστάσεων υπό τις οποίες φέρονται ότι τελέστηκαν αυτές, και οι πολιτικές του ιδέες, η αντίθεσή του προς την Κυβέρνηση του κράτους που ζητεί την έκδοσή του και αν με πράξεις του εκδήλωσε την αντίθεσή του αυτή στο εσωτερικό ή εξωτερικό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθέντων μαρτύρων του εκζητουμένου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεώς του, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία από τα οποία τα αλλοδαπά προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσαν ο παραστάς εκζητούμενος και οι συνήγοροί του προφορικώς και με το ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφο υπόμνημά τους, προέκυψαν τα εξής: Το Κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας με το υπ' αριθμ. 81/3-434-08 από 17-11-2008 αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα του Κράτους αυτού, το οποίο διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θράκης με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ζήτησε την έκδοση στις δικαστικές αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας του ήδη εκκαλούντος ρώσου υπηκόου X, που γεννήθηκε το έτος ... στη ... και διώκεται με την από 21-11-2007 απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου Λενίσκι της πόλεως Rostov-On-Don της Ρωσίας για τις αξιόποινες πράξεις 1) της ληστείας από οργανωμένη εγκληματική ομάδα, 2) της κλοπής και απόπειρας κλοπής από οργανωμένη εγκληματική ομάδα και 3)απειλής για τη ζωή από οργανωμένη εγκληματική ομάδα. Από τα ίδια ανωτέρω στοιχεία προκύπτει, ότι ο εκκαλών, ο οποίος κατά τις ενώπιον του Συμβουλίου τούτου εξηγήσεις παραδέχεται ότι είναι το ίδιο πρόσωπο με τον εκζητούμενο και επιβεβαίωσε τα ανωτέρω στοιχεία ταυτότητας κατηγορείται ότι τέλεσε τις πιο κάτω πράξεις: Το έτος ... στην πόλη ... με σκοπό τη διεκπεραίωση των σχεδίων του ίδρυσε εγκληματική οργάνωση με τους ομοεθνείς του ..., ..., ..., ..., ... και άλλα άγνωστα πρόσωπα. Κατά την περίοδο από το έτος 2002 έως την 18-5-2006 ο εκζητούμενος από κοινού με τους συνεργούς του διέπραξαν πολλά αδικήματα στην πόλη ... . Ειδικότερα 1) Στις 11-1-2002 οι ..., ..., ..., ..., και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του σταθμού των λεωφορείων (οδός ...) επιτέθηκαν στον ... προκαλώντας του ελαφρές σωματικές βλάβες στην προσπάθειά τους να του αφαιρέσουν χρήματα, 2) Στις 7-6-2002 ο ... και άλλα άγνωστα πρόσωπα, στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του παλτό του ... το κινητό του τηλέφωνο "Sagem 936", αξίας 3.000 ρουβλίων, 3) Στις 25-7-2002 οι ..., ..., ... και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του παντελονιού της ..., το πορτοφόλι της αξίας 3.500 ρουβλίων, το περιεχόμενό του 2.000 ρούβλια και το διαβατήριό της προκαλώντας της σημαντική ζημία, 4) Τον Ιούλιο του 2003 οι ..., ..., ..., και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του πουκαμίσου του ... το ποσό των 1.000 δολλαρίων ΗΠΑ που αντιστοιχούσε σε 30.534,9 ρούβλια, 5) Τον Ιούλιο του 2003 οι ..., ..., ..., και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του παντελονιού του ... πορτοφόλι αξίας 500 ρουβλίων και το περιεχόμενό του 3.000 ρούβλια, τρεις εικόνες αξίας 10 ρουβλίων η κάθε μία, δηλαδή η αξία των αγαθών που εκλάπησαν από αυτόν ανέρχεται σε 3.180 ρούβλια, 6) Στις 5-8-2004 οι ..., ..., και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του πουκαμίσου του ... το ποσό των 12.000 ρουβλίων, 7) Στις 5-4-2005 οι ..., ..., ..., ..., και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του παλτό του ... το ποσό των 1.800 ρουβλιών στη συνέχεια δε τον απειλούσαν ότι θα σκότωναν αυτόν και τους συγγενείς του και θα του προξενούσαν σοβαρές σωματικές βλάβες, 8) Στις 31-5-2005, οι ..., ..., ..., και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του παντελονιού του ... το πορτοφόλι του αξίας 500 ρουβλίων και το περιεχόμενό του 4.500 ρούβλια, κάρτα της τράπεζας Σμπέρμπανκ, αντικείμενο αξίας 100 ρουβλίων, δηλαδή η αξία των αγαθών που εκλάπησαν από αυτόν ανέρχεται σε 5.700 ρούβλια, 9) Στις 13-1-2006 οι ..., ..., ..., ..., και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του παλτό του ... το πορτοφόλι του με το περιεχόμενό του 1.600 ρούβλια, 10) Στις 16-2-2006 οι ..., ..., ..., και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του παλτό του ... κινητό τηλέφωνο "NOKIA 7610", αξίας 12.432 ρουβλίων 11) Στις 15-3-2006 ο ... και άλλα άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή του ΕΠΕ "..." αφαίρεσαν από την τσέπη του παντελονιού και του παλτό του .... το ποσό των 3.110 ρουβλίων. Οι πιο πάνω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 162 παρ. 3α (ληστεία από οργανωμένη εγκληματική ομάδα) 158 παρ. 4α (κλοπή και απόπειρα κλοπής από οργανωμένη εγκληματική ομάδα) 119 (απειλή για δολοφονία και πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης) του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας με ποινή φυλάκισης από 8 μέχρι 15 έτη η πρώτη, με ποινή φυλάκισης από 5 μέχρι 10 έτη η δεύτερη και με ποινή φυλάκισης έως δύο χρόνια η τρίτη. Οι πράξεις αυτές, για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος, είναι επίσης αξιόποινες και κατά την Ελληνική νομοθεσία (εγκληματική οργάνωση). Ειδικότερα, οι πράξεις αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 187 παρ. 1 και 3 περ. β' του Π.Κ. με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα ετών η συγκρότηση ή συμμετοχή σε οργάνωση για τη διάπραξη ληστείας και διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής και με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών η ένωση για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται η προσβολή της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας. Περαιτέρω, από όλα τα προσκομιζόμενα στοιχεία δεν προέκυψε ότι στην αίτηση εκδόσεως του εκκαλούντος υποκρύπτεται πρόθεση του αιτούντος Κράτους διώξεώς του, εξαιτίας εθνοτικών και φυλετικών διακρίσεων σε βάρος του λόγω της Κουρδικής καταγωγής του και της πολιτικής δράσης που είχε αναπτύξει κατά το διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα με την συλλογή και αποστολή χρημάτων στην πόλη ... της Ρωσίας για τις ανάγκες του αυτονομιστικού κινήματος των Κούρδων. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα δεν προέκυψε ότι ήταν πολιτικός αντίπαλος της Κυβερνήσεως της Ρωσικής Ομοσπονδίας και κυρίως ότι είχε εκδηλώσει αντίθεση προς την Κυβέρνηση αυτή με συγκεκριμένες πράξεις. Η επικαλούμενη συλλογή και αποστολή χρημάτων για τις ανάγκες του κουρδικού κινήματος, δεν αρκεί για να αγάγει το Συμβούλιο σε διαφορετική κρίση. Επίσης, ακόμη και αν είναι αληθές ότι ο εκζητούμενος συνέλεγε και απέστελνε χρήματα για τον παραπάνω σκοπό, όπως για πρώτη φορά διατείνεται στην έφεσή του και όχι και στο Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, το γεγονός αυτό είτε μόνο του, είτε και συνδυαζόμενο με τις καταθέσεις των μαρτύρων, δεν μπορεί να καταστήσει πιθανό ότι, υποκρύπτεται πρόθεση του αιτούντος Κράτους να διωχθεί εξαιτίας αυτού. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του Π.Δ. 90/2008, η ισχύς του οποίου σύμφωνα με το άρθρο 33 αυτού, αρχίζει από 1-12-2007 και με το οποίο καθορίζονται οι διαδικασίες χορήγησης- ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα, ορίζεται στην παρ. 1 αυτής "ότι οι αιτούντες άσυλο επιτρέπεται να παραμείνουν στη Χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και δεν απομακρύνονται με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 της ως άνω διάταξης, ορίζεται ότι η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται α. στις περιπτώσεις όπου οι αρχές παραδίδουν ή εκδίδουν τον ενδιαφερόμενο είτε σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004, είτε σε Τρίτη χώρα ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Η σύλληψη ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε επαναπροώθηση του ενδιαφερόμενου, που είναι αντίθετη με το άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί τη αιτήσεως του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Όταν οι αιτούντες άσυλο παραδίδονται ή εκδίδονται σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004 (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης), είτε σε Τρίτη χώρα με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, δεν μπορούν να παραμείνουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής εξέτασης της αίτησης και 2) όταν η έκδοση οδηγεί σε επαναπροώθηση του πρόσφυγα στα σύνορα εδαφών όπου η ζωή ή ελευθερία αυτού απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης τότε στη περίπτωση αυτή ο αιτών άσυλο δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αιτήσεώς του και εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκζητούμενος κατέθεσε στο Τμήμα Ασφαλείας Κομοτηνής την υπ' αριθμ. 5401/1 από 29-11-2008 αίτηση χορήγησης πολιτικού ασύλου και αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ιδιότητας του πρόσφυγα, το οποίο υποβλήθηκε με το υπ' αριθμ. ... από 14-11-2008 έγγραφο στο Α.Ε.Α./Κ.Α.Τ./Δ/ΝΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ/Γ/1 (τμήμα πολιτικού ασύλου) την 19-11-2008 η οποία και εκκρεμεί. Επομένως εφόσον δεν έχει χορηγηθεί στον εκκαλούντα άσυλο δεν απαγορεύεται η έκδοσή του σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 38 της ανωτέρω διμερούς συμβάσεως (Ν. 1242/1982). Εξάλλου δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.Δ. 90/2008 να παραμείνει δηλαδή ο εκκαλών στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του διότι η έκδοση λαμβάνει χώρα με βάση τις παραπάνω διεθνείς συμβάσεις της χώρας (Ελλάδας) ούτε και η παρ. 1α του ιδίου Π.Δ. ότι δηλαδή δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αιτήσεώς του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος ενόψει του ότι δεν πρόκειται περί πρόσφυγα αλλά και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι εφαρμόζεται δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση ο φόβος δίωξης στο εκζητούν κράτος όπως αναφέρθηκε παραπάνω ο οποίος και εξετάζεται από το Συμβούλιο. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον ο εκκαλών ταυτίζεται με τον συλληφθέντα, υπάρχουν όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα, ο εκκαλών είναι από τα πρόσωπα που μπορούν να εκδοθούν και τα παραπάνω εγκλήματα για τα οποία διώκεται ο ίδιος είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και δεν υπάρχουν, κατά τους νόμους τόσον του αιτούντος κράτους όσον και κατά τους ημεδαπούς λόγοι που να εμποδίζουν την δίωξη ή να αποκλείουν ή να εξαλείφουν το αξιόποινο, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του εκκαλούντος. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης που, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια αν και με διαφορετική κατά ένα μέρος αιτιολογία αντικαθισταμένη με την παρούσα και γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος δεν υπέπεσε σε νομικό ή πραγματικό σφάλμα και η έφεση αυτού, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται κατά τους τύπους και απορρίπτει κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 168/5.12.2008 έφεση του εκζητουμένου X, υπηκόου Ρωσίας κατά της υπ' αριθμ. 14/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει έφεση κατά απόφασης Συμβουλίου που γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος στην Ρωσία.
Έκδοση
Έκδοση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 254/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κατσανίδη, περί αναιρέσεως της 7937/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 476/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν αποδώσει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής . Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 7937/2007 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας ως Εφετείο, την εξέδωσε και με την οποία κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΤΕΑΥΕΚ, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα λεπτομερώς κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχτηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την μαρτυρία κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη συζήτηση της υπόθεσης, σημειωμένου ότι δεν υπάρχει απολογία του κατηγορουμένου λόγω της εκπροσώπησής του από συνήγορο, προέκυψε ότι: Στην ..... την 1-2001 έως 5-2003 ο κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος εργοδότης και μάλιστα ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εδρευούσης στη ....., υπό την επωνυμία "ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α.Ε." ανωνύμου εταιρίας και άμεσος και μόνος υπεύθυνος για την πρόσληψη, απασχόληση πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της, δεν προσήλθε, για το προσωπικό που απασχολήθηκε κατά χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 1-5-03 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην παραπάνω επιχείρηση τους, στην καταβολή προς το Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας (ήδη Κοινωνικών Υπηρεσιών), που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό, τόσο των ιδίων της εταιρίας τους - εργοδοτικών, όσο και των παρακρατηθεισών εκ μέρους του και υπό την παραπάνω ιδιότητά του, προς το σκοπό αυτό, από τους εργαζομένους - εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ολικού ύψους 3.939,79 ευρώ και 2.727,96 ευρώ αντιστοίχως, οι οποίες ειδικότερα ήταν καταβλητέες κατά τα μερικότερα αντιστοιχούντα σε καθένα μήνα του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος κονδύλια τους μέσα σε ένα μήνα από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, παρακρατώντας και ιδιοποιούμενος αυτές παράνομα. Κατά συνέπεια, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων. Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχάς προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την βεβαίωση της οφειλής του μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφλησή του και δεν προέβη σε αίτηση ρύθμισης. Επίσης, δεν προέκυψε η ύπαρξη προβλημάτων οικογενειακών ή προσωπικών, στα οποία να οφείλεται η μη καταβολή των ποσών αυτών. Από την επισκόπηση δε του αντιγράφου του δελτίου ποινικού μητρώου, που βρίσκεται εντός της δικογραφίας, η οποία έγινε μετά την λήψη της απόφασης περί ενοχής και πριν από την απαγγελία της, λόγω του ισχυρισμού του συνηγόρου του περί του ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε καταδίκη του μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί και άλλες φορές για το ίδιο αδίκημα. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα αναγνώρισης ελαφρυντικών". Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της παράβασης του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 86/1967, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4, 40 ευρώ για κάθε ημέρα, και χρηματική ποινή 400 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του Π.Κ, και άρθρο 1 παρ.1-2 του Α.Ν 86/1967, σε συνδ. Με άρθρο 375 παρ.1 του Π.Κ, και 34 παρ. 4 και 36 του καταστατικού του ΤΕΑΥΕΚ, που εφάρμοσε. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες με τους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτήν: α) ο αριθμός των απασχοληθέντων απ' αυτήν μισθωτών, και τα ποσά των αμοιβών που καταβλήθηκαν σ' αυτούς, β) πότε κατέστησαν απαιτητές οι επί μέρους εισφορές, γ) ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, δ) ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τελέσεως, είναι αβάσιμες, η πρώτη γιατί όπως προαναφέρθηκε για την πληρότητα της αιτιολογίας, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, κρίσιμα περιστατικά είναι η, σε συγκεκριμένο χρόνο, απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΤΕΑΥΕΚ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος να καταβάλει στο ως άνω Ταμείο, ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τα οποία δεν κατέβαλε ή παρακράτησε αυτός και τα οποία περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δεύτερη, γιατί, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς του τι προέκυψε από το καθένα, αλλά αρκεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία όλων έστω κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη. Επίσης, η τρίτη αιτίαση είναι αβάσιμη, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται, όπως εν προκειμένω στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση, ως προς το χρόνο τελέσεως των πράξεων, είναι επίσης αβάσιμη, γιατί το γεγονός ότι υφίσταται σύμπτωση του χρόνου τελέσεως με το χρόνο απασχολήσεως των εργαζομένων και του απαιτητού των εισφορών, ήτοι από Ιανουάριο του 2001 έως Μάϊο του 2001, ενώ ο χρόνος τελέσεως αυτών αρχίζει από την πάροδο των 30 ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί αναφέρεται σε στοιχείο που δεν είναι ουσιώδες και κρίσιμο στην υπόθεση, αφού δεν ανακύπτει θέμα παραγραφής των πράξεων. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ, το δελτίο Ποινικού Μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγουμένου εδαφίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση πρόσβασης στο περιεχόμενο του δελτίου Ποινικού Μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου, αποσκοπεί στο σχηματισμό καθαρής δικαστικής πεποίθησης, που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι, ώστε, η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου Ποινικού Μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Η απαγόρευση όμως του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως, για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού του μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπισή του λειτουργία της διάταξης κάμπτεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εξ αιτίας της οποίας ιδρύεται, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής του κατηγορουμένου πρόταση του εισαγγελέως, ο συνήγορος υπεράσπισής του, υπέβαλε το αίτημα της μετατροπής της ποινής σε χρηματική. Επομένως, η διακρίβωση της βασιμότητας του αιτήματος του αυτού δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την ανάγνωση του Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου, η οποία έλαβε χώρα μετά την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου και κατά το στάδιο της επιβολής της ποινής, όπως ο ίδιος ζήτησε και δεν αξιολογήθηκε για την ενοχή του, όπως αυτός ισχυρίζεται. Επομένως, δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και κατά συνέπεια, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα. Αλλά και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι το ποινικό μητρώο λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς να αναγνωσθεί, η μη ανάγνωσή του δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά σε σχέση με την αναγνώριση ή μη στο πρόσωπό του τυχόν ελαφρυντικής περιστάσεως. Επίσης, η αιτίαση του αναιρεσείοντος με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, για να προβεί στο τέλος της διαδικασίας, σε συμπληρώσεις και διευκρινίσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο, ο τελευταίος ούτε απολογείται για λογαριασμό του κατηγορουμένου, ούτε δίδεται σ' αυτόν ο λόγος στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 368 Κ.Π.Δ, για συμπληρώσεις και διευκρινίσεις, σε κάθε δε περίπτωση δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε υπέβαλε προς το Δικαστήριο ανάλογο αίτημα και ότι το Δικαστήριο αρνήθηκε να του δώσει το λόγο. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 7937/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του ΑΝ 86/1967, με την επίκληση των λόγων, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) απόλυτης ακυρότητας από την ανάγνωση του Δ.Π.Μ. Υπάρχει αιτιολογία. Ορθή εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα από την ανάγνωση του Δ.Π.Μ. Απορρίπτει την αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
0
Αριθμός 253/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 2378/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1728/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 και 2 του ν. 3346/2005, 2 και 114 ΠΚ και 568 ΚΠΔ, προκύπτει ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17.6.2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία εκτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από 17.6.2005, σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση. Η διάταξη, επίσης, εφαρμόζεται και για την χρηματική ποινή, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία (όπως συνέβαινε και στο Ν. 1240/1982). Αυτό προκύπτει από το συνδυασμό της με το άρθρο 31 παρ. 1 Ν. 3346/2005. Αν η νομοθετική βούληση ήταν να παραμείνει η χρηματική ποινή, θα γινόταν ρητή μνεία για την τύχη αυτής και δεν θα προβλεπόταν γενικώς η αρχειοθέτηση της δικογραφίας και γι' αυτήν. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμό 817/7-4-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, καταδικάσθηκε για τις πράξεις: α) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, β) της απειλής, σε ποινή φυλάκισης δυο (2) μηνών και γ) της παράνομης οπλοφορίας, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ, οι οποίες, μέχρι την 17.6.2005, δεν είχαν καταστεί αμετάκλητες, ούτε είχαν εκτιθεί μέχρι την χρονολογία αυτή. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2378/19-6-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την απόφαση του που εξέδωσε, όσον αφορά μεν τις πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της απειλής, που φέρονται να έχουν τελεσθεί την 26-1-2003, και για τις οποίες, πρωτοδίκως είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών και 2 μηνών αντίστοιχα, δέχθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 3346/2005, ότι οι πράξεις αυτές έχουν παραγραφεί υφ' όρον, ενώ, όσον αφορά την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ, έπαυσε υφ' όρον, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 του ως άνω νόμου, την ποινική δίωξη, αφού δέχθηκε ότι η πράξη της οπλοφορίας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός(1) έτους και με χρηματική ποινή, ενώ η προβλεπόμενη για το αδίκημα αυτό ποινή, είναι φυλάκιση μέχρι 2 ετών. Συνεπώς, και με δεδομένο ότι οι επιβληθείσες για καθεμία από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις ποινές, δεν υπερβαίνουν τους έξι (6) μήνες, και συγκεκριμένα: α) για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, β) για την πράξη της απειλής, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δυο (2) μηνών και γ) για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ, έπρεπε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση επί της εφέσεως, που ασκήθηκε κατά της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, προκειμένου να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο. Με το να μην πράξει συνεπώς τούτο, αλλά να προβεί αφενός στην κατ' άρθρο 32 παρ.1 του ν. 3346/2005 υφ' όρον παραγραφή για τις δυο πρώτες πράξεις και αφετέρου στην, κατά το άρθρο 31 παρ.1 του αυτού πιο πάνω νόμου, παύση της ποινικής διώξεως για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, υπερέβη την εξουσία του. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, για τις δικές του κατά νόμο ενέργειες, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Σημειώνεται, ότι οι ρυθμίσεις των διατάξεων 31 παρ. 1 και 32 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, που προβλέπουν και καθορίζουν την ειδική παραγραφή, δεν αντιβαίνουν στις οικείες διατάξεις του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 2 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987, και, κατά το οποίο το πρόσωπο που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης της απόφασης από ανώτερο Δικαστήριο, αλλά η άσκηση και οι λόγοι του δικαιώματος αυτού διέπονται από το νόμο, δεδομένου ότι, καθώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να ρυθμίσει την προθεσμία, τον τρόπο και τις διατυπώσεις και τους λόγους της εφέσεως, αρκεί να μη ακυρώνεται ή να μη συρρικνώνεται το συναφές δικαίωμα του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το να τηρήσει τις διατάξεις του Ν. 3346/2005, που καθιερώνουν την ειδική παραγραφή των αδικημάτων, και την εξ' αυτού του λόγου μη ουσιαστική επανεξέταση της υποθέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε καμία διάταξη από εκείνες που καθορίζουν την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος και την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του, οι δε παραπάνω διατάξεις δεν στερούν τον αναιρεσείοντα από το δικαίωμα προς άσκηση εφέσεως, ούτε το περιορίζουν, αλλά απλώς το ρυθμίζουν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2378/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων)Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, για τις δικές του κατά νόμο ενέργειες. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση με την επίκληση του λόγου υπερβάσεως εξουσίας, από τη μη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 3346/2005. Παραπέμπει στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, για να τεθεί η υπόθεση στο Αρχείο. (όμοιες και οι Α.Π. 81/2007 και 146/2007).
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή υφ' όρο.
0
Αριθμός 252/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Δουλγεράκη (επειδή κωλύεται ο Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Φράγκος), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 112/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βασιλάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 914/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον οργανισμό των δικαστηρίων, στον ειδικό νόμο για τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια και στον Kώδικα αυτό, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ' αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), δικαστικοί λειτουργοί, υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και δικηγόροι, δεν επιτρέπεται να συμπράττουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια αν είναι σύζυγοι ή συνδέονται με συγγένεια αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α-γ του ΚΠΔ, όπως τα δύο πρώτα αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3090/2002, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί, επίσης, για τον λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν. Ως σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠΔ), αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, που έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτή εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει, είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης". Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με την υπ' αριθμό 1186/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 10 ετών, για τις πράξεις της υπεξαίρεσης, της πλαστογραφίας και της απόπειρας εκβίασης. Στη δίκη εκείνη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, συμμετέσχε, ως Προεδρεύουσα, η κατά το χρόνο εκείνο το βαθμό της Εφέτου κατέχουσα, Αρχοντούλα Νικολοπούλου, σύζυγος του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Ζύγουρα. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό 112/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε, για τις πιο πάνω πράξεις σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η συζήτηση της οποίας, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, έλαβε χώρα κατά τη συνεδρίαση της 12 Νοεμβρίου 2008. Κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση, κατά την οποία συζητήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως Εισαγγελέας συμμετέσχε, λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ανδρέας Ζύγουρας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά την πρότασή του και πρότεινε προς το Δικαστήριο τούτο, την απόρριψη της αναιρέσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε μεταξύ του ως άνω Εισαγγελικός λειτουργός και της ήδη Προέδρου Εφετών, Αρχοντούλα Νικολοπούλου, είναι μεταξύ τους, σύζυγοι, γεγονός που συνιστά λόγο αποκλεισμού του ως άνω Εισαγγελικού λειτουργού, από τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι τόσο ο αναιρεσείων, όσο και η παραστάσα ως πολιτικώς ενάγουσα, δεν έχουν κληθεί, να παραστούν κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την εκδίκαση της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή η υπόθεση να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009 και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης. Αναβάλλει κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ την απόφασή του, προκειμένου η υπόθεση να δικασθεί από άλλη σύνθεση στην οποία δε θα συμμετέχει ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, γιατί η σύζυγός του συμμετέσχε, ως εφέτης στη σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Αναβολή συζήτησης
Αναβολή συζήτησης.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 251/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 191, 260 και 374/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Βγόντζα και Χριστόφορο Αργυρόπουλο και 7. ..., που παραστάθηκε με τους ιδίους ως άνω δικηγόρους. Με πολιτικώς ενάγον τον Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αικατερίνη Γαλάνη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 30/9-5-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 854/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας που ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 87 παρ.2, 88 παρ. 5 και 6, 90 παρ.1,2, και 5, 91 παρ.1 του Συντάγματος, 1975, συνάγεται ότι οι εισαγγελείς συγκαταλέγονται μεταξύ των δικαστικών λειτουργών, ως μη δικαιοδοτούντα, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές, όργανα της Πολιτείας, των οποίων οι ιδιαίτερες αρμοδιότητες εξειδικεύονται και προσδιορίζονται εκτός από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και από τα άρθρα του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), η εισαγγελία δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπός της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή και κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ. β του Κ.Π.Δ, η οποία επιτάσσει, με απειλή απόλυτης ακυρότητας, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, την υποχρεωτική συμμετοχή του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο κάμπτεται μόνο και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αναπλήρωσης κατά τη διάρκεια και εφόσον εξελίσσεται η διαδικασία στο ακροατήριο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί, κατά τη διάρκεια της συζήτησης της ίδιας υπόθεσης, να αναπληρωθεί ο εισαγγελέας της έδρας με άλλον εισαγγελέα, να δημιουργεί η αντικατάστασή του λόγο απόλυτης ακυρότητας και να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, τέτοια κάμψη, όμως, της αρχής αυτής δεν ισχύει στην προδικασία. Έτσι, άλλο πρόσωπο μπορεί να συντάσσει έγγραφη πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο και άλλο να την αναπτύξει προφορικά, παριστάμενο ενώπιόν του. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί, περί απολύτου ακυρότητας, που υποστηρίζουν οι ανερεσίβλητοι, τόσο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όσο και με το υπόμνημα που υπέβαλαν και ειδικότερα, ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση που άσκησε ο νομίμως αναπληρών τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, και όχι ο ομοιόβαθμός του Γεώργιος Βλάσσης, ο οποίος μόνον αυτός έπρεπε να επιληφθεί, αφού σ' αυτόν αρχικά είχε ανατεθεί η άσκηση ή μη αναιρέσεως, και ότι εξαιτίας τούτου στερήθηκαν οι ανερεσίβλητοι του φυσικού τους δικαστή, είναι αβάσιμοι. Επειδή, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη μη ποινική διάταξη ουσιαστικού νόμου, εφόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Α', Κ.Π.Δ, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο του εγγράφου που έχει αναγνωσθεί, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το έγγραφο και δεν είναι αρκετό να διαλαμβάνεται σ' αυτά ότι έχει αναγνωσθεί ο φάκελος που περιέχει τα έγγραφα, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί με συνέπεια να παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που έχει αναγνωσθεί και ληφθεί υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους: 1) ..., 2)..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., και 7) ..., για την πράξη της απιστίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, και τα πρακτικά της δίκης τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως και όχι ιστορικώς και συνεκτίμησε ως αποδεικτικό στοιχείο και τα έγγραφα (σελίδα 66 πρακτικών) τα με α.α 83 έως 89 έγγραφα και συγκριμένα: α) τον φάκελο Νο 1 (με στοιχεία που αφορούν χρήση 1998), 2) τον φάκελο Νο 2 (με στοιχεία που αφορούν χρήση 1998), 3) τον φάκελο Νο 3 (με στοιχεία χρήσης 1998), 4) τον φάκελο Νο 4 (χρήση 1998), 5) τον φάκελο Νο 6 (με στοιχεία 1998), 6) τον φάκελο με Νο 7,8,9 (χρήση 1998), 7) τους φακέλους με αριθ. 1, 2, 3 και 4-11 που αφορούν χρήση 1999 και 8) τον φάκελο Νο 12 χρήσεως 1998-1999, και τέλος τη με α.α 35 (σελίδα 63 πρακτικών) έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..... Από την αόριστη, όμως, αυτή διατύπωση, δεν προκύπτει ακριβώς ποια έγγραφα αναγνώσθηκαν. 'Ετσι, όμως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α. του Κ.Π.Δ, βάσιμο σχετικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου της αναιρέσεως, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι εφικτή η σύνθεσή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 191, 260 και 374/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απιστία σε βάρος του Δημοσίου. Αναίρεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως με την επίκληση: α) του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτης ακυρότητας (Λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν). Αναιρεί και παραπέμπει. (όμοιες οι Α.Π. 1634/2003, ΑΠ 909 και 1298/ 1999).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απιστία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
0
Αριθμός 250/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Ελευθέριο Νικολόπουλο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Δήμητρα Παπαντωνοπούλου (ορισθείσα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Κουρκάκη) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στο ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Μαρούπα, 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, 3) Χ3 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο και 4) Χ4 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 12/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κερκύρας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4.2.2007, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 2.3.2008 προσθέτους λόγους, 24.4.2007, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 28.2.2008 προσθέτους λόγους, 7.5.2007 και 15.2.2007, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 7.1.2008 προσθέτους λόγους, αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 946/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναιρέσεως των πρώτου και δευτέρου και να απορριφθούν του τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας (υπ' αριθ. 12/2007), οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 4.2.2007 του Χ1, 2) από 24.4.2007 του Χ2 και 3) από 7.5.2007 του Χ3, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από τους πρώτο και δεύτερο, με τα από 3.3.2008 δύο δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω, εισάγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου και η από 15.2.2007 αίτηση αναιρέσεως, κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως, του Χ4, ασκηθείσα ενώπιον του Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ....., περί της οποίας συντάχθηκε η 3/28.2.2007 Έκθεση. Στην Έκθεση αυτή, που υπογράφεται τόσον από τον αναιρεσείοντα, όσον και από τον ανωτέρω Διευθυντή της Φυλακής, δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αλλά παρατίθεται απλώς το κείμενο της διατάξεως, που προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, το οποίο (κείμενο) δεν αρκεί για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Περιέχεται, όμως, στην εν λόγω Έκθεση η δήλωση του αναιρεσείοντος ότι "αιτεί την αναίρεση ... και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει στην από 12.2.2007 επισυναπτόμενη αίτησή του". Η τελευταία αυτή αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως και έχει επισυναφθεί στην ως άνω Έκθεση, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα που έχει τεθεί επ' αυτής περί της παραλαβής της από την Κλειστή Φυλακή ....."την 15.2.2007 με αριθ. πρωτ. 2285", πλην υπογράφεται μόνον από τον αναιρεσείοντα. Η μη υπογραφή της, εν τούτοις, και από τον Διευθυντή της ανωτέρω Φυλακής, καίτοι παραλήφθηκε και προωθήθηκε αρμοδίως, προσαρτημένη στην Έκθεση, δεν επιτρέπεται να λειτουργήσει σε βάρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν ευθύνεται για την παράλειψη αυτή. Επομένως, η συγκεκριμένη αίτηση θεωρείται ότι έχει ενσωματωθεί στην Έκθεση αναιρέσεως, της οποίας συμπληρώνει το περιεχόμενο, με συνέπεια η τελευταία να καθίσταται έτσι παραδεκτή, ως περιέχουσα λόγους αναιρέσεως, εντεύθεν δε να είναι παραδεκτοί και οι ασκηθέντες απ' τον ίδιο αναιρεσείοντα, με το από 7/8.1.2008 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι, μετά ταύτα (αίτηση και πρόσθετοι λόγοι), πρέπει να συνεκδικασθούν με τις προαναφερθείσες τρεις αιτήσεις. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες (17.5.2005), το έγκλημα της κατοχής ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη, το οποίο τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 2099 μέχρι 290.000 ευρώ και αν ο δράστης είναι υπάλληλος, ο οποίος λόγω της υπηρεσίας του ασχολείται με τα ναρκωτικά, με κάθειρξη 15 ετών και χρηματική ποινή 15.000 μέχρι 440.000 ευρώ (άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου), πραγματώνεται αντικειμενικώς με τη φυσική εξουσίαση των ουσιών αυτών από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά την βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και την θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόστασή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ανωτέρω Κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον ως άνω ενδιαφέροντα χρόνο, με τις σ' αυτό προβλεπόμενες (βαρύτερες των ανωτέρω) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου, αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικούς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ. ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Ενόψει αυτών, συναυτουργία στην κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών (συγκατοχή) υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υφίσταται κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας των ουσιών αυτών, καθώς και δυνατότητα ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως από όλους τους συναυτουργούς, κατά τρόπο που να μπορεί καθένας απ' αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει κατά τη βούληση του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην παραδοχή επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών και δη 264 κιλών ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, πράξη που τέλεσαν κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, ο δ' εξ αυτών Χ3 με την ιδιότητα του ασχολουμένου με τη δίωξη των ναρκωτικών υπαλλήλου - λιμενοφύλακα, και επιβλήθηκε στον καθένα, αφού τους αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, κάθειρξη 18 ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από τον συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Τις νυχτερινές ώρες της 17-5-2005 ομάς της Δίωξης Ναρκωτικών Κερκύρας εκτελούσε υπηρεσία στην περιοχή ..... της ..... και συγκεκριμένα στα παράλια της περιοχής αυτής. Στην ομάδα αυτή μετείχαν, μεταξύ άλλων, και οι εξετασθέντες μάρτυρες (Α- Β). Η ομάς, στην οποία μετείχε ο δεύτερος μάρτυρας, αντιλήφθηκε, μετά την 12η νυχτερινή ώρα, μικρό ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής OPEL (.....), με δυο επιβαίνοντες να κινείται με προσοχή και να κατέρχεται ατραπό που οδηγεί στην θάλασσα. Κοντά στην παραλία, το αυτοκίνητο αυτό σταμάτησε με αναμμένα φώτα και κατέβηκε ο ένας των επιβαινόντων. Ο τελευταίος κατευθύνθηκε σε μέρος της ακτής όπου ήταν επιμελώς κρυμμένοι σάκκοι και αφού άνοιξε ένα ή δύο τούτων ήλεγξε δε το περιεχόμενο τους επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Την στιγμή εκείνη έγινε αισθητή η παρουσία στην περιοχή της άλλης ομάδος διώξεως με μηχανοκίνητα μέσα και έτσι το ΙΧΕ αυτό αυτοκίνητο επεχείρησε να απομακρυνθεί του σημείου, αλλά πιο κάτω, σε μικρή απόσταση από τούτο, με επέμβαση της άλλης ομάδος ακινητοποιήθηκε και συνελήφθησαν οι επιβαίνοντες. Επρόκειτο περί του δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων (εννοούνται οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2). Στο μεταξύ και στο ανωτέρω σημείο, μετά ταύτα εμφανίσθηκε κι άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής NISSAN τύπου "MICRA" (.....) που πραγματοποίησε τις ίδιες κινήσεις. Εξ αυτού κατήλθε ο ένας των επιβαινόντων και αφού ήλθε σε επαφή με το περιεχόμενο των σάκκων ήλεγξε τούτο επέστρεψε στο αυτοκίνητο και προσπάθησαν να απομακρυνθούν της τοποθεσίας, πιστεύοντας ότι έγιναν αντιληπτοί. Έτσι ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο και συνελήφθησαν και οι επιβαίνοντες τούτου από τη δεύτερη ομάδα. Επρόκειτο περί των πρώτου και τετάρτου των κατηγορουμένων (εννοούνται οι αναιρεσείοντες Χ3 και Χ4), εκείνος δε που κατήλθε του αυτοκινήτου ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, λιμενικός υπάλληλος και μάλιστα των Ειδικών Δυνάμεων του Λιμενικού Σώματος. Μετά την επέμβαση της ανωτέρω διωκτικής δυνάμεως πήγαν στον χώρο εναποθέσεως των σάκκων, όπου καταμετρήθηκαν δώδεκα, με περιεχόμενο 264 κιλών, περίπου, ακατέργαστης ινδικής καννάβεως. Τα ναρκωτικά αυτά ήλθαν από την Αλβανία με ταχύπλοο σκάφος, που απόθεσε το φορτίο του στην παραλία και υπό τα όμματα του τρίτου κατηγορουμένου (Χ2). Οι κατηγορούμενοι μετά την σύλληψή τους οδηγήθηκαν στο κατάστημα της Υπηρεσίας όπου διενεργήθηκαν και οι πράξεις προδικασίας (ως η έκθεση συλλήψεως χωρίς στην πράξη αυτή να μετέχει και ο δεύτερος εξετασθείς μάρτυρας, Β). Ιθύνων νους της όλης επιχειρήσεως είναι, ως συνομολογείται, ένα άτομο, Αλβανικής καταγωγής, ονόματι Γ που διαφεύγει της συλλήψεως. Ο τελευταίος, διαθέτων για τις κινήσεις του και ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ROVER, οργάνωσε την όλη επιχείρηση μεταφοράς των ναρκωτικών όχι δια των μικρών, ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτων αλλά δια φορτηγού, το οποίο, μετά την επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων, δεν εμφανίσθηκε. Ειδικότερα ο Γ οργάνωσε την ομάδα των κατηγορουμένων, γνωρίζοντας το τέταρτο τούτων και αφού τον πλησίασε, εκμεταλλευόμενος την οικονομική του ανάγκη, του είπε για μια "δουλειά" στην ....., αντί αμοιβής 3.000€. Μετά στρατολογήθηκε ο τρίτος κατηγορούμενος και στη συνέχεια οι πρώτος και δεύτερος, που ήταν και γνωστοί, ώστε τελικά να συγκροτηθεί η τετραμελής ομάς, που θα μετέβαινε στην ..... αντί αμοιβής, δι' έκαστον, του ποσού των 3.000 €. Στην συνέχεια, από γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων μισθώθηκαν τα παραπάνω αυτοκίνητα, με τα οποία ανά ζεύγη η ομάς μετέβη στην ..... . Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, παρά το ότι είχε δικό του αυτοκίνητο, μίσθωσε άλλο ΙΧΕ από εταιρεία (Hertz). Βέβαια οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν ήξεραν τίποτε σχετικά με τα ναρκωτικά, αλλά απλά θα φύλαγαν "τσίλιες", όμως ιδιαίτερα εκ των απολογιών των κατηγορουμένων προκύπτει ότι οι ίδιοι ήξεραν το παράνομο της ενεργείας τους αυτής, για την οποία και θα έπαιρναν την ανωτέρω αμοιβή για την μεταφορά των ναρκωτικών στην ...... Τούτο οπωσδήποτε περιήλθε σε γνώση του πρώτου κατηγορουμένου ανθρώπου με ειδικές γνώσεις και εμπειρία, εκ της υπηρεσίας του, εφ' όσον από τις κινήσεις της ομάδος (ενοικίαση αυτοκινήτων, μετάβαση στην ....., κίνηση σε παραλιακή, ερημική τοποθεσία κατά τις νυκτερινές ώρες και αμοιβή) έπρεπε και να καταλάβει το έκνομο των ενεργειών αυτών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο πρώτος κατηγορούμενος για την δραστηριότητά του αυτή αποτάχθηκε ήδη του Λιμενικού Σώματος. Μάλιστα, όταν έφθασαν στην ....., οι κατηγορούμενοι, με εναλλαγή των ενοικιασθέντων ως άνω αυτοκινήτων, βρέθηκαν σε συγκέντρωση για τον συντονισμό του κοινού σχεδίου δράσεώς τους. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι ο τρίτος κατηγορούμενος δέχθηκε στο Δικαστήριο ότι είδε το σκάφος από το οποίο πετούσαν τους σάκκους στην ξηρά. Οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, χωρίς να είναι τοξικομανείς, οπωσδήποτε ήλθαν σε άμεση επαφή με την ποσότητα των ναρκωτικών και ήταν γνώστες της κοινής τους δράσεως, είχαν την κατοχή των ναρκωτικών, η δε πράξη τους αυτή αξιολογείται ότι τελέσθηκε κατ' επάγγελμα, ... αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και συγκεκριμένα από το γεγονός ότι ενήργησαν βάσει οργανωμένου σχεδίου ορμώμενοι από την πόλη της Αθήνας με προορισμό την ..... για την τέλεση της πράξεώς τους, ήτοι την παραλαβή της ανωτέρω μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από απόμερο σημείο στην παραλία ....., τη χρησιμοποίηση ενοικιαζομένων μεταφορικών μέσων, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της άνω πράξεως καθώς και τη συμφωνημένη αμοιβή τους ανερχόμενη σε 3.000 ευρώ για τον καθένα, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος ... από δε τις ανωτέρω περιστάσεις, με τις οποίες τελέσθηκε η πράξη τους και ειδικότερα από το μεγάλο μέγεθος της ποσότητας των ναρκωτικών με σκοπό την απόκτηση ευκόλου κέρδους χωρίς στάθμιση της τεράστιας επικινδυνότητας που προκαλείται από αυτήν, την ποιότητα και την ένταση των αιτίων που τους ώθησαν σε αυτήν, προκύπτει ροπή τους προς διάπραξη νέων παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον, ήτοι ότι είναι άτομα ιδιαίτερα επικίνδυνα ... . Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών από κοινού με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 ν. 1729/87 και με την συνδρομή του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ μετ' απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων περί α) ακυρότητας της προδικασίας, β) απόπειρας και συνεργείας σε κατοχή ναρκωτικών, γ) υπάρξεως προπαρασκευαστικών πράξεων μη τιμωρητέων και χορηγήσεως ελαφρυντικού ειλικρινούς μεταμέλειας, κατά τα προεκτεθέντα ...". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους των αναιρεσειόντων της ως άνω πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού, όσον και ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων, υπό τις οποίες η πράξη αυτή τελέσθηκε, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ. ζ', 6 και 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ', ζ' και 45 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, λεκτέα τα εξής: α) οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνουν την υπό των αναιρεσειόντων τέλεση κατά συναυτουργία της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, καθόσον η φυσική εξουσίαση, με την έννοια που προεκτέθηκε, δεν πληρούται μόνον με τη σωματική επαφή του δράστη με τη ναρκωτική ουσία, αλλ' αρκεί το γεγονός, όπως εν προκειμένω, ότι οι αναιρεσείοντες βρέθηκαν σε τοπική εγγύτητα προς τη συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία τους επέτρεπε, μετά τον έλεγχο της εν λόγω ποσότητας από τους δύο εξ αυτών και τη διαπίστωση της υπάρξεώς της στον καθορισμένο τόπο, να τη διαθέτουν κατά βούληση, όντος αδιαφόρου μέχρι πότε την κατείχαν και τι απέγινε η ποσότητα αυτή, β) η κατά συναυτουργία ως άνω κατοχή των ναρκωτικών από τους αναιρεσείοντες αναφέρεται ρητώς στην απόφαση με την ως άνω έννοια της φυσικής εξουσιάσεως τούτων από αυτούς, αιτιολογείται δε πλήρως από την παραδοχή ότι ενήργησαν από κοινού, στον αυτό τόπο και χρόνο και ότι ο καθένας γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη μ' εκείνον, γ) η κατ' επάγγελμα και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους τέλεση της πράξεως αιτιολογείται πλήρως από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως και ιδίως από το λεπτομερώς περιγραφόμενο ευρύτερο εγκληματικό σχέδιο και την ένταξη των αναιρεσειόντων σ' αυτό, το οποίο περιελάμβανε μετάβασή τους από την ..... στην ....., ως ομάδας, με μισθωμένα αυτοκίνητα που ενήλλασσαν μεταξύ τους, σύσκεψη αυτών στην ..... για το συντονισμό του σχεδίου δράσεώς τους, με κατανομή αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού, ανάπτυξη της σε εκτέλεση του εν λόγω σχεδίου δραστηριότητάς τους νυχτερινές ώρες, επιλογή ερημικής τοποθεσίας της ..... και λήψη αμοιβής, ήτοι παραδοχές που αιτιολογούν τη διαμόρφωση υποδομής με πρόθεση τελέσεως της πράξεως προς πορισμό εισοδήματος, συνδυαζόμενες δε με το ότι, κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές, επρόκειτο για μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών και ότι οι αναιρεσείοντες ενήργησαν χωρίς στάθμιση της επικινδυνότητας που προκαλείται από αυτή, αιτιολογούν, επίσης, ότι οι περιστάσεις τελέσεως της πράξεως μαρτυρούν πως οι αναιρεσείοντες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, εντεύθεν δε την αντικοινωνικότητά τους και τη ροπή τους προς διάπραξη παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον, δ) η παραδοχή της αποφάσεως ότι οι αναιρεσείοντες στρατολογήθηκαν αντί 3.000 ευρώ αμοιβής, ο καθένας, δεν είναι αντιφατική προς την κατοχή των ναρκωτικών, με την εκτεθείσα έννοια, που δέχθηκε η απόφαση, καθόσον η στρατολόγηση δηλώνει την ένταξη των αναιρεσειόντων στο ανωτέρω ευρύτερο εγκληματικό σχέδιο, στα πλαίσια του οποίου έλαβαν στην κατοχή τους τα ναρκωτικά και είχαν δυνατότητα διαθέσεως αυτών ανά πάσα στιγμή, ε) η παραδοχή της αποφάσεως ότι ο αλβανός Γ είχε τον γενικό συντονισμό της υποθέσεως, με το να οργανώσει την δια ταχυπλόου σκάφους εισαγωγή των ναρκωτικών στη Χώρα μέσω ερημικής παραλιακής περιοχής της ....., την απόθεσή τους στο συγκεκριμένο σημείο, τη στρατολόγηση της ομάδας των αναιρεσειόντων, την ειδοποίηση αυτών ότι τα ναρκωτικά θα ευρίσκοντο κατά τον συγκεκριμένο χρόνο στον ως άνω τόπο και την περαιτέρω μεταφορά τους από τον συγκεκριμένο τόπο σε άλλον με φορτηγό αυτοκίνητο, δεν είναι αντιφατική προς την παραδοχή της κατοχής των ναρκωτικών από τους αναιρεσείοντες, διότι η δραστηριότητα αυτή του αλβανού Γ δεν αποκλείει την ύπαρξη της κατοχής των εν λόγω ουσιών από τους αναιρεσείοντες, την οποία δεν αποκλείει, επίσης, ούτε η μη κατάφαση από την απόφαση κυριότητας των αναιρεσειόντων επί των ναρκωτικών αυτών, στ) δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει με ιδιαίτερη αιτιολογία στους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως των στοιχείων της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκαν και περί του ότι η πράξη αυτή δεν τελέσθηκε με τις επιβαρυντικές περιστάσεις που έγιναν δεκτές, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας, ενώ, εξάλλου, δεχόμενη η απόφαση ότι αποδείχθηκε τετελεσμένη συγκατοχή των ναρκωτικών με φυσικούς αυτουργούς τους αναιρεσείοντες, επαρκώς αιτιολόγησε, εκ του πράγματος, την απόρριψη των ισχυρισμών τους ότι επρόκειτο για απόπειρα κατοχής των ναρκωτικών, ή για απλή συνέργεια σε τέτοια κατοχή, ή για μη τιμωρητές προπαρασκευαστικές πράξεις της κατοχής αυτής, ζ) η από 7.6.2005, με αριθ. πρωτ. 1896, "Έκθεση Εξέτασης" της Γ' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και αναφέρεται στα πρακτικά υπό τον αριθμό 14 του καταλόγου των και πρωτοδίκως αναγνωσθέντων εγγράφων, ως προς την οποία προβάλλεται ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν μνημονεύεται ειδικώς, καίτοι αποτελεί το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν αφορά στην πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, αλλ' αναφέρεται, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, στην εξέταση δείγματος σκόνης 2,2 γραμμαρίων, στο οποίο οι διενεργήσαντες την εξέτασή του ανίχνευσαν την ναρκωτική ουσία "κοκαΐνη" και συνεπώς χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλονται τα ανωτέρω, η) η από 24.5.2005, με αριθ. πρωτ. ..... "Έκθεση Εξέτασης" της Χημικής Υπηρεσίας ....., η οποία αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως υπό τον αριθμό 13 του ως άνω καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων και της οποίας προβάλλεται η μη ειδική μνημόνευση, οπουδήποτε του σκεπτικού, αν και αποτελεί το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, δεν ήταν αναγκαίο, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και εντεύθεν να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία της αποφάσεως από απόψεως αποδεικτικών μέσων, να μνημονευθεί και να αξιολογηθεί ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η Έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, αφού το συμπέρασμά της, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, ήτοι ότι τα εξετασθέντα δείγματα αποξηραμένων φυτικών αποσπασμάτων ήταν φυτικά αποσπάσματα ινδικής κάνναβης, δεν είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, αλλά ταυτίζεται με εκείνο και θ) δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός, ή αναφορά των επί μέρους αποδεικτικών μέσων ούτε από ποιά εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω, λόγοι των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και των δικογράφων προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ήτοι μοναδικός της αιτήσεως του Χ3, δεύτερος (κατ' εκτίμηση), τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι του Χ1, πρώτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος της αιτήσεως του Χ2, καθώς και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, τέταρτος και τελευταίος, κατά το πρώτο σκέλος του, πρόσθετοι λόγοι του ιδίου, μοναδικός της αιτήσεως του Χ4, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, και δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι του ιδίου. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1, 3 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας δίνεται υποχρεωτικά ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του για την ενοχή και έπειτα για την ποινή, διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 2 και 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίνει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους των τελευταίων, οι οποίοι ανέπτυξαν την υπεράσπιση, ακολούθως δ' εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους. Περαιτέρω, από τα αυτά πρακτικά προκύπτει ότι, μετά την εξέταση του κάθε μάρτυρα, ο Πρόεδρος έδινε το λόγο στον Εισαγγελέα, στους Δικαστές και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, για να απευθύνουν ερωτήσεις στους μάρτυρες, δεν προκύπτει, όμως, ειδικότερα ως προς τους συνηγόρους του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ1, ότι ζήτησαν τον λόγο από τον Πρόεδρο για να υποβάλουν δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Β, κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ και δεν τους δόθηκε. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως του Χ1 και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του ιδίου, με τους οποίους παραπονείται ο εν λόγω αναιρεσείων για έλλειψη ακροάσεως από τη μη δόση του λόγου στους συνηγόρους του για να αγορεύσουν μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής και, κατ' εκτίμηση, για απόλυτη ακυρότητα από την ίδια αιτία και από το ότι δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του για να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα Β είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ, εξάλλου, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από το ότι, μετά την εξέταση του ανωτέρω μάρτυρα, δεν δόθηκε ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον ως άνω αναιρεσείοντα ή τους συνηγόρους του, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτησή τους, για να εκθέσουν τις απόψεις και παρατηρήσεις τους σχετικά με την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση. Η παράλειψη εξετάσεως μάρτυρα υπερασπίσεως από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δεν συνιστά αναιρετική πλημμέλεια, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 ΚΠοινΔ, να προσφύγει στο δικαστήριο και, αν το τελευταίο παραλείψει να αποφασίσει ή αν απορρίψει την προσφυγή παρά τον νόμο, τότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ4, ούτε ο συνήγορός του υπέβαλαν, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, αίτημα να εξετασθούν και άλλοι παριστάμενοι στο ακροατήριο μάρτυρες υπερασπίσεως τούτου, εκτός από την Δ, η οποία και εξετάσθηκε. Επομένως, ο μοναδικός, κατά το τελευταίο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως του Χ4, με τον οποίο παραπονείται ο εν λόγω αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση, για έλλειψη ακροάσεως απ' τη μη εξέταση άλλων δύο μαρτύρων υπερασπίσεως αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από την διάταξη 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων στο άρθρο αυτό εγγράφων, μεταξύ των οποίων και αυτά που υποβλήθηκαν κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση κάποιου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υποβλήθηκε στο ακροατήριο από τον αναιρεσείοντα Χ4 ή το συνήγορό του αίτημα για ανάγνωση άλλων εγγράφων, πλην εκείνων που αναφέρονται στα αυτά πρακτικά ότι προσκομίσθηκαν απ' αυτόν και ανεγνώσθησαν, ειδικότερα δε των αναφερομένων στο τέταρτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως του ανωτέρω και συνεπώς ο λόγος αυτός, με τον οποίον παραπονείται ο εν λόγω αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση, για έλλειψη ακροάσεως από τη μη ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτει, δεν διατάχθηκε η απέλαση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ4 από την Ελλάδα, όπως είχε συμβεί με την πρωτόδικη 297/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας και συνεπώς το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο δεν ώφειλε να αιτιολογήσει την ιδιότητα του εν λόγω αναιρεσείοντος ως ημεδαπού ή αλλοδαπού, το δε περί του αντιθέτου παράπονο τούτου, με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου της αιτήσεώς του, είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, ως αποδεικτικό μέσο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Τέτοια έγγραφα είναι μόνον όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής. Η ανωτέρω ακυρότητα αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή είναι διαδικαστικό ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως που προπαρατέθηκε, εκτίθεται, πλην άλλων, ότι "οι κατηγορούμενοι, μετά τη σύλληψή τους, οδηγήθησαν στο κατάστημα της Υπηρεσίας όπου διενεργήθηκαν και οι πράξεις προδικασίας (ως η έκθεση συλλήψεως ...)". Η "έκθεση συλλήψεως", που μνημονεύεται στην εν λόγω περικοπή του σκεπτικού, αναφέρεται διηγηματικά σ' αυτό, κατά την ιστόρηση της δικονομικής πορείας της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανακρίσεως και, επιπλέον, δεν αποτελεί έγγραφο που δημιουργεί την ανωτέρω ακυρότητα, όταν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να έχει αναγνωσθεί στο ακροατήριο. Επομένως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του Χ4, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, χωρίς προηγούμενη ανάγνωσή της, τη μνημονευόμενη στην ως άνω περικοπή του σκεπτικού έκθεση συλλήψεως, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Όπως αμέσως ανωτέρω εκτέθηκε, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Περαιτέρω, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου και έτσι δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, εκτός άλλων, έγγραφα που είχαν προσκομισθεί από τους κατηγορουμένους στο πρωτόδικο δικαστήριο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς "26. Αντίγραφα πινάκων ενσήμων ΙΚΑ, 27. Αντίγραφα ατομικού δελτίου εισφορών ΙΚΑ", καθώς και έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ των οποίων, υπό τον αριθμό 12 του οικείου καταλόγου, "βεβαίωση ανικανότητας για εργασία". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες και ειδικότερα στον Χ2, ο οποίος είχε έτσι την δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Άλλωστε, ενόψει του ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν, όπως εκτέθηκε, από τους κατηγορουμένους προς υπεράσπισή τους, οι οποίοι, όπως απ' την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δεν προέβαλαν αντίθετη μεταξύ τους υπεράσπιση, η ως άνω ακυρότητα δεν επήλθε στη συγκεκριμένη περίπτωση και εκ του λόγου ότι τα ως άνω έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή των κατηγορουμένων και ειδικότερα του Χ2. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του Χ2, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο τα ανωτέρω τρία έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται, κατά τον εν λόγω αναιρεσείοντα, η ταυτότητα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή παραπέμπει σ' εκείνη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) την βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου ως προς τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του εγκληματία, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη για όλα αυτά αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες, των 18 ετών καθείρξεως και 30.000 ευρώ χρηματικής ποινής, συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω απαίτηση του νόμου, αφού ρητώς αναφέρει στην απόφαση ότι έλαβε υπόψη τη βαρύτητα της πράξεως που διέπραξαν και την προσωπικότητα αυτών, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα κριτήρια που αναφέρονται προς τούτο στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ. Επίσης, συμμορφώθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο και προς την διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 ΠΚ, αφού ρητώς αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, για την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής που επέβαλε στους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες, έλαβε υπόψη και τους οικονομικούς όρους αυτών και των υπ' αυτών συντηρουμένων μελών των οικογενειών τους, μη υποχρεούμενο και στην περίπτωση αυτή σε ειδικότερο προσδιορισμό των επί μέρους περιστατικών και των λόγων, εκ των οποίων οδηγήθηκε στην κρίση του. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του Χ2, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της ποινής εκείνου και συγχρόνως απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως, ως εκ της ως άνω ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, της αρχής του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ και εντεύθεν υπερασπιστικού του δικαιώματος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2408/1996 διαγράφηκαν από το εδ. α' του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, (όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 13 του Ν. 2161/1993), οι λέξεις "ή οι περιστάσεις μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος", πλην, όμως, με το άρθρο 2 παρ. 15 του Ν. 2479/1997, που ισχύει από 6.5.1997, το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 13 του Ν. 2161/1993 και με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2408/1996, αναδιατυπώθηκε, ώστε συμπεριέλαβε και πάλι, στις προβλεπόμενες απ' αυτό επιβαρυντικές περιστάσεις, το ιδιαιτέρως επικίνδυνο του δράστη. Επομένως, εφόσον η πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες τελέσθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στις 17.5.2005, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του Χ2, με τον οποίο παραπονείται ο εν λόγω αναιρεσείων για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, κατόπιν της οποίας παρά το νόμο δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαρυντική περίσταση του ιδιαιτέρως επικινδύνου, ενώ αυτή είχε διαγραφεί από την εν λόγω διάταξη με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2408/1996, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 366 εδ. γ' και δ' ΚΠοινΔ, "... Αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον Εισαγγελέα ή τον δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος και οι συνήγοροί του μπορούν να υποβάλλουν ερωτήσεις στον συγκατηγορούμενό του μόνον με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση και εφόσον το ζητήσουν απ' αυτόν. Και αν μεν ζητήσουν αυτοί το λόγο και δεν τους δοθεί, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, ενώ αν δεν ζητήσουν το λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται, έστω και αν δόθηκε ο λόγος και υπέβαλαν ερωτήσεις στον συγκατηγορούμενο του κατηγορουμένου άλλοι παράγοντες της δίκης. Συνεπώς, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του Χ2, με τον οποίο προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι μετά το τέλος των απολογιών των κατηγορουμένων δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορό του για να υποβάλει ερωτήσεις προς τους συγκατηγορουμένους του, ενώ δόθηκε ο λόγος και υπέβαλαν ερωτήσεις στους τελευταίους ο Εισαγγελέας και οι Δικαστές, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υποβλήθηκε από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του αίτημα να τους δοθεί ο λόγος προς υποβολήν ερωτήσεων στους συγκατηγορουμένους του. Κατά το άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας καθείρξεως και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Εξάλλου, από το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο περιλαμβάνονται και τα υπό τους αριθμούς 6 και 7 του καταλόγου των και πρωτοδίκως αναγνωσθέντων εγγράφων, ήτοι τα "6. Ανάλυση επικοινωνίας της VODAFONE που αφορά τον αριθ. τηλ. συνδρομητή ..... και 7. Ανάλυση επικοινωνίας της VODAFONE που αφορά τον αριθ. τηλ. συνδρομητή .....". Ήδη ο αναιρεσείων Χ2, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά, δεν προέβαλε αντίρρηση κατά της αναγνώσεως των εγγράφων αυτών, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του οικείου δικογράφου του, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ταυτοχρόνως για έλλειψη αιτιολογίας, επειδή η περί της ενοχής του κρίση του δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου στηρίχθηκε και στα ως άνω έγγραφα, τα οποία αποτελούν, κατ' αυτόν, παράνομο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός, ενόψει του ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δεν είναι σε κάθε περίπτωση, καθεαυτό και άνευ ετέρου, παράνομο, επιτρέπεται δε να συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα όταν ο ίδιος ο δικαιούχος της τηλεφωνικής συνδέσεως προσκομίζει την ανάλυση των μέσω αυτής τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων και, περαιτέρω, ενόψει του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προβάλλεται ότι οι ως άνω "αναλύσεις" προσκομίσθηκαν μη συννόμως από μη δικαιούμενο να τις κατέχει, ούτε ότι προσκομίσθηκαν από τρίτον σε σχέση με τον αναιρεσείοντα και αφορούν στον τελευταίο χωρίς τη συναίνεσή του, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντέλεξε στην ανάγνωσή τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε, συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται και (υπό δ') "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του" και (υπό ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την πρώτη από τις περιστάσεις αυτές (υπό δ'), πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης. Για τη δεύτερη (υπό ε') πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά, οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, εκτός από το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, που τους αναγνωρίσθηκε, ζήτησαν να τους αναγνωρισθούν και εκείνα της ειλικρινούς μεταμέλειας και της μετά την πράξη τους καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο, τα οποία απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ρητώς το πρώτο και σιωπηρώς το δεύτερο. Για τη θεμελίωσή τους επικαλέσθηκαν τα εξής: Α) Ο Χ1 ότι "με μεγάλη ειλικρίνεια από την πρώτη στιγμή ομολόγησε τη συμμετοχή του και είπε περισσότερα από όσα προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, δεν προσπάθησε να επιρρίψει τις ευθύνες σε άλλους και ανέλαβε την ευθύνη της πράξεώς του" και "επέδειξε καλή διαγωγή κατά το διάστημα της κρατήσεώς του στο ..... Κρατουμένων ....., δεν έχει δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα, εργάζεται κατά το χρόνο της κρατήσεώς του και ανταποκρίνεται με ζήλο και συνέπεια στις εργασίες που του ανατίθενται" και Β) Ο Χ2 ότι "μετανοεί από τα βάθη της καρδιάς του και ζητεί συγγνώμη από όλους και κυρίως από την οικογένειά του και τη μνηστή του ..... μέμφεται τον εαυτό του για το ότι δεν επέμεινε από την Αθήνα να μάθει το σκοπό του ταξιδιού στην ..... και δεν έσπευσε από τη στιγμή που συνειδητοποίησε την τέλεση του αδικήματος να απομακρυνθεί έστω και τρέχοντας με τα πόδια ..... η μετάνοιά του αποδεικνύεται από την αποφασιστική και αποκλειστικά δική του συμβολή στην αποκάλυψη του ρόλου του Γ ..." και "επέδειξε καλή διαγωγή στη δικαστική φυλακή ....., χωρίς να υποστεί πειθαρχικές κυρώσεις, η συμπεριφορά του δε αυτή δεν οφείλεται σε καταναγκασμό, αλλά είναι προϊόν της ελεύθερης βουλήσεώς του και της ανάγκης να λειτουργεί ως άτομο έτοιμο ανά πάσα στιγμή να επανενταχθεί στην κοινωνία". Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θεμελιώνονται στα ως άνω επικληθέντα από τους συγκεκριμένους αναιρεσείοντες, καθόσον α) δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου ομολογία της πράξεώς του και η δι' αυτής διευκόλυνση του έργου της ανακρίσεως, ακόμη και αν έγινε αυθόρμητα, ούτε η ρηματική έκφραση συγγνώμης, ούτε η αποκάλυψη του ρόλου συμμετόχου της πράξεως, αλλά απαιτούνται περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως και τέτοια δεν είναι τα ανωτέρω και β) η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή, με παράλληλη προσφορά εργασίας απ' αυτόν, δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, που δεν αιτιολόγησε την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αναιτιολόγητης απορρίψεως αυτών και συγχρόνως της απόλυτης ακυρότητας, λόγω παραβιάσεως, ως εκ της αναιτιολόγητης αυτής απορρίψεως, της αρχής του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και εντεύθεν υπερασπιστικού δικαιώματος των ως άνω αναιρεσειόντων, ή στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, όπως αντιθέτως υποστηρίζουν οι εν λόγω αναιρεσείοντες, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την περί αυτών απορριπτική κρίση του. Οι λόγοι αναιρέσεως, συνεπώς, τρίτος (κατ' εκτίμηση) του δικογράφου προσθέτων λόγων του Χ1, όγδοος της αιτήσεως του Χ2 και τελευταίος του δικογράφου προσθέτων λόγων του ιδίου, ως προς τα λοιπά σκέλη του, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι αντίθετοι επί της ουσίας ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1, την από 24 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ2, την από 7 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ3 και την από 15 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ4, όπως οι πρώτη, δεύτερη και τετάρτη διαμορφώθηκαν με τους στο σκεπτικό πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 12/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως μολονότι φέρει την υπογραφή του Διευθυντή της Φυλακής μόνο στην πρώτη σελίδα της εκθέσεως και όχι στο επισυναπτόμενο κείμενο αναιρετικών λόγων, αφού για την έλλειψη αυτή δεν ευθύνεται ο αναιρεσείων. Ναρκωτικά. Έννοια κατοχής από κοινού. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για από κοινού κατοχή ναρκωτικής ουσίας με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα τελέσεως και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι κατηγορούμενοι, εκ των οποίων ο ένας ασχολείται με τα ναρκωτικά λόγω της υπηρεσίας του, είναι άτομα ιδιαίτερα επικίνδυνα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητη ειδική μνεία και αξιολόγηση των δύο Εκθέσεων της Χημικής Υπηρεσίας, διότι η μεν μία δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη, αφού το συμπέρασμα της και το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ταυτίζονται, η δε άλλη δεν αφορά τη ναρκωτική ουσία για την οποία η καταδίκη (κάνναβη), αλλά άλλη (κοκαΐνη). Η παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 369 παρ. 1, 3 ΚΠΔ επάγεται απόλυτη ακυρότητα, διότι αφορά στην άσκηση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Δεν επήλθε στη συγκεκριμένη περίπτωση διότι δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου επί της ενοχής. Ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έχει υποχρέωση να δώσει λόγο στους διαδίκους χωρίς αίτησή τους για να προβούν σε παρατηρήσεις και δηλώσεις κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ. Πρακτικά συνεδριάσεως. Αποδεικτική δύναμη αυτών. Παράλειψη εξετάσεως μάρτυρα υπερασπίσεως δεν συνιστά αναιρετική πλημμέλεια αλλά δίνει δικαίωμα στον κατηγορούμενο να προσφύγει στο Δικαστήριο και αν αυτό παραλείψει να απαντήσει ή απορρίψει την προσφυγή παρά το νόμο, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ακροάσεως. Η μη ανάγνωση εγγράφων που υποβλήθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία δεν συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ακροάσεως. Απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο. Δεν επήλθε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται διηγηματικά στην αιτιολογία της αποφάσεως. Δεν επήλθε, επίσης, διότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας εγγράφων στα πρακτικά είναι επαρκής, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση για την επιμέτρηση της ποινής. Αβάσιμος ο περί ελλείψεως αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως, διότι το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής έλαβε υπόψη του τις οδηγίες και τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ (για τη στερητική της ελευθερίας) και του άρθρου 80 ΠΚ (για την χρηματική ποινή) και δεν είχε υποχρέωση να παραθέσει στην απόφαση επιπλέον περιστατικά για την αιτιολόγηση της ποινής που επέβαλε. Το ιδιαιτέρως επικίνδυνο του δράστη που είχε διαγραφεί από τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, με το άρθρο 4 παρ.3 του Ν. 2408/1996, συμπεριελήφθη και πάλι στις περιστάσεις αυτές με το άρθρο 2 παρ. 15 του Ν. 2479/1997. Απορρίπτεται ο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 λόγος αναιρέσεως και εκ της παραδοχής του ιδιαιτέρως επικινδύνου των δραστών, διότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως η επιβαρυντική αυτή περίσταση είχε συμπεριληφθεί και πάλι στις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του για να υποβάλλουν ερωτήσεις σε συγκατηγορούμενό του, διότι δικαίωμα υποβολής τέτοιων ερωτήσεων έχει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μόνον δια του Προέδρου και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υποβλήθηκε αίτημα υποβολής ερωτήσεων με τη μεσολάβηση του Προέδρου. Απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική δίκη. Διαφορετικά προσβάλλεται το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη ελαφρυντικών άρθρ. 84 παρ. 2 δ΄ και ε΄ ΠΚ. Δεν υπήρχε υποχρέωση απαντήσεως και ιδιαίτερης αιτιολογήσεως, διότι τα προβληθέντα σχετικώς δεν συνιστούν ειλικρινή μετάνοια και καλή μετά την πράξη συμπεριφορά με την έννοια των άνω διατάξεων.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Ναρκωτικά, Συναυτουργία, Ακροάσεως έλλειψη, Μάρτυρες.
0
Αριθμός 249/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στις Φυλακές Αγίου Στεφάνου Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλφαντάκη, περί αναιρέσεως της 60/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.5.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 972/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526 του ίδιου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα, ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. 'Ετσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάστηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Κατά την παράγραφο όμως 2 του ίδιου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του εμποδίζει νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής απόφασης αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχείο θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων (ουσιών). Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ίδιου Κώδικα, η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν , βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ που προαναφέρθηκε επιβάλλει την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Δ.Σ. στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 του Δ.Σ. καθιερώνεται η αρχή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διάταξης αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επιμέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι "του ίδιου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους. Συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Δ.Σ. διότι αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλόμενου Κράτους. Όμως η αρχή αυτή (ne bis in idem) είχε προβλεφθεί ήδη από τον ημεδαπό νομοθέτη, με τη διάταξη του άρθρου 57 ΚΠοινΔ, που προαναφέρθηκε, επαναλήφθηκε δε και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικαστεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού" (ΟΛ.ΑΠ.7/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την 60/2008 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών (δύο κιλών και τριακοσίων γραμμαρίων ηρωΐνης και εβδομήντα γραμμαρίων κοκαΐνης) του επέβαλε δε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Την πράξη αυτή, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος τέλεσε στις 2-10-1999 στην περιοχή ..... της Κωνσταντινούπολης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του είναι απαράδεκτη, γιατί με την υπ' αριθμ. 4/2001/241 από 19-11-2001 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου Εθνικής Ασφαλείας Κων/πολης καταδικάστηκε για την ίδια πράξη σε κάθειρξη δέκα ετών, την οποία και εξέτισε εξ ολοκλήρου, με αποτέλεσμα να μην είναι επιτρεπτή η εκ νέου εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης από τα Ελληνικά Δικαστήρια. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με τις παραπάνω αιτιολογίες, απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, που αναφέρεται στο δεδικασμένο, ως μη νόμιμο, αφού δέχτηκε ότι η διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠΔ δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης. Επομένως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Στ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σε αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, αφού εκτίμησε "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν την απολογία του κατηγορουμένου και όλη την αποδεικτική διαδικασία" κατά την ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στις 2-10-1999 χωρίς να είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13&1 του ν.1729/1987, όπως ισχύει, χωρίς δηλαδή να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία να μη μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, ενεργώντας με πρόθεση, κατείχε εντός της οικίας του Τούρκου υπηκόου Υ1 στην περιοχή .... Κωνσταντινούπολης με σκοπό την εμπορία δύο κιλά και τριακόσια γραμμάρια (2300) ηρωΐνης, καθώς και εβδομήντα γραμμάρια κοκαΐνης. Τις εν λόγω ποσότητες ο κατηγορούμενος κατείχε, ήτοι τις εξουσίαζε απόλυτα φυσικά, γνωρίζοντας σε κάθε στιγμή που βρίσκονται και με δικαίωμα ελεύθερης πώλησης σε οποιονδήποτε, με σκοπό την εμπορία. Για τα πραγματικά παραπάνω περιστατικά σαφής ελέγχεται η κατάθεση ενώπιον του αρμοδίου αστυνομικού οργάνου στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής έρευνας στην Τουρκία του εκ των συγκατηγορουμένων του στην ποινική δίκη στην Τουρκία Υ1 όπως αυτή παρατίθεται στο αιτιολογικό της υπ' αριθμ. 2001/245 απόφασης του υπ.αρ.Υ. Δικαστηρίου Κρατικής Ασφαλείας Κων/πολης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οποία την ανωτέρω ποσότητα ηρωΐνης αγόρασε από τον .....και εκείνη της κοκαΐνης από τον αδελφό αυτού .... με σκοπό την εμπορία, οι δε συγκατηγορούμενοι του Υ2 και Χ1 ήταν πελάτες του και ο εκ τούτων τελευταίος, (Χ1) σκοπό είχε, μετά τη συνάντηση τους στην οικία του, στο .... όπου και συνελήφθηκαν, να μεταφέρει την ποσότητα των ναρκωτικών αυτών ουσιών στην Ελλάδα, ενώ δεν αμφισβητεί την εκσφενδόνιση υπ' αυτού της ως άνω ποσότητας ηρωΐνης κατά την έφοδο της αστυνομίας στην σκεπή παρακείμενης οικίας, όπως διαλαμβάνεται άλλωστε στο με αριθμό ..... πρακτικό συμβάντος τη Υπηρεσίας Διεύθυνσης ναρκωτικών σε επίσημη μετάφραση, όπου λεπτομερής περιγραφή γίνεται αναφορικά με την επιχείρηση σύλληψης των υπόπτων της προκληθείσης έκρηξης στις 30-9-1999 στη συνοικία .... οδός ...., όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν εκτός άλλων ποσότητα ηρωΐνης μεικτού βάρους οκτώ κιλών και έτερη, πιθανώς ηρωΐνης, 1.100 γραμμαρίων, υδροχλωρικό οξύ, θεϊκό οξύ, ασεκοτόνη, άχρωμη υγρή ουσία μεικτού βάρους 15.500γρ και την μετάβαση του στην προαναφερθείσα οικία του Υ1 στο ..... κατόπιν υπόδειξης των κατοίκων της περιοχής και του οδηγού του με αρ. πινακίδων ..... ΤΑXI.Η κατάθεση αυτή ενισχύεται και από εκείνη του ετέρου των συγκατηγορουμένων του Υ2, όπως αυτή παρατίθεται στο αιτιολογικό της προαναφερθείσης υπ.αρ. 2011/245 απόφασης του υπ.άρ.4 δικαστηρίου Κρατικής Ασφάλειας Κων/πολης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οποία, αφού επιβεβαιώνει τη γνωριμία του από μακρού χρόνου με τον κατηγορούμενο Χ1, καθώς και με τον προαναφερθέντα Υ1 και την αγορά ηρωΐνης από τον τελευταίο δύο φορές κατά το παρελθόν και την εξαγωγή της στη συνέχεια, μέσω του κατηγορουμένου Χ1, στην Ελλάδα, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον τελευταίο αξιόποινη πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών παραδέχεται τη μετ' αυτού μετάβαση του την προτεραία της συλλήψεως του στην οικία του Υ1 στο .... για την παραλαβή των ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και την εκσφενδόνιση της εκ τούτων ηρωΐνης σε παρακείμενη οικία, κατά την έφοδο της αστυνομίας. Οι προαναφερθείσες καταθέσεις, πέραν των όσων αναφέρονται στο υπ. αρ. ..... πρακτικό συμβάντος από 30-9-1999 της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών Κων/πολης, που σχέση έχουν με τη σύλληψη του εντός της οικίας του εμπόρου ναρκωτικών Υ1 και την εκσφενδόνιση από τον τελευταίο της ανωτέρω ποσότητας ηρωίνης κατά την έφοδο της αστυνομίας, ενισχύονται και από έτερα σε βάρος του ενοχοποιητικά στοιχεία και κυρίως από τη μετάβαση του στην Αλβανία και τη Βουλγαρία και κατά το παρελθόν εν αγνοία της συζύγου του καθώς και στην οικία του προαναφερθέντος εμπόρου ναρκωτικών Υ1 πρόδηλα για την πραγματοποίηση συναλλαγών με εμπόρους ναρκωτικών, αφού, όσα απολογούμενος υποστηρίζει, αναφορικά με το αίτιο της μεταβάσεως του στα Κράτη αυτά, που σχέση έχουν με την έρευνα αγοράς εκκλησιαστικών ειδών, προκειμένου να ασκήσει ομοίου αντικειμένου επαγγελματική δραστηριότητα στην Αλβανία, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο, αφού άλλωστε το αντικείμενο της μέχρι τότε επαγγελματικής αυτού στην Ελλάδα δραστηριότητας (μηχανικός αυτοκινήτων), ουδεμία σχέση ή συνάφεια είχε με το προς άσκηση επικληθέν. Εξάλλου η κρίση του Δικαστηρίου, που σχέση έχει με την κατοχή των ναρκωτικών ουσιών με σκοπό το κέρδος από τη μεταπώληση τους σε τρίτους, ενισχύεται πλήρως από τα κατωτέρω στοιχεία: α) από την κατανομή της ανευρεθείσης στην κατοχή του ως άνω ποσότητας ηρωΐνης σε τρείς συσκευασίες, όπως αναφέρεται στο με αρ. ..... από 8-10-1999 σε επίσημη μετάφραση Πρακτικό συμβάντος (σελ.4) σαφώς διακριτές μεταξύ τους, β) από την ποικιλία των ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθηκαν εντός της ανωτέρω οικίας, αφού εντός αυτής, όπως ωσαύτως αναγράφεται στο προαναφερθέν πρακτικό, ανευρέθη και ποσότητα κοκαΐνης 70 γραμμαρίων, μάρκας κορόνα, αλλά και την ανευρεθείσα ζυγαριά ακριβείας στο χώρο της κουζίνας (σελ.3 του πρακτικού αυτού) την οποία, όπως διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της υπ. αρ. 2001/245 απόφασης του υπ.αρ.4 Δικαστηρίου Κρατικής Ασφάλειας Κωνσταντινουπόλεως, ο εκ των συγκατηγορουμένων του στην αλλοδαπή Υ1 χρησιμοποιούσε, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του στην αστυνομία, για τη ζύγιση των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών που είχε αγοράσει από τα φιλικά του πρόσωπα .....και ..... με σκοπό την εμπορία και τέλος από την κατάθεση στην αστυνομία του εκ των συγκατηγορουμένων του Υ2 περί εξαγωγής τουτέστιν ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα με τον κατηγορούμενο Χ1, που γνωρίζει από μακρού χρόνου. Με τα πραγματικά αυτά δεδομένα, ο κατηγορούμενος, που δεν είναι τοξικομανής, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη για την οποία κατηγορείται". Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και του επέβαλε την ποινή που προαναφέρθηκε. Οι παραδοχές αυτές αποτελούν την, από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού το Δικαστήριο εκθέτει στην απόφαση του, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις σκέψεις και τούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 ν.1729/1987,τις οποίες εφάρμοσε ορθώς και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 211 Α του Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/96, κατά την οποία "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", συνάγεται ότι ο νομοθέτης, εκφράζοντας τη δυσπιστία του προς την κατάθεση ως μάρτυρα ή την απολογία συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, θεσπίζει κανόνα αξιολογήσεως των αποδεικτικών αυτών μέσων, συγκεκριμένα δε περιορίζει την αποδεικτική τους αξιοποίηση, αν δεν ενισχύονται και με άλλα αποδεικτικά μέσα για τη θεμελίωση της δικαστικής κρίσεως, που άγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, έτσι ώστε, όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου, να ελέγχεται αναιρετικά για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του. Στην προκείμενη περίπτωση η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας στήριξε την περί ενοχής κρίση του, αποκλειστικά, στις προανακριτικές καταθέσεις των συγκατηγορουμένων του Υ1 και Υ2 είναι αβάσιμη, γιατί από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παρατέθηκε και πιο πάνω, προκύπτει ότι το δικαστήριο για την ανωτέρω καταδικαστική κρίση του, δεν στηρίχθηκε μόνο στις παραπάνω καταθέσεις, αλλά και σε πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αναλυτικά προσδιορίζει. Κατά το άρθρο 364 παρ. 2β' του ΚΠΔ, διαβάζονται στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει, ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Όταν πρόκειται για καταθέσεις μαρτύρων, που δόθηκαν κατά την προδικασία άλλης ποινικής δίκης, αυτές διαβάζονται ως έγγραφα από άλλη ποινική δίκη και δεν επέρχεται ακυρότητα του άρθρου 171&1 του ΚΠΔ. Εφόσον όμως, η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα για την παραβίασή της, ενώ ούτε επέρχεται από την τοιαύτη παραβίαση απόλυτη ακυρότητα, ο συναφής, δεύτερος, αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 Α του ίδιου Κώδικα, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, διότι, παρά την εναντίωση του εκπροσωπούντος τον αναιρεσείοντα παραπάνω συνηγόρου του, αναγνώσθηκαν οι ανωτέρω προανακριτικές καταθέσεις των συγκατηγορουμένων του, που λήφθηκαν ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων στα πλαίσια της δίκης, που διεξήχθη στην Τουρκία, για την οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, απαραδέκτως, έλαβε υπόψη του την προανακριτική κατάθεση του Υ2 η οποία είναι άκυρη, αφού δόθηκε δίχως την παρουσία διερμηνέα, και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την έκθεση εγχειρίσεως της, βεβαιώνεται ότι αυτή δόθηκε με την παρουσία διερμηνέως. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση ότι η παραπάνω βεβαίωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είναι αβάσιμη, αφού η έκθεση αυτή αποτελεί αλλοδαπό δημόσιο έγγραφο και το δικάσαν Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να το θεωρήσει γνήσιο, χωρίς άλλη απόδειξη της γνησιότητας του (άρθρ.455,456 ΚΠολΔ).Αλλά και η αιτίαση του κατηγορουμένου, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για την περί ενοχής κρίση του, της κατάθεσης της μάρτυρος υπεράσπισης ..... συζ. Χ1, είναι αβάσιμη.Ειδικότερα, από την επισκόπηση των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εξετάστηκαν ως μάρτυρες ο αστυνομικός ..... και η παραπάνω σύζυγος του κατηγορουμένου, η οποία, από πρόδηλη παραδρομή, αναφέρεται ως "μάρτυρας κατηγορίας".Από το σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο",στις οποίες, δίχως αμφιβολία, συμπεριλαμβάνεται και η κατάθεση της συζύγου του κατηγορουμένου, δοθέντος ότι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν δεν υπερβαίνουν τους δύο. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), και β') ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Έτσι, για το ορισμένο των στηριζομένων στις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών, αντιστοίχως, α) δεν αρκεί η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου, αλλά απαιτείται η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο (στοιχ. α'), και β) δεν αρκεί η καλή συμπεριφορά στις φυλακές και μόνο, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά των περιπτώσεων α', και ε' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, δίχως όμως να επικαλεστεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις. Το δικαστήριο δέχθηκε ,κατά πλειοψηφία, ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε, απέρριψε δέ τον άλλο ισχυρισμό. Στους παραπάνω όμως ισχυρισμούς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, κανένας από αυτούς δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, λόγος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, χωρίς να διαλάβει στην απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και σε κάθε περίπτωση γιατί στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του στη δίκη ενώπιον του Τουρκικού Δικαστηρίου, τον άνω ισχυρισμό του. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-5-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 60/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όχι δεδικασμένο από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος που τέλεσε αξιόποινη πράξη που αφορά παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ορθώς παραπέμφθηκε για την ίδια πράξη και ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, έστω και αν προηγήθηκε δίκη στην αλλοδαπή για την ίδια πράξη. Αυτοτελείς ισχυρισμοί ελαφρυντικών περιστάσεων. Πότε είναι ορισμένοι και δημιουργείται υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Ανάγνωση εγγράφων και καταθέσεων μαρτύρων που δόθηκαν σε άλλη δίκη για την οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Δεδικασμένο.
0
Αριθμός 247/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 293/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο το Χ2. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 581/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 282/22.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ'αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 50/14-3-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ..... δια πληρεξουσίου η οποία είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης, για αναίρεση του με αριθμ. 293/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με ημερομηνία 8-7-2005 έφεση του κατά του με αριθμ. 206/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για να δικαστεί για εμπρησμό με ενδεχόμενο δόλο από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και για διατάραξη ασφαλείας πλοίων με ενδεχόμενο δόλο από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένους λόγους της, έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της υπέρβασης εξουσίας και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 & 1, α, β και δ ΚΠΔ). Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα α. δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η από μέρους του αναιρεσείοντα γνώση του επικινδύνου του μεταφερομένου φορτίου η οποία γνώση προέρχεται από το με αριθμ. ..... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας ''Σύνδεσμος'' β. ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος αναφέρεται στην αιτίαση περί του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιορίστηκε αναιτιολόγητα και δέχθηκε σαν πηγή γνώσης του επικινδύνου του φορτίου το παραπάνω αναφερθέν τιμολόγιο αποστολής αναφέροντας ότι η μοναδική αποστολή του τιμολογίου είναι ότι αποτελεί στοιχείο της έκδοσης της φορτωτικής και όχι οποιαδήποτε άλλη χρήση ή πληροφόρηση, και αναφέροντας συγχρόνως την υποχρέωση του αποστολέα να γνωστοποιήσει γραπτά στον μεταφορέα το είδος και την επικινδυνότητα του φορτίου αποποιούμενος μετά ταύτα την ευθύνη του από τον οποιονδήποτε κίνδυνο ήθελε προκύψει από το μεταφερόμενο φορτίο. 3. ότι δεν εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν είχε απωθήσει από την συνείδηση του τα προκύψαντα αποτελέσματα από την ανάφλεξη του φορτίου το οποίο μετέφερε το αυτοκίνητο του και τον κίνδυνο που προκλήθηκε στους επιβάτες του πλοίου και τη διατάραξη των δια πλοίου συγκοινωνιών με κίνδυνο για ανθρώπους. 4. ότι απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του στο Συμβούλιο Εφετών Κρήτης και 5. απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα για διενέργεια νέας αυτοψίας και πραγματογνωμο- σύνης. Έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία συνιστά τον εκ του άρθρου 484 & 1 στ. β Κ.Π.Δ., απορρέοντα λόγο αναίρεσης παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου (ΑΠ 168/2000, ΑΠ 891/2000). Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 στοιχ. α' ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαϊά τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κάθειρξη αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση είναι η πρόκληση κοινού κινδύνου, που υπάρχει όταν η πυρκαϊά απειλεί ευρύτερο κύκλο ξένων πραγμάτων διαφόρων ιδιοκτητών και σε έκταση που δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των υστέρων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στοιχεία τέλεσης του εγκλήματος αυτού είναι εκτός των άλλων η πυρκαϊά να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο εννόμων αγαθών κύκλο ή ανθρώπων και δόλος συνιστάμενος στην θέληση να προξενηθεί πυρκαϊά και στη γνώση ότι από αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε ανθρώπους αρκούντος και του ενδεχομένου (ΑΠ 569/2000, ΑΠ 1825/2003). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 291 ΠΚ Όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα? β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο?. Εξάγεται ότι για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της διατάραξης της ασφαλείας σιδηροδρόμων πλοίων και αεροσκαφών απαιτείται η με οποιοδήποτε τρόπο, με πράξη, ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας προς αποτροπή ή καταστολή του κινδύνου διατάραξη της ασφάλειας της σιδηροδρομικής ή υδάτινης ή εναέριας συγκοινωνίας με συνέπεια τη δυνατότητα πρόκλησης κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου ζωής ή υγείας ανθρώπου, χωρίς να είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση του εγκλήματος ή επέλευση του κινδύνου αρκούσης της δυνατότητας επέλευσης αυτού για δε την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος αρκούντος και του ενδεχομένου (500/2003, ΑΠ 1055/2005). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26 και 27 ΠΚ στις οποίες γίνεται λόγος περί των ειδών του δόλου προκύπτει ότι ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης αν και κατευθύνει την βούληση και τις ενέργειες του σε κάποιο αξιόποινο αποτέλεσμα γνωρίζει ότι από τις ενέργειες του μπορεί να προκληθεί και άλλο αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο αποδέχεται (ΑΠ 1977/1985, ΑΠ 519/1987) η αποδοχή δε αυτή ως ενδεικτικός παράγων προσδιορισμού του βαθμού της αποδοχής του πιθανολογούμενου αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη κρίνεται κυρίως με αντικειμενικά δεδομένα από τα οποία αφ' ενός μεν θα κριθεί το ποσοστό επικινδυνότητας το οποίο ο δράστης είχε υπ' όψη του κατά την ενέργεια της συγκεκριμένης πράξης και αφ' ετέρου το βουλητικό στοιχείο του δράστη περί του αν τα αποτελέσματα της πράξης ευρίσκονται μέσα στα πλαίσιο της βούλησης του τα οποία δεν μπορούν να αμφισβητηθούν όταν ο δράστης προβαίνει σε εγχείρημα με πάρα πολύ υψηλό ποσοστό κινδύνου οπότε είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι η αποδοχή των αποτελεσμάτων της πράξης του ευρίσκεται μέσα στην από την αρχή επιδειχθείσα βούληση του (Ανδρουλάκης Π.Χ ΜΑ19, Α Χαραλαμπάκης Π.Χ ΜΕ -1189). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση η οποία μνημονεύει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ' όψη δέχθηκε ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Το επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο ''.....'' της ναυτιλιακής εταιρείας Μινωϊκές γραμμές εκτελούσε στις 18 προς 19 Νοεμβρίου 2003 δρομολόγιο από ..... προς ..... . Την 03.22 και περί τα σαράντα μίλια από το λιμάνι προορισμού του εξερράγη πυρκαϊά στον με αριθμ. τρία κύριο χώρο στάθμευσης οχημάτων. Το σύστημα αυτόματης δι' ενεργοποιήσεως του συστήματος πυρόσβεσης με νερό τέθηκε σε λειτουργία και επί τόπου έσπευσε άγημα μελών του πληρώματος προς κατάσβεση της πυρκαϊάς όπως επίσης έγινε και συγκέντρωση των 1400 επιβατών και των 117 μελών του πληρώματος στους προκαθορισμένους σταθμούς για πιθανή εκκένωση του πλοίου. Μετά την επιτυχή καταστολή της πυρκαϊάς διαπιστώθηκε ότι αυτή άρχισε από το με αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο ασυνόδευτο όχημα περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι είχαν προκληθεί από την πυρκαϊά φθορές σε άλλα μεταφερόμενα φορτηγά αυτοκίνητα όπως και ζημιές σε καλώδια και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό του πλοίου από την οποία αιτία προκλήθηκε βραχυκύκλωμα με συνέπεια να παρουσιαστεί δυσλειτουργία των οργάνων στην διακυβέρνηση του πλοίου εξ αιτίας της οποίας χάθηκε ο έλεγχος του πηδαλίου του πλοίου για χρονικό διάστημα πλέον των 23 λεπτών, διάστημα κατά το οποίο το πλοίο κατέστη ακυβέρνητον και πραγμάτωσε περιστροφή συνεπεία των ρευμάτων και του ανέμου με συνέπεια την από μέρους του πλοιάρχου ακινητοποίηση του για ορισμένο χρονικό διάστημα και τελικά το πλοίο εισέπλευσε στο λιμάνι προορισμού του με τις δικές του δυνάμεις μετά από αρκετή καθυστέρηση. Η πυρκαϊά κατά τον χρόνο καταστολής της εντοπίστηκε όπως αναφέρθηκε στο με αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο ασυνόδευτο όχημα και στη συνέχεια μετά τις γενόμενες αυτοψίες και πραγματογνωμοσύνες από τους αναφερόμενους στο προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματογνώμονες καθ' ένας από τους οποίους ερεύνησε το παραπάνω ρυμουλκούμενο και το φορτίο του κατέληξαν ότι η σημειωθείσα πυρκαϊά οφείλεται στην ανάφλεξη του μεταφερόμενου από το όχημα αυτό φορτίου. Από την έρευνα του φορτίου του οχήματος διαπιστώθηκε ότι το όχημα αυτό μετέφερε ποικιλία φορτίου, όπως φάρμακα, καλλυντικά, οινοπνευματώδη ποτά, διαφημιστικούς αναπτήρες με πιεζοηλεκτρικό μηχανισμό, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, ξύλινα έπιπλα καθώς και πέντε κιβώτια των είκοσι πλαστικών φιαλών του ενός κιλού εκάστη Περυντρόλ (υπεροξείδιον του υδρογόνου) σε πυκνότητα 50% και ένα κιβώτιο πλαστικών φιαλών του ενός κιλού οι οποίες περιείχαν φαρμακευτική ακετόνη καθαρότητας 99 %. Τα παραπάνω μεταφερόμενα είδη του Περυντρόλ και της φαρμακευτικής ακετόνης είναι το πρώτο εξαιρετικά δραστικό οξειδωτικό και το δεύτερο ιδιαίτερα εύφλεκτο και αλληλεπιδρούν. Τα φορτία αυτά κατατάσσονται στην κατηγορία των επικινδύνων φορτίων για τα οποία πρέπει η μεταφορά να γίνεται με ιδιαίτερες προφυλάξεις και με συσκευασίες ανθεκτικές συσκευασίες οι οποίες πρέπει να εξασφαλίζουν πλήρη στεγανότητα, ανθεκτικότητα κατά την μεταφορά όπως και ότι τα δύο φορτία πρέπει να τοποθετούνται σε αρκετά μεγάλη μεταξύ τους απόσταση και η στοιβασία τους πρέπει να γίνεται σε ανοικτό κατάστρωμα και όχι σε κλειστό χώρο και με τις προφυλάξεις και τα μέτρα τα οποία προβλέπονται από τον κανονισμό θαλάσσιας μεταφοράς επικινδύνων φορτίων, και για τον σκοπό αυτό πρέπει να γίνεται κατάλληλη σήμανση όπως και δήλωση του επικινδύνου φορτίου. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι το με αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο όχημα ανήκε στον αναιρεσείοντα και διαχειριζόταν από την εταιρεία ''Δίολκος Ιδιότυπος Μεταφορική Εταιρεία Εθνικών Μεταφορών'' Ε.Π.Ε με διαχειριστή τον ίδιο και εκτελούσε μεταφορά για λογαριασμό της Εταιρείας ''Δελ-Κα Μεταφορική Προμηθευτική'' ΕΠΕ της οποίας ένας από τους δύο διαχειριστάς ήταν ο αναιρεσείων η οποία είχε καταρτίσει συμφωνία μεταφοράς με την εταιρεία ''Σύνδεσμός Ανώνυμη Εισαγωγική και Εμπορική Εταιρεία Παραφαρμακευτικών και Καλλυντικών Προϊόντων'' της οποίας εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο Χ2. Για την μεταφορά αυτή εκδόθηκε φορτωτική από την ''Δελ-Κα Μεταφορική Προμηθευτική'' ΕΠΕ δηλ. τον αναιρεσείοντα βάσει του με αριθμ. ..... τιμολογίου της εταιρείας ''Σύνδεσμος ΑΕΕΕ'' στην οποία αναφέρονταν ότι μεταφέρονταν φάρμακα. Στο τιμολόγιο αυτό αναφερόταν ότι μεταξύ του φορτίου το οποίο παραδόθηκε για μεταφορά περιέχονταν και τα παραπάνω επικίνδυνα είδη, του Περυντρόλ και Ακετόνης κατ' είδος και κατά ποσότητα ενώ στην φορτωτική η οποία εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα τα επικίνδυνα αυτά είδη αναφέρονταν σαν φάρμακα, τουτέστιν το φορτίο από είδος επικίνδυνο και υποκείμενο σε ειδικές ρυθμίσεις και περιορισμούς για τη μεταφορά μετατράπηκε με τον χαρακτηρισμό αυτό από τον αναιρεσείοντα σε απλό ακίνδυνο φορτίο φαρμάκων. Το προσβαλλόμενο βούλευμα κάνει σχετικές σκέψεις περί του ότι ο αναιρεσείων γνώριζε του ότι το όχημα του μετέφερε το επικίνδυνο φορτίο από το οποίο προκλήθηκε η πυρκαϊά και ότι η γνώση του προερχόταν από το παραπάνω τιμολόγιο και ότι ενήργησε παρά την γνώση των κινδύνων που εγκυμονούσε η μεταφορά αυτή αποδεχόμενος τους οποιουσδήποτε κινδύνους εκ της μεταφοράς αυτής προκειμένου να μη χάσει τους πελάτες του απαντώντας στον αναιρεσείοντα στα όσα αναφέρει περί του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν είχε απαντήσει σχετικά περί του αν αυτός είχε απωθήσει ή όχι το αποτέλεσμα από την συνείδηση του γεγονός το οποίο όπως αναφέρθηκε και παραπάνω είναι πραγματικό. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή του κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση, αναφέροντας και αναλύοντας άμα και τις διατάξεις βάσει των οποίων παραπέμπεται τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ο αναιρεσείων παραπονείται και αναφέρει ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν γίνεται αναφορά και δεν παρατίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι γνώριζε την επικινδυνότητα του φορτίου ισχυριζόμενος ότι δεν του είχε επιδοθεί σχετική ανακοίνωση επικινδύνου φορτίου από την εταιρεία που πραγματοποιούσε την μεταφορά και ότι δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αποδεχόταν τα οποιοδήποτε αποτέλεσμα από την μεταφορά του επικίνδυνου φορτίου και ότι δεν είχε απωθήσει το αποτέλεσμα τούτο από την συνείδηση του. Σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς ανεξάρτητα της έλλειψης τυπικής ανακοίνωσης του εντείλλαντος την μεταφορά, ο μεταφορέας, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι ο αναιρεσείων έχει την ευθύνη της μεταφοράς όπως επίσης και την ευθύνη από την επέλευση του οποιουδήποτε αποτελέσματος από την πραγματοποιούμενη μεταφορά και κατά την εκτέλεση αυτής και ειδικά στην περίπτωση της μεταφοράς επικινδύνων φορτίων αρκεί να γνωρίζει την επικινδυνότητα του φορτίου ή να την έχει πληροφορηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο και ότι η ευθύνη του αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός της έλλειψης της κατά πανηγυρικό τρόπο γνωστοποίησης της επικινδυνότητας του φορτίου, της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα έλλειψης ανακοίνωσης έχουσας μόνο έννομες συνέπειες μεταξύ αυτού και του φορτωτή σχέσεις. Το ότι το φορτίο ήταν επικίνδυνο και το ότι ο αναιρεσείων το γνώριζε προκύπτει από το ότι παραλαμβάνοντας το τιμολόγιο στο οποίο αναφέρονταν τα μεταφερόμενα επικίνδυνα είδη κατ' είδος και κατά ποσότητα και εκδίδοντας την φορτωτική, η οποία αποτελεί το μοναδικό ελεγκτικό μέσο του μεταφερόμενου φορτίου από τα λιμενικά όργανα, μετέτρεψε το επικίνδυνο φορτίο σε απλό ακίνδυνο αναγράφοντας γι'αυτό στην φορτωτική ότι μετέφερε φάρμακα αντί του επικινδύνου φορτίου το οποίο πράγματι αναγράφονταν στο συγκεκριμένο τιμολόγιο. Η ενέργειά του αυτή σε συνδυασμό με το ότι αυτός ενήργησε κατά τον τρόπο που ενήργησε για την πραγματοποίηση της μεταφοράς αντί οποιωνδήποτε κινδύνων για να μην χάσει το πελάτη φορτωτή όπως αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κρίθηκε αρκετό αποδεικτικό στοιχείο για το ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την επικινδυνότητα του μεταφερόμενου φορτίου αλλά και αποδεχόταν τους οποιουσδήποτε κινδύνους μεταξύ των οποίων και αυτοί οι οποίοι προέκυψαν και των οποίων η επέλευση ήταν σφόδρα πιθανή και τους οποίους αν λάβομε υπ'όψη και την επιδειχθείσα κατά τα άνω τρόπο περιφρόνηση της πιθανής διακινδύνευσης λόγω των κινδύνων που περιέκλειε αυτή η μεταφορά, προκύπτει ότι δεν είχε απωθήσει το γεγονός αυτό από τη συνείδησή του άλλα τουναντίον αποδεχόταν τα οποιαδήποτε αποτελέσματα αρκεί αυτός να πραγματοποιούσε την μεταφορά την οποία είχε αναλάβει. Περαιτέρω πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι για την απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση λόγω του ότι με πλήρη και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα του αυτό από το προσβαλλόμενο βούλευμα όπως και ο προβληθείς λόγος του ότι απορρίφθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα το αίτημα του για διενέργεια νέας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης γιατί η ανάγκη διενέργειας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης αλλά και κάθε αποδεικτικού μέσου απόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου, το αίτημα του δε αυτό απορρίφθηκε με σαφή και πλήρη αιτιολογία, απορριπτομένου επίσης μετά ταύτα και του αιτήματος του για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης. Ο αναιρεσείων υποβάλλει το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση το οποίο πρέπει ν' απορριφθεί γιατί ο αναιρεσείων με την απολογία του τα υπομνήματα του κατά διάφορα στάδια της διαδικασίας, με την προηγηθείσα γενομένη δεκτή και την υπό κρίση αναίρεση έχει εκθέσει με επάρκεια και πληρότητα τους ισχυρισμούς του ως προς τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος ώστε να μην υπάρχει ανάγκη εμφάνισης του στο Συμβούλιο σας χωρίς κάτι τέτοιο να παραβιάζει το δικαίωμα ακρόασή του. Κατ' ακολουθία των παραπάνω Προτείνω Α. Να απορριφθεί η με αριθμ. 50/14-3-2008 αίτηση του Χ1 έκθεση αναίρεσης, για αναίρεση του με αριθμ. 293/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Να απορριφθεί το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 25-5-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στην υπ'αρ. 50/2008 αίτηση αναίρεσης κατά του υπ' αρ. 293/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, διατυπώνεται αίτημα του αναιρεσείοντος, το μεν για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, για την παροχή διευκρινίσεων, το δε για να επιτραπεί στο συνήγορό του να αναπτύξει προφορικά την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο. Το πρώτο αίτημα είναι νόμιμα, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 και 485 Κ.Π.Δ., πλην, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων, κατά τρόπο διεξοδικό αναπτύσσει τις απόψεις του στην πολυσέλιδη αναίρεσή του, ώστε η παρουσία του στο Συμβούλιο να μην προσφέρει ο,τιδήποτε επί πλέον, αντιθέτως, το δεύτερο αίτημα, είναι μη νόμιμο, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν παρέχεται η δυνατότητα στο συνήγορο του κατηγορουμένου να αναπτύσσει προφορικά την υπόθεση ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου). Ι. Η εκ του άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και του αρθρ. 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, μ£ την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 484 § 1 στοιχ, β' Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται, η δε αποδοχή εκφράζει το βουλητικό στοιχείο του δόλου και υποδηλοί τη συγκατάθεση του δράστη στην επέλευση του αποτελέσματος, η συνδρομή όμως του στοιχείου της αποδοχής πρέπει να διαπιστώνεται και δεν τεκμαίρεται από το βαθμό πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, η ύπαρξη πάντως ιδιαίτερα υψηλού βαθμού πιθανότητας προβλέψεως του αποτελέσματος, παρέχει ισχυρή ένδειξη για τη ψυχική στάση του δράστη και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν αποδέχθηκε το αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, που το εξέδωσε, με παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική Πρόταση, έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντα και του συγκατηγορουμένου του, για τις πράξεις του εμπρησμού με ενδεχόμενο δόλο, από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, και για διατάραξη ασφαλείας πλοίων με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 264 περ. β', 291 παρ. 1 περ. β Π.Κ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 6, 3, 18, 19, 24, 25 παρ. 3, 28 Π.Δ. 405/96, 30 παρ. 12 Ν.Δ. 136/46, σε συνδ. με άρθρα 2, 23, 23, 24 ΚΥΑ 378/94. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, αφού προσδιορίζει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την κρίση του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "To επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο ..... της ναυτιλιακής εταιρείας Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ εκτελούσε το δρομολόγιο .....- ..... στις 18 προς 19 Νοεμβρίου 2003 και περί ώρα 03.22', ενώ έπλεε σε απόσταση σαράντα ναυτικών μιλίων περίπου από το λιμένα ....., εξερράγη πυρκαϊά στον υπ' αριθμ. τρία κύριο χώρο σταθμεύσεως οχημάτων, έπειτα δε από συναγερμό πυρός του συστήματος πυρανιχνεύσεως του πλοίου, αφ' ενός τέθηκε σε εφαρμογή ο σχεδιασμός αντιμετωπίσεως πυρκαϊάς, δι' ενεργοποιήσεως του συστήματος πυροσβέσεως με νερό και δια της επί τόπου κατασβέσεως με αντλία νερού και πυροσβεστήρες, από άγημα μελών του πληρώματος φερόντων ειδικές ενδυμασίες και συσκευές και αφ' ετέρου προωθήθηκε η συγκέντρωση των επιβατών στους καθορισμένους σταθμούς, προς πιθανή εκκένωση του πλοίου με τα σωστικά μέσα. Στη διάρκεια καταστολής της πυρκαϊάς εντοπίσθηκε το σημείο ενάρξεως της, στο υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο ασυνόδευτο όχημα, τούτο δε επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια α) από τη συνταχθείσα το Μάρτιο 2004 έκθεση του ορισθέντος στις 19-11-2003 από τη Λιμενική προανακριτική Αρχή πραγματογνώμονα ....., πλοίαρχου του Λιμενικού Σώματος, ηλεκτρολόγου-μηχανολόγου, ο οποίος επιθεώρησε το πλοίο αυθημερόν (19-11-2003) και διαπίστωσε την ύπαρξη εστίας πυρκαϊάς στο έμφορτο όχημα, την καύση του προστατευτικού καλύμματος του οχήματος από μουσαμά, εκ των έσω προς τα έξω και την πρόκληση επιφανειακών φθορών στα παρακείμενα του υπ' αριθμ. ..... συρομένου, οχήματα, εκ μεταφοράς της φωτιάς σε αυτά, β) από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης με ημερομηνία 20-11-2003 του πυρονόμου ....., εγχειρισθείσα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηρακλείου στις 21-11-2003, με την οποία ο πραγματογνώμων επεξηγεί ότι η απαρχή της πυρκαϊάς τοποθετείται στο χώρο στοιβασίας των εμπορευμάτων του υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενου (ανεξαρτήτως της απουσίας στην έκθεση αυτή, επακριβούς περιγραφής των αιτίων της πυρκαϊάς, λόγω μη αξιολογήσεως στην αρχική φάση, στην οποία διεξήχθη η πραγματογνωμοσύνη του, της επιδράσεως του φορτίου φιαλιδίων περυντρόλ, κατά τα κατωτέρω παρατιθέμενα), γ) από τη διενεργηθείσα στις 25-11-2003 πραγματογνωμοσύνη του ....., σημαιοφόρου του Λιμενικού Σώματος, με κύριο αντικείμενο την ανεύρεση τυχόν εκρηκτικών υλών, σχετιζομένων με την πυρκαϊά, ως προς την οποία συνέταξε έκθεση, αποφαινόμενος ότι η εστία της πυρκαϊάς και δύο επί μέρους εστίες, ηυρίσκοντο επί του φορτίου του υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενου (χωρίς φυσικά να ανακαλυφθούν ευρήματα χρήσεως εκρηκτικών υλών), δ) συμπέρασμα περί του αντιθέτου δεν δύναται να συναχθεί από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χημικού ..... με ημερομηνία 20-11-2003, αφού ναι μεν κατέστη ανέφικτο να διαγνώσει ο πραγματογνώμων τη σχέση μεταξύ της επικινδυνότητας του φορτίου του υπ' αριθμ. Ρ 21515 ρυμουλκούμενου και της προκλήσεως της πυρκαϊάς, ελλείψει εξειδικευμένων γνώσεων και εμπειρίας, όμως στην έκθεση πιστοποιείται ο εντοπισμός στα εμπορεύματα που μετεφέροντο με το ρυμουλκούμενο, φιαλών ακετόνης και περυντρόλ, που κατατάσσονται στις επικίνδυνες ουσίες, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 378/1994 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 705). Σημειωτέον ότι ο Χ1, προβάλλοντας την καθαρώς προσωπική του άποψη ότι η φωτιά δεν προξενήθηκε επί του υπ' αριθμ. .....οχήματος, αλλά επεκτάθηκε έξωθεν σε αυτό, ζήτησε από τον Ανακριτή τη διενέργεια αυτοψίας - πραγματογνωμοσύνης (επαναφέροντας παλαιότερο αίτημά του για διενέργεια αυτοψίας στο όχημα), δια του από 26-11-2004 απολογητικού υπομνήματος, χωρίς να γίνει τούτο αποδεκτό από τον Ανακριτή, η άρνηση του οποίου, ουδεμία επέφερε ακυρότητα της διαδικασίας, ο δε κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να προσφύγει έως την περαίωση της ανακρίσεως, στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών (άρθρο 307 περ. γ' ΚΠΔ., βλ. ΑΠ 498/2001, Π.Λογ. 2001 1350), τούτο όμως δεν έπραξε. Ως επακόλουθο της εξαπλώσεως του πυρός, καταστράφηκαν τα εμπορεύματα του υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενου και υπέστη αυτό ζημίες, όπως και τα παραπλεύρως σταθμευμένα φορτηγά, προκλήθηκαν φθορές σε καλώδια και στον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό του πλοίου, αλλά και αλλοίωση του χρωματισμού στην εξωτερική του πλευρά, πλησίον της εστίας της πυρκαϊάς, ενώ λόγω της απογυμνώσεως των μεταλλικών αγωγών των καλωδίων και επαφής τους, επήλθε βραχυκύκλωμα, εξ αιτίας του οποίου παρουσιάσθηκε δυσλειτουργία των οργάνων στην αίθουσα διακυβερνήσεως του πλοίου και απωλέσθηκε ο έλεγχος του πηδαλίου στις 03.27.21 (της 19ης-11-2003) επί είκοσι τρία λεπτά, χρονικό διάστημα στη διάρκεια του οποίου, το πλοίο πραγμάτωσε περιστροφή υπό την επήρεια των ρευμάτων και του ανέμου, γεγονότα που οδήγησαν τον πλοίαρχο στην απόφαση ακινητοποιήσεως του πλοίου για ορισμένο χρόνο. Ακολούθως το πλοίο κατέπλευσε στο λιμένα ..... στις 06.40' και μεταξύ των ωρών 08.00' περίπου και 10.10' έλαβε χώρα η αποβίβαση των επιβατών με κλίμακες, που παραχωρήθηκαν από τον Αερολιμένα, κατάλληλα προσηρμοσμένες στα πρυμναία πλευρικά τοιχώματα του κατωτάτου καταστρώματος του πλοίου, ενώ οι καταπέλτες άνοιξαν ύστερα από την επιτυχή ολοκλήρωση της καταβιβάσεως των επιβατών στην ξηρά, διότι ενωρίτερα υφίστατο πιθανότητα αναζωπυρώσεως υπό την επίδραση του οξυγόνου, όπως άλλωστε εμφαίνεται και από τις αναζωπυρώσεις στο υπ' αριθμ. ..... όχημα, ακόμη και μετά την απομάκρυνση του από το πλοίο. Από τα προμνησθέντα συμβάντα και προεχόντως από την πυρκαϊά και κατά δεύτερο λόγο από την απότοκο αυτής παροδική ακυβερνησία του πλοίου, οι χίλιοι τεσσαράκοντα επιβάτες του πλοίου και τα εκατό δέκα επτά μέλη του πληρώματος, διέτρεξαν καίριο κίνδυνο, καθ' όσον η γενίκευση της πυρκαϊάς ήταν δυνατή, εάν ανεφλέγοντο τα ελαστικά των σταθμευμένων στο πλοίο οχημάτων, ένεκα της πυρακτώσεως του δαπέδου, με πιθανή κατάληξη τη βύθιση του πλοίου, ο κίνδυνος ωστόσο αποτράπηκε χάρη στην έγκαιρη και αποτελεσματική επέμβαση του πληρώματος και στην κατάσβεση (ύφεση) του πυρός, κατά συνέπεια δε στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων του εμπρησμού, πράξεως από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και της διαταράξεως της ασφάλειας πλοίου, πράξεως από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους. Περαιτέρω με το υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο, ιδιοκτησίας του Χ1 (που είχε εισφερθεί κατά χρήση στην εκτελέσασα τη συγκεκριμένη μεταφορά, εταιρεία ΔΙΟΛΚΟΣ ΙΔΙΟΤΥΠΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΠΕ, με διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο το Χ1 (βλ. σχετική καταχώριση στο υπ' αριθμ. 8354/21-9-2001 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ), μεταφερόταν μια μεγάλη ποικιλία εμπορευμάτων, όπως φάρμακα, καλλυντικά, οινοπνευματώδη ποτά, διαφημιστικοί αναπτήρες με πιεζοηλεκτρικό μηχανισμό, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, ξύλινα έπιπλα, καθίσματα από αλουμίνιο, καθώς και πέντε κιβώτια των είκοσι πλαστικών φιαλών, ενός χιλιόγραμμου εκάστη, της χημικής ουσίας περυντρόλ (υπεροξειδίου του υδρογόνου) σε πυκνότητα 50%, εξαιρετικά δραστικού οξειδωτικού και ένα κιβώτιο των είκοσι πλαστικών φιαλών, ενός χιλιόγραμμου εκάστη, φαρμακευτικής ακετόνης με καθαρότητα 99%, ιδιαίτερα εύφλεκτης. Η συσκευασία του περυντρόλ και της ακετόνης είχε γίνει από την εταιρεία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (της οποίας ο Χ2 ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος, βλ. σχετική ανακοίνωση του Νομάρχη Αθηνών στο υπ' αριθμ. 9418/26-114999 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ) και για τη μεταφορά τους με κόμιστρο στο ....., προς παράδοση στον αγοραστή, μαζί με άλλα φαρμακευτικά είδη, καταρτίσθηκε συμφωνία με την εταιρεία ΔΕΑ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ (της οποίας ο Χ1 είναι εις εκ των δύο διαχειριστών και νόμιμος συνεκπρόσωπός της (βλ. σχετική καταχώριση στο υπ' αριθμ. 3736/20-6-1996 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ), τόσον όμως η συσκευασία όσον και η μεταφορά (η εκτέλεση της οποίας ανατέθηκε από την εταιρεία ΔΕΑ-ΚΑ ΕΠΕ στην εταιρεία ΔΙΟΛΚΟΣ ΕΠΕ), πραγματώθηκαν άνευ τηρήσεως των διατάξεων των άρθρων 1 αρ. 11, 7 παρ. παρ. 1 και 2, 18 εδ. α', 19, 22, 23 παρ. 1, 26 παρ. παρ. 2, 3 και 4, 27, 38, 40 και 44 παρ. 2 και του παραρτήματος Γ' παρ. παρ. 1, 3, 4, 6, 7, 8 ΠΔ 405/1996 "Κανονισμός φορτώσεως, εκφορτώσεως, διακινήσεως και παραμονής επικίνδυνων ειδών σε λιμένες και μεταφορά αυτών δια θαλάσσης", αφού 1) η σήμανση επικινδυνότητας των ως άνω εμπορευμάτων ήταν ελλιπής, διότι δεν αναγραφόταν στις συσκευασίες η κλάση (3.1 για την ακετόνη, 5.1 για το περυντρόλ), 2) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του παραρτήματος Γ' του ΠΔ 405/1996 μεταφοράς τους "σε περιορισμένες ποσότητες με Ε/Γ ή Ε/Γ-ο/Γ πλοία", δεδομένου ότι σε αυτήν την περίπτωση η ακετόνη θα έπρεπε να είχε συσκευασθεί σε μεταλλικά δοχεία μεγίστης ποσότητας ενός λίτρου εκάστη ή σε υάλινα και πλαστικά δοχεία μεγίστης ποσότητας πεντακοσίων χιλιοστών του λίτρου έκαστο (ενώ εν προκειμένω κάθε πλαστική φιάλη ακετόνης είχε βάρος ενός χιλιόγραμμου) και το περυντρόλ θα έπρεπε να είχε συσκευασθεί σε δοχεία μεγίστης ποσότητας πεντακοσίων γραμμαρίων (ενώ εν προκειμένω κάθε φιάλη περυντρόλ είχε βάρος ενός χιλιογράμμου), 3) οι συσκευασίες δεν ήταν ασφαλείς και ανθεκτικές, ώστε να αποκλείεται η εκφυγή του περιεχομένου τους, 4) η μεταφορά του περυντρόλ, του οποίου το συνολικό βάρος ανερχόταν σε εκατό χιλιόγραμμα, σε επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο, ασφαλώς δεν εμπίπτει στην έννοια της μεταφοράς επικίνδυνης ουσίας "σε περιορισμένες ποσότητες σε πλοία", σύμφωνα με το παράρτημα Γ' του ΠΔ 405/1996, 5) η στοιβασία του φορτίου στο υπ' αριθμ. ..... όχημα δεν ήταν η ενδεδειγμένη, καθότι τα ξύλινα έπιπλα άφηναν κενά αέρα στο εσωτερικό του φορτίου και επί πλέον η τοποθέτηση των εμπορευμάτων δεν επέτρεπε τις μικρομετακινήσεις και τριβές, 6) δεν έλαβε χώρα διαχωρισμός της ακετόνης από το περυντρόλ και φόρτωσή τους σε διαφορετικούς χώρους, προς αποφυγή αλληλοαντιδράσεως, λόγω της χημικής μη συμβατότητός τους, επιπροσθέτως δε συμπεριλήφθηκαν στο φορτίο και άλλα εύφλεκτα υλικά, που απαριθμήθηκαν πριν, 7) παραλείφθηκε η υποβολή δηλώσεως προς τη Λιμενική Αρχή και τους υπευθύνους του πλοίου, περί φορτώσεως επικίνδυνων υλών. Αιτία προκλήσεως της πυρκαϊάς στο υπ'αριθμ. ..... όχημα αποτέλεσε, η διαρροή περυντρόλ, που επέφερε την έκλυση θερμότητας δι'εξωθερμικής αντιδράσεως με τα φαρμακευτικά προϊόντα, τις μεταλλικές επιφάνειες των συσκευών και την ακετόνη, ως και παρεπομένως τη δημιουργία φλόγας, σε τοπικό περιβάλλον πλούσιο σε οξυγόνο, παραχθέν από το περυντρόλ. Στις 31-3-2006 ο Χ2 επισύναψε στην αίτηση αναιρέσεως την από 27-3-2006 τεχνική έκθεση του χημικού-ερευνητή ....., συνταχθείσα με αίτηση του ιδίου και της εταιρείας του στην οποία υποστηρίζεται ότι οι φιάλες συσκευασίας είναι ανθεκτικές και ότι η πυρκαϊά της 19ης -11-2003 δεν προκλήθηκε από διαρροή περυντρόλ ή ακετόνης, αλλά από άλλο μεταφερόμενο είδος, που δεν μπορεί να εντοπισθεί με βεβαιότητα, όμως ο έλεγχος από τον ..... φιαλών που λήφθηκαν από την εταιρεία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ στον αμέσως προ της 27ης-3-2006 χρόνο (των οποίων μάλιστα δεν διασαφηνίζεται το βάρος ή ο όγκος του περιεχομένου τους) δεν είναι βέβαια, ενδεικτικός της καταστάσεως των φιαλών, που είχαν χρησιμοποιηθεί στη μεταφορά, στην οποία εκδηλώθηκε η πυρκαϊά, ενώ οι απόψεις που διατυπώνονται στην έκθεση για τα αίτια της πυρκαϊάς, είναι επισφαλείς, αφού παραγνωρίζεται ότι η εστία της φωτιάς εντοπίσθηκε στο σημείο τοποθετήσεως των κιβωτίων με τις φιάλες περυντρόλ και ακετόνης, δεν αξιολογείται το ότι ανευρεθείσες, μετά την πυρκαϊά, στο φορτίο του ρυμουλκούμενου, φιάλες ακετόνης, μη θιγείσες από τη φωτιά, ήταν κενές και ακόμη, αποσιωπάται η κατά μη προβλεπόμενο τρόπο συσκευασία, σε ποσότητες μεγαλύτερες των κανονικών, του περυντρόλ και της ακετόνης, με συνέπεια την ύπαρξη υψηλού κινδύνου για την ασφάλεια της μεταφοράς. Σε εναρμόνιση λοιπόν με τα προαναλυθέντα, παραίτιοι της διαπράξεως των εγκλημάτων του εμπρησμού, πράξεως από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και της διαταράξεως της ασφάλειας πλοίου, πράξεως από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, είναι οι ήδη κατηγορηθέντες, 1) Χ2, ο οποίος υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ, ευθύνεται για την ακατάλληλη συσκευασία, μη συνάδουσα με τις νόμιμες προδιαγραφές, των επικίνδυνων υγρών ακετόνης και περυντρόλ, τις οποίες προδιαγραφές για την κανονική θαλάσσια μεταφορά τους, αναμφίβολα γνώριζε, ως εκ της επαγγελματικής εμπειρίας του, από τις 16-6-1997, οπότε άρχισε η ισχύς του ΠΔ 405/1996 και εφεξής, καθώς και για την αποδοχή της παράνομης μεταφοράς τους στο λιμένα ..... με επιβατηγό - οχηματαγωγό πλοίο, παραδίδοντας τα εμπορεύματα στο μεταφορέα στις 17-11-2003, δηλαδή την προτεραία εκτελέσεως του πλου, χωρίς να καταρτίσει δήλωση φορτώσεως επικίνδυνων ουσιών, 2) Χ1, ο οποίος υπό τις προμνημονευθείσες ιδιότητες ενός εκ των διαχειριστών και νόμιμου συνεκπροσώπου της εταιρείας ΔΕΑ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ και του διαχειριστή και νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας ΔΙΟΛΚΟΣ ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΠΕ, ευθύνεται για την απαγορευμένη μεταφορά των επικίνδυνων ουσιών, με πλοίο της ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας, αποφεύγοντας φυσικά τη δήλωση επικινδυνότητας των εισκομισθέντων στο πλοίο ειδών, ως και για τη μη ασφαλή τοποθέτηση των εμπορευμάτων στο φορτηγό, δια της αναμείξεως της ακετόνης με το περυντρόλ και με εύφλεκτες ύλες και δια της επικαλύψεως με βαρέα αντικείμενα, εξ αιτίας δε της συνδρομής των ανωτέρω αιτιών, έγινε η αφή του πυρός καθ' ον τρόπο περιγράφηκε ήδη. Συναφώς ο ισχυρισμός του Χ1 ότι είχε άγνοια του περιεχομένου των δεμάτων, που παρέδωσε προς μεταφορά η εταιρεία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ, διότι τα δέματα της ακετόνης και του περυντρόλ στερούντο σημάνσεως επικίνδυνων υλικών, τον οποίο επαναλαμβάνει και ο υπ' αυτού προταθείς μάρτυρας ....., υπάλληλοι της εταιρείας ΔΕΛ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, ελέγχεται (ο ισχυρισμός) ως ανακριβής καθότι στο υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ τα συγκεκριμένα είδη είχαν αναγραφεί λεπτομερώς, ο δε Χ1 αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του γεγονότος τούτου, όπως εμφαίνεται από την υπ' αριθμ. ..... φορτωτική της εταιρείας ΔΕΛ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, στην οποία μνημονεύεται ο αριθμός του τιμολογίου - δελτίου αποστολής της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ, στην εν λόγω φορτωτική ωστόσο και στην από 18-11-2003 κατάσταση αποστολής αγαθών της εταιρείας ΔΕΛ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, το παραδοθέν φορτίο της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ περιγράφεται με το γενικό όρο "φάρμακα", κατά σαφή παράβαση του άρθρου 19 παρ. 5 ΠΔ 405/1996, με το οποίο καθιερώνεται υποχρέωση αναγραφής σε όλα τα έγγραφα, που αφορούν στη μεταφορά επικίνδυνων ειδών με πλοία, της τεχνικής ονομασίας τους, και της κατατάξεως, ενέργεια του Χ1, που ενδεικνύει διάθεση συγκαλύψεως της μεταφοράς ακετόνης και περυντρόλ, ενώ εξ άλλου η σήμανση επικινδυνότητας επί των φιαλιδίων (ατελής πάντως) και η αναγραφή του περυντρόλ και της ακετόνης στο τιμολόγιο - δελτίο αποστολής δημιουργούν επαρκές πλαίσιο παραδοχής ότι η ονομασία και η ένδειξη επικινδύνου είδους, είχαν τεθεί και στα χαρτοκιβώτια συσκευασίας του περυντρόλ και της ακετόνης (τα οποία ας σημειωθεί ότι καταστράφηκαν στην πυρκαϊά). Από πλευράς υποκειμενικής θεμελιώσεως, οι κατηγορούμενοι έπραξαν με ενδεχόμενο δόλο, έχοντας έκαστος τούτων, (εδώ ας τονισθεί ότι τέλεσαν τις πράξεις, ενεργούντες κεχωρισμένως, χωρίς συναπόφαση), ως παραυτουργοί και όχι με συναυτουργική δράση, όπως μη ορθώς δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου), επίγνωση ότι η μεταφορά επικίνδυνων ουσιών, με πλοίο της ακτοπλοΐας, ενείχε υψηλό ποσοστό κινδύνου αναφλέξεως του φορτίου και εντεύθεν υποβολής των επιβατών και του πληρώματος σε διακινδύνευση της ζωής και της υγείας και παρεμβολής δυσχερειών στην ασφαλή εκτέλεση του ταξιδιού, αποδέχθηκαν ωστόσο τον κίνδυνο, συμβιβαζόμενοι με μία τοιαύτη προοπτική, προκειμένου να επιτευχθεί η μεταφορά των δεμάτων ακετόνης και περυντρόλ με το επιβατηγό - οχηματαγωγό πλοίο, η οποία (σε περίπτωση αποκαλύψεως του περιεχομένου των δεμάτων προ της επιβιβάσεως του φορτηγού στο πλοίο ή κατά τη διάρκεια της επιβιβάσεως), θα απέβαινε αδύνατη, με συνέπεια την καθυστέρηση παραδόσεως στον παραλήπτη στο ..... και την επαύξηση του κόστους μεταφοράς, με ειδικό δρομολόγιο οχηματαγωγού πλοίου. Κατά ταύτα οι κατηγορούμενοι, αν και ήταν αντιληπτή η σοβαρή πιθανότητα προκλήσεως των εγκληματικών αποτελεσμάτων, δεν απώθησαν αυτά από τη συνείδηση τους, αλλά τα επιδοκίμασαν, με κίνητρο την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους κατ' επωφελή, πλην παράνομο τρόπο και προέβησαν στις πράξεις τους, το δε επιχείρημα ότι η βαρύτητα των εγκλημάτων και οι οικονομικές επιπτώσεις τους, έναντι του κέρδους από την επίμαχη μεταφορά, συνιστούν αντένδειξη για τον ενδεχόμενο δόλο των κατηγορουμένων, δεν αληθεύει, αφού εάν δεν εκτελείτο η μεταφορά των ειδών περυντρόλ και ακετόνης, διεκυβεύετο η εμπορική συνεργασία της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ με τον πελάτη της στο Ηράκλειο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ ΣΥΝ ΠΕ, αλλά και η εμπορική συνεργασία των εταιριών ΔΕΛ-ΚΑ, ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, ΔΙΟΛΚΟΣ ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΠΕ με την εταιρεία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ. Ετέρωθεν ευθύνη άλλων προσώπων για τα υπό ενασχόληση εγκλήματα του εμπρησμού και της διαταράξεως της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και μάλιστα του πλοιάρχου, του υπευθύνου φορτώσεως ή άλλων μελών του πληρώματος του πλοίου ....., δεν προέκυψε, δοθέντος ότι δεν έλαβε χώρα δήλωση φορτώσεως επικίνδυνων ειδών, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 ΠΔ 405/1996 και το παράρτημα Γ' αριθμός 8 ιδίου ΠΔ και το άρθρο 12 παρ.3ι' Γενικού Κανονισμού Λιμένος 14/1997, με επακόλουθο, ο εντοπισμός των επικίνδυνων υλών που περιείχοντο στο υπ' αριθμ. ..... φορτηγό να είναι ανέφικτος, εξ αιτίας του περιορισμένου χρόνου φορτώσεως στο πλοίο, των οχημάτων και της προσθήκης καλύμματος στο ανοικτό τμήμα του φορτηγού, στερεώς προσδεδεμένου. Επιπροσθέτως ο Χ2, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ και διευθύνων την επιχείρηση αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 36 παρ. 1 Αγορανομικού Κώδικα, στην Αθήνα στις 18-11-2003, με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθμ. 378/94 απόφαση του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου, που εγκρίθηκε με την ταυτάριθμη κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 705/20-9-1994), αφού η συσκευασία, σε μορφή πλαστικών φιαλιδίων, της ταξινομημένης ως επικίνδυνης ουσίας περυντρόλ (διαλύματος υπεροξειδίου του υδρογόνου 50%), δεν ήταν κατασκευασμένη κατά τρόπο αποκλείοντα την απώλεια του περιεχομένου, με συνέπεια τη διαρροή του στη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς από τον ..... στο ..... στις 18 προς 19 Νοεμβρίου 2003, διέθεσε δε στην αγορά την προλεχθείσα ποσότητα εκατό φιαλών περυντρόλ, βάρους ενός χιλιόγραμμου εκάστη, στο Συνεταιρισμό Φαρμακοποιών Κρήτης ΣΥΝ ΠΕ, που εδρεύει στο ....., βάσει του υπ' αριθμ. ..... τιμολογίου - δελτίου αποστολής. Σε συνάρτηση με τα προπαρατεθέντα. το αίτημα του κατηγορουμένου Χ1 προς διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, που εξετάζεται στο πλαίσιο της κυριαρχικής κρίσεως του Συμβουλίου Σας, είναι αβάσιμο, καθ' όσον α) η αναζήτηση των υπαιτίων για τις υπό ενασχόληση αξιόποινες πράξεις έγινε κατά τη δίοδο της διεξαχθείσης προανακρίσεως και κυρίας ανακρίσεως και απαγγέλθηκε κατηγορία εναντίον των δύο κατηγορουμένων, η δε εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού επαληθεύει την ορθότητα της ως άνω θέσεως, β) το υπ' αριθμ. ..... φορτηγό ερευνήθηκε υπό εκάστου των πραγματογνωμόνων ....., ....., ..... και δεν υπάρχει λόγος νέας αυτοψίας - πραγματογνωμοσύνης και γ) η υπ' αριθμ. 83/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία απορρίφθηκαν αγωγές επιβατών του πλοίου ..... στο δρομολόγιο .....- .....της 18ης προ 19η Νοεμβρίου 2003 και αγωγή ιδιοκτήτη βλαβέντος οχήματος κατά της εταιρείας ΜΙΝΩΪΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ, του ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΙΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ και του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, δεν λήφθηκε υπ' όψη από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου κατά την έκδοση του πληττομένου βουλεύματος, προσκομίσθηκε δε το πρώτον με την παρούσα έφεση του Χ1 και άρα, η υποτιθεμένη παρατυπία, της αξιολογήσεως από το Δικαστή, αποδεικτικών στοιχείων προερχομένων από την ποινική δικογραφία, αλυσιτελώς προβλήθηκε ως λόγος εφέσεως του Χ1 και (ως λόγος) συμπληρωματικής ανακρίσεως, πέραν του ότι οι διάδικοι της αστικής δίκης μπορούσαν να λάβουν αντίγραφα της ανακριτικής δικογραφίας, ως τρίτοι έχοντες έννομο συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 147 εδ.τελ.ΚΠΔ. Επειδή κατ' ακολουθία όσων αναπτύχθηκαν έως τώρα, οι κρινόμενες εφέσεις είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, επειδή το αίτημα του κατηγορουμένου Χ1, που διατυπώθηκε στο από 8-7-2005 υπόμνημα εφέσεως, περί εμφανίσεως του στο Συμβούλιο προς παροχή διευκρινίσεων, είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι έχει επαρκώς αναλύσει τις απόψεις του με το από 26-11-2004 απολογητικό υπόμνημα, αλλά και με το προαναφερθέν υπόμνημα εφέσεως του, ενώ οι προταθέντες από αυτόν δύο μάρτυρες εξετάσθηκαν από τον Ανακριτή". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση, αναφέρονται και συγχρόνως αναλύοντας τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 264 περ. β', 291 παρ. 1 περ. β Π.Κ., σε συνδ. με τα άρθ. 2 παρ. 6, 3, 18, 19, 24, 25 παρ. 3, 28 Π.Δ. 405/96, 30 παρ. 12 Ν.Δ. 136/46 και αρ. 2, 23, 23, 24 ΚΥΑ 378/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι στο προσβαλλόμενο Βούλευμα δεν γίνεται αναφορά και δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός γνώριζε την επικινδυνότητα του φορτίου και ως εκ τούτου αποδέχονταν το οποιοδήποτε αποτέλεσμα από τη μεταφορά αυτή και κατ' επέκταση, ότι δεν είχε απωθήσει το αποτέλεσμα που επήχθε από τη συνείδησή του. Ο ισχυρισμός αυτός, αναφορικά με την αποδιδόμενη έλλειψη αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τον ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος, καθόσον, πλήρως αιτιολογείται, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, ότι αυτός γνώριζε την επικινδυνότητα του φορτίου που του παραδόθηκε προς μεταφορά, κυρίως από το τιμολόγιο που του παρέδωσε η ενδιαφερόμενη εταιρεία, στο οποίο σαφώς αναφέρονταν η επικινδυνότητα της μεταφοράς της ακετόνης και του περυντρόλ. Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως το ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε το οποιοδήποτε αποτέλεσμα που θα προήρχετο από την επιχειρούμενη μεταφορά η δε αποδοχή αυτή τεκμηριώνεται με τη μη απώθηση του προαναφερθέντος αποτελέσματος από τη συνείδησή του, γεγονός που προκύπτει εκτός των άλλων και από το πραγματικό περιστατικό που επισημαίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι δηλαδή αυτός, όταν παρέλαβε το τιμολόγιο της ενδιαφερόμενης εταιρείας, εξέδωσε φορτωτική, η οποία αποτελεί το μοναδικό, από απόψεως ελέγχου, μέσο του μεταφερόμενου φορτίου από τα Λιμενικά Όργανα και στην οποία (φορτωτική) αυτός μετέτρεψε το επικίνδυνο φορτίο της ακετόνης και του περυντρόλ σε απλό φορτίο, αναγράφοντας ότι μετέφερε φάρμακα. Τέλος, υπάρχει πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στα αιτήματα που υπέβαλε ο αναιρεσείων και απορρίφθηκαν, δηλαδή τη διενέργεια νέας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Οι λοιπές αιτιάσεις αναφορικά με το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, είναι απαράδεκτες, γιατί ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστικό Συμβούλιο. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ. πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Απόλυτη ακυρότητα του Βουλεύματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ., η οποία δημιουργεί λόγον αναιρέσεως κατά του Βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο παραλείψει αδικαιολόγητα να διατάξει την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνιση του κατηγορουμένου, ο οποίος τη ζήτησε, όχι όμως και όταν το αίτημα αυτό απορρίφθηκε για ορισμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στο σχετικό βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με δικές του σκέψεις, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), έχει επαρκώς αναλύσει τις απόψεις του με το από 26.11.2004 απολογητικό του υπόμνημα, αλλά και με το από 8.7.2005 υπόμνημα εφέσεώς του, ενώ και οι δύο μάρτυρες που πρότεινε εξετάσθηκαν από τον Ανακριτή και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο, το σχετικό αίτημά του, για εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, προς παροχή διευκρινίσεων. Ενόψει, τούτων, αιτιολογημένα απέρριψε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, δεν παραβίασε το άρθρο 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ του ΚΠολΔ, ο δε τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Το αίτημα του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί από το Συμβούλιο τούτο νέα αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη, είναι μη νόμιμο, διότι από καμία διάταξη νόμου δεν παρέχεται τέτοια δυνατότητα. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, για παροχή διευκρινίσεων και προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως από το συνήγορό του. Απορρίπτει το αίτημα για διενέργεια νέας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Απορρίπτει την υπ' αρ. 50/14.3.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αρ. 293/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εμπρησμός με ενδεχόμενο δόλο. Διατάραξη ασφαλείας πλοίων με ενδεχόμενο δόλο. Απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου του Α.Π. και προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως. Απορρίπτει αίτημα να διαταχθεί από το Συμβούλιο του Α.Π. νέα αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης κατά βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εμπρησμός, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
0
Αριθμός 246/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 387-1096-1097-1161-1161α/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1163/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 394/19-10-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την νομοτύπως υποβληθείσα από 22-6-2007 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως δια της υπ'αριθμ. 387-1096-1097-1161-1161α/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, εκθέτω τα εξής: Ο αιτών κατεδικάσθη, δια της ανωτέρω αποφάσεως, εις συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε ετών, δι'ανθρωποκτονία εξ αμελείας κατά συρροή, πρόκληση ναυαγίου, σωματική βλάβη εξ αμελείας και ηθική αυτουργία εις ψευδή βεβαίωση, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία ήσκησε κατά της ανωτέρω αποφάσεως, δια της υπ'αριθ. 1611/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. 'Ηδη δε ζητεί, δια της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος νέα στοιχεία υπέρ της αθωώτητός του και ειδικότερα, α) την ψηφιακή μεταγραφή υψηλής ευκρίνειας σε DVD της πρωτότυπης βιντεοταινίας BETA-SP του ΑΝΤ-1 και τις εξ αυτής φωτογραφικές απεικονίσεις, β) την από Νοεμβρίου 2006 σχετική μελέτη του τακτικού καθηγητού Ναυπηγικής Τεχνολογίας του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου Α, γ) το ημερολόγιο του πλοίου ναυαγοσωστικού ρυμουλκού σκάφους ΝΓ/ΡΚ "....." και δ) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου-ναυπηγού Β. Επειδή, κατά το άρθρο 525 § 1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντιστοιχ.). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών, διά της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, εκηρύχθη ένοχος διά τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και επεβλήθη σ'αυτόν η ανωτέρω ποινή, διότι, ως γενικός τεχνικός διευθυντής και διευθύνων σύμβουλος του Ελληνικού Νηογνώμονα, ο οποίος είχε αναλάβει από το έτος 1988 την επιθεώρηση του πλοίου "....." και την έκδοση και θεώρηση των πιστοποιητικών αξιοπλοΐας αυτού, έχων ιδιαιτέρα νομική υποχρέωση να ασκή την επιβαλλομένη εποπτεία, ώστε οι επιθεωρητές του Ελληνικού Νηογνώμονα να ενεργούν ουσιαστικές, κανονικές και πλήρεις επιθεωρήσεις του ανωτέρω πλοίου, παρέλειψε να τηρήση την εν λόγω υποχρέωσή του, με επακόλουθο να μη διενεργηθή τέτοια επιθεώρηση και από τον επιθεωρητή Γ στις 23-8-1996, να μη διαπιστώση ο τελευταίος την ύπαρξη κυρίως της σοβαρής βλάβης στο εξωτερικό έλασμα του χώρου των αεροθαλάμων, που εξελίχθηκε εν πλω σε ρήγμα πλάτους 90 εκατ. και ύψους 26 εκατ. στην αριστερή εξωτερική πλευρά του πλοίου κάτω από το Νο 2 κύτος (ρήγμα Ρ-6), και να μη αξιώση την κανονική αποκατάστασή της, ώστε να διασφαλισθή η ουσιαστική αξιοπλοΐα του πλοίου, με αποτέλεσμα αυτό, λόγω συρροής μέσω του ανωτέρω ρήγματος Ρ-6 μεγάλων ποσοτήτων θαλασσίου ύδατος, να ανατραπή αιφνιδίως την 28-12-1996, να περιέλθουν εις κίνδυνο ζωής όλοι οι επιβαίνοντες, να τραυματισθή ο διασωθείς Δ και να θανατωθούν από πνιγμό στην θάλασσα οι άλλοι είκοσι επιβαίνοντες σ'αυτό. Κατά δε την 23-8-1996 έπεισε τον ανωτέρω Γ, με πειθώ, παροτρύνσεις και χρησιμοποιώντας την δυνατότητα επιρροής που είχε, να θεωρήση και υπογράψη το πιστοποιητικό ασφαλείας κατασκευής του ανωτέρω πλοίου, χωρίς προηγουμένη διαπίστωση, με ουσιαστική και κανονική εξέταση, της αξιοπλοΐας του πλοίου. Ο αιτών ισχυρίζεται, ότι τα επικαλούμενα από αυτόν ως νεώτερα της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως προαναφερόμενα στοιχεία, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, εν συνδυασμώ προς το υπόλοιπο υλικό της δικογραφίας, καθιστούν πρόδηλη την αθωώτητά του και ειδικότερα: α) Η ψηφιακή μετεγγραφή υψηλής ευκρίνειας εις "DVD" της πρωτότυπης βιντεοταινίας, προβληθείσης στο ακροατήριο, και οι εξ αυτής φωτογραφικές απεικονίσεις, στις οποίες φαίνεται το πλοίο ανεστραμμένο, εμφανίζουν αυτό χωρίς το ανωτέρω ρήγμα. β) Ο ανωτέρω τακτικός καθηγητής Ναυπηγικής Τεχνολογίας, μελετήσας την εν λόγω ψηφιακή εγγραφή τον Νοέμβριο 2006, με βάση την πρωτότυπη κασέτα και με σημαντική μεγέθυνση του σημείου του ανωτέρω ρήγματος, διαπιστώνει ότι προ της βυθίσεως δεν υπάρχει ρήγμα στο σημείο που υπέδειξε ο δύτης Ε, γ) Στο ημερολόγιο του ναυαγοσωστικού σκάφους ΝΓ/ΡΚ ".....", μη περιληφθέν στα αναγνωστέα έγγραφα, στην δίκη κατά την οποία κατεδικάσθη, ως άνω, ο αιτών, αναφέρεται ότι την 5-2-1997 έγινε έκρηξη στο πλοίο ..... και την επομένη έλαβε χώρα κατάδυση δύο δυτών προς τοποθέτηση απορροφητικών υλικών στο αμπάρι Νο 2 (όπου ευρίσκετο το Ρ-6) για περισυλλογή κηλίδων πετρελαιοειδών και τοποθέτηση επιθεμάτων από τους δύτες, προς περιστολή τυχόν διαφυγών πετρελαιοειδών από τα ρήγματα της εκρήξεως. Και δ) κατά την προσφάτως εκπονηθείσα έκθεση του πραγματογνώμονος Μηχανολόγου-Ναυπηγού Β, η ανατροπή του "....." οφείλεται αποκλειστικώς εις ανθρώπινο λάθος, συνοψιζόμενο εις υποεκτίμηση των καιρικών συνθηκών, λανθασμένη πορεία και μη σωστή αντιμετώπιση (μανούβρα) προβλήματος σε κρίσιμη δια την πορεία του πλοίου στιγμή, η δε κατάσταση του πλοίου δεν είχε καμία συμμετοχή στην ανατροπή του, αξιολογουμένη, συμφώνως προς όλα τα διατιθέμενα στοιχεία, ως πολύ καλή. Όμως, η ως νέο στοιχείο προσκομιζομένη ως άνω ψηφιακή μετεγγραφή, προέρχεται από την ανωτέρω βιντεοταινία, η οποία εικονίζει το πλοίο ..... ανεστραμμένο και ημιβυθισμένο, με τις επίμαχες περιοχές επικαλυμμένες από στρώμα εκτεταμένης και έντονης οξείδωσης και αξιολογείται από την πλειοψηφία του δικαστηρίου ως απρόσφορη προς απόδειξη της ύπαρξης ή μη του επίμαχου ρήγματος Ρ-6. Περαιτέρω, η από Νοεμβρίου 2006 τεχνική έκθεση του ανωτέρω καθηγητού Α, ως και η από Δεκεμβρίου 2006 ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου-ναυπηγού Β, απέχουσες δέκα έτη περίπου από το κρίσιμο γεγονός, δηλαδή το ναυάγιο του ".....", και αποδίδουσες το ανωτέρω ρήγμα Ρ-6 εις έκρηξη, μετά την ανατροπή του πλοίου, δεν δίδουν πειστική εξήγηση δια την προς τα έσω φορά του εν λόγω ρήγματος, αναφερόμενες εις αναρρόφηση, αφού είναι αντίθετη της φοράς εκείνου, δηλαδή προς τα έξω, η φορά των εκ του ωστικού κύματος της εκρήξεως προελθόντων λοιπών ρηγμάτων, τα οποία ευρίσκοντο, μετά του ρήγματος Ρ-6, στον ίδιο χώρο, δηλαδή στην περιοχή του κύτους με αριθμ. 2. Από δε το ανωτέρω ημερολόγιο του σκάφους "....." δεν προκύπτει ότι το ανωτέρω ρήγμα Ρ-6 δεν προϋπήρχε των εκ της εκρήξεως, κατά την 5-2-1997, δημιουργηθέντων ρηγμάτων. Αλλ'υπό τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι τα επικαλούμενα από τον αιτούντα ως άνω νέα στοιχεία, είτε μόνα των, είτε εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων δια τις οποίες κατεδικάσθη, ούτε ότι αυτός κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε. Επομένως, ο επικαλούμενος, ως άνω, λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος και, κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση και καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να απορριφθή η από 22-6-2007 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης δια της υπ'αριθμ. 387-1096-1097-1161-1161α/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 8 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περιπτ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Τέλος δεν είναι νέες αποδείξεις η νέα αξιολόγηση ή εκτίμηση των ιδίων γεγονότων ή απλά επιχειρήματα και κρίσεις για προϋπάρχουσες αποδείξεις ή λόγοι που πλήττουν την ανέλεγκτη κατά το άρθρ. 177 Κ.Ποιν.Δ εκτίμηση των αποδείξεων. Η υπό κρίση από 22 Ιουνίου 2007 αίτηση με την οποία ο αιτών Χ επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 387-1096-1097-1161-1161α/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, πρόκλησης ναυαγίου, σωματικής βλάβης από αμέλεια και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, ισχυριζόμενος ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτήν, γίνεται φανερόν ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το από 28-11-2007 αποδεικτικό επίδοσης του Δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ....., ο αιτών κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προκειμένου να εμφανισθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 12ης -2-08 κατά την οποία η εκδίκαση της αίτησης αναβλήθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε αυτός όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, η απουσία, όμως, του οποίου δεν εμποδίζει την κατ' ουσίαν έρευνα της αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την υπ' αριθ. 387-1096-1097-1161-1161α/2002 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής με την υπ' αρ. 1611/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, πρόκληση ναυαγίου, σωματική βλάβη από αμέλεια και ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και ειδικότερα του ότι, ως γενικός τεχνικός διευθυντής και διευθύνων σύμβουλος του Ελληνικού Νηογνώμονα, ο οποίος είχε αναλάβει από το έτος 1988 την επιθεώρηση του πλοίου "ΔΥΣΤΟΣ", την έκδοση καθ θεώρηση των πιστοποιητικών αξιοπλοΐας αυτού, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ασκεί την επιβαλλόμενη εποπτεία, ώστε οι Επιθεωρητές του Ελληνικού Νηογνώμονα να ενεργούν ουσιαστικές, κανονικές και πλήρεις επιθεωρήσεις του αναφερόμενου πλοίου, παρέλειψε να τηρήσει την υποχρέωσή του αυτή, με επακόλουθο να μην διενεργηθεί τέτοια επιθεώρηση και από τον επιθεωρητή Γ στις 23-8-1996, να μη διαπιστώσει ο τελευταίος την ύπαρξη κυρίως της σοβαρής βλάβης στο εξωτερικό έλασμα του χώρου των αεροθαλάμων, που εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια του πλου σε ρήγμα πλάτους 90 εκατ. και ύψους 26 εκατ. στην αριστερή εξωτερική πλευρά του πλοίου κάτω από το Νο 2 κύτος (ρήγμα Ρ-6), και να μην αξιώσει την κανονική αποκατάστασή της, ώστε να διασφαλισθεί η ουσιαστική αξιοπλοΐα του πλοίου, με αποτέλεσμα αυτό, λόγω εισροής, μέσω ανωτέρω ρήγματος Ρ-6, μεγάλων ποσοτήτων θαλασσινού νερού, να ανατραπεί αιφνίδια την 28-12-1996, να περιέλθουν σε κίνδυνο ζωής όλοι οι επιβαίνοντες, να τραυματισθεί ο Δ που διασώθηκε και να πεθάνουν από πνιγμό στη θάλασσα οι άλλοι είκοσι επιβάτες του. Κατά δεν την 23-8-1996, έπεισε τον ανωτέρω Γ, με πειθώ, παροτρύνσεις και χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα επιρροής που είχε, να θεωρήσει και υπογράψει το πιστοποιητικό ασφαλείας κατασκευής του αναφερόμενου πλοίου, χωρίς προηγούμενη διαπίστωση, με ουσιαστική και κανονική εξέταση, της αξιοπλοΐας του πλοίου. Ήδη, ο αιτών, προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, α)μια ψηφιακή μεταγραφή, υψηλής ευκρίνειας, σε DVD, της πρωτότυπης βιντεοταινίας ΒΕΤΑ-SP του ΑΝΤ-1, η οποία είχε προβληθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναφερθείσα απόφαση, και τις εξ αυτής φωτογραφίες απεικονίσεις, όπου φαίνεται το πλοίο ανεστραμμένο χωρίς το ρήγμα Ρ-6, β)μελέτη της αναφερθείσας κασέτας από τον τακτικό καθηγητή Ναυπηγικής Τεχνολογίας του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου Α, σύμφωνα με την οποία μετά από σημαντική μεγέθυνση του σημείου όπου βρέθηκε μετά την έκρηξη το ρήγμα Ρ-6, ο τελευταίος αποφαίνεται ότι, προ τη βυθίσεως του πλοίου δεν υπάρχει ρήγμα στο σημείο που υπέδειξε ο δύτης Ε, γ)το ημερολόγιο του πλοίου ".....", όπου υπάρχει εγγραφή, σύμφωνα με την οποία, στις 5-2-1997 και περί ώρα 13.15, σημειώθηκε έκρηξη κατά τη διάρκεια κοπής ελασμάτων από τους δύτες, οι οποίοι εκτελούσαν την εν λόγω εργασία, κατόπιν αιτήματος των πραγματογνωμόνων του αλληλοασφαλιστικού οργανισμού Ρ & Ι Club, στον οποίο ήταν ασφαλισμένο το "....." και ότι την επομένη έλαβε χώρα κατάδυση δύο δυτών προς τοποθέτηση απορροφητικών υλικών στο αμπάρι Νο 2 (όπου βρίσκονταν το Ρ-6), για περισυλλογή κηλίδων πετρελαιοειδών, προς περιστολή τυχόν διαφυγών πετρελαιοειδών από τα ρήγματα της έκρηξης και δ)πρόσφατη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μηχανολόγου - Ναυπηγού Β, σύμφωνα με την οποία "η ανατροπή του Φ/Γ "....." οφείλεται αποκλειστικά σε ανθρώπινο λάθος, που συνοψίζεται σε υποεκτίμηση των καιρικών συνθηκών, λανθασμένη πορεία και μη σωστή αντιμετώπιση (μανούβρα) προβλήματος σε κρίσιμη για την πορεία του πλοίου στιγμή, η δε κατάσταση του πλοίου δεν είχε καμία συμμετοχή στην ανατροπή του, η οποία (κατάσταση πλοίου), σύμφωνα με όλα τα διατιθέμενα στοιχεία ήταν πολύ καλή". Κατ' αρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι οι βασικοί υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του αιτούντος που προβλήθηκαν στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, ήταν ότι το ρήγμα Ρ-6 δεν έγινε κατά τη διάρκεια του πλου του πλοίου και συνεπώς δεν επηρεάστηκε η αξιοπλοΐα του, ότι το ρήγμα έγινε από την έκρηξη που έγινε στο κύτος 2 του πλοίου στις 5-2-1997, κατά τη διάρκεια κοπής ελασμάτων από τους δύτες και ότι το πλοίο ανατράπηκε και βυθίστηκε από λάθος χειρισμό, που συνοψίζεται σε υποεκτίμηση των καιρικών συνθηκών, λανθασμένη πορεία και μη σωστή αντιμετώπιση (μανούβρα) προβλήματος σε κρίσιμη για την πορεία του πλοίου στιγμή. Μάλιστα, το video που αποτέλεσε το υλικό για την εκ νέου (βελτιωμένη) απεικόνιση του πλοίου, προβλήθηκε στο Δικαστήριο και απετέλεσε ένα από τα αξιοποιήσιμα στοιχεία για το σχηματισμό της εξανεχθείσας κρίσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την κρατήσασα γνώμη της πλειοψηφίας, το ρήγμα Ρ-6 δεν προκλήθηκε από την έκρηξη που έλαβε χώρα στις 5-2-1997, διότι: α)η ηλεκτροκοπή ελάσματος επιχειρήθηκε στο χώρο του Νο 2 κύτους του πλοίου, ο οποίος είναι αυτοτελής και διαχωρίζεται από το χώρο των αεροθαλάμων (όπου εντοπίζεται το Ρ-6) με μεταλλική λαμαρίνα μεγάλης διατομής, που αποτελεί τον πυθμένα του κύτους και τη βάση έδρασης του φορτίου, β)δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο (ούτε υποστηρίχθηκε από την πλευρά των κατηγορουμένων) ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των εν λόγω αυτοτελών χώρων ή ότι από το ωστικό κύμα της έκρηξης προκλήθηκε διάτρηση της προαναφερόμενης διαχωριστικής λαμαρίνας, γ)πάνω από τη βάση του Νο 2 κύτους, υπήρχαν μεγάλες ποσότητες τσιμέντου, οι οποίες, μετά τη βύθιση του πλοίου και την εισροή θαλάσσιου νερού στο κύτος, είχαν πακτωθεί και καθιστούσαν ακόμη δυσχερέστερη (αν όχι αδύνατη) τη διάτρηση της διαχωριστικής λαμαρίνας, δ)τα χείλη του ρήγματος αυτού (σε αντίθεση με όλα τα άλλα ρήγματα που περιγράφονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) έχουν φορά προς τα μέσα, και όχι προς τα έξω, όπως θα συνέβαινε, αν η πρόκλησή του οφειλόταν στο ωστικό κύμα της έκρηξης, ε)το εν λόγω ρήγμα αποτελεί προέκταση-συνέχεια κακότεχνα τοποθετημένου εξωτερικού επιθέματος (DOUBLER), που υπήρχε στο σημείο εκείνο κατά το χρόνο του ναυαγίου και υποδηλώνει προϋπάρχον επικαλυμμένο ρήγμα ή σοβαρή φθορά του ελάσματος, γεγονός που ευνόησε των αποκόλληση και την πρόκληση συνεχόμενης ρηγμάτωσης στη μία από τις (αστρογγύλευτες) γωνίες του επιθέματος, μετά από έντονες ελασματικές συσπάσεις και διαρκείς καταπονητικές πιέσεις ισχυρών διατοιχισμών κατά τη διάρκεια του πλου, στ) η εκτίμηση ότι πρόκειται για προϋπάρχον του ναυαγίου επίθεμα (το οποίο δεν προέκυψε με ακρίβεια πότε τοποθετήθηκε, αλλά πάντως ήταν τοποθετιμένο από τον Αύγουστο 1996 ...) και όχι για πρόχειρη τοποθέτηση από δύτες μεταλλικού κομματιού μετά την έκρηξη, για να εμποδιστεί η διαρροή πετρελαιοειδών, όπως ισχυρίζεται η πλευρά των κατηγορουμένων, ενισχύεται από τα εξής στοιχεία: α)από τη φωτογραφική ομοιομορφία που υπάρχει μεταξύ της επιφάνειας του επιθέματος και της γύρω περιοχής, όπως προκύπτει από τις υπάρχουσες φωτογραφίες (στρειδόνα, οξείδωση κ.λ.π), β)από το ότι σε κανένα από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά για πρόχειρη τοποθέτηση κομματιού λαμαρίνας από τους δύτες προς αποτροπή διαρροής πετρελαιοειδών, γ)από το γεγονός ότι κανένας από τους δύτες της "POSEIDON DIVING Co", που φέρονται να τοποθέτησαν το μεταλλικό κομμάτι στο εν λόγω ρήγμα, δεν κατέθεσε στην πρωτόδικη και την παρούσα δίκη, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ότι αυτός ο ίδιος ή κάποιος άλλος επώνυμος δύτης του συνεργείου τοποθέτησε το επίμαχο κομμάτι ......, δ)από το ότι το μεταλλικό τμήμα (επίθεμα) στην μία άκρη του συνδεόταν στέρεα με το υπόλοιπο έλασμα του κύτους, και ε)από το ότι κατά το χρόνο που έγινε η έκρηξη όλα τα πετρελαιοειδή είχαν απαντληθεί και οι σχετικοί χώροι είχαν πλυθεί, ώστε να μην υπάρχει κανένας πραγματικός κίνδυνος ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος, που προβάλλεται ως λόγος για τοποθέτηση μεταλλικού κομματιού-στουπώματος στο σχετικό ρήγμα. Όσον αφορά τα νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, κατά τα άνω επικαλείται ο αιτών σημειώνονται τα ακόλουθα: Η νέα ψηφιακή εγγραφή της εικόνας του πλοίου, με την οποία, ο τακτικός καθηγητής Ναυπηγικής Τεχνολογίας του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου Α, αποφαίνεται ότι προ της βυθίσεως δεν υπήρχε ρήγμα και ότι αν υπήρχε θα φαινόταν κατά την εξέταση της βιντεοταινίας ... καθώς επίσης ότι θα είχε γίνει αντιληπτό και από οποιονδήποτε ήταν κοντά ή επάνω στο πλοίο το διάστημα μετά την ανατροπή του, καθώς και ότι η δημιουργία του ρήγματος οφείλεται σε έκρηξη που έγινε μετά την ανατροπή του, κατά τη διάρκεια κοπής ελασμάτων από συνεργείο δυτών ..., παραβλέπει ένα σημαντικό παράγοντα. Ότι τα χείλη του ρήγματος Ρ-6, όπως ήδη σημειώθηκε από την απόφαση του Εφετείου και δεν αμφισβητήθηκε, έχουν φορά προς τα μέσα και όχι προς τα έξω, όπως θα συνέβαινε αν η πρόκλησή του οφείλονταν στο ωστικό κύμα της έκρηξης τούτο δε (φορά προς τα έξω), παρατηρείται σε όλα τα άλλα ρήγματα που βρέθηκαν στο πλοίο ....., εκτός από το επίμαχο. Όσον αφορά το ημερολόγιο του ρυμουλκού σκάφους ΝΓ/ΡΚ "....." σύμφωνα με το οποίο "στις 5-2-1997 και περί ώρα 13.15 σημειώθηκε έκρηξη κατά τη διάρκεια κοπής ελασμάτων από τους δύτες ... και ότι την επόμενη ημέρα της έκρηξης καταδύθηκαν δύο δύτες για περισυλλογή κηλίδων πετρελαιοειδών, καθώς και για τοποθέτηση επιθεμάτων από τους δύτες προς περιστολή τυχών διαφυγών πετρελαιοειδών", σημειώνονται τα ακόλουθα: Η έκρηξη δεν αμφισβητήθηκε ότι έλαβε πράγματι χώρα, πράγμα το οποίο δέχθηκε και η απόφαση του Εφετείου, το γεγονός, όμως, αυτό, άνευ ετέρου, δεν είναι ικανό να οδηγήσει στην παραδοχή, ότι πράγματι αυτή (έκρηξη), δημιούργησε το ρήγμα Ρ-6, για τους λόγους που διαλαμβάνονται στην απόφαση και με τους οποίους αποκλείστηκε παντελώς η εκδοχή αυτή. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι, η εκδοχή ότι το ρήγμα δημιουργήθηκε από την έκρηξη, συνεπεία ωστικού κύματος δεν δικαιολογείται από το κακότεχνα τοποθετημένο εξωτερικό επίθεμα πάνω στο προϋφιστάμενο ρήγμα, αλλά ακόμη αν και από την κατάσταση του πλοίου στο αναφερόμενο σημείο, το οποίο έφερε εμφανή τα σημεία του χρόνου (στρειδόνα, οξείδωση κ.λ.π.). Όσον αφορά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μιχανολόγου-Ναυπηγού Β με την οποία αυτός αποφαίνεται ότι η ανατροπή του Φ/Γ ..... οφείλεται αποκλειστικά σε ανθρώπινο λάθος και συγκεκριμένα σε υποεκτίμηση των καιρικών συνθηκών, λανθασμένη πορεία και μη σωστή αντιμετώπιση (μανούβρα) προβλήματος σε κρίσιμη για την πορεία του πλοίου στιγμή, σημειώνεται μόνο το γεγονός ότι η έκθεση αυτή, απέχει δέκα (10) περίπου χρόνια από τότε που έλαβε χώρα το ναυάγιο του πλοίου ..... και επί πλέον ότι, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, με βάση τις τότε πρόσφατες συνθήκες συντέλεσης του ναυαγίου, απετέλεσε στοιχείο έρευνας και απορρίφθηκε από το Εφετείο. Ανεξάρτητα, όμως, από αυτά, τα επικαλούμενα από τον αιτούντα, ως άνω, νέα στοιχεία είναι προφανές ότι, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερόν ότι αυτός είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε. Επομένως, ο επικαλούμενος, ως άνω λόγος επανάληψης της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-6-2007 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη απόφαση 387-1096-1097-1161-1161α/2002 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ερήμην. Απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Τα επικαλούμενα νέα στοιχεία δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 244/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009 και 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ...., που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο κατά της υπ'αριθμ. 2/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/23.12.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Λαμίας ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2018/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να αναβληθεί η προκείμενη αίτηση έφεσης προκειμένου να ζητηθούν διευκρινίσεις από τις Αρχές της Αλβανίας, άλλως να απορριφθεί. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμ. εκθ. 1/23-12-2008 έφεση κατά της με αριθμ. 2/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου - εκκαλούντος ..., για να εκτίσει συνολική ποινή φυλακίσεως έξι ετών και έξι μηνών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 363/9-11-1999 απόφαση του Πρωτοδικείου Fier Αλβανίας για ληστεία κατά συναυτουργία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Λαμίας και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία (άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). Κατά το άρθρο 436 του ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437-456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Όμως, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961, κυρώθηκε και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, από δε την κύρωσή της διέπει πλέον το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών. Στο άρθρο 2 παρ. 1 της συμβάσεως αυτής ορίζεται ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: "Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητεί και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς το άρθρο 2 του κυρώσαντος τη σύμβαση ν. 4165/1961, δια του οποίου διατυπώνονται ρητά επιφυλάξεις εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του ημεδαπού ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή στο έδαφος του αιτούντος κράτους και ως εκ τούτου ζητείται ο εκζητούμενος προκειμένου να εκτίσει τη δια της καταδικαστικής αποφάσεως επιβληθείσα ποινή, αρκεί η απόφαση αυτή να είναι εκτελεστή όχι όμως και αμετάκλητη, όπως ορίζει το άρθρο 443 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, διότι δια του άρθρου 2 του ν. 4165/1961, δεν διατυπώθηκε επιφύλαξη εφαρμογής και της διατάξεως αυτής του άρθρου 443 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως διατυπώθηκε σε άλλες διατάξεις, αλλά και διότι κατά το άρθρο 436 παρ. 1 οι διατάξεις του ΚΠοινΔ ρυθμίζουν τα ζητήματα εκδόσεως, όταν ελλείπει σύμβαση, η οποία όμως στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει. Επίσης δεν ερευνάται το βάσιμο της κατηγορίας, διότι μεταξύ των συνοδευόντων την αίτηση εγγράφων, δεν απαιτείται, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της συμβάσεως, ή κατ'άλλη διάταξη, η επισύναψη και εγγράφων, από τα οποία να βεβαιώνεται η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής, αλλά και διότι κατά το άρθρο 443 παρ. 1 και 437 του ΚΠοινΔ, η βεβαίωση υπάρξεως ενδείξεων ενοχής απαιτείται μόνον επί εκδόσεως προς παραπομπή σε δίκη και όχι επί εκδόσεως προς εκτέλεση αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκη δια διερμηνέα κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος- πατέρα του εκζητουμένου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεώς του, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσαν ο παραστάς εκζητούμενος και ο συνήγορός του προφορικώς και με το ενώπιον του Συμβουλίου έγγραφο υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λάμίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές του εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου, για να εκτίσει στην Αλβανία ποινή φυλακίσεως έξι ετών και έξι μηνών, η οποία του επιβλήθηκε με την με αριθμ. 213/9-11-1999 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής επαρχίας Fieri Αλβανίας για ληστεία κατά συναυτουργία. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στη Δικαστική Φυλακή Μαλανδρίνου με το με αριθμ. 2/2008 ένταλμα συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Λαμίας, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, με την υπ' αριθμ. 2331/1/10-12-2008 ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής πρεσβείας στην Αθήνα, η υπ' αριθμ. 450/3/23-1-2008 σχετική αίτηση- έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας με το 149953 ΦΕΑ 1233/17-12-2008 έγγραφο του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο Αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1) η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 96/12-4-2005 απόφαση του Πρωτοδικείου Fieri Αλβανίας, η οποία επικυρώθηκε με την 103/27-7-2000 απόφαση του Εφετείου Αυλώνα Αλβανίας και έγινε εκτελεστή με το από 24-11-1999 ένταλμα της Εισαγγελίας της δικαστικής επαρχίας Fieri Αλβανίας 2) οι εφαρμοστέες ποινικές διατάξεις του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, που αφορούν τη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 50 και 139 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στην αξιόποινη πράξη και την προβλεπόμενη ποινή για τη πράξη αυτή της ληστείας, για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, οι διατάξεις δε αυτές επισυνάπτονται στην αίτηση σε πρωτότυπο και σε μετάφραση στην Ελληνική, η οποία, όπως βεβαιώνεται, έγινε επισήμως από το Αλβανικό κείμενο, 3) το από 22-12-2008 πιστοποιητικό γεννήσεως του εκζητουμένου, του Ληξιαρχείου Αργυρόκαστρου Αλβανίας. Δηλαδή προσκομίζονται όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί ο εκζητούμενος είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται η κατά συναυτουργία ληστεία από τα άρθρα 1, 14, 26, 45 και 380 παρ. 1 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη. Περαιτέρω από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές, για το οποίο έχει χωρήσει η πιο πάνω καταδίκη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος. Ο εκζητούμενος, ήταν απών κατά την εκδίκαση της υποθέσεως του, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, τουλάχιστον στον πρώτο βαθμό. Όμως, από τα παραπάνω δικαιολογητικά έγγραφα που διαβιβάστηκαν από τις Αλβανικές Αρχές και προσάγονται σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, σε μορφή τηλεομοιοτυπίας, προκύπτουν και τα παρακάτω: 1) Με τη με αριθ. 465/2/4-12-2008 αίτηση του Αλβανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, διαβιβάζονται μεν τα σχετικά έγγραφα εκδόσεως του εν λόγω εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου, συλληφθέντος στην Ελλάδα, αλλά σαφώς σημειώνεται, "Το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Αλβανικής Δημοκρατίας σας ανακοινώνει ότι δεν υποβάλει αίτηση για την έκδοση από την Ελλάδα στην Αλβανία του Αλβανού υπηκόου ....". 2) Με την 2331/1/11-12-2008 Ρηματική Διακοίνωση της στην Αθήνα Αλβανικής πρεσβείας, διαβιβάζεται απλώς η άνω αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, μαζί με τα δικαιολογητικά, χωρίς να διευκρινίζεται αν τελικά ζητείται ή όχι η έκδοση του εν λόγου υπηκόου τους. 3) Από το 4531/3/26-1-2008 έγγραφο του Γενικού Εισαγγελέα Αλβανίας και με τις προσκομιζόμενες δικαστικές αποφάσεις, προκύπτει, ότι με τη με αριθ. 103/27-6-2000 απόφαση του Εφετείου Αυλώνας, απορρίφθηκε έφεση του εκζητουμένου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με αριθ. 263/9-11-1999 του Πρωτοδικείου του Fieri Αλβανίας και ότι το ένταλμα για την εκτέλεση της άνω αποφάσεως του αρμόδιου Εισαγγελέα της Αλβανίας εκδόθηκε στις 24-11-1999 και όχι μεταγενέστερα της εκδόσεως της άνω απορριπτικής αποφάσεως του Εφετείου, ενώ δεν προσάγεται ουδέν πιστοποιητικό τελεσιδικίας της εν λόγω αποφάσεως, με συνέπεια να δημιουργούνται στο Δικαστήριο αμφιβολίες, αν είναι ή όχι εκτελεστή η πρωτοβάθμια απόφαση, κατά το νόμο της Αλβανίας. 4) Από τις προσκομιζόμενες δύο ως άνω σχετικές δικαστικές αποφάσεις της Αλβανίας, δεν προκύπτει σαφώς αν ο εκζητούμενος Αλβανός υπήκοος, δικάστηκε παρών ή απών, αν κλήθηκε νόμιμα ή αν εκπροσωπήθηκε νόμιμα από συνήγορο υπερασπίσεως, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Αλβανίας, για να κριθεί αν παραβιάστηκαν υπερασπιστικά του δικαιώματα και οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 2 του 7ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, όπως διατείνεται με το υπόμνημά του ο συνήγορος του εκζητουμένου αλλοδαπού. Συνεπεία των παραπάνω, κατά παραδοχή και σχετικού αιτήματος αναβολής του εκκαλούντος, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινόμενης εφέσεως, κατά το άρθρο 444 ΚΠοινΔ, για να ζητηθούν και προσκομισθούν από το εκζητούν κράτος, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, συμπληρωματικές πληροφορίες και διευκρινίσεις σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα, όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της με αριθμ. 1/23-12-2008 εφέσεως του εκζητούμενου ...., κατά της υπ' αριθ. 2/23-12-2008 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες που θα προσκομιστούν σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, από το εκζητούν Κράτος της Αλβανικής Δημοκρατίας και ειδικότερα: 1) Τη διευκρίνιση αν τελικά υποβάλλεται ή όχι αίτημα του άνω κράτους περί εκδόσεως του εν λόγω Αλβανού υπηκόου. 2) Να προσκομισθεί πιστοποιητικό του αρμοδίου υπαλλήλου του Δικαστηρίου Fieri Αλβανίας περί του ότι η με αριθ. 263/ 9-11-1999 απόφαση που καταδίκασε τον εκζητούμενο είναι τελεσίδικη και εκτελεστή. 3) Τη διευκρίνιση από την αρμόδια Δικαστική Αρχή της Αλβανίας, αν ο εκζητούμενος-κατηγορούμενος, κλήθηκε ή όχι να παραστεί κατά την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας για ληστεία, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αν ο ίδιος άσκησε έφεση κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως και αν τυχόν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο ή διορισθέντα από το Δικαστήριο συνήγορο υπερασπίσεως και στα δύο δικαστήρια. Τάσσει προθεσμία τριάντα (30) ημερών, για να περιέλθουν οι πληροφορίες αυτές στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τη δημοσίευση της παρούσας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου. Αναβάλλει οριστική απόφαση και ζητεί την προσκόμιση, εντός 30 ημερών, από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων και πληροφοριών για την υπόθεση του εκζητούμενου στην Αλβανία, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Έκδοση
Έκδοση.
2
Αριθμός 243/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 και 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φλεβάρη, κατά της υπ'αριθμ. 89/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 55/5-Νοεμβρίου 2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Δωδεκανήσου ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1817/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί της αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμό 55/5-11-2008 ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου έφεση, κατά της υπ' αριθμό 89/4-11-2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις δικαστικές αρχές της Νότιας Περιφέρειας Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του εκζητούμενου ..., πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στην ουσία. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 436 Κ.Π.Δ, αν δεν υπάρχει διεθνής σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 437 επ. του ιδίου Κώδικα, τα οποία εφαρμόζονται και όταν υπάρχει σύμβαση, όπου δεν αντιτίθενται σ' αυτή, καθώς και σε όσα σημεία δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, οι λόγοι της εφέσεως πλήττουν τη διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αποφαίνεται υπέρ της εκδόσεως του εκζητουμένου-εκκαλούντος και συνεπώς η υπόθεση μεταβιβάζεται κατά το μέρος αυτό στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ως εκ της εκτάσεως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως(άρθρο 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ). Στην προκείμενη περίπτωση, που εισάγεται προς κρίση αίτημα κράτους των ΗΠΑ για έκδοση του εν λόγω αλλοδαπού, ... υπηκόου, που συνελήφθη στις 15-10-2008 στη ... και έκτοτε κρατείται στην Ελλάδα, εφαρμογή έχει η από 6-5-1931 διμερής συνθήκη μεταξύ Ελλάδος και ΗΠΑ " περί αμοιβαίας εκδόσεως εγκληματιών...." κυρωθείσα δια του ν. 5554/1932, που εξακολουθεί να ισχύει, εφόσον δεν καταγγέλθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη μετά την πάροδο πενταετίας και δεν έχει ακόμη κυρωθεί με νόμο η υπογραφείσα στην Ουάσιγκτον την 25-6-2003 συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ΗΠΑ περί εκδόσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 1 της ισχύουσας ως άνω Συνθήκης, προκύπτει ότι η έκδοση επιτρέπεται μόνο για τα εγκλήματα που ορίζονται ειδικώς στο άρθρο 2 της Συνθήκης και τελέσθηκαν εντός των ορίων της δικαστικής αρμοδιότητας ενός των συμβαλλομένων μερών και για πρόσωπο το οποίο έχει καταφύγει ή ανακαλύφθηκε στο έδαφος άλλου κράτους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 της Συνθήκης εκδίδονται κατά τις διατάξεις αυτής, τα άτομα που διώκονται ή καταδικάσθηκαν για ένα από τα περιοριστικά αναφερόμενα σε αυτά εγκλήματα (κακουργήματα) ή πλημμελήματα και επομένως δεν επιτρέπεται η έκδοση για άλλα εγκλήματα που ζητείται με την αίτηση του ξένου κράτους, αν δε διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 386, 386Α του Π.Κ, προκύπτει ότι δε στοιχειοθετείται απάτη με υπολογιστή, αλλά κοινή απάτη, στην περίπτωση που, χωρίς να γίνεται επέμβαση στη διαμόρφωση του προγράμματος ή στην εφαρμογή του, χρησιμοποιείται ο υπολογιστής ως μέσον ή όργανο προς παραπλάνηση τρίτου, ο οποίος προβαίνει σε περιουσιακή διάθεση που επιφέρει αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη τρίτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η εγκληματική δραστηριότητα του εκζητούμενου συνίσταται στο ότι αυτός μαζί με άλλα άγνωστα πρόσωπα, στο χρονικό διάστημα από 1 Σεπτεμβρίου 2007 έως περίπου τις 10 Μαϊου 2008, στις Κομητείες ..., ..., ... και ..., στη Νότια Περιφέρεια της Φλόριντα, με τη χρήση του διαδικτυακού παρωνυμίου "...", έλαβε μέρος σε πολυεθνική διαδικτυακή εγκληματική επιχείρηση δοσοληψίας κλεμμένων αριθμών πιστωτικών καρτών και άλλων προσωπικών κωδικών αναγνώρισης μέσω διαδικτύου και συγκεκριμένα υπέκλεπτε, με χρήση Η/Υ και άγνωστο τεχνικά τρόπο, κατά τις γενόμενες συναλλαγές τρίτων δια μέσω του διαδικτύου, τους αριθμούς, τους κωδικούς και τα προσωπικά στοιχεία ταυτότητας των συναλλασσομένων 326 κατόχων πιστωτικών καρτών, που βρέθηκαν μέσα σε ηλεκτρονικά μηνύματα που ο εκκαλών, αλλοδαπός από το ... όπου κατοικούσε, μέσω Η/Υ που είχε στην κατοικία του, δια του διαδικτύου, στη συνέχεια διοχέτευε, πουλώντας τα σε τρίτα πρόσωπα με χρηματική αμοιβή του, μέσω ψηφιακού νομίσματος, υπολογιζόμενου του παράνομου οφέλους αυτού που τελικά υπερβαίνει το ποσό περίπου των 12.000 ευρώ, που τελικά επιβαρύνθηκαν συγκεκριμένες τράπεζες των ΗΠΑ. Στη συνέχεια τα πρόσωπα αυτά διενεργούσαν απάτες και μάλιστα παράνομες εμπορικές συναλλαγές- αγορές με τους αριθμούς των πιστωτικών καρτών και τα απόρρητα προσωπικά στοιχεία των κατόχων τους, οι οποίοι αντί αυτών χρεωνόντουσαν με την αξία των αγοραζομένων προϊόντων, και με αντίστοιχη ζημία των δικαιούχων των πιστωτικών καρτών, αλλά και των πιστωτικών ιδρυμάτων που είχαν εκδώσει τις πιστωτικές κάρτες. Η εγκληματική αυτή δραστηριότητα του εκζητούμενου, η οποία κατά τον ως άνω τρόπο εκδηλώθηκε στην Νότια Περιφέρεια της Πολιτείας Φλόριντα, συνιστά το έγκλημα της άμεσης συνέργιας σε πλημμεληματική απάτη κατ' εξακολούθηση, και περιλαμβάνεται στα εγκλήματα που ορίζονται ειδικώς στο άρθρο 2 της ως άνω Συνθήκης (περ.21). Η πράξη αυτή, σύμφωνα με τον ελληνικό Π.Κ, είναι πλημμέλημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 εδ.β, 98 και 386 του ελληνικού Ποινικού Κώδικα, συμπεριλαμβάνεται στα αδικήματα που αναφέρει η ως άνω Συνθήκη και η νομοτυπική της μορφή, στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα, καλύπτει τη τέλεση της πράξεως με όλους τους τρόπους που αναφέρονται στην Συνθήκη αυτή. Οι πράξεις δε αυτές, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις του ποινικού νόμου της πολιτείας της Φλόριντα, και συγκεκριμένα: 1) του δόλου και συνέργιας με χρήση συσκευής πρόσβασης, κατά παράβαση του 18 USK (Αμερικανικού Κώδικα) 1029 (a) (2), 2) του δόλου και συνέργειας με χρήση συσκευής πρόσβασης κατά παράβαση του 18 USK 1029, (α) (3) και του 18 USK, 3) της κλοπής ταυτότητας και συνέργειας κατά παράβαση του 18 USK 1028(α) (7), ( ) (3) (Λ) ΚΑΙ (d) (7) (d) και του 18 USK 2, με προβλεπόμενες ποινές φυλακίσεως 10, 10 και 15 ετών αντίστοιχα και, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στο πιο πάνω χρονικό διάστημα, από 1 Σεπτεμβρίου 2007 έως τις 10 Μαϊου 2008 σε διάφορες πόλεις της Νότιας Περιφέρειας της Φλόριντα. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του εκκαλούντος, που συνιστούν τον πρώτο και τρίτο λόγο εφέσεως, και ειδικότερα: α) ότι τα εγκλήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του, δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που ορίζονται στην Συνθήκη και β) ότι τα εγκλήματα αυτά, δεν θεωρούνται αξιόποινες πράξεις και κατά τον ελληνικό Π.Κ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. Επειδή, κατά το άρθρο 11 της ανωτέρω Συνθήκης, αν ο εκζητούμενος είναι απλώς κατηγορούμενος για ορισμένο έγκλημα και όχι κατάδικος, η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συνοδεύεται από κυρωμένα αντίγραφα του εντάλματος συλλήψεως αυτού, και των καταθέσεων με βάση τις οποίες εκδόθηκε το ένταλμα, καθώς και κάθε άλλης μαρτυρίας ή αποδείξεως που κρίνεται χρήσιμη για την περίπτωση. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως, δεν επηρεάζεται από την υποβολή μαζί ή μη με την αίτηση και το ένταλμα συλλήψεως του υπό έκδοση προσώπου και των μαρτυρικών καταθέσεων ή άλλων αποδείξεων, με βάση τις οποίες το ένταλμα αυτό εκδόθηκε και οι οποίες επομένως είναι προγενέστερες της εκδόσεώς του και το στηρίζουν. Η μη προσκομιδή στο δικαστήριο των στοιχείων αυτών, δηλαδή κάθε μαρτυρίας ή αποδείξεως που κρίνεται χρήσιμη, ανάγεται 'όχι στο παραδεκτό, αλλά στην ουσιαστική βασιμότητα της αιτήσεως εκδόσεως και παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα γνωμοδοτήσεως κατά της εκδόσεως για τυχόν ανεπάρκεια των αποδείξεων παραπομπής του εκζητούμενου σε δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Συνθήκης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις της άνω διμερούς Συνθήκης και του ερμηνευτικού αυτής πρωτοκόλλου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως εκδόσεως, κρίνει κατά πιθανολόγηση, εάν είναι επαρκείς οι αποδείξεις για τη σύλληψη και την παραπομπή που εκζητούμενου σε δίκη, δηλαδή εάν οι υποβληθείσες αποδείξεις πιθανολογούν την ενοχή του, ενώ ρητά αποκλείεται από το πρωτόκολλο, η δυνατότητα επιλύσεως του ζητήματος ενοχής ή αθωότητας του εκζητούμενου. Ο εκκαλών ζητεί όπως το Συμβούλιο γνωμοδοτήσει κατά της εκδόσεώς του στις ΗΠΑ, λόγω ανεπάρκειας των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν για την παραπομπή του σε δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αριθμό 331/AMS/2008 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, με την από 30-7-2008 ένορκη κατάθεση υποστήριξης του αιτήματος του βοηθού Εισαγγελέα των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Νότια Περιφέρεια της Φλόριντα κ. ...., ζητείται η έκδοση στις Δικαστικές αρχές της Νότιας Περιφέρειας της Φλόριντα των ΗΠΑ, του ..., υπηκόου του κράτους της ..., που γεννήθηκε στο ... της ... στις 25-2-1986 και κατοικεί στο ..., που διώκεται με ένταλμα σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Νότιας Περιφέρειας της Φλόριντα για τα ως άνω αδικήματα. Η σχετική ρηματική διακοίνωση συνοδεύεται από: α) την υπ' αριθμό CR-ZLOCH μήνυση του Ορκωτού Δικαστηρίου με ημερομηνία 5-6-2008, β) την υπ' αριθμό 9 Ομοσπονδιακή απόφαση ποινικής διαδικασίας, γ) το από 30-7-2008 ένταλμα σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ηνωμένων Πολιτειών της Νότιας Περιφέρειας Φλόριντα, δ) αντίγραφα των νόμων που ισχύουν στις ΗΠΑ, που ζητούν την έκδοση και προβλέπουν την τιμωρία των ως άνω πράξεων, ε) την από 17-7-2008 ένορκη κατάθεση του ειδικού πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, που υποστηρίζει το αίτημα για την έκδοση του ήδη εκκαλούντος, στ) την από 30-7-2008 ένορκη κατάθεση υποστήριξης αιτήματος του ... και 2 φωτογραφίες του εκζητούμενου. Τα ως άνω έγγραφα προσκομίζονται σε επικυρωμένα αντίγραφα από τις οικείες αρχές των ΗΠΑ και προσκομίζονται επίσης σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα. Από τα έγγραφα αυτά, που συνοδεύουν την ρηματική διακοίνωση, σε συνδυασμό και με τις ένορκες καταθέσεις του βοηθού Εισαγγελέα των ΗΠΑ, για τη Νότια Περιφέρεια της Φλόριντα ... και ... ειδικού πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, που υποστηρίζουν το σχετικό αίτημα για την έκδοση του ήδη εκκαλούντος, αλλά και από τις εξηγήσεις που έδωσε ο εκζητούμενος, τόσον ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, όσον και ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, πιθανολογείται η από μέρους του εκζητούμενου διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται με το ένταλμα συλλήψεως. Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα σχετικοί λόγοι της εφέσεως, τέταρτος και έκτος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 της Συνθήκης, με την οποία ορίζεται ότι " ουδείς δύναται να δικασθεί για έγκλημα ή πλημμέλημα που διαπράχθηκε προ της εκδόσεως, άλλο από εκείνο το οποίο δικαιολόγησε την έκδοσή του", σε συνδυασμό με το διάταξη της παρ.1 του άρθρου 440 του Κ.Π.Δ, σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται μόνο με τον όρο ότι εκείνος που εκδίδεται δεν θα καταδιωχθεί ή καταδικασθεί στο κράτος στο οποίο εκδίδεται, ούτε θα παραδοθεί σε τρίτο κράτος για άλλες πράξεις που τελέστηκαν πριν την έκδοσή του, εκτός από εκείνη για την οποία εκδίδεται, συνάγεται ότι καθιερώνεται η αρχή της ειδικότητας, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση εκδόσεως του εκζητούμενου προσώπου, το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να διωχθεί, και πολύ περισσότερο να δικασθεί για άλλες πράξεις, πέραν εκείνων, για τις οποίες το συγκεκριμένο αυτό πρόσωπο εκδίδεται, γεγονός το οποίο τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που, άλλωστε, διαλαμβάνεται στην απόφαση με σχετική διάταξη, ότι σε περίπτωση παραδοχής του αιτήματος εκδόσεως, ο εκζητούμενος θα διωχθεί ή θα δικασθεί μόνο για τις πράξεις για τις οποίες και μόνο αυτός εκδίδεται. Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος και πέμπτος λόγοι της εφέσεως με τους οποίους παραπονείται ο εκκαλών, και ειδικότερα το μεν ότι παραβιάζεται η αρχή της ειδικότητας, το δε ότι προηγήθηκε ήδη του υπό κρίση αιτήματος περί εκδόσεως του ήδη εκκαλούντος, ανάλογο αίτημα της Πολιτείας της Νέας Υόρκης των Η.Π.Α, το οποίο έγινε κατά ένα μέρος δεκτό, με την υπ' αριθμό 67/2008 απόφαση( σε συμβούλιο) του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο, γιατί, πέραν των ως άνω δεκτών γενομένων, και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι οι πράξεις για τις οποίες έγινε δεκτό προηγούμενο ανάλογο αίτημα των δικαστικών αρχών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, περί εκδόσεως του ιδίου του εκκαλούντος, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ, ανεξάρτητα του αυτού χαρακτηρισμού των πράξεων, ως αδικημάτων της κατ' εξακολούθηση τελούμενης, άμεσης συνέργιας σε απάτη και της ταυτότητος του προσώπου του εκζητούμενου, οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η εκ νέου έκδοσή του, στις δικαστικές αρχές της Νότιας Περιφέρειας της Φλόριντα, διαφέρουν προδήλως, ως προς το χρόνο και τον τόπο τελέσεώς τους, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν. Σύμφωνα λοιπόν με όλες τις προηγούμενες σκέψεις, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, κατά την πιο πάνω διεθνή σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠΔ, για την έκδοση του εκκαλούντος, στις Δικαστικές αρχές της Πολιτείας της Νότιας Περιφέρειας της Φλόριντα των Η.Π.Α. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και γι αυτό οι αντίθετοι ισχυρισμοί του, καθώς και η έφεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι, επιβληθούν δε σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την υπ' αριθμό 55/5-11-2008 έφεση, κατά της υπ' αριθμό 89/4-11-2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Δικαστικές Αρχές της Νότια Περιφέρειας Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, του εκζητουμένου - εκκαλούντος ... ή ... ή ..., που γεννήθηκε στο ... της ...στις 25-02-1986 και κατοικεί στο .... Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009 και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 28 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση Ουκρανού υπηκόου στις δικαστικές αρχές της Νότιας Περιφέρειας Φλόριντα των Η.Π.Α., προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ’ εξακολούθηση. Αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι εφέσεως. Απορρίπτει κατ’ ουσία την έφεση.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 245/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την προφορική αίτηση του αιτούντος - εκζητουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, για αντικατάσταση της προσωρινής του κρατήσεως με περιοριστικούς όρους. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτό το αίτημα του εκζητουμένου για αποφυλάκιση υπό όρους και τον πληρεξούσιο του αιτούντος - εκζητουμένου, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά της παρούσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη με αριθ. 244/28-1-2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως, επί της με αριθ. 1/23-12-2008 εφέσεως του αιτούντος - εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου ..., κατά της με αριθ. 2/23-12-2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, για να προσκομισθούν, εντός 30 ημερών, τα σε αυτή συμπληρωματικά στοιχεία από τις αιτούσες την έκδοση Αλβανικές Αρχές. Ο εκζητούμενος, δια του συνηγόρου του, παραδεκτά άσκησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, αίτηση αντικαταστάσεως της προσωρινής κρατήσεώς του, με περιοριστικούς όρους. Η αίτηση αυτή, καταχωρηθείσα στα πρακτικά, αρμοδίως εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η πιο πάνω έφεση του εν λόγω αλλοδαπού κρατουμένου εκζητουμένου, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 449 παρ.2, 450 αρ.2 και 451 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 282, 296, 298 παρ.1, 2, 298 και 302 έως 304 του ιδίου Κώδικα και πρέπει να ερευνηθεί κατ'ουσίαν. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσαν ο παραστάς εκζητούμενος και ο συνήγορός του προφορικά, περιλαμβανόμενα στα πρακτικά, αλλά και με το ενώπιον του Συμβουλίου έγγραφο υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 2/2008 απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές του εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου, για να εκτίσει στην Αλβανία ποινή φυλακίσεως έξι ετών και έξι μηνών, η οποία του επιβλήθηκε με την με αριθμ. 213/9-11-1999 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής επαρχίας Fieri Αλβανίας για ληστεία κατά συναυτουργία. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται προσωρινά στη Δικαστική Φυλακή Μαλανδρίνου με το με αριθμ. 2/2008 ένταλμα συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Λαμίας, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, με την υπ' αριθμ. 2331/1/10-12-2008 ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής πρεσβείας στην Αθήνα, η υπ' αριθμ. 450/3/23-1-2008 σχετική αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας με το 149953 ΦΕΑ 1233/17-12-2008 έγγραφο του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ο αιτών είναι μεν στην Ελλάδα αρκετά χρόνια, με την οικογένειά του, στον ... και εργάζεται σε διάφορες αγροτικές εργασίες, κατέχων και νόμιμη άδεια παραμονής και εργασίας, αλλά ενόψει του ότι ζητείται η έκδοσή του για έκτιση στην Αλβανία ποινής φυλακίσεως έξι ετών και έξι μηνών, με βάση τελεσίδικη απόφαση, για αδίκημα ένοπλης ληστείας, κατά συναυτουργία, επιβατών λεωφορείου προερχομένων από Ελλάδα και τραυματισμό αντισταθέντος επιβάτη με μαχαίρι και ενόψει του ότι είναι αλλοδαπός, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, (τεσσάρων μελών έναντι ενός), η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, θεωρουμένου του αιτούντος ως υπόπτου φυγής. Κατά τη γνώμη, όμως, του μέλους του Συμβουλίου τούτου, Αρεοπαγίτη, Νικολάου Ζαϊρη, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 449 και 291 του Κ.Π.Δ, προκειμένου να αντικατασταθεί η προσωρινή κράτηση του εκζητουμένου, με περιοριστικούς όρους, και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη η προφορική αίτηση του. Τούτο, γιατί, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αιτών διαμένει μονίμως από του έτους 1998, αφότου εισήλθε στην Ελλάδα, στον ..., όπου και κατοικεί μονίμως. Στο διάστημα αυτό της δεκαετούς παραμονής του, έχει τελέσει γάμο με ομοεθνή του και έχει αποκτήσει ένα κορίτσι ηλικίας σήμερα 5 ετών. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα, δεν έχει να επιδείξει οποιαδήποτε αντικοινωνική συμπεριφορά, διάγει με τη οικογένεια του και με τους λοιπούς συγγενείς του ησύχως, και διατηρεί με αυτούς άριστες οικογενειακές σχέσεις. Ο ίδιος ασχολείται με αγροτικές εργασίες, προσφέρων τις υπηρεσίες του σε τρίτους και από το εισόδημα της εργασίας του, συντηρεί την οικογένεια του. Σημειώνεται ότι από τις οικείες αστυνομικές αρχές του τόπου της διαμονής του, βεβαιώνεται ότι δεν είναι πρόσωπο ανεπιθύμητο, το οποίο ενδεχομένως να δημιουργούσε προϋποθέσεις για την απέλαση του. Όντας λοιπόν γνωστής διαμονής, αφού από της εγκαταστάσεως του στον ... από του έτους 1998 μέχρι και σήμερα, έχει σταθερή και μόνιμη διαμονή και δεδομένου ότι δεν κρίνεται ύποπτος φυγής, και ούτε υπήρξε φυγόδικος ή φυγόποινος, δεν πιθανολογείται ότι αν αφεθεί ελεύθερος, εωσότου εκδικασθεί κατ' ουσία η έφεση του, από το Συμβούλιο τούτο, η συζήτηση της οποίας αναβλήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα, αυτός θα διαπράξει οποιοδήποτε άλλο έγκλημα. Σημειώνεται, ότι η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά την κρίση του μειοψηφούντος μέλους, κατά το παρόν στάδιο υπάρχουν αμφιβολίες, περί του αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση έκδοσης και μάλιστα ως προς την ύπαρξη των απαιτουμένων δικαιολογητικών εγγράφων προς έκδοση, την οποία εξετάζει κατά το άρθρο 450 παρ. β του Κ.ΠΔ, να αναβάλει την οριστική απόφαση του, για να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία και πληροφορίες και να διατάξει την προσωρινή απόλυση του εκζητουμένου. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτηση και να διαταχθεί η αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως, κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση απόφασης αυτού του Συμβουλίου, επί της εφέσεως του, με τους περιοριστικούς όρους: α) της απαγόρευσης της αποδημίας του στην αλλοδαπή, β) της περιοδικής εμφάνισης του μία φορά την εβδομάδα, στο Α.Τ.Τάξης του τόπου της διαμονής του, γ) της καταβολής εγγυοδοσίας από 10.000 ευρώ, εντός προθεσμίας 10 ημερών και δ) της παράδοσης του διαβατηρίου του, στο οικείο Αστυνομικό τμήμα, εντός 5 ημερών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφίαν, την από 28-1-2009 αίτηση του εκζητουμένου ..., για αντικατάσταση της προσωρινής του κρατήσεως με περιοριστικούς όρους. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση προσωρινής απόλυσης εκζητουμένου, ασκηθείσα μετά την αναβολή επί της αιτήσεως εκδόσεως, για προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων εντός 30 ημερών. Νόμιμη κατά τις διατάξεις των άρθρων 449 παρ. 2, 450 παρ. 2 και 451 ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 282, 296, 298 παρ. 1, 2, 302-304 ΚΠΔ. Απορρίπτεται η αίτηση κατά πλειοψηφία, ως αβάσιμος κατ΄ ουσίαν διότι ο εκζητούμενος από την Αλβανική Δημοκρατία Αλβανός υπήκοος για έκτιση στην Αλβανία ποινής 6 ετών και 6 μηνών, για έγκλημα ληστείας, κρίνεται ύποπτος φυγής.
Έκδοση
Έκδοση.
1
Αριθμός 248/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, για αναίρεση της 2384/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1848/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ όπως ισχύει, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα όμως αυτή που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 68 παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ιδίου Κώδικα, και 914, 932 του ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής που γίνεται είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει εκείνος που προβαίνει σ' αυτή, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξεως ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη με την οποίαν προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού, ο οποίος ως μόνος ενεργητικά νομιμοποιούμενος μπορεί να προβεί σε δήλωση παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγων. Δηλαδή απαιτείται να αντλεί το δικαίωμα αποζημιώσεως ευθέως και αμέσως από "προσωπικό βίωμα" της εγκληματικής προσβολής και όχι από κάποια ενδιάμεση σχέση ή αντανακλαστικά και έμμεσα. Εξ άλλου από το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα (αρθρ. 224 παρ. 2 ΠΚ), όταν λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης, υφίσταται άμεσα ηθική βλάβη, με την παραπάνω έννοια, εκείνος μόνο που ήταν διάδικος στην ποινική δίκη στην οποίαν κατατέθηκαν τα ψευδή, διότι η ψευδής μαρτυρία επηρεάζει άμεσα μόνο τις σχέσεις των διαδίκων και όχι τις σχέσεις του ψευδορκήσαντος και τρίτου προσώπου μη διαδίκου. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα από το διατακτικό αυτής, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ...., μετά από άσκηση έφεσης κατά της υπ' αρίθμ.2127/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, συνισταμένης στο ότι "στις 13-12-2001, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής, αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Υ/Β .... του Α.Τ. Νάουσας, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα κατέθεσε ότι οδηγός του υπ' αρίθμ. .... Φ.Ι.Χ αυτοκινήτου, κατά τη στιγμή της διάπραξης της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ήταν ο ...., ενώ το αληθές ήταν πως το επίδικο όχημα το οδηγούσε ο ....". Σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, την πράξη αυτή τέλεσε "προκειμένου να αποφύγει αυτός τις συνέπειες του ατυχήματος που προκάλεσε από την οδήγηση του εν λόγω αυτοκινήτου χωρίς άδεια οδηγήσεως και ειδικότερα να στερήσει από την ασφαλιστική εταιρία το δικαίωμα να αξιώσει από το γιο του τις όποιες αξιώσεις της". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο .... δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση, αιτούμενος το συμβολικό ποσό των 6 ευρώ, που του επιδικάσθηκε και πρωτοδίκως (με επιφύλαξη) "λόγω της ψυχικής οδύνης που του προκάλεσε η δικαζόμενη πράξη" το οποίο και του επιδικάσθηκε κατά τα προεκτεθέντα. Όμως, η κατά τα ανωτέρω φερόμενη ως τελεσθείσα, κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, δεν επηρεάζει άμεσα το δικαίωμα του να διεκδικήσει χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που τυχόν υπέστη από το θάνατο του οικείου του και μάλιστα από τον πραγματικό δράστη του εγκλήματος αυτού. Επομένως, ο τελευταίος δεν είναι άμεσα παθών από την πράξη αυτή και δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, για το λόγο δε αυτό παρέστη παράνομα ως πολιτικώς ενάγων στη διαδικασία του ακροατηρίου του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα κατ' αρθρ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' (σε συνδ. προς αρθρ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ) πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2384/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε καl αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του στις 28 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα στα πλαίσια της προανάκρισης. Απόλυτη ακυρότητα από παράσταση πολιτικώς ενάγοντος στο Δικαστήριο, αφού δεν είναι άμεσα παθών. Αναιρεί απόφαση Εφετείου.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 232/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκγ, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της με αριθμό 13.385/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 288/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, αρκεί να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 13.385/2007 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που, κατ' είδος, μνημονεύει, εκήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη παράνομης βίας και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι η κατηγορουμένη διέπραξε την αξιόποινη πράξη της παράνομης βίας που αποδίδεται σ' αυτήν με το κατηγορητήριο, γιατί προέκυψε ότι στη .... τον Οκτώβριο του έτους 2001, με πρόθεση χρησιμοποιώντας απειλή παράνομης πράξης, εξανάγκασε άλλο σε πράξη για την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση. Ειδικότερα με την απειλή της παράνομης απόλυσης από την επιχείρηση της, με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΖΩΗ ΑΕ" στην οποία εργαζόταν η εγκαλούσα .... με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ως βοηθός λογιστή από το Σεπτέμβριο του έτους 1999, εξανάγκασε την εγκαλούσα να δεχθεί να αναλάβει τη διαχείριση της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΗΤΑ ΤΟΠ ΕΠΕ" συμφερόντων της ίδιας (κατηγορουμένης) και εντεύθεν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη θέση του διαχειριστή και ιδίως τις ασφαλιστικές οφειλές προς το ΙΚΑ, ενώ τέτοια υποχρέωση η εγκαλούσα όντας απλή υπάλληλος δεν είχε. Η κατηγορουμένη εκδήλωσε ενδιαφέρον να εισαγάγει την εταιρία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΖΩΗ ΑΕ" στο χρηματιστήριο και έπρεπε να μην φαίνεται και ότι και στην εταιρία "ΒΗΤΑ ΤΟΠ ΕΠΕ", που παρουσίαζε οφειλές στο Δημόσιο και το ΙΚΑ, λόγω δε του ότι τον Οκτώβριο του έτους 2001 ήρθε σε ρήξη με το συνεταίρο της και προηγούμενο διαχειριστή της "ΒΗΤΑ ΤΟΠ ΕΠΕ", ...., πρότεινε στην εγκαλούσα να αναλάβει τυπικά τη διαχείριση της εν λόγω εταιρίας, ενώ την ουσιαστική διαχείριση θα εξακολουθούσε να ασκεί η ίδια. Επειδή δε η εγκαλούσα αρνήθηκε την απείλησε πως θα την απολύσει και κάτω από την απειλή αυτή δέχθηκε η εγκαλούσα να εμφανιστεί ως τυπική διαχειρίστρια της εταιρίας, η οποία ας σημειωθεί εκείνο το χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, λόγω του ότι μετά τον επισυμβάντα τον Ιανουάριο του έτους 2001 θάνατο του πατέρα της ανέλαβε τη δαπάνη διατροφής και της μη εργαζόμενης μητέρας της. Η ανάληψη της διαχείρισης εκ μέρους της εγκαλούσας είχε ως συνέπεια να ασκηθούν σε βάρος της ποινικές διώξεις για τις ασφαλιστικές οφειλές προς το ΙΚΑ που άγγιζαν το ποσό 280.000 ευρώ και να καταδικασθεί αυτή σε πρώτο βαθμό με τις υπ. αριθμ. 30.677/2006 και 30.675/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σε δεύτερο δε βαθμό να αθωωθεί με τις, υπ. αριθμ. 6869/2007 και 6867/2007 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δεχόμενο το Δικαστήριο στις τελευταίες δύο αποφάσεις, πως εν τοις πράγμασι διαχειρίστρια της εταιρίας "ΒΗΤΑ ΤΟΠ ΕΠΕ", ήταν η κατηγορουμένη η οποία και εξανάγκασε με την απειλή της παράνομης απόλυσης την εγκαλούσα να εμφανισθεί ως διαχειρίστρια της εταιρίας. Χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς της κατηγορουμένης είναι και το γεγονός, ότι ενώ μαζί με την απειλή προς την εγκαλούσα της έδωσε και την υπόσχεση πως τα χρέη της "ΒΗΤΑ ΤΟΠ ΕΠΕ", θα τα αναλάβει η ίδια, εν τούτοις το έτος 2004, βλέποντας πως οι επιχειρήσεις της ήταν ζημιογόνες εξαφανίστηκε και εγκαταστάθηκε στην ....., αδιαφορώντας τελείως για τις οφειλές προς το ΙΚΑ που τη βάρυναν και για τις οποίες θα καλούνταν να τις καταβάλει η εγκαλούσα, παρότι ουσιαστική ευθύνη δεν έφερε. Για την απειλή που δέχθηκε η εγκαλούσα σαφείς και πειστικές υπήρξαν οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ενώ το Δικαστήριο με βάση τη σχέση του μέσου που χρησιμοποιήθηκε προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, κρίνει ότι η απειλή αυτή είναι και παράνομη, αφού η απειλούμενη πράξη, απόλυση της εγκαλούσας χωρίς λόγο, είναι αντίθετη προς επιτακτικό κανόνα δικαίου και καταχρηστική. Άλλωστε σύμφωνα και με τη νομολογία η απειλή είναι παράνομη και όταν ο δράστης έχει το δικαίωμα να τελέσει το κακό, αλλά ενεργεί καθ' υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 618/1988 ΠΧ ΛΗ 737, και ΑΠ 1545/86 ΠΧ ΛΖ 370, ΑΠ 1347/84 ΠΧ ΛΕ 358, Μαγκάκης 532), χωρίς να απαιτείται να είναι αξιόποινη, αρκεί να είναι και απλώς ανήθικη ή απρεπής (Μπουρόπουλος β' 563) και γενικά να αποδοκιμάζεται από την κοινωνική ηθική. Μετά τις παραπάνω παραδοχές, η κατηγορουμένης πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης που της αποδίδεται". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις διατάξεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 330 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι το σκεπτικό και το διατακτικό είναι απλή επανάληψη του κατηγορητηρίου, καθόσον ειδικά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, διελαμβάνονταν πραγματικά περιστατικά πέραν των αναφερομένων στο κατηγορητήριο, επιπρόσθετα αναφέρονται και αναλύονται με σαφήνεια πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, η οποία είχε προσλάβει στην επιχείρησή της, με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΖΩΗ Α.Ε.", την εγκαλούσα ...., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και συγκεκριμένα ως βοηθό λογιστή, την εξανάγκασε, με την απειλή της παράνομης απόλυσης, να αναλάβει τη διαχείριση της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΗΤΑ ΤΟΠ ΕΠΕ", συμφερόντων της ίδιας της κατηγορουμένης και αιτιολογείται πλήρως γιατί το έκανε αυτό, καθώς και ότι, σαν αποτέλεσμα αυτής της απειλής, η εγκαλούσα εξαναγκάσθηκε να αναλάβει τη διαχείριση αυτή και να υποστεί της επιζήμιες συνέπειες της θέσης αυτής όπως ποινικές διώξεις σε βάρος της για ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. της ως άνω εταιρείας. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 43/2008 αίτηση της ...., για αναίρεση της υπ' αρ. 13.385/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη βία (330 ΠΚ). Απορρίπτει το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βία παράνομη.
0
Αριθμός 222/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 197/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1468/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 468/09.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 5 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως του Χ κατά του υπ'αριθμ. 197/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Η ανωτέρω αίτησις αναιρέσεως έχει ασκηθή εμπροθέσμως, νομοτύπως και συνεπώς είναι τυπικώς παραδεκτή. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη η από 29 Ιουνίου 2008 αίτησις του ανωτέρω αναιρεσείοντος, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, διά της υπ'αριθμ. 705/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, διά της οποίας κατεδικάσθη διά συκοφαντικήν δυσφήμησιν και επεβλήθη εις αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, μετατραπείσα εις χρηματικήν προς 4,40 ευρώ ημερησίως. ΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ προκύπτει, ότι η άσκησις διαδοχικώς δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιον δικαστήν εις την ιδίαν υπόθεσιν, παραβιάζει την αρχήν της αμεροληψίας του δικαστού που διασφαλίζεται υπό της ανωτέρω διατάξεως (ΕΔΔΑ αποφ. Petote Pellon κατά Ισπανίας της 25/7/2002, αποφ. Rojas Morales κατά Ιταλίας της 16/11/2000, αποφ. Tierce και άλλοι κατά Αγίου Μαρίνου της 25/7/2000, αποφ. Procola κατά Λουξεμβούργου της 25/9/1995 (Serie A No 326), Π Λογ 2002 σελ. 2672, 2001 σελ. 2599 και 2598, ΝοΒ 46 σελ. 745 αντιστ. κ.ά., Ι. Τζεβελεκάκη, Η θεσμική διασφάλισις της αμεροληψίας του δικαστού, ΝοΒ ενθ'ανωτ. κ.ά.). Συνεπώς η συμμετοχή εις την σύνθεσιν δικαστικού συμβουλίου δικαστού, ο οποίος εις προγενέστερον διαδικαστικόν στάδιον της αυτής υποθέσεως ήσκησε δικαιοδοτικά καθήκοντα, δημιουργεί απόλυτον ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου (άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ.), η οποία καθιδρύει τον υπό της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως (Α.Π. 1870/2007, 1312/2007, 1543/1999 Πραξ Λογ ΠΔ 2007 σελ. 637, Ποιν Δικ 2008 σελ. 132, 2000 σελ. 206 αντιστ. κ.ά.). ΙΙΙ. Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο αναιρεσείων διά της υπ'αριθμ. 705/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου κατεδικάσθη διά συκοφαντικήν δυσφήμησιν και επεβλήθη εις αυτόν ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, η οποία μετετράπη εις χρηματικήν προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων ήσκησεν έφεσιν, η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτος διά της υπ'αριθμ. 810/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ήσκησεν αίτησιν αναιρέσεως, η οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτος διά της υπ'αριθμ. 1371/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Τοιουτοτρόπως, καταστάσης αμετακλήτου της καταδίκης του διά της άνω υπ'αριθμ. 705/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ήσκησεν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης την από 29 Ιουνίου 2008 αίτησιν επαναλήψεως της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, διά της υπ'αριθμ. 705/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Όπως όμως προκύπτει εις την σύνθεσιν του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, που απέρριψε την ανωτέρω αίτησιν επαναλήψεως της διαδικασίας, μετέσχεν ως προεδρεύουσα η Εφέτης Μαρία Ρώμπη, η οποία είχεν ασκήσει δικαιοδοτικά καθήκοντα επί της υποθέσεως αυτής εις προγενέστερον διαδικαστικόν στάδιον. Συγκεκριμένως είχε μετάσχει ως μέλος της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, το οποίον διά της ανωτέρω αποφάσεώς του απέρριψεν ως απαράδεκτον την ασκηθείσαν έφεσιν του αναιρεσείοντος κατά της προαναφερθείσης καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Τοιουτοτρόπως εδημιουργήθη απόλυτος ακυρότης λόγω κακής συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, ως εκ της συμμετοχής εις την σύνθεσίν του της Εφέτου Μαρίας Ρώμπη. Συνεπώς πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τον βάσιμον πρώτον αναιρετικόν λόγον περί απολύτου ακυρότητος και να παραπεμφθή η υπόθεσις εις το αυτό Συμβούλιον προς νέαν κρίσιν, συντιθέμενον εξ άλων δικαστών. ΙV. Επειδή κατά το άρθρον 529 ΚΠΔ, αρμόδιον να κρίνη περί της αναστολής ή μη της εκτελέσεως της ποινής είναι το συμβούλιον το οποίον είναι αρμόδιον να κρίνη την αίτησιν επαναλήψεως της διαδικασίας (Α.Π. 807/1989 Ποιν Χρ Μ' σελ. 174 κ.ά.). Συνεπώς το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής που επεβλήθη εις αυτόν διά της υπ'αριθμ. 705/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, είναι απορριπτέον ως απαράδεκτον, αφού απευθύνεται προς το Συμβούλιον του Αρείου Πάγου που δικάζει την σχετικήν αίτησιν αναιρέσεως. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 197/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης και να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών, εκτός των πρότερον δικασάντων. ΙΙ. Να απορριφθή η από 5 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησις του αναιρεσείοντος Χ περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως των 5 μηνών, που επεβλήθη εις αυτόν διά της υπ'αριθμ. 705/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Αθήνα 7 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ προκύπτει ότι η άσκηση διαδοχικώς δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιο δικαστή στην ίδια υπόθεση παραβιάζει την αρχή της αμεροληψίας του δικαστή, που διασφαλίζεται από την ανωτέρω διάταξη. Συνεπώς, η συμμετοχή στη σύνθεση δικαστικού συμβουλίου δικαστή, ο οποίος σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο της αυτής υποθέσεως άσκησε δικαιοδοτικά καθήκοντα, δημιουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου, η οποία καθιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με την 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 4, 40 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 810/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 1371/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Έτσι, αφού κατέστη αμετάκλητη η ως άνω καταδίκη με την ειρημένη 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας την από 29 Ιουνίου 2008 αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία απορρίφθηκε με το 197/2008 βούλευμα του ως άνω Δικαστικού Συμβουλίου. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του ως άνω βουλεύματος, στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας συμμετείχε ως προεδρεύουσα η Εφέτης Μαρία Ρώμπη, η οποία είχε ασκήσει δικαιοδοτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο και, συγκεκριμένα, είχε μετάσχει ως μέλος στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο με την παραπάνω απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του συμβουλίου Εφετών Λάρισας λόγω της συμμετοχής στη σύνθεση του Της Εφέτη Μαρία Ρώμπη. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Επειδή, κατά το άρθρο 529 ΚΠΔ, αρμόδιο να κρίνει για την αναστολή ή μη της εκτελέσεως της ποινής είναι το Συμβούλιο το οποίο είναι αρμόδιο να κρίνει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Κατ' ακολουθίαν, το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι απευθύνεται προς το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, που δικάζει τη σχετική αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 197/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει την από 5 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ για αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως των πέντε μηνών, που επιβλήθηκε σ' αυτόν με την 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών, ως εκ της συμμετοχής στη σύνθεση του εφέτη, που είχε ασκήσει δικαιοδοτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο. Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
Αριθμός 212/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ και πολιτικώς ενάγοντα τον .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1454/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 525/14-11-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 149/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, που ασκήθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθηνών Ευαγγέλου Διον. Νικολόπουλου, κατά του υπ'αριθμ. 1207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 887/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε και τον κατηγορούμενο Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργήματων) Αθηνών, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή, κατά μόνας και από κοινού, β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, γ) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή, τελεσθείσης από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και δ) της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρα 13γ', στ', 45, 94 § 1, 98, 216 § § 1 και 3 εδ. β', 220 § 1 και 224 § § 2 και 1 Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ'αριθμ. 208/24-4-2008 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο έγινε τυπικά δεκτή η έφεση αυτή και απερρίφθη κατ'ουσία. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού ασκήθηκε διά του προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου του ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 § ιβ' και ε' Κ.Π.Δ.). Κατά το άρθρο 216 του ΠΚ, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση εγγράφου, προκειμένου με τη χρήση του να παραπλανηθεί άλλος, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος, ή έννομης σχέσης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 περ.γ' εδ. πρώτο του ΠΚ, έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής, αφού υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου με μηχανικό τρόπο (φωτοτυπικό μηχάνημα). Επομένως, το γεγονός με έννομη συνέπεια, που το πρωτότυπο του εγγράφου προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει, εμφανίζεται και στο φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και άρα μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Ενόψει αυτών, και το ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο, παρότι δεν είναι πρωτότυπο, είναι δυνατόν να καταστεί υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης . Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου, συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντίγραφαν εγγράφου, που έχει νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσης πλαστού εγγράφου (Ολ. ΑΠ 2/2000, ΑΠ 1803/2007, Δημοσίευση ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1000/2006, Δημοσίευση ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 2234/2005, Δημοσίευση ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α και 2β του Ν. 2721/1999, η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον η σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρω και β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρω (ΑΠ 1131/2002 ΠοινΧρον ΝΓ 401, ΑΠ 184/2002 ΠοινΧρον ΝΒ 898). Περαιτέρω, η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του χωρίς να απαιτείται και να λάβει πραγματική γνώση του εν λόγω εγγράφου ή να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος (βλ. ΑΠ 1753/2003 ΠοινΧρον ΝΔ 635). Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 ΠΚ, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται: α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 ΚΠολΔ, έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια η ευπιστία, στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές είτε για τον εαυτό του είτε γα άλλον τρίτο (βλ. ΑΠ 1547/2002 ΝοΒ 2003 528, ΑΠ 507/2000 ΠοινΧρον Ν 977, ΑΠ 147/1998 ΠοινΧρον ΜΗ 777, ΑΠ 1018/1996 ΠοινΧρον ΜΖ 552). Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1-2 ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Στην ψευδορκία μάρτυρα η ένορκη κατάθεση του δράστη μπορεί να αναφέρεται σε αντικειμενικώς αναληθή γεγονότα και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικά ψευδές το-κατατιθέμενο περιστατικό όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε (ΑΠ 591/2001 ΠοινΧρον ΝΒ 131, ΑΠ 603/2000 ΠοινΧρον Ν 1007, ΑΠ 859/1998 ΠοινΧρον ΜΘ 458). Κατά δε το άρθρο 45 Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού"νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΑΠ 50/1990 (σε ολομ) και ΑΠ 810/2006 Π.Χρ. ΝΖ/222). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 98 § 1 Π.Κ. ως αντικ. με άρθρο 14 § 1 Ν.2721/1999, ορίζεται ότι αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 § 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκόπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων (ΑΠ 59/2004, Ποιν. Χρ. ΝΔ/512). Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 98 Π.Κ., όπως προστέθηκε με άρθρο 14 § 1 Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, και στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 § 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 § 6 του Ν.1408/96, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 Κ.Π.Δ., αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 310 § 1 εδ. β', 370 εδ. β', 484 § 2, 511 και 512 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακόμα και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 310 § ιβ του Κ.Π.Δ., αρκεί η αίτηση αναιρέσεως ν'ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ιδίου Κώδικα (Ολομ. ΑΠ 382/1992, 583-585/1992 και ΑΠ 1855/06 Π.Χρ. ΝΖ'/809). Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν.2408/96, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα των υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ'όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1650/2002 Π.Χρ. ΝΓ/613). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προανάκριση (αρθ. 243 §2 ΚΠΔ) και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών πρώτος κατηγορούμενος Χ, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 16.4.2002 μέχρι 5.9.2003, σε ημερομηνία ή ημερομηνίες που ακόμη δεν εξακριβώθηκαν, έχοντας στην κατοχή του μία κανονική με ημερομηνία 16.4.2002, βεβαίωση "Κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοση; δελτίου ταυτότητας", που είχε εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα Παγκρατίου, μέσω του τότε Διοικητή ...., . Ανθυπαστυνόμου, είχε παραλάβει την ίδια αυτή ημερομηνία (16.4.2002) η πρώην σύζυγος του ...., με την οποία βεβαιωνόταν ότι η τελευταία αυθημερόν είχε καταθέσει δικαιολογητικά για την έκδοση του υπ' αριθμ. ... δελτίου ταυτότητας της και η οποία επείχε θέση δελτίου ταυτότητας, έφερε μηχανογραφημένες ενδείξεις προοριζόμενες για χειρόγραφη συμπλήρωση, οι οποίες και ήταν συμπληρωμένες, και την κωδική ένδειξη ΚΑ- 32 (Ε9- 5), στο δε κάτω μέρος του, και συγκεκριμένα κάτω από τη σχετική ένδειξη "ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ", είχε τεθεί από τον Ανθυπαστυνόμο ... η υπογραφή του, ενώ επιπρόσθετα επί της βεβαίωσης αυτής, εκτός από τις χειρόγραφες ενδείξεις και την υπογραφή, υφίσταντο και δύο (2) εντυπώματα στρογγυλής σφραγίδας, από τα οποία το ένα είχε τεθεί επί της φωτογραφίας που υπήρχε στο επάνω και δεξιό μέρος του εντύπου (στο εσωτερικό του οποίου υπήρχε και μία μονογραφή), ενώ το άλλο είχε τεθεί στη σχετική ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ", ένα (1) εντύπωμα σφραγίδας με ενδείξεις "ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ", το οποίο είχε τεθεί στο επάνω ran αριστερό μέρος του εντύπου και συγκεκριμένα στη σχετική ένδειξη "(Τίτλος Υπηρεσίας)", και ένα (Γ) εντύπωμα ατομικής σφραγίδας με ενδείξεις "... ΑΝΘΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΣ", το οποίο είχε τεθεί στη σχετική ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΉΣ", ο κατηγορούμενος με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (Η/Υ), διέγραψε από τη βεβαίωση αυτή τις χειρόγραφες ενδείξεις που βρίσκονταν δίπλα από τα στοιχεία ταυτότητας και όσα άλλα στοιχεία ήθελε και του ήταν απαραίτητα και στη συνέχεια δημιούργησε μία πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας, θέτοντας με συρραφή στο επάνω και δεξιό μέρος αυτής (βεβαίωσης), ήτοι στο μέρος της φωτογραφίας, μία φωτογραφία του ως ιερωμένου και συμπληρώνοντας στη θέση των πραγματικών στοιχείων της πρώην συζύγου του ... διαφορετικά στοιχεία, ειδικότερα δε ανέγραψε ιδιοχείρως, δίπλα από την ένδειξη "ΕΠΩΝΥΜΟ", το επώνυμο "...."και δίπλα από την αντίστοιχη αγγλική ένδειξη ("SURNAME") το επώνυμο αυτό στην αγγλική γλώσσα, δίπλα από την ένδειξη "ΟΝΟΜΑ"το όνομα "...."και δίπλα από την αντίστοιχη αγγλική ένδειξη ("GIVEN NAMES"), το ίδιο αυτό όνομα στην αγγλική γλώσσα ("...."), δίπλα από την ένδειξη "ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΕΡΑ"το όνομα "...."και δίπλα από την αντίστοιχη αγγλική ένδειξη ("FATHER'SNAME") το όνομα αυτό στην αγγλική γλώσσα ("...."), δίπλα από την ένδειξη "ΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ"το επώνυμο "...", δίπλα από την ένδειξη "ΟΝΟΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ"το όνομα "...", δίπλα από την ένδειξη "ΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΕΡΑΣ"το επώνυμο "...", δίπλα από την ένδειξη "ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ (DATE OF BIRTH)"την ημερομηνία "7-12-1960", δίπλα από την ένδειξη "ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ"την "...", δίπλα από την ένδειξη "ΥΨΟΣ"τον αριθμό "180", δίπλα από την ένδειξη "ΔΗΜΟΤΗΣ"τη λέξη "...", δίπλα από την ένδειξη "Α.Δ."(Αριθμό Δημοτολογίου) τον αριθμό "...", και στο κάτω μέρος της βεβαίωσης, στα δεξιά των έντυπων ενδείξεων, τις ενδείξεις "κδ", ενώ μεταξύ των έντυπων ενδείξεων "Ο ανωτέρω, μας κατέθεσε σήμερα δικαιολογητικά για την έκδοση του υπ' αριθμ."και "δελτίου ταυτότητας. Η παρούσα, επέχει θέση δελτίου ταυτότητας και παραδίδεται με την παραλαβή αυτού", δηλαδή στη θέση του αριθμού του δελτίου ταυτότητας στο οποίο αφορούσε δήθεν η συγκεκριμένη βεβαίωση, έθεσε τα στοιχεία "...". Επιπροσθέτως, επί της πλαστής αυτής βεβαίωσης έθεσε την "16 ΑΠΡ. 2003"ως ημερομηνία καθώς και δύο (2) εντυπώματα στρογγυλής σφραγίδας με τις ενδείξεις "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΤ. ΑΘΗΝΩΝ ΑΣΤΥΝ. . ΤΜΗΜΑ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ", από τα οποία το ένα, μαζί με μία μονογραφή, έθεσε επί της ανωτέρω φωτογραφίας του, και το άλλο στην ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ". Με το πλαστό αυτό έγγραφο σκόπευε να παραπλανήσει άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ότι δήθεν η βεβαίωση αυτή ήταν γνήσια, ότι είχε εκδοθεί πραγματικά για τον ίδιο, ότι αυτός πράγματι είχε καταθέσει στις 16-4-2003 δικαιολογητικά για την έκδοση δελτίου ταυτότητας και ότι ο αριθμός αυτού του δελτίου ήταν όντως ...., ενώ όλα αυτά ήταν ψευδή, ο δε αμέσως προαναφερόμενος αριθμός (...) είχε κατανεμηθεί στο Αστυνομικό Τμήμα Παλαιού Φαλήρου κατ είχε εκδοθεί ταυτότητα επ' ονόματι της ... γεν. στις 4-8-1985 στο .... Ακολούθως και ειδικότερα στις 5-9-2003 έκανε χρήση της πλαστής αυτής βεβαίωσης καθόσον, αφού πρώτα εξήγαγε φωτοαντίγραφο της πλαστής αυτής βεβαίωσης με τη μέθοδο εξ ολοκλήρου της ηλεκτροφωτοαντιγραφικής αναπαραγωγής (φωτοαναπαραγωγικό μηχάνημα laser toner) σε χαρτί κοινής εμπορικής χρήσης, προσκόμισε αυτό, μαζί με άλλα δικαιολογητικά, στους αρμοδίους, καθ'ύλην και κατά τόπον, υπαλλήλους της Νομαρχίας Αθηνών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς, προκειμένου να εκδοθεί διαβατήριο για τον εαυτό του με τα στοιχεία ..., γεν. στις 7-12-1960 στην .., με αριθμό αστυνομικού δελτίου ταυτότητας "...", αριθμό δημοτολογίου τον αριθμό ... του Δημοτολογίου του Δήμου ... και με τόπο κατοικίας τον Δήμο ..., σκοπό και τον οποίο πέτυχε, αφού την ίδια ήμερα (5-9-2003) εκδόθηκε από τη Νομαρχία Αθηνών, μέσω των ανωτέρω υπαλλήλων που εξαπατήθηκαν από την πλαστή αυτή βεβαίωση το υπ' αριθμ. ... διαβατήριο, με διάρκεια ισχύος από 5-9-2003 έως 4-9-2008, στο οποίο αναγράφηκε ως επώνυμο του το επώνυμο "..."("..."), ως όνομα του το όνομα "..."("..."), ως όνομα πατρός του το όνομα "..."("...") και ως ημερομηνία γεννήσεως του η "07-12-1960". Εξάλλου, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα στις 5-9-2003, προσήλθε στη Νομαρχία Αθηνών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς και υπέβαλε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων αίτηση-δήλωση για έκδοση διαβατηρίου για τον εαυτό του, δηλώνοντας με πρόθεση όχι τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του, δηλαδή τα στοιχεία Χ το έτος 1961, αλλά ως επώνυμο του το επώνυμο "....", ως κύριο όνομα του το συνδυασμό ονομάτων "...", ως επώνυμο του πατέρα του το επώνυμο "...", ως κύριο όνομα του πατέρα του το όνομα "...", ως όνομα και επώνυμο της μητέρας του το ονοματεπώνυμο "...", ως ημερομηνία γέννησης του την "7-12-1960", ως τόπο γέννησης του την ..., ως αριθμό του αστυνομικού δελτίου ταυτότητας του τον αριθμό "..."και ημερομηνία εκδόσεως αυτού την "16-4-2003", αριθμό δημοτολογίου τον αριθμό ... του Δημοτολογίου του Δήμου Αθηναίων, ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό "...", στον Δήμο "...", ενώ επιπλέον δήλωσε και πάλι ψευδώς ότι δεν είχε λάβει άλλο διαβατήριο μέχρι τότε. Παραλλήλως με την αίτηση του αυτή για την έκδοση του διαβατηρίου με τα παραπάνω στοιχεία προσκόμισε και υπέβαλε ως δικαιολογητικά α) ένα έντυπο λογαριασμού, που ανήκε στον πραγματικό ..., φερόμενο ως κάτοικο ..., επί της οδού ..., και το οποίο είχε προηγουμένως αφαιρέσει και β) μία πλαστή, με ημερομηνία "16 ΑΠΡ. 2003", βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας, που είχε προηγουμένως καταρτίσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος-εκκαλών Χ, φερόταν ότι είχε εκδοθεί από τον Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Παγκρατίου ..., Ανθυπαστυνόμο, έφερε φωτογραφία του ως ιερωμένου, φερόταν να έχει θέση δελτίου ταυτότητας και στην οποία βεβαιωνόταν ότι δήθεν αυτός, με τα στοιχεία που ανωτέρω αναφέρονται, δηλαδή ως "..."("...") "..."("...") του ... και της ..., γεν. στην Αθήνα την 7-12-1960, δημότης του Δήμου.., με αριθμό δημοτολογίου ..., είχε καταθέσει την ανωτέρω ημερομηνία ("16 ΑΠΡ. 2003") δικαιολογητικά για την έκδοση του υπ' αριθμ. ... δελτίου ταυτότητας. Με τα παραπάνω ψευδή στοιχεία που περιέλαβε στην αίτηση-δήλωσή του, το έντυπο του λογαριασμού που δεν του ανήκε και την πλαστή, με ημερομηνία "16 ΑΠΡ. 2003"βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών, δηλαδή με όλα αυτά τα απατηλά μέσα, παρέσυρε και εξαπάτησε με πρόθεση τους καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδίους υπαλλήλους της Νομαρχίας Αθηνών να πιστέψουν ότι τα στοιχεία που αναφέρονταν στην αίτηση-δήλωσή του ήταν τα πραγματικά και πέτυχε έτσι να εκδοθεί αυθημερόν, ήτοι στις 5-9-2003, μέσω αυτών από την Νομαρχία Αθηνών το υπ' αριθμ. ... διαβατήριο, με διάρκεια ισχύος από 5-9-2003 έως 4-9-2008, στο οποίο αναγράφηκε ως επώνυμο του το επώνυμο "..."("..."), ως όνομα του το όνομα "..."("..."), ως όνομα πατρός του το όνομα "..."("...) και ως ημερομηνία γέννησης του η "07-12-1960". Με το εν λόγω διαβατήριο, δηλαδή, την έκδοση του οποίου πέτυχε με εξαπάτηση των καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδίων υπαλλήλων, βεβαιώθηκε αναληθώς ότι αυτός έφερε τα αμέσως ανωτέρω στοιχεία, ενώ τούτο ήταν ψευδές και αυτός το γνώριζε, το γεγονός δε αυτό μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον κάνοντας χρήση αυτού του διαβατηρίου, που ανέγραφε στοιχεία διαφορετικά από τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του, μπορούσε να μεταβεί από και προς την Ελλάδα και να αποφεύγει την σύλληψη του από τις διωκτικές αρχές δυνάμει των διωκτικών εγγράφων που έφεραν τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του. Περαιτέρω, κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 κοιμήθηκε ο μακαριστός Πατριάρχης Ιεροσολύμων και Πάσης Παλαιστίνης, Συρίας, Αραβίας, Πέραν του Ιορδανού, Κανά της Γαλιλαίας και Αγίας Σιών, κύρος ..., με αποτέλεσμα να αρχίσει η διαδικασία εκλογής νέου Πατριάρχη. Στον κατάλογο των υποψηφίων περιελήφθη και ο Μητροπολίτης Ιεραπόλεως και Έξαρχος του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα Φ, μετέπειτα Πατριάρχης Φ' και νυν Μοναχός, κατά κόσμον .... Προς στήριξη της υποψηφιότητας του Μητροπολίτη Ιεραπόλεως Φ, μετέβησαν στα Ιεροσόλυμα διάφορα άτομα μεταξύ των οποίων, εκτός των άλλων, περιλαμβάνονταν και οι κατηγορούμενοι Χ και Ψ, χωρίς να έχει διαπιστωθεί εάν τα άτομα αυτά πήγαν αυτοβούλως ή ότι στάλθηκαν με πρωτοβουλία οποιασδήποτε εκκλησιαστικής αρχής ή παραεκκλησιαστικής οργάνωσης, πάντως σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσαν μέλη επίσημης αντιπροσωπείας, είτε του Υπουργείου Εξωτερικών, είτε του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, λαμβανομένου υπόψη ότι η εκλογή Πατριάρχη Ιεροσολύμων αποτελούσε ανέκαθεν θέμα εθνικής σημασίας, λόγω του ελληνορθόδοξου χαρακτήρα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, πλην όμως, όπως προκύπτει από το στοιχεία της δικογραφίας, η υπεύθυνη κυβερνητική πολιτική "υποκαταστάθηκε"παράνομα και αυθαίρετα από εξωθεσμικά κέντρα λήψης αποφάσεων, από φυγόδικους, φυγόποινους, αποστράτους και απότακτους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ, ως και από άτομα εμφορούμενα από "χριστιανο-εθνικο-πατριωτικά ιδεώδη". Ως προαναφέρεται, ο κατηγορούμενος Χ μετέβη στα Ιεροσόλυμα χρησιμοποιώντας το υπ' αριθμ. .... διαβατήριο με το όνομα ...... Κατά το χρονικό διάστημα πριν την εκλογή του νέου Πατριάρχη Ιεροσολύμων, οι υποστηρικτές του Μητροπολίτη Ιεραπόλεως Φ με προεξάρχοντα τον κατηγορούμενο Χ, με γκαιμπελικές μεθόδους παραπληροφόρησης, συκοφαντίας και αθέμιτης προπαγάνδας προσπάθησαν και πέτυχαν να θέσουν εκτός μάχης τους άλλους υποψηφίους και κυρίως τον Μητροπολίτη Βόστρων Ζ, ως και τον Μητροπολίτη Πέτρας ..... Ειδικότερα, στην σκανδαλοθηρικού περιεχομένου εφημερίδα των Αθηνών "ESPRESSO"δημοσιεύθηκαν πλαστές πορνοφωτογραφίες οι οποίες ήσαν προϊόντα φωτομοντάζ και προήρχοντο από πορνογραφικό περιοδικό, σύμφωνα με τις οποίες (φωτογραφίες-μοντάζ) φέρονταν να απεικονίζονται ο Μητροπολίτης Βόστρων και ο Αρχιεπίσκοπος Τιβεριάδος ..... Συγκεκριμένα, είχαν αφαιρεθεί από τις πρωτότυπες φωτογραφίες τα πρόσωπα ομοφυλόφιλων ανδρών σε άσεμνες στάσεις και είχαν αντικατασταθεί με τα πρόσωπα του Μητροπολίτη Βόστρων Ζ και του Αρχιεπισκόπου Τιβεριάδος ..... Μετά από χρονικό διάστημα δεκαπέντε ημερών περίπου από την ως άνω δημοσίευση των πλαστών φωτογραφιών, φεϊγβολάν με τις ίδιες άσεμνες πλαστές φωτογραφίες, ως και φωτογραφικό υλικό σε βάρος του Μητροπολίτη Πέτρας ..., τον οποίο εμφάνισαν μαζί με άλλους Μητροπολίτες, ως προδότη και μασόνο, διασκορπίστηκαν στους δρόμους της Παλιάς Πόλης των Ιεροσολύμων. Σύμφωνα με κάμερες ασφαλείας του Αστυνομικού Τμήματος της Παλιάς Πόλης (Kislah), βιντεοσκοπήθηκε άγνωστο άτομο, το οποίο έφερε ράσα. να προβαίνει στην ως άνω πράξη. Στον ανωτέρω τόπο βρέθηκε και ένα ζευγάρι γυαλιών μυωπίας, σχήματος οβάλ, γυαλιά τα οποία συνήθιζε να φορά ο κατηγορούμενος Χ. Ανεξαρτήτως δε του γεγονότος εάν ο ρασοφόρος που διασκόρπισε το ως άνω δυσφημιστικό υλικό σε βάρος συνυποψήφιων του Μητροπολίτη Ιεραπόλεως Φ, ήταν ή όχι ο κατηγορούμενος Χ, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ήταν ο εμπνευστής, δημιουργός και παραγωγός του ανωτέρω δυσφημιστικού υλικού, λαμβανομένης υπόψη της ικανότητας αυτού στην πλαστογράφηση εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Από τις καταθέσεις δε των μαρτύρων δημοσιογράφων, οι οποίοι κάλυπταν δημοσιογραφικά την εκλογή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι, συνεπικουρούμενοι και από τρίτα πρόσωπα, εκτόπισαν τον πνευματικό χαρακτήρα από την εκλογή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων, αναστάτωσαν την Αγιοταφική Αδελφότητα και δυσφήμησαν σε μέγιστο βαθμό τον ελληνορθόδοξο χαρακτήρα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Την ίδια χρονική περίοδο στα Ιεροσόλυμα μετέβη και ο ...., Αστυνόμος Α' της ΕΛ.ΑΣ, όντας μακρινός συγγενής του Μητροπολίτη Ιεραπόλεως Φ. Κατά την παραμονή του στα Ιεροσόλυμα αντιλήφθηκε ότι οι κατηγορούμενοι και κυρίως ο Χ συμπεριφέρονταν κατά τρόπο που δεν συνάδει με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και για το λόγο αυτό ενημέρωσε άμεσα τον Φ, πλην όμως αυτός τον καθησύχασε λέγοντας του ότι είχε άδικο και ότι τους ανθρώπους αυτούς τους είχε αποστείλει προς βοήθεια του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.... Στη συνέχεια, μετά την εκλογή του Φ ως Πατριάρχη, ο ανωτέρω μάρτυρας έλαβε πρόσκληση προκειμένου να παραστεί στηΛ' τελετή ενθρόνισης του νέου Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ, που θα γινόταν στις 15-9-2001. Πριν όμως μεταβεί στα Ιεροσόλυμα πληροφορήθηκε από αστυνομικό του Τμήματος Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος, αλλά και τον Διευθυντή Ασφαλείας της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής ότι το πρόσωπο του ... που είχε γνωρίσει στα Ιεροσόλυμα ταυτιζόταν με το πρόσωπο του Χ, ο οποίος κατεζητείτο από την ΙΝΤΕΡΠΟΛ για εμπορία ναρκωτικών. Μετά την ενθρόνιση του νέου Πατριάρχη ο ... ενημέρωσε τον Πατριάρχη Φ, ο οποίος συγκλονισμένος αποφάσισε να τους εκδιώξει αμέσως, πλην όμως, κατόπιν συμβουλών του ...., απομάκρυνε τους κατηγορούμενους από το Πατριαρχείο σε χρονικό διάστημα ενός μηνός περίπου. Μετά την ρήξη των σχέσεων των κατηγορουμένων Χ και Ψ με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ και την απομάκρυνση τους από το περιβάλλον του Πατριαρχείου, οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να εκδικηθούν και να πλήξουν τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, κατήρτισαν πλαστό έγγραφα και συγκεκριμένα, στην Αθήνα σας αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2003, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κατήρτισαν στην αγγλική γλώσσα μία (Γ) επιστολή, που έφερε δήθεν ως τόπο σύνταξης την "Αγία Πόλη των Ιεροσολύμων", ως ημερομηνία την "17-7-2001". ως συντάκτη, υπογράφοντα και αποστολέα αυτής τον κατά την αμέσως προαναφερόμενη ημερομηνία Έξαρχο του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα Μητροπολίτη Ιεραπόλεως - και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων - Φ και ως παραλήπτη της τον πρώην Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής .... και στην οποία αναγραφόταν μεταξύ άλλων, κατ' ακριβή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, ότι "...Έχετε επίγνωση των αισθημάτων αλληλεγγύης, υποστήριξης και αγάπης που εγώ προσωπικά έχω για τον Παλαιστινιακό λαό. Έχετε επίγνωση των αντιλήψεων μου σχετικά με το μέλλον Αγίας Πόλης των Ιεροσολύμων, καθώς και της υποστήριξης που επανειλημμένα προσέφερα στο παρελθόν στον αγώνα τον λαού σας και του έθνους σας. Έχετε επίγνωση των πολλαπλών παρεμβάσεων μου και προς τον μακαριστό Πατριάρχη ... και την Ελληνική Κυβέρνηση, και προς τα διεθνή φόρουμ για το δικαίωμα των παλαιστινίων να έχουν το δικό τους ανεξάρτητο κράτος με πρωτεύουσα του τα Ιεροσόλυμα. Έχετε τέλος επίγνωση των αισθημάτων έντονης αποστροφής και δυσαρέσκειας που όλοι οι Πατέρες του Παναγίου Τάφου νιώθουν για τους απογόνους αυτών που σταύρωσαν τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, οι οποίοι τώρα σταυρώνουν το λαό σας, τους Σιωνιστές Εβραίους κατακτητές των Αγίων Τόπων της Παλαιστίνης...". Επίσης, στο τέλος της επιστολής αυτής, χρησιμοποιώντας πλαστή σφραγίδα του ανωτέρω φερομένου ως συντάκτη, δηλαδή του πρώην Εξάρχου του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα Μητροπολίτου Ιεραπόλεως και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ, την οποία είχαν στην κατοχή τους, έθεσαν κάτω από το όλο κείμενο της επιστολής αυτής την υπογραφή του τελευταίου, έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι αυτός ήταν ο συντάκτης της και το πρόσωπο που την υπέγραψε. Με την πλαστή αυτή επιστολή αμφότεροι σκόπευαν να παραπλανήσουν τις αρμόδιες αρχές του Ισραήλ ότι δήθεν ο φερόμενος ως συντάκτης της επιστολής διάκειτο εχθρικώς προς το Κράτος αυτό και τον λαό του και ότι για το λόγο αυτό δεν έπρεπε να αναγνωριστεί από την Κυβέρνηση του Ισραήλ η εκλογή του ως Πατριάρχη Ιεροσολύμων, η οποία είχε λάβει χώρα ήδη από το έτος 2001. Ακολούθως και ειδικότερα την 9-9-2003 ο κατηγορούμενος Ψ έκανε χρήση της πλαστής αυτής επιστολής, καθόσον επισύναψε αντίγραφο αυτής στην υπ' αριθμ 12761/9-9-2003 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία, μαζί με την εν λόγω πλαστή επιστολή, προσκομίστηκε και χρησιμοποιήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ισραήλ, που έκρινε το ζήτημα της αναστολής της αποφάσεως της Κυβερνήσεως αυτού του Κράτους περί της αναγνωρίσεως της εκλογής του Φ ως Πατριάρχη Ιεροσολύμων, προκειμένου έτσι το περιεχόμενο της πλαστής επιστολής να συνεκτιμηθεί σε βάρος του τελευταίου και να μην αναγνωριστεί τελικώς η κατά τα ανωτέρω εκλογή του. Επίσης ο κατηγορούμενος Χ με την υπ'αριθμ 2344/10-2-2004 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριάνθης Θωμά ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗ αναφέρθηκε στην εν λόγω πλαστή επιστολή και στο περιεχόμενο αυτής, το οποίο φέρεται ότι απευθύνεται από τον πρώην Έξαρχο του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα Μητροπολίτη Ιεραπόλεως και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ προς τον πρώην Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής ..., καθιστώντας και με τον τρόπο αυτό προσιτό το περιεχόμενο της εν λόγω πλαστής επιστολής στις αρμόδιες Αρχές και το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, που σκόπευαν να παραπλανήσουν. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος Χ με την υπ' αριθμ 2344/10-2-2004 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριάνθης Θωμά ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗ κατέθεσε ενόρκως και εν γνώσει του ψευδώς ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Φ τέλεσε διάφορες αξιόποινες και ανήθικες πράξεις εις βάρος των αντιπάλων του - συνυποψήφιων για τον πατριαρχικό θρόνο, κ.κ. Ζ, ... και λοιπών, καθώς επίσης ότι ο τελευταίος (Φ), ήταν αυτός που έχει συντάξει, υπογράψει και αποστείλει στον πρώην Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής την προαναφερόμενη και με ημερομηνία 17-7-2001 πλαστή επιστολή. Πιο αναλυτικά, στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση του, που συντάχθηκε κατά τους νόμιμους τύπους από την ανωτέρω Συμβολαιογράφο κατέθεσε, μεταξύ άλλων, επί λέξει ότι: "... Ο κ. Φ είναι προσωπικά υπεύθυνος για όλες τις ενέργειες που έγιναν για λογαριασμό του πριν και μετά τις εκλογές για την ανάδειξη του Ελληνορθόδοξου Πατριάρχου ίεροσολύμων και οπωσδήποτε είναι ο μοναδικός που ωφελήθηκε απ' αυτές. Ο κ. Φ εμπνεύσθηκε, σχεδίασε, κατεύθυνε και σε μερικές περιπτώσεις συμμετείχε ενεργά (στην ψεύτικη εκδήλωση στο Μουσείο του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος στην Ιερουσαλήμ Υαά Vashsm), σε σειρά αντικανονικών, ενδεχομένως εγκληματικών και οπωσδήποτε "ξένων προς το ήθος"κάθε Χριστιανικής και Ορθόδοξης αντίληψης ενεργειών εναντίον άλλων υποψηφίων και ειδικά εναντίον των κ. Ζ και ... στην προσπάθεια του να, "υποκλέψει"τις ψήφους, του εκλεκτορικού σώματος και έτσι να, αναδειχθεί Πατριάρχης. Ουδεμία ενέργεια που εξετελέσθη από τον υπογράφοντα ή από οποιονδήποτε άλλον συμμετέχοντα στην προεκλογική του καμπάνια, έγινε εν αγνοία του κ. Φ... Η πρώτη μου έμμεση επαφή με τον κ, Φ έγινε την άνοιξη του 2000 όταν μέσω ενός κοινού φίλου μου εζητήθη εάν θα μπορούσα να βοηθήσω "έναν Δεσπότη της εκκλησίας - αργότερα μου απεκαλύφθη η ταυτότητα τον ότι επρόκειτο για τον κ. Φ"να ερευνήσει έναν άνθρωπο στην Ιερουσαλήμ. Μου έδωσε τότε μία τυπωμένη σελίδα που περιείχε πληροφορίες για τον κ. Ζ - τότε Αρχιγραμματέα του Πατριαρχείου. Στο έγγραφο αυτό ο κ. Ζ περιγράφεται καθαρά ως άνδρας χαμηλών ηθικών αξιών, ως συμμετέχων σε σεξουαλικά όργια, ως χρήστης ναρκωτικών, ως ύποπτος και υπό παρακολούθηση από την αστυνομία στην Ελλάδα κ. α.. Το έγγραφο αυτό περιέχει στο κάτω μέρος τους αριθμούς τλφ του κ. Ζ στην Ιερουσαλήμ που αναγράφονται χειρόγραφα με τον γραφικό χαρακτήρα του Φ....Πράγματι, ζήτησα από μία Ισραηλινή εταιρία που δραστηριοποιείται σε θέματα υπηρεσιών και συστημάτων ασφαλείας με την οποία συνεργαζόμουν επαγγελματικά σε διάφορα προγράμματα, την εταιρία NIRTAL LTD από την περιοχή του Τελ - Αβίβ, Ορ -Γιεούντα, που διευθύνεται από τον κ ... να διεξάγει την έρευνα. Μου ζήτησαν λεπτομέρειες σχετικά, μετάφρασα στα αγγλικά το έγγραφο που μου έδωσε ο κ Φ μέσω του κοινού μας φίλου και τους το έστειλα. Η εταιρία αυτή αυτοτελώς ή μέσω τρίτης εταιρίας -δεν μπορώ να το γνωρίζω - διεξήγαγε την έρευνα μου παρέδωσε λεπτομερή αναφορά με φωτογραφίες την οποία μετάφρασα και πάντοτε μέσω του κοινού μας γνωστού την παρέδωσα στον κ. Φ. Έλαβα τη συμφωνηθείσα αμοιβή...Πρέπει να τονίσω ότι σε πλήρη αντίθεση με το "πληροφοριακό έγγραφα"που μας έδωσε ο κ. Φ, η Ισραηλινή εταιρία δεν διαπίσωσε κανένα αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του κ Ζ. Αυτό που αποδεικνύεται εδώ είναι το γεγονός ότι 8 μήνες πριν από το θάνατο τον προηγουμένου Πατριάρχου Ιεροσολύμων κυρού ..., ο κ. Φ συνειδητά διέδιδε συκοφαντικούς ψιθύρους εναντίον του κ. Ζ. Μετά το θάνατο του κυρού ....τον Δεκέμβριο του 2000, συναντήθηκα για πρώτη φορά με τον κ, Φ στις 4-5 Ιανουαρίου 2001, στην Αθήνα στο γραφείο του Αρχιεπισκόπου και την ίδια ή την επομένη ημέρα στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Συνεστήθην στον κ Φ προκειμένου να μεταβώ στην Ιερουσαλήμ και να τον βοηθήσω όπως μπορούσα στον προγραμματισμό, την οργάνωση, την διοίκηση και όλες τις αναγκαίες ενέργειες της προεκλογικής του καμπάνιας....Στη διάρκεια ενός εκ των δύο αυτών συναντήσεων μας ο ίδιος ο κ. Φ είπε ότι κατά το παρελθόν είχε διατάξει την διερεύνηση της προσωπικής ζωής ενός εκ των συνυποψήφιων του για τη θέση του Πατριάρχου του κ. Ζ, μέσω μιας Ισραηλινής εταιρίας και εκτός αυτού ότι ... "είχε ευαίσθητες πληροφορίες από τις Ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες - ο ίδιος είχε αναφέρει την Μοσάντ - ότι ο Ζ είναι εγκληματίας και ότι θα μου δώσει τις αποδείξεις". Μόνον τότε συνειδητοποίησα ότι ο κ Φ ήταν ο Δεσπότης εκείνος που μας είχε αναθέσει "εμμέσως"την έρευνα για τον κ Ζ.... Ο κ. Φ μου έδωσε στην Ελλάδα σε ηλεκτρονική μορφή μερικές φωτογραφίες που περιείχαν ενοχοποιητικές αποδείξεις-για την σεξουαλική συμπεριφορά και τις προτιμήσεις τον κ. Ζ. Αργότερα διαπίστωσα ότι όλες αυτές οι φωτογραφίες ήταν προϊόν ενός ηλεκτρονικού φωτομοντάζ. Επίσης μου είπε ότι μια μεγάλη συνωμοσία ήταν σε εξέλιξη, με την συμμετοχή του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών και της Ελληνικής Κυβερνήσεως να κάνουν lobbying υπέρ του Μητροπολίτου κ. .... - τοποτηρητού του θρόνου του Πατριαρχείου, με τους Ρώσους να υποστηρίζουν τον Ζ, ενώ ο ίδιος ήταν φτωχός εγκαταλειφθείς στην τύχη του... Ο Φ μου εξήγησε τότε ότι οι μόνες του πιθανότητες επιτυχίας βασίζονταν στο γεγονός της αποκάλυψης της ανηθικότητας του Ζ και του φίλου του ... στους χριστιανούς ηγέτες ανά τον κόσμο αλλά και στους εκλέκτορες του Πατριαρχείου, εμποδίζοντας τους έτσι από το να εκλεγούν. Όσον αφορά τον ... μου είπε τότε ότι "είναι Μασόνος και άρα δεν πρέπει να εκλεγεί αφού οι Μασόνοι είναι σιωνιστές και εχθροί του Χριστιανισμού". Ο κ. Φ διέταξε να σταλούν οι φωτογραφίες και άλλο ενημερωτικό υλικό σε περίπου 50 αποδέκτες σε όλες τις ανά τον κόσμο Ορθόδοξες Εκκλησίες, κατηγορώντας τον Ζ για ανηθικότητα κλπ. Ένα αντίγραφο εστάλη επίσης και στον Αρχιεπίσκοπο για να μην υποψιαστεί. Αντίγραφα εστάλησαν στους Πρεσβευτές του Ισραήλ, της Ιορδανίας και της Παλαιστινιακής Αρχής στην Αθήνα. Πριν την αποστολή των φακέλων ο κ. Φ τους είδε τους ήλεγξε και "ήταν πολύ ευχαριστημένος και ικανοποιημένος, μου είπε ότι αυτός ήταν ο τρόπος που έπρεπε να δράσουμε και ότι ευχαριστεί Τον θεό που με γνώρισε κλπ: κλπ. "....Με τις προσωπικές εντολές και οδηγίες του κ. Φ, το ίδιο συκοφαντικό υλικό εναντίον του κ Ζ μαζί με άλλες φωτογραφίες που μου εδόθησαν στην Ι. Μονή του Προφήτη Ηλία στην Ιερουσαλήμ (δρόμος προς την Βηθλεέμ.), παρουσία του αποθανόντος Μητροπολίτου ... (3 Απρ. 2002). Ο κ. Φ συνεχώς παρουσίαζε τους υπολοίπους υποψηφίους ως διεφθαρμένους, ανήθικους, βρώμικους, αποκαλώντας τους με διάφορα απαξιωτικά παρατσούκλια, ισχυριζόμενος ότι εκείνος ήταν φτωχός και ότι "οι σκοτεινές και δαιμονικές δυνάμεις"τον αντιμάχονται κλπ. Κατά την διάρκεια μιας εκ των συναντήσεων μας στον Προφήτη Ηλία ήταν παρών ένας συνταγματάρχης του Ισραηλινού στρατού με τον Δρούζο οδηγό του και ο Φ με τον ... του έδειχναν τις επίμαχες φωτογραφίες και του εξηγούσαν μιλώντας στα αραβικά περί τίνος επρόκειτο. Στον Προφήτη Ηλία συνάντησα μερικές φορές δύο νεαρούς Παλαιστινίους των οποίων δεν ενθυμούμαι τα ονόματα και συζητήσαμε διάφορα θέματα σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να διανεμηθούν αποτελεσματικότερα οι φωτογραφίες και άλλο υλικό, αν έπρεπε να γίνουν και άλλες κλπ. Τελικά οι ίδιες φωτογραφίες μαζί με ένα αραβικό κείμενο εκτυπώθηκαν σε χιλιάδες αντίτυπα και διανεμήθηκαν στην Παλαιά Πόλη και σε άλλα μέρη του Ισραήλ, όπως στην Γαλιλαία, την Δυτική Όχθη και τις Εφημερίδες. Το αραβικό κείμενο στα φυλλάδια ήταν μετάφραση του ελληνικού κειμένου που ο ίδιος ο κ. Φ έγραψε. Καμία πρόταση ή δράση δεν αναλαμβανόταν αν ο Φ δεν έδινε την τελική του έγκριση. Το ίδιο υλικό εστάλη και ταχυδρομικά σε όλους τους εκλέκτορες του Πατριαρχείου. Ανάλογες ενέργειες προγραμματίστηκαν και εκτελέστηκαν πάντοτε με τις εντολές τον Φ, εναντίον άλλων υποψηφίων όπως οι Μητροπολίτες ..., ..., ... κ. α.... Ο κ. ... που προσωπικά συνέστησα στον Πατριάρχη άρχισε να δραστηριοποιείται τον Μάρτιο του 2001 αν θυμάμαι καλά. Aπ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω ουδέποτε κατά το παρελθόν είχε την οποιαδήποτε σχέση είτε με την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία ή το Πατριαρχείο. Συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Φ περίπου τον Μάρτη του 2001 νομίζω και επινόησε μια ιστορία άτι δήθεν ήταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος των Ισραηλινών Μυστικών Υπηρεσιών....Ο ίδιος συναντήθηκε ακόμη και με τον Αρχιεπίσκοπο ... στην ... τον Ιούλιο του 2001 μετά την διαγραφή των πέντε (5) Μητροπολιτών από την λίστα των υποψηφίων για τον Πατριαρχικό θρόνο ανάμεσα στους οποίους και του Φ. Κατά την διάρκεια αυτής της συναντήσεως που κανονίστηκε από συγγενείς του προαναφερομένου Μητροπολίτου κ, Φ και εμού, -παρουσίασε στον Αρχιεπίσκοπο ένα φάκελο με το επίσημο εθνόσημο του Κράτους του Ισραήλ, που περιείχε την αναφορά μου του 2000 για τον Ζ, ως μονταρισμένες φωτογραφίες εναντίον του, πολλές σελίδες εικονικού υλικού αποτελέσματος παρακολούθησης που υποτίθεται ενήργησε η υπηρεσία του κ. .... προκειμένου να πείσει τον Αρχιεπίσκοπο που μετά την συνάντηση του με τον Πρέσβη του Ισραήλ κ. ... ήταν πολύ επιφυλακτικός, για το γεγονός ότι αν ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριζε έστω και λίγο τον Φ, ο ίδιος δηλαδή ο κ. .... θα κατόρθωνε να ξανακερδίσει την χαμένη υποστήριξη του Ισραήλ για τον Φ. Το πιθανότερο κατά τις 23-5-2001, ο ... είχε την ιδέα να οργανώσει μια "επίσημη τελετή "στο Μουσείο τον Ολοκαυτώματος της Ιερουσαλήμ, Γιαντ Βασέμ, προκειμένου να. προσπαθήσει να κερδίσει τις ψήφους υπέρ του Φ των δύο πλέον "ευάλωτων"ψηφοφόρων, των Μητροπολιτών Θαβωρίου ... και Διοκαισαρείας .... Πρακτικά ο ... ήθελε να παρουσιάσει τον Φ ως έχοντα μεγάλη επιρροή στις Ισραηλινές Αρχές προκειμένου να πείσει τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους της Συνόδου να τον υποστηρίξουν και να ψηφίσουν υπέρ του. Παρουσίασε την ιδέα του στον Φ που ενθουσιάστηκε, την αποδέχτηκε αμέσως και ανέλαβε μάλιστα να "ενημερώσει"σχετικώς τον Μητροπολίτη ... για την μεγάλη τιμή που κανόνισε ο ίδιος να του γίνει από το Ισραήλ. Ο ... με ένα φίλο τον, του οποίου δεν θυμάμαι το όνομα, ντυμένο σαν Συνταγματάρχης των Αλεξιπτωτιστών τον Ισραήλ πήγαν πρώτα στο σπίτι του Ιακώβου στο Πατριαρχείο και στη συνέχεια στην Αγία Αυλή στον Ναό της Αναστάσεως για να συναντηθούν με τον Μητροπολίτη .... Εκεί παρουσίασε τον εαυτό του σαν αξιωματούχο από το γραφείο του ... που ήθελε προσωπικά να τιμήσει τον γηραιό επίσκοπο ως φίλο του Ισραήλ και τον λαού του και να συζητήσουν για τις επερχόμενες εκλογές. Ενώ συζητούσαν μαζί του ένας αστυνομικός από τον παρακείμενο σταθμό ήρθε και άρχισε να ρωτά ερωτήσεις αλλά "επείσθη "από την στολή του Συνταγματάρχη των Αλεξιπτωτιστών και το "επίσημο"στυλ του κ. .... - του υποτιθέμενου αξιωματούχου του γραφείου του πρωθυπουργού και στο τέλος προσπαθούσε να βοηθήσει......Για την τελετή ένα αυτοκίνητο Πεζώ 607 νοικιάστηκε από την εταιρία ΕΛΝΤΑΝ στο οποίο τοποθετήθηκε η Ισραηλινή σημαία και συνοδευόταν από αυτοκίνητο ασφαλείας με δύο φρουρούς για να δοθεί πιο ρεαλιστικό αποτέλεσμα στο όλο στήσιμο Με κάλεσε (σ.σ.: ο Φ) περίπου στις αρχές Ιουλίου και μου ζήτησε να γράψω μία επιστολή προς τον ........και μου υπαγόρευσε από το τηλέφωνο ένα υπόδειγμα που ήταν απολύτως μη ικανοποιητικό. Έτσι λοιπόν ετοίμασα για τον Φ ένα υπόδειγμα την ίδια ημέρα και του το έστειλα στο φαξ στο σπίτι του στην Ιερουσαλήμ... .Εις απάντηση του προαναφερομένου υποδείγματος με κάλεσε στο τηλέφωνο και μου εξήγησε ξανά τα σημεία που ήθελε να προσθέσω στο αρχικό υπόδειγμα αλλά πάλι δεν του άρεσε δεδομένου ότι δεν μπορούσα να αντιληφθώ το τι ακριβώς ήθελε. Τελικώς μου απέστειλε τυπωμένο από Η/Υ την ελληνική εκδοχή του κειμένου που έπρεπε να μεταφραστεί στα αγγλικά. Το έγγραφο ήταν στα ελληνικά στο ανεπίσημο επιστολόχαρτο της Εξαρχίας του Πατριαρχείου στην Αθήνα και μου το έστειλε με φαξ. Έχω το έγγραφο αυτό που μου έστειλε ο Φ με την εκτύπωση τον μηχανήματος φαξ από την Ιερουσαλήμ με το όνομα και τον αριθμό του τηλεφώνου του. Μόλις διάβασα το ελληνικό, κείμενο σοκαρίστηκα από τη γλώσσα, το μίσος και τον τρόπο που ο Φ παρουσίαζε τον εαυτό του ως φίλο των Παλαιστινίων και εμφανιζόμενο έχοντα καλές σχέσεις με τον .... Μέχρι τότε ο Φ ξεκάθαρα επέμενε ότι τα αισθήματα σε συνδυασμό με τις πεποιθήσεις του υποστήριζε πολιτική ουδετερότητα και οπωσδήποτε υποστήριζε το καθεστώς μιας αδιαίρετης Ιερουσαλήμ ως της κυρίαρχης πρωτεύουσας του Ισραήλ κλπ. Αυτή η απίστευτη στροφή 180 μοιρών στην στάση του με έφερε σε πολύ δύσκολη θέση δεδομένου ότι μέχρι τότε απέκρουα με πολύ έντονο τρόπο όλες τις προεκλογικές εναντίον του αιτιάσεις τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των αρχικών επιφυλάξεων του καθηγητή ... αναφορικά με "φήμες για πολύ θερμές φιλοπαλαιστινιακές θέσεις και πράξεις του κ Φ ". Δεν θα δεχόμουν ποτέ να έρθω και να τον βοηθήσω αν γνώριζα ότι είχε τόσο σαφή αντισημιτική και αντι-ισραηλινή τοποθέτηση. Του τηλεφώνησα αμέσως και τον ρώτησα σχετικά και μου είπε ότι δεν τα εννοεί όλα αυτά που γράφει στο γράμμα αλλά ήθελε να κάνει κάτι πολύ ισχυρό έτσι ώστε το Ισραήλ να φοβηθεί για ενδεχόμενα προβλήματα με τους Χριστιανούς Παλαιστινίους και να υποχωρήσει να τον ξαναβάλει στην λίστα των υποψηφίων. Δεν επείσθην από τις αιτιάσεις του αυτές αλλά μέσα στην διαδικασία του τρομερού στρες και του φόρτου εργασίας των ημερών μετέφρασα το έγγραφο και του το έστειλα στο Ισραήλ. Όταν επέστρεψα στην Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε άλλα έγγραφα τα οποία σχεδόν καθημερινώς του παρουσίαζα προς έγκριση και υπογραφή, του έδωσα και το γράμμα αυτό για υπογραφή. Όταν το υπέγραψε ήταν παρόντες ο κ ... και ο π .... και η όλη συζήτηση ξανάρχισε σχετικά με την αναγκαιότητα, υπογραφής και επιστολής ενός τόσο "άγριου "γράμματος. Ο Φ επανέλαβε τα ίδια που αναφέρονται παραπάνω και απλά μας είπε ότι "αυτός είναι εκείνος που αποφασίζει και ότι θα έπρεπε να ξεχάσουμε το όλο ζήτημα". Κράτησε το πρωτότυπο υπογεγραμμένο γράμμα μαζί με μερικά άλλα....Ο κ ... εκείνη την ημέρα απείλησε ότι θα έφευγε αν ο Φ συνέχιζε να κάνει τέτοια τρομερά σφάλματα....Είμαι απολύτως βέβαιος ότι το αντίγραφο στην κατοχή μου είναι αντίγραφο της πρωτοτύπου επιστολής στα αγγλικά, που υπεγράφη μπροστά μου και παρουσία του κ. ... και του π ... και είναι μετάφραση από το ελληνικό κείμενο που έγραψε ο κ. Φ......". Όλα τα ως άνω περιστατικά που καταθέτει στην αμέσως προεκτιθέμενη ένορκη βεβαίωση του αναφορικά με τις πράξεις του πρώην Εξάρχου του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα Μητροπολίτου Ιεραπόλεως και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ εναντίον των συνυποψήφιων του στις εκλογές για τον Πατριαρχικό Θρόνο, αλλά και την επιστολή που, κατά τους ισχυρισμούς του, συνέταξε ο ίδιος και απηύθυνε προς τον πρώην Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής, ..., είναι ψευδή, καθόσον, ως προαναφέρεται, ο Φ δεν συμμετείχε, με οποιονδήποτε τρόπο και εν γνώσει του, σε κάποια από τις κατά τα ανωτέρω πράξεις κατά των συνυποψήφιων του, στην δε κατασκευή και διανομή του φωτογραφικού και εν γένει δυσφημιστικού υλικού σε βάρος του Μητροπολιτών Ζ και ... προέβη αυτός (κατηγορούμενος) εν αγνοία του και με δική του πρωτοβουλία, ενώ, όσον αφορά την τελετή στο Μουσείο Ολοκαυτώματος (Yad Vashem), ο τότε υποψήφιος για τον Πατριαρχικό Θρόνο και μετέπειτα Πατριάρχης Ιεροσολύμων Φ σε κάθε περίπτωση αγνοούσε αν αποτελούσε ή όχι προϊόν σκηνοθεσίας. Επιπλέον η προαναφερόμενη επιστολή του τελευταίου προς τον πρώην Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής ... ήταν πλαστή και είχε καταρτιστεί εν αγνοία του υποψηφίου και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων από τον ίδιο και τον συγκατηγορούμενό του Ψ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, ουδεμία δε σχετική με την επιστολή αυτή συζήτηση έγινε ανάμεσα στους κατηγορούμενους και τον μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Τέλος, όλα τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, τα οποία περιλήφθηκαν στην δυνάμενη να ληφθεί υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ και προσκομισθείσα ενώπιον αυτού υπ' αριθμ. 2344/10-2-2004 ένορκη βεβαίωση του, σχετίζονταν ουσιωδώς, τόσο ουσιαστικά όσο και διαδικαστικά, με την υπόθεση της αναγνώριση ή μη της εκλογής του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ, η οποία εκδικαζόταν ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, μπορούσαν δε να επηρεάσουν ουσιωδώς, σε κάθε δε περίπτωση έστω και επουσιωδώς, την κρίση αυτού επί της υποθέσεως, αφού αφορούσαν την εν γένει συμπεριφορά του εκλεγέντος Πατριάρχη ως Ιεράρχη και ως υποψηφίου για τον Πατριαρχικό Θρόνο, αλλά και τα συναισθήματα του ιδίου απέναντι στο Κράτος και τον λαό του Ισραήλ. Περαιτέρω, Ο εκκαλων Χ και ο μη ασκησας έφεση Ψ μετά την δράση τους στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, έχοντας αποκτήσει προσβάσεις σε εκκλησιαστικούς κύκλους, κατόρθωσαν να διεισδύσουν και σε εκτός Ελλάδος εκκλησιαστικούς κύκλους. Ειδικότερα, δυνάμει του από 1.4.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα Βιβλία Εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών και με αύξοντα αριθμό 5397/6-4-2004, οι: 1)...., 2)..., 3) Ψ, 4) ..., 5) ...., 6) ..., ...., 7) ... και 8) ...., συνέστησαν την Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ", αποδιδόμενη στην αγγλική γλώσσα ως "MAGNA GRAECIA DEVELOPMENT ORGANIZATION", με έδρα το Δήμο ..., οδός ..., με σκοπό, μεταξύ άλλων, την ανέγερση, αποπεράτωση, αναπαλαίωση και εξοπλισμό κτιριακών μοναστικών κέντρων και ορθοδόξων εκκλησιών σε όλες τις περιοχές που η εταιρία αυτή επιχειρούσε να αναπτύξει τα προγράμματα της, με ιδιαίτερη έμφαση στη Νότια Ιταλία. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αποτελούσαν οι: 1) ... 2) ..., 3) Ψ, μετά δε την τροποποίηση του Καταστατικού της εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο παρέμεινε με την ίδια σύνθεση, πλην του ..., την θέση του οποίου κατέλαβε ο αρχιμανδρίτης.... Τέλος, στις 30-4-2004 με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας "ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ - ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ", πρόεδρος του Δ.Σ. ορίσθηκε ο ...αντιπρόεδρος ο ... και εκπρόσωπος - διαχειριστής ο κατηγορούμενος Ψ. Η ως άνω εταιρεία ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του εκκαλουντος κατηγορουμένου Χ, στην οποία ο ίδιος δεν μετείχε τυπικά, πλην όμως με πρόφαση την οικονομική ενίσχυση της εταιρείας, ως και την ανεύρεση χρηματοδοτών μέσω της προώθησης προϊόντων της Κάτω Ιταλίας (λάδι, κρασί, λεμόνια, τυροκομικά) προς τις χώρες της Άπω Ανατολής, με χρήματα της ως άνω εταιρείας πραγματοποιούσε μακρινά ταξίδια (Μπανγκόκ - Ταϊπει) και διαβίωνε σε πολυτελή ξενοδοχεία, φορώντας ράσα και εμφανιζόμενος ως "πατήρ ...". Στα πλαίσια της αναζήτησης χρηματοδοτών, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, συνοδευόμενοι από τον ..., Αρχιερατικό Επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την περιοχή της ... και της ...κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Απριλίου- Μαΐου 2004 μετέβησαν στη Πάτρα, όπου επισκέφθηκαν τα γραφεία της ομόρρυθμης, εταιρίας, με την επωνυμία "... Ο.Ε", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο επιχειρηματίας Θ, που γνώριζε την ύπαρξη της ως άνω αστικής και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα εταιρίας ("ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ"), όπου εκεί και κατά την επίσκεψή τους αυτή, ο κατηγορούμενος Χ, παρουσιάζοντας και τον εαυτό του ως εκπρόσωπο της αμέσως προαναφερόμενης εταιρίας, παρέστησε στον εν λόγω επιχειρηματία ότι ο ίδιος και ο άνω συγκατηγορούμενός του Ψ ενεργούσαν πράγματι για λογαριασμό και προς το συμφέρον αυτής, ότι προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν χρήματα για την αναπαλαίωση, συντήρηση και διατήρηση των ορθόδοξων Μοναστηριών στη Νότια Ιταλία. Κατά την ως άνω επίσκεψη των κατηγορουμένων στην ... ο κατηγορούμενος Χ παρέστησε επιπλέον στον εν λόγω επιχειρηματία ότι επρόκειτο να προβεί στην έκδοση βιβλίων για το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ότι προς τούτο υπήρχαν και προσχέδια και ότι ορισμένα από αυτά (τα προσχέδια) ήταν, όπως τον διαβεβαίωσε, και αυτά που έφερε κατά την ώρα εκείνη μαζί και του επέδειξε, τέλος δε και ότι τα χρήματα που εκείνος (Θ) θα έδινε ως δωρητής για τον σκοπό αυτόν, θα χρησιμοποιούνταν πράγματι προς τούτο. Ο Θ εξέδωσε με την ιδιότητα του ως νομίμου. εκπροσώπου της εδρεύουσας στην ... ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε."δύο (2) επιταγές, πληρωτέες με χρέωση του ιδίου πιο πάνω (υπ' αριθμ. ...) λογαριασμού της τελευταίας (εκδότριας εταιρίας) και εις διαταγή του Α.Θ.Μ. Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ, στην Τράπεζα Κύπρου, ποσού καθεμία από αυτές δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και ειδικότερα 1) την υπ' αριθμ. .... και με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-2006 επιταγή και 2) την υπ' αριθμ. ... και με ημερομηνία εκδόσεως 15-12-2004 επιταγή. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος Χ αμφότερες τις επιταγές αυτές πλαστογράφησε, θέτοντας στη θέση του πρώτου οπισθογράφου την πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων, χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει οτιδήποτε σχετικά και χωρίς να του έχει χορηγήσει ποτέ αυτός οποιαδήποτε προς τούτο εντολή, συναίνεση ή εξουσιοδότηση και εμφανίζοντας ακολούθως ότι ο τελευταίος μεταβίβασε, με καθεμία από τις οπισθογραφήσεις του αυτές, τη μεν πρώτη από τις επιταγές αυτές, δηλαδή την υπ'αριθμ..... στον ίδιο, ο οποίος και στη συνέχεια, οπισθογραφώντας αυτήν με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο (Χ) την μεταβίβασε στην εταιρία "ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ-ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ και αυτή ακολούθως, μέσω του διαχειριστή της και συγκατηγορουμένου του Ψ, και πάλι στον ίδιο, τη δε δεύτερη από τις επιταγές αυτές, ήτοι την υπ' αριθμ ...., στην παραπάνω εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ"("MAGNA GRAECIA"), η οποία και στη συνέχεια τη μεταβίβασε και πάλι σ'αυτόν. Ακολούθως, επίσης, προέβη σε χρήση αμφοτέρων των εν λόγω πλαστογραφημένων, στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, επιταγών, καθώς στο ... κατά την 6.12.2004 και 21.12.2004 εμφάνισε αντιστοίχως αυτές στην πληρώτρια Τράπεζα, και εκεί, παρέστησε στους αρμοδίους για την πληρωμή τους υπαλλήλους αυτής ότι ήταν νόμιμος κομιστής τους, και αφού έθεσε στο πίσω μέρος των σωμάτων των επιταγών μια δυσανάγνωστη υπογραφή, που την εμφάνισε ως υπογραφή του "....", δηλαδή ενός προσώπου που στην πραγματικότητα ήταν, κατά τα προαναφερόμενα, ανύπαρκτο, έκανε χρήση του πλαστού διαβατηρίου, που επίσης, ως προαναφέρθηκε, είχε εκδοθεί για το ίδιο αυτό ανύπαρκτο πρόσωπο "...."), παραπλάνησε τους ως άνω υπαλλήλους να του καταβάλουν τα ποσά των δύο επιταγών, δηλαδή να του καταβάλουν συνολικά είκοσι χιλιάδες (20.000). Εξάλλου, από την επανειλημμένη από μέρους του κατηγορουμένου Χ τέλεση της πλαστογραφίας και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του ιδίου εγκλήματος, αφού επέτυχε την έκδοση των δυο επιταγών σε διαταγή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων, διαθέτοντας άνεση στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων και κάνοντας χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και του διαβατηρίου που κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα είχε υφαρπάξει με παράνομο τρόπο, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος από την επανειλημμένη από μέρους του Χ τέλεση της ιδίας εγκληματικής πράξης προκύπτει και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της ποοσωπικότητάς του. Ο κατηγορούμενος Χ τόσο με την από 30.5.2006 απολογία του στον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσον και με το από 30.5.2006 απολογητικό υπόμνημα του, αρνείται την σε βάρος του κατηγορία πλην της πράξης της πλαστογραφία και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης σχετικά με την βεβαίωση προσωρινού δελτίου ταυτότητας και το πλαστό διαβατήριο επ' ονόματι "...". Ειδικότερα. Ισχυρίζεται ότι η σε βάρος του καταδίκη για διακίνηση ναρκωτικών από το Δικαστήριο της Βενετίας στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση του κατηγορουμένου..., αιτία για την οποία αναγκάσθηκε να φυγοδικεί, ότι με πλαστό διαβατήριο ταξίδευσε αρχές του 2001 στα Ιεροσόλυμα προς στήριξη της εκλογής του Μητροπολίτη Ιεραπόλεως Φ, πλην όμως μετά την ανακάλυψη των στόχων και των προθέσεων αυτού, την αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας και τη ρήξη των σχέσεων του με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, προέβη στην πλαστογράφηση βεβαίωσης προσωρινού δελτίου ταυτότητας και στην έκδοση διαβατηρίου επ' ονόματι "....". Επίσης ισχυρίζεται ότι ουδέποτε πλαστογράφησε με τον συγκατηγορούμενό του την από 3.7.2001 επιστολή του Φ προς τον .... και ότι ο ίδιος ο Φ την υπέγραψε ενώπιον του ίδιου και του συγκατηγορούμενου του, παρά τις διαφωνίες τους σχετικά με το ύφος της επιστολής και την σκοπιμότητα της. Τέλος όσον αφορά την εταιρεία "ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ"("MAGNA GRAECIA") ο ίδιος δεν συμμετείχε αλλά απλώς ανέλαβε να βοηθήσει στις εκδοτικές και εμπορικές πρωτοβουλίες της εταιρείας, λόγω της εμπειρίας του στο marketing, ότι τα χρήματα όσον αφορά τις δύο επιταγές που εξέδωσε ο επιχειρηματίας Θ σε διαταγή του Πατριάρχη Φ, αυτό έγινε κατόπιν συναίνεσης του ίδιου του Πατριάρχη προς έκδοση βιβλίου, ότι οι εν λόγω επιταγές στάλθηκαν στα Ιεροσόλυμα, πλην όμως ο Φ, εντελώς αναιτιολόγητα αρνήθηκε να ασχοληθεί με την έκδοση του βιβλίου και αφού οπισθογράφησε τις επιταγές τις επέστρεψε στον ίδιο, ο οποίος, υπό το κράτος του φόβου για σύλληψη του, προέβη σε νέα οπισθογράφηση αυτών από την εταιρεία "ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ"και στη συνέχεια τις εισέπραξε ο ίδιος με το όνομα "....". Τα όσα όμως ισχυρίζεται κρίνονται αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του κατηγορουμένου Χ για τις πράξεις: α) πλαστογραφίας με χρήση κατά συρροή, κατά μόνας και από κοινού β) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως γ) πλαστογραφίας με χρήση, κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή, τελεσθείσα από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και δ) της ψευδορκίας μάρτυρα, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση είναι αβάσιμα. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με αριθμό 887/2008, που επικύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, οι με στοιχεία "ια', ιβ'"πράξεις στο διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος της πλαστογραφίας και πλαστογραφίας από κοινού, αντίστοιχα, φέρονται να τελέσθηκαν η πρώτη το χρονικό διάστημα από 16-4-2002 έως 5-9-2003 και η δεύτερη αρχές Σεπτεμβρίου 2003, η δε με στοιχείο " ΙΙ"πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως φέρεται να τελέσθηκε στις 5-9-2003 και είναι αυτές πλημμελήματα. Επειδή δε από του χρόνου αυτού της τελέσεως τους παρήλθε ο για την παραγραφή τους χρόνος της πενταετίας και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτώς και περιέχεται σ'αυτή σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης και δη αυτός της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί ως προς τις πράξεις αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα και να αποφανθεί το Δικαστήριό σας την οριστική παύση της ποινικής δίωξης του αναιρεσείοντος κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 310 § ιβ' Κ.Π.Δ. Κατά τα λοιπά με τις παραδοχές του το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κλατ'εξακολούθηση και κατά συρροή, τελεσθείσης από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ και β) της ψευδορκίας μάρτυρα, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την παραπομπή του αναιρεσείοντος και εντεύθεν για την κατ'ουσία απόρριψη ως αβασίμου της εφέσεώς του. Ειδικότερα δε αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα όλα τα στοιχεία εκείνα που στηρίζουν την κρίση για την κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πιο πάνω κακουργηματικής πλαστογραφίας, καθώς επίσης αναλύεται πλήρως και αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος στην τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία παραπέμπεται να δικασθεί. Κατ'ακολουθία όλων των παραπάνω εκτιθεμένων αβάσιμος ελέγχεται ο με αριθμό "2"του δικογράφου της αναιρέσεως, λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1. Να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να αποφανθεί το Δικαστήριό σας την οριστική παύση της ποινικής δίωξης του αναιρεσείοντος για τις με στοιχεία "ια, ιβ και ΙΙ"πράξεις της πλαστογραφίας, πλαστογραφίας από κοινού και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως που αναφέρονται στο σκεπτικό του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και 2. Να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αναφορικά με τον με αριθμό "2"δεύτερο λόγο του δικογράφου αυτής, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Αθήνα 28 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Η κρινόμενη 149/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του 1207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ' ουσία η 208/24-4-2008 έφεσή του κατά του 887/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή, κατά μόνας και από κοινού, β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, γ) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή, τελεσθείσα από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και δ) της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρα 13γ', στ', 45, 94 § 1, 98, 216 § § 1 και 3 εδ. β', 220 § 1 και 224 § § 2 και 1 Π.Κ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. II. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001. Στην έννοια του εγγράφου (άρθρο 13 περ. γ του ΠΚ) περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλου μηχανικού μέσου. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου με μηχανικό τρόπο. Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου εμφανίζεται και στο φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και, συνεπώς, μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση κατά τη φωτοτύπηση στοιχείων του γνήσιου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευθεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητάς του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 220 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο από μόνο του σε συσχετισμό προς άλλο, να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής, β) αναληθής βεβαίωση που προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο εξαιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη θέληση του να προκαλέσει αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για τον άλλον τρίτο Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 224 παρ. 2 Π.Κ., για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση της αναλήθειας όσων κατατέθηκαν από το μάρτυρα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα απόφασης, ή παραπεμπτικού βουλεύματος, είναι αναγκαίο, εκτός άλλων, να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας, και δή ποια είναι τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο μάρτυρας και ποια τα αληθινά, που γνώριζε αυτός και αντί αυτών κατέθεσε τα ψευδή, ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο μάρτυρας είχε γνώση ότι αυτά ήταν ψευδή, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη σε τρόπο ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Η απαιτούμενη, τέλος, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. ΙΙΙ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β και 484 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό του 887/2008 πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, οι πράξεις με στοιχεία ια', ιβ', της πλαστογραφίας και της πλαστογραφίας από κοινού, αντίστοιχα, καθώς και η με στοιχείο ΙΙ πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, φέρονται να τελέσθηκαν η πρώτη το χρονικό διάστημα από 16-4-2002 έως 5-9-2003, η δεύτερη αρχές Σεπτεμβρίου 2003, η δε τρίτη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως φέρεται ότι τελέσθηκε στις 5-9-2003. Ειδικότερα, οι αναφερόμενες στο διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος: α) η με στοιχείο ια', πράξη της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, με χρήση, της με ημερομηνία 16.4.2002, βεβαίωσης "κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας", φέρεται ότι τελέστηκε από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 16.4.2002 μέχρι 5.9.2003, σε ημερομηνία ή ημερομηνίες που ακόμη δεν εξακριβώθηκαν, β) η με στοιχείο ιβ', πράξη της από κοινού (με τον συγκατηγορούμενό του Ψ, που δεν συμμετείχε στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα) κατάρτιση, με χρήση, πλαστού εγγράφου, φέρεται ότι τελέστηκε, στην Αθήνα στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2003, και συγκεκριμένα κατά το χρόνο αυτό κατάρτισε από κοινού μια επιστολή, που έφερε δήθεν ως τόπο σύνταξης την "Αγία Πόλη των Ιεροσολύμων", ως ημερομηνία την "17-7-2001", ως συντάκτη, υπογράφοντα και αποστολέα αυτή, τον κατά την αμέσως προαναφερόμενη ημερομηνία Έξαρχο του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα Μητροπολίτη Ιεραπόλεως - και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων - Φ και ως παραλήπτη της τον τότε Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής ...., και γ) η με στοιχείο " ΙΙ"πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, φέρεται ότι τελέσθηκε στις 5-9-2003, και αφορά το Α 109720 διαβατήριο, με διάρκεια ισχύος από 5-9-2003 έως 4-9-2008, στο οποίο αναγράφηκε ως επώνυμο του το επώνυμο "..."("..."), ως όνομα του το όνομα "..."("..."), ως όνομα πατρός του το όνομα "...."("...") και ως ημερομηνία γέννησης του η "07-12-1960". Οι πράξεις αυτές φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος (άρ.216 § § 1 και 220 § 1 Π.Κ.). Το αξιόποινο, συνεπώς, των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής (μετά την έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος), διότι από της τελέσεώς τους μέχρι τη διάσκεψη και την έκδοση του παρόντος έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, αφού δεν άρχισε ακόμη η κύρια διαδικασία για να συντρέξει χρόνος αναστολής. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτώς και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β, δ ΚΠΔ), πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, κατά το μέρος που αφορά την παραπομπή του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως στο Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. IV. Κατά τα λοιπά, ως προς τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρο 224 § § 2 και 1 Π.Κ.) και της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, που τελέστηκε από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, (άρ.216 § § 1 και 3 εδ. β', όπως ισχύει), το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα αναφερόμενα στην ενσωματωμένη στην παρούσα απόφαση εισαγγελική πρόταση, πιο πάνω λεπτομερώς εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πιο πάνω δύο αξιόποινες πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή αυτού (κατηγορουμένου) στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.γ και στ', 98, 216 § § 1 και 3 εδ. β', όπως ισχύει, και 224 § § 2 και 1του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών με τις παραδοχές του ότι, από την επανειλημμένη από μέρους του κατηγορουμένου Χ τέλεση της πλαστογραφίας, την οποία ειδικώς προσδιορίζει, και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του ιδίου εγκλήματος, αφού, όπως αναφέρει στο προσβαλλόμενο βούλευμα, "επέτυχε την έκδοση των δυο επιταγών σε διαταγή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων, διαθέτοντας άνεση στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων και κάνοντας χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και του διαβατηρίου που κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα είχε υφαρπάξει με παράνομο τρόπο, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, τέλος από την επανειλημμένη από μέρους του Χ τέλεση της ιδίας εγκληματικής πράξης προκύπτει και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του", παραθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα, όπου, επιπλέον, λεπτομερώς περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος πέτυχε την έκδοση των δύο πιο πάνω επιταγών, συνολικού ποσού 20.000 ευρώ (που αποτελεί και το συνολικό από την πλαστογραφία όφελος αυτού), ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως από τον ίδιο της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή, που τελέστηκε από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες. Επομένως το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε μόνο σε απλή επανάληψη του αρθρ. 13 περ. στ' ΠΚ, σχετικώς με την έννοια του κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δράστη, χωρίς να αναφέρει περιστατικά που να θεμελιώνουν την επιβαρυντική αυτή περίσταση, κατά τις αβάσιμες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Επίσης, ως προς το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, το Συμβούλιο Εφετών, με τις παραδοχές του: Α) Ότι ο κατηγορούμενος Χ μετέβη στα Ιεροσόλυμα χρησιμοποιώντας ψεύτικο όνομα (...) και πλαστό διαβατήριο, μαζί με αλλους ως υποστηρικτές του Μητροπολίτη Ιεραπόλεως Φ και "με προεξάρχοντα τον κατηγορούμενο Χ, με γκαιμπελικές μεθόδους παραπληροφόρησης, συκοφαντίας και αθέμιτης προπαγάνδας προσπάθησαν και πέτυχαν να θέσουν εκτός μάχης τους άλλους υποψηφίους και κυρίως τον Μητροπολίτη Βόστρων Ζ, ως και τον Μητροπολίτη Πέτρας ..."με τη δημοσίευση και διανομή πλαστών πορνοφωτογραφιών, κλπ και ότι ο Χ, "από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ήταν ο εμπνευστής, δημιουργός και παραγωγός του ανωτέρω δυσφημιστικού υλικού, λαμβανομένης υπόψη της ικανότητας αυτού στην πλαστογράφηση εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή". Και Β) Ότι "μετά την ρήξη των σχέσεων των κατηγορουμένων Χ και Ψ με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ και την απομάκρυνση τους από το περιβάλλον του Πατριαρχείου, οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να εκδικηθούν και να πλήξουν τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Φ, κατάρτισαν τη πιο πάνω αναφερόμενη πλαστή επιστολή με δήθεν αποστολέα αυτής, τον μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων - Φ και με παραλήπτη της τον πρώην Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής ..., και ότι "ο κατηγορούμενος Χ με την υπ'αριθμ 2344/10-2-2004 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριάνθης Θωμά ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗ αναφέρθηκε στην εν λόγω πλαστή επιστολή και στο περιεχόμενο αυτής, καθιστώντας και με τον τρόπο αυτό προσιτό το περιεχόμενο της εν λόγω πλαστής επιστολής, στις αρμόδιες Αρχές και το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, που σκόπευαν να παραπλανήσουν...", αιτιολόγησε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων, εν γνώσει του κατέθεσε ενόρκως ψευδώς, όσα αναφέρονται στο βούλευμα. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος με την 2344/10-2-2004 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριάνθης Θωμά ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗ, κατέθεσε ενόρκως και εν γνώσει του ψευδώς ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Φ τέλεσε διάφορες αξιόποινες και ανήθικες πράξεις εις βάρος των αντιπάλων του - συνυποψήφιων για τον πατριαρχικό θρόνο, . Ζ, .... και λοιπών, καθώς επίσης ότι ο τελευταίος (Φ), ήταν αυτός που έχει συντάξει, υπογράψει και αποστείλει στον πρώην Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής την προαναφερόμενη και με ημερομηνία 17-7-2001 πλαστή επιστολή. Είναι, επομένως, σαφές, ότι με τις πιο πάνω παραδοχές του, αλλά και όσα λεπτομερώς εκτίθενται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, από τα οποία συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, λόγω του ότι, είτε ήταν ο ίδιος εμπνευστής όσων αποδίδει στον εγκκαλούντα, περιστατικών, είτε, λόγω της θέσεώς και της περιγραφόμενης στο βούλευμα δραστηριότητάς του, γνώριζε ότι, όσα κατέθεσε ενόρκως, ήταν ψευδή, όπως λ.χ. γνώριζε ότι, όσα αναφέρονται στην πλαστή επιστολή, ήταν ψευδή, καθόσον ο ίδιος την είχε καταρτίσει, ενώ τα όσα διαπράχθηκαν σε βάρος των αντιπάλων του εγκαλούντος - συνυποψήφιων του για τον πατριαρχικό θρόνο, Ζ, και .... ήταν δικές εμπνεύσεις, και, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, διαπράχθηκαν εν αγνοία του τελευταίου. Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών με τις πιο πάνω παραδοχές του, αιτιολόγησε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων, εν γνώσει του κατέθεσε ενόρκως ψευδώς, όσα αναφέρονται στο βούλευμα, εξεταζόμενος ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση και οι αιτιάσεις αυτού ότι "σε κανένα σημείο του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν αναλύεται το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και ειδικότερα από ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι γνώριζα πως όσα κατέθετα ενώπιον της κ. συμβολαιογράφου ήτο αναληθή και ψευδή", είναι αβάσιμα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε ΚΠΔ, συναφείς με στοιχεία 2.1 και 2.2, λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τις πράξεις που κρίθηκε ότι έχουν παραγραφεί, και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές, απορριπτομένης της αιτήσεως κατά τα λοιπά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί μερικώς το 1207/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά το μέρος που κρίθηκε στο σκεπτικό . Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ, για τις εξής αναφερόμενες στο διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος πράξεις : α) της με στοιχείο ια', πράξης της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, με χρήση, ήτοι της με ημερομηνία 16.4.2002, βεβαίωσης "κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας", η οποία φέρεται ότι τελέστηκε από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 16.4.2002 μέχρι 5.9.2003, σε ημερομηνία ή ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν, β) της με στοιχείο ιβ', πράξης της από κοινού κατάρτισης, με χρήση, πλαστού εγγράφου, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε, στην Αθήνα στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2003, και συγκεκριμένα μιας επιστολής, που έφερε δήθεν ως ημερομηνία την "17-7-2001"και ως συντάκτη, υπογράφοντα και αποστολέα αυτή, τον μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων - Φ. Και γ) της με στοιχείο " ΙΙ"πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, που φέρεται να τελέσθηκε στις 5-9-2003, και αφορά το .... διαβατήριο, με διάρκεια ισχύος από 5-9-2003 έως 4-9-2008, Απορρίπτει κατά τα λοιπά την 149/8-9-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του 1207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα παραπεμπτικό για α) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συρροή, κατά μόνας και από κοινού, β) υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, γ) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, τελεσθείσα από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και δ) ψευδορκία μάρτυρα. Παραγραφή πλημμεληματικών πλαστογραφιών και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Παύει οριστικώς ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης και ως προς την αιτιολόγηση του ότι κατέθεσε ενόρκως «εν γνώσει ψευδώς». Απορρίπτει τους λόγους αυτούς. Αναιρεί εν μέρει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 205/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο -Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 223/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 593/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ, με την από 22-9-2008 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών δια της πληρεξουσίας του, Ολγας Γεωργίου Μπάρκουλη, δικηγόρου Αθηνών, στην οποία έχει δοθεί σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η από 22-9-2008 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 5-3-08 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της 223/2008 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 5 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 223/2008 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 207/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 274/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1799/2007. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ, με την από 10-12-2008 δήλωσή του, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξουσίου του Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή με την από 9-12-2008 εξουσιοδότησή του, και καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε από την από 26-9-2007 αίτηση αναιρέσεώς του, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 27-9-2007, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 274/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 26-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 274/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0