text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 211/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1. ..., 2. ..., 3. ... και 4. .... Με εγκαλούντα τον .....
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 19.10.2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1735/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 543/25.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την υπ'αριθμ. πρωτ. 9117/19-10-2008 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, επί υποθέσεως με μηνυομένους τους α) ..., β) ..., γ) .... και δ) ..., εκθέτω τα εξής:
Κατά την διάταξη του αρθρ. 136 περ. ε' Κ.Π.Δ., ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή υπάρχει και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από του βαθμού του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα αρθρ. 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή καταγγελλόμενος, όταν η υπόθεση ευρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθή ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του αρθρ. 137 § 1 περ. γ' Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίση για την παραπομπή δικαστήριο είναι ο Άρειος Πάγος, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 31-3-2008 "μηνυτήρια αναφορά" του κατά "της σύνθεσης του Δικαστηρίου της δικασίμου της 9-10-2007 του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης", στην οποία μετείχαν οι προαναφερόμενοι δικαστικοί λειτουργοί. Εν συνεχεία, η σχετική δικογραφία ετέθη στο αρχείο, κατ'άρθρ. 43 ΚΠΔ, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο οποίος υπέβαλε αυτή, με την υπ' αριθμ. ΣΤ08/4377 αναφορά του, στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Ο τελευταίος, αρχικώς μεν, ενέκρινε την ανωτέρω ενέργεια του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διά του υπ'αριθμ. πρωτ. 3125/13-6-2008 εγγράφου του, αλλά αργότερα, με το υπ'αριθμ. πρωτ. 586Δ/16-7-2008 έγγραφό του, ανεκάλεσε την ως άνω έγκρισή του, λόγω της προαναφερομένης ιδιότητος των μηνυομένων, προς ρύθμιση της κατά παραπομπή αρμοδιότητος. Επομένως, εφ' όσον οι μηνυόμενοι δικαστικοί λειτουργοί υπηρετούν στο Εφετείο και Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπής της προκειμένης υποθέσεως, από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών και συγκεκριμένα στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, διά την έγκριση ή μη της ως άνω αρχειοθετήσεως της προαναφερομένης μηνυτηρίου αναφοράς, κατ'άρθρ. 43 ΚΠΔ, ως και στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω---------------------
Να παραπεμφθή η υπόθεση της από 31-3-2008 μηνυτηρίου αναφοράς του ..., υποβληθείσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρεφομένης κατά των α) ..., β) ...., γ) ... και δ) ..., από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, διά την έγκριση ή μη της ως άνω αρχειοθετήσεως της προαναφερομένης μηνυτηρίου αναφοράς, ως και στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Αθήναι 18 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 136 στ. ε του Κ.Ποιν.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενεργείας προκαταρτικής εξετάσεως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελεύς, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο. Εξάλλου κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 παρ.1 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο Εισαγγελέας Εφετών. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την από 31-3-2008 μηνυτήρια αναφορά του, με την οποία κατήγγειλε τους αναφερόμενους σε αυτή, δικαστικούς λειτουργούς που συμμετείχαν στη σύνθεση του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τη συνεδρίαση της 9-10-2007, ότι παρέβησαν το καθήκον τους. Με αφορμή την καταγγελία του αυτή, διενεργήθηκε προκαταρτική εξέταση, από την οποία δεν επιβεβαιώθηκε η βασιμότητα των καταγγελλόμενων περιστατικών και κατόπιν τούτων, η σχετική δικογραφία τέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κ.Ποιν.Δ, στο αρχείο από την αρμόδια Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Η τελευταία στη συνέχεια υπέβαλε την με αριθμό ΣΤΟ 8/4377 αναφορά της, προς έγκριση από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρχικά ενέκρινε τους χειρισμούς της Εισαγγελέως Πρωτοδικών, σύμφωνα με το υπ' αριθμό 3125/13-6-2008 παραγγελία του, στη συνέχεια όμως, ανακάλεσε την προηγούμενη παραγγελία του, με την υπ' αριθμό 9907/20-10-2008, νεότερη παραγγελία του. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι οι καταγγελλόμενοι προσέλαβαν την ιδιότητα των κατηγορουμένων, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό, κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρα 111 παρ.7, 119 παρ.1 και 122 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ), σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας, ώστε η περιεχόμενη στην από 31-3-2008 μηνυτήρια αναφορά του ..., σε βάρος των δικαστικών λειτουργών α) ..., β) ..., γ) ... και ..., να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να επιληφθεί αυτής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Για τους λόγους αυτούς
Παραπέμπει την από 31-3-2008 καταγγελία του ...., κατά των δικαστικών λειτουργών: α) ..., β) ..., γ) ..., και ..., στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας αρθρ. 136 του ΚΠΔ. Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν της υποβολής εγκλήσεως σε βάρος δικαστικών λειτουργών του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας (προκαταρτικής εξετάσεως). Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 204/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 105/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 653/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 289/29.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § ια' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 7/28-3-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθμ. 105/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ. το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 § 1 του ιδίου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 2 του αυτού Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του Ν.3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίησή του απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 641/2007). Περαιτέρω ο περιορισμός του άρθρου 478 § 1 Κ.Π.Δ. στην άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της μη παρέλκυσης της εκδίκασης των πλημμελημάτων, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 20 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974. Ειδικότερα, με τον ανωτέρω περιορισμό της προαναφερομένης δικονομικής διάταξης, δεν παραβιάζεται η περί ισότητας αρχή του άρθρου 4 του Συντάγματος, εφόσον η ισότητα δεν θεμελιώνεται στη φύση της αξιόποινης πράξης, αν δηλαδή πρόκειται για πλημμέλημα κ.λ.π., αλλά στη διαφορετική τυχόν (άνιση) μεταχείριση των πολιτών που διαπράττουν την ίδια αξιόποινη πράξη. Υπό την έννοια αυτή, δεν είναι νοητή δήθεν ανισότητα "για ρυθμίσεις διαφορετικές, αλλά με ίση μεταχείριση" μέσα στο χώρο των πλημμελημάτων, των κακουργημάτων κ.λ.π. Με άλλες λέξεις και για το συγκεκριμένο θέμα που τίθεται δεν είναι αντισυνταγματική η χορήγηση στον κατηγορούμενο δικαιώματος εφέσεως μόνο επί κακουργημάτων στα βουλεύματα, γιατί κανείς πολίτης που είναι κατηγορούμενος και η πράξη του περιέχεται στα όρια αυτά, δεν αποκλείεται από την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου της εφέσεως. Επίσης ο αυτός, ως άνω περιορισμός δεν προσκρούει ούτε στο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που θεσπίζει το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου για μία δίκαιη δίκη. Τούτο διότι, ο κατηγορούμενος δεν στερείται του δικαιώματός του προς παροχή έννομης προστασίας, εφόσον διατηρεί αυτός (κατηγορούμενος) την άμεση δυνατότητα να προτείνει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του, ενώπιον του δικαστηρίου στην κύρια διαδικασία ή κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που θα εκδοθεί (ΑΠ 209/2005 Π.Χρ. ΝΕ/927, ΑΠ 1269/2000 Π.Χρ. ΝΑ/498). Η καθιερωμένη δε κατ'άρθρο 2 Π.Κ. αρχή της αναδρομικότητας του ηπιοτέρου νόμου αφορά στις ουσιαστικές και όχι στις δικονομικές διατάξεις (ΑΠ 410/05 Ποιν.Λογ. 2005/412, ΑΠ 362/1995 Π.Χρ. ΜΕ/736). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, κήρυξε ως απαράδεκτη την υπ'αριθ. 100/6-12-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 1191/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, λόγω της ιδιότητάς του τού δικηγόρου, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 94 § 1, 224 § § 2 και 1, 362 και 363 Π.Κ.) τιμωρούμενες σε βαθμό πλημμελήματος, γιατί όπως δέχθηκε κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος δεν επιτρέπονταν στον αναιρεσείοντα να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως. Επομένως εφόσον ο προεκτεθείς περιορισμός, κατά το άρθρο 478 § 1 Κ.Π.Δ. στην περίπτωση των παραπεμπτικών βουλευμάτων, δεν αντιτίθεται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ το Συμβούλιο Εφετών, με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του, δεν κήρυξε παρά το νόμον ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος, αλλά σύννομα και πρέπει τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους προβαλλόμενους λόγους της αναίρεσης να απορριφθούν και περαιτέρω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 7/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χκατά του υπ'αριθμ. 105/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του.
Αθήνα 16 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο, εκτός άλλων, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαστάθηκε με το άρθρ. 41 παρ. 1 του Ν.3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Κατά συνέπεια, στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναιρέσεως, μόνο όταν παραπέμπεται για κακούργημα, χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρ. 4, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1), στο άρθρ. 6 παρ. 1 του ΕΣΔΑ ή το άρθρ. 14 παρ. 5 Διεθνούς Συμφώνου και άρθρ. 2 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τέλος κατά την ΚΠΔ 476 παρ. 1 εδ. β' ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της Εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, κήρυξε ως απαράδεκτη την υπ' αριθ. 100/6-12-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 1.191/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 94 § 1, 224 § § 2 και 1, 362 και 363 Π.Κ.) τιμωρούμενες σε βαθμό πλημμελήματος, γιατί, όπως δέχθηκε, κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος δεν επιτρέπονταν στον αναιρεσείοντα να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως. Η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε στις 28.3.2008, δηλαδή, μετά την έναρξη της ισχύος του Ν.3160/2003 και συνεπώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο, η οποία και γι' αυτό το λόγο είναι απαράδεκτη. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει, μετά την ειδοποίηση, σύμφωνα με την επί του φακέλλου επισημείωση του Γραμματέα, του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2008 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση του 105/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβαλλόμενο βούλευμα 105/08 Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης - Παραπέμπει (δικηγόρο) για πλημμελήματα στο Τριμελές Εφετείο. Μετά το Ν. 3160/03, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Η ασκηθείσα από τον παραπεμπόμενο κατηγορούμενο απαράδεκτη. Απορρίπτει ως τέτοια.
|
Δικηγόροι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Δικηγόροι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 201/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 304/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 790/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 312/6-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την 304/1-2-2008 απόφαση καταδίκασε σε κάθειρξη πέντε (5) ετών για κακουργηματικές κλοπές τον Χ, που ήταν παρών στο ακροατήριο (βλ. απόφαση που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 20-3-2005).
ΙΙ. Ήδη όμως από την 6-2-2008 ο κατηγορούμενος Χ, που κρατείται στη Δικαστική Φυλακή ....., εμφανίσθηκε στον Δ/ντή των Φυλακών και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης και έτσι συντάχθηκε η 139/6-2-2008 έκθεση αναίρεσης. Στην έκθεση αυτή αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης τα εξής: "... Λόγω κακοδικίας ..., προσκομίστηκαν αποδεικτικά για ελαφρυντικά τα οποία δεν έλαβαν υπόψην τους ..." (βλ. έκθεση).
ΙΙΙ. Από τα αναφερόμενα στην έκθεση αναίρεσης προκύπτει ότι η κρινομένη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, γιατί δεν περιέχει έναν τουλάχιστον σαφή ορισμένο και νόμιμο λόγο αναίρεσης. Η αναφορά του αναιρεσείοντος ότι "... προσκομίστηκαν αποδεικτικά για ελαφρυντικά τα οποία δεν έλαβαν υπόψην τους ...", δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, αφού δεν προσδιορίζεται το μεν ποιάς ελαφρυντικής περίστασης έγινε επίκληση και μάλιστα με την μορφή "αυτοτελούς ισχυρισμού", αλλά ούτε και ποιά ήταν "τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν" και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο.
IV. Πρέπει συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 476, 509 και να διαταχθεί η εκτέλεση της αναιρεσιβληθείσας απόφασης.
Για λόγους αυτούς
Προτείνω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 139/6-2-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κρατουμένου Δικαστικής Φυλακής ....., κατά της 304/1-2-2008 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και
ΙΙ. Να διαταχθεί η εκτέλεση της απόφασης αυτής.
Αθήνα 2 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των όρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να πληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ, ΑΠ 2/2002, 19/2001). Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ προβλεπόμενου-λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 6-2-2008 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 304/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών για την αξιόποινη πράξη των διακεκριμένων κλοπών. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού, όπου αυτός κρατείται και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 139/6-2-2008 έκθεση. Στην εν λόγω δε έκθεση διαλαμβάνονται ως λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "... κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ'αριθ.304/2008 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ..., λόγω κακοδικίας προσκομίστηκαν αποδεικτικά για ελαφρυντικά τα οποία δεν έλαβαν υπόψη τους". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν μνημονεύεται στην ειρημένη έκθεση αναιρέσεως η παραβιασθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ούτε προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθ. 304/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικό έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 193/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φωτόπουλο και 2. Χ2 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Δημητριάδου, περί αναιρέσεως της 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Απριλίου 2008 και 23 Ιουνίου 2008, αντιστοίχως, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1138/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά της υπ' αριθμ. 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήθηκαν α) η από 3-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και β) η από 23-6-2008 αίτηση του Χ2. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, πωλεί, ή κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται η ινδική κάνναβις, κατά το άρθρο 4 Πιν. Α' περ. 6 του ίδιου πιο άνω νόμου, ενώ, εξάλλου, κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου " με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή (10.000.000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ.), τιμωρείται ο παραβάτης (μεταξύ άλλων) και του άρθρου 5, αν είναι υπότροπος. Ως πώληση ή αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος. Η κατοχή εξάλλου, πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του.
IΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται, για την ύπαρξη των επιβαρυντικών περιστάσεων, τη συνδρομή των οποίων δέχθηκε το δικαστήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, η ύπαρξη του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο ιερέας Α της ..... (μάρτυρας) γνώριζε το δεύτερο των κατηγορουμένων, Χ1, ο οποίος ασχολούνταν με τα ναρκωτικά. Συναντήθηκαν τυχαία σε μία καφετέρια και ο πρώτος απευθυνόμενος στον εν λόγω κατ/νο τον ρώτησε αν είχε ινδική κάνναβη. Ο τελευταίος, ο οποίος είχε προηγουμένως συμφωνήσει με τον πρώτο κατ/νο αυτός μεν (δεύτερος κατ/νος) να του βρίσκει αγοραστές για τα ναρκωτικά που κατείχε εκείνος δε (πρώτος κατ/νος) να τον προμηθεύει με την καθημερινή δόση του, του υποσχέθηκε (στον Α) να του φέρει ποσότητα. ινδικής κάνναβης, όμως ο Α, ακoλoύθως, μετέβη στην Αστυνομία, όπου προέβη στην ενημέρωση για το συμβάν και αποφασίσθηκε η κατάστρωση σχεδίου. Προς τούτο, προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα, τα οποία παραδόθηκαν στο μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος στις 18.10.2005 μετέβη στο χωριό ..... της ....., όπου ήταν το σημείο συνάντησης που είχε με το δεύτερο των κατηγορουμένων, έχοντας στο "πόρτ-μπαγκάζ" του αυτοκινήτου του τους αστυνομικούς υπαλλήλους Β και Γ. Η συμφωνηθείσα ποσότητα της αγοραπωλησίας ήταν 500 γραμμ. ινδικής κάνναβης (χασίς με φούντα) και το τίμημα είχε συμφωνηθεί σε 3.000 ευρώ. Εμφανίσθηκε ο ως άνω πωλητής (δεύτερος) κατηγορούμενος οδηγώντας μία μοτοσυκλέτα και ακολούθως, εισήλθε στο αυτοκίνητο του ιερέα, παρέδωσε την ποσότητα και παρέλαβε το τίμημα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κατά την οποία συντελέσθηκε η αγοραπωλησία, παρενέβησαν οι αστυνομικοί, οι οποίοι συνέλαβαν τον' κατηγορούμενο, τον οποίο στη συνέχεια μετέφεραν στο Αστυνομικό Τμήμα ..... . Εκεί, αυτός ισχυρίσθηκε, ότι "τα ναρκωτικά μου τα έδωσε ο Δ, για να τα πουλήσω και τα χρήματα θα τα έδινα στον Δ". Όμως, για τις σχέσεις του αυτές με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 δεν είχε κάνει καμία αναφορά στον ιερέα, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, που είχαν προηγηθεί, αλλ' ούτε και είχε διαπιστωθεί κάτι τέτοιο από την Αστυνομία. Επακολούθησε έρευνα στο σπίτι του κατηγορουμένου Χ2 και βρέθηκαν στον αύλειο χώρο της οικίας του ακατέργαστη ποσότητα ινδικής κάνναβης βάρους εννέα (9) κιλών και οκτακοσίων (800) γραμμαρίων, τοποθετημένη επάνω σε κρεβάτι της προαναφερόμενης οικίας του, σε παρακείμενο τραπεζάκι και κάτω στο πάτωμα, ποσότητα, η οποία εντοπίστηκε και κατασχέθηκε από τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Ασφαλείας ....., την οποία είχε τοποθετήσει αυτός, καθώς επίσης δεκαπέντε (15) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης τεμαχισμένα, διαφόρου ύψους, πλήρως ανεπτυγμένα και έτοιμα προς αποξήρανση, συνολικού μικτού βάρους, δέκα (l0) περίπου κιλών, τα οποία βρίσκονταν τοποθετημένα κάτω στο πάτωμα της προαναφερόμενης οικίας του και στην τουαλέτα αυτής. Τις ανωτέρω ποσότητες, τις οποίες κατείχε ο κατηγορούμενος με πρόθεση και με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και κατά τρόπο που να μπορεί να διαπιστώνει κάθε στιγμή την ύπαρξη της, κατασχέθηκαν από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους, οι οποίοι επιλήφθηκαν της υποθέσεως συντάσσοντας τις σχετικές εκθέσεις, οι οποίες αναγνώσθηκαν. Ακόμη αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατ/νος είναι υπότροπος, διότι έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, με την υπ' αριθ. 37/7.6.2001 απόφασn του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου σε κάθειρξη εννέα (9) ετών για την πράξη της καλλιέργειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, ήτοι για κακούργημα και μάλιστα εντός της τελευταίας δεκαετίας. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε όμως ότι Α κατά τις συναντήσεις του με το δεύτερο κατ/νο παρότρυνε πειστικά τον τελευταίο να του πωλήσει ναρκωτικά. Ο όψιμος ισχυρισμός του Α στο ακροατήριο ότι πίεσε το δεύτερο κατ/νο να του βρει ναρκωτικά δεν μπορεί να γίνει πιστευτός από το δ/ριο, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις απολογίες του δευτέρου κατ/νου (ανακριτική και προανακριτική), οι οποίες κρίνονται αξιόπιστες, ο τελευταίος όχι μόνο δεν ισχυρίστηκε ότι τον πίεσε ο Α, αλλά αντίθετα. ισχυρίστηκε ότι πιεζόμενος ο ίδιος (δεύτερος κατ/νος) από την εξάρτηση του από τα ναρκωτικά προσφέρθηκε ο ίδιος να βρει την ποσότητα των ναρκωτικών που ήθελε ο Α. Επομένως όπως αποδείχθηκε, ο Α ενήργησε χωρίς να υπερβεί τα όρια της επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσης του και χωρίς να παροτρύνει το δεύτερο κατ/νο να τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του δευτέρου κατ/νου και ο συναφής πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός αυτού, σύμφωνα και με τη σκέψη που προηγήθηκε πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι στο πρόσωπο του, δευτέρου κατ/νου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' και ε' Π.Κ., που επικαλείται. Ειδικότερα προκειμένου για τη συνδρομή της ελαφρυντική ς περίστασης του στοιχ. δ' της ως άνω διάταξης, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται έμπρακτα, δηλαδή να συνδυάζεται με περιστατικά που μαρτυρούν ότι ο τελευταίος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγνώμης (ΑΠ 1519/2005 ΠοινΔνη 2006. 349). Στην προκειμένη περίπτωση η απλή έκφραση λύπης του δευτέρου κατηγορουμένου δεν αρκεί για την αναγνώριση το πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης. Περαιτέρω, για την ελαφρυντική περίσταση από το στοιχ. ε' της ίδιας ως άνω διάταξης απαιτείται μετά την αξιόποινη πράξη, καλή γενικά συμπεριφορά που να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Στην κρινόμενη περίπτωση, από μόνο το γεγονός της καλής συμπεριφοράς του δευτέρου κατηγορουμένου στη φυλακή, που αποτελεί συμμόρφωσή του προς τους κανονισμούς και χωρίς να αποδεικνύεται συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής διαβίωσής του μετά την πράξη του, δεν θεμελιώνεται η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση (ΑΠ 1053/2006 Ποιν. Δνη 2006, 1363, ΑΠ 1519/2005 ό.π.). Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατ/νος της πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών ως υπότροπος, ο δε δεύτερος κατ/νος ένοχος κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Θα πρέπει ν' αναγvωρισθεί όμως στο δεύτερο κατ/νο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, επειδή συντρέχουν οι σχετικές νόμιμες προϋποθέσεις ...".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και επέβαλε στον μεν Χ1, στον οποίο ανεγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση εκ του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ, ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, στο δε Χ2 την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία κατεδίκασε τους κατηγορουμένους, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή αυτών, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' και 8 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, διατυπούμενο στο σκεπτικό, δεν συνιστά απλή επανάληψη του διατακτικού ούτε είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην ουσιαστική κρίση ότι τόσον ο Χ2 είχε την φυσική εξουσία επί της ποσότητος των 9.800 χιλιογρ. ινδικής κάνναβης και των 15 δενδρυλλίων της ίδιας ναρκωτικής ουσίας βάρους περίπου δέκα κιλών, η οποία βρέθηκε και κατασχέθηκε εντός της οικίας του και στον προαύλιο χώρο αυτής, όσον και ο κατηγορούμενος Χ1 ο οποίος παρέλαβε από τον άνω συγκατηγορούμενό του ποσότητα 500 γραμμαρίων της ίδιας ναρκωτικής ουσίας και είχε επ' αυτής φυσική εξουσίαση μέχρι του χρόνου της πωλήσεώς της προς τον Α, το γεγονός δε ότι την άνω ποσότητα παρέλαβε από τον συγκατηγορούμενο προς τον οποίο τελικά, εάν δεν συνελαμβάνετο, θα παρέδιδε το τίμημα, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της πράξης ως πώλησης. Περαιτέρω επαρκώς αιτιολογείται για τον κατηγορούμενο Χ2 και ορθώς γίνεται από το δικαστήριο υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 του Π.Κ περί υποτροπής, αφού δέχεται αμετάκλητη καταδίκη αυτού την προηγούμενη δεκαετία σε ποινή κάθειρξης με την αναφερόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Κατ' ακολουθία, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ με τον οποίο πλήττεται η απόφαση και από τους δύο αναιρεσείοντες για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου και με την οποία καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως. Ενόψει της διατάξεως αυτής, πρέπει οι πράξεις των αστυνομικών υπαλλήλων που ενεργούν ως agents provocateurs, να μη υπερβαίνουν τα όρια της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης τους. Δηλαδή, πρέπει να μη είναι εκείνοι, οι οποίοι παρότρυναν τον κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται, ότι αυτή θα είχε διαπραχθεί ακόμη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επέμβαση των αστυνομικών. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως μιας δίκαιης διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ1, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που προήλθαν από την επ' ακροατηρίω εξέταση και αξιολόγηση της καταθέσεως του μάρτυρα Α για τον οποίο επικαλείται ότι αυτός, κατ' εντολή αστυνομικών οργάνων, του προκάλεσε την απόφαση, παραπείθοντάς τον, να του πωλήσει την άνω ποσότητα των 500 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως επιχειρεί να ανατρέψει τις αντίθετες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, αφού το δικαστήριο ρητώς και σαφώς δέχεται ότι ο Α ενήργησε, ως ενήργησε, χωρίς να παροτρύνει τον κατηγορούμενο, μη έχοντα οπωσδήποτε εκδηλωθέντα ενδοιασμό, να τελέσει τις πράξεις τις οποίες τελικά τέλεσε. Ενόψει αυτών, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, βάλλων κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Αλλά και αν ήθελε θεωρηθεί, ότι ως άνω μάρτυρας (υποψήφιος αγοραστής) ενήργησε, ως agent provocateur, δεν υφίσταται εκ μέρους του υπέρβαση της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης του και η ποινική ευθύνη του κατ' αυτόν τον τρόπο ενεργήσαντος δεν παύει υφισταμένη.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2008 αίτηση του Χ1 και β) την από 23-6-2008 αίτηση του Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή - πώληση ναρκωτικών. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για τις άνω πράξεις.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 190/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλετρά, περί αναιρέσεως της 1846/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1603/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ.2α,β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον περιουσιακόν όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ). Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Οι πράξεις αυτές της απάτης, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, λαμβάνουν κακουργηματική μορφή, οπότε τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το παράνομο συνολικό περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ) ή β), εάν το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης αρκεί, ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως, άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απάτη, συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 των πιο πάνω άρθρων 216 και 386 ΠΚ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94 και 42 του ΠΚ, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως τη απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία τη υποστάσεως, ή επιβαρυντική περίπτωση, ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού (ή νοθευμένου) εγγράφου, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους (216 παρ.3 ΠΚ), όταν τα με την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα, ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, πράγμα που δεν συμβαίνει εάν επί της απόπειρας απάτης συντρέχουν και άλλες διαφορετικές των προηγουμένων ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1846/2008 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι αποδείχθηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... Οι κατηγορούμενοι είναι δικηγόροι και γνωρίζονται από πολλά χρόνια. Ο 1ος κατηγορούμενος, (ήδη αναιρεσείων) προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, είχε καταστρώσει το σχέδιο, με συνεργάτη του τη 2η κατηγορουμένη, να λαμβάνει δάνεια στο όνομα δήθεν ιδιοκτητών ακινήτων, κατόπιν εγγραφής προσημείωσης υποθήκης στα ακίνητα τους, στην οποία αυτός θα συναινούσε, ως εκπρόσωπος των δανειοληπτών - ιδιοκτητών, με βάση πλαστά πληρεξούσια, προς εξασφάλιση δήθεν των δανειστών, ενώ οι πραγματικοί ιδιοκτήτες και φερόμενοι δανειολήπτες δεν θα είχαν γνώση των σχεδίων του. Έτσι, στην Αθήνα, κατά μήνα Ιούλιο 2000, προς υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου του, μετά από συναπόφαση με τη 2η κατηγορουμένη, ανέθεσε στο μεσίτη Α να βρει αγοραστή για ένα οικόπεδο στο ....., στην οδό ..... αρ. .., με ιδιοκτήτρια του την Β. Για το λόγο αυτό του παρέδωσε, μέσω της 2ης κατηγορουμένης, ως τίτλο, ένα αντίγραφο της υπ' αριθ. ..... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που φερόταν ότι προερχόταν δήθεν από την παραπάνω ιδιοκτήτρια και είχε συνταχθεί δήθεν από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Ε, χωρίς όμως στην πραγματικότητα τα αναφερόμενα σ' αυτήν πρόσωπα να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη σύνταξη της εν λόγω δήλωσης αποδοχής κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα. Μάλιστα, μετά από λίγες ημέρες η 2η κατηγορουμένη ενημέρωσε τον Α περί του ότι δήθεν η ιδιοκτήτρια του οικοπέδου, ενόψει χρεών της προς το Δημόσιο, ενδιαφερόταν ακόμη και για δανεισμό της, παρέχοντας ως εξασφάλιση του δανειστή της την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο παραπάνω ακίνητο. Ο εν λόγω μεσίτης ήλθε τότε σε επικοινωνία με τον Γ, ο οποίος είχε προβεί σε καταχώρηση αγγελίας στην εφημερίδα "....." για τη χορήγηση δανείων και ο τελευταίος συμφώνησε να χορηγήσει δάνειο ύψους 50.000.000 δραχμών με την παραπάνω εξασφάλιση και προς τούτο ζήτησε, για έλεγχο, τους τίτλους του υπό προσημείωση ακινήτου. Τότε ο Α παρέδωσε στο Γ φωτοαντίγραφο της παραπάνω δήλωσης αποδοχής και εκείνος, με τη σειρά του, την παρέδωσε στη δικηγόρο Δ, για να προχωρήσει στον έλεγχο των τίτλων στο υποθηκοφυλακείο του ..... . Μάλιστα, μέσω του Α συμφωνήθηκε το δάνειο των 50.000.000 δραχμών να δοθεί σε δύο δόσεις και συγκεκριμένα αρχικά 15.000.000 δραχμές και στη συνέχεια τα υπόλοιπα με χορήγηση δεύτερης προσημείωσης. Ήδη δε, την 1.8.2000, είχε εμφανιστεί στο ως άνω υποθηκοφυλακείο ο 1ος κατηγορούμενος και είχε καταθέσει αίτηση για τη μεταγραφή της επίμαχης δήλωσης αποδοχής, για λογαριασμό δήθεν της φερόμενης ως εμφανισθείσας στην πιο πάνω συμβολαιογράφο Β. Όμως, από τον έλεγχο που διενέργησε ο αρμόδιος υπάλληλος του υποθηκοφυλακείου, διαπιστώθηκε, ότι η επίμαχη δήλωση αποδοχής ήταν πλαστή, διαπίστωση στην οποία οδηγήθηκαν οι αρμόδιοι του υποθηκοφυλακείου κυρίως από το γεγονός ότι ενώ στη δήλωση αποδοχής η συμβολαιογράφος αναγράφεται στην αρχή ως Ε, στο τέλος και τις σφραγίδες ως Ε1, τα πραγματικά της στοιχεία είναι ..... και ..... είναι το πατρικό της επώνυμο. Τούτο το επιβεβαίωσε η ίδια η συμβολαιογράφος σε τηλεφωνική της επικοινωνία με τον υποθηκοφύλακα, αλλά και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως επίσης επιβεβαίωσε ότι αυτή ουδέποτε συνέταξε την επίμαχη δήλωση αποδοχής, η οποία είναι εξολοκλήρου πλαστή, λόγος για τον οποίο έγινε σχετική διαγραφή από τα βιβλία μερίδων και ευρετηρίου του ως άνω υποθηκοφυλακείου και πράξη απορρίψεως της πιο πάνω αιτήσεως, ενώ ενημερώθηκε και η αρμόδια εισαγγελική αρχή. Όμως, ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε καταθέσει την αίτηση της μεταγραφής χωρίς να δώσει τα στοιχεία του, για λογαριασμό δήθεν της πιο πάνω συμβολαιογράφου, δεν έλαβε γνώση για τα διατρέξαντα στο εν λόγω υποθηκοφυλακείο, αναφορικά με τη διαπίστωση της πλαστότητας της επίμαχης δήλωσης αποδοχής, γιατί, μόλις πήρε το σχετικό δελτίο παροχής υπηρεσιών από τον υποθηκοφύλακα, αποχώρησε. Έτσι, όταν η Δ, δικηγόρος του δανειστή Γ, έχοντας το φωτοαντίγραφο της παραπάνω πλαστής δήλωσης αποδοχής, τις πρωινές ώρες της 3.8.2000 πήγε στο ως άνω υποθηκοφυλακείο για να προβεί σε έλεγχο, ενημερώθηκε από τον υποθηκοφύλακα για την πλαστότητά της και αυτή με τη σειρά της ενημέρωσε τον πελάτη της και, στη συνέχεια, τόσον αυτή, όσο και ο Γ μετέβησαν στην Ασφάλεια Αττικής. Εκεί, μετά από υπόδειξη των αστυνομικών του Τμήματος Οικονομικών Εγκλημάτων της Δ/νσης Ασφάλειας Αττικής, ο Γ δέχτηκε να συναντηθεί με τον Α, κατόπιν συνεννοήσεως μαζί του, καθώς και με τη φερόμενη ως δανειολήπτρια και δήθεν ιδιοκτήτρια του πιο πάνω ακινήτου, τις μεσημεριανές ώρες της ίδιας ημέρας, στην καφετέρια ".....", απέναντι από το Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να παραδώσει, ως προκαταβολή, στη δανειολήπτρια το ποσό των 1.500.000 δραχμών. Πριν, όμως, πραγματοποιηθεί η συνάντηση, που ορίστηκε για τις 14:30 της ίδιας ημέρας, οι αστυνομικοί της Ασφάλειας προσημείωσαν τα χαρτονομίσματα του ποσού της προκαταβολής. Στη συνέχεια, ο Γ και η δικηγόρος του Δ μετέβησαν στην καφετέρια ".....", όπου συνάντησαν μόνο του τον Α, ενώ στη διπλανή καφετέρια "....." βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι και η αρχική συγκατηγορουμένη τους ΣΤ (ως προς την οποία, με την εκκαλουμένη, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω θανάτου), τους οποίους προηγουμένως είχε συναντήσει εκεί ο Α και στον οποίο οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν και σύστησαν την ΣΤ ως Β. Ακολούθως και ενώ οι αστυνομικοί διακριτικά παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στις δύο αυτές καφετέριες, ο Α έφυγε από την καφετέρια ".....", πήγε στην καφετέρια "....." και επέστρεψε μαζί με την ΣΤ, την οποία σύστησε στο δανειστή και τη δικηγόρο του ως Β και η οποία εκτελούσε προς τούτο εντολές και οδηγίες των κατηγορουμένων, για να εμφανιστεί ως Β, δήθεν ενδιαφερόμενη δανειολήπτρια. Εκεί, αφού συμφώνησαν για το ποσό της προκαταβολής (1.500.000 δραχμές) και ότι την επομένη, που θα γινόταν η συναινετική εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, θα της δινόταν και το υπόλοιπο ποσό των 48.500.000 δραχμών, η ΣΤ παρέδωσε στο Γ το ..... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, που την εμφάνιζε ως Β, με το οποίο την είχε εφοδιάσει ο 1ος κατηγορούμενος και το οποίο ήταν και αυτό πλαστό. Έτσι, αφού έγινε έλεγχος των στοιχείων ταυτότητας της, η δικηγόρος συνέταξε χειρόγραφη απόδειξη για ποσό 1.500.000 δραχμών, σύμφωνα με την οποία η ΣΤ, ως Β, έλαβε το παραπάνω ποσό και γινόταν εκεί μνεία ότι το υπόλοιπο ποσό των 48.500.000 δραχμών θα της δινόταν στις 4.8.2000, με προσημείωση υποθήκης. Την απόδειξη αυτή υπέγραψε η ΣΤ, οπότε ο δανειστής Γ της παρέδωσε, μέσα σε μία πλαστική σακούλα, τα προσημειωθέντα χαρτονομίσματα, τα οποία εκείνη τοποθέτησε στην τσάντα της. Τότε επενέβησαν οι αστυνομικοί, που παρακολουθούσαν τα εκεί τεκταινόμενα, συνέλαβαν την ΣΤ και κατάσχεσαν τα προσημειωθέντα χρήματα, ενώ στη συνέχεια συνέλαβαν και τους κατηγορουμένους, που βρισκόντουσαν στη διπλανή καφετέρια. Σε έρευνα δε που επακολούθησε, βρέθηκε μέσα στην τσάντα του 1ου κατηγορουμένου το ..... δελτίο δικηγορικής ταυτότητας του ΔΣΑ, που φέρει τη φωτογραφία του εν λόγω κατηγορουμένου, με τα στοιχεία "ΧΧ", το οποίο είναι, επίσης, πλαστό και κατασχέθηκε από τους αστυνομικούς. Με την εν λόγω πλαστή δικηγορική ταυτότητα είχε εμφανιστεί ο 1ος κατηγορούμενος στους αρμόδιους υπαλλήλους του Δήμου ..... και, κάνοντας χρήση της, είχε ζητήσει από αυτούς τη χορήγηση πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης της Β, το οποίο ήθελε ο δανειστής Γ μαζί με τη δήλωση αποδοχής, για να προβεί σε έλεγχο τίτλων του παραπάνω ακινήτου. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται, ότι ο 1ος κατηγορούμενος, έχοντας καταστρώσει το πιο πάνω εγκληματικό σχέδιο, στο οποίο προσχώρησε και η 2η κατηγορουμένη, κατάρτισε τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα (δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, αστυνομική ταυτότητα Β και δικηγορική ταυτότητα ΧΧ). Ο ίδιος, κατά την απολογία του στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ αποδέχεται την ως άνω εμπλοκή του στην κατά τα παραπάνω απόπειρα εξαπάτησης του δανειστή Γ, αρνείται ότι αυτός κατάρτισε την πλαστή δήλωση αποδοχής και την πλαστή αστυνομική ταυτότητα και δέχεται ότι πλαστογράφησε μόνο τη δικηγορική ταυτότητα, ισχυρίστηκε δε περαιτέρω ότι, την μεν πλαστή δήλωση αποδοχής του, την έδωσε κάποιο τρίτο πρόσωπο, με το όνομα Ζ, που ήταν ο πραγματικός εγκέφαλος του σχεδίου, τη δε πλαστή αστυνομική ταυτότητα την παρέδωσε στην ΣΤ, λίγο πριν τη σύλληψή της, ο ίδιος ο κατονομαζόμενος ως Ζ, χωρίς αυτός (1ος κατηγορούμενος) να γνωρίζει ότι πρόκειται περί πλαστών εγγράφων. Όμως, οι ισχυρισμοί του αυτοί, όχι μόνο δεν αποδεικνύονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, αλλά έρχονται σε άμεση αντίθεση με όσα ευθύς εξ αρχής κατέθεσε η ΣΤ, η οποία, όταν συνελήφθη, δήλωσε ότι την πλαστή αστυνομική ταυτότητα της την είχε δώσει ο 1ος κατηγορούμενος (βλ. ιδίως την κατάθεση του μάρτυρα Η, αστυνομικού, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την αναγνωσθείσα από 3.8.2000 έκθεση εξετάσεως της αρχικής κατηγορουμένης ΣΤ), ενώ η 2η κατηγορουμένη, η οποία κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο βρέθηκε στη καφετέρια ".....", όπου μαζί με τον 1° κατηγορούμενο έδιναν τις σχετικές εντολές και οδηγίες στην ΣΤ, για να εμφανιστεί στο δανειστή Γ, ως Β, δεν επιβεβαίωσε κανένα περιστατικό σχετικό με εμφάνιση εκεί του κατονομαζόμενου από τον 1° κατηγορούμενο Ζ και παράδοση δήθεν εκ μέρους του στην ΣΤ της πιο πάνω πλαστής αστυνομικής ταυτότητας, για να την χρησιμοποιήσει η τελευταία κατά τα προαναφερθέντα. Εξάλλου, η εξαπάτηση του παραπάνω δανειστή, κατά το σχέδιο του 1ου κατηγορουμένου, με την παρουσίαση της ΣΤ ως δήθεν Β, για τη διενέργεια των πιο πάνω νομικών πράξεων, εκ των πραγμάτων μόνο με τη χρήση πλαστής αποδοχής κληρονομιάς και πλαστής αστυνομικής ταυτότητας στο όνομα της Β μπορούσε να λάβει χώρα και τα εν λόγω πλαστά έγγραφα έπρεπε να εξασφαλίσει ο 1ος κατηγορούμενος, για να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου του, όπως και έπραξε. Με την κατάρτιση των παραπάνω πλαστών εγγράφων (δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και αστυνομικής ταυτότητας) και την κατά τα παραπάνω χρήση τους, που είχαν ως έννομη συνέπεια να θεωρείται ως πραγματική κληρονόμος του ως άνω ακινήτου η ΣΤ, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στην συγκατηγορουμένη του Χ2 περιουσιακό όφελος, που υπερέβαινε τότε το ποσό των 25.000.000 δραχμών συνολικά, με αντίστοιχη ζημία του πιο πάνω δανειστή, σε κάθε δε περίπτωση αυτός διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού, ενόψει της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της πλαστογραφίας εκ μέρους του και της υποδομής που είχε διαμορφώσει, ώστε να επιτυγχάνει την κατάρτιση τέτοιων πλαστών εγγράφων, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 €). Τα ως άνω αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση και της απόπειρας απάτης είναι αυτοτελή, καθόσον τα εξ αντικειμένου στοιχεία τους, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, δεν ταυτίζονται, αφού, πέραν της χρήσεως των προαναφερθέντων πλαστών εγγράφων, έλαβε χωράν και η εν γνώσει παράσταση των λοιπών προπεριγραφεισών ψευδών παραστάσεων και, συνακόλουθα και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απορροφάται η απάτη από την πλαστογραφία και υφίσταται μεταξύ τους αληθινή πραγματική συρροή. Κατά συνέπειαν, ο αυτοτελής ισχυρισμός του 1ου κατηγορουμένου ότι μεταξύ των ως άνω εγκλημάτων υφίσταται φαινόμενη συρροή και ότι η απόπειρα απάτης απορροφάται από την πλαστογραφία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, μέχρι το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα που του αποδίδονται έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού είχε καταδικασθεί αμετακλήτως για παρόμοιες πράξεις, ούτε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, γιατί, ενόψει της βαρύτητας των πράξεων του, το διάστημα που παρήλθε από την αποφυλάκιση του, λόγω άρσης της προσωρινής κρατήσεως του, (7.8.2001) μέχρι τον εγκλεισμό του στις φυλακές σε εκτέλεση της εκκαλουμένης (Απρίλιος 2006) δεν θεωρείται αρκετά μεγάλο, οποιαδήποτε δε καλή συμπεριφορά του στη φυλακή δεν αρκεί για την αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού. Επομένως, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α και ε ΠΚ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση και απόπειρας (από κοινού) κακουργηματικής απάτης, από τις οποίες το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), από υπαίτιο που διαπράττει απάτες και πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν σε κάθε περίπτωση το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), καθώς και για πλαστογραφία σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρα 13περ.γ και στ, 26 παρ.1α, 27 παρ.1,42, 45, 94 παρ.1,98 216 παρ.1,2,3 και 386 παρ.1,3 ΠΚ). Για τις πράξεις του δε αυτές, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ ετών και έξι μηνών.
ΙΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Σύμφωνα με την νομική σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, ενώ οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απάτη συρρέουν αληθώς, η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού εγγράφου, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, μόνο όμως, όταν τα με την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα, ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατά την τέλεση της πράξεως της απόπειρας απάτης, εκτός από τη χρήση του πλαστών εγγράφων (δήλωση αποδοχής κληρονονομίας, δελτίο αστυνομικής ταυτότητας της Β), προκειμένου να επιτύχει την παραπλάνηση του μηνυτή Γ, δια του μεσίτη Α, και να αποκομίσει το παράνομο περιουσιακό όφελος των 50.000.000 δραχμών, επιπλέον, διαβεβαίωσε και ο ίδιος με την εν γνώσει παράσταση των αναφερομένων σ' αυτήν ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, με την λεπτομερώς περιγραφόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση συμπεριφορά του και ειδικότερα με τις πράξεις που αυτός διενήργησε, ως δικηγόρος. Ειδικότερα, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της αποφάσεως, πλην άλλων, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στον πιο πάνω μεσίτη παριστάνοντας σε αυτόν ψευδώς ότι είναι δήθεν πληρεξούσιος της ιδιοκτήτριας του ακινήτου που είχε δήθεν ανάγκη δανεισμού παρέχοντας, ως εξασφάλιση του δανειστή, την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητο αυτό. Επίσης ο ίδιος, προκειμένου να εξαπατήσει τον μηνυτή, εμφάνισε σ' αυτόν και στον μεσίτη Α την ΣΤ ως την ιδιοκτήτρια του ακινήτου Β, αφού προηγουμένως της έδωσε σχετικές εντολές και οδηγίες προκειμένου να επιτευχθεί η εξαπάτηση του μηνυτή (Γ) και να εισπράξει το πιο πάνω ποσό.
Συνεπώς, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τα παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα δεν ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, ώστε η πράξη της απόπειρας της απάτης να απορροφηθεί από την πράξη της χρήσης του πλαστού. Είναι δε αδιάφορο, αν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ήταν απαραίτητο, προκειμένου να καταστεί εφικτή η εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης επί του πιο πάνω ακινήτου, προς δήθεν εξασφάλιση του μηνυτή, και προς εξαπάτησή του, επιπλέον, να γίνει και χρήση των πιο πάνω πλαστών εγγράφων. Το Πενταμελές, επομένως, Εφετείο, το οποίο απέρριψε με την εκτιθέμενη πιο πάνω αιτιολογία, τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό, κατά τον οποίο δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού και της απόπειρας απάτης, ως δύο ιδιαίτερα και ανεξάρτητα αδικήματα, διότι τα πραγματικά περιστατικά είναι ίδια, ώστε να απορροφάται το αδίκημα της απόπειρας απάτης, από αυτό της πλαστογραφίας και την χρήση των πλαστών εγγράφων, αιτιολογημένα απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94, 42, και 43 του ίδιου Κώδικα. Συνακόλουθα και οι, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος σχετικοί λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης και ειδικότερα, ως προς την απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
IV. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ., ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και ε του ΠΚ, κατέθεσε δε εγγράφως τον ισχυρισμό του αυτόν. Για τη θεμελίωση του πρώτου ελαφρυντικού πρόβαλε, επί λέξει, ότι " μέχρι και την ημέρα της διάπραξης της αποδιδόμενης σε βάρος μου πράξης, ήτοι μέχρι το 2000, έζησα έντιμη οικογενειακή και επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή. Ασκούσα το επάγγελμα του δικηγόρου, έχοντας μια σημαντική πελατεία, από το έτος 1970, έχοντας προαχθεί σε δικηγόρο παρ' εφέταις, χειριζόμενος σωρεία ποινικών και αστικών υποθέσεων. Ήμουν παντρεμένος και από το γάμο μου, έχω αποκτήσει έναν γιο ηλικίας σήμερα (25) ετών, και με την οικογένεια μου είχα μια κοινωνική και οικογενειακή ζωή, χωρίς προβλήματα, όπως ο κάθε φιλήσυχος και νομοταγής πολίτης". Για τη θεμελίωση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, ο αναιρεσείων πρόβαλε ότι "από το χρόνο διάπραξης της πράξης έως και σήμερα, συμπεριφέρθηκα καλά, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το αδίκημα φέρεται τελεσθέν το έτος 2000. Ενώπιον του κ. Ανακριτού, εμφανίστηκα και απολογήθηκα, τον Αύγουστο του 2000 Η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, το Μάρτιο του 2006, ότε και καταδικασθείς, οδηγήθηκα στις φυλακές, για την έκτιση της ποινής. Από το χρόνο λοιπόν διάπραξης του παραπάνω αδικήματος μέχρι και σήμερα, άλλοτε κινούμενος μέσα στο κοινωνικό περίγυρο ελεύθερος και άλλοτε κρατούμενος σε δικαστικές φυλακές και μάλιστα κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα, σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, που είναι οι φυλακές επέδειξα συμπεριφορά καλή, και διαγωγή αρίστη, και κανένα πρόβλημα δεν δημιούργησα στο κοινωνικό περιβάλλον αλλά και στις αντίξοες συνθήκες των φυλακών ανταποκρινόμενος πλήρως στις υποχρεώσεις μου και τηρώντας τους κανόνες της σωστής διαβίωσης". Με αυτό το περιεχόμενο οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών ήταν αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου, "χειριζόμενος σωρεία ποινικών και αστικών υποθέσεων" και ότι ήταν παντρεμένος και έχει ένα γιο, δεν δικαιο`λογεί τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Επίσης η αναφορά μόνο ότι από το 2000 μέχρι σήμερα επέδειξε "συμπεριφορά καλή, και διαγωγή αρίστη", και δεν δημιούργησε πρόβλημα στο κοινωνικό περιβάλλον αλλά και στις αντίξοες συνθήκες των φυλακών, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον περί καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη ισχυρισμό του, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών καλής συμπεριφοράς, πλέον εκείνης της επιβαλλόμενης από τους κανονισμούς της φυλακής. Το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν αυτούς με αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο αιτιολογία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, και ειδικότερα εκείνης της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, με την μοναδική αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί γιατί το διάστημα των πέντε ετών (καλής συμπεριφοράς) δε θεωρείται επαρκές για τη θεμελίωση του ελαφρυντικού αυτού, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
V. Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη όλων τω λόγων αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/9/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ.πρωτ. 7714/19-9-2008) του Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..... κατά της 1846/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα,που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ,.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα κακουργηματικής απάτης, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και κακουργηματική πλαστογραφία (κατάρτιση και νόθευση με χρήση) όπου το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Η απόπειρα της απάτης με χρήση πλαστού εγγράφου, απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, μόνο όμως, όταν τα με την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα, ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί απορροφήσεως της απάτης από την πλαστογραφία καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απόρριψη ως αορίστων ισχυρισμών για ελαφρυντικά του άρθρ. 84 παρ. 2α΄ και ε΄ ΠΚ. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Απόπειρα.
| 0
|
Αριθμός 189/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο και 4. Χ4, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Φωτεινή Μαυρίδου, περί αναιρέσεως της 1891/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Απριλίου 2008 και 29 Απριλίου 2008 χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 877/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 18 Απριλίου 2008, τρεις αυτοτελείς αιτήσεις αναίρεσης των τριών πρώτων αναιρεσειόντων και β) να απορριφθεί ως αβάσιμη εκείνη του τετάρτου των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες 1) 28/18-4-2008, 2) 30/18-4-2008, 3) 29/18-4-2008 και 4) από 29/4/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3, και δ) Χ4, αντίστοιχα, για αναίρεση της 1891/07.02.2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι για παράβαση του Α.Ν 86/67, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
IΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 του ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, όμως μόνο σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Σχινάς και υπέβαλε, για λογαριασμό των αναιρεσειόντων Χ1, Χ2 και Χ3, αίτημα αναβολής, για το λόγο ότι, "η πληρεξούσια δικηγόρος αυτών Ιωάννα Βοζίκη, δικηγόρος Θεσσαλονίκης δεν κατάφερε να ταξιδέψει από τη ..... λόγω κακοκαιρίας". Το αίτημα αυτό, πρέπει να απορριφθεί, λαμβανομένης υπόψη και της δηλώσεως της παριστάμενης, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος Χ4, δικηγόρου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Μαυρίδου, η οποία είπε, ότι "και η ίδια ταξίδεψε από τη ..... για να παραστεί σήμερα στο Δικαστήριο και δεν συναινεί στην αναβολή συζητήσεως της υπόθεσης".
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται (514 εδ.α.ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία α) 13/6/2008 και 19/6/2008, αποδεικτικά επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..... και από το 9/5/2008 αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....., β) από 13/6/2008 και 25/6/2008 αποδεικτικά επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..... και της Δικαστικής Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....., αντίστοιχα, και γ) από13/6/2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ....., οι αναιρεσείοντες α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, αντίστοιχα, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν δια του συνηγόρου τους στην αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση (5/12/2008). Αυτοί όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συνεδρίαση αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως αυτών, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν αυτοί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του ΑΝ 1846/195, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, εκ της ασκήσεως επιχείρησης, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Ειδικότερα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση όμως της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος , δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. IV. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1891/2008 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "... Στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από 1η/3/2003 έως και 1η/5/2005 οι κατηγορούμενοι Χ1 (1ος) και Χ4 (3ος) ως εργοδότες και δη Διευθύνων Σύμβουλος και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, αντίστοιχα, της ενταύθα εδρεύουσας επιχείρησης Γυμναστηρίου με την επωνυμία "ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ Α.Ε." δεν προέβησαν για το προσωπικό που απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2003 έως και Μάρτιο του 2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην ως άνω επιχείρηση στην καταβολή προς το ΙΚΑ ήτοι στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό των ασφαλιστικών εισφορών (ΠΕΕ 489/2005) συνολικού ποσού 180.177,22 ευρώ καθόσον, ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές), ποσού 120.518,15 ευρώ και ενώ παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (εργατικές), ποσού 60.259,07 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλλαν μέσα σ'ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και ανά πρώτη ήμερα των εφεξής μηνών και έτσι έγιναν υπαίτιοι υπεξαίρεσης των ποσών αυτών, πράξεις για τις οποίες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Περαιτέρω από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από τον Απρίλιο 2005 μέχρι και Μάιο 2005 οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, δεν είχαν την ιδιότητα του εργοδότη της άνω επιχείρησης, καθόσον κατά τους δύο αυτούς μήνες Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρίας, υπεύθυνοι για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της ήταν οι κατηγορούμενοι Χ2 (2ος) και Χ3 (4ος),αντίστοιχα ...". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, Χ4, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του Χ1 του ότι στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ως εργοδότες, με την έννοια των νομίμων εκπροσώπων της πιο πάνω αναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, πρόεδρος της οποίας ήταν ο αναιρεσείων, "καθυστέρησαν την αγορά των ενσήμων για καταβολή εισφοράς των μισθωτών που απασχόλησε κατά την χρονική περίοδο από 1°/03 μέχρι και 3°/05 (ΠΕΕ ή ΚΔ 489/05) ύψους 180.777,22 ευρώ στην επιχείρηση του σε εξαρτημένη με αμοιβή εργασία, προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ δηλ. στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγονταν στο Υπουργείο Υγείας - Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προς το οποίο έπρεπε να καταβάλουν για την ασφαλίσει του προσωπικού τις παρακάτω εισφορές (μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία) τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, δηλαδή: Α) ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση, να καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) ύψους 120.516,15 € δεν τις κατέβαλαν στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές. Β) ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ύψους 60.259,07 € με σκοπό να τις αποδώσουν στον παραπάνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλαν αυτές μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και έτσι έγιναν υπαίτιοι για υπεξαίρεση του ποσού αυτού ...". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων (όπως και ο συγκατηγορούμενός του Χ1), κρίθηκε ένοχος των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν.2113/52 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ, για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, καθώς και συνολική χρηματική ποινή 1400 ευρώ.
V. Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", και ήταν υπόχρεος, για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της ανώνυμης αυτής εταιρείας που απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2003 έως και Μάρτιο του 2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως συνάγεται και από την παραδοχή αυτής, ότι δεν είχε την υποχρέωση αυτή ο αναιρεσείων για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (για το οποίο αυτός και συγκατηγορούμενός του Χ1 κρίθηκαν αθώοι). Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται για την επάρκεια της αιτιολογίας, επιπλέον και τα αναφερόμενα στην αίτηση του αναιρεσείοντος περιστατικά, όπως, από πού προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος για τις εταιρικές υποχρεώσεις και από πού προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του στην ανώνυμη εταιρία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή του, για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Όπως δε σαφώς συνάγεται από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, και γίνεται δεκτό και με την κρινόμενη αίτηση (σελ.7), ο αναιρεσείων είχε την πιο πάνω υποχρέωση καταβολής της εισφορών, κατά το καταστατικό της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας, ως πρόεδρος του διοικητικού αυτής συμβουλίου, και ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται εκ του ότι στο διατακτικό της δε επαναλαμβάνεται η ιδιότητά του αυτή (του προέδρου του Δ.Σ.), αλλά αναφέρεται μόνο ως "εργοδότης", ενώ, εξάλλου, κατά τις σαφείς, επίσης, παραδοχές της απόφασης, την πιο πάνω υποχρέωση την είχε, αυτοτελώς και ο αναιρεσείων και συγκατηγορούμενός του.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις αντίθετες πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VI. Ο αναιρεσείων προβάλει περαιτέρω τις αιτιάσεις, ότι από την από 10.8.2004 εξώδικη δήλωση, που αναγνώστηκε, αποδεικνύεται ότι δεν είχε συμμετοχή με ενεργό τρόπο στην διαχείριση της εταιρίας "ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", και ότι, για το χρονικό διάστημα του έτους 1/1/2003 μέχρι 30/9/2003 και 1/8/2004 μέχρι 30/4/2005, δεν προέκυψε καμία απολύτως ευθύνη, γνώση ή ενεργός συμμετοχή του στη διοίκηση και διαχείριση των θεμάτων της οφειλέτιδος εταιρίας απέναντι στο Ι.Κ.Α., και από τα λοιπά μνημονευόμενα στην αίτηση έγγραφα, προκύπτει ότι επί της οδού ..... "δεν έδρευε εκεί και δεν απασχολήθηκε στη συγκεκριμένη διεύθυνση προσωπικό για το οποίο να βεβαιώθηκαν σε βάρος της ανωτέρω εταιρία εισφορές". Επίσης προβάλει ο αναιρεσείων ότι, "από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και από την κατάθεση της μάρτυρος Α", προκύπτει, ότι δεν είχε, κατά το ένδικο διάστημα, ενεργό ανάμιξη στην εταιρία, ότι η επιχείρηση γυμναστηρίου ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ παρέδωσε το μίσθιο λύοντας τη μισθωτική σύμβαση τον Ιανουάριο του 2004, και ότι στην ..... έδρευε από τον Ιανουάριο του 2004 και ασκούσε επιχείρηση γυμναστηρίου το πρώτο επίσημο με φορολογικά στοιχεία υποκατάστημα της ΕΠΕ με την επωνυμία ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΠΕ και, συνεπώς, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, "με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ... η αιτιολογία της είναι ελλιπής, διότι δεν υπάρχουν παραδοχές σχετικά με την ενεργό συμμετοχή του αναιρεσείοντος στις εταιρικές δραστηριότητες ... κλπ ...". Ο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
VII. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 1) 28/18-4-2008, 2) 30/18-4-2008 , 3) 29/18-4-2008 και 4) από 29-4-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3, και δ) Χ4,αντίστοιχα, για αναίρεση της 1891/07.02.2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ. Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων. Ερημοδικία τριών διαδίκων. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη γι’ αυτούς, μετά την απόρριψη αιτήματος αναβολής. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την θέση και την ευθύνη του αναιρεσείοντος (προέδρου του ΔΣ) στην ανώνυμη εταιρεία για την καταβολή των εισφορών. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 188/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα, περί αναιρέσεως της 407/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1384/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος Χ, διατηρούσε από το έτος 2000 ερωτικό δεσμό με τη Α, θυγατέρα του μηνυτή που έχει ήδη αποβιώσει. Κατά το πρώτο εικοσαήμερο του μηνός Ιουνίου του 2002 η Α ζήτησε από τον κατηγορούμενο να διακόψουν τη σχέση τους, γεγονός που δεν αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος. Την 26-6-2002 και περί ώρα 22.00 η Α συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, προκειμένου να συζητήσουν για την προοπτική της συναισθηματικής σχέσης που τους συνέδεε. Περί ώρα 23.00 ο κατηγορούμενος και η Α με το αυτοκίνητό του που είναι ένα τζιπ επέστρεφαν προς την οικία της Α , που βρίσκεται στην ..... επί της οδού ..... αρ. ... . Όταν έφθασαν στη συμβολή των οδών ..... και ..... , ο κατηγορούμενος στάθμευσε "πρόχειρα" στην οδό ..... πάνω στο οδόστρωμα, παράλληλα προς άλλο σταθμευμένο όχημα. Ο πατέρας της Α, Β, που ανησυχούσε για την καθυστερημένη επιστροφή της θυγατέρας του στην οικία τους, είχε κατευθυνθεί στο σιδηροδρομικό σταθμό του ....., προκειμένου να περιμένει την κόρη του, που κατά τα συνηθισμένα θα επέστρεφε από την εργασία της. Επειδή δεν συνάντησε την κόρη του στο σταθμό, αποφάσισε να επιστρέψει στην οικία του. Κατά την επιστροφή του συνάντησε την κόρη του και τον κατηγορούμενο που επέβαιναν στο αυτοκίνητό του, το οποίο είχε σταθμεύσει όπως ανωτέρω εκτίθεται. Επειδή, η Α δεν αποβιβάστηκε αμέσως από το αυτοκίνητο, ο πατέρας της κατελήφθη από έντονη ανησυχία, καθόσον ήταν δύσπιστος ως προς τις αγαθές προθέσεις του κατηγορούμενου, επειδή ο τελευταίος δεν αποδεχόταν την απόφαση της κόρης του να διακόψουν το συναισθηματικό δεσμό τους. Λόγω της ανησυχίας του και θέλοντας να επισπεύσει την αποβίβαση της κόρης του από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, πλησίασε το αυτοκίνητο αρχικά από την πλευρά της θέσης του οδηγού και ακολούθως περνώντας από την εμπρόσθια πλευρά του πλησίασε την κόρη από την πλευρά της πόρτας του συνοδηγού και πολύ ενοχλημένος από τη συμπεριφορά της να ενδώσει στις πιέσεις του κατηγορούμενου και να συναντηθεί το βράδυ εκείνο μαζί του, παρά το γεγονός ότι η ίδια ήθελε να θέσει τέρμα στη σχέση τους πιάστηκε από το μισάνοικτο παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού άρχισε να επιπλήττει έντονα τη θυγατέρα του για τη συμπεριφορά της αυτή, ζητώντας να κατέβει αμέσως από το αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε όλες τις ως άνω κινήσεις του Β και το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε οπωσδήποτε σωματική επαφή με το αυτοκίνητό του κατά τη διάρκεια των λεκτικών διαξιφισμών αυτού με την κόρη του, δεδομένου μάλιστα ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην απολογία του καταθέτει ότι αντιλήφθηκε τον Β να περνά το χέρι του από το μισάνοικτο παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού και να αρπάζει την κόρη του από τα μαλλιά. Επίσης ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το γεγονός ότι ο Β είχε σωματική επαφή με το αυτοκίνητό του, δεδομένου ότι είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητό του και δεν οδηγούσε, ώστε να είναι απασχολημένος με την οδήγηση και να είναι στραμμένη αλλού η προσοχή του, αλλά ακριβώς είχε στραμμένη την προσοχή του προς τα δεξιά και άκουγε τους διαξιφισμούς του Β και της κόρης του. Ο κατηγορούμενος, όμως, και ενώ ο Β είχε ακόμη σωματική επαφή με το δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του από τη μεριά της θέσης του συνοδηγού, αιφνιδιαστικά έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητό του και ανέπτυξε ταχύτητα, για να αφήσει παρακάτω τη Α ώστε να κατέβει. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια ο Β, ο οποίος εκείνη τη στιγμή είχε ακόμη σωματική επαφή με το αυτοκίνητο, να χάσει την ισορροπία του αμέσως μετά την αιφνιδιαστική εκκίνηση του αυτοκινήτου και να επιπέσει στο έδαφος, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να υποστεί ρωγμώδες κάταγμα υποκεφαλικό (ΔΕ) βραχιονίου και πλήρη υποκεφαλικό κάταγμα (ΔΕ) μηριαίου. Οι σωματικές αυτές κακώσεις αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά με τοποθέτηση ήλων και συνεστήθη ακινησία για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός. Αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό του Β είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος έθεσε αιφνιδιαστικά σε κίνηση το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ο Β δεν είχε πλέον σωματική με μέρος του οχήματος, ενώ αυτός είχε σωματική επαφή, πράγμα που μπορούσε να αντιληφθεί αν επιδείκνυε την προσοχή την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφού βρισκόταν σε απόσταση το πολύ ενός μέτρου από τον Β, και έτσι δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απλής σωματικής βλάβης, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών αυτού. Πρέπει όμως να χορηγηθεί σ'αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2α Π.Κ., καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός έως το χρόνο που έγινε η πράξη του έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια,, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος (άρ.28, 314 παρ.1 και 84 παρ.2α ΠΚ), καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο ειδικώς αιτιολογεί την κρίση του γιατί ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο παθών Β είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το αυτοκίνητο που οδηγούσε, σωματική επαφή με τον κατηγορούμενο, όταν αυτός "αιφνιδιαστικά έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητο του και ανέπτυξε ταχύτητα ...," με συνέπεια "ο Β, ο οποίος εκείνη τη στιγμή είχε ακόμη σωματική επαφή με το αυτοκίνητο, να χάσει την ισορροπία του αμέσως μετά την αιφνιδιαστική εκκίνηση του αυτοκινήτου και να επιπέσει στο έδαφος", με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να υποστεί τις ανάφερόμενες στην απόφαση σωματικές κακώσεις, οφειλόμενες αποκλειστικά στην (μη συνειδητή) αυτή αμέλεια του κατηγορουμένου, συνισταμένη στο ότι αυτός "έθεσε αιφνιδιαστικά σε κίνηση το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ο Β δεν είχε πλέον σωματική με μέρος του οχήματος, ενώ αυτός είχε σωματική επαφή, πράγμα που μπορούσε να αντιληφθεί αν επιδείκνυε την προσοχή την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφού βρισκόταν σε απόσταση το πολύ ενός μέτρου από τον Β, και έτσι δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του". Ετσι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία "στο ουσιώδες ζήτημα του προσδιορισμού - της εξειδίκευσης, αφενός μεν, της σωματικής επαφής του Β με το όχημα μου κατά τον κρίσιμο χρόνο της αιφνιδιαστικής κίνησης αυτού εκ μέρους μου την 26-6-2002 και, αφετέρου δε, του ακριβούς σημείου του δεξιού μέρους του οχήματος μου με το οποίο είχε εκείνος σωματική επαφή ...", είναι αβάσιμες, αφού με λεπτομέρεια εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης οι συνθήκες του τραυματισμού του παθόντος, από τις οποίες προκύπτει η αμέλεια του κατηγορουμένου για τον τραυματισμό αυτό, χωρίς να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά και εξειδίκευση των επιπλέον διαλαμβανομένων στην αίτηση στοιχείων (με ποιο ακριβώς μέρος -χέρι, πόδι, κορμός- του σώματος του είχε ο παθών επαφή με το όχημα, καθώς και το ακριβές σημείο του δεξιού μέρους του αυτοκινήτου με το οποίο είχε αυτός σωματική επαφή), προκειμένου, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, "να δύναται έτσι να διαπιστωθεί εάν εγώ, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη προσοχή, όντως μπορούσα ή όχι να αντιληφθώ τη συγκεκριμένη σωματική επαφή".Οι τελευταίες μάλιστα αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ακολούθως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/7/2008 (αρ. πρωτ. 6600/28-7-2008) αίτηση (δήλωση) αναίρεσης του Β για αναίρεση της 407/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια (παράσυρση και τραυματισμός πεζού από ΙΧ αυτοκίνητο). Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν γίνεται εξειδίκευση της σωματικής επαφής του θύματος με το όχημα κατά τον κρίσιμο χρόνο που αυτό αιφνιδιαστικά ξεκίνησε. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 187/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κακαράντζα, περί αναιρέσεως της 56/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ2 και 2. Χ3.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1296/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρείται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ. δ). Στην περίπτωση αυτή η μετάνοια του υπαιτίου, πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνεται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε σε συνολική κάθειρξη 10 ετών και δύο μηνών για τις πράξεις 1) εισαγωγής στην επικράτεια ναρκωτικών ουσιών από κοινού, 2)μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από κοινού,3)κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού,και 4) παράνομης εισόδου στη χώρα, κατέθεσε δια του συνηγόρου του εγγράφως τον πιο κάτω ισχυρισμό για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικής περιστάσεως, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς: "Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινής μεταμέλειας διότι μετά την τέλεση της πράξης επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, μετάνιωσε, ζήτησε συγνώμη από το Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτ. Μακεδονίας). Επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του αφού λίγο μετά την σύλληψη αποκάλυψε που ακριβώς θα παραδίδανε τα ναρκωτικά. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του θεμελιώνεται στα γεγονότα, τα οποία έχουν προκύψει κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι μετάνιωσε για την πράξη του προκύπτει από την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και το οποίο καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Το γεγονός της υπόδειξης του τόπου παράδοσης των ναρκωτικών αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Α ο οποίος κατέθεσε ότι ομολόγησε ότι η παράδοση θα γινόταν στην ....., στα 500 μέτρα απόσταση".
Με το πιο πάνω περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός , είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός μετανόησε ειλικρινώς και ότι επιζήτησε - και κατά ποίον τρόπο - να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Η απλή αναφορά ότι ζήτησε συγνώμη από το Δικαστήριο και ότι υπέδειξε τον τόπο παράδοσης των ναρκωτικών ουσιών, δεν αρκούν για να καταστήσουν ορισμένο τον περί ειλικρινούς μεταμέλειας ισχυρισμό του και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το εφετείο να απαντήσει αιτιολογημένα. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, που αναφέρεται στην πλημμέλεια της απόρριψης χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του ισχυρισμού για αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από οκτώ (8) Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθ. 56/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν υποχρεούταν να απαντήσει σε αόριστο αυτοτελή ισχυρισμό της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2δ΄ ΠΚ. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 0
|
Αριθμός 196/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ, που δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 875/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1509/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 472/9.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του υπ'αριθμ. 875/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, διά του οποίου τούτο απεφάνθη, ότι δεν πρέπει να γίνη κατηγορία κατά του Χ, διά απάτην κατ'εξακολούθησιν και κατ'επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικόν όφελος και η αντίστοιχος συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ και εκθέτομεν τα εξής:
Μετά την αντικατάστασιν του άρθρου 482 παρ 1 Κ.Π.Δ. διά του άρθρου 41 παρ. 1 ν.3160/2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήση την αναίρεσιν του βουλεύματος που παύει προσωρινώς ή οριστικώς την ποινικήν δίωξιν κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνη κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινικήν δίωξιν απαράδεκτον (Α.Π. 1185/2007 Ποιν Δικ 2007 σελ. 1495 κ.ά.). Κατ' ακολουθίαν είναι απαράδεκτος ή αίτησις αναιρέσεως του ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντος κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος, που απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνη κατηγορία κατά του κατηγορουμένου.
Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησις αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του υπ' αριθμ. 875/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
θήνα 5 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ, με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, που ισχύει κατά το άρθρο 61 αυτού από 30.6.2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ιδίου Κώδικος "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ προσβάλλεται το υπ' αριθ. 875/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου απεφάνθη τούτο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του Χ για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση και δη από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ αλλά και των 73.000 ευρώ. Η αναίρεση ησκήθη την 10 Σεπτεμβρίου 2008, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3160/2003 και συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση. Ούτω και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 18/10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Ψ για αναίρεση του υπ' αριθ. 875/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 482 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/30-6-2003. Ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει αναίρεση του βουλεύματος που παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορούμενου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Άρθρο 476 ΚΠΔ. Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και ως τοιαύτη απορριπτέα.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 186/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο, περί αναιρέσεως της 497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1281/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, ακυρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και αναγνώσθηκε, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, πρέπει, για να επέλθει ακυρότητα, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποιά ακριβώς και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ, στον υπό στοιχείο 1.1 λόγο αναίρεσης, αναφέρει ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, τρία έγγραφα με τον ξενόγλωσσο τίτλο "από 12-12-2003 PANCRAZIO MUSILLI", "υπ' αριθμ. Πρωτ. 153/FF/FR DOTT Χ" και " από 28-9-2005 INSTITOYTO ITALIANO DI CULTOURA II DIRETORRE", δίχως στην περίπτωση αυτή να βεβαιώνεται ότι αυτός (κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων) μπορούσε να κατανοήσει το περιεχόμενό τους, οπότε στερήθηκε το δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα όσα αναφέρονται στα πιο πάνω έγγραφα. Από τον προσδιορισμό, όμως, των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, δεν προκύπτει, ότι τα έγγραφα αυτά είχαν πράγματι συνταχθεί σε ξένη γλώσσα - και ποιά ακριβώς - και σε κάθε περίπτωση, ότι αυτά αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι ο αναιρεσείων στερήθηκε του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις ή εξηγήσεις επί τούτων, διότι δεν κατανοούσε το περιεχόμενό τους και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως (με στοιχ. 1.1), με τον οποίο πλήττεται από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το εκδόσαν αυτήν Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσεώς του ξενόγλωσσα έγγραφα, χωρίς αυτά να συνοδεύονται από νόμιμη ελληνική μετάφραση ή να βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Η παράλειψη αναγνώσεως εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, που προσκομίστηκαν από τον συνήγορο υπερασπίσεως και των οποίων εζήτησε την ανάγνωση, δεν συνιστά μόνη αυτή, έλλειψη ακροάσεως κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 ΚΠΔ, αλλά περιέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά το νόμο απορρίψεως αυτής, τότε υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 β ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει, ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, "προσκόμισε" στο δικαστήριο και διάφορα έγγραφα, των οποίων εζήτησε την ανάγνωση. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των αυτών πρακτικών ναι μεν δεν προκύπτει η ανάγνωση των κατά τα άνω εγγράφων, αλλ' ούτε (προκύπτει) και προσφυγή του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο και ότι τούτο αρνήθηκε να αποφανθεί ή την απέρριψε. Επομένως, ο υπό στοιχεία 1.2 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο στηρίζεται ότι εκ της μη αναγνώσεως των ως άνω εγγράφων ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Β ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης του άρθρου 510 ΚΠΔ που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα του από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει , αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001). Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγων αναίρεσης κατά αποφάσεων. 2. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως κατά της 497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ διότι "έλαβε υπόψη της και στηρίχτηκε, στο υπ' αριθμ. ..... Πρακτικό του Δ.Σ. του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνώρισης Τίτλων σπουδών της αλλοδαπής το οποίο θεώρησε ισχυρή την απόφαση της 7-05-2004 για την ανάκληση της αναγνώρισης του τίτλου Μάστερ στο Hospitality Management, που είχα αποκτήσει από το Πανεπιστήμιο Κοινωνικών Σπουδών ..... (.....), θεωρώντας ότι ο τίτλος είναι επαγγελματικός και όχι ακαδημαϊκός. Ενώ δηλαδή αρχικά το Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ μου αναγνώρισε το αποκτηθέν ως άνω Μάστερ ως τίτλο εξειδίκευσης μεταπτυχιακού επιπέδου, στη συνέχεια ανακαλεί αυτήν του την πράξη, κατόπιν του υπ' αριθμ. .....έγγραφο του ΤΕΙ Πατρών, με την αιτιολογία ότι ο τίτλος δεν απονεμήθηκε σε εμένα από το ελεύθερο Πανεπιστήμιο ....., αλλά από την συνεργαζόμενη με το Πανεπιστήμιο εταιρία ..... . Τα ανωτέρω έγγραφα με αντιφατικό περιεχόμενο που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο και το οδήγησαν στην καταδικαστική εις βάρος μου απόφαση δεν είναι δυνατόν με το εν λόγω περιεχόμενο τους να οδηγήσουν σε μια σαφή απόφαση με την απαιτούμενη εκ του νόμου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο παραπάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στην αίτησή του τις αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ' αυτής αιτιάσεις, περιοριζόμενος μόνο σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά τον λόγο αυτό δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο από ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η έλλειψη αιτιολογίας και σε τι συνίσταται ακριβώς η έλλειψη αυτή. Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζεται ούτε ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της και ποια πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και ενδιαφέρουν εν προκειμένω, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της απόφασης, ούτε ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 27/14-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ακυρότητα σε έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
| 0
|
Αριθμός 184/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορουμένους τους: 1) Χ, 2) Ψ, 3) Ζ 4) Φ κ.λ.π. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2016/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 8719/ 16.12.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. γ' και 137 § 1 περ. γ Κ.Π.Δ., την με αριθμό 8719/16-12-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, με την οποία ζητεί την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 296/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο για λόγους δημόσιας τάξεως και ασφάλειας και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. γ' Κ.Π.Δ. "Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάσσει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν: γ) επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 § 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ. "την παραπομπή μπορούν να τη ζητήσουν ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις των στοιχείων γ' και δ' του άρθρου 136 μόνο ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει: γ) ο 'Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση (εκτός από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 499) και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ' του άρθρου 136. Στην τελευταία περίπτωση αν την παραπομπή ζητεί ο εισαγγελέας, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισάγει την αίτηση σε συζήτηση μόνον αν συμφωνεί, άλλως παραγγέλλει στον εισαγγελέα που υπέβαλε την αίτηση να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125. Τα άρθρα 132, 134 και 135 εδ. 1 εφαρμόζονται αναλογικά και σ'αυτή την περίπτωση".
Από τις προμνησθείσες διατάξεις, προκύπτει ότι η παραπομπή από ένα δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές μιας υπόθεσης, διατάσσεται και στην περίπτωση που την παραπομπή επιβάλλουν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι προβάλλονται από τους κατά τόπους εισαγγελείς, χωρίς να είναι ανάγκη να προκύπτουν με βεβαιότητα αρκεί να πιθανολογούνται, αφορούν σε υποθέσεις που προκάλεσαν την κοινή γνώμη, συγκεντρώνουν μεγάλο πλήθος, εξάπτουν τα πνεύματα και προκαλούν κίνδυνο δημιουργίας επεισοδίων με απρόβλεπτες προεκτάσεις καθώς και σε υποθέσεις στις οποίες πιθανολογούνται η αντεκδίκηση των συγγενών των θυμάτων ή η πρόκληση σοβαρών επεισοδίων μεταξύ των κατηγορουμένων (ΑΠ 885/2001, ΑΠ 1313/2005, ΑΠ 272/2005).
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση ο Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης με την κρινόμενη αίτηση του εκθέτει, ότι με το με αριθμό 296/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης οι: Χ, Ψ, Ζ, Φ, ..., ..., ..., ..., ..., Θ, ... και λοιποί για να δικασθούν ως υπαίτιοι των αξιοποίνων πράξεων της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης με κατοχή όπλων προς επιδίωξη του σκοπού της και επίτευξης οικονομικού οφέλους των μελών της κατά συναυτουργία, ληστείας κατά συναυτουργία, τετελεσμένης και σε απόπειρα κατά συρροή διακεκριμένης περιπτώσεως κλοπής, απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία και κατά συρροή, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, πώλησης ναρκωτικών ουσιών, παράνομης κατοχής όπλων κλπ. Περαιτέρω εκθέτει ότι: α) στις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους πράξεις περιλαμβάνονται ένοπλες επιθέσεις με ανθρωποκτόνο πρόθεση σε βάρος αστυνομικών δυνάμεων, εγένετο δε εκτεταμένη χρήση πολεμικών όπλων β) ο αριθμός των κατηγορουμένων είναι μεγάλος (περισσότεροι των 40) μεταξύ δε αυτών και των οικογενειών τους διαφαίνεται αντιπαλότητα η οποία είναι δυνατόν να φθάσει σε ακραίες συμπεριφορές, γεγονός το οποίο επισημαίνεται στην με αριθμό 1016/22/10-γ/16-12-2008 αναφορά της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Κρήτης γ) εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού των κατηγορουμένων και του έντονου ενδιαφέροντος που θα προκαλέσει η διεξαγωγή της δίκης αυτής, είναι προφανές ότι στον περιορισμένο χώρο του Εφετείου Κρήτης θα συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός ανθρώπων, με συνέπεια άμεσο κίνδυνο διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας και τάξης στο χώρο των δικαστηρίων, ενόψει της φύσης, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης των πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους.
Για τους λόγους αυτούς, ζητεί την παραπομπή της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε το παραπάνω βούλευμα, σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, εκτός της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης.
ΙΙΙ. Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω εκτεθέντων, είναι βάσιμοι και ορθοί οι αναφερόμενοι στην αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης λόγοι και ως εκ τούτου, προκειμένου να εξαλειφθούν όλοι οι παραπάνω κίνδυνοι σοβαρής διατάραξης της δημοσίας τάξης και ασφάλειας, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 296/08 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η με αριθμό 8719/16-12-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης.
Και
ΙΙ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 296/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, μερίμνη των οικείων Εισαγγελέων Εφετών. Αθήνα 8 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. γ' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραπομπή μιας υποθέσεως από το αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο, διατάσσεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη επιβάλλουν την εκδίκαση της υποθέσεως σε δικαστήριο κείμενο σε άλλο τόπο από εκείνο που πρόκειται να εκδικασθεί. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται από τους κατά τόπους εισαγγελείς και δεν είναι ανάγκη να προκύπτουν με βεβαιότητα, αλλά αρκεί η πιθανολόγησή τους. Την παραπομπή αποφασίζει στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στο οποίο εισάγεται η υπόθεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εφόσον και αυτός συμφωνεί με την περί της παραπομπής αίτηση του αρμόδιου Εισαγγελέως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το 296/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης οι: Χ, Ψ, Ζ, Φ, ..., ..., ..., ..., ..., Θ, ... και λοιποί για να δικασθούν ως υπαίτιοι των αξιοποίνων πράξεων της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης με κατοχή όπλων προς επιδίωξη του σκοπού της και επίτευξης οικονομικού οφέλους των μελών της κατά συναυτουργία, ληστείας κατά συναυτουργία, τετελεσμένης και σε απόπειρα κατά συρροή διακεκριμένης περιπτώσεως κλοπής, απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία και κατά συρροή, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, πώλησης ναρκωτικών ουσιών, παράνομης κατοχής όπλων κλπ. Ο Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης με την 8719/16-12-2008 αίτησή του ζητεί, κατά τις πιο πάνω διατάξεις του ΚΠΔ, την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο για λόγους δημόσιας τάξεως και ασφάλειας. Ειδικότερα, όπως στην αίτησή του αυτή εκθέτει ο εν λόγω Εισαγγελέας, λαμβανομένου υπόψη ότι α) στις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους πράξεις περιλαμβάνονται ένοπλες επιθέσεις με ανθρωποκτόνο πρόθεση σε βάρος αστυνομικών δυνάμεων, εγένετο δε εκτεταμένη χρήση πολεμικών όπλων, β) ο αριθμός των κατηγορουμένων είναι μεγάλος (περισσότεροι των 40) μεταξύ δε αυτών και των οικογενειών τους διαφαίνεται αντιπαλότητα η οποία είναι δυνατόν να φθάσει σε ακραίες συμπεριφορές, γεγονός το οποίο επισημαίνεται στην 1016/22/10-γ/16-12-2008 αναφορά της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Κρήτης, γ) εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού των κατηγορουμένων και του έντονου ενδιαφέροντος που θα προκαλέσει η διεξαγωγή της δίκης αυτής, είναι προφανές ότι στον περιορισμένο χώρο του Εφετείου Κρήτης θα συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός ανθρώπων, με συνέπεια άμεσο κίνδυνο διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας και τάξης στο χώρο των δικαστηρίων, ενόψει της φύσης, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης των πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους.
Εκ τούτων πιθανολογείται ότι σοβαροί λόγοι αναγόμενοι στη δημόσια ασφάλεια και τάξη επιβάλλουν την παραπομπή της ανωτέρω υποθέσεως από το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Κρήτης, όπου εκκρεμεί, στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Πειραιώς, όπως βάσιμα ζητεί ο Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης με την ως άνω αναφορά του και συμφωνεί προς τούτο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε το 296/08 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την στο σκεπτικό υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε το 296/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητος. Παραπομπή υποθέσεως από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, για λόγους δημόσιας τάξεως.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 185/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεομένη Αλεξόπουλο, περί αναιρέσεως της 21/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 941/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 2, 161 παρ. 1, 166 παρ. 1, 171 παρ. 1 και 500 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο για τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να αναφέρει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, ρητώς και κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας το έγγραφο, το οποίο επιδίδεται, προκειμένου δε περί δικαστικής αποφάσεως και το Δικαστήριο που την εξέδωσε και το έτος εκδόσεώς της. Η ελλιπής αναγραφή στο αποδεικτικό επιδόσεως των στοιχείων του επιδιδομένου εγγράφου κατά τρόπο που καθιστά αμφίβολη την ταυτότητά του εξομοιώνεται με έλλειψη επιδόσεως του εγγράφου αυτού και δεν κινεί την προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος αυτού, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου, άλλως, ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 21/2008 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την 66/21.11.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 148/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών, που μετετράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως, για απλή συνεργεία σε ληστεία κατ' εξακολούθηση, με την ακόλουθη αιτιολογία "... Στην κρινόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ερήμην με την απόφαση του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 148/2006. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 27-8-07 όπως προκύπτει από το αποδεικτικό της επίδοσης της ..... - Επιμ. Δικαστ. Εισαγγ. Πρωτοδ. Αθηνών που βρίσκεται στην δικογραφία στον κατηγορούμενο δια θυροκολλήσεως και στον συνήγορο του Αλ. Μπανταβάνο, όπως προκύπτει από το από 22-9-2007 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμ. Δικ. του Πρωτ. Αθηνών ..... που βρίσκεται επίσης στην δικογραφία. Η επίδοση προς τον κατηγορούμενο έγινε στην οδό ..... αρ. ..., διεύθυνση την οποία έχει δηλώσει στην έκθεση της απολογίας του, να σημειωθεί δε ότι η αυτή διεύθυνση αναφέρεται και στην από 23-1-00 έκθεση συλλήψεως του κατ/νου. Η εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι καθόλα νομότυπη, αφού έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 155 και 273 παράγραφος 1γ ΚΠΔ. Τέλος, το γεγονός ότι στο από 27-8-07 αποδεικτικό επιδόσεως αναφέρεται ότι επιδόθηκε απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και όχι του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών, ουδεμία επιρροή ασκεί ως προς το νομότυπο της επιδόσεως, αφού δεν επέρχεται σύγχυση ως προς την ταυτότητα της επιδοθείσης αποφάσεως με δεδομένο το ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως στον αντίκλητο αναφέρεται "του Τριμελούς Ανηλίκων Αθηνών", απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού ως αβασίμου. Περαιτέρω ο κατ/νος άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 21-11-07 δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της πέραν της εκφράσεως "ουδέποτε του επεδόθη ...". Από την 66/21-11-2007 έκθεση εφέσεως και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, ότι "η εκκαλουμένη ουδέποτε του επιδόθηκε, το πρώτον δε έλαβε γνώση αυτής στις 19/11/2007, ότε και συνελήφθη από την αστυνομική αρχή, ασκείται δε εντός του αναγκαίου εύλογου χρόνου". Οι επιμελήτριες Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..... και ..... συνέταξαν, αντίστοιχα, τα από 27 Αυγούστου και 22 Σεπτεμβρίου αποδεικτικά επιδόσεως προς τον αναιρεσείοντα και τον δικηγόρο Αχ. Μπανταβάνο, ως αντίκλητο δικηγόρο του εκκαλούντος. Στο πρώτο αποδεικτικό επιδόσεως, η δικαστική επιμελήτρια ....., αναφέρει, ότι επέδωσε (με θυροκόλληση) στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα " απόσπασμα της 148/2006 ερήμην απόφασης του Τριμελούς Πλημ/δικείου Αθηνών ...", ενώ στο δεύτερο η δικαστική επιμελήτρια ..... αναφέρει, ότι επέδωσε (επίσης με θυροκόλληση) στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, Αχιλλέα Μπανταβάνο, "απόσπασμα της 148/2006 ερήμην απόφασης του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών ...". Όμως η από πρόδηλη παραδρομή εσφαλμένη αναγραφή του Δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αντί Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων Αθηνών), δεν επέφερε κάποια ακυρότητα στην πιο πάνω γενομένη επίδοση, γιατί, από την ορθή αναφορά του Δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση (Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων Αθηνών) στο συνταχθέν για τον αντίκλητο αποδεικτικό, προκύπτει σαφώς, ότι, η με τον ίδιο αριθμό απόφαση που αναφέρεται και στα δύο αποδεικτικά επιδόσεως, ήταν η εκκαλούμενη απόφαση. Ο Αχιλλέας Μπανταβάνος διορίστηκε, ως αντίκλητος δικηγόρος του κατηγορουμένου, κατ' αρ 273 παρ.1ε του ΚΠΔ, με την από 23-1-2000 απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας του 5ου ειδικού τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του εγγράφου αυτού της δικογραφίας και, συνεπώς, αβασίμως ο αναιρεσείων υποστηρίζει στην κρινόμενη αίτησή του ότι δεν είχε αντίκλητο και "η επίδοση σε ψευδοαντίκλητο σε κάθε περίπτωση στερείται νομίμου επιρροής". Άλλωστε, το γεγονός ότι η προς τον κατηγορούμενο επίδοση αφορά την ταυτάριθμη απόφαση του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών, προκύπτει και εξ αυτού του επίμαχου αποδεικτικού, αφού πλέον του ορθού αριθμού της αποφάσεως, αναφέρεται σε αυτό συνοπτικά και το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφαση ότι, δηλαδή, με την επιδοθείσα απόφαση ο ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης (τριών) 3 ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως, ώστε και εξ αυτού του λόγου να μη δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για την ταυτότητα της αποφάσεως που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και εντεύθεν, ως προς την εγκυρότητα της επιδόσεως, σύμφωνα με το άρθρο 161 του ΚΠΔ. Συνεπώς το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών, που δέχθηκε, με την πλησσομένη 21/2008 απόφασή του, ως παραδεκτή την γενόμενη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με βάση το ειδικά μνημονευόμενο σε αυτή από 27/8/2007 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ....., ορθώς έκρινε, με την πιο πάνω αιτιολογημένη απόφασή του, απορρίπτοντας τον ειδικώς προταθέντα με την από 21/11/2007 έφεση σχετικό λόγο εφέσεως περί μη επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επομένως δεν υπερέβη την εξουσία του με το απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αίτησή του με τους συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Η του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 130/30-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 21/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο ως εκπρόθεσμο. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας - υπέρβασης εξουσίας. Δεν αναφέρεται στο αποδεικτικό το Δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Προκύπτει εξ άλλων στοιχείων και κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 182/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 172/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ, 2) Ζ, 3) Ξ, ως κληρονόμους του Χ, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευγενία Μαζαράκη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1381/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του ο πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, και 68 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να έχει αποβληθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παραστεί πρωτοδίκως. Επίσης από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του Α.Κ. (άρθρο 932 ΑΚ), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 του ΑΚ η κατά το άρθρο 932 αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή. Κατά συνέπεια, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, εάν αυτός, ενόσω ζούσε, με νομότυπη δήλωση στην προδικασία ή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 παρ. 1 και 2 και 82 παρ. 1 ΚΠΔ, αφού η κατά την ποινική διαδικασία νομότυπη και παραδεκτή δήλωση άσκησης πολιτικής αγωγής εξομοιώνεται με την άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 171/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, που εξέδωσε τη πρωτόδικη απόφαση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, "εμφανίστηκε η δικηγόρος Γυθείου Ευγενία Μαζαράκη και δήλωσε ότι βάσει του αριθμ. 13.129/ 10.8.2006 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Βοΐων Θεόδωρου Τσαβδαρίδη παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντος μηνυτή Χ: 1) ..., 2) Ψ, 3) Ζκαι 4) Ξ, κατά των πιο πάνω εναγομένων κατηγορουμένων και ζητεί να υποχρεωθούν να τoυς καταβάλλουν 30 ευρώ με επιφύλαξη, σαν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που τoυς προκάλεσε το αδίκημα....... Στη συνέχεια προσκόμισε και κατέθεσε στο δικαστήριο και ο Πρόεδρος διάβασε στο ακροατήριο: 1) Το υπ' αριθμ. 13129/10.8.2006 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Βοΐων Θεόδωρου Τσαβδαρίδη και 2) το από 18.12.2006 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών". Κατά τη παράσταση αυτής ο ήδη αναιρεσείων δια του συνηγόρου του ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής. Το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα αυτό για αποβολή της πολιτικής αγωγής, με την σκέψη "διότι οι πολιτικώς ενάγοντες δικαιούνται να παρασταθούν ως κληρονόμοι του μηνυτή και συγκύριοι του ακινήτου". Το Τριμελές δε Πλημμελειοδικείο, το οποίο έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της απάτης, συνισταμένη στο ότι αυτός έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εμφανίσθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Βοιών και δήλωσε προς αυτόν ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας ότι σε μεταβιβαζόμενο σε αυτόν λόγω δωρεάς ποσοστό εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, εμπεριεχόταν και τμήμα εμβαδού 45, 612 τετραγωνικών μέτρων που αποτελούσε τμήμα γειτονικού και όμορου οικοπέδου ιδιοκτησίας του μηνυτή Χ, επιδίκασε στους πολιτικώς ενάγοντες ποσό "30 ευρώ για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου". Ακολούθως, κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον ήδη αναιρεσείοντα και, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκδίκαση της εφέσεων αυτής, εμφανίσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας η δικηγόρος Ευγενία Μαζαράκη, η οποία προσκομίζοντας την από 7.3.2008 εξουσιοδότηση, δήλωσε ότι "ο Ψ, Ζ, Ξ. την εξουσιοδοτούν και της παρέχουν το δικαίωμα αντ' αυτών και για λογαριασμό τους να εμφανιστεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, να παραστεί και να δηλώσει ότι οι ως άνω αναφερόμενοι παρίστανται, όπως και πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντες [καθώς είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του μηνυτή Χ, ο οποίος άσκησε πολιτική αγωγή για ηθική βλάβη κατά την προδικασία με την από 29.10.2002 μήνυση (καταθέτοντας και το υπ' αριθμ. 252842/29.10.2002 παράβολο δημοσίου) και ο οποίος απεβίωσε προ της διαδικασίας στο ακροατήριο] κατά του ως άνω κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση τριάντα (30) ευρώ, ως πρωτοδίκως, με ρητή επιφύλαξη παντός δικαιώματος τους για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε η κρινόμενη πράξη.....". Το Τριμελές Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε και πάλι ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, για απάτη (άρ. 386 παρ. 1 ΠΚ) έκανε δεκτή τη δήλωση αυτή των πολιτικώς εναγόντων και επιδίκασε σ' αυτούς "την πρωτόδικη επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση των 30 ευρώ για ηθική βλάβη". Ενώπιον όμως το δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ γίνεται δεκτό ότι οι πολιτικώς ενάγοντες "παρίστανται, όπως και πρωτοδίκως" ως πολιτικώς ενάγοντες, δηλαδή, όπως δήλωσαν, "για χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που τoυς προκάλεσε το αδίκημα", ως αμέσως ζημιωθέντες οι ίδιοι, το Δικαστήριο φέρεται να δέχεται ότι αυτοί νομιμοποιούνται "καθώς είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του μηνυτή Χ, ο οποίος άσκησε πολιτική αγωγή για ηθική βλάβη κατά την προδικασία με την από 29.10.2002 μήνυση .....και ο οποίος απεβίωσε προ της διαδικασίας στο ακροατήριο", γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι οι πολιτικώς ενάγοντες δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, όχι για ηθική βλάβη που υπέστησαν οι ίδιοι, όπως δηλώθηκε πρωτοδίκως, αλλά για την ηθική βλάβη που υπέστη ο αποβιώσας ήδη παθών, η αξίωση του οποίου μεταβιβάστηκε σε αυτούς, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, αφού αυτός είχε ασκήσει πριν από το θάνατό του, κατά την προδικασία, την αξίωσή του αυτή. Επομένως, εφόσον τα πρόσωπα που παραστάθηκαν ως πολιτική αγωγή στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήταν μεν τα ίδια, αλλά με ιδιότητα διαφορετική από εκείνη που είχαν παραστεί πρωτοδίκως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΙΙΙ. Οι πολιτικώς ενάγοντες με το υπόμνημα που κατέθεσαν μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης, υποστηρίζουν ότι τόσο στον πρώτο, όσο και στο δεύτερο βαθμό παραστάθηκαν με την ίδια ιδιότητα, δηλαδή, "ως κληρονόμοι και συγκύριοι πλέον του ακινήτου", καθόσον με την ιδιότητα αυτή υπέστησαν άμεσα ζημία, καίτοι, όπως αναφέρουν, δεν υπήρξαν παθόντες από την παράνομη και ποινικά κολάσιμη πράξη του αναιρεσείοντος, αφού "δια των συμβολαιογραφικών πράξεων που με εντολή του συνετάχθησαν και δια των παρανόμων επεμβάσεων επί της ιδιοκτησίας μας συνεπεία της εκ μέρους του παραστάσεως ψευδών γεγονότων, εξακολουθούσαν και μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου μας και παθόντος να υφίστανται εις βάρος μας οι βλαπτικές και ζημιογόνες επενέργειες της προσπάθειας του να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος προσβάλλοντας ευθέως το περιουσιακό μας δικαίωμα......", και ότι η γραμματέας της έδρας αυθαίρετα συμπλήρωσε στα πρακτικά ως επεξήγηση τη φράση "..καθώς είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του μηνυτή Χ, ο οποίος άσκησε πολιτική αγωγή για ηθική βλάβη κατά την προδικασία". Ανεξαρτήτως, όμως, του ότι από τα πιο πάνω πρακτικά δεν προκύπτει ότι η Γραμματέας του Δικαστηρίου δεν καταχώρησε δηλώσεις του πληρεξουσίου των πολιτικώς εναγόντων, αλλά δικές της επεξηγήσεις, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τυχόν παράσταση αυτών, όπως και πρωτοδίκως, δηλαδή για αποζημίωση για την ηθική βλάβη που οι ίδιοι υπέστησαν, δεν νομιμοποιεί αυτούς ως πολιτικώς ενάγοντες, αφού, όπως προκύπτει από τις περιεχόμενες στα πιο πάνω πρακτικά δηλώσεις του πληρεξουσίων τους, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως αυτοί δεν ήταν κύριοι του αναφερόμενου από αυτούς ακινήτου, ώστε να δύναται να ερευνηθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι καίτοι δεν υπήρξαν παθόντες, υπέστησαν, ως αμέσως ζημιωθέντες, από την πράξη αυτή του αναιρεσείοντος και οι ίδιοι ηθική βλάβη.
Συνεπώς και με την εκδοχή ότι οι πολιτικώς ενάγοντες παραστάθηκαν, όπως και πρωτοδίκως, για ηθική βλάβη που υπέστησαν οι ίδιοι, η παράσταση αυτών δεν ήταν σύννομη.
ΙV. Επομένως, μετά την παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής στην διαδικασία του ακροατηρίου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα διάταξή της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 172/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα διάταξή της, Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη. Πολιτική Αγωγή. Απόλυτη ακυρότητα επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να έχει αποβληθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παραστεί πρωτοδίκως. Η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή. Δήλωση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για παράσταση κληρονόμων του παθόντος για ηθική βλάβη που υπέστησαν οι ίδιοι, ενώ στο δευτεροβάθμιο δήλωσαν παράσταση διότι μεταβιβάστηκε σε αυτούς η αξίωση του παθόντος, ως κληρονόμων του. Ισχυρισμοί των πολιτικώς εναγόντων ότι είχαν δηλώσει παράσταση στο εφετείο, όπως και πρωτοδίκως. Επιδίκαση από το εφετείο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Αναιρεί για απόλυτη ακυρότητα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 181/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2. Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 3376/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Φ. Με πολιτικώς ενάγουσα την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." νομίμως εκπροσωπουμένη, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Βαλεγράκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1719/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της παραστάσης αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν α) ως ανυποστήρικτη η από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και β) ως αβάσιμη η αίτηση αναίρεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Οι κρινόμενες 1) από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8116/1-10-08) και 2) από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8117/1-10-08) αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των: 1) Χ και 2) Ψ, αντίστοιχα, για αναίρεση της 3376/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως , και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. IΙ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται (514 εδ.α.ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 4/11/2008 αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... και του από 5/11/2008 αποδεικτικού επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ..., ο αναιρεσείων Χ, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί δια του συνηγόρου του στην αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση (5/12/2008). Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε κατά τη συνεδρίαση αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως αυτού, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί αυτός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία σαν παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ειδικότερα δε η παράσταση ψευδών γεγονότων συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Η δολία παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τους τρεις πιο πάνω υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικώς, η παραδοχή δε των δύο ή και των τριών αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί αντίφαση και ασάφεια γιατί η παραδοχή του ενός αναιρεί τον άλλο και καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για το πώς συντελέστηκε η απάτη, εκτός αν στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων προσδιορίζει απλώς το δόλο του δράστη. Απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή, που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή ψευδών κατά το περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του, συνέπεια της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντίδικου του. Τέτοιο έγγραφο γνήσιο μεν, αλλά αναληθές στο περιεχόμενο του, είναι και η συναλλαγματική, η οποία στις συναλλαγές αποκαλείται συναλλαγματική ευκολίας ή κατά χάρη. Επομένως στοιχειοθετείται απάτη, αν με βάση τέτοια συναλλαγματική ο δικαστής πλανήθηκε και εξέδωσε διαταγή πληρωμής, αφού αυτή, κατά το αρθρ. 631 ΚΠολΔ, αποτελεί εκτελεστό τίτλο και επέρχεται στην περιουσία του αντιδίκου βλάβη ή και απειλή βλάβης, δηλαδή χειροτέρευση της περιουσιακής του καταστάσεως. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με τον ως άνω σκοπό ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος. Τετελεσμένη δε είναι η απάτη στο δικαστήριο, όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσκόμιση των ψευδών ή πλαστών αποδεικτικών στοιχείων εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και συνεπεία της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδικώς για το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Ως προς τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο αυτός πρέπει να αιτιολογείται ότι υπάρχει, αφενός μεν, μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη (παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτης αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως αληθών γεγονότων) και της πλάνης του άλλου και, αφετέρου, μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείστηκε ο απατηθείς (πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση η οποία επάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει σε κάποια από τις άνω περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση για το έγκλημα αυτό της απάτης πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο δόλος του δράστη ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή αποσιώπησης και την επιδίωξη του για προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, για τον εαυτό του ή για άλλον, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανώμενου ή τρίτου (επί της περιουσίας του οποίου ο πλανώμενος έχει εξουσία διάθεσης), διαφορετικά η απόφαση είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
IV.Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3376/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "α] εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης, (ήδη αναιρεσείουσας) με την ηθική αυτουργία των λοιπών, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, υπήρξε εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με την οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής που εξέδοσε την διαταγή πληρωμής, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε ουδέποτε υπήρξε κατάρτιση συμβάσεως δανείου μεταξύ της πρώτης κατηγορουμένης και της Ζ και συνεπώς οι εκδοθείσες συν/κές όπως αναλυτικά μνημονεύονται στο διατακτικό της παρούσας, αντιπροσώπευαν εικονική οφειλή της τελευταίας προς τη πρώτη κατηγορουμένη, β] με την ενέργειά της αυτή η πρώτη κατηγορούμενη σκόπευε να περιποιήσει στη Ζ παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού με τη εν συνεχεία εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και την επιβληθείσα κατάσχεση του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου εκ μέρους της δήθεν δανείστριας πρώτης κατηγορουμένης, προς ικανοποίηση ανύπαρκτης αξιώσεως της, κατάφερε να στερήσει το δικαίωμα τρίτων αληθινών δανειστών να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους από το εν λόγω περιουσιακό της στοιχείο και γ] υπήρξε τέλος βλάβη της περιουσίας της Τράπεζας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες της πρώτης κατηγορουμένης, αφού αυτή [Τράπεζα] δεν μπόρεσε τελικά να ικανοποιήσει πλήρως την χρηματική της απαίτηση σε βάρος τη Ζ [υπόλοιπο δανείου]. Αποδείχθηκε επίσης ότι στην ενέργεια της αυτή προέβη η παραπάνω κατηγορουμένη με τις προτροπές και τις παραινέσεις των λοιπών κατηγορουμένων που είναι αδέλφια και ο τρίτος σύζυγος της πρώτης, προκειμένου η παραπάνω οφειλέτρια που είναι σύζυγος του δεύτερου να αποφύγει τη πληρωμή του χρέους της στη Τράπεζα. Ενόψει των αποδειχθέντων πιο πάνω περιστατικών και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη που αποδίδεται στους κατηγορούμενους με τη μορφή συμμετοχής του καθενός που προαναφέρθηκε και συνεπώς πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Με τις σκέψεις αυτές η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, απάτης στο δικαστήριο και ειδικότερα του ότι "στη ... στις 23.3.2001 με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων η δε ζημία είναι ιδιαίτερη μεγάλη. Συγκεκριμένα με την έκδοση και προσκόμιση στο Δικαστήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης των τριάντα έξι (36) εικονικών συναλλαγματικών για οφειλή ανύπαρκτη ύψους 18.000.000 δραχμών. σε βάρος της πρώτης μηνυομένης Ζ συζύγου Φ πέτυχε με εξαπάτηση του Δικαστή την έκδοση της υπ' αριθμ. 8898/29.3.2001 Διαταγής Πληρωμής σε βάρος της, στη συνέχεια επιβλήθηκε κατάσχεση και πλειστηριασμός στις 5.7.2001 του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου. Έτσι με τον τρόπο αυτό απέφυγε η Ζ συζύγου Φ, την πληρωμή του συνολικού ποσού των 31.287.316 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσης τραπεζικής εταιρίας, ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας....". Για την πράξη της δε αυτή η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων ( 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1α, β, ΠΚ), η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών , η εκτέλεση της οποία ανεστάλη επί τριετία. V. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του από την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, αφενός μεν, συνεπεία αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, αφετέρου δε, λόγω υπάρξεως στις παραδοχές της ασαφειών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ. Ειδικότερα: 1) Κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η δόλια παραπλάνηση του δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής πραγματώθηκε με τον πρώτο από τους τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρ. 386 παρ.1 του ΠΚ, δηλαδή με την "εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών", χωρίς να προσδιορίζονται, κατά τρόπο σαφή τα ψευδή γεγονότα τα οποία παραστάθηκαν ως αληθινά στο εν λόγω Δικαστή. Με την αμέσως επόμενη παραδοχή της απόφασης, ότι τα μη προσδιοριζόμενα αυτά ψευδή γεγονότα δεν ήταν αληθινά, "δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε ουδέποτε υπήρξε κατάρτιση συμβάσεως δανείου μεταξύ της πρώτης κατηγορουμένης και της Ζ και συνεπώς οι εκδοθείσες συν/κές όπως αναλυτικά μνημονεύονται στο διατακτικό της παρούσας, αντιπροσώπευαν εικονική οφειλή της τελευταίας προς τη πρώτη κατηγορουμένη", εμμέσως δύναται να συναχθεί ότι η αναιρεσείουσα παρέστηκε ψευδώς στο Δικαστή ότι η υποκειμένη σχέση εξαιτίας της οποίας εκδόθηκαν οι εν λόγω συναλλαγματικές ήταν υφιστάμενη σύμβαση δανείου μεταξύ αυτής και της Ζ. Στο διατακτικό όμως της αποφάσεως αναφέρεται ότι η δόλια παραπλάνηση του Δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, πραγματώθηκε και με τους δύο πρώτους από τους τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρ. 386 παρ.1 του ΠΚ, δηλαδή με την "παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων", (χωρίς μάλιστα να αναφέρεται ότι τούτο έγινε "εν γνώσει") και συγκεκριμένα "με την έκδοση και προσκόμιση στο Δικαστήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης των τριάντα έξι (36) εικονικών συναλλαγματικών για οφειλή ανύπαρκτη ύψους 18.000.000 δραχμών σε βάρος της πρώτης μηνυομένης Ζ συζύγου Φ...". Ανεξαρτήτως της ασάφειας αυτής, αφού η παραδοχή και των δύο αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης, που διαφέρουν εννοιολογικώς, δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, ουδόλως εκτίθενται στο σκεπτικό ή στο διατακτικό της απόφασης περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το ψευδές των αναφερομένων γεγονότων, δηλαδή , ότι δεν καταρτίσθηκε η πιο πάνω σύμβαση δανείου και ότι οι 36 συναλλαγματικές ήταν εικονικές και εκδόθηκαν για ανύπαρκτη οφειλή . 2) Κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αναιρεσείουσα με την έκδοση της διαταγής πληρωμής σκόπευε να περιποιήσει στη Ζ παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού με την εν συνεχεία εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και την επιβληθείσα κατάσχεση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου εκ μέρους της, "προς ικανοποίηση ανύπαρκτης αξιώσεώς της, κατάφερε να στερήσει το δικαίωμα τρίτων αληθινών δανειστών να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους από το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο". Ετσι, όμως, δεν καθίσταται σαφές, αν με την έκδοση της διαταγής πληρωμής επήλθε παράνομο περιουσιακό όφελος στην Ζ και αντίστοιχη ζημία στην εγκαλούσα Τράπεζα, ή αν το όφελος αυτό και η αντίστοιχη ζημία επήλθε με την "εν συνεχεία εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης". Όπως ήδη αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, δύναται να στοιχειοθετηθεί απάτη ,και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής πλανήθηκε και εξέδωσε διαταγή πληρωμής, με βάση εικονική συναλλαγματική, αφού αυτή κατά το αρθρ. 631 ΚΠολΔ αποτελεί εκτελεστό τίτλο και επέρχεται στην περιουσία του αντιδίκου βλάβη ή και απειλή βλάβης, δηλαδή χειροτέρευση της περιουσιακής του καταστάσεως. Επίσης, δύναται ο ζημιωθείς να είναι τρίτος που δεν ήταν διάδικος στην πολιτική δίκη, πλην όμως πρέπει η ζημία να επήλθε στον τρίτο εξαιτίας της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής και όχι εξαιτίας άλλων πράξεων ή γεγονότων πού επακολούθησαν, όπως λ.χ η κατά παραπλάνηση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου εγγραφή προσημείωσης επί ακινήτου προς εξασφάλιση ανύπαρκτης απαιτήσεως προς βλάβη τρίτων που είχαν εγγράψει και αυτοί προσημείωση για εξασφάλιση απαιτήσεών (έτσι ΑΠ 1739/06, ΑΠ 1215/07). Επομένως, στην προκειμένη υπόθεση δεν προκύπτει με σαφήνεια, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αν υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπλανήσεως του Δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της βλάβης της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, αφού μόνο η έκδοση της διαταγής πληρωμής, ουδεμία ζημία μπορούσε να επιφέρει στην πολιτικώς ενάγουσα Τράπεζα, αν δεν επακολουθούσε η προσημείωση εγγραφής υποθήκης και οι λοιπές πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Ούτε, περαιτέρω, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την ύπαρξη οποιασδήποτε απαιτήσεως της εγκαλούσας Τράπεζας, κατά της συγκατηγορουμένης της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ζ, και έτσι δεν αιτιολογείται ο σκοπός της αναιρεσείουσας να περιποιήσει στην τελευταία, (με την κατά παραπλάνηση του Δικαστή έκδοση της διαταγής πληρωμής), ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με την αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται και εξ αυτού ειδικής και, εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 3) Περαιτέρω από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης δεν καθίσταται σαφές σε τι ακριβώς συνίσταται το όφελος της αναιρεσείουσας και η αντίστοιχη ζημία της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας. Ειδικότερα, στον σκεπτικό ως βλάβη της περιουσίας της Τράπεζας, αναφέρεται το ότι "αυτή [Τράπεζα] δεν μπόρεσε τελικά να ικανοποιήσει πλήρως την χρηματική της απαίτηση σε βάρος της Ζ [υπόλοιπο δανείου]", χωρίς όμως να αναφέρεται το ύψος του υπολοίπου του δανείου αυτού. Στο διατακτικό αναφέρεται σχετικά ότι "με τον τρόπο αυτό απέφυγε η Ζ συζύγου Φ, την πληρωμή του συνολικού ποσού των 31.287.316 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσης τραπεζικής εταιρίας, ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας....", χωρίς, όμως, να καθίσταται σαφές, αν το ποσό των 31.287.316 δρχ ήταν το συνολικό ποσό του δανείου, ή αν πρόκειται για το οφειλόμενο προς την Τράπεζα υπόλοιπο ποσό, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, που συνιστά προφανώς και τη ζημία της Τράπεζας. Στην προκειμένη δε περίπτωση, εφόσον η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για απάτη, όπου η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, έπρεπε, για την πληρότητητα της αιτιολογίας να προσδιορίζεται το ύψος της ζημίας αυτής. Αν η ζημία αυτή ανερχόταν στο ποσό των 31.287.316 δρχ, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, αυτό το ποσό όχι απλώς θα δικαιολογούσε την παραδοχή ότι πρόκειται για "ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας", αλλά θα δικαιολογούσε και τον χαρακτηρισμό της πράξεως της απάτης ως κακουργηματικής, αφού αυτό υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ( αρ. 386 παρ.2 περ. β ΠΚ). Ομως, στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογείται πως η εγγραφή υποθήκης για την πιο πάνω ανύπαρκτη απαίτηση των 18.000.000 δρχ , προκάλεσε την κατά πολύ μεγαλύτερη του ποσού αυτού ζημία στην εγκαλούσα Τράπεζα και, συνεπώς, δεν καθίσταται σαφές, αν το ποσό των 31.287.316 δρχ, αναφέρεται στο διατακτικό, ως το ποσό που προσδιορίζει το ύψος της ζημίας της Τράπεζας και το αντίστοιχο όφελος της Ζ. Κατ'ακολουθία αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και, εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιπλέον δε, το Τριμελές Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, αφού, λόγω των πιο πάνω ελλείψεων και ασαφειών, δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή η μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της αναίρεσης, που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, να αναιρεθεί ως προς την αναιρεσείουσα και ως προς την καταδικαστική για αυτήν πράξη της απάτης στο δικαστήριο. Το επωφελές αποτέλεσμα της αναίρεσης πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 του ίδιου Κώδικα, και στον συγκατηγορούμενο της αναιρεσείουσας Χ, που καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός του πιο πάνω εγκλήματος και του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ήδη, ως ανυποστήρικτη, δεδομένου ότι ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ως προς την πράξη αυτή, δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, που καταδικάστηκε ως αυτουργός της εν λόγω πράξεως. Μετά δε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου, από δικαστές άλλους, εκτός απ' αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις 1) από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8116/1-10-08) και 2) από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8117/1-10-08) αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των: 1) Χ και 2) Ψ, αντίστοιχα, για αναίρεση της 3376/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης,
Απορρίπτει την πρώτη και δέχεται την δεύτερη των πιο πάνω αιτήσεων.
Αναιρεί την 3376/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την αναιρεσείουσα Ψ.
Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8117/1-10-08) αίτησης (δήλωσης) αναιρέσεως της) Ψ, και ως προς τον ηθικό αυτουργό της πράξεως της απάτης στο δικαστήριο, Χ.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως. Ερημοδικία ενός διαδίκου. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη ως προς αυτόν. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Απάτη στο δικαστήριο. Στοιχεία αδικήματος. (386) Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, υπέρβαση εξουσίας. Στοιχειοθετείται απάτη αν με βάση συναλλαγματική που εκδόθηκε για ανύπαρκτο χρέος, ο δικαστής πλανήθηκε και εξέδωσε διαταγή πληρωμής σε βάρος του αντιδίκου του αιτούντος. Πότε ζημιωθείς μπορεί να είναι και τρίτος μη διάδικος στην πολιτική δίκη. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας (δεν αιτιολογείται το ψευδές γεγονός και η γνώση του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη απαιτήσεως κατά της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας) και νόμιμης βάσης για αντιφάσεις και ασάφειες. Προσδιορισμός του ύψους της ζημίας επί καταδίκης για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς τον ηθικό αυτουργό της πράξεως του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 180/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν.Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειου Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Εφετείου Πειραιά, για αναίρεση της 571/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Με κατηγορούμενο τον ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κεντώνη. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 571/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Εφετείου Πειραιά, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Πειραιά ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1662/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
`Με την υπ' αριθμ. 211/16-10-2008 αίτησή του, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς ζητεί, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, την αναίρεση της υπ' αριθμ. 571/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Πειραιώς με την οποία το δικαστήριο αυτό έκρινε παραδεκτή και βάσιμη την από 20-6-2008 αίτηση καθορισμού συνολικής ποινής του .... Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπό τον όρο της ανάκλησης, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη για την οποία απαιτείται να περάσουν δέκα χρόνια) η ποινή θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν όμως μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης. Η απόλυση δηλαδή υπό τον όρο της ανάκλησης, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ ΑΠ 106/1991). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 του ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα για τον καθορισμό εκτιτέας συνολικής ποινής σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή", συνάγεται ότι, αν, κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο, συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών που επιβλήθηκε για μία ή περισσότερες από δύο πράξεις, παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί υπό όρο και οι νέες συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καθοριστεί συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής που είχε ανασταλεί υπό τον όρο της ανάκλησης, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον απολυθέντα υπό όρον ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες για έγκλημα που αυτός διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας του κατά τις διακρίσεις του άρθρου 109 ΠΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του από το άρθρο 510 παρ.1Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Ο .... με την υπ' αριθμ.755//29-4-2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών Αθηνών καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και για παράνομη κατοχή όπλου και πυρομαχικών. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. 372/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, ανεστάλη το υπόλοιπο της ποινής του και την 12-10-2006 αποφυλακίστηκε υπό τον όρο της ανάκλησης με υπόλοιπο ποινής 2 έτη, 11 μήνες και 17 ημέρες. Όμως ο ίδιος, μέσα στο χρόνο της δοκιμασίας του και συγκεκριμένα στις 12-2-2007 διέπραξε τα εγκλήματα της απόπειρας ληστείας κατά συρροή και παράνομης οπλοφορίας, δηλαδή εγκλήματα από δόλο, για τα οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 11 ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ με την υπ' αριθμ. 359/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς η οποία δεν είχε καταστεί αμετάκλητη. Ακολούθως, ο ανωτέρω, υπέβαλε ενώπιον του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Πειραιώς την από 20-6-2008 του, με την οποία ζητούσε τον καθορισμό συνολικής ποινής από τις ποινές που του επιβλήθηκαν δυνάμει των ανωτέρω αποφάσεων. Επί της αιτήσεως αυτής το Τριμελές Εφετείο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αίτηση και καθόρισε συνολική εκτιτέα ποινή κάθειρξης 14 ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 και 97 του ΠΚ και 551 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού δεν επιτρέπεται καθορισμός συνολικής ποινής με συνυπολογισμό ποινής που είχε ανασταλεί υπό τον όρο της ανάκλησης προτού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον απολυθέντα υπό όρον ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από 6 μήνες για έγκλημα που αυτός διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας κατά τις διακρίσεις του άρθρου 109 του ΠΚ, εισαγομένης εν προκειμένω εξαιρέσεως στον κανόνα, ότι επιτρέπεται ο καθορισμός συνολικής ποινής από ποινές που επιβλήθηκαν κατά του ίδιου προσώπου με διαφορετικές αποφάσεις, έστω και αν οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες. Στην προκείμενη περίπτωση ολόκληρο το υπόλοιπο της ποινής εκ της πρώτης αποφάσεως, που είχε ανασταλεί υπό τον όρο της ανάκλησης, θα εκτιθεί αθροιστικώς αφότου καταστεί αμετάκλητη η δεύτερη απόφαση και επέλθει έτσι αυτοδικαίως η άρση της υπό όρο απόλυσης (Ολ. Α.Π. 106/1991). Το γεγονός ότι η υπ' αριθμ 359/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς κατά το χρόνο εκδικάσεως της περί συγχωνεύσεως αιτήσεως δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, δεν καθιστά παραδεκτή την αίτηση ενόψει των προαναφερομένων διατάξεων με τις οποίες από το νόμο επιβάλλεται η αθροιστική έκτιση των ποινών.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς είναι βάσιμη, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως δεν συντρέχει και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ πρέπει η αίτηση για τον καθορισμό συνολικής ποινής για την οποία έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση να απορριφθεί από τον Άρειο Πάγο ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.571/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.
Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2008 αίτηση του ... για τον καθορισμό συνολικής ποινής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εάν ο καταδικασθείς απολυθεί υπό όρο και κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του τελέσει νέο έγκλημα για το οποίο θα του επιβληθεί αμετάκλητα ποινή φυλάκισης άνω των 6 μηνών, δεν είναι παραδεκτή η υποβολή αιτήσεως καθορισμού συνολικής ποινής.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Απόλυση υφ' όρο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 179/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Χρονοπούλου, περί αναιρέσεως της 393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1295/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. θ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως εναντίον αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου συνιστά η υπέρβαση εξουσίας. Τέτοια περίπτωση συνιστά εκτός των άλλων και η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, όπως όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετατρέπει σε χρηματική κατά το άρθρο 82 του ΠΚ την επιβληθείσα σ' αυτήν στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία όμως πρωτοδίκως είχε ανασταλεί κατά το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα, αφού το μέτρο της αναστολής είναι ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής. Πράγματι η αναστολή της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι μέτρο επιεικείας. Το μέτρο αυτό μολονότι με τη χορήγηση της αναστολής η στερητική της ελευθερίας ποινή που επιβάλλεται στον κατηγορούμενο δεν μετατρέπεται σε χρηματική, σε καμμία περίπτωση δεν χειροτερεύει την θέση του, αφού η χορήγηση της αναστολής δεν αποκλείει την μετατροπή. Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, δικάζον έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3225/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, με την οποίαν είχε καταδικασθεί για παράβαση του άρθρου 230 ΠΚ (ψευδής καταμήνυση κατ' αγνώστου) σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με τη προσβαλλομένη απόφασή του, αφού καταδίκασε αυτόν για την πράξη αυτή και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριάντα ημερών, στη συνέχεια μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Ετσι όμως κατέστησε χειρότερη του θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά το άρθρο 470 ΚΠΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την πιο πάνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α και Β του ίδιου Κώδικα λόγοι αναίρεσης για απόλυτη και σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις αιτιάσεις, αφενός, ότι δεν αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης η εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος από την πληρεξούσια αυτού δικηγόρο Γεωργία Γρηγοράκη, και, αφετέρου, ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα της πληρεξούσιας αυτού δικηγόρου να διατηρηθεί η αναστολή που του είχε χορηγηθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι παραστάθηκε στη δίκη η πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρος, ούτε ότι υποβλήθηκε το προαναφερόμενο αίτημα από τον κατηγορούμενο.
Μετά από αυτά και την παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο κατά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να διαταχθεί από τον Αρειο Πάγο η επί τριετία αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε με αυτήν στην αναιρεσείουσα, κατ' αναλόγο εφαρμογή του άρθρου 517 παρ. 2 του ΚΠΔ, χωρίς να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για νέα συζήτηση, αφού δεν απαιτείται έρευνα και βεβαίωση πραγματικών γεγονότων, δεδομένου ότι για όλα αυτά είχε κρίνει το σε πρώτο βαθμό δικάσαν Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου που είχε αναγγείλει την αναστολή και απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει την 393/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της.
Αναστέλλει την ποινή φυλακίσεως που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την πιο πάνω απόφαση επί μία τριετία. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3/7/2008 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χειροτέρευση θέσεως κατηγορουμένου. Χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο μετατρέπει σε χρηματική την επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία όμως πρωτοδίκως είχε ανασταλεί, έστω και αν δευτεροβαθμίως επιβάλλεται μικρότερη ποινή. Απορρίπτει λοιπούς λόγους. Αναιρεί μόνο κατά το μέρος αυτό.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κατηγορούμενος.
| 1
|
Αριθμός 177/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της 799/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1369/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά την δευτέρα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμόν ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τοιούτου γεγονότος, το οποίον ανεκοινώθη προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε κατά την έννοια των άνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστου ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλ' απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, όπως και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμον την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος, δηλαδή, δόλος από μέρους του υπαιτίου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Μόνη δε η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. Α.Π. 1/2005). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 799/2008 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, "την χωρίς όρκο κατάθεση στο ακροατήριο του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των εκκαλούντων - κατηγορουμένων" (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 8/11/2001 συζητήθηκε η από 2/3/2001 έφεση των κατηγορουμένων .....και ..... κατά του εγκαλούντος ...... και της ..... κατά της υπ' αριθμ. 2/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου. Οι κατηγορούμενοι αυτοί διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Λεωνίδα Βλάχου κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις στη γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που δίκασε την υπόθεση των διαδίκων ως εφετείο. Στις προτάσεις αυτές γράφτηκαν πραγματικά περιστατικά που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στις προτάσεις αυτές ότι οι αντίδικοί τους και μάλιστα ο εγκαλών έκανε επέμβαση στο από ..... τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου του δικαιοπαρόχου τους ...... το οποίο διατηρούνταν στο Πολεοδομικό Γραφείο ...... και αντίγραφό του προσκομίστηκε στην παραπάνω δίκη, διαγράφοντας με "Χ" τις επίμαχες διαστάσεις και διορθώνοντας έτσι τις διαστάσεις του επίδικου ακινήτου. Επίσης, αναφέρθηκε στις προτάσεις αυτές ότι οι μόνοι που είχαν λόγο να διορθώσουν την επίμαχη πλευρά του επίδικου ακινήτου ήταν οι παραπάνω αντίδικοί τους, δηλαδή και ο εγκαλών, για να μειώσουν μήκη πλευρών προς το συμφέρον τους και για να ενισχύσουν τις θέσεις τους. Έτσι, με τις παραπάνω προτάσεις έγινε καταγγελία σε βάρος του εγκαλούντος ότι αυτός πλαστογράφησε το από ..... τοπογραφικό διάγραμμα, αφού είχε πρόσβαση στο αρχείο της Πολεοδομίας. Μάλιστα, αναφέρθηκε σ' αυτές ότι ο εγκαλών προέβη σε διαγραφή με "Χ" της επίμαχης διάστασης και για να εξαφανιστούν τα ίχνη του εξαφάνισε ολόκληρο το φάκελο από την Πολεοδομία, Παρά το γεγονός ότι προσκομίστηκε το παραπάνω διορθωμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την υπ* αριθμ. 11/2002 απόφασή του απέρριψε την έφεση των κατηγορουμένων, επικυρώνοντας έτσι την υπ' αριθμ. 2/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία αναγνωρίστηκαν ο εγκαλών και η ..... συγκύριοι ενός οικοπέδου εκτάσεως 299,38 τ.μ. Αλλά όμως από την παραπάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου προκύπτει ότι η δεύτερη κατηγορουμένη στη δίκη αυτή παρίστατο διά του πληρεξουσίου συνηγόρου της Λεωνίδα Βλάχου ως συνασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της ....και ...., ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος σύζυγος της παρίστατο διά του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου για τον εαυτό του ατομικά και ως συνασκών τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του. Δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αυτός που χειριζόταν την υπόθεση από το Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου ως το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ενώ η δεύτερη κατηγορουμένη δεν ασχολούνταν με την υπόθεση αυτή. Μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αυτός που έδωσε εντολή στον παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο του να καταθέσει τις παραπάνω έγγραφες προτάσεις του και παρέδωσε σ' αυτόν το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και τον ενημέρωσε για τις αληθινές διαστάσεις του ακινήτου. Οι εν λόγω προτάσεις με το παραπάνω περιεχόμενο έγιναν γνωστές στους Δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που δίκασαν την από 2-3-2001 έφεση των κατηγορουμένων και στη γραμματέα της έδρας και ειδικότερα ότι ο εγκαλών πλαστογράφησε το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και ότι έκανε χρήση αυτού, ενώ το τοπογραφικό διάγραμμα ήταν γνήσιο. Ο δε πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα αναφέρονταν στις προτάσεις του ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε για την προστασία των δικαιωμάτων του στην πολιτική δίκη, ώστε να συντρέχει νόμιμος λόγος άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του κατ' άρθρο 367 παρ. 1γ' του Π.Κ., αλλά με σκοπό συκοφαντικής δυσφήμησης του εγκαλούντος. Με δεδομένο ότι οι παραπάνω έγγραφες προτάσεις κατατέθηκαν στη γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου στις 12-11-2001, ημερομηνία κατάθεσης που χορηγήθηκε από το Δικαστήριο αυτό και εφόσον με την επανυποβολή των προτάσεων αυτών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο λαμβάνει χώρα νέα τέλεση της συκοφαντικής δυσφήμησης και στην προκειμένη περίπτωση το έγκλημα αυτό διώκεται κατ' έγκληση και την παραπάνω ημερομηνία ο εγκαλών έλαβε γνώση ότι τελέστηκε το έγκλημα αυτό και εφόσον η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της έγκλησης για το παραπάνω έγκλημα αρχίζει από τις 12-11-2001, ημέρα γνώσης του εγκλήματος και λήγει στις 8-2-2002, που κατατέθηκε η έγκληση για το έγκλημα αυτό, επομένως δεν επήλθε εξάλειψη του αξιοποίνου, αφού η έγκληση υποβλήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας από τη γνώση από τον εγκαλούντα του εγκλήματος αυτού. Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν αθώα η δεύτερη κατηγορουμένη της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης και ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος της πράξης αυτής και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου αυτού".
Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στο Μεσολόγγι την 8/11/2001 με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο γεγονός ψευδές εν γνώσει του ψεύδους του μπορούσε δε να βλάψει την τιμή και υπόληψή του. Ειδικότερα έδωσε εντολή στον πληρεξούσιό του δικηγόρο Μεσολογγίου Λεωνίδα Βλάχο κατά τη συζήτηση έφεσής του κατά της υπ'αριθμ. 2/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, στρεφόμενης εναντίον του εγκαλούντος .....και της ...... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσσολογγίου, να καταθέσει τις από 8-11-2001 έγγραφες προτάσεις στις οποίες ανέφερε τα εξής πραγματικά περιστατικά: (Στη σελίδα 31) "Και το μέγα ερώτημα που γεννιέται είναι ποιος έχει διαγράψει με Χ τις επίμαχες διαστάσεις από το παραπάνω έγγραφο που είναι θεωρημένο από δημόσια υπηρεσία. Είναι προφανές ότι έχει γίνει επέμβαση στο ανωτέρω έγγραφο από την πλευρά των αντιδίκων που είχαν λόγο να μειώσουν μήκη πλευρών προς το συμφέρον τους...", (Στη σελίδα 32) "Ποιός είχε πρόσβαση στο Αρχείο της Πολεοδομίας και διόρθωσε δημόσια έγγραφα, όπως είναι το ανωτέρα τοπογραφικό διάγραμμα... Στην προκειμένη περίπτωση καταφανέστατα φαίνεται ότι διορθώθηκε η επίμαχη πλευρά του ακινήτου μας και διορθώνεται με ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ το μήκος της πλευράς από 13,20 σε 12,70, ΔΗΛΑΔΗ ΟΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥΣ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΠΑΧΟΥΣ - ΠΛΑΤΟΥΣ ΣΤΟ ΜΗΚΟΣ ΤΩΝ 6,95 ΜΕΤΡΩΝ (13,20 - 12,70 - 0,50 εκατοστά πλάτος)... Φυσικά το συμπέρασμα που εξάγεται αβίαστα. Ο ορθός υπολογισμός είναι ο διαγεγραμμένος. Και οι μόνοι που είχαν λόγο να το κάνουν είναι οι αντίδικοι για να ενισχύσουν τις θέσεις των. Μάλιστα, είναι προφανές ότι η επέμβαση αυτή έγινε πρόσφατα και μετά τη διένεξη με τους αντιδίκους που άρχισε τον Αύγουστο του 1999... ". (Στη σελίδα 33, 34): "Αν δεν είναι και αυτό ΑΔΙΑΣΕΙΣΤΗ απόδειξη για το ότι έγινε επέμβαση στο συγκεκριμένο φάκελο για να αλλοιωθούν αρχικά και ακολούθως να εξαφανιστούν τα στοιχεία που εμπεριέχει αυτός, τότε τι είναι: Ποιος είχε λόγο να διαγράψει τις διαστάσεις του οικοπέδου του δικαιοπαρόχου μας που εμφανίζουν την επίμαχη νότια πλευρά ως έχουσα μήκος, όσο και ημείς ισχυριζόμεθα, δηλαδή 13,20... Παρατηρήστε και τα γράμματα των διορθώσεων. Πρόκειται για τελείως διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα. Τα αληθή δεδομένα του εγγράφου είναι τα διαγεγραμμένα. Δεν μπορούσε ο πλαστογράφος να κάνει τίποτα άλλο από τη διαγραφή με Χ, διότι εάν έκανε νέο υπολογισμό του εμβαδού βάσει των εσφαλμένων διαστάσεων, έπρεπε να γράψει ολόκληρες σειρές, οπότε θα ήταν εμφανής η πλαστογραφία, "Ποιος είχε λόγο να το κάνει και να εξαφανίσει ακολούθως ολόκληρο το φάκελο για να εξαφανιστούν και τα ίχνη του πλαστογράφου. Φυσικά άνθρωπος που είχε πρόσβαση στο αρχείο της πολεοδομίας και πήρε εντολή από κάποιον από την αντίδικο πλευρά". (Στη σελίδα 34 και 35): ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΗ ΔΗΛΑΔΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΑ, ΕΧΟΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΝΟΜΙΜΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ, ΝΑ ΔΙΑΒΙΒΑΖΕΙ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΥΤΑ ΣΤΟΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΕΩΣ ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΞΑΓΩΓΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ". Ισχυρίστηκε δηλαδή για τον εγκαλούντα ενώπιον των δικαστών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που δίκασαν την έφεσή του και του γραμματέα της έδρας ότι πλαστογράφησε το επίμαχο έγγραφο ή ότι έκανε χρήση του φερόμενου ως πλαστού εγγράφου, γεγονός που είναι ψευδές, αφού αλήθεια είναι ότι το ανωτέρω έγγραφο είναι γνήσιο, το γνώριζε αυτό ο κατηγορούμενος, μπορούσε δε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ....."Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά ούτε και στο διατακτικό της, που παραδεκτώς το συμπληρώνει και δεν το αντιγράφει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο γνώση της αναληθείας των γεγονότων που διέδωσε και ισχυρίσθη ούτος και έλαβαν γνώση οι άνω αναφερόμενοι. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο του αμέσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται τα παραθέσει απλώς στο σκεπτικό "ότι ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα αναφέρονταν στις προτάσεις του ήσαν ψευδή"... στο δε διατακτικό της και εν αρχή αυτού την φράση του νόμου "εν γνώσει του ψευδούς", χωρίς όμως να εκθέσει συστηματικά και να αιτιολογήσει από ποία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή, η οποία, να σημειωθεί, δεν προκύπτει ούτε από τις καθόλου παραδοχές και την κυρία αιτιολογία της περί ενοχής κρίσεώς του. Επίσης όσον αφορά τις με τις προτάσεις "καταγγελία εις βάρος του εγκαλούντος ότι αυτός πλαστογράφησε το από .... τοπογραφικό διάγραμμα" όπως αναφέρεται ως άνω στο σκεπτικό, στο διατακτικό εκτίθεται ασαφώς και αντιφατικώς, ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα ότι "πλαστογράφησε το επίμαχο έγγραφο ή ότι έκανε χρήση του φερομένου ως πλαστού εγγράφου".
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς το στοιχείο της γνώσεως είναι βάσιμοι και ως τοιούτοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 799/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 362 και 363 ΠΚ. Τι απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Τι θεωρείται γεγονός. Για την υποκειμενική υπόστασή της απαιτείται άμεσος δόλος, δεν αρκεί απλός ή ενδεχόμενος. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση των περιστατικών που την δικαιολογούν. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για συκοφαντική δυσφήμηση. Πότε ασαφής και αντιφατική αιτιολογία μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 176/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, για αναίρεση της με αριθμό 173/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 902/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ.l του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2.523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξης του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη
(1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, κατά το άρθρο 51Ο παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το, δικάσαν κατ' έφεση, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα πουαναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίαςεμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο ... στις 30.11.2000 απότο Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 4.724,03 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη,
στο
οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3.200,89 €, και β) το ποσό των 1.181 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 1.635,68 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 10.743,60 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο ... στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις *περί χρεών προς το Δημόσιο* και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000 €, όπως προκύπτει από τον από 11-6-2004 (Α/Α 7/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφληση τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α)το ποσό των 4.724,03 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3.200,89 € και β) το ποσό των 1.181 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 1.635,68 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 10.743,60 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ καιέγιναν ληξιπρόθεσμα την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)".
Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημ/κείο Βόλου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, η οποία άρχισε να ισχύει από την 1-1-1998 και τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, ως ευμενέστερη για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ.).
Ειδικότερα, έγινε με την απόφαση αυτή δεκτό ότι, όντας ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στον Πειραιά εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών "SOSCO ΑΕ", καθυστέρησε, με την ιδιότητα του αυτή, με πρόθεση την καταβολή στο Ελληνικό Δημόσιο των ακόλουθων επί μέρους χρεών της ως άνω εταιρείας, που βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 30-11-2000 και δεν εξοφλήθηκαν μέχρι τις 31-3-2001, οπότε συμπληρώθηκε χρονικό διάστημα ενός τετραμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθούν στο Ελληνικό Δημόσιο και κατέστη έτσι αξιόποινη από την επομένη ημέρα (1-4-2001) η μη καταβολή τους. Συγκεκριμένα, καθυστέρησε την καταβολή στο Ελληνικό Δημόσιο: 1) Επί μέρους ποσού 4.724,03 ευρώ, που αφορούσε πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που συνετάγη από τον προϊστάμενο του Τελωνείου Βόλου, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3.200,89 ευρώ, και 2) επί μέρους ποσού 1.181,00 ευρώ, που αφορούσε επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του ιδίου πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 1.635,68 ευρώ, ήτοι ήταν εφάπαξ καταβλητέο συνολικά το ποσό των 10.743,60 ευρώ, μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις. Από τα παραπάνω, όμως, χρηματικά ποσά προκύπτει ότι εκείνο που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους και ανέρχεται, μαζί τις προσαυξήσεις του, στο ποσό των 2.816,68 (1.181,00 +1.635,68) ευρώ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δρχ., που αποτελεί το κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, με την οποία χαρακτηρίζεται η καθυστέρηση καταβολής στο Δημόσιο ολιγότερου ποσού επιρριπτόμενων δασμών και φόρων ως ανέγκλητη και συνεπώς τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, ως ευμενέστερη για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Εναπομένει, μετά ταύτα, η καθυστέρηση καταβολής στο Ελληνικό Δημόσιο βεβαιωμένου και ληξιπρόθεσμου χρέους, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, ανερχόμενα, μαζί με τις προσαυξήσεις τους, στο ποσό των 7.924,92 (4.724,03 + 3.200,89) ευρώ, το οποίο υπερβαίνει μεν τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δρχ., που αποτελούν το Κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2.523/1997, αλλά δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, που ορίζεται ως το κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, με την οποία χαρακτηρίζεται η καθυστέρηση καταβολής στο Δημόσιο ολιγότερου συνολικού ποσού προστίμων και πολλαπλών τελών ως ανέγκλητη και συνεπώς τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, ως ευμενέστερη για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο.
Είναι, επομένως, βάσιμος ο και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη και σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ, πρέπει να αναιρεθεί ηπροσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί ο ήδηαναιρεσείων κατηγορούμενος .... αθώος για τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που φέρεται ως τελεσθείσα στο ... την 1-4-2001 και αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, ανερχόμενους, μαζί τις προσαυξήσεις τους, στο ποσό των 2.816,68 (1.181,00 + 1.635,68) ευρώ, καθώς και πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, ανερχόμενα, μαζί με τις προσαυξήσεις τους, στο συνολικό ποσό των 7.924,92 (4.724,03 + 3.200,89) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 173/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο .... αθώο του ότι: "Στο ... στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις *περί χρεών προς το Δημόσιο* και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000 €, όπως προκύπτει από τον από 11-6-2004 (Α/Α 7/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφληση τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α)το ποσό των 4.724, 03 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3.200,89 €, και β)το ποσό των 1.181 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 1.635,68 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 10.743,60 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρ. 25 παρ. 1γ΄, 7 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρ. 34 παρ.1, 2 Ν. 3220/2004. Μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο. Αναιρεί, κατά βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Και κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο της άνω αποδοθείσας αξιόποινης πράξεως, λόγω ανεκκλήτου αυτής, λόγω ποσών χρεών προς το Δημόσιο, συνεπεία εφαρμογής κατ΄ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ της ευμενέστερης για τον κατηγορούμενο διάταξης του άρθρου 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, με την οποία χαρακτηρίζεται η καθυστέρηση καταβολής στο Δημόσιο επιρριπτομένων δασμών και φόρων μαζί με τις προσαυξήσεις επ’ αυτών, αξιόποινη, μόνον εάν το ποσό των άνω χρεών υπερβαίνει τα 1.000.000 δρχ. ή 2.935 €, ενώ στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για ποσό 1.181 €, συν τις νόμιμες προσαυξήσεις ποσού 1.635,68 € ίσον 2.816,68 €, ενώ το υπόλοιπο χρέος που αποτελούσε πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις τους, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 7.924,92 €, δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, που είναι το προβλεπόμενο κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη κατά το άρθρο 34 παρ.1 του επίσης εφαρμοζόμενου ως ευνοϊκότερου Ν. 3220/2004, που τροποποίησε το ίδιο ως άνω άρθρο 23 του Ν. 2523/1997.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 175/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 102/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 634/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό εδάφιο ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στην φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Ήτοι η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή δεν είναι αρκετή και δε συνιστά, την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής είναι συνυφασμένη με την ελεύθερη διαβίωση στην κοινωνία και δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας εκτός της φυλακής και όχι με εξαναγκασμένη συμπεριφορά προς τους κανόνες των κρατουμένων στη φυλακή η οποία και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθ. 102/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για εισαγωγή στην Ελλάδα από Αλβανία, μεταφορά και κατοχή ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και δη 14,77 χιλιογράμμων ηρωϊνης και 575,5 γραμμαρίων κοκαϊνης, σε ποινή καθείρξεως 17 ετών και σε χρηματική ποινή 150.000 ευρώ, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω :
"Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή (ΑΠ. 260/1991), ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού (ΑΠ 859/1996 ΠοινΧρ ΜΖ', 1159). Κατά τη διάρκεια της κράτησής μου στις Φυλακές, έχω επιδείξει καλή διαγωγή τόσο απέναντι στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, όσο και απέναντι στους συγκρατουμένους μου.
Ουδέποτε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο δύσκολο και πιεστικό περιβάλλον με τις πολλές ιδιαιτερότητες των Φυλακών, υπέπεσα σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, ουδέποτε δημιούργησα το οιοδήποτε πρόβλημα, αντιθέτως υπομένω καρτερικά τη μέρα που θα αφεθώ ελεύθερος να επιστρέψω στην πατρίδα μου, την οικογένειά μου και την εργασία μου.
Η συμπεριφορά μου υπήρξε άψογη όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από εσωτερική ανάγκη και όχι εξαιτίας του φόβου που θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι προξενεί η μικροκοινωνία της φυλακής και οι ιδιαίτερες σχέσεις με συγκρατουμένους και σωφρονιστικό προσωπικό.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα πειθάρχησα στους κανόνες των φυλακών και δεν δημιούργησα το παραμικρό πρόβλημα. Πρέπει, δε να επισημάνω στο Δικαστήριό Σας ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα εργάζομαι, όπως συνέβαινε και προ της συλλήψεώς μου.
Υπήρξε προσωπική και συνειδητή μου επιλογή, η οποία δεν υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα, αλλά προήρχετο από την πηγαία επιθυμία μου να είμαι απόλυτα συμμορφωμένος με τους ισχύοντες κανόνες και αυτό πρέπει να ασκήσει επιρροή στην απόφασή Σας.
Είναι σαφές ότι οι προβληματικοί χαρακτήρες και οι εγκληματικές προσωπικότητες ξεδιπλώνονται και παρουσιά-ζονται πιο εύκολα σε όλη τους την έκταση, όταν βρεθούν σε δύσκολο και πιεστικό περιβάλλον, όπως κατεξοχήν αυτό της φυλακής. Εγώ όλο αυτό το χρονικό διάστημα το πέρασα αναλογιζόμενος, πόσο κακό προξένησε η επιπόλαιη απόφασή μου να δεχθώ προς μεταφορά τα ναρκωτικά στη ζωή και συνειδητοποίησα με σκληρό τρόπο ότι βάδιζα σε δρόμο αδιέξοδο".
Το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε ΠΚ, αφού δέχθηκε, όσον αφορά το ως άνω ελαφρυντικό της παρ. 2 εδ. ε, για το οποίο και μόνο αποδίδεται πλημμέλεια με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μάρτυρες, απολογία κ.λ.π.), αποδείχθηκαν τα εξής:
"Ο κατηγορούμενος ζήτησε να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α και ε Π.Κ. Τα αιτήματα αυτά πρέπει ν' απορριφθούν. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την παραπάνω πράξη του δεν έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει ζωή, αφού πέραν της παράβασης που αναφέρεται στο ποινικό του μητρώο (παράνομη κυκλοφορία οχήματος μη ασφαλισμένου, υπ' αριθμ. 683/12-6-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αιγίου) η ενασχόλησή του με τα ναρκωτικά δεν ήταν ευκαιριακή, αφού η μεταφορά κ.λ.π. μιας τέτοιας ποσότητας ηρωΐνης και κοκαΐνη, που αξίζει πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, προϋποθέτει γνώση των ατόμων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας των ουσιών αυτών. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Ειδικότερα, αποδείχθηκε μεν ότι ο κατηγορούμενος ακολούθησε τις οδηγίες των διωκτικών αρχών προς ανακάλυψη των λοιπών συμμετεχόντων πλην όμως αυτό έγινε μετά την ανεύρεση των ναρκωτικών ουσιών και τη σύλληψή του. Εξάλλου δεν έδωσε ονόματα ανθρώπων της εμπορίας ναρκωτικών. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, διότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν κρατούμενος στις φυλακές και ναι μεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε καλή διαγωγή κατά το χρόνο της κράτησής του πλην όμως η συμπεριφορά αυτή υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα ενόψει της δίκης που θα ακολουθούσε και του φόβου του για τις πειθαρχικές κ.λ.π. ποινές της φυλακής".
Με αυτές τις παραδοχές το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όσον αφορά ειδικότερα την απόρριψη της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως (εδάφ. ε), ως προς την οποία και μόνο πλήττεται η απόφαση με την ένδικη αίτηση, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.ε ΠΚ, ενώ το ότι κατά το χρονικό διάστημα από την τέλεση των πράξεών του (23-5-2002) μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό (4-12-2007), όντας κρατούμενος στις Φυλακές, επέδειξε την πρέπουσα διαγωγή προς τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους συγκρατούμενούς του, τηρώντας τους κανονισμούς του σωφρονιστικού συστήματος, χωρίς να υποπέσει σε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα, ήτοι η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή δεν είναι αρκετή και δε συνιστά, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, καθεαυτή, την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας στην κοινωνία εκτός της φυλακής. Επομένως, το Δικαστήριο που απέρριψε κατ' ουσία τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αναιτιολόγητης απορρίψεως αυτού, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, και ο σχετικός ως άνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3- 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 102/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνωρίσεως στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε΄ του ΠΚ., διότι η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή δεν είναι αρκετή και δε συνιστά την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής είναι συνυφασμένη με την ελεύθερη διαβίωση στην κοινωνία και δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας εκτός της φυλακής και όχι με εξαναγκασμένη συμπεριφορά προς τους κανόνες των κρατουμένων στη φυλακή η οποία και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη (ΑΠ 131/2008, 792/2007, 807/2007, 1327/2007).
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 174/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά, περί αναιρέσεως της 342/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 620/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 ΚΠοινΔ., απόλυτη ακυρότητα η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 του ίδιου Κώδικα, παράνομη είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο άσκησής της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αυτός που δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τον Αστικό Κώδικα μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Η μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ποινικό δικαστήριο δήλωση και παράσταση πολιτικής αγωγής ως και εκείνη που γίνεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι ανεπίτρεπτη και αν δεν απορριφθεί και δεν αποβληθεί ο πολιτικώς ενάγων πριν από την έναρξη της διαδικασίας δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δικαιούται να παραστεί με την αυτήν ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίκαση των οποίων όμως δεν μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο. Τούτο δε διότι η έφεση του Εισαγγελέως προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Αν όμως δεν έχει παρασταθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο πολιτικώς ενάγων, στην παραπάνω περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, στην κατ'έφεση δίκη ο πολιτικώς ενάγων, δε δικαιούται να παραστεί το πρώτον, ούτε προς υποστήριξη της κατηγορίας. Εάν παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην εκδίκαση της υποθέσεως με την παρουσία της πολιτικής αγωγής, χωρίς να την αποβάλει πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και προβεί μάλιστα σε επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, η απόφαση καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό προς την πρωτόδικη με αριθ. 19432/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το Εφετείο επιλήφθηκε της υποθέσεως συνεπεία εφέσεως του Εισαγγελέως Εφετών κατά της ως άνω αθωωτικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατά τη διαδικασία δέχθηκε την παράσταση της δηλωθείσας σε αυτό το πρώτον πολιτικής αγωγής της παθούσας ..., για υποστήριξη της κατηγορίας, απορρίψαν προβληθείσα σχετική ένσταση της κατηγορουμένης, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας που διεξήχθη με την παρουσία της πολιτικής αγωγής, ανακάλεσε την εν λόγω απόφασή του και απέβαλε την πολιτική αγωγή, με την αιτιολογία ότι δεν είχε ασκηθεί και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, αφού η φερόμενη ως παθούσα από τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής και υπεξαιρέσεως, για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα σε δεύτερο βαθμό, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής το πρώτον ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν είχε δηλώσει ούτε παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα στην πρωτοβάθμια δίκη και κατά τη συζήτηση της εφέσεως του Εισαγγελέα, παρέστη, παρά την υποβληθείσα μάλιστα ένσταση της κατηγορουμένης για αποβολή της και στη συνέχεια συμμετείχε μετά συνηγόρου καθόλη τη διάρκεια της ακροαματικής αποδεικτικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, έπεται ότι η παράσταση αυτή της πολιτικώς ενάγουσας κατά την ενώπιον του Εφετείου διαδικασία είναι παράνομη και επέφερε, σύμφωνα με τα άρθρα 68 παρ. 1 και 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, παρά την καθυστερημένη ως άνω αποβολή της, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 342/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομη το πρώτον στο Εφετείο παράσταση πολιτικής αγωγής και όταν εκδικάζεται έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, ακόμη και για υποστήριξη μόνο της κατηγορίας. Αναιρεί, διότι η στο ποινικό δικαστήριο δήλωση και παράσταση πολιτικής αγωγής έγινε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανεπίτρεπτα και αφού δεν απορρίφθηκε και δεν αποβλήθηκε ο πολιτικώς ενάγων πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά μετά το πέρας αυτής δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 192/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 173/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 598-598Α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολυχρονόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 382/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, της ψευδορκίας, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα, αφετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 369 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και πρακτικών της πρωτόδικης αποφάσεως, καταθέσεων στο ακροατήριο, ανωμοτί του πολιτικώς ενάγοντος και ενόρκως των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, απολογίας της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης), στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη με συνεχείς καταγγελίες της κατά το χρονικό διάστημα απτό 3-5-2001 έως 23-4-2002 προς το Πολεοδομικό Γραφείο την ΕΠΑΕ Ν. Αχαΐας και τελικά ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αιγίου καταμήνυσε ότι ο μηνυτής Ψέχοντας την εύνοια των υπαλλήλων της Πολεοδομίας Αιγίου Α, Διευθυντή αυτής και Β και Γ έλαβε την υπ' αριθμ ..... οικοδομική άδεια και κατασκευάζει ξενοδοχείο στην περιοχή ..... κατά παράβαση της κείμενης Πολεοδομικής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα κατήγγειλε ότι στο μηνυτή εγκρίθηκε το σχέδιο του ξενοδοχείου με δίρρηχτη σκεπή και εξώστες ημιυπαίθριους από μπετόν παραβιάζοντας έτσι τους περιοριστικούς όρους δόμησης που ισχύουν από 1-8-1996. Το θεωρούμενο στην άδεια ως υπόγειο είναι στην πραγματικότητα ισόγειο ύψους 4 μέτρων. Ελαβαν παρανόμως ως αφετηρία του ύψους της οικοδομής ένα σημείο μικρού πλαϊνού δρόμου, μέτρηση που έχει καταργηθεί από τον προηγούμενο ΓΟΚ 1985. Το οικόπεδο ήταν και είναι επίπεδο, οπότε το ύψος του κτιρίου μετράται από τα άκρα του οικοπέδου (μέσος όρος ± 1,5 μέτρο) και το ύψος του κτιρίου μετρούμενο από τις 4 άκρες του οικοπέδου υπερβαίνει τα 15 μέτρα. Αλλά και η χρήση του υπογείου δεν είναι βοηθητική, έχει μετατραπεί σε χώρο κύριας χρήσης. Εγκρίθηκε σκεπή 3,5 μέτρων ενώ το νόμιμο είναι 1,50 μέτρα και η σκεπή όταν υπερβαίνει τα 2,40 μέτρα θεωρείται όροφος και βάση αυτών το κτίριο αντί για τριώροφο είναι πενταόροφο. Παρανόμως από την ΕΠΑΕ εγκρίθηκε ο όγκος του ξενοδοχείου, ενώ είναι υποχρεωτική η διχοτόμηση τουλάχιστον του όγκου των ξενοδοχείων σε κοινότητες ή μικρούς δήμους. Παρανόμως εμφανίζουν στην οικοδομική άδεια ότι η ΕΠΑΕ Αιγίου ενέκρινε το σχέδιο με τους πέντε ορόφους. Παρά τις καταγγελίες της οι ως άνω μηχανικοί του Πολεοδομικού Γραφείου Αιγιαλείας επισκέφθηκαν και έκαναν αυτοψία στο ξενοδοχείο Ψ τουλάχιστον 5 φορές χωρίς να βεβαιώσουν καμία από τις ως άνω πολεοδομικές αυθαιρεσίες και έτσι του επέτρεπαν τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, εκτός από τη βεβαίωση της κατασκευής κάποιας παράνομης πόρτας. Των ανωτέρω καταγγελιών εις βάρος του και ειδικότερα των αναφερομένων στην από 23-4-2002 μήνυση της κατηγορουμένης προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αιγίου, ο εγκαλών Ψ έλαβε γνώση δύο μήνες πριν υποβάλλει τη σχετική από 14-1-2003 έγκληση του και επομένως η ένσταση του περί εκπροθέσμου ασκήσεως της εγκλήσεως και συνακολούθως περί αποβολής της πολιτικής αγωγής σε σχέση με την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης πρέπει ν' απορριφθεί (Απόφ. 598 Ν 2007). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα ως άνω που κατήγγειλε η κατηγορούμενη ήταν ψευδή, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν η εξής: Το σχέδιο του ξενοδοχείου που δεν είναι από μπετόν, αλλά από πέτρα, όπως και πράγματι κατασκευάσθηκε η οικοδομή δεν παραβιάζει κανένα όρο δομήσεως, διότι οι όψεις του κτιρίου όπου περιλαμβάνονται οι δίρριχτες σκεπή, οι εξώστες, οι ημιυπαίθριοι χώροι κλπ. έχουν ελεγχθεί και εγκριθεί από το αρμόδιο όργανο που είναι η ΕΠΑΕ (Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου) στην οποία υποβλήθηκε η σχετική μελέτη και εγκρίθηκε με το υπ' αριθμ..... πρακτικό συνεδρίασης της και στη συνέχεια κατά την πορεία εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών η εφαρμοζόμενη μελέτη και σχέδια της οικοδομής εγκρίθηκαν από Αρχιτεκτονικής Απόψεως με την αριθμ. ..... πράξη της ίδιας Επιτροπής Αρχιτεκτονικού Ελέγχου. Περαιτέρω ως προς την υποχρεωτική διάσπαση του όγκου που επικαλείται η κατηγορουμένη, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 7 του ΠΑ 2-3-1981 ΦΕΚ 138/Δ/13-3-1981 που παραμένει ως έχει και ισχύει για οικισμούς (αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ) είναι δυνατή η παρέκκλιση ως προς τη διασπορά των κτισμάτων στο γήπεδο και του αριθμού των ορόφων που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τους τρεις κατά την κρίση, της οικείας Επιτροπής Ενασκήσεως Αρχιτεκτονικού Ελέγχου. Οπότε στην προκειμένη περίπτωση ορθώς η Αρχιτεκτονική Επιτροπή ενέκρινε τη μη διάσπαση του όγκου της ξενοδοχειακής μονάδας και την κατασκευή ενιαίου κτιρίου. Περαιτέρω ως προς το χρόνο που ορίζει το νομοθετικό καθεστώς που πρέπει να εφαρμοσθεί για τους ισχύοντες όρους δόμησης για την έκδοση οικοδομικής άδειας κρίσιμος είναι ο χρόνος της υποβολής της αιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο μηνυτής υπέβαλε αίτηση για την έκδοση οικοδομικής άδειας πριν την 1-8-1996, όταν με απόφαση του Προέδρου της Ν.Ε. Αχαΐας ορίσθηκαν ειδικοί όροι δόμησης και προβλέφθηκε η κατασκευή τετράρριχτης στέγης. Επίσης είχαν εγκριθεί τα σχέδια της μελέτης με προέλεγχο από την Αρχιτεκτονική Επιτροπή με το προαναφερόμενο αριθμ. ..... πρακτικό της δηλαδή και πάλι πριν την 1-8-1996. Επομένως εφαρμόζεται το προηγούμενο πολεοδομικό καθεστώς και δεν είναι υποχρεωτική η κατασκευή τετράρριχτης στέγης. Περαιτέρω όσον αφορά το συνολικό ύψος της οικοδομής προέκυψε ότι το οικόπεδο επί του οποίου τοποθετήθηκε αυτή, δεδομένου ότι ο οικισμός ..... είναι ορεινός, ήταν επικλινές. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατή η θεμελίωση της οικοδομής σε κεκλιμένο έδαφος αναγκαστικά έγιναν χωματουργικές εργασίες κατά τις οποίες οριζοντιοποιήθηκε κατά το δυνατόν η επιφάνεια του οικοπέδου εκτός από κάποιες μεγάλες εξάρσεις βράχων που παρέμειναν, δίπλα από τις οποίες τοποθετήθηκε η οικοδομή. Η θεμελίωση δε της οικοδομής έγινε στο στέρεο έδαφος που ανευρέθηκε. Πρώτο δε κατασκευάσθηκε το υπόγειο της οικοδομής αρκετά κάτω από το φυτικό επίπεδο του εδάφους, μετά την τελική διαμορφώστε του οποίου το ύψος του δεν υπερβαίνει πλέον του 1,50 μέτρου τη στάθμη του εδάφους το οποίο υπόγειο κατά τα εγκεκριμένα σχέδια έχει ύψος 3,15 μέτρα. Από τις προσκομιζόμενες δε φωτογραφίες είναι σαφής η χρήση του υπογείου ως βοηθητικού χώρου (αποθήκη και γκαράζ) αφού στην πρόσοψη δεν φέρει ανοίγματα και είναι κατασκευασμένο από συμπαγές μπετόν, εκτός μιας μεγάλης πόρτας για την είσοδο των αυτοκινήτων. Κατόπιν αυτού ο μηχανικός Γ υπάλληλος της Πολεοδομίας Αιγίου ορθώς όταν ενέργησε αυτοψία της οικοδομής σης 11-1-2001 δεν διαπίστωσε άλλη παράβαση, εκτός μια μικρή υπέρβαση όσον αφορά το υπόγειο, γιατί έξω από το περιτύπωμα της οικοδομής καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. ..... οικοδομικής άδειας είχε κατασκευασθεί ένα προστέγασμα που λειτουργούσε ως διάδρομος για την είσοδο των αυτοκινήτων στο κάτω του εδάφους υπόγειο της οικοδομής. Η παράβαση αυτή βεβαιώθηκε από την πολεοδομία, επιβλήθηκε το πρόστιμο αυθαιρέτου κατασκευής, οπότε ο μηνυτής υποχρεώθηκε σε αναθεώρηση της άδειας και νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας και έλαβε συνέχιση των οικοδομικών εργασιών (βλ. αριθμ. ..... έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Αιγίου). Η μόνη υπέρβαση που υπήρχε πλέον στην οικοδομή αφορούσε το ύψος αυτής που ήταν 12,25 μέτρα αντί του επιτρεπόμενου 11,50 μέτρα. Δεδομένου όμως ότι το ύψος αυτό αναφερόταν και στη μελέτη και στα σχέδια της οικοδομής που εγκρίθηκαν από αρχιτεκτονικής απόψεως από την Επιτροπή Ενασκήσεως Αρχιτεκτονικού Ελέγχου με την υπ' αριθμ. ..... πράξη της οι μηχανικοί - υπάλληλοι του Πολεοδομικού Γραφείου Αιγιαλείας για τους οποίους σημειωτέον οι αποφάσεις της ως άνω Επιτροπής είναι υποχρεωτικές κατ'αρθρ. 3§4 του Π.Δ. 578/4-9-1975, κατά τις αυτοψίες που πραγματοποιούσαν εφάρμοζαν την ως άνω εγκεκριμένη μελέτη και σχέδια της οικοδομής, όπου ρητά το ύψος της αναφερόταν 12,25 όσο και στην πραγματικότητα ήταν αυτό κατά τις επιμετρήσεις που πραγματοποιούσαν και ευλόγως θεωρούσαν αυτό νόμιμο. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει πρόθεση των ως άνω μηχανικών να παραβούν το υπηρεσιακό καθήκον τους προκειμένου να ωφελήσουν παράνομα το μηνυτή, ώστε να του επιτρέψουν να κατασκευάσει οικοδομή μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης. Ούτε βέβαια η οικοδομή έχει πέντε ορόφους, όπως υποστηρίζει στις καταγγελίες της η κατηγορούμενη, αφού και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες η οικοδομή εμφανίζεται να διαθέτει τρεις ορόφους και τη στέγη της. Οπότε και η υπεύθυνη δήλωση που υπέβαλε ο μηνυτής, στη πολεοδομία ότι η οικοδομή έχει καλώς προκειμένου να ηλεκτροδοτηθεί αυτή δεν είναι ψευδής. Με τα ως άνω ψευδή που καταμήνυσε επανειλημμένα η κατηγορούμενη εν γνώσει της αναληθείας τους αφού βρισκόταν σε συνεχή συνεννόηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες που την ενημέρωναν για το σύννομο της κατασκευαζόμενης οικοδομής απέβλεπε στο να επιδιώξει την καταδίωξη του μηνυτή Ψ και την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του για την πράξη της ηθικής αυτουργίας για παράβαση καθήκοντος. Πλην όμως για τις καταμηνυθείσες αυτές πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε κατά του μηνυτή ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, όπως και κατά των ως άνω υπαλλήλων - μηχανικών της Πολεοδομίας Αιγίου Β, Α και Γ, για παράβαση καθήκοντος, αυτοί αθωώθηκαν με την 1907 και 1907α/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αιγίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση και για ψευδορκία μάρτυρα, πράξη που διέπραξε με το να βεβαιώσει ενόρκως ως αληθές εν γνώσει της αναληθείας των αναφερομένων γεγονότων το ως άνω περιεχόμενο της μηνύσεως της κατά την υποβολή αυτής ενώπιον του Εισαγγελέα και των αρμοδίων υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αιγίου. Εξάλλου, κατά την ίδια ημερομηνία υποβολής της μηνύσεως (23-4-2002) ενώπιον των προαναφερόμενων προσώπων ισχυρίσθηκε και διάδωσε εν γνώσει της αναληθείας τους τα ως άνω ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη και της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία επίσης κατηγορείται, όπως στο διατακτικό. Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση του πολιτικώς ενάγοντος και επέβαλε σε αυτή συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 94,98, 224 παρ. 1,2, 229 παρ 1 και 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα παρατίθεται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας της κατηγορουμένης για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία είναι γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις και τα διέδωσε ενώπιον τρίτων και ενόρκως βεβαίωσε και για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα. Περαιτέρω, απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ασάφειες, αντιφάσεις, ελλείψεις και λογικά κενά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ιδία, όσον αφορά τις στο διατακτικό πράξεις υπό στοιχεία Α α1, α2, β1, β2, β3, γ4, δ2, δ3, Β ε1, ε3, σχετικά με τα καταγγελθέντα από την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητήματα της άδειας και τους όρους δομήσεως του ξενοδοχείου του εγκαλούντος, για το ύψος, τη σοφίτα, το δώμα, τη σκεπή και το υψόμετρο της οικοδομής, διότι στο σκεπτικό, αναφέρονται πλήρως και με σαφήνεια ποία συγκεκριμένα γεγονότα είναι ψευδή και ποία τα αληθή, ενώ η εκ μέρους της αναιρεσείουσας αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, αναφέρεται μεν στο αιτιολογικό ότι λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο "προσκομιζόμενες φωτογραφίες" της οικοδομής, ενώ αναγνώσθηκε κατά τα πρακτικά μία φωτογραφία, αλλά δε δημιουργείται εκ τούτου καμία ασάφεια, γιατί πρόκειται για προφανή παραδρομή της χρήσεως του πληθυντικού αριθμού, ενώ επισκοπήθηκε στο ακροατήριο μία μόνο φωτογραφία.
Τέλος, οι ειδικότερες αιτιάσεις που διατυπώνονται από την αναιρεσείουσα ότι δηλαδή δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν ορθά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η άδεια οικοδομής του ξενοδοχείου, το από Μαϊου 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, τα σχέδια της οικοδομής, το σχεδιάγραμμα τομής, το ..... πρακτικό της Αρχιτεκτονικής Επιτροπής, η αίτηση εκδόσεως άδειας οικοδομής, η από 10-12-2006 Τεχνική Έκθεση της Πολιτικού μηχανικού Δκαι η κατάθεση στο ακροατήριο του εγκαλούντος, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες, γιατί, κατά την βεβαίωση της αποφάσεως, στο προοίμιο του σκεπτικού, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, επομένως και αυτά τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα, προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής της κατηγορουμένης κρίση του και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά αυτών, καθό μέρος δε με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, αμέσως μετά τη γενόμενη δήλωση παραστάσεως του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος, διατύπωσε αντιρρήσεις για την παράσταση αυτή, δια του συνηγόρου της δηλώσαντος τα εξής: "Έχουμε αντιρρήσεις κατά της παράστασης πολιτικής αγωγής, επειδή το αξιόποινο έχει εξαλειφθεί λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, πέραν της αοριστίας του, εκ του ότι δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος που ο εγκαλών έλαβε γνώση των σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων, για να κριθεί η τυχόν παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας εγκλήσεως του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, και εκ τούτου δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως ενός τέτοιου αόριστου ισχυρισμού, αιτιολογείται από την προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς η απόρριψή του, όσον αφορά το κατ'έγκληση διωκόμενο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε και μάλιστα ανελέγκτως ότι "ο εγκαλών Ψ έλαβε γνώση των άνω αξιοποίνων πράξεων δύο μήνες πριν υποβάλει τη σχετική από 14-1-2003 έγκλησή του".
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε, Η περ. γ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας σχετικά με την πολιτική αγωγή, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο αντίγραφο της αιτήσεως για έκδοση της αδείας οικοδομής και αυτή η άδεια οικοδομής, ενώ δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αυτά τα έγγραφα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν μεταξύ των άλλων εγγράφων, οι από 19-9-2001 και από 25-10-2001 αιτήσεις προς την Πολεοδομία Αιγίου και τα υπ'αριθ. ..... και ..... έγγραφα της Πολεοδομίας Αιγίου, το ..... έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Ν. Αχαϊας, η ..... έκθεση αυτοψίας του Πολεοδομικού Γραφείου Αιγίου, ενώ η μη αναγνωσθείσα αίτηση και με αριθ. ..... εκδοθείσα οικοδομική άδεια, αναφέρονται στο σκεπτικό αφηγηματικά για "υπερβάσεις και παρανομίες", σχετικές με την άδεια αυτή που καταμήνυσε η κατηγορουμένη τον εγκαλούντα και προκύπτουν από το περιεχόμενο των άλλων ως παραπάνω αναγνωσθέντων εγγράφων.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2008 Αίτηση - Δήλωση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 598,598Α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής Καταμήνυση. Ψευδορκία. Συκοφαντική Δυσφήμηση. Απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄, Δ΄, Ε΄ και Ηγ΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 172/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 23084/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μεταξά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 64/ 5 Δεκεμβρίου 2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2042/2007.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3του ΚΠοινΔ.
Το άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, μετά και την προσθήκη σε αυτό, με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α' του ν. 2408/1996, παραγράφου 5, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, (άρθρο 7 του ως άνω νόμου), ορίζει ότι εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών... Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δικαίωμα εγκλήσεως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει ο αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών. Τέτοιος δε κατά τα άρθρα 19, 20, 40, 42, 44 και 46 του Ν.5960/1933 είναι οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, δηλαδή όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος ο οποίος κατέστη κομιστής, πληρώνων αναγωγικώς την επιταγή μετά την εμφάνισή της (Ολ.ΑΠ 23,24,29/2007).
Περαιτέρω το άρθρο 39 του ιδίου ως άνω ν. 5960/1933, ορίζει ότι: "Ο εκδότης, ως και ο κομιστής της επιταγής δύναται να απαγορεύσει την εις χρήμα πληρωμήν αυτής, καταχωρίζων εις το έμπροσθεν μέρος αυτής πλαγίως την μνείαν "πληρωτέαν εις λογαριασμόν" ή ισοδύναμον φράσιν. Εν τη περιπτώσει ταύτη η επιταγή δύναται να παράσχει από μέρους του πληρωτού αφορμήν μόνον εις λογιστικόν κανονισμόν (πίστωσις εις λογαριασμόν γύρος ή συμψηφισμός). Ο λογιστικός κανονισμός ισχύει ως πληρωμή. Η διαγραφή της μνείας "πληρωτέα εις λογαριασμόν" θεωρείται μη γενομένη". Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λογιστική επιταγή και η λειτουργία αυτής (λογιστικής επιταγής) έγκειται στη διενέργεια της πληρωμής της υποχρεωτικώς με λογιστική πράξη χωρίς την καταβολή μετρητών. Διακριτικό γνώρισμα της επιταγής αυτής είναι η επ' αυτής σημειούμενη ρήτρα "εις λογαριασμόν" ή μία άλλη ισοδύναμη φράση, η οποία μπορεί να γράφεται με οποιονδήποτε τρόπο (χειρογράφως ή με μηχανικό μέσο) και να γίνεται σε κάθε επιταγή. Η σημείωση της ρήτρας αυτής γίνεται είτε από τον εκδότη είτε από τον κομιστή -χωρίς να απαιτείται να συνοδεύεται από υπογραφή- ενώ μπορεί, η εκδιδόμενη ως συνήθης (κοινή) επιταγή να μετατρέπεται από τον κομιστή της σε λογιστική. Ο λογιστικός κανονισμός της εν λόγω επιταγής μπορεί να γίνει με: α) την πίστωση σε λογαριασμό, β) τον γύρο και γ) τον συμψηφισμό. Πίστωση σε λογαριασμό υπάρχει όταν ο κομιστής της επιταγής έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, οπότε για την πληρωμή της επιταγής πιστούται ο λογαριασμός αυτός. Γύρος με την έννοια του νόμου υπάρχει όταν ο κομιστής δεν έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά σε άλλο τραπεζίτη, οπότε για την πίστωση του λογαριασμού του απαιτείται η μεταφορά του ποσού της επιταγής στο λογαριασμό του άλλου Τραπεζίτη, ενώ με συμψηφισμό πληρώνεται η επιταγή μέσω του συμψηφιστικού γραφείου. Στη προκείμενη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί την αναίρεση, της με αριθ. 23084/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη η κατά του Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως από το δικαιούμενο κομιστή, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: Ο Χ, στις 25-3-2006 εξέδωσε στην ...., σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία ".... ΟΕ", τη με αριθ. ... επιταγή ποσού 7.900 ευρώ, πληρωτέα στην τράπεζα ALPHA BANK, κατάστημα .... Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την άνω λήπτρια εταιρεία στον ..., από αυτόν με άλλη οπισθογράφηση μεταβιβάστηκε στον... και από τον τελευταίο μεταβιβάστηκε με νόμιμη οπισθογράφηση στην εγκαλούσα Ψ, η οποία κατέστη έτσι νόμιμη κομίστρια της επιταγής αυτής, λόγω αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων. Η εν λόγω κομίστρια λόγω του ότι δεν τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην άνω πληρώτρια τράπεζα, εμφάνισε την επιταγή αυτή εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην τράπεζα " ERG Eyrobank ΑΕ", στην οποία τηρούσε ατομικό λογαριασμό, αφού την μετέτρεψε σε λογιστική επιταγή, με την έννοια όχι της πληρωμής σε μετρητά, αλλά σε πίστωση του λογαριασμού της, με την προσθήκη επί του σώματος της παραδοθείσας επιταγής της φράσεως " πληρώσατε σε διαταγή - Τράπεζα EFR EΥΡΟΒΑΝΚ AE, αξία σε πίστωση λογαριασμού". Η άνω τράπεζα εμφάνισε την επιταγή αυτή εμπρόθεσμα στις 29-3-2006 προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα ALPHA BANK ΑΕ, αλλά δεν πληρώθηκε και σφραγίστηκε, για έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό του εκδότη. Με βάση αυτά που προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, κομίστρια της εν λόγω ακάλυπτης επιταγής είναι η εγκαλούσα Ψ και όχι η τράπεζα Eyrobank, στην οποία οπισθογραφήθηκε απλώς και μόνο προς το σκοπό πιστώσεως του λογαριασμού της άνω εγκαλούσας που τηρούσε στην τράπεζα Eyrobank.
Συνεπώς, δεν μεταβιβάστηκε η επιταγή αυτή κατά κυριότητα στην τράπεζα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος και η εν λόγω Ψ, ως νόμιμη κομίστρια από οπισθογράφηση, εδικαιούτο, κατά τα προεκτεθέντα, να υποβάλει την έγκληση κατά του κατηγορουμένου εκδότη της ακάλυπτης επιταγής Χ, πράγμα το οποίο και έπραξε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 23-6-2006 ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης όμως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα αντίθετα, ότι δηλαδή η άνω εγκαλούσα δεν εδικαιούτο σε υποβολή εγκλήσεως κατά του εκδότη της παραπάνω ακάλυπτης επιταγής κατηγορουμένου και στη συνέχεια κήρυξε απαράδεκτη της ασκηθείσα ποινική δίωξη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 19,20,39,40,42,46 και 79 παρ.5 του ν. 5960/1933, όπως το τελευταίο άρθρο 79 αντικ. με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και η παρ.5 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 α του ν.2408/1996, του άρθρου 63 ΚΠοινΔ και 914,932 του ΑΚ και υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, κατά τους βάσιμους σχετικούς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 23084/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Οπισθογράφηση κομιστή προς τράπεζα για είσπραξη, σε πίστωση λογαριασμού αυτού, με τη φράση «αξία σε πίστωση λογαριασμού», την μετατρέπει μεν σε λογιστική επιταγή, πλην παραμένει νόμιμος κομιστής και δικαιούχος σε έγκληση ο άνω κομιστής και όχι η τράπεζα που την ανέλαβε από τον κομιστή πελάτη της για είσπραξη και την εμφάνισε σε άλλη την πληρώτρια τράπεζα, όπου και σφραγίστηκε ως ακάλυπτη. Επομένως, γίνεται δεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Η΄ του ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 79 Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε δια άρθρου 4 παρ. 1 α΄ Ν. 2408/1996 και για υπέρβαση εξουσίας και αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, που κήρυξε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, με την εσφαλμένη αιτιολογία, ότι η κομίστρια της άνω επιταγής που είχε ως άνω οπισθογραφήσει την σε χείρας της ευρισκόμενη επιταγή, δεν ήταν κομίστρια και δικαιούχος εγκλήσεως, παρά μόνο η λήπτρια τράπεζα που την σφράγισε (ΟλΑΠ 23/2007, 24/2007, 29/2007, 411/2008, 683/2007, 1020/2007, 1655/2007).
|
Τραπεζική επιταγή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 1
|
Αριθμός 183/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 1158- και 1166/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αθανάσιος Τσιοκάνης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Ιουλίου 2008 και 19 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1464/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους, του αναιρεσείοντος και του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις επί μέρους πράξεις λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για τις λοιπές πράξεις για νέα συζήτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 514 εδ. γ ΚΠΔ, δεύτερη αίτησης αναίρεσης, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ, άσκησε, διά της πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Μαρίας Γούση Γωνιοτάκη, εμπροθέσμως στις 24/7/2008 (πριν καθαρογραφεί η προσβαλλόμενη απόφαση) ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την 12/2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1158-1166/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ο ίδιος, ακολούθως άσκησε εμπροθέσμως, στις 22-9-2008, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ), δεύτερη αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά της ιδίας πιο πάνω αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το Εφετείο Θεσσαλονίκης ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 2/9/2008, και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν.
ΙI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1158-1166/2007 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής: "...64.'Ενορκη βεβαίωση από 21-12-00 που λέει ότι δεν είδε ποτέ τον Χ (σχετ.11)". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου του, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, χωρίς να ανακύπτει καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, δοθέντος ότι ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ότι υπήρχε και άλλη ένορκη βεβαίωση με την ίδια ημερομηνία, ενόψει μάλιστα και του ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση προσδιορίζεται επί πλέον ως "σχετικό 11".
Συνεπώς ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Το Πενταμελές, συνεπώς, Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι παραβιάσθησαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα καθώς οι αρχές της δημοσιότητας και προφορικότητος της διαδικασίας, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, έλαβε υπόψη του το πιο πάνω έγγραφο που αναγνώσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά του και κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της από 22/9/2008 αίτησης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι και "πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο". Κατά τη διατύπωση του άρθρου 155 παρ. 1 β, του ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι και "πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Επίσης ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 100 του ν. 1165/1918, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου αυτού, "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατ' άρθρ. 67 του ίδιου νόμου "1... 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-2002, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ και των οποίων και αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά, ειδικού φόρου καταναλώσεως, είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι` αυτήν, τόσο από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα, όσο και του άρθρου 155 του ν. 2960/01 σχετικές ποινές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1158 & 1166/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...... Μετά από έρευνα που διενεργήθηκε από τα αρμόδια όργανα ελέγχου της υπηρεσίας του Σ.Δ.Ο.Ε. Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας για τη διαπίστωση παράνομης διακίνησης και λαθρεμπορίας αλκοολούχων ποτών, προέκυψαν στοιχεία τα οποία οδήγησαν στον έλεγχο των επιχειρήσεων των εταιριών με τις επωνυμίες "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." με έδρα το ... και "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Ε." με έδρα τον ..., οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα εμπορίας και διανομής ποτών σε διάφορα μέρη της εσωτερικής αγοράς ανά την επικράτεια, αλλά και στο εξωτερικό. Ι. Συγκεκριμένα, ως προς τον κατηγορούμενο Χ προκύπτουν τ' ακόλουθα: Αυτός με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προέβη σε ενέργειες που σκοπό είχαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους, τέλη και δικαιώματα που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, για να πετύχει δε το σκοπό μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Πλέον συγκεκριμένα χρησιμοποίησε πλαστά συνοδευτικά έγγραφα εν γνώσει του και δη: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 2-4-1999 έως 10-9-2001 έχοντας στην πραγματικότητα τη διαχείριση της φορολογικής αποθήκης που λειτουργούσε στο όνομα της ανώνυμης εταιρίας "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ" η οποία διαδέχθηκε στην εκμετάλλευση της αποθήκης των ΑΕ με την επωνυμία "ΠΕΡΣΕΥΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", που αυτός είχε ιδρύσει στο ... από κοινού με τον πρόεδρο του Δ.Σ. της ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗΣ .... και άλλους διάθεσε στην εσωτερική κατανάλωση 695.647 φιάλες αλκοολούχων ποτών, συνολικής περιεκτικότητας σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη 152.523, 02 λίτρων, χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, οι δε διαφυγόντες δασμοί που αντιστοιχούν στην παραπάνω ποσότητα ανέρχονται στο ποσό των 969.712.522 δρχ. (2.845.818 ευρώ). Για να αποφύγει την καταβολή των δασμών αυτών μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Η παραπάνω ποσότητα προκύπτει από τη διαφορά της ποσότητας των 626.376 φιαλών αλκοολούχων ποτών, συνολικής περιεκτικότητας σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη 189.379, 63 λίτρων, η οποία είχε εισαχθεί στη φορολογική αποθήκη κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και αυτής των 91.787 φιαλών αλκοολούχων ποτών, για την οποία καταβλήθηκαν δασμοί και φόροι και ανέρχεται σε 36.856, 61 λίτρα, η οποία ποσότητα (δηλαδή το έλλειμμα της φορολογικής αποθήκης) διατέθηκε ως εξής: 527.844 φιάλες, συνολικής περιεκτικότητας σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη 150.613, 85 λίτρων διέθετε στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας την καταβολή των αναλογούντων δασμών με τη μέθοδο των εικονικών εξαγωγών από τη φορολογική αποθήκη, σε φορολογικές αποθήκες του εσωτερικού και του εξωτερικού ή σε επιχειρήσεις εμπορίας αλκοολούχων ποτών, με την έκδοση εικονικών συνοδευτικών διοικητικών εγγράφων (ΣΔΕ) στα τρίτα και τα τέταρτα αντίτυπα ορισμένων εξ αυτών και στα οποία τέθηκαν υπογραφές πλαστές των υποτιθέμενων στην αλλοδαπή παραληπτών και κατά περίπτωση πλαστές σφραγίδες των αλλοδαπών τελωνειακών αρχών στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Στις 22-10-1999 κατέθεσε στο Ζ Τελωνείο Θεσσαλονίκης το υπ' αριθ. 6/1999 συνοδευτικό διοικητικό έγγραφο (ΣΔΕ), σύμφωνα με το οποίο η "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" φέρεται ότι εξήγαγε οδικώς σε φορολογική αποθήκη στη Φραγκφούρτη Γερμανίας με την επωνυμία "ΝΙΚΟΣ" 1300 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ούζο "ΦΙΛΙΠΠΟΣ" και συνολικά 15.600 φιάλες, περιεκτικότητας 0,7 του λίτρου η καθεμία. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε και πέτυχε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε το παραπάνω συνοδευτικό έγγραφο με πλαστή σφραγίδα του τελωνείου Φραγκφούρτης, με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο συνοδευτικό διοικητικό έγγραφο (ΣΔΕ) φιάλες εισήχθησαν στο Γερμανικό έδαφος, καθώς και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της φορολογικής αποθήκης κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 2-11-1999. Το τρίτο αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσ/νίκης σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δύο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των παραπάνω εμπορευμάτων από τη μία φορολογική αποθήκη στην άλλη, γεγονός που δικαιολογούσε τη θέση των εμπορευμάτων αυτών υπό καθεστώς φορολογικής αναστολής και τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 2) Στις 5-1-2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσ/νίκης το υπ' αριθ. 1/2000 ΣΔΕ, σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ φέρεται ότι εξήγαγε οδικώς στην εταιρεία HDM COMPANY στις Βρυξέλλες Βελγίου 18.240 φιάλες ουίσκι Dewars, Cutty Shark και Famous Grouse. Την ποσότητα όμως αυτή σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά, αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του χρησιμοποίησε αντίγραφο του συνοδευτικού αυτού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα του τελωνείου των Βρυξελλών με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εξήχθησαν στο Βελγικό έδαφος, καθώς και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας της εταιρίας, η άνω από την έντυπη φράση "Εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη", με ημερομηνία 12-1-2000. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία, πάντως μέσα σε δύο μήνες από την υποτιθέμενη εξαγωγή. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των παραπάνω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων και η οποία όμως μεταφορά στην πραγματικότητα δεν έγινε. 3) Στις 5-1-2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσ/νίκης το 2/2000 ΣΔΕ, σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ φέρεται ότι εξήγαγε οδικώς στην εταιρία HDM COMPANY στις Βρυξέλλες Βελγίου 11.400 φιάλες ουίσκι Cutty Sark, Famous, Grouse και 6.000 φιάλες ρούμι BACARDI. Την ποσότητα όμως αυτή σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά, αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό τους, χρησιμοποίησε αντίγραφο του προαναφερόμενου ΣΔΕ με πλαστή σφραγίδα του τελωνείου Βρυξελλών, με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναγραφόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Βελγικό έδαφος, καθώς και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 12-1-2000. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσ/νίκης σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία, πάντως μέσα στους δύο επόμενους μήνες από την υποτιθέμενη εξαγωγή. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο εξωτερικό, η οποία όμως στην πραγματικότητα δεν έγινε, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 4) Στις 19-1-2000 κατέθεσε στο ίδιο ως άνω Τελωνείο το 3/2000 ΣΔΕ, σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ φέρεται ότι εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MENI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 20.400 φιάλες ουίσκι JB, Haig, Johnnie Walker και Famous Grouse. Την ποσότητα όμως αυτή σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά, αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του προαναφερόμενου ΣΔΕ με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της αναγραφόμενης ως παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 25-1-2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε, όπως και τα προμνημονευόμενα στο Ζ' Τελωνείο μέσα σε δύο μήνες από την υποτιθέμενη εξαγωγή. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο εξωτερικό που δικαιολογούσε τη μη καταβολή δασμών - φόρων. 5) Στις 19-1-2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο το 4/2000 ΣΔΕ, σύμφωνα με το οποίο φέρεται ότι η Κοσμοεμπορική να εξήγαγε οδικώς στην MENI INTERNATIONAL, 20.400 φιάλες ουίσκι Dewars και Jahnnie Walker. Την ποσότητα όμως αυτή σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά, αποφεύγοντας την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και έπραξε. Για να επιτύχει το σκοπό του, έκανε χρήση αντιγράφου του παραπάνω ΣΔΕ με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 25.1.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 6) Στις 27.1.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 5/2000-Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ φέρεται ότι εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 15.600 φιάλες ουίσκι Cutty Shark, 1200 φιάλες ουίσκι J&B, 1200 φιάλες ουίσκι Canadian, 540 φιάλες Bells, 540 χαρτοκιβώτια με 12 φιάλες το καθένα τζιν Gordons, 360 φιάλες ουίσκι μπέρμπον Southern Comfort, 300 φιάλες ηδύποτου Jagermaister και συνολικά 19.740 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 3.2.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 7) Στις 27.1.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 6/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 19.320 φιάλες ουίσκι Cutty Shark και 240 φιάλες ουίσκι Jach Daniels, συνολικά δε 19.560 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 3.2.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 8) Στις 1.2.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 7/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 990 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Cutty Shark και 271 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ρούμι Bacardi και 396 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε 12 φιάλες βότκα Serkova και συνολικά 19.884 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 7.2.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 9) Στις 1.2.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 8/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 19.680 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker black label, Dewars, Canadian, Dimple και Ballandine. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 7.2.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δύο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 10) Στις 1.2.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 9/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 3.936 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker και 8.400 φιάλες ουίσκι Famous Grouse καθώς και 6.000 φιάλες βότκα Stolichnaya και 1200 φιάλες βότκα Serkova, συνολικά δε 19.536 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 7.2.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 11) Στις 3.2.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 10/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 1676 χαρτοκιβώτια, που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Famous Grouse και συνολικά 20.112 φιάλες. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 10.2.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 12) Στις 3.2.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 11/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 1600 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker και συνολικώς 19.200 φιάλες. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 10.2.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 13) Στις 10.2.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 12/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 12.000 φιάλες βότκα Stolichnaya, 1.080 φιάλες βότκα Smirnoff και 30 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ρούμι Bacardi, συνολικά δε 13.440 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 17.2.2000, καθώς και κάτω από την ένδειξη "βεβαίωση της φορολογικής αρχής", με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Ολλανδικό έδαφος, δεδομένου ότι για τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, σύμφωνα με το Ολλανδικό Τελωνειακό Καθεστώς, αρκεί η δήλωση του παραλήπτη. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών, Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 14) Στις 25.2.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 13/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 4.500 φιάλες ουίσκι Gutty Shark, 5.040 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker, 2.880 φιάλες Dewars, 720 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker bladk label, 576 φιάλες ουίσκι Dimple, 1.440 φιάλες ουίσκι J&B, 2.160 φιάλες βότκα Smirnoff και 2.640 φιάλες βότκα Serkova, συνολικά δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 16) Στις 30.5.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 15/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 400 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες ουίσκι Grants, 250 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες ουίσκι Chivas, 220 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Ballandines, 60 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Haig, 70 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Canadian, 24 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε 12 φιάλες ουίσκι Dimple και 400 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε 12 φιάλες ρούμι Bacardi συνολικά δε 17.088 φιάλες αλκοολούχων ποτών, (το τρίτο αντίτυπο του ΣΔΕ δεν επέστρεψε θεωρημένο σύμφωνα με τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες των Ολλανδικών Αρχών). Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 17) Στις 6.6.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 16/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία HDM COMPANY στις Βρυξέλλες Βελγίου 18.600 φιάλες ουίσκι Cutty Shark και Famous Grouse και 720 φιάλες βότκα Smirnoff. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα του τελωνείου των Βρυξελλών, με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Βελγικό έδαφος, καθώς και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 9.6.2000. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσα τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 18) Στις 9.6.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 17/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία HDM COMPANY στις Βρυξέλλες Βελγίου 1000 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Cutty Shark, 420 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Dewars, 80 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ηδύποτου Southern Comfort και 110 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες τζιν Gordons και συνολικά 19.320 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα του τελωνείου των Βρυξελλών, με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Βελγικό έδαφος, καθώς και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 12.6.2000. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 19) Στις 16.6.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 18/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 1398 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker, 20 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker Black Label, 30 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Jack Daniels, 50 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ηδύποτου Drambuie και 60 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε 12 φιάλες βότκα Absolute συνολικά δε 18.696 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Το τρίτο αντίτυπο του ΣΔΕ δεν επέστρεψε θεωρημένο σύμφωνα με τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες των Ολλανδικών Αρχών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 20) Στις 16.6.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 18Α/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό 'Εγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 60 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες μπράντυ ΜΕΤΑΞΑ συνολικά δε 720 φιάλες. Το τρίτο αντίτυπο του ΣΔΕ δεν επέστρεψε θεωρημένο σύμφωνα με τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες των Ολλανδικών Αρχών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 21) Στις 16.6.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 19/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 985 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες ρούμι Baccardi, 20 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ρούμι Captain Morgan, 350 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες ουίσκι Famous Grouse, 100 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Dewars, 14 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε 12 φιάλες, ουίσκι J&B και 31 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ηδύποτου Kahlua, συνολικά δε 18 000 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Το τρίτο αντίτυπο του ΣΔΕ δεν επέστρεψε θεωρημένο σύμφωνα με τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες των Ολλανδικών Αρχών). Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 22) Στις 16.6.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 19Α/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία MEVI INTERNATIONAL στο Ρότερνταμ Ολλανδίας 40 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες τεκίλα Cuervo και 10 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες τεκίλα Sauza συνολικά δε 600 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Το τρίτο αντίτυπο του ΣΔΕ δεν επέστρεψε θεωρημένο σύμφωνα με τις απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες των Ολλανδικών Αρχών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 23) Στις 23.6.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 20/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία HDM COMPANY στις Βρυξέλλες Βελγίου 310 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Cutty Shark, 195 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Dewars, 500 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Famous Grouse, 410-χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker red label, 145 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από δώδεκα φιάλες Gordon's και 100 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ηδύποτου Drambuie και συνολικά 19.920 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα του τελωνείου των Βρυξελλών, με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Βελγικό έδαφος, καθώς και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 27.6.2000. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των "επόμενων δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει, τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 24) Στις 18.7.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 21/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία HDM COMPANY στις Βρυξέλλες Βελγίου 300 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Cutty-Shark, 260 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Dewars, 1000 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker και 106 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες βότκα Stolichnaya και συνολικά 19.992 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει, στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Για να επιτύχει δε το σκοπό του, χρησιμοποίησε αντίγραφο του ανωτέρω συνοδευτικού εγγράφου με πλαστή σφραγίδα του τελωνείου των Βρυξελλών, με την οποία βεβαιωνόταν ότι οι αναφερόμενες στο ΣΔΕ φιάλες εισήχθησαν στο Βελγικό έδαφος, καθώς και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του ιδιοκτήτη της παραλήπτριας εταιρίας, κάτω από την έντυπη φράση "εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη" με ημερομηνία 21.7.2000. Το τρίτο αυτό αντίγραφο κατέθεσε στο Ζ' τελωνείο σε άγνωστη ημερομηνία των επόμενων, δυο από την υποτιθέμενη εξαγωγή μηνών. Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να αποδείξει τη μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογούσε τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. 25) Στις 27.7.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 24/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία Crete Macedonia SPRL στις Βρυξέλλες Βελγίου 300 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker, 300 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες ουίσκι Cutty Shark, 250 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι J&B, 60 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε από 12 φιάλες ουίσκι Famous Grouse, 300 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε 12 φιάλες ρούμι Bacardi και 300 χαρτοκιβώτια που το καθένα περιείχε 12 φιάλες τζιν Gordon's, συνολικά δε 18.120 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 26) Στις 27.7.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 24Α/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε οδικώς στην εταιρία Crete Macedonia SPRL στις Βρυξέλλες Βελγίου 150 χαρτοκιβώτια που περιείχε το καθένα 12 φιάλες μπράντυ ΜΕΤΑΞΑ, συνολικά δε 1.800 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα όμως αυτή σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 27) Στις 12.12.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 26/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε προς τη φορολογική αποθήκη της ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ στον Πειραιά 11.520 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker και 600 φιάλες βότκα Stolichnaya, συνολικά δε 12.120 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Αυτή η μεταφορά αποδείχθηκε ότι δεν έγινε. Το τρίτο αντίτυπο του ΣΔΕ επέστρεψε θεωρημένο και στη θέση Εμπόρευμα ληφθέν από τον παραλήπτη φέρει ημερομηνία 20.12.2000 ενώ στη θέση Φορολογική Αρχή ή Τελωνείο φέρει σφραγίδα του τελωνείου Ελευσίνα με ημερομηνία θεώρησης 27.12.2000). 28) Στις 22.12.2000 κατέθεσε, στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 27/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε προς τη φορολογική αποθήκη της ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ στον Πειραιά 12.000 φιάλες βότκα Stolichhaya. Την ποσότητα όμως αυτή σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Το ΣΔΕ όμως, δεν προσκομίστηκε στο αρμόδιο Τελωνείο Ελευσίνας, καθώς είχε ήδη αρχίσει ο έλεγχος. 29) Στις 27.12.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 28/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε προς τη φορολογική αποθήκη της ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ στον Πειραιά 4.200 φιάλες ουίσκι Cutty Shark, 1.800 φιάλες Famous Grouse και 10.200 φιάλες βότκα Stolichnaya, συνολικά δε 16.200 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 30) Στις 27.12.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 29/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε προς τη φορολογική αποθήκη της ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ στον Πειραιά 12.000 φιάλες ουίσκι Dewars, 2.400 φιάλες τζιν Gordon's και 2.400 φιάλες βότκα Smirnoff, συνολικά δε 16.800 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 31) Στις 27.12.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 29Α/2000 Συνοδευτικό διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε προς τη φορολογική αποθήκη της ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ στον Πειραιά 2.040 φιάλες ρούμι Bacardi. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 32) Στις 29.12.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 30/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε προς τη φορολογική αποθήκη της ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ στον Πειραιά 4.644 φιάλες ρούμι Bacardi, 8.424 φιάλες τζιν Gordon's και 4.320 φιάλες βότκα Smirnoff, συνολικά δε 17.388 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. 33) Στις 29.12.2000 κατέθεσε στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης το 31/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο (ΣΔΕ) σύμφωνα με το οποίο η ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ εξήγαγε προς τη φορολογική αποθήκη της ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ στον Πειραιά 3.852 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker, 1.428 φιάλες ουίσκι J&B, 8.352 φιάλες ουίσκι Dewar's, 1.080 φιάλες ουίσκι Grants και 1200 φιάλες λικέρ Drambuie, συνολικά δε 15.912 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Την ποσότητα αυτή όμως σκόπευε να διαθέσει στην εγχώρια αγορά αποφεύγοντας ταυτοχρόνως την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, όπως και πράγματι έπραξε. Κατά τη διάθεση όλων των ανωτέρω λαθραίων ποσοτήτων στην εγχώρια αγορά και για να δικαιολογήσει ως δήθεν νόμιμη την προέλευση τους, αποδέχθηκε εικονικά τιμολόγια και δελτία αποστολής από τους συγκατηγορουμένους του που αναφέρονται στη συνέχεια, και οι οποίοι με τον τρόπο αυτό παρείχαν άμεση συνέργια στο αδίκημα της λαθρεμπορίας, τα οποία παραστατικά είναι εικονικά αφού δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές συναλλαγές, αλλά εκδόθηκαν για να συγκαλύψουν τη λαθραία προέλευση των εμπορευμάτων. Έτσι, και κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2000 έως και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, αποδέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν έγιναν γνωστά στην ανάκριση, τα εξής παραστατικά από τους ακόλουθους εικονικούς προμηθευτές του: α) Το 47/21.4.2000 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής που εξέδωσε και του παρέδωσε η συγκατηγορούμενή του .... για 10.800 φιάλες αλκοολούχων ποτών, β) Τα 106/8.9.2000, 112/15.9.2000, 114/20.9.2000, 20/27.11.2000, 27/27.12. 2000 τιμολόγια που εξέδωσε ο συγκατηγορούμενός του ...., για 35.612 φιάλες αλκοολούχων ποτών συνολικά, γ) Τα 8/3.4.2000, 9/16.5.2000, 10/16.5.2000, 11/16.5.2000, 13/15.6.2000, 1/26.6.2000, 16/5.7.2000, 17/5.7.2000, 18/7.7.2000, 19/10.7.2000, 21/2.8.2000, 26/10.8.2000, 27/14.8.2000 και 31/29.8.2000 τιμολόγια - δελτία αποστολής που εξέδωσε ο συγκατηγορούμενός του ... για 130.660 φιάλες συνολικά, δ) Τα 7/27.1.2000, 8/27.1.2000, 23/22.2.2000, 26/11.3.2000, 31/31.3.2000, 36/29.5.2000, 37/15.6.2000 που εξέδωσε ο συγκατηγορούμενός του ... για 57.992 φιάλες συνολικά και ε) Τα 25/28.7.2000, 28/10.8.2000, 30/28.8.2000, 32/25.9.2000, 34/16.10.2000 και 35/30.10.2000 που εξέδωσε ο συγκατηγορούμενός του ... για συνολικά 73.428 φιάλες. (Αα1) Στο χρονικό διάστημα από 2.4.1999 έως 10.9.2001 έθεσε στην κατανάλωση αλκοολούχα ποτά, χωρίς να καταβάλει γι'αυτά τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, τον αναλογούντα ΦΠΑ και τις λοιπές επιβαρύνσεις, τις οποίες όφειλε, να καταβάλει στις τελωνειακές αρχές κάθε φορά που εξέρχονταν τα προϊόντα αυτά από τη φορολογική αποθήκη της εταιρίας σου, όπου τελούσαν υπό καθεστώς φορολογικής αναστολής. Ειδικότερα, ενώ είχε τη νόμιμη υποχρέωση να εκδώσεις παραστατικά για κάθε διακίνηση (πώληση) αλκοολούχων ποτών από τη φορολογική σου αποθήκη, εφόσον αυτά δεν είχαν προορισμό άλλη εγκεκριμένη φορολογική αποθήκη και να περιλάβει τα παραστατικά στη δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης οινοπνευματωδών (ΔΕΦΚΟ) την οποία όφειλε, να υποβάλει στο Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης μέχρι την 25η ημέρα του επόμενου από τη διάθεση μήνα, προκειμένου να καταβληθούν οι δασμοί και οι φόροι, αυτός, χωρίς να εκδώσει παραστατικά και χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους, ι) σε άγνωστες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος 3.1.2001 έως 10.9.2001, διέθεσε σε άγνωστους αγοραστές 5.436 φιάλες αλκοολούχων ποτών, οι οποίες είχαν βρεθεί και καταμετρηθεί στη φορολογική του αποθήκη στις 3.1.2001 από όργανα του ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας και ιι) σε άγνωστες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος 2.4.1999 έως 10.9.2001 διέθεσε σε άγνωστους αγοραστές 1.309 φιάλες αλκοολούχων ποτών. Αβ) Με εικονικά φορολογικά στοιχεία αποδέχθηκε εν γνώσει του εμπόρευμα για το οποίο δε είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι, δηλαδή 161.058 φιάλες οινοπνευματωδών ποτών, συνολικής περιεκτικότητας σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη λίτρων ενώ οι δασμοί και φόροι που δεν καταβλήθηκαν στο ελληνικό δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 226.391.963 (210.139.993 + 16.251.970) δραχμών. Ειδικότερα, (Αβ1) Στο χρονικό διάστημα από 13.11.2000 έως 21.12.2000, στις ειδικότερες ημερομηνίες που αναγράφονται ως ημερομηνία έκδοσης καθενός από τα ακόλουθα παραστατικά, αποδέχθηκε 149.538 φιάλες οινοπνευματωδών ποτών (ουίσκι, βότκα, τζιν, τεκίλα, λικέρ και ρούμι) συνολικής περιεκτικότητας σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη 41.765, 8 λίτρων και συνολικής αξίας 289.234.500 δραχμών, με τα εξής τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής που εξέδωσε ο συγκατηγορούμενός του ... και τα οποία είναι εικονικά αφού δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές συναλλαγές αλλά εκδόθηκαν για να συγκαλύψουν τη λαθραία προέλευση των εμπορευμάτων, δηλαδή τα 37/13.11.2000, 5/17.11.2000, 39/20.11.2000, 40/24/11.2000, 41/24.11.2000, 43/30.11.2000, 44/5.12.2000, 45/6.12.2000, 46/6.12.2000, 47/9.12.2000, 48/9.12.2000, 50/13.12.2000 τιμολόγια - δελτία αποστολής και 8/13.12. 2000, 10/20.12.2000, 11/20.12.2000 και 12.21/12.2000 δελτία αποστολής. Στις 19.12.2000 αποδέχθηκε, 11.520 φιάλες οινοπνευματωδών ποτών (ουίσκι) συνολικής περιεκτικότητας σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη 9.939, 041 λίτρων και συνολικής αξίας 22.464.000 δραχμών, με το 3/19.12.2000 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής. Αβ2. Στις 19.12.2000 αποδέχθηκε, 11520 φιάλες φιάλες οινοπνευματωδών ποτών (ουίσκι) συνολικής περιεκτικότητας σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη 9.939, 041 λίτρων και συνολικής αξίας 22.464.000 δραχμών, με το 3/19.12.2000 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής που εξέδωσαν οι συγκατηγορούμενοί .... και ..., ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ΕΠΕ με την επωνυμία "BALDACCI Ε.Π.Ε." και το οποίο είναι εικονικό αφού δεν ανταποκρίνεται σε πραγματική μεταξύ τους συναλλαγή αλλά εκδόθηκε για να συγκαλύψει τη λαθραία προέλευση των εμπορευμάτων, δηλαδή το 3/19.12.2000 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής. Η ποσότητα που αποδέχθηκε με το ανωτέρω εικονικό τιμολόγιο συνιστούσε μέρος ποσότητας που είχε εισαχθεί από την εδρεύουσα στην Αθήνα και κάτοχο εγκεκριμένης φορολογικής αποθήκης με την επωνυμία "UD Vintners Hellas A.E." στις 27.10.2000, 30.10.2000 και 17.12.2000 και στη συνέχεια είχε διατεθεί αυτούσια στην εδρεύουσα στην Αθήνα και κάτοχο φορολογικής αποθήκης εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΝΔΩΡ Α.Ε.", η οποία με τη σειρά της διέθεσε στην επίσης κάτοχο εγκεκριμένης φορολογικής αποθήκης με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΠΡΟ Α.Ε." τμήματα των ανωτέρω ποσοτήτων με το 82/2000 Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο και το Α13233/19.12.2000 Τιμολόγιο Πώλησης. Η τελευταία διέθεσε με Συνοδευτικά Διοικητικά Έγγραφα στην ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ, Πρόεδρος του ΔΣ της οποίας είναι ο ..., αντιπρόεδρος ο .... και ο .... μέλος, αυτούσια την ποσότητα που αγόρασε από την ΚΟΝΔΩΡ Α.Ε. (14.400 φιάλες ουίσκι Johnnie Walker red label), η οποία φορτώθηκε στο ΡΝΟ 7886 φορτηγό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως με προορισμό τις εγκαταστάσεις της ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗΣ στο .... Κατά τη μεταφορά τους όμως ο οδηγός .... έλαβε από τον ...., τα υπόλοιπα στοιχεία του οποίου δεν έγιναν γνωστά στην ανάκριση, το παραπάνω αναφερόμενο τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής της BALDACCI, με το οποίο αντικατέστησε το τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής της ΚΟΣΜΟΠΡΟ, ενώ ταυτόχρονα του ζητήθηκε να αλλάξει και τα στοιχεία του αποστολέα στη φορτωτική από ΚΟΣΜΟΠΡΟ σε BALDACCI, πράγμα που έκανε, ενώ παρέδωσε στο .... μέρος της ποσότητας και συνολικά τέσσερις παλέτες με φιάλες ουίσκι. Στη συνέχεια παρέδωσε την υπόλοιπη ποσότητα (11.520) φιάλες στις εγκαταστάσεις της "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗΣ", απ' όπου πώλησε μέρος αυτής (8.400 φιάλες) στην επιχείρηση του ... στη .... με το 1507/20.12.2000 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής, δικής του εκδόσεως, αντί του ποσού των 28.744.800 δραχμών, που εισέπραξε αυθημερόν ο οδηγός της επιχείρησης του .... Β) Στον ίδιο τόπο και στις 21.12.2000, ενεργώντας από κοινού με τον Ζ, έχοντας συστήσει την εταιρία ΟΡΙΖΩΝ ΕΠΕ, στην οποία αρχικώς ο ... ήταν εταίρος και διαχειριστής, στην πραγματικότητα όμως τη διαχείρηση την είχε αυτός από κοινού με τον Ζ και ο λόγος της συστάσεώς της ήταν να επιτυγχάνεται διακίνηση των λαθραίων οινοπνευματωδών ποτών μεταξύ πολλών εταιριών που ελέγχονταν από αυτόν και τους συναυτουργούς του, ώστε να δυσχεραίνεται ο έλεγχος και να αποκρύβεται η λαθραία προέλευσή τους, με εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή τα 17 και 18/21.12.2000 τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής της BALDACCI Ε.Π.Ε., αποδέχθηκε εν γνώσει του εμπόρευμα για το οποίο δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι, δηλαδή αποδέχθηκε να εισαχθεί στη αποθήκη της ΟΡΙΖΩΝ ποσότητα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης και συγκεκριμένα 22.664 φιάλες οινοπνευματωδών ποτών (ουίσκι, τζιν, βότκα και λικέρ), συνολικής περιεκτικότητας σε άνυδρη αλκοόλη 6330, 1 λίτρων, ενώ οι δασμοί και φόροι που δεν καταβλήθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 32.583.543 δρχ. Τα τιμολόγια αυτά είναι εικονικά, αφού εν ανταποκρίνονται σε πραγματικές μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά εκδόθηκαν για να συγκαλύψουν τη λαθραία προέλευση των εμπορευμάτων. Η ποσότητα αυτή διατέθηκε εκτός των τελευταίων 3.540 φιαλών που επιχειρήθηκαν να πωληθούν στην επιχείρηση .... στην Ελλάδα και κατασχέθηκαν με την υπ' αριθ. 46/2-5-2001 έκθεση κατάσχεσης του ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω αποδεικνυομένων ο κατ/νος Χ πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση με τη χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων.......". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, για από κοινού με άλλους, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβη σε ενέργειες που σκοπό είχαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους, τέλη και δικαιώματα που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, για να πετύχει δε το σκοπό μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Για τη τέλεση των πράξεων αυτών, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τα άρθρα 26 παρ. 1α, 27, παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α και 98 του ΠΚ και άρθρα 155 παρ. 1α, β, 2ζ, 157 παρ. 1β περ. 3η, 160 παρ. 1, 2, 1161, 162, 164-167, 169, 172 και 174 του Ν. 2960/2001, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 4.332.741 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην προσβαλλόμενη περί ενοχής απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων κατ' εξακολούθηση πράξεων, της λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
V. Ο αναιρεσείων, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, που περιέχεται στην 12/24-7-08, πρώτη συνεκδικαζόμενη αίτησή του, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της από το νόμο και το Σύνταγμα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον, όπως κατά λέξη αναφέρει, "το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς την κρίση του αυτή με καταδίκασε εσφαλμένα κηρύσσοντας με ένοχο. .... Δεχόμενο (μόνο) τις καταθέσεις των οργάνων του ΣΔΟΕ, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει η ανάμιξη μου σε λαθρεμπορικές δραστηριότητες και μάλιστα κατ'εξακολούθηση Ουδεμία σχέση είχα με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ " κατά το χρονικό διάστημα που διαπιστώθηκε λαθρεμπορική δραστηριότητα...". Οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη, αναιρετικά, περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, και η διαλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο αναίρεσης στην δεύτερη συνεκδικαζόμενη αίτηση 3η αιτίαση, κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, δεν "διευκρινίζεται από ποια αποδειχθέντα περιστατικά και ποιες σκέψεις το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί της "εν τοις πράγμασι" ασκήσεως από τον αναιρεσείοντα της διαχειρίσεως της πιο πάνω εταιρίας".
Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη της από το νόμο και το Σύνταγμα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις αναφερόμενες με τα στοιχεία 1, 2 και 3 αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στην δεύτερη συνεκδικαζόμενη από 22-9-2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως. Ειδικότερα, η απλή επανάληψη στο σκεπτικό της απόφασης του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, έτσι ώστε η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού να καθίσταται περιττή. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Συγκεκριμένα το αντικείμενο της λαθρεμπορίας επαρκώς προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτό λεπτομερώς αναφέρεται κατά την περιγραφή καθεμίας από τις επιμέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της λαθρεμπορίας που τέλεσε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, όπου και γίνεται ειδική μνεία του αριθμού των φιαλών αλκοολούχων ποτών, που διάθεσε στην εσωτερική κατανάλωση ο αναιρεσείων, χωρίς να κατεβληθούν οι νόμιμοι δασμοί. Οι πράξεις αυτές λαθρεμπορίας, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης αναφέρονται με τα στοιχεία Α και Β (οι τελευταίες αφορούν πράξεις που τέλεσε από κοινού με τον Ζ). Εξ αυτών, οι με στοιχείο Α αφορούν, κατά τις παραδοχές της απόφασης: 1ον) συνολική ποσότητα 527.844 φιαλών αλκοολούχων ποτών, και αναφέρονται στις περιγραφόμενες 32 επί μέρους, κατ' εξακολούθηση πράξεις λαθρεμπορίας, 2ον) (με στοιχ. Αα2) συνολική ποσότητα 6745 φιαλών αλκοολούχων ποτών (5436+1309), και 3ον) (με στοιχ. Αβ) συνολική ποσότητα 161.058 φιαλών αλκοολούχων ποτών. Η συνολική ποσότητα των φιαλών αυτών προκύπτει από το άθροισμα των επί μέρους ποσοτήτων που αναφέρονται στις επί μέρους αυτές πράξεις και είναι χωρίς έννομη σημασία, αν σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται εσφαλμένη άθροιση του συνολικού αυτού αριθμού των φιαλών, αφού βεβαίως δεν είναι η ποσότητα των φιαλών αυτών που προσδιορίζει το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, αλλά, όπως αυτό περιγράφεται στην κάθε επί μέρους λαθρεμπορική πράξη. Άλλωστε, κατά τρόπο σαφή αναφέρεται η περιεχόμενη στις φιάλες αυτές συνολική ποσότητα οινοπνεύματος (άνυδρη αιθυλική αλκοόλη), η οποία προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις μεν υπό στοιχείο Α πράξεις, σε 152.523, 02 λίτρα, στις δε, υπό στοιχείο Β, σε 6330, 1 λίτρα (Ορθώς, πάντως, υπολογίζεται η συνολική ποσότητα των φιαλών σε 695.647 αφού Α1= 527.844 φιάλες + Αα2 = 5436+1309 φιάλες + Αβ = 161.058 φιάλες, δηλαδή, συνολικά 695.647. Εσφαλμένα όμως υπολογίστηκε στις Α1 πράξεις το άθροισμα των επί μέρους 32- και όχι 33- πράξεων σε 527.844 αντί 509.184 φιάλες). Η εξειδίκευση, άλλωστε, της ποσότητας του λαθρεμπορεύματος, όπως και το ύψος και το είδος των δασμών και φόρων, τους οποίους στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, δεν είναι συστατικός όρος της αντικειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας στην βασική της μορφή και εντεύθεν, για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την ενοχή, δεν είναι απαραίτητη η μνεία των εν λόγω στοιχείων. Αρκεί να προκύπτει, προκειμένου για παράβαση που τιμωρείται κατά τη διάταξη του άρ. 157 παρ. 1 β περ. 3η, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι οι δασμοί, οι φόροι και οι συνολικές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ή Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των 30.000 ευρώ. Κατά τις παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασης, οι διαφυγόντες δασμοί που αντιστοιχούν στην παραπάνω ποσότητα ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 969.712.522 δρχ. (2.845.818 ευρώ), ποσό στο οποίο εμπεριέχονται και τα αναφερόμενα ποσά διαφυγόντων δασμών που αναφέρονται στις πράξεις με στοιχεία Αβ (226.391.963 δρχ.), ενώ δεν εμπεριέχονται οι διαφυγόντες δασμοί που αφορούν την πράξη με στοιχείο Β, που τέλεσε από κοινού με τον Ζ (32.583.543 δρχ.). Περαιτέρω προκύπτει με σαφήνεια ότι η απόφαση, ενώ δέχεται, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε, τόσο την πράξη της κατοχής εμπορεύματος που έχει τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας (155 παρ. 2 περ. ζ του Ν. 2960/2001), όσο και της λαθραίας διάθεσης στην κατανάλωση, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής κ.λπ. (155 παρ. 2εδ. α του ίδιου νόμου), εντούτοις, εκτίμησε ότι έλαβε χώρα μία πράξη λαθρεμπορίας (προφανώς η δεύτερη) και επέβαλε μία ποινή και, συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει αιτίαση για την παραδοχή αυτή. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση προκύπτει από το ότι, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, εκτός από την πιο πάνω λαθρεμπορική συμπεριφορά, στο αιτιολογικό της απόφασης, περιγράφεται συμπεριφορά, "που είτε συνιστά παράβαση ειδικών ποινικών νόμων (αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων), είτε συνιστά παράβαση του άρθρου 394 Π Κ (αποδοχή προϊόντων εγκλήματος), χωρίς βεβαίως στο διατακτικό της αποφάσεως να υπάρχει σχετική καταδικαστική διάταξη (για παράβαση άρθρου 19 ν. 2523/97 ή του άρθρου 394 ΠΚ)". Ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων δεν έχει και στην περίπτωση αυτή έννομο συμφέρον να προβάλλει, ότι τα αναφερόμενα στη απόφαση περιστατικά συνιστούν, και τις πιο πάνω παραβάσεις, η παράθεση των περιστατικών αυτών έγινε, διότι αυτά (αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων), όπως και τα λοιπά λεπτομερώς αναφερόμενα στην απόφαση (μέθοδος εικονικών εξαγωγών από τη φορολογική αποθήκη, σε φορολογικές αποθήκες του εσωτερικού και του εξωτερικού ή σε επιχειρήσεις εμπορίας αλκοολούχων ποτών, με την έκδοση εικονικών συνοδευτικών διοικητικών εγγράφων (ΣΔΕ) στα τρίτα και τα τέταρτα αντίτυπα ορισμένων εξ αυτών και στα οποία τέθηκαν υπογραφές πλαστές των υποτιθέμενων στην αλλοδαπή παραληπτών και κατά περίπτωση πλαστές σφραγίδες των αλλοδαπών τελωνειακών αρχών κλπ), συνιστούν τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε η λαθρεμπορική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα η λαθρεμπορία και τα τεχνάσματα που αυτός χρησιμοποίησε. Η γνώση του δε για την λαθρεμπορική προέλευση των εμπορευμάτων αυτών, θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι αυτός χρησιμοποίησε εικονικά και πλαστά τιμολόγια προς συγκάλυψη της λαθρεμπορίας, καθώς και στα τεχνάσματα που χρησιμοποίησε για την επίτευξή της, εκ της οποίας γνώσεως προκύπτει και ο δόλος αυτού, χωρίς να είναι αναγκαία ειδικότερη αξιολόγησή του, αφού ο δόλος ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας. Τέλος, κατά την περιγραφή των υπό στοιχ. 14, 16, 19 20, 21, 22, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33 περιπτώσεων, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθενται, σε κάθε επί μέρους πράξη, περιστατικά θεμελιωτικά της λαθρεμπορικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, αφού τα περαστικά αυτά είναι κοινά για όλες τις επί μέρους περιπτώσεις και περιγράφονται επαρκώς στην αρχή του σκεπτικού και αφορούν όλες τις κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες πράξεις.
V. Από τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 1 και 2 εδ. β' του Ν. 1165/1918 για τον "Τελωνειακό Κώδικα", όπως η παρ. 2 εδ. β' είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 32 εδ. α του Ν. 1731/1987 "κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται...... και αν για οιονδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δημεύθηκαν". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ. 1 και 2 του Ν. 2960/2001 για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από 1.1.2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται...... Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των (κατά το παρόν άρθρο), αντικειμένων της λαθρεμπορίας επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα". Οι νεότερες αυτές διατάξεις του "Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή, χωρίς προσαυξήσεις, είναι επιεικέστερες κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, από εκείνες του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα και επομένως είναι εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα λαθρεμπορίας, που τελέστηκαν προ της ισχύος τους. Σε κάθε όμως περίπτωση για να επιβληθεί χρηματική ποινή, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να βεβαιώνεται με ειδική σκέψη στην απόφαση ότι η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας κατέστη αδύνατη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 4.332.741 ευρώ, χωρίς όμως να γίνεται μνεία ή να βεβαιώνεται στην αιτιολογία, όπως θα έπρεπε κατά τα προεκτεθέντα, ότι δεν κατέστη δυνατόν να δημευθούν τα εμπορεύματα που ήσαν αντικείμενο της λαθρεμπορίας και ότι για το λόγο αυτό επιβάλλεται χρηματική ποινή. Τούτο δε, παρά το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση διατάχθηκε η δήμευση 15.156 κατασχεθέντων φιαλών αλκοολούχων ποτών. Επιπλέον, δεν αναφέρεται καθόλου πως προέκυψε το ύψος της χρηματικής αυτής ποινής και ειδικότερα, αν το ποσό των 4.332.741 ευρώ, αντιστοιχεί στην αξία cif των εμπορευμάτων αυτών, η, αν στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις και δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επέβαλε την χρηματική ποινή των 4.332.741 ευρώ, στερείται, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τις βάσιμες περί τούτου με αριθμό 4 αιτιάσεις που περιέχονται, στον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ λόγο της από 22-9-08 συνεκδικαζόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της περί της χρηματικής ποινής αποφάσεως.
Συνεπώς, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της περί ενοχής αποφάσεως (μη συντρεχούσης εκ τούτου περιπτώσεως για αυτεπάγγελτη έρευνα τυχόν παραγραφής επί μέρους πράξεων, κατά τη διάταξη του άρ. 511 εδ. γ του ΚΠΔ δεδομένου ότι η περί ενοχής απόφασης έχει καταστεί αμετάκλητη), πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που επέβαλε στον αναιρεσείοντα χρηματική ποινή, και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1158-1166/2007 απόφαση, του Πενταμελoύς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο κατά το μέρος που επέβαλε την αναφερόμενη στο σκεπτικό χρηματική ποινή.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την 12/24-7-08 αίτηση αναιρέσεως και την συνεκδικαζόμενη από 19-9-2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ.πρωτ.7742/22.9.08) του Χ, κατά της 1158-1166/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δύο αναιρέσεις του ιδίου κατά της αυτής απόφασης. Συνεκδίκαση. Λαθρεμπορία (οινοπνεύματος). Προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Κατοχή και διάθεση στην εσωτερική κατανάλωση λαθρεμπορευμάτων (οινοπνεύματος) κατ’ εξακολούθηση και συναυτουργία. Επιεικέστερος ο Ν. 2960/01 μόνο ως προς την επιβολή χρηματικής ποινής. Νόμος 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις». Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγής ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα (οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά), ειδικού φόρου καταναλώσεως, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, διότι το σκεπτικό είναι πιστή κατά λέξη επανάληψη του διατακτικού και διότι «περιέχει αοριστίες, ασάφειες και αντιφάσεις κατά τον προσδιορισμό της πράξεως της λαθρεμπορίας καθόσον: 1) δεν προκύπτει το αντικείμενο της λαθρεμπορίας (αριθμός φιαλών αλκοολούχων ποτών, 2) για ορισμένες περιπτώσεις δεν εκτίθεται οποιαδήποτε λαθρεμπορική συμπεριφορά, 3) δεν εκτίθεται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο δόλος του κατηγορούμενου και η γνώση αυτού για την λαθρεμπορική προέλευση και 4) δεν προκύπτει ποια από τις εναλλακτικώς αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις δέχεται η απόφαση ότι συντρέχει (διάθεση στην κατανάλωση κ.λ.π. ή κατοχή ή και τα δύο). Απόρριψη λόγων. Η εξειδίκευση, του ύψους και του είδους των δασμών και φόρων, τους οποίους στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, δεν είναι συστατικός όρος της αντικειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας στην βασική της μορφή. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ενοχή. Προϋποθέσεις για την επιβολή χρηματικής ποινής. Αναιρείται εν μέρει, δι΄ έλλειψη αιτιολογίας ως προς την χρηματική ποινή, διότι δεν προκύπτει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Λαθρεμπορία, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 168/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πρωτέκδικο, περί αναιρέσεως της ΑΤ2766/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2039/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 5 του ν. 2801/2000 "η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και η λήψη ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εφόσον αυτή απαιτείται, ... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή ...", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του ιδίου άρθρου 1 παρ. 2Α του άνω ν. 2801/2000 "Για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και τη λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ή χρησιμοποιείται ως μέρος ενός συστήματος κεφαλής δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών". Επίσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 14 εδ. κ' του νεότερου ν.2867/2000, που συγκροτεί, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), ορίζεται ότι "η ΕΕΤΤ χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2801/2000 ...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από 1-1-2001 πλέον, για την εγκατάσταση σταθμού εκπομπής κινητής τηλεφωνίας και την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, απαιτείται σχετική άδεια, η οποία εκδίδεται από την άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ και όχι από το υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 8-11-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος πλήττεται η με αριθμό ΑΤ-2766/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, με την οποία ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών με τριετή αναστολή, για παράνομη εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας στην ξηρά, χωρίς να έχει προμηθευτεί την απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και δη για παράβαση των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 1 παρ.1, 2, 5Α του ν.2801/2000. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και καταθέσεων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, του αναιρεσείοντος εκπροσωπηθέντος δια συνηγόρου), στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την Άνοιξη του 2002 και σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία, στην .....στην περιοχή ".....", δηλαδή εντός ξηράς, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "VODAFON PANAFON ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", που εδρεύει στο ..... επί της οδού ....., εγκατέστησε και εν συνεχεία κατασκεύασε κεραία κινητής τηλεφωνίας προς εξυπηρέτηση του λειτουργούντος δικτύου της ως άνω εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με νόμιμη άδεια που χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, παρόλο που γνώριζε ως εκ της ως άνω ιδιότητάς του, ότι πριν από εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας κινητής τηλεφωνίας έπρεπε να είχε εφοδιαστεί με την σχετική άδεια που εκδίδεται από την παραπάνω Δημόσια Υπηρεσία. Να σημειωθεί ότι η κεραία κινητής τηλεφωνίας απετελείτο από τα μηχανήματα που εξυπηρετούσαν την εγκατάσταση τοποθετημένα εντός ξυλίνου κλωβού, μηχανολογικό και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό της κεραίας, καθώς επίσης και από κάτοπτρο που είχε τοποθετηθεί επί της στέγης οικίας ιδιώτη που βρίσκεται στην παραπάνω περιοχή. Περαιτέρω, όπως προέκυψε από την υπ' αριθ. πρωτ. ..... έκθεση της αρμόδιας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιώς που συντάχθηκε κατόπιν αυτοψίας υπαλλήλων της στην οικία στην οποία είχε τοποθετηθεί η ως άνω κεραία, διαπιστώθηκε ότι είχε απομακρυνθεί αυτή (κεραία κινητής τηλεφωνίας). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, αλλά να του αναγνωρισθεί, ενόψει των ανωτέρω, ότι κινήθηκε στην πράξη του αυτή από αίτια μη ταπεινά". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ως άνω, κατά την άνοιξη του 2002, που ίσχυε ο ν.2867/2000, γενόμενη από τον κατηγορούμενο εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας κινητής τηλεφωνίας, έγινε παράνομα, χωρίς αυτός, ενεργών ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "VODAFONE- ΠΑΝΑΦΟΝ...", να έχει εφοδιασθεί την απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια, από το αρμόδιο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. Όμως το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει και ερεύνησε απλώς την έλλειψη σχετικής αδείας της αρμόδιας κατά νόμο Αρχής, αφού η προβλέπουσα την ποινική κύρωση διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 του ισχύοντος ν. 2801/2000, ορίζει ότι τιμωρείται με τις σε αυτό ποινές η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψη ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εννοείται της Αρχής, που είναι εκάστοτε αρμόδια κατά τον ισχύοντα νόμο, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά, αλλά ούτε και ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είχεν εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά τα παραπάνω άδεια της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής ΕΕΤΤ και ότι επικαλέστηκε την ύπαρξη τέτοιας άδειας της ΕΕΤΤ, ώστε να ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να ερευνήσει την ύπαρξη αυτής. Συνεπώς, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια, λογικό κενό και αβεβαιότητα αν ελλείπει ή όχι η απαιτούμενη για την άνω εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας άδεια της αρμόδιας αρχής, ώστε συνεπεία τούτου να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για τη σωστή ή όχι εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και προβλέπουν την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια είναι αβάσιμος, και, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 -11-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό ΑΤ2766/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 1 παρ. 1, 2, 5α΄ του Ν. 2801/2000. Κεραία κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής. Αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού νόμου, λόγω ασάφειας, λογικού κενού και αβεβαιότητας στο αιτιολογικό, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εφοδιασθεί την απαιτούμενη από το νόμο 2801/2000 σχετική άδεια του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών για την εγκατάσταση και την κατασκευή κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας στην ξηρά, ενώ από τον ισχύοντα κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος (2002), νεότερο Ν. 2867/2000, απαιτείται πλέον άδεια από τη μόνη αρμόδια ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ, και το Δικαστήριο δεν ερεύνησε και προκύπτει αβεβαιότητα, περί του αν ο κατηγορούμενος στερείται ή όχι της απαιτούμενης άδειας της ΕΕΤΤ, διότι το δικαστήριο ερεύνησε απλώς την έλλειψη σχετικής αδείας, αφού η προβλέπουσα την ποινική κύρωση διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του ισχύοντος Ν. 2801/2000, ορίζει ότι τιμωρείται με τις σε αυτό ποινές η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψη ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας, χωρίς άδεια ή έγκριση, εννοείται της αρμόδιας Αρχής, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά, αλλά ούτε και ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι πρότεινε ότι είχε εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά τα παραπάνω άδεια της ΕΕΤΤ, ώστε να ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να ερευνήσει την ύπαρξή αυτής.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κινητή τηλεφωνία.
| 0
|
Αριθμός 167/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Παπαδηλέρη, περί αναιρέσεως της 11407/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.9.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1902/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 128 παρ. 1 του ΚΠοινΔ τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο Δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το Δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μια μόνο απόφαση, δηλαδή, η συνεκδίκαση των συναφών εγκλημάτων μπορεί να γίνει στην κατ' έφεση δίκη, υπό την προϋπόθεση ότι και σ' αυτήν την περίπτωση δεν προκαλείται βλάβη. Το ενδεχόμενο της προκλήσεως βλάβης ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η απόφαση του οποίου να συνεκδικάσει ή όχι τα συναφή εγκλήματα, είτε στον πρώτο, είτε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Αν όμως υποβληθεί από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα σαφές και συγκεκριμένο αίτημα συνεκδικάσεως συναφών εγκλημάτων, το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί σχετικώς με αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απόφασή του. Συναφή δε κατά το άρθρο 129 περ. α του ίδιου Κώδικα, θεωρούνται και όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους. Η μη τήρηση δε των παραπάνω διατάξεων δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας, ούτε περιλαμβάνεται στις διατάξεις εκείνες που θεμελιώνουν υπέρβαση εξουσίας, απλώς ελέγχεται η αιτιολογία της παρεμπίπτουσας για συνεκδίκαση αποφάσεως αν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο παραστάς συνήγορος της κατηγορουμένης (ήδη αναιρεσείουσας) ζήτησε "τη συνεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης με τις υπ' αριθμ. πινακίου 12, 15, 16 και 17, ως συναφείς" και στη συνέχεια το Δικαστήριο μετά από θετική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας δέχθηκε το εν λόγω αίτημα και διέταξε τη συνεκδίκαση των πέντε εφέσεων της κατηγορουμένης, με εκτεταμένο και με εμπεριστατωμένο αιτιολογικό, δεχθέν ότι οι πέντε αυτές εφέσεις της ίδιας κατηγορουμένης κατά πέντε διαφορετικών αποφάσεων, καταδικαστικών για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, ήσαν συναφείς. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995 και 6, 7/1994). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11407/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, οι λόγω συναφείας συνεκδικασθείσες πέντε εφέσεις της εκκαλούσας κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά των με αριθμούς 31314/1998, 1092/1999, 16322 Α/1999, 32166/1999 και 46906/2000 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες αυτή είχε καταδικασθεί ερήμην, για τις πράξεις της εκδόσεως ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών. Από τις αντίστοιχες σχετικές με αριθμούς 1128, 1131, 1133, 1134, 1135/17-4-2007 πέντε εκθέσεις εφέσεως, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, αναφέρει στις εφέσεις της, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή τους, ότι δεν έλαβε γνώση των εκκαλούμενων αποφάσεων και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτή έχει γνωστή διαμονή και διαμένει με την οικογένειά της μόνιμα από τον Μάρτιο του 1992 στη ....., στην οδό ..... αρ. ... . Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα των επιδόσεων προς αυτήν των πέντε εκκαλούμενων αποφάσεων ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως των εφέσεων ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτήν των εκκαλούμενων αποφάσεων. Δεν αναφέρει όμως στις άνω εφέσεις της, αν τη φερόμενη από αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία της στη ....., είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει τις επιδόσεις των εκκαλούμενων αποφάσεων, περιοριζόμενη απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας της ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Κατά το άρθρο 473 §1 του ΚΠΔ η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του δικαιούμενου είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ιδίου Κώδικα. Επίσης κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν ο δικαιούμενος από λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτό εμπρόθεσμα. Στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός ότι κακώς έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής και για τον λόγο αυτόν δεν έλαβε γνώση της επιδοθείσας απόφασης γιατί στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, δικαιολογητικό του εκπροθέσμου της ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 και ΚΠΔ, εκείνος (εκκαλών-κατηγορούμενος) που απουσιάζει από τοv τόπο κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοσης έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο είχε δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ, 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει διενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην μήνυση ή στην έγκληση (βλ. σχετ. ΑΠ 1635/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία και αναγνώσθηκαν ως άνω σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Με τις με αριθμό 31314/26-5-1998, 1092/12-1-1999, 16322Α/22-3-1999, 32166/28-6-1999 και 46906/30-10-2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκαν ερήμην της κατηγορουμένης-εκκαλούσας, καταδικάσθηκε αυτή για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών και χρηματική ποινή 50.000 δραχμές, 7 μηνών και χρηματική ποινή 300.000 δραχμές, 12 μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμές, 2 ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμές και σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμές αντιστοίχως, οι ποινές δε αυτές φυλάκισης μετατράπηκαν προς 1500 δραχμές ημερησίως. Από τα από 18-6-99, 14-1-2000, 14-1-2000, 17-3-2000 και 25-5-2001 αποδεικτικά επιδόσεως αντιστοίχως, αποδεικνύεται ότι η επίδοση των άνω αποφάσεων έγινε κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες από τους Δικαστικούς Επιμελητές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....., ....., ....., ..... και ....., αντιστοίχως, προς τον υπάλληλο του Δήμου Θεσσαλονίκης Α, ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει αποφάσεις και ο οποίος την ίδια ημέρα τοιχοκόλλησε αυτές στο πιο δημόσιο μέρος του Δήμου Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις αυτού που υπάρχει στα άνω αποδεικτικά. Ακόμη από τα από 3-4-1998, 6-11-1998, 6-11-1998, 26-5-1999 και 22-9-2000 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών, ....., ....., ....., ..... και ....., αποδεικνύεται ότι τα με αριθμούς ....., ....., ....., ..... και ..... κλητήρια θεσπίσματα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω εκκαλούμενες αποφάσεις κατά τις προαναφερθείσες ημεροχρονολογίες, επιδόθηκαν επίσης στον προαναφερθέντα υπάλληλο του Δήμου ....., ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει κλητήρια θεσπίσματα και ο οποίος την ίδια ημέρα τοιχοκόλλησε αυτά στο πιο δημόσιο μέρος του Δήμου ....., όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση αυτού που υπάρχει στα παραπάνω αποδεικτικά. Οι επιδόσεις έτσι των παραπάνω αποφάσεων και κλητηρίων θεσπισμάτων έγιναν από το άνω όργανο προς κατηγορούμενο άγνωστης διαμονής διότι αυτή, αφού αναζητήθηκε από τα εν λόγω όργανα που ενήργησαν τις επιδόσεις, στην οδό ..... αριθ. ... του Δήμου ....., όπου κατά το χρόνο εκδόσεως των ακαλύπτων επιταγών, για τις οποίες καταδικάσθηκε ως άνω, ασκούσε επιχείρηση πωλήσεως τσιγάρων κλπ ζαχαρωτών και διατηρούσε σχετικό κατάστημα (βλέπε υπ' αριθμ. ....., ....., ..... επιταγές της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης, ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας και ..... επιταγής της Τράπεζας Κύπρου, όπου στη θέση του εκδότη υπάρχει η υπογραφή και σφραγίδα της κατηγορουμένης με την άνω διεύθυνση αλλά και την κατάθεση των άνω μαρτύρων της), δεν ανευρέθη (η κατηγορούμενη) στην εν λόγω διεύθυνση ούτε κάποιο άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ.1 του ΚΠΔ. Μόνη δε γνωστή αυτής κατοικία ήταν η προαναφερθείσα που προέκυπτε από τις άνω επιταγές ως και τις σχετικές αναφορές των άνω Τραπεζών προς τη Εισαγγελία Θεσσαλονίκης και την από 27-2-97 έγκληση του τελευταίου κομιστή της τελευταίας ως άνω επιταγής, που αναγνώσθηκαν, με βάση τις οποίες ασκήθηκαν κατά της εκκαλούσης ποινικές διώξεις για τις άνω πράξεις, επί των οποίων και εκδόθηκαν οι άνω αποφάσεις. Κατά των τελευταίων η κατηγορούμενη άσκησε την 17-4-2007 τις με αριθμό 1133/17-4-2007, 1128/17-4-2007, 1134/17-4-2007, 1135/17-4-2007 και 1131/17-4-2007 εφέσεις, αντιστοίχως, οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατά τα προαναφερθέντα. Στις εφέσεις αυτές αναφέρει, ότι αυτές ασκούνται εμπροθέσμως, διότι κατά το χρόνο επιδόσεως των εκκαλουμένων, ως άνω, αποφάσεων και κλήσεων δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής, καθόσον διέμενε στην οδό ..... αριθ. ... στη ..... . Προβάλλει δηλαδή η εκκαλούσα με τις εφέσεις της ακυρότητα των γενομένων προς αυτήν επιδόσεων των εκκαλουμένων αποφάσεων και ενδεχομένως των κλητηρίων θεσπισμάτων. Όμως όπως προαναφέρθηκε, μόνη γνωστή κατοικία της εκκαλούσας - κατηγορουμένης, κατά τον άνω χρόνο επιδόσεως των εκκαλουμένων αποφάσεων και κλητηρίων θεσπισμάτων, ήταν η οδός ..... αριθ. ... του Δήμου ....., τα δε ενεργούντα τις επιδόσεις ως άνω όργανα δεν είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν κατά τον άνω χρόνο της επίδοσης ότι η εκκαλούσα - κατηγορουμένη είχε αποχωρήσει από το άνω κατάστημα που διατηρούσε στην παραπάνω διεύθυνση και διέμενε πλέον στη ....., στην οδό ..... αριθ. ..., αφού αυτή δεν είχε φροντίσει να αναγγείλει στην Εισαγγελική αρχή Θεσσαλονίκης, που ήταν αρμόδια και είχε παραγγείλει τις άνω επιδόσεις, την ως άνω αλλαγή της διεύθυνσής της, ώστε να κληθεί και επιδοθούν οι αποφάσεις που ήδη εκκαλεί, ως γνωστής διαμονής. Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι η ως άνω διεύθυνση που επικαλείται η εκκαλούσα, ήταν γνωστή στο ΤΕΒΕ, στην ΔΟΥ Νεάπολης Θεσσαλονίκης και στην Η' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης κατά το χρόνο της επίδοσης, αφού αυτά είναι τρίτα πρόσωπα μη αρμόδια να παραγγείλουν ως άνω επιδόσεις, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη. Κατ' ακολουθία αυτών, νόμιμα και εμπρόθεσμα έγινε η επίδοση των εκκαλουμένων αποφάσεων και των ανωτέρω κλητηρίων θεσπισμάτων ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, και ο περί του αντιθέτου ως άνω ισχυρισμός της εκκαλούσάς απορρίπτεται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, οι κρινόμενες εφέσεις ασκήθηκαν εκπροθέσμως στις 17-4-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της προβλεπομένης από την άνω διάταξη της παρ.1 του άρθρου 473 ΚΠΔ, προθεσμίας των 30 ημερών κατά 8 έτη περίπου, 7,5 έτη περίπου, 7,5 έτη περίπου, 7 έτη περίπου και 6 έτη περίπου, αφού οι εκκαλούμενες αποφάσεις επιδόθηκαν νομίμως στην εκκαλούσα τις 18-6-1999, 14-1-2000, 14-1-2000, 17-3-2000 και 25-5-2001, κατά τα προαποδειχθέντα.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες, κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, όπως στο διατακτικό. Επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εκκαλούσας (άρθρο 476 ΚΠΔ)".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής των πέντε εφέσεων ως εκπρόθεσμων και ως εκ τούτου απαράδεκτων, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα των επιδόσεων των εκκαλούμενων πέντε αποφάσεων ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεως των πέντε εφέσεων. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με τις εφέσεις, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει τις επιδόσεις των εκκαλούμενων αποφάσεων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής της μισθίας κατοικίας, στην οδό ..... αρ. ... της ....., που διατηρούσε κατάστημα και αναφέρεται στα παραδεκτώς αναγνωσθέντα σώματα των εκδοθεισών από την κατηγορουμένη πέντε αντίστοιχων ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών που αποτελούν στοιχεία του εγκλήματος, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε η κατηγορουμένη να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ την κατοικία της. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι η κατηγορουμένη αναζητήθηκε στο κατάστημά της αντί της κατοικίας της και ως μη ανευρεθείσα, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου ....., χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτή και στην κατοικία της, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι η αναζητούμενη στο κατάστημά της κατηγορουμένη, στη τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτή ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία της και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας της και επομένως οι ως άνω επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομες. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ο λόγος αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το 171 ΚΠοινΔ, εκ του ότι "το άνω Δικαστήριο δεν έδωσε το λόγο στον εισαγγελέα να αποφανθεί και την ευκαιρία στην κατηγορουμένη να ανταπαντήσει και δεν εξέδωσε απόφαση επί της ποινής", διότι μετά την απόρριψη των εφέσεων ως απαράδεκτων, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους, το Δικαστήριο δε μπορούσε να προχωρήσει περαιτέρω τη διαδικασία και να αποφανθεί επί της επιβληθείσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποινής. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 77/25-9-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 11407/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση πέντε συνεκδικασθεισών εφέσεων, ως εκπρόθεσμων, κληθείσας της κατηγορουμένης ως αγνώστου διαμονής. Α΄ Λόγος: Αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο αυθαίρετα συνεκδίκασε τις πέντε εφέσεις του κατά 5 αποφάσεων, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι η συνεκδίκαση έγινε νόμιμα κατ΄ άρθρα 128, 129 του ΚΠΔ, μετά από αίτημα της ίδιας της κατηγορουμένης, λόγω συναφείας. Β΄ Λόγος: Αβάσιμος ο λόγος «ότι είναι άκυρη η επίδοση των αποφάσεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση στο γραφείο του αρμόδιου Δημάρχου χωρίς να αναζητηθεί προηγουμένως η κατηγορουμένη και στην κατοικία της», αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας της κατηγορουμένης, μόνη δε γνωστή διεύθυνση ήταν εκείνη της επαγγελματικής της εγκατάστασης, που προέκυπτε από τα σώματα των ακάλυπτων επιταγών, από τις αναφορές των τραπεζών και την εναντίον της έγκληση, όπου αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτή ή κάποιο άλλο πρόσωπο από εκείνα του άρθρου 156 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, ώστε να δηλώσει η κατηγορουμένη κάποια διεύθυνση κατοικίας, το δε όργανο επιδόσεως, στις συνταχθείσες εκθέσεις του βεβαιώνει ότι η αναζητηθείσα στο κατάστημά της κατηγορουμένη, στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτή ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 ΚΠΔ πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία της και είναι πλέον άγνωστης διαμονής (ΑΠ 243/2008, 1363/2006 και ΑΠ 626/2008).
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 164/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 804/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, ως και στο από 29 Δεκεμβρίου 2008, δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1701/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ. ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους, και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα απ' αυτά δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ' αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχη η κατηγορουμένη εφημερεύουσα ιατρός κρατικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ασθενούς. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο, προς σχηματισμό της καταδικαστικής δικανικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του "την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται ομοίως στα πρακτικά, σε συνδυασμό προς την απολογία της κατηγορουμένης". Δεν αναφέρεται όμως καθόλου το Δικαστήριο και στην από 8-11-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Αναπληρωτή καθηγητή της Α' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του ενεργήσαντος την προκαταρκτικήν εξέταση Πταισματοδίκου Ι' Τμήματος Θεσσαλονίκης, προανακριτικού υπαλλήλου, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το κατ' έφεση δικάζον Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για την κατηγορούμενη ιατρό κρίση του, αναφέρεται, ούτε αξιολογείται το πόρισμα αυτής, αλλ' ούτε και από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και αυτή κατά τη διερεύνηση των αιτίων θανάτου του παθόντος και της συνδρομής συγκεκριμένης αμέλειας της εφημερεύουσας κατηγορουμένης ιατρού, που υποδέχθηκε στο Νοσοκομείο τον ασθενή, ώστε να εξαχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα, ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, στηρίχθηκε και στην προαναφερθείσα έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που αφορά το εν λόγω περιστατικό και τα αίτια θανάτου του παθόντος από έμφραγμα του μυοκαρδίου ασθενούς, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η κατηγορουμένη. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και συνεπώς πρέπει, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε, παρελκούσης της έρευνας, των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 804/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία με συγκλίνουσα αμέλεια, από εφημερεύοντα Ιατρό. Αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, διότι το Δικαστήριο, στο αιτιολογικό του, δε μνημονεύει ρητά ότι έλαβε υπόψη του την αναγνωσθείσα έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή καρδιολογίας ΑΧΕΠΑ, που αποτελεί κατ’ άρθρο 178 ΚΠΔ, αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και είχε διαταχθεί νόμιμα από τον Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, ως προανακριτικό υπάλληλο, κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, ενώ δεν προκύπτει, ούτε από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού, βεβαιότητα ότι λήφθηκε αυτή υπόψη ή αντικρούεται για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου (ΑΠ 64/2008, 1877/2008, 364/2007, 1377/2007).
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
Αριθμός 163/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, και Ανδρέα Δουλγεράκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξόπουλο, περί αναιρέσεως της 1957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 950/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δκετή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 Π.Κ. προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων των άρθρων 361 και 362 Π.Κ. αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν η προσβλητική της τιμής ή της υπόληψης εκδήλωση του δράστη γίνεται για την εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος ή για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογητικό ενδιαφέρον, υπό τον όρο όμως ότι αποτελεί in concreto το επιβαλλόμενο κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, χωρίς τη χρήση του οποίου δε θα ήταν δυνατή η κατ' άλλο τρόπο πραγματοποίησή τους. Η προβολή του ως άνω ισχυρισμού, που είναι αυτοτελής, με την έννοια ότι η αποδοχή του άγει στην κατάλυση της κατηγορίας και την αθώωση του κατηγορουμένου, επιβάλλει στο δικαστήριο, να διαλάβει στην απόφασή του, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την αναφορά και των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του. Στην ένδικη υπόθεση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, απλής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι αυτή, ενεργώντας από πρόθεση, 1) Στις 23-3-01 με την ΑΒΜ Α01/39 έγκλησή της, διέδωσε σε βάρος του Ψ τα εξής: 1. εκμεταλλευόμενος την απειρία, την άγνοιά της και την ιδιότητά της ως χήρας με δύο ανήλικα κορίτσια και απειλώντας ότι θα της πωλήσει το κατάστημά της την υποχρέωσε αυτός να του δώσει το δικαίωμα να το εκμισθώσει σε τρίτους και το μίσθωμα να το εισπράττει ο ίδιος, επί 18 μήνες, 2) εισέπραξε επιπλέον τα μισθώματα, έξι (6) μηνών. Επίσης προέβη σαν σε συμπαιγνία με τον ... α) σε εικονική σύμβαση προπωλήσεως δήθεν δύο διαμερισμάτων της εταιρίας τους σε νεοαναγειρόμενη οικοδομή ή στην οδό ... και β) σε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτ. Αθηνών. 2) Στις 13-2-03 με Υπόμνημά της ενώπιον του 18ου τακτικού Ανακριτή, διέδωσε σε βάρος του Ψ τα εξής: 1) εκμεταλλευόμενος την σύγχυση και την απειρία της και ενώ είχε εξοφλήσει το τίμημα της παρουσίασε ότι οι μαρμαρικές εργασίες, ήταν αξίας κάτω των 15.000.000 δρχ. και ότι δήθεν είχαν εκτελέσει και πρόσθετες εργασίες στις ιδιοκτησίες της, 2) χρησιμοποιώντας ψυχολογική βία, την έσυρε ενώπιον του Συμ/φου Π. Σκεύη, όπου η ίδια ομολόγησε την ύπαρξη ανυπάρκτου χρέους της, 3) εισέπραξε μισθώματα και πέραν των 18 μηνών, 4) υπέγραψε εικονικά προσύμφωνα πωλήσεως με το ζεύγος ... και 3) Στις 14-2-03 εξεταζόμενη, ως πολιτικώς ενάγουσα κατέθεσε ότι η υπόθεση είναι συμπαιγνία μετά του ζεύγους ... και του εγκαλούντος, αφού από το 1997 ζητούσε από τον τελευταίο να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο, διότι του ώφειλε τότε μόνο 2.000.000 δρχ. Όλα δε τα παραπάνω ήσαν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος". Η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προέβαλε, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εκτός των άλλων, τον από το άρθρο 367 παρ. 1γ του Π.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό "ότι οι ισχυρισμοί μου που αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και αφορούν στο αδίκημα της δυσφήμησης δεν είχαν σκοπό τη δυσφήμηση ή την εξύβριση του εγκαλούντος, αλλά να προσδιορίσουν το νόμιμο ενδιαφέρον μου για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων μου σχετικά με την άσκηση της μήνυσής μου, και στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμά του σχετικά με την αναφορά μου σε συμπαιγνία και εικονική σύμβαση προπώλησης δήθεν δύο διαμερισμάτων της οικοδομής επί της οδού ... στην ..., πράγμα που δεν μπορούσα να πετύχω χρησιμοποιώντας άλλους και εν τέλει αποτελούν το επιβαλλόμενο και αναγκαίο μέσο, προκειμένου να προστατευθεί το δικαίωμά μου". Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό το δικαστήριο της ουσίας τον απέρριψε με την εξής αιτιολογία "Το περιεχόμενο των εγγράφων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την υπεράσπιση του δικαιώματος της κατηγορουμένης ως κληρονόμου του συζύγου της, ο οποίος συνεβλήθη στο προσύμφωνο για τη μεταβίβαση του ακινήτου, γι' αυτό και η σχετική ένσταση πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Η αιτιολογία, όμως, αυτή, της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι, όπως από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. απαιτείται, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης υπερέβαιναν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο, για την υπεράσπιση του δικαιώματός της, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, η απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού έγινε πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τον σχηματισμό δικανικής κρίσης, αναφορικά με την ενοχή της κατηγορουμένης, για την αξιόποινη πράξη που της αποδίδονταν με το κατηγορητήριο. Είναι, επομένως, βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτός και, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 1957/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεκτή η αναίρεση για αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού εκ του άρθρου 367 παρ. 1 γ΄ του ΠΚ.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 157/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 και 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου ..., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ'αριθμ. 85/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 20-2-2006 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των αρχών της Γερμανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 194/20-11-2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1903/2008. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση, του εκζητουμένου, ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, ή στους λοιπούς αναφερόμενους κατά περίπτωση υπαλλήλους, οι οποίοι οφείλουν να συντάξουν για τη δήλωση αυτή, έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που τη δέχεται. Περαιτέρω, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου 474 ΚΠΔ, ορίζει ότι, "στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 498 και 476 παρ.1 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, αν στην έκθεση εφέσεως δεν περιέχονται λόγοι με τους οποίους προσβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση ή το βούλευμα, ή αν περιλαμβάνονται αόριστοι λόγοι, τότε, χωρίς άλλο, απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη. Εξάλλου κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 85/2008 απόφαση του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε την εκτέλεση του από 20-2-2006 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των αρχών της Γερμανίας, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ.5053 VRs 100256/99 εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας του Φράνκενταλ Γερμανίας από 3-3-2000 και το οποίο βασίζεται στην υπ' αριθμ. 5171 Js 9708/97 απόφαση του Πρωτοδικείου Φράνκενταλ Παλατινάτο από 11-5-1998, κατά του εκκαλούντος, υπηκόου ..., ...., ο οποίος γεννήθηκε στις ... στην πόλη ... και συνελήφθη στις 7-11-2008, κρατείται δε έκτοτε προσωρινά στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, δυνάμει της ΕΚΔ 3931 ΦΕ 6119/7-11-2008 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου ο εκζητούμενος να προσαχθεί στην αρμόδια Γερμανική δικαστική αρχή και εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης, που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 5171 Js 9708/97 απόφαση του παραπάνω Πρωτοδικείου. Κατά της άνω απόφασης ο εκζητούμενος άσκησε ενώπιον της γραμματέα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών την από 20-11-2008 έφεση του, στην οποία διαλαμβάνονται μόνο τα εξής: "ως εκζητούμενος εφεσιβάλλει ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την με αριθμό 85/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση για τους ακόλουθους λόγους:".
Συνεπώς στην έφεση του δεν διατυπώνεται κάποιος λόγος εφέσεως και δεν προκύπτει απ' αυτήν αν και για ποιο συγκεκριμένο λόγο έχει αντίρρηση για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης. Με το περιεχόμενο αυτό, όμως, το ένδικο μέσο που άσκησε ο εκζητούμενος είναι απαράδεκτο και πρέπει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2008 και με αριθ. 194/2008 έφεση του .... κατά της υπ' αριθμ. 85/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Διατάσει την εκτέλεση της απόφασης αυτής. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης. Έφεση από εκζητούμενο. Απαράδεκτη γιατί δεν περιέχει λόγους εφέσεως.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
Αριθμός 156/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πετρόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 27.765/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.143/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 27.765/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ, για παράβαση του άρθρου 7α του Ν.5960/33, κατ' εξακολούθηση, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, όπως αυτά προκύπτουν από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" εξέδωσε τις με αριθμούς .... και .... επιταγές με ημερομηνία 30.9.2000 και 20.10.2000 αντίστοιχα και ποσόν 10.112 ευρώ η πρώτη και 4.775 η δεύτερη σε διαταγή του εγκαλούντα .... για να πληρωθούν από την Τράπεζα Αττικής. Από τις επιταγές αυτές τη με αριθμό .... ο εγκαλών την οπισθογράφησε και την έδωσε στον αδελφό του .... με την εντολή να την εμφανίσει στην ΑΛΦΑ Τράπεζα, με την οποία ο εγκαλών συνεργαζόταν, για να πληρωθεί. Ο ...., ενεργώντας ως εντολοδόχος του εγκαλούντα, την 7.10.2007 εμφάνισε την επιταγή αυτή στην προαναφερθείσα Τράπεζα, η οποία δεν την πλήρωσε με τη βεβαίωση ότι ο λογαριασμός που τηρούσε ο εκδότης στην Τράπεζα Αττικής έχει κλείσει οριστικά. Περαιτέρω την 23.10.2002 ο εγκαλών εμφάνισε την .... επιταγή προς πληρωμή στην ΑΛΦΑ Τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν. Και αυτή η επιταγή δεν πληρώθηκε με τη βεβαίωση ότι ο λογαριασμός του εκδότη στην πληρώτρια Τράπεζα έχει κλείσει, η οποία (βεβαίωση) έγινε έπειτα από ρητή εξουσιοδότηση της Τράπεζας Αττικής, στην οποία ετηρείτο ο λογαριασμός της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ", την οποία εκπροσωπούσε ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Από τα γεγονότα αυτά συνάγεται ότι: α) τελευταίος κομιστής και των δύο επιταγών είναι ο εγκαλών και όχι η ΑΛΦΑ Τράπεζα, η οποία βεβαίωσε το κλείσιμο του λογαριασμού του εκδότη στην πληρώτρια Τράπεζα κατόπιν ελέγχου μέσω του μηχανογραφικού της πληρώτριας Τράπεζας και β) ο εκκαλών - κατηγορούμενος με πρόθεση εξέδωσε τις παραπάνω επιταγές ακάλυπτες, διότι γνώριζε ότι είχε κλείσει ο λογαριασμός στην πληρώτρια Τράπεζα της εταιρίας την οποία εκπροσωπούσε κατά το χρόνο που οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν και εμφανίσθηκαν προς πληρωμή. Επομένως, πρέπει : α) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος -κατηγορουμένου ότι ο εγκαλών δεν δικαιούται να υποβάλλει την σε βάρος του έγκληση διότι δεν είναι ο τελευταίος κομιστής των προαναφερθεισών επιταγών και β) να κηρυχθεί ένοχος ο εκκαλών - κατηγορούμενος του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 Π.Κ. και 79 Ν.5960/1933, όπως ισχύει σήμερα, οι οποίες εφαρμόσθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα, αναφέρονται με πληρότητα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η πρόθεση του κατηγορουμένου να εκδόσει τις δύο ακάλυπτες επιταγές που αναφέρονται και οι οποίες δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Επίσης, με αναλυτική παράθεση πραγματικών περιστατικών, αιτιολογείται πλήρως ότι κομιστής των δύο αυτών επιταγών είναι ο εγκαλών και όχι η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ, στην οποία είχαν δοθεί συμψηφιστικά, για το λόγο ότι με την αναφερόμενη Τράπεζα συνεργάζονταν ο εγκαλών, πλην όμως, ο συμψηφισμός δεν επιτεύχθηκε, διότι, σύμφωνα με τη ρητή διαβεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας (Αττικής), ο λογαριασμός που τηρούσε σ' αυτήν ο εκδότης (κατηγορούμενος), είχε κλείσει οριστικά. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι αβάσιμες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., με τον οποίον προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, υπερέβη την εξουσία του, διότι τελευταίος κομιστής των δύο επιταγών ήταν η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ και συνεπώς αυτή ενομιμοποιείτο να υποβάλλει τη σχετική έγκληση, για παράβαση του άρθρου 79 του Ν.5960/1933 και όχι ο εγκαλών, με συνέπεια, η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, να είναι απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αιτιολογία της προσβαλλομένης, τελευταίος κομιστής των επιταγών ήτοι ο εγκαλών και όχι η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ και συνεπώς αυτός δεν εδικαιούτο να υποβάλλει τη σχετική έγκληση, όπως και έγινε, και επ' αυτού υφίσταται και ειδική αιτιολογία της προσβαλλομένης, σε απάντηση σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 73/4.6.2007 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αρ. 27.765/2.5.2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 79 Ν. 5960/1933. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή.
| 2
|
Αριθμός 155/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του με αριθμό 370/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 945/2008.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 451/29.9.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον σας μετά της σχετικής δικογραφίας την με αριθ. 403/25-4-2008, που κατεχωρήθη εις το ειδικό βιβλίο Εφέσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθ. 9112-5-2008, έκθεσιν αναιρέσεως του ...., που ησκήθη δια δηλώσεως του ενώπιον του Διευθυντού της Φυλακής Κορυδαλλού, κατά της υπ'αριθ. 370/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δια της οποίας απερρίφθη η από 26-4-2006 αίτσίς του περί επαναλήψεως της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 794/4-5-2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέρροιας, δια της οποίας κατεδικάσθη σε φυλάκιση 18 μηνών, μετατραπείσα προς 4,409 ευρώ και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 148 έως 53, 473§2, 474§2, 476§1, 509§1 και 510§1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει στην δήλωση της άσκησης της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται εις αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο αρθρ. 510 §1 Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα, απορρίπτεται (αρθρ. 513§ 1 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την δήλωση για αναίρεση. Κατ' ακολουθίαν των ως άνω, λόγοι που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο και δη σε υπόμνημα δεν λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο, ενώ η απλή συρραφή του υπομνήματος στην έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ' αυτό λόγους στην έκθεση και πολύ περισσότερο όταν το υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέα ενώπιον του οποίου ησκήθη το ένδικο μέσο της αναίρεσης, ούτε του ιδίου του αναιρεσείοντος (Α.Π. 450/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ' σελ. 977, Α.Π. 1476/2004 Ποιν.Χρον. ΝΕ' σελ. 618). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 528§1 και 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η ακρόασις του αιτουμένου την επανάληψη της διαδικασίας είναι αναγκαία, ως εκ τούτου είναι υποχρεωτική η κλήτευσις και παράστασις τούτου αυτοπροσώπως, ή δι'αντιπροσώπου, επί ποινή απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας, ένεκα παραβάσεως των διατάξεων που αφορούν την υπεράσπισιν του αναιρεσείοντος και την άσκησιν των προσηκόντων δικαιωμάτων, συνεπεία της οποίας επέρχεται αναίρεσις του βουλεύματος κατ' άρθρ. 171§1 στοιχ. Δ' και 484§1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. (Α.Π. 850/73 Ποιν.Χρ. ΚΔ' σελ. 50). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση υπ' αριθ. 403/25-4-2008 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ' αριθ. 370/2008 απόφασις του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποίαν απερρίφθη, ως αβάσιμη, η από 26-4-2006 αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναλήψεως της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 794/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέρροιας δια της οποίας κατεδικάσθη εις ποινήν φυλάκισης 18 μηνών, που μετετράπη προς 4,40 ευρώ. Η αναίρεση ησκήθη με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντού της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού, όπου κρατείται, αναφέρονται δε εις αυτήν, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, επακριβώς τα εξής: "... κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά του υπ' αριθ. 370/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.., για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει, επισυνάπτω φωτοτυπία του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης το υπ' αριθμόν 370/2008, επισυνάπτω φωτοαντίγραφο αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας κατά άρθρο 525 καθώς και μία σελίδα χειρόγραφη με την ένδειξη.... λόγω έλλειψης χώρου...". Με αυτό όμως το περιεχόμενο η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται ουδείς εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς εις το αρθρ. 510§ 1 Κ.Π.Δ., λόγω αναίρεσης. Εν όψει δε τούτων οι λόγοι που αναφέρονται εις το, άνευ ημερομηνίας και υπογραφής τόσον του ιδίου όσον και του αρμοδίου υπαλλήλου, έγγραφο υπόμνημα του αναιρεσείοντος, δεν λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο και η απλή συρραφή του εν λόγω υπομνήματος στην υπό κρίσιν έκθεση αναίρεσης, δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ' αυτό (υπόμνημα) λόγος στην έκθεση αναίρεσης, πέραν του ότι και αν υποτεθεί ότι το εν λόγω υπόμνημα αποτελεί ενιαίο σύνολο με την εν λόγω έκθεση, οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται εις τούτο, είναι αβάσιμες καθόσον, όπως προκύπτει από σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ο αιτών την επανάληψιν της διαδικασίας εκλήθη να παραστεί κατά την συζήτησιν και το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με επαρκή αιτιολογία απέρριψε το αίτημα αναβολής της συζήτησης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπ' αριθμόν 403/25-4-2008 αίτησις αναιρέσεως του ..., κατά της υπ' αριθ. 370/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήναι 24-9-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, ΑΙΑ παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή απόφασης πρέπει στη δήλωση της άσκησης της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση. Κατ' ακολουθίαν των ως άνω λόγοι που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο και δη σε υπόμνημα δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ενώ η απλή συρραφή του υπομνήματος στην έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ' αυτό λόγους στην έκθεση και πολύ περισσότερο όταν το υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 528 παρ. 1 και 527 παρ.3 ΚΠΔ συνάγεται ότι η ακρόαση του αιτουμένου την επανάληψη της διαδικασίας είναι αναγκαία και ως εκ τούτου είναι υποχρεωτική η κλήτευση και παράσταση τούτου αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου, επί ποινή απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, ένεκα παραβάσεως των διατάξεων που αφορούν την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος και την άσκηση των δικαιωμάτων του, συνεπεία της οποίας επέρχεται αναίρεση του βουλεύματος, κατ' άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. Δ' και 484 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη με αριθ. 403/25-4-2008 αίτηση αναίρεσης πλήττεται το με αριθ. 370/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 26-4-2006 αίτηση του αναιρεσείοντος για την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 794/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 4,4 ευρώ. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντού της δικαστικής φυλακής Κορυδαλλού, αναφέρονται δε σ' αυτήν, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, επακριβώς, τα εξής: "δηλώσας ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά του υπ' αριθμ. 370/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει, επισυνάπτω φωτοτυπία του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το υπ' αριθμόν 370/2008, επισυνάπτω φωτοαντίγραφο αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας κατά το άρθρο 525 καθώς και μία σελίδα χειρόγραφη με την ένδειξη Γ? λόγω έλλειψης χώρου". Με αυτό όμως το περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού οι προαναφερόμενοι λόγοι είναι εντελώς αόριστοι, ασαφείς και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζονται οι αποδιδόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα πλημμέλειες και δεν μπορούν αυτοί να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται σε άλλο έγγραφο, έξω από την ένδικη δήλωση αναίρεσης. Ενόψει δε τούτων οι λόγοι που αναφέρονται στο δίχως ημερομηνία και υπογραφή, έγγραφο υπόμνημα του αναιρεσείοντος δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τούτο και η απλή συρραφή του εν λόγω υπομνήματος στην ένδικη έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ' αυτό (υπόμνημα) λόγους στην έκθεση αναίρεσης και πολύ περισσότερο, αφού το εν λόγω έγγραφο υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος, τη σφραγίδα της υπηρεσίας, ούτε την υπογραφή του Διευθυντή της ως άνω Δικαστικής Φυλακής, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο της υπό κρίση αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον προκύπτει ότι ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος για να εμφανισθεί στο δικαστήριο πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 του ΚΠΔ, να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναίρεσε ίων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 25-4-2008 και με αριθμό 403/25-4-2008 αίτηση του ... για αναίρεση του με αριθ. 370/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 154/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ... και 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Καραμπλιάνη, περί αναιρέσεως της 22/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Μαρτίου 2008, 26 Μαρτίου 2008, 17 Μαρτίου 2008 και 26 Μαρτίου 2008, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 632/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την 22/2008 απόφασή του, καταδίκασε τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες ... και ... σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ, για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την εμπορία και με την ιδιότητα των τοξικομανών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε καθένας απ' αυτούς, νομοτύπως και εμπροθέσμως, τις από 17-3-2008 και 27-3-2008, δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν, στο σύνολό τους, ως μία για καθένα και να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς των. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 2 και 509 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως των οριζομένων στο νόμο διατυπώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή περιγραφική αναφορά του λόγου που προβλέπεται από το νόμο, χωρίς την αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Στην προκειμένη περίπτωση με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 22/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν, για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν. Στην από 17-3-2008 αίτηση του ..., όπως από το περιεχόμενο της προκύπτει, ως λόγος αναιρέσεως αναφέρεται εκτός άλλων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, χωρίς όμως να αναφέρεται η παραβιασθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτής. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε'του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον παραδεκτό συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Στις 24 Ιουλίου 2006 διενεργήθηκε έρευνα στο σπίτι, στο οποίο κατοικούσαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είναι αδέλφια, από αστυνομικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας κατηγορίας. Εκεί βρέθηκε μέσα στο χρηματοκιβώτιο ποσότητα ηρωΐνης βάρους 50 γραμμαρίων σε μορφή βράχου. Επίσης και 3,6 γραμμάρια κάνναβης, τα οποία αυτοί κατείχαν, για αποκλειστικά δική τους χρήση. Η Αστυνομία γνώριζε, ότι οι κατηγορούμενοι, που είναι αδέλφια, ήταν χρήστες ηρωΐνης και ήταν συνέχεια άρρωστοι και μπαινόβγαιναν συνέχεια σε ιδρύματα. Είχαν περιέλθει πληροφορίες, ότι αυτοί ασκούσαν εμπορία, αλλά όμως, όπως κατατίθεται, στοιχεία εμπορίας, όπως ζυγαριά ή σημειώσεις, δεν βρέθηκαν κατά την έρευνα. Την παραπάνω ποσότητα ηρωΐνης, την οποία κατείχαν, κατασχέθηκε και όπως αποδεικνύεται, την είχαν αγοράσει αυτοί στην ..., αντί αγνώστου τιμήματος, σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία και πάντως εντός του τελευταίου πενθημέρου πριν από τη σύλληψη των, που έλαβε χώρα αυθημερόν. Από την επιστημονική δε εξέταση, η οποία επακολούθησε, προκύπτει ότι πρόκειται πράγματι για τις παραπάνω ναρκωτικές ουσίες, δηλαδή ηρωΐνη και ακατέργαστη ινδική κάνναβη, οι οποίες υπάγονται στη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 2 & 1, 2Πιν Α5, Α6, 20 & 1β, ζ, ν. 3459/2006 και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου. Αναφορικά με την ηρωΐνη πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για μεγάλη ποσότητα, η οποία δεν δικαιολογείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για αποκλειστικά δική τους χρήση. Βέβαια, όπως διατείνονται οι κατηγορούμενοι, δεν βρέθηκε ζυγαριά, που, όπως έχει γίνει δεκτό, αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση. Το γεγονός όμως αυτό δεν αναιρεί το σκοπό της εμπορίας.
Συνεπώς, ο προβληθείς ισχυρισμός τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (50 γραμ. ηρωΐνης), ως τοξικομανείς (απορριπτομένου του αντιθέτου συναφούς αυτοτελούς ισχυρισμού). Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω Δικαστήριο καταδίκασε τους αναιρεσείοντες σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και σε χρηματική ποινή 1000 ευρώ, για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες τέλεσαν όντες τοξικομανείς. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ειδικότερα ο αναιρεσείων ..., τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως του ίδιου αναιρεσείοντος. Κατά μεν το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ'(ήδη Η') του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης εναντίον απόφασης ποινικού δικαστηρίου συνιστά η υπέρβαση εξουσίας, τέτοια δε περίπτωση αποτελεί, εκτός άλλων, και η χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, όπως όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο και χρηματική ποινή, η οποία δεν είχε επιβληθεί από το πρωτοβάθμιο, ακόμη και αν η επιβολή τη ήταν υποχρεωτική, και τούτο γιατί η επιβολή της δεν δικαιολογείται από τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. β, διότι αυτό αναφέρεται μόνο σε παραλειφθείσα παρεπόμενη ποινή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 157/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αιγαίου οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για αγορά και κατοχή, από κοινού, ναρκωτικών ουσιών, δίχως να είναι τοξικομανείς σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, δεν τους επιβλήθηκε δε χρηματική ποινή, η οποία επιβάλλεται αθροιστικά με την ποινική της κάθειρξης (άρθρο 20 Ν 3459/2006). Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε κατόπιν ασκηθεισών εφέσεων από τους κατηγορουμένους κατά της πρωτόδικης απόφασης, καταδίκασε αυτούς για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις, τις οποίες όμως δέχθηκε ότι τέλεσαν ως τοξικομανείς και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ'(ήδη Η') πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, που του αποδίδεται με τον πρώτο λόγο των αναιρέσεων, ο οποίος, συνεπώς, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί, κατά το σχετικό μέρος της, η προσβαλλόμενης απόφαση και αφού δεν είναι αναγκαίο να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα έρευνα, να απαλειφθεί η διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης, που αναφέρεται στη χρηματική ποινή, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 517 παρ. 2 του ΚΠΔ, να απορριφθούν δε κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος τη με αριθμό 22/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και ειδικότερα, ως προς τη διάταξή της, με την οποία επιβάλλεται σε βάρος των αναιρεσειόντων η χρηματική ποινή και Απαλείφει τη διάταξη αυτή.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δύο αναιρέσεις από κάθε κατηγορούμενο θεωρούνται ως μία. Αγορά - κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αόριστος ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία κα εφαρμογή ποινικής διάταξης. Απορρίπτει λόγο για ειδική αιτιολογία. Δέχεται λόγο για υπέρβαση εξουσίας, γιατί το Δικαστήριο (δευτεροβάθμιο) επέβαλε χρηματική ποινή την οποία δεν είχε επιβάλλει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αναιρεί εν μέρει και απαλείφει τη διάταξη της απόφασης για τη χρηματική ποινή που είχε επιβληθεί.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική.
| 1
|
Αριθμός 153/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γκούσκο, για αναίρεση της 68/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον ......, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 536/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Περαιτέρω, κατά την παρ.3 εδ. α' και β' του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 Ευρώ) ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών [73.000 ευρώ]. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Κατά δε την παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν.2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ασχολείτο από πολλά χρόνια επαγγελματικά με τη διαμεσολάβηση και απόκτηση ακινήτων που προέρχονται από πλειστηριασμούς ή εκποιούνται στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας, σε μικρές σχετικά τιμές, για λογαριασμό του ίδιου ή τρίτων, εντολέων του, με κέρδος από τη μεταπώληση ή από προμήθειες που συμφωνούσε. Στο πλαίσιο αυτό, αρχές Ιουνίου του 1996, ο κατηγορούμενος ανέφερε στο δικηγόρο ...., γνωστό του από το 1965, ότι επίκειται ένας συμφέρων πλειστηριασμός ενός ακινήτου (βίλας) στο ...... που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία του ...... Την πληροφορία αυτή ο άνω δικηγόρος μετέφερε στο ζεύγος ...... (εγκαλούντος) και ακολούθησε συνάντηση αρχές Ιουνίου 1996 του εγκαλούντος με τον κατηγορούμενο στο γραφείο του άνω δικηγόρου του και εκεί ο κατηγ/νος διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα, ότι επίκειται πτωχευτικός πλειστηριασμός του άνω ακινήτου και ότι ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό αυτό και να επιτύχει την κατακύρωση του άνω ακινήτου στη συμφέρουσα, πολύ κατώτερη της πραγματικής αξίας, τιμή των 147.000.000 δρχ. και για να τους πείσει να του δώσουν τη σχετική εντολή και προκαταβολή των 10.000.000 δρχ, για να ξεκινήσει δήθεν τη διαδικασία συμμετοχής του στη σχετική πλειοδοσία, ποσό που του κατέβαλε ο εγκαλών στις 4/6/1996, τον διαβεβαίωσε ότι αυτός είναι "ασπρογέρακος και όχι μαύρο κοράκι", ότι έχει μεγάλη ατομική ακίνητη περιουσία και συγκεκριμένα, γραφείο στην οδό ...., ακίνητο μεγάλης έκτασης στο ..... και κτήμα με κατοικία στη ..... με πισίνα, όπου κατοικεί, αποθήκες με χαλιά και κλιματιστικά μεγάλης αξίας και καταθέσεις σε τράπεζες άνω των 100.000.000 δρχ, ενώ όλα αυτά ήταν εντελώς ψευδή, δεν επέκειτο ο άνω πλειστηριασμός και ο κατηγορούμενος δεν είχε στην ιδιοκτησία του τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία (βλ. καταθέσεις μαρτύρων). Στη συνέχεια του σχεδίου εξαπάτησης και παράνομου περιουσιακού οφέλους που είχε καταστρώσει ο κατηγ/νος, υποδείξας τη βίλα που δήθεν θα εκπλειστηριάζετο, που ο εγκαλών και η μάρτυρας σύζυγος του την είδαν και τους άρεσε στην οδό .... και έζησαν το όνειρο ότι θα την αποκτήσουν στην παραπάνω μικρή τιμή, χωρίς να τους δώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τον πλειστηριασμό, που ουδέποτε έγινε καl ούτε επέκειτο, ζήτησε και ο εγκαλών του κατέβαλε στις 7/6/1996 25.000.000 δρχ, προς συμπλήρωση δήθεν της απαιτούμενης εγγύησης συμμετοχής στον πλειστηριασμό, λόγω της μεγάλης αξίας του ακινήτου. Στη συνέχεια, επαναλαμβάνοντας τις ψευδείς ως παραπάνω διαβεβαιώσεις του, ώστε να του έχουν εμπιστοσύνη γιατί είχε τεράστια ως άνω περιουσία, έπεισε τον εγκαλούντα και του κατέβαλε επίσης για τον ίδιο σκοπό, στις 25/6/1996 ποσό 12.500.000 δρχ και στις 10/7/1996 ποσό 22.500.000 δρχ, υπογράψας ο κατηγορούμενος και σχετικές αποδείξεις είσπραξης. Ακολούθως ο κατηγορούμενος συνέχισε να υπόσχεται ότι από ημέρα σε ημέρα θα επιτύχει την κατακύρωση υπέρ του εγκαλούντος, προφασιζόμενος διάφορα εμπόδια από άλλους ενδιαφερόμενους, αργότερα δε αναβολές του πλειστηριασμού, λόγω δικαστικών διακοπών, ότε ήλθε ο Οκτώβριος του 1996 και τότε πλέον ο εγκαλών αντιλήφθηκε ότι είχε πέσει θύμα απάτης και ζήτησε επιστροφή του ως άνω ποσού των 70.000.000 δρχ, που είχε συνολικά καταβάλει. Ο κατηγορούμενος μετά από πολλά ψέματα και αναβολές και υπό την απειλή μήνυσης, επέστρεψε στον εγκαλούντα 10.000.000 δρχ στις 14/11/1996, 10.000.000 δρχ στις 6/12/1996 και 5.000.000 δρχ στις 17/3/1997 με συναλλαγματικές και επίσης 4.000.000 δρχ στις 14/4/1997.Τελικά μέχρι σήμερα ο κατηγ/νος επέστρεψε, όπως κατέθεσε ο εγκαλών, 34.000.000 δρχ, οφειλών το υπόλοιπο ποσό των 36.000.000 δρχ, κατά το οποίο αυτός παράνομα ωφελήθηκε, επί ζημία του εγκαλούντος, ο οποίος, σε έρευνα που διενήργησε ο ίδιος και ο άνω δικηγόρος του ...., διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε ουδείς πλειστηριασμός στο προσκήνιο με την πτωχευτική ή άλλη διαδικασία του άνω ακινήτου στην οδό ....., στο όνομα μάλιστα πτωχευτικής περιουσίας ....., όπως ψευδώς διαβεβαίωσε ο κατηγορούμενος. Επίσης ουδεμία ακίνητη περιουσία και κινητή περιουσία που προαναφέρθηκε υπήρχε στο όνομα του κατηγορουμένου, όπως ψευδώς διαβεβαίωσε (βλ. κατάθεση εγκαλούντος).Όπως δε κατέθεσε η σύζυγος του εγκαλούντος, ο κατηγορούμενος έμαθε ότι έχει εξαπατήσει και πολλούς άλλους, τους έλεγε δε πειστικά "ελάτε στη βίλα μου στη ..... από εμένα κανείς δεν έχει χάσει, έχω μεγάλη επιφάνεια", είχε ταλέντο να πείθει ο κατηγ/νος, αν δεν μας διαβεβαίωνε ότι έχει περιουσία, δεν θα προβαίναμε στη συναλλαγή μαζί του. Από την επανειλημμένη δε ως άνω τέλεση της απάτης, στις 4/6/96, 7/6/96, 25/6/96 και 10/7/96, μέσα σε 40 ημέρες την τέλεση απατών και στο παρελθόν σε βάρος άλλων, από το σχέδιο που είχε καταστρώσει και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, όχι ευκαιριακά, αλλά με οργανωμένη ετοιμότητα με υπόδειξη συγκεκριμένης βίλας που θα εκπλειστηριαζόταν σε τιμή ευκαιρίας λόγω πτώχευσης, προσέγγιση μέσω δικηγόρου φίλου του των θυμάτων, τμηματική είσπραξη μεγάλων ποσών για δήθεν εγγύηση συμμετοχής, εμφάνιση αυτού ως πλουσίου, με ακίνητη και κινητή περιουσία μεγάλης αξίας και με μεγάλη γνώση και εμπειρία συμμετοχής σε πλειστηριασμούς, προκύπτει σκοπός του κατηγ/νου για πορισμό εισοδήματος, αλλά, ελλείψει άλλου επαγγέλματος αυτού, και σταθερή ροπή αυτού προς διάπραξη απατών, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Συνεπώς ο κατηγ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κακουργηματικής απάτης, διαπραχθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, 70.000.000 δρχ, ποσό από το οποίο ο κατηγ/νος ήδη έχει επιστρέψει μόνο 34.000.000 δρχ.". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το κατ' έφεση δίκασαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για απάτη, κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 (15000 ευρώ) και επέβαλε για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα καl χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α , 27 παρ. 1, 13 περ. στ, 98, 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα προσδιορίζεται σαφώς και αιτιολογείται πλήρως, ο τρόπος της παραπλάνησης του εγκαλούντος εκ μέρους του αναιρεσείοντος, δια της παραστάσεως, εν γνώσει του, ψευδών γεγονότων ως αληθών, των οποίων μάλιστα γίνεται και συγκεκριμένος προσδιορισμός, ο σκοπός του αναιρεσείοντος για την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους, η πρόκληση και το συνολικό ύψος της ζημίας και του αντίστοιχου οφέλους του κατηγορουμένου, η συνδρομή στο πρόσωπο του τελευταίου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της απάτης, κατ' εξακολούθηση, της οποίας ακόμη προσδιορίζεται και αιτιολογείται ο τρόπος τέλεσης των επί μέρους πράξεων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του δεν αναφέρεται και αυτή, είναι αβάσιμη και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ναι μεν κατά τον προσδιορισμό, κατ' είδος, των αποδεικτικών μέσων δεν γίνεται ειδική μνεία γι' αυτήν, όμως από το σύνολο του σκεπτικού προκύπτει σαφώς ότι ελήφθη και η κατάθεση αυτή υπόψη, δοθέντος ότι για την επιβεβαίωση πραγματικών περιστατικών που το Δικαστήριο δέχεται ως αληθινά, τούτο παραπέμπει στη συγκεκριμένη κατάθεση με την ένδειξη (βλ. κατάθεση εγκαλούντος). Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, oι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από υπ'αριθμ.1336/11-2-2008 αίτηση του .....κατοίκου ..... για αναίρεση της με αριθ.68/9-1-2008 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
Αριθμός 152/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 κατοίκου ..... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου και 2) Χ2 κατοίκου ..... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδος, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της 2872/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Δεκεμβρίου 2007 και 21 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως ως και στο από 10 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων του Χ1, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 706/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου δύο αιτήσεις αναιρέσεως, η πρώτη με χρονολογία 3/12/2008 του Χ1 και η δεύτερη με χρονολογία 21-2-2008 του Χ2 στρεφόμενες και οι δύο κατά της ίδιας καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με αριθμό 2872/2007, καθώς και οι επί της πρώτης αιτήσεως από 10/9/2008 πρόσθετοι λόγοι και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατ' άρθρο 211 ΚΠΔ, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο : α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέως της ανακρίσεως στην ίδια υπόθεση, β)... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ναl μεν η απαγγελομένη ακυρότητα είναι σχετική, όμως, εκ του ότι δύναται αυτή να προταθεί, κατ' άρθρο 173 παρ.1 σε συνδ. προς αρθρ. 174 παρ.1, μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό και συνεπώς εκ του ότι δύναται να προταθεί για πρώτη φορά κατ' έφεση (όχι όμως και ενώπιον του Αρείου Πάγου) συνάγεται ότι η ακυρότητα υφίσταται, καλυπτόμενη όμως εφόσον ο κατηγορούμενος δεν εναντιώθηκε στην εξέταση του μάρτυρα αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, δεν προκύπτει ότι ο αστυνομικός Μ1 που εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο, άσκησε προανακριτικά καθήκοντα στην κρινόμενη υπόθεση, αλλά και ότι οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου, εναντιώθηκαν στην εξέταση του παραπάνω μάρτυρα. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ2, εκ του άρθρου 510 & 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, περί απόλυτης, όπως υπολαμβάνει, ορθώς όμως, περί σχετικής, ακυρότητας που προκλήθηκε από την εξέταση του παραπάνω μάρτυρα στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, κατά δε το άρθρο 329 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνεται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Η παράβαση των παραπάνω διατάξεων ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν απαγγέλθηκε δημόσια αλλά κεκλεισμένων των θυρών. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η τελευταία έχει απαγγελθεί σε δημόσια συνεδρίαση και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2161/1993, (ήδη 20 & 1, β, ζ Κ.Ν.Ν 3459/2006) τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, αντίστοιχα, διαθέτει ή κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή ναρκωτικών πραγματώνεται, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά στη διάταξη αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2872/2007 απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, με την οποία καταδίκασε τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες, τον μεν πρώτο για κατοχή, τον δε δεύτερο για διάθεση ναρκωτικών ουσιών, διέλαβε στο αιτιολογικό της, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος μνημονεύει, "αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Τον Δεκέμβριο του 2004 αστυνομικοί υπάλληλοι του AT. ...., είχαν πληροφορίες ότι οι δύο κατηγ/νοι, κάτοικοι ..... εκ των οποίων ο Χ1 είχε αποφυλακισθεί στις ...., μετά την έκτιση ποινής φυλάκισης 5 ετών, για παραβάσεις του ν. περί ναρκωτικών, (βλ. από ..... αποφυλακιστήριο έγγραφο της Δ. Φ. .... διακινούσαν ναρκωτικά και δη ινδική κάνναβη με σκοπό το κέρδος στην περιοχή ..... και ιδία πέριξ του δημοτικού σχολείου ..... που βρίσκεται πλησίον της οικίας του Α κατ/νου και τους έθεσαν υπό παρακολούθηση. Περαιτέρω στις 21-12-2004, όπως παραστατικά κατέθεσε ο αστυφύλακας Μ1, το εσπέρας είχαν κρυφτεί πίσω από το μανδρότοιχο του άνω σχολείου και περί ώρα 17.30, ενώ ήταν σούρουπο και έβρεχε, είδε καθαρά και αναγνώρισε τον Β κατ/νο, που γνώριζε φυσιογνωμικά από παλιά από το σχολείο, που πήγαιναν μαζί, να έρχεται κρατώντας μία μαύρη σακούλα πλαστική, τύπου σκουπιδιών και να την αφήνει σε μια άκρη κοντά στο μανδρότοιχο του σχολείου, μέσα στο προαύλιο, σε κάτι ξερά χόρτα, που είχαν προέλθει από τον καθαρισμό του προαυλίου. Εκεί, χωρίς να αποκαλυφθεί, αφού διαπίστωσε το περιεχόμενο της σακούλας ότι επρόκειτο για ινδική κάνναβη, δεν την πήρε, ενημέρωσε την υπηρεσία του, ζητώντας ενισχύσεις, κατέφθασε και ο αστυνομικός ..... και παρέμειναν κρυμμένοι, περιμένοντας τον παραλήπτη και περί ώρα 19.15, είδαν τον Α κατ/νο να πηγαίνει κατ' ευθεία στο σημείο που βρισκόταν η άνω σακούλα και όταν τη σήκωσε στα χέρια του και έγινε κάτοχος, βγήκαν, φώναξαν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ και ο Α κατ/νος άφησε τη σακούλα από τα χέρια του και αμέσως τον συνέλαβαν. Ο ίδιος ο Α κατ/νος παραδέχθηκε στους άνω αστυνομικούς, πράγμα που παραδέχεται και στην απολογία του, ότι τον είχε στείλει ο Β κατ/νος, να του κάνει μία δήθεν εξυπηρέτηση, να πάει να πάρει τη σακούλα από το προαύλιο, που κατάλαβε και εμμέσως πλην σαφώς παραδέχεται ότι γνώριζε ότι περιείχε κάνναβη, ότι επρόκειτο δηλαδή για ναρκωτικά και να του την πάει μετά στο σπίτι του Β κατ/νου, πράγμα βέβαια και κάθε συμμετοχή που αρνείται ο Β κατ/νος, αλλά αστήρικτα. Το κατατεθέν ως δήθεν άλλοθι από το μάρτυρα ....., ιδιοκτήτη καφετέριας στην ...... ότι ο Β κατ/νος ήταν στην καφετέρια και έπαιζε χαρτιά, από την ώρα 17.30 μέχρι αργά το βράδυ, δε γίνεται πιστευτό, διαψεύδεται από την κατηγορηματική και σαφή κατάθεση του άνω αστυνομικού. Η άνω κατασχεθείσα σακούλα, διαπιστώθηκε ότι περιείχε 1701 γραμμάρια ακατέργαστης φυτικής ινδικής κάνναβης, υπαγόμενης στον Πίνακα Α στοιχ.6 του άρθρου 4 παρ.3 ν 1729/1987.(βλ...... έκθεση εξέτασης Χημ. Υπηρ. Χαλκίδας). Έρευνες που έγιναν στις οικίες των κατηγορουμένων ουδέν σχετικό άλλο εύρημα με ναρκωτικά απέδωσαν, η έρευνα στην οικία του Β κατ/νου έγινε την επόμενη 22-12-2004, ώρα 08.55, με την παρουσία Ειρηνοδίκη και του πατέρα του εξαφανισμένου Β κατ/νου, ο οποίος αναζητηθείς το βράδυ και την επόμενη δεν ανευρέθη πουθενά και παρουσιάστηκε αργότερα στον ανακριτή μετά από κλήση, προσωρινά κρατούμενος από 31-1-2005. Επίσης ο ισχυρισμός του Β κατ/νου ότι ο ως άνω αστυνομικός καταθέτει ψέματα, από εμπάθεια σε βάρος του, γιατί είναι πανούργος, από μαθητής ραδιούργος, δεν προσεπιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, το δε γεγονός ότι είναι κτηνοτρόφος με ικανή ακίνητη περιουσία και εισοδήματα από εκτροφή αγριογούρουνων, δεν εμποδίζει το να εμπορεύεται και ναρκωτικά, το δε Δικαστήριο, στην παραπάνω κρίση του καταλήγει, στηριζόμενο όχι μόνο στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του, (211Α ΚΠΔ) αλλά και στην άνω σαφή κατάθεση του αστυνομικού Μ1 ο οποίος και δεν προέκυψε ότι έχει κάποια προσωπική ή οικογενειακή αντιδικία με αυτόν, ώστε να τον εκδικηθεί με τον άνω εμπαθή τρόπο. Κατ' ακολουθία των παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο μεν Α κατ/νος κατείχε την άνω ποσότητα 1701 γραμμαρίων κάνναβης, την οποία του διέθεσε ο Β κατ/νος, προφανώς για εμπορία, λόγω του μεγέθους της άνω ποσότητας και των ειδικών μέτρων παράδοσης και παραλαβής που είχαν πάρει, ανεξάρτητα του ότι δεν προέκυψε συγκεκριμένη συμφωνία και πληρωμή τιμήματος, λόγος για τον οποίο στον πρώτο βαθμό, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, καταδικάστηκε μόνο για κατοχή ο Α κατ/νος και αθώος αγοράς και ένοχος μόνον για διάθεση και όχι για πώληση ναρκωτικών ο Β κατ/νος. Ο Α κατ/νος είναι ένοχος κατοχής και όχι απόπειρας μεταφοράς ναρκωτικών, όπως αβάσιμα προβάλλει, διότι αποδείχθηκε ότι μετέβη στο προαύλιο του άνω σχολείου, μετά προσυνεννόηση, έπιασε στα χέρια του και σήκωσε από κάτω την εκεί εναποτεθειμένη από το γνωστό του Β κατ/νο πλαστική σακούλα με την κάνναβη που περιείχε, σε γνώσει του περιεχομένου της, ήτοι έγινε κάτοχος και μετά οι αστυνομικοί που παραφύλαγαν του φώναξαν Αστυνομία και αυτός άφησε τη σακούλα και αμέσως τον συνέλαβαν για κατοχή, είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός του, ότι απλά θα έκανε μία μεταφορά των ναρκωτικών στο σπίτι του Β κατ/νου, για φιλική εξυπηρέτηση και διότι ο Β του χάρισε δήθεν το τίμημα της αγοράς 10 χιλιόγραμμων κρέατος αγριογούρουνου, ποσού 70 ευρώ, που του χρωστούσε". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτουμένη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκομένων εγκλημάτων, (κατοχής και διάθεσης των ναρκωτικών ουσιών) για τα οποία, αντίστοιχα, καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τις οποίες (αποδείξεις) προσδιορίζει και αναφέρει αναλυτικά κατά το είδος τους, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 πα.1, 27 παρ.1, ΠΚ 4&3 Πίνακας Α6, 5&1β, ζ ν 1729/1987 όπως τώρα ισχύει, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα αιτιολογείται η κατοχή των ναρκωτικών από τον πρώτο και η διάθεση των από το δεύτερο, απορρίπτεται δε ο ισχυρισμός του πρώτου, ότι η πράξη που τέλεσε είναι εκείνη της απόπειρας μεταφοράς και όχι της κατοχής, δοθέντος ότι προσδιορίζονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθε στη φυσική εξουσίαση του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος η παραπάνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και συνεπώς η δυνατότητα να ελέγχει την ύπαρξη τους καl να τα διαθέτει κατά βούληση και τούτο διότι, από της παραδοχές της απόφασης προκύπτει, ότι 1) προηγήθηκε η συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων με βάση την οποία ο δεύτερος διέθεσε στον πρώτο τα ναρκωτικά αυτά, 2) για την υλοποίηση της συμφωνίας αυτής ο δεύτερος μετέβη στο χώρο που προαναφέρθηκε, άφησε τη σακούλα σε προσδιορισμένο σημείο, με τη θέληση του να αποκτήσει ο πρώτος τη φυσική των εξουσίαση, με αποτέλεσμα μετά την ενέργεια του αυτή να μην τα εξουσιάζει ο ίδιος και 3) ο πρώτος μετέβη στον ίδιο χώρο, πήρε στα χέρια του την ποσότητα των ναρκωτικών και έτσι, με την υλοποίηση της συμφωνίας που προηγήθηκε, απέκτησε τη φυσική εξουσίαση των. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων, αναφερομένη στο ότι δεν προκύπτει από την απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, αφού γίνεται επιλεκτική αναφορά στις καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων και ειδικότερα στην κατάθεση του μάρτυρα, αστυνομικού, Μ1 την οποία και εξαίρει είναι αβάσιμη καl τούτο γιατί, εκ του λόγου ότι εξαίρεται η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, δεν έπεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων (κατηγορίας και υπερασπίσεως) ή τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, όπως σημειώθηκε, κατ' είδος μνημονεύονται και κανένα απ' αυτά δεν εξαιρέθηκε. Επομένως οι από το άρθρο 510 & 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι (πρώτος στην πρώτη αίτηση, πρώτος και δεύτερος στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων και πρώτος και δεύτερος στη δεύτερη αίτηση) αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 & 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ (τρίτος στη δεύτερη αίτηση) λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, εκ του ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να προβεί στην καταδίκη του δεύτερου αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του μόνο την απολογία του συγκατηγορουμένου του και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο, εκτός από την απολογία αυτή, έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του αστυνομικού, που εξετάστηκε στο ακροατήριο, την οποία μάλιστα ειδικώς εξαίρει, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης ο μάρτυρας αυτός έχει δική του αντίληψη για τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την κρίση του. Εξάλλου η αιτίαση του ίδιου αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο, δίχως να υποβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός από αυτόν, ερεύνησε αν συντρέχουν στο πρόσωπο του ελαφρυντικές περιστάσεις, με αποτέλεσμα να προκληθεί ακυρότητα, είναι απαράδεκτη, δοθέντος ότι το δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση ερευνά και αυτεπαγγέλτως τις ελαφρυντικές περιστάσεις και συνεπώς δεν δημιουργείται ακυρότητα και λόγος αναιρέσεως υπέρ του κατηγορουμένου. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις και οι προσθετοί λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 10892/10-12-2007 και 1760/25-2-2008 αιτήσεις και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 2872/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τους Χ1 και Χ2 και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή - διάθεση ναρκωτικών ουσιών. Ακυρότητα: 1) από εξέταση μάρτυρα που εκτέλεσε προανακριτικά καθήκοντα, 2) από λήψη υπόψη απολογίας συγκατηγορούμενου, ως μόνου αποδεικτικού μέσου, 3) παραβίαση της δημοσιότητας. Απορρίπτονται οι παραπάνω λόγοι.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Δημοσιότητα διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 166/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητράτο, περί αναιρέσεως της 756/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 724/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358,364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου τους. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που καθιδρύει, κατά τα ανωτέρω, τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του και σε μη αναγνωσθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα στο σκεπτικό της στη σελίδα 7, αναφέρει ότι αναγνώσθηκαν και έλαβε υπόψη του τα έγγραφα: α) Την υπ' αριθ. ΥΖΧ άδεια κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) Μικρή αγγελία εφημερίδας, γ) Την Ένορκη κατάθεση μάρτυρα Α (αστ) και δ) Την απολογία της κατ/νης Β, των οποίων εγγράφων η ταυτότητα δεν προσδιορίζεται επακριβώς και δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, για το αν και ποία από τα πρωτοδίκως αναγνωσθέντα έγγραφα λήφθηκαν τελικά υπόψη στην κατ'έφεση δίκη και ότι παραβιάστηκαν έτσι τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά του. Πράγματι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν τα παραπάνω τέσσερα έγγραφα με τον πιο πάνω αναφερόμενο τίτλο. Όμως με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα εις τα οποία αφορούν κ.λ.π., αφού με την ανάγνωσή τους στην επί ακροατηρίου διαδικασία στο Τριμελές Εφετείο, κατέστησαν γνωστά όλα τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός και δια του παραστάντος συνηγόρου του στη δίκη, μετά την ανάγνωσή τους, είχε πλήρη δυνατότητα, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με την ταυτότητά τους και με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης αυτής.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως από την τελευταία κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο απ' αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως, γιατί κατά παραβίαση του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ το Δικαστήριο 1) δεν αναφέρει στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων καίτοι ανέγνωσε τα υπ' αυτού παραδοθέντα έγγραφα, α) ανάλυση μισθοδοσίας του και απόδειξη πληρωμής του από Ιούλιο 2003 έως Απριλίου 2004, β)ιδιωτικό συμφωνητικό - σύμβαση εργασίας του από 1/8/2005 έως 1/1/2006, γ) σύμβαση εργασίας του από 1/1/2006 και 2) δεν ανέγνωσε το έγγραφο αγγελίας της εφημερίδας "....." που ζητήθηκε, εφόσον τα εν λόγω πρακτικά του Δικαστηρίου, στα οποία τα ανωτέρω έγγραφα δεν φέρονται αναγνωσθέντα, δεν προσβάλλονται για πλαστότητα και εφόσον δεν προβάλλεται, αλλ' ούτε και από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσείων ως κατηγορούμενος ή η συνήγορός του, ζήτησαν την ανάγνωσή τους και ότι κατά της αρνήσεως της Διευθύνουσας τη συζήτηση να αναγνώσει τα άνω έγγραφα, προσέφυγαν στο Δικαστήριο και τούτο παρά το νόμο απέρριψε την προσφυγή ή παράλειψε να αποφανθεί επ' αυτής, είναι προεχόντως απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του αρ. 349 παρ.3 εδ. α του ΠΚ, "όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία, προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και μη χρηματική ποινή". Η αναφερόμενη διάταξη δεν έχει θιγεί με το αρ. 7 του Ν. 3064/2002 και απλώς προστέθηκε εδ. 2, που προβλέπει την τέλεση της πράξεως από υπάλληλο, ως επιβαρυντική περίσταση. Προαγωγεία στην πορνεία νοείται η καθοιονδήποτε τρόπο (με παροτρύνσεις, πιέσεις, συστάσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (με παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων, άσκηση ψυχολογικής βίας κλπ), παρακίνηση της γυναίκας, που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσας ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας, ενήλικη δηλαδή ή και ανήλικη. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν περισσότερες γυναίκες θύματα (ούτε από τη χρήση του όρου "γυναίκες" προκύπτει το αντίθετο), ούτε επίσης η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών ή ανήλικη. Είναι όμως αναγκαίο, να μην είναι αυτή ήδη πόρνη, υπό την έννοια που αναφέρεται παρακάτω. Η άποψη ότι αρκεί και η παρακίνηση της ήδη εταιριζόμενης γυναίκας, να συνεχίσει τη δραστηριότητά της αυτή, δεν έχει επικρατήσει. Στοιχείο επομένως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι, η προαγωγεία στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε περισσότερα πρόσωπα άνευ εκλογής, για σαρκική επαφή, έναντι χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγεία στην πορνεία, πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία ή και από τα δύο αυτά. Κατ' επάγγελμα άσκηση της μαστροπείας υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για τον πορισμό εισοδήματος, αρκεί δε το όφελος του δράστη και από μία μόνο γυναίκα, ενώ από κερδοσκοπία άσκηση υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού ωφελήματος ή ενός αθέμιτου κέρδους, θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξάρτητα από την επίτευξή του. Δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο παρέχεται έναντι αμοιβής η σαρκική ηδονή, ούτε δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή τελέσεως της παραπάνω πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία σωρευτικά. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρος της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και το αίτημα για την αναγνώριση κάποιας από τις ενδεικτικά στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ αναφερόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω:
"Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 3 του ΠΚ όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση με οποιοδήποτε τρόπο γυναίκας που δεν έχει γίνει ακόμη πόρνη, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκική ηδονή σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρωμάτων ή άλλης αμοιβής χωρίς να απαιτείται το άμεμπτο των ηθών της κατ' επάγγελμα τελείται η πράξη όταν υπάρχει θέληση επανάληψη προς βιοπορισμό και αρκεί το όφελος του δράστη και από μία μόνο γυναίκα ενήλικη ή ανήλικη, κερδοσκοπία υπάρχει δε, όταν ο δράστης αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος έστω και μία φορά, υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και στη θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος (Α.Π. 1999/2005, ΑΠ 1013/2005, 942/2005 Ποινικά Χρονικά 2006 σελίδες 534, 124 παρ. 52 αντίστοιχα.
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 28-8-2003 στην εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ" και στις στήλες "προσωπικά" υπήρχε η εξής διαφήμιση "ΑΙΣΘΗΣΙΑΚΕΣ Ρωσίδες ανεξάρτητες από 20 έως 30 ετών αναζητούν αυθημερόν γνωριμίες χωρίς επαγγελματισμούς και βιασίνες ..... .....". Στις 16-9-2003 και κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες ο αστυνομικός της Υπ/νσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων Αρχαιοκαπηλίας και Ηθών, Α σε εκτέλεση σχεδίου της υπηρεσίας του μαζί με άλλους συναδέλφους του μετέβη στο Ξενοδοχείο "....." που βρίσκεται επί της ..... αρ. ... και αυτός μεν εισήλθε εντός του ξενοδοχείου ως πελάτης και μίσθωσε το υπ' αριθ. ..... δωμάτιο, ενώ οι συνάδελφοί του έμειναν εκτός αυτού αλλά πέριξ (του ξενοδοχείου). Ο προαναφερόμενος αστυνομικός Α από το μισθωμένο δωμάτιο τηλεφώνησε στο διαφημιζόμενο κατά τα προαναφερόμενα αριθμό κινητού τηλεφώνου. Στο τηλέφωνο απάντησε άλλος στην γυναίκα και ο αστυνομικός προσποιούμενος τον πελάτη συμφώνησε να του στείλει μία γυναίκα προκειμένου να έλθει σε σαρκική συνάφεια μαζί της αντί της χρηματικής αμοιβής των 130 ευρώ. Περί ώρα 0.3 και τέταρτο στο άνω ξενοδοχείο έφθασε ο κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του από το οποίο αποβιβάσθηκε μία γυναίκα την οποία μεταφέρει εκεί για το προαναφερόμενο προγραμματισμένο ραντεβού στο δωμάτιο 32 του ξενοδοχείου όπου και πράγματι αυτή κατευθύνθηκε, ο δε κατηγορούμενος στάθμευσε το αυτοκίνητό του σε μικρή απόσταση από το άνω ξενοδοχείο και συγκεκριμένα έμπροσθεν του οικοδομικού αριθμού ... της ....., αναμένοντας την άνω γυναίκα να ολοκληρώσει το ραντεβού και να την παραλάβει. Η γυναίκα όταν μπήκε στο δωμάτιο 32 συστήθηκε στον αστυνομικό - πελάτη ότι έρχεται από το γραφείο στο οποίο αυτός είχε τηλεφωνήσει, εκείνος της προσέφερε το συμφωνηθέν ποσό των 130 ευρώ και μόλις αυτή άρχισε να αποβάλει τα ενδύματά της της γνωστοποίησε την ιδιότητά του και την συνέλαβε. Η ίδια τότε του δήλωσε ότι ονομάζεται Β. Αμέσως μετά από τους εκτός του ξενοδοχείου ευρισκόμενους αστυνομικούς συνελήφθη ο κατηγορούμενος ο οποίος σύμφωνα και με την παραδοχή της γυναίκας αυτής ήταν ο άνδρας που την μετέφερε σε 5-6 ερωτικά ραντεβού με διαφορετικούς άνδρες καθημερινά σε διάφορα ξενοδοχεία και σπίτια, γεγονός βέβαια που και ο ίδιος όχι μόνο δεν αμφισβητεί αλά παραδέχεται ότι "τη δουλειά αυτή τη βρήκε μέσω αγγελιών της ".....", διότι είχε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα εξαιτίας του ότι η μητέρα του ήταν άρρωστη από καρκίνο και χρειαζόταν και δεύτερη δουλειά. Η προαναφερόμενη γυναίκα παρέδιδε στον κατηγορούμενο τα χρήματα που εισέπραττε από κάθε ραντεβού και στο τέλος της βάρδιας αυτός της έδιδε 55 ευρώ για κάθε ραντεβού. Ύστερα από έρευνα που οι άνω αστυνομικοί διενήργησαν στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν εκτός αυτού 870 ευρώ, 8 προφυλακτικά, λιπαντική κρέμα, δύο κινητά τηλέφωνα MOTOROLA και ΝΟΚΙΑ και τρία φύλλα χάρτου με ιδιόχειρη γραφή. Ισχυρίζεται βέβαια ο κατηγορούμενος ότι η γυναίκα ήταν πόρνη και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της μαστροπείας για το οποίο κατηγορείται. Όμως ο προαναφερόμενος αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε καθόσον μόνο το γεγονός το οποίο επικαλείται ο κατηγορούμενος ότι στην απολογία της στο Τμήμα Ηθών αναφέρεται ότι "ένας γνωστός της στη ..... της συνίστησε να κάνει αυτή τη δουλειά και ότι αυτή κατά τους τελευταίους τρεις μήνες έκανε αυτή τη δουλειά" δεν μπορεί να οδηγήσει ότι το Δικαστήριο σε κρίση ότι αυτή είχε γίνει πόρνη, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απολογία της, η οποία νόμιμα αναγνώσθηκε από τα πρακτικά της εκκαλουμένης αναφέρει ότι "πρώτη φορά την έκανε αυτή τη δουλειά". Εξάλλου αν όντως ήταν πόρνη θα είχε κάποια ιδική της υποδομή και θα δεχόταν η ίδια άμεσα πελάτες εισπράττονταςολόκληρη την αμοιβή και δεν θα είχε μεσάζοντες, ούτε θα μεταφερόταν από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο και από σπίτι σε σπίτι όπως συνέβαινε εν προκειμένω εισπράττοντας μικρό μόνο μέρος της καταβαλλόμενης αμοιβής. Στην κρίση αυτή του δικαστηρίου συνηγορούν και τα ευρήματα στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήτοι προφυλακτικά κ.λ.π. κάτι που μαρτυρεί ότι η εν λόγω γυναίκα βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο του κατηγορουμένου και εκτιμούσε τα ραντεβού υπό τον έλεγχο και την καθοδήγησή του και δεν είχε γίνει ακόμη πόρνη. Σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος με τον άνω τρόπο προήγαγε στην πορνεία την άνω γυναίκα από πρόθεση και κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι προέβαινε στην πράξη με τη θέληση να αποτελεί γι' αυτόν η επανάληψή της και μάλιστα 5-6 φορές ημερησίως επί 10 συνεχείς ημέρες μέχρι της συλλήψεως του πηγή βιοπορισμού κερδοσκοπώντας, αφού απέβλεπε σε πορισμό εισοδήματος που προερχόταν από την παραπάνω γυναίκα. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως της μαστροπείας κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Αυτοτελής είναι οι ισχυρισμοί που οδηγούν στην άρση ή μείωση του καταλογισμού του δράστη ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και "περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ. θεωρείται μεταξύ άλλων (εδ. α ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο και έγινε το έγκλημα έντιμη, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή όπως ισχυρίζεται, καθόσον δεν προσάγει κάποια πειστική απόδειξη ότι ο βίος του υπήρξε έντιμος, αφού μόνο από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου που λόγω καταδίκης του σε μικρή ποινή των σαράντα ημερών ενέχει θετική προϋπόθεση και την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως η οποία αναφέρει ότι "της φαίνονται αδιανόητα όλα αυτά, ότι τον γνωρίζει 20 χρόνια, ότι δουλεύει πάντα σε 2-3 δουλειές και ότι εκείνη την εποχή είχε μεγάλη ανάγκη για χρήματα γιατί η μητέρα του ήταν άρρωστη βαρειά, δεν αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χωρίς τη συνεπικουρία άλλων αποδεικτικών μέσων, ο έντιμος βίος του προ της τελέσεως της ανωτέρω πράξεως". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε ως άνω ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα της μαστροπείας και όχι εκείνο της διευκόλυνσης ακολασίας άλλου(άρθρο 348 παρ.1ΠΚ), όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ. α και ε του ΠΚ, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο προαγωγής σε πορνεία γυναίκας κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ως και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,84 παρ.2, 349 παρ.3 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η εκ μέρους του κατηγορουμένου προαγωγή σε πορνεία της Ρωσίδας υπηκόου Β, ότι η Ρωσίδα αυτή γυναίκα που μετέφερε με ιδικό του ΙΧΕ αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος στα ραντεβού εξευρισκομένων, βάσει αγγελιών σε εφημερίδα, τηλεφωνικά, ανδρών πελατών για σαρκική συνάφεια με αμοιβή 130 ευρώ, δεν ήταν προηγούμενα πόρνη, βρισκόταν υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση του κατηγορουμένου που ελάμβανε ως ποσοστό του ποσό 75 ευρώ από τα 130 ευρώ της αμοιβής για κάθε σαρκική συνάφεια αυτής με πελάτη και ότι η άνω γυναίκα πρώτη φορά μετερχόταν την πορνεία, όπως παραδέχτηκε η ίδια κατά την αναγνωσθείσα απολογία της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίον την προήγαγε σε πορνεία, η υποδομή που είχε δημιουργήσει ο κατηγορούμενος, η άσκηση κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, επί 5-6 φορές την ημέρα τις τελευταίες 10 ημέρες προ της συλλήψεώς τους και δεν αναφέρεται στο διατακτικό ότι η εκπόρνευση γινόταν επί 30 ημέρες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, επικαλούμενος σχετική αντίφαση, ενώ ουδόλως στο αιτιολογικό το Δικαστήριο, δέχεται, στις σελίδες 12 και 15, αντιφατικά προς τα πιο πάνω, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι στην εν λόγω Ρωσίδα γυναίκα "συνέστησε να κάνει αυτή τη δουλειά ένας γνωστός της από τη ..... και ότι έκανε αυτή τη δουλειά τους τελευταίους τρεις μήνες" και όχι το τελευταίο δεκαήμερο προ της συλλήψεώς τους. Επίσης, στο αιτιολογικό αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δε συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ. και το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα λόγοι αναιρέσεως, τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 349 παρ.3 του ΠΚ, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Συνεπώς, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2007 Αίτηση -Δήλωση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 756/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μαστροπεία. Έννοια (ΑΠ 561/ 2008). 1) Αβάσιμος ουσία ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του ότι δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα ορισμένων τεσσάρων εγγράφων που αναγνώστηκαν (ΑΠ 31/2008, 129/2008, 600/2008, 909/2008), διότι επαρκώς καθορίζεται η ταυτότητα των 4 αυτών εγγράφων και με την ανάγνωσή τους, έλαβε γνώση του περιεχομένου τους ο αναιρεσείων και ο συνήγορός του. 2) Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως εκ του ότι δεν αναγνώστηκαν ορισμένα έγγραφα που κατέθεσε ο κατηγορούμενος, διότι από τα πρακτικά, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου για ανάγνωση αυτών και το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημα αυτό (ΑΠ 1941/2007). 3) Αβάσιμοι ουσία οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ. Η ρωσίδα δεν ήταν προηγούμενα πόρνη, εκπορνευόταν τις τελευταίες 10 ημέρες. Δεν αναφέρεται στο Διατακτικό ότι η εκπόρνευση γινόταν επί 30 ημέρες. Όμως πρώτη φορά μετερχόταν την πορνεία, όπως η ίδια παραδέχθηκε στην απολογία στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 4) Αβάσιμος ουσία ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της απορρίψεως του υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του 84 παρ. 2α΄ του ΠΚ.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Μαστροπεία, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 165/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Μεγκούσογλου, περί αναιρέσεως της 28033/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1316/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 170 παρ.1, η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 170 παρ.1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να μνημονεύει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε ισχύουσα κατά το χρόνο τελέσεως ουσιαστική ποινική διάταξη του ΠΚ ή και άλλου ειδικού ποινικού νόμου, που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξεως και την απειλούμενη ποινή. Αν δεν περιέχεται και τα στοιχεία αυτά, ή γίνεται μνεία ποινικής διατάξεως άσχετης προς τη διωχθείσα πράξη ή καταργηθείσας, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ.4 του ΚΠοινΔ.
Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και αν η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, μπορεί να ζητήσει κατά τα πιο πάνω την αναίρεσή της. ( άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β ΚΠοινΔ). Κατά δε το άρθρο 176 παρ.1 του ΚΠοινΔ, "αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας". Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. ΕΟ7/1484/26-4-2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, που επιδόθηκε ακολούθως στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, παραπέμφθηκε η τελευταία στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 21-6-2007, προκειμένου να δικασθεί για παράβαση των άρθρων 17 παρ.1, και 23 της υπ'αριθ. Υ1β/2000/1995 Υγειονομικής Διατάξεως και ειδικότερα για το ότι: "Στην ..., στις 30/03/2007, από πρόθεση παράβηκε επιτακτική και απαγορευτική διάταξη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 του Α.Ν. 2520/1940. Συγκεκριμένα, στην ενταύθα οδό ..., εντός της αυλής της οικίας της, διατηρούσε κατοικίδια ζώα, δηλαδή τουλάχιστο δέκα (10) γάτες, κατά παράβαση των όρων της υγιεινής και σχετικής απόφασης του Νομάρχη Θεσ/νίκης. Αποτέλεσμα της ως άνω αξιόποινης συμπεριφοράς της ήταν η πρόκληση δυσοσμίας και η δημιουργία ανθυγιεινών συνθηκών διαβίωσης για τους περιοίκους και ειδικότερα για τους ... και ...., ήτοι για παράβαση των άρθρων 17 παρ.1 και 23 της Υ1β/2000/1995 Υγειονομικής Διάταξης σε συνδυασμό με άρθρο 11 παρ.10 ν. 2307/1995 και την υπ'ααριθ. ΔΥ/ΟΙΚ/53770/18-11-1998 απόφ. του Νομάρχη Θεσ/νίκης, σε συνδ. Και με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1,12, 18β,26 παρ.1 α, 27παρ.1, 51, 53, 57, 59, και 79 του ΠΚ".
Κατά την παραπάνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως του παραπάνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η κατηγορουμένη που απουσίασε, εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τη συνήγορό της Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ευανθία Μεγκούσογλου, η οποία, ενεργούσα για λογαριασμό της, στο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε με έγγραφους αυτοτελείς ισχυρισμούς, αντιρρήσεις στην πρόοδο της διαδικασίας και ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος στην κατηγορουμένη κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω ανακριβούς καθορισμού της αξιόποινης πράξεως και λόγω μη αναγραφής των διατάξεων του ισχύοντος ουσιαστικού ποινικού νόμου, αλλά παράθεση μόνο καταργημένων και ανίσχυρων διατάξεων. Την ένσταση αυτή το Δικαστήριο με την υπ'αριθ. 2833/21-6-2007 παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε με το εξής αιτιολογικό:
"Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: μεταξύ των λοιπών στοιχείων που αναφέρονται σ' αυτή και τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Στην προκειμένη περίπτωση το από 26-4-2007 κλητήριο θέσπισμα που αφορά την κατηγορουμένη περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτεί η προαναφερόμενη διάταξη και ειδικότερα καθορίζεται σ' αυτό ακριβώς η πράξη για την οποία κατηγορείται τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική υπόστασή της ενώ γίνεται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει ήτοι γίνεται μνεία του άρθρου 17 παρ. 1 και 23 της ΥΙΒ/2000/1995 Υγειονομικής Διάταξης σε συνδ. με άρθρ. 11 παρ. 10 Ν. 2307/1995, οι οποίες διατάξεις σημειωτέον δεν συμπεριλαμβάνονται στις καταργούμενες διατάξεις με το άρθρο 15 του Ν. 3170/2003 και εξακολουθούν να ισχύουν, σε συνδ. με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 18β, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 57 και 79 του ΠΚ, η αναγραφή δε στο κλητήριο της ήδη καταργηθείσης υπ' αριθμ. ΔΥ/Οικ. 53770/18-11-88 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης έγινε εκ περισσού και ουδόλως θίγει το κύρος αυτού (κλητηρίου θεσπίσματος), το οποίο όπως προελέχθη περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠΔ. Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμοι". Ακολούθως το πρωτοβάθμιο αυτό Δικαστήριο της ουσίας, δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ένοχο της αποδοθείσας σε αυτήν αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως των άρθρων 17 παρ.1,23 της Υ1β/2000/1995 Υγειονομικής Διατάξεως σε συνδυασμό με άρθρο 11 παρ.10 ν. 2307/1995 και ΔΥ/ΟΙΚ/53770/18-11-1988 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που τελέστηκε στις 30-3-2007 και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 30 ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Κατά της αποφάσεως αυτής, μη υποκειμένης σε έφεση, η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη δεν άσκησε έφεση, αλλά παραδεκτά την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και του αντίγραφου του υπό κρίση κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 παρ.5 του ΚΠοινΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτουν τα παρακάτω. Το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα αναφέρει όλες τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, για την παραπάνω πράξη που καταδικάστηκε η κατηγορουμένη. Όμως, από την αντιπαραβολή των διατάξεων του άρθρου 17 παρ.1 της υπ'αριθ. Υ1β/2000/1995 Υγειονομικής Διατάξεως και του άρθρου 6 του ν. 3170/2003 προκύπτει ότι ρυθμίζουν αντίστοιχα η μεν πρώτη το ζήτημα της διατηρήσεως κατοικιδίων ζώων (σκύλων, γατών κ.λ.π.), σε κατοικίες, διαμερίσματα πολυκατοικίας και κοινόχρηστους χώρους πολυκατοικιών, η δε δεύτερη το ζήτημα της διατηρήσεως ζώων συντροφιάς στους ανοικτούς χώρους μονοκατοικιών, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1197/1981 περί εξασφαλίσεως τροφής και υγιεινού και προσαρμοσμένου στο φυσικό τρόπο διαβιώσεώς τους καταλύματος και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας. Οι γάτες, τις οποίες φέρεται ότι διατηρούσε στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ... στην αυλή της μονοκατοικίας της, όσον αφορά τον αριθμό που επιτρεπόταν τότε να διατηρεί αυτή, εμπίπτουν τόσο στη ρύθμιση της πρώτης, όσο και στη ρύθμιση της δεύτερης ως άνω διατάξεως. Με τη δεύτερη, όμως, διάταξη και συγκεκριμένα με το εδάφιο δ' αυτής επιτρέπεται, όπως προαναφέρθηκε, "η διατήρηση ζώων συντροφιάς στους ανοικτούς χώρους μονοκατοικιών, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1197/1981 και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας", χωρίς να τίθεται αριθμητικός περιορισμός. Είναι δε, ως προς το σημείο αυτό, η δεύτερη διάταξη επιεικέστερη της πρώτης και, ως προς το σημείο αυτό, η δεύτερη διάταξη επιεικέστερη της πρώτης και, ως μεταγενέστερη αυτής, αλλά και αφού ρητά με το άρθρο 15 εδ. ε του ιδίου ν. 3170/2003 την έχει καταργήσει έπεται ότι τυγχάνει ενταύθα εφαρμογής, η δεύτερη ήτοι το άρθρο 6 εδ. δ του Ν. 3170/2003. Εξάλλου, τόσο η υπ' αριθ. ΔΥ/Α1/24/οικ. 3579/10-2-2003 (ΦΕΚ 317/17-3-2003, τεύχος Β), μνημονευόμενη στο υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα απόφαση του Νομάρχη Θεσ/νίκης, όσο και η καταργηθείσα με αυτήν υπ' αριθ. ΔΥ/ΟΙΚ. 53770/18-11-1988 προγενέστερη απόφαση του ιδίου Νομάρχη, ρυθμίζουν ζητήματα άσχετα προς τα προαναφερόμενα, δηλαδή ρυθμίζουν ζητήματα σχετικά με τη διατήρηση οικόσιτων ζώων (αγελάδων, αιγοπροβάτων, κονίκλων κ.λ.π.) εντός πόλεων, χωριών και οικισμών του Νομού Θεσ/νίκης. Είναι, συνεπώς, νομικώς εσφαλμένη η παραδοχή του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος ότι η εκ μέρους της κατηγορουμένης .... διατήρηση στην αυλή της μονοκατοικίας της δέκα (10) γατών, έγινε κατά παράβαση των όρων υγιεινής της σχετικής απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, ενώ επιτρέπεται η διατήρηση τόσων γατών σε ανοικτούς χώρους μονοκατοικιών, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφίου δ' του άρθρου 6 του Ν. 3170/2003. Επίσης, είναι μεν αξιόποινη η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στην περίπτωση κατά την οποία από τη διατήρηση των ως άνω 10 γατών στην αυλή της μονοκατοικίας της προκαλείται δυσοσμία και δημιουργούνται ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης για τους περιοίκους, αλλά προβλέπεται και τιμωρείται η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 της υπ' αριθ. Υ1β/2000/1995 Υγειονομικής Διατάξεως, η οποία δεν μνημονεύεται ουδόλως στο προσβληθέν κλητήριο θέσπισμα.
Συνεπώς, έπρεπε, ύστερα από τις ελλείψεις αυτές και τον εντεύθεν μη ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορήθηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, καθώς και για την εσφαλμένη μνεία των άρθρων του ποινικού νόμου που την προέβλεπαν, να κηρυχθεί άκυρο το κλητήριο θέσπισμα που της κοινοποιήθηκε και με το οποίο κλητεύθηκε η ίδια στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να δικασθεί για την παράβαση της με αριθ. Υ1β/2000/1995 Υγειονομικής Διατάξεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 28033/2007 παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την εν λόγω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία η αναιρεσείουσα εγκαίρως και παραδεκτά είχε προβάλει και μετά την απόρριψή της κατ' ουσίαν, προχώρησε, με βάση το ανωτέρω άκυρο κλητήριο θέσπισμα, στη συζήτηση της υποθέσεως και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για το άνω πλημμέλημα κατά τα προεκτεθέντα και της επέβαλε μη εφέσιμη ποινή φυλακίσεως 30 ημερών, έσφαλε, δεδομένου ότι εμφιλοχώρησε σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία δεν καλύφθηκε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως κατ'ουσίαν βάσιμη και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθούν οι ταυτάριθμες, παρεμπίπτουσα και οριστική, αποφάσεις του, κατά το βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατ'άρθρα 176 παρ.1 του ΚΠοινΔ, στο ίδιο Δικαστήριο, για να κηρύξει την ακυρότητα του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος, συντιθέμενο όμως από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 28033/2007 παρεμπίπτουσα και οριστική ταυτάριθμη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, για να κηρύξει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συγκροτούμενο όμως από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Υγειονομικής Διάταξης για κατοικίδια ζώα. Αναιρεί απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω ακυρότητας του επιδοθέντος στην κατηγορουμένη κλητηρίου θεσπίσματος, μη καλυφθείσας, λόγω προβολής προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, βασίμου ενστάσεως της κατηγορουμένης, για μη ακριβή καθορισμό της πράξης και εσφαλμένη αναγραφή των ποινικών διατάξεων (ΥΑ) που προβλέπουν την παράβαση, ένσταση όμως που εσφαλμένα απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για την ακύρωση του άνω άκυρου κλητηρίου θεσπίσματος, κατ’ άρθρο 176 παρ. 1 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2008, ΑΠ 1659/ 1999).
|
Παράβαση υγειονομική
|
Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Παράβαση υγειονομική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 148/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη και 2. Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ - Μάριο Βαρότσο, περί αναιρέσεως της 125/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βασίλειος Κουρούμανης.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20/6/2008 και 24/6/2008 αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1195/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με την υπ' αριθμ. 125/2008 αποφάση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκαν για κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία οι κατηγορούμενοι Χ και Ψ, ο τελευταίος δε και για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής νομοτύπως και εμπροθέσμως άσκησαν τις από 20-6-2008 και 1-7-2008, αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν και κατ' ουσίαν.
ΙΙ- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε, για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του κατά των κατηγορουμένων για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας,τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκε και η από 8-6-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι την διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο,με την υπ' αριθμ.499/2005 αναβλητική για κρείσσονας αποδείξεις απόφασή του. Περί της εκθέσεως αυτής, η οποία αποτελεί κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνει καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, για την οποία καταδικάσθηκαν και οι δύο αναιρεσείοντες, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του. Επομένως, κατά τούτο, ο κοινός λόγος αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα για την ίδια πράξη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΙΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες αναγόμενες στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Στην προκείμενη περίπτωση και αναφορικά με την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Ψ, δέχθηκε η απόφαση, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, ότι από το προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα επόμενα. " ...Ειδικότερα στο ..., με την ιδιότητά τους, ως υπάλληλοι του Εθνικού Οργανισμού Καπνού της Δ/σεως Περιφερείας Θεσσαλίας, ο μεν πρώτος ως υπάλληλος του λογιστηρίου, ο δε έτερος ως ταμίας ιδιοποιήθηκαν παράνομα ...... Πλέον τούτων ο δεύτερος κατηγορούμενος (νοείται ο Ψ) με την ανωτέρω ιδιότητά του και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανήγετο η έκδοση ή σύνταξη δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε ψευδώς με πρόθεση σ' αυτά περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη στο ... στην ίδια υπηρεσία, κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα, βεβαίωσε ψευδώς στα αναφερόμενα χρηματικά εντάλματα πληρωμής προς το ΙΚΑ που αφορούσαν εξέταστρα ασφαλισμένων υπαλλήλων του ΕΟΚ .... ότι είχαν εξοφληθεί, ενώ το παραπάνω γεγονός ήταν ψευδές, με αποτέλεσμα να υπάρχει οφειλή του Οργανισμού Καπνού προς το ΙΚΑ....". Με τις παραδοχές του αυτές και την παραδεκτή συμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό της αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 242 του Π.Κ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς την άνω πράξη, δεν ήταν αναγκαία η λήψη υπόψη και συνεκτίμηση της προαναφερθείσας εκθέσεως λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, αφού από την επισκόπηση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως με την οποία διετάχθη η πραγματογνωμοσύνη, προκύπτει ότι αυτή διετάχθη για θέματα τα οποία ανάγονται και αφορούν μόνο στην πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και ειδικότερα στο αν κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ανέλαβε προϊστάμενος του λογιστηρίου ο Χ υπήρχε έλλειμμα και σε ποια έκταση ανερχόταν αυτό. Περαιτέρω, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την απολογία του κατηγορουμένου, χωρίς, ενόψει της ύπαρξης δύο κατηγορουμένων, να διευκρινίζεται ποίου εκ τούτων την απολογία συνεκτίμησε, ουδεμία ασάφεια δημιουργείται, αφού, στη συνέχεια, στο κύριο σκεπτικό της αποφάσεως, το δικαστήριο ειδικώς αναφέρεται στις απολογίες και των δύο κατηγορουμένων διαλαμβάνοντας, κατά λέξη "... η κρίση του δικαστηρίου περί των αποδεικνυομένων αυτών πραγματικών γεγονότων στηρίζεται όχι μόνον επί των μαρτυρικών καταθέσεων αλλά και επί των απολογιών των κατηγορουμένων. ...", συναγομένου εντεύθεν ότι οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη των πρακτικών η αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού " της απολογίας του κατηγορουμένου." Κατά τούτο, η για έλλειψη αιτιολογίας σχετική αιτίαση του κατηγορουμένου Ψ προβαλλόμενη με τον 1ο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμη. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση περιεχόμενη στον 3ο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για τυπική αιτιολογία, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το σκεπτικό και το διατακτικό αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυπληρώνονται, στην προκείμενη περίπτωση δε, δεν είναι τυπική η αιτιολογία της αποφάσεως με τις αναφερθείσες παραδοχές της. Η αιτίαση που προβάλλεται με τον 5ο λόγο, ότι δηλαδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την από 12-9-2002 πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας ..... είναι αβάσιμη ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενη, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε και αναγνώσθηκε το παραπάνω έγγραφο. Εξάλλου για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, αρκεί η μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται σ' αυτήν συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και να αναφέρεται ειδικώς τι προέκυψε από καθένα από αυτά.
Συνεπώς και ο 7ος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της μη συγκριτικής αξιολόγησης της αναφερόμενης μαρτυρικής καταθέσεως σε συσχετισμό με αναγνωσθέντα έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Παρέλκει η έρευνα των 6ου 8ου λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας γιατί οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στο έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία για το οποίο αναιρείται η απόφαση κατά τα προεκτεθέντα και κατά παραδοχή του 4ου λόγου αναιρέσεως του κατηγορουμένου τούτου. IV.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων Ψ επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα ήτοι α) Το από 30-7-2001 έγγραφο του EOK β) Το από 5-2-2002 έγγραφο και γ) το έγγραφο του ΕΟΚ ,των οποίων δεν προκύπτει η ταυτότητα, καθόσον δεν διαλαμβάνεται ο εκδότης αυτών, το περιεχόμενο αυτών και ημερομηνία έκδοσης ως προς το τελευταίο. Η αιτίαση αυτή του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους.
Συνεπώς και ο 2ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. V.- Μετά από αυτά και καθόσον αφορά την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσίοντος Χ και κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως του Ψ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). Καθόσον, όμως, αφορά την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, η αίτηση αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως του Ψ πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και μόνον για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, την υπ' αριθμ.125/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει την από 1-7-2008 αίτηση του Ψ, για αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως κατά το μέρος που τον κήρυξε ένοχο για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία και ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση. Αναίρεση μόνον για την πρώτη πράξη για έλλειψη αιτιολογίας. Αναγνώσθηκε έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης την οποία διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν την μνημονεύει μεταξύ των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, αλλ’ ούτε από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού προκύπτει ότι εκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε. Επαρκής αιτιολογία και απόρριψη αιτήσεως για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Αναίρεση μερική, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Ψευδής βεβαίωση.
| 1
|
Αριθμός 147/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορουμένους τους: 1) Χ και 2) Ψ. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1838/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 551/26.11.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την με ημερομηνία κατάθεσης στην 6647/6-10-2008 αίτηση των Χ και Ψ με την οποία ζητούν να οριστεί κατά παραπομπή αρμόδιο για την εκδίκαση της κατά του πρώτου κατηγορίας για Ανθρωποκτονία από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία και παράνομη οπλοκατοχή Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο εκτός της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης για λόγους δημόσιας τάξης, και για λόγους αποφυγής πράξεων αντεκδίκησης σε βάρος του πρώτου σαν κατηγορουμένου και του δευτέρου σαν μάρτυρα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136&γΚΠΔ και εκθέτω τα παρακάτω.
Κατά του εκ των αιτούντων Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία οπλοκατοχή και οπλοχρησία υπόθεση και με το με αριθμ. 64/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ρεθύμνου παραπέμπεται να δικαστεί για τις πράξεις αυτές, της πρώτης τελεσθείσας σε βρασμό ψυχικής ορμής, σε Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης το οποίο θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης... Στην υπόθεση αυτή εξετάστηκε σαν μάρτυρας και ο δεύτερος των αιτούντων. Με την υπό κρίση αίτηση ζητούν να οριστεί Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο εκτός της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης επικαλούμενοι τους παραπάνω εκτιθέμενους λόγους δημόσιας τάξης και αποφυγής πράξεων αντεκδίκησης τόσο ενάντιο του δράστη όσο και του μάρτυρα υιού του.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 136 στοιχ. γ και 137 &1 ΚΠΔ κατά τις οποίες " Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ομοειδές όταν α)............. γ) επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με την δημόσια ασφάλεια και τάξη "και ότι την παραπομπή την ζητούν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις των στοιχείων γ και δ του άρθρου 136 ΚΠΔ μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης και ότι την παραπομπή την αποφασίζει α)...........γ) Ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση (εκτός από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 499) και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για το λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ του άρθρου 136........." προκύπτει ότι περίπτωση ορισμού κατά παραπομπή αρμοδίου δικαστηρίου γίνεται και στην περίπτωση κατά την οποία το επιβάλλουν λόγοι δημόσιας ασφάλεια και τάξης, και ότι την παραπομπή την ζητούν σε όλες τις περιπτώσεις τις προβλεπόμενες στο άρθρο 136 ΚΠΔ o Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων εκτός των περιπτώσεων γ και δ του άρθρου αυτού που την παραπομπή ζητεί Μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου Δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Επομένως για την παραπομπή για όλους του λόγους του άρθρου 136 πλην των περιπτώσεων των εδαφίων γ και δ του άρθρου αυτού την ζητεί ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων και ποτέ ο μάρτυρας και στις περιπτώσεις των εδαφίων γ και δ του άρθρου 136 Μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου Δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης και όχι οι κατηγορούμενος και πολιτικώς ενάγων. Εάν δε ζητηθεί από αυτούς η παραπομπή με αίτηση στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 136 εδ. γ και δ ΚΠΔ η αίτηση αυτή υποβάλλεται απαραδέκτως και απορρίπτεται σαν τέτοια.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως αναφέρθηκε και παραπάνω κατά του πρώτου κατηγορουμένου Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία οπλοκατοχή και οπλοχρησία υπόθεση και με το με αριθμ. 64/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ρεθύμνου παραπέμπεται να δικαστεί για τις πράξεις αυτές, της πρώτης τελεσθείσας σε βρασμό ψυχικής ορμής, σε Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης το οποίο θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης και ότι στην υπόθεση αυτή εξετάστηκε σαν μάρτυρας και ο δεύτερος των αιτούντων. Οι παραπάνω με την υπό κρίση αίτηση του ζητούν να οριστεί αρμόδιο μικτό Ορκωτό Δικαστήριο που θα επιληφθεί της εκδίκασης των κατά του πρώτου κατηγοριών Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο άλλης περιφέρειας ή του Εφετείου Κρήτης επικαλούμενοι τους λόγους που αναφέρθηκαν. Την παραπομπή αυτή όμως κατά τις παραπάνω διατάξεις μπορούν να την ζητήσουν Μόνο οι Εισαγγελείς Εφετών Κρήτης και Αρείου Πάγου και όχι ο κατηγορούμενος. Κατ'ακολουθία των παραπάνω η αίτηση του Ψ είναι απαράδεκτη λόγω του ότι αυτός δεν νομιμοποιείται γιατί στην υπόθεση αυτή είναι μάρτυρας, όπως επίσης και του κατηγορουμένου Χ λόγω του ότι αυτός δεν νομιμοποιείται στην υποβολή της αίτησης αυτής.
Επιπρόσθετα όμως και για την πληρότητα της πρότασης μας, και εφ'όσον η αίτηση αυτή ήθελε αξιολογηθεί η γνωστοποίηση ύπαρξης λόγου Δημόσιας Τάξεως προκειμένου να κινηθεί αυτεπαγγέλτως η διαδικασία παραπομπής σε ΜΟΔ περιφέρειας άλλου εφετείου ή της Περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, ερευνήθηκε και η περίπτωση του να συντρέχουν οι λόγοι που επικαλούνται στην αίτηση τους ώστε με βάση αυτή να ζητήσομε αυτεπαγγέλτως την παραπομπή την οποία ζητούν στην αίτηση τους, αλλά από την έρευνα που έγινε και συγκεκριμένα όπως προκύπτει από το με αριθμ. Πρω. 1045/59031/50-3/3-11-2008 έγγραφο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Κρήτης και το με αριθμ 6647/7-11-2008 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης δεν συντρέχουν οι λόγοι του οποίους αναφέρουν οι αιτούντες και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος για αυτεπάγγελτη ενέργεια μας επ'αυτού.
Διά ταύτα Προτείνω όπως Α Να απορριφθεί ως αβάσιμη η αίτηση των Χ και Ψ με την οποία ζητούν να οριστεί κατά παραπομπή αρμόδιο για την εκδίκαση της κατά του πρώτου κατηγορίας για Ανθρωποκτονία από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία και παράνομη οπλοκατοχή Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο εκτός της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης για λόγους δημόσιας τάξης, και για λόγους αποφυγής πράξεων αντεκδίκησης σε βάρος του πρώτου σαν κατηγορουμένου του δευτέρου σαν μάρτυρα.
Αθήνα την 25-11-2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136 ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν: α) αποφασίστηκε η εξαίρεση ολόκληρου δικαστηρίου ή τόσων μελών ενός δικαστηρίου, ώστε τα υπόλοιπα να μη συμπληρώνουν το νόμιμο αριθμό για τη συζήτηση της υπόθεσης, β) δεν υπάρχει ο νόμιμος αριθμός δικαστών για τη σύνθεση του δικαστηρίου, εξαιτίας ασθένειας ή άλλου λόγου, και το κώλυμα αυτό διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει δύο τουλάχιστον μήνες από την ημέρα που παραπέμφθηκε αμετάκλητα η υπόθεση στο ακροατήριο, γ) επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, δ) ο κατηγορούμενος εκτίει σε φυλακή εκτός της περιφέρειας του αρμόδιου κατά τα άρθρα 122-125 δικαστηρίου ποινή στερητική της ελευθερίας που το ανεκτέλεστο υπόλοιπό της υπερβαίνει τα τρία έτη και πρόκειται να δικαστεί για κακούργημα, ή αν κρίνεται ύποπτος να αποδράσει, και για πλημμέλημα, ε) όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο..... και στ) όταν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 117, (δηλαδή εξύβριση ή δυσφήμιση του δικαστηρίου από δικηγόρο, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης), περίπτωση που προστέθηκε με το άρθρο 10 περ. ε του Ν. 3160/30.6.2003. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 137 ΚΠΔ, το δικαστήριο επιλαμβάνεται με αίτηση του εισαγγελέα, του κατηγορούμενου ή του πολιτικώς ενάγοντος, εκτός από τις περιπτώσεις των στοιχείων γ' και δ' του άνω άρθρου 136, οπότε την παραπομπή μπορεί να ζητήσει μόνο ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αρμόδιο να διατάξει την παραπομπή, όταν πρόκειται να γίνει παραπομπή από το ένα Εφετείο στο άλλο, καθώς και όταν ζητείται η παραπομπή για το λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ' του άνω άρθρου 136, είναι ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση (στην περίπτωση γ' του άρθρ. 136), αν την παραπομπή τη ζητεί ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισάγει την αίτηση σε συζήτηση μόνο αν συμφωνεί για την παραπομπή.
2. Στην προκειμένη περίπτωση οι Χ και Ψ με την από 6.10.2008 αίτησή τους αναφέρουν ότι σε βάρος του πρώτου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοκατοχή και με το υπ' αριθμ. 64/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ρεθύμνου παραπέμπεται να δικασθεί για τις πράξεις αυτές, της πρώτης τελεσθείσας σε βρασμό ψυχικής ορμής, σε Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφερείας του Εφετείου Κρήτης το οποίο θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης και στην υπόθεση αυτή εξετάσθηκε σαν μάρτυρας και ο δεύτερος των αιτούντων. Με βάση την αίτηση αυτή ζητούν την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ομοειδές δικαστήριο εκτός της περιφερείας του Εφετείου Κρήτης για λόγους δημόσιας τάξης και αποφυγής πράξεων αντεκδίκησης σε βάρος του πρώτου σαν κατηγορουμένου και του δευτέρου σαν μάρτυρα. Η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, αφού για τους περιεχόμενους σ'αυτή (αίτηση) λόγους δημόσιας ασφάλειας και τάξης την παραπομπή μπορεί να ζητήσουν σύμφωνα με την παρατεθείσα παρ.1 της διατάξεως του άρθρου 137 ΚΠΔ μόνο ο Εισαγγελέας του Εφετείου Κρήτης ή του Αρείου Πάγου. Επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να μην επιβληθεί όμως στους αιτούντες το κατά το άρθρο 134 ΚΠΔ πρόστιμο, διότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2008 αίτηση των Χ και Ψ για παραπομπή της ποινικής σε βάρος του πρώτου υπόθεσης από το αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο περιφερείας Εφετείου Κρήτης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές εκτός της περιφερείας του Εφετείου Κρήτης Δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση κανονισμού αρμοδιότητας κατηγορουμένου για λόγους δημόσιας τάξης.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 146/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα-Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 773/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους 1)Χ, 2)Ψ, 3)Ζ και 4)Θ. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 45/8-9-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1439/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, με αριθμό 480/13-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρ. 463, 464, 474, 483 § 3, 484 § 1 στοιχ. δ' και 485 § 1 Κ.Π.Δ., προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως στην υπ'αριθ. 45/8-9-2008 αίτηση μου για αναίρεση του υπ'αριθμ. 773/8-7-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης διά του οποίου απερρίφθησαν, ως κατ'ουσίαν αβάσιμες, αι υπ'αριθ. 8/27-6-2008, 5/27-6-2008, 6/27-6-2008 και 7/27-6-2008 εκθέσεις προσφυγών των κατηγορουμένων 1) Χ, 2) Ψ, Δημάρχου ...- κατοίκου ομοίως, 3) Ζ, Αντιδημάρχου ..., κατοίκου ομοίως και 4) Θ, Αντιδημάρχου .., κατοίκου ομοίως, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 109/2008 κλητηρίου θεσπίσματος, διά του οποίου παρεπέμφθησαν δι'απ'ευθείας κλήσεως εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (επί πλημμελημάτων), για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, κατ'εξακολούθησιν, ως εκ της ιδιότητος των, μαζί με την σχετική δικογραφία και επάγομαι τα ακόλουθα: Ως προς την βασιμότητα του εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως, δηλαδή της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προαναφερομένου βουλεύματος, αναφέρομαι εξ'ολοκλήρου στο δικόγραφο της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η υπ'αριθμ. 45/8-9-2008 αίτηση μου για αναίρεση του υπ' αριθμ. 773/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
ΙΙ) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο με αριθμ. 773/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης διά του οποίου απερρίφθησαν, ως ουσιαστικά αβάσιμες και υπ'αριθ. 8/27-6-2008, 5/27-6-2008, 6/27-6-2008 και 7/27-6-2008 εκθέσεις προσφυγών των 1) Χ, 2) Χ, Δημάρχου ..., κατοίκου ομοίως, 3) Ζ, Αντιδημάρχου ..., κατοίκου ομοίως και 4) Θ, Αντιδημάρχου ..., κατοίκου ομοίως, κατά του υπ'αριθμ. 109/2008 κλητηρίου θεσπίσματος διά του οποίου παρεπέμφθησαν, ως εκ της ιδιότητός των, εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (επί πλημμελημάτων) για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, κατ'εξακολούθηση.
ΙΙΙ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). Αθήναι 13 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑντώνιος Μύτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστικού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος. Το δικαίωμα αυτό του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, δηλαδή και κατ' εκείνων των βουλευμάτων που δεν παρέχεται αντίστοιχο δικαίωμα στον κατηγορούμενο, αιτιολογείται, διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 παρ. 1, 5 του Συντάγματος ο Εισαγγελέας είναι δικαστικός λειτουργός και με την ιδιότητά του αυτή ενεργεί ως εκπρόσωπος της πολιτείας εντός του κύκλου των νομίμων αρμοδιοτήτων του, προς διαφύλαξη και διασφάλιση της σύννομης κοινωνικής συμβίωσης. Εντός των νομίμων αυτών αρμοδιοτήτων του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση και κατά του ως άνω βουλεύματος, χωρίς να ταυτίζεται ή να εξομοιώνεται με τους διαδίκους της ποινικής προδικασίας. Ο αναιρεσείων, άλλωστε, θα έχει την δυνατότητα να προβάλλει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς ενώπιον του δικαστηρίου που παραπέμπεται με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως η κρινομένη αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του 773/8-7-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία τις 5/27-6-2008, 6/27-6-2008, 7/27-6-2008 και 8/27-6-2008 εκθέσεις προσφυγής κατά του 109/2008 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου παρεπέμφθησαν οι: α) Ψ, β) Ζ, γ) Θ και δ) Χ να δικασθούν, κατά την δικάσιμο της 30-9-2008, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επί πλημμελημάτων, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, ως αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστηρίου, λόγω της ιδιότητάς τους, ως Δημάρχου του Δήμου .... του πρώτου και Δημάρχου του Δήμου ... του τέταρτου, (αρ.145 παρ.1 του ν.3463/2006, 111 παρ. 7 ΚΠΔ), λόγω δε συναφείας για τον δεύτερο και τρίτο, Αντιδημάρχων του Δήμου ..., αντιστοίχως, ασκήθηκε παραδεκτώς, έστω και αν δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο και για τον κατηγορούμενο (αρ.322 παρ.3 εδ. γ του ΚΠΔ.
ΙΙ. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. H επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.. Εξάλλου, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Μόνη η αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού του βουλεύματος, ή και του κατηγορητηρίου δεν συνιστά, χωρίς τίποτε άλλο έλλειψη της κατά το νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό ή στο κατηγορητήριο και, κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του, στο σκεπτικό του βουλεύματος δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων. Η έλλειψη όμως στην περίπτωση αυτή πρέπει να προσδιορίζεται με το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, αυτουργός του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, συνιστάμενος, αφενός μεν στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και αφετέρου, στη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να παραβεί το καθήκον του αυτό και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, αδιαφόρου όντος, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. I
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο 773/8-7-2008 βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό του, με καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (και ειδικότερα από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τις απολογίες των προσφευγόντων κατηγορουμένων, από όλα τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και κυρίως την από 6-3-2007 έκθεση επιθεώρησης- ελέγχου των Επιθεωρητών-ελεγκτών Δημοσίας Διοίκησης ... και .... του Περιφερειακού Γραφείου Θεσσαλονίκης), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την κατηγορία, για την οποία ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τους πιο πάνω προσφεύγοντες στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο δια των προσφυγών κλητήριο θέσπισμα. Δηλαδή η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος άπαξ και κατ' εξακολούθηση εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, ενώ τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν στη μείζονα σκέψη μαζί με τις σχετικές παραδοχές της νομολογίας. Επομένως, τα παράπονα των προσφευγόντων κατηγορουμένων κατά της παραπομπής των στο ακροατήριο για την παραπάνω πράξη είναι αβάσιμα, διότι προκύπτουν οι αναγκαίες "επαρκείς ενδείξεις"ενοχής σε βάρος των, ένεκα των οποίων η υπόθεση πρέπει να υποστεί τη βάσανο της δημόσιας επ' ακροατηρίου διαδικασίας στο σύνολο της". Τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την κατηγορία, για την οποία ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τους πιο πάνω κατηγορουμένους- προσφεύγοντες στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, όπως αυτά εμπεριέχονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και τα οποία ταυτίζονται με αυτά που περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, του οποίου αποτελούν πιστή αντιγραφή, είναι τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενοι ".... στο ... και στην ... κατά το χρονικό διάστημα από την 4/7/2003 έως την 27/6/2006 τέλεσαν τις εξής πράξεις: Α) ο Χ, ο Ψ, με περισσότερες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο Θ, ο Ζ υπάλληλοι όντες κατά την έννοια του νόμου (αρθ. 263Α του Ποινικού Κώδικα), ο μεν Χ ως Δήμαρχος του Δήμου ..., ο Ψ ως Δήμαρχος του Δήμου ..., οι δε Θ και Ζ υπηρετούντες πρόσκαιρα σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης και ειδικότερα ως Αντιδήμαρχοι του Δήμου ..., με πρόθεση -παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλους και στους εαυτούς τους παράνομο όφελος. Ειδικότερα ενώ στην αρμοδιότητα τους υπαγόταν η χορήγηση βεβαιώσεων μονίμου κατοικίας για μεταδημότευση κάποιου πολίτη στους Δήμους που οι κατηγορούμενοι υπηρετούσαν, ήταν δεν υποχρεωμένοι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ, 5 του Ν. 2647/1998 να διαπιστώνουν με κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο την μόνιμη εγκατάσταση του αιτούντος πολίτη στα διοικητικά όρια του Δήμου τους και στη συνέχεια να προβούν στη χορήγηση της βεβαίωσης μονίμου κατοικίας, ενώ από την 24/5/2004 κι εντεύθεν (μετά την τροποποίηση της ως άνω διάταξης από το άρθρο 13 παρ. 3 Ν 3242/2004) απαγορευόταν ρητά να αρκούνται μόνο στην υπεύθυνη δήλωση του κάθε ενδιαφερομένου για την χορήγηση της βεβαίωσης μονίμου κατοικίας και όφειλαν να διαπιστώνουν τη μόνιμη κατοικία του αιτούντος με κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, ωστόσο οι κατηγορούμενοι παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους αυτές και προέβησαν στη χορήγηση βεβαιώσεων μονίμου κατοικίας στα πρόσωπα που κατωτέρω θα αναφερθούν, χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του νόμου. Συγκεκριμένα: Ι)Στις κάτωθι αναφερόμενες περιπτώσεις ο Χ, ως Δήμαρχος του Δήμου ..., κατά το χρονικό διάστημα από την 22/9/2005 έως την 27/6/2006 προέβη στην χορήγηση βεβαιώσεων μονίμου κατοικίας, όπως αυτές αναφέρονται κατά αριθμό και ημερομηνία χορήγησης, καθώς και κατά αριθμό πρωτοκόλλου αίτησης που υπέβαλε ο κάθε ενδιαφερόμενος, χωρίς όμως να έχει ζητήσει άλλο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο (όπως λογαριασμούς ΔΕΚΟ ή εκκαθαριστικό σημείωμα ή φορολογική δήλωση των ιδίων) προκειμένου να διαπιστώσει ότι ο κάθε ενδιαφερόμενος ήταν επί διετία μόνιμος κάτοικος του Δήμου ..., αλλά αρκέστηκε μόνο στις υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαφερομένων, παρόλο που αυτό ρητά απαγορευόταν από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 Ν.2647/1888, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13παρ.3 Ν 3242/2004. Ειδικότερα οι περιπτώσεις χορήγησης βεβαιώσεων μονίμου κατοικίας είναι οι ακόλουθες :........ (ακολουθεί η λεπτομερής αναφορά πενήντα περιπτώσεων με τα στοιχεία που τις προσδιορίζουν) . II) Στις κάτωθι αναφερόμενες περιπτώσεις ο Ψ, ως Δήμαρχος του Δήμου ..., κατά το χρονικό διάστημα από την 4/7/2003 έως την 28/6/2005 προέβη στην χορήγηση βεβαιώσεων μονίμου κατοικίας, όπως αυτές αναφέρονται κατά αριθμό και ημερομηνία χορήγησης, καθώς και κατά αριθμό πρωτοκόλλου αίτησης που υπέβαλε ο κάθε ενδιαφερόμενος, χωρίς όμως να έχει ζητήσει άλλο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο (όπως λογαριασμούς ΔΕΚΟ ή εκκαθαριστικό σημείωμα ή φορολογική δήλωση των ιδίων) προκειμένου να διαπιστώσει ότι ο κάθε ενδιαφερόμενος ήταν επί διετία μόνιμος κάτοικος του Δήμου ..., αλλά στην υπό στοιχείο 4 περίπτωση αρκέστηκε μόνο στις υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαφερομένων, παρόλο που αυτό ρητά απαγορευόταν από τη διάταξη του άρθρου 4§5 Ν 2647/1888, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 παρ. 3 Ν 3242/2004, στην υπό στοιχείο 1 περίπτωση αρκέστηκε μόνο στην υπεύθυνη δήλωση των ενδιαφερομένων, χωρίς να ζητήσει την προσκομιδή άλλου αποδεικτικού στοιχείου που να καταδεικνύει την επί διετία διαμονή των αιτούντων στο Δήμο ..., στις δε υπό στοιχεία 2, 3, 5, β και 8 περιπτώσεις δεν ζήτησε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να βεβαιώνει την διαμονή των αιτούντων στο Δήμο και τέλος στις υπό στοιχεία 7, 9 και 10 περιπτώσεις, έλαβε αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν αποδείκνυαν την διαμονή των αιτούντων στις δηλωθείσες από αυτούς διευθύνσεις κατοικίας τους στο Δήμο ..., αλλά ήταν άσχετα με αυτές (στην υπ' αριθμ. 7 περίπτωση ενώ οι αιτούντες δήλωσαν κάτοικοι επί της οδού Μ. Ψελλού - Ερμού 1, προσκομίστηκε συμβόλαιο υδροληψίας της ΕΥΑΘ για την οδό ..., στην υπ' αριθμ. 9 περίπτωση υπεβλήθη ως αποδεικτικό στοιχείο λογαριασμός της ΔΕΗ που αφορά σε επαγγελματικό χώρο και όχι σε κατοικία και τέλος στην υπ' αριθμ. 10 περίπτωση υπεβλήθη λογαριασμός της ΔΕΗ που αφορά σε κατοικία επί της οδού ..., ενώ η δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας των αιτούντων ήταν η οδούς ... : Δηλαδή σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν άσχετα με τις δηλωθείσες διευθύνσεις και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από τον κατηγορούμενο ως αποδεικτικά στοιχεία διετούς διαμονής των αιτούντων). Ειδικότερα οι περιπτώσεις χορήγησης βεβαιώσεων μονίμου κατοικίας είναι οι ακόλουθες :......... (ακολουθεί η λεπτομερής αναφορά δέκα περιπτώσεων με τα στοιχεία που τις προσδιορίζουν) . III) Στην κάτωθι αναφερόμενη περίπτωση ο Ζ, ως Αντιδήμαρχος του Δήμου ..., υπεύθυνος του Γραφείου Δημοτολογίων, ορισθείς δυνάμει της υπ' αριθμ. 1/3.1.2005 απόφασης του Δημάρχου και αρμόδιος για τη χορήγηση βεβαίωσης μονίμου κατοικίας, την 9/9/2005 προέβη στην χορήγηση βεβαίωσης μονίμου κατοικίας, όπως αυτή αναφέρεται κατά αριθμό και ημερομηνία χορήγησης, καθώς και κατά αριθμό πρωτοκόλλου αίτησης που υπέβαλε ο κάθε ενδιαφερόμενος, χωρίς όμως να έχει ζητήσει άλλο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο (όπως λογαριασμούς ΔΕΚΟ ή εκκαθαριστικό σημείωμα ή φορολογική δήλωση των ιδίων) προκειμένου να διαπιστώσει ότι ο κάθε ενδιαφερόμενος ήταν επί διετία μόνιμος κάτοικος του Δήμου ..., αλλά αρκέστηκε μόνο στις υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαφερομένων, παρόλο που αυτό ρητά απαγορευόταν από τη διάταξη του άρθρου 4§5 Ν 2647/1888, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 παρ. 3 Ν 3242/2004. Ειδικότερα η περίπτωση χορήγησης βεβαίωσης μονίμου κατοικίας είναι η ακόλουθη :...... (αναφέρονται τα στοιχεία της περιπτώσεως που αφορά). IV. Στην κάτωθι αναφερόμενη περίπτωση ο Θ, ως Αντιδήμαρχος του Δήμου ..., υπεύθυνος του Γραφείου Δημοτολογίων, ορισθείς δυνάμει της υπ' αριθμ. 398/13.1.2004 απόφασης του Δημάρχου και αρμόδιος για τη χορήγηση βεβαίωσης μονίμου κατοικίας, την 27/9/2004 προέβη στην χορήγηση βεβαίωσης μονίμου κατοικίας, όπως αυτή αναφέρεται κατά αριθμό και ημερομηνία χορήγησης, καθώς και κατά αριθμό πρωτοκόλλου αίτησης που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, χωρίς όμως να έχει ζητήσει άλλο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο (όπως λογαριασμούς ΔΕΚΟ ή εκκαθαριστικό σημείωμα ή φορολογική δήλωση των ιδίων) προκειμένου να διαπιστώσει ότι ο ενδιαφερόμενος ήταν επί διετία μόνιμος κάτοικος του Δήμου ..., αλλά ούτε και υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου, ενώ όφειλε να ζητήσει κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται η επί διετία κατοικία του αιτούντος στο Δήμο .... Ειδικότερα η περίπτωση χορήγησης βεβαίωσης μονίμου κατοικίας είναι η ακόλουθη : (αναφέρονται τα στοιχεία της περιπτώσεως που αφορά).Τις ως άνω βεβαιώσεις μονίμου κατοικίας τις χορήγησαν οι κατηγορούμενοι Δήμαρχοι και αρμόδιοι Αντιδήμαρχοι προκειμένου οι αιτούντες να μεταδημοτεύσουν στους Δήμους ... και ..., όπως και πράγματι έγινε, καθόσον στη συνέχεια εξ εδόθησαν αποφάσεις των Δημάρχων περί μεταδημότευσης (εγγραφής στα Δημοτολόγια) των προαναφερθέντων προσώπων στους ως άνω Δήμους και έτσι απέκτησαν το δικαίωμα στις εκλογές για την ανάδειξη δημοτικών και νομαρχιακών αρχών της 15/10/2006 να ψηφίσουν σε εκλογικά τμήματα των Δήμων αυτών. Στις ως άνω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι προέβησαν με σκοπό να επιτύχουν την υπερψήφιση τους από τους ως άνω νεοεγγεγραμμένους δημότες κατά τη διενέργεια των δημοτικών εκλογών".
ΙV. Με βάση τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, έκρινε ότι υπάρχουν "επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των προσφευγόντων κατηγορουμένων για την τέλεση της πράξης της παράβασης καθήκοντος άπαξ και κατ' εξακολούθηση που αποδίδονται σ' αυτούς και για την οποία ορθώς παραπέμφθηκαν με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα "εις βάρος των προσφευγόντων προέκυψαν τα αναφερόμενα στις καταγγελίες πραγματικά περιστατικά, τα οποία παρατίθενται στο προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα και τα οποία έχουν ορθώς υπαχθεί στις διαλαμβανόμενες σ' αυτό νομικές διατάξεις", ακολούθως δε, έκρινε ότι είναι αβάσιμοι όλοι οι λόγοι των κρινόμενων προσφυγών, τις οποίες και απέρριψε κατ' ουσία. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τις αναφερόμενες σε αυτό αποδείξεις και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους- προσφεύγοντες πιο πάνω αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή τους δι' απευθείας κλήσεως στο ακροατήριο. V. Ο αναιρεσείων Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί την αναίρεση του πιο πάνω 773/8-7-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με τις αιτιάσεις ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον με την ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως, στην οποία, αυτό εξ ολοκλήρου αναφέρεται, "δεν εκθέτει τις δικές του παραδοχές, στις οποίες εστήριξε την κρίσιν του ότι προκύπτουν "επαρκείς ενδείξεις", αλλά παραθέτει απλώς, και μάλιστα επιλεκτικώς, ορισμένες από τις παραδοχές της ενσωματωμένης εις το προσβαλλόμενο βούλευμα του εισαγγελικής πρότασης, χωρίς να παρατίθενται παράλληλα, ούτε εις αυτήν, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συνθέτουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που παρεπέμφθησαν εις το ακροατήριο οι κατηγορούμενοι, αφού και η εισαγγελική πρόταση αναφέρεται αποκλειστικώς εξ ολοκλήρου εις το περιεχόμενον του κλητηρίου θεσπίσματος, κρίνοντας έτσι ότι τα περιστατικά αυτά προκύπτουν εκ της ανακρίσεως, και, θεωρώντας αυτές (παραδοχές) ως δεδομένες, εκτιμά και μάλιστα χωρίς δικές του σκέψεις, ότι είναι ορθή η κρίση του Εισαγγελέως Εφετών που παρέπεμψε τους κατηγορουμένους δι' απ' ευθείας κλήσεως εις το ακροατήριο διότι προκύπτουν "επαρκείς ενδείξεις" για την ενοχήν των". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Το Συμβούλιο Εφετών αναφερόμενο επιτρεπτώς στην εισαγγελική πρόταση, όπου, μετά την έρευνα του παραδεκτού της εφέσεως, παραθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους- προσφεύγοντες κατηγορία, κατ' αντιγραφή του κλητηρίου θεσπίσματος. Ακολούθως, μετά την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, καταλήγει στην κρίση ότι τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο πραγματικά περιστατικά προέκυψαν πράγματι από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, και θεμελιώνουν επαρκώς την κατά των κατηγορουμένων κατηγορία. Η απλή επανάληψη στο σκεπτικό του βουλεύματος των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και κατ' αντιγραφή αυτού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, αφού στην προκειμένη περίπτωση αυτό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου, είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν, δι' απευθείας κλήσεως στο ακροατήριο, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού από εκείνη του κατηγορητηρίου, αφού το Συμβούλιο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ίδια περιστατικά. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά παράβαση των άρ. 139 ΚΠΔ, και του άρ.93 παρ.3 του Συντάγματος, ως προς μεν την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι το βούλευμα δε έχει καθόλου αιτιολογία, είναι αβάσιμος, ως προς δε την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι δεν συνιστά αιτιολογία η γενόμενη αναφορά εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες, έστω με την κατ' αντιγραφή του κατηγορητηρίου, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποιά κεφάλαια αυτής ανάγονται, ποιά πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας αυτού. Ακολούθως, μετά την απόρριψη του μοναδικού αυτού λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 45/8-9-2008 έκθεση αναίρεσης του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του 773/8-7-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα του ΑΠ κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο απέρριψε, κατ’ ουσία εκθέσεις προσφυγής κατά κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Εφετών, δια του οποίου παρεπέμφθησαν οι κατηγορούμενοι δήμαρχοι με απευθείας κλήση, για παράβαση καθήκοντος, ως αρμοδίου καθ’ ύλη και κατά τόπον δικαστηρίου, λόγω ιδιότητος τους ως Δημάρχων (αρθρ. 145 παρ. 1 του Ν. 3463/2006, 111 παρ. 7 ΚΠΔ). Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, έστω και αν δεν δίδεται αντίστοιχο δικαίωμα στον κατηγορούμενο. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, διότι το βούλευμα επαναλαμβάνει την εισαγγελική πρόταση, που επαναλαμβάνει το κλητήριο θέσπισμα, χωρίς δικές του σκέψεις. Η επιβαλλόμενη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Πότε είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων για έλλειψη αιτιολογίας. Δεν αποτελεί ορισμένο λόγο αναίρεσης το ότι το σκεπτικό επαναλαμβάνει το διατακτικό ή το κατηγορητήριο. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Παράβαση καθήκοντος.
| 2
|
Αριθμός 145/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κεδίκογλου, περί αναιρέσεως της 1117/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα το ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπάκα.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1631/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1117/2008 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά πιστή μεταφορά πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στο ... στις 2-4-2001 ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον γεγονός εν γνώσει του ψευδές που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Δηλαδή ο εγκαλών .... κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 5-6-2000 και υπ' αριθμ. Πρωτ. ΓΑ 5136/ΕΓ/119/2000 αγωγή κατά του κατηγορουμένου, με την οποία ζητούσε την αμοιβή του δραχμών 10.000.000 πλέον Φ.Π.Α. για τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει ως μεσίτης με βάση το σχετικό από 12-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό. Τότε ο κατηγορούμενος προς αντίκρουση της αγωγής στις από 28-3-2003 προτάσεις του, τις οποίες μάλιστα, κατέθεσε επί της έδρας αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει την έγγραφη εντολή για μεσιτεία προς τον κατηγορούμενο και ότι η επί του εγγράφου αυτού υπογραφή του (κατηγορουμένου) είναι πλαστή. Κατονόμασε δε τον εγκαλούντα ως πλαστογράφο. Των προτάσεων αυτών και του χαρακτηρισμού του εγκαλούντα ως πλαστογράφου, έλαβαν γνώση ο δικαστής, η Γραμματέας του Δικαστηρίου και οι λοιποί παράγοντες της δίκης (πληρεξούσιοι δικηγόροι, οι μάρτυρες της υπόθεσης) καθώς και οι πολίτες που παρευρίσκονταν στη δικαστική αίθουσα, ενώ ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δηλ. ο εγκαλών είναι πλαστογράφος, είναι ψευδής αφού όντως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε υπογράψει την εντολή για μεσιτεία και θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα". Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για συκοφαντική δυσφήμηση.
Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο, που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και τούτο διότι δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να δικαιολογούν ότι η έγγραφη εντολή προς τον εγκαλούντα μεσίτη έφερε την υπογραφή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα. Η αιτιολογία αυτή δεν συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού ούτε σ' αυτό παρατίθενται λεπτομερή περιστατικά. Άλλωστε οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αποτελούν ''πιστή αντιγραφή'' του διατακτικού της. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. δευτέρου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, περιττής μετά ταύτα καθισταμένης της έρευνας του πρώτου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1117/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2009.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για συκοφαντική δυσφήμηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 144/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσαγκαλίδη, περί αναιρέσεως της 3716/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σαράντη Τόλια.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ? αναιρεσεί? -κατηγορούμεν? ζητ? την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 935/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του Κ.Ποιν.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον μόνο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3716/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία και χρήση πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά. "...Ο κατηγορούµενος διατηρεί βιοτεχνική επιχείρηση στο ..., κατά το µήνα Ιανουάριο του 2000 προσέλαβε και απασχολούσε µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας την εγκαλούσα .... Η σύµβαση σε αυτή ήταν πλήρους απασχόλησης και διήρκησε µέχρι τον Αύγουστο του 2002. Όταν η εγκαλούσα αξίωσε την ασφαλιστική της κάλυψη (ένσηµα Ι.ΚΑ) για την ανωτέρω περίοδο, απευθύνθηκε στο λογιστή της επιχείρησης του κατηγορουµένου και εκεί πληροφορήθηκε εν τέλει ότι η σύµβασή της εφέρετο ότι ήτο µερικής απασχόλησης και συγκεκριµένα ότι αυτή εργαζόταν από 23.1.2002 και µόνο τις ηµέρες Δευτέρα και Παρασκευή, ενώ το αληθές είναι ότι αυτή είχε πλήρη απασχόληση από της προσλήψεώς της (Ιανουάριος 2000) κατά τα προαναφερθέντα. Μάλιστα δε της επεδείχθη και σχετικό έντυπο συµβάσεώς της που είχε αποσταλεί στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 6.2.2002, το οποίο έφερε πλαστογραφηµένη την υπογραφή της. Και ναι µεν δεν απεδείχθη ποιος τελικώς πλαστογράφησε το παραπάνω έγγραφο, ωστόσο όµως είναι προφανές αλλά και απεδείχθη ότι ο αυτουργός της παραπάνω πράξης ενήργησε κατά προτροπή και παραίνεση του κατηγορουµένου, προς το σκοπό περιποιήσεως στον τελευταίο ωφεληµάτων από µη πλήρη επικόλληση ενσήµων για τις πράγµατι πραγµατοποιηθείσες ηµέρες εργασίας της εγκαλούσας στην παραπάνω επιχείρηση, και τη µείωση της δαπάνης των για ασφαλιστικές εισφορές ποσών που τον βάρυναν και την εν γένει φαλκίδευση των εργασιακών δικαιωµάτων της. Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο κατηγορούµενος έκανε χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου προσκοµίζοντάς το στην αρµόδια Επιθεώρηση Εργασίας στις 6.2.2002 και στον ΟΑΕΔ στις 31.1.2002 προς αναγγελία της προσλήψεώς της, ως λαβούσα χώρα (ψευδώς) στις 23.1.2002. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος µιας πράξεως, ήτοι της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση της παραπάνω πλαστογραφίας µε χρήση του πλαστού εγγράφου (Π.Κ. 46§ια, 216§1)...".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της αποφάσεως συμπληρούμενο από το διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και αντιφάσεις. Ειδικότερα, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, ενώ δέχεται το δικαστήριο ότι η ηθική αυτουργία στην κατάρτιση του πλαστού εγγράφου της συμβάσεως της πολιτικώς εναγούσης έλαβε χώρα την 6-2-2002, στη συνέχεια και αντιφατικώς με την άνω παραδοχή δέχεται ότι η χρήση του εγγράφου αυτού με την προσκομιδή του στον ΟΑΕΔ έγινε την 31-1-2002, δηλαδή σε προγενέστερο χρόνο από εκείνο της κατάρτισης του άνω πλαστού εγγράφου. Με τα δεδομένα αυτά, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο ειδικώς προβάλλεται η άνω αντίφαση είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.3716/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για αντιφατική αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 142/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ και 2. Ψ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 88/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Ζ, Θ, 3. Κ και 4. Μ. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Απριλίου 2008 και 21 Απριλίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 930/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 330/19-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, τις υπ'αριθμ. 1/2008 και 13/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ και Ψ, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 88/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και εκθέτω τα εξής:
Με το υπ'αριθμ. 66/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ζακύνθου παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες Χ και Ψ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος (2ος) και κατ'εξακολούθηση (1ος). Με το ίδιο δε βούλευμα παραπέμπονται στο ως άνω δικαστήριο οι κατηγορούμενοι α) Ζ, Θ για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη και β) Κ και Μ για ηθική αυτουργία από κοινού στην εν λόγω πράξη της ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος, κατ'εξακολουθηση και μη.
Μετά από έφεση που άσκησαν οι ανωτέρω κατά του βουλεύματος αυτού, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 88/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία τις εφέσεις τους και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες Χ και Ψ με τις υπό κρίση αναιρέσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν από αυτούς στις 24-4-2008 και 21-4-2008, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε εγκύρως στους αναιρεσείοντες με θυροκόλληση στις 18-4-2008 και 14-4-2008 και στους δε αντικλήτους αυτών στις 12-5-2008 και 15-5-2008, αντιστοίχως. Περιέχουν δε συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως ήτοι α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επί πλέον η αναίρεση του δευτέρου (Ψ) της υπέρβασης εξουσίας και της απόλυτης ακυρότητας (αρ. 484 § 1 στοιχ. α', β',δ'και στ' Κ.Π.Δ.). Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο για κακούργημα (αρ. 462, 463, 473, 474, 482 § 1 Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν κατ'ουσία.
Από τη διάταξη του άρθρου 242 § 1 του Π.Κ. προκύπτει σαφώς ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται μεταξύ άλλων ο δράστης υπάλληλος (με την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α' ΠΚ τέτοιος δε είναι και ο Δήμαρχος) να είναι καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιος για την έκδοση ή σύνταξη του εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ.) και να ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Εξάλλου ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων ορίζει ρητώς και περιοριστικώς τις αρμοδιότητες του Δημάρχου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η έκδοση πιστοποιητικών προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης των δημοτών και η έκδοση βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας (αρ. 86 § 1 περ. ζ' και η' ν.3463/06). Κατά το άρθρο δε 242 του κώδικα βασικής πολεοδομικής νομοοθεσίας (αρ.2 ν.1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι, που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. Περαιτέρω από καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας δεν παρέχεται στους Δήμους αρμοδιότητα έκδοσης εκτελεστής διοικητικής πράξης για το χαρακτηρισμό οδού ή διόδου ως "δημοτικής οδού", ούτε για τον χαρακτηρισμό χώρων ως κοινοχρήστων ή ως περιελθόντων στην ιδιοκτησία τους (ΣτΕ 3622/2004, 2301/2006). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 § ιβ του Κ.Π.Δ. δημιουργείται όταν α) ερμηνεύτηκε εσφαλμένα ουσιαστική ποινική διάταξη με απόδοση σ'αυτή διαφορετικής έννοιας από εκείνη που πραγματικά έχει, β) εφαρμόστηκε εσφαλμένα τέτοια διάταξη με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτήν των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και γ) παραβιάστηκε εκ πλαγίου τέτοια διάταξη, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά ή αυτά αντιφάσκουν προς το διατακτικό, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, που το εξέδωσε με δικές του σκέψεις δέχθηκε, ότι, από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρία με την επωνυμία "..... Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε" δυνάμει των με αριθμό .... και ..... συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ζακυνθίων Ζωής Βισβάρδη, απέκτησε την κυριότητα των σ' αυτά περιγραφόμενων ακινήτων, τα οποία συνενώθηκαν σε ενιαίο ακίνητο με το με αριθμό .... συμβόλαιο της ίδιας συμ/φου. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ ήταν δήμαρχος του Δήμου Ζακυνθίων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2000 και 2002. Από το έτος 2003 δήμαρχος ήταν ο κατηγορούμενος Ψ. Στις 7-11-2000 ο Χ ως δήμαρχος .... απαντώντας σε σχετική αίτηση του Μ, εξέδωσε τη με αριθμό 7834/7-11-2000 βεβαίωση, με την οποία βεβαίωνε ότι ο δρόμος που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού ..... στη θέση " ..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ..... είναι κοινοτικός, χαλικοστρωμένος, καλής βατότητας με πλάτος περίπου έξι μέτρα. Τη σχετική βεβαίωση προσυπέγραψε και ο τότε πρόεδρος της κοινότητας .... εκκαλών κατηγορούμενος Ζ. Η κατάρτιση του με αριθμό .... συμβολαίου επακολούθησε της βεβαίωσης. Στο εν λόγω δε συμβόλαιο αναφέρεται ότι το αγορασθέν ακίνητο συνορεύει νότια με δρόμο κοινοτικό πλάτους έξι μέτρων. Στη συνέχεια το δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου .... συνεδρίασε στις 20-11-2001 προκειμένου να αποφανθεί σε αίτημα του Μ για παραχώρηση εδάφους σε κοινή χρήση. Στη σχετική απόφαση που ελήφθη με αριθμό 288/2001 αναφέρεται ότι ο Πρόεδρος έθεσε υπόψη του Δ:Σ αίτημα του κ. Μ ότι ο ενδιαφερόμενος έχει καταθέσει στο Δήμο συμβολαιογραφική πράξη, μαζί με το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, με την οποία παραχωρεί λωρίδα εδάφους 294,00 τ.μ για κοινόχρηστη χρήση στη θέση "...." Δ.Δ .... και το":Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη τα σχετικά έγγραφα και την αίτηση του; ενδιαφερόμενου αποδέχθηκε τη σχετική παραχώρηση.. Η δήλωση όμως. της παραχώρησης έγινε μετά τη λήψη της απόφασης από το Δημοτικό Συμβούλιο με τη με αριθμό .... πράξη της συμβολαιογράφου Ζωής Βισβάρδη, του οποίου δέν*1ΐρακΰπτει η μεταγραφή! συνεπώς το Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε απόφαση, και αναφέρεται σε έγγραφο ανύπαρκτο τουλάχιστον όσον αφορά τη συμβολαιογραφική πράξη.. Ο ίδιος κατηγορούμενος Χ εξέδωσε εν συνεχεία με την ιδιότητα του δημάρχου και τη με αριθμό 6993/21-1-2002 βεβαίωση, απαντώντας σε αίτηση που είχε υποβληθεί από τον Ιούλιο του έτους 2001, στην οποία ανέγραφε ότι ο δρόμος που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού ....,( το οποίο επισυνάπτεται στην αίτηση, της κ. Κ με αριθμ. 6993/30-7-2001), που βρίσκεται στη θέση " ...." του δημοτικού διαμερίσματος .... είναι δημοτικός (αριθμ. απόφασης 288/2001) χωμάτινος, μέτριας βατότητας με πλάτος έξι μέτρων. Και το εν λόγω έγγραφο προσυπέγραψε ο κατηγορούμενος Ζ ως Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος ..... Στις 19-11-2002 η εν λόγω εταιρία, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τους Κ και Μ, ζήτησε από την πολεοδομία .... δια της αρχιτέκτονος μηχανικού ...., άδεια για. ανέγερση ξενοδοχείου στο οικόπεδο ιδιοκτησίας της, συνολικής εκτάσεως 14.025,53 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "...." του Δημοτικού Διαμερίσματος .... "του Δήμου ...., τμήμα του οποίου εκτάσεως 2861,13 τ.μ φέρεται να βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού του Δημοτικού διαμερίσματος .... ενώ το υπόλοιπο, το οποίο αποτελείται από δύο τμήματα από τα οποία το ένα 4129,92 τ.μ βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εντός της χαρακτηρισμένης ως Τ2 περιοχής του Εθνικού Θαλασσίου Πάρκου ..... (Ε.Θ.Π.Ζ) και το άλλο εκτάσεως 7035,18 τ.μ βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εντός της χαρακτηρισμένης ως 04 περιοχής του Ε.Θ.Π.Ζ, σύμφωνα με το από τον Ιούλιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού που συνοδεύει την οικοδομική άδεια. Η αίτηση έγινε δεκτή και στις 11-12-2002 η Πολεοδομία .... εξέδωσε τη με αριθμό 677/2002 οικοδομική άδεια, η οποία εκδόθηκε με βάση τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο σχετικό φάκελο από την μηχανικό ...., μεταξύ των οποίων και οι δύο προαναφερόμενες βεβαιώσεις, για την απόδειξη της ύπαρξης δημοτικού δρόμου. Της οικοδομικής άδειας είχε προηγηθεί η από 6-11-2002 Κοινή Απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ-ΕΟΤ (Α.Π. 127210) περί εγκρίσεως Περιβαλλοντικών Όρων για την κατασκευή και λειτουργία της ξενοδοχειακής μονάδος, σύμφωνα με την οποία , μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η εξυπηρέτηση της μονάδος να γίνεται από το υφιστάμενο οδικό δίκτυο και απαγορεύεται η διάνοιξη νέων δρόμων. Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003 ξεκίνησαν οι εργασίες κατασκευής του ξενοδοχειακού συγκροτήματος . Στις 22-1-2003 ο μηνυτής Φ με αίτηση του προς την Πολεοδομία .... ζήτησε να διενεργηθεί αυτοψία στο παραπάνω ακίνητο ώστε να διαπιστωθεί η νομιμότητα των εκτελούμενων εργασιών και απέστειλε εξώδικες ειδοποιήσεις - προσκλήσεις, από 17-2-2003, 5-3-2003, 13-3-2003 και 20-3-2003, αναφέροντας ότι τα τοπογραφικά με βάση τα οποία εκδόθηκε η άδεια δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα και οι βεβαιώσεις είναι ψευδείς οι δε φερόμενοι ως δημοτικοί δρόμοι είναι ανύπαρκτοι. Σε έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ασυμφωνία μεταξύ του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης, καθόσον στο μεν τοπογραφικό διάγραμμα ο δρόμος στο νότιο τμήμα του οικοπέδου εμφανιζόταν ως ιδιωτικός ενώ στο διάγραμμα κάλυψης ως δημοτικός, γι' αυτό η πολεοδομία ζήτησε συμπληρωματικά στοιχεία από την ιδιοκτήτρια εταιρία ενώ ο μηνυτής ζήτησε την ακύρωση της οικοδομικής άδειας από το Διοικητικό Εφετείο Πατρών. Οι οικοδομικές εργασίες διακόπηκαν από την Πολεοδομία σε εκτέλεση της με αριθμό 41/2003 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Στις 2-4-2003 και ο Ψ, ως δήμαρχος ...., απαντώντας σε σχετική αίτηση του Μ, ως εκπροσώπου της εταιρίας, εξέδωσε τη με αριθμό 2997/2003 βεβαίωση, με την οποία βεβαίωνε ότι ο δρόμος που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος Μηχανικού .... με τα γράμματα Α-Ρ1-Π1.Ο1.Ξ1, βρίσκεται στη θέση "..." του Δημοτικού διαμερίσματος .... του Δήμου .... και είναι δημοτικός, χωμάτινος, μέτρΊας βατότητας με πλάτος έξι μέτρων. Αναφέρει δε στην ίδια βεβαίωση την οποία προσυπέγραψε και ο πρόεδρος; του Τοπικού Συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος .... Θ, ότι εξέδωσε αυτή σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από το αρχείο Δ/νσης ΑΕΠΟΠ, ήτοι Αναπτυξιακών Έργων, Προγραμματισμού, Οργάνωσης και Πληροφορικής του Δήμου ... και του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και μετά τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος Βασιλικού Θ. Σε αυτοψία που διενεργήθηκε από την Πολεοδομία Ζακύνθου στις 16-4-2003 διαπιστώθηκε ότι ακίνητο δεν εφάπτεται νοτίως κοινοτικού δρόμου, όπως αναφερόταν στο συμβόλαιο με αριθμό ..... της συμβολαιογράφου Ζωής Βισβάρδη και στις δύο, βεβαιώσεις των δημάρχων, αλλά υφίστατο χωματόδρομος πλάτους περίπου τριών μέτρων, ενώ το υπόλοιπο τμήμα που υφίστατο μεταξύ του χωματόδρομου και της ιδιοκτησίας των Μ και Λ δεν ήταν διανοιγμένος δρόμος και γι' αυτό απευθύνθηκαν στο Δήμο ..... Κατόπιν αυτού ο Δήμος .... διενήργησε αυτοψία στις 13-6-2003 από υπάλληλο της διεύθυνσης ΑΕΠΟΠ και διαπιστώθηκε, όπως αναφέρεται στο με αριθμό 5345/27-6-2003 έγγραφο αυτού προς το Τοπικό Συμβούλιο του δημοτικού διαμερίσματος ...., από το οποίο ζητούσαν στοιχεία ότι ο δρόμος που βρίσκεται νοτίως της παραπάνω ιδιοκτησίας α) ξεκινάει από τον κοινοτικό δρόμο ..., έχει μήκος περίπου εκατό μέτρων και καταλήγει σε ιδιοκτησία (χωράφι) β) η επιφάνεια κυκλοφορίας του αποτελείται από συμπυκνωμένο χώμα και χόρτα γ) το μέσο πλάτος του δρόμου είναι περίπου τρία μέτρα δ) δεν παρουσιάζει χαρακτηριστικά κοινοτικού δρόμου (ασφαλτόστρωση, ηλεκτροφωτισμό κλπ). Το Τοπικό Συμβούλιο διαμερίσματος ... δεν απάντησε στο σχετικό έγγραφο και ο δήμος ζήτησε με το με αριθμό 9757/17-9-2003 έγγραφο του εκ νέου στοιχεία. Οι οικοδομικές εργασίες που είχαν διακοπεί συνεχίσθηκαν μετά την έκδοση της με αριθμό 77/2003 απόφασης του διοικητικού Eφετείoυ Πατρών, που απέρριψε την αίτηση αναστολής του μηνυτή Φ, ενώ η Πολεοδομία με το με αριθμό 5715/22-12-2003 έγγραφό της ζήτησε από το Δήμο .... το αποτέλεσμα του ελέγχου ως προς το χαρακτηρισμό του δρόμου. Με επιμέλεια του μηνυτή συντάχθηκε τεχνική έκθεση από τον πολιτικό Μηχανικό .... κατά την οποία υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των σχεδίων που κατατέθηκαν στο φάκελο της με αριθμό 677/2002 οικοδομικής άδειας και ότι δεν υπάρχουν καθόλου οι δρόμοι. Στις 5-2-2004 ο κατηγορούμενος Ψ απάντησε στο έγγραφο της Πολεοδομίας .... και ανέφερε ότι βεβαιώνει την ύπαρξη κοινόχρηστου χώρου , ιδιοκτησίας Δ.Δ .... πλάτους έξι μέτρων, ο οποίος διέρχεται μπροστά από τις ιδιοκτησίες ..., Σ και Λ, Θ και ΓΕΡΑΚΑ Α.Ε λαμβάνοντας υπόψη τον τίτλο κτήσης της εταιρίας , την απάντηση του κτηματολογίου και τη γνώμη του Τοπικού Συμβουλίου ..... Και το έγγραφο αυτό προσυπέγραψε ο κατηγορούμενος Θ. Στις 7-2-2004 κατόπιν αιτήσεως του μηνυτή διενεργήθηκε αυτοψία-πραγματογνωμοσύνη από τον Αγρονόμο Τοπογράφο Μηχανικό του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος .... και διαπιστώθηκε α) το εμβαδόν του εντός του οικισμού οικοπέδου της ιδιοκτησίας της ανωτέρω εταιρίας είναι μόνο 1273,17 τ.μ και β) ότι η ύπαρξη του δρόμου στη νότια πλευρά δεν είναι σαφής (λόγω των αντικρουόμενων στοιχείων) και αδυνατεί να απαντήσει με σαφήνεια περί της ύπαρξης του. Αναφέρει δε στη σχετική έκθεση που συνέταξε ότι την ημέρα που διενήργησε την αυτοψία το τμήμα εδάφους που αναφέρεται ως κοινοτικός δρόμος ήταν οργωμένο και αποκλεισμένο από τον επαρχιακό δρόμο ή άλλον κοινόχρηστο χώρο με περίφραξη και το μόνο που ήταν εμφανές ήταν ένα χαντάκι πλάτους 2,00 μέτρων, το οποίο ξεκινούσε από τον επαρχιακό δρόμο, ακουμπούσε στο νότιο άκρο της ιδιοκτησίας "..... ΑΕ" και κατέληγε σε παρακείμενη ιδιοκτησία. Ακολούθως η εταιρία "..... ΑΕ" προέβη σε εργασίες διάνοιξης δρόμου τον Απρίλιο του έτους 2004 και λόγω των διαφορών που ανέκυψαν με τους όμορους ιδιοκτήτες επενέβη το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο ..., το οποίο με το με αριθμό πρωτ. 277/16-4-2004 έγγραφο του ζήτησε από την Πολεοδομία .... ενημέρωση για τις ενέργειες αυτής σε σχέση με τη νομιμότητα της οικοδομικής άδειας διότι με βάση την πραγματογνωμοσύνη που διεξήγαγε το TEE Δυτικής Ελλάδας το εντός του οικισμού τμήμα ήταν 1273,17 τ.μ και όχι 2861,13 τ.μ και ότι η ύπαρξη του Δημοτικού δρόμου που θα εξυπηρετούσε το ακίνητο αμφισβητείται και παρότι στο σχετικό 2 αναφέρεται ότι απαγορεύεται η διάνοιξη νέων δρόμων έγινε προσπάθεια διάνοιξης για την οποία επακολούθησε διαμάχη με τους γειτονικούς ιδιοκτήτες. Η Διεύθυνση Πολεοδομίας .... με το με αριθμό πρωτ. 1555/2004 έγγραφο της προς το Διοικητικό Εφετείο' Πατρών αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά την ημέρα που διενεργήθηκε αυτοψία ήτοι στις 7-2-2004 το τμήμα του εδάφους το οποίο εφάπτεται στο ΝΑ τμήμα της ιδιοκτησίας της εταιρίας "..... ΑΕ" και που στο διάγραμμα κάλυψης χαρακτηρίζεται ως δημοτικός δρόμος ήταν οργωμένο και αποκλεισμένο με συρμάτινη περίφραξη από το υπόλοιπο οδικό δίκτυο. Το ίδιο τμήμα την 4-5-2004 ήταν στρωμένο με χαλίκι και είχε αφαιρεθεί η συρμάτινη περίφραξη στο σημείο που ενώνεται με το οδικό δίκτυο. Από τα με αριθμ. .... και .... συμβόλαια και το τοπογραφικό διάγραμμα του γεωμέτρη .... ... που τα συνοδεύει, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη δρόμου στο ΝΑ τμήμα της ιδιοκτησίας που περιγράφεται στα σχέδια της 677/2002 οικοδομικής άδειας, στο φάκελο της οποίας υπάρχουν και οι με αριθμ. πρωτ. 6993/2002 και 2997/2003 βεβαιώσεις των δημάρχων ...., που βεβαιώνουν την ύπαρξη δημοτικού δρόμου χωμάτινου μέτριας βατότητας πλάτους έξι μέτρων. Αναφέρουν επίσης ότι η ύπαρξη δημοτικού δρόμου ή άλλου κοινόχρηστου χώρου καθιστά το οικόπεδο οικοδομήσιμο. Σε έλεγχο που έγινε από τη Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ , σύμφωνα με το με αριθμό 1398/30-9-2004 σχετικό έγγραφο της διαπιστώθηκε κατά την ημέρα της αυτοψίας (21-7-2004) ότι το τμήμα του εδάφους που αναφέρεται ω κοινοτική οδός ήταν διαμορφωμένος χωματόδρομος. Η ύπαρξη ή μη κοινοτικής οδού από τα προσκομισθέντα στοιχεία (από την εταιρία .... ΑΕ και το μηνυτή Φ) δεν είναι σαφής. Εν τω μεταξύ επί της διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ της εταιρίας "... Α.Ε" και της εταιρίας "ΓΕΡΑΚΑ Α.Ε" εκδόθηκαν οι με αριθμό 129 και 130/2004 αποφάσεις, του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου υπέρ της εταιρίας ".... Α.Ε", όμως ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων ( βλ. την από 23-7-2004 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα .... και το από 12-7-2004 έγγραφο που προσκόμισε, κατά το οποίο "...ο δρόμος για τον οποίο αναφέρεται το θέμα δεν θα ξεπερνά τα έξι μέτρα πλάτος. Σ' αυτό να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες όπως η ασφαλτόστρωση και λοιπές εργασίες ούτως ώστε να αποτελέσει κύριο κοινοτικό δρόμο....."). Η εταιρία δε ".... Α.Ε" ανέλαβε να καταβάλει και όλα τα έξοδα τόσο στην εταιρία " ΓΕΡΑΚΑΣ Α.Ε" όσο και στο μισθωτή της .... Ειδικά δε στην απόφαση 129/2004 αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη της και τα έγγραφα του δήμου ... για το χαρακτηρισμό του δρόμου ως κοινοτικού. Μετά από τον κατά τα παραπάνω διενεργηθέντα συμβιβασμό πραγματοποιήθηκε την 1-8-2005, με εντολή της Πταισματοδίκη Ζακύνθου, αυτοψία από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας ..., την οποία διενήργησε ο υπάλληλός της ...., Πολιτικός Μηχανικός, που διαπίστωσε την ύπαρξη διαμορφωμένου δρόμου με κυμαινόμενο πλάτος από 4,5 μέχρι 5 μέτρα που εφάπτεται στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας. Επακολούθησε και νέα αυτοψία από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας ... στις 12-10-2005 από τον ίδιο υπάλληλο της, ο οποίος κατά τη σχετική του έκθεση διαπίστωσε , μεταξύ άλλων, ότι ".....υφίστανται δύο δρόμοι, ο ένας αποτελεί το πρόσωπο του οικοπέδου ενώ ο άλλος καταλήγει σ' αυτό. Ο δρόμος που αποτελεί και το πρόσωπο έχει ασφλατοστρωθεί ενώ ο άλλος δεν είναι άσφαλτος............ Δεν είναι αναγκαίες οι βεβαιώσεις του Δήμου για να εκδοθεί από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας μία οικοδομική άδεια σε οικόπεδο που στο τοπογραφικό διάγραμμα εφάπτεται (δηλ έχει πρόσωπο) σε κοινόχρηστο χώρο( κοινοτικό δρόμο κλπ). Σε περίπτωση όμως αμφισβήτησης είναι απαραίτητες οι βεβαιώσεις από το Δήμο. Επίσης δεν εκδίδεται οικοδομική άδεια σε οικόπεδο που δεν έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (κοινοτικός δρόμος κλπ), πλην ελάχιστων εξαιρέσεων στις οποίες δεν εμπίπτει η ιδιοκτησία της εταιρίας " ....".........Όσον αφορά στο εάν ο δρόμος είναι κοινόχρηστος ή ιδιωτικός αυτά το βεβαιώνει ο Δήμος με τις αντίστοιχες βεβαιώσεις . Σημειώνω εδώ ότι η Δ/νση Πολεοδομίας κατά κανόνα δέχεται τις βεβαιώσεις των Δημάρχων για τον χαρακτηρισμό των δρόμων ως κοινόχρηστων χώρων (κοινοτικών κλπ), επί πλέον ένα οικόπεδο, το οποίο δεν έχει πρόσωπο σε δρόμο και ευρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού μπορεί να είναι άρτιο (αν πληροί τους όρους της αρτιότητας της περιοχής) δεν είναι όμως οικοδομήσιμο.".
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι βεβαιώσεις που εξέδωσαν οι Χ και Ψ, ως δήμαρχοι ... δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα διότι όταν τις εξέδωσαν δεν υπήρχαν οι δημοτικοί οδοί των οποίων την ύπαρξη βεβαίωσαν. Ειδικότερα ο δρόμος πλάτους έξι μέτρων που φέρεται ότι εφάπτεται νοτίως του ακινήτου και στov οποίο αναφέρονται οι με αριθμό πρωτ. 7834/7-11-2000 και 2997/8-4-2003 βεβαιώσεις δεν υπήρχε, όπως διαπιστώθηκε από τις εκθέσεις αυτοψίας που προαναφέρθηκαν, γεγονός που οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, καθόσον οι μεν Χ και Ψ ήταν δήμαρχοι και προϊστάμενοι της αρμόδιας υπηρεσίας του Δήμου ..., ήτοι της Διεύθυνσης Αναπτυξιακών Έργων, Προγραμματισμού, Οργάνωσης και Πληροφορικής, μάλιστα ο Ψ αναφέρει στη με αριθμό 2997/2003 βεβαίωση που εξέδωσε ότι στηρίχθηκε στα στοιχεία που προκύπτουν και από την Διεύθυνση ΑΕΠΟΠ, καθώς και οι Ζ και Θ, που ήταν Πρόεδροι του Τοπικού Συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος ... αλλά και οι εκπρόσωποι της εταιρίας Κ και Μ. Συγκεκριμένα η πρώτη βεβαίωση εκδόθηκε προτού καταρτισθεί το υπ' αριθμό ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ζακυνθίων Ζωής Βισβάρδη , στο οποίο στη συνέχεια αναφέρθηκε η ύπαρξη της δημοτικής οδού, ενώ σε προγενέστερα συμβόλαια με αριθμ. 25707/75 και 25708/75 και το τοπογραφικό διάγραμμα που τα συνοδεύει δεν υφίσταται οδός, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι ήταν δρόμος σε κοινή χρήση από το έτος 1960. Όσον αφορά την ύπαρξη οδού στο βόρειο τμήμα του ακινήτου περί της οποίας, η βεβαίωση με αριθμό 6993/21-1-2002 και αυτή δεν υφίστατο διότι δεν ακολουθήθηκε για τη δημιουργία της η νόμιμη διαδικασία, ήτοι δεν προηγήθηκε παραίτηση από την κυριότητα, καθόσον η απόφαση 288/2001 προηγήθηκε της 17519/2001 πράξης παραχώρησης σε δημόσια χρήση λωρίδας εδάφους, της οποίας δεν προκύπτει και η μεταγραφή. Οι παραπάνω βεβαιώσεις χρησιμοποιήθηκαν οι δύο πρώτες για την έκδοση της 677/2002 οικοδομικής άδειας και η τρίτη για τη διατήρηση αυτής, η οποία προσκομίσθηκε και στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών, ήτοι είχαν έννομες συνέπειες, καθόσον χωρίς πρόσωπο του οικοπέδου σε κοινόχρηστο δρόμο η εταιρία δεν μπορούσε να λάβει οικοδομική άδεια, όπως αναφέρει στη σχετική από 14-10-2005 έκθεση του ο υπάλληλος της Πολεοδομίας .... και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα λάμβανε. Πρόσωπο δε το οικόπεδο που κατέστησε αυτό οικοδομήσιμο φέρεται να έχει στο δρόμο που εφάπτεται στο νότιο τμήμα του ακινήτου. Οι εκδώσαντες τις βεβαιώσεις δήμαρχοι ήταν καθύλην αρμόδιοι για την έκδοση τους, ως Προϊστάμενοι των αρμοδίων Υπηρεσιών του Δήμου και της Διεύθυνσης Αναπτυξιακών Έργων, Προγραμματισμού, Οργάνωσης και Πληροφορικής, καθόσον η βεβαίωση του δημάρχου είναι απαραίτητη κατά την Πολεοδομία στην άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας της για το χαρακτηρισμό ενός δρόμου ως δημοτικού προκειμένου να εκδώσει οικοδομική άδεια, για τον οποίο σκοπό και εκδόθηκαν προκειμένου να προσπορίσουν όφελος στην εταιρία με το να καταστεί το οικόπεδο της οικοδομήσιμο ώστε αρχικά να εκδοθεί η οικοδομική άδεια και στη συνέχεια να μην ανακληθεί. Στοιχειοθετείται, επομένως, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι των εφέσεων όλων των εκκαλούντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Προκύπτει επίσης και η επιβαρυντική περίσταση της παρ. 3 του συγκεκριμένου εγκλήματος ήτοι στην κακουργηματική του μορφή, ως προς όλους τους κατηγορουμένους, διότι με την έκδοση των σχετικών βεβαιώσεων το οικόπεδο κατέστη οικοδομήσιμο, στο οποίο και αποσκοπούσαν ώστε να προσπορίσουν έτσι αθέμιτο όφελος στην προαναφερόμενη εταιρία, που υπερέβαινε το ποσό των 73.000,00 ευρώ, Ειδικότερα κατά το έτος 2003 ή αγοραία οικονομική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 411.955,00 ευρώ με δρόμο και στο ποσό των 251.112,00 ευρώ χωρίς δρόμο, ήτοι διαφορά αξίας 160.843,00 ευρώ ενώ η αντικειμενική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 288.189,00 ευρώ με δρόμο και στο ποσό των 207.616,00 ευρώ χωρίς δρόμο (διαφορά αξίας 80.573,00 ευρώ). Κατά το έτος 2005 με τα κτίσματα η αγοραία οικονομική του αξία ανεχόταν στο ποσό των 1.991.358,00 ευρώ με δρόμο και στο ποσό των 1.669.670,00 ευρώ χωρίς δρόμο (διαφορά αξίας 321.688,00 ευρώ), ενώ η αντικειμενική του αξία ανερχόταν σε 1.096.616,00 ευρώ με δρόμο και στο ποσό των 944.514,00 ευρώ χωρίς δρόμο (διαφορά αξίας 152.192,00 ευρώ). Περαιτέρω, κατά τα προεκτεθέντα, όλοι οι κατηγορούμενος εφόσον γνώριζαν την ανυπαρξία των δρόμων όταν εκδόθηκαν οι σχετικές βεβαιώσεις, γνώριζαν ότι αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κατάσταση και γνώριζαν επίσης ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις είχαν έννομες συνέπειες, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από την ιδιοκτήτρια του ακινήτου στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για τη λήψη και ακολούθως τη διατήρηση της οικοδομικής άδειας. Προκύπτει, επομένως, ότι πληρούται και η υποκειμενική υπόσταση του σχετικού εγκλήματος, ήτοι τόσον των αυτουργών (Χ και Ψ) όσον και των άμεσων συνεργών Προέδρων του Τοπικού Συμβουλίου του Δημοτικού Διαμερίσματος .... Ζ και Θ, οι οποίοι εν γνώσει της ανυπαρξίας δημοτικών δρόμων υπέγραψαν τις σχετικές βεβαιώσεις αλλά και των ηθικών αυτουργών Κ και Μ, εκπροσώπων της εταιρίας.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 του Π.Κ., αφού οι αναιρεσείοντες ως Δήμαρχοι .... δεν ήταν υλικά αρμόδιοι για την έκδοση των παραπάνω εγγράφων, διότι στις καθοριζόμενες, κατά τη μείζονα σκέψη, αρμοδιότητες των Δημάρχων δεν διαλαμβάνεται αρμοδιότητα χαρακτηρισμού δρόμου ή διόδου ως "κοινοτικού" ούτε αρμοδιότητα βεβαίωσης για ύπαρξη ή ανυπαρξία εμπραγμάτων δικαιωμάτων των κατοίκων του Δήμου επί ακινήτων ή για την υφισταμένη σ'αυτά νομική κατάσταση (ΑΠ 31/97, ΑΠ 678/96 Π.Χρ. ΜΖ 1044 και 1251). Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 § ιβ Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την παραπάνω πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ'εξακολούθηση και μη σε βαθμό κακουργήματος και ακολούθως να αποφανθεί το Συμβούλιό σας, κατά το άρθρο 518 § 1 Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται ανάλογα και στην αναίρεση κατά βουλεύματος (αρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ.) ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 § ι, στοιχ. α, 310 § ι εδ. α, 318 εδ. α' και 484 § 2 εδ. β' Κ.Π.Δ, καθόσον δεν υπόκειται ποινικώς κολάσιμη πράξη. Το ευεργητικό δε αυτό αποτέλεσμα πρέπει να επεκταθεί, κατά το άρθρο 469 του ίδιου κώδικα, και στους ως άνω συγκατηγορουμένους των αναιρεσειόντων Ζ, Θ, Κ και Μ, που παραπέμπονται με το εκκαλούμενο βούλευμα, ως άμεσοι συνεργοί (οι δύο πρώτοι) και ως ηθικοί αυτουργοί (οι δύο τελευταίοι) του εν λόγω εγκλήματος, των οποίων οι σχετικές εφέσεις απορρίφθηκαν κατ'ουσία με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο των αναιρεσείοντων, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το από 21-4-2008 αίτημα του αναιρεσείοντος Ψ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιό Σας διότι με την κρινόμενη αίτησή του εξέθεσε λεπτομερώς και διεξοδικώς τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του και δεν χρειάζεται να δώσει καμία άλλη διευκρίνιση.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 88/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και να μη γίνει κατηγορία α) κατά των αναιρεσειόντων Χ και Ψ για ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος κατ'εξακολούθηση και μη, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στη .... από τον πρώτο στις 7-11-2000 και 21-1-2002 και από τον δεύτερο στις 8-4-2003, β) κατά των Ζ και Θ για άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη, που φέρεται ότι τελέστηκε στη ... από τον πρώτον στις 7-11-2000 και 21-1-2002 και από τον δεύτερο στις 8-4-2003 και γ) κατά των Κ και Μ για ηθική αυτουργία από κοινού στην αυτήν εαυτήν ως άνω πράξη της ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος κατ'εξακολούθηση και μη, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στη ... από αυτούς στις 7-11-2000, 21-1-2002 και 8-4-2003. Και Β) να απορριφθεί το από 21-4-2008 αίτημα του ανωτέρω Ψ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιό σας.
Αθήνα 6 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με το υπ' αριθμ. 88/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, απερρίφθησαν, μεταξύ των άλλων κατηγορουμένων και οι εφέσεις των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων Ψ και Χ, και επικυρώθηκε το πρωτόδικο υπ' αριθμ. 66/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με το οποίο οι ανωτέρω, πρώην Δήμαρχοι του Δήμου ..., παραπέμφησαν να δικασθούν για ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 242 παρ.1,3 του ΠΚ). Κατά του ανωτέρω βουλεύματος του δευτεροβαθμίου Συμβουλίου οι ανωτέρω νομοτύπως και εμπροθέσμως άσκησαν τις από 21-4-2008 και 24-4-2008, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως. Επομένως, οι αιτήσεις αυτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, αν όμως ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, στο άρθρο 114 παρ.1 του Π.Δ 410/1995 " Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Δημάρχου και ορίζεται ειδικότερα ότι ο Δήμαρχος α) εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή και δίνει τους όρκους που επιβάλλονται στο δήμο β) εκτελεί τις αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου και της δημαρχιακής επιτροπής γ) είναι προϊστάμενος των υπηρεσιών του δήμου και τις διευθύνει δ) όλου του προσωπικού του δήμου και αποφασίζει για το διορισμό αυτού και εκδίδει τις πράξεις που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις για το διορισμό, τις κάθε είδους υπηρεσιακές μεταβολές και την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου ε) συνυπογράφει τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής των δαπανών οι οποίες έχουν εκκαθαρισθεί από την αρμόδια υπηρεσία του δήμου ε) εκδίδει πιστοποιητικά προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως των δημοτών και η) ασκεί τις αρμοδιότητες που του αναθέτουν ειδικές διατάξεις του Κώδικα ή άλλου νόμου. Όμοιους ορισμούς έχει και η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 86 παρ.1 του Ν. 3463/2006. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Δήμαρχος, ο οποίος είναι υπάλληλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263α του Π.Κ, για να καταστεί υπαίτιος τέλεσης του από το άρθρο 242 ΠΚ προβλεπομένου εγκλήματος, πρέπει να είναι καθ' ύλη αρμόδιος δια την έκδοση εγγράφου με ψευδές περιεχόμενο, δεν συντρέχει δε το στοιχείο αυτό της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως όταν το περιεχόμενο του εκδιδόμενου εγγράφου δεν εμπίπτει στις άνω από το άρθρο 114 του Κ.Δ.Κ περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις λειτουργικής αρμοδιότητος αυτού. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1στοιχ. β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν αυτό δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το συμβούλιο Εφετών Πατρών, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων και κατά την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του "...Η εταιρία µε την επωνυµία ".... Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε" δυνάµει των µε αριθµό ... και ... συµβολαίων της συµβολαιογράφου Ζακυνθίων Ζωής Βισβάρδη, απέκτησε την κυριότητα των σ' αυτά περιγραφόµενων ακινήτων, τα οποία συνενώθηκαν σε ενιαίο ακίνητο µε το µε αριθµό 19480/ 5-9-2003 συµβόλαιο της ίδιας συµ/φου. Ο εκκαλών κατηγορούµενος Χ ήταν δήµαρχος του Δήµου ... κατά το χρονικό διάστηµα µεταξύ των ετών 2000 και 2002. Από το έτος 2003 δήµαρχος ήταν ο κατηγορούµενος Ψ. Στις 7-11-2000 ο Χ ως δήµαρχος ... απαντώντας σε σχετική αίτηση του Μ, εξέδωσε τη µε αριθµό 7834/7-11-2000 βεβαίωση, µε την οποία βεβαίωνε ότι ο δρόµος που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραµµα της αρχιτέκτονος µηχανικού ... στη θέση "..." του Δηµοτικού Διαµερίσµατος ... είναι κοινοτικός, χαλικοστρωµένος, καλής βατότητας µε πλάτος περίπου έξι µέτρα. Τη σχετική βεβαίωση προσυπέγραψε και ο τότε πρόεδρος της κοινότητας ... εκκαλών κατηγορούµενος Ζ. Η κατάρτιση του µε αριθµό .... συµβολαίου επακολούθησε της βεβαίωσης. Στο εν λόγω δε συµβόλαιο αναφέρεται ότι το αγορασθέν ακίνητο συνορεύει νότια µε δρόµο κοινοτικό πλάτους έξι µέτρων. Στη συνέχεια το δηµοτικό Συµβούλιο του Δήµου ... συνεδρίασε στις 20-11-2001 προκειµένου να αποφανθεί σε αίτηµα του Μ για παραχώρηση εδάφους σε κοινή χρήση. Στη σχετική απόφαση που ελήφθη µε αριθµό 288/2001 αναφέρεται ότι ο Πρόεδρος έθεσε υπόψη του Δ.Σ αίτηµα του κ. Μ ότι ο ενδιαφερόµενος έχει καταθέσει στο Δήµο συµβολαιογραφική πράξη, µαζί µε το σχετικό τοπογραφικό διάγραµµα, µε την οποία παραχωρεί λωρίδα εδάφους 294,00 τ.µ για κοινόχρηστη χρήση στη θέση "..." Δ.Δ .... και το Συµβούλιο, αφού έλαβε υπόψη τα σχετικά έγγραφα και την αίτηση του ενδιαφερόµενου αποδέχθηκε τη σχετική παραχώρηση. Η δήλωση όµως της παραχώρησης έγινε µετά τη λήψη της απόφασης από το Δηµοτικό Συµβούλιο µε τη µε αριθµό 17519/18-12-2001 πράξη της συµβολαιογράφου Ζωής Βισβάρδη, του οποίου δεν προκύπτειι η µεταγραφή συνεπώς το Δηµοτικό Συµβούλιο έλαβε απόφαση, και αναφέρεται σε έγγραφο ανύπαρκτο τουλάχιστον όσον αφορά τη συµβολαιογραφική πράξη. Ο ίδιος κατηγορούµενος Χ εξέδωσε εν συνεχεία µε την ιδιότητα του δηµάρχου και τη µε αριθµό 6993/21-1-2002 βεβαίωση, απαντώντας σε αίτηση που είχε υποβληθεί από τον lούλιο του έτους 2001, στην οποία ανέγραφε ότι ο δρόµος που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραµµα της αρχιτέκτονος µηχανικού ..., ( το οποίο επισυνάπτεται στην αίτηση, της κ. Κ µε αριθµ. 6993/30-7-2001), που βρίσκεται στη θέση " ..." του δηµοτικού διαµερίσµατος .... είναι δηµοτικός (αριθµ. απόφασης 288/2001) χωµάτινος, µέτριας βατότητας µε πλάτος έξι µέτρων. Και το εν λόγω έγγραφο προσυπέγραψε ο κατηγορούµενος Ζ ως Πρόεδρος του Τοπικού Συµβουλίου του δηµοτικού διαµερίσµατος .... Στις 19-11-2002 η εν λόγω εταιρία, νόµιµα εκπροσωπούµενη από τους Κ και Μ, ζήτησε από την πολεοδοµία ... δια της αρχιτέκτονος µηχανικού ...., άδεια για ανέγερση ξενοδοχείου στο οικόπεδο ιδιοκτησίας της, συνολικής εκτάσεως 14.025,53 τ.µ, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δηµοτικού Διαµερίσµατος .. "του Δήµου ...., τµήµα του οποίου εκτάσεως 2861,13 τ.µ φέρεται να βρίσκεται εντός των ορίων του οικισµού του Δηµοτικού διαµερίσµατος ... ενώ το υπόλοιπο, το οποίο αποτελείται από δύο τµήµατα από τα οποία το ένα 4129,92 τ.µ βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εντός της χαρακτηρισµένης ως Τ2 περιοχής του Εθνικού Θαλασσίου Πάρκου ..... (Ε.Θ.Π.Ζ) και το άλλο εκτάσεως 7035,18 τ.µ βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εντός της χαρακτηρισµένης ως 04 περιοχής του Ε.Θ.Π.Ζ, σύµφωνα µε το από τον lούλιο 2001 τοπογραφικό διάγραµµα της αρχιτέκτονος µηχανικού που συνοδεύει την οικοδοµική άδεια. Η αίτηση έγινε δεκτή και στις 11-12-2002 η Πολεοδοµία ...εξέδωσε τη µε αριθµό 677/2002 οικοδοµική άδεια, η οποία εκδόθηκε µε βάση τα έγγραφα που προσκοµίσθηκαν στο σχετικό φάκελο από την µηχανικό ..., µεταξύ των οποίων και οι δύο προαναφερόµενες βεβαιώσεις, για την απόδειξη της ύπαρξης δηµοτικού δρόµου. Της οικοδοµικής άδειας είχε προηγηθεί η από 6-11-2002 Κοινή Απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ-ΕΟΤ (Α.Π.127210) περί εγκρίσεως Περιβαλλοντικών Όρων για την κατασκευή και λειτουργία της ξενοδοχειακής µονάδος, σύµφωνα µε την οποία, µεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η εξυπηρέτηση της µονάδος να γίνεται από το υφιστάµενο οδικό δίκτυο και απαγορεύεται η διάνοιξη νέων δρόµων. Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003 ξεκίνησαν οι εργασίες κατασκευής του ξενοδοχειακού συγκροτήµατος. Στις 22-1-2003 ο µηνυτής Φ µε αίτηση του προς την Πολεοδοµία ... ζήτησε να διενεργηθεί αυτοψία στο παραπάνω ακίνητο ώστε να διαπιστωθεί η νοµιµότητα των εκτελούµενων εργασιών και απέστειλε εξώδικες ειδοποιήσεις - προσκλήσεις, από 17-2-2003, 5-3-2003, 13-3-2003 και 20-3-2003, αναφέροντας ότι τα τοπογραφικά µε βάση τα οποία εκδόθηκε η άδεια δεν απεικονίζουν την πραγµατικότητα και οι βεβαιώσεις είναι ψευδείς οι δε φερόµενοι ως δηµοτικοί δρόµοι είναι ανύπαρκτοι. Σε έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ασυµφωνία µεταξύ του τοπογραφικού διαγράµµατος και του διαγράµµατος κάλυψης, καθόσον στο µεν τοπογραφικό διάγραµµα ο δρόµος στο νότιο τµήµα του οικοπέδου εµφανιζόταν ως ιδιωτικός ενώ στο διάγραµµα κάλυψης ως δηµοτικός, γι' αυτό η πολεοδοµία ζήτησε συµπληρωµατικά στοιχεία από την ιδιοκτήτρια εταιρία ενώ ο µηνυτής ζήτησε την ακύρωση της οικοδοµικής άδειας από το Διοικητικό Εφετείο Πατρών. Οι οικοδοµικές εργασίες διακόπηκαν από την Πολεοδοµία σε εκτέλεση της µε αριθµό 41/2003 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Στις 2-4-2003 και ο Ψ, ως δήµαρχος ...., απαντώντας σε σχετική αίτηση του Μ, ως εκπροσώπου της εταιρίας, εξέδωσε τη µε αριθµό 2997/2003 βεβαίωση, µε την οποία βεβαίωνε ότι ο δρόµος που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραµµα της αρχιτέκτονος Μηχανικού ... µε τα γράµµατα Α-Ρ1-Π1.01.Ξ1, βρίσκεται στη θέση "...." του Δηµοτικού διαµερίσµατος ... του Δήµου .... και είναι δηµοτικός, χωµάτινος, µέτριας βατότητας µε πλάτος έξι µέτρων. Αναφέρει δε στην ίδια βεβαίωση την οποία προσυπέγραψε και ο πρόεδρος του Τοπικού Συµβουλίου του δηµοτικού διαµερίσµατος ... ... Θ, ότι εξέδωσε αυτή σύµφωνα µε τα στοιχεία που προκύπτουν από το αρχείο Δ/νσης ΑΕΠΟΠ, ήτοι Αναπτυξιακών Έργων, Προγραµµατισµού, Οργάνωσης και Πληροφορικής του Δήµου ... και του Οργανισµού Κτηµατολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και µετά τη σύµφωνη γνώµη του Προέδρου του Τοπικού Συµβουλίου του δηµοτικού διαµερίσµατος ... Θ. Σε αυτοψία που διενεργήθηκε από την Πολεοδοµία ... στις 16-4-2003 διαπιστώθηκε ότι ακίνητο δεν εφάπτεται νοτίως κοινοτικού δρόµου, όπως αναφερόταν στο συµβόλαιο µε αριθµό ... της συµβολαιογράφου Ζωής Βισβάρδη και στις δύο, βεβαιώσεις των δηµάρχων, αλλά υφίστατο χωµατόδροµος πλάτους περίπου τριών µέτρων, ενώ το υπόλοιπο τµήµα που υφίστατο µεταξύ του χωµατόδροµου και της ιδιοκτησίας των Μ και Λ δεν ήταν διανοιγµένος δρόµος και γι αυτό απευθύνθηκαν στο Δήµο .... Κατόπιν αυτού ο Δήµος ... διενήργησε αυτοψία στις 13-6-2003 από υπάλληλο της διεύθυνσης ΑΕΠΟΠ και διαπιστώθηκε, όπως αναφέρεται στο µε αριθµό 5345/27-6-2003 έγγραφο αυτού προς το Τοπικό Συµβούλιο του δηµοτικού διαµερίσµατος ..., από το οποίο ζητούσαν στοιχεία ότι ο δρόµος που βρίσκεται νοτίως της παραπάνω ιδιοκτησίας α) ξεκινάει από τον κοινοτικό δρόµο ...., έχει µήκος περίπου εκατό µέτρων και καταλήγει σε ιδιοκτησία (χωράφι) β) η επιφάνεια κυκλοφορίας του αποτελείται από συµπυκνωµένο χώµα και χόρτα γ) το µέσο πλάτος του δρόµου είναι περίπου τρία µέτρα δ) δεν παρουσιάζει χαρακτηριστικά κοινοτικού δρόµου (ασφαλτόστρωση, ηλεκτροφωτισµό κλπ). Το Τοπικό Συµβούλιο διαµερίσµατος Βασιλικού δεν απάντησε στο σχετικό έγγραφο και ο δήµος ζήτησε µε το µε αριθµό 9757/17-9-2003 έγγραφο του εκ νέου στοιχεία. Οι οικοδοµικές εργασίες που είχαν διακοπεί συνεχίσθηκαν µετά την έκδοση της µε αριθµό 77/2003 απόφασης του διοικητικού Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την αίτηση αναστολής του µηνυτή Κων/νου Ρώµα, ενώ η Πολεοδοµία µε το µε αριθµό 5715/22-122003 έγγραφό της ζήτησε από το Δήµο ... το αποτέλεσµα του ελέγχου ως προς το χαρακτηρισµό του δρόµου. Με επιµέλεια του µηνυτή συντάχθηκε τεχνική έκθεση από τον πολιτικό Μηχανικό .... κατά την οποία υπάρχει ασυµφωνία µεταξύ των σχεδίων που κατατέθηκαν στο φάκελο της µε αριθµό 677/2002 οικοδοµικής άδειας και ότι δεν υπάρχουν καθόλου οι δρόµοι. Στις 5-2-2004 ο κατηγορούµενος Ψ απάντησε στο έγγραφο της Πολεοδοµίας .... και ανέφερε ότι βεβαιώνει την ύπαρξη κοινόχρηστου χώρου, ιδιοκτησίας Δ.Δ .... πλάτους έξι µέτρων, ο οποίος διέρχεται µπροστά από τις ιδιοκτησίες ...., Σ και Λ, Θ και ΓΕΡΑΚΑ Α.Ε λαµβάνοντας υπόψη τον τίτλο κτήσης της εταιρίας , την απάντηση του κτηµατολογίου και τη γνώµη του Τοπικού Συµβουλίου ..... Και το έγγραφο αυτό προσυπέγραψε ο κατηγορούµενος Θ. Στις 7-2-2004 κατόπιν αιτήσεως του µηνυτή διενεργήθηκε αυτοψία-πραγµατογνωµοσύνη από τον Αγρονόµο Τοπογράφο Μηχανικό του Τεχνικού Επιµελητηρίου της Ελλάδος .... και διαπιστώθηκε α) το εµβαδόν του εντός του οικισµού οικοπέδου της ιδιοκτησίας της ανωτέρω εταιρίας είναι µόνο 1273,17 τ.µ και β) ότι η ύπαρξη του δρόµου στη νότια πλευρά δεν είναι σαφής (λόγω των αντικρουόµενων στοιχείων) και αδυνατεί να απαντήσει µε σαφήνεια περί της ύπαρξης του. Αναφέρει δε στη σχετική έκθεση που συνέταξε ότι την ηµέρα που διενήργησε την αυτοψία το τµήµα εδάφους που αναφέρεται ως κοινοτικός δρόµος ήταν οργωµένο και αποκλεισµένο από τον επαρχιακό δρόµο ή άλλον κοινόχρηστο χώρο µε περίφραξη και το µόνο που ήταν εµφανές ήταν ένα χαντάκι πλάτους 2,00 µέτρων, το οποίο ξεκινούσε από τον επαρχιακό δρόµο, ακουµπούσε στο νότιο άκρο της ιδιοκτησίας "... ΑΕ" και κατέληγε σε παρακείµενη ιδιοκτησία. Ακολούθως η εταιρία ".... ΑΕ" προέβη σε εργασίες διάνοιξης δρόµου τον Απρίλιο του έτους 2004 και λόγω των διαφορών που ανέκυψαν µε τους όµορους ιδιοκτήτες επενέβη το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο ...., το οποίο µε το µε αριθµό πρωτ. 277/16-4-2004 έγγραφο του ζήτησε από την Πολεοδοµία .... ενηµέρωση για τις ενέργειες αυτής σε σχέση µε τη νοµιµότητα της οικοδοµικής άδειας διότι µε βάση την πραγµατογνωµοσύνη που διεξήγαγε το ΤΕΕ Δυτικής Ελλάδας το εντός του οικισµού τµήµα ήταν 1273,17 τ.µ και όχι 2861,13 τ.µ και ότι η ύπαρξη του Δηµοτικού δρόµου που θα εξυπηρετούσε το ακίνητο αµφισβητείται και παρότι στο σχετικό 2 αναφέρεται ότι απαγορεύεται η διάνοιξη νέων δρόµων έγινε προσπάθεια διάνοιξης για την οποία επακολούθησε διαµάχη µε τους γειτονικούς ιδιοκτήτες. Η Διεύθυνση Πολεοδοµίας ... µε το µε αριθµό πρωτ. 1555/2004 έγγραφο της προς το Διοικητικό Εφετείο Πατρών αναφέρει, µεταξύ άλλων, ότι κατά την ηµέρα που διενεργήθηκε αυτοψία ήτοι στις 7-2-2004 το τµήµα του εδάφους το οποίο εφάπτεται στο ΝΑ τµήµα της ιδιοκτησίας της εταιρίας ".... ΑΕ" και που στο διάγραµµα κάλυψης χαρακτηρίζεται ως δηµοτικός δρόµος ήταν οργωµένο και αποκλεισµένο µε συρµάτινη περίφραξη από το υπόλοιπο οδικό δίκτυο. Το ίδιο τµήµα την 4-5-2004 ήταν στρωµένο µε χαλίκι και είχε αφαιρεθεί η συρµάτινη περίφραξη στο σηµείο που ενώνεται µε το οδικό δίκτυο. Από τα µε αριθµ. 25707/75 και 25708/75 συµβόλαια και το τοπογραφικό διάγραµµα του γεωµέτρη ... ... που τα συνοδεύει, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη δρόµου στο ΝΑ τµήµα της ιδιοκτησίας που περιγράφεται στα σχέδια της 677/2002 οικοδοµικής άδειας, στο φάκελο της οποίας υπάρχουν και οι µε αριθµ. πρωτ. 6993/2002 και 2997/2003 βεβαιώσεις των δηµάρχων ..., που βεβαιώνουν την ύπαρξη δηµοτικού δρόµου χωµάτινου µέτριας βατότητας πλάτους έξι µέτρων. Αναφέρουν επίσης ότι η ύπαρξη δηµοτικού δρόµου ή άλλου κοινόχρηστου χώρου καθιστά το οικόπεδο οικοδοµήσιµο. Σε έλεγχο που έγινε από τη Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ , σύµφωνα µε το µε αριθµό 1398/30-9-2004 σχετικό έγγραφο της διαπιστώθηκε κατά την ηµέρα της αυτοψίας (21-7-2004) ότι το τµήµα του εδάφους που αναφέρεται ω κοινοτική οδός ήταν διαµορφωµένος χωµατόδροµος. Η ύπαρξη ή µη κοινοτικής οδού από τα προσκοµισθέντα στοιχεία (από την εταιρία .... ΑΕ και το µηνυτή Φ) δεν είναι σαφής. Εν τω µεταξύ επί της διαφοράς που ανέκυψε µεταξύ της εταιρίας ".... Α.Ε" και της εταιρίας "ΓΕΡΑΚΑ Α.Ε" εκδόθηκαν οι µε αριθµό 129 και 130/2004 αποφάσεις, του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου υπέρ της εταιρίας ".... Α.Ε", όµως ήταν αποτέλεσµα συµβιβασµού µεταξύ των διαδίκων ( βλ. την από 23-72004 προανακριτική κατάθεση του µάρτυρα ... και το από 12-7-2004 έγγραφο που προσκόµισε, κατά το οποίο " ... 0 δρόµος για τον οποίο αναφέρεται το θέµα δεν θα ξεπερνά τα έξι µέτρα πλάτος. Σ' αυτό να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες όπως η ασφαλτόστρωση και λοιπές εργασίες ούτως ώστε να αποτελέσει κύριο κοινοτικό δρόµο ..... "). Η εταιρία δε ".... Α.Ε" ανέλαβε να καταβάλει και όλα τα έξοδα τόσο στην εταιρία " ΓΕΡΑΚΑΣ Α.Ε" όσο και στο µισθωτή της .... Ειδικά δε στην απόφαση 129/2004 αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη της και τα έγγραφα του δήµου .... για το χαρακτηρισµό του δρόµου ως κοινοτικού. Μετά από τον κατά τα παραπάνω διενεργηθέντα συµβιβασµό πραγµατοποιήθηκε την 1-8-2005, µε εντολή της Πταισµατοδίκη Ζακύνθου, αυτοψία από τη Διεύθυνση Πολεοδοµίας ...., την οποία διενήργησε ο υπάλληλός της ...., Πολιτικός Μηχανικός, που διαπίστωσε την ύπαρξη διαµορφωµένου δρόµου µε κυµαινόµενο πλάτος από 4,5 µέχρι 5 µέτρα που εφάπτεται στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας. Επακολούθησε και νέα αυτοψία από τη Διεύθυνση Πολεοδοµίας .... στις 12-10-2005 από τον ίδιο υπάλληλο της, ο οποίος κατά τη σχετική του έκθεση διαπίστωσε, µεταξύ άλλων, ότι " .....υφίστανται δύο δρόµοι, ο ένας αποτελεί το πρόσωπο του οικοπέδου ενώ ο άλλος καταλήγει σ' αυτό. Ο δρόµος που αποτελεί και το πρόσωπο έχει ασφλατοστρωθεί ενώ ο άλλος δεν είναι άσφαλτος. Δεν είναι αναγκαίες οι βεβαιώσεις του Δήµου για να εκδοθεί από τη Διεύθυνση Πολεοδοµίας µία οικοδοµική άδεια σε οικόπεδο που στο τοπογραφικό διάγραµµα εφάπτεται (δηλ έχει πρόσωπο) σε κοινόχρηστο χώρο (κοινοτικό δρόµο κλπ). Σε περίπτωση όµως αµφισβήτησης είναι απαραίτητες οι βεβαιώσεις από το Δήµο. Επίσης δεν εκδίδεται οικοδοµική άδεια σε οικόπεδο που δεν έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (κοινοτικός δρόµος κλπ), πλην ελάχιστων εξαιρέσεων στις οποίες δεν εµπίπτει η ιδιοκτησία της εταιρίας " .... Α.Ε" Όσον αφορά στο εάν ο δρόµος είναι κοινόχρηστος ή ιδιωτικός αυτά το βεβαιώνει ο Δήµος µε τις αντίστοιχες βεβαιώσεις . Σηµειώνω εδώ ότι η Δ/νση Πολεοδοµίας κατά κανόνα δέχεται τις βεβαιώσεις των Δηµάρχων για τον χαρακτηρισµό των δρόµων ως κοινόχρηστων χώρων (κοινοτικών κλπ), επί πλέον ένα οικόπεδο, το οποίο δεν έχει πρόσωπο σε δρόµο και ευρίσκεται εντός των ορίων του οικισµού µπορεί να είναι άρτιο (αν πληροί τους όρους της αρτιότητας της περιοχής) δεν είναι όµως οικοδοµήσιµο.". Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι βεβαιώσεις που εξέδωσαν οι Χ και Ψ, ως δήµαρχοι ... δεν ανταποκρίνονταν στην πραγµατικότητα διότι όταν τις εξέδωσαν δεν υπήρχαν οι δηµοτικοί οδοί των οποίων την ύπαρξη βεβαίωσαν. Ειδικότερα ο δρόµος πλάτους έξι µέτρων που φέρεται ότι εφάπτεται νοτίως του ακινήτου και στον οποίο αναφέρονται οι µε αριθµό πρωτ. 7834/711-2000 και 2997/8-4-2003 βεβαιώσεις δεν υπήρχε, όπως διαπιστώθηκε από τις εκθέσεις αυτοψίας που προαναφέρθηκαν, γεγονός που οι κατηγορούµενοι γνώριζαν, καθόσον οι µεν Χ και Ψ ήταν δήµαρχοι και προϊστάµενοι της αρµόδιας υπηρεσίας του Δήµου ...., ήτοι της Διεύθυνσης Αναπτυξιακών Έργων, Προγραµµατισµού, Οργάνωσης και Πληροφορικής, µάλιστα ο Ψ αναφέρει στη µε αριθµό 2997/2003 βεβαίωση που εξέδωσε ότι στηρίχθηκε στα στοιχεία που προκύπτουν και από την Διεύθυνση ΑΕΠΟΠ, καθώς και οι Ζ και Θ, που ήταν Πρόεδροι του Τοπικού Συµβουλίου του δηµοτικού διαµερίσµατος .... αλλά και οι εκπρόσωποι της εταιρίας Κ και Μ. Συγκεκριµένα η πρώτη βεβαίωση εκδόθηκε προτού καταρτισθεί το υπ' αριθµό .... συµβόλαιο της συµβολαιογράφου Ζακυνθίων Ζωής Βισβάρδη , στο οποίο στη συνέχειά αναφέρθηκε η ύπαρξη της δηµοτικής οδού, ενώ σε προγενέστερα συµβόλαια µε αριθµ. 25707/75 και 25708/75 και το τοπογραφικό διάγραµµα που τα συνοδεύει δεν υφίσταται οδός, όπως αβασίµως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι ήταν δρόµος σε κοινή χρήση από το έτος 1960. Όσον αφορά την ύπαρξη οδού στο βόρειο τµήµα του ακινήτου περί της οποίας, η βεβαίωση µε αριθµό 6993/21-1-2002 και αυτή δεν υφίστατο διότι δεν ακολουθήθηκε για τη δηµιουργία της η νόµιµη διαδικασία, ήτοι δεν προηγήθηκε παραίτηση από την κυριότητα, καθόσον η απόφαση 288/2001 προηγήθηκε της 17519/2001 πράξης παραχώρησης σε δηµόσια χρήση λωρίδας εδάφους, της οποίας δεν προκύπτει και η µεταγραφή. Οι παραπάνω βεβαιώσεις χρησιµοποιήθηκαν οι δύο πρώτες για την έκδοση της 677/2002 οικοδοµικής άδειας και η τρίτη για τη διατήρηση αυτής, η οποία προσκοµίσθηκε και στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών, ήτοι είχαν έννοµες συνέπειες, καθόσον χωρίς πρόσωπο του οικοπέδου σε κοινόχρηστο δρόµο η εταιρία δεν µπορούσε να λάβει οικοδοµική άδεια, όπως αναφέρει στη σχετική από 14-102005 έκθεση του ο υπάλληλος της Πολεοδοµίας .... και στη συγκεκριµένη περίπτωση δεν θα λάµβανε. Πρόσωπο δε το οικόπεδο που κατέστησε αυτό οικοδοµήσιµο φέρεται να έχει στο δρόµο που εφάπτεται στο νότιο τµήµα του ακινήτου. Οι εκδώσαντες τις βεβαιώσεις δήµαρχοι ήταν καθύλην αρµόδιοι για την έκδοση τους, ως Προϊστάµενοι των αρµοδίων Υπηρεσιών του Δήµου και της Διεύθυνσης Αναπτυξιακών Έργων, Προγραµµατισµού, Οργάνωσης και Πληροφορικής, καθόσον η βεβαίωση του δηµάρχου είναι απαραίτητη κατά την Πολεοδοµία στην άσκηση της συγκεκριµένης αρµοδιότητας της για το χαρακτηρισµό ενός δρόµου ως δηµοτικού προκειµένου να εκδώσει οικοδοµική άδεια, για τον οποίο σκοπό και εκδόθηκαν προκειµένου να προσπορίσουν όφελος στην εταιρία µε το να καταστεί το οικόπεδο της οικοδοµήσιµο ώστε αρχικά να εκδοθεί η οικοδοµική άδεια και στη συνέχεια να µην ανακληθεί. Στοιχειοθετείται, εποµένως, η αντικειµενική υπόσταση του εγκλήµατος της ψευδούς βεβαίωσης και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι των εφέσεων όλων των εκκαλούντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιµοι. Προκύπτει επίσης και η επιβαρυντική περίσταση της παρ. 3 του συγκεκριµένου εγκλήµατος ήτοι στην κακουργηµατική του µορφή, ως προς όλους τους κατηγορουµένους, διότι µε την έκδοση των σχετικών βεβαιώσεων το οικόπεδο κατέστη οικοδοµήσιµο, στο οποίο και αποσκοπούσαν ώστε να προσπορίσουν έτσι αθέµιτο όφελος στην προαναφερόµενη εταιρία, που υπερέβαινε το ποσό των 73.000,00 ευρώ. Ειδικότερα κατά το έτος 2003 ή αγοραία οικονοµική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 411.955,00 ευρώ µε δρόµο και στο ποσό των 251.112,00 ευρώ χωρίς δρόµο, ήτοι διαφορά αξίας 160.843,00 ευρώ ενώ η αντικειµενική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 288.189,00 ευρώ µε δρόµο και στο ποσό των 207.616,00 ευρώ χωρίς δρόµο (διαφορά αξίας 80.573,00 ευρώ). Κατά το έτος 2005 µε τα κτίσµατα η αγοραία οικονοµική του αξία ανεχόταν στο ποσό των 1.991.358,00 ευρώ µε δρόµο και στο ποσό των 1.669.670,00 ευρώ χωρίς δρόµο (διαφορά αξίας 321.688,00 ευρώ), ενώ η αντικειµενική του αξία ανερχόταν σε 1.096.616,00 ευρώ µε δρόµο και στο ποσό των 944.514,00 ευρώ χωρίς δρόµο (διαφορά αξίας 152.192,00 ευρώ). Περαιτέρω, κατά τα προεκτεθέντα, όλοι οι κατηγορούµενοι εφόσον γνώριζαν την ανυπαρξία των δρόµων όταν εκδόθηκαν οι σχετικές βεβαιώσεις, γνώριζαν ότι αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγµατική κατάσταση και γνώριζαν επίσης ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις είχαν έννοµες συνέπειες, προκειµένου να χρησιµοποιηθούν από την ιδιοκτήτρια του ακινήτου στην αρµόδια Πολεοδοµική Υπηρεσία για τη λήψη και ακολούθως τη διατήρηση της οικοδοµικής άδειας. Προκύπτει, εποµένως, ότι πληρούται και η υποκειµενική υπόσταση του σχετικού εγκλήµατος, ήτοι τόσον των αυτουργών (Χ και Ψ) όσον και των άµεσων συνεργών Προέδρων του Τοπικού Συµβουλίου του Δηµοτικού Διαµερίσµατος ... Ζ και Θ, οι οποίοι εν γνώσει της ανυπαρξίας δηµοτικών δρόµων υπέγραψαν τις σχετικές βεβαιώσεις αλλά και των ηθικών αυτουργών Κ και Μ, εκπροσώπων της εταιρίας..." Με αυτά που δέχθηκε το Συµβούλιο Εφετών Πατρών εσφαλµένα ερµήνευσε και εφάρµοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 του Π.Κ., αφού οι αναιρεσείοντες ως Δήµαρχοι .... δεν ήσαν υλικά και λειτουργικά αρµόδιοι για την έκδοση των παραπάνω εγγράφων βεβαιώσεων, διότι στις καθοριζόµενες, κατά τη µείζονα σκέψη, αρµοδιότητες των Δηµάρχων δεν περιλαμβάνεται αρµοδιότητα χαρακτηρισµού δρόµου ή διόδου ως "κοινοτικού" ούτε αρµοδιότητα βεβαίωσης για ύπαρξη ή ανυπαρξία εµπραγµάτων δικαιωµάτων των κατοίκων του Δήµου επί ακινήτων ή για την υφισταµένη σ' αυτά νοµική κατάσταση. Εποµένως, είναι βάσιµος ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β'του Κ.Π.Δ. προβαλλόµενος κοινός λόγος αναίρεσης και των δύο αναιρεσειόντων και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόµενο βούλευµα ως προς την παραπάνω πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και µη σε βαθµό κακουργήµατος. Μετά ταύτα, κατά το άρθρο 518 παρ.1 Κ.Π.Δ. και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 317 παρ.1α, 318 309 παρ.1, 310 παρ.1, που εφαρµόζεται ανάλογα και στην αναίρεση κατά βουλεύµατος (αρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) πρέπει το Συμβούλιο αυτό να αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία παραπέμφηκαν. Το ευεργητικό δε αυτό αποτέλεσµα πρέπει να επεκταθεί, κατά το άρθρο 469 του ίδιου κώδικα και στους συγκατηγορουµένους των αναιρεσειόντων Ζ, Θ, Κ και Μ, που παραπέµπονται µε
το εκκαλούµενο βούλευµα, ως άµεσοι συνεργοί (οι δύο πρώτοι) και ως ηθικοί αυτουργοί (οι δύο τελευταίοι) του εν λόγω εγκλήµατος, των οποίων οι σχετικές εφέσεις απορρίφθηκαν κατ'ουσία µε το προσβαλλόµενο βούλευµα, αφού ο παραπάνω γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως δεν προσήκει αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων.
ΙΙΙ.-.- Κατά το άρθρο 309 παρ.2 Κ.Π.Δ το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος Ψ, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ".. να παραστώ αυτοπροσώπως ενώπιον του Υμετέρου Συμβουλίου προς παροχή περαιτέρω εξηγήσεων και διαυκρινήσεων επί των άνω λόγων αναιρέσεως... παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει εξηγήσεις αν κληθεί, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ι.-
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος Ψ για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.
ΙΙ.-
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 88/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
ΙΙΙ.- Αποφαίνεται ότι κατά των κατηγορουμένων 1) Χ και 2) Ψ δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για ψευδή βεβαίωση, πράξη την οποία φέρονται ότι τέλεσαν στην ...., ο μεν πρώτος την 7-11-2000 και την 21-1-2002, ο δε δεύτερος την 8-4-2003.-
ΙV.-Αποφαίνεται ότι, λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος της αναίρεσης των ανωτέρω, δεν πρέπει να γίνει κατηγορία και κατά των α) Ζ για άμεση συνέργεια στις πράξεις του Χ β) Θ για άμεση συνέργεια στην πράξη του Ψ γ) Κκαι δ) Μ, για ηθική αυτουργία στις πράξεις των Χ και Ψ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος για ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Δεν συντρέχει για την παραπομπή αναγκαίο κατά το άρθρο 242 ΠΚ στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Ο Δήμαρχος δεν έχει λειτουργική αρμοδιότητα κατά τον Δημοτικό Κώδικα να εκδίδει βεβαίωση με περιεχόμενο άλλο από εκείνο που ορίζεται στο άρθρο του Π.Δ. 410/1995.
|
Ψευδής βεβαίωση
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση, Δήμαρχος.
| 2
|
Αριθμός 141/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1021/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1484/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 491/20.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 146/22-8-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του με αριθμ. 1021/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 296 /2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 994/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για πλαστογραφία με χρήση από κοινού και κατ εξακολούθηση συνολικό όφελος ή ζημία άνω του 73.000 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει σαν λόγο την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ( αρθρ. 484 & 1 δ ΚΠΔ).Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος, ο οποίος συνίσταται όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας, δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικώτερα δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η αντικειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία κατηγορήθηκε, και ότι το προσβαλλόμενο έκρινε βάσει εικασιών και συμπερασματικών σκέψεων και όχι βάσει αποδεικτικών στοιχείων όπως επίσης δεν αξιολόγησε και δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι και αυτός έπεσε θύμα απατεώνων και ότι οι επιταγές τις οποίες φέρεται ότι πλαστογράφησε περιήλθαν σ'αυτόν από τρίτο από νόμιμη συναλλαγή.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η διάταξη της τελευταίας παραγράφου ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και αντικ. με το άρθρο 14&2α του ν. 2721/99 "παρ. 1 Όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση.... παρ. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.370 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των "δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ".
Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος χάριν της προστασίας των υπομνημάτων τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση εξ αρχής εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου του καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επιρροή ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή βλάβη του τρίτου. Και ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 14&2α του Ν 2721/99 για τον υπολογισμό του ποσού της ζημίας στις κατ εξακολούθηση πλαστογραφίες λαμβάνεται υπ' όψη του συνολικό όφελος ή ζημίας στο οποίο απέβλεψε ο κατηγορούμενος (ΑΠ 467/2002, ΑΠ 2170/2002, ΑΠ 858/2004, ΑΠ 1142/2003).
Εξάλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως στο παραπεμπτικό βούλευμα από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν εκθέτει σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων προς συγκρότηση όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος, για το οποίο έκρινε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε και κατέληξε στην κρίση του αυτή. (ΑΠ Ολ. 2/2002, ΑΠ 814/2000 ΑΠ 1167/2000 ΑΠ 854/2004 ΑΠ 1504/2004 ΑΠ 1984/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής:
Στην ... από 20-6-2002 έως 10-12-2002 ο αναιρεσείων μαζί με τους συγκατηγορουμένους από κοινού ενεργώντας και αφού με άγνωστο τρόπο είχε περιέλθει σ'αυτούς η σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρείας κατάρτισαν τις με αριθμ. .... και ημερομηνία έκδοσης 3010-2002 ποσού 22.100 € σε διαταγή της Φ, την με αριθμ. ... και ημερομηνία έκδοσης 20-1-2003 ποσού 18.635 ε που σε διαταγή του εκπροσώπου της εγκαλούσας εσύροντο επί του λογαριασμού ... της εγκαλούσας εταιρείας και την με αριθμ. ... η ... (το τέταρτο ψηφίου είναι δυσδιάκριτο) με ημερομηνία έκδοσης 1-3-2003 ποσού 16.520 σε διαταγή του εκπροσώπου της εγκαλούσας που εσύρετο επί του ανυπάρκτου λογαριασμού ...., την με αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης 5-10-2002 ποσού 9.714 €. σε διαταγή της Ζ η οποία εσύρετο επί του με αριθμ. ... λογαριασμού της εγκαλούσας, την με αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης 10-1-2002 ποσού 9.625 σε διαταγή Ζ και την με αριθμ. .... ποσού 10.000 σε διαταγή του εκπροσώπου της εγκαλούσας και αφού έθεσαν επ'αυτών την σφραγίδα και τις υπογραφές του εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρείας τις χρησιμοποίησαν σαν μέσα πληρωμής για την διενέργεια διαφόρων αγοραπωλησιών ή άλλων εμπορικών πράξεων. Συγκεκριμένα την με πρώτη με αριθμ. .... ποσού 22.100 € φερόμενη εις διαταγή της εκ των κατηγορουμένων Φ την εμφάνισε ο Β στον Μ εκπρόσωπο εταιρείας νημάτων για να αγοράσει προϊόντα της εταιρείας αυτής, πλην η συναλλαγή δεν έγινε γιατί ο Μ τηλεφωνικά βεβαιώθηκε από την εγκαλούσα ότι η επιταγή αυτή ήταν πλαστή και δεν είχε εκδοθεί από αυτήν. Τις υπόλοιπες δύο τις παρέδωσε ο αναιρεσείων προς προεξόφληση στον Ψ στον οποίο και παρέδωσε και ένα τιμολόγιο υπηρεσιών προς την εγκαλούσα εταιρεία το οποίο έφερε μόνο την δική του υπογραφή προς ενίσχυση από μέρους του της γνησιότητας και του αξιοχρέου των επιταγών αυτών και τις οποίες μετά την από μέρους του Ψ απόκρουση της οπισθογράφησης λόγω του ότι η εγκαλούσα εταιρεία τον βεβαίωσε ότι οι επιταγές αυτές ήταν πλαστές και ότι δεν είχε καμιά σχέση με το τιμολόγιο που του παρέδωκε ο αναιρεσείων τις παρέλαβε και όπως λέγει κατέστρεψε τα σώματα των επιταγών αυτών τις δε υπόλοιπες δια των άλλων κατηγορουμένων τις χρησιμοποίησαν για την διενέργεια διαφόρων εμπορικών πράξεων.
Το προσβαλλόμενο βούλευμα στην συνέχεια και μέσα στα πλαίσια της αιτιολογίας απέρριψε τους ισχυρισμούς και τα από μέρους του αναιρεσείοντα επιχειρήματα περί του ότι οι επιταγές αυτές αντιπροσώπευαν νόμιμη συναλλαγή και ότι του τις είχε δώσει κάποιο άτομο το οποίο του συστήθηκε σαν Κ κατά την συναλλαγή για την διενέργεια διαφόρων εργασιών εκσκαφής ενός οικοπέδου στην ..., λόγω του ότι αποδείχθηκε ότι δεν έγιναν οι εργασίες αυτές όπως επίσης απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός του ότι είχε βεβαιωθεί για την γνησιότητα τους από την εκδότρια Τράπεζα γιατί αντίθετα με τους ισχυρισμούς του η εκδότρια τράπεζα με έγγραφα της βεβαίωσε περί του αντιθέτου αλλά και το σπουδαιότερο ότι όταν από τον Ψ αποκρούστηκε η προεξόφληση των επιδίκων επιταγών σαν πλαστών αυτός τις πήρε πίσω και τις έσκισε την στιγμή που αντιπροσώπευαν γι αυτόν ένα σημαντικό ποσό αμοιβής ύψους 35.000 περίπου ευρώ για εργασίες που ισχυρίζεται ότι είχε προσφέρει στο άτομο που του εμφανίστηκε σαν Κ ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο και το οποίο οποιοσδήποτε θα το διεκδικούσε με βάση τις επιταγές αυτές.
Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία για το ότι κατά του αναιρεσείοντα προέκυψαν οι απαραίτητες αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98 και 216 ΠΚ με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι καμία αντίφαση δεν παρατηρείται ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος όπως δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας με την εξ ολοκλήρου αναφορά του Συμβουλίου στην πρόταση του Εισαγγελέα γιατί η πρόταση του εισαγγελέα ενσωματώνεται στο βούλευμα και αποτελεί με αυτό ενιαίο σύνολο και το βούλευμα, και περιέχει πλήρη και σαφή αιτιολογία όταν γίνεται εξ ολοκλήρου αναφορά του Συμβουλίου στην ενσωματούμενη πρόταση προς αποφυγή επαναλήψεων πολλώ μάλλον στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει δική του αιτιολογία και σκέψεις και γίνεται απλή αναφορά στην σε αντίθετο συμπέρασμα καταλήγουσα εισαγγελική πρόταση (ΑΠ Ολ. 1227/79, ΑΠ 1151/2006 ΑΠ 59/2005 ΑΠ 1527/2000).
Κατ'ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να απορριφθεί η με αριθμ. 146/22-8-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του με αριθμ. 1021/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 296/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 994/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων.
Αθήνα την 25-10-2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νoθεύει έγγραφο, µε σκοπό να παραπλανήσει µε τη χρήση του άλλον σχετικά µε γεγονός που µπορεί να έχει έννοµες συνέπειες, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειµενικώς µεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εµφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειµενικώς δε δόλος που περιλαµβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγµατικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει µε τη χρήση του πλαστoύ ή νοθευµένου εγγράφου άλλον για γεγονός που µπορεί να έχει έννοµες συνέπειες, δηλαδή δηµιουργία, µεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώµατος που πρoστατεύεται από το νόµο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 εδ. α' του άρθρου 216 ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιµωρείται µε κάθειρξη µέχρι δέκα ετών, εάν 'το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο οι περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιµωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού, αντικειµενικώς νοείται σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειµενικώς κοινός δόλος µε την έννοια ότι κάθε συµµέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγµάτωση της αντικειµενικής υποστάσεως του εγκλήµατος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συµµέτοχοι πράττουν µε δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήµατος. Η σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως µπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγµατώνει την όλη αντικειµενική υπόσταση του εγκλήµατος ή το έγκληµα .πραγµατώνεται µε συγκλίνουσες επί µέρους πράξεις των συµµετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
ΙΙ.- Το παραπεµπτικό βούλευµα έχει την απαιτούµενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Σuντάγµατος και 139 ΚΠΔ ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόµενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αuτό µε πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγµατικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειµενικά και uποκειµενικά στοιχεία του εγκλήµατος, οι αποδείξεις που τα θεµελιώνουν και οι σκέψεις, µε τις οποίες το Σuµβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρµοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγµάτωση του εγκλήµατος και την παραποµπή του κατηγοροuµένοu στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισµός των αποδεικτικών µέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συµβούλιο για την παραπεµπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και µνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όµως, να προκύπτει ότι το Συµβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίµησε όλα και όχι µόνο µερικά από αuτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1021/2008 βούλευμά του, με δικές του σκέψεις κατά το νομικό και πραγματικό μέρος της υποθέσεως, δέχτηκε, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ..., το χρονικό διάστημα από την 20-6-2002 έως την 10-12-2002, η πρώτη κατηγορουμένη Ζ ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ (ως προς τον οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έπαυσε η ποινική δίωξη, λόγω θανάτου του), η τέταρτη κατηγορουμένη Φ, ο πέμπτος κατηγορούμενος Β και ο έκτος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ δρώντας από κοινού και έχοντας προηγουμένως καταρτίσει, με άγνωστο τρόπο, μια σφραγίδα της εκκαλούσας εταιρίας με τα στοιχεία: ".... ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-...-ΑΦΜ: ... ΔΟΥ: ...." κατάρτισαν τις κατωτέρω αναφερόμενες πλαστές επιταγές, των οποίων εκδότρια φερόταν η εγκαλούσα εταιρία ΕΠΕ με την επωνυμία ".... ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτους. Στη συνέχεια έκαναν χρήση των επιταγών αυτών με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος σε βάρος της εγκαλούσας εταιρίας. Έτσι, αφού συναποφάσισαν: Α) Στις 20-6-2002, κατάρτισαν από κοινού το σώμα της υπ' αριθμ.... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αφού αυτή ουδέποτε χορηγήθηκε στην εγκαλούσα εταιρία, αλλά ούτε και σε κάποιον άλλο πελάτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (βλ. το από 27-6-2002 έγγραφο της ανωτέρω Τράπεζας), στην οποία έθεσαν ημερομηνία εκδόσεως την 30-10-2002, τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ποσό σε ευρώ, αριθμητικώς "22.100" και ολογράφως "είκοσι δύο χιλιάδες εκατό", σε διαταγή της τέταρτης κατηγορουμένης Φ, για να πληρωθεί από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας στην ανωτέρω Τράπεζα, ενώ στην θέση του εκδότη έθεσαν την ανωτέρω σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και κατ' απομίμηση και χωρίς καμία εντολή ή συναίνεση προς τούτο, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Προέβησαν στην πράξη τους αυτή έχοντας σκοπό να παραπλανήσουν τους τρίτους κομιστές αυτής για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή η επιταγή έχει εκδοθεί νομίμως από την εγκαλούσα. Στη συνέχεια, έκαναν χρήση της ανωτέρω πλαστής επιταγής δια του πέμπτου κατηγορουμένου Β, (βλ. την τεθείσα σφραγίδα όπισθεν της επιταγής), ο οποίος εμφανίστηκε στον Μ, ως εκπρόσωπος εταιρίας νημάτων, με έδρα την ... και του παρέδωσε την πλαστή αυτή επιταγή, προκειμένου να προβεί στην αγορά διαφόρων προϊόντων. Ο Μ επικοινώνησε με τους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρίας, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι η επιταγή είναι πλαστή και έτσι η συναλλαγή δεν πραγματοποιήθηκε. Β) Στις την 20-9-2002, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κατάρτισαν από κοινού α) το σώμα της υπ' αριθμ. ... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αφού αυτή ουδέποτε χορηγήθηκε στην εγκαλούσα εταιρία, αλλά ούτε και σε κάποιον άλλο πελάτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (βλ. το από 3-10-2002 έγγραφο της ανωτέρω Τράπεζας), στην οποία έθεσαν ημερομηνία εκδόσεως την 20-1-2003, τόπο εκδόσεως τον Πειραιά, ποσό σε ευρώ αριθμητικώς "18.635" και ολογράφως "δεκαοκτώ χιλιάδες εξακόσια τριάντα πέντε", σε διαταγή "εμού του ιδίου", για να πληρωθεί από τον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας στην ανωτέρω Τράπεζα, ενώ στην θέση του εκδότη έθεσαν την ανωτέρω σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και κατ' απομίμηση και χωρίς καμία εντολή η συναίνεση προς τούτο την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής και β) το σώμα της υπ' αριθμ. ... ή ... (ο τέταρτος αριθμός είναι δυσδιάκριτος) επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αφού αυτή ουδέποτε χορηγήθηκε στην εγκαλούσα εταιρία, αλλά ούτε και σε κάποιον άλλο πελάτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (βλ. το από 3-10-2002 έγγραφο της ανωτέρω Τράπεζας), στην οποία έθεσαν ημερομηνία εκδόσεως την 1-3-2003, τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ποσό σε ευρώ, αριθμητικώς "16.520" και ολογράφως "δεκαέξι χιλιάδες πεντακόσια είκοσι", σε διαταγή εμού του ιδίου, για να πληρωθεί από τον υπ' αριθμ .... ανύπαρκτο λογαριασμό (βλ. το από 3-10-2002 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), ενώ στην θέση του εκδότη έθεσαν την ανώτερο σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και κατ' απομίμηση και χωρίς καμία εντολή ή συναίνεση προς τούτο, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Και στις δύο αυτές επιταγές έθεσαν στην θέση του πρώτου οπισθογράφου την ανωτέρω σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και κατ' απομίμηση και χωρίς να έχουν καμία εντολή ή συναίνεση προς τούτο, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της. Προέβησαν στην πράξη τους αυτή έχοντας σκοπό να παραπλανήσουν τους τρίτους κομιστές αυτής για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή η επιταγή έχει εκδοθεί νομίμως από την εγκαλούσα. Στη συνέχεια, έκαναν χρήση της ανωτέρω πλαστής επιταγής δια του έκτου κατηγορουμένου - εκκαλούντος Χ, ο οποίος εμφανίστηκε στον Ψ, που διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ξυλείας με έδρα την ..., οδός ... και υποκατάστημα στην ..., οδός ... και του παρέδωσε τις παραπάνω δύο πλαστές επιταγές για να τις προεξοφλήσει. Επίσης, του παρέδωσε και το από 23-8-2002 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του προς την εγκαλούσα εταιρία, το οποίο όμως δεν έφερε την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, παρά μόνο την δική του ως εκδότη. Όμως, ο Ψ επικοινώνησε αμέσως με τους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρίας, και τους απέστειλε φωτοτυπίες των δύο επιταγών. Αυτοί τον διαβεβαίωσαν ότι και οι δύο είναι πλαστές. Κατόπιν τούτου ενημέρωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος κατέστρεψε τα σώματα των επιταγών. Γ) Το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κατάρτισαν από κοινού το σώμα της υπ' αριθμ. ... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έθεσαν ημερομηνία εκδόσεως την 5-10-2002, τόπο εκδόσεως "...", ποσό σε ευρώ, αριθμητικώς "9.714" και ολογράφως "εννέα χιλιάδες επτακόσια δεκατέσσερα", σε διαταγή της πρώτης κατηγορουμένης Ζ, για να πληρωθεί από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας στην ανωτέρω Τράπεζα, ενώ στην θέση του εκδότη έθεσαν την ανωτέρω σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και κατ' απομίμηση και χωρίς καμία εντολή ή συναίνεση προς τούτο, την υπογραφή του εκπροσώπου αυτής. Προέβησαν στην πράξη τους αυτή έχοντας σκοπό να παραπλανήσουν τους τρίτους κομιστές αυτής για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή η επιταγή έχει εκδοθεί νομίμως από την εγκαλούσα. Στη συνέχεια, έκαναν χρήση της ανωτέρω πλαστής επιταγής δια της πρώτης κατηγορουμένης Ζ, η οποία οπισθογράφησε την επιταγή αυτή στον δεύτερο κατηγορούμενο Γ, ο οποίος με τη σειρά του την οπισθογράφησε εκ νέου στην Ζ. Αμέσως μετά, η Ζ την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στην εταιρία "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.". Στις 9-10-2002 ο .... εμφάνισε την ανωτέρω επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα, όμως αυτή δεν πληρώθηκε, αλλά αποκρούστηκε και σφραγίστηκε, λόγω ανομοιότητας της υπογραφής του υπογράφοντος κάτω από την επωνυμία της φερομένης εκδότριας εγκαλούσας εταιρείας με το τηρούμενο στο κατάστημα δείγμα υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ενώ το σώμα επιταγής δεν είχε χορηγηθεί από το κατάστημα αυτό στην δικαιούχο του λογαριασμού, (βλ. το από 14-10-2002 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος). Δ) Στις 10-10-2002, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κατάρτισαν από κοινού το σώμα της υπ' αριθμ. ... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έθεσαν ημερομηνία εκδόσεως την 10-10-2002 τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ποσό σε ευρώ, αριθμητικώς "9.625" και ολογράφως "εννέα χιλιάδες εξακόσια είκοσι πέντε", σε διαταγή της πρώτης κατηγορουμένης Ζ, για να πληρωθεί από τον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας στην ανωτέρω Τράπεζα, ενώ στην θέση του εκδότη έθεσαν την ανωτέρω σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και κατ' απομίμηση και χωρίς καμία εντολή ή συναίνεση προς τούτο, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Προέβησαν στην πράξη τους αυτή έχοντας σκοπό να παραπλανήσουν τους τρίτους κομιστές αυτής για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή η επιταγή έχει εκδοθεί νομίμως από την εγκαλούσα. Στη συνέχεια, έκαναν χρήση της ανωτέρω πλαστής επιταγής δια της πρώτης κατηγορουμένης Ζ η οποία αυθημερόν οπισθογράφησε την επιταγή στον δεύτερο κατηγορούμενο Γ, ο οποίος αμέσως την οπισθογράφησε στην ίδια και στη συνέχεια αυτή την εμφάνισε στο κατάστημα της Τράπεζας EFG EUROBANK επί της οδού ... στην .... Την 14-10-2002, η επιταγή εμφανίστηκε στο Γραφείο Συμψηφισμού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, όμως δεν πληρώθηκε, αλλά αποκρούστηκε και σφραγίστηκε, λόγω ανομοιότητας της υπογραφής του υπογράφοντος κάτω από την επωνυμία της φερομένης εκδότριας εγκαλούσας εταιρείας με το τηρούμενο στο κατάστημα δείγμα υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ενώ το σώμα της επιταγής δεν είχε χορηγηθεί από το κατάστημα στον δικαιούχο του λογαριασμού, (βλ. το από 5-11-2002 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος). Ε) Στις 10-12-2002, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κατάρτισαν από κοινού το σώμα της υπ' αριθμ. ... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αυτή ουδέποτε χορηγήθηκε στην εγκαλούσα εταιρία, αλλά ούτε και σε κάποιον άλλο πελάτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (βλ. το από 27-6-2002 έγγραφο της ανωτέρω Τράπεζας), στην οποία έθεσαν ημερομηνία εκδόσεως την 26-12-2002, τόπο εκδόσεως ..., ποσό σε ευρώ, αριθμητικώς "10.000" και ολογράφως "δέκα χιλιάδες", σε διαταγή "εμού του ιδίου", για να πληρωθεί από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας στην ανωτέρω Τράπεζα, ενώ στην θέση του εκδότη έθεσαν την ανωτέρω σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας και κατ' απομίμηση και χωρίς καμία εντολή ή συναίνεση προς τούτο, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Ακολούθως στη θέση του πρώτου οπισθογράφου ανέγραψαν την επωνυμία της εταιρίας "Αμφιτρύων Προμόσιον ΑΕ" και έθεσαν κατ' απομίμηση και χωρίς καμία εντολή ή συναίνεση προς τούτο την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου ανέγραψαν το ονοματεπώνυμο του .... και έθεσαν κατ' απομίμηση και χωρίς καμμία εντολή ή συναίνεση προς τούτο την υπογραφή του τελευταίου. Προέβησαν στην πράξη τους αυτή έχοντας σκοπό να παραπλανήσουν τους τρίτους κομιστές αυτής για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή η επιταγή έχει εκδοθεί νομίμως από την εγκαλούσα. Στη συνέχεια, έκαναν χρήση της ανωτέρω πλαστής επιταγής παραδίδοντάς τη σε άτομο με το όνομα ..., η οποία την παρέδωσε στο .....
Από τα ανωτέρω προαναφερθέντα προκύπτει ότι, η πρώτη κατηγορουμένη Ζ, ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ (ως προς τον οποίο έχει παύσει η ποινική δίωξη), η τέταρτη κατηγορουμένη Φ, ο πέμπτος κατηγορούμενος Β και ο έκτος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από την 20-6-2002 έως και την 10-12-2002, δρώντας από κοινού: α) κατάρτισαν τα σώματα των ανωτέρω έξι επιταγών, β) κατασκεύασαν, με άγνωστο τρόπο, την ανωτέρω σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας, γ) συμπλήρωσαν τα στοιχεία των επιταγών αυτών, όπως ανωτέρω περιγράφεται, δ) έθεσαν στην θέση του εκδότη αυτών την πλαστή αυτή σφραγίδα και κατ' απομίμηση, χωρίς να έχουν προς τούτο καμία εντολή ή συναίνεση, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρίας, ώστε να παραπλανήσουν τους τρίτους, κομιστές αυτών, ότι οι ανωτέρω επιταγές έχουν εκδοθεί από την εγκαλούσα εταιρία και ε) έκαναν χρήση των έξι πλαστών επιταγών κυκλοφορώντας αυτές με τους τρόπους που ανωτέρω περιγράφονται, αλλάζοντας το πρόσωπο που τις εμφάνιζε σε κάθε περίπτωση. Με τις επιμέρους αυτές πράξεις τους σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, το οποίο ανέρχεται συνολικά στο χρηματικό ποσό των 86.594 ευρώ, βλάπτοντας κατά το αντίστοιχο ποσό την περιουσία της εγκαλούσας, είναι δε αδιάφορο ότι δεν επιτεύχθηκε πραγματικά το επιδιωχθέν όφελος, ούτε η βλάβη που σκοπήθηκε σε βάρος της εγκαλούσας. Ο έκτος κατηγορούμενος Χ στην από 15-4-2005 απολογία του, στο σχετικό απολογητικό του υπόμνημα, αλλά και με τους λόγους έφεσης αρνείται τις αποδιδόμενες κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι παρέλαβε πράγματι τις επιταγές των 18.635 και 16.250 ευρώ, στις οποίες και μόνο εμπλέκεται το όνομά του, πλην όμως έπεσε θύμα απάτης, ενώ με τις λοιπές επιταγές ουδεμία σχέση έχει. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι κάποιο άγνωστο άτομο, το οποίο του δήλωσε ότι ονομάζεται Κ του ανέθεσε εργασίες εκσκαφής σε ένα οικόπεδό του στην οδό ... στην .., ότι μετά την εκτέλεση των εργασιών το άγνωστο αυτό άτομο του παρέδωσε τις ανωτέρω δύο επιταγές ποσού 18.635 και 16.250 ευρώ, έναντι αμοιβής του, τις οποίες αυτός, αφού πρώτα επικοινώνησε με την πληρώτρια τράπεζα και τον διαβεβαίωσε ότι ο λογαριασμός της εγκαλούσας ήταν "εντάξει", α) παρέδωσε στον Ψ για να τις προεξοφλήσει, επειδή είχε ανάγκη χρημάτων για να πληρώσει το συνεργείο που είχε εκτελέσει τις εργασίες. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι, και καταρρίπτονται ειδικότερα από τα εξής: 1) Δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές η ανάληψη τόσο μεγάλων έργων χωρίς να ελεγχθεί η ταυτότητα και φερεγγυότητα του εργοδότη, αλλά και χωρίς να συνταχθεί έγγραφο για τους όρους της σύμβασης. Η εγκαλούσα εταιρία δεν έχει στην κυριότητά της οικόπεδο στη ..., ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπός της ανέθεσε οποιαδήποτε εργασία στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα. Εξάλλου η έκδοση από τον έκτο κατηγορούμενο - εκκαλούντα Χ του 22/23-8-2002 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών προς την εγκαλούσα με αιτιολογία "χωματουργικές εργασίες και απομάκρυνση μπάζων στο έργο ..., οδός .... και η παράδοσή του στον Ψ, έγινε προκειμένου ο τελευταίος να πεισθεί ότι τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο κομιστή των επιταγών και την εγκαλούσα - εκδότρια των επιταγών συνέδεε νόμιμη συμβατική σχέση, δεν αποδεικνύει δε και πραγματική εκτέλεση έργου, αφού δεν φέρει την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρίας, παρά μόνο την υπογραφή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος ουδέν άλλο στοιχείο προσκόμισε για την εκτέλεση του έργου, όπως φωτογραφίες από το εκτελεσθέν έργο, βεβαιώσεις από ΙΚΑ για ασφάλιση του απασχοληθέντος προσωπικού, φορολογικές του δηλώσεις από τις οποίες να προκύπτει δήλωση εισοδημάτων από χωματουργικές εργασίες. 2) Στο ανωτέρω τιμολόγιο αναγράφεται η λέξη "ΕΞΟΦΛΗΘΗ", πλην όμως, στην περίπτωση παράδοσης επιταγής προς κάλυψη οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές η βεβαίωση εξόφλησης της αμοιβής από τον εργολάβο πριν την είσπραξη της επιταγής. 3) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου - εκκαλούντος ότι είχε την διαβεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας σχετικά με το ότι ο λογαριασμός της εκδότριας εταιρίας ήταν "εντάξει", διαψεύδεται από το από 3-10-2002 έγγραφο της πληρώτριας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με το οποίο ο λογαριασμός επί του οποίου συρόταν η δεύτερη εκ των ανωτέρω επιταγών ήταν ανύπαρκτος, επιπλέον δε ότι οι ανωτέρω δύο επιταγές δεν είχαν χορηγηθεί στην εγκαλούσα, ούτε σε κάποιον άλλο πελάτη της. 4) Διαφορετικός είναι ο λόγος της προεξόφλησης των επιταγών που επικαλείται ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ (πληρωμή συνεργείου), από εκείνον που επικαλείται ο Ψ στην από 23-1-2004 ένορκη κατάθεση του (επισκευή φορτηγού). 5) Ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν δίνει καμία πειστική εξήγηση γιατί, αφού, όπως ισχυρίζεται, έπεσε θύμα απάτης, δεν προέβη σε καμία δικαστική ή εξώδικη ενέργεια σε βάρος αυτών που τον εξαπάτησαν, αλλά έσκισε τις πλαστές επιταγές, που ήταν το αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να θεμελιώσει την εξαπάτησή του.
Επειδή, απ' όσα ανωτέρω προεκτέθηκαν και σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη του παρόντος για τη θεμελίωση της ένδικης άδικης πράξης, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος και του έκτου κατηγορουμένου - εκκαλούντος Χ για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτους, το οποίο (συνολικό όφελος) υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ.
Συνεπώς νόμιμη συντρέχει περίπτωση να παραπεμφθεί ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 119 παρ. 1, 122 παρ. 1 ΚΠΔ, προκειμένου να δικαστεί για την πιο πάνω πράξη...".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 216 παρ. 1, 3α, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η ταυτότητα των εγγράφων (επιταγών) τα οποία από κοινού ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί της κατήρτισαν ως δήθεν εκδοθέντα και υπογραφόμενα από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας και εξηγεί το συμβούλιο από ποια στοιχεία πείθεται ότι τα ανωτέρω έγγραφα είναι πλαστά καθ' όλο το περιεχόμενο αυτών και κατά την υπογραφή του φερόμενου ως εκδότη. Περαιτέρω με σαφή και πλήρη αιτιολογία το βούλευμα αποκρούει τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, τέλος δε παρατίθενται οι σκέψεις από τις οποίες το Συμβούλιο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της συναυτουργικής δράσης του κατηγορουμένου και των λοιπών συμμετόχων στο έγκλημα, για δε την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός των συμμετόχων στο έγκλημα αυτό. Συνεπώς, ο μόνος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-8-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1021/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επαρκής αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος για από κοινού και κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 139/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΜ47/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 964/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 355/2.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιόν σας, σύμφωνα με τα αρ. 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. πρωτ. 1186/17-4-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αρ. 47/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν, μεταξύ των άλλων σ' αυτό αναφερομένων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο) η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ'αριθ. 47/8-1-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς την οποία άσκησε με δήλωση, επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 17-4-2008. Με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για παράβαση των άρθρ. 19 και 21 Ν. 2523/97 κατ'εξακολούθηση σε φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών.
Η αίτηση όμως αυτή είναι απαράδεκτη για τους ακόλουθους λόγους: (α) Σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθ. 47/2007 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς) με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο φυλάκιση δεκαπέντε 15 μηνών είναι, σύμφωνα με το άρθρο 489 ΚΠΔ, εκκλητή, κατ' αυτής δε αυτός άσκησε έφεση. Επομένως, αυτή δεν υπόκειται κατά τα άνω, σε αναίρεση.
(β) Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε, εκπροσωπουμένου του κατηγορουμένου δια πληρεξουσίου δικηγόρου, όπως δε προκύπτει από την με ημερομηνία 21/4/08 βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 16/2/2007. Η υπό κρίση δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17/4/2008 δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης από το νόμο (άρθρ. 473 ΚΠΔ) προθεσμίας, χωρίς ο αιτών να επικαλείται λόγους ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της. Επομένως αυτή είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη και για το λόγο αυτό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1, 513 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 1186/17-4-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθ. 47/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν, με τις αποφάσεις αυτές, το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία η αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όταν κατ' αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου, κατά ο άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης, για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 47/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση ων άρθρων 19 και 21 του ν.2523/97 (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων) κατ' εξακολούθηση, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Όπως όμως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων άσκησε κατ'αυτής της αποφάσεως, που ήταν εκκλητή, την 46/11-1-2007 έφεση, η οποία με την 4379/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη. Επομένως, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση.
ΙΙ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ.1 και 3 και 507 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά τη δημοσίευσή της, και είναι δέκα ημέρες. Αν ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί σtα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ.2 και 474 παρ.2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη η 47/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση των άρθρων 19 και 21 του ν. 2523/97, δημοσιεύθηκε στις 8/1/2007. Ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως εκπροσωπήθηκε, κατ' αρ. 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ, από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο Ν. Παϊπέτη.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος θεωρείται ότι ήταν παρών στην δίκη εκείνη και η εκδοθείσα απόφαση λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος κατηγορουμένου και, επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από της καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο, χωρίς να είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της. Η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμ-μένη στο βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ στις 16-2-2007. Ο αναιρεσείων όμως άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα την 17-4-2008, με δήλωσή του στον Εισαγγελέα του Αρείου Παγου (άρ. 473 παρ.2 του ΚΠΔ), χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση του εκπρόθεσμου της αναίρεσής του. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι και για τον λόγο αυτό απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/4/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 3552/17-4-2008 και 1186/21-4-2008) του Χ κατά της ΒΜ47/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αναιρέσεως ως απαραδέκτου (διττό απαράδεκτο): α) διότι ασκήθηκε κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ενώ είχε ασκηθεί έφεση η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, και β) ως εκπρόθεσμη. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε, από δικηγόρο, θεωρείται ότι ήταν παρών στην δίκη εκείνη και η εκδοθείσα απόφαση λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του και η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αυτής αρχίζει από της καταχωρήσεως της στο ειδικό βιβλίο.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 138/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 878/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1144/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 518/10.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την αριθμ. 110/4-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 878/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το παραπάνω βούλευμά του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ και τον μη ασκήσαντα αναίρεση Ψ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ο πρώτος τούτων για προμήθεια και εμπορία όπλου με σκοπό τη διάθεσή του σε τρίτον για διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 2168/1993) και ο δεύτερος για κακουργηματική εκβίαση κατ'επάγγελμα τελεσθείσα και σε απόπειρα κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση και για παράνομη οπλοφορία, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτών και άλλων για εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2928/2001 και το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 3064/2002). Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 28-5-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 4-6-2008 ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ..., συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 110/4-6-2008 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η υπέρβαση εξουσίας και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού αυτό ήταν απαλλακτικό για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ και περιέχει παραπεμπτικές διατάξεις για συναφή εγκλήματα και έτσι δεν κατέστη αμετάκλητο (ΑΠ 402/2004 Π.ΧΡ. ΝΕ, 134) και παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001 "Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων" η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία, αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, διαβιβάζεται από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο Εισαγγελέας Εφετών στην περίπτωση αυτή μετά την τυπική περάτωση της κύριας ανάκριση, εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, οφείλει να εισαγάγει τη δικογραφία στο Συμβούλιο Εφετών με σχετική πρότασή του επί της ουσίας της υποθέσεως. Το Συμβούλιο Εφετών είναι στην περίπτωση αυτή το μόνο αρμόδιο να κηρύξει την ουσιαστική περάτωση της κυρίας ανάκρισης αποφαινόμενο με βούλευμά του για το σύνολο των κατηγοριών (και συναφών εγκλημάτων) όχι μόνο όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, που αφορούν την κατηγορία για παράβαση του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠοινΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για την πράξη του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ για την οποία έγινε η ανάκριση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ και του μη ασκήσαντος αναίρεση συγκατηγορουμένου του Ψ για την πράξη της εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ) και παρέπεμψε αυτούς για τα συναφή εγκλήματα της παράβασης του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 2168/1993 (αναιρεσείοντα) της κακουργηματικής εκβίασης κατ'επάγγελμα τελεσθείσας και σε απόπειρα κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση και της παράνομης οπλοφορίας (Ψ), για τα οποία προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. 'Ετσι που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, δεν υπερέβη την εξουσία του, δηλαδή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠοινΔ και κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 Ν. 2168/93, τιμωρείται με κάθειρξη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη, όποιος εισάγει, κατέχει, κατασκευάζει, μετασκευάζει, συναρμολογεί, εμπορεύεται, παραδίδει, προμηθεύει ή μεταφέρει πολεμικά τυφέκια, αυτόματα, πολυβόλα, πιστόλια, περίστροφα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και λοιπά είδη πολεμικού υλικού, με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος ή με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων, οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εκτός των άλλων περιπτώσεων, η εμπορία και η προμήθεια του όπλου για να θεωρηθεί διακεκριμένη και να τιμωρηθεί ως κακούργημα πρέπει να γίνεται με σκοπό τη διάθεσή του σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος ή τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων, οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση της Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα ενυπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, την από 31-1-2008 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ψυχίατρου-Ψυχοθεραπευτή ..., σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα αυτών, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 28-10-2007 και περί ώρα 05.30' ο μάρτυρας Κ αντιλήφθηκε τον πρώτο εκ των κατηγορουμένων Ψ έξω από το κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στην .., επί της ...και στο οποίο είναι συνιδιοκτήτης με τους Ξ και Ρ, να κινείται αρχικά πεζός και στη συνέχεια οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SUZUKI VITARA, χρώματος λευκού. Κατά το παρελθόν, έχοντας δεχθεί απειλές από αγνώστους προς το πρόσωπο του, θεώρησε τον κατηγορούμενο ύποπτο και αποφάσισε να τον ακολουθήσει με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW, ιδιοκτησίας της Ρ, συνοδευόμενος από τον αδελφό του Λ. Αφού τον εντόπισε σε δρόμο πλησίον του ως άνω καταστήματος, κινήθηκε αντίθετα προς το ρεύμα πορείας αυτού, με αποτέλεσμα να τον σταματήσει, και στη συνέχεια σταθμεύοντας δίπλα του τον πλησίασε για να του μιλήσει. Τότε ο κατηγορούμενος προσπάθησε να κάνει μία απότομη κίνηση μέσα από το μπουφάν του, πλην όμως ο ανωτέρω μάρτυρας αμέσως τον έπιασε και την στιγμή εκείνη του έπεσε ένα πιστόλι, μάρκας CRVENA ZASTAVA-Cal. 7,65 mm Mod 70, με αριθμό στελέχους ..., αριθμό κλείστρου ... και ένα γεμιστήρα που περιείχε επτά φυσίγγια, διαμετρήματος 7,65 mm. Στην συνέχεια, παρουσία του ετέρου συνιδιοκτήτη του καταστήματος Ξ και των δύο αδερφών του Λ και Μ, τον ρώτησε τι ήρθε να κάνει εκεί και ποιος τον έστειλε. Ούτος (κατηγορούμενος) απήντησε ότι είχε μεταβεί στο σημείο εκείνο, έχοντας μαζί του το εν λόγω πιστόλι, με σκοπό να τον σκοτώσει και ότι εντολείς του για την δολοφονία αυτή ήσαν οι συγκατηγορούμενοί του Ζ και Θ, που ο τελευταίος (Θ) "δουλεύει" για τον Ζ. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο συγκατηγορούμενός του Θ του είχε υποδείξει και το σχέδιο διαφυγής μετά την τέλεση του εγκλήματος και σαν αμοιβή του είχε υποσχεθεί το χρηματικό ποσό των 30.000,00 ευρώ, από τα οποία τα μισά είχε ήδη πάρει ο ίδιος (Θ), ενώ τα άλλα μισά θα του τα έδινε μετά την δολοφονία. Κατόπιν τούτου ειδοποιήθηκε η αστυνομία, όπου στο πιο πάνω σημείο μετέβησαν αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Ν. Σμύρνης και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο Ψ, ενώ κατασχέθηκε το παραπάνω πιστόλι με οκτώ φυσίγγια. Σε έρευνα που επακολούθησε από την αστυνομία στο πιο πάνω αυτοκίνητο, που οδηγούσε, βρέθηκαν ένα γκλοπ, χρώματος κόκκινου, με μαύρη λαβή, ένας ελβετικός σουγιάς και ένα πτυσσόμενο γκλοπ, τα οποία, μαζί με το πιο πάνω αναφερόμενο πιστόλι, έφερε χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος απολογούμενος την 28-10-2007 στην Δ/νση Ασφαλείας Αττικής ισχυρίσθηκε εκτός των προαναφερομένων ότι καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου Θ έκανε εισπράξεις επ' ονόματι του, "για παροχή προστασίας, από διάφορα καταστήματα και συγκεκριμένα από το ".." στην ..., το- "..." στην οδό ..., το "..." στου ..., το "..." στη ...., και το "....", στου .... Πριν από το Πάσχα του έτους 2007 μετέβη δύο φορές σε INTERNET CAFE στην πλατεία .... και με την απειλή πιστολιού εξανάγκασε τον ιδιοκτήτη ..., γνωστό με το ψευδώνυμο "...", να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 2.500,00 ευρώ, τα οποία έδωσε στον κατηγορούμενο Θ. Την ίδια περίοδο πήγε στο κατάστημα με την επωνυμία "..." στην .... και απείλησε με όπλο τον τραγουδιστή ..., προκειμένου να του καταβάλει χρήματα για παροχή προστασίας, πλην όμως ούτος δεν ενέδωσε στον εκβιασμό. Το ίδιο χρονικό διάστημα απειλούσε αρχικά τηλεφωνικώς και εν συνεχεία δια ζώσης με την απειλή όπλου την ...., που διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων "..." στην Λ. ..., ώστε να του δώσει το χρηματικό ποσό των 5.900,00 ευρώ, που χρωστούσε, από μία ακάλυπτη επιταγή που υποτίθεται ότι είχε κυκλοφορήσει απ'αυτή, πλην όμως δεν ενέδωσε στον εκβιασμό. Κατά το αυτό χρονικό διάστημα μετέβη στα καταστήματα με τις επωνυμίες "..." στους ..., "..." στη ..., "..." στην πλατεία .... και "...." στον ... και με την απειλή βίας ζήτησε να καταβάλουν χρήματα για παροχή προστασίας, πλην όμως δεν ενέδωσαν στον εκβιασμό. Πριν από τα Χριστούγεννα του έτους 2006 εργάσθηκε, κατ' εντολή του συγκατηγορουμένου του Θ, ως συνοδός σε έναν επιχειρηματία ονόματι ...., αγνώστων λοιπόν στοιχείων, τον οποίο, ενώ συνόδευσε σε εργοστάσιο με δερμάτινα είδη στην περιοχή του ..., προκειμένου να εισπράξει με βία χρήματα, που όπως ισχυριζόταν του χρωστούσαν, πυροβόλησε άσκοπα τέσσερις φορές στον αέρα. Επίσης το καλοκαίρι του έτους 2007 στο ... κατ' εντολή του ανωτέρω συγκατηγορουμένου του (Θ), αφού έριξε βενζίνη στο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ...., άναψε φωτιά και το έκαψε, επειδή ο πιο πάνω επιχειρηματίας σταμάτησε να τους χρησιμοποιεί για την προστασία του. Τέλος ο παραπάνω κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το πιο πάνω πιστόλι που έφερε μαζί του, το είχε προμηθευτεί δύο ή τρεις ημέρες πριν τη σύλληψή του από τον συγκατηγορούμενό του- αστυνομικό Χ, έναντι του χρηματικού ποσού των 1.700,00 ευρώ, ενώ τα οκτώ φυσίγγια που βρέθηκαν στην κατοχή του τα προμηθεύτηκε από τον έτερο συγκατηγορούμενο του Θ. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ενώπιον της Ανακρίτριας του 22ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών ανακάλεσε την προανακριτική του κατάθεση σχετικά με τις πράξεις της εκβίασης επιχειρηματιών-ιδιοκτητών κέντρων διασκέδασης, της απόπειρας ανθρωποκτονίας, καθώς και ότι τις εν λόγω πράξεις τις τέλεσε κατόπιν εντολής των συγκατηγορουμένων του Ζ και Θ, ισχυριζόμενος ότι η κατάθεση του αυτή αποτελούσε προϊόν απειλών και ξυλοδαρμού που υπέστη από τους "μπράβους" του Κ, που κατόπιν υποδείξεως του ενέπλεξε τους προαναφερόμενους, και επιπλέον ήταν αποτέλεσμα της χρήσεως χαπιών "DEPAKIN", καθόσον πάσχει από επιληψία. Πράγματι, από την έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου-ψυχοθεραπευτή .... προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από ψυχική νόσο και συγκεκριμένα από επιληψία εξαιτίας της οποίας έχει επηρεαστεί σημαντικά α) το να αντιληφθεί το άδικο της πράξης και β) το να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό. Εξ αυτού συνάγεται ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων δεν είχε αρθεί ολοκληρωτικά η μία από τις δύο προαναφερθείσες ικανότητες, ώστε να είναι ανίκανος για καταλογισμό και να τύχει εφαρμογής το άρθρο 34 του ΠΚ.
Από την κατάθεση όμως του μάρτυρος ... ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας προέκυψε ότι την 3-3-2007 και περί ώρα 1.30 π.μ. ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος μετέβη στο κατάστημα, ιδιοκτησίας του, με την επωνυμία "INTERNET CAFE", που βρίσκεται στα ...., και με την απειλή ενός πιστολιού και ενός πτυσσόμενου ελβετικού σουγιά, του είπε: "ποιοί στα παίρνουν; Από σήμερα θα σου τα παίρνω εγώ, και αφού βρίσκομαι σήμερα εδώ δώσε μου για ξεκίνημα ό,τι έχεις επάνω σου". Ο ανωτέρω μάρτυρας φοβούμενος, έβγαλε αμέσως και του έδωσε το χρηματικό ποσό των 1.000,00 ευρώ. Την 12-3-2007 και περί ώρα 12.30 μ.μ. μετέβη και πάλι στο ως άνω κατάστημα, όπου τον περίμενε και αφού έβαλε το πιστόλι στην πλάτη αυτού, του είπε "μπες στο μαγαζί, που είσαι τόσες μέρες που σε ψάχνω, σε παίρνω τηλέφωνο και δεν σε βρίσκω" και στην συνέχεια, αφού τον οδήγησε στο γραφείο του καταστήματος του έβαλε το πιστόλι στο στόμα λέγοντας του : "το κατάλαβες; Αυτή είναι η τελευταία σου στιγμή", ενώ άνοιξε το σακάκι αυτού και πήρε μόνος του το χρηματικό ποσό των 1.500,00 ευρώ. Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2007 έως και την 1-9-2007 τηλεφωνικώς με την απειλή βίας, προς την μάρτυρα ..., που διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων "..." στη Λ. ..., και δη με τις φράσεις "μωρή καριόλα θα πεθάνεις, μωρή πουτάνα πέρασα χθες το βράδυ,. και βρήκα το μούλο τον Πακιστανό αν δεν πάρω τα λεφτά μου εκεί θα γίνει η κηδεία σου, μέσα στο Matrix θα σε γαμήσω καριόλα, εγώ έχω κάνει φυλακή, έχω σκοτώσει άνθρωπο, δε φοβάμαι τίποτα, θέλω μόνο τα λεφτά μου", αλλά και δια ζώσης προς τον βραδινό υπάλληλο του πρατηρίου, δείχνοντας του όπλο, και απειλώντας με. τις φράσεις: "θα τη γαμήσουμε, θα τη σκοτώσουμε πείτε της αν δεν πληρώσει αυτά που χρωστάει θα βάλουμε φωτιά στο βενζινάδικο και θα σας σκοτώσουμε όλους μαζί", ζητούσε το χρηματικό ποσό των 5.900,00 ευρώ, σχετικά με κάποια ακάλυπτη επιταγή, η οποία υποτίθεται ότι είχε κυκλοφορήσει από αυτήν. Όμως η πράξη του αυτή της εκβίασης κατ' εξακολούθηση δεν ετελέσθη ουχί οικεία βουλήσει, αλλά εξ εμποδίων εξωτερικών και συγκεκριμένα από το γεγονός ότι η μάρτυρας δεν ενέδωσε και δεν του κατέβαλε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό. Η τέλεση των πιο πάνω -πράξεων από τον κατηγορούμενο δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, καθόσον τόσον η μάρτυρας .... όσον και ο υπάλληλος του πρατηρίου της .... στις από 7-11-2007 ένορκες καταθέσεις τους στην Ανακρίτρια Αθηνών αναφέρουν ότι ο δράστης, τον οποίο δεν γνωρίζουν, φορούσε πάντα "κασκέτο" στο κεφάλι και κυκλοφορούσε με ένα άσπρο τζιπ "VITARA", χωρίς αριθμούς κυκλοφορίας, πράγμα που ανταποκρίνεται σ'αυτόν (βλ. σχετικές καταθέσεις). Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα προκύψαντα περιστατικά στοιχειοθετούν κατ' ορθό της πράξεως χαρακτηρισμό και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας όχι το έγκλημα της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κινήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία, αλλά το έγκλημα της απόπειρας (άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ) σε εκβίαση κατ'εξακολούθηση.
Ο κατηγορούμενος δε διαπράττει εκβιάσεις και απόπειρες εκβίασης κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ενώ ο κατηγορούμενος ως προαναφέρθηκε με τις από 1-11-2007 και 7-11-2007 απολογίες του στην Ανακρίτρια του 22ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών ανακάλεσε την προανακριτική του κατάθεση, όσον αφορά το όπλο που βρέθηκε στην κατοχή του επανέλαβε ότι το είχε αγοράσει από τον συγκατηγορούμενό του-αστυνομικό Χ, όχι για να προβεί στην εκτέλεση του Κ, αλλά για προσωπική του χρήση καθόσον ασκείται στην σκοποβολή από το έτος 1996, πλην όμως δεν μπορούσε να αποκτήσει νόμιμα όπλο. Ο κατηγορούμενος Χ αρνείται φυσικά την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία της παράβασης του άρθρου 15 παρ.1 του Ν. 2168/1993, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι οι σε βάρος του ενδείξεις στηρίζονται μόνο στις απολογίες του ανωτέρω κατηγορουμένου, που είναι πρόσωπο αναξιόπιστο, καθώς επίσης η προανακριτική απολογία αυτού συνιστά μεθόδευση των αξιωματικών της Ασφάλειας Αττικής, γιατί στο πρόσφατο παρελθόν είχε μηνύσει και είχε υποβάλει αναφορά σε βάρος του προϊσταμένου του Τμήματος Ανθρωποκτονιών ..., ισχυρισμός, ο οποίος είναι αστήρικτος και αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν δίδει καμία πειστική απάντηση, αλλά αντιπαρέρχεται σιωπηρά, πως είναι δυνατόν ενώ ο ίδιος ούτε καν γνωρίζει κατ' όψη τον συγκατηγορούμενό του, ούτος (Ψ) να γνωρίζει προσωπικά του στοιχεία και συγκεκριμένα ότι υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίου Παντελεήμονα, ενώ παλιότερα υπηρετούσε στο Τμήμα Διαρρηκτών, οδηγούσε δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας "VARADER0" και του είχε δείξει φωτογραφία από το κινητό του, το πιστόλι να είναι δίπλα στο μωρό του.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου που δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 2168/93 και στη συνέχεια, εν όψει των ενδείξεων αυτών παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την αποδιδόμενη σ'αυτόν ως άνω πράξη του.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον δεν αιτιολογείται ο σκοπός του αναιρεσείοντος να διαθέσει το πιστόλι μάρκας CRVEΝA ZASTAVA-Cal 7, 65 mm, Mod 70, με αριθμό στελέχους .... και αριθμό κλείστρου .... στο συγκατηγορούμενό του Ψ για να διαπράξει αυτός κακούργημα και ειδικότερα στο αιτιολογικό δεν περιλαμβάνει κανένα πραγματικό περιστατικό σχετικά με το σκοπό αυτό, ενώ στο διατακτικό περιορίζεται στην τυπική αναγραφή των στοιχείων του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 2168/93. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή, ως και κατ'ουσίαν βασίμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήσσεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα μόνο το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Για τους λόγους αυτούς----------------------Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνει δεκτή η αριθμ. 110/4-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του αριθμ. 878/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να αναιρεθεί μόνο ως προς αυτόν το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς την πράξη της παράβασης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 2168/93, για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Αθήνα 4 Νοεμβρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανακρίσεως.
Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνον όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός που αφορά η κατηγορία δεν συνιστά αξιόποινη η πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, Ψ, και άλλων 7 κατηγορουμένων, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις: 1) συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, (άρθρο 187 παρ.1 του Π.Κ), επί πλέον δε κατά μεν του αναιρεσείοντος και για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 15 παρ.1 του ν. 2168/1993, και κατά του τελευταίου (Ψ), και για τις πράξεις: α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας, β) του εμπρησμού από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, γ) της κακουργηματικής εκβίασης, δ) της παράνομης οπλοφορίας και ε) των άσκοπων πυροβολισμών. Στη συνέχεια διεξήχθη και ενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3451/2004, 128, 129 και 130 ΚΠΔ, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του, Ψ, για να δικασθούν, ως υπαίτιοι των παρακάτω πράξεων και δη τον μεν αναιρεσείοντα για την πράξη της προμήθειας και εμπορίας όπλου με σκοπό τη διάθεσή του σε τρίτο για διάπραξη κακουργήματος, τον δε Ψ για τις πράξεις της κακουργηματικής εκβίασης κατ' εξακολούθηση τελεσμένης και σε απόπειρα κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και για παράνομη οπλοφορία.(άρθρα 1,13 περ. στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 94, 98, 385 παρ.1 περ. β του Π.Κ, και άρθρα 1 παρ.1, περ.α', δ', 2 περ. γ' και δ', 10 παρ.1, 13α και 15 του ν.2168/1993). Παράλληλα, το ίδιο Συμβούλιο Εφετών, αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εις βάρος όλων των κατηγορουμένων, για την πράξη της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης. Με βάση τα αναπτυχθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, το εκδοθέν και προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι αμετάκλητο. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο τούτο, αποφαίνεται, ότι πρέπει να απόσχει από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί, επί της από 4 Ιουνίου 2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ, κατά του 878/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και εκθέσει τις απόψεις του.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται αμετακλήτως, στην περίπτωση ασκήσεως ποινικής δίωξης για το αδίκημα του άρθρ. 187 ΠΚ, και όταν ακόμη αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη. Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 134/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαραγκάκη, για αναίρεση της 426/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1429/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ.1 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου, καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό έγγραφο ή νοθευμένο έγγραφο. Αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 23 εδ. γ ΠΚ) που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, ο σκοπός δε του δράστη πρέπει να στοχεύει στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ιδίου ή άλλου και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αλλοδαπός στοχεύει να παραπλανήσει τα αστυνομικά όργανα για τη νομιμότητα της παραμονής του, ως αλλοδαπού, στη χώρα, αφού αυτή (παραμονή) δεν αποτελεί ενέργεια άμεσης κίνησης του και για το λόγο αυτό έχει εφαρμογή η γενική για την πλαστογραφία διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Εξάλλου, με την ίδια ποινή τιμωρείται, κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει του χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και ότι αυτοτέλεια της χρήσης υπάρχει, είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη. Η χρήση δε του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη της πλαστογραφίας ή άλλον στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στο μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς και να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε είναι πλαστό ή νοθευμένο και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, είναι δηλαδή σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται ιl προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ.426/2007 απόφασης του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ......, ο οποίος είναι αλλοδαπός, στις 11-1-2006, σε έλεγχο που του έγινε στον Πειραιά από τα όργανα της Δ/νσης Αλλοδαπών Αττικής, επέδειξε, ως νόμιμο τίτλο παραμονής του στην Ελλάδα, την υπ'αριθμ...... άδεια εργασίας, η οποία φερόταν ότι είχε εκδοθεί από την Διεύθυνση Εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών, αλλά ήταν πλαστή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε, αφού την είχε αγοράσει αντί 1700 ευρώ από τον ομοεθνή του ...., αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος και την είχε καταρτίσει παράνομα. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι προφανές ότι είχε προμηθευτεί την εν λόγω πλαστή άδεια για να παραπλανήσει τις Αρχές της χώρας, επομένως και τα αστυνομικά όργανα που, κατά τα προαναφερθέντα τον ήλεγξαν, την κατέθεσε ως δικαιολογητικό στη Δ/νση Εργασίας της Νομαρχίας Πειραιώς για να του χορηγηθεί νέα άδεια εργασίας, η οποία τελικά, όταν διαγνώσθηκε η πλαστότητα του κατατεθέντος εγγράφου, δεν του χορηγήθηκε, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν και αναφερόμενο στα πρακτικά υπ' αριθμ.πρωτ....... έγγραφο του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς-Διεύθυνση Εργασίας. Ακολούθως το παραπάνω δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 216 παρ.2 ΠΚ καl επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης τριών μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερόμενα περιστατικά στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, 2 του ΠΚ. την οποία και εφάρμοσε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός (αναιρεσείων) επέδειξε στα αστυνομικά όργανα που τον ήλεγξαν ως νόμιμο τίτλο για την παραμονή του στη χώρα την πλαστή άδεια εργασίας, προκειμένου να τα παραπλανήσει ως προς τη νομιμότητα παραμονής του, γνωρίζοντας ότι ήταν πλαστή, αφού την είχε αγοράσει αντί του ποσού που προαναφέρθηκε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε, ότι η από πλευράς του επίδειξη της πλαστής άδειας εργασίας προς τα αστυνομικό όργανο, που τον ήλεγξε, έγινε προς τον σκοπό της παραπλάνησης του αστυνομικού οργάνου, σχετικά με τη νομιμότητα της παραμονής του στην Ελλάδα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης, ως αβάσιμος. Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, ο αναίρεσείων χρησιμοποίησε την πλαστή άδεια εργασίας, ως νόμιμο τίτλο παραμονής του στην χώρα, προκειμένου να παραπλανήσει τα αστυνομικά όργανα ως προς τη νομιμότητα της παραμονής του στην Ελλάδα. Επομένως ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1-2 αντί εκείνης του άρθρου 217 ΠΚ δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εφαρμογή της τελευταίας προϋποθέτει ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου ή άλλου, την ύπαρξη του οποίου όμως δεν δέχεται η πληττόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές της. Επομένως απορριπτέοι είναι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε πρώτος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης. Αβάσιμος όμως είναι ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και κατά το υπόλοιπο μέρος του, που αφορά τις αιτιάσεις, σύμφωνα με τις οποίες η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αφού δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα αν η χρήση της πλαστής άδειας εργασίας έγινε με σκοπό την διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου και ακόμη αν η παραμονή του στην Ελλάδα ήταν παράνομη και τούτο γιατί, όπως προκύπτει απ' αυτήν, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η παραμονή του ήταν παράνομη και η χρήση έγινε με σκοπό την παραπλάνηση ως προς τη νομιμότητα παραμονής του στη χώρα, δεν αποτελούν δε αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, όσα επιπλέον επικαλείται ο τελευταίος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολο της, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2007 αίτηση του ..... για αναίρεση της με αριθμ. 426/12-3-2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραίώς (Πλημμελημάτων). Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 15 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία (χρήση πλαστού). Απορρίπτει αναίρεση. Λόγοι αναίρεσης: 1) ειδική αιτιολογία, 2) εσφαλμένη εφαρμογή 216 παρ. 1-2, 3) έλλειψη νόμιμης βάσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστού εγγράφου χρήση.
| 2
|
Αριθμός 135/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Δουληγέρη, για αναίρεση της 43/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1004/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 1 εδ. β', 114 εδ. γ' και 115 του ΠΚ τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη και αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Οι ποινές της φυλάκισης, χρηματικής ποινής και περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, που επιβλήθηκαν αμετάκλητα, αν έμειναν ανεκτέλεστες παραγράφονται μετά δέκα (10) έτη. Η παραγραφή των ποινών αρχίζει από την ημέρα που η απόφαση έγινε αμετάκλητη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται, ότι ο ποινικός κώδικας ρυθμίζει χωριστά την παραγραφή των καταγνωσθεισών ποινών. Ο χρόνος παραγραφής των εγκλημάτων, τα οποία είναι πλημμελήματα, είναι οκτώ (8) έτη, υπολογιζόμενου και του χρόνου της αναστολής, αρχίζει δε από την ημέρα που τελέστηκε το έγκλημα και τρέχει μέχρι του αμετάκλητου της απόφασης, ενώ ο χρόνος της παραγραφής της ποινής της φυλάκισης, Α είναι δέκα (10) έτη και αρχίζει από την ημέρα που η απόφαση, η οποία την επέβαλε έγινε αμετάκλητη. Κατά τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 371 παρ. 3 ΚΠΔ, "πρώτα γίνεται ψηφοφορίας για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδίδεται, όπως αυτή προέκυψε από την κύρια διαδικασία και για τον χαρακτηρισμό της πράξης. Αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και ενδεχομένως για τα μέτρα ασφαλείας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτουν, τα ακόλουθα: α) αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, μετά από ψηφοφορία που γίνεται κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, απαγγέλλεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και στη συνέχεια γίνεται συζήτηση κατά το άρθρο 369 ΚΠΔ, για την ποινή, που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, μετά το πέρας της οποίας λαμβάνεται, ύστερα από ψηφοφορία, απόφαση, η οποία απαγγέλλεται, επίσης, σε δημόσια συνεδρίαση και β) οι αποφάσεις που εκδίδονται για την ενοχή και την επιβολή της ποινής στον κατηγορούμενο είναι ανεξάρτητες, αυτοτελείς και χωριστές μεταξύ τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2, 141 παρ. 1 και 371 του ΚΠΔ και υπογράφονται χωριστά. Ως εκ τούτου είναι δυνατόν η απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, να γίνει αμετάκλητη κατά το άρθρο 546 παρ. 2 ΚΠΔ, με την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν (ενοχή) και να αναιρεθεί η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο η ποινή, οπότε, παύει να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος. Τέλος, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, oι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας, που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, όταν το Δικαστήριο, παρόλο που έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, αποφαίνεται κατ' ουσία επί της κατηγορίας ή το αντίστροφο ή επίσης, όταν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, που δεν συμπληρώθηκε όμως ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω ανύπαρκτου δεδικασμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Πενταμελές), ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχτηκε, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση, των αναφερόμενων στο σκεπτικό αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ με την υπ' αριθμ.63/16-3-2006 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (που δίκασε την υπ'αριθμ.62/3-11-2004 έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ'αριθμ.684/2 και 3-11-2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς) κηρύχθηκε ένοχος για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο, πράξη που τελέστηκε στην Αθήνα (ΝΝΑ), την 5-4-1999 και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη και η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς τέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά (4,40), για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Κατά της άνω απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου άσκησε την από 23-6-2006 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ.1436/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε μερικώς η υπ' αριθμ. 63/2006 απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στις ελαφρυντικές περιστάσεις και ως προς την περί ποινής διάταξη αυτής, ενώ κρίθηκε ότι η περί ενοχής κρίση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου έχει καταστεί αμετάκλητη. Επομένως ο χρόνος παραγραφής του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, που τελέσθηκε την 5-4-1999, έπαυσε να τρέχει την 16-3-2006, ημερομηνία εκδόσεως της υπ' αριθμ. 63/2006 περί ενοχής αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ήδη δηλαδή πριν συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος. Κατόπιν τούτου, θα πρέπει, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να απορριφθεί η υποβληθείσα από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ένσταση παραγραφής του αδικήματος. Με βάση τα παραπάνω απέρριψε την ένσταση της παραγραφής και στη συνέχεια, προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης, κατά το κεφάλαιο που αναιρέθηκε η απόφαση, που προαναφέρθηκε και παραπέμφθηκε η υπόθεση σ' αυτό, δηλαδή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου του άρθρου 84 & 2 και της ποινής, αναγνώρισε την συνδρομή των περιστάσεων αυτών στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτές τις παραδοχές, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου (510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ), διότι τούτο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του εχώρησε στην περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, κατά το μέρος που αναφέρεται στις ελαφρυντικές περιστάσεις και στη συνέχεια του επέβαλε την παραπάνω ποινή, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε, λόγω συμπλήρωσης 8ετούς παραγραφής, δεδομένου ότι η αναίρεση της υπ' αριθμ. 63/16-3-2006 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου περιελάμβανε όχι μόνο τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων, αλλά και του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, κατά τα αναπτυχθέντα, στην νομική σκέψη, αφού ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση παραγραφής, με την αιτιολογία ότι η υπ' αριθμ. 63/2006 απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη, ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και ότι η μετά μερική αναίρεση παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφορούσε μόνο τα κεφάλαια της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων και την επιβλητέα ποινή. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2008 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς) και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντά στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Αναίρεση κατά απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής. Η πράξη δεν παραγράφεται εφόσον η απόφαση αναιρέθηκε μόνο ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις και την ποινή (και όχι σε σχέση με την ενοχή), έστω και αν κατά τη συζήτηση στο Δικαστήριο της παραπομπής είχε παρέλθει η προθεσμία παραγραφής, αφού ως προς την ενοχή η απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Παραγραφή, Δικαιοδοσίας έλλειψη, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Παραπομπής Δικαστήριο.
| 2
|
Αριθμός 133/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμούς 105/25.02.2008 και 420/03.09.2008, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Α) Επί της από 25.02.2008 με αριθ. πρωτ. 105 πρότασης
"Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 26 από 26-11-2007 και 30 από 7-12-2007 αιτήσεις των Χ3 και Χ1 αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι υπ'αριθμόν 3/2.4.2007 και 4/3.4.1997 εφέσεις αυτών, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμόν 13/12-3-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς, το οποίο τις παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστούν η μεν πρώτη για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, η δε δεύτερη για ηθική στη πράξη αυτή αυτουργία και εκθέτω για κάθε μία χωριστά, τα ακόλουθα:
Ι) 'Οσον αφορά στην υπ'αριθμό 26 από 26-11-2007 αίτηση της Χ3: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και δη την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας, ασκήθηκε δε από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Ηλία Τσούπη του Σταύρου, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, δυνάμει του υπ'αριθμόν ..... γενικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ελένης Λεοντιάδου, στο οποίο δίνεται και η ειδική εξουσιοδότηση να ασκήσει το άνω ένδικο μέσο.
Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ., το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων την άσκηση ενδίκου μέσου από αντιπρόσωπο και ιδιαίτερα από το ότι ορίζει α) ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 και β) ότι το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή προς τον αντιπρόσωπο για την άσκηση ενδίκου μέσου, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο τούτον, δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Η διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 εδ. γ' κατά την οποίαν το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεως, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, δεν καθιερώνει εκ των υστέρων έγκριση του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε χωρίς εντολή, αλλά προσδιορίζει το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο, κατά τις ανωτέρω περιπτώσεις, πρέπει να προσκομισθεί στο γραμματέα το πληρεξούσιο που υπάρχει κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου. 'Ετσι, συγκεκριμένα, αν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκηθεί από αντιπρόσωπο χωρίς εντολή, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., χωρίς άλλη έρευνα, αφού δεν είναι νοητή επίκληση στη περίπτωση αυτή, ούτε ανώτερης βίας προς δικαιολόγηση της έλλειψης πληρεξουσιότητας.
Στη προκειμένη περίπτωση την αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του άνω Εφετείου την 26 Νοεμβρίου 2007 ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ηλίας Τσούπης, ως εκπρόσωπος της άνω κατηγορουμένης, χωρίς κατά την άσκησή της να έχει σχετική εντολή, η οποία του χορηγήθηκε μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα την 30 Νοεμβρίου 2007 με το άνω πληρεξούσιο. Κατόπιν αυτού η αίτηση αναιρέσεως είναι και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙ) 'Οσον αφορά στο υπ'αριθμόν 30/7-12-2007 έκθεση αναιρέσεως της Χ1. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε εμπροθέσμως από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παρεπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 ΚΠΔ και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και δ' ΚΠΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι, οι οποίοι συνίστανται, όπως αναφέρονται στην αίτηση στο ότι: Α) ελήφθησαν υπόψη του Δικαστικού Συμβουλίου και αξιοποιήθηκαν αποδεικτικά μαρτυρικές καταθέσεις οι οποίες δόθηκαν από την αναιρεσείουσα πριν αυτή αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο διενεργηθείσας διοικητικής εξετάσεως και ούτω παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης αυτής, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη Β) Δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος ούτε δικαιολογούν επαρκώς την έννοια της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του άνω αδικήματος ώστε να δικαιολογείται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της διωκομένης πράξεως.
Επειδή κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104, η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση, ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με το Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με το συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα" γεγονός που θάλπει, κατά τη κοινή πείρα, τη πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. 'Ετσι με τη πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στη πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγουμένη παραγγελία του Εισαγγελέα, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για τον κατηγορούμενο, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επειδή ναι μεν η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. β' Κ.Π.Δ. διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί τη κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που έχει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιον είχε καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολομ. ΑΠ 1/2004 ΠΧ ΝΕ/2005 σελ. 113).
Εξ'άλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για το δόλο όμως που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 Π.Κ. στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη της ειδικής αιτιολογίας, διότι ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτήν (ΑΠ. 1134/2002 Π.Χ. ΝΓ/2003 σελ. 403).
Στη προκειμένη υπόθεση, με το υπ'αριθμόν 13/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε βαθμό κακουργήματος σε κακουργηματική απάτη όπως η πράξη αυτή περιγράφεται στο διατακτικό του βουλεύματος. Η κρίση αυτή του συμβουλίου στηρίχθηκε "στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της κύριας ανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα (ιδίως τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ Δ/νσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων".
Στο πληττόμενο βούλευμα 1032/2007 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και δη στην εισαγγελική πρόταση στην οποία και αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών εκτίθεται ότι "..... από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα (και ιδίως από τις 27-4-2004 και 15-12-2004 πορισματικές αναφορές του Σώματος Δ.Ο.Ε., Δ/νσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων που προσήλθαν και απολογήθηκαν, προέκυψαν και κατά τη κρίση μας (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικα περιστατικά που στοιχειοθετούν τις προεκτεθείσες κατηγορίες .....". Επίσης στη σελίδα 13 του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος και όσον αφορά στα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας στην απάτη που βαρύνει την αναιρεσείουσα αναφέρεται ότι "Από τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ Αττικής και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απάτη .....". Εκ των ανωτέρω παρατηρούμε ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και των δύο ως άνω βουλευμάτων που αλληλοσυμπληρώνονται περιλαμβάνονται και οι πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ. Όμως για τη συγκρότηση των πορισμάτων αυτών χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της αναιρεσείουσας, η οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας επί της υποθέσεως, πριν όμως αποδοθεί εις βάρος της ποινική κατηγορία. 'Ετσι λοιπόν και βάσει των άνω αναφερομένων στην απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π. ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Εκτός των ανωτέρω το πληττόμενο βούλευμα δέχεται ότι "ο ρόλος της Χ1 ήταν επίσης ουσιαστικός και συντονιστικός. Η ανωτέρω γνώριζε για τη λειτουργία του κεφαλαίου και βοηθούσε στην ενημέρωση των ανά την Ελλάδα μεσιτών-πρακτόρων ... κατείχε διευθυντικές θέσεις (στη Τηρέας ΑΕ Αντιπρόεδρος και αναπληρώτρια εκπρόσωπος του Α, στην Matrix εκπρόσωπος). Στο πρωτόδικο βούλευμα αναφέρεται ότι στη κρινομένη υπόθεση είχε καθοριστικό ρόλο καθόσον παρουσιάστηκε με τον Β ως μεσάζοντες στη κατάρτιση επενδυτικού προγράμματος. Ωσαύτως στο πληττόμενο βούλευμα αναλύεται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των διωκομένων εγκλημάτων, ώστε να υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δι'ους λόγους πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ως ουσία αβάσιμος. Παρεπιμπτόντως σημειώνομε ότι το εάν οι διενεργήσαντες τη προανάκριση υπάλληλοι του ΣΔΟΕ είναι πτυχιούχοι ή όχι ουδεμία επιρροή έχει στην υπό κρίση υπόθεση.
Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μόνο για τους παραπάνω αναφερομένους λόγους της απόλυτης ακυρότητας πρέπει να αναιρεθεί το πληττόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) να γίνει δεκτή εν μέρει η υπ'αριθμόν 30/7-12-2007 αίτηση της Χ1 να αναιρεθεί το υπ'αριθμόν 1032/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. 2) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμόν 26 από 26-11-2007 αίτηση της Χ3 και να επιβληθούν σ'αυτήν τα έξοδα.
Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος"
Β) Επί της από 03.09.2008 με αριθ. πρωτ. 420 πρότασης Εν συνεχεία της υπ'αριθμόν πρωτ. 105/25.2.2008 προτάσεώς μας επί της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθμόν 1828/2008 βούλευμα του Δικαστηρίου Σας, κατά το σκεπτικό του οποίου "όπως προκύπτει από την ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης συνταχθείσα υπ'αριθμόν 30/7-12-2007 έκθεση, που διαλαμβάνει την δια του πληρεξουσίου δικηγόρου δήλωση της κατηγορουμένης για άσκηση αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμόν 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα περιέλαβε σ'αυτήν τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της έλλειψης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του λόγου της έφεσής της κατά του 13/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας διότι στα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη του περιλαμβάνονται και οι πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ για τη συγκρότηση των οποίων χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της αναιρεσείουσας πριν αποδοθεί εις βάρος της ποινική κατηγορία. Επί του προαναφερομένου λόγου δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και συνεπώς το Δικαστήριο τούτο πρέπει να απόσχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι την υποβολή σχετικής εισαγγελικής προτάσεως για τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως" επάγομαι τα ακόλουθα:
'Οσον αφορά στο νομικό μέρος της υποθέσεως, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, αναφερόμεθα στο νομικό μέρος της άνω προτάσεώς μας που περιλαμβάνονται στις σελίδες 5,6,7,8 και 9 αυτής.
Στη προκειμένη περίπτωση το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς, με το υπ'αριθμόν 13/2007 βούλευμά του παρέπεμψε την ήδη αναιρεσείουσα Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε βαθμό κακουργήματος σε κακουργηματική απάτη όπως η πράξη αυτή περιγράφεται στο διατακτικό του βουλεύματος. Η κρίση αυτή του συμβουλίου στηρίχθηκε "στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της κύριας ανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα (ιδίως τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ Δ/νσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων". Κατά του άνω βουλεύματος η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ'αριθμόν 4 από 3.4.2007 έκθεση εφέσεως, μεταξύ δεν των λόγων εφέσεως αναφέρει ότι το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς, για να καταλήξει στη παραπομπή της στο άνω δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε αποδεικτικά μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες δόθηκαν από αυτήν πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο διενεργηθείσης διοικητικής εξετάσεως και ούτω παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης αυτής, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή της και για το λόγο αυτόν. Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης επί της άνω εφέσεως εξέδοσε το υπ'αριθμόν 1032/2007 βούλευμά του, ήδη εφεσιβαλλομένου, δια του οποίου απέρριψε στην ουσία την άνω έφεση, επικύρωσε το άνω υπ'αριθμόν 13/12-3-07 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς και διέταξε την εκτέλεση αυτού. 'Όμως από το κείμενο του βουλεύματος προκύπτει ότι ουδέν διαλαμβάνει περί του άνω λόγου εφέσεως και απέρριψε σιωπηρά τον λόγον αυτόν. Ωσαύτως ως αποδεικτικά στοιχεία για την απορριπτική κρίση του αναφέρει "Από το αποδεικτικό υλικό που νομότυπα συγκεντρώθηκε από τη κυρία ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα (και ιδίως από τις 27-4-2004 και 15-12-2004 πορισματικές αναφορές του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, Περιφερειακής Διεύθυνση Αττικής), σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκ των κατηγορουμένων, που προσήλθαν και απολογήθηκαν, προέκυψαν......". Το ανωτέρω η αναιρεσείουσα προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως υποστηρίζουσα στη σχετική αίτησή της ότι "Το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί λόγω έλλειψης ειδικής αιτιολογίας διότι απορρίπτει σιγή το λόγο εφέσεώς μου που αφορούσε στην απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας χωρίς τη παραμικρή αναφορά σ'αυτόν. Παρά την εκτενή ανάπτυξη του συγκεκριμένου περί ακυρότητος λόγου εφέσεώς μου, ο οποίος αφορούσε στη παραβίαση των δικαιωμάτων μου ως κατηγορουμένης, το προσβαλλόμενο δεν μπήκε καν στο κόπο να απαντήσει σε αυτόν, τον οποίον ουδόλως εκτίμησε ή εν πάσει περιπτώσει γεννάται μεγάλη αμφιβολία αν τον εξέτασε ως όφειλε".
Εκ των άνω αναφερομένων τόσο στο νομικό μέρος όσον και στο πραγματικό, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος και παραδεκτός και πρέπει το πληττόμενο βούλευμα να αναιρεθεί ελλείψει αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά του υπ'αριθμόν 13/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναφερόμενοι και στο διατακτικό της υπ'αριθμ. 105/08 προτάσεώς μας προτείνω να γίνει δεκτή και η υπ'αριθμόν 30/7-12-2007 αίτηση της Χ1να αναιρεθεί το υπ'αριθμόν 1032/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Αθήνα 25 Αυγούστου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το υπ'αριθμ. 1828/2008 βούλευμά του το Δικαστήριο τούτο, (σε συμβούλιο), απέσχε να αποφανθεί επί της αιτήσεως της Χ1 για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, μέχρι την υποβολή προτάσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όσον αφορά τον λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχείο δ' του ΚΠΔ. Ήδη με την 420/2008 πρότασή του ο ανωτέρω Εισαγγελέας αναφέρεται και στο λόγο αυτό και συνεπώς το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό, εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. Και ναι μεν η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως, όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 481 παρ. 1 περιπτ. β' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Εξάλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για το δόλο όμως που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη της ειδικής αιτιολογίας, διότι ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει απ'αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς, με το υπ' αριθμ. 13/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε βαθμό κακουργήματος, σε κακουργηματική απάτη, όπως η πράξη αυτή περιγράφεται στο διατακτικό του βουλεύματος, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι η παραπάνω κρίση του συμβουλίου στηρίχθηκε "στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της κύριας ανάκρισης και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα(ιδίως τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ Δ/νσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων". Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ'αριθμ. 4 και από 3-4-2007 έφεση, μεταξύ δε των λόγων εφέσεως περιέλαβε και εκείνο, σύμφωνα με τον οποίο το συμβούλιο Πλημμελειοδικών, προκειμένου να καταλήξει σε κρίση για την παραπομπή της στο ακροατήριο του παραπάνω δικαστηρίου, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε αποδεικτικά, μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες δόθηκαν απ'αυτήν πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο διενεργηθείσης διοικητικής εξετάσεως και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης της, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και για το λόγο αυτό ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση της. Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης επί της εφέσεως αυτής εξέδωσε το υπ'αριθμ. 1032/2007 βούλευμα του, δια του οποίου απέρριψε την έφεση, επικύρωσε το υπ' αριθμ. 13/12-3-2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς και διέταξε την εκτέλεσή του. Από το περιεχόμενο του βουλεύματος αυτού προκύπτει ότι το συμβούλιο απέρριψε σιωπηρά και δίχως καμιά αιτιολογία τον παραπάνω λόγο της εφέσεως και ακόμη ότι, ως αποδεικτικά στοιχεία, για την απορριπτική κρίση του, αναφέρει το αποδεικτικό υλικό που νομότυπα συγκεντρώθηκε "από την κυρία ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα (και ιδίως από τις 27-4-2004 και 15-12-2004 πορισματικές αναφορές του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής) σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκ των κατηγορουμένων, που προσήλθαν και απολογήθηκαν". Η αναιρεσείουσα περιέλαβε στην αναίρεση της τον, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως και ειδικότερα της έλλειψης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του λόγου της έφεσης της κατά του υπ' αριθμ. 13/2007 βουλεύματος, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, διότι στα αποδεικτικά μέσα, που αυτό έλαβε υπόψη του, περιλαμβάνονται και oι πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ, για την συγκρότηση των οποίων χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της, πριν αποδοθεί σε βάρος της ποινική κατηγορία και προβάλλει την αιτίαση ότι "Παρά την εκτενή ανάπτυξη του συγκεκριμένου περί ακυρότητας λόγου εφέσεως, ο οποίος αφορούσε στην παραβίαση των δικαιωμάτων μου ως κατηγορουμένης, το προσβαλλόμενο δεν μπήκε καν στον κόπο να απαντήσει σε αυτόν, τον οποίον ουδόλως εκτίμησε ή εν πάσει περιπτώσει γεννάται μεγάλη αμφιβολία αν τον εξέτασε ως ώφειλε". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί δε το προσβαλλόμενο βούλευμα, για έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του παραπάνω λόγου της έφεσης, περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς την αναιρεσείουσα, ως προς την οποία και μόνο δημιουργήθηκε η ανωτέρω ακυρότητα, στο ίδιο συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, το υπ' αριθ. 1032/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και ειδικότερα ως προς την αναιρεσείουσα Χ1.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς αυτήν, στο ίδιο Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε απάτη κακουργηματική. Δεκτός λόγος αναίρεσης που αφορά στην δίχως αιτιολογία απόρριψη λόγου εφέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που προκλήθηκε από τη λήψη υπόψη κατάθεσης της κατηγορουμένης που δόθηκε στα πλαίσια επιθεώρησης από το ΣΔΟΕ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Κατηγορούμενος.
| 1
|
Αριθμός 140/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την έκθεση προσφυγής του προσφεύγοντος Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, κατά της υπ' αριθμ. 24/2008 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Ο προσφεύγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 15 Φεβρουαρίου 2008 προσφυγή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1269/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 443/23-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την υπ'αριθμ. 22/2008 έκθεση προσφυγής του Χ κατά της υπ'αριθμ. 24/2008 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 482 και 504 του Κ.Π.Δ. επιτρέπεται στους διαδίκους η άσκηση αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων του δικαστικού συμβουλίου και κατά των αποφάσεων μόνο στις οριζόμενες στα άρθρα αυτά περιπτώσεις. Κατά της διατάξεως όμως του Εισαγγελέως Εφετών, με την οποία απορρίπτεται η προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών δεν προβλέπεται η άσκηση κανενός ενδίκου μέσου και συνεπώς ούτε και της αναιρέσεως. Επομένως η επιγραφόμενη ως "προσφυγή" υπό κρίση (κατ'εκτίμηση) αίτηση αναιρέσεως, που στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 24/2008 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αρ. 254/2007 προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. ΕΓ 59-07/184/62Δ/07/29-11-2007 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 22/2008 προσφυγή-αναίρεση του Χ κατά της υπ'αριθμ. 24/2008 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 25 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 482 και 504 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι επιτρέπεται στους διαδίκους η άσκηση αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων του δικαστικού συμβουλίου και κατά των αποφάσεων μόνο στις οριζόμενες στα άρθρα αυτά περιπτώσεις. Εξάλλου, από τα άρθρα 47 και 48 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η απορριπτική της έγκλησης διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών είναι δεκτική προσβολής με προσφυγή στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, ενώ η επ' αυτής εκδιδόμενη από τον τελευταίο διάταξη δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο ή βοήθημα, διότι δεν υπάρχει στο νόμο σχετική περί τούτου πρόβλεψη. Επομένως, η κρινόμενη "προσφυγή" του Χ, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμώμενη, κατά της 24/21-1-2008 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η 254/2007 προσφυγή αυτού κατά της ΕΓ 59-07/184/62Δ/07/29-11-2007 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών , που απέρριψε την από 28.3.2006 έγκλησή του (μηνυτήρια αναφορά) του ιδίου κατά των Α και Β, μη προβλεπομένη, κατά τα προεκτεθένα, από τον νόμο, είναι απαράδεκτη . Ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, κατά της πιο πάνω προσφυγής, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, αφού τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό τη ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Συνεπώς, οι περί του αντίθετου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 22/15-2-2008 , ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμώμενη, προσφυγή του Χ κατά της 24/21-1-2008 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσφυγή, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμώμενη, κατά Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή κατά Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, κατά της πιο πάνω προσφυγής, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα.
|
Σύνταγμα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Σύνταγμα.
| 0
|
Αριθμός 143/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 566/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.5.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1073/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 377/16.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1 εδ. γ' Ν. 3213/2003, 28 παρ. 1 εδ. β' Ν. 2429/2006 και 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 102/29-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατά του υπ'αριθ. 566/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 566/2008 βούλευμά του παρέπεμψε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της πράξεως της ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από υπόχρεο δικαστικό λειτουργό (άρθρα 26 παρ. 1α', 27 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. 1 περ. 1α' και 2, 2 παρ. 1, 4 παρ. 3, 5 και 9 παρ. 5 Ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 εδ. β' Ν. 3242/2004, 27 παρ. 3, σε συνδυασμό με τα άρθρα 24 παρ. 1 περ. 1β', 25 παρ. 1, 2, 3 και 28 Ν. 2429/1996, όπως η παρ. 2 του άρθρου 24 αντικ. με το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 2836/2000). Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφεται η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με την κρινόμενη αίτησή της, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την 19-5-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε την 29-5-2008 (δηλαδή μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ δεκαήμερη προθεσμία) αυτοπροσώπως από την ίδια ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 102/29-5-2008 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1 Ν. 3213/2003 και 28 παρ. 3 εδ. β' Ν. 2429/1996.
Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 Ν. 2429/1996, όπως αντικ. με το άρθρ. 13 παρ. 1 Ν. 2836/2000, διατάχθηκε δε η εξακολούθηση της ισχύος της, καθώς και των άλλων διατάξεων των άρθρων 24, 25, 26, 27 και 28 του ίδιου Νόμου (2429/1996), με το άρθρο 9 παρ. 5 Ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 13 παρ. 4 εδ. β' Ν. 3242/2004, υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση της περιουσιακής τους καταστάσεως, του ή της συζύγου τους και των ανηλίκων τέκνων τους, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 25: α)..........β)................γ)...............(ιβ) οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 2836/2000, η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας κλπ.......... Επίσης η δήλωση αυτή επανυποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της ασκήσεως δραστηριότητας ή της διατηρήσεως της ιδιότητας των υποχρέων και επί τρία (3) χρόνια μετά την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μικρότερης προθεσμίας για την υποβολή της δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ίδιου Ν. 2429/1996 η δήλωση περιουσιακής καταστάσεως περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται: α) τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, β) τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσεως οχήματα. γ) Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. δ) Τα χρεώγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, ε) τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνο δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγό του, αν αναγράφονται μόνο δικά της περιουσιακά στοιχεία και από αμφότερους τους συζύγους, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανηλίκων τέκνων τους. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 25 Ν. 2429/1996 η δήλωση συντάσσεται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, με την οποία μπορούν να οριστούν δηλωτικά στοιχεία ή τα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να αναγράφονται ή να συνοδεύουν τη δήλωση, καθώς και ο τρόπος υποβολής τους. Ακόμη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου 25 Ν. 2429/1996, οι δηλώσεις περιουσιακής καταστάσεως των προσώπων, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' έως και ε' της παραγράφου 1 του προηγούμενη άρθρου, υποβάλλονται στην επιτροπή του άρθρου 19 του Νόμου αυτού, ενώ οι δηλώσεις των άλλων υποχρέων υποβάλλονται στον κατά το επόμενο άρθρο (26) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τέλος κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του ίδιου ως άνω Ν. 2429/1996 ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών. Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι οι υπόχρεοι δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως υποχρεούνται να υποβάλλουν αυτή κάθε έτος εντός ορισμένης προθεσμίας, η παράλειψη της οποίας εντός αυτής ή η εν γνώσει υποβολή ανακριβούς δηλώσεως έχει ως συνέπεια να θεμελιώνεται σε βάρος του υποχρέου αντικειμενικά και υποκειμενικά το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 3 Ν. 2429/1996, μετά δε την 31-12-2003, το προβλεπόμενο από το άρθρο 4 παρ. 3 Ν. 3213/2003 έγκλημα (ΑΠ 1749/2005, ΑΠ 563/2008).
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ή του Συμβουλίου (ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 330/2007). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 770/2007, ΑΠ 1071/2005).
Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, κατά το οποίο η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης, ότι είχε το δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν την πλάνη του αυτή, τον άδικο δηλαδή χαρακτήρα της πράξεώς του, δεν μπορούσε να διαγνώσει, έστω και αν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του (ΑΠ 563/2008, ΑΠ 396/2008).
Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσδιορίζει κατ'είδος και ειδικότερα από τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και το από 17-12-2007 απολογητικό της υπόμνημα, προέκυψαν τα ακόλουθα:
Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε επί των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης της κατηγορουμένης, οι οποίες συνυπογράφονται από το σύζυγο της ...., δικηγόρο Αθηνών, για την περίοδο των ετών 2003 έως 2005, διαπιστώθηκαν ανακρίβειες και συγκεκριμένα η ελεγχόμενη δικαστικός λειτουργός δεν συμπεριέλαβε στη δήλωση του έτους 2005, την οποία υπέβαλε στις 30 Ιουνίου του ίδιου έτους, αφενός μεν κατάθεση με τη Ψ στον με αριθμό .... κοινό λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, το υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν στο ποσόν των 17.302, 84 ευρώ, αφετέρου δε κατάθεση με τους Ζ και Ψ στον με αριθμό .... κοινό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας, το υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν στο ποσό των 14.920 ευρώ. Η κατηγορουμένη, η οποία γνώριζε, όπως άλλωστε κι η ίδια συνομολογεί, την ύπαρξη των ανωτέρω κοινών λογαριασμών, διατείνεται ότι η παράλειψη αναγραφής των επίμαχων καταθέσεων στη σχετική δήλωση οφείλεται στην εδραία πεποίθηση της ότι τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία ανήκαν στους συνδικαιούχους γονείς της και εξυπηρετούσαν τις αυξημένες ανάγκες διαβίωσης τους, δεν αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία αυτής και συνακόλουθα δεν είχε υποχρέωση να τα συμπεριλάβει στη σχετική δήλωση της. Η άποψη όμως αυτή είναι προδήλως ανεπέρειστη και αποδεικτικά αλυσιτελής, αφού, όπως είναι γνωστό, στην περίπτωση του κοινού λογαριασμού (joint account), η λειτουργική θέση του οποίου στο τραπεζικό και εν γένει χρηματοπιστωτικό σύστημα ρυθμίζεται από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 5638/1932, υφίσταται αυτοτελές δικαίωμα καθενός από τους συνδικαιούχους να προέλθει σε χρήση του κοινού λογαριασμού, αναλαμβάνοντας και ενσωματώνοντας στην ατομική περιουσία του μέρος ή και το σύνολο της κατάθεσης, χωρίς την σύμπραξη των λοιπών δικαιούχων. Η άγνοια της πρόβλεψης αυτής και πολύ περισσότερο η κατάφαση συγγνωστής, κατά τα άνω, πλάνης εκ μέρους της κατηγορουμένης, δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανή για την κατάλυση της κατηγορίας παραδοχή. Και τούτο διότι το πνευματικό και μορφωτικό επίπεδο της τελευταίας και ιδιαίτερα οι νομικές της γνώσεις, αλλά και η αδιαμφισβήτητη, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας στο δικαστικό σώμα, εμπειρία της, αναιρούν την ευάλωτη κατά τούτο υπερασπιστική επιχειρηματολογία της. Ο λόγος δε που αποτέλεσε αφορμή διενέργειας του συγκεκριμένου ελέγχου δεν συνδέεται με την ποινική αιτίαση που της αποδίδεται, ούτε και οδηγεί σε διαφοροποίηση ή απίσχνανσή της.
5. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της πράξεως της ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως παρέπεμψε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της ως άνω αξιόποινης πράξεως, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27 ΠΚ και άρθρ. 1 παρ. 1 περ. 1α' και 2, 2 παρ. 1, 4 παρ. 3, 5 και 9 παρ. 5 Ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 εδ. β' Ν. 3242/2004, 27 παρ. 3, σε συνδυασμό με τα άρθρα 24 παρ. 1 περ. 1β' και 2, 25 παρ. 1, 2, 3 και 28 Ν. 2429/1996, όπως η παρ. 2 του άρθρου 24 αντικ. με το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 2836/2000, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης του υποκειμενικού στοιχείου και συγκεκριμένα του αμέσου δόλου της, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, οι οποίες κατά το σημείο αυτό δεν ελέγχονται αναιρετικώς, η αναιρεσείουσα γνώριζε από δική της αντίληψη όπως και η ίδια συνομολογεί, την ύπαρξη των ανωτέρω κοινών λογαριασμών. Εξάλλου με σαφή και εκτενή αιτιολογία απορρίφθηκε ο προβληθείς από την αναιρεσείουσα αυτοτελής ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης με την παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι: "Η άγνοια της πρόβλεψης αυτής και πολύ περισσότερο η κατάφαση συγγνωστής, κατά τα άνω, πλάνης εκ μέρους της κατηγορουμένης, δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανή για την κατάλυση της κατηγορίας παραδοχή. Και τούτο διότι το πνευματικό και μορφωτικό επίπεδο της τελευταίας και ιδιαίτερα οι νομικές της γνώσεις, αλλά και η αδιαμφισβήτητη, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας στο δικαστικό σώμα, εμπειρία της, αναιρούν την ευάλωτη κατά τούτο υπερασπιστική επιχειρηματολογία της".
6. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τη συνεισαγόμενη από 9-6-2008 αίτησή της ζήτησε να εμφανισθεί στο Συμβούλιό σας προς παροχή, όπως κατά λέξη διατυπώνεται σ'αυτήν "διαφόρων εξηγήσεων και διασαφήσεων, που ενδεχομένως ήθελαν ζητηθεί από το Συμβούλιο, αλλά και προς υποστήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως". Όμως η αίτηση αυτή, όπως έχει διατυπωθεί είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν αναφέρονται σ'αυτήν, έστω και συνοπτικά, τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει εξηγήσεις αν κληθεί. 'Αλλωστε με το δικόγραφο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του προσβαλλομένου βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρινήσεις. Επομένως πρέπει να απορριφθεί το εν λόγω αίτημα της αναιρεσείουσας.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 102/29-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κατά του υπ'αριθ. 566/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να απορριφθεί η συνεισαγόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου σας. Και
Γ) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 14 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΣτέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη 102/29.5.2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά του 566/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (άρθρα 28 ν. 2429/96 και 5 ν. 3213/2003), προκειμένου να δικαστεί για υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως (άρθρα 26 παρ.1, 27, 51, 53, 79 ΠΚ άρθ.1 παρ.1 περ. ια, 2 παρ.1, 4 παρ.3, 5 και 9 παρ.5 του Ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 του ίδιου νόμου προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.4β του Ν. 3242/2004 και 27 παρ.3, σε συνδυασμό με τα άρθρα 24 παρ.1 περ.1β' και 2, 25 παρ.1, 2, 3, και 28 του Ν. 2429/1996, όπως η παρ.2 του άρθρου 24 αντικ. με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 2836/2000), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ν. 2429/1996, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2836/2000, διατάχθηκε δε η εξακολούθηση της ισχύος της, καθώς και των άλλων διατάξεων των άρθρων 24, 25, 26, 27 και 28 του ίδιου νόμου (2429/1996), με το άρθρο 9 § 5 του Ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 13 § 4 εδ. β' του Ν. 3242/2004, "υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, του ή της συζύγου τους και των ανηλίκων τέκνων τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 25: α)....β)....γ)... ιβ) Οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2836/2000, "η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας κ.λπ. Επίσης, η δήλωση αυτή επανυποβάλλεται κάθε χρόνο, κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υπόχρεων και επί τρία (3) χρόνια μετά την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρότερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ίδιου ν. 2429/1996, "Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται : α) Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, β) Τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσεως οχήματα, γ) Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, δ)Τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, ε) Τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνο δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγό του, αν αναγράφονται μόνο δικά της περιουσιακά στοιχεία, και από αμφοτέρους τους συζύγους, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανηλίκων τέκνων τους. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 25 ν. 2429/1996 η δήλωση συντάσσεται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, με την οποία μπορούν να οριστούν δηλωτικά στοιχεία ή τα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να αναγράφονται ή να συνοδεύουν τη δήλωση, καθώς και ο τρόπος υποβολής τους. Επίσης, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου 25 του ν. 2429/1996 ''Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' έως και ε' της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, υποβάλλονται στην Επιτροπή του άρθρου 19 του νόμου αυτού, ενώ οι δηλώσεις των άλλων υποχρέων υποβάλλονται στον κατά το επόμενο άρθρο (26) αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου". Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του ιδίου ως άνω νόμου 2429/1996, "Ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση τριών (3) μηνών έως δύο (2) ετών". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται σαφώς, ότι οι υπόχρεοι δήλωσης περιουσιακής κατάστασης υποχρεούνται να υποβάλλουν αυτή κάθε έτος, εντός ορισμένης προθεσμίας, η παράλειψη της οποίας εντός αυτής ή η εν γνώσει υποβολή ανακριβούς δηλώσεως έχει ως συνέπεια να θεμελιώνεται σε βάρος του υπόχρεου αντικειμενικά και υποκειμενικά το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 3 του ν. 2429/1996, μετά δε την 31-12-2003, το προβλεπόμενο από το άρθρο 4 παρ. 3 ν. 3213/2003 έγκλημα . Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αυτός αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 751/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973 "χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compt joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον, ότι τον εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνει χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι. Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν".Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 του ν.δ της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ' ονόματι του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως (Τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (ολικώς ή μερικώς) από ένα από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως καθολοκληρίαν έναντι της Τράπεζας και ως προς τον άλλο, ήτοι τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος εκ του νόμου αποκτά απαίτηση, έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της καταθέσεως, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν έκανε ανάληψη του ποσού. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσο γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 εδ. β' ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως, αίρει τον καταλογισμό του. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψης του. Από το εδ. β' όμως της αυτής διατάξεως του άρθρου 30 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία, αν η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη αποκλείει, καταρχήν, το δόλο αυτού, όχι όμως και την αμέλεια.
Συνεπώς, αν η άγνοια των περιστατικών του δράστη για κάποιο συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οφείλεται σε αμέλεια αυτού, η πράξη καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, εφόσον η πράξη αυτή τιμωρείται και εξ αμελείας. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι, για να μη καταλογιστεί η πράξη στον δράστη, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Στην περίπτωση της συγγνωστής νομικής πλάνης, σε αντίθεση με την περίπτωση της πραγματικής πλάνης, η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί στον δράστη ούτε εξ αμελείας. Περίπτωση νομικής πλάνης για τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως συντρέχει και όταν ο δράστης κατά πλάνην με τα γνωστά σε αυτόν περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως σχηματίζει αντίληψη που περιέχει πλάνη αναφορικά με τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως και με πίστη στην αντίληψή του αυτή ενεργεί. Η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή όχι μόνον όταν αγνοεί αλλά και όταν με τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητές του και την προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλλει για να πληροφορηθεί το επιτρεπτό της πράξεως δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν ο δράστης ευλόγως επίστευσε ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη του από σφαλερή ερμηνεία ή αντίληψη διατάξεων άλλων εκτός του ποινικού δικαίου από τις οποίες παρασύρθηκε. Η απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο 566/2008 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωθείσα σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε επί των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης της κατηγορουμένης, οι οποίες συνυπογράφονται από το σύζυγο της ...., για την περίοδο των ετών 2003 έως 2005, διαπιστώθηκαν ανακρίβειες και συγκεκριμένα η ελεγχόμενη δικαστικός λειτουργός δεν συμπεριέλαβε στη δήλωση του έτους 2005, την οποία υπέβαλε στις 30 Ιουνίου του ίδιου έτους, αφενός μεν κατάθεση με τη Ψ στον με αριθμό .... κοινό λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, το, υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν στο ποσόν των 17.302, 84 ευρώ, αφετέρου δε κατάθεση με τους Ζ και Ψ στον με αριθμό .... κοινό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας, το υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν στο ποσό των 14.920 ευρώ. Η κατηγορουμένη, η οποία γνώριζε, όπως άλλωστε κι η ίδια συνομολογεί, την ύπαρξη των ανωτέρω κοινών λογαριασμών, διατείνεται ότι η παράλειψη αναγραφής των επίμαχων καταθέσεων στη σχετική δήλωση οφείλεται στην εδραία πεποίθηση της ότι τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία ανήκαν στους συνδικαιούχους γονείς της και εξυπηρετούσαν τις αυξημένες ανάγκες διαβίωσης τους, δεν αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία αυτής και συνακόλουθα δεν είχε υποχρέωση να τα συμπεριλάβει στη σχετική δήλωση της. Η άποψη όμως αυτή είναι προδήλως ανεπέρειστη και αποδεικτικά αλυσιτελής, αφού, όπως είναι γνωστό, στην περίπτωση του κοινού λογαριασμού (joint account), η λειτουργική θέση του οποίου στο τραπεζικό και εν γένει χρηματοπιστωτικό σύστημα ρυθμίζεται από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 5638/1932, υφίσταται αυτοτελές δικαίωμα καθενός από τους συνδικαιούχους να προέλθει σε χρήση του κοινού λογαριασμού, αναλαμβάνοντας και ενσωματώνοντας στην ατομική περιουσία του μέρος ή και το σύνολο της κατάθεσης, χωρίς την σύμπραξη των λοιπών δικαιούχων. Η άγνοια της πρόβλεψης αυτής και πολύ περισσότερο η κατάφαση συγγνωστής, κατά τα άνω, πλάνης εκ μέρους της κατηγορουμένης, δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανή για την κατάλυση της κατηγορίας παραδοχή. Και τούτο διότι το πνευματικό και μορφωτικό επίπεδο της τελευταίας και ιδιαίτερα οι νομικές της γνώσεις, αλλά και η αδιαμφισβήτητη, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας στο δικαστικό σώμα, εμπειρία της, αναιρούν την ευάλωτη κατά τούτο υπερασπιστική επιχειρηματολογία της. Ο λόγος δε που αποτέλεσε την αφορμή διενέργειας του συγκεκριμένου ελέγχου δεν συνδέεται με την ποινική αιτίαση που της αποδίδεται ούτε και οδηγεί σε διαφοροποίηση ή απίσχνασή της. Κατά συνέπεια λοιπόν όλων όσων προεκτέθηκαν, τα προπεριγραφόμενα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27, 51, 53 και 79 ΠΚ, 1 παρ. 1 περ. ια', 2 παρ. 1, 4 παρ. 3, 5 και 9 παρ. 5 του Ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 προστ. με το άρθρο 13 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 3242/2004, 27 παρ. 3, σε συνδυασμό με τα άρθρα 24 παρ. 1 περ. 1 β' και 2, 25 παρ. 1, 2, 3 και 28 του Ν. 2429/1996, όπως η παρ. 2 του άρθρου 24 αντικ. με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2836/2000, για την οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης της από την κατηγορουμένη, η οποία και πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 111, 119, 122 παρ. 1, 309 παρ. 1 περ. ε', 313 και 316 παρ.2 του ΚΠΔ, 5 παρ.2 του Ν. 3213/2003 και 28 του Ν. 2429/1996, για να δικαστεί για την πράξη αυτή." Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ειδικά ως προς την απόρριψη τού με συγκεκριμένα περιστατικά προβληθέντος κατά την απολογία της αναιρεσείουσας αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης της, εκθέσασα σε αυτή (απολογία) ότι τα κατατεθέντα ανωτέρω χρηματικά ποσά ανήκαν στους γονείς της εξυπηρετούσαν τις αυξημένες ανάγκες διαβίωσής τους, δεν είχε δικαίωμα να τα οικειοποιηθεί ούτε καν διαχειριζόταν και δεν τα συμπεριέλαβε στη σχετική δήλωσή της γιατί δικαιολογημένα πίστεψε ότι μπορούσε να το κάνει αυτό, ενόψει ότι τα χρήματα δεν της ανήκαν. Συγκεκριμένα δεν προκύπτει με σαφήνεια αν το Συμβούλιο εξέτασε τον ως άνω περί νομικής πλάνης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας δοθέντος ότι δεν διατυπώνει κρίση περί αυτού και δεν εκθέτει αν δέχεται ή όχι την αλήθεια των προταθέντων από την αναιρεσείουσα ως άνω περιστατικών ότι τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν στους γονείς της, και δεν τα συμπεριέλαβε στην σχετική δήλωσή της γιατί δικαιολογημένα πίστεψε ότι μπορούσε να το κάνει αυτό, ενόψει του ότι τα χρήματα δεν της ανήκαν. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνος που αποφάνθηκαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 566/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλάνη.
| 2
|
Αριθμός 149/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 501/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 742/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 415/29.08.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 16-4-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κατά του υπ'αριθμ. 501/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση της αναιρεσειούσης, κατά του υπ'αριθμ 747/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτή παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Kακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη κατά συναυτουργία, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ, και διά πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προσδιορίζουσα επαρκώς τις σχετικές αναιρετικές αιτιάσεις . Α) Επειδή, κατά το άρθρο 276 § 2 Κ.Π.Δ., ο ανακριτής μπορεί να εκδώση ένταλμα συλλήψεως στις περιπτώσεις εκείνες που κατά το άρθρο 282 § 1 Κ.Π.Δ. επιτρέπεται προσωρινή κράτηση, ενώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 271 § 1 του ιδίου Κώδικα και στις περιπτώσεις που επιτρέπεται προσωρινή κράτηση ο ανακριτής μπορεί, χωρίς και να υποχρεούται, να καλέση τον κατηγορούμενο με κλήση που περιέχει αυτά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του αυτού άρθρου. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται ότι αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου διά κακούργημα, διά πράξη δηλαδή διά την οποία επιτρέπεται προσωρινή κράτηση κατ'άρθρ. 282 Κ.Π.Δ., ο ανακριτής μπορεί, κατά την κρίση του, είτε να κλητεύση τον κατηγορούμενο, είτε να εκδώση εναντίον του ένταλμα συλλήψεως, χωρίς να έχη προηγηθή κλήση προς απολογία. Επομένως, εφ'όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κρατήσεως, η κλήση του κατηγορουμένου προς απολογία είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική και η ανάκριση θεωρείται ότι περαιώθηκε νομίμως με την έκδοση του εντάλματος συλλήψεως, έστω και αν προηγήθηκε κλήτευση, και κατόπιν τούτου είναι αδιάφορο αν η τυχόν προηγηθείσα κλήτευση ήτο νομότυπη ή άκυρη (ΑΠ 1399/2003, ΑΠ 1235/1987). Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 308 § 4 Κ.Π.Δ., η γνωστοποίηση από τον ανακριτή, στους διαδίκους που κατοικούν εκτός της έδρας του, ότι ολοκληρώθηκε η ανάκριση, γίνεται μόνον αν έχουν διορίσει αντίκλητο.
Στην προκειμένη περίπτωση, νομίμως, σύμφωνα με τα άρθρα 276, 277 και 282 Κ.Π.Δ., ο ανακριτής εξέδωσε ένταλμα συλλήψεως κατά της αναιρεσειούσης κατηγορούμενης, η οποία κατηγορείται διά τ'ανωτέρω εγκλήματα, εις βαθμό κακουργήματος, δηλαδή διά πράξεις αξιόποινες διά τις οποίες επιτρέπεται προσωρινή κράτηση και, δι'αυτό τον λόγο, είναι χωρίς νομική επιρροή το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα περιστατικό, ότι η κλήση προς απολογία, που προηγήθη της εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως, δεν ήτο νομότυπη διότι δεν ανεζητήθη στην μόνιμη διεύθυνση κατοικίας της. Μη κατοικούσης δε αυτής στην έδρα του ανακριτού και μη εχούσης διορίσει αντίκλητο, ως προκύπτει εκ της επισκοπήσεως των εγγράφων της δικογραφίας, παραδεκτώς γενομένης προς έλεγχο της βασιμότητος λόγου αναιρέσεως, δεν υπεχρεούτο ο ανακριτής, κατά τα προεκτιθέμενα, να γνωστοποιήση σ'αυτή το πέρας της ανακρίσεως. Επομένως, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι εκ της μη νομίμου κλητεύσεως της αναιρεσειούσης προς απολογία και της μη απολογίας της, ως και εκ της μη γνωστοποιήσεως σ'αυτή του πέρατος της ανακρίσεως, επήλθε απόλυτη ακυρότης, κατά το άρθρ. 171 § 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμες. Β) Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/531, ΑΠ 685/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/233). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου (βλ. ΑΠ 23/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Ζ, διατηρούσε από το έτος 2002 φιλικές-οικογενειακές σχέσεις με την οικογένεια της εκκαλούσης κατηγορουμένης (ιδιαίτερα τον Ψ, πατέρα της και συγκατηγορούμενο), η οποία είχε γραφείο χρηματιστηριακών συναλλαγών, στη πόλη ... της ... και ήδη ο υιός του είχε επενδύσει εις αυτό χρηματικά ποσά, καθώς επίσης, υπήρχε οικονομική συναλλαγή και επαγγελματική συνεργασία μεταξύ των δύο οικογενειών, κατά καιρούς δε η εκκαλούσα, κυρίως μετά που έπαυσε να λειτουργεί το παραπάνω γραφείο, υποσχόταν στο μηνυτή την ανάθεση μεγάλων έργων, εν όψει της ιδιότητός του ως πολιτικού μηχανικού. Τα Χριστούγεννα του έτους 2005, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον μηνυτή. Τον διαβεβαίωσε ότι λόγω των διασυνδέσεών της με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, είχε κανονίσει να γίνει μία "μεγάλη δουλειά", κατασκευαστικών έργων στην Ελλάδα και ότι οι διαπραγματεύσεις θα τελούνταν με υπουργούς της .... Προς τούτο ο μηνυτής μετέβη στο ... ... και συνάντησε την εκκαλούσα στην εκεί οικία της, όπου επίσης παρευρίσκοντο και οι συγκατηγορούμενοι Ψ, Φ, ο οποίος συστήθηκε με το όνομα ..., ως εκπρόσωπος και συγγενής του υπουργού πετρελαίων της ..., ο οποίος ήτο θείος του και ενδιαφερόταν να χρηματοδοτήσει κατασκευαστικά έργα στην Ελλάδα, όπως τον διαβεβαίωσε και η εκκαλούσα. Περαιτέρω αυτή παρέστησε στο μηνυτή, ότι το ποσό της χρηματοδότησης ανερχόταν στο ύψος των 250.000.000 δολλαρίων, το οποίο είχε ήδη εξαγάγει κρυφά από την ... στην ..., και το είχε τοποθετήσει σε μία χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία ΕFS EURO FINANCE STORAGE COMPANY SPTA SAN DE LA VEGA κλπ, με έδρα τη ..., την οποία διευθύνει άτομο με τα στοιχεία ..., και ότι φοβόταν ωστόσο για την απώλεια του κεφαλαίου του από την χρηματιστηριακή επένδυση και εσκόπευε έτσι να τοποθετήσει τούτο σε επιχειρήσεις στην Ελλάδα, με αντικείμενο την αγορά γης, κατασκευή κατοικιών, εργοστασίων, ξενοδοχείων κλπ. Επίσης του παρέστησε ότι μπορούσε η ίδια να μεσολαβήσει για να αναλάβει με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, την εκτέλεση των έργων, με την εν λευκώ διαχείριση του κεφαλαίου, με κέρδος ποσοστού 38% επί του παραπάνω ποσού, και με έλεγχο ανά τρίμηνο, από εκπρόσωπο του χρηματοδότη. Η εκκαλούσα μάλιστα προκειμένου να ολοκληρώσει την μεθοδευμένη παραπλανητική της συμπεριφορά και κάμψει τις αρχικές επιφυλάξεις του μηνυτή του επέδειξε ένα "email", από την ..., δήθεν αποσταλέν από τον παραπάνω υπουργό, στο περιεχόμενο του οποίου είχαν καταγραφεί οι λεπτομέρειες της συμφωνίας ανάληψης του έργου και έτσι καθ'υπόδειξή της το υπέγραψε και το έστειλε στην ηλεκτρονική δ/νση από την οποία είχε αποσταλεί. Ακολούθως ο μηνυτής μαζί με την εκκαλούσα και τους συγκατηγορούμενους Ψ, και Φ, ταξίδεψαν στη ... και συναντήθηκαν με τους συγκατηγορούμενους Θ και Ξ, προκειμένου να δρομολογηθούν οι διατυπώσεις για την ανάληψη υπ' του μηνυτή του ποσού των 250.000.000 δολλαρίων. Εκεί, ο Ξ εμφανιζόμενος ως εκπρόσωπος της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας, ζήτησε και έλαβε από τον μηνυτή, με την προτροπή της εκκαλούσας, το ποσό των 18.500 ευρώ, για δήθεν έξοδα διακίνησης του ποσού των 250.000.000 δολλαρίων παραλαμβάνοντας η ίδια πρόχειρη απόδειξη καταβολής, στη συνέχεια δε η ίδια εζήτησε να της καταβάλλει 70.000 ευρώ, για να μεταφερθούν τα χρήματα (250.000.000 δολ) στη Κεντρική Τράπεζα της ..., διαβεβαιώνοντας τον συγχρόνως ότι είχε ελέγξει τα πάντα, και ότι ήσαν καθ'όλα νόμιμα. 'Ετσι πεισθείς ο μηνυτής απέστειλε, μέσω της Τράπεζας Κύπρου, από τον εκεί τηρούμενο λογαριασμό του, το ποσό των 70.000 ευρώ, σε ... Τράπεζα, σε λογαριασμό δικαιούχου, με όνομα ..., την απόδειξη δε παρέλαβε η εκκαλούσα. Ο μηνυτής μετά ταύτα, επέστρεψε στην ..., και την 10-2-2006 έλαβε με φαξ από την εκκαλούσα το από 6-2-2006 έγγραφο με τίτλο "BANCO DE ESPANA", με κοινοποίηση στο Διευθυντή της EURO FINANCE και το οποίο ανέγραφε στην αγγλική γλώσσα ότι το χρηματικό ποσό των 250.000.000 δολλαρίων είχε δεσμευθεί σύμφωνα με νέο νόμο της ..., μέχρι να προσκομισθούν δήθεν πιστοποιητικά αφορώντα την νομιμότητα των χρημάτων, και ότι με την κατάθεση τούτων, σε διάστημα επτά ημερών, θα δοθεί έγκριση για τη μεταφορά των κεφαλαίων και την άμεση απόδοση στο δικαιούχο. (βλ. σχετικό έγγραφο σε φωτοτυπία). Ακολούθως η εκκαλούσα σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον μηνυτή, του παρέστησε ότι για να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες εκταμίευσης του παραπάνω ποσού, έπρεπε να καταβληθεί στο ισπανικό κράτος φόρος δήθεν 0,1%, διαβεβαιώνοντάς τον ότι δήθεν με την καταβολή 210.000 ευρώ, που αντιστοιχούσαν στο φόρο αυτό, από μέρους του, η διαδικασία θα είχε ήδη ολοκληρωθή και θα ελάμβανε το παραπάνω ποσό. 'Ετσι πεισθείς ο μηνυτής την 15-2-2006, στο ξενοδοχείο ... στην ..., καθ'υπόδειξη της εκκαλούσης, κατέβαλε στην συγκατηγορουμένη, Δ, εμφανιζόμενη με τα ψευδή στοιχεία, "...", το χρηματικό ποσό των 210.000 ευρώ. Ακολούθως, η εκκαλούσα, σκοπεύοντας να του αποσπάσει δόλια και άλλα χρηματικά ποσά, παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή, ότι το ισπανικό κράτος απαιτεί νέο ποσοστό φόρου 1% (2,5 εκατ. δολλάρια), ότι η ίδια θα μπορούσε να καλύψει μέσω της εταιρείας "EURO FINANCE STORAGE" το 1,5 εκατομμύριο δολλαρίων, και ότι αυτός έπρεπε να καταβάλλει 632.000 ευρώ. Καθ' υπόδειξη της εκκαλούσης, ο μηνυτής συναντήθηκε με την παραπάνω που έφερε τα ψευδή στοιχεία ..., στο ξενοδοχείο ...., εκεί του επέδειξε για να υπογράψει το από 22-2-2006, δήθεν έγγραφο, σύμβαση μεταξύ της εταιρείας EURO FINANCE STORAGE και του ιδίου, με περιεχόμενο τον τρόπο καταβολής του παραπάνω ποσού (βλ. συνημμένο έγγραφο). 'Ετσι πεισθείς κατέβαλλε την 25-2-2006 232.000 ευρώ στη συνέχεια δε του εζήτησε επί πλέον 300.000 ευρώ, για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στο χρονικό τούτο σημείο, και αφού κλονίσθηκε πλέον η εμπιστοσύνης του μηνυτή προς την εκκαλούσα, μετά από έρευνα, με ιδική του πρωτοβουλία στο Προξενείο της Ελλάδος στη ..., διαπίστωσε ότι αφ'ενός μεν η εταιρεία με την επωνυμία EURO FINANCE STORAGE είναι ανύπαρκτη, αφ'ετέρου δε ότι το παραπάνω δήθεν συνταχθέν και αποσταλέν από την Τράπεζα της ... "BANCO DE ESPANA", έγγραφο είναι πλαστό. Όπως προκύπτει από το από 24-5-2006 έγγραφο της Τράπεζας αυτής το εν λόγω έγγραφο είναι πλαστό, η λειτουργία της Τράπεζας δεν περιλαμβάνει διεκπεραίωση ιδιωτικών τραπεζικών δραστηριοτήτων και δεν υπάρχει μονάδα ελέγχου αλλοδαπών λογαριασμών που να διευθύνεται από κάποιον Ξ. Μετά ταύτα ο μηνυτής την 10-3-2006 προσήλθε στο τμήμα δίωξης οικονομικού εγκλήματος της δ/νσης ασφάλειας Αττικής, όπου κατήγγειλε τα προεκτεθέντα, και μετά από μεθόδευση σύλληψης των δραστών, ορίσθηκε συνάντηση από τον μηνυτή με τους Δ και Θ, την 14-3-2006 στο ξενοδοχείο ..., για να καταβάλλει δήθεν εις αυτούς το ποσό των 150.000 ευρώ που είχε ήδη προσημειωθεί από την αστυνομική αρχή, και οι εν λόγω συνελήφθησαν (βλ. μαρτυρική κατάθεση ..., αστυνομικού οργάνου). 'Ηδη σε βάρος των κατηγορουμένων 1) Δ, 2) Θ και 3) Ψ έχει εκδοθεί απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ενώ για τους Φ ή ..., ... και Ξ, έχουν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης και με διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών έχει ανασταλεί η διαδικασία στο ακροατήριο κατ'άρθρο 432 Κ.Π.Δ. Τα προεκτεθέντα σε βάρος της εκκαλούσης πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν αβίαστα, εκτός των άλλων συλλεγέντων αποδεικτικών στοιχείων, ιδιαίτερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις του Ζ, και .... Έτσι η εκκαλούσα κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2005 μέχρι την 14-3-2006, στην ... και ..., ενεργώντας κατά συναυτουργία κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο σύμπραξης, με πολλές μερικότερες πράξεις, ομοειδείς, παράλληλες και διαδοχές που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, συνδεόμενες και με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως, ενεργώντας σε βάρος του μηνυτή Ζ, με το σκοπό να παραπλανήσει αυτόν σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, με περισσότερες πράξεις, προέβη στη κατάρτιση τριών πλαστών εγγράφων, ενός συνταχθέντος την 6-2-2006, δήθεν από την ισπανική τράπεζα "BANCO DE ESPANA",και δύο συνταχθέντων την 22-2-2006 και 8-3-2006, δήθεν από τη χρηματιστηριακή εταιρεία ... "EURO FINANCE STORAGE SL" και ακολούθως χρησιμοποίησε τα πλαστά αυτά έγγραφα, αποστέλλοντάς τα στο μηνυτή στην Αθήνα, με το σκοπό να τον παραπλανήσει ότι πρόκειται για γνήσια έγγραφα, με το σκοπό αποκομίσει παράνομα το ποσό των 530.500 ευρώ. Περαιτέρω με τις ψευδείς παραστάσεις ότι ο Υπουργός πετρελαίων της... ενδιαφερόταν να χρηματοδοτήσει κατασκευαστικά έργα, στην Ελλάδα με ρευστό κεφάλαιο που διέθετε ύψους 250.000.000 δολλαρίων και το οποίο είχε ήδη εξαγάγει από τη χώρα του στην ..., με δήθεν κέρδος ποσοστού 38% επί του παραπάνω ποσού και εν λευκώ διαχείριση αυτού από τον μηνυτή, τον έπεισε να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 530.500 ευρώ, που αντιστοιχούσε δήθεν σε έξοδα διακίνησης και φόρους στο ισπανικό κράτος, κατά το οποίο ο μηνυτής ζημιώθηκε, με αντίστοιχη ιδική της περιουσιακή ωφέλεια και των παραπάνω συγκατηγορουμένων της. Το αληθές όμως, το οποίο και εγνώριζε και απέκρυψε δόλια από τον μηνυτή, ήτο ότι δεν υπήρχε κανένα κεφάλαιο 250.000.000 δολλαρίων για επένδυση, ούτε υπουργός της ... που να κατέχει τέτοιο ποσό η δε εταιρεία "EURO FINANCE STORAGE " ήτο ανύπαρκτη.
Συνεπώς η περιουσιακή ζημία του μηνυτή υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, για κάθε περίπτωση αξιόποινης πράξης (πλαστογραφίας και απάτης), αλλά επιπρόσθετα η κατηγορουμένη ετέλεσε τις παραπάνω πράξεις κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού και επανειλημμένη τέλεση προς πορισμό εισοδήματος συντρέχει και είχε διαμορφώσει υποδομή προς πορισμό αθέμιτου εισοδήματος (χρησιμοποίηση των γνώσεών της ιδιαίτερα στα χρηματιστηριακά, επαφές και διασυνδέσεις με άτομα αμφιβόλου προσωπικότητός στην ...), αλλά και η συμπεριφορά και η δραστηριοποίησή της ήτο τέτοια (οργάνωση και εμπειρία), ώστε ανά πάσα στιγμή μπορούσε να τελέσει και νέα εγκλήματα, εκμεταλλευόμενη τα παραπάνω στοιχεία, δηλαδή γνώσεις, επαφές και γενικά όλες τις δραστηριότητες που αξιοποιούσε κατά την τέλεση της απάτης. Επιπρόσθετα η εκκαλούσα είχε αναπτύξει καθοριστικό ρόλο και καίρια συμμετοχική δράση στην έντεχνη και μεθοδική οργάνωση του όλου σχεδίου εξαπάτησης του μηνυτή, οι δε ειδικώτερες περιστάσεις τέλεσης, ενδεικνύουν άτομο που ρέπει αναμφισβήτητα σε τοιαύτη εγκληματική δραστηριότητα. Εξ άλλου από τις με αριθμό πρωτ. 455/1-8-2006 και 328/29-5-2006, εκθέσεις του Ελληνικού Ινστιτούτου διεθνούς και αλλοδαπού δικαίου προκύπτει ότι κατά το ισπανικό δίκαιο προβλέπεται και τιμωρείται τόσο το έγκλημα της απάτης (άρθρα 248 § 1, 249 ,250 εδ. 7 Ι.Π.Κ.), όσο και της πλαστογραφίας (άρθρα 390, 395 και 396 Ι.Π.Κ.). Επίσης από την πρώτη ως άνω ίδια έκθεση προκύπτει ότι κατά το γερμανικό δίκαιο προβλέπεται και τιμωρείται το έγκλημα της απάτης (άρθρο 263 Γερμ. Π.Κ.). Σε κάθε όμως περίπτωση, και ανεξάρτητα των διαλαμβανομένων στο άρθρο 6 § 1 Π.Κ., τόσο η αξιόποινη πράξη της απάτης, όσο και της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, φέρονται ότι τελέσθηκαν και στην Αθήνα, υπό της εκκαλούσης, όπου και ολοκληρώθηκε το μεν η αντικειμενική των υπόσταση, το δε εγένετο η χρήση υπ'αυτής των φερομένων ως πλαστών εγγράφων, με τις προεκτεθείσες ειδικώτερες περιστάσεις. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι εκ των προεκτεθέντων προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις κατά της αναιρεσειούσης, διά την παραπομπή της στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, διά να δικασθή διά τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, απέρριψε δε κατ'ουσίαν την έφεσή της κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του.Ειδικότερα, ελήφθησαν υπ'όψη και συνεξετιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη και τα άλλα. Επίσης, διά την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο απαραίτητη η αναφορά επί πλέον στοιχείων, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
Γ) Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α', δ' Κ.Π.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθή η από 16-4-2008 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατά του υπ'αριθμ. 501/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 3 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 276 παρ. 2 ΚΠΔ ο ανακριτής μπορεί να εκδώσει ένταλμα σύλληψης στις περιπτώσεις εκείνες που κατά το άρθρο 282 παρ. 1 ΚΠΔ επιτρέπεται προσωρινή κράτηση, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 271 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται προσωρινή κράτηση ο ανακριτής μπορεί, χωρίς και να υποχρεούται, να καλέσει τον κατηγορούμενο με κλήση που περιέχει αυτά που ορίζονται στη παράγραφο 2 του άρθρου αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται ότι αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα, για πράξη δηλαδή για την οποία επιτρέπεται προσωρινή κράτηση κατ' άρθρ. 282 ΚΠΔ, ο ανακριτής μπορεί, κατά την κρίση του, είτε να κλητεύσει τον κατηγορούμενο, είτε να εκδώσει εναντίον του ένταλμα σύλληψης, χωρίς να έχει προηγηθεί κλήση προς απολογία. Επομένως εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης η κλήση του κατηγορουμένου προς απολογία είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική και η ανάκριση θεωρείται ότι περατώθηκε νομίμως με την έκδοση του εντάλματος σύλληψης έστω και αν προηγήθηκε κλήτευση και κατόπιν τούτου, είναι αδιάφορο αν η τυχόν προηγηθείσα κλήτευση ήταν νομότυπη ή άκυρη. Επομένως, στη προκείμενη υπόθεση, νομίμως, σύμφωνα με τα άρθρα 276, 277 και 282 Κ.Π.Δ., η ανακρίτρια του 18ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών εξέδωσε, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τα υπ' αριθμ. 12/2006 και 25/2006 εντάλματα συλλήψεως κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, η οποία κατηγορείται για τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, δηλαδή για πράξεις για τις οποίες συγχωρείται προσωρινή κράτηση και για το λόγο αυτό, είναι χωρίς νομική επιρροή, το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα περιστατικό, ότι οι κλήσεις της προς απολογία, που προηγήθηκαν της εκδόσεως των άνω ενταλμάτων συλλήψεως δεν ήταν νομότυπες, γιατί δεν αναζητήθηκε στη μόνιμη διεύθυνση κατοικίας της στην αλλοδαπή στην πόλη ..., οδός .... αλλά θεωρήθηκε ως αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν απολογήθηκε και συνεπώς δεν διόρισε αντίκλητο δικηγόρο από τους διορισμένους στην έδρα του ανακριτή, δεν συνέτρεξε περίπτωση και ο ανακριτής δεν είχε υποχρέωση κατά το άρθρο 308 παρ.4 ΚΠΔ να γνωστοποιήσει το πέρας της ανακρίσεως.
Συνεπώς, νομίμως περατώθηκε η κυρία ανάκριση με την έκδοση των παραπάνω ενταλμάτων συλλήψεως όπως έκρινε και το προσβαλλόμενο βούλευμα. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή, λόγω της μη νόμιμης κλητεύσεώς της προς απολογία και της μη απολογίας της η ανάκριση δεν περατώθηκε νόμιμα με την έκδοση ενταλμάτων συλλήψεως και την μη γνωστοποίηση του πέρατος της ανακρίσεως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρ. 171 παρ. 1 εδάφ. δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νoθεύει έγγραφο, µε σκοπό να παραπλανήσει µε τη χρήση του άλλον σχετικά µε γεγονός που µπορεί να έχει έννοµες συνέπειες, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειµενικώς µεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εµφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειµενικώς δε δόλος που περιλαµβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγµατικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει µε τη χρήση του πλαστoύ ή νοθευµένου εγγράφου άλλον για γεγονός που µπορεί να έχει έννοµες συνέπειες, δηλαδή δηµιουργία, µεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώµατος που πρoστατεύεται από το νόµο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 εδα.β' του άρθρου 216 ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιµωρείται µε κάθειρξη µέχρι δέκα ετών, εάν διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζηµία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, µε σκοπό να αποκοµίσει ο ίδιος ή άλλος παράνοµο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή µε την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, µε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνοµο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγµάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέµιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήµια για τον ίδιο ή άλλον συµπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσµο µε τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζηµιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση µειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αuτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, , επιβάλλεται κάθειρξη µέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζηµία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχµών (ήδη 73.000 ευρώ). Μεταξύ των άνω εγκληµάτων της πλαστογραφίας και απάτης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα από το άλλο, έστω και αν ο δράστης της πλαστογραφίας χρησιµοποιεί τα πλαστά έγγραφα για να πείσει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, δεδοµένου ότι καθένα από τα εγκλήµατα αυτά είναι αυτοτελές, αφού, η αντικειµενική υπόσταση αυτών συγκροτείται από διαφορετικά περιστατικά και η µία πράξη δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο η επιβαρυντική περίσταση της άλλης. Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο οι περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιµωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού, αντικειµενικώς νοείται σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειµενικώς κοινός δόλος µε την έννοια ότι κάθε συµµέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγµάτωση της αντικειµενικής υποστάσεως του εγκλήµατος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συµµέτοχοι πράττουν µε δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήµατος. Η σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως µπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγµατώνει την όλη αντικειµενική υπόσταση του εγκλήµατος ή το έγκληµα .πραγµατώνεται µε συγκλίνουσες επί µέρους πράξεις των συµµετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
ΙΙΙ- Το παραπεµπτικό βούλευµα έχει την απαιτούµενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Σuντάγµατος και 139 ΚΠΔ ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόµενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αuτό µε πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγµατικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειµενικά και uποκειµενικά στοιχεία του εγκλήµατος, οι αποδείξεις που τα θεµελιώνουν και οι σκέψεις, µε τις οποίες το Σuµβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρµοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγµάτωση του εγκλήµατος και την παραποµπή του κατηγοροuµένοu στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισµός των αποδεικτικών µέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συµβούλιο για την παραπεµπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και µνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όµως, να προκύπτει ότι το Σuµβούλιο τα έλαβε uπόψη και τα σuνεκτίµησε όλα και όχι µόνο µερικά από αuτά. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλµένη εφαρµογή ή ερµηνεία της οuσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρµόσθηκε στο βούλευµα, εσφαλµένη δε ερµηνεία υπάρχει, όταν το Σuµβούλιο αποδίδει στο νόµο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγµατικά έχει, ενώ εσφαλµένη εφαρµογή υφίσταται, όταν το Σuµβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγµατικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρµόσθηκε. Περίπτωση εσφαλµένης εφαρµογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισµα του βουλεύµατος, που περιλαµβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασµό του διατακτικού µε το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήµατος, έχουν εµφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, µε αποτέλεσµα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή µη εφαρµογή του νόµου, οπότε το βούλευµα δεν έχει νόµιµη βάση.
Στην προκείµενη περίπτωση, το Συµβούλιο Εφετών Αθηνών µε καθολική αναφορά στην ενσωµατωµένη εισαγγελική πρόταση, ως προς το πραγματικό μέρος της υποθέσεως και µε µνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών µέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: " ... Ο µηνυτής Ζ, διατηρούσε από το έτος 2002 φιλικές-οικογενειακές σχέσεις µε την οικογένεια της εκκαλούσης κατηγορουµένης (ιδιαίτερα τον Ψ, πατέρα της και συγκατηγορούµενο), η οποία είχε γραφείο χρηµατιστηριακών συναλλαγών, στη πόλη ... της ... και ήδη ο υιός του είχε επενδύσει εις αυτό χρηµατικά ποσά, καθώς επίσης, υπήρχε οικονοµική συναλλαγή και επαγγελµατική συνεργασία µεταξύ των δύο οικογενειών, κατά καιρούς δε η εκκαλούσα, κυρίως µετά που έπαυσε να λειτουργεί το παραπάνω γραφείο, υποσχόταν στο µηνυτή την ανάθεση µεγάλων έργων, εν όψει της ιδιότητός του ως πολιτικού µηχανικού. Τα Χριστούγεννα του έτους 2005, επικοινώνησε τηλεφωνικά µε τον µηνυτή. Τον διαβεβαίωσε ότι λόγω των διασυνδέσεών της µε υψηλά ιστάµενα πρόσωπα, είχε κανονίσει να γίνει µία "µεγάλη δουλειά", κατασκευαστικών έργων στην Ελλάδα και ότι οι διαπραγµατεύσεις θα τελούνταν µε υπουργούς της .... Προς τούτο ο µηνυτής µετέβη στο ... ... και συνάντησε την εκκαλούσα στην εκεί οικία της, όπου επίσης παρευρίσκοντο και οι συγκατηγορούµενοι Ψ, Φ, ο οποίος συστήθηκε µε το όνοµα ..., ως εκπρόσωπος και συγγενής του υπουργού πετρελαίων της ..., ο οποίος ήτο θείος του και ενδιαφερόταν να χρηµατοδοτήσει κατασκευαστικά έργα στην Ελλάδα, όπως τον διαβεβαίωσε και η εκκαλούσα. Περαιτέρω αυτή παρέστησε στο µηνυτή, ότι το ποσό της χρηµατοδότησης ανερχόταν στο ύψος των 250.000.000 δολλαρίων, το οποίο είχε ήδη εξαγάγει κρυφά από την ... στην ..., και το είχε τοποθετήσει σε µία χρηµατιστηριακή εταιρεία µε την επωνυµία EFS EURO FINANCE STORAGE COMPANY SPTA SAN ΟΕ LΑ VEGA κλπ, µε έδρα τη ..., την οποία διευθύνει άτοµο µε τα στοιχεία ..., και ότι φοβόταν ωστόσο για την απώλεια του κεφαλαίου του από την χρηµατιστηριακή επένδυση και εσκόπευε έτσι να τοποθετήσει τούτο σε επιχειρήσεις στην Ελλάδα, µε αντικείµενο την αγορά γης, κατασκευή κατοικιών, εργοστασίων, ξενοδοχείων κλπ. Επίσης του παρέστησε ότι µπορούσε η ίδια να µεσολαβήσει για να αναλάβει µε την ιδιότητα του πολιτικού µηχανικού, την εκτέλεση των έργων, µε την εν λευκώ διαχείριση του κεφαλαίου, µε κέρδος ποσοστού 38% επί του παραπάνω ποσού, και µε έλεγχο ανά τρίµηνο, από εκπρόσωπο του χρηµατοδότη. Η εκκαλούσα µάλιστα προκειµένου να ολοκληρώσει την µεθοδευµένη παραπλανητική της συµπεριφορά και κάµψει τις αρχικές επιφυλάξεις του µηνυτή του επέδειξε ένα "email", από την ..., δήθεν αποσταλέν από τον παραπάνω υπουργό, στο περιεχόµενο του οποίου είχαν καταγραφεί οι λεπτοµέρειες της συµφωνίας ανάληψης του έργου και έτσι καθ' υπόδειξή της το υπέγραψε και το έστειλε στην ηλεκτρονική δ/νση από την οποία είχε αποσταλεί. Ακολούθως ο µηνυτής µαζί µε την εκκαλούσα και τους συγκατηγορούµενους Ψ, και Φ, ταξίδεψαν στη ... και συναντήθηκαν µε τους συγκατηγορούµενους Θ και Ξ, προκειµένου να δροµολογηθούν οι διατυπώσεις για την ανάληψη υπ' του µηνυτή του ποσού των 250.000.000 δολλαρίων. Εκεί, ο Ξ εµφανιζόµενος ως εκπρόσωπος της άνω χρηµατιστηριακής εταιρίας, ζήτησε και έλαβε από τον µηνυτή, µε την προτροπή της εκκαλούσας, το ποσό των 18.500 ευρώ, για δήθεν έξοδα διακίνησης του ποσού των 250.000.000 δολλαρίων παραλαµβάνοντας η ίδια πρόχειρη απόδειξη καταβολής, στη συνέχεια δε η ίδια εζήτησε να της καταβάλλει 70.000 ευρώ, για να µεταφερθούν τα χρήµατα (250.000.000 δολ) στη Κεντρική Τράπεζα της ..., διαβεβαιώνοντάς τον συγχρόνως ότι είχε ελέγξει τα πάντα, και ότι ήσαν καθ'όλα νόµιµα. Έτσι πεισθείς ο µηνυτής απέστειλε, µέσω της Τράπεζας Κύπρου, από τον εκεί τηρούµενο λογαριασµό του, το ποσό των 70.000 ευρώ, σε .... Τράπεζα, σε λογαριασµό δικαιούχου, µε όνοµα ...., την απόδειξη δε παρέλαβε η εκκαλούσα. Ο µηνυτής µετά ταύτα, επέστρεψε στην Αθήνα, και την 102-2006 έλαβε µε φαξ από την εκκαλούσα το από 6-2-2006 έγγραφο µε τίτλο "BANCO DΕ ESPANA", µε κοινοποίηση στο Διευθυντή της EURO FINANCE και το οποίο ανέγραφε στην αγγλική γλώσσα ότι το χρηµατικό ποσό των 250.000.000 δολλαρίων είχε δεσµευθεί σύµφωνα µε νέο νόµο της ..., µέχρι να προσκοµισθούν δήθεν πιστοποιητικά αφορώντα την νοµιµότητα των χρηµάτων, και ότι µε την κατάθεση τούτων, σε διάστηµα επτά ηµερών, θα δοθεί έγκριση για τη µεταφορά των κεφαλαίων και την άµεση απόδοση στο δικαιούχο. (βλ. σχετικό έγγραφο σε φωτοτυπία). Ακολούθως η εκκαλούσα σε τηλεφωνική επικοινωνία µε τον µηνυτή, του παρέστησε ότι για να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες εκταµίευσης του παραπάνω ποσού, έπρεπε να καταβληθεί στο ισπανικό κράτος φόρος δήθεν 0,1%, διαβεβαιώνοντάς τον ότι δήθεν µε την καταβολή 210.000 ευρώ, που αντιστοιχούσαν στο φόρο αυτό, από µέρους του, η διαδικασία θα είχε ήδη ολοκληρωθή και θα ελάµβανε το παραπάνω ποσό. Έτσι πεισθείς ο µηνυτής την 15-2-2006, στο ξενοδοχείο ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ στην Αθήνα, καθ' υπόδειξη της εκκαλούσης, κατέβαλε στην συγκατηγορουµένη, Δ, εµφανιζόµενη µε τα ψευδή στοιχεία, "...", το χρηµατικό ποσό των 210.000 ευρώ. Ακολούθως, η εκκαλούσα, σκοπεύοντας να του αποσπάσει δόλια και άλλα χρηµατικά ποσά, παρέστησε ψευδώς στον µηνυτή, ότι το Ισπανικό κράτος απαιτεί νέο ποσοστό φόρου 1 % (2,5 εκατ. δολλάρια), ότι η ίδια θα µπορούσε να καλύψει µέσω της εταιρείας "EURO FINANCE STORAGE" το 1,5 εκατοµµύριο δολλαρίων, και ότι αυτός έπρεπε να καταβάλλει 632.000 ευρώ. Καθ' υπόδειξη της εκκαλούσης, ο µηνυτής συναντήθηκε µε την παραπάνω που έφερε τα ψευδή στοιχεία ..., στο ξενοδοχείο ...., εκεί του επέδειξε για να υπογράψει το από 22-2-2006,δήθεν έγγραφο, σύµβαση µεταξύ της εταιρείας EURO FINANCE STORAGE και του ιδίου, µε περιεχόµενο τον τρόπο καταβολής του παραπάνω ποσού (βλ. συνηµµένο έγγραφο). Έτσι πεισθείς κατέβαλλε την 25-2-2006, 232.000 ευρώ στη συνέχεια δε του εζήτησε επί πλέον 300.000 ευρώ, για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στο χρονικό τούτο σηµείο, και αφού κλονίσθηκε πλέον η εµπιστοσύνη του µηνυτή προς την εκκαλούσα, µετά από έρευνα, µε ιδική του πρωτοβουλία στο Προξενείο της Ελλάδος στη ..., διαπίστωσε ότι αφ' ενός µεν η εταιρεία µε την επωνυµία EURO FINANCE STORAGE είναι ανύπαρκτη, αφ ' ετέρου δε ότι το παραπάνω δήθεν συνταχθέν και αποσταλέν από την Τράπεζα της ... "BANCO ΟΕ ESPANA", έγγραφο είναι πλαστό. Όπως προκύπτει από το από 24-5-2006 έγγραφο της Τράπεζας αυτής το εν λόγω έγγραφο είναι πλαστό, η λειτουργία της Τράπεζας δεν περιλαµβάνει διεκπεραίωση ιδιωτικών τραπεζικών δραστηριοτήτων και δεν υπάρχει µονάδα ελέγχου αλλοδαπών λογαριασµών που να διευθύνεται από κάποιον Ξ. Μετά ταύτα ο µηνυτής την 10-3-2006 προσήλθε στο τµήµα δίωξης οικονοµικού εγκλήµατος της δ/νσης ασφάλειας Αττικής, όπου κατήγγειλε τα προεκτεθέντα, και µετά από µεθόδευση σύλληψης των δραστών, ορίσθηκε συνάντηση από τον µηνυτή µε τους Δ και Θ, την 14-3-2006 στο ξενοδοχείο ..., για να καταβάλλει δήθεν εις αυτούς το ποσό των 150.000 ευρώ που είχε ήδη προσηµειωθεί από την αστυνοµική αρχή, και οι εν λόγω συνελήφθησαν (βλ. µαρτυρική κατάθεση ..., αστυνοµικού οργάνου). Ήδη σε βάρος των κατηγορουµένων 1) Δ, 2) Θ και 3) Ψ έχει εκδοθεί απόφαση του Τριµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Αθηνών ενώ για τους Φ ή ..., ... και Ξ, έχουν εκδοθεί εντάλµατα σύλληψης και µε διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών έχει ανασταλεί η διαδικασία στο ακροατήριο κατ' άρθρο 432 Κ.Π.Δ. Τα προεκτεθέντα σε βάρος της εκκαλούσης πραγµατικά περιστατικά, προκύπτουν αβίαστα, εκτός των άλλων συλλεγέντων αποδεικτικών στοιχείων, ιδιαίτερα από τις µαρτυρικές καταθέσεις του Ζ, και .... Έτσι η εκκαλούσα κατηγορουµένη κατά το χρονικό διάστηµα από το Δεκέµβριο του 2005 µέχρι την 14-3-2006, στην ... και ..., ενεργώντας κατά συναυτουργία κατόπιν συναπόφασης και µε κοινό δόλο σύµπραξης, µε πολλές µερικότερες πράξεις, οµοειδείς, παράλληλες και διαδοχικές που προσβάλλουν το ίδιο έννοµο αγαθό, συνδεόµενες και µε την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως, ενεργώντας σε βάρος του µηνυτή Ζ, µε το σκοπό να παραπλανήσει αυτόν σχετικά µε γεγονός που έχει έννοµες συνέπειες και να προσπορίσει στον εαυτό της παράνοµο περιουσιακό όφελος, µε περισσότερες πράξεις, προέβη στη κατάρτιση τριών πλαστών εγγράφων, ενός συνταχθέντος την 6-2-2006, δήθεν από την ... τράπεζα "BANCO DΕ ESPANA", και δύο συνταχθέντων την 22-2-2006 και 8-3-2006, δήθεν από τη χρηµατιστηριακή εταιρεία ... "EURO FINANCE STORAGE SL" και ακολούθως χρησιµοποίησε τα πλαστά αυτά έγγραφα, αποστέλλοντάς τα στο µηνυτή στην Αθήνα, µε το σκοπό να τον παραπλανήσει ότι πρόκειται για γνήσια έγγραφα, µε το σκοπό αποκοµίσει παράνοµα το ποσό των 530.500 ευρώ. Περαιτέρω µε τις ψευδείς παραστάσεις ότι ο Υπουργός πετρελαίων της ... ενδιαφερόταν να χρηµατοδοτήσει κατασκευαστικά έργα, στην Ελλάδα µε ρευστό κεφάλαιο που διέθετε ύψους 250.000.000 δολλαρίων και το οποίο είχε ήδη εξαγάγει από τη χώρα του στην ..., µε δήθεν κέρδος ποσοστού 38% επί του παραπάνω ποσού και εν λευκώ διαχείριση αυτού από τον µηνυτή, τον έπεισε να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 530.500 ευρώ, που αντιστοιχούσε δήθεν σε έξοδα διακίνησης και φόρους στο ισπανικό κράτος, κατά το οποίο ο µηνυτής ζηµιώθηκε, µε αντίστοιχη ιδική της περιουσιακή ωφέλεια και των παραπάνω συγκατηγορουµένων της. Το αληθές όµως, το οποίο και εγνώριζε και απέκρυψε δόλια από τον µηνυτή, ήτο ότι δεν υπήρχε κανένα κεφάλαιο 250.000.000 δολλαρίων για επένδυση, ούτε υπουργός της ... που να κατέχει τέτοιο ποσό η δε εταιρεία "EURO FINANCE STORAGE" ήταν ανύπαρκτη.
Συνεπώς η περιουσιακή ζηµία του µηνυτή υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, για κάθε περίπτωση αξιόποινης πράξης (πλαστογραφίας και απάτης), αλλά επιπρόσθετα η κατηγορουµένη ετέλεσε τις παραπάνω πράξεις κατ' επάγγελµα και κατά συνήθεια, αφού και επανειληµµένη τέλεση προς πορισµό εισοδήµατος συντρέχει και είχε διαµορφώσει υποδοµή προς πορισµό αθέµιτου εισοδήµατος (χρησιµοποίηση των γνώσεών της ιδιαίτερα στα χρηµατιστηριακά, επαφές και διασυνδέσεις µε άτοµα αµφιβόλου προσωπικότητός στην ...), αλλά και η συµπεριφορά και η δραστηριοποίησή της ήτο τέτοια (οργάνωση και εµπειρία), ώστε ανά πάσα στιγµή µπορούσε να τελέσει και νέα εγκλήµατα, εκµεταλλευόµενη τα παραπάνω στοιχεία, δηλαδή γνώσεις, επαφές και γενικά όλες τις δραστηριότητες που αξιοποιούσε κατά την τέλεση της απάτης. Επιπρόσθετα η εκκαλούσα είχε αναπτύξει καθοριστικό ρόλο και καίρια συµµετοχική δράση στην έντεχνη και µεθοδική οργάνωση του όλου σχεδίου εξαπάτησης του µηνυτή, οι δε ειδικώτερες περιστάσεις τέλεσης, ενδεικνύουν άτοµο που ρέπει αναµφισβήτητα σε τοιαύτη εγκληµατική δραστηριότητα. Εξ άλλου από τις µε αριθµό πρωτ. 455/1-8-2006 και 328/29-5-2006, εκθέσεις του Ελληνικού Ινστιτούτου διεθνούς και αλλοδαπού δικαίου προκύπτει ότι κατά το ισπανικό δίκαιο προβλέπεται και τιµωρείται τόσο το έγκληµα της απάτης (άρθρα 248 § 1, 249 ,250 εδ. 7 Ι.Π.Κ.), όσο και της πλαστογραφίας (άρθρα 390, 395 και 396 Ι.Π.Κ.). Επίσης από την πρώτη ως άνω ίδια έκθεση προκύπτει ότι κατά το γερµανικό δίκαιο προβλέπεται και τιµωρείται το έγκληµα της απάτης (άρθρο 263 Γερµ. Π.Κ.). Σε κάθε όµως περίπτωση, και ανεξάρτητα των διαλαµβανοµένων στο άρθρο 6 § 1 Π.Κ., τόσο η αξιόποινη πράξη της απάτης, όσο και της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, φέρονται ότι τελέσθηκαν και στην Αθήνα, υπό της εκκαλούσης, όπου και ολοκληρώθηκε το µεν η αντικειµενική των υπόσταση, το δε εγένετο η χρήση υπ αυτής των φεροµένων ως πλαστών εγγράφων, µε τις προεκτεθείσες ειδικώτερες περιστάσεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1,3β και 386 παρ. 1,3α του Π.Κ. τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, και καθόσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας, προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η ταυτότητα των τριών εγγράφων τα οποία από κοινού η αναιρεσείουσα και οι συγκατηγορούμενοί της κατήρτισαν ως δήθεν προερχόμενα το πρώτο από την αναφερόμενη Ισπανική Τράπεζα και τα άλλα δύο από την επίσης αναφερόμενη Ισπανική χρηματιστηριακή εταιρία. Για την περί πλαστογραφίας ουσιαστική κρίση του, το συμβούλιο εξηγεί από ποια στοιχεία πείθεται ότι τα ανωτέρω έγγραφα είναι πλαστά καθ' όλο το περιεχόμενο αυτών και κατά την υπογραφή του φερόμενου ως εκδότη, αφού, ειδικότερα, ως προς μεν το πλαστό έγγραφο της Τράπεζας στηρίζεται στο από 24-5-2006 έγγραφο της τελευταίας, ως προς δε τα πλαστά έγγραφα της χρηματιστηριακής εταιρίας δέχεται ότι η εταιρία αυτή είναι ανύπαρκτη. Περαιτέρω και για την πράξη της απάτης το προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνει τα γεγονότα εκείνα από τα οποία ο εγκαλών, παραπλανηθείς, πείσθηκε να καταβάλλει τμηματικά στην αναιρεσείουσα και στους συγκατηγορούμενούς της το συνολικό ποσό των 530.500 ευρώ το οποίο αυτός ζημιώθηκε, με αντίστοιχη ωφέλεια εκείνης και των ανωτέρω. Διαλαμβάνονται στο βούλευμα οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ήσαν ψευδείς οι βεβαιώσεις της κατηγορουμένης α) ότι ο Υπουργός Πετρελαίων της ... είχε επενδεδυμένο κεφάλαιο 250 εκατ. δολαρίων σε χρηματιστηριακή εταιρία της ... β) ότι ήθελε να επενδύσει το κεφάλαιο αυτό σε κατασκευαστικά έργα στην Ελλάδα και γ) ότι επέλεξε τον πολιτικώς ενάγοντα να υλοποιήσει τα έργα αυτά. Περαιτέρω με σαφή και πλήρη αιτιολογία το βούλευμα δέχεται ότι η κατηγορουμένη ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τόσο την πράξη της πλαστογραφίας όσο και της απάτης, τέλος δε παρατίθενται οι σκέψεις από τις οποίες το Συμβούλιο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της συναυτουργικής δράσης της κατηγορουμένης και των λοιπών συμμετόχων στα εγκλήματα αυτά. Το γεγονός ότι το Συμβούλιο ειδικώς αναφέρεται και εξαίρει ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη του τα λοιπά, κατά τούτο δε η αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες η αναιρεσείουσα προβαίνει σε αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και ιδιαίτερα του πολιτικώς ενάγοντος, είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.
Συνεπώς και ο δεύτερος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Απριλίου 2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 501/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη. Έννοια και στοιχεία πράξεων. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας όταν η κυρία ανάκριση, επί κακουργημάτων για τα οποία επιτρέπεται προσωρινή κράτηση, περατώνεται με την έκδοση εντάλματος συλλήψεως και συνεπώς είναι νομικώς αδιάφορο το νομότυπο της κλήσης του κατηγορουμένου. Αιτιολογημένη παραπομπή για τα άνω εγκλήματα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 132/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Τσιράκη, περί αναιρέσεως της 312, 313, 314, 315/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τέρτιο Πετροβατζή.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Σεπτεμβρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις του, αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1590/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου, για την οποία συντάσσεται έκθεση ως συστατικός τύπος, ενώπιον των οριζομένων από τις παραπάνω διατάξεις οργάνων. Στα όργανα αυτά περιλαμβάνεται και ο διευθυντής της φυλακής στον οποίο κρατείται ο δικαιούμενος. Περαιτέρω, συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, που ορίζει ότι στην έκθεση άσκησης του ένδικου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, και συνεπώς είναι παραδεκτή η αναίρεση, όταν στο κύριο σώμα της έκθεσης αυτής που φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα, μνημονεύεται μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση (ή βούλευμα), χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος, επισυνάπτεται όμως στην έκθεση, ώστε να αποτελεί με αυτή ενιαίο όλο, κείμενο αναιρετικών λόγων, το οποίο επίσης φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα. Και τούτο διότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πιο πάνω εκθέσεως, που περιέχεται στη δήλωση του αναιρεσείοντα για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (ή βουλεύματος). Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. γ' ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου θεσπίσεώς της και προκειμένου περί δεύτερης αναίρεσης κατά βουλεύματος, η απαγόρευση της άσκησης δεύτερης αναίρεσης κατά της ιδίας απόφασης ή του ιδίου βουλεύματος προϋποθέτει ότι έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση κατά της αναιρεσιβαλλομένης 312, 314, 315/2008 απόφασης του Β' Μ.Ο.Ε. Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ άσκησε την με αριθμ. 55/9.9.2008 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης των κρατουμένων στην Κλειστή Φυλακή ..... στην οποία αναφέρεται ότι αναιρεσειβάλει την ως άνω απόφαση για τους λόγους που αναφέρονται στο συνημμένο υπόμνημά του. Συνημμένο δε στην έκθεση της αναίρεσης ώστε ν'αποτελεί ενιαίο με αυτή κείμενο υπάρχει έγγραφο που φέρει τον τίτλο "αίτησις αναιρέσεως" από έξ (6) φύλλα, που περιέχει τους αναιρετικούς λόγους. Το κύριο σώμα της έκθεσης και το συνημμένο έγγραφο με τίτλο "αίτησις αναιρέσεως" φέρει τις υπογραφές του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα και του Διευθυντή του Καταστήματος της ανωτέρω Φυλακής. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης είναι σύμφωνα με τ' ανωτέρω τυπικά δεκτή και πρέπει να συνεξετασθεί με την από 22-9-2008 επίσης εμπρόθεσμη ασκηθείσα δια δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του ως άνω κατηγορουμένου.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 310 παρ. 1, 2 και 3 του ΠΚ, "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει, ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (αρθρ. 308 ΠΚ) και το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρθ. 29 παρ. 1 ΠΚ) είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (αρθρ. 310 παρ. 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως απαιτείται, αντικειμενικά μεν συνδρομή οποιασδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευόμενων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε σκοπός επελεύσεως αυτού, δηλαδή άμεσος δόλος σκοπού, ο οποίος, αφού ενυπάρχει στα στοιχεία πραγματώσεως του εγκλήματος αυτού, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται επίσης, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 308 παρ. 3 του Π.Κ. (δικαιολογημένη αγανάκτηση) ή για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του Κ.Π.Δ. Όμως, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να είναι ορισμένος, δηλαδή να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τον προβλέπει. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ ιδρύεται και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, περίπτωση της οποίας είναι και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής που συντρέχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Μ.Ο.Ε. Αθηνών με την προσβαλλόμενη 312, 314, 315/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 5-12-2001 ο κατηγορούμενος Χ πήγε μαζί με τους γνωστούς του Α και Β στο κατάστημα ("μπαρ") ιδιοκτησίας της Γ με το διακριτικό τίτλο "Δ" που βρισκόταν στο 18ο χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής Οδού .....-....., στον ...... Μόλις μπήκαν στο κατάστημα, ο Α ρώτησε τον εργαζόμενο εκεί Δ, γιο του υπευθύνου του καταστήματος Ελευθερίου Καραχάλιου, αν μπορεί να τους προσφέρει μία φιάλη ουίσκι, της οποίας η τιμή ήταν 30.000 δραχμές, αντί του ποσού των 25.000 δραχμών. Εκείνος δέχθηκε και τους προσέφερε το ποτό. Αφού κάθισαν σε ένα τραπέζι για ένα διάστημα, ο κατηγορούμενος και ο Α σηκώθηκαν για να φύγουν, ενώ προηγουμένως είχε φύγει ο Β. Περνώντας από το ταμείο ο κατηγορούμενος άφησε το ποσό των 20.000 δραχμών και προχώρησε προς την έξοδο. Τότε η ταμίας είπε στον Ψ και τον Ε ότι ο κατηγορούμενος της κατέβαλε ποσό κατώτερο από το συμφωνημένο και ο Ε ακολούθησε τον κατηγορούμενο έξω από το κατάστημα ζητώντας του εξηγήσεις. Αφού διαπληκτίσθηκαν για λίγο και αφού το επεισόδιο έληξε με την παρέμβαση του Ψ που βγήκε και αυτός από το κατάστημα, ο κατηγορούμενος επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του και αποχώρησε, αφήνοντας εκεί τον Α με τον οποίο είχαν έλθει μαζί. Εν τω μεταξύ, λόγω παρόδου της ώρας, είχαν αρχίσει οι ετοιμασίες για το κλείσιμο του καταστήματος και οι εργαζόμενες σ' αυτό είχαν καλέσει ταξί για να τις μεταφέρει στις οικίες τους. Ο Ε, ο οποίος γνώριζε τον αποβιώσαντα πατέρα του Α, του είπε να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο του για να τον μεταφέρει στην οικία του, εκείνος δε πράγματι επιβιβάστηκε σ' αυτό και έφυγαν. Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε χολωθεί για το επεισόδιο που είχε προηγηθεί, αφού έφυγε από το κατάστημα όπως προαναφέρθηκε, επανήλθε μετά από λίγη ώρα (περί τις 03.30' έως 04.00' της ίδιας ημέρας) με το αυτοκίνητό του και αποβιβάστηκε από αυτό κρατώντας δύο πυροβόλα όπλα, τα οποία έφερε παράνομα, δηλαδή χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του. Έξω από το κατάστημα βρισκόταν ο Δ, που περίμενε το ταξί το οποίο θα παραλάμβανε τις εργαζόμενες. Τότε ο κατηγορούμενος, θέλοντας και επιδιώκοντας να του επιφέρει βαριά σωματική βλάβη, με το ένα από τα δύο πυροβόλα όπλα που κρατούσε στα χέρια του, τον πυροβόλησε και του προξένησε κάταγμα δεξιάς κνήμης. Στη συνέχεια και ενώ ο παθών κειτόταν αιμόφυρτος στο έδαφος, ο κατηγορούμενος πλησίασε το ένα από τα όπλα του στο κεφάλι του και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Εν τω μεταξύ, έχοντας ακούσει τον πυροβολισμό, βγήκαν έξω από το κατάστημα οι εργαζόμενες και η μία από αυτές (η ΣΤ), βλέποντας τον κατηγορούμενο να σημαδεύει με το όπλο τον παθόντα, τον παρακάλεσε να μην τον σκοτώσει. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε, παράλληλα δε τηλεφώνησε στο κινητό τηλέφωνο του Α, ο οποίος βρισκόταν ακόμα στο αυτοκίνητο του Ε, και του ανακοίνωσε τι είχε κάνει. Ο τελευταίος συμβούλευσε τον κατηγορούμενο "να εξαφανιστεί". Την κλήση αυτή και το περιεχόμενό της αντελήφθη ο Ε, ο οποίος, αφού επέπληξε τον Α, επέστρεψε αμέσως στον τόπο του συμβάντος, όπου βρήκε το γιο του τραυματισμένο, ενώ ήδη είχαν έλθει τα περιπολικά και το ασθενοφόρο που είχαν ειδοποιηθεί. Από τον πιο πάνω τραυματισμό, που επιδίωκε ο κατηγορούμενος, εμποδίστηκε ο παθών σημαντικά και για τουλάχιστον ένα έτος να χρησιμοποιεί το σώμα του και δη το δεξί του πόδι. Για όλα τα πιο πάνω σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση του παθόντος Ψ (πολιτικώς ενάγοντος), η οποία ενισχύεται από τις αναγνωσθείσες προανακριτικές καταθέσεις της ΣΤ, η οποία αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τον κατηγορούμενο ως δράστη των αξιόποινων πράξεων σε βάρος του παθόντος. Επίσης ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ιωάννη Χριστογιάννη, αστυνομικού, ο οποίος βεβαιώνει ότι μετέβη στον τόπο του συμβάντος όπου βρήκε τον παθόντα τραυματισμένο και του αναφέρθηκε ως δράστης ο κατηγορούμενος, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ε, πατέρα του παθόντος, ο οποίος δεν ήταν μεν παρών κατά τον πυροβολισμό, όμως επιβεβαιώνει όλα όσα προηγήθηκαν, καθώς και το τηλεφώνημα του κατηγορουμένου προς τον Α, επί πλέον δε επιβεβαιώνει την επί μακρό χρόνο ανικανότητα του παθόντος να χρησιμοποιήσει το δεξί του πόδι, η οποία προκύπτει και από την αναγνωσθείσα ιατρική βεβαίωση νοσηλείας του ιατρού του νοσοκομείου Ελευσίνας "ΘΡΙΑΣΙΟ" ..... με αριθμό ..... και την επίσης αναγνωσθείσα γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. Ελευσίνας με αριθμό ..... . Η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι η μεν μάρτυρας υπερασπίσεως Δ, μητέρα του κατηγορουμένου, δεν έχει ιδία αντίληψη του συμβάντος, ο δε κατηγορούμενος με την απολογία του δεν έδωσε εύλογες και πειστικές εξηγήσεις γι' αυτό. Ειδικότερα ομολόγησε μεν ότι έλαβε χώρα το επεισόδιο εξαιτίας της μη πληρωμής του λογαριασμού, κατά το οποίο μάλιστα ισχυρίζεται ότι ο παθών και ο πατέρας του τον ξυλοκόπησαν, όμως αρνείται ότι επέστρεψε και πυροβόλησε τον παθόντα, παρ' όλα τα προαναφερθέντα εις βάρος του αποδεικτικά στοιχεία, αποδίδοντας τον τραυματισμό του παθόντος σε τρίτο άγνωστο πρόσωπο. Εξάλλου σχετικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί ξυλοδαρμού του, πρέπει να σημειωθεί ότι στις μεν 5-12-2001 διαπιστώθηκε ότι αυτός έπασχε από κακώσεις αυχένος, κεφαλής και άνω άκρων και εκδορές άνω άκρων και δεξιάς ωμιαίας χώρας, στις δε 11-12-2001 από κάκωση ρινός και εκχύμωση αριστερού άνω βλεφάρου (βλ. τα αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά του Νοσοκομείου Νικαίας Αττικής "Άγιος Παντελεήμων" με αριθμό ..... και του Νοσοκομείου Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας" με αριθμούς ..... και .....), από πουθενά όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο τραυματισμός του έγινε από τους ανωτέρω και μάλιστα από τον παθόντα. Ενόψει όλων αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πράξεων της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, οι οποίες του αποδίδονται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό. Ο ισχυρισμός του ότι πρέπει να μετατραπεί η κατηγορία σε βαριά μη σκοπούμενη σωματική βλάβη είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού αυτός επιδίωκε το σοβαρό τραυματισμό του παθόντος, όπως ήδη έχει εκτεθεί και όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι πυροβόλησε κατ' ευθείαν προς το σώμα του με πυροβόλο όπλο. Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστο, αφού αυτός δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά που να το θεμελιώνουν, εν πάση δε περιπτώσει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν αποδείχτηκε ότι αυτός μέχρι το χρόνο τελέσεως των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι είχε θεαθεί να οπλοφορεί και σε άλλα νυκτερινά κέντρα (βλ. την κατάθεση του Ε). Τέλος το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστο για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε σε σχέση με το προηγούμενο αίτημα, εν πάση δε περιπτώσει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πιο πάνω πράξεις του. Αντίθετα έφυγε από τον τόπο του συμβάντος και κρύφτηκε για ένα διάστημα στην ....., προσπαθώντας να συγκαλύψει τα ίχνη των πράξεών του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μ.Ο.Ε. κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο βαρειάς σκοπουμένης βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης εξ (6) ετών και δέκα (10) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία κατέληξε στην κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 310 παρ. 2 και 3 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο σκεπτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει τόσο τον αξιούμενο από την παραπάνω διάταξη για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων χαρακτηρισμόν της βλάβης που προκλήθηκε στον παθόντα ως βαρείας με την παραδοχή ότι από την ως άνω πράξη του κατηγορουμένου προξενήθηκε στον παθόντα επί μακρό χρόνο ανικανότητα του τελευταίου να χρησιμοποιήσει το δεξί του πόδι, όσο και τον απαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης αυτού άμεσο δόλο σκοπού, για τον οποίο, δεδομένου, ότι αυτός ενυπάρχει στη παραπάνω παραδοχήν πραγματώσεως του ως άνω στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, αρκούσε για την αιτιολόγηση αυτού η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων επεδίωκε τον βαρύ τραυματισμό του παθόντος με την ιδιαίτερη επισήμανση ότι ο σκοπός αυτός προκύπτει από το γεγονός ότι πυροβόλησε κατ' ευθείαν προς το σώμα του τελευταίου με πυροβόλο όπλο. Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού αλλά περιέχει ίδιες σκέψεις και συλλογισμούς. Για την καταδικαστική κρίση του το Μ.Ο.Ε. έλαβε υπόψη του όλα τα κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων είναι και η κατάθεση της μάρτυρας υπερασπίσεως και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά οφείλεται στην αποδιδόμενη από το ως άνω Δικαστήριο βαρύτητα και δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίθετοι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε' πρώτος και δεύτερος λόγοι της πρώτης αίτησης αναίρεσης και ο μοναδικός από το άρθρο 510 § 1 Ε' λόγος της δεύτερης αναίρεσης. Απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος είναι ο συναφής δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το τμήμα του με το οποίο, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία της απορριπτικής κρίσεως του Μ.Ο.Ε. όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για αναγνώριση των ελαφρυντικών α) του προτέρου εντίμου βίου, β) για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα καλής συμπεριφοράς του και γ) ότι στη πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και παρασύρθηκε από οργή και βίαιη θλίψη που του προκάλεσε η άδικη εναντίον του πράξη ως και το ότι στην πράξη του προέβη ευρισκόμενος σε άμυνα. Και τούτο διότι, όπως από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του υποβλήθηκε μόνο αίτημα αναγνώρισης των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2α και ε, και αυτό χωρίς την παράθεση πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν το αίτημά του αυτό, και συνεπώς το Μ.Ο.Ε. δεν είχε υποχρέωση ν'απαντήσει επί των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Παρά ταύτα με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τους αορίστως υποβληθέντες ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 9/9/2008 και από 22/9/2008 αιτήσεις των Χ για αναίρεση της 312, 314, 315/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βαριά σωματική βλάβη. Στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Καταδικαστική απόφαση για βαριά σωματική βλάβη. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ως και για έλλειψη αιτιολογίας για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων και άμυνας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Άμυνα, Σωματική βλάβη βαριά.
| 0
|
Αριθμός 130/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Μαρούπα, για αναίρεση της με αριθμό 855/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 23 Ιανουαρίου 2008 δικογράφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.645/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι καμία ακυρότητα δεν δημιουργείται αν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία και αν ακόμη δεν βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα κ.λ.π.) εφόσον δεν εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος. Η λήψη υπόψη τέτοιας κατάθεσης από το δικαστήριο παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. Δ' της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στο μάρτυρα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάθεση αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση μίας τέτοιας κατάθεσης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρώτος των προσθέτων αυτής λόγων, με τους οποίους ο αναιρεσείων διατείνεται ότι απαραδέκτως ανεγνώσθησαν οι από 19.5.2004 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων - αστυνομικών Α και Β, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι καταθέσεις αυτές ανεγνώσθησαν χωρίς εναντίωση του αναιρεσείοντος, ούτε αποτελεί εναντίωση το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος "να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεση του αστυνομικού Α, διότι προέρχεται από διηγήσεις του κατηγορουμένου Χ3".
ΙΙ. Η απαιτούμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματική περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί vα συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 211Α του Κ.Ποιν.Δ., κατά την οποία "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι ο νομοθέτης, θεωρώντας διαβλητή και αμφίβολης ειλικρίνειας την μαρτυρική κατάθεση και την απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, υποδεικνύει στο δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου στην ύπαρξη μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, έτσι ώστε όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε τέτοιας μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, να ελέγχεται αναιρετικά για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 855/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ήτοι για αγορά, κατοχή και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, ήτοι για παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1-3 πιν.Α5, 5 παρ. 1β', ζ', 14 παρ. 4 στοιχ. Β' του Ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, την 20.00' ώρα της 18.5.2004, στην Αθήνα και εις την Λεωφόρο ....., εις το ύψος της αντιπροσωπείας MERCEDES, αγόρασε από ομοεθνή του (Αλβανίδα) ονόματι "Γ", αγνώστων λοιπών στοιχείων, αντί αγνώστου τιμήματος, ποσότητα ηρωΐνης 510 γραμμαρίων, την οποίαν ο ίδιος προόριζε προς εμπορίαν. Την ποσότητα αυτή ο κατηγορούμενος κατείχε, αφού είχε την φυσική εξουσίασή της και την επ' αυτής πρακτική κυριαρχία, από κοινού με τον τρίτο κατηγορούμενο Χ3, ο οποίος και μετά επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Χ1, μετέβη εις το άνω σημείο και παρέλαβε το ανωτέρω δέμα της ηρωΐνης, ήτοι υπήρχε φυσικός δόλος εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητος της ηρωΐνης. Και τούτο διότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος και εν προκειμένω υφίσταται συγκατοχή κατ' άρθρον 95 Π.Κ., η οποία είναι δυνατή, όταν ο κάθε συναυτουργός αποδέχεται ή θέλει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτούς, γνωρίζων ότι και ο έτερος πράττει με δόλο, αμφότεροι δε ηδύναντο απόλυτα και ανελλιπώς να την παρακολουθούν και την ελέγχουν προς δε να την αναλαμβάνουν εύκολα και οποτεδήποτε ήθελαν με τη δυνατότητα της διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεώς της. Άλλωστε η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, όπως εν προκειμένω (Α.Π. 67/2000 Ποιν.Χρον. Ν' 204, Α.Π. 226/2000 Ποιν.Χρον. Ν' 671), λαμβανομένου υπ' όψη ότι ο κατηγορούμενος Χ1 κατηύθυνε τον κατηγορούμενο Χ3 με υποδείξεις και συνεχείς εντολές και παρατηρήσεις, στο συγκεκριμένο σημείο στο ....., όπου μετέφερεν ο τελευταίος την ηρωΐνη (προκειμένου να την πωλήσει ο Χ1 εκεί) με το υπ' αριθμ. ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας FIAT UNO. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος Χ1την ηρωΐνη αυτή των 510 γρμ. ποσεπάθησε να την πουλήσει στον δεύτερο κατηγορούμενο αθίγγανο Χ2, έξω από το τροχόσπιτο αυτού, στη συμβολή των οδών ..... και ....., με τον οποίον (Χ2) ο Χ1 είχε προσυμφωνήσει την πώληση αυτή και εις τον οποίον, Χ2, θα την παρέδιδε ο Χ3 (για λογαριασμό του Χ1). Όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως αυτού (Χ1), διότι καθ' όν χρόνον επρόκειτο να παραδώσει την ηρωΐνη ο Χ3 στον Χ2 επενέβησαν οι αστυνομικοί και ο μεν Χ3την έριξε εκτός του αυτοκινήτου, ο δε Χ2 εξήλθε από το παράθυρο του τροχόσπιτού του και ετράπη σε φυγή, προς τον καταυλισμό, εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι (βλ. αναγν. κατάθ. Β). Εντεύθεν και ο Χ2 απεπειράθη να αγοράσει την ηρωΐνη 510 γραμμ. υπό τις αμέσως ανωτέρω συνθήκας, τόπο και χρόνο, την τοιαύτη δε απόπειρα αγοράς ετέλεσεν ως τοξικομανής, έχων, ήτοι αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και μη δυνάμενος να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ως εκρίθη και πρωτοδίκως. Ο κατηγορούμενος Χ1ισχυρίζεται ότι δεν έχει σχέση με τα ναρκωτικά, ότι "την 18.5.2004 το απόγευμα είχε τα γενέθλια του γιού του, έψηνε μπριζόλες και από την χαρά του έπαιρνε όλους τηλέφωνο και πήρε και τον Χ3 για να ρωτήσει για κάποια δουλειά, τον πήρε δύο φορές αλλά δεν μίλησαν" και τούτο για να δικαιολογήσει τις συχνές τηλεφωνικές συνομιλίες, μεταξύ Χ3 και Χ1, από ώρα 20.00'μέχρι 22.15' της 18.5.2004, που οι αστυνομικοί εύρον στα κινητά των τηλέφωνα, όταν δηλαδή ο Χ1 κατηύθυνε τον Χ3 πώς, πότε και από πού θα παραλάβει ο τελευταίος την ηρωΐνη? όμως ταύτα δεν πείθουν, ενόψει των άνω αποδειχθέντων (ο ίδιος ο Χ3, εξάλλου, δέχεται την μεταφορά, την οποίαν του πρότεινε ο Χ1 και δέχτηκε να πάει στη Λεωφ. ....., στην αντιπροσωπεία της MERCEDES και να τον πάρει τηλέφωνο και πίστευε ότι θα ήταν ινδική κάνναβη, (βλ. απολογία του νυν). Επίσης ο ανωτέρω Χ1 δεν εξηγεί, γιατί ενώ την συγκεκριμένη ημέρα, των γενεθλίων του γιού του, τηλεφώνησε στον Χ3 για δουλειές και μόνο, πώς ο τελευταίος αυτός ευρέθη στο συγκεκριμένο σημείο, έξω από το τροχόσπιτο του Χ2, με την ηρωΐνη μαζί του για να την δώσει σ'αυτόν, με τον οποίον βέβαια είχε προσυνεννοηθεί ο κατηγορούμενος (Χ1). Μετά πάντα ταύτα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ο Χ1, αγοράς, κατοχής από κοινού, απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ως μη τοξικομανής, ο Χ2ς αποπείρας αγοράς ως τοξικομανής και ο Χ3κατοχής από κοινού, μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών ως μη τοξικομανής. Εις έναν έκαστον κατηγορούμενο θα επιβληθεί μία ποινή, εφ' όσον αντικείμενο των περισσοτέρων πράξεων είναι η αυτή ποσότης ναρκωτικής ουσίας, κατά την επιμέτρηση της οποίας θα ληφθεί υπόψη η συνολική εγκληματική δραστηριότητα ενός εκάστου και θα αυξηθεί η ποινή κατά το ελάχιστον όριον, ποινή ηλαττωμένη κατ' άρθρον 83 Π.Κ., όσον αφορά το Χ1, διότι ούτος μέχρι του χρόνου τελέσεως των άνω πράξεών του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2αΠ.Κ.) και όσον αφορά τον Χ3, διότι ούτος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια δια τις πράξεις του και επεδίωξε να μειώσει ή να άρει τις συνέπειές των (άρθρο 84 παρ. 2δ' Π.Κ.). Ο εκ του άρθρου 211Α ΚΠοινΔ ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, κατά το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου" και εν προκειμένω μόνη η απολογία του Χ3 δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του Χ1, πρέπει να απορριφθεί διότι η τελευταία αυτή δεν απετέλεσε το μοναδικό στοιχείο της ενοχής του, αλλ' ούτος κατεδικάσθη από όλα τα άνω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα (πλην της περικοπής της από 19/5/2004 ενόρκου εξετάσεως του ..... που αναφέρει όσα υποστήριξε ο Χ3)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και του επιβλήθηκε όμως μια ποινή, διότι τα εγκλήματα αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (άρθ. 20 παρ.2 Ν. 3459/2006), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίου υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α , 27 παρ. 1 Π.Κ., 4 παρ. 1, 3 πιν. Α5, 5 παρ. 1β', ζ', 14 παρ. 4 στοιχ. Β' του Ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό, το οποίο συμπληρώνονται από το διατακτικό, υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας με αναφορά σε περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αγόρασε την ποσότητα των 510 γραμμαρίων ηρωΐνης από ομοεθνή του, χωρίς να απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός του τιμήματος της αγοράς, εξειδικεύεται πλήρως η φυσική εξουσίαση του αναιρεσείοντος, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ3, με αναφορά στον διαπιστωθέντα κοινό δόλο αμφοτέρων, επί της ποσότητας αυτής, εις τρόπον ώστε να μπορούν αμφότεροι, σε κάθε στιγμή, να διαπιστώνουν την ύπαρξή της, καθώς και ότι ο αναιρεσείων, με παράθεση πραγματικών περιστατικών και συναφή αιτιολογία, προσεπάθησε να πωλήσει την ποσότητα αυτή της ηρωΐνης στον συγκατηγορούμενό του Χ2, πλην, όμως, αυτό δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί, από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του αναιρεσείοντος, καθόσον επενέβησαν οι αστυνομικοί οι οποίοι επόπτευαν την περιοχή της συναλλαγής. Τέλος, αιτιολογείται πλήρως, γιατί η απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Χ3, δεν απετέλεσε το μοναδικό στοιχείο της εξανεχθείσας κρίσης για την ενοχή του αναιρεσείοντος, αλλ' ότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύονται. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθώς και των προσθέτων αυτής λόγων, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 286/21.3.2007 αίτηση και τους από 24.1.2008 πρόσθετους αυτής λόγους του Χ1 για αναίρεση της υπ' αρ. 855/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Λόγοι αναίρεσης: 1) Ανάγνωση μαρτυρικών καταθέσεων μη εμφανισθέντων μαρτύρων - ακυρότητα, 2) Παράβαση άρθρου 211 Α ΚΠΔ, 3) Έλλειψη αιτιολογίας, 4) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτονται όλοι οι λόγοι.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Κατηγορούμενος, Μάρτυρες.
| 2
|
Αριθμός 129/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 246/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντώνιο Αντωνίου. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 759/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή (ως προς το μέρος της επιβολής χρηματικής ποινής) η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1 Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνιακής αρχής. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ειδικότερα στην περίπτωση της κατοχής του λαθρεμπορεύματος, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσίασής του, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητα η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 246/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά την 16η Ιανουαρίου 2001 κατασχέθηκε στο ..... της Αγγλίας, μεταξύ των άλλων, και το με στοιχεία ..... εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο είχε φορτωθεί επί του πλοίου "....." στο λιμάνι του ..... και είχε προορισμό τη ..... Πορτογαλίας. Η ως άνω κατάσχεση έγινε διότι, ενώ στο δηλωτικό εξαγωγής και τα φορτωτικά έγγραφα αναφερόταν ότι το περιεχόμενο του επιδίκου εμπορευματοκιβωτίου ήταν "ποτήρια νερού" (υαλικά είδη), το πραγματικό περιεχόμενο τούτου ήταν 40.000 κούτες τσιγάρων, δηλαδή 8.000.000 τσιγάρα (400.000 πακέτα των 20 τσιγάρων το καθένα). Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, κατά την 1η Ιανουαρίου 2001, στον ....., ενεργώντας με πρόθεση, εξήγαγε από την Ελληνική επικράτεια εμπορεύματα, δηλαδή 8.000.000 τσιγάρα, υποκείμενα σε δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις οι οποίες εισπράττονται από τα αρμόδια κατά τόπο Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής αρχής, αποσκοπώντας να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους υπό αυτού εισπρακτέους φόρους, δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις, οι οποίες ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 675.995,65 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα, προκειμένου να επιτύχει την εκ του λιμένος ..... εξαγωγή 8.000.000 τσιγάρων άνευ καταβολής των αναλογούντων φόρων και δασμών, χρησιμοποίησε τη μέθοδο της καταρτίσεως προς τούτο δύο (2) πλαστών (εικονικών) εγγράφων, δηλαδή, α) του φερομένου ως γνησίου και υπ' αριθμ. ..... τιμολογίου, με φερόμενο ως εκδότη την επί της οδού ..... στην ..... εδρεύουσα ομόρρυθμη εταιρεία εμπορίας υαλικών ειδών, με την επωνυμία .....-..... Ο.Ε., με στοιχεία πελάτη την εις την Πορτογαλία εδρεύουσα εταιρεία με την επωνυμία ....., με διεύθυνση ....., με τόπο φορτώσεως τον ..... και τόπο παραδόσεως τη ..... Πορτογαλίας, με μεταφορικό μέσο το υπό αριθμό ..... εμπορευματοκιβώτιο και περιγραφή 665 κιβωτίων, τα οποία περιείχαν 47.880 ποτήρια ύδατος τύπου Κρόγος αντί τιμής 14.364,00 ευρώ και 350 κιβωτίων, τα οποία περιείχαν 12.600 ποτήρια ύδατος τύπου Δίας, αντί τιμής 4.032,00 ευρώ, και β) του φερομένου ως γνησίου και υπ' αριθμ. ..... δελτίου αποστολής με φερόμενο ως εκδότη την επί της οδού ..... στην ..... εδρεύουσα ομόρρυθμη εταιρεία εμπορίας υαλικών ειδών, με την επωνυμία .....-..... Ο.Ε., με στοιχεία παραλήπτη την εις την Πορτογαλία εδρεύουσα εταιρεία με την επωνυμία ..... με διεύθυνση ....., και περιεχόμενο συνολικά 60.400 τεμάχια ποτηριών ύδατος, καθαρού βάρους 9.509 και 3.325 KGS. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ασκεί από το έτος 1980, το επάγγελμα του εκτελωνιστή. Αυτός από το έτος 1999 είχε πελάτη του κάποιον Α, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος τηλεφώνησε σ' εκείνον (δεύτερο κατηγορούμενο) την 28-12-2000 και του ζήτησε να συναντηθούν την επομένη (29-12-2000) στο Γ' Τελωνείο, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αποστολή "ενός εμπορεύματος με ποτήρια" στην Πορτογαλία. Κατά την προγραμματισμένη συνάντηση εμφανίστηκε κάποιο άτομο, ονόματι "Β", ως συνεργάτης του Α και παρέδωσε στο δεύτερο κατηγορούμενο τα ως άνω δύο (2) εικονικά έγγραφα (τιμολόγιο και δελτίο αποστολής). Ο τελευταίος (δεύτερος κατηγορούμενος), δεν γνώριζε για την πλαστότητα των ίδιων παραπάνω εγγράφων, ενώ, επί πλέον, κατά τον έλεγχο που έκανε, δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε παρατυπία σ'αυτά. Έτσι, υπέβαλε στο Γ' Τελωνείο Πειραιά, για λογαριασμό της εταιρείας που φερόταν ως εξαγωγέας (".....-..... Ο.Ε."), σχετική αίτηση, με την οποία ζητούσε τη "χορήγηση πιστοποιητικού κοινοτικής διαμετακόμισης (τύπου T2L)". Άλλωστε, ο εκτελωνιστής δεν μπορούσε να ελέγξει το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου, καθόσον αυτό δεν αποσφραγίζεται για μεταφορά-αποστολή, που προορίζεται σε χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ενώ, επί πλέον, δεν μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοιες σ' αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο) το γεγονός ότι το μεν επίδικο πλαστό τιμολόγιο είχε εκδοθεί στις 28-12-2000, το δε πλαστό δελτίο αποστολής μία ημέρα αργότερα, δηλαδή στις 29-12-2000. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, μετά την κατάσχεση του επιδίκου εμπορευματοκιβωτίου από τις Αγγλικές Τελωνειακές Αρχές το Ελληνικό Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) προέβη σε διάφορες έρευνες, σχετικά με την ως άνω υπόθεση λαθρεμπορίας. Από τις έρευνες αυτές διαπιστώθηκε ότι κατά τα έτη 1999 και 2000 είχαν πραγματοποιηθεί και άλλες αποστολές από εξαγωγικές εταιρίες, οι οποίες εμπορεύονταν "αθλητικές φόρμες" και "υάλινα είδη" (ποτήρια), τα σχετικά όμως εμπορευματοκιβώτια δεν είχαν τέτοια εμπορεύματα, αλλά λαθραία τσιγάρα, ενώ οι φερόμενες ως εξαγωγικές εταιρίες εδήλωσαν ότι δεν είχαν αποστείλει στο εξωτερικό εμπορεύματά τους. Οι αμέσως προηγούμενες προβληματικές αποστολές έγιναν μέσω του ναυτικού πρακτορείου "..... CONTAINER SERVICES", στο οποίο είχε δηλωθεί ως υπεύθυνη για τις σχετικές φορτώσεις η εδρεύουσα στον ..... (οδός .....) εταιρία με την επωνυμία "..... TRADING", που είχε νόμιμο εκπρόσωπο αυτής τον Γ, με αριθμό κινητού τηλεφώνου ..... . Όμως, η αμέσως προηγούμενη εταιρία δεν υφίστατο ποτέ ως νομικό πρόσωπο, ενώ, επί πλέον, ο προαναφερόμενος αριθμός του κινητού τηλεφώνου του φερομένου ως εκπροσώπου της ανήκε από 1-1-1999 έως 2-11-1999 στον Χ1, δηλαδή στον πρώτο κατηγορούμενο. Όταν ο τελευταίος (1ος κατηγορούμενος) κλήθηκε να καταθέσει σχετικά με την ερευνώμενη υπόθεση από το ΣΔΟΕ, δεν ανταποκρίθηκε. Επίσης, ο ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος), κληθείς από τον Ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεν εμφανίστηκε σ' εκείνον και ούτε απολογήθηκε. Επομένως και ενόψει του ότι, για την αποστολή των 8.000.000 τσιγάρων με το επίδικο εμπορευματοκιβώτιο, χρησιμοποιήθηκε η ίδια μέθοδος με τις πραγματοποιηθείσες παραπάνω προβληματικές αποστολές των ετών 1999-2000, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της διωκομένης και αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Με αυτά που δέχθηκε ή διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1,98 του ΠΚ 155 παρ. 1 περ. β' και 2ζ' και 157 παρ.1 εδ. β' περ. γ' του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Καμμιά αντίφαση δεν δημιουργείται από το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ο προαναφερόμενος αριθμός κινητού τηλεφώνου του φερομένου ως εκπροσώπου ανήκε από 1-1-1999 έως 2-11-1999 στον Χ1 "αναιρεσείοντα", ήτοι σε χρόνο προγενέστερο κατά 14 μήνες τον χρόνο που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο τελευταίος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας. Και τούτο διότι το ιστορικά απλώς αναφερόμενο ότι ο αναιρεσείων έπαυσε κατά τον κρίσιμο χρόνο που του αποδίδεται η κατηγορία της διάπραξης της λαθρεμπορίας να έχει στο όνομά του τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου που είχε προηγουμένως, δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο που ν' αποκλείει την απ' αυτόν τέλεση της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, την οποία δέχθηκε το Εφετείο ότι τέλεσε στηριζόμενο ως προαναφέρθηκε στα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ.1 και 2 εδ. β' του Ν. 1165/1918 για τον "Τελωνειακό Κώδικα", όπως η παρ.2 εδ. β' είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 32 εδ. α του Ν. 1731/1987 "κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται ... και αν για οιονδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δημεύθηκαν". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ.1 και 2 του Ν. 2960/2001 για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από 1.1.2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται ... . Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των (κατά το παρόν άρθρο), αντικειμένων της λαθρεμπορίας επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα". Οι νεότερες αυτές διατάξεις του "Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή, χωρίς προσαυξήσεις, είναι επιεικέστερες κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, από εκείνες του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα και επομένως είναι εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ και για τα εγκλήματα λαθρεμπορίας, που τελέστηκα προ της ισχύος τους. Σε κάθε όμως περίπτωση για να επιβληθεί χρηματική ποινή, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να βεβαιώνεται με ειδική σκέψη στην απόφαση ότι η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας κατέστη αδύνατη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και χρηματική ποινή 209,889,94 ευρώ χωρίς όμως να γίνεται μνεία ή να βεβαιώνεται στην αιτιολογία, όπως θα έπρεπε κατά τα προεκτεθέντα, ότι δεν κατέστη δυνατόν να δημευθούν τα εμπορεύματα που ήσαν αντικείμενο της λαθρεμπορίας και ότι για το λόγο αυτό επιβάλλεται χρηματική ποινή. Τούτο δε, παρά το γεγονός ότι στην ίδια απόφαση μνημονεύεται και η διάταξη του άρθρου 164 του Ν. 2960/2001, που ρυθμίζει τα περί κατασχέσεως των αντικειμένων της λαθρεμπορίας και των σε δήμευση υποκειμένων. Επιπλέον δεν αναφέρεται καθόλου πως προέκυψε το ύψος της χρηματικής αυτής ποινής και ειδικότερα αν το ποσό των 209.889,94 ευρώ αντιστοιχεί στην αξία cif των εμπορευμάτων αυτών, η αν στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις και δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, κατά παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 ΠΚ και 160 παρ.1 του Ν. 2960/2001. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επέβαλε την χρηματική ποινή των 209.889,94 ευρώ, στερείται, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τις βάσιμες περί τούτου αιτιάσεις που περιέχονται, στον δεύτερο λόγο της κρινομένης αναιρέσεως. Συνεπώς, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που επέβαλε στον αναιρεσείοντα χρηματική ποινή και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 246/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, κατά το μέρος που επέβαλε την αναφερόμενη στο σκεπτικό χρηματική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 2/4/2008 (με αριθμό πρωτ. 2932/2008) αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά της αυτής πιο πάνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία. Έννοια. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναιρεί εν μέρει ως προς την επιβληθείσα χρηματική ποινή για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Λαθρεμπορία, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 128/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Αλεξανδράκη, για αναίρεση της 271/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικό Χαλκίδας), με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ζ και 2)Θ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Ζλακώνη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Μεταβατικό Χαλκίδος) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1986/2008
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Ψ, κατά πιστή μεταφορά, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος διατηρεί κατάστημα κατασκευής τζακιών στο 3ο χιλιόμετρο της Ε.Ο .... Στις 20-1-2001 κλήθηκε από τον ... για να ελέγξει τα τζάκια που του είχε κατασκευάσει από το έτος 1996 στην οικία του, που βρίσκεται στη ..., διατυπώνοντας παράπονα για κακή λειτουργία. Έτσι, ο κατηγορούμενος μετέβη την ημέρα αυτή στην παραπάνω οικία. Μαζί του είχε ως βοηθό του, τον Ψ, συνταξιούχο αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας ηλικίας 43 ετών, ο οποίος απασχολείτο στην επιχείρηση του κατηγορουμένου επί ενάμισυ περίπου μήνα αντί αμοιβής. Ο κατηγορούμενος, για την άνοδό του στην κεκλιμένη κεραμοσκεπή όπου βρίσκονταν η καπνοδόχος των τζακιών, τοποθέτησε φορητή μεταλλική κλίμακα στον εξώστη της εισόδου της οικίας του παραπάνω. Η βάση του ενός ορθοστάτη της κλίμακας, στηριζόταν στην μαρμάρινη κλίμακα του εξώστη και η άλλη στηριζόταν μέσα σε παρτέρι πλάϊ στην μαρμάρινη κλίμακα. Ο κατηγορούμενος ο οποίος ήδη είχε ανέβει από την κλίμακα στην κεραμοσκεπή, κάλεσε κάποια στιγμή και τον Ψ βοηθό του να ανέβει και αυτός, πλην όμως ο τελευταίος πριν προλάβει να ανέβει από τη σκάλα στην κεραμοσκεπή και να ορθοποδήσει, έπεσε από τη σκάλα βρέθηκε θανάσιμα τραυματισμένος στον ακάλυπτο χώρο της οικίας, στην πρόσοψή της, ο οποίος ήταν 2, 5 μέτρα περίπου κάτω από το δάπεδο του εξώστη. Στο άκρο του εξώστη υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα ύψους 0, 5 μέτρα περίπου. Στο μέρος στο οποίο βρέθηκε θανάσιμα τραυματισμένος ο Ψ ήταν ακριβώς κάτω από την κεκλιμένη στέγη της οικίας και απείχε 5, 5 μέτρα περίπου από τη στέγη. Κατά την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή ..., κατά τη νεκροψία διαπιστώθηκαν "πολλαπλές εκδορές και εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο, τα άνω και κάτω άκρα, γραμμοειδείς εκδορές κατά το πρόσωπο και ιδίως κατά τη μετωπιαία χώρα καθέτως φερόμενες, πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα των οστών του θόλου της βάσεως του κρανίου", που μαρτυρούν ότι ο θανών έπεσε από μεγάλο ύψος. Από τα τραύματα αυτά ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Ο θανάσιμος τραυματισμός του Ψ, οφείλεται στην αμέλειά του κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει και ενώ απασχολούσε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ως βοηθό του τον παραπάνω, δεν έλαβε και δεν τήρησε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση της εργασίας στην κεκλιμένη στέγη της οικίας που την χρησιμοποιούσε σαν δάπεδο εργασίας για την επισκευή του τζακιού. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος δεν στήριξε σταθερά με ασφάλεια την κλίμακα που χρησιμοποίησε, ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε ταλάντωση και δεν επέβαλε στον βοηθό του να χρησιμοποιήσει ειδικά υποδήματα με αντιολισθητική βάση, καθώς και ζώνη προστασίας από τυχόν ολίσθηση, ώστε να αποφευχθεί τυχόν κίνδυνος πτώσης εργαζόμενου από την κλίμακα, με αποτέλεσμα να επέλθει η πτώση του εργαζόμενου Ψ και ο θανάσιμος τραυματισμός του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν τον συνέδεε σχέση εργασίας με τον θανόντα ο οποίος δεν ήταν βοηθός του, αλλά απλά φίλος του που ενδιαφερόταν να μάθει τη δουλειά του τζακά, καταρρίπτεται από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας ..., η οποία επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος της έφτιαξε λίγες μέρες πριν από το συμβάν και το δικό της τζάκι, είχε μαζί του ως βοηθό του, τον θανόντα, έφτιαξαν μαζί τη λάσπη, μετέφεραν τούβλα, γυψοσανίδες και όλα τα υλικά, δούλεψαν όλη την ημέρα μαζί. Επίσης η σύζυγος του θανόντος Ζ, και η κόρη του Θ, επιβεβαίωσαν περί της σχέσεως εργασίας που συνέδεε τον θανόντα με τον κατηγορούμενο αντί αμοιβής 10.000 δρχ ημερησίως ο οποίος ήθελε μετά την αποστρατεία του να συμπληρώνει με την εργασία του το εισόδημά τους. Επίσης κατέθεσαν ότι όπως πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων, τόσο από τον ιδιοκτήτη της οικίας ..., όσο και από το γιο του κατηγορουμένου, ο θανών ανέβηκε στη σκάλα με εντολή του κατηγορουμένου από την οποία έπεσε στην προσπάθειά του να ανέβη στην κεραμοσκεπή. Κατόπιν των παραπάνω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως καθορίζεται στο διατακτικό".
Ακολούθως, κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "Στη ..., στις 20-1-2001, επέφερε από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη προσοχής που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει, το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια επισκευής της καπνοδόχου της οικίας του ..., ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ο οποίος απασχολούσε ως βοηθό του τον Ψ, δεν έλαβε και δεν τήρησε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, κατά την εκτέλεση των εργασιών επί της στέγης της προαναφερόμενης οικίας και δη, δεν στήριξε τη βάση της φορητής κλίμακας που χρησιμοποιούσαν, αφενός σε βαθμίδα τη μαρμάρινης κλίμακας του εξώστη, αφετέρου δε σε τμήμα του κήπου, με αποτέλεσμα αυτός να ολισθήσει κατά τη στιγμή που αυτός εκτελούσε εργασίες επί της κλίμακας και να προκληθεί η πτώση του εκ του ύψους της, συνεπεία δε αυτής προκλήθηκαν βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, οι οποίες ήταν και η μόνη ενεργός αιτία του θανάτου του". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε γιατί, ενώ, δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέσθηκε δια παραλείψεως, η αμέλεια του αναιρεσείοντος, συνίσταται όχι μόνο σε ορισμένη παράλειψη του, αλλά και σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, δεν αναφέρεται καθόλου στη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος, ούτε προσδιορίζει την προέλευση της υποχρέωσης αυτής, αν δηλαδή πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Επίσης, με τις παραπάνω παραδοχές που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στέρησε την απόφασή του από την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση καθόσον, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ποιό από τα δύο είδη αμέλειας δέχεται το Δικαστήριο, που την εξέδωσε ότι συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, ούτε γίνεται, ούτε προκύπτει από τα πιο πάνω περιστατικά που εκτίθενται στο σκεπτικό, τέτοια διάκριση, εάν δηλαδή συνέτρεξε ενσυνείδητη ή άνευ συνειδήσεως αμέλεια, αλλά αναφέρονται και τα δύο είδη αμελείας. Με τα δεδομένα αυτά δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 του Π.Κ. και η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Επομένως, κατά παραδοχή των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ, λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 271/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 126/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της 57965/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 841/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος μνημονεύει, και ειδικότερα, "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αυτός στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-1998 έως 1-11-1998, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δημοσίου, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά κατά την ισχύ του νόμου 1882/1990, ηθελημένα δεν κατέβαλε α) ποσό 27.085.098 δρχ., που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και β) ποσό 15.556.607 δρχ., που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, ήτοι καθυστέρησε με πρόθεση την καταβολή τριών(3) συνεχών δόσεων για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις και καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ. Πρέπει όμως να αναγνωριστεί σε αυτόν το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στην ως άνω πράξη από αίτια μη ταπεινά (άρθρο 84 παρ. 2β Π.Κ.)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, διαλαμβάνεται ότι: "ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στους κατωτέρω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-1998 έως 1-11-1998, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/1990, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στην μη καταβολή τριών(3) συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους τα 3.000.000 δρχ., 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά τα 4.500.000 δρχ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "INVESTIMPORT ΑΕΒΕ, όπου τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος στην ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδικού βιβλίου 79/01) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 11-5-01 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε α) ποσό δραχμών 27.085.098 που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, β) ποσό δραχμών 15.556.607 που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ".
Έτσι, όμως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Ειδικότερα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) δεν προσδιορίζεται ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επιμέρους χρέους και η λήξη του χρόνου καταβολής τους, για δε τα χρέη που ήταν καταβλητέα σε δόσεις δεν προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής κάθε δόσης, γ) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό, ως προς τη φύση των χρεών, γιατί ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι πρόκειται για ληξιπρόθεσμα χρέη, τα οποία έπρεπε να καταβληθούν σε δόσεις, στο διατακτικό γίνεται αναφορά για τα ίδια χρέη τα οποία έπρεπε να καταβληθούν σε δόσεις, ταυτόχρονα δε τα ίδια χρέη έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ, δ) επίσης, ενώ, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται αναφορά ότι τα χρέη βεβαιώθηκαν σε βάρος του ιδίου του αναιρεσείοντος, αντίθετα στο διατακτικό της, γίνεται σχετική αναφορά ότι τα χρέη βεβαιώθηκαν σε βάρος του, με την ιδιότητα του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της πιο πάνω εταιρείας, και ε) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το έγκλημα αυτό τελέσθηκε με περισσότερες πράξεις, εν τούτοις δεν προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξεως, ενόψει το ότι είναι αναγκαίος στην προκείμενη περίπτωση ο προσδιορισμός αυτός, αφού ασκεί επιρροή στην παραγραφή του αδικήματος. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον, οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 12, 18 ΠΚ και άρθρο 25 παρ. 1, γ 2, 3 του Ν. 1882/1990, όπως αντ. με άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 2523/1997), φέρονται ότι τελέσθηκαν στο χρονικό διάστημα από 30-5-1998 έως 1-11-1998, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 31-10-2006, δημοσίευση της αποφάσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και μέχρι την, κατά την 10-12-2008, εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (22-12-2008), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ.), πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις παραπάνω πράξεις κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του ίδιου Κώδικα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 57965/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος ..., για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-1998 έως 1-11-1998.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία του αδικήματος. Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 125/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της 667/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 516/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συ μβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς, και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του αντιπροέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αμερικανικές επιστημονικές εκδόσεις Α.Ε", συνεργαζόμενος με τον Ψ (πολιτικώς ενάγοντα), ο οποίος διατηρεί επιχείρηση γραφικών τεχνών, ανέθετε σ' αυτόν μαζί με τον Πρόεδρο της ως άνω ανώνυμης εταιρίας Α, την εκτέλεση εκτυπωτικών εργασιών. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτης, στις 7-3-2001 ανέθεσαν στον πολιτικώς ενάγοντα εκτυπωτικές εργασίες αντί συνολική τιμήματος 1.300.000 δραχμών. Επεισαν δε τον τελευταίο, για το τίμημα των εκτυπωτικών εργασιών, να δεχτεί τις επιταγές με αριθ. ..... ποσού 1.000.000 δρχ. και ..... ποσού 300.000 δρχ., αντίστοιχα της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου, τις οποίες εξέδωσε στις 7-3-01 και 8-3-01 στην Αθήνα ο Β, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Heclingen Enterprises Ltd", σε διαταγή της εταιρίας "Αμερικανικές Επιστημονικές Εκδόσεις Α.Ε.", οι οποίες τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο της εμφάνισής τους προς πληρωμή από τον πολιτικώς ενάγοντα δεν είχαν επαρκές κεφάλαιο και σφραγίστηκαν. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τον Β έπεισαν του πολιτικώς ενάγοντα να δεχτεί τις παραπάνω επιταγές, παριστάνοντας σε αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς, ότι η εκδότρια εταιρία είναι φερέγγυα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, η οποία θα εξαγόραζε τη δική τους εταιρία. Όμως αυτά ήταν ψευδή, η εταιρία αυτή δεν ήταν φερέγγυα, ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, με αποτέλεσμα και εξαιτίας της μη πληρωμής των επιταγών ο κατηγορούμενος και ο Β να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 1.300.000 δρχ. ζημιώνοντας ισόποσα τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος αν γνώριζε την αλήθεια, δεν θα δεχόταν τις παραπάνω επιταγές". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε κήρυξε τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και συγκεκριμένα του ότι: "Στην Αθήνα, στις 7-3-2001 ενεργώντας από κοινού με άλλον (Α) με σκοπό να αποκομίσει παράνομο όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει πράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος μαζί με άλλον (Α) με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Αμερικανικές Επιστημονικές Εκδόσεις Α.Ε.", με έδρα την Αθήνα, ανέθεσε κατόπιν συνεννόησης την εκτέλεση εκτυπωτικών εργασιών στον εγκαλούντα Ψ, αντί συνολικού τιμήματος 1.300.000 δραχμών. Δεν του κατέβαλε όμως μετρητά, αλλά τον παρέπεισε να δεχτεί τις δύο επιταγές που εξέδωσε σε διαταγή του κατηγορουμένου και του άλλου (Α) ο Β, ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία Heilingen Enterprises ltd, με αριθμούς ..... και ..... ποσού 1.000.000 και 300.000 δραχμών αντίστοιχα της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου. Προκειμένου να τον πείσει να λάβει επιταγές μίας άγνωστης προς αυτόν εταιρείας του παρέστησε ότι η εκδότρια εταιρεία είναι φερέγγυα, έχει οικονομική επιφάνεια, η οποία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι βρισκόταν σε στάδιο διαπραγματεύσεων προκειμένου η εκδότρια εταιρεία να εξαγοράσει τη δική του επιχείρηση. Όμως όλα αυτά ήσαν ψευδή, διότι όπως καλώς γνώριζε ο κατηγορούμενος η εταιρία αυτή δεν διατηρούσε ούτε έδρα, ούτε γραφεία στην Ελλάδα, ήταν μία "υπεράκτια" εταιρία (off shore company), χωρίς εμφανή περιουσιακά στοιχεία, οι επιταγές της οποίας έμεναν απλήρωτες. Ο κατηγορούμενος κατ' αυτό τον τρόπο αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος, καθώς δεν κατέβαλε στον παθόντα το χρηματικό ύψος των ακάλυπτων επιταγών, ζημιώνοντάς τον σε αντίστοιχη έκταση", ακολούθως δε επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, αφενός μεν δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αφετέρου δε υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας και στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβάσεως, λόγω των ασαφειών και των αντιφάσεων της. Πράγματι: α) ενώ, η απόφαση δέχεται στο σκεπτικό ότι οι επίδικες δύο επιταγές με αριθμό ..... ποσού 1.000.000 δραχμών η πρώτη και με αριθμό ..... και ποσού 300.000 δραχμών η δεύτερη, εκδόθηκαν από το Β, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία HEILINGEN ENTERPRISES, σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αμερικανικές Επιστημονικές Εκδόσεις Α.Ε", Αντιπρόεδρος του ΔΣ της οποίας και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος, στο διατακτικό της, αντιφατικώς αναφέρεται ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν σε διαταγή του τελευταίου (κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος), και του μη διαδίκου Α, β) ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τον ειρημένο Β (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) έπεισαν ψευδώς τον πολιτικώς ενάγοντα να δεχθεί τις άνω επιταγές, με αποτέλεσμα και εξαιτίας της μη πληρωμής τους να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος, στο διατακτικό, όλως αντιφατικά, κηρύσσεται ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος του ότι από κοινού με άλλον, ήτοι με τον ανωτέρω Α, και με τον ειρημένο Β, τέλεσαν την εν λόγω πράξη και ότι από την πράξη αυτή αποκόμισε αυτός (μόνο) παράνομο περιουσιακό όφελος, καθώς δεν κατέβαλε στον παθόντα το χρηματικό των ακαλύπτων επιταγών ζημιώνοντάς τον σε αντίστοιχη έκταση, και γ) δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα με ποιο τρόπο, ο αναιρεσείων ατομικά, και ο συναυτουργός του Β, αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος, από τη μη πληρωμή των επίδικων εντολών, τη στιγμή που αυτός (αναιρεσείων) ενεργούσε, όχι ατομικά, αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " Αμερικανικές Επιστημονικές Εκδόσεις Α.Ε". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 667/28-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ανεπάρκεια αιτιολογίας και αντιφατικές παραδοχές.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη.
| 0
|
Αριθμός 123/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κουρή, περί αναιρέσεως της 2634/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1315/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος και της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 286 παρ. 1 του ΠΚ όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι πρόκειται έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ανήκει στα εγκλήματα για την αντικειμενική υπόσταση των οποίων ως τετελεσμένων, απαιτείται κατά νόμο ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, ήτοι στην πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου. Στην έννοια της ενέργειας περιλαμβάνεται και η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, διότι εκείνος που παραλείπει να ενεργήσει κάτι σύμφωνα με τους κανόνες, ενεργεί παρά τους κανόνες τους κοινώς αναγνωρισμένους, ήτοι τους τεχνικούς κανόνες που εφαρμόζονται και ακολουθούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση από εκείνους που ασχολούνται με έργα οικοδομικά ή κατεδάφισης και τους οποίους τηρούν με την πεποίθηση ότι είναι σωστοί. Μεταξύ των υποκειμένων του εγκλήματος του άρθρου 286 ΠΚ, είναι και ο διευθύνων το οικοδομικό έργο, όπως ο επιβλέπων μηχανικός ή αρχιτέκτων, ο συντάξας τους στατικούς υπολογισμούς, καθώς και εκείνος που διευθύνει την εκτέλεση του έργου και δίδει οδηγίες και διαταγές υποχρεωτικές για εκείνους που εκτελούν αυτές. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 2634/2007 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Κατά την ανέγερση πολυκατοικίας στην οδό .... στα ..... στις 9-4-2003, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας ο πρώτος ως ιδιοκτήτης και εργολάβος και ο δεύτερος ως υπεύθυνος - επιβλέπων μηχανικός, από αμέλεια δεν ενήργησαν σύμφωνα με τους κοινά αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες ασφάλειας των γειτονικών κτιρίων, που πρέπει να τηρούνται κατά την κατασκευή κάθε κτιρίου. Ειδικότερα, κατά την εκτέλεση των διαφόρων εργασιών στην οικοδομή αυτή για την κατεδάφιση μεσοτοίχου, εκσκαφή και κατασκευή των θεμελίων από οπλισμένο σκυρόδεμα, δεν έλαβαν τα ενδεικνυόμενα προστατευτικά μέτρα, για να μην προκαλέσουν κίνδυνο από στατική και δομική άποψη στην γειτονική οικοδομή της εγκαλούσας Ψ, με την κατασκευή μεταλλικών ικριωμάτων κατά μήκος των όψεων και των ορίων με τις όμορες οικοδομές, την κατασκευή τοίχων αντιστήριξης για την αποφυγή καθίζησης του εδάφους κ.λ.π. Εξαιτίας αυτής της αμελούς συμπεριφοράς τους, προκλήθηκαν αποκολλήσεις τοίχων, πτώσεις και εκτεταμένες ρωγματώσεις σε πολλά σημεία της γειτονικής οικοδομής της εγκαλούσας, από τις οποίες μπορεί να προκύψει βλάβη σε άνθρωπο. Η ανωτέρω κατάσταση επικινδυνότητας από δομική και στατική άποψη στην οικοδομή της εγκαλούσας, που προκλήθηκε από την περιγραφείσα αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, προκύπτει από την από ... έκθεση επικίνδυνης οικοδομής της Υπηρεσίας Πολεοδομίας του Δήμου ... και την από 29-7-2003 αναθεωρητική έκθεση της ίδιας Υπηρεσίας, καθώς και την από 12-1-2005 τριτοβάθμια έκθεση επικίνδυνης οικοδομής της Δ/νσης ΠΕΧΩ Αττικής, που αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ (εγκαλούσας) και Α, το περιεχόμενο των οποίων (εκθέσεων) δεν αναιρείται από αντίθετα βάσιμα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της ανωτέρω πράξης που τους αποδίδει το κατηγορητήριο". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 15, 26 παρ.1, 28 παρ.1, 51, 53, 79 και 286 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, ενώ, αναφέρει και αιτιολογεί την ύπαρξη της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του, να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και τον επιτακτικό κανόνα από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ. Η υποχρέωση του δε αυτή πηγάζει από τους γενικώς παραδεδεγμένους τεχνικούς κανόνες, οι οποίοι είναι γενικώς γνωστοί και εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση των εν λόγω έργων, από προπαιδευμένους και έμπειρους τεχνικούς. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες το επελθόν αποτέλεσμα, οφείλεται στην παράλειψή του αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος μηχανικού, κατά τη διάρκεια των εργασιών εκσκαφής των θεμελίων της οικοδομής, να λάβει τα προσήκοντα μέτρα αντιστήριξης του τοίχου της γειτονικής οικοδομής, όπως, επίσης αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, από την ως άνω παράλειψή του προκλήθηκαν αποκολλήσεις του τοίχου, πτώσεις και εκτεταμένες ρωγματώσεις σε πολλά σημεία της όμορης οικοδομής, από τις οποίες υπήρχε σοβαρή πιθανότητα μελλοντικής βλάβης της υγείας ανθρώπου. Επίσης, από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, γίνεται φανερό ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται αναμφισβήτητα και αναφέρονται ρητώς όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, συνεπώς και αυτές των μαρτύρων Β και Γ, και όχι μόνο σε ορισμένα από αυτά, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ο αναιρεσείων, προκύπτουν τα αντίθετα από όσα δέχθηκε το Δικαστήριο σχετικώς με τα πιο πάνω, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, το Τριμελές Εφετείο κατέληξε στην περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, και όλα τα αναγνωσθέντα, κατά τα αναφερόμενα στα πρακτικά, έγγραφα, επομένως και το με αριθ. πρωτ. ΠΕΧΩ 6868/Φ.5-3/12-1-2004, έγγραφο που αναφέρει ο αναιρεσείων, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και αξιολόγηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 2634/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για παράβαση των κανόνων οικοδομικής, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραβίαση κανόνων οικοδομικής.
| 0
|
Αριθμός 124/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τατάκη, περί αναιρέσεως της ΒΤ-4419/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1553/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκησή του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. H ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο τούτο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη με αριθμό ΒΤ 4419/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του κατηγορουμένου, και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 7484/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε για παράβαση του νόμου περί επιταγών (άρθρο 79 ν. 5960/1933). Το Δικαστήριο, όμως, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να σχηματίσει την ως άνω κρίση του, έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και τα σώματα των δυο επίδικων επιταγών, σχετικά με την αναγραφόμενη στην οπίσθια πλευρά αυτών διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου, που όμως, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από το αιτιολογικό της ίδιας απόφασης δεν προκύπτει ότι τα πιο πάνω έγγραφα προέκυψαν από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτά απλώς διαλαμβάνονται ιστορικά. Έτσι, όμως, εξ' αυτού του λόγου, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (ενώ παρέλκει η έρευνα για τον πρώτο λόγο αναιρέσεως) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι, παρά το γεγονός ότι συντρέχει βάσιμος λόγος να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το θέμα της παραγραφής των πράξεων θα ερευνηθεί από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα, ότι η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΒΤ 4419/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση του λόγου: α) της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής, και β) απόλυτης ακυρότητας. Αναιρεί για απόλυτη ακυρότητα, γιατί έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία δεν είχαν αναγνωσθεί. Αναιρεί και παραπέμπει. Το θέμα της παραγραφής θα ερευνηθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον κριθεί εμπρόθεσμη και παραδεκτή η έφεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 122/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο, περί αναιρέσεως της 985/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 27 Ιουλίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1856/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠοινΔ "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η διάταξη του άρθρου 349 του ίδιου Κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ.". Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε το αίτημα αναβολής. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. (ΟλΑΠ 7/2005).Αν δε το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και απορρίψει την εκδικαζόμενη έφεση του απολιπόμενου κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 985/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 2291/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου 66 του ν. 2121/1993 σε φυλάκιση δύο ετών και χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, μετά την απόρριψη, υποβληθέντος δια απεσταλμένου από τον κατηγορούμενο αγγέλου, αιτήματός του για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων μη εμφανίσεώς του στο ακροατήριο του δικαστηρίου, για να υποστηρίξει την έφεσή του. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στο οποίο είχε προσδιορισθεί να εκδικασθεί έφεση του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής με αριθμό 2291/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών-κατηγορούμενος, αλλά αντ' αυτού εμφανίσθηκε, ως άγγελος, ο μάρτυρας Α, ο οποίος ανήγγειλε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί λόγω ασθενείας του να εμφανισθεί στο ακροατήριο και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκόμισε στο Δικαστήριο την από 1-11-2006 ιατρική βεβαίωση του κατοίκου ..... ειδικού παθολόγου ιατρού Β, η οποία αναγνώσθηκε, και ο ίδιος εξετάσθηκε ως μάρτυρας καταθέτοντας ενόρκως ότι " ο κατηγορούμενος είναι άρρωστος. Καθώς ερχόταν στην ..... από την ..... για να είναι στη δίκη σήμερα, με πήρε τηλέφωνο, γιατί θα περνούσε από το μαγαζί μου να φάει και μου είπε πως δεν ένοιωθε καλά. Στην ..... μένει. Στην ..... τώρα είναι σε κάποιο γνωστό. Του πήγα φαγητό και είδα που πήγαινε στην τουαλέτα, έκανε εμετό και διάρροια. Του πήγα μπριζόλα πατάτες και σαλάτα. Ο γιατρός τον είδε χθές στη ....., καθώς ερχόταν από την ..... στην ..... . Την ακριβή διεύθυνση που βρίσκεται τώρα στην ..... δεν τη γνωρίζω, ξέρω το δρόμο να πάω, αλλά δεν ξέρω ακριβή διεύθυνση. Ζητώ για λογαριασμό του αναβολή της δίκης". Επίσης, από την αναγνωσθείσα ως άνω ιατρική βεβαίωση, επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εξετασθείς στη .....την 1-11-2006, παραμονή της δίκης, βρέθηκε από τον εν λόγω ιδιώτη ιατρό πάσχων "από εμπύρετο γαστρεντερίτιδα με εμέτους και διάρροια- αφυδάτωση". Το δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία όσον αφορά την παρεμπίπτουσα απόφαση:
"Από την κατάθεση του μάρτυρα, σε συνδυασμό με το αναγνωσθέν ιατρικό πιστοποιητικό, το δικαστήριο δεν πείθεται ως προς τη σπουδαιότητα της ασθένειας, από την οποία φέρεται ότι πάσχει ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι περίπου 30 ετών, αφρικανός μετανάστης στην Ελλάδα και προσπαθεί να διαβιώσει με την παράνομη εμπορία πλαστογραφημένων ψηφιακών δίσκων μουσικής, πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί πρωτοδίκως. Αυτό, που σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα θα έπρεπε να γίνει δεκτό, είναι το ότι ο κατηγορούμενος [δήθεν] ξεκίνησε χθες από την ....., όπου διαμένει, για να έρθει στην ....., όπου έχει γνωστούς και όπου φέρεται τελεσθείσα η αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, προκειμένου να βρίσκεται κοντά στη ....., όπου είχε πρόθεση να έρθει σήμερα για να εμφανισθεί στο δικαστήριο προκειμένου να υποστηρίξει την έφεσή του. Και ότι καθ' οδόν (δήθεν) άρχισε να έχει σοβαρές ενοχλήσεις, δηλαδή διάρροιες και εμέτους που τον ανάγκασαν να επισκεφθεί παθολόγο ιατρό στη ..... . Και ότι ο ιατρός [δήθεν] διέγνωσε "εμπύρετο γαστρεντερίτιδα με εμετούς και διάρροιες που είχαν προκαλέσει αφυδάτωση". Αλλά ότι, παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος [δήθεν] συνέχισε το ταξίδι του μέχρι την ....., όπου κατέλυσε σε σπίτι γνωστού του [αλλά αγνώστου στο μάρτυρα, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη διεύθυνση του σπιτιού] και όπου ο μάρτυρας, που διατηρεί εστιατόριο και είχε ενημερωθεί σχετικώς, του πήγε για φαγητό "μπριζόλα, πατάτες και σαλάτα", δηλαδή εδέσματα που σύμφωνα με την κοινή πείρα αντενδείκνυνται ως διατροφή κάποιου που πάσχει από γαστρεντερίτιδα. Και, τέλος, ότι ο κατηγορούμενος [δήθεν] δεν είναι σε θέση να εμφανισθεί στο δικαστήριο σήμερα, παρά το γεγονός ότι χθες, με τα συμπτώματα της γαστρεντερίτιδας, ολοκλήρωσε το ταξίδι του από την ..... μέχρι την ..... και έφαγε το ακατάλληλο φαγητό του. Όλα αυτά, που θα ήθελε ο κατηγορούμενος να γίνουν αποδεκτά από το δικαστήριο προκειμένου να του χορηγηθεί αναβολή, δεν αντέχουν στη βάσανο της κοινής λογικής και ελέγχονται ως αναληθή και προσχηματικά. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το προβαλλόμενο αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση, αναφέρονται σε αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί για τους οποίους δεν πείστηκε ότι ο μάρτυρας κατέθεσε αληθή γεγονότα ότι ο κατηγορούμενος ήταν στην πραγματικότητα ασθενής, με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, ότι τελικά δεν είναι ασθενής, αφού ο μάρτυρας, που διατηρεί στην ..... εστιατόριο, όπως ο ίδιος κατέθεσε, στον κατηγορούμενο που έπασχε από γαστρεντερίτιδα και τον είδε σε σπίτι να κάνει διάρροιες και εμέτους, του πήγε και του σερβίρισε ως φαγητό "μπριζόλα, πατάτες και σαλάτα", που αντενδείκνυνται σε μία τέτοια κατάσταση γαστρεντερίτιδας, ενώ (ο ίδιος μάρτυρας) δεν ανέφερε στο Δικαστήριο τη διεύθυνση που διέμεινε ο ασθενής, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε αναζήτησή του από ιατροδικαστή που τυχόν θα απέστελλε το Δικαστήριο. Αναφέρονται επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι αποδείξεις που στηρίζουν την παραπάνω κρίση του. Ειδικότερα, αιτιολογείται γιατί τα περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και αφορούσαν την κατάσταση της υγείας του, δεν θεωρούνται αληθινά, ώστε ως σημαντικά αίτια, να οδηγήσουν στην παραδοχή του αιτήματός της αναβολής, για την αδυναμία του να εμφανιστεί στο ακροατήριο. Μετά ταύτα το Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως ανυποστήρικτη την έφεση του μη εμφανισθέντος για να την υποστηρίξει κατηγορουμένου, αφού έλεγξε και διαπίστωσε το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλητεύσεώς του, δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του.
Συνεπώς οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και των προσθέτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Συνακόλουθα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2006 αίτηση του Χ και τους από 27-7-2007 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 985/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήματος αναβολής και στη συνέχεια απόρριψη εφέσεως του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτης. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης και ίδιοι πρόσθετοι λόγοι για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης, που απέρριψε το δια αγγέλου υποβληθέν αίτημα αναβολής του απόντος κατηγορουμένου λόγω σημαντικών αιτίων ασθενείας του και στη συνέχεια απέρριψε καθ’ υπέρβαση εξουσίας το Δικαστήριο την έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, διότι υπάρχει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 120/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδέλλη, περί αναιρέσεως της 785/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ζ1, 2. Ζ2, 3. Ζ3, 4. Ζ4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο και 5. Ζ5, που παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 646/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Ειδικά δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 785/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν οι τρεις αναιρεσείουσες, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών η καθεμία, η οποία ποινή ανεστάλη επί τριετία. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά, στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι, από τις ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και τις απολογίες των κατηγορούμενων και την όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής:
"Τον Ιούνιο του έτους 2001 η Ψ, ηλικίας 71 ετών, μητέρα των πολιτικώς εναγουσών Ζ1, Ζ2, Ζ5 και Ζ4 και σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος Ζ3, η οποία, εκτός των παθολογικών της προβλημάτων (φυματιώσεως κ.λ.π, ), έπασχε από διπολική συναισθηματική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), νοσηλευόταν στο "Γεμέλειο" Γηροψυχιατρικό Τμήμα του Δρομοκαΐτειου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Την Παρασκευή 15 Ιουνίου 2001 ο θεράπων ιατρός της πιο πάνω ασθενούς .... της επέτρεψε να περάσει το Σαββατοκύριακο στην οικία της κόρης της Ζ1, όπου έμενε τον περισσότερο καιρό όταν δεν νοσηλευόταν, για το λόγο δε αυτό της χορήγησε σχετική άδεια. Όμως κατά τη διάρκεια της άδειας της η ασθενής παρουσίασε άγχος, ανησυχία, επιθετικότητα και τάσεις φυγής και η κατάσταση της συνεχώς χειροτέρευε. Έτσι το Σάββατο 16 Ιουνίου 2001 οι οικείοι της αποφάσισαν να την οδηγήσουν και πάλι στο νοσοκομείο, όπου στις 20.30' περίπου τη συνόδευσαν οι κόρες της Ζ2 και Ζ5 και ο γαμβρός της ...., χρειάστηκε δε να τη συνοδεύσουν και οι τρεις διότι ήταν ανεξέλεγκτη. Την επομένη (Κυριακή 17 Ιουνίου 2001) την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο η κόρη της Ζ1, η οποία έμεινε μαζί της μέχρι το μεσημέρι. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας την επισκέφθηκε η κόρη της Ζ2, η οποία την βρήκε σε άθλια κατάσταση, μέσα σε ακαθαρσίες, δεδομένου ότι της είχε χορηγηθεί, πλην της άλλης θεραπευτικής αγωγής, και υπακτικό, αφού παραπονούνταν για δυσκοιλιότητα. Η κόρη της την οδήγησε στο λουτρό, όπου την έπλυνε και από εκεί σε ένα παγκάκι στον περίβολο του νοσοκομείου προκειμένου να στεγνώσει, ενώ η ίδια προσπάθησε να τακτοποιήσει και να καθαρίσει το κρεβάτι και το θάλαμο της ασθενούς, παρακολουθώντας την παράλληλα από το παράθυρο. Στις 18.15' και ενώ συνέχιζε αυτή την εργασία, κτύπησε το καμπανάκι που ειδοποιούσε ότι σερβίρεται το φαγητό και γι' αυτό βγήκε να παραλάβει τη μητέρα της, διαπίστωσε όμως ότι αυτή δεν βρισκόταν πια στο παγκάκι όπου την είχε αφήσει. Την αναζήτησε για λίγο χωρίς αποτέλεσμα, κατόπιν πήγε στην τραπεζαρία για να δει μήπως είχε πάει μόνη της εκεί και, επειδή και πάλι δεν την βρήκε, ειδοποίησε τις κατηγορούμενες Χ1, Χ2 και Χ3, από τις οποίες οι πρώτη και δεύτερη ήταν νοσηλεύτριες και η τρίτη φύλακας ασθενών και οι οποίες την ημέρα εκείνη εκτελούσαν χρέη εφημερεύοντος νοσηλευτικού προσωπικού. Μετά από έρευνα, στην οποία συμμετείχαν οι κατηγορούμενες και η κόρη της ασθενούς, που ερευνούσαν σε διαφορετική κατεύθυνση η καθεμία, η δεύτερη κατηγορουμένη βρήκε την ασθενή σε απόσταση 200 μέτρων περίπου μέτρων από το σημείο που την είχε αφήσει η κόρη της. Η τελευταία παρέμεινε μαζί με την ασθενή μέχρι τις 21.00' της ίδιας ημέρας (17 Ιουνίου 2001), οπότε έφυγε από το νοσοκομείο, αφού προηγουμένως της χορήγησε τα φάρμακα της και τη βοήθησε να κατακλιθεί. Φεύγοντας ειδοποίησε σχετικά τις κατηγορούμενες, ζητώντας από αυτές να προσέχουν διότι η μητέρα της είχε παρουσιάσει τάσεις φυγής, γεγονός άλλωστε του οποίου και αυτές είχαν ιδία αντίληψη λόγω του συμβάντος της εξαφανίσεως της που είχε προηγηθεί. Την επομένη (Δευτέρα 18 Ιουνίου 2001) και ώρα 08.00' περίπου, η ίδια πιο πάνω κόρη της ασθενούς ξαναπήγε στο νοσοκομείο προκειμένου να την επισκεφθεί. Όμως δεν την βρήκε στο θάλαμο της, ο οποίος ήταν τακτοποιημένος και το κρεβάτι της στρωμένο. Ρώτησε την τρίτη κατηγορουμένη και αυτή της απάντησε ότι έφυγε και δεν ήξερε πού πήγε, την παρέπεμψε δε στην προϊσταμένη. Η τελευταία σε ερώτηση της γιατί δεν ενημέρωσαν αυτήν και τους άλλους οικείους της ασθενούς, της απάντησε ότι δεν τους ενημέρωσαν "για να μην τους ανησυχήσουν". Οι έρευνες για την ανεύρεση της Ψ οι οποίες επακολούθησαν απέβησαν άκαρπες, μέχρι τις 20 Ιουλίου 2001, οπότε, λόγω της δυσοσμίας, εντοπίστηκε το πτώμα της σε ύπτια θέση και φορώντας το νυχτικό της μέσα στον περίβολο του νοσοκομείου. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής που συντάχθηκε, τα ακριβή αίτια του θανάτου της δεν μπόρεσαν να διαπιστωθούν εξαιτίας του ότι βρισκόταν σε προχωρημένη σήψη, όμως σε κάθε περίπτωση αυτός οφείλεται στο γεγονός ότι περιπλανήθηκε μόνη και αβοήθητη στον προαύλειο χώρο του νοσοκομείου συνολικής εκτάσεως 330 στρεμμάτων, αν και έχρηζε άμεσης ιατρικής περιθάλψεως και φροντίδας λόγω της κατά τ' ανωτέρω επιβαρημένης καταστάσεως ως της υγείας της. Προκλήθηκε δε από αμέλεια των κατηγορουμένων, οι οποίες, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν αυτόν, απορρέουσα από τις ανωτέρω ιδιότητες αυτών ως νοσηλευτριών και ως φύλακα ασθενών αντίστοιχα (λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων του π.δ.104/ 1973, οι οποίες εντάσσουν στους σκοπούς των ψυχιατρικών καταστημάτων και την ασφαλή επίβλεψη των ασθενών), από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, παρέλειψαν να προβούν στην ενδεδειγμένη επιτήρηση της ανωτέρω ασθενούς, παρακολουθώντας αυτήν για το ενδεχόμενο απομακρύνσεώς της από το νοσοκομείο ή, εν ανάγκη, κλειδώνοντας την πόρτα του θαλάμου νοσηλείας της σε περίπτωση που οι ίδιες απομακρύνονταν για λίγο, με αποτέλεσμα, το οποίο αυτές δεν προέβλεψαν, η ασθενής, λόγω της ελλιπούς επιτηρήσεως της, να εξέλθει αρχικά από το θάλαμο της και στη συνέχεια από το νοσοκομείο, να περιπλανηθεί στον προαύλειο χώρο του νοσοκομείου και να επέλθει ο θάνατος αυτής κατά τα προεκτεθέντα. Για όλα τα πιο πάνω σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων αλλά και των μαρτύρων κατηγορίας .... και ....., γαμβρού και οικογενειακής φίλης της ασθενούς αντίστοιχα, οχ οποίοι έχουν ιδία αντίληψη των κατατιθεμένων. Οι καταθέσεις αυτές δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο αλλά ενισχύονται από την αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής. Αντίθετα οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ...., ...., ..... και ..., καθώς και εκείνες των μαρτύρων υπερασπίσεως .... και ... (από τους οποίους οι δεύτερος, πέμπτος και έκτος είναι ιατροί και οι λοιποί νοσηλευτές) δεν κρίνονται αρκετά πειστικές διότι δεν φαίνονται ανεπηρέαστες από την ιδιότητα των πιο πάνω μαρτύρων ως συνεργατών και συναδέλφων των κατηγορουμένων, εν πάση δε περιπτώσει διότι δεν έχουν ιδία αντίληψη των κατατιθεμένων αφού, όπως καταθέτουν, ενημερώθηκαν για το συμβάν εκ των υστέρων. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι κατηγορούμενες πρέπει να κηρυχθούν ένοχες της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, η οποία τους αποδίδεται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, κήρυξε ένοχες τις τρεις κατηγορούμενες, ήδη αναιρεσείουσες, του ότι:
"
Κηρύσσει τις κατηγορούμενες ένοχες του ότι: Στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2001, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν το θάνατο άλλης, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την πράξη τους και παρά το γεγονός ότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος τούτου. Συγκεκριμένα οι πρώτη και δεύτερη (Χ1 και Χ2) ως νοσηλεύτριες και η τρίτη (Χ3) ως φύλακας ασθενών του Γηροψυχιατρικού Τμήματος του Δρομοκαΐτειου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, οι οποίες εκτελούσαν χρέη εφημερεύοντος νοσηλευτικού προσωπικού από τις απογευματινές ώρες της 17ης Ιουνίου 2001 έως τις πρώτες πρωινές ώρες της 18ης Ιουνίου 2001, παρέλειψαν να προβούν στην ενδεδειγμένη επιτήρηση της ηλικίας 71 ετών ασθενούς Ψ, η οποία είχε εισαχθεί στο ανωτέρω νοσοκομείο πάσχουσα από διπολική συναισθηματική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), παρακολουθώντας αυτήν για το ενδεχόμενο απομακρύνσεώς της από το νοσοκομείο ή, εν ανάγκη, κλειδώνοντας την πόρτα του θαλάμου νοσηλείας της σε περίπτωση που οι ίδιες απομακρύνονταν για λίγο, παρά το γεγονός ότι τους είχε επισημανθεί από τους οικείους της ότι τις τελευταίες ημέρες είχε εμφανίσει έντονες τάσεις φυγής, του οποίου άλλωστε είχαν και ιδία αντίληψη διότι τις προηγούμενες ώρες της ίδιας ημέρας η ασθενής είχε διαφύγει και είχε βρεθεί μετά από αναζήτηση. Αποτέλεσμα της πιο πάνω αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, το οποίο αυτές δεν προέβλεψαν, ήταν η προαναφερθείσα ασθενής, εκμεταλλευόμενη την ελλιπή επιτήρηση της, να εξέλθει αρχικά από το θάλαμο της και στη συνέχεια από το νοσοκομείο και να περιπλανηθεί στον προαύλειο χώρο του νοσοκομείου συνολικής εκτάσεως 330 στρεμμάτων και για το λόγο αυτό να αποβιώσει, από αίτια τα οποία δεν μπόρεσαν μεν να διαπιστωθούν επακριβώς διότι το πτώμα της βρέθηκε μετά τριάντα τρεις ημέρες (στις 20 Ιουλίου 2001) σε κατάσταση προχωρημένης σήψεως, όμως σε κάθε περίπτωση εξαιτίας του ότι περιπλανήθηκε μόνη και αβοήθητη αν και έχρηζε άμεσης ιατρικής περιθάλψεως και φροντίδας λόγω της επιβαρημένης καταστάσεως της υγείας της. Οι κατηγορούμενες είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του θανάτου της προαναφερθείσης ασθενούς, απορρέουσα από την ιδιότητα τους ως νοσηλευτριών του ανώτερο τμήματος, οι οποίες ήταν ενήμερες για τις έντονες τάσεις φυγής που παρουσίαζε η ασθενής, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων του π.δ. 104/1973, οι οποίες εντάσσουν στους σκοπούς των ψυχιατρικών καταστημάτων και την ασφαλή επίβλεψη των ασθενών". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15,26 παρ.1 β, 28, 302 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια των αναιρεσειουσών, νοσηλευτριών των δύο πρώτων και φύλακα ασθενών της τρίτης, ήτοι ποία συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα όφειλαν να πάρουν, ως εκ των καθηκόντων τους εκ της παραπάνω υπαλληλικής τους ιδιότητας και δη ότι δεν μερίμνησαν, όπως είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως άνω από την υπαλληλική έννομη σχέση, αλλά και από το ισχύον Π.Δ. 104/1973, που εντάσσει στους σκοπούς των ψυχιατρικών καταστημάτων και την ασφαλή επίβλεψη των ασθενών και έτσι από έλλειψη της δέουσας προσοχής την οποίαν όφειλαν κατά τα πιο πάνω και μπορούσαν να καταβάλουν, ενώ μάλιστα την ημέρα της εξαφανίσεως της θανούσας ασθενούς, η θυγατέρα της τελευταίας πολιτικώς ενάγουσα Ζ2, περί ώρα 21.00, της 17-6-2001, αμέσως μετά την κατάκλιση της ασθενούς μητέρας της, ενημέρωσε και τις τρεις κατηγορούμενες, φεύγοντας, ότι η ηλικίας 71 ετών ασθενής μητέρα της, πάσχουσα από διπολική συναισθηματική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), με αυτό το ιστορικό και διάγνωση νοσηλευόμενη αρκετό καιρό από το 1993, και τελευταία από 11-5-2001, στο νοσοκομείο αυτό, είχε παρουσιάσει τάσεις φυγής, πράγμα που τους επεσήμανε και τους ζήτησε να την προσέχουν, αυτές όμως γνωρίζουσες αυτό το συμβάν, ως και, από ιδία αντίληψη, ότι και τις προηγούμενες ώρες της ίδιας ημέρας η παθούσα είχε διαφύγει και πάλι και είχε βρεθεί μετά από αναζήτηση, εκτελούσες χρέη εφημερεύοντος νοσηλευτικού προσωπικού και φύλακα ασθενών αντίστοιχα, παρέλειψαν να προβούν στην ενδεδειγμένη επιτήρηση της ασθενούς, παρακολουθώντας αυτήν για το ενδεχόμενο και νέας απομακρύνσεώς της από το νοσοκομείο. Αποτέλεσμα δε, το οποίο οι αναιρεσείουσες δεν προέβλεψαν, ήταν η εν λόγω αδύναμη και υπερήλικη ασθενής, λόγω της άνω παθήσεώς της και της ελλιπούς επιτηρήσεώς της, να εξέλθει αρχικά από το θάλαμό της και στη συνέχεια από το νοσοκομείο, να περιπλανηθεί στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου, μη δυνάμενη να επιστρέψει λόγω της παθήσεώς της, μόνη και αβοήθητη, να ταλαιπωρηθεί και αποδυναμωθεί και να επέλθει ο θάνατός της, από αιτία που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί από την ιατροδικαστική νεκροψία- νεκροτομή, διότι βρέθηκε το πτώμα της ασθενούς, σε ύπτια θέση, φορώντας το νυχτικό της, μέσα στον εκτάσεως 330 στρεμμάτων περίβολο του ίδιου του νοσοκομείου, μετά 33 ημέρες, λόγω της δυσοσμίας, σε προχωρημένη σήψη, που όμως σε κάθε περίπτωση ο θάνατος αυτός οφείλεται στο γεγονός ότι περιπλανήθηκε και καταπονήθηκε όλη τη νύχτα η ασθενής μόνη και αβοήθητη στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου που νοσηλευόταν, αν και έχρηζε άμεσης ιατρικής περιθάλψεως και φροντίδας, λόγω της επιβαρημένης ως άνω καταστάσεως της υγείας της. Αναφέρεται δε στο αιτιολογικό και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αναφερομένων παραλείψεων, ως μόνης ενεργού αιτίας και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου της νοσηλευόμενης στο Γηροψυχιατρικό Τμήμα του Δρομοκαϊτειου ΨΝΑ, που υπηρετούσαν οι κατηγορούμενες, γεγονός που θα αποφευγόταν, αν οι κατηγορούμενες υπάλληλοι είχαν λάβει, όπως όφειλαν εκ των καθηκόντων τους, κατά τη βάρδια της υπηρεσίας τους που επισυνέβη το άνω γεγονός, τα παραπάνω επιβαλλόμενα και προσήκοντα προστατευτικά μέτρα επιτηρήσεως και παρακολουθήσεως, τα οποία όφειλαν να είχαν λάβει, και, αν είχαν λάβει, ασφαλώς θα αντιλαμβάνοντο την έγερση από την κλίνη της και την έξοδο από το θάλαμο που αυτές επιτηρούσαν της άνω θανούσας ασθενούς. Το ότι στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρει στις παραλείψεις των κατηγορουμένων, ότι παρέλειψαν να προβούν στην ενδεδειγμένη επιτήρηση της ασθενούς, παρακολουθώντας αυτήν, για το ενδεχόμενο απομακρύνσεώς της από το νοσοκομείο "ή, εν ανάγκη, κλειδώνοντας την πόρτα του θαλάμου νοσηλείας της σε περίπτωση που οι ίδιες απομακρύνονταν για λίγο", πράγμα το οποίο ισχυρίζονται ότι δεν είχαν αυτές δικαίωμα να πράξουν και απαγορεύεται από τους κανόνες της Ψυχιατρικής και του Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δε δημιουργεί καμία ακυρότητα και εκ περισσού αναφέρεται σαν δευτερεύον και δυνατό πρόσθετο μέτρο προστασίας της έχουσας εκδηλώσει τάσεις φυγής παθούσας ασθενούς, που μπορούσαν να είχαν πάρει. Επίσης το τυχόν γεγονός της νοσηλείας 50 ασθενών, δεν αναιρεί ούτε μειώνει την άνω ευθύνη των αναιρεσειουσών για επιτήρηση και της συγκεκριμένης ασθενούς, που ήδη είχε εκδηλώσει τάσεις φυγής και διαγραφόταν κίνδυνος για την υγεία της και τη ζωή της. Τέλος, η αιτίαση των αναιρεσειουσών ότι στην απόφαση δε γίνεται καμία διάκριση "εάν όλες μαζί ή εκάστη κεχωρισμένα ή εναλλάξ θα έδει να πράξουν αυτό που εσφαλμένα δέχεται η απόφαση ως παράλειψη", είναι απορριπτέα, καθόσον και στα δια παραλείψεως εγκλήματα, ο κάθε συμμέτοχος μπορεί να πραγματώσει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, πράγμα που γίνεται δεκτό κατά τα παραπάνω και στην προσβαλλόμενη απόφαση για τις κατηγορούμενες.
Επίσης δεν υπάρχει καμία ασάφεια, λογικό κενό ή αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, το αιτιολογικό δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, γίνεται συσχέτιση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων και των προκυπτόντων από αυτά πραγματικών περιστατικών, το ότι εξαίρονται οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων κατηγορίας δε σημαίνει ότι δεν αξιολογήθηκαν και οι καταθέσεις άλλων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που κρίθηκαν " όχι αρκετά πειστικές", κατά την ενέλεγκτη περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου. Ήτοι έγινε ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία δεν παραβιάστηκε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νομίμου βάσης και οι σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειουσών είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β, Δ'και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ)και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων( άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2007 αίτηση αναιρέσεως των α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, για αναίρεση της με αριθ. 785/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ, για καθεμία από αυτές και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, δια παραλείψεως ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως. Έννοια άρθρ. 15 και 302 ΠΚ. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ακροάσεως έλλειψη.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 127/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Λιάνα Μουμουζή, περί αναιρέσεως της 204/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1180/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 266 ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 264 και 28 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εξ αμελείας εμπρησμού πρέπει: 1) ο δράστης να μη κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, υπό τις ίδιες περιστάσεις, να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της συνήθους πείρας και λογικής, 2) να είχε αυτός τη δυνατότητα, ενόψει των προσωπικών ιδιοτήτων, των γνώσεων και των ικανοτήτων του, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και ν' αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, 3) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος και 4) από την προξενηθείσα πυρκαϊά να προκλήθηκε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος διακινδυνεύσεως, για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται ο κίνδυνος που προκύπτει από την πυρκαϊά να είναι κοινός, με την έννοια της απειλής και διακινδύνευσης όχι μόνο ενός συγκεκριμένου πράγματος, αλλά ευρύτερου κύκλου ξένων πραγμάτων σε έκταση ανεπίδεκτη προσδιορισμού. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και μπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη για την περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως υπάρχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι διαπιστώνονται ασάφειες ή κενά στο πόρισμα της αποφάσεως σχετικά με τα στοιχεία ή την ταυτότητα της πράξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 204/2007 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά ότι " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε την πράξη του εμπρησμού εξ' αμελείας όπως περιγράφεται η πράξη στο διατακτικό, αφού ήταν υπεύθυνος συντήρησης του δικτύου της ΔΕΗ και δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη συντήρηση του δικτύου της ΔΕΗ με αποτέλεσμα να προκληθούν σπινθήρες στη κολώνα, να πέσουν στο έδαφος και να αναφλεγούν τα ξερά χόρτα που δεν τα είχε καθαρίσει γύρω από την κολώνα". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως του εμπρησμού από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα: α) δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά εκείνα, που συνέχονται με την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, όπως επίσης, δεν διαλαμβάνονται αντίστοιχα περιστατικά, ώστε με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, τις γνώσεις και την εμπειρία του, μπορούσε να προβλέψει και στη συνέχεια να αποτρέψει το αποτέλεσμα που επήλθε, β) στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα τόσο στο αιτιολογικό της, όσο και στο διατακτικό της, δεν διαλαμβάνονται και δεν προσδιορίζονται τα αναγκαία εκείνα περιστατικά, που συνέχονται με συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψή του αναιρεσείοντος, όπως, επίσης, δεν προσδιορίζονται τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε αυτός να λάβει σχετικά με τη συντήρηση του δικτύου μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας, και τα οποία στη συνέχεια δεν μερίμνησε να λάβει, ακόμη δε αν αυτός είχε τη δυνατότητα να αποφύγει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, και με ποιο τρόπο θα μπορούσε να αποφύγει τη δημιουργία των σπινθήρων, και γ) αν ο ίδιος ήταν επιφορτισμένος ή όχι με την καθαριότητα του περιβάλλοντος χώρου, καθώς και τον επιτακτικό κανόνα που του επέβαλε τη λήψη των ως άνω προστατευτικών μέτρων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 204/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εμπρησμός από αμέλεια. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος εμπρησμού. Ανεπάρκεια αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εμπρησμός.
| 1
|
Αριθμός 114/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Ζ και 2) Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 103/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Φεβρουαρίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 435/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 255/14/5/2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § § 1+4, 138 § 2β, 473 § 1, 474 § 2, 482 § 1Α περ. α 484 § 1, 485 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αριθ. 34/22-2-2008 και 35/22-2-2008 (ενώπιον του Γραμματέα Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών), αντιστοίχως, αναιρέσεις των 1) Χ, 2) Ζ, ασκηθείσες δια της πληρεξουσίας δικηγόρου των 'Αννας Μαντέλου κατά του υπ'αρ. 103/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα: Ι) Με το υπ'αρ. 3637/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών οι κατηγορούμενοι παρεπέμφθησαν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όπως δικασθούν ως υπαίτιοι παραβάσεως του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας (χωρίς δικαίωμα εγγραφή, αναπαραγωγή στο πρωτότυπο, θέση σε κυκλοφορία και κατοχή με σκοπό θέσης σε κυκλοφορία έργων που είναι αντικείμενα πνευματικής ιδιοκτησίας) κατ'επάγγελμα και από κοινού (άρ. 13 εδάφ. στ 14, 26 § ια, 27 § 1 45 Π.Κ. και αρ. 66 § 1,3 β Ν. 2121/93 ως αντικ. με άρθρο 81 § 9 Ν.3057/02). Κατά του ανωτέρω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις οι οποίες απερρίφθησαν με το υπ'αρ. 2173/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εν λόγω βουλεύματος άσκησαν αναιρέσεις που έγιναν δεκτές με την υπ'αριθ. 1881/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) και παρεπέμφθη η υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο υπ'αρ. 103/2008 βούλευμα απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου, απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις, επεκύρωσε το εκληθέν βούλευμα και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα.
ΙΙ) Το αμέσως ανωτέρω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επεδόθη εις τους κατηγορουμένους (με θυροκόλληση) την 13-2-2008 και εις την αντίκλητο δικηγόρο τους την 12-2-2008. Οι υπό κρίση υπ'αρ. 34,35 αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν την 22-2-2008 ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών και ως εκ τούτου είναι νομότυπες και εμπρόθεσμες (αρ. 473 § 1, 474 § 1 Κ.Π.Δ.). Είναι επίσης και παραδεκτές διότι αναφέρουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως (άρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ.) ήτοι έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επί των λόγω αναιρέσεως αμφότεροι υποστηρίζουν ότι ελλείπει εις το πρόσωπό τους η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 66 § § 1+3 Ν.2121/93 που προσδιορίζει την κατ'επάγγελμα τέλεση του αδικήματος και θέτει ως προϋπόθεση την προηγούμενη καταδίκη του δράστη για παρόμοια αδικήματα, η οποία ελλείπει εις τα πρόσωπά τους και ουδόλως στοιχειοθετεί την κακουργηματική μορφή. Επίσης ο 1ος αναφέρει ότι η ελάχιστη αναφορά στον δήθεν λειτουργικό εξοπλισμό για την κατ'επάγγελμα παράνομη αναπαραγωγή καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία του προσβαλλομένου, επειδή δεν διαλαμβάνει τον τύπο των αυτόνομων μονάδων αναπαραγωγής κλεψιτύπων ούτε τις ακριβείς λειτουργικές δυνατότητές τους ώστε να είναι εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος. Επίσης διέλαβε το προσβληθέν αναιτιολόγητα ότι τα αντίγραφα ήταν προσιτά στο κοινό ενώ στην πραγματικότητα όλα βρέθηκαν στο σπίτι του και κανένα στο κατάστημά του. Υποστηρίζει ότι υπάρχει απόπειρα διότι ουδέποτε ολοκληρώθηκε η πράξη του, ούτε πωλήθηκαν, ούτε ήταν προσιτά στο κοινό και επομένως δεν προσπορίστηκε εισόδημα. Η 2α υποστηρίζει ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η τέλεση και μάλιστα κατά συναυτουργία και το προσβληθέν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες (εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως), διότι ορθή εφαρμογή του αρ. 177 Κ.Π.Δ. θα οδηγούσε σε απαλλαγή της από την κατηγορία διότι διαλαμβάνει ότι η ίδια αυθόρμητα οδήγησε τον αστυνομικό στο σπίτι τους προς έρευνα επικαλείται σοβαρούς λόγους υγείας (υστερεκτομή, μαστεκτομή), που δεν της επέτρεπαν την απασχόληση στην επιχείρηση του συζύγου της.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 1 § 1 Ν2121/1993: Οι πνευματικοί δημιουργοί, με την δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ'αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμεταλλεύσεως του έργου (περιουσιακό δικαίωμα και το δικαίωμα του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Κατά το αρ. 2 § 1 ιδίου νόμου: "Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις με κείμενο ή χωρίς.....". Το άρθρο 3 § 1 ορίζει ότι: "Το περιουσιακό δικαίωμα δίνει στους δημιουργούς ιδίως την εξουσία (δικαίωμα να επιτρέπουν ή απαγορεύουν: α) την εγγραφή και την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή των έργων τους με οποιοδήποτε μέσο και μορφή εν όλω ή εν μέρει .....". Το άρθρο 12 § 1 ορίζει ότι "το περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να μεταβιβασθεί μεταξύ ζώντων ή αιτία θανάτου" ο δε δημιουργός (αρ. 13 § 1) του έργου μπορεί να καταρτίζει συμβάσεις, με τις οποίες αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο και αυτός αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει εξουσίες, που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα (συμβάσεις εκμεταλλεύσεως). Ο δημιουργός του έργου (άρ. 13 § 2) μπορεί να επιτρέπει σε κάποιον άλλον την άσκηση εξουσιών, που απορρέουν από το περιουσιακό του δικαίωμα (άδειες εκμεταλλεύσεως). Οι συμβάσεις (αρ. 13 § 3) και οι άδειες εκμεταλλεύσεως μπορεί να είναι αποκλειστικές ή μη αποκλειστικές. Οι αποκλειστικές συμβάσεις και άδειες εκμεταλλεύσεως παρέχουν στον αντισυμβαλλόμενο το δικαίωμα να ασκεί τις εξουσίες, στις οποίες αναφέρεται η σύμβαση ή η άδεια κατ'αποκλεισμό οποιουδήποτε τρίτου. Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 46 § 1 και 2 (ως η § 2 αντ. από 81 § 3 Ν.3507 της 9/10-10-2002) Ν. 2121/93. Ως ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες θεωρούνται τα πρόσωπα που ερμηνεύουν ή εκτελούν με οποιονδήποτε τρόπο έργα του πνεύματος, όπως οι μουσικοί, οι τραγουδιστές. Αυτοί έχουν το δικαίωμα να επιτρέπουν ή απαγορεύουν α) την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτελέσεώς τους σε υλικό φορέα, β) την άμεση ή έμμεση-προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή εν όλω ή εν μέρει, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα της ερμηνείας ή εκτελέσεώς τους, γ) την διανομή στο κοινό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτελέσεως με πώληση ή με άλλους τρόπους. Η διάταξη του αρ. 54 ορίζει σχετικά με την ανάθεση διαχειρίσεως και προστασίας του περιουσιακού δικαιώματος ή εξουσιών που απορρέουν από αυτό σε οργανισμούς συλλογικής διαχειρίσεως. Σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 66 § § 1,2 περ. α, γ και 3 εδ. β' Ν. 2121/93, όποιος κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού ή διατάξεων των κυρωμένων με νόμο διεθνών συμβάσεων για την προστασία συγγενικών δικαιωμάτων χωρίς την άδεια του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη και χωρίς την άδεια του παραγωγή υλικού φορέα, ή οργανισμού συλλογικής διαχειρίσεως σε περίπτωση που έχει γίνει τέτοια ανάθεση, αναπαράγει ή θέτει σε κυκλοφορία ή κατέχει με σκοπό να θέση σε κυκλοφορία υλικούς φορείς, που περιέχουν εγγραφή της ερμηνείας ή της εκτελέσεως του έργου που είναι αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους και χρηματική ποινή 2.900-15.000 ευρώ, στην περίπτωση δε που ο υπαίτιος τελεί τις ανωτέρω πράξεις κατ'επάγγελμα, επιβάλλεται σ'αυτόν κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 5 έως 20 εκατομμυρίων δραχμών. Κατά την παράγραφο 3 άνω άρθρου θεωρείται ότι η πράξη έχει τελεσθεί κατ'επάγγελμα και όταν ο δράστης έχει καταδικαστεί για αδικήματα του ιδίου άρθρου ή για παράβαση των διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας που ίσχυαν πριν απ'αυτό με αμετάκλητη απόφαση σε ποινή στερητική της ελευθερίας ποινή. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο δράστης δεν θα έχει καταδικασθεί άλλη φορά για παράβαση του Νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας, για τον επάγγελμα χαρακτηρισμό της πράξεως εφαρμόζεται απλώς η διάταξη του αρ. 13 εδαφ. στ' Π.Κ. ως τούτο προσετέθη με 1 § 1 Ν. 2408/1996, συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις της όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 316/2005 σε Συμβούλιο Ποιν. Χρ. ΝΕ/2005 σελ. 973). Κατ'επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλ. όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος (Α.Π. 692/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ/2001 σελ. 47). VI) Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 K.Π.Δ. (όπως το τελ. συμπληρώθηκε με αρ. 2 § 5 Ν.2408/1996) προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρ. 484 § 1δ Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβούλιο Ποιν. Χρ. ΝΓ/638, Α.Π. 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ/978). Κατά το άρθρο 484 § 1β του Κ.Ποιν.Δ. λόγον αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. V). Το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά την ορθή ανάπτυξη του νομικού μέρους, εδέχθη ότι: Μετά από στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, και ειδικότερα από την έγκληση, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, τις απολογίες των κατηγορουμένων, τις εφέσεις, και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν, κατά τη γνώμη μας, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Σε έρευνα που διενεργήθηκε την 14.00 ώρα της 14-1- 2003 στο κατάστημα πώλησης δίσκων και (cd), που βρίσκεται επί της οδού ...., ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου Χ, βρέθηκαν πεντακόσιοι πενήντα ένα (551)κλεψίτυποι ψηφιακοί δίσκοι (cd) διαφόρων ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, πεντακόσιες εξήντα (560) κενές θήκες cd και εκατόν είκοσι επτά (127) πλαστές κασέτες ήχου. Τα παραπάνω είχαν τοποθετηθεί "... σε κοινή θέα προς πώληση ...", εντός δε του καταστήματος εργαζόταν η δεύτερη κατηγορουμένη Ζ, η οποία τυγχάνει σύζυγος του πρώτου. Σε δεύτερη έρευνα που έγινε στη συνέχεια στην οικία των κατηγορουμένων, που βρίσκεται στην οδό ...., βρέθηκαν εφτακόσιοι είκοσι πέντε (725) γραμμένοι δίσκοι, εβδομήντα (70) άγραφοι και διακόσια είκοσι τέσσερα (224) έγχρωμα εξώφυλλα cd. Επίσης βρέθηκαν δύο αυτόνομες μονάδες αναπαραγωγής κλεψίτυπων δίσκων, που περιελάμβαναν δύο οδηγούς ανάγνωσης και δύο συσκευές εγγραφής με συνολική μέγιστη δυνατότητα αναπαραγωγής 48 ψηφιακών δίσκων μουσικής" των 60 λεπτών ανά ώρα. Δηλαδή βρέθηκαν συνολικά α) χίλιοι διακόσιοι εβδομήντα έξι (1276) κλεψίτυποι δίσκοι cd διαφόρων ξένων και ελλήνων καλλιτεχνών, β) πεντακόσιες εξήντα (560) κενές θήκες cd, γ) εβδομήντα (70) άγραφοι δίσκοι cd, δ) εκατόν είκοσι επτά (127) πλαστές κασέτες ήχου, ε) διακόσια είκοσι τέσσερα (224) έγχρωμα εξώφυλλα cd και στ) δύο (2) αυτόνομες μονάδες αναπαραγωγής κλεψίτυπων δίσκων. Στους κλεψίτυπους αυτούς δίσκους οι κατηγορούμενοι είχαν εγγράψει τραγούδια διαφόρων ξένων και ελλήνων καλλιτεχνών μεταξύ των οποίων αναφέρονται ενδεικτικά οι εξής τίτλοι: "... του ....., "...." και "...." του ...., "...." του συγκροτήματος "....", των οποίων τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στην "ΑΛΦΑ ΡΕΚΟΡΝΤΣ ΑΕ". Στον ενδεικτικό κατάλογο των κατασχεθέντων , δέκα σελίδων που περιέχεται στη δικογραφία, εμφαίνεται αντίστοιχα η εταιρεία παραγωγής, ο τίτλος του νομίμου ψηφιακού δίσκου και ο ερμηνευτής -τραγουδιστής. Οι παραπάνω ψηφιακοί δίσκοι αποτελούν προϊόντα απομίμησης και παραποίησης (κλεψίτυποι) γνήσιων πνευματικών έργων στα οποία έχουν δικαίωμα εκμετάλλευσης οι εγκαλούντες. Διαφέρουν δε από τους νόμιμους ως προς τα εξής. α)δεν φέρουν την ταινία ασφαλείας, β) τα εξώφυλλα τους είναι χαμηλής ποιότητος, αναπαραγμένα σε εκτυπωτή ηλεκτρονικού υπολογιστή ή σε φωτοαντιγραφικό μηχάνημα, γ)τα εξώφυλλα είναι απλά και δεν περιέχουν πληροφορίες (στίχους τραγουδιών, συντελεστές κλπ), που περιέχουν τα πρωτότυπα. Ο πρώτος από τους κατηγορουμένους Χ ουσιαστικώς αποδέχεται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι, "... πολύ πρόσφατα, μέσα στις γιορτές αποφάσισα και αγόρασα δύο απλές συσκευές αναπαραγωγής (cd), για να τα βάζω στο μαγαζί μου. Η αιτία είναι ότι όλοι οι έμποροι της περιοχής βρισκόμαστε σε απελπιστική οικονομική κατάσταση και κοντεύουμε να κλείσουμε τα μαγαζιά μας εξ αιτίας των μαύρων που πουλούν πάμφθηνα πλαστά (cd), στις λαϊκές αγορές της περιοχής. Τα χρήματα δεν μου αρκούν ούτε για τις οικογενειακές μου υποχρεώσεις, ενώ η σύζυγος μου πρόσφατα υποβλήθηκε σε εγχείριση στήθους. Ότι έκανα το έκανα πάνω στην απελπισία μου..." αυτά τα αναφέρει στην από 15-1-2003 ανακριτική του απολογία. Η δεύτερη κατηγορούμενη Ζ αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι, δεν γνωρίζει καθόλου τα μηχανήματα και δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει, και ότι δεν εργάζεται στο κατάστημα του άντρα της. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αναληθείς αφού από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα από την κατάθεση του μάρτυρα ...., προκύπτει ότι αυτή εργαζόταν εντός του καταστήματος την ώρα του ελέγχου και μάλιστα η ίδια οδήγησε τους αστυνομικούς στην οικία της και τους παρέδωσε τα ανωτέρω μηχανήματα αντιγραφής. Επί πλέον, το διαμέρισμα, στο οποίο διέμενε με τον πρώτο κατηγορούμενο - σύζυγο της, είχε διαμορφωθεί σε μικρό εργαστήριο. Εκεί υπήρχε ο απαιτούμενος λειτουργικός εξοπλισμός κατάλληλα διαρθρωμένος για την παράνομη αναπαραγωγή ψηφιακών δίσκων. Βρέθηκαν δύο συσκευές εγγραφής με συνολική μέγιστη δυνατότητα αναπαραγωγής 48 ψηφιακών δίσκων μουσικής των 60 λεπτών ανά ώρα, επίσης κενά (cd), φωτοτυπημένα εξώφυλλα κτλ. Οι ως άνω πράξεις των κατηγορούμενων στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα της εγγραφής, αναπαραγωγής, θέσης σε κυκλοφορία και κατοχής με σκοπό να θέσουν σε κυκλοφορία, χωρίς δικαίωμα, έργων που είναι αντικείμενα πνευματικής ιδιοκτησίας. Το γεγονός της προμήθειας των κατάλληλων τεχνικών μέσων και ο μεγάλος αριθμός των έργων, τα οποία αντέγραψαν παρανόμως και εν συνεχεία πωλούσαν στο κατάστημα, το οποίο διατηρούσαν επ' ονόματι του πρώτου κατηγορούμενου, μαρτυρούν ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν βάσει οργανωμένου σχεδίου, είχαν διαμορφώσει υποδομή για επανειλημμένη τέλεση της πράξης και ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα, με σκοπό πορισμού εισοδήματος, συνεπώς τέλεσαν την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε βάρος των εκκαλούντων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, για την πράξη που κατηγορούνται, και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών που τους παράπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστούν για την πράξη αυτή, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, καλώς έπραξε, ενώ οι εκκαλούντες, που στις εφέσεις τους υποστηρίζουν τα αντίθετα, σφάλουν και πρέπει οι εφέσεις αυτές ν' απορριφθούν κατ' ουσία και να επιβληθούν σ' αυτούς τα δικαστικά έξοδα. Οι εκκαλούντες, με τις εφέσεις τους υποβάλλουν το αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης των και των συνηγόρων των, ενώπιον του Συμβουλίου σας, προκειμένου να παράσχουν διευκρινήσεις επί των ισχυρισμών τους, σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, όμως οι εκκαλούντες έχουν ήδη αναπτύξει με πληρότητα και σαφήνεια στην απολογία τους αλλά και στις πολυσέλιδες εκθέσεις των εφέσεων, τους ισχυρισμούς τους και κατά τη γνώμη μου δε χρήζουν περαιτέρω διευκρινήσεως και συνεπώς πρέπει το αίτημα αυτό ν' απορριφθεί. VI) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη, και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος 3637/2003 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος (αρ. 66 § § 1, 2γ, 3 εδ. α, β, γ, 7,8 σε συνδ. με αρ. 1,2 § 3, 3, 4, 41, 42, 43 Ν.2121/93 και αρ. 13 στ', 14, 26 § ια, 27 § 1 , 45 Π.Κ.) για το οποίο παραπέμπονται, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε ότι υφίστανται οι αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο (Α.Π. 1307/2004, ΑΠ 2090/2005), επίσης εκθέτει τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωθείσα εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/698, Συμβ. ΑΠ 336/2002 Π.Χρ. ΝΒ/978) κρισιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ'είδος (Συμβ. ΑΠ 107/98 Π.Χρ. 1998/757) και δεν ήταν απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από καθένα από αυτά, ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους, ενόψει και της διατάξεως του αρ. 177 Κ.Π.Δ. που εισάγει την αρχή της ηθικής αποδείξεως (Συμβ. ΑΠ 550/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1087). Με ειδικές και εκτενείς σκέψεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αντικρούει τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και αναφέρει τί διεπίστωσαν κατά την έρευνα που διενήργησαν αστυνομικοί την 14-1-2003 στην οικία των κατηγορουμένων στον ...., οδός .... όπου λειτουργούσαν ένα μικρό εργαστήριο αναπαραγωγής ψηφιακών δίσκων μουσικής με την χρήση δύο συσκευών εγγραφής με συνολική μέγιστη δυνατότητα αναπαραγωγής 48 ψηφιακών δίσκων μουσικής των 60 λεπτών ανά ώρα και αφ'ετέρου με την κατοχή κενών cd και φωτοτυπημένων εξωφύλλων κατείχαν με σκοπό να θέσουν σε κυκλοφορία και είχαν θέσει σε κυκλοφορία 1276 κλεψιτύπους δίσκους cd, 127 πλαστές κασέτες και 224 έγχρωμα εξώφυλλα cd διαφόρων ξένων και ελλήνων καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων αναφέρονται ενδεικτικά οι εξής τίτλοι: "...." του .... "..." και "...." του .... "...." του συγκροτήματος "....", των οποίων τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στην "ΑΛΦΑ ΡΕΚΟΡΝΤΣ ΑΕ". Στην πράξη τους προέβησαν χωρίς την άδεια της ΑΕΠΙ και των νομίμων δικαιούχων δηλαδή, αφ'ενός μεν των παραγωγών υλικών φορέων ήχου εταιρειών μελών της ΑΕΠΙ που προστατεύει τα έργα τους στην Ελλάδα και των εταιρειών που την εξουσιοδότησαν με ειδικά πληρεξούσια για την υποβολή της εγκλήσεως και εξηγεί για ποιο λόγο δεν υφίστατο απόπειρα. Επίσης αιτιολογείται η συμμετοχή της 2ας ως και η επιβαρυντική περίσταση από το Συμβούλιο Εφετών το οποίο δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία, εφαρμογή ή εκ πλαγίου παράβαση του αρ. 66 § § 1 + 3 Ν. 2121/93 διότι αναφέρει: α) Τα στοιχεία της κατοχής προς διάθεση εις το επί της οδού ....κατάστημα του 1ου των αναιρεσειόντων τους αριθμούς ψηφιακών δίσκων (CD) και κασσετών μουσικής που είχαν αναπαραχθεί παράνομα (δηλ. χωρίς την συγκατάθεση των εχόντων τα πνευματικά δικαιώματα), β) την παράνομη αναπαραγωγή και κατοχή μεγάλου αριθμού ψηφιακών δίσκων (CD) και κασσετών μουσικής στην επί της οδού ..... οικία των κατηγορουμένων, γ) αναφέρει την παράνομη εγγραφή ασμάτων Ελλήνων Καλλιτεχνών, τίτλους αυτών και φωνογραφική εταιρεία στην οποία ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα, δ) παραθέτει τα στοιχεία από τα οποία συνάγεται η κατ'επάγγελμα τέλεση της πράξεως, αφού αναφέρει ότι εις την οικία των κατηγορουμένων ευρέθησαν δύο αυτόνομοι μονάδες αναπαραγωγής κλεψιτύπων δίσκων οι οποίες περιελάμβαναν δύο οδηγούς αναγνώσεως και δύο συσκευές εγγραφής με συνολική μεγίστη δυνατότητα 48 ψηφιακών δίσκων ανά ώρα. Υπήρχε συνολικός σχεδιασμός ο οποίος υλοποιήθη με την ύπαρξη των καταλλήλων μέσων και μεγάλος αριθμός των παρανόμως αναπαραχθέντων έργων μαρτυρούν ότι οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος.
Συνεπώς με 'όσα εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία, εφαρμογή ή εκ πλαγίου παράβαση νόμου ως προς τις διατάξεις του αρ. 66 § § 1+3, Ν.2121/93 σε συνδ. με αρ. 13 εδαφ. στ' Π.Κ. Κατά συνέπεια οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και οι υπό κρίση αναιρέσεις θα πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω α) Να απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 34 και 35/22-2-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ και 2) Ζ κατά του υπ'αρ. 103/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήνα 23 Απριλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 22.2.2008 με αριθμό κατάθεσης 34/2008 και 35/2008 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ και της Ζ, αντιστοίχως, κατά του 103/2008 βουλεύματος του Εφετείου Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται να δικασθούν για κακούργημα που φέρονται ότι τέλεσαν από κοινού, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας που έχουν μεταξύ τους. Κατά τις διατάξεις της παρ. 1 και 2 του άρθρου 66 του Ν.2121/1993, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 90 άρθρου 81 Ν.3057/2002 (ΦΕΚ 239/10/10/2002) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 2.900 έως 15.000 ευρώ, όποιος κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή διατάξεων των κυρωμένων με το νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την προστασία συγγενικών δικαιωμάτων χωρίς την άδεια του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη α) εγγράφει σε υλικό φορέα την ερμηνεία ή εκτέλεση, β) αναπαράγει άμεσα ή έμμεσα, προσωρινά ή μόνιμα με οποιοδήποτε μέσο ή μορφή, εν όλω ή εν μέρει την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους σε υλικό φορέα, γ) προβαίνει σε διανομή στο κοινό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεση ή κατέχει με σκοπό διανομής. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου. "Αν ο υπαίτιος τελεί τις παραπάνω πράξεις κατ' επάγγελμα "σε εμπορική κλίμακα" ή αν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 5 έως 20 εκατομμυρίων δραχμών. Θεωρείται ότι η πράξη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα και όταν ο δράστης έχει καταδικασθεί για αδικήματα του παρόντος άρθρου ή για παράβαση των διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας που ίσχυαν πριν από αυτό με αμετάκλητη απόφαση σε ποινή στερητική της ελευθερίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιουπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσαουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψανεπαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τουκατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τααποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από τοσυμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για τηνπληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδοςπροσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτικήπαράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθέναχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο ταέλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικάαπό αυτά. Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του Κ.Ποιν.Δ. συντρέχει όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελία Ιφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σε έρευνα που διενεργήθηκε την 14.00 ώρα της 14-1-2003 στο κατάστημα πώλησης δίσκων και (CD), που βρίσκεται επί της οδού ..., στο ...., ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου Χ, βρέθηκαν πεντακόσιοι πενήντα ένα (551)κλεψίτυποι ψηφιακοί δίσκοι (CD) διαφόρων ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, πεντακόσιες εξήντα (560) κενές θήκες CD και εκατόν είκοσι επτά (127) πλαστές κασέτες ήχου. Τα παραπάνω είχαν τοποθετηθεί "... σε κοινή θέα προς πώληση ...", εντός δε του καταστήματος εργαζόταν η δεύτερη κατηγορουμένη Ζ, η οποία τυγχάνει σύζυγος του πρώτου. Σε δεύτερη έρευνα που έγινε στη συνέχεια στην οικία των κατηγορουμένων, που βρίσκεται στην οδό ...., βρέθηκαν εφτακόσιοι ασφαλείας, β) τα εξώφυλλα τους είναι χαμηλής ποιότητος, αναπαραγμένα σε εκτυπωτή ηλεκτρονικού υπολογιστή ή σε φωτοαντιγραφικό μηχάνημα, γ)τα εξώφυλλα είναι απλά και δεν περιέχουν πληροφορίες (στίχους τραγουδιών, συντελεστές κλπ), που περιέχουν τα πρωτότυπα. Ο πρώτος από τους κατηγορουμένους Χουσιαστικώς αποδέχεται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι, "... πολύ πρόσφατα, μέσα στις γιορτές αποφάσισα και αγόρασα δύο απλές συσκευές αναπαραγωγής (CD), για να τα βάζω στο μαγαζί μου. Η αιτία είναι ότι όλοι οι έμποροι της περιοχής βρισκόμαστε σε απελπιστική οικονομική κατάσταση και κοντεύουμε να κλείσουμε τα μαγαζιά μας εξ αιτίας των μαύρων που πουλούν πάμφθηνα πλαστά (CD), στις λαϊκές αγορές της περιοχής. Τα χρήματα δεν μου αρκούν ούτε για τις οικογενειακές μου υποχρεώσεις, ενώ η σύζυγος μου πρόσφατα υποβλήθηκε σε εγχείριση στήθους. Ότι έκανα το έκανα πάνω στην απελπισία μου..." αυτά τα αναφέρει στην από 15-1-2003 ανακριτική του απολογία. Η δεύτερη κατηγορούμενη Ζ αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι, δεν γνωρίζει καθόλου τα μηχανήματα και δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει, και ότι δεν εργάζεται στο κατάστημα του άντρα της. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αναληθείς αφού από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα από την κατάθεση του μάρτυρα ...., προκύπτει ότι αυτή εργαζόταν εντός του καταστήματος την ώρα του ελέγχου και μάλιστα η ίδια οδήγησε τους αστυνομικούς στην οικία της και τους παρέδωσε τα ανωτέρω μηχανήματα αντιγραφής. Επί πλέον, το διαμέρισμα, στο οποίο διέμενε με τον πρώτο κατηγορούμενο - σύζυγό της, είχε διαμορφωθεί σε μικρό εργαστήριο. Εκεί υπήρχε ο απαιτούμενος λειτουργικός εξοπλισμός κατάλληλα διαρθρωμένος για την παράνομη αναπαραγωγή ψηφιακών δίσκων. Βρέθηκαν δύο συσκευές εγγραφής με συνολική μέγιστη δυνατότητα αναπαραγωγής 48 ψηφιακών δίσκων μουσικής των 60 λεπτών ανά ώρα, επίσης κενά (CD), φωτοτυπημένα εξώφυλλα κτλ. Οι ως άνω πράξεις των κατηγορούμενων στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα της εγγραφής, αναπαραγωγής, θέσης σε κυκλοφορία και κατοχής με σκοπό να θέσουν σε κυκλοφορία, χωρίς δικαίωμα, έργων που είναι αντικείμενα πνευματικής ιδιοκτησίας. Το γεγονός της προμήθειας των κατάλληλων τεχνικών μέσων και ο μεγάλος αριθμός των έργων, τα οποία αντέγραψαν παρανόμως και εν συνεχεία πωλούσαν στο κατάστημα, το οποίο διατηρούσαν επί ονόματι του πρώτου κατηγορούμενου, μαρτυρούν ότι αμφότεροι οικατηγορούμενοι ενεργούσαν βάσει οργανωμένου σχεδίου, είχαν διαμορφώσει υποδομή για επανειλημμένη τέλεσητης πράξης και ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα, με σκοπό πορισμού εισοδήματος, συνεπώς τέλεσαν την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή στο ακροατήριο των κατηγορουμένων για να δικαστούν για εγγραφή, αναπαραγωγή, θέση σε κυκλοφορία, ήτοι κατά την ταυτόσημη εννοιολογική διατύπωση της προαναφερθείσης διάταξης προβαίνει σε διανομή στο κοινό του υλικού φορέα και κατοχή με σκοπό να θέσουν σε κυκλοφορία, χωρίς δικαίωμα, έργα που είναι αντικείμενα πνευματικής ιδιοκτησίας, κατ' επάγγελμα από κοινού (άρθρα 66 παρ. 1, 2 στοιχ. γ', 3 εδ. α', β', γ', 7. 8 σε συνδυασμό με αριθμ. 1, 2, παρ. 3, 4, 41, 42 και 43 του Ν.2121/1993, όπως αντικ. με το άρθρ. 81 παρ. 9 Ν.3957/2002). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα αιτιολογείται επαρκώς η κατά συναυτουργία τέλεση από την δεύτερη αναιρεσείουσα της ως άνω αξιόποινης πράξης και συγκεκριμένα Α) της κατοχής προς σκοπό διανομής με την παραδοχή ότι αυτή α) εργαζόταν στο κατάστημα πώλησης δίσκων και CD του συζύγου της, πρώτου αναιρεσείοντα, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν σ'αυτό αριθμός κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων (CD) και πλαστών κασετών ήχου, τα οποία είχαν τοποθετηθεί "σε κοινή θέα προς πώληση....." και β) της εγγραφής αναπαραγωγής και κατοχής προς διανομή με την παραδοχή ότι αυτή, το μεν διέμενε μαζί με τον αναιρεσείοντα σύζυγό της στην επί της οδού .... στο .... κοινή οικία τους, στην οποία βρέθηκαν μεγάλος αριθμός γραμμένων και αγράφων δίσκων (CD), έγχρωμα εξώφυλλα CD, δύο αυτόνομες μονάδες αναπαραγωγής κλεψιτύπων δίσκων, που περιελάμβαναν δύο οδηγούς ανάγνωσης και δύο συσκευές εγγραφής, το δε οδήγησε και παρέδωσε τα ανωτέρω μηχανήματα αντιγραφής στους αστυνομικούς.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 11 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ., αντίθετος πρώτος λόγος της με αριθ. 35/22.2.2008 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επίσης επαρκώς αιτιολογείται η παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο και για διανομή στο κοινό (θέση σε κυκλοφορία), καθώς και για κατοχή με σκοπό την κυκλοφορία του υλικού φορέα από κοινού με την αναιρεσείουσα συγκατηγορουμένη του σε τετελεσμένη μορφή με την παραδοχή ότι βρέθηκαν σε κατάστημα πώλησης δίσκων και (CD), ιδιοκτησίας του, 551 κλεψίτυποι ψηφιακοί δίσκοι και 127 πλαστές κασέτες ήχου, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί "σε κοινή θέα προς πώληση" και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1β' σχετικός λόγος της αναίρεσης με τον οποίον παραπονείται ο αναιρεσείων ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 66 του Ν.2121/1993, όπως ισχύει, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι η παραπάνω εγκληματική πράξη είχε, κατά την παραδοχή του βουλεύματος, τη μορφή της αποπείρας. Απορριπτέοι εξ άλλου ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι είναι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της αίτησης της αναιρεσείουσας και ο σχετικός λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντα για εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων όσον αφορά την παραπομπή τους για την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης κατ' επάγγελμα, με την αιτίαση ότι δεν έχουν εφαρμογή οι παραπάνω διατάξεις, αφού αυτοί δεν έχουν στο παρελθόν καταδικασθεί αμετάκλητα για παρόμοια αδικήματα. Και τούτο διότι όπως από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει οι αναιρεσείοντες παραπέφθηκαν για να δικασθούν για κατ' επάγγελμα τέλεση της αξιόποινης πράξης, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται με την παρ. 3 εδ. α' του άρθρου 66 του Ν. 2121/1993, δηλαδή με την έννοια της επιβαρυντικής περιπτώσεως που καθορίζεται γενικώς στο άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ., και όχι με την ειδική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της ίδιας πράξης που προβλέπεται και τιμωρείται από το εδ. β' της παραγράφου 3 άρθρου 61 του Π.Κ., δηλαδή της προηγουμένης αμετάκλητης καταδίκης του δράστη για αδικήματα του Ν.2121/1993. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος του αναιρεσείοντα με τον οποίον πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα με την αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η επικινδυνότητα στο πρόσωπό του, αφού, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν παραπέμφθηκε στο ακροατήριο με αυτή την επιβαρυντική περίσταση, αλλά μόνο για την κατ' επάγγελμα τέλεση της αξιόποινης πράξης, η οποία και επαρκώς αιτιολογείται με την αναφορά στο σκεπτικό της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης ότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπό τους για πορισμό εισοδήματος. Οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και των δύο αναιρεσειόντων με τις επιμέρους αιτιάσεις ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια οι παραδοχές του Συμβουλίου, αλλά οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμούς 34 και 35 της 22.02.2008 αιτήσεις των α) Χ και β) Ζ, για αναίρεση του 103/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη παραπομπή για κατ’ επάγγελμα τέλεση της παράβασης του άρθρου 66 του Ν. 2121/1993. Απορρίπτονται οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1β΄ ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1ε΄ λόγοι αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πνευματική ιδιοκτησία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 112/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ...., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11962/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .....
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 376/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 280/20-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ. 54/25-2-2008 (συνταχθείσα ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του ..., που ασκήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρίδωνος Φίλιου κατά της υπ'αρ. 11962/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Ε' Τριμελούς) και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Ι. Την 2-12-2005 είχε προσδιορισθεί, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η εκδίκαση της υπ'αρ. 2152/16-3-2005 εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της υπ'αρ. 19607/16-3-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η συνεδρίαση του δικαστηρίου διεκόπη για την 6-12-2005 ότε και εξεδικάσθη η έφεση του κατηγορουμένου κατά την συζήτησή της αυτός εξεπροσωπήθη από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μ. Κευγά σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 501 παρ. 1α Κ.Π.Δ. και κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού προηγουμένως απέρριψε αιτήματά του για αναβολή.
ΙΙ) Η προσβαλλομένη ως άνω απόφαση κατεχωρήθη καθαρογραμμένη εις το ειδικό βιβλίο καθαρογραφής (αρ. 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ) την 30-1-2006 με αριθμό καταχωρήσεως 533 (ως προκύπτει από την υπό χρονολογία 25-2-2008 βεβαίωση της γραμματέως του Τμήματος δημοσιεύσεως-Εκκαθαρίσεως Ποινικών Ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών).
ΙΙΙ) Κατά την διάταξη του αρ. 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του Ποινικού δικαστηρίου, ενώ κατά την παράγραφο 1 ιδίου άρθρου η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της αποφάσεως.
ΙV) Επειδή ο κατηγορούμενος εξεπροσωπήθη από δικηγόρο στην κατ'έφεση δίκη, ως εξετέθη εις την παραγρ. Ι, θεωρείται ότι ήταν παρών κατά την έκδοση της πλησσομένης αποφάσεως (Συμβ. Α.Π. 870/2003 Π.Δ/σύνη 2003/1030), και κατά συνέπεια η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως άρχιζε από την επομένη της καταχωρήσεως εις το ειδικό βιβλίο, ήτοι την 1-2-2006 και έληγε την 10-2-2006. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αναίρεση εκπροθέσμως την 25-2-2008 χωρίς να αναφέρει οιονδήποτε λόγο ανωτέρας βίας ή κωλύματος για την άσκηση. V) Εις την αίτηση αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι εδικάσθη απών επειδή ενώ ήταν παρών κατά την συνεδρίαση της 2-12-2005 και έγινε διακοπή για την 6-12-2005 την τελευταία αυτή ημερομηνία απουσίαζε λόγω ασθενείς και δεν έδωσε στην δικηγόρο του την ιατρική γνωμάτευση (που προσκομίζει) ούτε μπόρεσε να επικοινωνήσει μαζί της για χρήση στο δικαστήριο την ημέρα εκείνη της δίκης λόγω συγχύσεως. Ο ισχυρισμός του ότι εδικάσθη απών δεν είναι βάσιμος κατά τα εκτεθέντα στην παρ. Ι, αφού κατά την δικάσιμο της 6-12-2005 εξεπροσωπήθη νομίμως κατ'άρθρο 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ. από την δικηγόρο του που είχε σχετική εξουσιοδότηση, ως συνάγεται από επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά συνέπεια, εδικάσθη νομίμως ωσεί παρών και η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά της σχετικής αποφάσεως άρχιζε την 1-2-2006 και έληγε την 10-2-2006. Ο προβαλλόμενος λόγος ασθενείας του και η σχετική ιατρική γνωμάτευση ουδεμία σχέση έχει με την ύπαρξη κωλύματος ή άλλου λόγου ανωτέρας βίας για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η οποία θα πρέπει ν'απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω
α) Να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη η υπ'αρ. 54/25-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της υπ'αρ. 11962/6-12-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 13 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ. 2, 473 παρ. 1 και 3, 476 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αποφάσεως, με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρήσεως της τελεσίδικης απόφασης καθαρογραμμένης στο κατ' άρθ. 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ ειδικό βιβλίο αν ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η δε προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στη δήλωση και να συνοδεύονται από τα σχετικά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου εξ αυτών να καταστεί δυνατή η εκτίμηση της ύπαρξης ή όχι της επικαλούμενης ανώτερης βίας, διαφορετικά η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη και, ως τοιαύτη, είναι απορριπτέα. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι παρών, οσάκις είναι πραγματικά παρών, παρίσταται δηλαδή αυτοπροσώπως ή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 2 και 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ., εκπροσωπείται από συνήγορο, διότι τότε λαμβάνει ο ίδιος ή ο συνήγορός του γνώση της απόφασης και του περιεχομένου της και ως εκ τούτου μπορεί να ασκήσει κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, με την υπ' αρ. 11962/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό, σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εναντίον δε της απόφασης αυτής άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης, με δήλωσή του στη Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, την 25 Φεβρουαρίου 2008 και συντάχθηκε για το λόγο αυτό η με αριθμό 54/2008 έκθεση αναίρεσης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τη συνήγορό του Μαρία Κεϋγά και ως εκ τούτου έλαβε γνώση της απόφασης και του περιεχομένου της, από δε τη βεβαίωση της ίδιας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει επίσης ότι η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τις 30-1-2006.
Συνεπώς, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, άρχισε την 1-6-2006 και συμπληρώθηκε την 10-2-2006, χωρίς να αναφέρονται στην ασκηθείσα αναίρεση λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, οι οποίοι να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Σημειώνεται ότι, ο περιεχόμενος στην αίτηση αναίρεσης ισχυρισμός, ότι ήταν παρών κατά τη συνεδρίαση της 2-12-2005, κατά την οποία διεκόπη η συνεδρίαση για την 6-12-2005 και στην τελευταία αυτή συνεδρίαση ήταν απών, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν από τα πρακτικά της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτός εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 2 και 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ.
Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε μετά την κατά τα άνω πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 54/25 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 11962/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη και απορριπτέα η αναίρεση συνεπεία εκπρόθεσμης άσκησής της. Πότε είναι παρών ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου μέσου τη στιγμή της απαγγελίας της απόφασης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 111/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βασίλειο Αλεξανδρή και Άγγελο Φαφούτη και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 2839Α, 2929/2007 και 59/2008, αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ιωάννα Λεμπέση. Το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Μαρτίου 2008 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα, καθώς και στους επ' αυτών από 18 Σεπτεμβρίου 2008 και 19 Σεπτεμβρίου 2008, προσθέτων λόγων, αντίστοιχα που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 611/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν' απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Oι υπ' αριθμ. 864/2008 και 889/2008 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 18-9-2008 και 19-9-2008, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά της με αριθμούς 2839Α, 2929/2007 και 59/2008 τελεσίδικης αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, που κηρύχθηκαν ένοχοι, ο μεν πρώτος α) για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον Χ2 με σκοπό το όφελος, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και β) για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη, ο δε δεύτερος α) για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση, με σκοπό οφέλους, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και β) για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από ανάδοχο, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη. Πρέπει συνεπώς να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
Από τη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 611/1977, ίσχυε δε κατά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις αυτές δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε ζημία την οποία προξένησε σ' αυτό από δόλο ή βαρειά αμέλεια, κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση, στην οποία το Δημόσιο, κατ'άρθρο 105 εδ. α' του Εισαγ.Ν.ΑΚ, υποβλήθηκε προς το ζημιωθέντα. Στην έννοια της παραπάνω ζημίας περιλαμβάνεται, κατά τα άρθρα 299, 914, 928 και 932 ΑΚ τόσο η περιουσιακή ζημία, όσο και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη το Δημόσιο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Ακυρότητα όμως δεν δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου τούτου απόσβεση της σχετικής αξίωσης λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Εφόσον όμως, η ένσταση αυτή της παραγραφής, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επί της ενστάσεως αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητα της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και συνακόλουθα τη μη δυνατότητα ασκήσεώς της στο ποινικό Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Χ2 με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεώς του και ο Χ1 με το δεύτερο των προσθέτων λόγων, επιδιώκουν την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, επικαλούμενοι απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε από την κακή παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου, ως πολιτικώς ενάγοντος, υπέρ του οποίου μάλιστα το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, επιδίκασε το ποσό των 1.467,35 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις που τέλεσαν σε βάρος του οι κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, διότι, λόγω της ιδιότητας των κατηγορουμένων ως δημοσίων υπαλλήλων, κατά την τέλεση των πράξεων, δεν μπορούσε να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση παρά μόνο την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη και σε κάθε περίπτωση, γιατί η αξίωση για τη χρηματική ικανοποίηση είχε παραγραφεί λόγω παρόδου διετίας. Όμως όπως προκύπτει, από την με αριθμούς 3351, 3406/2003, 364, 388 και 653/2004 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό και την προσβαλλομένη απόφαση, το Ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να του επιδικασθεί το ποσό των 1.467,35 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις, τις οποίες κατηγορούνται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι, από τις οποίες μειώθηκε η πίστη του και το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε την παράσταση του Δημοσίου και του επιδίκασε το ποσό αυτό, το ίδιο δε έπραξε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Οι κατηγορούμενοι ζήτησαν την αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος, ισχυριζόμενοι ότι από τις αποδιδόμενες σ'αυτούς αξιόποινες πράξεις δεν υπέστη βλάβη τούτο, αλλά η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, η οποία χρηματοδοτούσε αυτό. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι παθόν είναι το Ελληνικό Δημόσιο, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων, δέχθηκε δε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε το και πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσό. Επομένως, εφόσον το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι παθόν είναι το δημόσιο, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', παραπάνω λόγος αναίρεσης και τούτο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, εκτός από την αποκατάσταση της θετικής ζημίας, δικαιούται να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση από τους κατηγορουμένους δημοσίους υπαλλήλους, ενόψει δε του ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, με το σχετικό λόγο αναίρεσης, ούτε τούτο, εξάλλου, προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου καl του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν ισχυρισμό περί παραγραφής της αξίωσης του Δημοσίου, δεν προκλήθηκε ακυρότητα, έστω και αν η αξίωση αυτή είχε παραγραφεί.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/ 1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται ο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263 Α του ΠΚ, υπάλληλος, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, να βεβαιώνει σε τέτοιο έγγραφο, για την κατάρτιση του οποίου έχει καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα, ψευδώς, περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να αναφέρεται στην γέννηση, μεταβολή ή απώλεια δικαιώματος ή δημόσιας ή ιδιωτικής έννομης σχέσης ή κατάστασης. Δημόσιο έγγραφο συνεπώς είναι και η βεβαίωση επί των ΠΠΑΕ, επιμετρήσεων εργασιών κλπ. που συντάσσονται από τον ανάδοχο, επί εκτελέσεως δημοσίων έργων, με την οποία ο αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος βεβαιώνει την ακρίβεια τους, η οποία είναι αναγκαία προϋπόθεση για την καταβολή της αμοιβής του. Για την κακουργηματική δε μορφή της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται πλέον, κατά την παρ. 3 του άρθ. 242 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 6 του ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει άλλον παράνομα, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. Εξάλλου, για την στοιχειοθέτηση του κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή άλλου προσώπου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Το έγκλημα της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου (386) του Κώδικα (προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999), όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες (προ της 3-6- 1999), κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Τον ίδιο χαρακτήρα προσλαμβάνει το έγκλημα της απάτης αλά και της ψευδούς βεβαιώσεως και κατά το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 (όπως ισχύει μετά το ν. 1738/1987 και έχει τροποποιηθεί, τελευταία με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2408/1996) ''για τους καταχραστές του Δημοσίου'', όταν δηλαδή η πράξη στρέφεται κατά του Δημοσίου και το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε ή απειλήθηκε, είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 Ευρώ (50.000.000 δρχ.), μάλιστα ανεξάρτητα από τη συνδρομή περιπτώσεως της παρ. 3 του άρθρου 242 και 386 του Π.Κ. Ο νόμος 1608, δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία του εγκλήματος, αλλά απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις την ποινή και καθιστά την πράξη κακούργημα, αν συντρέχουν δε και ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρονικό διάστημα την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απειλεί κατ' αυτού την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. Β ΠΚ, όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αρ. 2839Α, 2929/2007 και 59/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, για τις πράξεις, ο μεν πρώτος της άμεσης συνέργειας α) σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από το δεύτερο, με σκοπό το όφελος, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και β) σε απάτη κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, ο δε δεύτερος α) της ψευδούς βεβαίωσης, κατ'εξακολούθηση, με σκοπό το όφελος, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και β) της άμεσης συνέργειας σε απάτη, κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο, σε βάρος του Δημοσίου, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνονται τα εξής:
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά τη διάρκεια των καταθέσεων αυτών, διότι τότε προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους και ζητήθηκε η ανάγνωση τους, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, ήτοι εκείνων που είχαν αναγνωσθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αυτών που προσκομίσθηκαν ή υποδείχθηκαν από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της συζήτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως ειδικότερα αναφέρονται στην οικεία θέση των πρακτικών, από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο μετά την ανάγνωση των ως άνω εγγράφων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και από την όλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ύστερα από σχέδια και μελέτες, η κατάρτιση των οποίων διήρκεσε αρκετά χρόνια, τελικώς [την 11-1-1988], δημοπρατήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της κατασκευής ενός εκτεταμένου σχολικού συγκροτήματος στη ....., συνολικού προϋπολογισμού 800.000.000 δραχμών, το οποίο, ως δημόσιο τεχνικό έργο, αποτελούσε πρωτοβουλία της Διευθύνσεως Εφαρμογής Εκπαιδευτικών Σχεδίων (ΔΙΕΦΕΣ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ), που εδρεύει στην Αθήνα. Ο τίτλος του δημοπρατηθέντος μέρους του έργου ήταν "TEA (πρώην ΚΕΤΕ) ....., οικοδομικές και ηλεκτρομηχανολογικές (Η/Μ) εργασίες, 1° στάδιο: κτίρια διοίκησης και αίθουσες διδασκαλίας". Για οικονομικούς λόγους, είχε αναβληθεί η δημοπράτηση της κατασκευής των κτιρίων, στα οποία, σύμφωνα με τις μελέτες, επρόκειτο να στεγασθούν τα εργαστήρια του σχολικού συγκροτήματος. Μειοδότης και ανάδοχος του έργου, με μέσο όρο έκπτωσης 41,229%, αναδείχθηκε η τεχνική εταιρία "TENET AE", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν τότε ο Α, κατηγορηθείς στο πλαίσιο της προκείμενης ποινικής δίωξης για απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά αθωωθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος ήδη έχει αποβιώσει. Η εργολαβική σύμβαση υπογράφηκε την 28-3-1988, με προϋπολογισμό του δημοπρατηθέντος μέρους 505.034.737 δραχμές. Σύμφωνα με τον σε ημερολογιακές ημέρες προσδιορισμό, χρόνος περαίωσης των εργασιών ήταν, αρχικώς, η 16-7-1990 και στη συνέχεια, ύστερα από μια πρώτη παράταση, η 16-9-1991. Κατόπιν εσωτερικής σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας [και κατά νόμο "απαγορεύεται χωρίς την έγκριση του φορέα κατασκευής του έργου", άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 1418/1984], η ανάδοχος "TENET AE" υποκατέστησε εν όλω στην εκτέλεση του έργου την τεχνική εταιρία "ΤΕΔΙΕ ΕΠΕ", της οποίας μέτοχοι ήσαν αδελφοί Β και Γ. Ως σύνδεσμος μεταξύ των δύο εταιριών λειτούργησε καθ' όλη τη διάρκεια του έργου ο Δ, αδελφός των ως άνω μετόχων της "ΤΕΔΙΕ ΕΠΕ", ο οποίος διενεργούσε όλες τις δοσοληψίες με την Υπηρεσία ως αντιπρόσωπος της αναδόχου και ο οποίος, στο πλαίσιο της προκείμενης ποινικής δίωξης, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως για απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την απόρριψη της εφέσεως του ως ανυποστήρικτης, σε προηγούμενη δικάσιμο αυτού του Δικαστηρίου, έχει καταστεί φυγόποινος. Κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως του έργου, προϊστάμενος του Τεχνικού Τμήματος της ΔΙΕΦΕΣ ήταν ο κατηγορούμενος Χ2, πολιτικός μηχανικός, και με την ιδιότητα αυτή ενεργούσε ως Διευθύνουσα Υπηρεσία. Κατά το μεγαλύτερο και κρισιμότερο χρονικό διάστημα της διάρκειας εκτελέσεως του έργου, Διευθυντής της ΔΙΕΦΕΣ ήταν ο Ε και με την ιδιότητα αυτή ενεργούσε ως Προϊσταμένη Αρχή, κατηγορηθείς στο πλαίσιο της προκείμενης ποινικής δίωξης για ψευδή βεβαίωση και απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά αθωωθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος Χ1, αρχιτέκτων, ήταν υπάλληλος του Τεχνικού Τμήματος της ΔΙΕΦΕΣ και με την ιδιότητα αυτή, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το Δεκέμβριο 1992, οπότε, λόγω παραιτήσεως του, λύθηκε η υπαλληλική σχέση, ήταν επιβλέπων των οικοδομικών εργασιών του έργου. Από τα τέλη Νοεμβρίου 1991 μέχρι την παραίτηση του, όμως, ο Χ1 έλαβε για διάφορα χρονικά διαστήματα αναρρωτική άδεια και, ως εκ τούτου δεν ασκούσε συνεχώς τα καθήκοντα του, πράγμα που θα εκτιμηθεί στη συνέχεια. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τοπικοί φορείς της ....., λόγω της σπουδαιότητας, την οποία παρουσίαζε το έργο για την περιοχή τους, είχαν ζητήσει τη συγκρότηση ιδιαίτερης Επιτροπής Παρακολούθησης αυτού (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 3). Το αίτημα αυτό, όμως, δεν έγινε δεκτό από το Διευθυντή της ΔΙΕΦΕΣ, ύστερα από την από 10-6-1988 αρνητική εισήγηση του Χ2, ο οποίος υποστήριξε ότι η Υπηρεσία είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση παρόμοιων έργων, έτσι που να μην είναι απαραίτητη η υποβοήθηση της από ιδιαίτερη επιτροπή.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Το γήπεδο, επί του οποίου επρόκειτο να κατασκευασθεί το σχολικό συγκρότημα, ήταν ιδιαίτερα επικλινές, με πολύ μικρή πρόσοψη. Στη μια πλευρά του συνόρευε με το ρέμα ".....". Για το λόγο αυτό, από πολλούς αρμόδιους χαρακτηρίσθηκε ως ακατάλληλο ή, τουλάχιστον, προβληματικό. Παρά ταύτα, λόγω αδυναμίας εξευρέσεως πιο κατάλληλου χώρου, αποφασίσθηκε να αναγερθεί το σχολικό συγκρότημα στο γήπεδο αυτό. Λόγω της κλίσεως του εδάφους, η σχετική μελέτη προέβλεπε την κατασκευή των επί μέρους κτιρίων σε διαφορετικά επίπεδα. Ο ανάδοχος, όμως, μόλις εγκαταστάθηκε στο έργο και χωρίς [επίσημη] έγκριση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, προέβη σε εκτεταμένη και βαθιά εκσκαφή του γηπέδου, μη προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα μελέτη και με τρόπο που την κατέστησε άχρηστη (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 13 και κατάθεση ΣΤ, σελ. 33 των πρακτικών). Η αυθαιρεσία αυτή δεν υπήρξε ούτε ασήμαντη ούτε τυχαία. Αντιθέτως, υπήρξε σκόπιμη και απέβλεπε αφ' ενός στην ανατροπή των δεδομένων της μελέτης, έτσι, ώστε ο εργολάβος να μην μπορεί, στο εξής, να ελεγχθεί ευχερώς από κάποιο αμερόληπτο όργανο και αφ' ετέρου στην υπέρ αυτού δημιουργία της δυνατότητας να διογκώσει τις χωματουργικές και οικοδομικές εργασίες. Με τον τρόπο αυτό, α) αύξησε τις ποσότητες και το κόστος του έργου, εν μέρει πραγματικά [διότι προκάλεσε την ανάγκη εκτέλεσης νέων εργασιών] και εν μέρει πλασματικά [διότι στις επιμετρήσεις, που συνέτασσε, εμφάνιζε ποσότητες, οι οποίες δεν είχαν εκτελεσθεί] με συνέπεια να αυξηθούν, αντιστοίχως, οι προς αυτόν εκταμιεύσεις και το εργολαβικό όφελος, β) επέτυχε την επιμήκυνση του χρονοδιαγράμματος εκτελέσεως των εργασιών [αναφέρθηκε ήδη ότι δόθηκε μια πρώτη παράταση 14 μηνών και ακολούθησε μια δεύτερη, άλλων 8 μηνών, η έγκριση της οποίας έγινε εκ των υστέρων], με συνέπεια να τρέξει υπέρ αυτού η αναθεώρηση, η οποία έφθασε σε προσαύξηση 92% επί των συμβατικών τιμών (βλ. κατάθεση Ζ, σελ. 38 και απολογία Χ2, σελ. 110 των πρακτικών) και γ) επέφερε την υπερβολική επαύξηση του συμβατικού προϋπολογισμού, έτσι, ώστε αυτή να φθάσει στο νόμιμο όριο θεμιτής υπέρβασης του 50% επ' αυτού [δηλαδή, στο συγκεκριμένο έργο και με στρογγυλοποίηση των ποσών, ο προϋπολογισμός των 500 εκατομμυρίων να φθάσει στο ποσό των 750 εκατομμυρίων, χωρίς να υπολογίζεται η αναθεώρηση και ο ΦΠΑ] και να οδηγήσει την εργολαβία σε φραγή, πριν από την εντελή αποπεράτωση των εργασιών, πράγμα που είχε ως αναπόδραστη συνέπεια τη δημιουργία νέας εργολαβίας για την ολοκλήρωση του έργου, όπου η αναθεώρηση έφθασε σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό (192%), εξανέμισε τη δοθείσα έκπτωση και εκτίναξε στα ύψή το εργολαβικό όφελος. Η εν λόγω συμπεριφορά του αναδόχου, που άρχισε να εκδηλώνεται αμέσως μετά την εγκατάσταση του στο έργο, ήταν ένα γεγονός που ούτε απαρατήρητο μπορούσε να μείνει ούτε απρόβλεπτες συνέπειες μπορούσε να έχει. Οι ενέργειες του θα έπρεπε να έχουν καταχωρηθεί στο ημερολόγιο του έργου. Αλλά τέτοιο ημερολόγιο δεν βρέθηκε ούτε στα χέρια του αναδόχου ούτε στο αρχείο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Πράγμα που σημαίνει είτε ότι ο ανάδοχος δεν τηρούσε ημερολόγιο, οπότε η υπηρεσία θα έπρεπε να έχει αντιδράσει, αλλά κάτι τέτοιο δεν προέκυψε είτε ότι το ημερολόγιο υπεξήχθη εκ των υστέρων, με τρόπο που, επίσης, δεν προέκυψε. Αμφότερες οι εκδοχές υποδηλώνουν επιλήψιμη διαγωγή των κατηγορουμένων. Οι τελευταίοι ήσαν έμπειροι υπάλληλοι, πράγμα το οποίο και οι ίδιοι αποδέχονται, αλλά και ο ανάδοχος γνώριζε καλά, διότι δεν συνεργαζόταν για πρώτη φορά μαζί τους. Αναφέρθηκε, μάλιστα, ότι ο Δ, που πάντοτε ενεργούσε εμφανώς για λογαριασμό του αναδόχου και αφανώς για λογαριασμό των αδελφών του και αυτού του ιδίου (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 6), βρισκόταν τόσο συχνά και για τόσο πολύ χρόνο στα γραφεία της ΔΙΕΦΕΣ, που έδινε την εντύπωση "μονίμου υπαλλήλου" της υπηρεσίας αυτής (βλ. κατάθεση Ζ, σελ. 38 των πρακτικών). Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι όχι, απλώς, είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν αμέσως, αλλά και γνώριζαν καλώς τόσο τη διενέργεια της αυθαίρετης εκσκαφής, όσο και τις συνέπειες που αυτή επρόκειτο να έχει. Γι' αυτό το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ανάδοχος, προκειμένου να προβεί στην ενέργεια αυτή, μπορεί μεν να μην είχε την επίσημη έγκριση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας [αφού, άλλωστε, τέτοια έγκριση δεν ήταν δυνατό να δοθεί], αλλά είχε την ανεπίσημη συναίνεση των κατηγορουμένων, χωρίς την οποία δεν θα τολμούσε να ενεργήσει, διότι θα διέτρεχε τον άμεσο κίνδυνο να κηρυχθεί έκπτωτος (βλ. κατάθεση Ξ, σελ. 29 των πρακτικών). Όταν ο εργολάβος ζήτησε να πληρωθεί για τις πρώτες χωματουργικές εργασίες, "αποκαλύφθηκε", επισήμως, η αυθαιρεσία του και οι κατηγορούμενοι, ευρισκόμενοι μπροστά σε εργασίες που είχαν γίνει αντίθετα προς τη μελέτη, αρνήθηκαν την πληρωμή [14-6-1989, διότι δεν ήταν δυνατό να πράξουν το αντίθετο, βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 2). Τότε, με πρωτοβουλία του Χ1, κινήθηκε αλληλογραφία με το Υπουργείο Αιγαίου (ΥΠΑΙ), στη γεωγραφική περιφέρεια του οποίου υπάγεται η ....., η οποία θεωρείται παραμεθόρια περιοχή και στην οποία εκτελούνταν το έργο, και επιδιώχθηκε η εφαρμογή ειδικών διατάξεων που από καιρό είχαν ατονήσει [φαινομενικώς κατ' απαίτηση του ΥΠΑΙ, το οποίο, όμως, είχε επισκεφθεί προηγουμένως ο Χ1, βλ. το ..... έγγραφο του ΥΠΑΙ προς ΥΠΕΠΘ/ΔΙΕΦΕΣ], από τις οποίες προβλέπεται η υποχρεωτική κατασκευή καταφυγίων στα δημόσια κτίρια, που κατασκευάζονται σε παραμεθόριες περιοχές. Με τον τρόπο αυτό, η αυθαίρετη εκσκαφή "νομιμοποιήθηκε", με την έννοια ότι εκ των υστέρων [4-7-1990, βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 3] θεωρήθηκε αναγκαία για την κατασκευή καταφυγίων στο υπό ανέγερση σχολικό συγκρότημα. Κατόπιν αυτού, η Διευθύνουσα Υπηρεσία πλήρωσε τον ανάδοχο για όλες τις εκσκαφές (βλ. κατάθεση Π, σελ. 48 των πρακτικών). Και στη συνέχεια, αλληλοδιαδόχως, τον πλήρωσε για όλες τις ποσότητες σκυροδέματος και σιδηρού οπλισμού, τις οποίες αυτός εμφάνισε με [ανακριβή, όπως θα γίνει λόγος στη συνέχεια] επιμετρητικά στοιχεία ως χρησιμοποιηθείσες, τόσο για την κατασκευή του εξ αρχής προβλεπομένου εμβαδού των κτιρίων (περίπου 7.000 μ2) όσο και του πρόσθετου εμβαδού, που απαιτήθηκε κατά την πορεία της εκτέλεσης του έργου, για την κατασκευή των καταφυγίων (περίπου άλλα 3.500 μ2, βλ. καταθέσεις ΣΤ και Π, σελ. 35 και 50 των πρακτικών, αντιστοίχως). Το ότι η υποχρέωση κατασκευής καταφυγίων, όμως, ήταν προσχηματική και μεθοδευμένη για να αποτελέσει έρεισμα "νομιμοποίησης" των αυθαίρετων εκσκαφών, φάνηκε εκ των υστέρων. Πράγματι, λόγω του ότι η δημοπράτηση της κατασκευής των κτιρίων, τα οποία επρόκειτο σύμφωνα με τις μελέτες να στεγάσουν τα εργαστήρια του σχολικού συγκροτήματος, είχε αναβληθεί για οικονομικούς λόγους (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 6), επινοήθηκε η δημιουργία εργαστηρίων στους χώρους των καταφυγίων, που σε καιρό ειρήνης θα παρέμεναν άχρηστοι. Τα καταφύγια, όμως, ως υπόγειοι χώροι, μη φωτιζόμενοι και πλημμελώς αεριζόμενοι, ήταν ακατάλληλα για να χρησιμοποιηθούν ως χώροι κυρίας χρήσεως και, μάλιστα, για την εξυπηρέτηση μαθητών. Έτσι, ανεφύησαν νέες εργασίες, προκειμένου τα καταφύγια να αποκτήσουν ευμεγέθη ανοίγματα [πόρτες και παράθυρα], για την ασφαλή προσέλευση των μαθητών σ' αυτά και τον υγιεινό φωτισμό και αερισμό τους. Είναι εύλογο το συμπέρασμα ότι μετά την εξέλιξη αυτή, τα "καταφύγια" έπαυσαν να έχουν τις προδιαγραφές που απαιτεί ο σκοπός τους, δηλαδή έπαυσαν να είναι καταφύγια και ότι αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί αν η απαίτηση του ΥΠΑΙ να κατασκευασθούν στο συγκεκριμένο σχολικό συγκρότημα ήταν σπουδαία και πραγματική. Αυτή η ανεπίσημη συναίνεση των κατηγορουμένων για την αυθαίρετη εκσκαφή του γηπέδου και η εν συνεχεία μεθοδευμένη "νομιμοποίηση" της αποτελεί μια πρώτη απόδειξη κάποιας "σχέσης", η οποία λειτούργησε ανάμεσα σ' αυτούς και στον Δ και οδήγησε στη διάπραξη των εγκλημάτων που τους αποδίδονται.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Το έργο συνέχισε να εκτελείται μέχρι το καλοκαίρι του 1992, οπότε διαπιστώθηκε ότι ο πραγματικός προϋπολογισμός, χωρίς τις αναθεωρήσεις και το ΦΠΑ, υπερέβη κατά 50% το συμβατικό προϋπολογισμό. Τότε, σύμφωνα με το νόμο, η εργολαβία, που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και στο εξής θα αποκαλείται "πρώτη", έπρεπε να σταματήσει. Το σχολικό συγκρότημα, αν και με πολλές ελλείψεις ή κακοτεχνίες (για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω, βλ. σκέψη αρ. 10), ήταν σχεδόν ολοκληρωμένο (βλ. κατάθεση ΣΤ, σελ. 35 των πρακτικών και τις από 5-6-1997 υπεύθυνες δηλώσεις των Η και Θ, που είχαν διατελέσει βοηθοί των επιβλεπόντων του έργου στη .....). Για λόγους τυπικούς, συντάχθηκε ένα πρωτόκολλο περαιώσεως της πρώτης εργολαβίας με ημερομηνία 23-5-1992 και τρεις μήνες αργότερα, με την από 10-8-1992 απόφαση του ίδιου του Υπουργού ΥΠΕΠΘ, εγκρίθηκε αναδρομικά η παράταση του χρόνου περαίωσης των εργασιών μέχρι την ημερομηνία του εν λόγω πρωτοκόλλου. Και αυτή η αναδρομική παράταση, που έγινε με θετική εισήγηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, αποτελεί εύνοια προς τον ανάδοχο. Με την ίδια απόφαση, εγκρίθηκε και ο 7ος Συγκριτικός Πίνακας του έργου, με τον οποίο διαπιστώθηκε η επέλευση της φραγής στην εργολαβία και σύμφωνα με τον οποίο το πραγματικό κόστος του έργου, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε ανέλθει σε 1.450.000.000 δραχμές [μαζί με τις αναθεωρήσεις και το ΦΠΑ]. Ακολούθησε η σύνταξη και άλλων Συγκριτικών Πινάκων. Όταν, μετά από ένα χρόνο, καταρτίσθηκε από τον Χ2 η 50η πιστοποίηση του τελικού λογαριασμού του αναδόχου και συντάχθηκε από τον ίδιο η 50η [τελική] εντολή προς πληρωμή, που εγκρίθηκε με την από 4-8-1993 απόφαση του Γενικού Γραμματέα ΥΠΕΠΘ, για την δημοπρατηθείσα α' φάση του έργου και την αντίστοιχη πρώτη εργολαβία είχαν εκταμιευθεί συνολικώς 1.534.289.459 δραχμές, δηλαδή ποσό περίπου τριπλάσιο του ύψους του αρχικού, συμβατικού προϋπολογισμού. Μετά τη φραγή της πρώτης εργολαβίας, υπήρχαν διάφορες εργασίες που έπρεπε να ολοκληρωθούν, τόσο στον περιβάλλοντα χώρο του σχολικού συγκροτήματος όσο και στο εσωτερικό των κτιρίων ή στις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις αυτών. Έπρεπε, επίσης, να ολοκληρωθεί και η μετασκευή των "καταφυγίων" σε εργαστήρια. Παρά ταύτα, ο συνολικός όγκος των εργασιών αυτών δεν ξεπερνούσε το 10% της συνολικής ποσότητας του έργου. Με την πρόφαση αυτή, ο Χ2 είχε προετοιμάσει ήδη την κατάρτιση νέας, "δεύτερης" εργολαβίας, με τον τίτλο "Εκτέλεση υπολειπομένων εργασιών ολοκλήρωσης του έργου ΤΕΛ [ΚΕΤΕ] .....", για την οποία, λόγω του επείγοντος [κατά την άποψη της Υπηρεσίας], εισηγήθηκε την απ' ευθείας ανάθεση στον αυτό ανάδοχο. Η ανάθεση, πράγματι, έγινε με την ως άνω, από 10-8-1992 απόφαση ΥΠΕΠΘ, ύστερα, μάλιστα, από θετική γνωμοδότηση νομικού συμβούλου ως προς το σύννομο της μη διενέργειας διαγωνισμού και η σχετική σύμβαση υπογράφηκε την 28-8-1992 (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 15). Κατά τον έλεγχο που ακολούθησε εκ των υστέρων, εκφράσθηκε η γνώμη ότι η απ' ευθείας ανάθεση της δεύτερης εργολαβίας στην "TENET ΑΕ" δεν ήταν σύννομη (βλ. τα αναφερόμενα στην από 28-2-1996 Έκθεση του Ελεγκτή του ΣΕΛΔΔ, Ρ, σελ. 21 επ., με τις εκεί παραπομπές στην κοινοτική και στην ελληνική νομοθεσία), Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, όμως, είναι το αν θα έπρεπε να υπάρξει δεύτερη εργολαβία [με όλες τις, δυσμενείς για το Ελληνικό Δημόσιο, συνέπειες αυτής, όπως εκτίθενται στη συνέχεια, βλ. σκέψη αρ. 9] ή, αντιθέτως, αν θα ήταν δυνατό να μην καταλήξει σε φραγή η πρώτη εργολαβία και να ολοκληρωθεί το έργο κατά τη διάρκεια αυτής. Γιατί αν γίνει δεκτή η δεύτερη εκδοχή, η εκ μέρους του Χ2 επιλογή της πρώτης αποτελεί άλλη μια μεθόδευση (βλ. παρακάτω, σκέψη αρ. 11), η οποία αποδεικνύει το δόλο αυτού, στις πράξεις που του αποδίδονται.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Ουσιαστικά, ακόμη και μετά την τυπική περαίωση της πρώτης εργολαβίας, οι εργασίες δεν σταμάτησαν ποτέ. Μόνο, ο ρυθμός τους μεταβαλλόταν, ατάκτως. Κατά η διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας και εν όψει των στεγαστικών αναγκών των σχολικών μονάδων της περιοχής, το Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Δεκέμβριο 1992, ακολούθησε η διοικητική παραλαβή διαφόρων χώρων του συγκροτήματος "προς χρήση". Στην παραλαβή συνέπραξαν οι διευθυντές των μονάδων αυτών και είναι χαρακτηριστικό το ότι στα σχετικά πρωτόκολλα γίνεται, στερεότυπα, μνεία ότι "οι εργασίες συνεχίζονται" (βλ. τα από 7-9-1992, 19-9-1992, 31-10-1992 και 14-12-1992 πρωτόκολλα). Ο συμβατικός προϋπολογισμός της δεύτερης εργολαβίας ήταν 600.000.000 δραχμές, από τα οποία 370.000.000 δραχμές για κόστος εργασιών, εργολαβικό όφελος και απρόβλεπτα και 230.000.000 δραχμές για αναθεωρήσεις και ΦΠΑ. Εδώ, προξενεί εντύπωση το πώς, ενώ ο συμβατικός προϋπολογισμός της πρώτης εργολαβίας, κατά τη διάρκεια της οποίας το έργο είχε ολοκληρωθεί κατά 90%, ήταν περίπου 500 εκατομμύρια δραχμές, για τα τελειώματα του έργου προϋπολογίσθηκαν, συμβατικώς και πάλι, άλλα 370 εκατομμύρια δραχμές. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας, ο Χ2, εκτός από την ιδιότητα του προϊσταμένου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, την οποία εξ αρχής είχε και συνέχισε να έχει, προσέδωσε στον εαυτό του και την ιδιότητα του επιβλέποντος των οικοδομικών εργασιών. Αυτό δεν ήταν παράτυπο (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 3) και ο κατηγορούμενος το δικαιολόγησε λέγοντας ότι, μετά την αποχώρηση του Χ1 από την υπηρεσία, δεν μπορούσε να βρει κάποιον άλλο συνάδελφο, που θα δεχόταν να αναλάβει την επίβλεψη ενός ημιτελούς και ήδη προβληματικού έργου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, με τον τρόπο αυτό ο Χ2 απέκτησε και άσκησε τη διοίκηση του έργου κατά τη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας χωρίς δεύτερη γνώμη, κάτι το οποίο δεν θα ήταν εύκολο να συμβεί, αν θα έπρεπε να συνεργασθεί με ένα άλλο επιβλέποντα, που θα επέμενε να ασκεί με τρόπο τυπικό και αμερόληπτο τα καθήκοντα του. Περίπου ένα έτος μετά την έναρξη της δεύτερης εργολαβίας, εγκρίθηκε από το Διευθυντή ΔΙΕΦΕΣ, την 20-8-1993, ο 1ος Συγκριτικός Πίνακας της εξέλιξής της, με προϋπολογισμό 990.000.000 δραχμές, δηλαδή με μια επαύξηση του συμβατικού προϋπολογισμού κατά 390.000.000 δραχμές, από την οποία το μεγαλύτερο μέρος προοριζόταν για τις αναθεωρήσεις. Η επαύξηση αυτή ήταν προβλέψιμη. Δεν αναφέρθηκε, όμως, κατά την κατάρτιση της δεύτερης εργολαβίας, για να μην φανεί υπερβολικό το ύψος του προϋπολογισμού αυτής κατά τη διαδικασία έγκρισης της απ' ευθείας ανάθεσης από τον αρμόδιο Υπουργό. Επιλέχθηκε το να παρουσιασθεί αργότερα, δια μέσου του Συγκριτικού Πίνακα. Ακολούθησε η σύνταξη και άλλων δύο Συγκριτικών Πινάκων. Όταν, μετά από δέκα μήνες, καταρτίσθηκε από τον Χ2 η 19η πιστοποίηση του τελικού λογαριασμού του αναδόχου για τη δεύτερη εργολαβία και συντάχθηκε από τον ίδιο η 19η [τελική] εντολή προς πληρωμή, που εγκρίθηκε με την από 4-6-1994 απόφαση του Γενικού Γραμματέα ΥΠΕΠΘ, για τη δεύτερη εργολαβία είχαν εκταμιευθεί συνολικώς 1.612.628.759 δραχμές, δηλαδή και πάλι ποσό σχεδόν τριπλάσιο του ύψους του αρχικού, συμβατικού προϋπολογισμού της εργολαβίας αυτής. Το συνολικό κόστος του σχολικού συγκροτήματος, δηλαδή, είχε φθάσει περίπου στα 3,2 δισεκατομμύρια δραχμές. Και ενώ, την εποχή εκείνη, το σύνηθες κόστος ενός σχολικού κτιρίου υπολογιζόταν από 120.000 μέχρι 150.000 δραχμές ανά μ2, στο συγκεκριμένο έργο το πραγματικό κόστος έφθασε στο ποσό των 300.000 ή 320.000 δραχμών ανά μ2 (βλ. καταθέσεις Ξ, Π και Ν, σελ. 24, 50 και 55 των πρακτικών). Οι υπερβάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, μετά την έναρξη της χρησιμοποιήσεως των κτιρίων, ότι το έργο εμφάνιζε σημαντικές ελλείψεις και ελαττώματα, που δημιουργούσαν ακόμη και κινδύνους για την ασφάλεια των χρηστών, προκάλεσαν έντονο δημοσιογραφικό θόρυβο, ο οποίος έφθασε μέχρι τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την οποία, αρχικώς, επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί το έργο [αλλά, τελικώς, δεν χρηματοδοτήθηκε, βλ. παραπάνω, σελ. 17 των πρακτικών]. Η εξέλιξη αυτή κινητοποίησε την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΠΘ, η οποία, την 17-11-1994, διόρισε τριμελή επιτροπή, συγκροτούμενη από τους Σ [ήδη αποβιώσαντα], Ξ και ΣΤ, με την εντολή να ελέγξει τη νομιμότητα και σκοπιμότητα όλων των διοικητικών ενεργειών που είχαν σχέση με το έργο. Η τριμελής επιτροπή, ύστερα από επιτόπια έρευνα και δειγματοληπτικές μετρήσεις, κατάρτισε το [ήδη αναφερθέν, σε προηγηθείσες παραπομπές] από 30-3-1995 Πόρισμα, το οποίο συνοδεύεται από αναλυτικούς υπολογισμούς και λεπτομερείς πίνακες.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Αυτό, που διαπιστώθηκε και δημιούργησε τη μεγαλύτερη ανησυχία, ήταν το ότι ο σιδήρους οπλισμός των υποστυλωμάτων του κτιριακού συγκροτήματος ήταν κατά πολύ ασθενέστερος από τον προβλεπόμενο στα σχέδια κατασκευής [σε ποσοστό από 15% έως 80%, σύμφωνα με το συμπέρασμα του Τ, πολιτικού μηχανικού, ο οποίος ορίσθηκε ως τεχνικός σύμβουλος από τον Υπουργό ΥΠΕΠΘ και εκπόνησε ειδική μελέτη αποκατάστασης, βλ. τις σχετικές εκθέσεις του, το από 5-10-1998 Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής και κατάθεση Ν, σελ. 54 των πρακτικών], παρά το γεγονός ότι αυτά είχαν εφαρμοσθεί μετά την αναπροσαρμογή τους στις απαιτήσεις του νεότερου αντισεισμικού κανονισμού (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 15). Η διαπίστωση αυτή, που συνδεόταν άμεσα με τη στατική επάρκεια των κτιρίων και την ασφάλεια των μαθητών, προκάλεσε ευρεία αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και επέφερε τη διακοπή της χρήσεως του συγκροτήματος μέχρις ότου πραγματοποιήθηκε από το ΥΠΕΠΘ, σε συνεργασία με τοπικούς φορείς, η ενίσχυση του φέροντος οργανισμού των κτιρίων, για την οποία δαπανήθηκαν έτερα 218.000.000 δραχμές (βλ. το από 5-10-1998 Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής, που υπολογίζει το εν λόγω ποσό ως ζημία του κυρίου του έργου, η οποία πρέπει να καταλογισθεί σε βάρος του αναδόχου). Υπήρχαν και πολλές άλλες ελλείψεις ή κακοτεχνίες, όπως στις μονώσεις των δωμάτων, στους υαλοπίνακες, στη θερμομόνωση των εξωτερικών τοίχων, στα μεταλλικά κιγκλιδώματα, στις αποχετεύσεις, στα εμφανή σκυροδέματα κλπ, με την κοστολόγηση των οποίων δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα η επιτροπή ελέγχου (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 16). Πέραν αυτών, όμως, διαπιστώθηκε ότι σε όλη τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου ο ανάδοχος, προκειμένου να πληρωθεί, εμφάνιζε επιμετρήσεις, ΠΠΑΕ και λοιπά συναφούς χρησιμότητας στοιχεία, τα οποία ήσαν ανειλικρινή. Ειδικότερα, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο Δ: α) για το ίδιο τμήμα του έργου εμφάνισε διπλά ΠΠΑΕ, με διαφορετική αρίθμηση και σε διαφορετικούς χρόνους, β) εμφάνισε ως εκτελεσθείσες, ποσότητες του έργου οι οποίες ούτε στη μελέτη προβλέπονταν, αλλά [το σπουδαιότερο] ούτε στην πραγματικότητα είχαν εκτελεσθεί και γ) εμφάνισε ως εκτελεσθείσες, ποσότητες του έργου οι οποίες προβλέπονταν στη μελέτη, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχαν εκτελεσθεί (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 10). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι κατηγορούμενοι, με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν, αποδέχθηκαν στο σύνολο τους τις επιμετρήσεις κλπ που εμφάνισε ο ανάδοχος, άλλοτε χωρίς καμιά διόρθωση και άλλοτε με κατ' επίφαση διορθώσεις, που δεν αποκαθιστούσαν την αλήθεια [διότι οι σχετικές αριθμητικές πράξεις ήσαν απολύτως λανθασμένες και προχώρησαν στην έγκριση αυτών, στην πιστοποίηση των λογαριασμών του αναδόχου [οι οποίοι περιλάμβαναν τις σχετικές εργασίες και την αναλογούσα δαπάνη, αμοιβή και λοιπές επιβαρύνσεις] και στην έκδοση των αντίστοιχων εντολών πληρωμής, τις οποίες, μετά από την εκάστοτε εγκριτική απόφαση του, λόγω ποσού αρμοδίου, προϊσταμένου κλιμακίου [το οποίο πειθόταν στις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων], ακολουθούσε η εκταμίευση του δημοσίου χρήματος (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 5). Εκ των υστέρων, δηλαδή μετά το θόρυβο που προκλήθηκε και την έρευνα που διενεργήθηκε, ο ίδιος ο ανάδοχος αναγνώρισε εν μέρει τις ανακρίβειες αυτές και τις απέδωσε σε "λάθος" (βλ. το από 22-10-1996 έγγραφο της "TENET AE" προς το ΥΠΕΠΘ/ΔΙΕΦΕΣ, που υπογράφεται από το Δ). Δεν είναι, όμως, δυνατό να γίνει αποδεκτή η εκδοχή του "λάθους", όταν πρόκειται, σύμφωνα με την ομολογία του αναδόχου, "για όλες τις ποσότητες των οικοδομικών εργασιών που περιέχονται στα με αριθμό 48, 49, 50, 51, 58, 59, 60, 61, 62 και 63 ΠΠΑΕ, τα οποία ... επικαλύπτονται με άλλα ΠΠΑΕ" και για διαφορές της τάξεως των 1.800 μ3 στο σκυρόδεμα τύπου Β225 [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 6.616 μ3, αλλά οι κατηγορούμενοι δέχθηκαν ως ειλικρινείς επιμετρήσεις για 12.000 μ3, βλ. κατάθεση Ξ, σελ. 25 των πρακτικών], των 395 τόνων στο σιδηρού οπλισμό τύπου stal III [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 417 τόνοι], των 24 τόνων στο σιδηρού οπλισμό τύπου stal IV [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 38 τόνοι], των 19 τόνων στο πλαστικοποιητικό μάζας [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 11 τόνοι], των 27 τόνων στις μολυβδοκατασκευές [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 15 τόνοι, διότι αντί φύλλων πάχους 6 χιλιοστών, τοποθετήθηκαν φύλλα πάχους 2 χιλιοστών, βλ. κατάθεση ΣΤ, σελ. 34 των πρακτικών] και των 19 τόνων στις μεταλλικές εσχάρες δαπέδου [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 21 τόνοι]. Οι ποσότητες, δηλαδή, τις οποίες ο ίδιος ο ανάδοχος δέχθηκε να αφαιρέσει από τις επιμετρήσεις και τους λογαριασμούς του, όταν έγινε γνωστό το πόρισμα της τριμελούς επιτροπής, είναι υπερβολικά μεγάλες σε σχέση με τις πραγματικές, έτσι ώστε η συμπερίληψη τους, αρχικώς, στους λογαριασμούς να μην μπορεί να αποδοθεί σε λάθος, αλλά σε σκόπιμη ενέργεια. Και αυτές οι τόσο μεγάλες διαφορές ["οφθαλμοφανείς" χαρακτηρίζονται στο από 30-3-1995 Πόρισμα] δεν ήταν δυνατό να διαφύγουν της προσοχής των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήσαν εκ του νόμου υποχρεωμένοι να ελέγχουν διαρκώς την ακρίβεια των επιμετρητικών στοιχείων και των λογαριασμών του εργολάβου και, λόγω των επιστημονικών γνώσεων και της εμπειρίας που [κατά δική τους ομολογία] είχαν, μπορούσαν ευχερώς να το πράξουν. Το ίδιο συνέβη και με τις χωματουργικές εργασίες, όπου, ενώ σύμφωνα με τις μελέτες προβλέπονταν εκσκαφές συνολικού όγκου [με στρογγυλοποίηση] 33.000 μ3 και σύμφωνα με την καταμέτρηση της τριμελούς επιτροπής ελέγχου υπολογίσθηκαν 55.000 μ3 [διότι είχε μεσολαβήσει η αυθαίρετη ενέργεια του αναδόχου], είχαν πιστοποιηθεί και πληρωθεί κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας 95.000 μ3 και κατά τη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας έτερα 25.000 μ3, ήτοι συνολικώς περίπου 120.000 μ3 (βλ. κατάθεση Ξ, σελ. 25 των πρακτικών και διευκρίνιση του ιδίου, σε αντιπαράσταση με Π, σελ. 49 των πρακτικών). Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι οι ως άνω επί πλέον ποσότητες δεν συνδέονται με τις μεταβολές και την επαύξηση του συμβατικού έργου, που είχαν εγκριθεί με Συγκριτικούς Πίνακες, αλλά εμφανίσθηκαν αναληθώς ως εκτελεσθείσες και παρά ταύτα εγκρίθηκαν από τους κατηγορουμένους. Αυτή, λοιπόν, η αποδοχή των καταφανώς ανειλικρινών λογαριασμών του αναδόχου εκ μέρους των κατηγορουμένων, αποτελεί άλλο ένα στοιχείο που οδηγεί στην κατάφαση του δόλου αυτών.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Οι ομάδες των εργασιών, στις οποίες παρατηρήθηκαν οι μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ των ποσοτήτων που αφ' ενός πραγματοποιήθηκαν [μικρότερων] και αφ' ετέρου πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν [μεγαλύτερων] στην πρώτη εργολαβία, ήταν οι παρακάτω: Α) Χωματουργικά [ομάδα Β1], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν [πάντοτε μετά την αφαίρεση της έκπτωσης και την προσθήκη του εργολαβικού οφέλους, χωρίς την αναθεώρηση και το ΦΠΑ] 244.929.494 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 115.031.878 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 129.897.616 δραχμές. Β) Σκυροδέματα [ομάδα Β2, όπου περιλαμβάνονται και ο σιδηρούς οπλισμός και το πλαστικοποιητικό μάζας], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 307.547.879 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 147.008.816 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 160.539.063 δραχμές. Γ) Καλύψεις - στεγανώσεις [ομάδα Β3], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 12.763.053 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 1.947.145 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 10.815.908 δραχμές· Δ) Μολυβδοκατασκευές - σιδηρές εσχάρες [ομάδα Β6], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 70.400.372 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 28.256.264 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 42.144.108 δραχμές (τα στοιχεία έχουν ληφθεί από την ανασύνταξη της 50ης πιστοποίησης της πρώτης εργολαβίας, στην οποία έχει προβεί η τριμελής επιτροπή ελέγχου και η οποία συνοδεύει το από 30-3-1995 Πόρισμα αυτής). Το σύνολο των ως άνω διαφορών είναι 343.396.695 δραχμές. Οι διαφορές αυτές, που συνιστούν ένα πολύ υψηλό ποσό σε σύγκριση με το συμβατικό προϋπολογισμό του έργου [υπενθυμίζεται ότι ήταν περίπου 505.000.000 δραχμές] δεν θα είχαν πληρωθεί στον ανάδοχο, αν οι κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα που ο καθένας είχε και ενήργησε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 6), είχαν θελήσει να κάνουν ουσιαστικό έλεγχο στα επιμετρητικά στοιχεία και ορθολογική σύγκριση μεταξύ των εμφανιζομένων και των συμβατικών ή πράγματι δυναμένων να τοποθετηθούν ποσοτήτων (βλ. κατάθεση ΣΤ, σελ. 34 των πρακτικών). Πέραν τούτου, όμως, εάν η διοίκηση του έργου είχε γίνει με τον προσήκοντα τρόπο και εάν τα επί πλέον επιμετρητικά στοιχεία είχαν απορριφθεί από τους κατηγορουμένους, ως αναληθή, τότε οι εν λόγω διαφορές, που επαύξησαν το συμβατικό προϋπολογισμό του έργου, δεν, θα είχαν δημιουργηθεί. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη εργολαβία δεν θα είχε οδηγηθεί σε φραγή [υπέρβαση του συμβατικού προϋπολογισμού κατά 50%] και τα τελειώματα του έργου θα είχε καταστεί δυνατό να συντελεσθούν κατά τη διάρκεια αυτής, αφού για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών στον προϋπολογισμό της δεύτερης εργολαβίας διατέθηκαν 370.000.000 δραχμές, δηλαδή ποσό ελάχιστα μεγαλύτερο από το σύνολο των ως άνω διαφορών, που οφείλονταν στις ανακριβείς επιμετρήσεις. Η κατάρτιση δεύτερης εργολαβίας δεν θα είχε απαιτηθεί και οι εξαιρετικά μεγάλες εκταμιεύσεις, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια αυτής λόγω του υπερβολικά υψηλού ποσοστού αναθεώρησης (192%), θα είχαν αποφευχθεί (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 18 και κατάθεση Ν, σελ. 57 των πρακτικών). Κατά συνέπεια, η παραδοχή, στην οποία το Δικαστήριο καταλήγει τώρα επί του προβληματισμού που διατυπώθηκε παραπάνω (βλ. στο τέλος της σκέψεως αρ. 8), είναι ότι το έργο θα μπορούσε να ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας και ότι η δεύτερη εργολαβία υπήρξε μια μεθόδευση, που απέβλεπε στην αθέμιτη ωφέλεια του αναδόχου και στην κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Οι ομάδες των εργασιών, στις οποίες παρατηρήθηκαν οι μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ των ποσοτήτων που αφ' ενός πραγματοποιήθηκαν [μικρότερων] και αφ' ετέρου πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν [μεγαλύτερων] στη δεύτερη εργολαβία, κατά τη διάρκεια της οποίας, σημειωτέον, δεν είχε την υπαλληλική ιδιότητα ο Χ1, ήταν οι παρακάτω: Α) Εργασίες κατ' αποκοπή [ομάδα Α1], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 82.442.151 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 65.188.669 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 17.253.482 δραχμές. Β) Χωματουργικά [ομάδα Β1], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 97.202.909 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 38.477.776 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 58.725.133 δραχμές. Γ) Σκυροδέματα [ομάδα Β2], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 69.989.699 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 25.076.659 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 44.913.040 δραχμές. Δ) Αποχετεύσεις ομβρίων [ομάδα Β6], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 71.906.459 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 35.414.535 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 36.491.924 δραχμές (τα στοιχεία έχουν ληφθεί από την ανασύνταξη της 19ης πιστοποίησης της δεύτερης εργολαβίας, στην οποία έχει προβεί η Τριμελής Επιτροπή Ελέγχου και η οποία συνοδεύει το από 30-3-1995 πόρισμα αυτής). Το σύνολο των ως άνω διαφορών είναι 157.383.579 δραχμές. Οι διαφορές αυτές, που συνιστούν ένα πολύ υψηλό ποσό σε σύγκριση με το συμβατικό προϋπολογισμό των εργασιών στη δεύτερη εργολαβία [υπενθυμίζεται ότι ήταν περίπου 370.000.000 δραχμές] δεν θα είχαν πληρωθεί στον ανάδοχο, αν ο Χ2, με τη διπλή ιδιότητα που είχε και ενήργησε κατά τη διάρκεια της εργολαβίας αυτής (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 9), είχε θελήσει να κάνει ουσιαστικό έλεγχο στα επιμετρητικά στοιχεία και ορθολογική σύγκριση μεταξύ των εμφανιζομένων και των συμβατικών ή πράγματι δυναμένων να τοποθετηθούν ποσοτήτων.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Η έγκριση, όμως, των ανειλικρινών επιμετρητικών στοιχείων [επιμετρήσεων, ΠΠΑΕ κλπ], η με βάση αυτά πιστοποίησή των, επίσης, ανειλικρινών λογαριασμών του αναδόχου και η έκδοση των συναφών εντολών πληρωμής δεν είχε ως μόνη συνέπεια την υπέρ του αναδόχου δημιουργία των διαφορών που αναφέρθηκαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις (αρ. 11 και 12). Είχε ως αυτόματη συνέπεια και την αντίστοιχη αύξηση της αναθεώρησης, αφού, αναλόγως του εμφανιζομένου χρόνου εκτελέσεως των διαφόρων εργασιών, οι αναγραφόμενες τιμές προσαυξάνονταν με το εκάστοτε ισχύον, νόμιμο ποσοστό αναθεώρησης. Έτσι, λόγω αναθεώρησης, ο ανάδοχος στην πρώτη εργολαβία έλαβε 481.186.981 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας θα έπρεπε να λάβει 194.149.347 δραχμές, ήτοι έλαβε επί πλέον 287.037.634 δραχμές και στη δεύτερη εργολαβία έλαβε 795.634.698 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας θα έπρεπε να λάβει 565.618.877 δραχμές, ήτοι έλαβε επί πλέον 230.015.821 δραχμές. Όλα αυτά τα επί πλέον ποσά εκταμιεύθηκαν υπέρ του αναδόχου, χωρίς να οφείλονται στην πραγματικότητα από το Ελληνικό Δημόσιο και αποτέλεσαν περαιτέρω όφελος του πρώτου επί ζημία του δευτέρου.
Από τα αυτά, ως, άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Αναφέρθηκε ότι ο ανάδοχος του έργου και, προσωποποιημένα, ο Δ, που ενεργούσε πάντοτε για λογαριασμό της "TENET AE" και συναλλασσόταν με την υπηρεσία, εμφάνιζε επιμετρητικά στοιχεία και λογαριασμούς με εργασίες και ποσότητες τεχνηέντως διογκωμένες [και, μάλιστα, σε υπερβολικό βαθμό], με σκοπό να παραπλανήσει τα εκάστοτε αρμόδια [λόγω ποσού] όργανα του Ελληνικού Δημοσίου και να επιτύχει την υπέρ αυτού εκταμίευση χρηματικών ποσών, ως δαπάνες και εργολαβικό όφελος, εξαιρετικά υψηλότερων από τα πράγματι αναλογούντα και δικαιούμενα. Τα όργανα αυτά ήσαν άλλοτε ο Διευθυντής της ΔΙΕΦΕΣ, άλλοτε ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ και άλλοτε ο Υπουργός του ΥΠΕΠΘ. Το όφελος, από την είσπραξη των μη δικαιούμενων ποσών, πήγαινε στην "TENET AE" και σε όσα φυσικά πρόσωπα συνδέονταν με αυτήν [τον Δ και τους αδελφούς του]. Η αντίστοιχη ζημία απέβαινε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και, αποτιμώμενη συνολικώς [όπως ορίζεται ανέκαθεν στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950], όχι μόνο υπερέβαινε το ποσό των δραχμών 50.000.000, αλλά ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού και μόνο τα χρηματικά ποσά, που αναφέρονται στις αμέσως προηγούμενες σκέψεις (βλ. παραπάνω, αρ. 11, 12 και 13), αθροίζονται σε (343.396.695 + 157.383.579 + 287.037.634 + 230.015.821 =) 1.017.833.729 δραχμές [στην πραγματικότητα, η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου είναι πολύ μεγαλύτερη, διότι στα ως άνω ποσά προστίθεται ο αναλογούν ΦΠΑ, η ζημία από τις κακοτεχνίες του έργου και άλλα κονδύλια, τα οποία υπερβαίνουν τη δυνατότητα έρευνας στο πλαίσιο της παρούσας ποινικής δίκης]. Ο Δ, δηλαδή, διέπραξε απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και για την πράξη αυτή, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, χωρίς τώρα το Δικαστήριο να ασχολείται ιδιαίτερα μαζί του, αφού η ασκηθείσα έφεση του έχει ήδη απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Στην πράξη αυτή, όμως, δεν θα μπορούσε να προβεί μόνος (βλ. κατάθεση ΣΤ, σελ. 34 των πρακτικών), δηλαδή χωρίς την άμεση και συνειδητή υποστήριξη των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι ήσαν κατά νόμο υποχρεωμένοι να επαληθεύουν τις επιμετρήσεις και τους λογαριασμούς του, να πιστοποιούν την ακρίβεια αυτών και να εντέλλονται τις πληρωμές και, με τον τρόπο αυτό, να δημιουργούν το υπόβαθρο έκδοσης των τελικών, εγκριτικών αποφάσεων από τα ως άνω αρμόδια όργανα, τα οποία εκπροσωπούσαν εκάστοτε [λόγω ποσού] το ελληνικό Δημόσιο και, παραπλανώμενα από τους αναληθείς λογαριασμούς τού Δ και τις επ' αυτών πιστοποιήσεις και εντολές των υφισταμένων τους, διέτασσαν την αντίστοιχη εκταμίευση. Οι υπάλληλοι αυτοί ήσαν οι δύο κατηγορούμενοι. Από αυτούς, ο κατηγορούμενος Χ1, με την ιδιότητα του επιβλέποντος των οικοδομικών εργασιών κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας, προσυπέγραψε, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και με πρόθεση να διευκολύνει τον Δ, στις επιμετρήσεις, στα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (ΠΠΑΕ) και στα πρωτόκολλα ζυγίσεως σιδηρού οπλισμού (ΠΖΣΟ), που εκείνος υπέβαλλε στην υπηρεσία, καθώς και στις πιστοποιήσεις των λογαριασμών και στις εντολές προς πληρωμή, που εξέδιδε ο συγκατηγορούμενός του Χ2, ως προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Και ο τελευταίος, με την εν λόγω ιδιότητα και έχοντας ως έρεισμα την προσυπογραφή του συγκατηγορουμένου του Χ1, χωρίς, επίσης, ουσιαστικό έλεγχο και με πρόθεση να διευκολύνει τον Δ, ενέκρινε τις επιμετρήσεις, τα ΠΠΑΕ και τα ΠΖΣΟ και εξέδιδε τις πιστοποιήσεις και τις εντολές προς πληρωμή, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Με τον τρόπο αυτό και κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, οι δύο κατηγορούμενοι δεν έγιναν συναυτουργοί της απάτης, την οποία μετήλθε ο Δ, αλλά άμεσοι συνεργοί σ' αυτήν, δεδομένου του ότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εξαπάτηση των αρμοδίων προϊσταμένων κλιμακίων δεν θα μπορούσε να συντελεσθεί χωρίς τις προηγούμενες υπηρεσιακές ενέργειες των εν λόγω κατηγορουμένων, που ενίσχυσαν την αξιοπιστία των αναληθών παραστάσεων του αναδόχου και οδήγησαν αποτελεσματικά στην έκδοση των αντίστοιχων αποφάσεων για τις υπέρ εκείνου εκταμιεύσεις. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί ότι το αντικείμενο της απάτης και κατ' επέκταση της άμεσης συνέργιας σ' αυτήν, πρέπει να περιορισθεί στα ποσά που αναφέρονται παραπάνω Και όχι στα μεγαλύτερα, που είχαν προσδιορισθεί πρωτόδικος και συνδέονται με πρόσθετους υπολογισμούς, οι οποίοι δεν επαληθεύτηκαν στην παρούσα διαδικασία.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Προκειμένου να παρασχεθεί η ως άνω άμεση συνέργια στην τέλεση του εγκλήματος της απάτης, ο κατηγορούμενος Χ2, ως προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, εξέδωσε τις αποφάσεις έγκρισης των επιμετρήσεων, των ΠΠΑΕ, των ΠΖΣΟ όλων των οικοδομικών και ηλεκτρομηχανικών εργασιών και, στη συνέχεια, εξέδωσε όλες τις πιστοποιήσεις των λογαριασμών που υπέβαλε ο ανάδοχος και τις αντίστοιχες εντολές προς πληρωμή, έχοντας για τις ενέργειες αυτές, κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας, και την προσυπογραφή του συγκατηγορουμένου του Χ1 [εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται παρακάτω, βλ. σκέψη αρ. 16]. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας, όπου ασκούσε ο ίδιος και τα καθήκοντα του επιβλέποντος των οικοδομικών εργασιών, ενεργούσε κατά κανόνα μόνος, υπογράφοντας τόσο ως επιβλέπων όσο και ως προϊστάμενος [και σε ορισμένες περιπτώσεις με την προσυπογραφή του επιβλέποντος των Η/Μ εργασιών Υ, που έχει αποβιώσει]. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο Χ2, ως δημόσιος υπάλληλος επιφορτισμένος με την έκδοση των εγγράφων αυτών, που όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 5) ήσαν δημόσια έγγραφα κατά την έννοια της ΠΚ 242 παρ. 1, βεβαίωνε εν γνώσει του ψευδώς ότι όλες οι επιμετρήσεις, ΠΠΑΕ κλπ που προσκομίζονται από τον ανάδοχο έχουν καλώς, ότι οι αναγραφόμενες σ' αυτά ποσότητες έχουν εκτελεσθεί ή τοποθετηθεί, ότι οι υποβληθέντες λογαριασμοί είναι αξιόπιστοι ("πιστοποίηση") και ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για vα καταβληθεί στον ανάδοχο το αναλογούν ποσό ("εντολή προς πληρωμή"). Με τη συμπεριφορά αυτή τέλεσε την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως και, μάλιστα, με την επιβαρυντική μορφή του ότι είχε το σκοπό να προσπορίσει σε τρίτο αθέμιτο όφελος και ταυτόχρονα να βλάψει παράνομα άλλον, το δε όφελος και η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ΠΚ 242 παρ. 1 και 3, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. β' του ν. 2408/1996) και, επί πλέον, [με την επιβαρυντική μορφή] τού ότι η πράξη στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και το συνολικό όφελος που πέτυχε ο κατηγορούμενος υπέρ του τρίτου και η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών και, επιπροσθέτως, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. γ' του ν. 2408/1996). Περαιτέρω και κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, ο Χ1, που δεν υπήρξε ο εκδότης των ως άνω εγγράφων, αλλά προσυπέγραψε σ' αυτά και παρέσχε έρεισμα στον Χ2 για να τα εκδώσει και να βεβαιώσει τα ως άνω ψευδή περιστατικά, δεν έγινε αυτουργός ή συναυτουργός της ψευδούς βεβαιώσεως, αφού ο ίδιος δεν ήταν αρμόδιος για την έκδοση των εγγράφων αυτών, αλλά άμεσος συνεργός τού Χ2 σε όσες από τις επί μέρους πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως στηρίχθηκαν και στη δική του προσυπογραφή. Και ειδικότερα, η εν λόγω άμεση συνέργια παρασχέθηκε αφ' ενός με την προσυπογραφή στις πιστοποιήσεις και τις εντολές προς πληρωμή, τις οποίες εξέδιδε ο Χ2 και αφ' ετέρου με την προσυπογραφή επί των επιμετρήσεων, ΠΠΑΕ κλπ, που, όπως αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 5), δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της ΠΚ 242 παρ. 1 [γι' αυτό και με τη σύνταξη τους δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως], αλλά ως στοιχεία της εσωτερικής υπηρεσίας αποτέλεσαν την αποδεικτική βάση για την έκδοση των πιστοποιήσεων και των εντολών πληρωμής.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Η προαναφερθείσα αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και για όσο χρονικό διάστημα ο καθένας από αυτούς είχε, παράλληλα, την ως άνω υπαλληλική ιδιότητα. Ο Χ1 δεν είχε καμιά ανάμιξη κατά την εξέλιξη της δεύτερης σύμβασης, αφού τότε είχε αποβάλει την υπαλληλική ιδιότητα. Γι' αυτό και η περιγραφή των πράξεων, οι οποίες του αποδίδονται και για τις οποίες καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, δεν επεκτείνεται στη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας. Και κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας, όμως, δεν προσυπέγραψε στις πιστοποιήσεις και εντολές προς πληρωμή με τους αύξοντες αριθμούς 28η, 38η, 42η, 44η, 49η και 50η, διότι κατά τη διαδικασία έκδοσης τους βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια. Γι' αυτές τις μερικότερες πράξεις, ως στοιχεία του εγκλήματος της άμεσης συνέργιας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, ο Χ1 πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Ο Χ2, με την εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε αθώος για την επί μέρους πράξη της ψευδούς βεβαίωσης που αναφέρεται στην έκδοση των δέκα Συγκριτικών Πινάκων της πρώτης εργολαβίας. Αυτό φαίνεται καθαρά στη σελ. 450 της εκκαλουμένης, όπου είναι καταχωρημένη η απαλλακτική διάταξη, η οποία υπερισχύει του προφανούς σφάλματος, που εμφιλοχώρησε στη σελ. 425 της εκκαλουμένης, όπου, μεταξύ των επί μέρους πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης που περιλαμβάνονται στο καταδικαστικό σκέλος, αναγράφεται και η έκδοση των εν λόγω Συγκριτικών Πινάκων. Επομένως, πρέπει τώρα να απαλειφθεί από το κατηγορητήριο η εν λόγω μερικότερη πράξη. Η απαλλαγή του Χ2 από την εν λόγω μερικότερη πράξη πρέπει να οδηγήσει και στην αντίστοιχη απαλλαγή του Χ1 από την πράξη της συμμετοχής στην έκδοση των εν λόγω Συγκριτικών Πινάκων. Στον κατηγορούμενο Χ2, ως επί μέρους πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης αναφέρονται και η έκδοση των τριών Συγκριτικών Πινάκων της δεύτερης εργολαβίας, η έκδοση της ..... απόφασης περαίωσης των εργασιών α' και β' φάσεως και η έκδοση της ..... έκθεσης περαίωσης εργασιών, για τις οποίες καταδικάσθηκε πρωτοδίκως (βλ. σελ. 426 της εκκαλουμένης). Ο τρόπος συμμετοχής του κατηγορουμένου στην έκδοση των πράξεων αυτών, καθώς και η σημασία τους για την τέλεση του [βασικού] εγκλήματος της απάτης του αναδόχου, χάριν του οποίου τελέσθηκε και η ψευδής βεβαίωση, δεν διευκρινίσθηκε επαρκώς. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες και είναι υποχρεωμένο να κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο Χ2 για τις ως άνω μερικότερες πράξεις. Περαιτέρω, το αντικείμενο των πράξεων των κατηγορουμένων δεν εκτείνεται στο σύνολο του εκτελεσθέντος έργου. Διότι έργο εκτελέσθηκε και, κατά συνέπεια, οι επιμετρήσεις, τα ΠΠΑΕ κλπ και οι λογαριασμοί του αναδόχου, καθώς και οι πιστοποιήσεις και οι εντολές προς πληρωμή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας δεν ήσαν ψευδείς στο σύνολο τους. Ψευδείς ήσαν μόνο κατά το μέρος, στο οποίο ο ανάδοχος διόγκωνε τις ποσότητες και εμφάνιζε ως εκτελεσθείσες, εργασίες, οι οποίες δεν είχαν εκτελεσθεί. Τα σπουδαιότερα από τα μεγέθη αυτά αναφέρθηκαν ήδη παραπάνω (βλ. σκέψεις αρ. 11, 12 και 13) και σ' αυτά πρέπει να εντοπισθεί η κατηγορία. Λόγω, όμως, του ότι οι λογαριασμοί συντάσσονταν πάντοτε ανακεφαλαιωτικός, δηλαδή κάθε νεότερος λογαριασμός περιλάμβανε περιληπτικώς και όλους τους προηγούμενους, σε όλες τις εγκρίσεις των επιμετρήσεων, των ΠΠΑΕ κλπ, σε όλες τις πιστοποιήσεις και σε όλες τις εντολές πληρωμής μεταφερόταν ή εμφιλοχωρούσε, κατά περίπτωση, το ανάλογο ψεύδος. Υπό αυτήν την έννοια, δηλαδή ως εν μέρει ψευδή, καταχωρούνται στο διατακτικό όλα τα έγγραφα αυτά.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν εν γένει την κατηγορία και ειδικότερα το δόλο τους. Ειδικότερα, υποστήριξαν ότι οι ίδιοι, που ασκούσαν τα καθήκοντα τους στην Αθήνα, δεν είχαν σχεδόν καμιά επαφή με το έργο, το οποίο εκτελούνταν στη ..... . Και ότι για το λόγο αυτό, προκειμένου να δεχθούν τους λογαριασμούς του αναδόχου, βασίζονταν αποκλειστικά στις επιμετρήσεις, ΠΠΑΕ, ΠΖΣΟ κλπ, τα οποία συνέτασσε εκείνος και προσυπέγραψαν οι βοηθοί επιβλέποντες, που βρίσκονταν στον τόπο του έργου. Ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη, παράλληλη ευθύνη των βοηθών επιβλεπόντων, η οποία δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της δίκης [διότι εναντίον κάποιων από αυτούς δεν απαγγέλθηκε κατηγορία, ενώ οι βοηθοί επιβλέποντες Η και Θ έχουν αθωωθεί πρωτοδίκως], η προσωπική ευθύνη των κατηγορουμένων, με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν, δεν αίρεται. Σύμφωνα με το νόμο (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 3), ο μεν προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας έχει την υποχρέωση να ελέγχει την εκ μέρους των επιβλεπόντων άσκηση της επιβλέψεως του έργου, ο δε επιβλέπων έχει την υποχρέωση να ελέγχει την εκ μέρους του βοηθού επιβλέποντος άσκηση των καθηκόντων εκείνου, χωρίς κανένας από αυτούς να έχει τη δυνατότητα να μετακυλήσει την ευθύνη στους υφισταμένους του και να απαλλαγεί από αυτήν. Πέραν τούτου, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι αυτοί "δεν γνώριζαν" την πραγματική κατάσταση, διότι "παραπλανήθηκαν" από τους βοηθούς επιβλέποντες, ελέγχεται ως προσχηματικός και αβάσιμος, όπως αναφέρθηκε ήδη και συνοψίζεται στη συνέχεια. Ενώπιον του Δικαστηρίου, βέβαια, κατέθεσαν πολλοί μάρτυρες, οι οποίοι, όντας πρώην συνάδελφοι και συνεργάτες των κατηγορουμένων, είπαν γι' αυτούς ότι είναι ικανοί και έντιμοι άνθρωποι και απέκλεισαν την περίπτωση να ενήργησαν εκ δόλου (βλ. ενδεικτικώς, τις καταθέσεις των Ι, Κ, Λ και Μ, στις σελ. 74, 77, 79 και 84 των πρακτικών, αντιστοίχως). Για δόλο απέφυγαν να μιλήσουν, ευθέως, ακόμη και οι μάρτυρες κατηγορίας, στις καταθέσεις των οποίων στηρίζονται οι περισσότερες από τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν. Περιορίσθηκαν στο να πουν ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων κατά τη διοίκηση και διαχείριση του έργου οφειλόταν "τουλάχιστον σε βαριά αμέλεια" (βλ. ενδεικτικώς, την κατάθεση του Ν, στη σελ. 54 των πρακτικών). Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι μάρτυρες δεν είχαν [αλλά και ούτε θα μπορούσαν να έχουν] ευθεία γνώση περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν κάποια "σχέση" μεταξύ των κατηγορουμένων και του αναδόχου, ως παραγωγικό αίτιο της πρόθεσης αυτών να τελέσουν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται. Γι' αυτό και, μη μπορώντας να δικαιολογήσουν με άλλο τρόπο τις ενέργειες των κατηγορουμένων κατά τη διοίκηση και διαχείριση του έργου, μίλησαν "τουλάχιστον" για βαριά αμέλεια. Και πρόσθεσαν με ειλικρίνεια τον προβληματισμό ότι, βέβαια, "δεν μπορεί να υπάρχει απλώς αμέλεια, όταν πρόκειται για συνεχείς εγκρίσεις μη ειλικρινών λογαριασμών" και ότι "πρέπει οι κατηγορούμενοι να γνώριζαν ότι οι επιμετρήσεις είναι πλασματικές", διότι "οι υπερβάσεις θα μπορούσαν ευχερώς να διαπιστωθούν, αν γινόταν πραγματικός έλεγχος έστω και μια φορά" (βλ. τις καταθέσεις των Ξ, ΣΤ και Ζ, στις σελ. 29, 34 και 38 των πρακτικών, αντιστοίχως). Αυτή, μάλιστα, η απροθυμία τους να αποδώσουν, ευθέως, δόλο στους κατηγορουμένους αυξάνει την αξιοπιστία τους και καταρρίπτει τη μομφή, την οποία προσήψαν προς τους μάρτυρες αυτούς οι κατηγορούμενοι και σύμφωνα με την οποία οι μάρτυρες αυτοί, όπως και όλοι όσοι άσκησαν εκ των υστέρων ελεγκτικά καθήκοντα για λογαριασμό του ΥΠΕΠΘ στην υπόθεση του TEA ....., ενήργησαν [δήθεν] από ποταπά κίνητρα και ανεξήγητη εμπάθεια προς τους κατηγορουμένους. Παρά ταύτα, αναφέρθηκαν ήδη περιστατικά, τα οποία στηρίζουν, χωρίς αμφιβολία, το δόλο των κατηγορουμένων.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Τα περιστατικά αυτά μπορούν να συνοψισθούν στο ότι οι κατηγορούμενοι: Α) Όχι μόνο απέτρεψαν τη μεθόδευση του αναδόχου να ανασκάψει το οικόπεδο με τρόπο αντίθετο προς τις μελέτες και τα σχέδια, έτσι, ώστε να τα θέσει εκποδών, αλλά, αντίθετος, με δική τους πρωτοβουλία και με προσωπική φροντίδα του Χ1 προκάλεσαν την παρέμβαση του ΥΠΑΙ και την κατ' επίφαση απαίτηση της κατασκευής "καταφυγίων", τα οποία τελικώς μετατράπηκαν σε εργαστήρια, αλλά των οποίων η δημιουργία οδήγησε στη "νομιμοποίηση" και πληρωμή όλων των εκσκαφών (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 7). Β) Αν και με την εμπειρία που είχαν, αλλά και με τις περιοδικές επισκέψεις αυτών στον τόπο εκτέλεσης του έργου [μια ή δυο φορές το μήνα, στην αρχή ο Χ1 (βλ. τον αναγνωσθέντα πίνακα των μεταβάσεων του κατά τα έτη 1990 και 1991) και μετά την αποχώρηση του ο Χ2 (βλ. κατάθεση Ξ, σελ. 27 των πρακτικών)], μπορούσαν να διαγνώσουν ευχερώς τις "οφθαλμοφανείς" ανακρίβειες των επιμετρήσεων και να επιτιμήσουν την πονηρία του αναδόχου, που τις υπέβαλλε και την επιπολαιότητα των βοηθών επιβλεπόντων, που τις υπέγραφαν αδιακρίτως, αυτοί τις δέχονταν όλες ως καλώς έχουσες και με βάση αυτές πιστοποιούσαν τους ανακριβείς λογαριασμούς του αναδόχου (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 10). Γ) Με τον τρόπο αυτό προκάλεσαν την υπέρβαση του προϋπολογισμού της πρώτης εργολαβίας κατά 50% και την οδήγησαν τεχνηέντως σε φραγή, ενώ με την προσήκουσα διαχείριση θα ήταν δυνατό οι αναγκαίες πρόσθετες εργασίες να εκτελεσθούν κατά τη διάρκεια της, με τις πιστώσεις που διατέθηκαν για τις πλασματικές ποσότητες, έτσι, ώστε να αποφευχθεί η σύσταση δεύτερης εργολαβίας (βλ. παραπάνω, σκέψεις αρ. 8 και 11) και Δ) Ειδικώς ο Χ2, που από την αρχή εισηγήθηκε τον μη ορισμό Επιτροπής Παρακολούθησης, κατόρθωσε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της διοίκησης και διαχείρισης του έργου και με τον τρόπο αυτό, παρά την ποιοτική ασυνέπεια και την οικονομική δολιότητα του αναδόχου, που ήσαν ευκόλως διακριτές από αυτόν, λόγω της ευφυΐας και της εμπειρίας που είχε και, επομένως, γνωστές σ' αυτόν, μεθόδευσε την κατάρτιση της δεύτερης εργολαβίας και την απ' ευθείας ανάθεση αυτής στον ίδιο ανάδοχο, κατά δε τη διάρκεια της, δήθεν για τα απαραίτητα "τελειώματα" του έργου, επέτυχε εκταμιεύσεις περίπου τριπλάσιες του αρχικού προϋπολογισμού αυτού. Όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί αν οι κατηγορούμενοι ήσαν απλώς αμελείς [πράγμα, το οποίο ούτε οι ίδιοι ισχυρίσθηκαν] ή αν στηρίζονταν, καλόπιστα, στις υπογραφές των βοηθών επιβλεπόντων της ..... [με τους οποίους είπαν ότι δεν είχαν προηγούμενη συνεργασία]. Αντιθέτως, συνέβησαν διότι οι κατηγορούμενοι είχαν αναπτύξει κάποια "σχέση" με τον ανάδοχο, η οποία, αν και δεν αποκαλύφθηκε από κανένα στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, υπήρξε [αυτό συνάγεται εξ αντιδιαστολής], λειτούργησε και αποτέλεσε το κίνητρο για να διαπράξουν υπέρ αυτού τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται [με τον ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό που προαναφέρθηκε].
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος Χ2 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος α) του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, με σκοπό οφέλους, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και β) του εγκλήματος της άμεσης συνέργιας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό. Ο ίδιος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις επί μέρους πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης, όπως ειδικότερα αναφέρονται παραπάνω στη σκέψη αρ. 16. Ο κατηγορούμενος Χ1 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος α) του εγκλήματος της άμεσης συνέργιας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον Χ2 με σκοπό οφέλους, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και β) του εγκλήματος της άμεσης συνέργιας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό. Ο ίδιος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις επί μέρους πράξεις της άμεσης συνέργιας σε ψευδή βεβαίωση, όπως ειδικότερα αναφέρονται παραπάνω στη σκέψη αρ. 16. Υπέρ αμφοτέρων των κατηγορουμένων πρέπει να αναγνωρισθεί ως ελαφρυντική περίσταση το γεγονός ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων τους είχαν μετέλθει καθ' όλα έντιμη προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή (ΠΚ 84 παρ. 2 περ. α'), πράγμα που έχει γίνει δεκτό και πρωτοδίκως.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας στην απάτη κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων, της άμεσης συνέργειας δε στην ψευδή βεβαίωση και την απάτη, για τα οποία καταδικάστηκε ο πρώτος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13, 242 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 98 του Π.Κ. και 1 του ν. 1608/1950, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα δε, αναφέρεται στην απόφαση, σε τι συνίστανται τα καθήκοντα του δεύτερου ως αρμόδιου δημοσίου υπαλλήλου, τα ψευδή περιστατικά τα οποία, έχοντας την καθ'ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα, βεβαίωσε επί των επιμετρήσεων, των ΠΠΑΕ, ΤΠΖΟ και των λογαριασμών που υπέβαλε κάθε φορά ο ανάδοχος του έργου, η έννομη συνέπεια των ψευδών αυτών βεβαιώσεων, οι ψευδείς παραστάσεις του αναδόχου του δημοσίου έργου, η παραπλανητική δηλαδή συμπεριφορά του, οι ενέργειες των παραπλανηθέντων υπαλλήλων και η ζημία του δημοσίου, καθώς και η αντίστοιχη ωφέλεια των τρίτων, η γνώση αμφοτέρων των κατηγορουμένων για την αναλήθεια των ψευδών περιστατικών, η συνδρομή του πρώτου στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης που τελέστηκε από το δεύτερο, η συνδρομή αμφοτέρων στην πράξη της απάτης που τέλεσε ο ανάδοχος του δημοσίου έργου, ο τρόπος κατά τον οποίο επήλθε η ζημία του Δημοσίου. Περαιτέρω με ειδική αιτιολογία της απόφασης γίνεται δεκτό, ότι με την ψευδή βεβαίωση, την οποία, με τη συνδρομή του πρώτου τέλεσε ο δεύτερος, κατ' εξακολούθηση, αλλά και με τη συνδρομή, κατ' εξακολούθηση και των δύο στην πράξη της απάτης του αναδόχου, επιδίωξαν να προσπορίσουν στον ανάδοχο του δημόσιου έργου το παράνομο περιουσιακό όφελος που αναφέρεται στη απόφαση, ότι η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και μάλιστα σε βάρος του δημοσίου και όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες, αιτιολογώντας, επαρκώς, γιατί ζημιώθηκε τούτο, καθώς και ότι οι ίδιοι γνώριζαν αυτό και το επεδίωξαν. Αναφορά της τελέσεως της πράξεως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, δεν ήταν αναγκαία, για την αιτιολόγηση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής (της πράξεως), αφού το Δικαστήριο δέχεται συνδρομή των περιστάσεων του ν. 1608/1950. Αναφέρονται επίσης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να είναι αναγκαία και αναφορά του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, εκ του γεγονότος δε ότι εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι άλλες, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, αφού μάλιστα βεβαιώνεται στην. απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα γενικώς τα αποδεικτικά μέσα. Οι αιτιάσεις του Χ2, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν συνεκτιμήθηκαν, μεταξύ των οποίων και η απολογία του, διότι δεν αναφέρονται οι απαντήσεις του επί των υποβληθεισών ερωτήσεων, δεν έγινε αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων, υπάρχει αντίφαση στη σελ. 128, ελλείπει η αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του ισχυρισμού του περί εφαρμογής του Ν. 2803/2003, την ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και το ψευδές των πιστοποιήσεων, είναι αβάσιμες δοθέντος ότι, από καμιά διάταξη δεν επιβάλλεται να καταχωρούνται ιδιαιτέρως οι απαντήσεις του κατηγορουμένου στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, οι οποίες περιέχονται στο σύνολο της απολογίας του, η οποία ρητά αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη, δεν απαιτείται να αναφέρεται ειδικά ότι επιδείχθηκαν οι φωτογραφίες, αλλά αρκεί ότι αναγνώσθηκαν, υπό την έννοια της επιδείξεως των και λήφθηκαν υπόψη, δεν απαιτείται να γίνεται ρητή αναφορά στην αξιολόγηση και εκτίμηση συγκεκριμένων μαρτυρικών καταθέσεων, αρκεί ότι ελήφθησαν όλες υπόψη, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται και προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπάρχει η επικαλούμενη αντίφαση, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, όπως προαναφέρθηκε, ειδικά αιτιολογείται και κατά τρόπο σαφή το δικαστήριο με την απόφασή του δέχεται ότι οι πράξεις τελέστηκαν σε βάρος του Δημοσίου. Επομένως, εκ του πράγματος προκύπτει ότι αιτιολογείται, γιατί δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ο ν. 2803/2000. Αλλά και η αιτίαση των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την οποία, εσφαλμένα το δικαστήριο δέχθηκε ότι oι επιμετρήσεις και λογαριασμοί του έργου, τα ΠΠΑΕ και τα ΠΖΣΟ είναι δημόσια έγγραφα, αφού, κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκτέλεση δημοσίων έργων, συντάσσονται από τον ιδιώτη ανάδοχο και συνεπώς είναι ιδιωτικά, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δημόσιο έγγραφο και σώμα του εγκλήματος, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελούν μόνο οι επί των εγγράφων αυτών βεβαιώσεις του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου, που αναφέρονται στην αλήθεια του περιεχομένου των, oι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν δημόσια έγγραφα. Περαιτέρω η αιτίαση του Χ1, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού της απόφασης, ως προς το εν μέρει ψευδές των εγγράφων και ότι η προσυπογραφή από αυτόν των ίδιων εγγράφων δεν ήταν αναγκαία για την καταβολή της αμοιβής και συνεπώς η ενέργεια του αυτή ήταν δίχως έννομο αποτέλεσμα, είναι αβάσιμες και τούτο γιατί, από την επισκόπηση της απόφασης δεν προκύπτει η αντίφαση και ασάφεια που επικαλείται ο αναιρεσείων, η προσυπογραφή δε των εγγράφων με το ψευδές περιεχόμενο αποτελεί συνδρομή, ανεξαρτήτως του αναγκαίου ή μη αυτής, αφού είναι αδιάφορο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος το έγκυρο ή όχι του εγγράφου. Τέλος η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι τα παραπάνω εγκλήματα στρέφονται σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απαράδεκτη, γιατί ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα δε με τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε, θεμελιώνονται τα εγκλήματα που τελέστηκαν σε βάρος του Δημοσίου. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος λόγος αναιρέσεως του Χ1 και δεύτερος και τρίτος λόγος της αναίρεσης του Χ2, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας καl εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 περ. γ, 46 παρ. 1, 242 παρ. 1 του ΠΚ, 386 παρ. 1 του ΠΚ, άρθρ. 1 του Ν. 1608/1950, 4, 5, 6 του Ν. 2803/2000 και παραβίαση αυτών εκ πλαγίου, είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1. εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το έγγραφο αυτό, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι παραπάνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο και τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης του ο πρώτος και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο δεύτερος, πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα, που προκλήθηκε από τη συνεκτίμηση εγγράφων, μη αναγνωσθέντων στο ακροατήριο και των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα. Ειδικότερα επικαλούνται ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε: 1) το από 7-9-1992 πρωτόκολλο, δίχως να έχει αναγνωσθεί στο ακροατήριο 2) το από 30-3-1995 Πόρισμα της Τριμελούς Επιτροπής ελέγχου, στις συνταχθείσες 50η πιστοποίηση της πρώτης εργολαβίας και 19η πιστοποίηση της δεύτερης εργολαβίας και σε όλες τις επιμετρήσεις, πίνακες, φωτογραφίες κλπ έγγραφα που επισυνάπτονται σ'αυτό 3) αγνώστου αριθμού, ταυτότητας και περιεχομένου έγγραφα, που φέρονται ότι αναγνώστηκαν με τον αόριστο προσδιορισμό "κλπ." 4) βεβαίωση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και 5) σχεδιάγραμμα το οποίο δείχνει τον αρχικό σχεδιασμό του έργου. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης τα παραπάνω με αριθμούς 2 και 4 έγγραφα, αναγνώστηκαν με τα στοιχεία που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες. Με αυτά όμως επαρκώς προσδιορίζεται καθένα και δεν υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά τους, τούτο δε διότι 1) το με αριθμό 2 έγγραφο προσδιορίζεται από την χρονολογία έκδοσής του, την αρμόδια επιτροπή που το συνέταξε και το αντικείμενο του, τα δε έγγραφα που αναφέρονται σ'αυτό (πιστοποιήσεις, επιμετρήσεις, πίνακες κλπ.) δεν ήταν αναγκαίο να εξατομικεύονται ειδικότερα, γιατί η ταυτότητα τους προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του πορίσματος, στο οποίο γίνεται μνεία αυτών και 2) το με αριθμό 4 έγγραφο (σχεδιάγραμμα), όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (σελίδα 23), κατέθεσε ο μάρτυρας Ξ κατά την εξέτασή του και αναγνώστηκε, αναφέρεται δε στον αρχικό σχεδιασμό της εκτέλεσης του έργου και συνεπώς από την έλλειψη αναγραφής σ'αυτό του χρόνου, τόπου και του συντάκτη του δεν προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητα του. Περαιτέρω από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε και αόριστος αριθμός εγγράφων. Εξάλλου από τα παραπάνω πρακτικά προκύπτει ότι η βεβαίωση που προαναφέρθηκε προσδιορίζεται επαρκώς με τα στοιχεία "από 28.3.1997 και με αριθμ. Πρωτ. ..... Βεβαίωση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας & Θρησκ/των". Τέλος είναι αληθές ότι στα ίδια πρακτικά δεν αναφέρεται ότι αναγνώστηκε και το από 7-9-1992 πρωτόκολλο, η παράλειψη όμως αυτή οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Ειδικότερα, από τη σελίδα με αριθμό 93 των πρακτικών προκύπτει ότι αναγνώστηκαν μεταξύ των άλλων εγγράφων και τα από 19.9.1992, 31.10.1992, 14.10.1992 Πρωτόκολλα Διοικητικής παραλαβής προς χρήση και στη σελίδα 131 της απόφασης, στην οποία περιέχεται μέρος του σκεπτικού, διαλαμβάνεται η παρακάτω αιτιολογία: [Στην παραλαβή συνέπραξαν οι διευθυντές των μονάδων αυτών και είναι χαρακτηριστικό το ότι στα σχετικά πρωτόκολλα γίνεται, στερεότυπα, μνεία ότι οι "οι εργασίες συνεχίζονται" (βλέπε τα από 7-9-1992, 19-9-1992, 31-10-1992 και 14-12-1992 πρωτόκολλα)].
Συνεπώς, εφόσον αναφέρεται στα πρακτικά ότι τα τρία τελευταία πρωτόκολλα αναγνώστηκαν και μάλιστα στο ίδιο σημείο αυτών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αναγνώστηκε και το ταυτόσημο, κατά περιεχόμενο, από 7-9-1992 πρωτόκολλο, η παράλειψη δε του δικαστηρίου να βεβαιώσει τούτο στα πρακτικά του οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, δικαιολογημένη άλλωστε και από τον μεγάλο αριθμό των εγγράφων που αναγνώστηκαν. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.
Οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2408/1996) επιβάλλουν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για την αναβολή ή τη διακοπή της δίκης προκειμένου να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι το αίτημα αυτό ήταν ορισμένο, υποβλήθηκε δε κατά τρόπο σαφή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος Χ2 υπέβαλε το παρακάτω αίτημα: "να εφαρμοστεί στην περίπτωση μου ο ν. 2803/2000 και να μετατραπεί το κατηγορητήριο σε απάτη και ψευδή βεβαίωση εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης). Άλλως και επικουρικώς και εφόσον υπάρχει στο δικαστήριο σας οποιαδήποτε αμφιβολία για την προέλευση των χρημάτων με τα οποία χρηματοδοτήθηκε το έργο, αιτούμαι όπως το Δικαστήριο σας με απόφαση του ζητήσει αφ' ενός από το ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και από το ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ (Τομέας Ελέγχου Δαπανών) να του γνωστοποιήσουν εγγράφως ΤΟ ΑΚΡΙΒΕΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΣΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΕΛ ..... ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ (ήδη ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ) έως ΤΗΝ 31.12.1993, καθώς επίσης και κάθε μία από τις καταβολές ποσών από της ενάρξεως του άνω έργου έως την άνω ημεροχρονολογία. Σημειωτέον ότι μέχρι την αποστολή της απαντήσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των άνω αρμοδίων οργάνων της επί του άνω ζητήματος είναι αδήριτος ανάγκη και πρέπει να διακοπεί η παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 3 του ΚΠΔ, για 30 ημέρες". Έτσι όπως διατυπώθηκε το αίτημα διακοπής της δίκης ήταν ασαφές, αφού εξαρτήθηκε από προϋποθέσεις, για το λόγο δε αυτό το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, κατά συνέπεια δε και να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Εξάλλου το ίδιο αίτημα είχε υποβληθεί επικουρικώς και είχε σχέση με το νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων, για τον οποίο το δικαστήριο απάντησε με την περί ενοχής απόφαση του. Επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και παρ. 2 στοιχ. β' λόγοι της αναιρέσεως, που προβάλλονται από τον παραπάνω αναιρεσείοντά με τον πρώτο λόγο αυτής.
Απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δημιουργείται στην περίπτωση που το δικαστήριο εκδίδει απόφαση επί οποιουδήποτε αιτήματος ή ισχυρισμού του κατηγορουμένου χωρίς να ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 στοιχ. β' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι τα έγγραφα με τα οποία φέρονται ότι τελέσθηκαν οι ψευδείς βεβαιώσεις δεν είναι δημόσια και γιαυτό δεν θεμελιώνεται το έγκλημα αυτό. Στη συνέχεια δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα, ο οποίος επιφυλάχθηκε να προτείνει κατά τη διάρκεια τής δίκης. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν την έκδοση της περί ενοχής απόφασης, ο Εισαγγελέας έλαβε το λόγο και πρότεινε την απαλλαγή των κατηγορουμένων. Επομένως δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, αφού στην πρόταση περί απαλλαγής ενυπάρχει και εκείνη που αναφέρεται στον παραπάνω ισχυρισμό, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν άγει στην άρση του αξιοποίνου, όπως, αβάσιμα, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Επομένως ο συναφής πρώτος λόγος της αναίρεσης του Χ1 είναι αβάσιμος. Τέλος απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, είναι ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης του Χ2, που αναφέρεται στην υπέρβαση εξουσίας.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου για έρευνα, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολο τους οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (176, 182 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως κατ' άρθρ. 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις υπ' αρίθ. 864/2008 και 889/2008 αιτήσεις αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, για αναίρεση της με αριθμούς 2893Α, 2929/2007 και 59/2008 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη σε βάρος του Δημοσίου. Άμεση συνέργεια σ’ αυτήν. Άμεση συνέργεια σε απάτη σε βάρος του Δημοσίου και άμεση συνέργεια στην ψευδή βεβαίωση. Λόγοι αναίρεσης: Απόλυτη ακυρότητα από παράσταση πολιτικής αγωγής, λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν και η ταυτότητα των οποίων δεν προσδιορίζονται, από απόρριψη αιτήματος δίχως πρόταση του Εισαγγελέα, από απόρριψη αιτήματος για διακοπή της δίκης προκειμένου να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία, υπέρβαση εξουσίας. Μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας, Συνέργεια, Πολιτική αγωγή, Ψευδής βεβαίωση.
| 1
|
Αριθμός 110/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 671/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καλλίγερο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1301/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικά μεν η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου που ενέχει τη γνώση και την θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπό του δράστη με την χρήση του πλαστού εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, με την ποινή που προβλέπεται για το δράστη της κατάρτισης πλαστού, τιμωρείται και όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έγγραφο. Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 47 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ.β' του προηγούμενου άρθρου (46 ΠΚ), παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (83). Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγικό αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός που υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει ως αβάσιμη την αγωγή ή όταν δεν εκδίδεται οριστική απόφαση. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 671/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "H πολιτικώς ενάγουσα, Ψ, εργάσθηκε ως υπάλληλος στην επιχείρηση (βιβλιοπωλείο), της πρώτης κατηγορουμένης Χ2, στην πόλη της ..... και επί της Οδού ..... αριθμός ..., αρχικώς κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1995 έως 31-5-1998, οπότε λύθηκε κατόπιν συμφωνίας της με την εργοδότρια της η μεταξύ των σύμβαση εργασίας. Επακολούθησε νέα πρόσληψή της από την πρώτη κατηγορουμένη με σύμβαση εργασίας, συναφθείσα μεταξύ των κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 1999, δυνάμει της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος στην ως είρηται επιχείρηση, εργαζομένη υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως επί έξι ημέρες την εβδομάδα πρωί και απόγευμα και από ώρες 08.30 έως 13.30 και 17.00 έως 21.00, μέχρι την 27-1-2001, οπότε λύθηκε η εργασιακή της σύμβαση κατόπιν καταγγελίας της από την πρώτη κατηγορουμένη. Ακολούθως η μηνύτρια, προβάλλοντας αξιώσεις από την παρασχεθείσα εργασία της προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Πειραιώς και παραλλήλως άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αιτουμένη την καταβολή του ποσού των 6.776.474 δραχμών, για δεδουλευμένες αποδοχές της, μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η εργοδότρια της προς αντίκρουση των απαιτήσεών της, προέβαλε τον ισχυρισμό περί μειωμένης απασχολήσεώς της, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και με ημερήσιο ωράριο εργασίας από 09.00 έως 13.00. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού επικαλέσθηκε τα -επίμαχα έγγραφα και συγκεκριμένα την από 18-5-2000 ατομική σύμβαση μερικής απασχολήσεως και τον υπ' αριθμ. πρωτ. ..... πίνακα προσωπικού. Τα έγγραφα όμως αυτά ήταν πλαστά και είχαν καταρτισθεί από τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, σύζυγο της πρώτης κατηγορουμένης και κατ' ουσίαν μέτοχο και διαχειριστή στην προειρημένη επιχείρηση της, προς καταστρατήγηση δικαιωμάτων της εργαζομένης εκ της πλήρους απασχολήσεως αυτής. Συγκεκριμένα στην από 18-5-2000 ατομική σύμβαση μερικής απασχολήσεως αναφέρεται ψευδώς ότι η εργαζομένη Ψ προσελήφθη από την πρώτη κατηγορουμένη στην επιχείρηση αυτής την 18-5-2000, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχολήσεως για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος επί πέντε (5) ημέρες εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως και Παρασκευή και κατά τις ώρες από 09.00 έως 13.00. Όλα τα ανωτέρω στοιχεία στο αντίστοιχο έντυπο συμπληρώθηκαν από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος στο τέλος και στην οικεία θέση της υπογραφής του εργαζομένου κάτω από την αντίστοιχη ένδειξη έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς τη συγκατάθεση αυτής την υπογραφή της πολιτικώς εναγούσης Ψ. Επίσης στον υπ' αριθμ. πρωτ. ..... πίνακα προσωπικού αναφέρεται ως ημερομηνία προσλήψεως της ως άνω εργαζομένης η 18-5-2000 και ότι οι ώρες εργασίας αυτής ήταν από 9-13, σύνολο είκοσι (20) εβδομαδιαίως και κατά τις ημέρες Δευτέρα έως και Παρασκευή, ενώ στη στήλη "παρατηρήσεις" υπάρχει η μονογραφή αυτής (εργαζομένης), η οποία τέθηκε ωσαύτως από τον δεύτερο κατηγορούμενο, χωρίς τη συγκατάθεση της ιδίας. Η πρώτη κατηγορουμένη, εν γνώσει τελούσα της πλαστότητος των ανωτέρω εγγράφων, έκαμε χρήση αυτών και συγκεκριμένα τα προσεκόμισε την 22-3-2001 στην Επιθεώρηση Εργασίας Πειραιώς, μετά σχετικού υπομνήματός της, προς αντίκρουση της εναντίον της καταγγελίας της εργαζομένης. Επί πλέον επικαλέσθηκε και προσεκόμισε τα έγγραφα αυτά στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 19-3-2002, προς αντίκρουση της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2863/28-3-2001 αγωγής της εργαζομένης, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστή, πείθοντάς τον ότι η απασχόληση της τελευταίας στην επιχείρησή της ήταν μερική και ως εκ τούτου δεν εδικαιούτο τις αποδοχές που ζητούσε με την αγωγή της και αντιστοιχούσαν στην πλήρη απασχόληση που η ίδια επικαλείτο. Ωστόσο ο σκοπός της δεν επιτεύχθηκε τελικώς διότι το Δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε από τα πλαστά ως άνω έγγραφα και με την εκδοθείσα υπ' αριθμ. 4276/2002 απόφασή του διέταξε, κατ' άρθρο 462 του Κ.Πολ.Δ., την αναβολή της σχετικής πολιτικής δίκης μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική δίκη περί των πλαστών εγγράφων, των οποίων διέταξε τη διαβίβαση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Έτσι δημιουργήθηκε η παρούσα ποινική δίκη, στα πλαίσια της οποίας διατάχθηκε και η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης με την υπ' αριθμ. 232/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Το πόρισμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης είναι ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στον υπ' αριθμ. πρωτ. ..... πίνακα προσωπικού δεν έχει χαραχθεί από την Ψ, αλλά από τον δεύτερο κατηγορούμενος Χ1, κατ' ελευθέρα απομίμηση μονογραφών της τελευταίας. Καθόσον αφορά την υπογραφή της στο έτερο των πλαστών εγγράφων, δηλαδή στην από 18-5-2000 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχεται έχει τεθεί από τον ίδιο, ισχυρίζεται όμως ότι είχε προς τούτο τη συγκατάθεση της εργαζομένης. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, τον οποίο αρνείται η Ψ και κατηγορηματικώς διέψευσε και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σε κατ' αντιπαράστασή εξέτασή της με τον κατηγορούμενο, εξ ουδενός στοιχείου αποδεικνύεται, αναιρείται δ' επί πλέον και εκ του γεγονός ότι η δευτέρα πρόσληψη της εργαζομένης, έλαβε χώρα, κατά τα προεκτεθέντα, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 1999 και συνεπώς αυτή δεν θα είχε κανένα λόγο να δώσει τη συγκατάθεση της στο δεύτερο κατηγορούμενο να υπογράψει για λογαριασμό της την επίμαχη σύμβαση με χρόνο προσλήψεώς της μεταγενέστερο κατά ένα έτος του πραγματικού τοιούτου και βεβαίως με μειωμένο ωράριο απασχολήσεως.
Συμπερασματικά και σε ακολουθία με όλα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στοιχειοθετούντα πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις, και συγκεκριμένα η χρήση πλαστών εγγράφων και η απόπειρα απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου στην πρώτη και η πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και η απλή συνεργεία στην απόπειρα απάτης του Δικαστηρίου στον δεύτερο. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, όπως αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό.
Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Χ1 για τις πράξεις της κατ'εξακολούθηση πλαστογραφίας και της απλής συνέργειας στην απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και την κατηγορουμένη Χ2 για τις πράξεις της χρήσης πλαστών εγγράφων και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών στον καθένα την οποία και ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή των, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13στοιχ.γ 26&1α, 27&1, 42&1, 47&1, 83&1δ, 94&1, 98&1, 216 παρ.1,2, 386 παρ.1β, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση 1) προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης από τον πρώτο αναιρεσείοντα της πράξεως της κατάρτισης της από 18-5-2000 πλαστής ατομικής σύμβασης μερικής απασχόλησης και του υπ'αριθμ. 7962/5-6-2000 πλαστού πίνακα προσωπικού, 2)εκτίθενται οι σκέψεις από τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι πλαστά και συντάκτης αυτών είναι ο πρώτος αναιρεσείων, 3) αναφέρεται ο τρόπος κατά τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα από τη δεύτερη αναιρεσείούσα στην Επιθεώρηση Εργασίας Πειραιώς και η γνώση της για την πλαστότητα των παραπάνω εγγράφων, αφού, ειδικώς αναφέρεται ότι η εργαζομένη προσλήφθηκε από αυτήν με σύμβαση εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των, κατά μήνα Ιούνιο του έτους 1999, δυνάμει της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση της, εργαζομένη υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης επί έξι ημέρες την εβδομάδα, πρωί και απόγευμα και κατά τις ώρες από 08.30 έως 13.30 και 1700 έως 2100, και ακόμη ο σκοπός της χρήσης των πλαστών, συνιστάμενος στην αντίκρουση της καταγγελίας της πολιτικώς ενάγουσας, 4) προσδιορίζεται ο σκοπός παραπλάνησης του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από την αναιρεσείουσα, ο λόγος για τον οποίο αυτός δεν επιτεύχθηκε και ακόμη ο τρόπος με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων παρέσχε στη δεύτερη απλή συνδρομή στην πράξη της απόπειρας απάτης, αιτιολογείται δε και η γνώση του για το σκοπό της και 5) προσδιορίζεται το επιδιωχθέν όφελος και η απειληθείσα ζημία σε βάρος της εργαζομένης παθούσας. Η αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος, συνισταμένη στο ότι στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχουν αντιφάσεις και λογικά κενά, ως προς το χρόνο τέλεσης της πλαστογραφίας που δέχθηκε το Δικαστήριο και ως προς τον σκοπό τέλεσης αυτής, αφού, όπως ισχυρίζεται, κατά τον χρόνο που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι καταρτίστηκαν τα πλαστά έγγραφα, η πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε εκδηλώσει διάθεση για την άσκηση της αγωγής ή τη διεκδίκηση απαιτήσεων της από τη σύμβαση εργασίας και γιαυτό δεν δικαιολογείται η κατάρτιση των πλαστών εγγράφων, είναι αβάσιμη, δοθέντος ότι με την απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε, ότι τα πλαστά έγγραφα καταρτίστηκαν από τον πρώτο αναιρεσείοντα, κατά τους χρόνους που προσδιορίζει, προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της εργαζομένης εκ της πλήρους απασχολήσεως αυτής και συνεπώς, κατά τρόπο σαφή, δέχεται, το σκοπό του αναιρεσείοντος να τα χρησιμοποιήσει η σύζυγός του και εργοδότρια δεύτερη αναιρεσείουσα, προς καταστρατήγηση των παραπάνω δικαιωμάτων της εργαζομένης, κατά τη μελλοντική άσκηση των και όχι το σκοπό να τα χρησιμοποιήσει για την αντίκρουση της συγκεκριμένης αγωγής. Περαιτέρω και η αιτίαση του ίδιου αναιρεσείοντος συνισταμένη στο ότι με τη θέση της μονογραφής της εργαζομένης, δίχως τη συναίνεσή της, στον πίνακα προσωπικού δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, αφού εκδότης του εγγράφου είναι η εργοδότρια, είναι αβάσιμη και τούτο, γιατί με τη θέση αυτής της μονογραφής, δίχως τη συναίνεση της εργαζομένης, εμφανίζεται να δηλώνει η ίδια ως ημερομηνία προσλήψεώς της την 18-5-2000 και ώρες εργασίας από 0900 έως 1300, σύνολο 20 εβδομαδιαίως, δήλωση που δεν προέρχεται απ' αυτήν, η οποία έχει έννομη συνέπεια, ως προς τους όρους παροχής της εργασίας και τις απαιτήσεις της και γι' αυτό θεμελιώνεται η αντικειμενική υπόσταση της κατάρτισης πλαστού εγγράφου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της απόπειρας απάτης δεν ταυτίζονται με αυτά της χρήσης πλαστών εγγράφων, αφού η δεύτερη αναιρεσείούσα καταδικάστηκε για τη χρήση πλαστών εγγράφων στην Επιθεώρηση Εργασίας Πειραιά προς αντίκρουση της καταγγελίας της πολιτικώς ενάγουσας Χ2 στις 22-3-2001 και όχι για τη χρήση αυτών, στις 19- 3-2002, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά τη συζήτηση της αγωγής της Ψ με αίτημα την καταβολή οφειλομένων διαφορών από μισθούς.
Συνεπώς δεν απορροφάται η απόπειρα απάτης από τη χρήση πλαστού και η αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 42 και 386 ΠΚ είναι αβάσιμη. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι των αναιρέσεων είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κοινή αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παράστασης πολιτικώς εναγούσης (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ,176 και 182 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 6062/9-7-2008 κοινή αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 671/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Περαιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα, συμμέτρως δε στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία, χρήση πλαστού, απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο, απλή συνέργεια σ’αυτήν. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς έννομη συνέπεια, γνώση του συνεργού, σκοπό του αυτουργού. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 13 στ. γ, 14, 386 παρ. 1 ΠΚ. Απορρίπτει αναιρέσεις.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Απόπειρα, Συνέργεια.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 105/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο - Γεώργιο Αυγερινό, περί αναιρέσεως της 32013/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενης ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1499/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 του Κ.Π.Δ. "η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά και για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά", κατά δε τη διάταξη του αρ. 141 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, "ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς,σ'αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση,τις δηλώσεις τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά". Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας της ποινικής δίκης, η οποία, όχι μόνο δεν κάμπτεται, αλλά αντίθετα ενισχύεται με τη δεύτερη, αφού η παράδοση γραπτώς των δηλώσεων, προϋποθέτει (κατά τη διάταξη αυτή) προφορική ανάπτυξή τους. Ετσι, η προβολή αυτοτελών του κατηγορουμένου ισχυρισμών, με μόνη τη διατύπωσή τους σε έγγραφο που καταχωρίζεται και ενσωματώνεται στα πρακτικά, χωρίς δηλαδή και την προηγούμενη προφορική προβολή και ανάπτυξή τους, προκύπτουσα από τα ίδια πρακτικά, ώστε αυτοί να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση, στα πλαίσια της προφορικότητας και της αμεσότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, παραβιάζει την αναφερόμενη αρχή της ποινικής διαδικασίας και οδηγεί στο απαράδεκτο του ισχυρισμού (Ολ. Α.Π. 2/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για παράβαση του άρθρου 17 του Ν. 2523/1997, η πλημμέλεια ότι απορρίφθηκε, χωρίς αιτιολογία, ο αυτοτελής ισχυρισμός της, ότι αυτή δεν προέβη στην πληρωμή των οφειλομένων χρεών της, για το λόγο ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση με την υπ' αριθμ. 963/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ορίσθηκε ως χρόνος παύσεως των πληρωμών η 12-10-1999, οι δε σχετικές οφειλές προς το Δημόσιο ήταν μεταγενέστερες του ως άνω χρόνου παύσεως των πληρωμών (1-7-2001). Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. είναι απαράδεκτος, διότι, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προκύπτει το περιεχόμενο του από 17-5-2007 ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, που αναφέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, αφού αυτός δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που η μη καταχώρηση οφείλεται σε παραδρομή, δεν προκύπτει ότι αυτός αναπτύχθηκε και προφορικά και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα Δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιουλίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 32013/2007 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτος ο αυτοτελής ισχυρισμός του μοναδικού λόγου αναίρεσης, διότι αυτός δεν αναπτύχθηκε και προφορικά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης.
|
Προφορική ανάπτυξη
|
Ισχυρισμός αυτοτελής, Πρακτικά συνεδρίασης, Προφορική ανάπτυξη.
| 0
|
Αριθμός 104/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γκότση, περί αναιρέσεως της 28585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1312/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές τιμωρείται όποιος δεν καταβάλλει στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, τις εργοδοτικές εισφορές που τον βαρύνουν, και τις εργατικές εισφορές που παρακρατεί από τους μισθωτούς που απασχολεί. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών, υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1864/1951 είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Αντιστοίχως, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία...... Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο, και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι αποδοχές τους και ποιες ήταν οι ανά εργαζόμενο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής (Ολ Α.Π. 1/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι από τα σ' αυτή μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, υπό την ιδιότητά του ως εργοδότης και δη διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...... ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 19.2.2001 έως 19.2.2003 και ενώ απασχολούσε με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά την μισθολογική περίοδο από 1.1.2001 έως και 31.12.2002 στην ανωτέρω επιχείρησή του προσωπικό ασφαλισμένο στο Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και ώφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού του να καταβάλει στον Οργανισμό αυτόν τις παρακάτω εισφορές μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, εν τούτοις δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτό τις εργοδοτικές εισφορές που τον βάρυναν, ποσού 21.638,71 ευρώ, ούτε τις εργατικές εισφορές, ποσού 64.916,13 ευρώ, αλλά τις παρακράτησε, όπως ακριβώς ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης. Ο μάρτυρας υπερασπίσεως ομολογεί τις οφειλές του κατηγορουμένου, όντας υπάλληλος του ταμείου στην ως άνω εταιρεία. Η αόριστη αναφορά και επίκληση οφειλών του ανωτέρω Ταμείου προς την εταιρεία και ο επικείμενος συμψηφισμός δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων, της μη διενέργειας κάποιας καταβολής ή ρυθμίσεως του χρέους που υφίσταται και του επικειμένου κινδύνου παραγραφής. Το ίδιο ισχύει και για την επίκληση ασκήσεως αγωγών στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού αυτές έχουν ασκηθεί στις 31.5.2007, χωρίς όμως να έχει προσδιορισθεί χρόνος συζητήσεως ακόμη. Επομένως, η βραδύτητα που επέδειξε ο κατηγορούμενος (ενώ ισχυρίζεται την ύπαρξη τόσο μεγάλων οφειλών εκ μέρους του Ταμείου) στην άσκηση των εν λόγω αγωγών, οδηγούν το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής, συνεκτιμωμένου του κινδύνου παραγραφής. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών στο ΤΑΤΤΑ και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών και συνολική χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 ΑΝ 86/67 σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ. 1 του ΠΚ, 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/1952, και τα άρθρα 16 παρ. 1 και 2 της με αριθμό 55575/1979 από 18/11.7.1965 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες ή διατάξεις. Ειδικότερα, ουδεμία ασάφεια ή αντιφατικότητα δημιουργείται από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αντίθετος λόγος αναίρεσης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι, ενώ στο τέλος της σελ. 3 του σκεπτικού αναφέρεται "Ο μάρτυρας υπερασπίσεως ομολογεί τις οφειλές του κατηγορουμένου, όντας υπάλληλος του Ταμείου της ως άνω εταιρείας ........", υπάλληλος του Ταμείου (ΤΑΑΑ εν προκειμένω) είναι ο εξετασθείς μάρτυρας κατηγορίας .... και όχι ο προταθείς από τον αναιρεσείοντα μάρτυρας ...., ο οποίος δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με το εν λόγω Ταμείο, Και τούτο διότι, από την ως άνω φράση του σκεπτικού προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του και εξήρε, ως έχον ιδιαίτερη βαρύτητα, το περί ομολογίας του χρέους της εκπροσωπουμένης από τον αναιρεσείοντα εταιρείας "..... ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", σημείο της κατάθεσης του μάρτυρα υπεράσπισης ...., ο οποίος είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου του Ταμείου της ως άνω εταιρείας και όχι, ως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ....., υπαλλήλου της ΤΑΤΤΑ.
Κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Η αναβολή ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, πρέπει, κατ' άρθρα 139 παρ. 2 να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων είχε ζητήσει την αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί των από 31.7.2007 αγωγών του, που άσκησε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. To Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που διαλαμβάνεται στο πιο πάνω αναφερόμενο σκεπτικό του, απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος. Η αναφορά δε του κινδύνου της παραγραφής έγινε εκ περισσού και δεν στηρίζει την απορριπτική επί του αιτήματος αναβολής κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', κατ' εκτίμηση του δικογράφου σχετικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την παρεμπίπτουσα απόφασή του, που εξέδωσε επί του αιτήματος της αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 172 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραλείψεως του δικαστηρίου ν' αποφανθεί επί της παραπάνω αιτήσεως που υπέβαλε ο εκπροσωπήσας τον απόντα αναιρεσείοντα για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του εν λόγω αιτήματος ευθύς μετά την υποβολή του, αλλά επιφυλάχθηκε ν' απαντήσει και απέρριψε αυτό με ιδιαίτερη σκέψη στο σκεπτικό της περί ενοχής του (κατηγορουμένου) απόφασής του, αφού η στο σημείο αυτό της διαδικασίας εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας από καμμία διάταξη του ΚΠΔ και οποιουδήποτε νόμου προκύπτει ότι προσβάλλει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος άλλωστε και ουδεμία βλάβη εκ του λόγου τούτου επικαλείται ότι έχει υποστεί.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2008 αίτηση του ....., επιχειρηματία, κατοίκου ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 28585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 (μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών) στον ΤΑΤΤΑ. Ι.) Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για ασάφεια ως προς τα ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας. ΙΙ.) Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής κατ΄ άρθρο 61 ΚΠΔ. Δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο η επιφύλαξη του δικαστηρίου να απαντήσει επί του αιτήματος αναβολής ευθύς μετά την υποβολή του και διατύπωση της αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως του στο σκεπτικό αυτής για την καταδικαστική του κρίση επί της ουσίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 103/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 2550/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 636/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο, όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα, που αναγνωρίζεται από το νόμο, και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση ετιμωρείτο σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν η πράξη ενείχε κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του δράστη ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή αλλότριας περιουσίας. Μετά την αντικατάσταση της ίδιας παραγράφου από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, στις 4-6-1996, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να το έχουν εμπιστευθεί στον δράστη, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες τούτου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Η νεότερη αυτή διάταξη που ορίζει για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως, ότι το αντικείμενο αυτής πρέπει να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ότι στο πρόσωπο του δράστη πρέπει να υπάρχει μία από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες, είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, στο σημείο αυτό, στην οποία η απαρίθμηση είναι ενδεικτική. Έτσι η νεότερη αυτή διάταξη είναι εφαρμοστέα και στις αξιόποινες πράξεις υπεξαιρέσεως, που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν. 2408/1996. Ειδικά όμως για τις πράξεις αυτές, όταν ο κακουργηματικός τους χαρακτήρας, με τη συνδρομή του αντικειμένου ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, βασίζεται αποκλειστικά στην ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, διότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αξιώνει και το επί πλέον στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με τη νεότερη διάταξη, η οποία αποβαίνει αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο, αφού αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν ιδρύουν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναίρεσης υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, πρώην δικηγόρος Αθηνών, ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της μηνύτριας Ψ. Με την ιδιότητά του αυτή, μετέβη μαζί με τη μηνύτρια στο συμβολαιογραφείο του συμβολαιογράφου Περιστερίου Δημητρίου Καρανταλή, ενώπιον του οποίου συντάχθηκε το ..... συμβόλαιο, με το οποίο η μηνύτρια πώλησε στον Α το περιγραφόμενο στο συμβόλαιο διαμέρισμα. Το πραγματικό τίμημα που εισέπραξε ανερχόταν σε 7.400.000 δραχμές, καταβλήθηκε δε σε μετρητά και επιταγές. Η μηνύτρια είχε ήδη συμφωνήσει να αγοράσει από τον Β, αντί ποσού 7.700.000 δραχμών, άλλο διαμέρισμα στην ..... και το τίμημα θα καταβαλλόταν με το ως άνω ποσό των 7.400.000 δραχμών που εισέπραξε από την πώληση του δικού της διαμερίσματος. Έτσι, στις 9.4.1993, το ποσό των 7.400.000 δρχ., το παρέδωσε στον κατηγορούμενο δικηγόρο της με την εντολή να το παραδώσει στον ως άνω Β μετά από λίγες ημέρες, όταν θα τους ειδοποιούσε ο τελευταίος για την κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Φωτόπουλου. Ακόμη του παρέδωσε και ποσό 100.000 δραχμών, με την εντολή να το παραδώσει στην Γ. Η μηνύτρια παρέδωσε τα ποσά αυτά στον κατηγορούμενο, γιατί του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη λόγω της μακράς γνωριμίας και χειρισμού πολλών κατά καιρούς υποθέσεών της. Όμως η κατάρτιση του συμβολαίου αγοράς του ακινήτου του Β καθυστερούσε από λόγους, που αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Εξαιτίας αυτού, η κατηγορουμένη ανέθεσε στον δικηγόρο Δ την υπόθεση της αγοράς του ακινήτου. Στις 15-4-1993 ο κατηγορούμενος στο γραφείο του δήλωσε για πρώτη φορά στη μηνύτρια ότι δεν μπορεί να της επιστρέψει τα χρήματα, γιατί τα έχει δανείσει σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν του επέστρεψε το δάνειο. Της δήλωσε δε εγγράφως ότι είχε λάβει από την ίδια το ποσό αυτό ως δάνειο και θα το επιστρέψει [9.300.000] στις 18-8-1993. Η μηνύτρια αρνήθηκε ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ τους σύμβαση δανείου και τον καλούσε, με την από 20-5-1993 εξώδικη πρόσκληση, να της επιστρέψει το ποσό μέχρι 31-5-1993. Όμως ο κατηγορούμενος ουδέποτε κατέβαλε το ποσό αυτό στη μηνύτρια μέχρι και την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, μετά όμως την έκδοση αυτής τα κατέβαλε για λογαριασμό του, η κόρη του, Ε, που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι το ως άνω ποσό το δάνεισε ο κατηγορούμενος, κατ' εντολή της μηνύτριας σε τρίτο πρόσωπο, άλλωστε η μηνύτρια είχε αρνηθεί την κατάρτιση συμβάσεως δανείου. Με βάση τα παραπάνω και ενόψει του ότι α) η παθούσα εμπιστεύτηκε στον κατηγορούμενο το παραπάνω χρηματικό ποσό λόγω της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που είχε στο πρόσωπό του, αφού ήταν επί πολλά έτη δικηγόρος της, β) το ποσό αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, γ) του εμπιστεύτηκε το ποσό αυτό με την εντολή να το παραδώσει, κατά τα προαναφερόμενα, στον Β και δ) αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα το εν λόγω ποσό κατά κατάχρηση της ως άνω ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως, που του αποδίδεται, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κακουργηματικής υπεξαίρεσης με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω οδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 κα, 2 του Π.Κ, όπως η τελευταία, ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, πλήρως και σαφώς αιτιολογείται στην προσβαλλομένη α) η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εντολοδόχου, με την παραδοχή ότι η μηνύτρια παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των 7.400.000 δρχ., το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την εντολή να το παραδώσει στον Β, και β) η κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης της μηνύτριας προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου με την παραδοχή ότι αυτός ήταν επί πολλά χρόνια δικηγόρος της. Για την αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούσε η στο προοίμιο του σκεπτικού αναφορά ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίση, έλαβε υπόψη του όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα σ' αυτό αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται αξιολόγηση καθενός από αυτά, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει και αξιολογήσει την μη εμφάνιση της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο. Επιπλέον, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο προς τούτο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολόγησε την απόρριψη απ' αυτό του αρνητικού ισχυρισμού που προέβαλε ο κατηγορούμενος ότι το ως άνω ποσό το έδωσε η μηνύτρια ως δάνειο. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του.
Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το β' σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται κατ' εκτίμηση αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η φερόμενη ως τελεσθείσα από αυτόν αξιόποινη πράξη, ενόψει του χρόνου τέλεσής της (το έτος 1993) φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού κατά τις παραπάνω εκτεθείσες παραδοχές κατά τον ως άνω χρόνο συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τόσο η ιδιότητά του ως εντολοδόχου όσο και το στοιχείο της κατάχρησης απ' αυτόν της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που του επέδειξε η μηνύτρια. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1Δ, Ε και Η πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβασης εξουσίας, αντίστοιχα, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη στην περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Απορριπτέος επίσης, ως αβάσιμος, είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' τέταρτος λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν ανέβαλε αυτεπαγγέλτως την εκδίκαση της έφεσης του κατηγορουμένου, προκειμένου να εμφανισθεί στο ακροατήριό του η πολιτικώς ενάγουσα, ή σε περίπτωση θανάτου της οι κληρονόμοι αυτής, αφού από καμμία διάταξη του ΚΠΔ ή άλλου νόμου δεν προβλέπεται τέτοια υποχρέωση του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε σχετικό αίτημα αναβολής της δίκης και το δικαστήριο δεν απήντησε επ' αυτού. Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ πέμπτος λόγος αναίρεσης, για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω πλήρους αοριστίας και ασάφειάς του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιό δικαίωμα, που να παρέχεται από το νόμο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, ζήτησε ο εκπροσωπήσας τον κατηγορούμενο συνήγορός του ν' ασκήσει και το Εφετείο του το αρνήθηκε.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.12.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2550/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση κακουργηματική από εντολοδόχο δικηγόρο για κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης τελεσθείσα πριν από την ισχύ του Ν. 2406/1996 που τροποποίησε το άρθρο 375 παρ. 2. Εφαρμογή της ευμενέστερης διάταξης πριν από την τροποποίησή της. Απορρίπτει ως αβάσιμο λόγο αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, και ως απαράδεκτους τους αναγόμενους σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα η μη αναβολή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της εκδίκασης της υπόθεσης λόγω μη εμφάνισης στο ακροατήριο της πολιτικώς ενάγουσας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 102/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βάϊο Θεοχάρη, περί αναιρέσεως της 1037/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 495/2008.
Αφού άκουσε Του πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 28 του ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ'αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας (ή κατά περίπτωση της σωματικής βλάβης) από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται χωριστά τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων είναι αναγκαία όχι μόνο για την περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής, καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση ποινής ή στην απαλλαγή απ' αυτήν. Όμως οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή τους και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει, όπως και η εσφαλμένη ερμηνεία αυτής, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης με αριθμ. 1037/2007 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος διατηρεί στο Δ.Δ ..... ένα μανδρί, εντός ενός αγρού ιδιοκτησίας του. Για τις ανάγκες της άρδευσης αυτού του αγρού χρησιμοποιούσε μία τάφρο, που είχε ανοίξει παλιά η ΜΟΜΑ και βρίσκεται σε δημοτικό έδαφος και στην οποία συγκεντρώνονται τα ύδατα. Άλλοτε δε την τροφοδοτούσε με νερό από πομώνα ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Παρά το ότι όμως πλέον την χρησιμοποιούσε καθημερινά μόνο ο ίδιος και κανένας άλλος, αφού δεν είχε άλλος γείτονας πρόσβαση, δεν έλαβε κανένα προστατευτικό μέτρο για την περίφραξή της. Αντίθετα μάλιστα κάθε χρόνο προέβαινε σε καθαρισμό της και έτσι επερχόταν εκβάθυνση αυτής. Παρότι δε υπήρχε κοντά η οικία του πατέρα της θανούσας ανήλικης και τα παιδιά του έπαιζαν στην περιοχή, αυτός αδράνησε παρά τις προειδοποιήσεις του άνω πατρός. Έτσι την 13-3-2002 η ανήλικη, που ακολούθησε τα αδέλφια της στο παιγνίδι, χωρίς να την αντιληφθούν οι γονείς της, γλύστρησε στην τάφρο και πνίγηκε. Ο ως άνω πνιγμός της οφείλεται και στην αμέλεια του κατηγορουμένου, που δεν έλαβε τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα περίφραξης της τάφρου, αν και έκανε αποκλειστική χρήση αυτής, όπως θα έπραττε κάθε άλλος μετρίως συνετός άνθρωπος με τις αυτές συνθήκες. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, για το ότι ήταν κοινοτική έκταση και δεν μπορούσε να την περιφράξει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του για τους άνω λόγους.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξεως. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ειδικότερα σε σχέση με την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 15 του ΠΚ με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προσδιορίζονται: α) η παράλειψη του αναιρεσείοντος από την οποία επήλθε το ως άνω θανατηφόρο αποτέλεσμα, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για την αποτροπή ατυχήματος και συγκεκριμένα δεν προέβη στην τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων-συρματοπλέγματος και δεν περιέφραξε την τάφρο, ώστε να είναι αδύνατη η είσοδος και πτώση εντός αυτής μικρών παιδιών και β) η ειδικότερη (ειδική) υποχρέωση αυτού για τη λήψη του ως άνω μέτρου ασφαλείας, η οποία πήγαζε από την προηγούμενη επικίνδυνη ενέργειά του, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, μόνο αυτός χρησιμοποιούσε την τάφρο για την κάλυψη των αναγκών του ακινήτου του, που προαναφέρθηκαν και ακόμη, κάθε καλοκαίρι, σταδιακά, προέβαινε στην εκβάθυνσή της, "καθαρίζοντας την από πέτρες, ξύλα και από άλλα αντικείμενα, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό τούτο εκσκαφέα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει αυτή στις 13-3-2002 διαστάσεις 8Χ5Χ1μ ύψος" πράξη του που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, σε σχέση με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 28 ΠΚ, με βάση τις παραδοχές της απόφασης προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας που επέδειξε ο κατηγορούμενος σε ασυνείδητη και προκύπτει απ' αυτές η δυνατότητα του να προβλέψει το αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του, αφού γίνεται δεκτό ότι 1) ο ίδιος γνώριζε ότι πλησίον του αγρού του και της τάφρου υπήρχε λιβάδι, όπου έπαιζαν συχνά μικρά παιδιά, αλλά και η οικία του πατέρα της θανούσας, τα παιδιά του οποίου έπαιζαν στην περιοχή και 2) ο τελευταίος (πατέρας της θανούσας) τον είχε ενημερώσει για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή των παιδιών από τη μη περίφραξη της τάφρου. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την αναίρεση του επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, συνιστάμενες στο ότι δεν αιτιολογείται με την απόφαση 1)η δυνατότητά του να περιφράξει την τάφρο, αφού, όπως δέχεται, ήταν σε κοινοτικό ακίνητο και να προβλέψει το παραπάνω αποτέλεσμα, αφού προηγήθηκαν ακραία καιρικά φαινόμενα με μεγάλης διάρκειας και έντασης βροχές, εξ αιτίας των οποίων η τάφρος καλύφθηκε με νερό και κατέστη επικίνδυνη και 2) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του θανάτου της ανήλικης και της τελευταίας εκβάθυνσης της τάφρου, αφού αυτή έγινε σε χρόνο που δεν συμπίπτει με το ατύχημα. Όμως η πρώτη απ' αυτές είναι απαράδεκτη, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε την εκδήλωση των ακραίων καιρικών φαινομένων, που επικαλείται ο αναιρεσείων, την ιδιαίτερη δε υποχρέωσή του να λάβει τα προστατευτικά μέτρα, που επαρκώς προσδιορίζει, θεμελιώνει όχι σε συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά στην αποκλειστική χρήση από αυτόν της τάφρου για τις ανάγκες του ακινήτου του, (από την οποία προκύπτει και η δυνατότητα να την περιφράξει) και την προηγούμενη επικίνδυνη ενέργειά του (σταδιακή εκβάθυνση της τάφρου). Περαιτέρω η δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμη, γιατί στην απόφαση περιλαμβάνονται τα αποδειχθέντα, αναγκαία, πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αιτιώδη συνάφεια παραλείψεως και αποτελέσματος. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2008 (και με αριθ. 668/6-3-2008) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 1037/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση η οποία θεμελιώνεται στην προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, συνισταμένη στην εκβάθυνση τάφρου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για: 1) μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς δυνατότητα πρόβλεψης του αποτελέσματος και ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και 2) εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 15, 28 και 302 ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 101/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Ουρανού, περί αναιρέσεως της 3668/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 123/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγμάτα περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ" είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικό που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περισταικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3668/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για παράβαση του άρθρου 23 παρ.1 του ΑΝ 1539/1938, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πράγματα περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι έχουν κτήμα στην κτηματική περιοχή "....." ..... . Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία του έτους 2001, από κοινού ενεργούντες και με σκοπό να βλάψουν άλλους, αφαίρεσαν ορόσημα που χρησίμευαν για τον καθορισμό ορίων και συγκεκριμένα αφαίρεσαν σιδηροπασάλους που τοποθετήθηκαν από το Δήμο Τριλόφου κατά μήκος κοινοτικού δρόμου πλάτους τριών μέτρων που αρχίζει από το υπ' αριθμ. ..... οικόπεδο και καταλήγει στην δημόσια οδό που οδηγεί προς ..... . Οι σιδηροπάσαλοι είχαν τοποθετηθεί προκειμένου να οριοθετηθεί το πλάτος της αγροτικής οδού σε σχέση με παρακείμενες αγροτικές ιδιοκτησίες, οι δε κατηγορούμενοι προέβησαν στην αφαίρεση των σιδηροπασάλων με σκοπό να βλάψουν τους υπόλοιπους χρήστες της οδού και κυρίως τους ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων και να ωφελήσουν παράλληλα τον εαυτό τους καταλαμβάνοντας ακολούθως αυτογνωμόνως το έτος 2002 το μεγαλύτερο μέρος της εν λόγω κοινοτικής οδού και προσαρτώντας αυτό στο υπ' αριθμ. ..... αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του πρώτου (Χ1), το οποίο καλλιεργούσε ο δεύτερος (Χ2). Υπό τα περιστατικά η πράξη της αφαίρεσης ορόσημων, επειδή αφορά αγροτικό ακίνητο, φέρει το χαρακτήρα πταίσματος (ΑΠ 203/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επειδή δε από της τελέσεως της μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της διετίας το αξιόποινο της έχει εξαλειφθεί με παραγραφή και πρέπει γι' αυτήν να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Υπό τα ίδια ως άνω περιστατικά πρέπει περαιτέρω να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την πράξη της καταλήψεως δημοτικού κτήματος". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατάληψης δημοτικού δρόμου, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45 ΠΚ, 23 παρ.1 ΑΝ 1539/1938, σε συνδ. με άρθρο 1 παρ.1 ΝΔ 31/1968 όπως αντικ. με άρθρο 62 Ν. 1416/1984, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, από τα δεκτά γενόμενα προκύπτει ότι πρόκειται για δημοτικό δρόμο και μάλιστα ότι ο δρόμος αυτός χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε από τους περιοίκους και συνεπώς, σαφώς συνάγεται το αναμφισβήτηρο της κατοχής του από την δημοτική αρχή, κάτι το οποίο αναφέρεται και στο διατακτικό, το οποίο συμπληρώνει το αιτιολογικό. Περαιτέρω, σαφώς, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν ένα τμήμα του δημοτικού δρόμου, όπως διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό, το οποίο (τμήμα) απετέλεσε και το αντικείμενο της δίκης, στο δε διατακτικό γίνεται αναφορά για το όλο μέρος του τμήματος του δημοτικού δρόμου που βρίσκεται προς την πλευρά του ακτινήτου των αναιρεσειόντων, και ως εκ τούτου δεν υφίσταται η επικαλούμενη αντίφαση αναφορικά για το ποιο μέρος του δρόμου καταλήφθηκε. Τέλος, δεν υφίσταται η επικαλούμενη αντίφαση, αναφορικά με το δήμο στο οποίο ανήκει ο δημοτικός δρόμος, τμήμα του οποίου κατέλαβαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενος, αφού, όπως σαφώς διαλαμβάνεται στο διατακτικό, η κτηματική περιοχή "....." ..... ανήκει στο Δήμο Μίκρας Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοι.Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ'αριθμ. 743/17-12-2007 κοινή αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 743/17-12-2007 κοινή αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ'αρ. 3668/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ έκαστος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατάληψη κοινοτικής οδού. Παράβαση άρθρου 23 παρ. 1 ΑΝ. 1539/38. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 1
|
Αριθμός 99/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 1362/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "INTAS", που εδρεύει στις Βρυξέλλες και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1703/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 375 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 2408/1996, όριζε : α) στην παρ. 1 ότι όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και β) στην παρ. 2 ότι, αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω ιδιότητας του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 375 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 ως εξής: "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως η νέα αυτή διάταξη έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν την ισχύ της. Διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί "νομικές" διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί από το νόμο ή από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 εδαφ. 1 του Ν.2721/1999). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν την ισχύ του Ν.2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μίας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη. Εξάλλου η απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματα και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόζεται περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στον πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1362/2007 απόφαση που εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από τα σ' αυτή κατ'είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.1996 έως 1.2.1999 ενεργώντας με την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή κινητών πραγμάτων που ανήκαν κατά κυριότητα στην εγκαλούσα εταιρία, που έχει το διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΑS" και ειδικότερα, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΑLΥSIS CONSULTING ΕΠΕ ", με την οποία εγκαλούσα εταιρία στις 1-2-1999 με το 94-3186 "ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας" συνήψε σύμβαση συνεργασίας με σκοπό την υλοποίηση προγράμματος (διεθνές ερευνητικό) σχετικά με την ηλεκτρική αγωγιμότητα των κεραμικών και στα πλαίσια της οποίας κατέβαλε στην εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο εταιρία, που είχε το ρόλο του συντονιστή προγράμματος το χρηματικό ποσό των 38.367 ευρώ, προκειμένου η τελευταία, με την άνω ιδιότητα της, να διανείμει αυτό στους άλλους συνεργαζόμενους ερευνητικούς φορείς ως αμοιβή για τις παραπάνω υπηρεσίες τους. Όμως, ο κατηγορούμενος με την πιο πάνω ιδιότητα του, έλαβε στην κατοχή του από την εγκαλούσα εταιρεία το πιο πάνω ιδιαίτερα μεγάλο χρηματικό ποσό, αλλά στη συνέχεια, δεν απέδωσε, όπως όφειλε, αυτό στους άλλους συμβαλλόμενους ερευνητικούς φορείς του άνω προγράμματος και ειδικότερα δεν διένειμε αυτό: α) στην εδρεύουσα στη Γερμανία εταιρία, β) στο εδρεύον στο Καζακστάν ινστιτούτο, γ) στην εδρεύουσα στο Κιργιστάν εταιρία και δ) στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Αγ. Πετρούπολης, όπως οι επωνυμίες αυτών αναφέρονται στο διατακτικό, αλλά παρακράτησε τα άνω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητά πράγματα και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, αρνούμενος τόσο την οφειλόμενη καταβολή τους στους πιο πάνω δικαιούχους, όσο και την επιστροφή τους στην εγκαλούσα εταιρεία, παρά τις προς τούτο συνεχείς οχλήσεις της. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, τα πρακτικά του Α'θμιου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και δεν αναιρούνται από την απολογία του κατηγορουμένου που αρνείται την πράξη του, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως του. Από τα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια ..... Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται (υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που του εμπιστεύθηκαν ως εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση).
Έτσι όμως που έκρινε το Πενταμελές Εφετείο, δεν περιέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλομένη κατά τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συγχρόνως δε παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: Εφόσον το ως άνω Δικαστήριο εφάρμοσε την μετά τον Ν.2408/1996 ισχύσασα παρ. 2 του άρθρου 375 του ΠΚ και δέχθηκε ότι πρόκειται για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, έπρεπε να διευκρινίσει αν ο χαρακτηρισμός του αντικειμένου της, ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας προσήκει και για κάθε μία μερικότερη πράξη αυτής. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χαρακτηρίζει ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το σύνολο των υπεξαιρεθέντων, δεχόμενη με τον τρόπο αυτό την εφαρμογή της δυσμενεστέρας για τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν.2721/1999.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' σχετικός λόγος αναίρεσης και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγω ως αλυσιτελούς, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1362/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση κακουργηματική. Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική υπεξαίρεση που τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση πριν από την ισχύ του Ν. 2721/99. Αναιρείται κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του Ν. 2721/1999, ως δυσμενέστερη στην υπό κρίση περίπτωση.
|
Υπεξαίρεση
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος, Υπεξαίρεση.
| 1
|
Αριθμός 98/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 26/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.7.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1414/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η λήψη υπόψη από το ουσιαστικό Δικαστήριο αναγνωσθείσας καταθέσεως μάρτυρα κατηγορίας, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα, το οποίο δίνεται, από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, σε κάθε κατηγορούμενο να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας, οπότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που συνιστά τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν η ανάγνωση της ανωτέρω καταθέσεως έγινε παρά την αντίρρηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 του ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας, μεταξύ άλλων, θανάτου, διαμονής του στο εξωτερικό ή άλλου σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεση του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον Εισαγγελέα, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον κατηγορούμενο, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο ήταν αδύνατη για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή.
Συνεπώς, στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν δημιουργείται ακυρότητα από την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο κατάθεσης μάρτυρα που δόθηκε στην προδικασία, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, παρά την αντίρρηση του κατηγορουμένου και τούτο γιατί η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας κατάθεσης αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, αφού με αυτήν ο κατηγορούμενος θα ματαίωνε κατά βούληση τη χρήση αποδεικτικού μέσου, αναγκαίου για την αποκάλυψη της αλήθειας, δίχως μάλιστα την υπαιτιότητα του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 26/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, αναγνώσθηκε η από 29-5-2002 ένορκη κατάθεση του απολιπομένου μάρτυρα Α, που δόθηκε ενώπιον του Ανακριτή Καρδίτσας, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου αλλά και των συνηγόρων υπεράσπισής του. Περαιτέρω από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να προβεί στην ανάγνωση της κατάθεσης αυτής, δέχθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός ήδη είχε αποβιώσει γεγονός το οποίο συνομολόγησε και ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, δεν δημιουργήθηκε η απόλυτη ακυρότητα την οποία επικαλείται ο αναιρεσίβλητος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στις 14-2-1997 και κατά τις βραδινές ώρες, ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητος ..... και ήδη αποβιώσας, Α, εγνωστοποίησε τηλεφωνικώς εις τον Διοικητή του Α. Σταθμού ....., μάρτυρα Β, ότι, με την υπόδειξη ενός Αλβανού, άνευρε, εις την αγροτική τοποθεσία ....., της περιφέρειας ....., δύο γυάλινα βάζα με χασίς και εζήτησε την παραλαβή των. Ο ανωτέρω, Β, εν όψει του ότι επρόκειτο περί υποθέσεως την οποία δεν ηδύνατο να διεκπεραιώσει ο υπολειτουργών Α.Σ. ....., του οποίου προΐστατο, εγνωστοποίησε τούτο εις τον Διοικητή του AT ..... εις τον οποίο υπήγετο ο ΑΣ ..... πρώτο κατηγορούμενο, Χ2, και κατόπιν συνεννοήσεως με αυτόν, κατά το αυτό βράδυ, μετέβησαν αμφότεροι αρχικώς εις το Κοινοτικό Κατάστημα ....., απ' όπου ο πρώτος κατηγορούμενος παρέλαβε τα ανωτέρω δύο βάζα με χασίς και ακολούθως εις τον χώρο που τους υπεδείχθη, μαζί με τον ρηθέντα Πρόεδρο της Κοινότητας ....., Α και τον μάρτυρα, αγροφύλακα τότε, Γ. Κατά την έρευνα που διεξήγαν εκεί, βρήκαν δύο ακόμη γυάλινα βάζα με χασίς θαμμένα στο έδαφος, τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος μετέφερε στο γραφείο του, εις το Α.Τ. ..... . Συγχρόνως, αυτός επικοινώνησε με τον Διευθυντή του Τμήματος Ασφαλείας ....., Δ και εγνωστοποίησε εις αυτόν την ανεύρεση των τεσσάρων βάζων με χασίς, ο τελευταίος δε εγνωστοποίησε τούτο εις τον Διοικητή του Α.Τ. ..... , Ε και ακολούθως στον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ1, ο οποίος προΐστατο της Ομάδος Δίωξης Ναρκωτικών της αυτής Υπηρεσίας. Κατόπιν εντολής του τελευταίου, οι άνδρες της ομάδος Δίωξης Ναρκωτικών και ειδικότερα οι ΣΤ, Ζ, Η και Θ, με υπεύθυνο τον ΣΤ, την επόμενη ημέρα και κατά τις πρωινές ώρες, μετέβησαν εις το AT ....., όπου συνάντησαν τους αστυνομικούς Β και Ι και, χωρίς να κατέλθουν του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν, μαζί με αυτούς, μετέβησαν στην τοποθεσία ..... και εις τον χώρο όπου είχαν ανευρεθή τα τέσσερα βάζα με χασίς, προκειμένου όπως, ως εκ της εμπειρίας των, ενεργήσουν έρευνα, για την τυχόν ανεύρεση και άλλων ναρκωτικών. Όμως, μετά σχολαστική έρευνα του γύρω χώρου, δεν βρήκαν τίποτα και εν όψει του ότι το γεγονός της ανευρέσεως, την προηγουμένη, ναρκωτικών εις τον χώρο αυτό είχε γίνει ευρέως γνωστό και η φύλαξή του (δια την τυχόν σύλληψη αυτού που τα είχε τοποθετήσει εκεί και ενδεχομένως μετέβαινε εκεί για την παραλαβή των) δεν θα είχε αποτέλεσμα, όπως βεβαιώνουν οι ίδιοι, επέστρεψαν εις την υπηρεσία των, χωρίς να επανέλθουν εις το Α.Τ. ..... και χωρίς οι ίδιοι να παραλάβουν τα τέσσερα βάζα με το χασίς, που προαναφέρθησαν. Αντιθέτως, αυτά παρέμειναν εις το γραφείο και στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου, Χ2. Το κατατεθέν από τον Χ2 ότι τα παραπάνω βάζα παρεδόθησαν, χωρίς την σύνταξη σχετικής εκθέσεως παραδόσεως, εις τον ΣΤ, ως υπεύθυνο και επικεφαλής της ως άνω ομάδος δίωξης ναρκωτικών δεν αποδεικνύεται βάσιμος, εφόσον όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από άλλα στοιχεία αλλά αντιθέτως αναιρείται από τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, ανδρών της Ο.Δ.Ν. Ειδικότερα, κατά την κατάθεση του μάρτυρος ΣΤ "Όταν πήγαμε στην περιοχή των ....., τα βάζα με τα ναρκωτικά είχαν ήδη ανευρεθεί και εμείς κάναμε μόνο την έρευνα στην περιοχή. Δεν πήγαμε στο αστυνομικό τμήμα του ..... για να πάρουμε τα βάζα και να τα μεταφέρουμε στην ..... . Δεν τα είχαμε δει καθόλου ... . Δεν έμαθα ούτε γνωρίζω ποιος πήγε τα βάζα από το Αστυνομικό Τμήμα ..... στην ..... . Και στην ..... που πήγα δεν είδα τα βάζα. Δεν ξέρω πού τοποθετήθηκαν τα βάζα. Ο Χ1 παρέλαβε τα ναρκωτικά. Πάντα αυτός τα παραλάμβανε ... ." Κατά την κατάθεση του μάρτυρος Η "Άκουσα για τέσσερα (4) βάζα ναρκωτικών όταν ήρθε το τμήμα εσωτερικών Υποθέσεων στην Υπηρεσία. Προηγουμένως δεν ήξερα τίποτα ... . Δεν γνωρίζω ποιος πήρε τα βάζα και τα παρέδωσε στον Χ1". Ο ίδιος μάρτυρας Η, στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε: "Ψάξαμε την περιοχή για μία-μιάμιση ώρα εκεί που κρίναμε ότι υπήρχα ναρκωτικά. Δεν βρήκαμε τίποτα ... επιστρέψαμε κατευθείαν στην Υπηρεσία μας. Δεν ασχοληθήκαμε ξανά με την ... Η επιστροφή ήταν απευθείας στην ..... . Δεν παραλάβαμε τίποτα ...". Κατά την κατάθεση του μάρτυρος Θ: "ήμουν στη Δίωξη Ναρκωτικών ..... και μετείχα στην ομάδα ΣΤ, Ζ και Η. Πήραμε εντολή από τον Χ1 και μεταβήκαμε στην περιοχή να ψάξουμε αν υπάρχουν και άλλα ναρκωτικά κρυμμένα. Μας οδήγησαν συνάδελφοι στην περιοχή και μας υπέξειξαν το σημείο όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά ... . Τα βάζα με τα ναρκωτικά δεν τα είδα καθόλου". Ο ίδιος μάρτυρας Θ στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε: "μας υπέδειξαν το σημείο που ήταν θαμμένα (τα ναρκωτικά). Ψάξαμε, δεν βρήκαμε τίποτα. Γυρίσαμε στην υπηρεσία μας ... Στην επιστροφή δεν επιστρέψαμε από το τμήμα ..... Δεν περάσαμε από το Αστυνομικό Τμήμα .....". Επίσης κατά την κατάθεση του μάρτυρος Ι , που μετείχε, όπως προελέχθη, στην ως άνω έρευνα "... Τα βάζα την επόμενη μέρα τα είχε ο Χ2 στο γραφείο του ... . Νομίζω ότι τα βάζα τα έφερε ο Β το πρωί όταν πήγε στο γραφείο του Χ2". Ο ίδιος μάρτυρας Ι στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε "... για τα ναρκωτικά επαναλαμβάνω ότι θυμάμαι ότι δεν ανέβηκε η ομάδα. Όταν γυρίσαμε δεν ανέβηκε η ομάδα ... εγώ ανέβηκα. Τα βάζα ήταν μέσα. Τα μέλη είχαν φύγει ...", ενώ κατά την κατάθεση του μάρτυρος Β "Τα βάζα τα κρατούσε ο αστυνόμος Χ2 στα χέρια του και μεταφέρθηκαν στο αστυνομικό Τμήμα ..... . Την επομένη μέρα πήγα και εγώ μαζί με τη δίωξη Ναρκωτικών ..... στο χώρο όπου βρέθηκαν τα βάζα με τα ναρκωτικά και μετά από έρευνα που κάναμε δεν βρήκαμε τίποτα άλλο. Στην ομάδα συμμετείχαν οι Ζ, ΣΤ και ο Η. Ο Χ2 μου είπε ότι θα επιληφθεί η Ασφάλεια της υποθέσεως διότι είναι στη δικαιοδοσία της ... Δεν γνωρίζω αν έστειλαν και τα τέσσερα βάζα στην .....". Ο ίδιος μάρτυρας κατά την κατάθεσή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δήλωσε "εγώ δεν παρέδωσα βάζα. Κατά την επιστροφή δεν πέρασαν από το Αστυνομικό Τμήμα. Δεν ανέβηκαν επάνω. Εγώ ανέβηκα ...". Επί τη βάσει τούτων, οι ανωτέρω άνδρες της Ο.Δ.Ν. ....., αφού δεν παρέλαβαν, κατά τον ανωτέρω χρόνο τα βάζα με το χασίς, τα οποία αναμφισβητήτως ήσαν τέσσερα και είχαν περιέλθει στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου, είναι προφανές ότι δεν παρέδωσαν αυτά εις τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ1, και ουδεμίαν σχέση είχαν με το περιεχόμενό των. Παρά ταύτα, ο τελευταίος, την 26-2-1997, προέβη εις την σύνταξη σχετικής εκθέσεως - παραδόσεως - παραλαβής και κατασχέσεως "ενός γυάλινου βάζου" που περιείχε ποσότητα καννάβεως "χασίς" σε φούντα, βάρους 205 γραμμαρίων, που βρέθηκε σε συστάδα θάμνων την 14-2-1997 στο 28° χιλ/μετρο της ΕΟ .....-..... . Εις την έκθεση αυτή το "ένα" γυάλινο βάζο φέρεται να παραδίδει εις αυτόν ο μάρτυρας, Ζ, ο οποίος, όμως, όχι μόνον αρνείται την παράδοση αυτή αλλά αμφισβητεί και την επί της εκθέσεως αυτής υπογραφή του, καταθέτων ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι "δεν παρέδωσα εγώ ναρκωτικά στον Χ1. Τη δικογραφία την έκανε μόνος του ο Χ1 και υπέγραψε μόνος του. Δεν γνωρίζω ποιος έκανε το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής. Πιστεύω ότι το έκανε ο Χ1". Εξάλλου, ο ανωτέρω κατηγορούμενος (Χ1) δικαιολογών την αναγραφή του "ενός" βάζου εις την προαναφερόμενη έκθεση, ενώ τα βάζα ήσαν τέσσερα, ισχυρίζεται ότι, "... στις 14-2-1997 ενημερώθηκα ότι στο Αστυνομικό Τμήμα ....., βρίσκονται τέσσερα βάζα ναρκωτικών ...". Αποδέχεται δηλαδή αυτός, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τα βάζα που περιήλθαν εις την υπηρεσία του ήσαν τέσσερα. Το επικαλούμενο, όμως, από αυτόν, ως άνω γεγονός της τοποθετήσεως του περιεχομένου των τεσσάρων βάζων εις ένα, δεν αποδεικνύεται βάσιμο και αμφισβητείται σθεναρώς από τους προαναφερόμενους μάρτυρες, εφ' όσον όπως, προελέχθη, αυτοί δεν παρέλαβαν βάζα από το Α.Τ. ..... και δεν παρέδωσαν βάζα. Εκ τούτου συνάγεται ότι, εφ' όσον δεν παρελήφθησαν τα προαναφερόμενα βάζα από τους άνδρες της Ο.Δ.Ν. από τον πρώτο κατηγορούμενο, αυτά όμως περιήλθαν στα χέρια του 2ου κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος και σχημάτισε δικογραφία για το "ένα" μόνο βάζο, με ποσότητα χασίς 205 γραμμαρίων, αυτά παρεδόθησαν εις τον τελευταίο (Χ1) από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, χωρίς διατυπώσεις, ήτοι χωρίς την σύνταξη σχετικής εκθέσεως παραδόσεως. Το περιεχόμενο από "χασίς", όμως, των τριών αυτών βάζων, τα οποία ήσαν ομοειδή προς το τέταρτο βάζο και γεμάτα, όπως καταθέτει ο ήδη αποβιώσας Πρόεδρος τότε της Κοινότητας ....., Α, στην από 29-5-2002 ένορκη κατάθεσή του, που αναγνώσθηκε, ενώπιον του Ανακριτού Καρδίτσας, παρέμεινε εις την κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου, Χ1, εφ' όσον αυτός δεν περιέλαβε τούτο εις την σχετική δικογραφία κατ' αγνώστου δράστου, που υπεβλήθη εις τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, η οποία αφορούσε στο περιεχόμενο, από 205 γραμμάρια χασίς του ενός βάζου. Την ποσότητα αυτή, η οποία περιήλθε στην κατοχή του κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-1997 έως 26-2-1997, είχε στην φυσική του εξουσία και ηδύνατο να διαθέτει κατά βούληση, ενώ εις τον ίδιο είχε ανατεθεί η δίωξη των παραβατών του Ν. 1729/1987 Περί Ναρκωτικών, ως Προϊστάμενο της ΟΔΝ ..... . Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και α) από το γεγονός ότι ο ρηθείς κατηγορούμενος, εις την συνταχθείσα από αυτόν, την 26-2-1997, έκθεση παραδόσεως - παραλαβής και κατασχέσεως, εις την οποία φέρεται ότι ο μάρτυρας κατηγορίας, Ζ, παρέδωσε εις αυτόν "ένα" βάζο, που περιείχε ποσότητα καννάβεως σε φούντα, βάρους 205 γραμμαρίων (που δεν είναι αληθές, κατά τα προρρηθέντα), μνημονεύει ότι το βάζο αυτό "βρέθηκε σε συστάδα θάμνων, την 14-2-1997, στο 28° χιλ/τρο της Ε.Ο. .....-.....", ενώ αυτό ανευρέθη (μαζί με άλλα 3 βάζα) εις την αγροτική περιοχή ....., που ευρίσκεται εις απόσταση τριών περίπου χιλ/τρων από την Ε.Ο, εις το ύψος της Κοινότητας ..... . Ο ίδιος δε δεν παρέχει επαρκείς εξηγήσεις εις το σημείο αυτό, αλλά ισχυρίζεται ότι "... ο Η ανέφερε το 28° χιλ. και μου έλεγε ότι αυτή είναι η θέση που βρέθηκαν. Δεν είχα λόγο να τον αντικρούσω. Αν διατάξει το Δικαστήριο να χιλιομετρηθεί τώρα η απόσταση, θα διαπιστώσουμε ότι είναι το 38° χιλ. Οι κατώτεροι αστυνομικοί δεν είναι ικανοί ούτε γι' αυτό". Όμως ο ανωτέρω Η, ως μέλος της ΟΔΝ, γνωρίζοντας την τοποθεσία εις την οποία είχαν μεταβεί, κατά τα προαναφερθέντα, οπωσδήποτε θα ανέφερε αυτή και όχι το 28° χιλ/τρο της ΕΟ .....-....., όπως θα ανέφερε αυτή και ο μάρτυρας, Ζ, που φέρεται ότι παρέδωσε το "ανωτέρω" ένα βάζο. β) από το γεγονός ότι εξηφανίσθησαν αυτά καθ' εαυτά τα τρία βάζα, τα οποία ο ρηθείς κατηγορούμενος, (Χ1) ως επικεφαλής της Ομάδος δίωξης Ναρκωτικών, ώφειλε να τα διαφυλάξει, ως πειστήρια. Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό το αναφερόμενο από τον μάρτυρα, Ζ, "... Ο Χ1 μου είπε ότι από τα τέσσερα βάζα τα τρία βάζα τα πέταξε και έμεινε το ένα ... . Ο Χ2 μου πρότεινε να πω ψέματα, ότι δηλαδή σπάσανε τα τρία βάζα και έμεινε μόνο το ένα. Δε γνωρίζω γιατί είπε τόσα ψέματα ο Χ1 για την πρόσμιξη των ναρκωτικών". Επί τη βάσει τούτων, απεδείχθη πλήρως, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη ότι ο 2ος κατηγορούμενος, Χ1, ετέλεσε την πράξη της κατοχής ναρκωτικών που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερον αυτή διατυπούται στο διατακτικό της παρούσης". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1α, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, άρθρο 4 παρ.1 Πιν. α' αριθ. 6, 5 παρ. 1 εδ. ζ' και 6 παράγ. 1, περ. β' του Ν 1729/1987, όπως τα ανωτέρω άρθρα 5 και 6 αντικ. με τα άρθρα 10 και 11 του Ν.2161/1993 και ισχύουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 εδ. ζ' και 26 παρ.1 εδ. β' του Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων, όπως και αυτή του θανόντος μάρτυρος, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο και μάλιστα σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, ιδιαιτέρως δε αιτιολογείται στην απόφαση ο τρόπος που περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, για την οποία καταδικάστηκε και την οποία επαρκώς προσδιορίζει και τέλος αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους η απολογία του δεν είναι πειστική. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση που αναγνώστηκε, δεν είναι βάσιμη, η διαφορετική δε από τον ίδιο αποδεικτική εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, ως βάλλουσα κατά της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και, πρέπει, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι για έρευνα, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 26/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα από ανάγνωση κατάθεσης μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.
| 0
|
ΑρΙθμός 100/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 2460/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χαρίση Ζώη του Αθανασίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 111/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον πρώτο λόγο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της Α2Β/3982/1987 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του ν. 1729/1987, και τον καταδίκασε για τα αδικήματα της αγοράς, κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης ναρκωτικών ουσιών, στηριζόμενο αποκλειστικά για την απόρριψη του περί τοξικομανίας αυτοτελούς ισχυρισμού του στην από 19-11-2001 άκυρη ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του ιατροδικαστή ....., η οποία δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτεί η προαναφερόμενη Υπουργική απόφαση, καθόσον δεν αναφερόταν σ' αυτή αν έγινε εργαστηριακός έλεγχος, δηλαδή τοξικολογική ανάλυση σωματικών υγρών του κατηγορουμένου [ούρα, αίμα] σε χρόνο μικρότερο από 48 - 72 ώρες από τη λήψη ναρκωτικής ουσίας από τον εξεταζόμενο, ούτε εισήχθη σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα επί 5 τουλάχιστον ημέρες για κλινικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να συμβεί απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο. 0 λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση του από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ αναιρετικού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα για εσφαλμένη εκτίμηση της από 19-11-2001 ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία και αν ακόμη δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτεί η άνω Υπουργική απόφαση, και ήταν ως εκ τούτου ατελής, μπορούσε παρά ταύτα να ληφθεί υπόψη και να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο της ουσίας, μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς αυτό να είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί το περιεχόμενο της.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη με αριθμό 2460/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για αγορά κατοχή και κατ' εξακολούθηση πώληση ναρκωτικών ουσιών, δίχως την ιδιότητα του τοξικομανούς, με τις επιβαρυντικές δε περιστάσεις που αναφέρονται σ' αυτήν, σε ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, ότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η πληττόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά. "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πιο κάτω πράξεις και συγκεκριμένα α) Σε άγνωστο τόπο και σε χρόνο που δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς, οπωσδήποτε όμως προ διμήνου από τη σύλληψη του, που έγινε στις 19-10-2001, αγόρασε από άγνωστα άτομα άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κοκαΐνης, δισκίων ECSTASY και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, τουλάχιστον όμως 1.175 γραμμάρια κοκαΐνης, 30.000 δισκία ECSTASY και 1,5 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, με σκοπό την εμπορία αντί αγνώστου ανταλλάγματος. β) Στη ..... στην επί της οδού ..... οικία του, στις 19-10-2001, κατείχε απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα κατείχε τρεις ανισοβαρείς νάιλον συσκευασίες που περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους 1150 γραμμαρίων, τρεις ειδικές συσκευασίες καθώς και δύο νάιλον σακούλες οι οποίες περιείχαν συνολικά 30.000 δισκία ECSTASY ήτοι 13.600 χρώματος ροζ και 16.400 δισκία ECSTASY χρώματος λευκού, ένα αυτοσχέδιο νάιλον σακουλάκι που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη, συνολικού μικτού βάρους 1,5 γραμμαρίου περίπου και σε ειδική κρύπτη σε σποτ φωτιστικού της ψευδοροφής του διαδρόμου, κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 15 γραμμαρίων περίπου, καθώς και μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας μάρκας ΤΑΝΙΤΑ κατάλληλη για ζύγιση ναρκωτικών, με σκοπό την εμπορία. γ) Στην Αθήνα, σε χρόνο που δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς, οπωσδήποτε όμως, προ διμήνου από τη σύλληψη του που έγινε στις 19-10-2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, πωλούσε σε άγνωστο αριθμό ατόμων, άγνωστες ποσότητες των απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κοκαΐνης, δισκίων ECSTASY και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, καθώς και στο συγκατηγορούμενό του, αρχικά, Α, στις 19-10-2001, κοκαΐνη, βάρους 10 γραμμαρίων, περίπου, αντί συνολικού τιμήματος 1.000.000 δραχμών. Τις παραπάνω πράξεις τέλεσε κατ' επάγγελμα δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων (ζυγαριά, κρύπτη σε σποτ ψευδοροφής διαδρόμου) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι, από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων, προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης. Οι πράξεις που περιγράφονται παραπάνω υπό στοιχεία (α,β,γ) αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Επομένως προέκυψε ότι ο 1ος κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της αγοράς και κατοχής των ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, καθώς και της πώλησης ναρκωτικών ουσιών στον συγκατηγορούμενό του, αρχικά, Α, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του ν.1729/79, όπως αναφέρονται παραπάνω. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί τοξικομανίας του, κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Αυτό προκύπτει από την από 19-11-01 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ....., ο οποίος διορίστηκε ως πραγματογνώμονας κατά το στάδιο της Ανάκρισης, η οποία συντάχθηκε μετά από τρεις επισκέψεις του πραγματογνώμονα στη φυλακή (3,8 και 17/11/2001) η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη. Ειδικότερα αναφέρεται σε αυτήν ότι ο κατηγορούμενος δεν ικανοποιεί τρία τουλάχιστον κριτήρια διάγνωσης διαταραχής της εξάρτησης, σύμφωνα με την Υ. Α. 3982/1987 άρθρο 2 και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες, μη δυνάμενο να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις. Περαιτέρω αναφέρεται σε αυτήν ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο φυσιολογικής ανάπτυξης. Από την κλινική εξέταση δεν διαπιστώνεται διαταραχή στην σκέψη και την αντίληψη. Συνεχίζοντας αναφέρεται ότι ενώ στα περισσότερα άτομα που είναι εξαρτημένα από διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως η κοκαΐνη, το στερητικό σύνδρομο εκδηλώνεται με δυσφορική διάθεση σε συνδυασμό με αύξηση του σωματικού βάρους, στην περίπτωση του κατηγορουμένου υπήρξε μείωση του σωματικού βάρους κατά 5 χιλιόγραμμα (Kg) σε διάστημα 14 ημερών (βάρος κατ/νου στις 3/11/2001 Kg 108, στις 17/11/2001 Kg 103). Εξάλλου ο κατηγορούμενος δεν περιέγραψε συμπτωματολογία στερητικού συνδρόμου από οπιοειδή, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση. Από την επισκόπηση του σώματος του ουδέν διεπιστώθη. Τα ευρήματα της πρόσθιας ρινοσκοπίας είναι συμβατά με ενδορρινική χρήση ερεθιστικών ουσιών, αλλά εξαιρετικά αμβληχρά, σε σχέση με τα αναμενόμενα από το ιστορικό, όπως το εξέθεσε ο κατηγορούμενος. Η ενδορρινική χρήση ουσιών φαίνεται ότι υφίσταται αλλά χωρίς να εκτείνεται στην ανάπτυξη έξης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την πρ/νη του ιατρού-ψυχιατρού ....., που εξετάστηκε και ως μάρτυρας στο ακροατήριο και ο οποίος διορίστηκε ως τεχνικός σύμβουλος από τον κατηγορούμενο. Στην έκθεση πρ/νης που αυτός συνέταξε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες, καθόσον πληροί 5 κριτήρια διάγνωσης της εξάρτησης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Υ. Α. Όμως το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο παραπάνω ιατρός και η πλήρωση των προαναφερθέντων κριτηρίων στηρίζονται σε περιστατικά που ο ίδιος ο κατ/νος εξέθεσε και όχι σε αντικειμενικά ευρήματα (λ.χ. η εμφάνιση στερητικών συνδρόμων δεν διαπιστώθηκε από το διενεργήσαντα την έκθεση ιατρό, αλλά αναφέρεται από ιστορηθέντα από τον κατηγορούμενο). Εξάλλου και στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι από τη σωματική επισκόπηση ουδέν σημαντικό προέκυψε. Εξάλλου, στηριζόμενη στη από 15-11-01 ΩΡΛ εξέταση του Χειρούργου-Ωτορινολαρυγγολόγου ....., η οποία αναφέρει "σκολίωση ρινικού διαφράγματος αριστερά, με συμφύσείς βλεννογόνου εδάφους πλάγιου τοιχώματος και τετράπλευρου χονδρού, αριστερά ατροφία μεσότητας κάτω ρινικής κόγχης) κατάληγεL στο συμπέρασμα ότι η διάγνωση αυτή παραπέμπει σε χρόνιο ερεθισμό, προξενήσαντα την ατροφία και μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη συστηματικής χρήσεως κοκαΐνης. Όμως και η παραπάνω γνωμάτευση ΩΡΛ, εξέτασης του ιατρού ....., λήφθηκε υπόψη και από τον πραγματογνώμονα Ιατροδικαστή ....., όπως προκύπτει από την έκθεση πρ/νης αυτού, στην οποία γίνεται αναφορά της γνωμάτευσης αυτής. Τα ευρήματα της εν λόγω γνωμάτευσης αναφέρει ο εν λόγω πραγματογνώμονας ότι κρίνονται εξαιρετικά αμβληχρά, η ενδορρίνίκή χρήση ουσιών φαίνεται ότι υφίσταται, αλλά χωρίς να εκτείνεται στην ανάπτυξη έξης. Πέραν των ανωτέρω, η ιδιότητα του κατ/νου ως μη τοξικομανή, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αυτός επέδειξε ενδιαφέρον να τον επισκεφθούν στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου εκρατείτο, μέλη της θεραπευτικής ομάδας της Μονάδας Απεξάρτησης του ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (18Ανω),προκειμένου να κάνει προκαταρκτικές ενέργειες για την αποκοπή του από τις ουσίες. Επίσης δεν αναιρούνται τα παραπάνω από το γεγονός ότι στις 17-7-07 άρχισε να παρακολουθεί το πρόγραμμα ΚΕΘΑ ΑΡΙΑΔΝΗ στις φυλακές Αλικαρνασσού και στις 6-11-01 σχετικό πρόγραμμα στις φυλακές Κορυδαλλού". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δ ι έλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, (με εξαίρεση τις επιβαρυντικές περιστάσεις), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 8 περ.θ',94 και 98 του ΠΚ, 4&&1 και 3 Πίνακες Α' και Β' αριθ.3 και 5 & 1 περ. β' και ζ' και 2 και 8 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω με πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι ετύγχανε τοξικομανής και διαλαμβάνει ειδική σκέψη στην οποία στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα περί της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως μη τοξικομανούς, αξιολογώντας προς τούτο, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις και αποδεχόμενο το πόρισμα της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Η αιτίαση για ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε, κατείχε και πούλησε, κατ' επανάληψη, ναρκωτικές ουσίες είναι αβάσιμη. Το δικαστήριο με σαφείς συλλογισμούς και σκέψεις καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει, κατείχε και πώλησε κατ' επανάληψη τις ναρκωτικές ουσίες που προαναφέρθηκαν και παραθέτει πραγματικά περιστατικά τα οποία αξιολογεί για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίση ,για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του, όσον αφορά την αγορά και την κατ' εξακολούθηση πώληση των ναρκωτικών, δεν ήταν αναγκαίο, να προσδιορίζεται επακριβώς, στην απόφαση το τίμημα που κάθε φορά καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε, η ταυτότητα των πωλητών και των αγοραστών και τέλος ο συγκεκριμένος χώρος που διενεργήθηκε η συναλλαγή, είναι δε αρκετό ότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κατάρτιση συμβάσεων αγοράς και πώλησης.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, που αναφέρεται στην περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου, αλλά και στον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς. Αντίθετα, από τις παραπάνω παραδοχές τις απόφασης, δεν προκύπτει ότι αιτιολογείται στην προκείμενη περίπτωση και η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραπάνω πράξεων, καθώς και της τελέσεως αυτών υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος, αφού στο σκεπτικό και το διατακτικό της παρατίθεται μόνο η ορολογία του νόμου, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν και τα οποία τις δικαιολογούν. Η αιτιολογία όμως αυτή, ως προς τη συνδρομή των παραπάνω επιβαρυντικών περιστάσεων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Αλλά και η αιτίαση του αναιρεσειόντος, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε δίχως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον αυτοτελή ισχυρισμού του, που αναφέρεται στην ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, είναι βάσιμη. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε γραπτώς, αμέσως μετά την έναρξη της διαδικασίας, ισχυρισμό με το εξής περιεχόμενο "Από την ακροαματική διαδικασία και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως σε συνδυασμό με το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι έζησα μέχρι τη σύλληψη μου έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά ζωή, δίνοντας μέχρι το χρόνο που τελέσθηκε το έγκλημα, για το οποίο κατηγορούμαι, πετυχημένες εξετάσεις στην κοινωνική διαβίωση (στο οικογενειακό και επαγγελματικό μου περιβάλλον) χωρίς κηλίδες παραβατικότητας σε ηθικό ή ποινικό επίπεδο. Συγκεκριμένα είμαι σπουδαστής των ΤΕΦΑΑ, τίμησα την Ελλάδα ως αθλητής της κωπηλασίας με σημαντικές νίκες σε διεθνές επίπεδο και μέχρι της συλλήψεως μου διατηρούσα εργοστάσιο ξυλείας με τον πατέρα μου με ενεργό δράση και κέρδη πέραν των 15.000.000 δρχ., επιδιώκοντας να συνεισφέρω κατ' αυτόν τον τρόπο στην οικογένεια μου. Ως εκ τούτου πρέπει να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ, δεκτού γενομένου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού". Στη συνέχεια ανέπτυξε και προφορικά τον ισχυρισμό αυτό και ακόμη πριν την έκδοση της περί ενοχής απόφασης, αφού έλαβε το λόγο ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και ε του ΠΚ. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε παραδεκτά, ήταν δε και ορισμένος και το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη. Όμως, όπως προκύπτει από την απόφαση του, δέχθηκε μεν ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε,απέρριψε δε τον ισχυρισμό του, κατά το μέρος που αναφέρεται στην παρ. 2α δηλαδή την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, δίχως να διαλάβει σ' αυτήν κάποια αιτιολογία. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοίχ. Δ' λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή των παραπάνω επιβαρυντικών περιστάσεων και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος αυτό, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της, που αφορά την ποινή και να παραπεμφθεί, ως προς αυτό, η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 2460/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, δηλαδή κατά τα κεφάλαια της που αναφέρονται 1) στις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της αγοράς, κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρονται στο σκεπτικό και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος αυτών είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος 2) την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου και 3) την επιβολή ποινής, για νέα συζήτηση, στο Ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών με επιβαρυντικές περιστάσεις. Απορρίπτει λόγο για άκυρη πραγματογνωμοσύνη. Αναιρεί εν μέρει για έλλειψη αιτιολογίας επιβαρυντικών περιστάσεων και ελαφρυντικά 84 παρ. 2α ΠΚ.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
Αριθμός 108/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 133/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με κατηγορούμενο τον Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννίδη και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, που δεν παρέστη, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Παπαλόη.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την υπ' αριθμ. 133/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην 10/12-2-2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 268/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο από το άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Α.Π. δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Επομένως δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας. Περαιτέρω, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν δεν γίνεται αναφορά όλων των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην αθωωτική ή καταδικαστική κρίση του. Δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα, στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτό. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες-έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 133//2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, ο Χ, (αναιρεσίβλητος) κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του τα παρακάτω: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δηλαδή εκ των ανωμοτί καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, εκ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και της απολογίας του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Την 15-11-2001 0 κατηγορούμενος, οδηγώντας το ταχύπλοο σκάφος ....., Πειραιά ....., του οποίου ήταν ιδιοκτήτης, στην θαλάσσια περιοχή ....., προσέκρουσε με την αλιευτική λέμβο ....., λεμβολογίου Χίου ....., που έπλεε σε απόσταση 600 μέτρων, περίπου, από την ακτή. Η σύγκρουση των δύο σκαφών οφείλεται σε υπαιτιότητα του παθόντος Ψ3 και όχι σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Ειδικότερα απεδείχθη κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ο κατηγορούμενος είχε ανάψει τα φώτα ναυσιπλοΐας του σκάφους του, ενώ ο θανών ιδιοκτήτης της λέμβου, αν και είχε δύσει ο ήλιος την 17.14 ώρα και δεν υπήρχε ορατότητα στη θαλάσσια περιοχή του ναυαγίου, δεν είχε στη λέμβο του καθόλου τα προβλεπόμενα φώτα που προβλέπονται από τη Σύμβαση του Λονδίνου του 1972 "περί Διεθνών Κανονισμών προς Αποφυγήν Συγκρούσεων εν Θαλασσή 1972" που ισχύει και στη Ελλάδα, κυρωθείσα με το Ν. Δ. 93/1972 (ΦΕΚ Α' 93).Ο φορητός φανός, που ο παθών είχε πάρει μαζί του, βρέθηκε μετά το ατύχημα από το δύτη Α μέσα σε πλαστική σακούλα, άρα δεν χρησιμοποιήθηκε. Δεν απεδείχη επίσης ότι υπήρχε κατά την ώρα συγκρούσεως επαρκής φωτισμός, ώστε να μη καθίσταται αναγκαίο το άναμμα των φώτων και να είναι δυνατόν στον κατηγορούμενο να εντοπίσει από ικανή απόσταση την λέμβο του παθόντος. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η δύση του ηλίου είχε γίνει στις 17.14 και συνεπώς κατά την πιθανή ώρα του ατυχήματος (17.30), είχε ήδη ο θανών νόμιμη υποχρέωση να ανάψει τα φώτα στη λέμβο του, ώστε να καθίσταται αντιληπτή από τα παραπλέοντα σκάφη και μάλιστα από ικανή απόσταση κατά τον κανόνα 22 της Διεθνούς Σύμβασης Αποφυγής Συγκρούσεων εν Θαλασσή. Και ναι μεν προέκυψε ότι στη θαλάσσια περιοχή του ναυαγίου συχνά ερασιτέχνες ψαράδες αλίευαν χωρίς να έχουν αναμμένα φώτα στις λέμβους τους και αυτό ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο, όμως η απόσταση που έπλεε το σκάφος από την ακτή δηλ. 600 μέτρα και η τήρηση όλων των κανόνων ναυσιπλοΐας εκ μέρους του, καταδεικνύουν ότι επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού ανθρώπου καθώς και ότι δεν ήταν δυνατό να λάβει οποιοδήποτε άλλο επιβεβλημένο μέτρο για να εντοπίσει την άνευ φώτων λέμβο του παθόντος. Για όλα τα παραπάνω περιστατικά σαφείς είναι οι καταθέσεις των επιβαινόντων στο σκάφος ..... μαρτύρων Β και Γ, οι οποίες δεν ανατρέπονται από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, οι οποίοι αντίθετα επιβεβαιώνουν ότι η λέμβος του θανόντος δεν είχε τα νόμιμα φώτα πλεύσεως αλλά ένα φακό με μπαταρίες, που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκε. Από την πραγματογνωμοσύνη επίσης δεν προέκυψε ότι το ταχύπλοο του κατηγορουμένου είχε πρόβλημα στις μηχανές του, το οποίο τυχόν θα απασχολούσε τους επιβαίνοντες, αποσπώντας κατά τον πλου την προσοχή τους, ενώ ο εξετασθείς στο ακροατήριο πραγματογνώμονας Δ κατέθεσε ότι το σκάφος του κατηγορουμένου μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα 20-22 μίλια ανά ώρα πλην η ταχύτητα αυτή επιτρέπει σταθερότερη πλεύση και μεγαλύτερη ορατότητα. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του δύτη Ε, η οποία διαλαμβάνεται στην αναγνωσθείσα υπ' αριθμό ..... ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Στυλιανής Κανάριου, ο οποίος επί λέξει καταθέτει τα εξής: "Κλήθηκα από την οικογένεια του ΣΤ, μετά το ατύχημα προκειμένου να εντοπίσω τη μικρή ξύλινη λέμβο του ΣΤ, η οποία είχε βυθιστεί στην περιοχή ....., 650 περίπου μέτρα μακριά από την ακτή. Με την ιδιότητά μου ως δύτης και αφού σκάφος του Λιμενικού με μετέφερε εκεί, έπεσα στην περιοχή του ναυαγίου και εντόπισα την λέμβο η οποία δεν είχε φώτα. Έψαξα καλά γιατί ήθελα με ακρίβεια να ενημερώσω τους συγγενείς οι οποίοι εναγωνίως ζητούσαν να μάθουν τα αίτια του ατυχήματος. Έτσι όταν βρήκα τη βάρκα ενημέρωσα τους συγγενείς ότι δεν είχε φώτα πλοήγησης, ούτε μπαταρία καθώς επίσης και ότι η λέμβος ήταν απείραχτη στο βυθό και φυσικά δεν ήταν κομμένη, όπως πίστευαν. Μάλιστα και προκειμένου να πειστούν, τους ζήτησα σχοινί για να την ανελκύσω, έτσι ώστε να γίνει και επίσημα πραγματογνωμοσύνη από το Λιμεναρχείο. Εκείνοι όμως αρνήθηκαν την ανέλκυση και μου είπαν ότι δεν θα με χρειαστούν άλλο. Όταν πήγα στο Λιμεναρχείο ρώτησα τον Ζ αν χρειάζεται να βεβαιώσω για όσα είδα, μου είπε ότι δεν χρειάζεται". Το ατύχημα συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν παρέβη οποιαδήποτε υποχρέωσή του κατά την οδήγηση του σκάφους του, αλλά στην έλλειψη των προβλεπόμενων από τη Σύμβαση του Λονδίνου του 1972 "περί Διεθνών Κανονισμών προς Αποφυγήν Συγκρούσεων εν Θαλασσή", εκ μέρους του ιδιοκτήτη της λέμβου Ψ3, που δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή του ναυαγίου, αλλά σε υπαιτιότητα του παθόντος, ο οποίος πήγε για ψάρεμα με την αλιευτική του λέμβο, η οποία εστερείτο του επιβεβλημένου από το νόμο φωτισμού. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται". Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο των πράξεων που προαναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στήριξε την κρίση του, για τη μη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων για τα οποία τον κήρυξε αθώο, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε ότι είναι αθώος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες δέχθηκε ότι τα παραπάνω περιστατικά δεν υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 26&1 εδ.2, 28, 302&1, 278, 277 του ΠΚ. Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, αιτιολογείται και η κρίση του, ότι αν και ήταν γνωστό σ' αυτόν, πως στην περιοχή που συνέβη το ατύχημα, αλίευαν ερασιτέχνες ψαράδες, δίχως να έχουν αναμμένα φώτα στις βάρκες τους, όμως ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο, προκειμένου να εντοπίσει την δίχως φώτα λέμβο του παθόντος, αφού δέχεται ότι 1) αυτός είχε λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία επιβάλλονται από τους κανόνες της ναυσιπλοΐας, 2) εκινείτο σε απόσταση 600 μέτρων από την ακτή, δηλαδή σε χώρο στον οποίο δεν συνηθίζεται να μεταβαίνουν, οι παραπάνω ερασιτέχνες ψαράδες, οι οποίοι, κατά κανόνα, κινούνται σε μικρότερη απόσταση από την ακτή και 3) δεν υπήρχε ορατότητα, λόγω της δύσης του ήλιου και της μη ύπαρξης στη λέμβο έστω και στοιχειώδους φωτισμού και κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό να εντοπίσει τη λέμβο από ικανή απόσταση, δηλαδή τέτοια ώστε να παρέχεται σ' αυτόν η δυνατότητα να ενεργήσει εγκαίρως αποφευκτικό ελιγμό. Εξάλλου από το σκεπτικό της απόφασης, κατά τρόπο σαφή, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας την κατάθεση του πραγματογνώμονα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο, με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, δέχεται ότι η ταχύτητα του σκάφους του κατηγορούμενου, δεν υπερέβαινε τα 22 μίλια την ώρα, αιτιολογεί δε την κρίση του γιατί η ταχύτητα αυτή, ενόψει και των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, ήταν η κανονική και δεν επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, "η ταχύτητα αυτή επιτρέπει σταθερότερη πλεύση και μεγαλύτερη ορατότητα" και "η λέμβος ήταν απείραχτη στο βυθό και φυσικά δεν ήταν κομμένη". Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' του ΚΠΔ, μοναδικός λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά αθωωτικής απόφασης από τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Ανθρωποκτονία από αμέλεια, πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ναυαγίου πρόκληση, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
Αριθμός 113/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 3459/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2080/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τo άρθρο 4 παρ.1 α του Ν. 3037/2002 όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγράφου 1 του άρθρου 2, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ. Ως κέντρα ή άλλοι χώροι όπου απαγορεύεται η διεξαγωγή μηχανικά, ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων παιγνίων, νοούνται ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσεως, καθώς και κάθε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος (αρθρ. 1 στοιχ. β, γ, δ, και αρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 3037/2002). Εξάλλου η απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ή, κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3459/2007 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι "στη ..., στις 11-8-2005, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη άδικης πράξης, κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης και συγκεκριμένα κατελήφθη να λειτουργεί ως Διευθυντής και προσωρινά υπεύθυνος το επί της οδού ..., κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος καφέ-Ιντερνέτ με την επωνυμία "...." ιδιοκτησίας της εταιρείας "... Ε.Ε", με νόμιμο εκπρόσωπό του (επ) ... (ον) ... του ...., o οποίος εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία εντός του καταστήματος 14 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που ήταν σε πλήρη ανάπτυξη και ελέγχονταν από έτερο κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, στην οθόνη των οποίων εμφανίζονταν φρουτάκια - ζωάκια σε σχηματισμούς τρίλιζας και μονάδες πονταρίσματος, ενώ ένας θαμώνας διενεργούσε απαγορευμένα τυχηρά παίγνια σε έναν από τους υπολογιστές αυτούς". Περαιτέρω, στο σκεπτικό της απόφασης αυτής αναφέρεται, ότι από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, που εξετάστηκε στο Δικαστήριο, την ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι, "στις 11-8-2005, ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής και προσωρινά υπεύθυνος του επί της οδού ..., καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος καφέ - Ιντερνέτ με την επωνυμία "...." ιδιοκτησίας της εταιρίας "... Ε.Ε", με νόμιμο εκπρόσωπό του (επ) .... (ον) ... του ..... Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του παρείχε άμεση συνδρομή στον ιδιοκτήτη του καταστήματος στη διενέργεια τυχηρών παιγνίων, αφού αυτός (ιδιοκτήτης) εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία εντός του καταστήματος 14 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που ήταν σε πλήρη ανάπτυξη και ελέγχονταν από έτερο κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή. Στην οθόνη των υπολογιστών εμφανίζονταν φρουτάκια - ζωάκια σε σχηματισμούς τρίλιζας και μονάδες πονταρίσματος, με τη διεξαγωγή δε του παιγνίου ο παίκτης επιδίωκε να επιτύχει ομάδα όμοιων σχηματισμών σε όλες τις σειρές κερδίζοντας έτσι κάποιο ποσό, που εκ των προτέρων είχε συμφωνηθεί, στην περίπτωση δε αποτυχίας έχανε το ποσό, που είχε καταβάλει για την παροχή των μονάδων πονταρίσματος. Το αποτέλεσμα αυτό εξαρτάτο αποκλειστικά από την τύχη και όχι από τη δεινότητα του παίκτη. Ένας θαμώνας κατελήφθη, όταν εισήλθαν τα αστυνομικά όργανα στο κατάστημα, να παίζει το απαγορευμένο τυχηρό αυτό παίγνιο σε έναν από τους 14 υπολογιστές. Υπό τα περιστατικά αυτά, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, να του αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ". Με το περιεχόμενο όμως αυτό η απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και τούτο διότι δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει α) η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως 1) Διευθυντή του καταστήματος και ειδικότερα, αν την ιδιότητά του αυτήν την απέκτησε από την συμμετοχή του στην επιχείρηση ως εταίρος κλπ ή δυνάμει σχετικής σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του εκπροσώπου της εταιρίας "... Ε.Ε" στην οποία ανήκε το κατάστημα "....." στο οποίο διενεργούνταν τα τυχηρά παίγνία, δυνάμει της οποίας του ανατέθηκαν συγκεκριμένα καθήκοντα και ποια, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός απέκτησε την ιδιότητα του διευθυντή και 2) ως προσωρινά υπευθύνου και ειδικότερα, αν αναπλήρωνε προσωρινά το διευθυντή λόγω της σχέσεώς του με την εταιρία ή κατ' ανάθεση από το νόμιμο εκπρόσωπό της των καθηκόντων που προαναφέρθηκαν, β) η γνώση του (κατηγορουμένου) για το ότι, με την εγκατάσταση των υπολογιστών και τη λειτουργία αυτών, διενεργείτο το τυχηρό παίγνιο, κατά το χρόνο που φέρεται ότι άσκησε τα παραπάνω καθήκοντά του, η οποία δεν είναι αυτονόητη, αφού, όπως δέχεται η απόφαση, η εγκατάσταση έγινε από τον εκπρόσωπο της εταιρίας, σε προγενέστερο χρόνο και δεν γίνεται δεκτό ότι σ' αυτήν είχε συμμετοχή ο κατηγορούμενος ή ακόμη ότι είχε ενημερωθεί και σε κάθε περίπτωση γνώριζε, για την παράνομη αυτή ενέργεια του αυτουργού της πράξεως και γ) η άμεση συνέργεια του κατηγορουμένου στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε, αφού με την τέλεση απ' αυτόν της πράξεως, με την ιδιότητά του ως διευθυντή του καταστήματος, την οποία το δικαστήριο δέχεται ότι είχε, θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτουργός και όχι άμεσος συνεργός του ιδιοκτήτη. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του ανωτέρω πλημμελήματος και την καταδίκη του κατηγορουμένου ως άμεσου συνεργού. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ, λόγος της αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3459/2007 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άμεση συνέργεια σε παρ. του άρθρ. 1 περ. δ΄, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1α΄ Ν. 3037/2002. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Συνέργεια, Παίγνια ηλεκτρονικά.
| 1
|
Αριθμός 97/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 535/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 333/20-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 77/22-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 535/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 3657/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών και τον αναιρεσείοντα, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 375 § 1β-α Π.Κ.). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησαν ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Ψ τις υπ'αριθμ. 9/2008 και 13/2008 αντίστοιχες εφέσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 535/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγιναν αυτές τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσία, ενώ διορθώθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα και επαναδιατυπώθηκε η κατηγορία ως υπεξαίρεση από κοινού από εντολοδόχους, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας τα 73.000 ευρώ (άρθρο 375 § § 1α, 2α και β Π.Κ.). Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 §1 και 482 § ια Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν.3160/2003. Διαλαμβάνονται δε στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτοί, α) της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 375 § § ια και 2α, β Π.Κ. και β) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33, ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/627). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 § ιβ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Επειδή στη διάταξη του άρθρου 375 § § 1 και 2 Π.Κ ορίζεται ότι όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο(ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ.1 το τελευταίο εδάφιο της οποίας προστέθηκε με το άρθρο 14παρ.3ά του Ν. 2721/1999). Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου , επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ(25.000.000 δρχ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.(παρ.2 όπως αντικ. από το άρθρο 1παρ.9 του Ν. 2408/1996). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου(ολικά ή μερικά), κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε"1 τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέληση του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1015/2005 (σε Συμβούλιο) Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/127). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (ΑΠ 742/07, 737/07 Π.Χρ. ΝΗ/227 και 226 αντίστοιχα). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 535/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι "από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμώ και προς τις απολογίες των κατηγορουμένων, τα περιστατικά της εγκλήσεως και την ανωμοτί εξέταση του εγκαλούντος, πολιτικώς ενάγοντος, προέκυψαν τα εξής: Με το από 18-2-2002 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ του εγκαλούντος Ξ και του εκ των κατηγορουμένων Χ, συμφωνήθηκε να πωλήσει ο εγκαλών στον Χ, ο οποίος διατηρούσε με τον υιό του Ψ (δεύτερο κατηγορούμενο-εκκαλούντα) κατάστημα (μάνδρα) εμπορίας αυτοκινήτων οχημάτων δημοσίας χρήσεως στην Αθήνα, στην οδό ..., ένα(1) αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Ξ, μάρκας TOYOTA, με αριθμό κυκλοφορίας ...., δημοσίας χρήσεως ταξί, αντί τιμήματος 111.518, 71 ευρώ. Η πώληση όμως αυτή δεν έλαβε εν τέλει χώρα και εν συνεχεία, δυνάμει του ... πληρεξουσίου πωλήσεως αυτοκινήτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής-Ζόγκαρη-Νούση, ο εγκαλών Ξ, παρέσχε στους Χ και Ψ (κατηγορουμένους), την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως ενεργώντας είτε από κοινού είτε μεμονωμένα ο καθένας, πωλήσει προς οποιονδήποτε, ακόμα και στον εαυτό του, συμβαλλόμενος με αυτοσύμβαση κατά το άρθρο 235 του ΑΚ και με οποιοδήποτε τίμημα και με όρους και συμφωνίες εγκρίνει, το ως άνω αναφερόμενο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δημοσίας χρήσεως ταξί. Δυνάμει του εν λόγω πληρεξουσίου, και δη στα πλαίσια της παρασχεθείσης κατά τ' ανωτέρω εντολής, οι κατηγορούμενοι, στην Αθήνα, στις 22-2-2002, πώλησαν και μεταβίβασαν το ως άνω αυτοκίνητο ταξί στον Ζ, αντί τιμήματος 105.649,30 ευρώ, το οποίο εισέπραξαν ολόκληρο από τον αγοραστή, αλλά αντί ως όφειλαν να το αποδώσουν στο εντολέα Ξ, το ιδιοποιήθηκαν, χωρίς να έχουν το προς τούτο δικαίωμα. Η πώληση του ταξί έλαβε χώρα δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής-Ζόγκαρη-Νούση, στο οποίο ως συμβαλλόμενοι φέρονται οι Ψ (υιός του πρώτου κατηγορουμένου Χ και εντολοδόχος δυνάμει του ... πληρεξουσίου πωλήσεως αυτοκινήτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ζόγκαρη-Νούση), και Ζ. Η κατάρτιση του πωλητηρίου αυτού συμβολαίου έγινε σε εκτέλεση της ρηθείσης εντολής, από τον εκ των εντολοδόχων Ψ, εφόσον ούτος δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου είχε την δυνατότητα να ενεργεί και μόνος του, ο δε Χ τελούσε εν γνώσει των ενεργειών του δευτέρου εντολοδόχου, ως σαφώς προκύπτει από την κατάθεση του Ζ. Ο τελευταίος στην από 9-1-2007 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση ενώπιον της ανακρίτριας του·18ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, καταθέτει ότι είχε ήδη από τις 7-2-2002 καταβάλει στους κατηγορουμένους το χρηματικό ποσό των 61.000.000 δραχμών (179.016,875 ευρώ) για την αγορά δύο ταξί, από το ποσό δε αυτό, 105.649,30 ευρώ, αντιστοιχεί στο τίμημα αγοράς του ταξί του Ξ, δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο (ποσό) οι κατηγορούμενοι, καίτοι εισέπραξαν εξ ολοκλήρου, εν τούτοις δεν απέδωσαν στον εντολέα τους μετά την κατάρτιση του ... πωλητηρίου συμβολαίου. Στο ... πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται ως τίμημα πωλήσεως το ποσό των 2.350 ευρώ, το οποίο όμως δεν αποτελεί το πραγματικό τίμημα. Περαιτέρω από τις καταθέσεις του εγκαλούντος, του Ζ, και του ..., προκύπτει, σαφώς ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν το ποσό αυτό, το οποίο άλλωστε και οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) δεν αρνούνται ότι εισέπραξαν. Ο εγκαλών στις 22-2-2002 μετέβη στο κατάστημα των κατηγορουμένων και πληροφορήθηκε από αυτούς ότι το ταξί του είχε πωληθεί. Απαίτησε τότε την καταβολή από αυτούς του τιμήματος πωλήσεως αλλά αυτοί αρνήθηκαν την τοιαύτη καταβολή, επικαλούμενοι πρόσκαιρες οικονομικές δυσχέρειες και υποσχέθηκαν να καταβάλουν το τίμημα εντός διμήνου. Ο εγκαλών έσπευσε και ανεκάλεσε το ... πληρεξούσιο πωλήσεως (βλ. σχετ. την ... Πράξη Ανάκλησης Πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λαμπρινής Κατσιγιάννη). Η ενέργεια του αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μην δύναται να μεταβιβασθεί το όχημα στον αγοραστή Ζ, από την αρμόδια Διεύθυνση Συγκοινωνιών. Οι κατηγορούμενοι τότε, με νέες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις (εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου κειμένου στη νήσο Μύκονο, ελευθέρου δήθεν βαρών), έπεισαν αυτόν να ανακαλέσει την ανακλητική του πληρεξουσίου Πράξη (σχετ. η ... Πράξη Ανάκλησης της Συμβολαιογράφου Λαμπρινής Κατσιγιάννη), οπότε και εν συνεχεία έγινε και η μεταβίβαση του οχήματος στην οικεία Διεύθυνση Συγκοινωνιών. Σημειωτέον επίσης ότι από το χρηματικό ποσό αυτό που ιδιοποιήθηκαν, οι κατηγορούμενοι, μετά από έντονες οχλήσεις του εγκαλούντος απέδωσαν σε αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2002-2007, τμηματικά ποσό 20.000 ευρώ, το δε υπόλοιπο, 85.649,30 ευρώ, ιδιοποιήθηκαν χωρίς να έχουν το προς τούτο δικαίωμα. Το ποσό αυτό (20.000 ευρώ), δέχεται ο εγκαλών ότι εισέπραξε τμηματικά. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι επέστρεψαν στον εγκαλούντα χρηματικό ποσό 60.000 ευρώ, αλλά ο ισχυρισμός αυτός δεν ενισχύεται ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα από κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο (αποδείξεις εισπράξεως). Εξ άλλου ο σκοπός παρανόμου ιδιοποιήσεως του χρηματικού αυτού ποσού από τους κατηγορουμένους προκύπτει και από το γεγονός ότι ενώ αρχικώς συμφωνήθηκε δυνάμει του από 18-2-2002 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού να αγοράσουν οι ίδιοι το ταξί του εγκαλούντος, κατόπιν πρότειναν σ' αυτόν και πέτυχαν να τους χορηγηθεί πληρεξούσιο πωλήσεως σε τρίτον, εις τρόπον ώστε να περιέλθει το τίμημα στην κατοχή τους και να καταστεί εφικτή η παράνομη ιδιοποίηση του. Επί πλέον από τις περιεχόμενες στην δικογραφία μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα, προκύπτει ότι έχουν σχηματισθεί σε βάρος τους και άλλες δικογραφίες από παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων που τους είχαν εμπιστευθεί πελάτες των (προκαταβολές, τιμήματα πωλήσεως). Ενόψει των περιστατικών και δεδομένων αυτών φρονώ ότι προκύπτουν κατά των κατηγορουμένων αποχρώσες ενδείξεις ενοχής ότι τέλεσαν την αξιόποινο πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού, από εντολοδόχο, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 375 παρ. ια - 22 α,β' Π.Κ). Η κατηγορία επομένως σε βάρος των εκκαλούντων πρέπει να επαναδιατυπωθεί αφού δοθεί στην πράξη ο ορθός αυτός χαρακτηρισμός σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 313, 317 και 318 ΚΠΔ συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση που το Συμβούλιο Εφετών επιλαμβάνεται της ποινικής διαδικασίας δεν δεσμεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 470 ΚΠΔ, το οποίο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση ενδίκου μέσου κατά βουλευμάτων και έχει την εξουσία να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου και να προσδώσει στην αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τον ορθό χαρακτηρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας. Το Συμβούλιο έχει την εξουσία να δεχθεί τη συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων (ΑΠ 190/2005 ΠΧ ΝΕ/919, ΑΠ 1559/1994 ΠΧ ΜΔ/1355, ΑΠ 1568/1994 ΠΧ ΜΔ/1357, Μπουρόπουλος υπό αρθρ. 318). Οι εφέσεις μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν ως προς την ουσία τους και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις, αφού επαναδιατυπωθεί η κατηγορία σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας ποσού 220,00 ευρώ πρέπει να επιβληθούν σε βάρος ενός εκάστου των εκκαλούντων (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ όπως αντικ. από το άρθρο 55 παρ.1 του Ν. 3160/2003 εν συνδ. προς αρθρ. 3παρ.3 του Ν. 663/1977 και 58553/2006 Απόφαση Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης)". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δια της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ από εντολοδόχο, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 375 § § ια, 2α και β Π.Κ., την οποία ορθώς εφάρμοσε, με την αιτιολογία που παραθέτει στο βούλευμά του, διέλαβε σ'αυτό την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση και δι'αυτής στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή και του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και οι σκέψεις του δια των οποίων αποφάνθηκε την απόρριψη της ανωτέρω εφέσεως του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμης. Κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, αβάσιμη ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ'αριθ. 77/22-4-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 535/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 4 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με το αρ. 375 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά), κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Περαιτέρω, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του, ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 § ιβ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 535/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι "από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμώ και προς τις απολογίες των κατηγορουμένων, τα περιστατικά της εγκλήσεως και την ανωμοτί εξέταση του εγκαλούντος, πολιτικώς ενάγοντος, προέκυψαν τα εξής: Με το από 18- 2-2002 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ του εγκαλούντος Ξ και του εκ των κατηγορουμένων Χ, συμφωνήθηκε να πωλήσει ο εγκαλών στον Χ, ο οποίος διατηρούσε με τον υιό του Ψ(δεύτερο κατηγορούμενο-εκκαλούντα) κατάστημα (μάνδρα) εμπορίας αυτοκινήτων οχημάτων δημοσίας χρήσεως στην Αθήνα, στην οδό ..., ένα (1) αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Ξ, μάρκας TOYOTA, με αριθμό κυκλοφορίας ...., δημοσίας χρήσεως ταξί, αντί τιμήματος 111.518,71 ευρώ. Η πώληση όμως αυτή δεν έλαβε εν τέλει χώρα και εν συνεχεία, δυνάμει του ... πληρεξουσίου πωλήσεως αυτοκινήτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής-Ζόγκαρη-Νούση, ο εγκαλών Ξ, παρέσχε στους Χ και Ψ (κατηγορουμένους), την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως ενεργώντας είτε από κοινού είτε μεμονωμένα ο καθένας, πωλήσει προς οποιονδήποτε, ακόμα και στον εαυτό του, συμβαλλόμενος με αυτοσύμβαση κατά το άρθρο 235 του ΑΚ και με οποιοδήποτε τίμημα και με όρους και συμφωνίες εγκρίνει, το ως άνω αναφερόμενο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δημοσίας χρήσεως ταξί. Δυνάμει του εν λόγω πληρεξουσίου, και δη στα πλαίσια της παρασχεθείσης κατά τ' ανωτέρω εντολής, οι κατηγορούμενοι, στην Αθήνα, στις 22-2-2002, πώλησαν και μεταβίβασαν το ως άνω αυτοκίνητο ταξί στον Ζ, αντί τιμήματος 105.649,30 ευρώ, το οποίο εισέπραξαν ολόκληρο από τον αγοραστή, αλλά αντί ως όφειλαν να το αποδώσουν στο εντολέα Ξ, το ιδιοποιήθηκαν, χωρίς να έχουν το προς τούτο δικαίωμα. Η πώληση του ταξί έλαβε χώρα δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής-Ζόγκαρη-Νούση, στο οποίο ως συμβαλλόμενοι φέρονται οι Ψ (υιός του πρώτου κατηγορουμένου Χ και εντολοδόχος δυνάμει του ... πληρεξουσίου πωλήσεως αυτοκινήτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ζόγκαρη-Νούση), και Ζ. Η κατάρτιση του πωλητηρίου αυτού συμβολαίου έγινε σε εκτέλεση της ρηθείσης εντολής, από τον εκ των εντολοδόχων Ψ, εφόσον ούτος δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου είχε την δυνατότητα να ενεργεί και μόνος του, ο δε Χ τελούσε εν γνώσει των ενεργειών του δευτέρου εντολοδόχου, ως σαφώς προκύπτει από την κατάθεση του Ζ. Ο τελευταίος στην από 9-1-2007 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση ενώπιον της ανακρίτριας του·18ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, καταθέτει ότι είχε ήδη από τις 7-2-2002 καταβάλει στους κατηγορουμένους το χρηματικό ποσό των 61.000.000 δραχμών (179.016,875 ευρώ) για την αγορά δύο ταξί, από το ποσό δε αυτό, 105.649,30 ευρώ, αντιστοιχεί στο τίμημα αγοράς του ταξί του Ξ, δυνάμει του .... πωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο (ποσό) οι κατηγορούμενοι, καίτοι εισέπραξαν εξ ολοκλήρου, εν τούτοις δεν απέδωσαν στον εντολέα τους μετά την κατάρτιση του ... πωλητηρίου συμβολαίου. Στο ... πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται ως τίμημα πωλήσεως το ποσό των 2.350 ευρώ, το οποίο όμως δεν αποτελεί το πραγματικό τίμημα. Περαιτέρω από τις καταθέσεις του εγκαλούντος, του Ζ, και του ...., προκύπτει, σαφώς ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν το ποσό αυτό, το οποίο άλλωστε και οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) δεν αρνούνται ότι εισέπραξαν. Ο εγκαλών στις 22-2-2002 μετέβη στο κατάστημα των κατηγορουμένων και πληροφορήθηκε από αυτούς ότι το ταξί του είχε πωληθεί. Απαίτησε τότε την καταβολή από αυτούς του τιμήματος πωλήσεως αλλά αυτοί αρνήθηκαν την τοιαύτη καταβολή, επικαλούμενοι πρόσκαιρες οικονομικές δυσχέρειες και υποσχέθηκαν να καταβάλουν το τίμημα εντός διμήνου. Ο εγκαλών έσπευσε και ανεκάλεσε το ... πληρεξούσιο πωλήσεως (βλ. σχετ. την ... Πράξη Ανάκλησης Πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λαμπρινής Κατσιγιάννη). Η ενέργεια του αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μην δύναται να μεταβιβασθεί το όχημα στον αγοραστή Ζ, από την αρμόδια Διεύθυνση Συγκοινωνιών. Οι κατηγορούμενοι τότε, με νέες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις (εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου κειμένου στη νήσο Μύκονο, ελευθέρου δήθεν βαρών), έπεισαν αυτόν να ανακαλέσει την ανακλητική του πληρεξουσίου Πράξη (σχετ. η ... Πράξη Ανάκλησης της Συμβολαιογράφου Λαμπρινής Κατσιγιάννη), οπότε και εν συνεχεία έγινε και η μεταβίβαση του οχήματος στην οικεία Διεύθυνση Συγκοινωνιών. Σημειωτέον επίσης ότι από το χρηματικό ποσό αυτό που ιδιοποιήθηκαν, οι κατηγορούμενοι, μετά από έντονες οχλήσεις του εγκαλούντος απέδωσαν σε αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2002-2007, τμηματικά ποσό 20.000 ευρώ, το δε υπόλοιπο, 85.649,30 ευρώ, ιδιοποιήθηκαν χωρίς να έχουν το προς τούτο δικαίωμα. Το ποσό αυτό (20.000 ευρώ), δέχεται ο εγκαλών ότι εισέπραξε τμηματικά. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι επέστρεψαν στον εγκαλούντα χρηματικό ποσό 60.000 ευρώ, αλλά ο ισχυρισμός αυτός δεν ενισχύεται ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα από κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο (αποδείξεις εισπράξεως). Εξ άλλου ο σκοπός παρανόμου ιδιοποιήσεως του χρηματικού αυτού ποσού από τους κατηγορουμένους προκύπτει και από το γεγονός ότι ενώ αρχικώς συμφωνήθηκε δυνάμει του από 18-2-2002 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού να αγοράσουν οι ίδιοι το ταξί του εγκαλούντος, κατόπιν πρότειναν σ' αυτόν και πέτυχαν να τους χορηγηθεί πληρεξούσιο πωλήσεως σε τρίτον, εις τρόπον ώστε να περιέλθει το τίμημα στην κατοχή τους και να καταστεί εφικτή η παράνομη ιδιοποίηση του. Επί πλέον από τις περιεχόμενες στην δικογραφία μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα, προκύπτει ότι έχουν σχηματισθεί σε βάρος τους και άλλες δικογραφίες από παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων που τους είχαν εμπιστευθεί πελάτες των (προκαταβολές, τιμήματα πωλήσεως). Με βάση τα περιστατικά αυτά το Συμβούλιο δέχτηκε ότι προκύπτουν κατά των κατηγορουμένων αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού, από εντολοδόχο, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 375 παρ. 1α - 2 α' β' Π.Κ). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε, στο βούλευμα που εξέδωσε, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος, καθώς και του συγκατηγορουμένου του, στο ακροατήριο, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού από εντολοδόχο αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1α - 2α, Β Π.Κ και την οποία ορθώς εφάρμοσε. Ειδικότερα, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, ήταν επιτρεπτή η καθολική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού, σ' αυτήν, με πλήρεις αιτιολογίες, διαλαμβάνονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και οι αποδείξεις από τις οποίες δικαιολογείται η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου και τέλος και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι η έφεση του αναιρεσείοντος ήταν ουσιαστικά αβάσιμη. Επί προσθέτως, αιτιολογείται πλήρης, η παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού που ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του εισέπραξαν από την πώληση του αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως (taxi) του εγκαλούντος, χωρίς να διαλαμβάνεται στο βούλευμα παραδοχής παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ότι οι κατηγορούμενοι βρίσκονται σε διαδικασία εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού και ως εκ τούτου δεν υφίσταται η παράνομη (πρόθεση) ιδιοποίηση. Αντιθέτως, το Συμβούλιο δέχεται με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι οι κατηγορούμενοι επέστρεψαν 20.000 ευρώ, το δε υπόλοιπο, 85.649,30 Ευρώ, ιδιοποιήθηκαν, χωρίς να έχουν το προς τούτο δικαίωμα. Τέλος, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρονται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στην οποία, σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν, επιτρεπτά αναφέρθηκε εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 77/22-4-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αρ. 535/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση από εντολοδόχο αντικειμένου ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Απορρίπτει αναίρεση κατά βουλεύματος για παράβαση του άρθρου 484 παρ. 1 β΄ και δ΄ κ.λ.π.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 96/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως του 311/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 54/21.03.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικατερίνης Σωφρόνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 563/2008.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή της με αριθμό 294/02.06.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την υπ'αριθμ. 54/21-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά του αριθμ. 311/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1603/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον κατηγορούμενο Χ, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απάτης, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ. 1-3β Π.Κ.). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το υπ' αριθμ. 311/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του πιο πάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε την 7-3-2008 και έγινε πραγματική κοινοποίησή του (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στις 17-3-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 21-3-2008 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών ....., συνετάγη δε από εκείνη η υπ' αριθμ. 54/21-3-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 3β Π.Κ., όπως αντικ. με την παράγ. 4 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999. Ειδικότερα διατείνεται, ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών, ότι εφόσον κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος η πράξη της απάτης για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος φέρεται ότι τελέστηκε απ' αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-1996 έως και 26-6-1997 και το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), έπρεπε η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο ως άνω αξιόποινη πράξη να χαρακτηρισθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστικό Συμβούλιο ως πλημμέλημα και να παύσει οριστικώς η γι' αυτήν σε βάρος του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αφού από του χρόνου τελέσεώς της (8-10-1996 έως και 26-6-97) και μέχρι του χρόνου έκδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος (7-3-2008) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών, χωρίς να έχει αρχίσει η κυρία διαδικασία και όχι να χαρακτηρισθεί ως κακούργημα για το λόγο ότι η διάταξη της παραγρ. 4 του άρθρου 14 του Ν.2721/99, με την οποία αντικ. η παράγ.3 του άρθρου 386 Π.Κ. και προστ. περ. β, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή και για τις πράξεις απάτης που τελέστηκαν πριν από την ισχύ (3-6-1999) του τροποποιητικού της άνω διάταξης νόμου 2721/1999. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τον κατηγορούμενο για κακούργημα (άρθρο 483 παρ. 2-1 Κ.Π.Δ.). Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1-3 Π.Κ., προ της τροποποιήσεως της παραγ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 11 του Ν.2408/1996 και 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999 "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν ο υπαίτιος μετέρχεται την απάτη κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Ο κακουργηματικός δηλαδή χαρακτήρας της πράξεως, είχε μόνη προϋπόθεση, την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση αυτής ή την ιδιαίτερη επικινδυνότητα του υπαιτίου. Με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν.2408/96, η παράγ. 3 του πιο πάνω άρθρου αντικαταστάθηκε και ορίσθηκε ότι "... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια", ενώ με την παράγ. 1 του ιδίου άρθρου του νόμου, προσδιορίσθηκε και πότε συντρέχει "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια" τέλεση της πράξεως. Οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., ως προδήλως επιεικέστερες για τον κατηγορούμενο και για τα εγκλήματα που έχουν τελεσθεί προ της ισχύος του νόμου, την 4-6-1996, αφού για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος, το μεν οριοθετείται η έννοια της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως αυτής (πράξεως), το δε καταργείται η ιδιαίτερη επικινδυνότητα του υπαιτίου. Με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η διάταξη της παραγ. 3 του άρθρου 386, όπως είχε αντικατασταθεί (με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν.2408/1996), αντικαταστάθηκε εκ νέου και ορίσθηκε, ότι "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Η διάταξη αυτή, κατά το πρώτο μέρος, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματικής μορφής απάτη, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και συνολικό όφελος ή συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, θα κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση (in concreto) αν είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης ρυθμίσεως, αν δηλαδή υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση συνολικό όφελος ή συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ. Και αν μεν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, για τις προ της ισχύος του νόμου φερόμενες ως τελεσθείσες πράξεις απάτης, θα εφαρμοσθεί ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεώς τους (αφού και με τον προηγούμενο και με τον νεώτερο νόμο, οι πράξεις τιμωρούνται ως κακουργήματα και με το ίδιο όριο ποινής, δηλαδή με την ίδια βαρύτητα - Ν. Χωραφά - Γεν. Αρχές Ποινικού Δικαίου παρ. 19 σελ. 63), αν δε το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, δεν είναι μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, η διάταξη αυτή θα εφαρμοσθεί ως επιεικέστερη και για τις προ της ισχύος του νόμου φερόμενες ως τελεσθείσες πράξεις απάτης. Ενώ κατά το δεύτερο μέρος, κατά το οποίο κακουργηματική απάτη υφίσταται και μόνον επί συνολικού οφέλους ή συνολικής ζημίας μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ, είναι δυσμενέστερη, αφού εισάγονται με αυτήν νέα στοιχεία που προσδιορίζουν τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, για τις προ της ισχύος του νόμου φερόμενες ως τελεσθείσες πράξεις απάτης (Α.Π. 190/2005 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, ΝΕ 919, Α.Π. 1142/2003 ΠΧ, ΝΔ, 244). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 περ. β Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπαγάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη συνεστήθη, μεταξύ των δύο ετεροθαλών αδελφών Χ και Α, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... ΓΙΩΤΣ ΕΠΕ" με έδρα τη ..... επί της οδού ..... και διαχειριστές αμφότερους τους συμβληθέντες και επιχειρηματικό αντικείμενο τις εισαγωγές και την εμπορία σκαφών και ανταλλακτικών. Με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου τροποποιήθηκε το αρχικό καταστατικό και μόνος πλέον διαχειριστής της εταιρίας παρέμεινε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Για την καταστατική αυτή τροποποίηση τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας (βλ. το υπ' αριθμ. 2242/25.5.1995 ΦΕΚ [τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ]). Στις 22.4.1994 καταρτίστηκε μεταξύ του τελευταίου με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πιο πάνω εταιρίας του και του Γ (τρίτου - μη διαδίκου), σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος παρήγγειλε από τον πρώτο, αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της εδρεύουσας στις ΗΠΑ κατασκευάστριας σκαφών αναψυχής εταιρία με την επωνυμία "..... MARINE CORPORATION" ένα (1) σκάφος αναψυχής αυτής της εταιρίας αντί συνολικού τιμήματος είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων τριάντα πέντε χιλιάδων (24.035.000) δρχ. Το σκάφος αυτό συμφωνήθηκε να είναι τύπου SILVERTON 312 SEDAN CRUIZER, να φέρει δύο (2) μηχανές εργοστασίου κατασκευής VOLVO τύπου DIESEL DUOPROP, ιπποδυνάμεως εκάστης 200 HP, standar εξοπλισμό και επιπλέον (ως παραρτήματα) εργάτη άγκυρας ισχύος 100 WATT, VHF APELCO, τέντα ηλίου πίσω, φούρνο μικροκυμάτων, ταχύμετρο και RADAR τύπου ARCH από αλουμίνιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις με τον κατηγορούμενο Χ αλλά και κατά την σύναψη της από 22.4.1994 συμβάσεως ο Γ ενεργούσε και για λογαριασμό του Ε, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και είχαν λάβει από κοινού την απόφαση αγοράς του εν λόγω σκάφους αναψυχής με κοινές δαπάνες. Ο κατηγορούμενος Χ παρήγγειλε από την κατασκευάστρια εταιρία το σκάφος στο όνομα της εταιρίας του. Ως χρόνος παραδόσεώς του στους αγοραστές συμφωνήθηκε το αργότερο η 20η.8.1994. Πριν την εισαγωγή του στην Ελλάδα και την παράδοση του σ' αυτούς ο κατηγορούμενος Χ συνέστησε στους αγοραστές, που επιθυμούσαν να αποφύγουν τα έξοδα για τον εκτελωνισμό του σκάφους, να συστήσουν υπεράκτια (off shore) εταιρία, προκειμένου η θαλαμηγός να αγοραστεί και να νηολογηθεί στο όνομά της, με σκοπό να εισαχθεί στην Χώρα με δελτίο κίνησης του τελωνείου εισαγωγής, προσωρινής ισχύος, χωρίς να εκτελωνιστεί, με την υποχρέωση κατά τη λήξη της ισχύος του δελτίου αυτού να επανεξαχθεί, για να επανεισαχθεί λαμβάνοντας νέο δελτίο προσωρινής ισχύος. Οι αγοραστές συμφώνησαν με την πρόταση αυτή και ακολούθως στις 4.8.1994 συνεστήθη σύμφωνα με τη νομοθεσία της Πολιτείας Ντελαγουέρ των Η.Π.Α. η εξωχώρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..... SHIPPING SA" με εταίρους τον Ε, ο οποίος εξελέγη και ως αρχικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπός της, τον Γ και τον Δ. Στις 12.8.1994 η εταιρία "..... ΓΙΩΤΣ ΕΠΕ" με ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασε στην πιο πάνω υπεράκτια εταιρία τη με αριθμό πλαισίου ..... μηχανοκίνητη θαλαμηγό, που είχε ήδη νηολογηθεί εντός του ιδίου έτους 1994 με αριθμό ..... και με το όνομα "....." στην Πολιτεία Ντελαγουέρ των Η.Π.Α. Το ίδιο σκάφος αφίχθη στην Ελλάδα στις 19.8.1994 με το Α.Π. NEDLLOYD TULIP ως εμπόρευμα και για την εισαγωγή του συντάχθηκε το με αριθμό ..... δηλωτικό εισαγωγής. Κατόπιν αιτήσεως του Β, φερομένου ως, πλοιάρχου αυτού, έλαβε το υπ' αριθμ. ..... προσωρινό δελτίο κινήσεως από το Ε' Τελωνείο Εισαγωγής ισχύος έξι (6) μηνών. Το παραληφθέν σκάφος ελέγχθηκε από την τελωνειακή αρχή κατά την εισαγωγή του και βρέθηκε να φέρει αριθμό πλαισίου ..... και δύο (2) μηχανές εργοστασίου κατασκευής VOLVO ΡΕΝΤΑ DIESEL, ιπποδυνάμεως εκάστης 200 HP. Όμως, εξαιτίας κατασκευαστικού σφάλματος δεν έφερε τα δύο (2) πόδια της μηχανής, με αποτέλεσμα να μην δύνανται αυτές να τεθούν σε λειτουργία και να μην είναι πλεύσιμο. Για το λόγο αυτό και εν αναμονή αποφάσεως των αγοραστών αν θα επανεξαχθεί προς επιδιόρθωσή του από την κατασκευάστρια ή αν θα μεταπωληθεί, παρέμεινε στην έκθεση της εταιρίας του Χ, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ τους στις 12.9.1994, όταν ο εμφανιζόμενος έως τότε ως μόνος αγοραστής του Γ κατέβαλε το υπόλοιπο του πιστωθέντος τιμήματος στον πωλητή κατηγορούμενο Χ. Ο τελευταίος προς εξυπηρέτηση του αγοραστή του παραχώρησε κατά χρήση (για το χρόνο που το παραδοθέν σκάφος θα παρέμενε στην έκθεσή του) έτερο σκάφος παρομοίου τύπου και συγκεκριμένα μία (1) θαλαμηγό εργοστασίου κατασκευής "SILVERTON", τύπου 302L SEDAN CRUIZER, με αριθμό πλαισίου ..... και με το όνομα ".....". Κατά τη χρήση του από τον, Γ συνεπεία ναυτικού ατυχήματος το σκάφος αυτό υπέστη ζημίες και συγκεκριμένα θραύση στην υπερκατασκευή και βλάβες κάτω από την ίσαλο γραμμή, που κατέστησαν αναγκαία την επανεξαγωγή του στις Η.Π.Α. προς επιδιόρθωση του από την κατασκευάστρια εταιρία, γεγονός που έλαβε χώρα στις 23.8.1995 από το Α' Τελωνείο Εξαγωγής Πειραιά, που θεώρησε σχετική διασάφηση εξαγωγής του εκτελωνιστή ΣΤ Μετά από την εξέλιξη αυτή ο Γ συμφώνησε το σκάφος ιδιοκτησίας της εταιρίας "..... SHIPPING SA", που παρέμενε στην έκθεση της εταιρίας με την επωνυμία "..... SHIPPING SA", να πωληθεί από αυτόν προς τρίτο αγοραστή, υπό τον όρο να του αποδοθεί το τίμημα της αγοράς του μετ' αφαίρεση των εξόδων επισκευής του σκάφους ".....", όπως αυτά θα προέκυπταν από τα σχετικά παραστατικά της κατασκευάστριας εταιρίας. Τέτοια καταβολή εκ μέρους του κατηγορουμένου δεν έγινε μέχρι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1996, επειδή δεν είχε ανευρεθεί αγοραστής του σκάφους και ακολούθως μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1997 λόγω αναχωρήσεως αυτού στις Η.Π.Α., προκειμένου να νυμφευθεί. Εν τω μεταξύ, στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1996 τον κατηγορούμενο επισκέφθηκε στα γραφεία της εταιρίας του στη ..... ο μηνυτής Ζ, ο οποίος εξεδήλωσε την επιθυμία να αγοράσει από αυτήν μια (1) μηχανοκίνητη θαλαμηγό καινούργια, εισαγόμενη από τις Η.Π.Α., κατασκευής της εταιρίας "..... MARINE CORPORATION". Στις 8.10.1996 καταρτίστηκε μεταξύ του κατηγορουμένου υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πιο πάνω εταιρίας του και του μηνυτή έγγραφη ιδιωτική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος Ζ παρήγγελλε από τον πρώτο, αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της εδρεύουσας στις Η.Π.Α. κατασκευάστριας σκαφών αναψυχής εταιρίας με την επωνυμία "..... MARINE CORPORATION", ένα σκάφος αναψυχής αυτής της εταιρίας αντί συνολικού τιμήματος εκατόν τριάντα έξι χιλιάδων δολαρίων Η.Π.Α. (136.000 $), στο οποίο συνυπολογίστηκαν "φόροι, Φ.Π.Α., μεταφορικά και κάθε άλλη δαπάνη". Το σκάφος αυτό συμφωνήθηκε να είναι τύπου SILVERTON 312 SEDAN BRIDGE, καινούργιο και αμεταχείριστο με δύο (2) μηχανές, ιπποδύναμης εκάστης 250 HP, εργοστασίου κατασκευής MERCRUIZER, τύπου BRAVO 3 DIESEL, να φέρει τον standar εξοπλισμό και επιπλέον ως πρόσθετα παραρτήματα ηλεκτρικό εργάτη, VHF, βυθόμετρο, διπλά χειριστήρια, GPS Chartploter 6500, RADAR Raytheon R9 16 Miles, καπόνια Telescopic, γεννήτρια S.SKW, Air Condition και AutoPilot Autohelm. Χρόνος παραδόσεως του σκάφους ελεύθερου παντός βάρους και εξόδου συμφωνήθηκε η 30η.4.1997. Κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως ο αγοραστής κατέβαλε στον κατηγορούμενο ως προκαταβολή το ποσό των εννιά εκατομμυρίων επτακοσίων εξήντα χιλιάδων (9.760.000) δρχ., ενώ το υπόλοιπο του τιμήματος πιστώθηκε μέχρι την παράδοση του σκάφους στον αγοραστή, οπότε συμφωνήθηκε να καταβληθεί εξ ολοκλήρου τοις μετρητοίς. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο μηνυτής στις 26.6.1997 κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των ένδεκα εκατομμυρίων (11.000.000) δρχ. πλέον πενήντα πέντε χιλιάδων δολαρίων Η.Π.Α. (55.000 $) και εξόφλησε το τίμημα της πωλήσεως, σύμφωνα με το από 26.6.1997 προσκομιζόμενο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει την μη αμφισβητούμενης γνησιότητας υπογραφή των συμβληθέντων. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος εξέδωσε το υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρίας του, δυνάμει του οποίου αποστέλλεται στην έδρα του αγοραστή - μηνυτή ένα (1) σκάφος αναψυχής τύπου SILVERTON 312L με αριθμό πλαισίου ..... και δύο (2) μηχανές εργοστασίου κατασκευής MERCRUIZER, ιπποδυνάμεως 250 HP τύπου D - TRONIC DIESEL BRAVO 3 με αριθμούς ..... και ..... . Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι το σκάφος που παραδόθηκε στο μηνυτή ήταν το ίδιο με εκείνο που ανήκε στην ιδιοκτησία της εταιρίας "..... SHIPPING SA", το οποίο παρέμενε στην έκθεση του κατηγορουμένου, προκειμένου, κατόπιν της προαναφερθείσας συμφωνίας του με τον Γ, να πωληθεί από αυτόν προς τρίτο αγοραστή. Οι μηχανές του, όμως, ήταν διαφορετικού εργοστασίου παραγωγής από τις αρχικές και, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε αντίγραφο υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο της εδρεύουσας στον .....ανώνυμης εταιρίας εμπορίας ειδών θαλάσσης με την επωνυμία "ΜOTOCRAFT ΑΕ", είχαν αγοραστεί από αυτήν στις 11.6.1997 και παραδοθεί στην επιχείρηση του κατηγορουμένου δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... δελτίου αποστολής της ιδίας εταιρίας, για να τοποθετηθούν ακολούθως από αυτόν στο εν λόγω σκάφος. Επειδή δε στο ίδιο ως άνω τιμολόγιο μνημονεύεται και η αγορά ποδών της μηχανής, συνάγεται ότι με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίστηκε και το προαναφερθέν κατασκευαστικό ελάττωμα, που καθιστούσε μέχρι τότε το σκάφος μη πλεύσιμο. Από τα παραπάνω προκύπτει επομένως ότι ο κατηγορούμενος, αν και είχε συμβατικώς υποσχεθεί στο μηνυτή την παράδοση σκάφους καινουργούς και αμεταχείριστου, τελικώς του παρέδωσε σκάφος κατασκευής και νηολογήσεως του έτους 1994 με κατασκευαστικό ελάττωμα, το οποίο ήρε με προσθήκη νέων μηχανών. Ο κατηγορούμενος συνομολογεί ότι παρέδωσε στον παθόντα το σκάφος της εταιρίας με την επωνυμία "..... SHIPPING SA", ισχυρίζεται όμως ότι ο μηνυτής δεν παραπλανήθηκε ως προς την παλαιότητά του, δεδομένου ότι το είχε δει στην έκθεσή του ήδη τρεις (3) φορές πριν την παραλαβή του, αρχικώς χωρίς εξοπλισμό και μηχανές και ακολούθως πλήρως εξοπλισμένο. Ο ισχυρισμός του αυτός από κανένα έγγραφο ή εμμάρτυρο αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται, ανεξαρτήτως του ότι, αν αλήθευε, θα έπρεπε κατά λογική αναγκαιότητα στο από 8.10.1996 έγγραφο ιδιωτικό που προαναφέρθηκε να αναγράφεται όχι μόνο ο αριθμός πλαισίου του σκάφους αλλά και ο τύπος του ως SILVERTON 312 SEDAN CRUIZER, όπως ήταν ο τύπος του σκάφους που βρισκόταν στην έκθεση του κατηγορουμένου Χ, παραδοθέν από την εταιρία "..... SHIPPING SA" και όχι ως SILVERTON 312 SEDAN BRIDGE, όπως ήταν ο τύπος του σκάφους που παραγγέλθηκε με το επίμαχο συμφωνητικό. Το πιο πάνω συμπέρασμα δεν μεταβάλλεται ούτε ενόψει της από 23.6.1998 απευθυνόμενης προς τον μηνυτή έγγραφης επιστολής της κατασκευάστριας του σκάφους εταιρίας με την επωνυμία "..... MARINE CORPORATION", στην οποία μνημονεύεται ότι σκάφος με αριθμό ...... (δηλαδή τον αριθμό του επιδίκου σκάφους) πωλήθηκε στην εταιρία του κατηγορουμένου την 1η.7.1996. Τούτο δε διότι από τα δημόσια έγγραφα του Ε' Τελωνείου Εισαγωγής προκύπτει ότι το εν λόγω σκάφος με αυτό τον αριθμό είχε ήδη εισαχθεί στην Ελλάδα το έτος 1994. Περαιτέρω, ο μηνυτής ισχυρίζεται ότι στην αγορά της επίδικης θαλαμηγού παραπλανήθηκε από τις πρόσθετες αναληθείς παραστάσεις του κατηγορουμένου και περί του ότι οι φόροι, δασμοί και έξοδα για την εισαγωγή, εκτελωνισμό και ασφάλιση του σκάφους θα βάρυναν τον πωλητή. Ο ισχυρισμός του αυτός στηρίζεται στην από 8.10.1996 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, κατά την οποία το σκάφος θα παραδιδόταν στον αγοραστή απαλλαγμένο παντός φόρου, εξόδου ή άλλης δαπάνης, πλην όμως δεν προκύπτει ότι τυγχάνει ουσιαστικά βάσιμος. Πράγματι, από την από τον κατηγορούμενο προσκομιζόμενη αχρονολόγητη έγγραφη επιστολή του μηνυτή προς αυτόν προκύπτει ευθέως ότι κατά την αναμονή της παραδόσεως του σκάφους ζήτημα ανέκυψε ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, στο οποίο θα εμφανιζόταν ότι τελούσε η θαλαμηγός μετά την εισαγωγή της στην Ελλάδα. Στην επιστολή του αυτή, που εστάλη από τη Νότια Αφρική, όπου μέχρι τα τέλη του έτους 1996 διαβιούσε ο μηνυτής, πρότεινε ορισμένα ονόματα, προκειμένου αυτά να καταστούν επωνυμία υπεράκτιας εταιρίας της ιδιοκτησίας του (που θα ιδρυόταν με την αρωγή της εξαδέλφης του Η, δικηγόρου), στο όνομα της οποίας (εταιρίας) θα αγοραζόταν το σκάφος και θα εγγραφόταν στο νηολόγιο εγχώριου λιμένα και ταυτόχρονα ζητούσε από τον κατηγορούμενο πληροφορίες περί του εάν, σε περίπτωση καταβολής από τον ίδιο του Φ.Π.Α. και των λοιπών δασμών εισαγωγής του σκάφους στην επικράτεια, θα είχε το δικαίωμα να το ελλιμενίζει μονίμως στην Ελλάδα, χωρίς να αναγκάζεται να το επανεξάγει περιοδικά ανά διετία ή τριετία, ζήτημα που τον απασχολούσε, διότι είχε τη δυνατότητα να τύχει νόμιμης (μερικής ή ολικής) φοροαπαλλαγής λόγω του συναλλάγματος που θα εισήγαγε, από τη Νότια Αφρική. Η επιστολή αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί ως προς τη γνησιότητα της από τον μηνυτή και το περιεχόμενο της κρίνεται ως αληθές. Τούτου δεδομένου όμως πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να συμφωνήθηκε ήδη από 8.10.1996 οι εισαγωγικοί δασμοί και τα τέλη εκτελωνισμού να βαρύνουν τον κατηγορούμενο, αφού κατά το χρονικό αυτό σημείο ούτε ο μηνυτής είχε αποφασίσει αν θα εκτελώνιζε το σκάφος ή θα το εμφάνιζε ως ιδιοκτησία υπεράκτιας εταιρίας αποφεύγοντας τον εκτελωνισμό του. Άλλωστε, το σκάφος νηολόγησε στο Λιμεναρχείο ..... ο ίδιος ο μηνυτής στις 8.9.1997, χωρίς προηγουμένως να απευθύνει έστω μια εξώδικη επιστολή στον κατηγορούμενο, με αίτημα να του γνωστοποιήσει το λιμένα, στον οποίο νηολόγησε αυτός τυχόν το σκάφος, όπως θα έπρεπε να συμβεί, ώστε αφενός να αποφευχθεί το ενδεχόμενο διπλής νηολογήσεως, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος είχε συμμορφωθεί προς την επικαλούμενη συμβατική του υποχρέωση και αφετέρου για αποδεικτικούς λόγους, προκειμένου να απαλλαγεί από οποιαδήποτε υπόνοια σε βάρος του ότι κατείχε το σκάφος παράνομα, έχοντας αποφύγει την καταβολή των αναλογούντων εισαγωγικών δασμών. Αντιθέτως, ο μηνυτής νηολόγησε τη θαλαμηγό με μόνα παραστατικά στοιχεία το ως άνω από 26.6.1997 τιμολόγιο (από το οποίο δεν προέκυπτε ότι το σκάφος είχε εισαχθεί από τις Η.Π.Α., όπως, σημειωτέον, θα προέκυπτε αν είχε χρησιμοποιήσει το από 8.10.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχε στην κατοχή του) και μία (1) υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία 8.9.1997, που περιβλήθηκε τον τύπο του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 και απευθύνθηκε προς το Κεντρικό Λιμεναρχείο ....., στην οποία ανέγραψε ότι το σκάφος του "ανήκεί 100%" και ότι δεν το έχει νηολογήσει σε άλλη λιμενική αρχή (γεγονός που δεν είχε ερευνήσει αν είχε συμβεί με ενέργειες του κατηγορουμένου και κατά τους μηνυτήριους ισχυρισμούς του δεν γνώριζε αν είχε συμβεί). Κατόπιν της δηλώσεως αυτής του μηνυτή το σκάφος έλαβε αριθμό νηολογίου ....., ύψωσε την ελληνική σημαία και ονομάστηκε ".....". Εισαγωγικοί δασμοί όμως και ο ανάλογος ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) δεν καταβλήθηκαν από κανέναν, χωρίς ο μηνυτής να διευκρινίζει για ποιο λόγο, ενώ γνώριζε ότι για την αποφυγή της καταβολής τους θα μπορούσε έστω να συστήσει υπεράκτια εταιρία και να νηολογήσει στο όνομά της το σκάφος, εντούτοις ούτε τέτοια εταιρία συνέστησε ούτε κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς. Ομοίως, βέβαια, δεν διευκρινίζει ο μηνυτής γιατί παρά την επικαλούμενη εξαφάνιση του κατηγορουμένου μετά την 26η.6.1997, ο ίδιος δεν ανέφερε σε καμία αρμόδια τελωνειακή ή φορολογική αρχή ότι για το σκάφος, που ανήκε πλέον στην ιδιοκτησία του, οφείλονταν εισαγωγικοί δασμοί στο Δημόσιο, η υποχρέωση καταβολής των οποίων είχε αναληφθεί συμβατικώς από τον πωλητή - κατηγορούμενο. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, στις 9.12.1997 κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης η από 9.12.1997 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..... SHIPPING SA", στρεφόμενη κατά του μηνυτή, με την οποία ζητείτο να της επιτραπεί ως ασφαλιστικό μέτρο η συντηρητική κατάσχεση του επιδίκου σκάφους, για το λόγο ότι ανήκε στην ιδιοκτησία της τότε αιτούσας. Κατά την εκδίκαση της αιτήσεως εκείνης στη δικάσιμο της 27ης.2.1998 εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας αποδείξεως ο Ε, ο οποίος ανέφερε ότι το σκάφος που είχε νηολογήσει και κατείχε ο μηνυτής ανήκε κατά κυριότητα στην τότε αιτούσα εταιρία, η οποία το είχε αγοράσει το έτος 1994 από την επιχείρηση του κατηγορουμένου, στην οποία μετά την εισαγωγή του στην Ελλάδα το είχε αποθέσει προς συμπλήρωση του εξοπλισμού του. Με βάση και την κατάθεση αυτή πιθανολογήθηκε ότι το σκάφος της ιδιοκτησίας της τότε αιτούσας ταυτιζόταν με το νηολογηθέν και κατεχόμενο από τον μηνυτή και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο εκείνο με την υπ' αριθμ. 115/1998 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και έθεσε υπό μεσεγγύηση το επίδικο σκάφος ορίζοντας ως μεσεγγυούχο το μηνυτή. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, το περιεχόμενο της από 9.12.1997 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και της από 27.2.1998 ένορκης κατάθεσης του Ε δεν αφίστατο της αλήθειας, καθόσον το με αριθμό ..... σκάφος ανήκε πράγματι στην τότε αιτούσα υπεράκτια εταιρία, που το είχε αγοράσει ήδη από το έτος 1994 από την εταιρία του κατηγορουμένου και το θέρος του 1997 παρέμενε στην έκθεση αυτού του τελευταίου. Βεβαίως, από τα εκτεθέντα με την ως άνω αίτηση και από τα κατατεθέντα επ' ακροατηρίω από τον Ε παραλήφθηκε το γεγονός ότι με συμφωνία που είχε καταρτιστεί μεταξύ του κατηγορουμένου και του Γ, εταίρου της τότε αιτούσας, το σκάφος είχε παραδοθεί στον πρώτο από αυτούς προς πώληση μέσω της εταιρίας του προς τρίτο αγοραστή. Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η συμφωνία αυτή τελούσε υπό τον όρο ότι θα καταβαλλόταν στους εταίρους της "..... SHIPPING SA" το τίμημα της από την ίδια αγοράς του σκάφους το έτος 1994, δηλαδή υπό όρο, ο οποίος μέχρι τότε (9.12.1997 αλλά και 27.2.1998) δεν είχε εκπληρωθεί, με συνέπεια να θεωρηθεί κατά την εύλογη ως προς τούτο πεποίθηση των Ε και Γ ότι δεν ισχύει πλέον και ότι ο κατηγορούμενος τους είχε εξαπατήσει, καθόσον μάλιστα από το θέρος του έτους 1997 το σκάφος είχε απομακρυνθεί από την έκθεση του κατηγορουμένου, η επιχείρηση του τελευταίου είχε διακόψει την λειτουργία της και ο ίδιος είχε (κατά την εντύπωση των ως άνω Ε και Γ) εξαφανιστεί, καθώς δεν ανευρίσκετο κατά τις αναζητήσεις τους και δεν τελούσε σε γνώση τους το γεγονός ότι είχε μεταβεί στις Η.Π.Α., προκειμένου να νυμφευθεί. Η μεταξύ των παραπάνω προσώπων παρανόηση των πραγματικών περιστατικών ήρθη μόλις στις 8.12.2005, όταν ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000 €) στον Γ σε εξόφληση της απαιτήσεως της "..... SHIPPING SA", όπως αυτή προσδιορίστηκε με βάση το τίμημα της πωλήσεως του έτους 1994 μετ' αφαίρεση των δαπανών επισκευής του σκάφους ".....", περί της οποίας (οφειλής) έγινε λόγος πιο πάνω. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 122/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η από 14.6.1998 διεκδικητική αγωγή της εταιρίας "..... SHIPPING SA" κατά του μηνυτή, η οποία εκδικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία, ενώ στις 25.6.1999 απεστάλη στο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) έγγραφη καταγγελία με δυσανάγνωστη υπογραφή, κατά την οποία το επίδικο σκάφος ήταν ελλιμενισμένο στη ..... και έφερε ελληνική σημαία, χωρίς να έχει εκτελωνιστεί. Κατόπιν σχετικής έρευνας της Υπηρεσίας του Περιφερειακού Διαμερίσματος (Π.Δ.) Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε. σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος του μηνυτή και του κατηγορουμένου, εναντίον των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της από κοινού λαθρεμπορίας, η οποία είχε ως κατάληξη την καταδίκη του κατηγορουμένου με την υπ' αριθμ. 33376/5.4.2002 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την απαλλαγή του μηνυτή και τη δήμευση του σκάφους. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντα - κατηγορουμένου για την πράξη της απάτης, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 €), η οποία τελέστηκε με τις αναληθείς εκ μέρους του παραστάσεις περί του ότι είχε τη δυνατότητα να πωλήσει ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία "..... MARINE CORPORATION" και να παραδώσει στο μηνυτή ένα (1) καινούργιο θαλάσσιο σκάφος (μηχανοκίνητη θαλαμηγό) εργοστασίου κατασκευής της ως άνω αλλοδαπής κατασκευάστριας εταιρίας εισάγοντας το σκάφος από τις Η.Π.Α. και ακολούθως ότι το παραδοθέν στις 26.6.1997 στο μηνυτή λόγω πωλήσεως σκάφος είναι καινούργιο, καθώς και ότι του μεταβιβάζεται πλήρως κατά κυριότητα, ενώ n αλήθεια την οποία εξ αρχής γνώριζε ήταν ότι δεν είχε κατά το έτος 1997 τέτοια δυνατότητα αγοράς από την κατασκευάστρια εταιρία και εισαγωγής στην Ελλάδα σκάφους όπως το πωληθέν, διότι η εταιρία του, όπως προκύπτει από την από 20.2.2001 πορισματική αναφορά του Π.Δ. Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε. ήδη από το έτος 1997 δεν υπέβαλε προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας Αττικής περιοδικές και εκκαθαριστικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και ουσιαστικά είχε διακόψει τη λειτουργία της, ότι το επίδικο σκάφος ανήκε στην κυριότητα της εταιρίας "..... SHIPPING SA" και ότι η εταιρία του στερούταν ακόμα και εξουσίας διαθέσεως αυτού, εφόσον στις 26.6.1997 δεν είχε αποδώσει στην κυρία του σκάφους πιο πάνω υπεράκτια εταιρία το τίμημα της από αυτήν αγοράς του ιδίου σκάφους το έτος 1994 και ότι συνέπεια των αναληθών του παραστάσεων ήταν να υποστεί ο μηνυτής Ζ ζημία στην περιουσία του κατά το ισόποσο του συνολικού τιμήματος που κατέβαλε στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο για την αγορά του σκάφους και του εξοπλισμού του (32.776.000 δρχ.), στην οποία ζημία πρέπει να περιληφθεί και το ποσό της αξίας των μηχανών του σκάφους, που ήταν πράγματι καινούργιες, για το λόγο ότι στη δαπάνη αυτή (11.200.000 δρχ.) δεν θα είχε προβεί αν γνώριζε ότι το σκάφος που παρέλαβε στις 26-6-1997 δεν ήταν καινούργιο, ήτοι για πράξη φέρουσα χαρακτήρα κακουργήματος και κατόπιν αυτού απέρριψε στην ουσία της την από 18-6-2007 έφεση του κατά του υπ' αριθμ. 1603/2007 πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, που είχε κρίνει ομοίως, το οποίο και επικύρωσε.
Όμως, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, το Συμβούλιο εφετών όφειλε ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3β Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/99 και εκείνες των άρθρων 111-113 Π.Κ. να δεχθεί την έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ, να εξαφανίσει το πρωτόδικο βούλευμα και να παύσει την κατ' αυτού ποινική δίωξη, αφού το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) τέθηκε ως όριο με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/99 και πριν από την εν λόγω τροποποίηση του άρθρου 386 παρ. 3 Π.Κ. δεν υπήρχε τέτοιο όριο και κάθε πράξη απάτης με σκοπό οφέλους ή βλάβης είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα (αν δεν είχε τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια) και η νέα συνεπώς αυτή διάταξη είναι αυστηρότερη και εφαρμόζεται για τις μετά το νόμο 2721/1999 τελεσθείσες πράξεις απάτης, καθόσον από το χρόνο τελέσεως αυτής (8-10-1996 έως και 26-6-1997) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων, χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε αναστολή αυτής, αφού δεν είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο εντός πέντε (5) ετών από την τέλεση της πράξης κλήση για τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Είναι επομένως βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β Κ.Π.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα (άρθρα 485 παρ. 1 και 518 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). Στη συνέχεια, αφού η διωκόμενη σε βαθμό πλημμελήματος πράξη της απάτης διαπιστώνεται ότι έχει παραγραφεί και η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και από τον Άρειο Πάγο, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 310 παρ. 1 εδ. β Κ.Π.Δ. να παύσει οριστικώς η κατά του κατηγορουμένου Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη για τη σε βαθμό πλημμελήματος τιμωρούμενη πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-1996 έως και 26-6-1997.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνει δεκτή η αριθμ. 54/21-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά του αριθμ. 311/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό.
3) Να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ για τη σε βαθμό πλημμελήματος τιμωρούμενη πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-1996 έως και 26-6-1997, λόγω παραγραφής.
Αθήνα 12-5-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα μεν με την παράγραφο 1 του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών..." σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου 2408/1996, "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του ν. 2721/1999, με την οποία αντικαταστάθηκε και πάλι η παράγραφος 3 του άρθρου 386 ΠΚ, προστέθηκαν αφενός μεν στην ήδη προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή παράγραφο επιβαρυντική περίσταση της κακουργηματικής απάτης, ως επί πλέον στοιχείο της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης αυτής, και το ότι "το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών", αφετέρου δε νέα επιβαρυντική περίσταση κακουργηματικής απάτης "β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών".
Συνεπώς, είναι προφανές ότι η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3β ΠΚ, όσον αφορά την νέα αυτή επιβαρυντική περίσταση της κακουργηματικής απάτης, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο και, ως εκ τούτου, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, δεν έχει εφαρμογή και για τις πράξεις της απάτης που τελέστηκαν πριν από την ισχύ (3-6-1999) του τροποποιητικού της άνω διάταξης νόμου 2721/1999. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχείο β' του ΚΠΔ συνιστούν λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 και 3 και 112 του Π.Κ. το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 στοιχ. β και 485 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο ως συμβούλιο, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναίρεση να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/30-6-2003, δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί Βουλευμάτων στο άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη συνεστήθη, μεταξύ των δύο ετεροθαλών αδελφών Χ και Α, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... ΓΙΩΤΣ ΕΠΕ" με έδρα τη ..... επί της οδού ..... και διαχειριστές αμφότερους τους συμβληθέντες και επιχειρηματικό αντικείμενο τις εισαγωγές και την εμπορία σκαφών και ανταλλακτικών. Με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου τροποποιήθηκε το αρχικό καταστατικό και μόνος πλέον διαχειριστής της εταιρίας παρέμεινε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Για την καταστατική αυτή τροποποίηση τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας (βλ. το υπ' αριθμ. 2242/25.5.1995 ΦΕΚ [τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ]). Στις 22.4.1994 καταρτίστηκε μεταξύ του τελευταίου με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πιο πάνω εταιρίας του και του Γ (τρίτου - μη διαδίκου), σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος παρήγγειλε από τον πρώτο, αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της εδρεύουσας στις ΗΠΑ κατασκευάστριας σκαφών αναψυχής εταιρία με την επωνυμία "..... MARINE CORPORATION" ένα (1) σκάφος αναψυχής αυτής της εταιρίας αντί συνολικού τιμήματος είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων τριάντα πέντε χιλιάδων (24.035.000) δρχ. Το σκάφος αυτό συμφωνήθηκε να είναι τύπου SILVERTON 312 SEDAN CRUIZER, να φέρει δύο (2) μηχανές εργοστασίου κατασκευής VOLVO τύπου DIESEL DUOPROP, ιπποδυνάμεως εκάστης 200 HP, standar εξοπλισμό και επιπλέον (ως παραρτήματα) εργάτη άγκυρας ισχύος 100 WATT, VHF APELCO, τέντα ηλίου πίσω, φούρνο μικροκυμάτων, ταχύμετρο και RADAR τύπου ARCH από αλουμίνιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις με τον κατηγορούμενο Χαλλά και κατά την σύναψη της από 22.4.1994 συμβάσεως ο Γ ενεργούσε και για λογαριασμό του Ε, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και είχαν λάβει από κοινού την απόφαση αγοράς του εν λόγω σκάφους αναψυχής με κοινές δαπάνες. Ο κατηγορούμενος Χ παρήγγειλε από την κατασκευάστρια εταιρία το σκάφος στο όνομα της εταιρίας του. Ως χρόνος παραδόσεώς του στους αγοραστές συμφωνήθηκε το αργότερο η 20η.8.1994. Πριν την εισαγωγή του στην Ελλάδα και την παράδοση του σ' αυτούς ο κατηγορούμενος Χ συνέστησε στους αγοραστές, που επιθυμούσαν να αποφύγουν τα έξοδα για τον εκτελωνισμό του σκάφους, να συστήσουν υπεράκτια (off shore) εταιρία, προκειμένου η θαλαμηγός να αγοραστεί και να νηολογηθεί στο όνομά της, με σκοπό να εισαχθεί στην Χώρα με δελτίο κίνησης του τελωνείου εισαγωγής, προσωρινής ισχύος, χωρίς να εκτελωνιστεί, με την υποχρέωση κατά τη λήξη της ισχύος του δελτίου αυτού να επανεξαχθεί, για να επανεισαχθεί λαμβάνοντας νέο δελτίο προσωρινής ισχύος. Οι αγοραστές συμφώνησαν με την πρόταση αυτή και ακολούθως στις 4.8.1994 συνεστήθη σύμφωνα με τη νομοθεσία της Πολιτείας Ντελαγουέρ των Η.Π.Α. η εξωχώρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..... SHIPPING SA" με εταίρους τον Ε, ο οποίος εξελέγη και ως αρχικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπός της, τον Γ και τον Δ. Στις 12.8.1994 η εταιρία "..... ΓΙΩΤΣ ΕΠΕ" με ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασε στην πιο πάνω υπεράκτια εταιρία τη με αριθμό πλαισίου ..... μηχανοκίνητη θαλαμηγό, που είχε ήδη νηολογηθεί εντός του ιδίου έτους 1994 με αριθμό ..... και με το όνομα "....." στην Πολιτεία Ντελαγουέρ των Η.Π.Α. Το ίδιο σκάφος αφίχθη στην Ελλάδα στις 19.8.1994 με το Α.Π. NEDLLOYD TULIP ως εμπόρευμα και για την εισαγωγή του συντάχθηκε το με αριθμό ..... δηλωτικό εισαγωγής. Κατόπιν αιτήσεως του Γ, φερομένου ως, πλοιάρχου αυτού, έλαβε το υπ' αριθμ. ..... προσωρινό δελτίο κινήσεως από το Ε' Τελωνείο Εισαγωγής ισχύος έξι (6) μηνών. Το παραληφθέν σκάφος ελέγχθηκε από την τελωνειακή αρχή κατά την εισαγωγή του και βρέθηκε να φέρει αριθμό πλαισίου ..... και δύο (2) μηχανές εργοστασίου κατασκευής VOLVO ΡΕΝΤΑ DIESEL, ιπποδυνάμεως εκάστης 200 HP. Όμως, εξαιτίας κατασκευαστικού σφάλματος δεν έφερε τα δύο (2) πόδια της μηχανής, με αποτέλεσμα να μην δύνανται αυτές να τεθούν σε λειτουργία και να μην είναι πλεύσιμο. Για το λόγο αυτό και εν αναμονή αποφάσεως των αγοραστών αν θα επανεξαχθεί προς επιδιόρθωσή του από την κατασκευάστρια ή αν θα μεταπωληθεί, παρέμεινε στην έκθεση της εταιρίας του Χ, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ τους στις 12.9.1994, όταν ο εμφανιζόμενος έως τότε ως μόνος αγοραστής του Γ κατέβαλε το υπόλοιπο του πιστωθέντος τιμήματος στον πωλητή κατηγορούμενο Χ. Ο τελευταίος προς εξυπηρέτηση του αγοραστή του παραχώρησε κατά χρήση (για το χρόνο που το παραδοθέν σκάφος θα παρέμενε στην έκθεσή του) έτερο σκάφος παρομοίου τύπου και συγκεκριμένα μία (1) θαλαμηγό εργοστασίου κατασκευής "SILVERTON", τύπου 302L SEDAN CRUIZER, με αριθμό πλαισίου ..... και με το όνομα ".....". Κατά τη χρήση του από τον Γ συνεπεία ναυτικού ατυχήματος το σκάφος αυτό υπέστη ζημίες και συγκεκριμένα θραύση στην υπερκατασκευή και βλάβες κάτω από την ίσαλο γραμμή, που κατέστησαν αναγκαία την επανεξαγωγή του στις Η.Π.Α. προς επιδιόρθωση του από την κατασκευάστρια εταιρία, γεγονός που έλαβε χώρα στις 23.8.1995 από το Α' Τελωνείο Εξαγωγής Πειραιά, που θεώρησε σχετική διασάφηση εξαγωγής του εκτελωνιστή ΣΤ. Μετά από την εξέλιξη αυτή ο Γ συμφώνησε το σκάφος ιδιοκτησίας της εταιρίας "..... SHIPPING SA", που παρέμενε στην έκθεση της εταιρίας με την επωνυμία "..... SHIPPING SA", να πωληθεί από αυτόν προς τρίτο αγοραστή, υπό τον όρο να του αποδοθεί το τίμημα της αγοράς του μετ' αφαίρεση των εξόδων επισκευής του σκάφους ".....", όπως αυτά θα προέκυπταν από τα σχετικά παραστατικά της κατασκευάστριας εταιρίας. Τέτοια καταβολή εκ μέρους του κατηγορουμένου δεν έγινε μέχρι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1996, επειδή δεν είχε ανευρεθεί αγοραστής του σκάφους και ακολούθως μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1997 λόγω αναχωρήσεως αυτού στις Η.Π.Α., προκειμένου να νυμφευθεί. Εν τω μεταξύ, στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1996 τον κατηγορούμενο επισκέφθηκε στα γραφεία της εταιρίας του στη ..... ο μηνυτής Ζ, ο οποίος εξεδήλωσε την επιθυμία να αγοράσει από αυτήν μια (1) μηχανοκίνητη θαλαμηγό καινούργια, εισαγόμενη από τις Η.Π.Α., κατασκευής της εταιρίας "..... MARINE CORPORATION". Στις 8.10.1996 καταρτίστηκε μεταξύ του κατηγορουμένου υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πιο πάνω εταιρίας του και του μηνυτή έγγραφη ιδιωτική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος Ζ παρήγγελλε από τον πρώτο, αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της εδρεύουσας στις Η.Π.Α. κατασκευάστριας σκαφών αναψυχής εταιρίας με την επωνυμία "..... MARINE CORPORATION", ένα σκάφος αναψυχής αυτής της εταιρίας αντί συνολικού τιμήματος εκατόν τριάντα έξι χιλιάδων δολαρίων Η.Π.Α. (136.000 $), στο οποίο συνυπολογίστηκαν "φόροι, Φ.Π.Α., μεταφορικά και κάθε άλλη δαπάνη". Το σκάφος αυτό συμφωνήθηκε να είναι τύπου SILVERTON 312 SEDAN BRIDGE, καινούργιο και αμεταχείριστο με δύο (2) μηχανές, ιπποδύναμης εκάστης 250 HP, εργοστασίου κατασκευής MERCRUIZER, τύπου BRAVO 3 DIESEL, να φέρει τον standar εξοπλισμό και επιπλέον ως πρόσθετα παραρτήματα ηλεκτρικό εργάτη, VHF, βυθόμετρο, διπλά χειριστήρια, GPS Chartploter 6500, RADAR Raytheon R9 16 Miles, καπόνια Telescopic, γεννήτρια S.SKW, Air Condition και AutoPilot Autohelm. Χρόνος παραδόσεως του σκάφους ελεύθερου παντός βάρους και εξόδου συμφωνήθηκε η 30η.4.1997. Κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως ο αγοραστής κατέβαλε στον κατηγορούμενο ως προκαταβολή το ποσό των εννιά εκατομμυρίων επτακοσίων εξήντα χιλιάδων (9.760.000) δρχ., ενώ το υπόλοιπο του τιμήματος πιστώθηκε μέχρι την παράδοση του σκάφους στον αγοραστή, οπότε συμφωνήθηκε να καταβληθεί εξ ολοκλήρου τοις μετρητοίς. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο μηνυτής στις 26.6.1997 κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των ένδεκα εκατομμυρίων (11.000.000) δρχ. πλέον πενήντα πέντε χιλιάδων δολαρίων Η.Π.Α. (55.000 $) και εξόφλησε το τίμημα της πωλήσεως, σύμφωνα με το από 26.6.1997 προσκομιζόμενο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει την μη αμφισβητούμενης γνησιότητας υπογραφή των συμβληθέντων. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος εξέδωσε το υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρίας του, δυνάμει του οποίου αποστέλλεται στην έδρα του αγοραστή - μηνυτή ένα (1) σκάφος αναψυχής τύπου SILVERTON 312L με αριθμό πλαισίου ..... και δύο (2) μηχανές εργοστασίου κατασκευής MERCRUIZER, ιπποδυνάμεως 250 HP τύπου D - TRONIC DIESEL BRAVO 3 με αριθμούς ..... και ...... Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι το σκάφος που παραδόθηκε στο μηνυτή ήταν το ίδιο με εκείνο που ανήκε στην ιδιοκτησία της εταιρίας "..... SHIPPING SA", το οποίο παρέμενε στην έκθεση του κατηγορουμένου, προκειμένου, κατόπιν της προαναφερθείσας συμφωνίας του με τον Γ, να πωληθεί από αυτόν προς τρίτο αγοραστή. Οι μηχανές του, όμως, ήταν διαφορετικού εργοστασίου παραγωγής από τις αρχικές και, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε αντίγραφο υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο της εδρεύουσας στον ..... ανώνυμης εταιρίας εμπορίας ειδών θαλάσσης με την επωνυμία "MOTOCRAFT ΑΕ", είχαν αγοραστεί από αυτήν στις 11.6.1997 και παραδοθεί στην επιχείρηση του κατηγορουμένου δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... δελτίου αποστολής της ιδίας εταιρίας, για να τοποθετηθούν ακολούθως από αυτόν στο εν λόγω σκάφος. Επειδή δε στο ίδιο ως άνω τιμολόγιο μνημονεύεται και η αγορά ποδών της μηχανής, συνάγεται ότι με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίστηκε και το προαναφερθέν κατασκευαστικό ελάττωμα, που καθιστούσε μέχρι τότε το σκάφος μη πλεύσιμο. Από τα παραπάνω προκύπτει επομένως ότι ο κατηγορούμενος, αν και είχε συμβατικώς υποσχεθεί στο μηνυτή την παράδοση σκάφους καινουργούς και αμεταχείριστου, τελικώς του παρέδωσε σκάφος κατασκευής και νηολογήσεως του έτους 1994 με κατασκευαστικό ελάττωμα, το οποίο ήρε με προσθήκη νέων μηχανών. Ο κατηγορούμενος συνομολογεί ότι παρέδωσε στον παθόντα το σκάφος της εταιρίας με την επωνυμία "..... SHIPPING SA", ισχυρίζεται όμως ότι ο μηνυτής δεν παραπλανήθηκε ως προς την παλαιότητά του, δεδομένου ότι το είχε δει στην έκθεσή του ήδη τρεις (3) φορές πριν την παραλαβή του, αρχικώς χωρίς εξοπλισμό και μηχανές και ακολούθως πλήρως εξοπλισμένο. Ο ισχυρισμός του αυτός από κανένα έγγραφο ή εμμάρτυρο αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται, ανεξαρτήτως του ότι, αν αλήθευε, θα έπρεπε κατά λογική αναγκαιότητα στο από 8.10.1996 έγγραφο ιδιωτικό που προαναφέρθηκε να αναγράφεται όχι μόνο ο αριθμός πλαισίου του σκάφους αλλά και ο τύπος του ως SILVERTON 312 SEDAN CRUIZER, όπως ήταν ο τύπος του σκάφους που βρισκόταν στην έκθεση του κατηγορουμένου Χ, παραδοθέν από την εταιρία "..... SHIPPING SA" και όχι ως SILVERTON 312 SEDAN BRIDGE, όπως ήταν ο τύπος του σκάφους που παραγγέλθηκε με το επίμαχο συμφωνητικό. Το πιο πάνω συμπέρασμα δεν μεταβάλλεται ούτε ενόψει της από 23.6.1998 απευθυνόμενης προς τον μηνυτή έγγραφης επιστολής της κατασκευάστριας του σκάφους εταιρίας με την επωνυμία "..... MARINE CORPORATION", στην οποία μνημονεύεται ότι σκάφος με αριθμό ..... (δηλαδή τον αριθμό του επιδίκου σκάφους) πωλήθηκε στην εταιρία του κατηγορουμένου την 1η.7.1996. Τούτο δε διότι από τα δημόσια έγγραφα του Ε' Τελωνείου Εισαγωγής προκύπτει ότι το εν λόγω σκάφος με αυτό τον αριθμό είχε ήδη εισαχθεί στην Ελλάδα το έτος 1994. Περαιτέρω, ο μηνυτής ισχυρίζεται ότι στην αγορά της επίδικης θαλαμηγού παραπλανήθηκε από τις πρόσθετες αναληθείς παραστάσεις του κατηγορουμένου και περί του ότι οι φόροι, δασμοί και έξοδα για την εισαγωγή, εκτελωνισμό και ασφάλιση του σκάφους θα βάρυναν τον πωλητή. Ο ισχυρισμός του αυτός στηρίζεται στην από 8.10.1996 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, κατά την οποία το σκάφος θα παραδιδόταν στον αγοραστή απαλλαγμένο παντός φόρου, εξόδου ή άλλης δαπάνης, πλην όμως δεν προκύπτει ότι τυγχάνει ουσιαστικά βάσιμος. Πράγματι, από την από τον κατηγορούμενο προσκομιζόμενη αχρονολόγητη έγγραφη επιστολή του μηνυτή προς αυτόν προκύπτει ευθέως ότι κατά την αναμονή της παραδόσεως του σκάφους ζήτημα ανέκυψε ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, στο οποίο θα εμφανιζόταν ότι τελούσε η θαλαμηγός μετά την εισαγωγή της στην Ελλάδα. Στην επιστολή του αυτή, που εστάλη από τη Νότια Αφρική, όπου μέχρι τα τέλη του έτους 1996 διαβιούσε ο μηνυτής, πρότεινε ορισμένα ονόματα, προκειμένου αυτά να καταστούν επωνυμία υπεράκτιας εταιρίας της ιδιοκτησίας του (που θα ιδρυόταν με την αρωγή της εξαδέλφης του Η, δικηγόρου), στο όνομα της οποίας (εταιρίας) θα αγοραζόταν το σκάφος και θα εγγραφόταν στο νηολόγιο εγχώριου λιμένα και ταυτόχρονα ζητούσε από τον κατηγορούμενο πληροφορίες περί του εάν, σε περίπτωση καταβολής από τον ίδιο του Φ.Π.Α. και των λοιπών δασμών εισαγωγής του σκάφους στην επικράτεια, θα είχε το δικαίωμα να το ελλιμενίζει μονίμως στην Ελλάδα, χωρίς να αναγκάζεται να το επανεξάγει περιοδικά ανά διετία ή τριετία, ζήτημα που τον απασχολούσε, διότι είχε τη δυνατότητα να τύχει νόμιμης (μερικής ή ολικής) φοροαπαλλαγής λόγω του συναλλάγματος που θα εισήγαγε, από τη Νότια Αφρική. Η επιστολή αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί ως προς τη γνησιότητα της από τον μηνυτή και το περιεχόμενο της κρίνεται ως αληθές. Τούτου δεδομένου όμως πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να συμφωνήθηκε ήδη από 8.10.1996 οι εισαγωγικοί δασμοί και τα τέλη εκτελωνισμού να βαρύνουν τον κατηγορούμενο, αφού κατά το χρονικό αυτό σημείο ούτε ο μηνυτής είχε αποφασίσει αν θα εκτελώνιζε το σκάφος ή θα το εμφάνιζε ως ιδιοκτησία υπεράκτιας εταιρίας αποφεύγοντας τον εκτελωνισμό του. Άλλωστε, το σκάφος νηολόγησε στο Λιμεναρχείο ..... ο ίδιος ο μηνυτής στις 8.9.1997, χωρίς προηγουμένως να απευθύνει έστω μια εξώδικη επιστολή στον κατηγορούμενο, με αίτημα να του γνωστοποιήσει το λιμένα, στον οποίο νηολόγησε αυτός τυχόν το σκάφος, όπως θα έπρεπε να συμβεί, ώστε αφενός να αποφευχθεί το ενδεχόμενο διπλής νηολογήσεως, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος είχε συμμορφωθεί προς την επικαλούμενη συμβατική του υποχρέωση και αφετέρου για αποδεικτικούς λόγους, προκειμένου να απαλλαγεί από οποιαδήποτε υπόνοια σε βάρος του ότι κατείχε το σκάφος παράνομα, έχοντας αποφύγει την καταβολή των αναλογούντων εισαγωγικών δασμών. Αντιθέτως, ο μηνυτής νηολόγησε τη θαλαμηγό με μόνα παραστατικά στοιχεία το ως άνω από 26.6.1997 τιμολόγιο (από το οποίο δεν προέκυπτε ότι το σκάφος είχε εισαχθεί από τις Η.Π.Α., όπως, σημειωτέον, θα προέκυπτε αν είχε χρησιμοποιήσει το από 8.10.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχε στην κατοχή του) και μία (1) υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία 8.9.1997, που περιβλήθηκε τον τύπο του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 και απευθύνθηκε προς το Κεντρικό Λιμεναρχείο ....., στην οποία ανέγραψε ότι το σκάφος του "ανήκεί 100%" και ότι δεν το έχει νηολογήσει σε άλλη λιμενική αρχή (γεγονός που δεν είχε ερευνήσει αν είχε συμβεί με ενέργειες του κατηγορουμένου και κατά τους μηνυτήριους ισχυρισμούς του δεν γνώριζε αν είχε συμβεί). Κατόπιν της δηλώσεως αυτής του μηνυτή το σκάφος έλαβε αριθμό νηολογίου ....., ύψωσε την ελληνική σημαία και ονομάστηκε ".....". Εισαγωγικοί δασμοί όμως και ο ανάλογος ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) δεν καταβλήθηκαν από κανέναν, χωρίς ο μηνυτής να διευκρινίζει για ποιο λόγο, ενώ γνώριζε ότι για την αποφυγή της καταβολής τους θα μπορούσε έστω να συστήσει υπεράκτια εταιρία και να νηολογήσει στο όνομά της το σκάφος, εντούτοις ούτε τέτοια εταιρία συνέστησε ούτε κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς. Ομοίως, βέβαια, δεν διευκρινίζει ο μηνυτής γιατί παρά την επικαλούμενη εξαφάνιση του κατηγορουμένου μετά την 26η.6.1997, ο ίδιος δεν ανέφερε σε καμία αρμόδια τελωνειακή ή φορολογική αρχή ότι για το σκάφος, που ανήκε πλέον στην ιδιοκτησία του, οφείλονταν εισαγωγικοί δασμοί στο Δημόσιο, η υποχρέωση καταβολής των οποίων είχε αναληφθεί συμβατικώς από τον πωλητή - κατηγορούμενο. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, στις 9.12.1997 κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης η από 9.12.1997 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..... SHIPPING SA", στρεφόμενη κατά του μηνυτή, με την οποία ζητείτο να της επιτραπεί ως ασφαλιστικό μέτρο η συντηρητική κατάσχεση του επιδίκου σκάφους, για το λόγο ότι ανήκε στην ιδιοκτησία της τότε αιτούσας. Κατά την εκδίκαση της αιτήσεως εκείνης στη δικάσιμο της 27ης.2.1998 εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας αποδείξεως ο Ε, ο οποίος ανέφερε ότι το σκάφος που είχε νηολογήσει και κατείχε ο μηνυτής ανήκε κατά κυριότητα στην τότε αιτούσα εταιρία, η οποία το είχε αγοράσει το έτος 1994 από την επιχείρηση του κατηγορουμένου, στην οποία μετά την εισαγωγή του στην Ελλάδα το είχε αποθέσει προς συμπλήρωση του εξοπλισμού του. Με βάση και την κατάθεση αυτή πιθανολογήθηκε ότι το σκάφος της ιδιοκτησίας της τότε αιτούσας ταυτιζόταν με το νηολογηθέν και κατεχόμενο από τον μηνυτή και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο εκείνο με την υπ' αριθμ. 115/1998 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και έθεσε υπό μεσεγγύηση το επίδικο σκάφος ορίζοντας ως μεσεγγυούχο το μηνυτή. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, το περιεχόμενο της από 9.12.1997 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και της από 27.2.1998 ένορκης κατάθεσης του Ε δεν αφίστατο της αλήθειας, καθόσον το με αριθμό ..... σκάφος ανήκε πράγματι στην τότε αιτούσα υπεράκτια εταιρία, που το είχε αγοράσει ήδη από το έτος 1994 από την εταιρία του κατηγορουμένου και το θέρος του 1997 παρέμενε στην έκθεση αυτού του τελευταίου. Βεβαίως, από τα εκτεθέντα με την ως άνω αίτηση και από τα κατατεθέντα επ' ακροατηρίω από τον Ε παραλήφθηκε το γεγονός ότι με συμφωνία που είχε καταρτιστεί μεταξύ του κατηγορουμένου και του Γ, εταίρου της τότε αιτούσας, το σκάφος είχε παραδοθεί στον πρώτο από αυτούς προς πώληση μέσω της εταιρίας του προς τρίτο αγοραστή. Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η συμφωνία αυτή τελούσε υπό τον όρο ότι θα καταβαλλόταν στους εταίρους της "..... SHIPPING SA" το τίμημα της από την ίδια αγοράς του σκάφους το έτος 1994, δηλαδή υπό όρο, ο οποίος μέχρι τότε (9.12.1997 αλλά και 27.2.1998) δεν είχε εκπληρωθεί, με συνέπεια να θεωρηθεί κατά την εύλογη ως προς τούτο πεποίθηση των Ε και Γ ότι δεν ισχύει πλέον και ότι ο κατηγορούμενος τους είχε εξαπατήσει, καθόσον μάλιστα από το θέρος του έτους 1997 το σκάφος είχε απομακρυνθεί από την έκθεση του κατηγορουμένου, η επιχείρηση του τελευταίου είχε διακόψει την λειτουργία της και ο ίδιος είχε (κατά την εντύπωση των ως άνω Ε και Γ) εξαφανιστεί, καθώς δεν ανευρίσκετο κατά τις αναζητήσεις τους και δεν τελούσε σε γνώση τους το γεγονός ότι είχε μεταβεί στις Η.Π.Α., προκειμένου να νυμφευθεί. Η μεταξύ των παραπάνω προσώπων παρανόηση των πραγματικών περιστατικών ήρθη μόλις στις 8.12.2005, όταν ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000 €) στον Γ σε εξόφληση της απαιτήσεως της "..... SHIPPING SA", όπως αυτή προσδιορίστηκε με βάση το τίμημα της πωλήσεως του έτους 1994 μετ' αφαίρεση των δαπανών επισκευής του σκάφους ".....", περί της οποίας (οφειλής) έγινε λόγος πιο πάνω. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 122/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η από 14.6.1998 διεκδικητική αγωγή της εταιρίας "..... SHIPPING SA" κατά του μηνυτή, η οποία εκδικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία, ενώ στις 25.6.1999 απεστάλη στο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) έγγραφη καταγγελία με δυσανάγνωστη υπογραφή, κατά την οποία το επίδικο σκάφος ήταν ελλιμενισμένο στη ..... και έφερε ελληνική σημαία, χωρίς να έχει εκτελωνιστεί. Κατόπιν σχετικής έρευνας της Υπηρεσίας του Περιφερειακού Διαμερίσματος (Π.Δ.) Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε. σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος του μηνυτή και του κατηγορουμένου, εναντίον των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της από κοινού λαθρεμπορίας, η οποία είχε ως κατάληξη την καταδίκη του κατηγορουμένου με την υπ' αριθμ. 33376/5.4.2002 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την απαλλαγή του μηνυτή και τη δήμευση του σκάφους. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντα - κατηγορουμένου για την πράξη της απάτης, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 €), η οποία τελέστηκε με τις αναληθείς εκ μέρους του παραστάσεις περί του ότι είχε τη δυνατότητα να πωλήσει ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία "..... MARINE CORPORATION" και να παραδώσει στο μηνυτή ένα (1) καινούργιο θαλάσσιο σκάφος (μηχανοκίνητη θαλαμηγό) εργοστασίου κατασκευής της ως άνω αλλοδαπής κατασκευάστριας εταιρίας εισάγοντας το σκάφος από τις Η.Π.Α. και ακολούθως ότι το παραδοθέν στις 26.6.1997 στο μηνυτή λόγω πωλήσεως σκάφος είναι καινούργιο, καθώς και ότι του μεταβιβάζεται πλήρως κατά κυριότητα, ενώ n αλήθεια την οποία εξ αρχής γνώριζε ήταν ότι δεν είχε κατά το έτος 1997 τέτοια δυνατότητα αγοράς από την κατασκευάστρια εταιρία και εισαγωγής στην Ελλάδα σκάφους όπως το πωληθέν, διότι η εταιρία του, όπως προκύπτει από την από 20.2.2001 πορισματική αναφορά του Π.Δ. Αττικής του Σ.Δ.Ο.Ε. ήδη από το έτος 1997 δεν υπέβαλε προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας Αττικής περιοδικές και εκκαθαριστικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και ουσιαστικά είχε διακόψει τη λειτουργία της, ότι το επίδικο σκάφος ανήκε στην κυριότητα της εταιρίας "..... SHIPPING SA" και ότι η εταιρία του στερούταν ακόμα και εξουσίας διαθέσεως αυτού, εφόσον στις 26.6.1997 δεν είχε αποδώσει στην κυρία του σκάφους πιο πάνω υπεράκτια εταιρία το τίμημα της από αυτήν αγοράς του ιδίου σκάφους το έτος 1994 και ότι συνέπεια των αναληθών του παραστάσεων ήταν να υποστεί ο μηνυτής Ζ ζημία στην περιουσία του κατά το ισόποσο του συνολικού τιμήματος που κατέβαλε στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο για την αγορά του σκάφους και του εξοπλισμού του (32.776.000 δρχ.), στην οποία ζημία πρέπει να περιληφθεί και το ποσό της αξίας των μηχανών του σκάφους, που ήταν πράγματι καινούργιες, για το λόγο ότι στη δαπάνη αυτή (11.200.000 δρχ.) δεν θα είχε προβεί αν γνώριζε ότι το σκάφος που παρέλαβε στις 26-6-1997 δεν ήταν καινούργιο, ήτοι για πράξη φέρουσα χαρακτήρα κακουργήματος και κατόπιν αυτού απέρριψε στην ουσία της την από 18-6-2007 έφεση του κατά του υπ' αριθμ. 1603/2007 πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, που είχε κρίνει ομοίως, το οποίο και επικύρωσε".
Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έπρεπε, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την, κατά τα άνω, ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3β του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και εκείνες των άρθρων 111 - 113 του ίδιου Κώδικα, να δεχθεί την έφεση του κατηγορουμένου Χ, να εξαφανίσει το πρωτόδικο υπ' αρ. 1603/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και μετέπειτα να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη, αφού το ποσό των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δραχμών) τέθηκε ως όριο με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και, πριν από την τροποποίηση αυτή του άρθρου 386 παρ. 3β του Π.Κ., δεν υπήρχε τέτοιο όριο και ως εκ τούτου, κάθε πράξη με σκοπό οφέλους ή βλάβης όπως αυτή που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο, είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα, ενόψει του ότι η πράξη αυτή δεν είχε τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συνεπώς, η διάταξη αυτή, είναι δυσμενέστερη και εφαρμόζεται μόνο για τις μετά το Ν. 2721/1999 τελεσθείσες πράξεις απάτης, από δε το χρόνο τελέσεως αυτής (8.10.1996 έως και 26.6.1997) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε αναστολή της παραγραφής. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. μοναδικός λόγος της υπ' αρ. 54/21.3.2008 αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά του υπ' αρ. 311/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και πρέπει η αναίρεση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την σε βαθμό πλημμελήματος τιμωρούμενη πράξη, που φέρεται ότι αυτός τέλεσε στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 8.10.1996 έως και 26.6.1997.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αρ. 311/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ για την σε βαθμό πλημμελήματος τιμωρούμενη πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 8.10.1996 έως και 26.6.1997 λόγω παραγραφής.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατά το άρθρο 386 παρ. 3 β του ΠΚ. Η παράγραφος 3 β του άρθρου 386 ΠΚ που τέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 είναι δυσμενέστερη (από την προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση) και συνεπώς αυτή δεν ισχύει για πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την 3-3-1999. Αναιρεί βούλευμα για παραβίαση και εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και στη συνέχεια παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Νόμος επιεικέστερος.
| 1
|
Αριθμός 94/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλετρά, περί αναιρέσεως της 8237/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31.1.2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 290/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπ' αριθμ. 340 και 341/4-2-2008 αιτήσεις αναιρέσεως, κατά της 8237/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τον Χ2 και τον Χ1, νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 8237/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, καθένας, για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας(ο πρώτος) και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή (ο δεύτερος). Προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως, που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Ψ ήταν απόλυτος κύριος της εταιρείας SALIDA LIMITED που είχε έδρα την ..... . Η κυριότητά του, σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο που ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση λόγω της έδρας της συγκεκριμένης εταιρείας, ήταν η εκ μέρους του κατοχή όλων των νομιμοποιητικών έγγραφων της εταιρείας (μετοχές στον κομιστή καταστατικό έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών τα οποία έφεραν την υπογραφή του εκχωρητή κλπ). Με βάση την συγκεκριμένη ιδιότητά του, ήτοι του κυρίου των μετοχών της άνω εταιρείας, στην οποία, και κατ' επέκταση σ' αυτόν, ανήκε ποσοστό 25% της στην ..... εδρεύουσας εταιρεία με την επωνυμία TALADIAN Α.Ε.Λ.Δ.Ε., συμφώνησε με τον πρώτο των κατηγορουμένων Χ2 να του μεταβιβάσει το συγκεκριμένο ποσοστό, αντί τιμήματος 6.500.000 δρχ., ώστε αυτός, ο οποίος κατείχε ποσοστό 75%, καταστεί ο μόνος κύριος της συγκεκριμένης εταιρείας. Την 15-10-01 υπεγράφησαν τα σχετικά έγγραφα για την διαδικασία μεταβίβασης των μετοχών και παραδόθηκαν στον μηνυτή δύο μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού 2.500.000 και 4.000.000 αντίστοιχα, σε εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος των 6.500.000 δρχ. Μάλιστα, προς επίρρωση των συμφωνηθέντων, αναγράφηκε στο σώμα των επιταγών το εξής κείμενο, το οποίο υπογράφηκε από τον συγκεκριμένο πρώτο των κατηγορουμένων και παραδόθηκε στον μηνυτή Ψ. "... Η παρούσα επιταγή δίδεται για την αγορά του 100% των μετοχών της εταιρείας "SALIDA LIMITED" η οποία κατέχει το 75% της TALADIAN ΑΕΛΔΕ. Σε περίπτωση μη πληρωμής της επιταγής, υποχρεούται ο Χ2 να επιστρέψει την εταιρεία SALIDA LIMITED και να μεταβιβάσει την κυριότητα αυτής όπου του επιδειχθεί. Παρά όμως τα ανωτέρω μεταξύ των συμφωνηθέντα και την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης του ποσοστού του 25% των μετοχών της άνω εταιρείας, όταν ο μηνυτής εμφάνισε τις επιταγές στην πληρώτρια τράπεζα, αυτή αρνήθηκε την πληρωμή των, διότι ο εκδότης πρώτος των κατηγορουμένων τις είχε ανακαλέσει. Στην συνέχεια, ο μηνυτής ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεωνόταν ο εκδότης να του καταβάλει το ποσό των δρχ. 6.500.000 πλέον τόκων και εξόδων, όσο δηλαδή το τίμημα πώλησης του ποσοστού 25% της εταιρείας. Κατά της άνω διαταγής πληρωμής ο πρώτος των κατηγορουμένων άσκησε αίτηση αναστολής εκτελέσεως και ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να ανασταλεί η διαδικασία εκτελέσεως και ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Υποστήριξε δε, ότι ο μηνυτής δεν ήταν ο πραγματικός κύριος του πωληθέντος ποσοστού, όπως τον είχε διαβεβαιώσει, αλλά η εταιρεία DISCOVERY VENTURES CORP, στον διευθυντή της οποίας Α κατέβαλε το ποσό του τιμήματος. Προς επίρρωση μάλιστα των ισχυρισμών του, προσκόμισε και επικαλέστηκε στο δικαστήριο έγγραφο το οποίο είχε συντάξει ο ανωτέρω Α, στο οποίο αυτός βεβαίωνε ότι, ως διευθυντής της DISCOVERY VENTURES CORP, η οποία ήταν η πραγματική κυρία των άνω μετοχών και συνεπώς δικαιούχος του τιμήματος πωλήσεως, είχε εισπράξει από τον πρώτο των κατηγορουμένων, ως αντάλλαγμα της αποδέσμευσης από αυτόν της SALIDA LTD με τα νομιμοποιητικά της έγγραφα και μετοχές της, το ποσό των 6.500.000 δρχ. Όλα όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, αφού, όπως προκύπτει από το από 19-11-01 πιστοποιητικό της Δημοκρατίας του Παναμά, μέλη της εταιρείας DISCOVERY VENTURES CORP ήταν ο Β, Ψ (μηνυτής) και η Γ, ενώ ουδεμία θέση ή συμμετοχή είχε ο Α. Επίσης, αν και η απόδειξη είσπραξης του ποσού των 6.500.000 δρχ., που έχει υπογράψει αυτός, (Α) φέρει ημερομηνία 2-11-01, στο ταμείο της εταιρείας δεν έχει εισρεύσει οποιοδήποτε ποσό και δη εκείνο των 6.500.000 δρχ. (βλ. το από 27-11-01 έγγραφο της εταιρείας DISCOVERY VENTURES CORP). Πάντα τα ανωτέρω γνώριζε ο πρώτος των, αφού αυτός ως συγκύριος της εταιρείας γνώριζε τους υπόλοιπους συγκυρίους της και μάλιστα ότι κάτοχος του 25% ήταν ο μηνυτής, με τον οποίο άλλωστε, όπως παραδέχθηκε, είχε συμφωνήσει την αγορά του ποσοστού συμμετοχής του, ενώ η εκ μέρους του τελευταίου κατοχή και στην συνέχεια παράδοση όλων των νομιμοποιητικών εγγράφων αποδείκνυαν την κυριότητα αυτή. Εξάλλου, στην περίπτωση που διαπίστωνε ότι ο μηνυτής δεν ήταν ο συγκύριος του ποσοστού της εταιρείας που συμφώνησε να του πωλήσει, θα έπρεπε να είχε στραφεί εναντίον του αξιώνοντας την επιστροφή των επιταγών και όχι να αναμείνει την εμφάνισή των στην πληρώτρια τράπεζα, την απόκρουσή των λόγω ανακλήσεως και στην συνέχεια την έκδοση διαταγών πληρωμής και μόνο στην αναστολή και ανακοπή που άσκησε κατά της εκτέλεσής της να ζητήσει την ακύρωσή της αναφέροντας, για πρώτη φορά, ότι είχε εξαπατηθεί από τον μηνυτή και είχε πληρώσει το τίμημα στον διευθυντή της αληθούς κυρίας εταιρείας DISCOVERY VENTURES CORP. Αλλά στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να είχε αναφέρει και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της σύμβασης πωλήσεως που κατήρτισε με τον συγκεκριμένο διευθυντή, δηλαδή, τον χρόνο καταρτίσεως, το ύψος του τιμήματος που συμφωνήθηκε, την διαδικασία πληρωμής του, (μετρητοίς ή με δόσεις), καθώς και τα έγγραφα που του παρέδωσε και όχι να αρκεστεί στην αόριστη αναφορά ότι κατέβαλε το ποσό των 6.500.000 δρχ. στον Α, όταν ο τελευταίος του δήλωσε ότι ήταν ο διευθυντής και εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Επίσης, στην περίπτωση που ήταν αληθής ο ισχυρισμός του, θα είχε ανακαλέσει συγχρόνως και τις δύο επιταγές και όχι τη μία με δήλωσή του την 2-11-01 και την άλλη την 6-11-01 (βλ. σχετική επισημείωση του αρμοδίου υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος με ημερομηνία 7-11-01). Πάντα τα ανωτέρω, όπως προαναφέρθηκε, γνώριζε ο πρώτος των κατηγορουμένων, προσπάθησε όμως να παραπλανήσει το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναστολής της εκτέλεσης άνω διαταγής πληρωμής, πλην όμως δεν πέτυχε του σκοπού του, διότι το δικαστήριο με την 10806/01 απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό του ως αβάσιμο, όπως και την αίτηση αναστολής. Το ίδιο συνέβη και με την ανακοπή που άσκησε κατά της 6173/01 διαταγής πληρωμής, οπότε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 44/03 απόφασή του (τμήμα πιστωτικών τίτλων) απέρριψε τον ισχυρισμό του κρίνοντάς τον ουσιαστικά αβάσιμο και επικύρωσε την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής. Στην τέλεση της άνω πράξης ο πρώτος των άνω κατηγορουμένων πείσθηκε με παραινέσεις και προτροπές από τον δεύτερο Χ1, ο οποίος, έχοντας θέσει σε εφαρμογή σχέδιο ιδιοποιήσεως των υπερακτίων εταιρειών του αδελφού των Β, μεταξύ των οποίων και η DISCOVERY VENTURES CORP, αλλά και του μεριδίου του μηνυτή στην εταιρεία TALADIAN A.E.LD.E, το οποίο ανήκε στην εταιρεία SALIDA L.T.D, και, εκμεταλλευόμενος ότι η εταιρεία "DISCOVERY VENTURES CORP" ήταν η προηγούμενη ιδιοκτήτρια της συγκεκριμένης εταιρείας (δηλ. της Salida l.t.d), έπεισε τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν συνεργάτης του, να ανακαλέσει τις επιταγές που είχε εκδώσει, εμφανιστεί στο δικαστήριο και προσπαθήσει να το παραπλανήσει με την χρήση των άνω ψευδών εγγράφων ότι πραγματικά οι μετοχές ανήκαν στην εταιρεία DISCOVERY VENTURES CORP, της οποίας εκπρόσωπος και διευθυντής ήταν ο Α και έτσι, με την επίκληση της ψευδούς απόδειξης είσπραξης του τιμήματος, πετύχουν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, με αντίστοιχο όφελος δικό τους και ζημία του μηνυτή, πράγμα όμως που δεν πέτυχαν, όπως προαναφέρθηκε. Το ύψος της ζημίας που απειλήθηκε σε βάρος του μηνυτή, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής καταστάσεως των μερών, του χρόνου τελέσεως της πράξης, κρίνεται ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη που τους αποδίδεται, αφού με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών προσπάθησαν ανεπιτυχώς να παραπλανήσουν το δικαστήριο στην έκδοση ευνοϊκής γι' αυτούς απόφασης, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την βλάβη της περιουσίας του μηνυτή και δη κατά ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με αποτέλεσμα να πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό οριζόμενα. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 386 παρ. 1β-α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε ευθέως δε ή εκ πλαγίου παραβίασε. Το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού, δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχό του από τον Άρειο Πάγο. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται ρητώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του, δίχως να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και η αξιολόγηση της κατάθεσης κάθε μάρτυρα ή των υπολοίπων αποδεικτικών στοιχείων, προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και αιτιολογείται πλήρως η συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική του εγκλήματος αυτού, ενώ επί πλέον αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων Χ1 προκάλεσε την απόφαση στον αναιρεσείοντα Χ2 να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ2, συνιστάμενες στο ότι δεν αιτιολογείται η συνδρομή των στοιχείων, που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ1, συνιστάμενες στο ότι 1) δεν αιτιολογείται η συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, 2) δεν γίνεται προσδιορισμός του τρόπου και των μέσων με τα οποία αυτός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό Χ2 την απόφαση να τελέσει την παραπάνω αξιόποινη πράξη και 3) στο σκεπτικό της απόφασης δεν γίνεται συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το σκεπτικό της είναι κατά ένα μέρος ταυτόσημο με το διατακτικό, τούτο όμως δεν καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της, αφού το διατακτικό, στην προκειμένη περίπτωση είναι εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των πραγματικών περιστατικών, που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό, το διατακτικό της απόφασης και το σκεπτικό της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού αυτά αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά, αρκεί εκείνα που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό να επαρκούν για την αιτιολογία της απόφασης και συνεπώς η σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη. Τέλος οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ1 ως προς το νομικά και ουσιαστικά βάσιμο της κατηγορίας για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και ηθική αυτουργία σ' αυτήν αναφέρονται σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να περιλάβει στην απόφασή του, ως προς αυτούς, ειδική αιτιολογία, αφού η αιτιολογία ως προς αυτούς εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Κατ' ακολουθίαν, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Η μεταβολή της κατηγορίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα. Τέτοια μεταβολή υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, όταν το δικαστήριο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος, ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τελέσεως αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ1 ισχυρίζεται ότι με την προσθήκη στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης της φράσης ότι ο φυσικός αυτουργός της απόπειρας απάτης Χ2 είχε σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος "και ο συγκατηγορούμενός του Χ1" παράνομο περιουσιακό όφελος, η οποία (φράση) δεν περιείχετο στο κλητήριο, που του επιδόθηκε, αλλά και στην πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, επήλθε μεταβολή της κατηγορίας και παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και ως εκ τούτου επήλθε απόλυτη ακυρότητα. Η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη γιατί, με την προσθήκη της παραπάνω φράσης, δεν επήλθε μεταβολή της κατηγορίας, αφού το Δικαστήριο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, με αυτήν αποσαφήνισε και συμπλήρωσε εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και της ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, για το οποίο διώχθηκε και είχε εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος, δίχως να μεταβληθεί η ταυτότητα της πράξεως. Επομένως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματός του να προβεί σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, που δημιουργεί την παραπάνω ακυρότητα, υπάρχει και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα, χωρίς να βεβαιώνεται στην εκδιδόμενη απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση, ανέγνωσε, μεταξύ άλλων εγγράφων, και έλαβε υπόψη του και τα μνημονευόμενα στα πρακτικά με τους αριθμούς 8, 9, 14, 32 και 34 έγγραφα, τα οποία ήταν συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα (αγγλική), δίχως να βεβαιώνεται στην απόφασή του ότι οι κατηγορούμενοι ήταν σε θέση να αντιληφθούν το περιεχόμενό τους και ως εκ τούτου επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ. Όμως η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, γιατί δεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι τα έγγραφα αυτά που αναγνώσθηκαν ήταν συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα και ποια και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε μετάφραση στην Ελληνική, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν από το δικαίωμά τους να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις επ' αυτών, διότι δεν κατανοούσαν το περιεχόμενό τους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων αυτών, έχει μεταφρασθεί στην Ελληνική γλώσσα το περιεχόμενό τους, από πρόδηλη δε παραδρομή δεν βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν τα παραπάνω έγγραφα σε μετάφραση. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος των αναιρέσεων. Αβάσιμος ακόμη είναι ο από την ίδια διάταξη λόγος αναιρέσεως του Χ2, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ', απόλυτης ακυρότητας, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για την στήριξη της κρίσης του, έλαβε υπόψη του και τα μνημονευόμενα στα πρακτικά με τους αριθμούς 6, 30, 31 και 32 έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, δίχως να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και συγκεκριμένα (6) τέσσερις φωτοτυπίες επιταγών, (30) έγγραφο ενώπιον της ανακρίτριας 2ου Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών, (31) συμφωνητικό (μισθώσεως επαγγελματικής στέγης), (32) έγγραφο από OVERSEAS MANAGEMENT COMPANY INC και τούτο διότι με την παραπάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, ειδικότερα, με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς τους και ακόμη γιατί ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώστηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Μετά από αυτά, πρέπει οι αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν στο σύνολο τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 340 και 341/4-2-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8237/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ, συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο και ηθική αυτουργία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απόλυτη ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν μεταφράστηκαν και που δεν προσδιορίζονται. Μεταβολή κατηγορίας από προσθήκη στο διατακτικό. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 93/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά και 2. Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, περί αναιρέσεως της 5666/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες την 1. ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Νικηφοράκη και 2. ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Σεπτεμβρίου 2007 και 19 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεις αναίρεσης, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1776/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Η από 19-9-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ και η από 28-9-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ζ, κατά της ίδιας, με αριθμό 5666/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΓΤΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 51.0 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 1 Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως, Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 5666/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετία, για ανθρωποκτονία από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Το Δικαστήριο επείσθη ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ'αυτούς αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, όπως τα κατ'ιδίαν περιστατικά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα όπως αποδείχθηκε οι δύο κατηγορούμενοι στις 22-8-2002 στα ... από αμέλεια, ο μεν πρώτος ως ιδιοκτήτης νεοαναγειρόμενης οικοδομής επί της οδού .... και κύριος του σχετικού έργου, ο δε δεύτερος ως επιβλέπων μηχανικός της ίδιας οικοδομής που αναγείρονταν βάσει της ... οικοδομικής αδείας της Πολεοδομίας 'Ανω Λιοσίων, ο πρώτος από αυτούς ανέθεσε κατ'αποκοπή στο Ψ την τοποθέτηση μαρμάρων και υαλότουβλων στον εξωτερικό τοίχο της οικοδομής χωρίς να μεριμνήσει για την τοποθέτηση ασφαλών ικριωμάτων με δάπεδα προστατευόμενα με θωράκια (κράσπεδα) ύψους 15 εκατοστών, προστατευτικό χειρολισθήρα ύψους ενός μέτρου, καθώς και ενδιάμεσα προστατευτικά στοιχεία, σύμφωνα με τις οδηγίες του επιβλέποντος το έργο, ο δε δεύτερος καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να δώσει τις απαιτούμενες οδηγίες για την κατασκευή σταθερών ικριωμάτων και να επιβλέψει την εφαρμογή των οδηγιών αυτών κατά την κατασκευή των ικριωμάτων, δεν έδωσε τις απαιτούμενες προς τούτο οδηγίες ούτε επέβλεψε την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας στην κατασκευή τους με αποτέλεσμα όταν ο Ψ ανέβηκε στο παραπάνω ακατάλληλο ικρίωμα και πατώντας πάνω σε δύο πλαστικά καφάσια που τοποθέτησε καθ' ύψος πάνω στο δάπεδο εργασίας του ικριώματος, κάποια στιγμή έχασε την ισορροπία του και επειδή λόγω των παραλείψεων των κατηγορουμένων δεν υπήρχαν προστατευτικά ικριώματα έναντι πτώσεως στο δάπεδο εργασίας του ικριώματος να πέσει από ύψος 5,5 μέτρων στο οδόστρωμα και να υποστεί βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση από την οποία ως μόνη ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού μετά παρέλευση μίας ώρας. Αφού τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας δεν είχαν ληφθεί όπως απαιτεί η νομοθεσία. Τα ικριώματα στηρίζονταν με χιαστή πλαίσια μεταλλικής κατασκευής, χωρίς όμως να υπάρχουν πλαϊνά μεταλλικά στηρίγματα και έτσι δεν εξασφαλίζονταν η ασφάλεια των εργαζομένων. Επίσης υπήρχε έλλειψη πρόσβασης στο δάπεδο των ικριωμάτων. Ο θανών τοποθετούσε υαλότουβλα σε παράθυρο του πρώτου ορόφου. Την συγκεκριμένη στιγμή είχε τελειώσει το χτίσιμό τους και ολοκλήρωνε την τοποθέτηση με στοκάρισμα. Η εργασία του αυτή γινόταν εξωτερικά του κτιρίου πάνω σε σκαλωσιά. Σε κάποια στιγμή έχασε την ισορροπία του και καθώς η επιφάνεια εργασίας ήταν ακατάλληλη και επί πλέον δεν υπήρχαν προστατευτικά έναντι πτώσεως στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε έπεσε από ύψος 5,5 μέτρων περίπου, χτύπησε στο κεφάλι και σκοτώθηκε. Η αμέλεια περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα της θανατώσεως του Ψ. Εάν η σκαλωσιά ήταν στημένη σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία δεν θα επερχόταν το θανάσιμο αποτέλεσμα. Το γεγονός της τοποθέτησης καφασιών πλαστικών και ότι εργαζόταν με ακατάλληλα υποδήματα (σαγιονάρες) δεν διακόπτουν την αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα της θανατώσεώς του, διότι δεν υπήρχαν στην επιφάνεια εργασίας προστατευτικά έναντι της πτώσεως στοιχεία δηλαδή τη στιγμή που έχασε την ισορροπία του η επιφάνεια εργασίας ήταν ακατάλληλη. Τα ακατάλληλα υποδήματα και αν τα πλαστικά καφάσια επί του δαπέδου της σκαλωσιάς δεν είχαν τοποθετηθεί καθ'ύψος, και προ πάντων τα ακατάλληλα υποδήματα πιθανόν να συνετέλεσαν. Αλλά και το αντίθετο, αν είχε γίνει έλεγχος των ικριωμάτων από τον επιβλέποντα μηχανικό ώστε να ελεγχθεί η ασφάλειά τους και ακολούθως είχαν γίνει υποδείξεις βελτίωσης (παρ. 3 του άρθρου 2 α του ΠΔ 778/1980) πάλιν θα ήτο δυνατό να αποφευχθεί το αποτέλεσμα του θανάτου του Ψ (εργαζομένου). Κατ'ακολουθίαν οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με το ελαφρυντικό ο 1ος του άρθρου 84 παρ.2 περ. β' ΠΚ και ο 2ος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' ΠΚ, απορριπτομένης ως κατ'ουσίαν αβασίμων των ισχυρισμών του συνηγόρου του κατηγορούμενου Χ, οι οποίοι συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, κατά τα στο κατηγορητήριο και διατακτικό της παρούσας λεπτομερώς περιλαμβανόμενα κατά τόπο, χρόνο και τρόπο πραγματικά περιστατικά".
Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αλλά ασαφή και αντιφατική, με συνέπεια να στερείται αυτή και νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν είναι δυνατόν να διακριβωθεί και κατ'επέκταση να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, αναφορικά με την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 28, 302 ΠΚ και 4 παρ.1 και 7 παρ.1 και 5 του Ν.1396/83. Συγκεκριμένα, εφόσον γίνεται δεκτόν ότι, ο κύριος του έργου κατηγορούμενος Χ ανέθεσε κατ'αποκοπήν στον Ψ, να τοποθετήσει μάρμαρα και υαλότουβλα στον εξωτερικό τοίχο της οικοδομής (άρθρ. 4 παρ.1 του Ν.1396/1983), ο επιβλέπων μηχανικός, κατηγορούμενος Ζ, θα έπρεπε (άρθρ. 7 παρ.1 και 5 του ως άνω νόμου), αφενός μεν να υποδείξει εγγράφως, στον κύριο της οικοδομής, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας του έργου και αφετέρου να του δώσει οδηγίες κατασκευής αυτών στη συνέχεια να λάβει ο τελευταίος τα μέτρα αυτά. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η υποχρέωση του επιβλέποντος, προηγείται της υποχρέωσης του κυρίου του έργου, δηλαδή έπρεπε πρώτα ο επιβλέπων μηχανικός να υποδείξει τα μέτρα και να δώσει τις οδηγίες κατασκευής στον κύριο του έργου και στη συνέχεια ο τελευταίος να λάβει τα μέτρα αυτά.Κατά την προαναφερόμενη, όμως, αιτιολογία, αφενός μεν ο κύριος του έργου δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, σύμφωνα με τις οδηγίες, τις οποίες θεωρεί ως δεδομένες, του επιβλέποντος μηχανικού, αφετέρου δε ο επιβλέπων μηχανικός δεν έδωσε τις απαραίτητες προς τούτο οδηγίες, ούτε και επέβλεψε την εφαρμογή των μέτρων αυτών, με άμεση συνέπεια, η αιτιολογία, αναφορικά με την υποχρέωση του κυρίου του έργου, να αναιρείται, από την αιτιολογία, που αναφέρεται στην υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της από 19-9-2007 αίτησης αναίρεσης του Χ και ο εκ του αρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος της από 28-9-2007 αίτησης αναίρεσης του Ζ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αρ. 5666/28-6-2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Παράβαση των άρθρων 28, 302 Π.Κ. και 4 παρ. 1 και 7 περ. 1, 5 Ν. 1396/83. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 89/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κελαϊδή, περί αναιρέσεως της 84078Α/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, και 2) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΕΦΕΡΙΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.6.2008 αίτησή του για επανασυζήτηση της από 19.12.2003 αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1103/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα 370 και 514 ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ, κατά της απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης, αλλά, στην περίπτωση, κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναίρεσης, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι, επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου, δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει και στην περίπτωση, που ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναίρεσης, αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε, ακόμη και όταν ο αναΙρεσείων, με υποβληθέν υπόμνημά του στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων, ελλείψει εκκρεμότητας παραδεκτώς προταθέντος λόγου, απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων - αιτών, με την κρινόμενη αίτηση του επιδιώκει την επανεξέταση της από 19-12-2003 αίτησης αναίρεσης του κατά της 84078Α/9-12-2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία αίτηση απορρίφθηκε, με την 1523/24-6-2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αφού με αυτήν κρίθηκαν ως αβάσιμοι όλοι οι προταθέντες λόγοι της αναίρεσης. Προκειμένου να θεμελιώσει την παραπάνω νέα αίτησή του επικαλείται ότι το Δικαστήριο τούτο, κατά τη συζήτηση της πρώτης αίτησης αναίρεσης, δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τον, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, δηλαδή, της υπέρβασης εξουσίας. Η αίτηση αυτή πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, μετά την απόρριψη ως αβάσιμης της από 19-12-2003 αίτησης αναίρεσης του αιτούντος, το Δικαστήριο τούτο έχει απεκδυθεί της εξουσίας του και δεν έχει πλέον δικαιοδοσία για την εκ νέου έρευνα της υποθέσεως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραλείψεως από παραδρομή της εξετάσεως παραδεκτώς προταθέντος λόγου αναίρεσης, οπότε θα ήταν δυνατή η εξέτασή του, κατά τα προεκτεθέντα. Μετά από αυτά πρέπει ο αιτών να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό 1743/17-6-2008 αίτηση του Χ για επανασυζήτηση της από 19-12-2003 αίτησης για αναίρεση της 84078Α/19-12-2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση για επανεξέταση απορριφθείσας αίτησης αναίρεσης, η επί της οποίας απόφαση δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως μη προταθέντα λόγο για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η νέα αίτηση.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 88/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Πιτσινή, περί αναιρέσεως της 1669-1670/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.6.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1090/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πάτρας, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (ανώμοτη κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Εφετείο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, έγγραφα, την απολογία του πρώτου των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία), αποδείχθηκαν τα εξής: Ο εγκαλών Ψ είναι αδελφός της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία είχε παντρευτεί τον πρώτο κατηγορούμενο, από τον οποίο ήδη έχει πάρει διαζύγιο. Κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι ήταν σύζυγοι, η δεύτερη κατηγορουμένη, εξ αιτίας οικονομικών προβλημάτων αποφάσισε να πάρει δάνεια από διάφορα πιστωτικά ιδρύματα. Έτσι αυτή κατάρτισε: 1) ένα εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2001, συμπληρώνοντας ένα σχετικό έντυπο που χρησιμοποιεί η Δ.Ο.Υ. και φέρεται ότι κατατέθηκε στην Γ' Δ.Ο.Υ. Πατρών με τα στοιχεία του εγκαλούντος, εν αγνοία του τελευταίου και χωρίς τη συναίνεσή του, 2) μία υπεύθυνη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), συμπληρώνοντας ένα σχετικό έντυπο που χρησιμοποιεί η Δ.Ο.Υ. και φέρεται ότι κατατέθηκε στην Γ' Δ.Ο.Υ. Πατρών, με τα στοιχεία του εγκαλούντος, εν αγνοία του τελευταίου και χωρίς τη συναίνεσή του και 3) μία βεβαίωση αποδοχών, με την οποία ο εγκαλών φέρεται ότι απασχολήθηκε το 2000 ως οδηγός από την επιχείρηση με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ ΡΟΔΕΑ", εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του. Στη συνέχεία, έχοντας αυτή στην κατοχή της μία βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας του εγκαλούντος, παρουσιάστηκε με γνωστό της άτομο στις 23-7-2001 στο κεντρικό κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην ..... και επιδεικνύοντας την παραπάνω βεβαίωση παρέστησε στον αρμόδιο υπάλληλο της παραπάνω τράπεζας ότι το παραπάνω γνωστό της άτομο είναι ο εγκαλών και ονομάζεται Ψ. Αυτή συμπλήρωσε την από 23-7-2001 αίτηση για χορήγηση TELEBANK GREDIT, το παράρτημα της από 8.3.2001 σύμβασης χορήγησης TELEBANK CREDIT, καθώς και τη σχετική υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 προς την Εμπορική Τράπεζα περί μη οφειλών του δανειολήπτη με τα στοιχεία του εγκαλούντος και έθεσε εν αγνοία του παραπάνω εγκαλούντος και χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του στα παραπάνω έγραφα, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είναι ο αιτών τη χρηματοδότηση από την τράπεζα και έτσι πέτυχε την έγκριση από την παραπάνω τράπεζα ποσού 1.000.000 δρχ. ή 2.934,70 ευρώ, με τη χρήση όλων των παραπάνω εγγράφων. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη στις 27-7-2001, έχοντας στην κατοχή της μία βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας του εγκαλούντος Ψ, παρουσιάστηκε με ένα γνωστό της άτομο στο κατάστημα της EUROBANK ERGASIAS επί της οδού ..... στην ..... και επιδεικνύοντας την παραπάνω βεβαίωση παρέστησε ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο της παραπάνω τράπεζας ότι το παραπάνω γνωστό της άτομο είναι ο εγκαλών και ονομάζεται Ψ. Αυτή συμπλήρωσε την από 27-7-2001 αίτηση για χορήγηση ανοικτού δανείου με τα στοιχεία του εγκαλούντος και έθεσε εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του στην παραπάνω αίτηση, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είναι ο αιτών και έτσι πέτυχε την έγκριση δανείου από την παραπάνω τράπεζα με τη χρήση όλων των παραπάνω εγγράφων. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη στις 23-8-2001, έχοντας στην κατοχή της μία βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας του εγκαλούντος, παρουσιάστηκε με ένα γνωστό της άτομο στον αρμόδιο υπάλληλο του υπ' αριθμ. ..... καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην ..... και επιδεικνύοντας την παραπάνω βεβαίωση παρέστησε ψευδώς σ' αυτόν ότι το παραπάνω γνωστό της άτομο είναι ο εγκαλών και ονομάζεται Ψ. Αυτή συμπλήρωσε την από 23-8-2001 αίτηση για χορήγηση δανείου, τη σχετική υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 προς την παραπάνω τράπεζα, περί μη οφειλών του δανειολήπτη, την από 28-8-2001 σύμβαση δανείου και την από 28-8-2001 πρόσθετη πράξη σύμβασης δανείου με τα στοιχεία του εγκαλούντος και έθεσε εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του στην παραπάνω αίτηση δανείου, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είναι ο αιτών και έτσι πέτυχε την έγκριση δανείου ποσού 1.000.000 δρχ. από την παραπάνω τράπεζα, με τη χρήση όλων των παραπάνω εγγράφων. Τέλος, η κατηγορουμένη στις 25-10-2001 και στις 13-11-2001, έχοντας στην κατοχή της μια βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας του εγκαλούντος Ψ, παρουσιάστηκε με ένα γνωστό της άτομο στο κατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στην ..... και επιδεικνύοντας την παραπάνω βεβαίωση στον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας παρέστησε ψευδώς ότι το παραπάνω γνωστό της άτομο είναι ο εγκαλών και ονομάζεται Ψ. Αυτή συμπλήρωσε τα από 25-10-2001 και 13-11-2001 ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης κινητών με πίστωση του τιμήματος, παρακράτηση κυριότητας και εκχώρησης απαιτήσεων με τα στοιχεία του εγκαλούντος και έθεσε εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του, την υπογραφή του στα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είναι ο αιτών τη χρηματοδότηση και έτσι πέτυχε την έγκριση της χρηματοδότησης στο όνομα του εγκαλούντος, συνολικού ποσού 2.146,66 ευρώ, με τη χρήση όλων των παραπάνω εγγράφων. Επομένως, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, χωρίς να της αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2β του ΠΚ, διότι αυτή δεν ωθήθηκε στην πράξη της από αίτια μη ταπεινά, αφού η πράξη της αυτή μαρτυρεί διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία αυτής, αλλά και του άρθρου 84§2ε του ΠΚ, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της, αφού από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 170/2006 κατηγορητήριο προκύπτει ότι αυτή κατηγορείται για τέλεση των ίδιων εγκλημάτων τον Φεβρουάριο του έτους 2002 και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός της. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 216 παρ. 2, 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο, καθώς και τον εγκληματικό σκοπό (υπερχειλή δόλο) της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, των περιστατικών εκείνων, από τα οποία προκύπτει η γνώση της, με την έννοια της βεβαιότητας(επίγνωσης-πλήρους γνώσης), για την πλαστότητα των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία η ίδια συμπλήρωσε χωρίς την προηγούμενη εντολή ή συναίνεση του εγκαλούντος, όπως επίσης αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία υπέβαλε στη συνέχεια, τα σχετικά πλαστά έγγραφα, όπως παραπάνω αναφέρεται στις αντίστοιχες τράπεζες, προκειμένου να λάβει, λόγω δανείου, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ·' του Κ.Ποιν.Δ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η, περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων, περί τα πράγματα αναιρετικός ανέλεγκτη κρίση, είναι απαράδεκτος.
Το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα αιτήματα προς αναγνώριση των από το άρθρο 84 & 2 ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων, που προτείνονται, κατ' άρθρα 170 & 2 και 333 & 2 του ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με επίκληση των θεμελιούντων τούτους πραγματικών περιστατικών. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 & 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ (κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης) λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το εκδώσαν την πληττόμενη απόφαση δικαστήριο, με ανεπαρκή και μη νόμιμη αιτιολογία, απέρριψε τους ισχυρισμούς για την αναγνώριση ελαφρυντικών από το άρθρο 84 & 2 εδ. β' και ε' ΠΚ διότι, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, προκύπτει ότι η συνήγορος της αναιρεσείουσας ζήτησε αορίστως την αναγνώριση των παραπάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, απλώς επικαλούμενη τις διατάξεις που τις προβλέπουν, χωρίς να επικαλεστεί και τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν και το δικαστήριο, παρότι δεν είχε υποχρέωση, απάντησε στους σχετικούς ισχυρισμούς, απορρίπτοντας αυτούς με την ως άνω αιτιολογία. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος, παραδεκτός, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 25/2008 από 5-6-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1669-1670/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή και τις ελαφρυντικές περιστάσεις. Οι τελευταίοι προβλήθηκαν αορίστως δίχως την επίκληση πραγματικών περιστατικών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 87/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, για αναίρεση της με αριθμό 987/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 518/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 87 παρ. 3, 88 παρ. 5 και 6, 90 παρ. 1, 2 και 5 και 91 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι οι εισαγγελείς συγκαταλέγονται μεταξύ των δικαστικών λειτουργών ως μη δικαιοδοτούντα, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές, όργανα της Πολιτείας, των οποίων οι ιδιαίτερες αρμοδιότητες εξειδικεύονται και προσδιορίζονται, εκτός από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και από τα άρθρα του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών. Όπως, περαιτέρω, προκύπτει από τα άρθρα 27 και 43 του Κ.Ποιν.Δ η λειτουργική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν εξαντλείται στην κίνηση της ποινικής διώξεως, στο γεγονός δηλαδή ότι αυτός προκαλεί την έναρξη της σχετικής ποινικής δίκης, αλλά υποχρεούται να εκπροσωπήσει την κατηγορία σε όλη τη διάρκεια της μέχρι την οριστική κρίση, ως έκφραση και συνέπεια του διέποντας το ποινικό δικονομικό μας δίκαιο κατηγορητικού συστήματος. Η εκπροσώπηση αυτή εξειδικεύεται σε σειρά διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως στα άρθρα 27 παρ. 3, 32 παρ. 2, 343, 333-369, 502 παρ. 1 και 515 παρ. 1 και 2, και συνίσταται στην υποχρεωτική παράσταση του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο σε όλα τα ποινικά δικαστήρια, έχοντας την υποχρέωση να συμβάλει στην αναζήτηση και ανεύρεση της αλήθειας, να ενεργεί στην ποινική δίκη όχι μόνο κατά αλλά και υπέρ του κατηγορουμένου, να αναζητεί τα στοιχεία της ενοχής, όσο και εκείνα που θεμελιώνουν την αθωότητα του (άρθρο 239 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ). Αν από το συγκεντρωθέν αποδεικτικό υλικό της ανακρίσεως φρονεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, υποβάλλει σχετική πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο και ζητεί να μην απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του (άρθρα 245 και 308, παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). Επίσης, αν από την αποδεικτική διαδικασία, που διεξήχθη στο ακροατήριο, δεν διαπιστώνεται πλήρως η ενοχή του κατηγορουμένου, θα ζητήσει από το δικαστήριο την κήρυξη της αθωότητας του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), η εισαγγελία δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπος της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή και κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας. Έτσι, άλλο πρόσωπο μπορεί να συντάσσει την έγγραφη πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο και άλλο να την αναπτύξει προφορικώς παριστάμενο ενώπιον του, άλλος να παρίσταται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και άλλος να ασκεί τα ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν για την αποστολή του εισαγγελέα και το ρόλο του στην απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα, πρέπει, να γίνει δεκτό ότι η αρχή του ενιαίου και αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής κάμπτεται και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αναπληρώσεως κατά τη διάρκεια και εφόσον εξελίσσεται η διαδικασία στο ακροατήριο για συγκεκριμένη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κατά τη διάρκεια της συζητήσεως της ίδιας υποθέσεως να αναπληρωθεί ο εισαγγελέας της έδρας με άλλον εισαγγελέα. Και αυτό γιατί δεν συμβιβάζεται με το συγκεκριμένο ρόλο του εισαγγελέα στη δίκη που είναι η διαρκής προσπάθεια για την ανεύρεση της αλήθειας είτε ως προς την ενοχή είτε ως προς την αθώωση του κατηγορουμένου. Διαφορετικό, αν, δηλαδή, ήταν επιτρεπτή η εναλλαγή, στη θέση του εισαγγελέα σε συγκεκριμένη υπόθεση με άλλον ή στη συνέχεια και του δεύτερου με τρίτο ή τέλος και με επάνοδο του ίδιου, ο ρόλος του εισαγγελέα στο ακροατήριο θα υποβαθμιζόταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εναλλαγή αυτή να προσκρούει σε βασικές αρχές του δικονομικού μας συστήματος, όπως εκείνη της προφορικότητας της διαδικασίας (άρθρο 331 Κ, Ποιν.Δ), η οποίο είναι συστατικό στοιχείο της γενικότερης αρχής της δημοσιότητας (άρθρα 93 παρ. 2 Συν/τος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 329 Κ.Ποιν.Δ), αφού θα απέκλειε, για έναν από τους βασικούς παράγοντες της ποινικής δίκης, τη ζωντανή επικοινωνία, κυρίως με τα προσωπικά αποδεικτικά μέσα, και την πληρέστερη εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, η διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ. η οποία επιτάσσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, δεν σημαίνει απλώς την παρουσία ενός όποιου εκπροσώπου της εισαγγελικής αρχής, αλλά επιβάλλει την παρουσία του ίδιου εισαγγελέα σε όλη τη διάρκεια της συζητήσεως για μία συγκεκριμένη υπόθεση, έτσι ώστε η αντικατάσταση του κατά τη διάρκεια της συζητήσεως για την υπόθεση αυτή να δημιουργεί λόγο απόλυτης ακυρότητας και να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Όμως, τέτοιος λόγος απόλυτης ακυρότητας δεν δημιουργείται, στην περίπτωση κατά την οποία η τυχόν εναλλαγή εξυπηρετεί παρεμπιπτόντως μόνο τη διακοπή της δίκης, για λόγους προσωπικούς (ασθένεια) του αρχικού Εισαγγελέα για να συνεχισθεί μετά ταύτα η εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και πάλι με τη συμμετοχή του αρχικού Εισαγγελέα μόλις αρθεί το κώλυμα. Επομένως, στην περίπτωση αυτή η παρουσία του αναπληρωτή Εισαγγελέα μόνο για το ζήτημα της διακοπής της δίκης, ώστε να επανέλθει για την εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως ο αρχικός Εισαγγελέας είναι σύννομη στα πλαίσια του ενιαίου και αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής, αφού ο πρώτος δεν καλείται ποτέ να σχηματίσει δικανική πεποίθηση και να προτείνει επί της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στη συγκεκριμένη δίκη είχε κληρωθεί ως τακτικός Εισαγγελέας έδρας ο Αντεισαγγελέας Εφετών Ιωάννης Λαζαράκος, ο οποίος, στην αρχική συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 2008, δεν παραστάθηκε, αλλ' εμφανίσθηκε ο αναπληρωματικός Αντεισαγγελέας Εφετών Ιωάννης Λιακόπουλος, προκειμένου να αντικαταστήσει τον κωλυόμενο, λόγω ασθενείας του, ως άνω Αντεισαγγελέα και το Δικαστήριο της ουσίας, διέκοψε τη δίκη για τη δικάσιμο της 4ης Φεβρουαρίου 2008, λόγω παρόδου του ωραρίου εργασίας της γραμματέως της έδρας, το ίδιο δε έπραξε, στη δικάσιμο της 4ης Φεβρουαρίου 2008, διακόπτοντας τη δίκη για τη δικάσιμο της 8ης Φεβρουαρίου 2008, λόγω του κωλύματος του Αντεισαγγελέα Εφετών. Στην τελευταία συνεδρίαση της δικασίμου αυτής επανήλθε το άνω Δικαστήριο στην αίθουσα συνεδριάσεως, με τη συμμετοχή πλέον του τακτικού Αντεισαγγελέα της έδρας Ιωάννη Λαζαράκου, με την παρουσία του οποίου έγινε η συζήτηση της υποθέσεως μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, είναι πρόδηλο ότι η αντικατάσταση, λόγω ασθενείας, του τακτικού Αντεισαγγελέα Εφετών της έδρας, κατά τις δικασίμους της 1ης Φεβρουαρίου και 4ης Φεβρουαρίου 2008, από τον αναπληρωματικό Αντεισαγγελέα Εφετών Ιωάννη Λιακόπουλο, προκειμένου να συνεδριάσει το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών και να εκδόσει τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του για διακοπή της δίκης στις προαναφερθείσες δικασίμους, δεν δημιούργησε λόγο απόλυτης ακυρότητας και κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της υπ' αρ. 153/2008 αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 153/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 987/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναπλήρωση τακτικού Εισαγγελέα της έδρας από τον αναπληρωματικό του, προκειμένου να διακοπεί η συζήτηση της υπόθεσης για άλλη δικάσιμο, δεν δημιουργεί ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠΔ και σχετικό λόγο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Α΄ ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη.
| 0
|
Αριθμός 86/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Βασιλάκη και Στέφανο Παύλου, για αναίρεση της με αριθμό 3.945/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.088/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τo συνδυασμό των άρθρων 28 και 302του Π.Κ., προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση τουεγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, χωρίςσυνείδηση, απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) να μηνκαταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατάαντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίωςσυνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τιςίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τουςνομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στιςσυναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία τωνπραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μη μπορούσε αυτός, μεβάση τις προσωπικές περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις καιικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή τουεπαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινοαποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος, που επήλθε. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχοντα σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί vα συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 3.945/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την άδικη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι μηχανολόγος - μηχανικός υπεύθυνος της μηχανολογικής συντήρησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΔΕΝΟΡ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΙΔΗΡΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στο 13ο χιλ. της οδού Θεσσαλονίκης - Βέροιας. Υπό τις οδηγίες του και τις εντολές του είχε ομάδα εργαζομένων της εταιρείας "ΕΤΗΛ Α.Ε.", οι οποίοι μαζί με τον ίδιο αποτελούσαν μια από τις ομάδες εργασίας του τμήματος μηχανολογικής συντήρησης της ανωτέρω εταιρείας, προϊστάμενος της οποίας είναι ο εξετασθείς πρώτος μάρτυρας Ζ. Την 21.9.2001 ο κατηγορούμενος μαζί με τον εργοδηγό Ψ, τον θανόντα Ξ και τον .... ανέλαβαν να αποκαταστήσουν την μηχανολογική βλάβη στο έμβολο της υδραυλικής μπουκάλας μιας εκ των τραπεζών ψύξης του ως άνω χαλυβουργείου, στην οποία καταλήγουν εξάμετρες μπιγιέτες (συμπαγείς μεταλλικοί δοκοί τετραγωνικής διατομής περίπου 10Χ10) που παράγονται στο χαλυβουργείο και μ' ένα σύστημα που λειτουργεί υδραυλικά και αποτελείται από διαμήκη και εγκάρσια στοιχεία, οι μπιγιέτες μια - μια περιστρέφονται μερικώς και ταυτόχρονα προωθούνται μέχρι το σημείο απ' όπου θα παραληφθούν από γερανογέφυρα για να τοποθετηθούν στην τράπεζα του κλιβάνου αναθέρμανσης του ελάστρου. Το πρωΐ της ανωτέρω ημέρας ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε απ' τον Ζ για την ύπαρξη της βλάβης, έδωσε οδηγίες στην ομάδα του για την αντικατάσταση ενός εξαρτήματος του εμβόλου της ψυκτικής τράπεζας και έδωσε εντολή στον εργοδηγό Ψ να αναθέσει στον εργαζόμενο Ξ, ο οποίος είχε ελάχιστη εμπειρία, την τοποθέτηση ενός αμιαντόπανου επί της μπουκάλας, το οποίο είναι απαραίτητο για να προστατεύει το μηχάνημα κατά την διάρκεια της λειτουργίας του από υψηλές θερμοκρασίες. Μετά την εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών επισκευής και συντήρηση του εν λόγω μηχανήματος, τούτο έδειξε απορρύθμιση της λειτουργίας αυτοματισμού του εμβόλου, γεγονός που αντιλήφθηκε ο ηλεκτρολόγος .... περνώντας τυχαία από τον χώρο, ο οποίος και ειδοποίησε τον κατηγορούμενο και τον ηλεκτρονικό .... Κατά το χρονικό αυτό σημείο ο εργαζόμενος Ξ, εκτελώντας την εντολή του εργοδηγού Ψ για την τοποθέτηση του αμιαντόπανου, βρισκόταν επάνω στην μπουκάλα. Έτσι, όταν ο κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος της ομάδας συντήρησης, έδωσε εντολή για την χειροκίνητη λειτουργία της ψυκτικής τράπεζας, προκειμένου να διαπιστωθεί η ολοκλήρωση των μηχανολογικών εργασιών επισκευής και συντήρησης του μηχανημάτος, για ν' ακολουθήσει η ρύθμιση της αυτόματης λειτουργίας του από τους ηλεκτρικούς, ο εργαζόμενος Ξ συμπιέστηκε ανάμεσα σε διαμήκη και εγκάρσια μεταλλικά στοιχεία, που κατά την χειροκίνητη λειτουργία του συστήματος κινούνταν περιοδικά, με συνέπεια να υποστεί πολλαπλές κακώσεις σώματος και να επέλθει ακαριαία ο θάνατός του. Αποκλειστικά υπαίτιος για την θάνατο του ανωτέρω είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι η ψυκτική τράπεζα μπορούσε να κινηθεί χειροκίνητα χωρίς να διακινδυνεύσει κάποιος εργαζόμενος, έδωσε εντολή για την δοκιμαστική χειροκίνητη μετακίνησή της (βλ. πρακτικά πρωτόδικης δίκης σελ. 6), με συνέπεια να προκληθεί ο θάνατος του εργαζόμενου Ξ". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β', 28 και 302 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, δεν υπάρχει απλή παράθεση του διατακτικού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, πέρα από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αυτών, παρατίθενται στο αιτιολογικό πραγματικά περιστατικά, τα οποία εξειδικεύουν το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή), που δεν καταβλήθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, την οποία αυτός μπορούσε να καταβάλει, ως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, ως εκ του ότι ήταν υπεύθυνος της μηχανολογικής συντήρησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΔΕΝΟΡ Α.Ε.", τη στιγμή κατά την οποία έδινε την εντολή (θετική ενέργεια) να τεθεί σε λειτουργία χειροκίνητα η ψυκτική Τράπεζα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι είχαν τελειώσει οι τελευταίες λεπτομέρειες της εργασίας αντικατάστασης του εμβόλου του υδραυλικού συστήματος και συγκεκριμένα η κάλυψή του με αμιαντόπανο που εκτελούσε ο παθών Ξ, με αποτέλεσμα, λόγω της λειτουργίας της μηχανής, να επέλθει το θανατηφόρο αποτέλεσμα, το οποίο τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προαναφερθείσα ενέργεια του κατηγορουμένου. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, δεν έχει τελεσθεί με παράλειψη (άρθ. 15 Π.Κ.), ώστε να υποχρεούται το δικαστήριο να αιτιολογήσει τα αναγκαία προς αποφυγή του αποτελέσματος μέτρα, η δε περικοπή του διατακτικού κατά την οποίαν ο κατηγορούμενος "δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων" τέθηκε, προδήλως, εκ παραδρομής. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αρ. 36/3.6.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αρ. 3.945/21.11.2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια άρθρα 28 και 302 ΠΚ. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 2
|
Αριθμός 84/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 132/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ..... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 και 7 Μαρτίου 2008 αιτήσεις της αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1044/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που αναφέρθηκε στην από 22.9.2008 αίτηση παραιτήσεως, πρότεινε να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε κρατείται στις φυλακές και ενώπιον εκείνου που τις διευθύνει, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ... με την από 22.9.2008 δήλωσή της που έγινε στην προϊσταμένη της Διεύθυνσης του καταστήματος κράτησης γυναικών Ελαιώνα Θήβας και για την οποία συντάχθηκε η από 22.9.2008 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από τις από 5.3.2008 και 7.3.2008 αιτήσεις αναιρέσεώς της, που ασκήθηκαν με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 132/2008 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001), δοθέντος ότι (όπως προκύπτει από το από 8.7.2008 αποδεικτικό επιδόσεως της Γραμματέως ....) η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και δεν παραστάθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτες τις από 5.3.2008 και 7.3.2008 αιτήσεις της ....., για αναίρεση της 132/2008 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση λόγω παραίτησης από αυτήν.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 82/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 3/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτ.Μακεδονίας. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Στέφανο Παύλου και Νικόλαο Φίλιο και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κοζάνης με την υπ' αριθμ. 3/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην 26/22-4-2008 αίτησή της, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 743/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη "διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά όμως προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν. δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ1 λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων για να θεωρηθεί η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που την εξέδωσε, κήρυξε, κατά πλειοψηφίαν, αθώο τον κατηγορούμενο Χ της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ομόφωνα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ή Β (εφεξής .....) γεννήθηκε στην ..... στις 22-04-1989. Όντας ανήλικη το 2004 (15 ετών), διέμεινε με τους γονείς της, οι οποίοι κατοικούν στην ..... και διατηρούν στη ..... εξοχική κατοικία, όπου συνήθως παραθερίζουν τους θερινούς μήνες. Το πρωί της 03-07-2004, ημέρα Σάββατο, η θεία της (αδελφή της μητέρας της) Γ μετέβη με την οικογένεια της στον ..... για μπάνια και μαζί της είχε και τις ανήλικες ανιψιές της Β και Δ (αδελφές). Μετά το μεσημέρι της Κυριακής (04-07-2004) επέστρεψαν από τον ..... στην ..... περί ώρα 19.00". Οι ανήλικες αδελφές πέρασαν από την πατρική τους οικία στην ....., έκαναν μπάνιο και στη συνέχεια μαζί με την πιο πάνω θεία τους, τον σύζυγο της και τα ανήλικα παιδιά τους μετέβησαν, πριν ακόμη νυχτώσει, στην εξοχική κατοικία των γονιών τους στη ..... . Κατά το χρονικό αυτό διάστημα (πρωί Σαββάτου -βράδυ Κυριακής) η θεία της δεν πρόσεξε κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό στη συμπεριφορά της Β, η οποία φαινόταν χαρούμενη. Μόλις έφτασαν στη ....., η μητέρα της, μαζί με την αδελφή της Γ, παρέλαβαν από το αυτοκίνητο τα πράγματα που είχαν χρησιμοποιηθεί στη θάλασσα και άρχισαν να τα πλένουν, ενώ η Β και η Δ μπήκαν στο σπίτι και άρχισαν να ετοιμάζονται για να βγουν στην πλατεία της ....., όπου θα συναντούσαν τις φίλες τους και θα έβλεπαν τον τελικό ποδοσφαιρικό αγώνα για το Ευρωπαϊκό κύπελο μεταξύ Ελλάδος και Ισπανίας, που άρχιζε στις 21.45'. Η Δ ετοιμάστηκε πρώτη και έφυγε από το σπίτι. Πριν φύγει, είχαν, στο μεταξύ, έλθει έξω από το σπίτι τους, για να πάρουν τη Β μαζί τους, οι "κολλητές" συνομήλικες φίλες της Ε και ΣΤ. Όμως πλησίαζε να αρχίσει ο αγώνας και η Β αργούσε, οπότε ή μητέρα της την φώναξε να συντομεύσει το ντύσιμό της. Η Β αργούσε, γιατί έψαχνε τα αθλητικά παπούτσια της (σταράκια) και δεν τα έβρισκε, και τότε η μητέρα της είπε στις φίλες της Ε και ΣΤ να φύγουν, όπως και έγινε, και η Β θα τις συναντούσε στην πλατεία. Κατόπιν η μητέρα της Β μπήκε στο σπίτι για να διαπιστώσει το λόγο καθυστέρησης της κόρης της και την είδε να κατεβαίνει τις σκάλες, φορώντας ένα παντελόνι τζιν της φίλης της Η. Η μητέρας της την μάλωσε και της είπε να αλλάξει παντελόνι, γιατί αυτό που φορούσε ήταν ξένο και το είχε πλύνει και ετοιμάσει να το δώσει στη Η. Η Β αντέδρασε και μεταξύ κόρης και μάνας ακολούθησε σε οξύ τόνο φραστικός διάλογος, οπότε η μητέρα της, που ήταν κουρασμένη από τις δουλειές του σπιτιού, της έδωσε μερικές "μπάτσες" στον πισινό της. Το περιστατικό αυτό μετέβαλε τη διάθεση της Β, η οποία στη συνέχεια αρνήθηκε να βγει από το σπίτι, παρά τις παρακλήσεις της μητέρας της και της θείας της. Η Β παρέμεινε ντυμένη και ξαπλωμένη στο δωμάτιο του πάνω ορόφου του σπιτιού της, διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό βιβλίο της Σαρρή μέχρι τα μεσάνυχτα της Κυριακής. Περί ώρα 23.551 της Κυριακής εξήλθε από την οικία της, χωρίς να την αντιληφθούν η μητέρα της, η θεία της και η γιαγιά της, που παρακολουθούσαν στην τηλεόραση τους πανηγυρισμούς για την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού κυπέλου. Μετά την έξοδο από την οικία της, στις 23.56' της Κυριακής, απάντησε σε τηλεφώνημα της φίλης της Θ, που ευρισκόταν στην Αθήνα, στην οποία είπε "πως κατέβαινε από το σπίτι της και πήγαινε προς τα κάτω ... ότι εκεί γινόταν χαμός και ότι μόλις είχε συναντήσει κάτι μικρά παιδιά τα οποία πανηγύριζαν άγρια ... και για το λόγο αυτό θα πήγαινε κάπου πιο ήσυχα για να μπορέσουν να μιλήσουν". Η συνομιλία αυτή κράτησε επτά [7] λεπτά. Σε ποιο σημείο ακριβώς κατευθύνθηκε η Β μετά το τηλεφώνημα αυτό, δεν αποδείχθηκε πλήρως. Ένας μάρτυρας, ο εξάδελφος της Ι, κατέθεσε ότι, κατηφορίζοντας από το σπίτι του, κάθισε στο παρθεναγωγείο να "κάνει" ένα τσιγάρο και στο στενό της καφετέριας, που ήταν κλειστή, είδε τη Β, με την οποία χαιρετήθηκαν, με ένα κίτρινο κράνος και ότι αυτή μετά επιβιβάστηκε σε κίτρινο σκούτερ που οδηγούσε κάποιος με μακριά μαλλιά, το οποίο (σκούτερ) κινήθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση. Η μαρτυρία αυτή δεν ενισχύθηκε αρκούντως από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένου ότι κανείς άλλος δεν είδε τον οδηγό με τα μακριά μαλλιά και από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές δεν ερευνήθηκε η ύπαρξη μηχανής το επίδικο διάστημα με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά στην περιοχή της ..... και της γύρω περιοχής. Άλλη μάρτυρας, η καθηγήτρια Λ, κατέθεσε πως μάλλον είδε (χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιη) τη Β περί ώρα 00.30' με 01.00' της Κυριακής προς Δευτέρα στην κεντρική πλατεία της ....., όπου ήταν πολλά μηχανάκια, και ότι διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους. Η μαρτυρία αυτή και στο ακροατήριο έμεινε μετέωρη και στο Δικαστήριο σχηματίστηκε, η εντύπωση ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν πράγματι σίγουρη εάν το πρόσωπο που εκείνο το βράδυ ήταν "η Β ή κάποια άλλη κοπέλα, καθόσον δεν ενισχύθηκε οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Η Β, αφού, κατά τα ανωτέρω, εξήλθε κρυφά από την οικία της, δεν επέστρεψε εκείνο το βράδυ στην οικία της. Οι γονείς της υπέθεσαν ότι θα κοιμούνταν, όπως είχε κάνει και άλλες φορές, στο σπίτι κάποιας φίλης της, της Ε ή της ΣΤ, αλλά, δυστυχώς, αυτό δεν έγινε. Τη Δευτέρα αναζητήθηκε από τους γονείς και συγγενείς της, αργότερα και από τους συγχωριανούς της, αλλά τα ίχνη της είχαν χαθεί. Η εξαφάνιση της δηλώθηκε, στη συνέχεια, στην Αστυνομία, η οποία άρχισε έρευνες για τον εντοπισμό της, χωρίς αποτέλεσμα μέχρι και το πρωί της 07/07/2004 (Τετάρτης). Τελικώς, ο Αλβανός ....., βοσκός του ποιμνίου του Κ, βρήκε στη δασική περιοχή "....." της Κοινότητας ..... νεκρή τη Β την Τετάρτη και περί ώρα 08.30 της 7ης Ιουλίου 2004. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, η οποία διενήργησε αυθημερόν αυτοψία (ώρα 10.00) και διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Στο 20ο χιλιόμετρο της ασφαλτοστρωμένης επαρχιακής οδού .....-..... (2,5 χιλιόμετρα πριν από τη .....), σε μια απότομη αριστερή στροφή συμβάλλει η παλαιά επαρχιακή οδός .....- .....- ....., η οποία στο σημείο αυτό είναι χωμάτινη και ελαφρώς επιστρωμένη με υποτυπώδες αμμοχάλικο. Από τη συμβολή αυτή και μετά 100 μέτρα επί της εν λόγω παλαιάς οδού (κατωφερούς προς .....), πλάτους 3 μέτρων, βρέθηκε στη μέση του δρόμου μια πέτρα εμποτισμένη κατά ένα μέρος με αίμα και αριστερά αυτής, σε απόσταση ενός μέτρου από το χαντάκι απορροής ομβρίων υδάτων, βρέθηκε μια κηλίδα αίματος, ελλειψοειδούς μορφής, διαμέτρου 30 εκατοστών. Περνώντας το χαντάκι αυτό και σε απόσταση 70 εκατοστών βρέθηκε επί του εδάφους "φωλιά" από την οποία είχε αποκολληθεί πέτρα. Από το σημείο αυτό και ανηφορικά προς το δάσος υπάρχει, καλυμμένο με πυκνά χόρτα, ανάχωμα 5, 20 μέτρων, μετά το οποίο αρχίζει πυκνή βλάστηση χόρτων και δένδρων οξιάς και επί των φυλλωμάτων πτερών και λεπτών τεμαχίων οξιάς βρέθηκαν οι πρώτες κηλίδες αίματος, εκ των οποίων η μία αρκετά μεγάλη. Σε απόσταση 6,20 μέτρων από το σημείο αυτό και με κατεύθυνση νότια προς ..... βρέθηκε καπάκι πλαστικού κουβά με κηλίδες αίματος και πιο κει σε απόσταση 40 εκατοστών βρέθηκε το πτώμα της Β. Ήταν επί πυκνοστρωμένων φύλλων, σε πλάγια δεξιά θέση, παράλληλα της χωμάτινης οδού, με το πρόσωπο της προς την οδό, που έφερε ξεκούμπωτο τζιν παντελόνι (σκούρο γκρι-πετροπλυμένο), μπλουζάκι βαμβακερό, λευκό με κόκκινες στα πλάγια ρίγες, και πάνω απ' αυτό άλλο μπλουζάκι (πανωφόρι), μακρυμάνικο, πετσετέ, λευκό. Το τζιν στο ύψος του αριστερού μηρού έφερε τρία σημεία εμποτισμένα με αίμα. Επίσης, εμποτισμένες με αίμα ήταν και οι μπλούζες της Β. Στο εμπρόσθιο μέρος του κεφαλιού της πάνω από το φρύδι έφερε σοβαρό τραύμα, που είχε προκληθεί με θλον όργανο και από την αιμορραγία είχε καλυφθεί με αίμα ολόκληρο το πρόσωπο της και είχε σχηματιστεί μια λίμνη αίματος κάτω από το κεφάλι της και στο σημείο εκείνο παρατηρήθηκε και μικρός αριθμός σκωλήκων. Σε απόσταση 40 εκατοστών από το δεξί πάνω μέρος της κεφαλής της βρέθηκε μικρή λίμνη με αποξηραμένο αίμα και αριστερά αυτής, σε ευθεία σχεδόν γραμμή προς το ανάχωμα, εντός συστάδας χόρτων βρέθηκε μία πέτρα. Όλη η επιφάνειά της, πλην της κάτω γωνίας-μύτης που έφερε λίγα ίχνη αίματος, ήταν καθαρή, αλλά, όταν αυτή ανασηκώθηκε, διαπιστώθηκε πως η κάτω όψη της έφερε μεγάλη κηλίδα αίματος, που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της. Με την πέτρα αυτή επήλθε το θανατηφόρο τραύμα. Η πέτρα αυτή είχε αποκολληθεί από την προαναφερόμενη "φωλιά". Ο δράστης αποκόλλησε από τη φωλιά την άνω πέτρα, με αυτήν κατάφερε το χτύπημα στο κεφάλι της Β και στη συνέχεια την πέταξε αριστερά του εντός της πυκνής συστάδας χόρτων. Στον τόπο του εγκλήματος αφίχθη ειδικό συνεργείο της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος [ΥΕΕΒΕ], το οποίο, αφού εξερεύνησε και φωτογράφησε το χώρο, συνέλεξε τα διάφορα πειστήρια (πέτρες με αίμα, πλαστικό καπάκι με αίμα, χώμα με αίμα), που εστάλησαν για εξέταση στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ). Στο νεκροτομείο ελήφθησαν δείγματα από διάφορα όργανα του σώματος της θανούσας(πνευμόνια, συκώτι, νεφρό κλπ), που εστάλησαν στο Εργαστήριο της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών για τις ιστοπαθολογικές και τοξικολογικές εξετάσεις, όπως ελήφθησαν και βιολογικά υλικά (κολπικό και πρωκτικό υγρό, τρίχες κεφαλής και εφηβαίου, αίμα, τμήμα δέρματος κλπ), που εστάλησαν για εργαστηριακές εξετάσεις προς ανίχνευση βιολογικών υλικών (σπέρμα, αίμα, τρίχες) στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ). Από τις σχετικές εξετάσεις δεν προέκυψε κάτι συγκεκριμένο με το περισταστικό.Κατά την με αριθμό πρωτ. ..... "Έκθεση Ιατρικής πραγματογνωμοσύνης..." το εκταφέν πτώμα της "Β φέρει βαριά κρανιο-εγκεφαλική κάκωση, προκληθείσα δια θλώντος οργάνου, συνεπεία της οποίας κάκωσης επήλθε ο θάνατός της, διότι τα εμπιεστικά, συντριπτικά κατάγματα του κρανίου δηλώνουν παρουσία κακώσεων του κρανίου της ... ο χρόνος θανάτου της φαίνεται να είναι συμβατός με το χρόνο εξαφάνισης της θανούσης, προ διημέρου περίπου από της ανευρέσεως του πτώματος ... και το ενδεχόμενο της εγκληματικής ενέργειας, που φαίνεται να είναι το πιθανότερο, ενδυναμώνεται από (α) την κατάσταση των ενδυμάτων της (ξεκούμπωτα κουμπιά παντελονιού) και (β) την παρουσία εκδορών στον πρόδρομο του κόλπου, σε συνδυασμό με (γ) την παρουσία εκχυμώσεως των μαλακών μορίων στην έσω επιφάνεια του αριστερού μηρού, δηλαδή ενισχύεται από το παραπάνω ενδεχόμενο της εγκληματικής ενέργειας με σεξουαλικό κίνητρο. Ύποπτοι για το φόνο αυτό κρίθηκαν από την Αστυνομία αρκετοί, μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος. Οι υποψίες στο πρόσωπό του ενισχύθηκαν μετά την τέταρτη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Μ, στις 5 Ιανουαρίου 2005. Στο με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του κατηγορουμένου βρέθηκαν τρίχες στο χώρο αποσκευών [πορτ παγκαζ] κάτω από τη ρεζέρβα, μέσα στο αυτοκίνητο, στο κάθισμα του συνοδηγού, οι οποίες στάλθηκαν ως πειστήρια στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ), στο Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών, αλλά αυτές κρίθηκαν ακατάλληλες για ανάλυση πυρηνικού DΝΑ (βλ. την από 22-03-2005 Έκθεση Εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της ΔΕΕ). Κατά συνέπεια, πειστήρια του εγκλήματος για ενοχοποίηση του κατηγορουμένου δεν υπάρχουν. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος γεννήθηκε το 1973 στη ..... Κοζάνης, κατοικεί μόνιμα στην ....., σε ιδιόκτητη διώροφη οικοδομή, μαζί με τους γονείς του. Στον πρώτο όροφο μένουν οι γονείς του με την άγαμη αδελφή του Α και στον δεύτερο αυτός με τη σύζυγό του. Οι γονείς του έχουν εξοχική κατοικία στη ....., στην οποία μεταβαίνει κάθε Σαββατοκύριακο τους θερινούς μήνες για ανάπαυση. Έχει φοιτήσει για τρία χρόνια σε σχολή του ΟΑΕΔ, όπου έμαθε την τέχνη του ηλεκτροσυγκολλητή, ακολουθώντας έκτοτε το επάγγελμα αυτό, από το οποίο κερδίζει ικανοποιητικό εισόδημα, για μια σχεδόν άνετη ζωή, χωρίς στερήσεις. Την παιδική και εφηβική του ηλικία πέρασε υπό ομαλές οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες. Κατοικώντας σε μία επαρχιακή πόλη (.....), που δεν προσφέρει ιδιαίτερη πνευματική ζωή (θέατρα, πολιτιστικά κέντρα κλπ), προτίμησε για τη ψυχαγωγία του, μη έχοντας και ιδιαίτερη παιδεία και καλλιέργεια, τα καφενεία, τις καφετέριες και τα νυκτερινά μπαρ της πόλης, των οποίων έγινε τακτικός θαμώνας. Εκεί γνώρισε αρκετές γυναίκες, με τις οποίες είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις. Του άρεσαν οι μεγάλες σε ηλικία. Δεν προέκυψε η δημιουργία σχέσης του με ανήλικες κοπέλες. Στις 24-12-2004 τέλεσε νόμιμο γάμο με την μεγαλύτερη αυτού κατά πέντε χρόνια Ζ. Ο κατηγορούμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης του εγκλήματος (πριν, κατά και μετά) κινήθηκε και συμπεριφέρθηκε ως ακολούθως: Το απόγευμα του Σαββάτου της 3ην Ιουλίου 2004 ευρισκόταν στη ....., στην νεόδμητη διώροφη οικοδομή, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατοικεί με τους γονείς του. Ο ισόγειος όροφος της οικίας αυτής ήταν πλήρως κατασκευασμένος και κατοικήσιμος, ενώ ο επάνω όροφος ευρισκόταν στο τελικό στάδιο αποπεράτωσης (βάψιμο, τοποθέτηση πλακιδίων στα δάπεδα, στα μπάνια και μπαλκόνια, μάρμαρου στην σκάλα κλπ). Είχε ετοιμαστεί να μεταβεί, μαζί με την αδελφή του Α, στη ....., στην εξοχική κατοικία των γονέων του, για να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο, διήμερο κατά το οποίο η ..... συγκεντρώνει, ως θερινό θέρετρο, πολύ κόσμο. Ενώ ήταν έτοιμος για την αναχώρηση, κατέφθασε στο σπίτι του ο τεχνίτης Ν, με τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε προσυμφωνήσει να του τοποθετήσει ο τελευταίος πλακάκια στα δάπεδα, στα μπαλκόνια και στα μπάνια, μάρμαρο στην σκάλα, αντί αμοιβής 10, 00 € ανά τετραγωνικό μέτρο. Ο Ν την αμοιβή του λαμβάνει συνήθως από τους εργοδότες του μετά το πέρας των εργασιών του και ποτέ ή σπανιότατα στην αρχή. Και στην προκειμένη προφορική συμφωνία δεν είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να του προκαταβάλει μέρος της αμοιβής του. Μαζί του ο Ν είχε τα σχετικά με τη εργασία του εργαλεία και το ανυψωτικό μηχάνημα (ανεβατόρι), που θα χρησίμευε για την μεταφορά της πρώτης ύλης και των πλακιδίων και μαρμάρων στον πρώτο όροφο, το οποίο σκόπευε να "στήσει" από το Σάββατο, για να αρχίσει αμέσως την εργασία του το πρωί της Δευτέρας (5/7). Ο κατηγορούμενος, όμως, τον απέτρεψε, επειδή ήδη ήταν έτοιμος να αναχωρήσει για τη ..... και δεν μπορούσε να τον αφήσει μόνο στο σπίτι του για να στήσει το εν λόγω μηχάνημα. Έτσι, ο μεν Ν έφυγε για την οικία του, ο δε κατηγορούμενος, περί ώρα 17.30 του Σαββάτου αναχώρησε για τη ....., όπου έφθασε μετά είκοσι [20] λεπτά περίπου. Αφού ξεκουράστηκε, περί ώρα 21.00 με 21.30 μετέβη στην καφετέρια ".....", όπου συνάντησε τους φίλους του. Κάθησε μαζί τους στην καφετέρια έως την 01.00 μεταμεσονύκτια ώρα και κατόπιν επέστρεψε στο σπίτι των γονέων του και κοιμήθηκε. Η απόσταση μεταξύ του σπιτιού του και της καφετέριας "....." είναι περίπου ένα χιλιόμετρο, το οποίο ο κατηγορούμενος καλύπτει πεζός σε επτά με δέκα λεπτά. Πηγαίνοντας από το σπίτι του στο "....." και αντίστροφα, δεν έχει οπτική επαφή με το σπίτι των γονέων της Β, την οποία δεν προέκυψε ότι γνώριζε. Το πρωί της Κυριακής (4/7) βοήθησε τον κτηνοτρόφο φίλο του Ρ να μεταφέρει το ποίμνιο των προβάτων του στο καινούργιο ποιμνιοστάσιο [μαντρί] και περί ώρα 15.00 επέστρεψε στο σπίτι του. Η μεταφορά έγινε και με τη συνδρομή του Αλβανού βοσκού του ποιμνίου του Ρ. Κατά την προσφορά των ως άνω υπηρεσιών του στον Ρ ο κατηγορούμενος δεν πέρασε από το σημείο που βρέθηκε νεκρή η Β, διότι το ποιμνιοστάσιο ήταν σε άλλο μέρος. Το απόγευμα της Κυριακής, περίπου στις 18.30', γινόταν στην ..... ο γάμος της γειτόνισσάς του ....., η οποία είχε προσκαλέσει όλη την οικογένειά του (κατηγορούμενο, γονείς του και αδελφή του) στο γάμο, αλλά τους εκπροσώπησε μόνο η αδελφή του Α. Ο κατηγορούμενος πέρασε έξω από την εκκλησία, δεν μπήκε μέσα και έκανε βόλτες στην πλατεία, περιμένοντας να περάσουν οι νεόνυμφοι, για να τους δει να χορεύουν στην πλατεία. Μετά την ιερολογία του γάμου οι νεόνυμφοι κατευθύνθηκαν προς την πλατεία και ο κατηγορούμενος τους παρακολουθούσε. Φορούσε μπλουτζίν και μια μπλούζα, της οποίας τα μανίκια, ο γιακάς και το μέρος που κάλυπτε τις πλάτες του και το πάνω-πάνω μέρος του στήθους του ήταν χρώματος μπλε σκούρου, ενώ όλη η άλλη μπροστινή επιφάνειά της ήταν χρώματος κατάλευκου. Τούτο προέκυψε από την προσκομισθείσα φωτογραφία. Στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να προσκομιστεί η μπλούζα που φορούσε τον επίδικο χρόνο, για να διαπιστωθεί εάν ήταν ίδια με αυτήν που έδειχνε η φωτογραφία και να διαλυθεί κάθε υποψία εξαφανίσεώς της ή αλλαγής του χρώματος λόγω πλυσίματος, καθώς και εάν αυτή έφερε αίμα στην υποθετική περίπτωση που ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει το έγκλημα και φορούσε εκείνη τη στιγμή την ίδια μπλούζα Ο κατηγορούμενος προσκόμισε στο Δικαστήριο μπλούζα διαφορετική από αυτήν που φορούσε στην πλατεία το απόγευμα της Κυριακής, κατά τη διέλευση των νεόνυμφων, σε επίδειξη δε της φωτογραφίας και της μπλούζας και σε σχετική ερώτηση του προέδρου απάντησε επί λέξει "Δεν μπορώ να καταλάβω αν έχει σχέση αυτή η μπλούζα μ' αυτή της φωτογραφίας". Μετά κατευθύνθηκε (ο κατηγορούμενος) προς την πιτσαρία του εξαδέλφου του Σ και από εκεί στην πλατεία του χωριού, όπου και παρακολούθησε το "γλέντι" του γάμου. Περί ώρα 21.00' συνάντησε τον φίλο του Ρ, με τον οποίο πήγαν και κάθισαν στην καφετέρια ".....". Εκεί κατέφθασε λίγο αργότερα και ο φίλος του Τ, κάθισε στο ίδιο τραπέζι και όλοι τους έπιναν καφέ. Η καφετέρια αυτή ήταν γεμάτη από κόσμο, που περίμενε να δει τον τελικό αγώνα ποδοσφαίρου Ελλάδος-Ισπανίας. Αργότερα, και αφού είχε αρχίσει ο αγώνας, προστέθηκε στην παρέα τους και ο Μ, ο οποίος παρήγγειλε βότκα με λεμονάδα και ο οποίος συχνάζει στη ..... τα Σαββατοκύριακα κάθε καλοκαιριού, επειδή οι γονείς του εκεί έχουν σπίτι. Λίγο πριν από τη λήξη του πρώτου ημιχρόνου, περίπου στις 22.20, ο κατηγορούμενος έφυγε από την καφετέρια, ισχυριζόμενος ότι θα πήγαινε το πρωί στην εργασία του, χωρίς να διακριβωθεί πού ακριβώς μετέβη. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι μετέβη με τα πόδια στο σπίτι του, όπου τον περίμενε η αδελφή του Α, και περί ώρα 22.30 έφυγαν για την ....., στην οποία έφθασαν περί ώρα 23.00. Ότι αφού έβαλε το αυτοκίνητο του στο γκαράζ και μετέφερε με την αδελφή του τα πράγματα στο σπίτι, μετέβη στο περίπτερο, που είναι στην Εμπορική Τράπεζα, για να αγοράσει τσιγάρα, γιατί η μάρκα του (NEXT) δεν υπήρχε στο χώρο της εργασίας του, που θα μετέβαινε το πρωί της άλλης ημέρας (Δευτέρα). Ότι αγόρασε τσιγάρα από το περίπτερο, στις 23.30 επέστρεψε σπίτι και κοιμήθηκε σχετικά νωρίς σε κρεβάτι της κουζίνας, γιατί δεν τον ενδιέφερε το ποδόσφαιρο. Το πρωί της Δευτέρας τον ξύπνησε η αδελφή του για την εργασία, αλλά αυτός παρέλαβε το βιβλιάριο καταθέσεων και μετέβη στην Τράπεζα, για να ιδεί το ποσό των χρημάτων που είχε. Γυρίζοντας, έβαλε τα παλιά ρούχα για την εργασία, αλλά ήρθε ο Ν και δεν πήγα στη δουλειά. Η μάρτυρας και αδελφή του κατηγορουμένου Α κατέθεσε προανακριτικά, α) στις 07-01-2005, ότι "...Το πρωί της Δευτέρας 5-7-2004 και ώρα 07.00 σηκώθηκα και ξύπνησα τον αδελφό μου Χ, ο οποίος, αφού ντύθηκε, έφυγε για τη δουλειά του, την εταιρία ....., όπου εργαζόταν ως συγκολλητής..." και β) στις 11-05-2005, συμπληρωματικά, ότι "...εγώ τον ξύπνησα (τον αδελφό μου) την 07.00 ώρα και αυτός έφυγε την 07.30 ώρα έφυγε για τη δουλειά του...". Στις καταθέσεις της αυτές δεν αναφέρει ότι παρέμεινε τελικά στο σπίτι ο αδελφός της το πρωί της Δευτέρας και ότι μετέβη στο σπίτι τους ο τεχνίτης Ν, για να τοποθετήσει πλακάκια, και ότι τον βοήθησε ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, από το φύλλο παρουσίας των εργαζομένων το μήνα Ιούλιο 2004 στην εταιρία "..... & ΣΙΑ ΟΕ", στην οποία εργαζόταν ο κατηγορούμενος, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν μετέβη για εργασία την 5-7-2004, μολονότι, για το λόγο αυτό είχε επισπεύσει την αναχώρησή του από τη ..... το βράδυ της Κυριακής. Όταν το στοιχείο αυτό έγινε γνωστό κατά το στάδιο της ανάκρισης του κατηγορουμένου, που έλαβε γνώση της οικείας δικογραφίας, η αδελφή του μετέβαλε την κατάθεσή της στο σημείο αυτό ενώπιον της Ανακρίτριας (βλ. κατάθεση 23-09-2005), λέγοντας ότι "...Το πρωί της Δευτέρας, στις 07.00' ώρα, ξύπνησα τον Χ για να πάει στη δουλειά του αυτός στις 07.30 έφυγε από το σπίτι αλλά δεν πήγε στη δουλειά του. Πήγε στην Τράπεζα για να πάρει χρήματα και να πληρώσει τους εργάτες. Όταν επέστρεψε από την Τράπεζα για να αφήσει τα χρήματα στο σπίτι (που σημειωτέον τελικά δεν πήρε την ημέρα εκείνη, ούτε χρειαζόταν να πάρει γιατί ο Ν δεν του είχε ζητήσει χρήματα, αμέσως ήλθε ο Ν, ο οποίος μας περνούσε τα πλακάκια, για να στήσει το ανεβατόρι, με το οποίο θα ανέβαζε τα υλικά στον πάνω όροφο .... και ότι ο Ν .... επειδή δεν μπορούσε να στήσει μόνος του το ανεβατόρ, ζήτησε από τον αδελφό μου να μείνει εκεί και να τον βοηθήσει στο στήσιμο και έτσι τελικά ο αδελφός μου δεν πήγε τελικά τη Δευτέρα στη δουλειά του...". Στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε, όσον αφορά το πρωί της Δευτέρας, ό,τι και στην Ανακρίτρια και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περίπου. Όταν της επισημάνθηκε από έδρας η μεταβολή της κατάθεσής της στο ως άνω σημείο, εκείνη απάντησε ότι "... Πιεστικά με ρωτούσαν στην Αστυνομία. Όταν κατέθετα, φοβόμουνα μήπως ενοχοποιηθεί ο αδελφός μου...". Είναι προφανές, ότι, όταν ο κατηγορούμενος κρίθηκε σφόδρα ύποπτος του φόνου από την Αστυνομία, ο τελευταίος προσπάθησε να δημιουργήσει άλλοθι, υπαγορεύοντας στην αδελφή του αυτά που έπρεπε να καταθέσει στην προανάκριση για τη διάλυση ή άμβλυνση των σε βάρος του υποψιών, ότι δηλαδή έπρεπε να καταθέσει η αδελφή του ότι έφυγαν νωρίς το βράδυ της Κυριακής από τη ..... για την ....., όπου, αφού έφτασαν, κοιμήθηκαν μαζί στην κουζίνα του σπιτιού και ότι το πρωί της Δευτέρας τον ξύπνησε και πήγε στη δουλειά του. Αλλά το σενάριο αυτό δεν "στήθηκε άρτια" και αποκαλύφθηκε από το προαναφερόμενο φύλλο παρουσίας των εργαζομένων στην επιχείρηση της εταιρίας "..... & ΣΙΑ ΟΕ". Αυτό προκύπτει και από τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε προανακριτικά, στις 07-012005, ότι "... Όταν φτάσαμε στο σπίτι (στην .....) ο αδελφός μου πάρκαρε το αυτοκίνητό του μέσα στο κλειστό γκαράζ που έχουμε στην αυλή, πίσω από το σπίτι μας, και μπήκαμε μέσα στο σπίτι. Μέσα στο σπίτι δεν είδαμε καθόλου τηλεόραση και κοιμηθήκαμε και οι δυό μας στην κουζίνα την 23.15 ή 23.30 ώρα σε δύο διπλανά κρεβάτια...". Η ίδια κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου ότι "...Στις 10.30' η ώρα ήρθε ο αδελφός μου, με πήρε και στις 11 η ώρα ήμασταν στην ..... . Πήγαμε στο σπίτι με τον αδελφό μου και μετά δεν βγήκε έξω. Δεν θυμάμαι αν βγήκε για τσιγάρα..."., Αντίθετα ο κατηγορούμενος κατέθεσε, απολογούμενος στην Ανακρίτρια, ότι "... Φθάσαμε στην ..... περί τις 23.15 ... Αφού φάγαμε με την αδελφή μου, βγήκα πεζός να πάρω τσιγάρα από το πλησιέστερο περίπτερο, που απέχει από το σπίτι μου περίπου 1 χιλιόμετρο. Στη συνέχεια επέστρεψα στο σπίτι μας και κοιμηθήκαμε μαζί με την αδελφή μου Α στην κουζίνα, προκειμένου να με ξυπνήσει το πρωί για να σηκωθώ να πάω στη δουλειά μου". Επίσης, απολογούμενος στο Δικαστήριο, είπε ότι "Στην ..... εγώ έβαλα το αμάξι στο γκαράζ, απέναντι ήταν η ....., πήγα, πήρα τσιγάρα, γύρισα, είπα στην αδερφή μου να πάρω τηλέφωνο την Ζ, αλλά δεν την πήρα. Πήγα, πήρα τσιγάρα και στις 11:30' ήμουνα στο σπίτι. Κοιμηθήκαμε σε κρεβάτια στην κουζίνα, μαζί με την αδερφή μου...". Αν πράγματι, επιστρέφοντας από τη ..... στην ....., ο κατηγορούμενος πήγε για τσιγάρα, θα έπρεπε η αδελφή του να θυμάται, αλλά τίποτα απ' αυτά δεν κατέθεσε αρχικά, γιατί προφανώς στην πραγματικότητα δεν συνέβησαν και το σενάριο για το τι θα κατατεθεί απ' αυτούς στην Αστυνομία δεν είχε "καταστρωθεί" σε όλες τις λεπτομέρειες. 2) Η αυτή ως άνω μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, προανακριτικά (11-05-2005), σε ερώτηση, εάν από το υπ' αριθ. ..... σταθερό τηλέφωνο της πατρικής οικίας τους τηλεφώνησε ο αδελφός της κάπου την 4/7/2004 μετά την άφιξή τους στην ..... , "Δεν θυμάμαι καλά, αλλά νομίζω ότι μου είπε ο αδελφός μου ότι θα πάρει τηλέφωνο στην Ζ, με την οποία συνδεόταν αισθηματικά". Σε σχετικώς ίδια ερώτηση της ανακρίτριας κατέθεσε στις 23-09-2005, ότι "... αφού φθάσαμε στην ....., ο Χ μου είπε ότι θα έπαιρνε τηλέφωνο στην τότε κοπέλα του και νυν σύζυγό του Ζ. Δεν ξέρω αν την κάλεσε από το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού...". Η Ζ, που φέρεται να τηλεφωνήθηκε από τον κατηγορούμενο εκείνο το βράδυ, σε σχετική ερώτηση της Ανακρίτριας κατέθεσε (στις 29-11-2005) τα εξής: Για το θέμα, εάν μου τηλεφώνησε από το πατρικό του σπίτι στην ....., στις 23.15 της 4-7-2004, ο τότε αρραβωνιαστικός μου και νυν σύζυγός μου ... έχω να πω ότι μίλησα με τον Χ, αλλά δεν θυμάμαι εάν ήταν το Σάββατο 3/7 ή την Κυριακή 4/7, γύρω στις 12 το βράδυ. Ο Χ τηλεφώνησε σε μένα από το κινητό του τηλέφωνο. Δεν μπορώ να είμαι απολύτως σίγουρη, όμως, αν μιλήσαμε το βράδυ του Σαββάτου 3/7 ή της Κυριακής 4/7. Ο Χ μου είπε να καταθέσω στην Ασφάλεια ότι μου τηλεφώνησε από το σταθερό τηλέφωνο του πατρικού του σπιτιού στην ..... το βράδυ της Κυριακής 4-7-04, γιατί φοβήθηκε από τις πολλές φορές που τον καλέσανε στην Ασφάλεια για να καταθέσει...". Σημειώνεται ότι, μετά την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου του άνω τηλεφώνου, αποδείχθηκε πως ο κατηγορούμενος δεν είχε τηλεφωνήσει αργά το βράδυ της Κυριακής στην ήδη σύζυγό του Ζ, με προφανέστατο σκοπό να δημιουργήσει άλλοθι για το ότι κατά την 23.00 με 23.30 ώρα της Κυριακής ευρισκόταν στο πατρικό του σπίτι στην ...... Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι επιχείρησε να δημιουργήσει το άλλοθι αυτό από φόβο, ενώ δεν ενεχόταν στον επίδικο φόνο, δεν είναι πειστικός. Ο Μ εξετάστηκε ως μάρτυρας στην υπόθεση αυτή, προανακριτικά, ανακριτικά και στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου και του Δικαστηρίου αυτού (στην Ανακρίτρια απολογήθηκε και ως κατηγορούμενος, αλλά με αμετάκλητο ήδη βούλευμα κρίθηκε να μη γίνει κατ' αυτού κατηγορία για τον επίδικο φόνο) και η μαρτυρία του ερευνήθηκε από όλους τους παράγοντες της δίκης εάν είναι ή όχι αξιόπιστη. Και τούτο διότι αφενός μεν χαρακτηρίστηκε ως μυθομανής από τους περισσότερους εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες, καθώς και τον αδελφό του Ο, αφετέρου δε διότι απέκρυψε κατά την προανάκριση, στις τρεις πρώτες καταθέσεις του, όσα περιστατικά στη συνέχεια κατέθεσε, και αυτά με αρκετές αντιφάσεις, για τις συνθήκες της εξεταζόμενης ανθρωποκτονίας και για το ποιος την διέπραξε. Ο εν λόγω μάρτυρας, μετά την εξαφάνιση της Β και πριν βρεθεί το πτώμα της, δηλαδή το απόγευμα της 06-07-2004, κλήθηκε από την Αστυνομία για κατάθεση. Ερωτηθείς σχετικά για τη Β και για το πού ήταν την Κυριακή και τη Δευτέρα, απάντησε πως το βράδυ της Κυριακής (4/7) ευρισκόταν στη ....., όπου είδε τον ποδοσφαιρικό αγώνα, και περί ώρα 00.30 επέστρεψε στην ..... και κοιμήθηκε στο σπίτι του αδελφού του. Ότι το μεσημέρι της Δευτέρας (5/7) ανέβηκε με τη μητέρα του στην ....., όπου πέρασε όλη την ημέρα, το βράδυ κατέβηκε στην ..... και κοιμήθηκε πάλι στο σπίτι του αδελφού του και ότι τη Β δεν την γνώριζε καθόλου. Μετά δύο ημέρες (8/7) και αφού είχε ανευρεθεί το πτώμα της Β, κλήθηκε πάλι ο εν λόγω μάρτυρας στην Αστυνομία για συμπληρωματική κατάθεση, όπου εκθέτει με λεπτομέρεια πού ήταν ακριβώς την Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη (4, 5, 6/7). Παρά τις "πιεστικές" ερωτήσεις του Διοικητή της Ασφάλειας ....., απέκρυψε κάθε αναφορά σε σχέση με το άνω στυγερό έγκλημα. Την επόμενη ημέρα (9/7) κλήθηκε από την Αστυνομία για νέα συμπληρωματική κατάθεση, όπου και πάλι αρνήθηκε επίμονα να αναφέρει ό,τι γνώριζε για την ανθρωποκτονία, λέγοντας, μάλιστα, ότι "...Κατά την παραμονή μου στη ....., από το μεσημέρι που πήγα έως το βράδυ που έφυγα δεν είδα την κοπέλα Β, καθώς και κατά τη διαδρομή μου .....-....., την οποία, όπως προανέφερα, έκανα τρεις φορές. Επίσης; επιθυμώ να επαναλάβω ότι την Β ... δεν την γνωρίζω, ούτε θυμάμαι να την έχω δει, παρά μόνο στη φωτογραφία που μου έδειξαν στο Τμήμα Ασφάλειας, γι' αυτό κι αν έτυχε να συναντηθούμε καμιά φορά στη ....., μου ήταν αδύνατον να την προσέξω...". Στις 5 Ιανουαρίου 2005 κλήθηκε και πάλι από την Αστυνομία να καταθέσει συμπληρωματικά. Αυτή τη φορά, αφού ξεπέρασε τους δισταγμούς του, κατέθεσε περιστατικά που ανέτρεψαν ολόκληρο το μέχρι τότε διαμορφωθέν "σκηνικό". Τα κρίσιμα στοιχεία της κατάθεσής του αυτής έχουν ως ακολούθως: "...Περί την 23.40 με 23.50 ώρα, δηλαδή μετά τη λήξη του αγώνα έφυγα και γω από την καφετέρια του Π (.....) και κατηφόρισα προς το αυτοκίνητό μου, στο οποίο επιβιβάστηκα και έφυγα περιμετρικά από το δρόμο της εκκλησίας γιατί στην κεντρική πλατεία γινόταν γάμος και δεν περνούσαν αυτοκίνητα. Οδηγώντας το αυτοκίνητό μου βγήκα από τη ..... και στην ανηφόρα πριν το εκκλησάκι του ..... αντιλήφθηκα μπροστά μου να προπορεύεται και ένα άλλο αυτοκίνητο επιβατικό, σε απόσταση 50 ή 70 μέτρων. Πλησίασα το προπορευόμενο αυτοκίνητο προοδευτικά, γιατί αυτό κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα, ενώ εγώ πήγαινα με 50 Χ/Ω. Όταν πλησίασα το αυτοκίνητο που προπορευόταν, αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για ένα επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας ROVER 414, χρώματος κυπαρίσσι. Ακολούθησα πίσω από το ROVER περίπου 5 χιλιόμετρα, χωρίς να το προσπεράσω γιατί είχε μπροστά μου στροφή και εν συνεχεία το ROVER έστριψε αριστερά στο χωματόδρομο, δηλαδή στον παλιό δρόμο που οδηγεί στην ....., και που ο χωματόδρομος αυτός απέχει από την ..... περίπου 3 χιλιόμετρα (Σημείωση: είναι ο δρόμος που παρέκει βρέθηκε το πτώμα). Κατά το χρόνο που το ROVER έστριψε αριστερά ελαφρώς στο χωματόδρομο δεν άναψε φλας, ούτε STOP. Εκτός του οδηγού του ROVER, παρατήρησα κάποιες κινήσεις στη θέση του συνοδηγού και μπορώ να πω ότι πιθανόν στη θέση του συνοδηγού υπήρχε κάποιο άτομο, χωρίς να ξεχωρίσω ευκρινώς ή μου φάνηκε ότι είδα κάποιες σκιές. Για το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι αναγνώρισα αμέσως το προπορευόμενο αυτοκίνητο... το οποίο ανήκει στον Χ ... Μετά την στροφή του προαναφερόμενου ROVER 414 αριστερά στο χωματόδρομο, εγώ κινήθηκα με το αυτοκίνητό μου στον Επαρχιακό δρόμο ....-..... και έφτασα στην .....". Σε σχετική ερώτηση, γιατί δεν ανέφερε στις μέχρι τότε καταθέσεις του ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων τα ανωτέρω γεγονότα, απάντησε ότι: "Στις αρχικές καταθέσεις ανέφερα πολλές φορές ενώπιον των αστυνομικών να φέρουν και να εξετάσουν τον Χ (κατηγορούμενο), χωρίς όμως να σκεφτώ να καταθέσω ο ίδιος ότι είδα να στρίβει με το αυτοκίνητό του στο χωματόδρομο, γιατί φοβόμουν πάρα πολύ και για τη ίδια μου τη ζωή και πίστευα ότι, αν καταθέσω την αλήθεια, θα μπορούσα να θεωρηθώ εγώ ένοχος και οι αστυνομικοί δεν θα με πίστευαν. Επίσης, ήθελα να το πει μόνος του ο Χ στην εξέτασή του στην Αστυνομία και να μην ανακατευτώ εγώ σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση...". Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας στην 14 Μαρτίου 2005 κλήθηκε πάλι από την Αστυνομία να καταθέσει συμπληρωματικά και τα κρίσιμα στοιχεία της κατάθεσής του αυτής έχουν ως ακολούθως: " ... Αφού πήρα το αυτοκίνητό μου, μπήκα στο δρόμο που περνάει μπροστά από την καφετέρια της ..... και φτάνω στην Εκκλησία του Αγίου ....., προκειμένου περιμετρικά και όχι μέσα από την πλατεία του χωριού να φύγω για ..... . Ο προαναφερόμενος δρόμος περνάει και μπροστά από το Δημοτικό Σχολείο της ....., που βρίσκεται απέναντι από την εκκλησία του Αγίου ..... . Φτάνοντας στο τέλος αυτού του δρόμου και πριν βγω στο δρόμο δεξιά που βρίσκεται το Δημοτικό Σχολείο και η εκκλησία του Αγίου ....., διασταυρώθηκα με ένα αυτοκίνητο που έβγαινε από απέναντί μου και συγκεκριμένα από το δρόμο που εφάπτεται με το προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου και οδηγεί στην τοποθεσία ..... . Το αυτοκίνητο αυτό σχεδόν με έκοψε και μπήκε πρώτο στο δρόμο του Δημοτικού Σχολείου .. ενώ εγώ αμέσως μπήκα πίσω του! γιατί είχαμε την ίδια πορεία και το ακολούθησα.. Κατά τη στιγμή που αυτό βγήκε από το δρόμο που οδηγεί στα ....., τα φώτα του δικού μου αυτοκινήτου πέσανε στη δεξιά μεριά αυτού του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα φώτισαν όλη αυτή την πλευρά του. Κατά τη στιγμή που τα φώτα μου φώτισαν το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, είδα καλώς μια κοπέλα στη θέση του συνοδηγού, τα χαρακτηριστικά της οποίας διέκρινα πολύ καλά, γιατί η απόσταση που μας χώριζε δεν ήταν παραπάνω από 4 μέτρα και γιατί κατά τη στιγμή που διασταυρώθηκα με αυτό το αυτοκίνητο, εγώ είχα βγει στο δρόμο με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου μου και το εν λόγω αυτοκίνητο, με το οποίο διασταυρώθηκα κάθετα, έκανε όπισθεν για λίγα μέτρα, πιθανόν γιατί νόμισε ότι τον παίρνει και εν συνεχεία με κόψιμο του τιμονιού του πέρασε πολύ κοντά από μπροστά μου, στα 2 μέτρα, και πήρε το δρόμο που περνά μπροστά από την εκκλησία του Αγίου ..... και από το Δημοτικό Σχολείο. Τη στιγμή που το διασταυρούμενο αυτοκίνητο έκανε όπισθεν είδα ένα, χέρι να τραβά το κεφάλι της κοπέλας προς τα κάτω και το δεξί χέρι της κοπέλας να κάνει μια κίνηση κυκλική, μη ελεγχόμενη. Από τη στιγμή που τα φώτα του αυτοκινήτου μου φώτισαν το αυτοκίνητο με το οποίο διασταυρώθηκα, κατάλαβα αμέσως ότι ήταν το αυτοκίνητο του Χ, μάρκας ROVER ... Ευρισκόμενος πίσω από το αυτοκίνητο του Χ περάσαμε μπροστά από το Δημοτικό Σχολείο και την εκκλησία του Αγίου ..... και συνέχισα την πορεία μου για να βγω έξω από το χωριό με κατεύθυνση την ....., έχοντας πάντα μπροστά μου το ROVER.., το οποίο κατάλαβα ότι άρχισε να επιταχύνει στις ανηφόρες έξω από τη ....., γιατί είχε απομακρυνθεί από μένα. Ακολουθώντας επιτάχυνα και γω και έφτασα το ROVER, το οποίο σκόπευα να προσπεράσω, πράγμα το οποίο δεν ήταν εφικτό, γιατί είχε κάποιες στροφές...
Σε κάποια στιγμή, μετά από λίγο, το αυτοκίνητο ROVER του Χ έστριψε με φόρα και χωρίς φλας αριστερά στον παλιό χωματόδρομου .....-....., με τέτοιο τρόπο που νόμισα ότι έφυγε από το δρόμο και ήθελα να επιστρέψω να δω αν έφυγε από το δρόμο ή όχι, αλλά επειδή είχα δει ότι έχει κοπέλα στο αυτοκίνητό του, έκανα τη σκέψη ότι είχε κάποια γκόμενα μέσα στο αυτοκίνητό του .... Την κοπέλα που είδα μέσα στο αυτοκίνητο του Χ δεν την γνώριζα, αλλά αναγνώρισα ότι αυτή ήταν η ίδια κοπέλα, η οποία απεικονιζόταν στη φωτογραφία που μου έδειξαν οι αστυνομικοί. .. ". Με τις δύο αμέσως πιο πάνω προανακριτικές καταθέσεις του ο εν λόγω μάρτυρας, παρότι στην πρώτη δεν κάνει μνεία για κοπέλα εντός του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, πράγμα που κάνει στην δεύτερη και μάλιστα ευθέως αφού αναφέρεται στη "Β", αυτός (μάρτυρας) δεν τόλμησε να εξιστορήσει και περαιτέρω γεγονότα για το φόνο και ποιος τον διέπραξε, αν και το πρόσωπο αυτό εμμέσως το "φωτογράφισε". Η "κατά δόσεις" εξιστόρηση του τι ακριβώς γνώριζε ή "έπλαθε με το νου του" δεν έκαμψε την προσπάθεια της Αστυνομίας στην αναζήτηση και άλλου μαρτυρικού υλικού και τον ξανακάλεσε στις 9 Μαίου 2005 για νέα συμπληρωματική κατάθεση, τα κρίσιμα και καταλυτικά στοιχεία της οποίας έχουν ως ακολούθως: "...Συγκεκριμένα η ώρα της αναχώρησής μου από την εν λόγω καφετέρια ήταν μετά τις δώδεκα το βράδυ ... Φεύγοντας με το αυτοκίνητό μου πέρασα από την πάροδο που οδηγεί στην οδό που διέρχεται ανάμεσα από το Δημοτικό Σχολείο και την εκκλησία του Αγίου ...... Στη διασταύρωση αυτή ... και ενώ ετοιμαζόμουν να στρίψω δεξιά, απέναντι από τη γωνία του σχολείου και στο δρομάκι που οδηγεί στα ....., είδα παρκαρισμένο το αυτοκίνητο του Χ με μέτωπο προς τον Άγιο ..... και ταυτόχρονα είδα μία νεαρή κοπέλα, η οποία αφού διέσχισε κάθετα τον κεντρικό δρόμο, μπήκε στο αυτοκίνητο του Χ. Ενώ είχα μπει από την πάροδο στην κεντρική οδό με κατεύθυνση προς ....., ο Χ ξεκίνησε και αυτός με το αυτοκίνητο του, με αποτέλεσμα να μου κλείσει το δρόμο και να μην μπορώ να προχωρήσω. Ενώ τα φώτα του αυτοκινήτου μου έπεσαν πάνω στο δικό του, είδα το Χ να μου κάνει νόημα να περάσω, πράγμα όμως που ήταν αδύνατο να γίνει έτσι όπως ήταν τα αυτοκίνητά μας στο δρόμο. Τότε ο Χ έκανε λίγο όπισθεν για να διευκολυνθεί το αυτοκίνητό του να στρίψει αριστερά και έφυγε προς ..... και ακολούθησα και γω. Συνεχίζοντας την πορεία μου προς ....., μόλις βγήκα από το χωριό, μπροστά στη διασταύρωση από το ξενοδοχείο ....., είδα το αυτοκίνητο του Χ να είναι σταματημένο, με αναμμένα τα φώτα και τη μηχανή και ταυτόχρονα το χέρι του Χ έξω από το παράθυρο του οδηγού, να μου κάνει νόημα να σταματήσω. Πράγματι εγώ, αφού έφτασα δίπλα από το αυτοκίνητό του, σταμάτησα να δω τι με θέλει... και εκείνος μου είπε "πάω το κορίτσι στην ..... και μην πεις σε κανένα ότι είχα την κοπέλα μαζί γιατί θα σε κάνω κιμά". Βλέποντας την κοπέλα, η φυσιογνωμία της οποίας μου φάνηκε οικεία, αλλά δεν γνώριζα το όνομα της. Την κοπέλα αναγνώρισα μετά από δύο μέρες στο Τμήμα Ασφάλειας ....., κατά την επίδειξη φωτογραφιών ... και ήταν η Β ... Μετά...συνεχίσαμε την πορεία μας και μετά τη διασταύρωση που οδηγεί στο ξενώνα ..... προσπάθησα να προσπεράσω το αυτοκίνητο του Χ ανεπιτυχώς, διότι αυτός μου έκλεισε το δρόμο, στη συνέχεια, χωρίς να ανάψει φλας και χωρίς να φρενάρει, έστριψε και εισήλθε σε έναν χωματόδρομο .. είναι η παλιά οδός .....- ..... ενώ εγώ συνέχισα την πορεία μου προς ....., ανέκοψα την ταχύτητα του αυτοκινήτου μου, προβληματιζόμενος για τη συμπεριφορά του Χ ... Αφού ακολούθησα πορεία 4 χιλιομέτρων περίπου προς ..... αποφάσισα να επιστρέψω στο χωματόδρομο που μπήκε και αυτός. Αφού διέγραψα μια πορεία περίπου 50 μέτρων από την άσφαλτο, τα φώτα του αυτοκινήτου μου έπεσαν πάνω σε ένα αποκρουστικό θέαμα. Δεξιά του δρόμου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του Χ και αριστερά του αυτοκινήτου του, λίγο πίσω, ήταν ξαπλωμένη και ακίνητη η κοπέλα, που λίγο πριν είχα δει να έχει ο Χ στο αυτοκίνητό του, ανάσκελα, το δε Χ να στέκεται πάνω από την κοπέλα όρθιος και να κρατά με τα δυο του χέρια μια πέτρα. Στη θέα του αυτοκινήτου μου κινήθηκε απειλητικά εναντίον μου με την πέτρα, λέγοντας μου επι λέξει "Σταμάτα ρε πούστη, έτσι γούσταρα και τη σκότωσα και αν πεις κάτι θα πω ότι το κάναμε μαζί. Σταμάτα θα σε σκοτώσω". Βλέποντας το θέαμα και τον Χ να με απειλεί, τρομοκρατημένος έβαλα όπισθεν και κινήθηκα γρήγορα προς την άσφαλτο. Αφού βγήκα στην άσφαλτο ακολούθησα πορεία προς ..... και πήγα για ύπνο στο σπίτι της φίλης μου Υ ... Φεύγοντας από τη ..... για ....., περί ώρα 07.00 της 10-7-2004 (Σάββατο), κοντά στην έξοδο του χωριού... με σταμάτησαν ο Ρ και Χ, οι οποίοι ήταν πεζοί, πλησίασαν το αυτοκίνητό μου...και μου είπε ο Χ "θα γεμίσεις κανένα λάκκο άμα μιλήσεις" και άλλες παρόμοιες απειλές, ταυτόχρονα δε ο Ρ βγάζοντας ένα πιστόλι, που δεν ξέρω αν ήταν αληθινό ή ψεύτικο, το έστριψε προς το μέρος μου και μου είπε "για να μην πεθάνεις πριν την ώρα σου, να μην μιλήσεις ποτέ". Στη συνέχεια, από το άνοιγμα του παραθύρου κάποιος από τους δυο, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω ποιος, πέταξε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου μου μια δεσμίδα με χαρτονομίσματα των 50, 100 και 200 €, συνολικής αξίας 2.000,00 €. Στη συνέχεια οι δυο τους αποχώρησαν βιαστικά. Το πρωί της ίδια μέρας πήγα έξω από το σπίτι του Ρ, ο οποίος διαμένει στην .....- ....., και πέταξα τα χρήματα στο μπαλκόνι του σπιτιού του ...". Επίσης, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε, στις 19-09-2005, ενώπιον της ανακρίτριας, εκτός των άλλων, τα ακόλουθα: "Εγώ έμεινα στην καφετέρια μέχρι το τέλος του αγώνα, βοήθησατον Π να ανοίξει δυο κιβώτια σαμπάνιες και πετάξαμε τα μπουκάλια στον κάδο και στη συνέχεια έφυγα. Αυτά συνέβησαν από τις 23.45 έως 00.05 ώρα της 5-7-2004. Κατόπιν πήρα το αυτοκίνητό μου για να πάω στην ....., .Στο δρόμο που περνά μπροστά από το Δημοτικό Σχολείο του χωριού, είδα σταματημένο το αυτοκίνητο του Χ, αυτός ήταν στη θέση του οδηγού και τότε είδα τη Β, που δεν γνώριζα από πριν, να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου του Χ και να μπαίνει μέσα...Εγώ συνέχισα την πορεία μου και λίγο παρακάτω στο δρόμο, μπροστά από το ξενοδοχείο του ....., με σταμάτησε ο Χ, που είχε σταθμευμένο εκεί το αυτοκίνητό του και μου ζήτησε να του δώσω τσιγάρα και μου είπε ότι θα πήγαινε την Β κάτω στην ..... ... Κάποια στιγμή τον προσπέρασα και ενώ προπορευόμουν αντιλήφθηκα το αυτοκίνητό του να στρίβει προς αριστερά ... Είχα διανύσει περί τα 2 χιλιόμετρα περίπου, σκέφτηκα ότι ο Χ δεν είχε καμία δουλειά να στρίβει από κει και ανησύχησα μήπως ξέφυγε από το δρόμο. Έτσι επέστρεψα ... Γύρισα πίσω, βλέπω όρθιο με μια πέτρα την οποία κρατούσε με τα 2 του χέρια και η οποία είχε διάμετρο περίπου 30 εκατοστά και η Β να είναι πεσμένη με την πλάτη στο έδαφος. Τότε ο Χ κινήθηκε απειλητικά με την πέτρα στα χέρια του εναντίον μου και μου είπε την φράση "σταμάτα ρε πούστη, θα πω ότι το κάναμε μαζί" και στη συνέχεια άρχισε να παίρνει απειλητικά τηλεφωνήματα...". Τέλος, ο ανωτέρω μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατέθεσε τα ακόλουθα: "Την Κυριακή το απόγευμα πήγα στην ....., είδα τον αγώνα στην πλατεία, στο ....., Βρήκα τον Χ, ο οποίος καθόταν με τον Ρ. Ο κατηγορούμενος στο πρώτο ημίχρονο έφυγε και εγώ έφυγα μετά το τέλος του αγώνα, γύρω στις 12.15' η ώρα. Πήρα το αυτοκίνητο να φύγω, βγήκα στο σχολείο, είδα τον κατηγορούμενο και το κοριτσάκι να μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητό του. Δίπλα στο ντουβάρι καθόταν ο Ι και το κατέθεσε κι αυτός. Μιλήσαμε με τον Ι, μου είπε πότε θα πάμε στο ..... και του είπα, θα πάμε. Εκεί, επειδή είχε πολύ κόσμο, ο κατηγορούμενος έκανε έναν ελιγμό, μία πίσω και έφυγε, αλλά, επειδή είχε πολύ κόσμο, πήγαινε σιγά. Στο ξενοδοχείο του Λάπα με σταμάτησε ο κατηγορούμενος και μου ζήτησε τρία τσιγάρα. Του έδωσα τα τσιγάρα και μου είπε, πάω την κοπέλα κάτω και, επειδή τον είδα λίγο μεθυσμένο, του είπα θα πάω μπροστά εγώ, αλλά σε μία στροφή με προσπέρασε, αν θυμάμαι καλά. Ένας άνθρωπος που είναι να στρίψει, θα ανάψει φλας, αυτός δεν άναψε. Τον είδα που μπήκε στο χωματόδρομο, εγώ μιλούσα στο τηλέφωνο με την Υ και μετά γύρισα πίσω, γιατί υπέθεσα ότι κάτι θα έγινε. Είχα περάσει 5-6 χιλιόμετρα και μετά γύρισα πίσω. Είδα το κοριτσάκι κάτω κι αυτόν με την πέτρα, εγώ μέσα από το αυτοκίνητο, του είπα τι έκανες, ήρθε πάνω μου με την πέτρα και μου είπε "σταμάτα ρε πούστη, θα σε σκοτώσω, θα πω ότι το κάναμε μαζί". Στα 20 μέτρα σταμάτησα. Πιστεύω ότι η κοπέλα τότε ήταν σκοτωμένη. Δεν είχα κανένα λόγο να τον βλάψω. Εγώ μετά πίστευα ότι με κυνηγούσε και έφυγα τρέχοντας και πήγα στην Υ. Την άλλη ημέρα πήγα στο χωριό, πήγα στην Φ για να πάρω τσιγάρα και ήρθε και ο Χ ο κατηγορούμενος και μου έκανε μία χειρονομία στο λαιμό, ότι θα με σφάξει. Μετά πήγα στην ....., είχα μία απόφαση από αλκοτέστ για να πληρώσω και μ' έψαχνε η Αστυνομία κι εγώ κρυβόμουνα. Μετά ο δικηγόρος μου ο Πατσίκας μου είπε ότι δεν σε θέλουν για την απόφαση αυτή, για άλλο λόγο σε ψάχνουν. Με ρώτησαν στην Αστυνομία πού είναι η κοπέλα και εγώ είπα δεν ξέρω τίποτα. Πολλοί είδαν στη ....., αλλά δεν μιλάνε. Την Τετάρτη ξαναπήγα στην Αστυνομία και με πίεζαν και εγώ τους είπα, αν θέλετε να μάθετε, φέρτε τον Χ να μάθετε, αλλά αυτοί δεν τον έφεραν. Σαράντα οκτώ [48] ώρες που με κράτησαν στην Αστυνομία, τους έλεγα να φέρουν τον Χ. Πήγα πάλι τη Δευτέρα στην Αστυνομία και μ' έπιασαν από το λαιμό, οπότε μετά τί εμπιστοσύνη να είχα στην Αστυνομία. Δεν θυμάμαι με ποιο ζευγάρι μιλούσα, όταν έφευγε ο κατηγορούμενος. Εγώ δεν είπα ότι φώναξε η μικρή "Μ-Μ". Εγώ φοβόμουνα ότι θα με καθάριζε κι εμένα. Με πέταξαν 2.000 ευρώ στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος και ο Ρ, πού θα ήξερα εγώ ότι είχε βγάλει χρήματα από την Τράπεζα; Τα χρήματα τα πέταξα μετά στο μπαλκόνι του Ρ. Και ο Ω είδε, δεν είδα μόνο εγώ. Δεν πήγα στην Αστυνομία αμέσως, λόγω φόβου και τρόμου. Σαν Μ λέω ψέματα και από φόβο στις καταθέσεις από όσα λέω, είναι πολλά ψέματα, αλλά αυτός το έκανε. Τον φοβόμουνα, έπαιρνε τηλέφωνο και απειλούσε. Δεν πήγα στην Αστυνομία αμέσως, γιατί δεν θα με πίστευαν. Με απειλούσε, γιατί έλεγε ότι θα πει πως το κάναμε μαζί. Στη ..... από τους 100 οι 99 τον κάλυψαν... Αν είχα την παραμικρή εμπλοκή εγώ, δεν θα πήγαινα στην Αστυνομία να πω. Τα χρήματα τα πέταξε μέσα στο αυτοκίνητο ο Ρ, ήταν και οι δύο μαζί και ο Χ είπε, όποιος μιλάει, πεθαίνει. Εγώ πήγα φυλακή εξαιτίας του...Δεν υπηρέτησα κανονικά στο στρατό, πήρα δύο αναβολές, αλλά μετά υπηρέτησα κανονικά. Σε κανάλια βγήκα και έδωσα συνεντεύξεις. Έβγαινα παντού, γιατί με κυνηγούσε να με σκοτώσει. Εγώ λέω την αλήθεια. Μπήκα στο χωματόδρομο και τον είδα...Δεν είχα λόγο να απορήσω που ήταν η κοπέλα μέσα στο αυτοκίνητό του. Η Εισαγγελέας τον ρώτησε, πόσα χρόνια είχες να πας στο χωματόδρομο και είπε 15 χρόνια, αλλά αυτός αμέσως είπε ότι δεν χωράει δύο αυτοκίνητα εκεί, πού ήξερε...Από τα χίλια που είπα, λόγω φόβου και τρόμου, πρόσθετα συνέχεια, αλλά η αλήθεια είναι ότι τον είδα με την πέτρα. Εγώ δεν είπα ποιος βρήκε το κορίτσι, οι δημοσιογράφοι είπαν ότι το βρήκε ο Κ ...Το αυτοκίνητο το είχα απέναντι από τα ....., το είδαν το αυτοκίνητο εκεί. Στο σχολείο, εκτός από τον Ι, ήταν και ο επίτροπος, αλλά αυτοί είπαν να μην μας ανακατέψεις...Τον κατηγορούμενο τον συνάντησα κοντά στο σχολείο, να είναι μέσα στο αυτοκίνητο. Μπορεί, λόγω φόβου και τρόμου, να είπα ότι είδα την κοπέλα να διασχίζει το δρόμο. Είχε κόσμο στη ....., τρεις χιλιάδες άτομα... Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το ζευγάρι που μιλούσαμε. Το κορίτσι ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν θυμάμαι αν κρύφτηκε το κορίτσι στο αυτοκίνητο, το είπα λόγω, φόβου και τρόμου, δεν θυμάμαι αν το πατούσε κάτω με το χέρι, μπορεί και να το είπα. Μία έλεγα ότι το είδα να έμπαινε από φόβο και τρόμο, τώρα λέω ότι είδα το κοριτσάκι να μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν το έσυρε κανένας βιαίως. Πρώτα αυτός ξεκίνησε και μετά έφυγα εγώ. Μου είπε ότι θα πάει το κορίτσι στην ....., αυτό μου το είπε όταν ζήτησε τσιγάρα. Δεν θυμάμαι αν είπε μην το λες σε κανένα, ότι πάω το κορίτσι στην ..... . Στην ανηφόρα με προσπέρασε ο Χ. Από κάτω πρώτος ξεκίνησε ο κατηγορούμενος. Στο ξενοδοχείο ξεκίνησα πρώτος εγώ, αλλά μετά πέρασε μπροστά και μπήκε στον χωματόδρομο. Εγώ έφυγα 5-6 χιλιόμετρα και γύρισα από ευαισθησία και μόνο, γιατί πήγε το μυαλό μου ότι κάτι έπαθε ο άνθρωπος. Τον είπα, επειδή έχει έλεγχο για αλκοτέστ, θα πάω εγώ μπροστά. Στο χωματόδρομο είναι ευθεία, είδα τον Χ με την πέτρα και το κορίτσι πεσμένο κάτω και ήρθε καταπάνω μου. Στις 6 Ιουλίου με ρώτησαν για μία κοπέλα κι εγώ είπα φέρτε τον Χ. Δεν πήγα στο σπίτι του αδελφού μου μετά το επεισόδιο, το είπα λόγω τρόμου και φόβου. Εκείνο το βράδυ μετά πήγα στην Υ. Την επομένη ημέρα ανέβηκα στη ..... . Κάποιος πήρε τηλέφωνο από τη ..... στην Αστυνομία και τους είπε ότι την αλήθεια την ξέρει ο Μ. Αν έλεγα πού είναι το παιδί, θα το χρέωναν σε μένα. Στις 8 Ιουλίου ήμουνα ακόμα κρατούμενος για την απόφαση και οι αστυνομικοί μου έλεγαν "πες μας τι ξέρεις" και τους έλεγα φέρτε τον Χ και δεν τον έφερναν ... Είπα ότι κοιμήθηκα στην ....., λόγω φόβου και τρόμου... Λόγω του φόβου μου, τα έλεγα μία έτσι μία αλλιώς...Δεν θυμάμαι αν είχε κανένας πιστόλι, όταν μου έδωσαν τα χρήματα, νομίζω ο Ρ. Δεν τα δέχτηκα τα χρήματα ... τα πέταξα στην βεράντα του Ρ. Έδωσα συνέντευξη στους δημοσιογράφους, λειτουργώντας με το σκοπό να μην με σκοτώσει, για να διασφαλίσω τη ζωή μου...Δεν θυμάμαι αν χτύπησε κανένα τηλέφωνο και έφυγε ο Χ. Κάποιο κινητό χτύπησε, προφανώς να ήταν και το δικό του, είπε φεύγω και έφυγε. Δεν θυμάμαι πόση ώρα έκανα για να γυρίσω πίσω, γιατί είχε στροφές... Είπα ότι το κοριτσάκι ήταν ξαπλωμένο κάτω, πώς ακριβώς δεν θυμάμαι...Το κορίτσι δεν το γνώριζα καθόλου. Δεν ξέρω αν το γνώριζε ο Χ. Στις 5 Ιουλίου ήμουνα κι εγώ στη ....., πήγα στη Μισιρλή και αμέσως μετά ήρθε και ο Χ και μου έκανε την κίνηση ότι θα μου κόψει το λαιμό. Μετά εγώ πήγα και κοιμήθηκα στην Υ ... Στους δημοσιογράφους δεν είπα όλη την αλήθεια, σε μερικά πράγματα έλεγα ό,τι νάνε από φόβο. Από τα εξακόσια που έλεγα, τα τριακόσια είναι αλήθεια ... Γραμμένο είναι ότι έλεγα στους αστυνομικούς "φέρτε τον Χ". Από τον Ιανουάριο του 2005 ανέφερα για τον Χ. Τα χρήματα μου τα έδωσαν την Παρασκευή μετά το επεισόδιο και έγινε στη ....., στην πάνω πλατεία...Δεν θυμάμαι τι ώρα ήταν, ήταν νύχτα. Ο Ρ μένει στην ....., εκεί τα πήγα τα χρήματα...Τα έκανα μασούρι, τα έβαλα και ένα λαστιχάκι και τα πέταξα. Δεν τα έδωσα στον ίδιο το Ρ από φόβο και γι' αυτό τα πέταξα στην βεράντα. Όταν πήγα, είδα που κρατούσε την πέτρα και ήρθε καταπάνω μου. Δεν θυμάμαι αν την κρατούσε με το ένα χέρι ή με τα δυο, εγώ έβαλα όπισθεν και έφυγα". Μετά τις ανωτέρω διαδοχικές καταθέσεις του εν λόγω μάρτυρα δημιουργήθηκε η εύλογη απορία, πώς είναι δυνατόν να είδε τον κατηγορούμενο να διαπράττει ένα στυγερό έγκλημα και να μην το κατήγγειλε αμέσως στην Αστυνομία, αλλά πήγε και κοιμήθηκε ήρεμα στο σπίτι του αδελφού του (ή της έγγαμης ερωμένης του) και το απέκρυψε από αυτήν στις αρχικές του καταθέσεις. Ο μάρτυρας, σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι ενήργησε όπως προαναφέρθηκε, όχι διότι συμμετείχε στο έγκλημα ή το διέπραξε ο ίδιος ούτε διότι είναι ανάλγητος και δεν αισθάνθηκε θλίψη, αποτροπιασμό και τύψεις συνείδησης, αλλά διότι φοβήθηκε τυχόν απειλές του κατηγορουμένου και διότι θα είχε την ίδια με εκείνον τύχη αν μιλούσε για το φόνο.
Και ενώ τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οι σκέψεις και τα πορίσματα, που έγιναν δεκτά από όλα τα μέλη του Δικαστηρίου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, την οποία διέπραξε σε βάρος της Β, το δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, δέχτηκε τα εξής: "Από όσα εκτενώς ανωτέρω εκτέθηκαν, από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδίως, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω αντιφάσκουσες και αλληλοσυμπληρούμενες διαδοχικές καταθέσεις του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Μ, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, τέσσερα μέλη του Δικαστηρίου, οι ένορκοι, έκριναν ότι δεν υπάρχουν πλήρεις αποδείξεις ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας που κατηγορείται. Και ναι μεν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την ανθρωποκτονία κρίνεται όλως περίεργη και η προσπάθεια του να δημιουργήσει άλλοθι είναι αδικαιολόγητη, πλην όμως τα στοιχεία αυτά δεν είναι επαρκή για την κήρυξη του ως ενόχου. Κατόπιν αυτών, λόγω ελάχιστων αμφιβολιών, οι οποίες είναι υπέρ του κατηγορουμένου, οι ένορκοι έκριναν ότι πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της πράξεως της ανθρωποκτονίας που του αποδίδεται".Με τις παραδοχές της όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, περιέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει απ' αυτήν, δέχεται, ομόφωνα, ότι α) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την ανθρωποκτονία κρίνεται όλως περίεργη και η προσπάθεια του να δημιουργήσει άλλοθι, υπαγορεύοντας στην αδελφή εκείνα που έπρεπε να καταθέσει στην Αστυνομία, για την άμβλυση και τη διάλυση των υποψιών, που δημιουργήθηκαν σε βάρος του και ειδικά ότι η αδελφή του έπρεπε να καταθέσει ότι έφυγαν νωρίς το βράδυ της Κυριακής από τη ..... για τη ....., όπου, αφού έφτασαν, κοιμήθηκαν μαζί στην κουζίνα του σπιτιού και ότι το πρωϊ της Δευτέρας τον ξύπνησε και πήγε στη δουλειά του και ακόμη ότι το σενάριο αυτό δεν "στήθηκε άρτια" και αποκαλύφθηκε από το φύλλο παρουσίας των εργαζομένων το μήνα Ιούλιο 2004 της εταιρίας "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", στην οποία εργαζόταν β) η σύζυγος του Ζ κατέθεσε ότι ο Χ (κατηγορούμενος) της είπε να καταθέσει στην Ασφάλεια ότι της τηλεφώνησε από το σταθερό τηλέφωνο του πατρικού του σπιτιού στην ..... το βράδυ της Κυριακής 4-7-2004 και ότι μετά την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου του άνω τηλεφώνου, αποδείχθηκε πως ο κατηγορούμενος δεν είχε τηλεφωνήσει αργά το βράδυ της Κυριακής στην ήδη σύζυγό του Ζ, με προφανέστατο σκοπό να δημιουργήσει άλλοθι για το ότι κατά την 23.00 με 23.30 ώρα της Κυριακής ευρισκόταν στο πατρικό του σπίτι στην ..... και ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι επεχείρησε να δημιουργήσει το άλλοθι αυτό από φόβο, ενώ δεν ενεχόταν στον φόνο, δεν είναι πειστικός γ) από το φύλλο παρουσίας των εργαζομένων το μήνα Ιούλιο του 2004 στην εταιρία "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", στην οποία εργαζόταν ο κατηγορούμενος, προκύπτει ότι αυτός δεν πήγε στην εργασία του την 5-7-2004 (λίγες ώρες μετά την ανθρωποκτονία της Β), αν και για το λόγο αυτό είχε επισπεύσει την αναχώρηση του από τη ..... το βράδυ της Κυριακής, δ) στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να προσκομίσει την μπλούζα που φορούσε τον επίδικο χρόνο, για να διαπιστωθεί εάν ήταν η ίδια με αυτήν που έδειχνε η φωτογραφία και να διαλυθεί κάθε υποψία εξαφανίσεως της ή αλλαγής του χρώματος λόγω πλυσίματος, καθώς και εάν αυτή έφερε αίμα στην υποθετική περίπτωση που ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει το έγκλημα και φορούσε εκείνη τη στιγμή την ίδια μπλούζα. ο δε κατηγορούμενος προσκόμισε στο Δικαστήριο μπλούζα διαφορετική από αυτήν που φορούσε στην πλατεία το απόγευμα της Κυριακής, σε επίδειξη δε της φωτογραφίας και της μπλούζας και σε σχετική ερώτηση του Προέδρου απάντησε "Δεν μπορώ να καταλάβω αν έχει σχέση αυτή η μπλούζα μ' αυτή της φωτογραφίας" και ε) στις 5-1-2005, όταν κλήθηκε και πάλι από την Αστυνομία ο Μ να καταθέσει συμπληρωματικά, αυτός αυτή τη φορά, αφού ξεπέρασε τους δισταγμούς του, κατέθεσε περιστατικά που ανέτρεψαν ολόκληρο το μέχρι τότε διαμορφωθέν "σκηνικό". Οι παραπάνω παραδοχές, λογικά, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, όπως δέχθηκαν και τα τρία μέλη του Δικαστηρίου, το πόρισμα όμως της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου είναι αντίθετο, δίχως να εξηγείται πως και από ποια στοιχεία αναιρείται η αξία των παραπάνω παραδοχών και η λογική τους συνέπεια και ακόμη δίχως να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, κρίσεις, σκέψεις και συλλογισμοί, στα οποία στηρίζονται οι αμφιβολίες της πλειοψηφίας για την ενοχή του κατηγορουμένου. Περαιτέρω δεν προσδιορίζονται ειδικότερα στην απόφαση της πλειοψηφίας "οι αντιφάσκουσες και αλληλοσυμπληρούμενες διαδοχικές καταθέσεις του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Μ" και, ενόψει της αντιφατικότητας και αλληλοσυμπλήρωσής των, ποιες από αυτές, εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος και ποιο, δέχεται ως αληθείς, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια, ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη της η πλειοψηφία για τη συναγωγή της κρίσης της. Τέλος στην ίδια απόφαση δεν αιτιολογείται, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, κρίσεων και συλλογισμών, γιατί, ενώ η πλειοψηφία δέχεται ότι "ναι μεν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την ανθρωποκτονία κρίνεται όλως περίεργη και η προσπάθειά του να δημιουργήσει άλλοθι είναι αδικαιολόγητη" όμως καταλήγει στην κρίση "ότι δεν υπάρχουν πλήρεις αποδείξεις ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας που κατηγορείται". Ενόψει των πιο πάνω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως είναι βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αίτησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που τη δίκασαν, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν αυτήν.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση. Την αναίρεση ζητεί ο Εισαγγελέας Αρείου Πάγου. Δέχεται αίτηση. Αναιρεί αθωωτική απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 91/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ - Ιωάννη Βουράκη, περί αναιρέσεως της 841/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 951/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το όρθρο 14 του ν. 2161/1993, "όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους, ή καλλιεργεί φυτό κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστικά χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση. Η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της αποκλειστικά δικής του ανάγκης για τη συγκεκριμένη ουσία, γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων των αναφερομένων στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου ........". Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι, η από τον δράστη κατοχή της ναρκωτικής ουσίας για δική του αποκλειστικά χρήση, ή για περαιτέρω διάθεσή της, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας. Έτσι, ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ, Ποιν.Δ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, ότι πρόκειται για κατοχή ναρκωτικών αποκλειστικά για προσωπική εκείνου χρήση, σε ποσότητα που εξυπηρετεί αποκλειστικά μόνο τις δικές του ανάγκες, αποτελεί όχι απλή άρνηση της κατηγορίας περί κατοχής ναρκωτικών, αλλά αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου.
Συνεπώς επί του ισχυρισμού αυτού, το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον αυτός προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων για αγορά και κατοχή 250 γρ. ινδικής κάνναβης σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξ μηνών, και έπαυσε υφ' όρον κατ' άρθρο 32 του Ν. 3346/2005 η κατ' αυτού ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της χρήσης από μη τοξικομανή.
Ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως στην κατ' έφεση δίκη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ..., κατά τη διάρκεια της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αγορεύσεώς του προς υπεράσπιση του πελάτη του, ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου και να γίνει επιπροσθέτως δεκτό ότι προμηθεύτηκε και κατείχε ο πελάτης του την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, για δική του αποκλειστικά χρήση. Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το κατ' έφεση δίκασαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με τη διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ακόλουθη αιτιολογία: Ο κατηγορούμενος, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, στις 3.1.1999 σε γενόμενο αστυνομικό έλεγχο, κατελήφθη να κατέχει ποσότητα 250 γραμμαρίων ινδικής καννάβεως την οποία είχε αγοράσει την ίδια ημέρα, από άλλο πρόσωπο αντί αγνώστου τιμήματος. Την ποσότητα αυτή δεν την προόριζε για δική του αποκλειστική χρήση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά την προόριζε προς περαιτέρω διάθεση (πώληση). Μετά ταύτα, θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αγοράς και κατοχής, της αυτής ποσότητος ναρκωτικών ουσιών, αναγνωριζομένης .......... της ελαφρυντικής περιπτώσεως του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ. Τέλος, θα πρέπει να παύσει υφ' όρον η δίωξη για την πράξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών κατ' άρθρο 32 Ν. 3346/2005. Η για την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού για την πληρότητά της δεν αρκούσε η στο σκεπτικό χωρίς μάλιστα παραπομπή στο διατακτικό παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ως μη τοξικομανής αγόρασε απλώς και κατελήφθη να κατέχει την ίδια μέρα την ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης, ενόψει μάλιστα και της περαιτέρω παραδοχής της ότι αυτός έκανε χρήση της παραπάνω ναρκωτικής ουσίας, παραδοχή η οποία ναι μεν δεν απέκλειε την από τον κατηγορούμενο προμήθεια και κατοχή της παραπάνω ναρκωτικής ουσίας προς περαιτέρω διάθεσή της, επέβαλλε όμως για την πληρότητα της αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσης του Εφετείου του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού να αιτιολογείται η μη παραδοχή του. Είναι επομένως βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι κατείχε την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, για δική του αποκλειστικά χρήση και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 841/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου για προμήθεια ναρκωτικής ουσίας για αποκλειστικά δική του χρήση. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας της απόρριψης του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 76/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. .... και 2. ...., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 347/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Απριλίου 2008 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 870/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 303/6.6.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, μετά της σχετικής δικογραφίας τις με αριθ. 68/14-4-2008 και 69/14-4-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) ... και β) ..., κατά του υπ' αριθ. 347/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου παρεπέμφθησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικασθούν ως υπαίτιοι νομιμοποίησης εσόδων που προήλθαν από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' εξακολούθησιν (άρθρ. 98 Π.Κ. και 2 §§1, 6, 8 ν.2231/1995) και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Από την διάταξη του άρθρ. 308 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ., όπως προσετ. με το άρθρ. 5 §7 ν.1738/1987, στην οποία ορίζεται ότι "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρ. 1 ν.1608/1950 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα", σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρ. 1 ν.1608/50 και εξεδόθησαν κατά την οριζόμενη στην διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση δημοσίου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα τους, ως κακουργήματα ή πλημμελήματα (Α.Π. 298/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 58, Α.Π. 309/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 121). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ησκήθη, μεταξύ άλλων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται, και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο (Α.Π. 1040/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 129).
II) Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 347/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εξεδόθη μετά την άσκησιν τόσον εις βάρος των συγκατηγορουμένων των αναιρεσειόντων για τις πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθησιν και μη με σκοπό περιουσιακού οφέλους εις βάρος του Δημοσίου, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. και β) απάτης κατ' εξακολούθησιν και μη εις βάρος του Δημοσίου από την οποία η ζημία που προεκλήθη υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., όσον και εις βάρος των αναιρεσειουσών για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, με την συνδρομή δηλαδή του άρθρ. 1 ν.1608/50, μετά δε την περάτωσιν της κυρίας ανάκρισης που ενηργήθη σχετικώς και επερατώθη νομίμως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών εις το Συμβούλιο Εφετών, το οποίον και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και τις αναιρεσείουσες, εις το ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), προκειμένου να δικασθούν για τις προαναφερόμενες πράξεις, τις οποίες θεώρησε ως στρεφομένας εις βάρος του Δημοσίου, η ζημία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και επομένως θεώρησε ότι συντρέχουν αι προϋποθέσεις του άρθρ. 1 ν.1608/50. Έτσι η δυνατότητα αναιρέσεως του βουλεύματος αυτού, δηλαδή το αμετάκλητο ή μη του βουλεύματος, θα κριθεί, σύμφωνα με όσα ανεφέρθησαν, εκ των πράξεων για τις οποίες ησκήθη η ποινική δίωξις και παρεπέμφθησαν οι κατηγορούμενοι. Και εφ' όσον η ποινική δίωξις ησκήθη με την συνδρομή του ν.1608/50, το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση. Επομένως αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, ως στρεφομένας κατά του παραπάνω αμετακλήτου βουλεύματος, είναι απαράδεκτες και ως τοιαύτες πρέπει να απορριφθούν κατ' άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 583 §1 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΠροτείνω: I) Να απορριφθούν, ως απαράδεκτες, αι υπ' αριθ. 68/14-4-2008 και 69/14-4-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) ... και β) ...., κατά του υπ' αριθ. 347/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
II) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειουσών.
Αθήναι την 27/5/2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Αντώνιος Μύτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την προσθήκη του εδαφίου αυτού με το άρ. 5 παρ. 7 του Ν. 1738/1987, στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρ. 1 Ν. 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην ταχεία εκκαθάριση των προβλεπομένων στο Ν. 1608/1950 εγκλημάτων, προκύπτει ότι, αν έχει προηγηθεί κυρία ανάκριση για κακούργημα, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 Ν. 1608/1950, όπως ήδη ισχύει, η οποία περατώθηκε με παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετείου, δεν επιτρέπεται η άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 347/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι αναιρεσείουσες ... και .... μετά τη νόμιμη περάτωση της διεξαχθείσας κυρίας ανάκρισης και την εισαγωγή της υπόθεσης, με σχετική πρόταση, από τον Εισαγγελέα Εφετών στο Συμβούλιο Εφετών, παραπέμφθηκαν για να δικασθούν για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από τις πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης, των λοιπών συγκατηγορουμένων τους, που στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, με τη συνδρομή δηλαδή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950. Επομένως, οι κρινόμενες υπ' αρ. 68/14-4-2008 και 69/14-4-2008 αιτήσεις αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., αφού στρέφονται κατά αμετακλήτου βουλεύματος και ως τοιαύτες πρέπει θα απορριφθούν και θα καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αρ. 68/14-4-2008 και 69/14-4-2008 αιτήσεις των .... και ...., για αναίρεση του υπ' αρ. 347/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ η κάθε μία.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτες οι αναιρέσεις. Στρέφονται κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 Ν. 1608/50 και για τα οποία αποφαίνεται αμετάκλητα το ως άνω Συμβούλιο (άρθρ. 308 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠΔ).
|
Καταχραστές Δημοσίου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 74/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεώργογλου, περί αναιρέσεως της 6587/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.12.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Τέλος, ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, ενόψει και του άρθρου 17 ΠΚ, συμπίπτει με το χρόνο, κατά τον οποίο ο δράστης ενεργώντας με σκοπόνα προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, πραγμάτωσε και -προκειμένου περί συνεχιζόμενων ψευδών παραστάσεων- τελικώς ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά, είναι, δε αδιάφορος ο τυχόνμεταγενέστερος χρόνος, οπότε ο παραπλανηθείς προέβη στη ζημιογόνο ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή, καθώς και ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης του παθόντος, οπότε και θεωρείται συντελεσθείσα η απάτη. Τελούνται περισσότερες πράξεις απάτης (καιανακύπτει θέμα ύπαρξης ή μη απάτης κατ' εξακολούθηση κατ' αληθή πραγματική συρροή με ενότητα δόλου), όταν ο δράστης προβαίνει κεχωρισμένως και διαδοχικά σε πολλαπλές απατηλές συμπεριφορές, καθεμία από τις οποίες προκάλεσε χωριστή πλάνη στον παθόντα και τον οδήγησε σε ιδιαίτερη επιζήμια πράξη περιουσιακής διάθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6587/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για απάτη κατ' εξακολούθηση, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, στην Αθήνα, στις 29-1-2001 και στις αρχές Σεπτεμβρίου 2002, η κατ/νη διέπραξε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: Α) Με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, με τον πιο πάνω σκοπό παρέστησε ψευδώς στη Α και τον Β ότι είναι ιατρός παθολόγος-διαιτολόγος, διδάκτωρ ομοιοπαθητικής, γνώστης διαφόρων εναλλακτικών θεραπειών, όπως βιοενεργειών, υδροθεραπείας παχέος εντέρου, βιομαγνητών κ.λπ., καθώς και ότι χρησιμοποιεί διάφορα σκευάσματα για θεραπεία διαφόρων ασθενειών, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατέχει μόνο το πτυχίο της οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και έτσι τους έπεισε τη μεν Α να της καταβάλει 2.000 ευρώ (χωρίς απόδειξη) για να θεραπεύσει δήθεν την πάσχουσα από κίρρωση του ήπατος μητέρα της και να της χορηγήσει σκεύασμα αλόης, κάψουλες ιχθυελαίου και ντιριμπόουζ, διατεινόμενη ψευδώς ότι τα παρήγγειλε από την ..... και ότι μόνο το ένα κουτί ντιριμπόουζ κόστιζε 1.000 ευρώ, τον δε Β να της καταβάλει το ποσό των 50.000 δρχ. για δήθεν θεραπεία προστάτη και χορήγηση σκευάσματος, ποσό από το οποίο εν τέλει κράτησε μόνο τις 10.000 δρχ., επιστρέφοντάς του τουπόλοιπο, όταν αυτός της το ζήτησε, αφού πρώτα είχε κάνει καταγγελία στις αρμόδιες αρχές. Με τον τρόπο δε αυτό ζημίωσε τους ανωτέρω, κατά τα ποσά, που προαναφέρθηκαν, αφού καμία υπηρεσία ιατρική δεν τους προσέφερε αλλά ούτε και μπορούσε να τους προσφέρει, δεδομένου ότι δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα, με αντίστοιχο δικό της παράνομο περιουσιακό όφελος.
Β) Χωρίς να έχει πτυχίο της Ιατρικής Σχολής ημεδαπού ή αλλοδαπού Πανεπιστημίου, σφετερίστηκε τον τίτλο του ιατρού και ειδικότερα παρείχε δήθεν ιατρικές υπηρεσίες στα προαναφερόμενα στο στοιχείο (Α) άτομα και κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο ίδιο στοιχεία (Α), χωρίς να έχει πτυχίο Ιατρικής Σχολής, σφετεριζόμενη έτσι τον τίτλο του ιατρού. Η κατ/νη εμφανιζόταν σε εκπομπές στην τηλεόραση δήθεν ως ιατρός, συνομιλούσε με τηλεθεατές, που τηλεφωνούσαν και έδινε ιατρικές συμβουλές για τις παθήσεις που είχαν, ανέλυε πώς ωφελούν τα σκευάσματα, τα οποία επικαλείτο, στην ασθένεια που είχε έκαστος εξ αυτών, αλλά και γενικά σε διάφορες ασθένειες στους τηλεθεατές, που παρακολουθούσαν τις εκπομπές της. Στις εν λόγω εκπομπές δεν αναγραφόταν ότι αυτή ήταν οδοντίατρος και με τις συμβουλές που έδινε ιατρικού περιεχομένου, δημιουργούσε την εντύπωση ότι ήταν δήθεν ιατρός. Στην περίπτωση της μητέρας της Α, η εν λόγω μάρτυρας κατηγορίας, η αδελφή της και η κόρη της είδαν την κατ/νη στην τηλεόραση, όπου ισχυριζόταν ότι ήταν δήθεν ιατρός-ομοιοπαθητικός, με σπουδές στον ....., ότι γνώριζε εναλλακτικές θεραπείες και ότι θεραπεύει όλες τις ασθένειες, όπως την κίρρωση ήπατος, από την οποία έπασχε η μητέρα της με διάφορες θεραπείες, με φύλλα ελιάς και διάφορα σκευάσματα. Βρήκαν τον αριθμό τηλεφώνου του ιατρείου της στο ..... από το κανάλι ".....". Την επισκέφθηκαν η αδελφή της και η κόρη της, της έδειξαν τις εξετάσεις της μητέρας της πιο πάνω μάρτυρος κατηγορίας και τους υποσχέθηκε ότι σε ένα μήνα η μητέρα τους θα είναι καλά στην υγεία της και μάλιστα, όπως τους ανέφερε "θα σκάβει στον κήπο". Ακολούθως, η κατ/νη επισκέφθηκε τη μητέρα της Α στην οικία της. Η Α την πλήρωσε 2.000 ευρώ για την αμοιβή της, όπως της ζήτησε. Έδωσε στη μητέρα της αλόη, W3 και diribose και τους είπε ότι το τελευταίο το φέρνει από την ..... και κοστίζει 1.000 ευρώ. Ακόμη, τους είπε να δώσουν στη μητέρα τους πολύ χυμό από φύλλα ελιάς. Τους παρέδωσε και σημείωμα πώς θα λαμβάνει η μητέρα τους τα πιο πάνω σκευάσματα. Όταν πήγαν μετά το θάνατο της μητέρας τους στο ιατρείο της κατ/νης είχε ένα χαρτί έξω απ' αυτό, που έγραφε "ομοιοπαθητικός". Η μητέρα της Α, με τα σκευάσματα που της χορήγησε η κατ/νη, χειροτέρεψε στην υγεία της, όταν δε της το ανέφερε απάντησε ότι είναι αντίδραση του οργανισμού της και να μην τα σταματήσει. Όταν τελείωσαν τα diribose της ζήτησαν άλλα και τους είπε ότι κοστίζουν 1.000 ευρώ έκαστο. Πήγαν στο φαρμακείο του κ. Γ και τους είπε ότι κοστίζουν 25 ευρώ έκαστο. Ο κ. Γ τηλεφώνησε στην κατ/νη και της είπε "Τι απάτη είναι αυτή;". Η μητέρα της μάρτυρος κατηγορίας απεβίωσε σε ενάμιση μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας. Τα σκευάσματα, που χορήγησε η κατ/νη στη μητέρα της, δεν είχαν θεραπευτική δράση. Η αδελφή της Α ερεύνησε αν η κατ/νη ήταν ιατρός ομοιοπαθητικός, απευθύνθηκαν δε μαζί με τη Α και στον Πρόεδρο των ομοιοπαθητικών ιατρών και εκείνος τους ανέφερε ότι αυτή δεν ήταν ομοιοπαθητικός. Τα συγκεκριμένα φάρμακα, που τους συνέστησε, δεν τα είχε αναφέρει στην τηλεόραση. To diribose που, όπως τους είπε, θα έκανε καλό στη μητέρα τους, την αλόη και το W3, τα θεώρησαν βιταμίνες, το diribose φάρμακο. Η μάρτυρας κατηγορίας Α μετά το θάνατο της μητέρας της πληροφορήθηκε ότι η αλόη δεν κάνει καλό στο συκώτι και ότι είναι τοξική. Στην περίπτωση του Β, ο εν λόγω μάρτυρας κατηγορίας ήταν διαβητικός και είχε πρόβλημα προστάτη και μία γνωστή του κυρία του συνέστησε την κατ/νη ως διαβητολόγο. Την επισκέφθηκε στο ιατρείο της, όπου εντός αυτού δεν υπήρχε οδοντιατρείο, δηλαδή δεν είχε την ειδική οδοντιατρική πολυθρόνα ούτε τα αντίστοιχα εργαλεία. Στην είσοδο του κτιρίου ανέγραφε ότι η κατ/νη ήταν οδοντίατρος. Η κατ/νη, κατά την επίσκεψη του, του περιέγραψε τις ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία του και την πάθηση του διαφόρων σκευασμάτων. Ο ως άνω μάρτυρας κατηγορίας κατέβαλε στην κατ/νη συνολικά 50.000 δρχ. για επίσκεψη, σκευάσματα και το βιβλίο, που αυτή είχε εκδώσει. Τα σκευάσματα ήταν ληγμένα, του τα πώλησε η ίδια. Η κατ/νη του επέστρεψε το ποσό των 40.000 δρχ., αφού προηγουμένως είχε κάνει αυτός την από 22-3-2001 γραπτή αναφορά στον Οδοντιατρικό Σύλλογο. Τα σκευάσματα ήταν σε φιαλίδια, στα οποία αναγράφονταν οδηγίες στη γλώσσα του Κράτους της Δανίας και η κατ/νη τον διαβεβαίωσε ότι συμβάλλουν στη μείωση του διαβήτη και θεραπεία του προστάτη. Την επομένη της επίσκεψης του Β, όταν αυτός διαπίστωσε ότι τα φιαλίδια, που του έδωσε η κατ/νη, δεν ήταν φάρμακα αλλά βιταμίνες, έστειλε έναν υπάλληλό του στο γραφείο της να τα επιστρέψει, όμως, εκείνη αρνήθηκε να τα παραλάβει και του παρέδωσε την υπ' αριθμ. ..... απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 50.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν ως χειρουργός -οδοντίατρος και ότι δήθεν διενήργησε σ' αυτόν εξέταση και θεραπεία στοματίτιδας, ενώ αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Οι επιθεωρητές του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας "ΣΕΥ.ΥΠ" Δ και Ε, οι οποίοι διενέργησαν έλεγχο στο ιατρείο της κατ/νης, κατόπιν του με αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ ..... Δελτίου Πληροφοριών της Υποδιεύθυνσης Ελέγχων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών με συνημμένη τη με ΑΠ ΕΜΠ ..... υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 της κ. Α, αναφέρουν στην υπ' αριθμ. ..... έκθεσή τους - πόρισμα τα ακόλουθα: Μετέβησαν στο οδοντιατρείο της κ. ΣΤ. Εκεί διαπίστωσαν ότι: Το οδοντιατρείο δεν πληροί τους όρους λειτουργίας, τους προβλεπόμενους από τη νομοθεσία, δηλαδή, το οδοντιατρικό μηχάνημα δεν ήταν συνδεδεμένο με το δίκτυο αποχέτευσης, εντός του χώρου του ιατρείου υπήρχε κρεβάτι και η γενικότερη επίπλωση ήταν τέτοια ώστε έδινε την αίσθηση ότι επρόκειτο περί σπιτιού παρά ιατρείου και εντός του χώρου του ιατρείου υπήρχαν μηχανήματα - συσκευές άσχετες με τη λειτουργία ενός οδοντιατρείου, ήτοι: α) Best-Biomeridien (συσκευή βιοενέργειας) και β) Therapy device. Επίσης, υπήρχε προθήκη με 18 ειδών βότανα της εταιρίας "Μακροζωία" και διάφορα προϊόντα της εταιρίας "FOREVER LIVING PRODUCTS". Έξωθεν του διαμερίσματος του οδοντιατρείου υπήρχε αναρτημένη πινακίδα με τα ακόλουθα: "ΚΕΝΤΡΟ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ Dr ΣΤ". Κατά τον γενόμενο έλεγχο των βιβλίων της κ. Χ διαπίστωσαν ότι: α) Δεν υπήρχαν αποδείξεις για εκτέλεση οδοντιατρικών πράξεων, β) Υπήρχαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς την εταιρία "FOREVER LIVING PRODUCTS" με την αιτιολογία της προώθησης των πωλήσεων των προϊόντων της, σε μηνιαία βάση και γ) Υπήρχαν αποδείξεις πώλησης συμπληρωμάτων διατροφής και βιβλίων. Ακόμη, διεπίστωσαν τα εξής: Η Χ αναφέρεται ως Δρ Χ, στερούμενη του αντίστοιχου διδακτορικού τίτλου. Διαφημίζεται ως Βιολόγος-Σύμβουλος Διατροφής, Χειρουργός Οδοντίατρος, Στοματολόγος των Πανεπιστημίων MC Gill Καναδά και Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ κατέχει μόνο το πτυχίο της Οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αναφέρεται σε θεραπείες άσχετες με την άσκηση της οδοντιατρικής επιστήμης και συγκεκριμένα: α) Υδροθεραπεία παχέος εντέρου, β) Βιοενέργεια, γ) Ηλεκτρονική διάγνωση, δ) Υγιεινό αδυνάτισμα και ομορφιά - Φυτοθεραπεία και ε) Βιομαγνήτες. Στα συμπεράσματα της εν λόγω έκθεσης- πορίσματος αναφέρονται τα ακόλουθα: Α. Σχετικά με τα αναφερόμενα στην καταγγελία της κ. Α: 1) Τα καταγγελλόμενα από την κα Α, δηλαδή ότι η οδοντίατρος κα Χ ανέλαβε να θεραπεύσει την πάσχουσα από κίρρωση του ήπατος μητέρα της και προς τούτο χορήγησε θεραπευτική αγωγή, αληθεύουν. Η χορηγηθείσα θεραπευτική αγωγή συνίστατο από σκευάσματα αλόης, ιχθυελαίου και diriboouz, τα οποία χορήγησε η καταγγελλόμενη και έλαβε χρήματα. 2) Ο ισχυρισμός της κ. Χ ότι ανέλαβε να αντιμετωπίσει μόνο τις στοματικές εκδηλώσεις της πάθησης, δεν ευσταθεί. 3) Τα χορηγηθέντα σκευάσματα δεν εμπίπτουν στα ενδεικνυόμενα για την πάθηση της κίρρωσης του ήπατος, σύμφωνα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης. 4) Η θεραπευτική παρέμβαση της κ. Χ συνέβαλε στον αποπροσανατολισμό της ασθενούς και της οικογενείας της από την ενδεδειγμένη από την ιατρική επιστήμη θεραπεία και φροντίδα της. Β. Σχετικά με τη λειτουργία του οδοντιατρείου: 1. Δεν πληρούνται οι προβλεπόμενοι από τη νομοθεσία όροι υγιεινής και λειτουργίας του οδοντιατρείου (Β. Δ. 451/1962 και Β.Δ. 521/1963). 2. Μέσα στο χώρο του ιατρείου, εκτός των προβλεπομένων από τη νομοθεσία μηχανημάτων, υπάρχουν δύο μηχανήματα βιοενέργειας, προθήκη με 18 ειδών βότανα, κ.λπ., παντελώς άσχετα με την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος. Γ. Σχετικά με τη διαφήμιση από τα Μ.Μ.Ε. και το διαδίκτυο: 1. Η κ. Χ σαφώς αντιβαίνει την οδοντιατρική δεοντολογία (άρθρο 3 Δεοντολογικού Κανονισμού Οδοντιάτρων και άρθρο 15 Π.Δ. 84/2001), αφού παραπλανητικά διαφημίζεται ως κάτοχος τίτλων και γνώσεων που δεν κατέχει. 2. Στην τηλεόραση, όπου εμφανίζεται, παρέχει ιατρικές συμβουλές άσχετες με την Οδοντιατρική Επιστήμη, διαφημιζόμενη με στόχο το οικονομικό όφελος, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8 του Δεοντολογικού Κανονισμού Οδοντιάτρων. Στις προτάσεις της ως άνω έκθεσης-πορίσματος αναφέρονται τα ακόλουθα: 1) Το Τμήμα Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών να επανεξετάσει τις συνθήκες λειτουργίας του οδοντιατρείου της κ. Χ , 2) Η κ. Χ να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Συλλόγου Αττικής, αφού: α) Διαφημίζεται παραπλανητικώς και παρανόμως στα ΜΜΕ και το διαδίκτυο (άρθρα 2 και 3 Δεοντολογικού Κανονισμού Οδοντιάτρων και άρθρο 15 του ΠΔ 84/2001) και β) Ασκεί άλλες ιατρικές και μη πράξεις, υποπίπτοντας στο αδίκημα της παραποίησης επαγγέλματος (άρθρα 2 και 8 Δεοντολογικού Κανονισμού Οδοντιάτρων). Η κατ/νη τιμωρήθηκε πειθαρχικά μετά από την καταγγελία της Α με την υπ' αριθμ. 1/2005 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων και διετάχθη με την υπ' αριθμ. πρωτ. ΟΙΚ 23448/21-10-2003 απόφαση της Δ/νσης Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών η διακοπή λειτουργίας του οδοντιατρείου της. Δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι η κατ/νη έχει την ειδικότητα της στοματολόγου και βάσει αυτής μπορεί να διαγνώσει από ποία ασθένεια πάσχει ο εκάστοτε ασθενής, που εξετάζει, και στη συνέχεια παραπέμπει αυτούς στους ειδικούς ιατρούς και ότι τα σκευάσματα, που προαναφέρθηκαν, τα έδινε δωρεάν, όπως και τις διατροφικές συμβουλές. Η κατ/νη δεν προσκόμισε δίπλωμα Πανεπιστημιακού επιπέδου για την ειδικότητα, που επικαλείται, ούτε κάποιο έγγραφο ότι έχει αναγνωρισθεί η ειδικότητά της στην Ελλάδα, αλλά βεβαιώσεις παρακολούθησης κάποιων σεμιναρίων σχετικά με υγιεινή διατροφή. Εξάλλου, η κατ/νη στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις επικαλείτο ότι ήταν δήθεν ιατρός με άλλες ειδικότητες και όχι στοματολόγος, ζητούσε, δε και λάμβανε αμοιβή για τα σκευάσματα που χορηγούσε στους ασθενείς της και τις διατροφικές συμβουλές που έδινε, αφού προηγουμένως ισχυριζόταν ότι δήθεν είχε διαπιστώσει την πάθηση, που έκαστος έπασχε, χωρίς, όμως, να έχει τις ιατρικές γνώσεις για κάτι τέτοιο. Η κατ/νη ισχυρίζεται ότι είχε αγοράσει ένα μηχάνημα, που ονομάζεται BEST αντί του ποσού των 10.000.000 δρχ. και μ' αυτό εξέταζε τη βιοενέργεια των ασθενών της και σε όποιο όργανο του σώματος υπήρχε κενό ενέργειας, εκεί εντόπιζε ότι δημιουργείτο πρόβλημα υγείας. Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η κατ/νη είχε αποκτήσει ανεγνωρισμένη στην Ελλάδα ειδικότητα μετά απόεξειδικευμένη εκπαίδευση για να διαπιστώνει ιατρικά τις ασθένειες των πελατών της με το εν λόγω μηχάνημα, αν και με αυτό δεν γίνονται διαγνώσεις, αλλά διαπιστώνονται διαταραχές (βλ. κατάθεση μάρτυρα ΣΤ), γεγονός που δεν ανέφερε στους πελάτες της. Εξάλλου, η εξέταση με το μηχάνημα BEST δεν συνδυάζεται με την ειδικότητα της στοματολογίας, που επικαλείται ότι κατέχει. Το γεγονός ότι η κατ/νη ως οδοντίατρος σπούδασε μέχρι το τρίτο έτος στο Πανεπιστήμιο μαζί με αυτούς που σπούδαζαν Ιατρική ορισμένα ίδια μαθήματα και ήταν γνώστης οργανικής και ανόργανης χημείας, δεν της δίδει το δικαίωμα να εμφανίζεται στους πελάτες της ως ιατρός και να δίδει συμβουλές ιατρικού περιεχομένου, τη στιγμή κατά την οποία σήμερα στους ιατρούς απαιτείται ο καθένας να έχει τη δική του εξειδίκευση και να ακολουθεί ορισμένο κλάδο της ιατρικής επιστήμης. Εξάλλου, για τα σκευάσματα, που έδωσε η κατ/νη στους ως άνω μάρτυρες κατηγορίες, απαιτείται αυτή που τα χορηγεί να διαθέτει ειδικές γνώσεις σχετικά με τη σωστή δοσολογία τους για κάθε ασθένεια, οι ειδικές δε αυτές γνώσεις άπτονται της ιατρικής επιστήμης και μόνο ένας ιατρός με εξειδίκευση μπορεί να τις διαθέτει, βάσει δε αυτών να χορηγεί τα εν λόγω σκευάσματα, ενώ η κατ/νη ήταν οδοντίατρος. Ο μάρτυς ΣΤ, ιατρός, καθηγητής Πανεπιστημίου, χειρουργός στο νοσοκομείο ....., αναφέρει στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ότι γνωρίζει την κατ/νη ως οδοντίατρο, που έχει το δικαίωμα να δώσει γνώμη ή συμβουλή ως επιστήμων, δεν είναι όμως ειδικευμένη ιατρός. Οι βιταμίνες και τα άλατα έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες. Πας ιατρός και οδοντίατρος έχει δικαίωμα να επέμβει σε έκτακτη ανάγκη. Τα σκευάσματα βιταμινών και τα βιολογικά προϊόντα δίδονται και άνευ συνταγής. Η αλόη είναι πολυδιάστατο με ενεργειακές ιδιότητες σε σωστές δοσολογίες. To diribose είναι δυναμωτικό σκεύασμα. Η κατ/νη δεν είναι ειδικός διαιτολόγος ή υγιεινολόγος, αυτές είναι προεκτάσεις ιατρικής ειδικότητας. Η ομοιοπαθητική είναι μέθοδος. Η κατ/νη δικαιούται να παρέμβει όταν υπάρχουν στο στόμα εκδηλώσεις παθήσεων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η κατ/νη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν διαθέτει την ειδικότητα του στοματολόγου, θα έπρεπε, αν διαπίστωνε ότι κάποιος πελάτης της είχε μία πάθηση, να τον παραπέμψει στον αρμόδιο εξειδικευμένο ιατρό και αυτό δεν το έκανε στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις. Τέλος, αν η κατ/νη ανέφερε στους ανωτέρω μάρτυρες κατηγορίας ότι ήταν μόνο οδοντίατρος και δεν προέβαινε σε παράσταση σ' αυτούς των προαναφερομένων ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και συγκεκριμένα ότι ήταν δήθεν ιατρός με εξειδικευμένες γνώσεις, προς θεραπεία διαφόρων ασθενειών με σκευάσματα, αυτοί δεν θα παραπλανώντο και δεν θα πείθονταν να την επισκεφθούν, να τους εξετάσει ιατρικά και να της καταβάλουν ως αμοιβή της τα ως άνω χρηματικά ποσά, βλάπτοντας την περιουσία τους. Η κατ/νη προέβαλε το αίτημα της αναβολής της παρούσας δίκης με την έκδοση απόφασης στην από 22-9-2005 προσφυγή της κατά της υπ' αριθμ. 1/2005 απόφασης του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου οδοντιάτρων. Όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας είναι επαρκή προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της κατ/νης, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Κατόπιν αυτών, από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αποδείχθηκε ότι η κατ/νη διέπραξε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτών κατ' εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 98, 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση γεγονότα από τα οποία προκύπτει ο χρόνος κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα, ενεργώντας με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, με διαδοχικές και ξεχωριστές απατηλές συμπεριφορές προς τους εξαπατηθέντες Α και Β (κατ' εξακολούθηση απάτη), πέτυχε τελικά το σκοπό της. Προσθέτως, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις μαρτυρικές καταθέσεις του Ζ, Η και Θ, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, καθώς και τις 17 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, παρότι αυτά τα αποδεικτικά μέσα δεν εξαίρονται ειδικώς στην απόφαση. Δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη ότι η αναιρεσείουσα είχε την ιδιότητα της στοματολόγου και συνεπώς η επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία του π.δ. 200/1988, με το οποίο ορίζονται οι ειδικότητες της Οδοντιατρικής, είναι απαράδεκτη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η ρηθείσα αιτιολογία συνάδει απόλυτα και με την απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκείμενου να διαπιστωθεί εάν τα σκευάσματα της αλόης, του ιχθυελαίου, του Q10 και του Diribose, επιφέρουν ή όχι βλάβη στον ανθρώπινο οργανισμό, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, το αίτημα αυτό αφέθηκε στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και μόνο. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364 παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκησή του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε, παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω, στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η υπ' αριθ. 1/2005 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων δεν αναγνώσθηκε δημοσίως και στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου, από δε το αιτιολογικό και το διατακτικό της ίδιας απόφασης διαπιστώνεται ότι, το έγγραφο αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά και όχι προς στήριξη της ενοχής της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι τα υπ' αριθ. 1 έως 9 αναγνωστέα έγγραφα και τα υπ' αριθ. 1 έως 29 έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο και αναγνώσθηκαν, προσδιορίζονται, τόσο κατά τη χρονολογία εκδόσεώς τους, όσο και κατά το περιεχόμενό τους. Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή των αναγνωσθέντων εγγράφων είχε σαν συνέπεια η κατηγορουμένη να μην στερηθεί του δικαιώματός της να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα έγγραφα αυτά, είναι δε βέβαιον ότι στα εν λόγω έγγραφα αναφέρεται το προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης και ότι αυτά συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του που αφορά στη μη αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 1/2005 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων είναι αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο μέρος του που αφορά την εξατομίκευση των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.- Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα το οποίο ρητώς του παρέχει ο νόμος και το Δικαστήριο αρνήθηκε σε οποιονδήποτε από αυτούς να το ασκήσει ή παρέλειψε ν' αποφανθεί σε σχετική αίτησή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν προσκομίσθηκε ούτε ζητήθηκε η ανάγνωση ενός φωτοτυπικού εγγράφου του περιοδικού Ελληνικά Στοματολογικά Χρονικά της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, σύμφωνα με τον οποίο, το έγγραφο αυτό αναγνώσθηκε, πλην όμως, το Δικαστήριο δεν το έλαβε υπόψη του, με αποτέλεσμα να επέλθει ακυρότητα λόγω έλλειψης ακροάσεως, είναι απαράδεκτος, καθόσον, επίκληση κάποιου δικαιώματος, που ρητώς παρέχει ο νόμος στην αναιρεσείουσα και συνακόλουθη παραβίασή του από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν γίνεται.
IV.- Από τις διατάξεις των άρθρων 139, 170 παρ. 2, 349, 352 και 353 του ΚΠΔ συνάγεται ότι η αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει, όμως, αυτό, στην απορρίπτουσα το αίτημα που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο απόφασή του, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, η συνήγορος της αναιρεσείουσας υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της από 22.9.2005 προσφυγής της κατά της υπ' αριθ. 1/2005 απόφασης του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση στο τέλος του αιτιολογικού της, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Όμως, το Δικαστήριο κρίνει, ότι τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας είναι επαρκή προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της κατηγορουμένης, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν". Η αιτιολογία αυτή είναι σύμφωνη με την εκ των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη τοιαύτη, αφού, σε συνδυασμό με την παράθεση της αιτιολογίας για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης της προσβαλλομένης, γίνεται δεκτόν ότι τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας, όπως αυτά προπαρατέθηκαν, ήταν επαρκή για τον σχηματισμό αυτής (κρίση επί της ενοχής) και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η αναβολή, προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις. Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά, προκύπτει ότι η συνήγορος της αναιρεσείουσας "ζήτησε να προσκομισθεί η ληξιαρχική πράξη θανάτου της θανούσης Ι και να ζητηθούν δια μέσου του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου οι κασέτες της εκπομπής στο κανάλι EXTRA 3". Το αίτημα αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο, αφού, αφενός μεν δεν συνδυάσθηκε με αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, αφετέρου δε, διότι δεν εξηγήθηκε για ποιό λόγο έπρεπε να προσκομισθούν τα έγγραφα αυτά και οι κασέτες, δηλαδή ποιά απόδειξη αναγκαία θα παρείχαν στην εκδικαζόμενη υπόθεση και, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό, πέρα από το ότι η προαναφερθείσα αιτιολογία συμπεριέλαβε εμμέσως πλην σαφώς την απάντηση και στο εν λόγω αίτημα.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, εκ του9 άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι, κατά μεν το πρώτο μέρος του αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο μέρος του απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
V.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, στον δε κατηγορούμενο στο τέλος και αν δεν ζητήσει αυτός τούτο. Η παράβαση των ανωτέρω και μάλιστα προκειμένου για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σ' αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία δίνεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο Διευθύνων τη συζήτηση "έδωσε τον λόγο πρώτα στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή της κατηγορουμένης ... . Στη συνέχεια, η συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε την απαλλαγή της κατηγορουμένης και δήλωσε ότι εμμένει στα αναφερθέντα αιτήματα ... . Η κατηγορουμένη, όταν ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπισή της, απάντησε αρνητικά ...".
Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι, η επικαλούμενη παραβίαση της διάταξης του άρθρου 369 ΚΠΔ και κατ' επέκταση η εκ ταύτης επέλευση της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, δεν έλαβε χώρα, αφού, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο Διευθύνων τη συζήτηση έδωσε το λόγο, με τη σειρά, πρώτα στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και υπέβαλε στη συνέχεια πρόταση επί της κατηγορίας και κατόπιν, τελευταία, στην υπεράσπιση της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI.- Τέλος, ο τελευταίος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη, επελήφθη παρανόμως της προσφυγής που αυτή άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε οπωσδήποτε την προαναφερόμενη προσφυγή, ούτε άλλωστε ότι αποφάνθηκε επ' αυτής. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς ερεύνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 733/2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 6587/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατ΄ εξακολούθηση. Λόγοι αναίρεσης. Έλλειψη αιτιολογίας, παράβαση ουσιαστικής διάταξης, έλλειψη ακρόασης, αδικαιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής, διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και αιτήματος προσκόμισης εγγράφων. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 73/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 17/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 993/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 411/29.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, στην από 28-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της υπ'αριθμ. 17/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρ. 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 510 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ'αυτή λόγοι αναιρέσεως να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. 'Αλλως η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη του κειμένου της διατάξεως η οποία προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών τα οποία θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμελείας, δεν αρκεί. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διά το ορισμένο του οποίου πρέπει: α) αν ελλείπη παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή εν σχέσει προς συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχη αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, εις τί συνίσταται η έλλειψη αυτή εν σχέσει προς το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (βλ. Ολομ. ΑΠ 19/2001, Ολ. ΑΠ 2/2002, ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906). Εξ άλλου, διά να είναι ορισμένος ο εκ του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία φέρεται ότι παρεβιάσθη, καθώς και της αποδιδομένης εν σχέσει προς την διάταξη αυτή πλημμελείας, δηλαδή εις τί συνίσται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσης από την προσβαλλομένη απόφαση διατάξεως (ΑΠ 406/2006, ενθ.ανωτ.). Τέλος, ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος δεν δύναται να συμπληρωθή με παραπομπή εις άλλο έγγραφο (Ολ. ΑΠ 2/2002) και πολύ περισσότερο όταν αυτό δεν φέρει την υπογραφή εκείνου ενώπιον του οποίου ησκήθη η αίτηση αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 450/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/977). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του διευθυντού της Δικαστικής Φυλακής Ναυπλίου, περιεχομένη στην από 28-4-2008 έκθεση αναιρέσεως, διά της οποίας ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως "1) Για έλλειψη της κατά το Σύνταγμα και το Νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι δεν αναγράφονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εθεμελιώθη η καταδίκη του, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων συνήχθη η ύπαρξη περιστατικών του ως άνω είδους ώστε να του επιβληθή η άνω ποινή. 2) Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και δη περιλαμβανομένης στα άρθρα διά των οποίων καταδικάστηκε". Όμως, ως προς τον πρώτο λόγο, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν αναφέρεται στην έκθεση αναιρέσεως εις τί συνίσταται η έλλειψη αυτή εν σχέσει προς συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ενώ ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν αναφέρεται ποιά από αυτά είχαν εξετασθή κατά την διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ελήφθησαν υπ'όψη από το Εφετείο (βλ. ΑΠ 406/2006, ενθ.ανωτ.). Ως προς τον δεύτερο δε λόγο, δεν αναφέρονται ούτε οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που παρεβιάσθησαν, ούτε η απoδιδομένη εν σχέσει προς τις διατάξεις αυτές πλημμέλεια, δηλαδή εις τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διατάξεως που εφηρμόσθη από την προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, οι ως άνω προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι εντελώς αόριστοι. Εξ άλλου, διά της εκθέσεως αναιρέσεως γίνεται παραπομπή εις γραπτό κείμενο, εκτός αυτής (εκθέσεως) και συνημμένο με αυτή, υπό τον τίτλο "Λόγοι αναιρέσεως", το οποίο, όμως, ουδεμία υπογραφή φέρει. Αλλ' υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει ν'απορριφθή ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω-----------------------
Να απορριφθή η από 28-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του ...., κατά της υπ'αριθμ. 17/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 19/2001). Εξάλλου για να είναι σαφής και ορισμένος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση προς τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από την προσβαλλομένη απόφαση διατάξεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντή των δικαστικών φυλακών Ναυπλίου, περιεχομένη στην από 28-4-2008 έκθεση αναίρεσης. Με αυτήν ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης "1) Για έλλειψη της κατά το Σύνταγμα και το Νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι δεν αναγράφονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εθεμελιώθη η καταδίκη του, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων συνήχθη η ύπαρξη περιστατικών του ως άνω είδους ώστε να του επιβληθεί η άνω ποινή, 2) για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και δη περιλαμβανομένης στα άρθρα δια των οποίων καταδικάστηκε". Όμως ως προς τον πρώτο λόγο ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν αναφέρεται στην έκθεση αναίρεσης σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση προς συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης, ενώ ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν αναφέρεται ποια από αυτά είχαν εξετασθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο. Περαιτέρω ως προς το δεύτερο λόγο, δεν αναφέρονται ούτε οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, ούτε προσδιορίζεται η πλημμέλεια δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση. Εξάλλου, δια της εκθέσεως αναίρεσης γίνεται παραπομπή σε γραπτό κείμενο, εκτός αυτής και συνημμένο σ' αυτή, με τον τίτλο "Λόγοι αναιρέσεως" το οποίο όμως δεν φέρει κάποια υπογραφή. Επομένως οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν και εφόσον προκύπτει ότι ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2008 αίτηση του .... για αναίρεση της 17/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 72/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 1544/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1531/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδαφ. γ' Κ.Ποιν.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήτευση γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 ΚΠοινΔ και μέσα στη προθεσμία του άρθρου 166. Συγκεκριμένα η επίδοση γίνεται με παράδοση της κλήσης στα χέρια του ενδιαφερομένου (άρθρ. 155 παρ. 1 εδαφ. α') και αν αυτός δεν βρίσκεται στην κατοικία του, ούτε σύνοικος ή οικιακός βοηθός ή θυρωρός επικολλάται το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας και επιδίδεται αντίγραφο της κλήσης στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο (άρθρ. 155 παρ. 2 εδαφ. β' και γ'). Αν όμως ο ενδιαφερόμενος κρατείται στη φυλακή ή σε άλλο καθορισμένο για την κράτηση τόπο, η επίδοση γίνεται στον τόπο αυτόν με κάποιον από τους υπαλλήλους του καταστήματος κράτησης (άρθρ. 155 παρ. 3 ΚποινΔ), η δε επίδοση στον παραπάνω καθοριζόμενο τόπο είναι υποχρεωτική (Ολ. ΑΠ 463/1992). Εξάλλου κατά το άρθρο 273 παρ. 1 περίπτ. γ'ΚΠοινΔ, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση κατοικίας, που δηλώθηκε αρχικά ή μεταγενέστερα με δήλωση προς τον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη, ενώ ως τέτοια δήλωση κατοικίας θεωρείται και εκείνη, που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως ενδίκου μέσου. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδαφ. α' σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρ. 513 ΚΠοινΔ, αν αυτός που ζητεί την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται, αρκεί να έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διαφορετικά η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1544/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση συγχώνευσης ποινών του αναιρεσείοντος και καθορίστηκε η συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή σε κάθειρξη ένδεκα ετών, τριών μηνών και είκοσι ημερών και η συνολική χρηματική ποινή σε δέκα πέντε χιλιάδες και διακόσια ευρώ, ο αναιρεσείων φέρεται ως κρατούμενος ΚΑΥΦ Κορυδαλλού, στη δε από 10-6-2008 αναίρεση δήλωσε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, δια του οποίου άσκησε την αναίρεση, ότι είναι κάτοικος ....., θέση ".....", νομού ..... και ήδη κρατούμενος στις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας, ενώ από το αποδεικτικό επιδόσεως με ημερομηνία 29-10-2008 της δικαστικής επιμελήτριας ....., προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε με θυροκόλληση στα ....., οδός θέση: ..... και στη συνέχεια επιδόθηκε αντίγραφο της κλήσης του στον αντίκλητο, που είχε διορίσει. Ο αναιρεσείων όμως, εφόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο της κλητεύσεώς του ήταν κρατούμενος στη φυλακή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, έπρεπε να κλητευθεί υποχρεωτικά στις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας. Αφού λοιπόν η κλήτευση έγινε σε άλλο τόπο και όχι της φυλακίσεώς του, δεν είναι νομότυπη και, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσής του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της υπ' αρ. 49/10-6-2008 αίτησης του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 1544/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερήμην. Απαράδεκτη η συζήτησή της ασκηθείσας αναίρεσης, διότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε με θυροκόλληση, ενώ αυτός εκρατείτο στις φυλακές.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
Αριθμός 71/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)... και 2)...., που παρέστησαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Οικονομοπούλου, για αναίρεση της 3139/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με συγκατηγορούμενο τον ....
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 και 29 Μαΐου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1083/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 71 § 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 § 2 Ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη από αυτές και που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποίησης του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1, 2 καl 3 του άρθρου 3 του ως άνω Ν. 998/1979 και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο, συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο εγκλήματος γιατί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης δεν αποτελεί το ότι μπορεί να προσφέρουν προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Oι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής έκτασης και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, oι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρύπανσης του ατμοσφαιρικού αέρα. Κατ' ακολουθίαν τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, oι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σχετικά με το έγκλημα της παράνομης εκχέρσωσης δάσους ή δασικής εκτάσεως ή την πρόκληση βλάβης της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση βάσει ποιας πράξεως ή αποφάσεως της Διοικήσεως η έκταση αυτή, επί της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις έχει χαρακτηρισθεί ως δασική, γιατί οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικράτειας, δημόσια ή ιδιωτική που καλύπτεται από αραιά ή πενιχρή βλάστηση, αποτελεί δασική έκταση, ούτε άλλωστε απαιτείται ο καθ' όρια προσδιορισμός της εκχερσωθείσας εκτάσεως, εφόσον δεν ανακύπτει ζήτημα ταυτότητας της δασικής εκτάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης με αριθμό 3139/2007 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, που δίκασε, ως Εφετείο, δέχθηκε μετά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων τα εξής: Οι κατηγορούμενοι διέπραξαν την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορούνται, ειδικότερα δε αποδείχτηκαν όλα τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό, μαζί με το στοιχείο της υπαιτιότητας των κατηγορουμένων, που αναφέρεται επίσης σε αυτό. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι του εγκλήματος του άρθρου 71 & 3 του Ν.998/79, που τέλεσαν κατά συναυτουργία στη θέση "..." στην κορυφή ... του Δημοσίου δάσους της περιφέρειας ... την 17-9-2002, καθόσον προέβησαν στη διάνοιξη δρόμου μήκους 2,2 χιλιομέτρων μέσα σε δημόσια δασική έκταση, παραβλάπτοντας έτσι την κατά προορισμό χρήση της δασικής έκτασης, η οποία είναι σπάνια για τα πουλιά της Ευρώπης. Περαιτέρω ο τρίτος κατηγορούμενος υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί νομικής πλάνης, κατ' άρθρο 31 παρ.2 Ποινικού Κώδικα, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την απολογία του ήταν Πρόεδρος Κοινότητας, έχει ανοίξει δρόμους και έχει φτάσει έως την περιοχή ... και συνεπώς γνώριζε όλη την περιοχή και την επίδικη, καθώς και το Δημόσιο χαρακτήρα αυτής, ήτοι του ότι επρόκειτο για δημόσιο δάσος". Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται σε βάρος των κατηγορουμένων η νομοτυπική μορφή του σ' αυτούς αποδιδόμενου εγκλήματος και στη συνέχεια κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και τον μη ασκήσαντα αναίρεση ..., του ότι "Στη θέση ... (κορυφή ...) του δημοσίου Δάσους της περιφέρειας ..., την 17-9-2002 παρέβλαψαν παρανόμως την κατά προορισμό χρήση δασικής έκτασης. Συγκεκριμένα προέβησαν στη διάνοιξη δρόμου μήκους 2,2 χιλιομέτρων μέσα σε δημόσια δασική έκταση, παραβλάπτοντας έτσι την κατά προορισμό χρήση της δασικής αυτής έκτασης". Τέλος επέβαλε σε καθένα από αυτούς φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε όμως το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων) καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφάρμοσε, αφού δεν παρατίθενται ο' αυτήν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα της επίδικης έκτασης ως δάσους ή δασικής έκτασης, ενώ το σκεπτικό της απόφασης αυτής αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος των αναιρέσεων και πρέπει να γίνουν δεκτές oι αιτήσεις, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολο της, δηλαδή και ως προς τον μη ασκήσαντα αναίρεση, συγκατηγορούμενο των αναιρεσειόντων, ..., λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος (άρθρο 469 του ΚΠΔ), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου η σύνθεση είναι εφικτή, από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί στο σύνολο της τη με αριθμό 3139/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του- ίδιου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομη πρόκληση βλάβης στην κατά προορισμό χρήση δασικής έκτασης. Αναιρείται η απόφαση για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δασικά αδικήματα.
| 0
|
Αριθμός 70/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσακίρη, περί αναιρέσεως της 985/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 624/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται χωριστά τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων είναι αναγκαία όχι μόνο για την περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής, καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση ποινής ή στην απαλλαγή απ' αυτήν. Όμως οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη τους και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί, όπως και η εσφαλμένη ερμηνεία αυτής, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης με αριθμ. 985/2008 απόφασης του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (επί των Πλημμελημάτων), που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και η εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα Ψ είχαν συνδεθεί και συζούσαν σε διαμέρισμα του 4ου ορόφου της επί της οδού ..... στη ..... πολυώροφης οικοδομής. Στις 2-4-2001 και περί ώρα Ιβ.ΟΟ' ο κατηγορούμενος μετέβη στο διαμέρισμα και αφήρεσε από αυτό τα παρακάτω κινητά πράγματα τα οποία ανήκαν στην ιδιοκτησία της πολιτικώς ενάγουσας και συγκεκριμένα αφήρεσε ένα ραδιόφωνο μάρκας ΤΕΛΕΦΟΥΝΓΚΕΝ, ένα γραμμόφωνο-έπιπλο, μία εικόνα χειροποίητη του Αγίου Νεκταρίου και ένα σακβουαγιάζ, το οποίο περιείχε το βιβλιάριο ασθενείας της εγκαλούσας και του υιού της Α, διάφορα έγγραφα, το βιβλιάριο ενσήμων του Ι.Κ.Α, το βιβλιάριο υγείας και το διαζευκτήριο αυτής συνολικής αξίας 2.000.000 δραχμών, περίπου, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί όλα αυτά παράνομα. Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος άλλαξε και την κλειδαριά του διαμερίσματος και έτσι η εγκαλούσα δεν είχε οποιαδήποτε πρόσβαση στο διαμέρισμα. Ο κατηγορούμενος, δεν απολογήθηκε στην προανάκριση που έγινε, δεν προσήλθε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά ούτε και στο Δικαστήριο τούτο για να δώσει εξηγήσεις για την παραπάνω πράξη του. Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υφαιρέσεως και όχι της κλοπής, η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από κλοπή σε υφαίρεση να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής της υφαιρέσεως. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της υφαιρέσεως και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υφαιρέσεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2.ζ· παρ.1α, 27 παρ.1, 372 παρ.1 και 378 στοιχ. γ' ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η αιτίαση, ειδικότερα, του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία τα αναφερθέντα πράγματα είναι ευτελούς αξίας και συνεπώς το Δικαστήριο έπρεπε να χαρακτηρίσει την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ως υφαίρεση ευτελούς αξίας και να παύσει υφ'όρον την ποινική δίωξη κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 377 ΠΚ και 31 του ν. 3346/2005, είναι απαράδεκτη, γιατί η κρίση αυτή του δικαστηρίου, δηλαδή ως προς την αξία των αντικειμένων της υφαιρέσεως, ανερχομένη, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στο ποσό των 2.000.000 δραχμών και το ευτελές ή μη αυτής, είναι ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2008 (και με αριθ.2360/14-3-2008) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 985/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαίρεση. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για ειδική αιτιολογία. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που αφορά την αξία των υφαιρεθέντων και το χαρακτηρισμό της πράξης της υφαίρεσης ως ευτελούς αξίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υφαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 69/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γκέκα, περί αναιρέσεως της 1241/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 474/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 473 παρ. 1 και 3 και 507 παρ. 1α' ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης εναντίον τελεσίδικης απόφασης αρχίζει από τότε, που αυτή θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, το οποίο τηρείται από την γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν ποινικού δικαστηρίου και είναι δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευσή της, εφόσον ο δικαιούμενος, καίτοι απών, εκπροσωπήθηκε στην έκκλητη δίκη από τον συνήγορό του (άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ), οπότε λογίζεται ως παρών, η εκπρόθεσμη δε άσκησή της συγχωρείται μόνον, όταν στην κατ'άρθρο 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησης ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, που αποδεικνύουν τα εν λόγω περιστατικά, ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπροθέσμως είναι, ως απαράδεκτο, απορριπτέο και εκείνος που το άσκησε καταδικάζεται στα έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1241/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2253/23-6-2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ήταν απών, εκπροσώπησαν στη δίκη ενώπιον του Εφετείου οι συνήγοροί του Απόστολος Γκέκας και Ιωάννης Βογιατζής και κατά συνέπεια αυτός θεωρείται ότι ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης. Η ανωτέρω τελεσίδικη και πληττόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας στις 24-1-2008, οπότε και άρχισε η προθεσμία προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον ανωτέρω δικηγόρο Απόστολο Γκέκα, στο όνομα και για λογαριασμό του κατηγορουμένου, δυνάμει του ..... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Θεοδώρας Πέτσα, ενώπιον της γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, στις 8-2-2008, ήτοι, μετά την πάροδο της ανωτέρω δεκαήμερης και νόμιμης προθεσμίας, που άρχισε από την επομένη της παραπάνω καταχώρησης και έληξε την 4-2-2008, δοθέντος ότι οι δύο τελευταίες ημέρες, (Σάββατο και Κυριακή) ήταν εξαιρετέες). Εξάλλου, ο αναιρεσείων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο του κατά τη συζήτηση της αίτησης, στην έκθεση αναίρεσής του δεν δικαιολογεί, ούτε αποδεικνύει, ότι το εκπρόθεσμο της άσκησης της οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Κατόπιν αυτών, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ για αναίρεση της 1241/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και,
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη αναίρεση, δίχως επίκληση λόγω ανώτερης βίας. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 67/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις, τρείς (3) τον αριθμό, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ, 2) Ψ και 3) Ζ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 337/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Φ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Μαΐου 2007, 30 Μαΐου 2007 και 30 Μαΐου 2007, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1078/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 84/14.2.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., τις παραδεκτώς, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 465 § 1, 474, 482 § 1 στοιχ. α' και 484 § 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ., αιτήσεις αναιρέσεως των α) Ψ, β) Χ και γ) Ζ, με αριθμ. 121/30-5-2007, 115/21-5-2007 και 122/30-5-2007, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 377/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 1487/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τον μεν πρώτον εκ των ανωτέρω κατηγορουμένων για τις πράξεις α) της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητός του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας, β) πλαστογραφίας υπό την έννοιαν της καταρτίσεως πλαστού εγγράφου και νοθεύσεως εγγράφου, κατ'εξακολούθησιν ποσού που υπερβαίνει το τοιούτο των 73.000 ευρώ και γ) Απιστίας κατ'εξακολούθησιν, τον δε δεύτερον και τρίτον για την πράξιν της Ηθικής αυτουργίας στις προαναφερόμενες πράξεις της Υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν και Απιστίας, κατ'εξακολούθησιν που φέρονται ότι ετελέσθησαν υπό του πρώτου καθώς και τον εξ αυτών Ξ, που δεν ήσκησε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, για την πράξιν της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξιν της υπεξαίρεσης, τελεσθείσαν υπό του πρώτου των κατηγορουμένων, εις το ακροατήριον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για να δικασθούν επί ταύταις (άρθρ. 13 στοιχ. γ', στ, 26 § 1, 27 § 1, 46 § 1 στοιχ. β', 94 § 1, 98 § 1, 2, 216 § 1, 3 εδ. α', 375 εδ. α', 2 εδ. β', 390 Π.Κ., ως η παρ. 2 του άρθρου 98 προσετ. δι'άρθρ. 14 § 1 ν.2721/99, το εδ. α' της παρ. 3 του άρθρ. 216 ετρ. δι άρθρ. 14 § 2 ν.2721/99, η παρ. 2 του άρθρου 375 αντικ. δι'άρθρ. 1 § 9 ν.2408/96 και το δεύτερο εδάφιο της προσ. δι'άρθρ. 14 § 3 στοιχ. β' ν.2721/99). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ησκήθησαν αι υπ'αριθμόν 416/27-9-2006, 390/14-9-2006, 388/14-9-2006 και 403/18-9-2006 εφέσεις των παραπάνω κατηγορουμένων, αντιστοίχως, επί των οποίων εξεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου απερρίφθησαν, ως κατ'ουσίαν αβάσιμες, αι ως άνω εφέσεις των κατηγορουμένων καθώς και το αίτημα του εξ αυτών Ψ για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και παράλληλα διετάχθη η εκτέλεσις του εκκαλουμένου βουλεύματος.
Αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών (άρθρ. 473 § 1 και 474 § 1 Κ.Π.Δ.)., όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως του προσβαλλομένου βουλεύματος προς τους κατηγορουμένους. Περιέχουν δε αυτές συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και δη α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και β) έλλειψις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ.) και επομένως πρέπει να εξετασθούν κατ'ουσίαν.
ΙΙ) Κατά το άρθρ. 375 § 1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα, καθ'όν χρόνον βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δολία προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Κατά δε το άρθρο 375 § 2 Π.Κ., όπως ετροποιήθη με το άρθρο 1 § 9 ν.2408/96 (που ισχύει από 4-6-1996), αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και ως διαχειριστού ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά τον ν.2408/96, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης όπως η του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να έχει υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστού ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης. Την εξουσία αυτή μπορεί να έχει είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της προδιαληφθείσης ιδιότητος του υπαιτίου, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητός του αυτής (ΑΠ 2309/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ'σελ. 815, ΑΠ 1280/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ σελ. 233). Εξάλλου από την διάταξη του άρθρ. 216 § 1 Π.Κ., που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητος των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απ'αρχής κατάρτισης εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από τον νόμο. 'Ετσι το έγκλημα της πλαστογραφίας διαπλάσσεται εις τυπικόν μεν έγκλημα πλην όμως συγχρόνως και σκοπουμένου αποτελέσματος.
Συνεπώς αυτή είναι τετελεσμένη με την κατάρτιση ή νόθευση του εγγράφου, εφ'όσον όμως η νόθευσις ή η πλαστογράφησις γίνονται επί σκοπώ όπως δια της χρήσεως τούτου επιτευχθεί η παραπλάνησις ετέρου, απαιτείται, πλην του βασικού δόλου, επί πλέον ο δράστης να επιδιώξει και την επέλευσιν και περαιτέρω αποτελέσματος, ήτοι την παραπλάνηση ετέρου περί γεγονότος δυναμένου να έχει έννομες συνέπειες. Το πρόσθετο αυτό υποκειμενικό στοιχείο είναι αναγκαίο δια την υποκειμενικήν υπόστασιν τούτου και πρέπει και εις το διατακτικόν του βουλεύματος να περιλαμβάνεται αλλά και εις το αιτιολογικό αυτού να περιέχονται τα στοιχεία και τα επιστηρίζοντα τούτο πραγματικά περιστατικά. Η παράλειψις του βουλεύματος να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά εις το αιτιολογικό, εκ των οποίων συνήγαγε την ύπαρξιν του σκοπού παραπλανήσεως ετέρου περί γεγονότος δυναμένου να έχει έννομες συνέπειες, ως εκ της υπαγωγής των ως είρηται πραγματικών περιστατικών υπό το ως είρηται πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος, στερείται κατά τας προαναφερομένας διατάξεις του Συντάγματος και Κ.Π.Δ., επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρ. 13 στοιχ. γ' Π.Κ., είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομο σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός (Α.Π. 814/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ' σελ. 130). Δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, όπως προσδιορίσθηκε με το άρθρ. 14 § 3 α, ν.2721/1999, που ισχύει από 3-6-1999, η δε βλάβη απαιτείται να είναι υλικής μορφής μόνο. Το ποσό των 73.000 ευρώ συνιστά περιεχόμενο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος σε βαθμό κακουργήματος, το δε μικρότερο ποσό στοιχειοθετεί έγκλημα πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος (Α.Π. 759/99 Ποιν. Χρ. Ν' σελ. 324). Τα παραπάνω εγκλήματα είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους λόγω της διαφορετικότητος του πληττομένου με κάθε ένα από αυτά εννόμου αγαθού. Εν όψει τούτου αλλά και γιατί το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου τελούν μεταξύ τους σε σχέση αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 94 § 1 και 98 § 2 Π.Κ., όπως το τελευταίο συνεπληρώθη δι'άρθρ. 14 § 1 ν.2721/99, προκύπτει ότι για τον υπολογισμό της περιουσιακής βλάβης ή του περιουσιακού οφέλους που προκύπτουν από το κατ'εξακολούθησιν έγκλημα, λαμβάνεται υπ'όψιν το σύνολο της αξίας των αντικειμένων των μερικωτέρων πράξεων και όχι το μεμονωμένο αντικείμενο κάθε μιάς από αυτές, υπό την πρόσθετη όμως υποκειμενική προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικώτερες πράξεις σ'αυτό το συνολικό αποτέλεσμα, εν αντιθέσει προς την διάταξη του άρθρ. 16 § 2 ν.δ. 2576/1953, η οποία είχε εισαγάγει για πρώτη φορά (μέχρι την ψήφιση του ν.2721/99) σύστημα αθροιστικού υπολογισμού του οφέλους ή της ζημίας, που προκύπτουν από τις μερικώτερες πράξεις των κατ'εξακολούθησιν εγκλημάτων του άρθρ. 1 ν.1608/50, όπου όμως δεν απαιτείται η παραπάνω πρόσθετη υποκειμενική προϋπόθεση (Α.Π. 1518/99 Ποιν. Χρον. ΜΘ' σελ. 993, Α.Π. 1605/99 Ποιν. Χρ. Ν' σελ. 791). 'Ετσι, ορθώς επισημαίνεται ότι ο εν λόγω "συνολικώς σχεδιασμός" διαφέρει από τον απαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση του κατ'εξακολούθησιν εγκλήματος "δόλο εξακολούθησης" κατά το ότι για την εφαρμογή του άρθρου 98 § 2 Π.Κ. δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι η απόφαση για την τέλεση κάθε μεταγενέστερης πράξης εμφανίζεται ως συνέχεια των προηγούμενων αποφάσεων, αλλά απαιτείται επί πλέον να αποδεικνύεται ότι ο δράστης ήδη κατά την τέλεση της πρώτης επί μέρους πράξης απέβλεπε να αποκομίσει συνολικό περιουσιακό όφελος ανώτερον του ελαχίστου ορίου, που καθορίζεται κάθε φορά στον νόμο. Εκ τούτων σαφώς συνάγεται ότι με την νέα ρύθμιση του άρθρ. 98 § 2 Π.Κ. διαμορφώνεται η μετάβαση από την βασική στην διακεκριμένη (κακουργηματική) μορφή του αυτού εγκλήματος με ποσοτικά κριτήρια, και δεν περιορίζεται πλέον στα εγκλήματα της πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαίωσης εις τα οποία αρχικώς εισήχθη με τον ν.2408/96, αλλά έχει γενικευθεί, μετά τον ν.2721/99, σε όλα σχεδόν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και ιδιοκτησίας (απιστίας περί την υπηρεσία, άρθρ. 256 περ. β' Π.Κ., υπεξαίρεσης στην υπηρεσία 258γ', υπεξαίρεσις, 375 § ιβ Π.Κ., απάτης 386 α' Π.Κ. κ.λ.π.). Περαιτέρω, όσον αφορά τον δόλο, δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγησή του, διότι αυτός ενυπάρχει στην γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, εκτός αν εκ του νόμου αξιώνεται ειδική μορφή δόλου, όπως η "εν γνώσει" ωρισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), δεδομένα που δεν απαιτούνται για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως καθόσον εν τη εννοία της "παρανόμου ιδιοποιήσεως" εμπεριέχεται και το στοιχείον του δόλου όστις (δόλος), εν προκειμένω, εν όψει του ότι δεν πρόκειται περίπτωσις του άρθρ. 27 § 2 Π.Κ., δεν χρήζη ειδικωτέρας αιτιολογίας (ΑΠ 1603/2005). Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρ. 46 § 1 περ. β' Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και παροχή άμεσης συνδρομής κατά την εκτέλεση και κατά την διάρκεια της εκτέλεσης της κυρίας πράξεως, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο ώστε χωρίς την βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Εξάλλου από την διάταξη του άρθρου 46 § 1 εδ'α' του ίδιου κώδικα, κατά την οποία με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι η από πρόθεση πρόκληση σε άλλον αποφάσεως για την τέλεση ορισμένης άδικης πράξης μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, αρκεί το μέσο που εχρησιμοποιήθη να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση για την τέλεση της άδικης πράξης. Τέλος κατά το άρθρο 49 § 2 Π.Κ. εν συνδ. με άρθρ. 375 § 2 Π.Κ. αι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν ή μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπ'όψιν μόνο για εκείνο στο πρόσωπο του οποίου υπάρχουν και επομένως για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης επί συμμετόχων θα πρέπει να συντρέχει αυτοτελώς και γι'αυτούς ο ίδιος λόγος της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιότητός των ως διαχειριστών ξένης περιουσίας καθώς και το ποσόν εκάστης μερικωτέρας πράξεως που συμμετείχε στην διάπραξίν της από τον αυτουργό είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας αφ'ενός και αφ'ετέρου το συνολικό τοιούτο όλων των μερικωτέρων πράξεων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, καθ'όσον αν δεν συντρέχουν ως προς αυτούς αι επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις που μεταβάλλουν τον χαρακτήρα της πράξεως από πλημμέλημα σε κακούργημα, θα κριθούν ούτοι ως συμμέτοχοι εις το βασικό έγκλημα της υπεξαιρέσεως της παρ. 1 του άρθρ. 375 Π.Κ., έστω και αν ούτοι ετέλουν εν γνώσει του ότι αι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις υφίστανται εις τον αυτουργό (Α.Π. 54/99 Ποιν. Χρ. ΜΘ' σελ. 305, Α.Π. 1666/98 Ποιν. Χρ. ΜΘ'σελ. 305, Α.Π. 1666/98 Ποιν. Χρ. ΜΘ'σελ.354, Α.Π. 1354/81 Ποιν. Χρ. ΛΒ' σελ. 601). Περαιτέρω για την στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 390 Π.Κ., όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρ. 15 ν.3242/2004, προβλεπομένου εγκλήματος της απιστίας, απαιτείται η επέλευσις βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, της οποίας έχει την διαχείριση ή επιμέλεια με βάση το νόμο ή την δικαιοπραξία. Το αδίκημα της απιστίας διαφοροποιείται έναντι του αδικήματος της υπεξαίρεσης κατά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, δεδομένου ότι επί απιστίας απαιτείται επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, χωρίς εκδήλωση βουλήσεως ιδιοποιήσεως, στοιχείο, το οποίο συνιστά ουσιώδες θεμέλιο της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της υπεξαιρέσεως, είτε υπό την μορφή πλημμελήματος είτε υπό την μορφήν κακουργήματος (Α.Π. 187/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ σελ. 882).
ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη όπου εφηρμόσθη και εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ'ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα εις αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (Α.Π. 2253/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 795). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που αποτελεί λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ'άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β'Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η διάταξη έχει παραβιασθεί εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του Συμβουλίου, από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, ή, κατά την έκθεση αυτή, υπάρχει αντίφαση, είτε στην αιτιολογία, είτε μεταξύ αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού του βουλεύματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο εκ μέρους του Αρείου Πάγου έλεγχος για την εφαρμογή ή όχι του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. Α.Π. 1778/93 Ποιν. Χρ. ΜΔ' σελ. 167). IV) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με παραδεκτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εις αυτό πρόταση του εισαγγελέα εφετών, εδέχθη, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται ειδικώς προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 10-7-1998 ο κατηγορούμενος Ψ προσελήφθη από την εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ", ως γενικός Διευθυντής για τέσσερα χρόνια. Εν συνεχεία η εταιρία μετετράπη από ΕΠΕ σε ανώνυμη η οποία και σήμερα καταμηνύει τους κατηγορουμένους της νέας αυτής εταιρίας το διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε την 8-12-1999 με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Ξ, Αντιπρόεδρο τον Χ, γραμματέα τον Ζ, ταμίας της εταιρίας διορίσθηκε ο ανεψιός του α' εκκαλούντος Ξ. Ο α' εκκαλών παρέμεινε στην θέση του μέχρι και του Ιουνίου του έτους 2002, οπότε και διεπιστώθη η κακή οικονομική πορεία της εταιρίας και για τον λόγο αυτό ζητήθηκε από την Ανώνυμη Εταιρία Ορκωτών Ελεγκτών με την επωνυμία "Συνεργαζόμενοι ορκωτοί λογιστές" διαχειριστικός έλεγχος της εταιρίας. Από τον έλεγχο αυτό προέκυψαν, όσα περιέχονται στην από 30-7-2002 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του ορκωτού Ελεγκτή .... Ειδικώτερα ο ελεγκτής διεπίστωσε, ότι με εντολή του προέδρου του Δ.Σ. εκδίδονταν ταμειακά παραστατικά που δεν απεικόνιζαν τις πραγματικές εισπράξεις και πληρωμές, τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στην έκθεση ελέγχουν στις σελίδες 23-26. Ειδικώτερα ο έλεγχος διεπίστωσε ότι ο λογαριασμός με στοιχεία ΚΑ 53.01.02 και με όνομα "πιστωτές διάφοροι" κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2002 εμφάνισε δικαιολογητικά εκταμιεύσεως χρημάτων συνολικού ύψους 107.896, 48 ευρώ, εις τα οποία δεν αναφερόταν η αιτία εκταμίευσης ούτε το όνομα του λήπτη των χρημάτων αλλά υπήρχε απλώς η αόριστη μνεία "πιστωτές διάφοροι" και "έναντι λογαριασμού". Από τον ταμία της εταιρίας οι ελεγκτές πληροφορήθηκαν ότι τα υπ'αριθ. 1, 2, 3, 4 και 5/10-5-2002 εντάλματα πληρωμής εξεδόθησαν χωρίς να πραγματοποιηθεί καταβολή χρημάτων, κατ'εντολήν του κατηγορουμένου Ζ. Ο Ξ, ταμίας της εταιρίας και νυν δ'εκκαλών εμμένει και τώρα στην θέση αυτή. Ο α' κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2000 έως και του Ιουνίου του 2002 νόθευε τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου εις τρόπον ώστε να εμφανίζεται σ'αυτά ότι ελήφθη απόφαση περί εγκρίσεως κονδυλίων που αφορούσαν μισθούς που ελάμβανε καθώς και έκτακτη αντιπαροχή λόγω καλής εκβάσεως των εργασιών της εταιρίας. Την νόθευση αυτή βεβαιώνουν οι μηνυτές μέτοχοι της εταιρίας, οι οποίοι ουδέποτε συναίνεσαν στην καταβολή προς τον κατηγορούμενο και τους συνεργάτες του ποσών ύψους άνω των 43.000 ευρώ. Επίσης ο ελεγκτής βεβαιώνει ότι ο α' κατηγορούμενος αποφάσισε και προέβη σε συμβάσεις πωλήσεως προς τον ίδιο και τους β' και γ' συγκατηγορουμένους του των υπ'αριθ. ..., ... και ... τριών αυτοκινήτων της εταιρίας, για τις οποίες συμβάσεις κατήρτισε εικονικά τα σχετικά με αυτές φορολογικά έγγραφα, προκειμένου να εμφανίσει ότι η εταιρία έλαβε από τους αγοραστές χρήματα τα οποία ουδέποτε εισέρρευσαν στο ταμείο της, συνολικού ύψους 70.000.000 ευρώ. Επίσης ο α' κατηγορούμενος από την ανάληψη των καθηκόντων του μέχρι και του Ιουνίου του έτους 2002 παρέλειψε να εισπράξει από τη σύζυγό του ... το μίσθωμα του προς αυτήν εκμισθωθέντος υπ'αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κυριότητος της εταιρίας με αποτέλεσμα να την ζημιώσει κατά τα οφειλόμενα μισθώματα εξ ευρώ 25.356. Στις πράξεις του αυτές προέβη ο α' κατηγορούμενος μετά από συνεννόηση με τους υπολοίπους, οι οποίοι εξ'ίσου με εκείνον αντλούσαν οικονομικά συμφέροντα και απεκόμισαν οφέλη από τις προαναφερόμενες πράξεις. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και προβάλλουν τους εξής ισχυρισμούς: 1) ο α' εκκαλών Ψ ισχυρίζεται ότι από το έλλειμμα που του καταλογίζεται 20.953 ευρώ εδόθησαν ως δώρο προς τον Χ, εν γνώσει των μετόχων της εταιρίας, διότι με δικές του ενέργειες η εταιρία είχε επιτύχει συμβόλαιο μακράς μίσθωσης 300 αυτοκινήτων προς την εταιρία ΔΕΛΤΑ, από την οποίαν προέκυψαν κέρδη άνω των 264.000 ευρώ. Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Χ, αλλά ουδείς εκ των δύο αναφέρει τον λόγο για τον οποίον η καταβολή αυτή έγινε χωρίς την έκδοση παραστατικών εγγράφων, όπως βεβαιώνεται από την έκθεση λογιστικού ελέγχου. Επίσης ισχυρίζεται ότι άλλο μέρος του ελλείμματος εξ ευρώ 88.902 αποτελεί το τίμημα τριών αυτοκινήτων, που αγοράσθηκαν επίσης εν γνώσει των μετόχων της εταιρίας, με σκοπό να μεταβιβασθούν εν συνεχεία ένα σε καθένα από τους τρεις κατηγορουμένους. Ωστόσο τέτοια σύμβαση δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα αλλά ούτε και εκδόθηκαν τα σχετικά παραστατικά της μεταβίβασης, όπως βεβαιώνεται από την έκθεση λογιστικού ελέγχου. Ειδικότερα ο ισχυρισμός ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα μετεβιβάσθησαν εκ νέου στην εταιρία πριν την έγερση της ποινικής δίωξης και ως εκ τούτου ουδεμία ζημία υπέστη η εταιρία, θα πρέπει να εκτιμηθεί σε συνδυασμό με την αξία κτήσεως των αυτοκινήτων και εκείνες την οποία είχαν τα αυτοκίνητα όταν επεστράφησαν στην εταιρία.
Συνεπώς και ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να εξετασθεί στο ακροατήριο προκειμένου να ερευνηθεί ο χρόνος κτήσεως των καινούργιων αυτοκινήτων και να ερευνηθεί δια ζώσης η αξία που αυτά είχαν όταν επεστράφησαν. Και τούτο όχι μόνον διότι η αξία ενός καινούργιου οχήματος απέχει πολύ από εκείνη του ίδιου μεταχειρισμένου οχήματος αλλά και διότι η δεύτερη αυτή αξία μπορεί να έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο από παράγοντες που δεν μπορούν να εκτιμηθούν στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, όπως ατυχήματα, κακή χρήση και συντήρηση κ.λ.π. Σχετικά με την πλαστότητα των πρακτικών των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της εταιρίας ο Ψ αμφισβητεί ότι εκείνος συνέταξε τα πρακτικά και ζητεί να προσκομισθούν τα πρωτότυπα των εγγράφων προκειμένου να διαπιστωθεί η σύνταξίς τους από τρίτο πρόσωπο και να απαλλαγεί από την κατηγορία για την πλαστογραφία. Και το ζήτημα όμως αυτό θα πρέπει να υποβληθεί στην κρίση του δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση διότι είναι ενδεχόμενο ο φυσικός αυτουργός της αλλοίωσης των πρακτικών να είναι τρίτο πρόσωπο αλλά ο εκκαλών να είχε άλλη μορφή ποινικής συμμετοχικής ευθύνης στο έγκλημα. 'Ετσι θα πρέπει δια ζώσης να ερευνηθεί τόσο ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, όσο και τυχόν ανάμειξή του στην υπό κρίσιν πράξη με άλλη μορφή συμμετοχικής δράσης πλην εκείνης του φυσικού αυτουργού. 2. ο Ξ, ταμίας της εταιρίας ισχυρίζεται ότι την εντολή για την έκδοση των τιμολογίων που δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικές συναλλαγές της εταιρίας είχε λάβει από τον συγκατηγορούμενό του Ζ αλλά εν όψει των πολλών και αντιφατικών ισχυρισμών θα πρέπει και αυτός να ερευνηθεί συνολικά στο ακροατήριο. 3. Την εν λόγω εντολή αρνείται ότι έδωσε ο κατηγορούμενος Ζ και ισχυρίζεται ότι τα παραστατικά εξεδόθησαν για την λογιστική κάλυψη του ταμείου. Ωστόσο δεν εξηγεί τον λόγο για τον οποίο το ταμείο παρουσίασε λογιστικό έλλειμμα που έπρεπε να καλυφθεί. Σχετικά με τα ποσά που φέρονται να του έχουν αποδοθεί, ο Ζ ισχυρίζεται ότι αντιστοιχούσαν σε αμοιβές του για την παροχή υπηρεσιών φορολογικών συμβουλών. Την ίδια άρνηση προβάλλει και ο α' κατηγορούμενος παρά το γεγονός ότι ήταν υπεύθυνος για την συνολική λειτουργία της εταιρίας. 4. Στον α' κατηγορούμενο αποδίδει ο εκκαλών Χ την εντολή για έκδοση εικονικών παραστατικών. Ο α' κατηγορούμενος αρνείται ότι εισέπραξε οποιαδήποτε χρήματα πλην του "bonus" που εδικαιούτο αλλά και αυτό δεν εξηγεί την ανωμαλία ούτε τον λόγο για τον οποίο τα παραστατικά δεν φέρουν τέτοια αιτιολογία. Ο α' κατηγορούμενος αποδίδει την έκδοση των εικονικών εγγράφων σε εντολή που έδωσε ο μηνυτής .... προς κάλυψη δικών του χρεών σε διάφορες Τράπεζες. Ωστόσο ο ισχυρισμός του αυτός συγκρούεται με τον ισχυρισμό του ταμία, ο οποίος αν είχε λάβει εντολή από άλλον δεν είχε λόγο να αναφέρει το όνομα του α' κατηγορουμένου, ο οποίος μάλιστα είναι και συγγενής του και να καλύψει τον μηνυτή. Εξάλλου ο ισχυρισμός αυτός δεν προεβλήθη από άλλον κατηγορούμενο, παρότι θα είχαν όλοι μαζί κοινό συμφέρον να τον προβάλλουν. Επίσης η θέση αυτή δεν συμβαδίζει ούτε με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του Ζ, ο οποίος δεν είχε λόγο να αποκρύψει ότι τις εντολές είχε δώσει ο .... και έτσι να ενοχοποιήσει τους συναδέλφους του και τον ίδιο του τον εαυτό. Οι θέσεις της υπεράσπισης δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος της κατηγορία δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Επομένως η κατηγορία είναι απόλυτα θεμελιωμένη και πρέπει να εξετασθεί δια ζώσης στο ακροατήριο. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς εξετίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία, θα πρέπει να επικυρωθεί απορριπτομένης της υπό κρίσιν εφέσεως.......". Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών, εστέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμα, από την κατά τα ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς και από την νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α) Από τον τρόπον αναφοράς των αποδεικτικών μέσων στην εισαγγελική πρόταση, προκύπτει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψιν και δεν συνεκτιμήθηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων αλλά μόνον η από 30-7-2002 έκθεσις διαχειριστικού ελέγχου του ορκωτού λογιστού ..., χωρίς να αιτιολογεί τον λόγον δια τον οποίον έκρινε ότι μπορούν να θεωρηθούν ως προκύπτουσα, εν προκειμένω, "αποχρώσες ενδείξεις" δια την παραπομπήν των κατηγορουμένων εις το ακροατήριον για τις προαναφερόμενες πράξεις, αφού άλλοτε γίνεται λόγος, σε σχέση με την παραπομπή, για ύπαρξη "αποχρωσών ενδείξεων ενοχής" και άλλοτε ότι ενδεχομένως "ο φυσικός αυτουργός της αλλοίωσης των πρακτικών να είναι τρίτο πρόσωπο", εκ μόνης της διαπιστώσεως υπό του ως άνω ορκωτού ελεγκτή ότι ο λογαριασμός ΚΑ 53.01.02 με τον τίτλο "πιστωτές διάφοροι", ενεφάνισε δικαιολογητικά εκταμιεύσεως χρημάτων συνολικού ύψους 107.896, 48 ευρώ, χωρίς να αναφέρεται η αιτία εκταμίευσις ούτε το όνομα του λήπτη των χρημάτων και παρά την μη ενίσχυσιν των πορισμάτων αυτών εξ οιουδήποτε ετέρου στοιχείου, αν και εδέχθη παράλληλα ότι η τοιαύτη διαπίστωσις των ελεγκτών, περί της ατάκτου εκδόσεως των υπ' αριθ. 1, 2, 3, 4, και 5/10-5-2002 ενταλμάτων πληρωμής, δεν υπήρξε αποτέλεσμα του ως άνω διαχειριστικού ελέγχου αλλά εκ πληροφοριών του ταμία της εταιρίας. Περαιτέρω, ως προκύπτει εκ του προσβαλλομένου βουλεύματος, ενώ τούτο εκθέτει δι'αναφοράς του εις την πρότασιν του Εισαγγελέως, τα εκ της διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά τα στοιχειοθετούντα τα επί μέρους συστατικά στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, ουδέν αναφέρει και περί του συστατικού στοιχείου του "παρανόμου" της επί της υπεξαιρέσεως λαβούσης χώραν ιδιοποιήσεως, ούτε επίσης και περί των στοιχειοθετούντων αυτήν πραγματικών περιστατικών. Το επί του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, όπως και επί κλοπής και ληστείας, κατά νόμον, απαιτούμενο στοιχείο του "παρανόμου" της ιδιοποιήσεως, είτε θεωρηθεί τούτο ότι ανήκει εις την αντικειμενικήν υπόστασιν του εν λόγω εγκλήματος (Α.Π. 665/75 Ποιν.Χρ. ΚΣΤ' σελ. 57), υπέρ της οποίας και η εν γένει εκδοχή, είτε θεωρηθεί ως στοιχείον το οποίον προσδιορίζει αρνητικώς το επιτρεπτό όριο της αντικειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος, πάντως όμως ομοφώνως γίνεται αποδεκτό ότι δεν εμπεριέχεται τούτο εις την έννοια της ιδιοποιήσεως (Α.Π. 226/65 Ποιν.Χρ. ΙΕ' σελ. 529), αλλά αποτελεί αυθύπαρκτον και αυτοτελές συστατικό στοιχείο του εγκλήματος τούτου (Α.Π. 474/79 Ποιν.Χρ. ΚΘ' σελ. 597, ΑΠ 1176/78 Ποιν.Χρ. ΚΘ' σελ. 284). Επομένως πρέπει κατ'ανάγκη να βεβαιούται εις το βούλευμα η ύπαρξις του στοιχείου τούτου (Α.Π. 665/75 Ποιν.Χρ. ΚΣΤ' σελ. 57), ώστε εντεύθεν σαφώς να προκύπτει η αντίφασις της γενομένης ιδιοποιήσεως προς το επί του υπεξαιρουμένου κινητού πράγματος δικαίωμα κυριότητος και έτσι να αποκλείεται ότι η ιδιοποίησις έγινε βάσει δικαιώματος. Και τούτο διότι, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, απέρριψε τούτους, χωρίς επαρκή αιτιολογία και παρέπεμψε τούτους περί της ουσιαστικής βασιμότητος των εις την κρίσιν του Δικαστηρίου. Η τοιαύτη δε παράλειψις καθιστά αναιτιολόγητον το βούλευμα, ως μη αιτιολογούν την απόρριψιν ουσιωδών ισχυρισμών που αναιρούν την βασιμότητα της κατ'αυτού κατηγορίας. 'Ετσι η παράλειψη του προσβαλλομένου βουλεύματος να εκθέσει εις τούτο τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξιν του στοιχείου του "παρανόμου" της ιδιοποιήσεως, ως και την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών υπό το ως άνω αυτοτελές συστατικό στοιχείο, εστέρησε εαυτό της κατά τας προδιαληφθείσας διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. β) Τέλος δεν εξειδικεύονται αι μερικώτερες πράξεις του ως άνω εγκλήματος της κατ'εξακολούθησιν τελεσθείσης πράξεως της υπεξαιρέσεως, που προϋποθέτει την ύπαρξιν τουλάχιστον δύο μερικωτέρων πράξεων, αλλ'ούτε διευκρινίζεται αν ο κατηγορούμενος με την τέλεσιν της πρώτης επί μέρους πράξης απέβλεπε να αποκομίσει συνολικό περιουσιακό όφελος. Και εντεύθεν αν τούτο αποτελεί αντικείμενον ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του άρθρ. 98 παρ. 2 Π.Κ., ως αντικ. δια του ν. 2721/1999, εν συνδ. με άρθρ. 375 παρ. 2 Π.Κ. γ) 'Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας, ουδαμού διαλαμβάνεται περί του προσθέτου υποκειμενικού στοιχείου της παραπλανήσεως ετέρου περί γεγονότος δυναμένου να έχει εννόμους συνεπείας, ουδ' επίσης και περί των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την προδικασίαν, τα οποία στοιχειοθετούν το παραπάνω πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο, καθώς και την εξ αντικειμένου θεμελίωσιν του αφού αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, εν συνδυασμώ με τα λοιπά στοιχεία, δεν αποκλείει το γεγονός ότι την πράξιν της νοθεύσεως διέπραξε τρίτο πρόσωπο, εκτός του κατηγορουμένου. Επί πλέον δε ενώ ο κατηγορούμενος φέρεται ότι διέπραξε το έγκλημα της πλαστογραφίας τόσον δια της εξ υπαρχής καταρτίσεως πλαστού εγγράφου, εμφανίζοντας τούτο ως γνήσιον, όσον και δια της νοθεύσεως γνησίου τοιούτου, δια τα οποία παρεπέμφθη εις το ακροατήριον δια του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ουδεμία αναφορά και αιτιολογία διαλαμβάνεται ως προς το πρώτο εκ των ανωτέρω εγκλημάτων, της εξ υπαρχής καταρτίσεως πλαστού εγγράφου, αν και διεξοδικώς αναπτύσσεται εις την μείζονα σκέψιν του προσβαλλομένου βουλεύματος το έγκλημα της απάτης, κατ'εξακολούθησιν τελεσθείσης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία προεκλήθη συνολική ζημία άνω των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ, χωρίς να παραπέμπεται ο κατηγορούμενος εις το ακροατήριον για την εν λόγω πράξιν. δ) Υπάρχει περαιτέρω έλλειψη και ασάφεια ως προς την έκθεση των περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση για την θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κακουργήματος, της Ηθικής αυτουργίας στην Υπεξαίρεση που φέρεται ότι έχει τελεσθεί από τους εκ των αναιρεσειόντων Χ και Ζ, αν και εσφαλμένως αναφέρεται δια του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι παρεπέμφθησαν δια την πράξιν της αμέσου συνεργείας εις την παραπάνω πράξιν της Υπεξαίρεσης και απάτης, εις βαθμόν κακουργήματος, καθώς και της αμέσου συνεργείας κατ'εξακολούθησιν στην παραπάνω πράξιν της Υπεξαίρεσης που φέρεται ότι έχει τελέσει ο εκ των κατηγορουμένων Ξ που δεν ήσκησε το ένδικο μέσον της αναιρέσεως, αφού δεν εξειδικεύεται η συνδρομή εις το πρόσωπό τους, μιάς από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες στην παρ. 2 του άρθρ. 375 Π.Κ. περιπτώσεις, που αποτελεί προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της πράξεως. Παράλληλα το Συμβούλιο Εφετών δια του προσβαλλομένου βουλεύματος υπερέβη αρνητικά την παρεχομένη εις αυτό από τα άρθρα 309, 310 και 313 Κ.Π.Δ. εξουσία του αφού, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του, δεν προέβη σε πλήρη έλεγχο των αποδεικτικών στοιχείων, αλλ'ούτε παραθέτει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στους αναιρεσείοντας ως άνω πράξεως της ηθικής αυτουργίας στην πράξιν της υπεξαίρεσης, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή τους εις το ακροατήριο καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 46 παρ. 1α, 375 παρ. 2 Π.Κ. (ολ Α.Π. 9/2001 σελ. 711) και παρά ταύτα απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμες, τις υπ'αυτών ασκηθείσες εφέσεις κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αν και διελαμβάνοντο εις αυτάς σαφείς και συγκεκριμένοι λόγοι εφέσεως.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω είναι βάσιμος ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και περί εσφαλμένης εφαρμογής, λόγος αναιρέσεως των υπό κρίσιν αιτήσεων αναιρέσεως των κατηγορουμένων και επί πλέον ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. στ' λόγος της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, αυτεπαγγέλτως ερευνωμένου, ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων Χ και Ζ και γι'αυτό πρέπει να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, σε σχέση με τους αναιρεσείοντας κατηγορουμένους αλλά και τον συμπαραπεμφθέντα συγκατηγορούμενόν των Ξ, εξαιτίας του επεκτατικού αποτελέσματος της αναίρεσης (άρθρ. 469 Κ.Π.Δ.) που δεν ήσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, καθ'όσον οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως δεν αρμόζουν αποκλειστικά εις το πρόσωπο των κατηγορουμένων που ήσκησαν το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ωφελεί τον παραπάνω κατηγορούμενο που δεν ήσκησε το εν λόγω ένδικο μέσο. Παραπεμφθεί δε η υπόθεση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 519 Κ.Π.Δ., για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Περαιτέρω επειδή η διάταξη του άρθρ. 511 Κ.Π.Δ. ως αντικ. δι'άρθρ. 50 παρ. 5 ν. 3160/2003, ορίζουσα ότι, μεταξύ άλλων, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο 'Αρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπ'όψιν το δεδικασμένο και αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος και την παραγραφή, που επήλθε μετά την δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης ή βουλεύματος, είναι δικονομική και ως τέτοια, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά το ατέλεστο μέρος τους, υποθέσεις (άρθρ. 596 παρ. 1α Κ.Π.Δ.), όπως η υπό κρίσιν. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 παρ. 2, 3 Π.Κ. συνάγεται ότι το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, ο χρόνος αυτής στα πλημμελήματα είναι πέντε (5) έτη, αρχίζει να τρέχει από την ημέρα που ετελέσθη η αξιόποινη πράξη και η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία αρχίζει, είτε με την επίδοση κλήσης επί βουλευμάτων, είτε με κλητήριο θέσπισμα επί απ'ευθείας παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αν δε ακυρωθεί το κλητήριο θέσπισμα από το δικαστήριο, που έχει ως συνέπεια να είναι αυτό ανύπαρκτο και η γενομένη επίδοσή του προς τον κατηγορούμενο να θεωρείται ως μη συντελεσθείσα, τότε, στην περίπτωση αυτή, δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής, μέχρι να συνταχθεί και κοινοποιηθεί νέο και έγκυρο κλητήριο θέσπισμα (Α.Π. 115/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 32, Α.Π. 2009/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 744, Α.Π. 1873/2004 Ποιν.Δικ. 2005 σελ. 249). Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον οι προαναφερθέντες από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και στ' Κ.Π.Δ., αναιρετικοί λόγοι κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει, γιατί αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, ν'αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η κατά των κατηγορουμένων ασκηθείσα ποινική δίωξις, λόγω παραγραφής, για το πλημμέλημα της απιστίας, της ηθικής αυτουργίας εις ταύτην και της αμέσου συνεργείας εις ταύτην, κατ'εξακολούθησιν, καθόσον αι πράξεις αυτές τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος με ποινή φυλάκισης, σύμφωνα με την διάταξη το άρθρ. 390 Π.Κ., πριν την αντικατάστασή του από το άρθρ. 15 ν. 3242/2004, που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, δεδομένου ότι από την τέλεσή της κατά το χρονικό διάστημα από 26, 27 και 30/6/2002 κάθε μιάς μερικότερης πράξης του παραπάνω αδικήματος και μέχρι σήμερα, πέρασε διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών και δεν ανεστάλη η προθεσμία της εν λόγω παραγραφής, αφού δεν άρχισε η κύρια διαδικασία. Τέλος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος η αίτησις του εκ των αναιρεσειόντων Ψ περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου σας, καθόσον επαρκώς έχει αναπτύξει τους ισχυρισμούς του, εν σχέσει με την εις βάρος του κατηγορίαν δια των υπομνημάτων του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί- ν ω: Ι) Να γίνουν δεκτές αι υπ'αριθ. 121/30-5-2007, 115/21-5-2007 και 122/30-5-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Ψ, Χ και Ζ, αντιστοίχως.
ΙΙ) Να αναιρεθεί το προσβαλ-λόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με αριθ. 337/2007 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς.
ΙΙΙ) Να επεκταθεί το αποτέλεσμα τούτο και ως προς τον εκ των κατηγορουμένων Ξ, κατηγορουμένου για άμεση συνέργεια, κατ'εξακολούθησιν στην πράξιν της Υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, που δεν ήσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης. IV) Να απορριφθεί η αίτησις του εκ του αναιρεσειόντων Ψ περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του ενώπιον του Συμβουλίου σας.
V) Να παύσει οριστικώς, λόγω παραγραφής, η κατά των κατηγορουμένων α) Ψ, β) Χ, γ) Ζ και δ) Ξ, ασκηθείσα ποινική δίωξις για την πράξιν της απιστίας, κατ'εξακολούθησιν εις βάρος του πρώτου εκ των ανωτέρω, της Ηθικής αυτουργίας, κατ'εξακολούθησιν στην ως άνω πράξιν εις βάρος του δευτέρου και τρίτου και της αμέσου συνεργείας κατ'εξακολούθησιν εις βάρος του τετάρτου, πράξεις που φέρονται ότι ετελέσθησαν υπ'αυτών στο .... κατά το χρονικό διάστημα 26, 27 και 30-6-2002 εις βάρος της εταιρίας με την επωνυμίαν "ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ". Αθήναι τη 14η Ιανουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ' αριθ. 337/2007) οι υπό κρίση τρείς αιτήσεις αναιρέσεως α) από 30.5.2007 του Ψ, β) από 21.5.2007 του Χ και γ) από 30.5.2007 του Ζ.
Κατά το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν.3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο μόνον για πλημμέλημα και ότι η μόνη περίπτωση που μπορεί να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο κατά βουλεύματος και ως προς την παραπομπή του για πλημμέλημα είναι εκείνη, κατά την οποία, αυτός και όχι άλλος κατηγορούμενος, παραπέμπεται με το ίδιο βούλευμα και για κακούργημα, με το οποίο το πλημμέλημα, για το οποίο συμπαραπέμπεται, συρρέει ή έχει συνάφεια. Στην περίπτωση που με το βούλευμα παραπέμπονται περισσότεροι ως συμμέτοχοι, εκ των οποίων ορισμένοι σε βαθμό πλημμελήματος και ορισμένοι σε βαθμό κακουργήματος, το ένδικο αυτό μέσο μόνον οι τελευταίοι μπορούν να το ασκήσουν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως απ' αυτό προκύπτει, έγιναν τυπικώς δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων και εκείνη του Ξ, μη ασκήσαντος αναίρεση, κατά του 1487/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και διατάχθηκε η εκτέλεση του εν λόγω βουλεύματος, το οποίο έτσι ενσωματώθηκε στο προσβαλλόμενο. Με το πρωτόδικο αυτό βούλευμα, επιτρεπτώς επισκοπούμενο για την έρευνα του παραδεκτού των δεύτερης και τρίτης εκ των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, οι αναιρεσείοντες και ο ανωτέρω Ξ παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως εξής: Α) Ο Ψ α) για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας συνολικά το ποσόν των 73.378,34 ευρώ, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση, β) για πλαστογραφία από υπαίτιο, που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.378,34 ευρώ, βλάπτοντας τρίτον, κατ' εξακολούθηση και γ) για απιστία κατ' εξακολούθηση, Β) Ο Χ α) για ηθική αυτουργία σε υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και β) για ηθική αυτουργία σε απιστία, Γ) Ο Ζ για τις ίδιες πράξεις, όπως και ο Χ και Δ) Ο Ξ για άμεση συνέργεια στις ανωτέρω υπό α' και γ' πράξεις του Ψ. Κατά το διατακτικό του ίδιου πρωτοδίκου βουλεύματος, οι Χ και Ζ, ειδικότερα, παραπέμφθηκαν να δικασθούν για ηθική αυτουργία σε μερικότερη πράξη, ο καθένας, της κατ' εξακολούθηση απιστίας, για την οποία παραπέμπεται να δικασθεί, με το ίδιο βούλευμα, ο Ψ, φερομένη ως τελεσθείσα από μεν τον Χ στις 27.6.2002, από δε τον Ζ στις 26.6.2002 και, περαιτέρω, για το ότι: "Ο Χ, στο ..., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την πράξη της υπεξαιρέσεως που διέπραξε και συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενος τη φιλική, συγγενική σχέση του με το πρώτο των κατηγορουμένων (εννοείται ο Ψ) και για να ωφεληθεί αντιστοίχως, τον ώθησε, με πειθώ και φορτικότητα, να τελέσει, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.12001 έως 30.5.2002, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, την υπό στοιχείο Ιαα πράξη κατά το ποσό των 20.953,78 ευρώ που τον αφορούσε" και "Ο Ζ, στο ..., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την πράξη της υπεξαιρέσεως που διέπραξε και συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενος τη φιλική σχέση του με τον πρώτο των κατηγορουμένων (εννοείται ο Ψ) και για να ωφεληθεί αντιστοίχως, τον ώθησε, με πειθώ και φορτικότητα, να τελέσει, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 30.5.2002, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, την υπό στοιχείο Ιαα πράξη κατά το ποσό των 1311,5 ευρώ που τον αφορούσε". Συνίσταται δε, κατά το αυτό διατακτικό, η υπό στοιχείο Ιαα πράξη του Ψ στο ότι αυτός, με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας και συγκεκριμένα του Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατά το διάστημα από 1.1.2001 έως 30.6.2002, ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσόν των 109.855,84 ευρώ, που ανήκε στην ως άνω εταιρία και το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της προαναφερθείσης ιδιότητάς του. Ενόψει αυτών οι ανωτέρω αναιρεσείοντες Χ και Ζ παραπέμφθηκαν για πράξεις που φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος, καθόσον, η μεν απιστία, κατά το χρόνο που φέρεται τελεσθείσα η σ'αυτήν ηθική αυτουργία των εν λόγω αναιρεσειόντων, (πριν από την τροποποίηση του άρθρου 390 ΠΚ με το άρθρο 15 του Ν.3242/2004), προεβλέπετο και ετιμωρείτο πάντοτε ως πλημμέλημα, οι μερικότερες δε πράξεις της διακεκριμένης υπεξαιρέσεως, που φέρονται τελεσθείσες με την ηθική αυτουργία αυτών, φέρονται με υλικό αντικείμενο, το οποίο ούτε ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χαρακτηρίζεται στο βούλευμα, ούτε και εμπιστευμένο σ' αυτούς, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, δηλαδή χωρίς να συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτών αυτοτελώς οι ιδιαίτερες ιδιότητες, σχέσεις και περιστάσεις που πρέπει να υπάρχουν και στο πρόσωπο των συμμετόχων (ηθικού αυτουργού, άμεσου ή απλού συνεργού) προκειμένου να κατηγορηθούν και να τιμωρηθούν και αυτοί για κακουργηματική υπεξαίρεση (άρθρο 49 ΠΚ), κρινόμενοι, απλώς, ως συμμέτοχοι στο βασικό έγκλημα της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ. Στην εισαγγελική δε πρόταση, που είναι ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα, η παραπομπή στο Τριμελές για κακουργήματα Εφετείο "για τις πλημμεληματικές πράξεις" αιτιολογείται "λόγω συναφείας". Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των Χ και Ζ, στρεφόμενες κατά βουλεύματος, το οποίο δεν υπόκειται σε αναίρεση από τους εν λόγω αναιρεσείοντες, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να επιβληθούν σ'αυτούς τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ), μολονότι άσκησε παραδεκτώς αναίρεση ο Ψ, τα εκ της οποίας επωφελή αποτελέσματα επεκτείνονται στους συμμετόχους του κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέληση του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά τους Ν.1408/1996 και 2721/1999, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει μία από τις ειδικές και περιοριστικά στη διάταξη αυτή προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστεύσεως, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στην κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου, λόγω της ιδιότητας του αυτής. Επί κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, η ιδιαίτερα μεγάλη αξία κρίνεται, εφόσον οι πράξεις τελέσθηκαν μετά το Ν.2721/1999, από το σύνολο των επί μέρους πράξεων (άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ), υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο συνολικό αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει άλλον, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, εφόσον το όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Για τον υπολογισμό της περιουσιακής βλάβης ή του περιουσιακού οφέλους της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της αξίας του αντικειμένου των μερικότερων πράξεων, εφόσον τελέσθηκαν μετά το Ν.2721/1999, υπό την αυτή, όπως ανωτέρω, επί υπεξαιρέσεως, προϋπόθεση.
Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, αναφορά η οποία καλύπτει και τα εκεί μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, προέκυψαν όσα διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία, αφού παρατίθενται νομικές σκέψεις και δη και ως προς ζητήματα για τα οποία δεν πρόκειται, (περί απάτης και συρροής αυτής με την υπεξαίρεση και την απιστία), προδήλως από παραδρομή, εκτίθενται τα ακόλουθα: "Την 10.7.1998 ο κατηγορούμενος Ψ (εννοείται ο Ψ) προσελήφθη από την ......... εταιρία με την επωνυμία "ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ", ως γενικός Διευθυντής για τέσσερα χρόνια. Εν συνεχεία η εταιρία μετετράπη από ΕΠΕ σε ανώνυμη ......Της νέας αυτής εταιρίας το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε την 8-12-1999 με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Ξ (εννοείται ο Ψ), αντιπρόεδρο τον Χ, γραμματέα τον Ζ. Ταμίας της εταιρίας διορίσθηκε ο ανεψιός του α' εκκαλούντος (εννοείται ο Ψ) Ξ. Ο α' εκκαλών παρέμεινε στην θέση του μέχρι και του Ιουνίου του έτους 2002, οπότε και διεπιστώθη η κακή οικονομική πορεία της εταιρίας και για το λόγο αυτό ζητήθηκε από την Ανώνυμη Εταιρία Ορκωτών Ελεγκτών με την επωνυμία "Συνεργαζόμενοι Ορκωτοί Λογιστές" διαχειριστικός έλεγχος της εταιρίας. Από τον έλεγχο αυτό προέκυψαν, όσα περιέχονται στην από 30-7-2002 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του Ορκωτού Ελεγκτή .... Ειδικότερα ο ελεγκτής διεπίστωσε, ότι με εντολή του προέδρου του Δ.Σ. εκδίδονταν ταμειακά παραστατικά που δεν απεικόνιζαν τις πραγματικές εισπράξεις και πληρωμές, τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στην έκθεση ελέγχου στις σελίδες 23-26. Ειδικότερα ο έλεγχος διεπίστωσε ότι ο λογαριασμός με στοιχεία ΚΑ 53.01.02 και με όνομα "πιστωτές διάφοροι" κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2002 εμφάνισε δικαιολογητικά εκταμιεύσεως χρημάτων συνολικού ύψους 107.896, 48 ευρώ, στα οποία δεν αναφερόταν η αιτία εκταμίευσης ούτε το όνομα του λήπτη των χρημάτων αλλά υπήρχε απλώς η αόριστη μνεία "πιστωτές διάφοροι" και "έναντι λογαριασμού". Από τον Ταμία της εταιρίας οι ελεγκτές πληροφορήθηκαν ότι τα υπ'αριθ. 1, 2, 3, 4 και 5/10-5-2002 εντάλματα πληρωμής εξεδόθησαν χωρίς να πραγματοποιηθεί καταβολή χρημάτων, κατ' εντολήν του κατηγορουμένου Ζ. Ο Ξ, ταμίας της εταιρίας ......... εμμένει και τώρα στην θέση αυτή.
Ο α' κατηγορούμενος (εννοείται ο Ψ) κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2000 έως και του Ιουνίου του 2002 νόθευε τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου εις τρόπον ώστε να εμφανίζεται σ' αυτά ότι ελήφθη απόφαση περί εγκρίσεως κονδυλίων που αφορούσαν μισθούς που ελάμβανε καθώς και έκτακτη αντιπαροχή λόγω καλής εκβάσεως των εργασιών της εταιρίας. Τη νόθευση αυτή βεβαιώνουν οι μηνυτές μέτοχοι της εταιρίας, οι οποίοι ουδέποτε συναίνεσαν στην καταβολή προς τον κατηγορούμενο και τους συνεργάτες του ποσών ύψους άνω των 43.000 ευρώ. Επίσης ο ελεγκτής βεβαιώνει ότι ο α' κατηγορούμενος αποφάσισε και προέβη σε συμβάσεις πωλήσεως προς τον ίδιο και τους β' και γ' συγκατηγορουμένους του των υπ'αριθ. ..., ... και .... τριών αυτοκινήτων της εταιρίας, για τις οποίες συμβάσεις κατήρτισε εικονικά τα σχετικά με αυτές φορολογικά έγγραφα, προκειμένου να εμφανίσει ότι η εταιρία έλαβε από τους αγοραστές χρήματα τα οποία ουδέποτε εισέρρευσαν στο ταμείο της, συνολικού ύψους 70.000.000 (εννοείται 70.000) ευρώ. Επίσης ο α' κατηγορούμενος από την ανάληψη των καθηκόντων του μέχρι και του Ιουνίου του έτους 2002 παρέλειψε να εισπράξει από τη σύζυγο του ... το μίσθωμα του προς αυτήν εκμισθωθέντος υπ' αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κυριότητος της εταιρίας με αποτέλεσμα να την ζημιώσει κατά τα οφειλόμενα μισθώματα εξ ευρώ 25.356. Στις πράξεις του αυτές προέβη ο α' κατηγορούμενος μετά από συνεννόηση με τους υπολοίπους, οι οποίοι εξ ίσου με εκείνον αντλούσαν οικονομικά συμφέροντα και απεκόμισαν οφέλη από τις προαναφερόμενες πράξεις. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και προβάλλουν τους εξής ισχυρισμούς:
1) Ο α' εκκαλών Ψ ισχυρίζεται ότι από το έλλειμμα, που του καταλογίζεται, 20.953 ευρώ εδόθησαν ως δώρο προς τον Χ, εν γνώσει των μετόχων της εταιρίας, διότι με δικές του ενέργειες η εταιρία είχε επιτύχει συμβόλαιο μακράς μίσθωσης 300 αυτοκινήτων προς την εταιρία ΔΕΛΤΑ, από την οποίαν προέκυψαν κέρδη άνω των 264.000 ευρώ. Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Χ, αλλά ουδείς εκ των δύο αναφέρει τον λόγο για τον οποίο η καταβολή αυτή έγινε χωρίς την έκδοση παραστατικών εγγράφων, όπως βεβαιώνεται από την έκθεση λογιστικού ελέγχου. Επίσης ισχυρίζεται ότι άλλο μέρος του ελλείμματος εξ ευρώ 88.902 αποτελεί το τίμημα τριών αυτοκινήτων, που αγοράσθηκαν επίσης εν γνώσει των μετόχων της εταιρίας, με σκοπό να μεταβιβασθούν εν συνεχεία ένα σε καθένα από τους τρεις κατηγορουμένους. Ωστόσο τέτοια σύμβαση δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα αλλά ούτε και εκδόθηκαν τα σχετικά παραστατικά της μεταβίβασης, όπως βεβαιώνεται από την έκθεση λογιστικού ελέγχου. Ειδικότερα ο ισχυρισμός ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα μετεβιβάσθησαν εκ νέου στην εταιρία πριν την έγερση της ποινικής δίωξης και ως εκ τούτου ουδεμία ζημία υπέστη η εταιρία, θα πρέπει να εκτιμηθεί σε συνδυασμό με την αξία κτήσεως των αυτοκινήτων και εκείνης την οποία είχαν τα αυτοκίνητα, όταν επεστράφησαν στην εταιρία.
Συνεπώς και ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να εξετασθεί στο ακροατήριο προκειμένου να ερευνηθεί ο χρόνος κτήσεως των καινούργιων αυτοκινήτων και να ερευνηθεί δια ζώσης η αξία που αυτά είχαν όταν επεστράφησαν. Και τούτο όχι μόνον διότι η αξία ενός καινούργιου οχήματος απέχει πολύ από εκείνη του ίδιου μεταχειρισμένου οχήματος αλλά και διότι η δεύτερη αυτή αξία μπορεί να έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο από παράγοντες που δεν μπορούν να εκτιμηθούν στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, όπως ατυχήματα, κακή χρήση και συντήρηση κ.λ.π. Σχετικά με την πλαστότητα των πρακτικών των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της εταιρίας ο Ψ αμφισβητεί ότι εκείνος συνέταξε τα πρακτικά και ζητεί να προσκομισθούν τα πρωτότυπα των εγγράφων προκειμένου να διαπιστωθεί η σύνταξή τους από τρίτο πρόσωπο και να απαλλαγεί από την κατηγορία για την πλαστογραφία. Και το ζήτημα όμως αυτό θα πρέπει να υποβληθεί στην κρίση του δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση διότι είναι ενδεχόμενο ο φυσικός αυτουργός της αλλοίωσης των πρακτικών να είναι τρίτο πρόσωπο αλλά ο εκκαλών να είχε άλλη μορφή ποινικής συμμετοχικής ευθύνης στο έγκλημα. Έτσι θα πρέπει δια ζώσης να ερευνηθεί τόσο ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, όσο και τυχόν ανάμειξη του στην υπό κρίσιν πράξη με άλλη μορφή συμμετοχικής δράσης πλην εκείνης του φυσικού αυτουργού.
2). Ο Ξ, ταμίας της εταιρίας,ισχυρίζεται ότι την εντολή για την έκδοση των τιμολογίωνπου δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικές συναλλαγές τηςεταιρίας είχε λάβει από τον συγκατηγορούμενό του Ζ αλλά εν όψει των πολλών και αντιφατικώνισχυρισμών θα πρέπει και αυτός να ερευνηθεί συνολικάστο ακροατήριο.
3).
Την εν λόγω εντολή αρνείται ότι έδωσε οκατηγορούμενος Ζς και ισχυρίζεται ότι τα παραστατικά εξεδόθησαν για την λογιστική κάλυψη του ταμείου. Ωστόσο δεν εξηγεί το λόγο για τον οποίο το ταμείο παρουσίασε λογιστικό έλλειμμα που έπρεπε να καλυφθεί. Σχετικά με τα ποσά που φέρονται να του έχουν αποδοθεί, ο Ζ ισχυρίζεται ότι αντιστοιχούσαν σε αμοιβές του για την παροχή υπηρεσιών φορολογικών συμβουλών. Την ίδια άρνηση προβάλλει και ο α' κατηγορούμενος παρά το γεγονός ότι ήταν υπεύθυνος για την συνολική λειτουργία της εταιρίας. 4). Στον α' κατηγορούμενο αποδίδει ο εκκαλών Χ την εντολή για έκδοση εικονικών παραστατικών.
Ο α' κατηγορούμενος αρνείται ότι εισέπραξε οποιαδήποτε χρήματα πλην του "bonus" που εδικαιούτο αλλά και αυτό δεν εξηγεί την ανωμαλία ούτε τον λόγο για τον οποίο τα παραστατικά δεν φέρουν τέτοια αιτιολογία. Ο α' κατηγορούμενος αποδίδει την έκδοση των εικονικών εγγράφων σε εντολή που έδωσε ο μηνυτής ... προς κάλυψη δικών του χρεών σε διάφορες Τράπεζες. Ωστόσο ο ισχυρισμός του αυτός συγκρούεται με τον ισχυρισμό του ταμία, ο οποίος αν είχε λάβει εντολή από άλλον δεν είχε λόγο να αναφέρει το όνομα του α' κατηγορουμένου, ο οποίος μάλιστα είναι και συγγενής του και να καλύψει τον μηνυτή. Εξάλλου ο ισχυρισμός αυτός δεν προεβλήθη από άλλον κατηγορούμενο, παρότι θα είχαν όλοι μαζί κοινό συμφέρον να τον προβάλλουν. Επίσης η θέση αυτή δεν συμβαδίζει ούτε με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του Ζ, ο οποίος δεν είχε λόγο να αποκρύψει ότι τις εντολές είχε δώσει ο ... και έτσι να ενοχοποιήσει τους συναδέλφους του και τον ίδιο του τον εαυτό. Οι θέσεις της υπεράσπισης δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικάστοιχεία που να μπορούν να ανατρέψουν την εις βάροςτης κατηγορία δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο τωναποδεικτικών μέσων. Επομένως η κατηγορία είναιαπόλυτα θεμελιωμένη και πρέπει να εξετασθεί δια ζώσηςστο ακροατήριο. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν τοπροσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς εξετίμησε τααποδεικτικά στοιχεία, θα πρέπει να επικυρωθείαπορριπτομένης της υπό κρίσιν εφέσεως....". Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη, με την έννοια που προεκτέθηκε, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα στοιχεία της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και της κακουργηματικής πλαστογραφίας, για τις οποίες η παραπομπή στο ακροατήριο του αναιρεσείοντος Ψ. Ειδικότερα Α) όσον αφορά στην υπεξαίρεση, καίτοι η παραπομπή σχετικώς περιλαμβάνει τέσσερις ενότητες εξακολουθητικών πράξεων, με φερόμενα ως υπεξαιρεθέντα ποσά 109.855, 34.161, 13.894 και 142.353 ευρώ, αντιστοίχως, η αιτιολογία του βουλεύματος αναφέρεται στις πράξεις της πρώτης ενότητας και δεν παρατίθεται καμία αιτιολογία για τις πράξεις των τριών λοιπών ενοτήτων. Αλλά και ως προς την πρώτη ενότητα πράξεων η αιτιολογία που παρατίθεται στηρίζεται μόνον στη διαπίστωση του διενεργηθέντος διαχειριστικού ελέγχου και μάλιστα με παραπομπή μόνον στην περί τούτου συνταγείσα έκθεση, χωρίς δηλαδή να εκτίθενται τα εκ του ελέγχου αυτού προκύψαντα στοιχεία, με συνέπεια να δημιουργείται κενό στο αποδεικτικό πόρισμα του βουλεύματος, πολύ περισσότερο ενόψει και της παραδοχής του ότι η διαπίστωση για άτακτη έκδοση των μνημονευομένων ενταλμάτων πληρωμής φέρεται ως αποτέλεσμα πληροφοριών που έλαβε ο ορκωτός ελεγκτής από τον ταμία της εταιρίας και όχι ως αποτέλεσμα αυτού του ίδιου του διαχειριστικού ελέγχου και Β) Σε σχέση με την πλαστογραφία, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο αξίωσε, για τη συναφή παραπομπή του αναιρεσείοντος Ψ, τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο (άρθρο 310 παρ.1 ΚΠοινΔ), δηλαδή σοβαρές ενδείξεις ενοχής, καθόσον, ενώ δέχεται την παραδοχή του πρωτοδίκου βουλεύματος ότι "προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις", δια της αναφοράς του σ'αυτό μέσω της υιοθετηθείσης εισαγγελικής προτάσεως, συγχρόνως, ως προς μεν τη μερικότερη πράξη πλαστογραφίας, με τη μορφή της καταρτίσεως εξ υπαρχής του πλαστού πρακτικού γενικής συνελεύσεως, δεν παρατίθεται καμία αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς δε τις λοιπές μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας, με τη μορφή της νοθεύσεως πρακτικών γενικής συνελεύσεως, δεν καταλήγει σε σαφές συμπέρασμα από ποιόν συγκεκριμένα νοθεύτηκαν τα, ως νοθευθέντα φερόμενα, πρακτικά αυτά, αφού δέχεται σχετικώς ότι "είναι ενδεχόμενο ο φυσικός αυτουργός της αλλοίωσης των πρακτικών να είναι τρίτο πρόσωπο". Πλέον τούτων, δεν διευκρινίζεται αν ο ανωτέρω αναιρεσείων, με τις φερόμενες ως τελεσθείσες απ' αυτόν μερικότερες πράξεις των ως άνω εγκλημάτων, απέβλεπε στο συνολικό αποτέλεσμα των εν λόγω πράξεων, η δε αιτιολογία που διαλαμβάνεται στο βούλευμα επί των υπερασπιστικών ισχυρισμών του ως άνω αναιρεσείοντος είναι ενδοιαστική, αφού το Συμβούλιο παρέπεμψε τούτους στην κρίση του Δικαστηρίου χωρίς να λάβει σαφή θέση επί της βασιμότητας αυτών, καίτοι οφείλει να κρίνει ευθέως, θετικά ή αρνητικά. Επομένως, ως προς τις πράξεις της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και της κακουργηματικής πλαστογραφίας, είναι βάσιμος ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγος της αιτήσεως του Ψ, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί ως προς αυτόν το προσβαλλόμενο βούλευμα για τις εν λόγω πράξεις, αλλά και ως προς τους συμπαραπεμφθέντες, συμμετόχους του στην υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, Χ και Ζ(ηθικούς αυτουργούς) των οποίων οι αιτήσεις αναιρέσεως κρίθηκαν απαράδεκτες και Ξ (άμεσο συνεργό, που δεν άσκησε αναίρεση), εξαιτίας του επεκτατικού αποτελέσματος της αναιρέσεως (άρθρο 469 ΚΠοινΔ γιατί η ποινική τους ευθύνη εξαρτάται από την ποινική ευθύνη εκείνου.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ.2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 308 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠοινΔ αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ως συμβούλιο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να έχει ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 382/1992), δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 του Ν.3160/2003, δεν παραπέμπει, προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ίδιου Ν.3160/2003.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων Ψ παραπέμφθηκε και για απιστία κατ' εξακολούθηση, που φέρεται τελεσθείσα, κατά το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, την 26 και 27.6.2002 και κατά το διάστημα από 8.12.1999 μέχρι 28.6.2002. Το έγκλημα αυτό, κατά τον εν λόγω χρόνο, προεβλέπετο και ετιμωρείτο πάντοτε ως πλημμέλημα. Επομένως, έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από την τέλεσή του μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών και πλέον, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Έτσι, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως με αίτημα αναιρέσεως και ως προς την ως άνω πλημμεληματική πράξη της απιστίας, περιέχει δε παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, που ανάγεται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί και κατά τούτο ως προς τον αναιρεσείοντα Ψ και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την ως άνω απιστία κατ' εξακολούθηση. Το αποτέλεσμα αυτό πρέπει να επεκταθεί και στους Χ και Ζ, ηθικούς αυτουργούς μιας μερικότερης πράξεως ο καθένας της ανωτέρω απιστίας κατ' εξακολούθηση, καθώς και στον Ξ, άμεσο συνεργό στην ίδια πράξη και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, και η κατ' αυτών ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις, για τις οποίες παραπέμφθηκαν. Επίσης, πρέπει να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, και η κατά των Χ και Ζ, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε κατά τα ανωτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος της αναιρέσεως του Ψ, ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, για την οποία παραπέμφθηκαν, αφού πρόκειται για πλημμελήματα, όπως έχει προεκτεθεί και από το χρόνο τελέσεώς τους (1.1.2001 μέχρι 30.6.2002) μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών και πλέον, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως του Ψ, αναφερομένων στο κεφάλαιο του βουλεύματος που απέρριψε αίτημα αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, παρέλκει μετά την κατά τα άνω αναίρεση του βουλεύματος. Κατά το λοιπό αναιρούμενο μέρος της η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ και την από 30 Μαΐου 2007 του Ζ, περί αναιρέσεως του 337/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Αναιρεί το 337/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα Ψ.
Επεκτείνει το αποτέλεσμα της κατά την αμέσως προηγούμενη διάταξη αναιρέσεως και στους Χ, Ζ και Ξ.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική διώξη: Α) κατά του Ψ, για απιστία κατ' εξακολούθηση, που φέρεται τελεσθείσα απ' αυτόν στο .... στις 26.6.2002, 27 .6.2002 και κατά το διάστημα από 8.12.1999 μέχρι 28.6.2002, σε βάρος της εδρεύουσας στο .... εταιρίας με την επωνυμία "ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", Β) κατά του Χ, για ηθική αυτουργία στην φερομένη ως τελεσθείσα στις 27.6.2002 από τον Ψ μερικότερη πράξη της αμέσως ανωτέρω απιστίας, Γ) κατά του Ζ, για ηθική αυτουργία στη φερομένη ως τελεσθείσα στις 26.6.2002 από τον Ψ μερικότερη πράξη της ανωτέρω υπό Α' απιστίας και Δ) κατά του Ξ, για άμεση συνέργεια στη φερομένη ως τελεσθείσα στις 26 και 27.6.2002 από τον Ψ απιστία κατ' εξακολούθηση.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την κατά των ανωτέρω Χ και Ζ ποινική δίωξη για το ότι, στο ...., κατά το διάστημα από 1.1.2001 μέχρι 30.5.2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε ο καθένας την απόφαση στον ανωτέρω Ψ να τελέσει την πράξη της υπεξαιρέσεως που εκείνος διέπραξε σε βάρος της ανωτέρω εταιρίας "ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", κατά το ποσό των 20.953,78 ευρώ ο πρώτος και κατά το ποσό των 1.311,50 ευρώ ο δεύτερος. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για πλημμέλημα είναι απαράδεκτη. Επιτρέπεται μόνον στην περίπτωση που ο παραπεμπόμενος για πλημμέλημα παραπέμπεται (αυτός και όχι συγκατηγορούμενός του) και για κακούργημα, με το οποίο το πλημμέλημα συρρέει ή έχει συνάφεια. Υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στοιχεία. Πλαστογραφία με σκοπό το όφελος, μεγαλυτέρου των 73.378 ευρώ δια βλάβης τρίτου. Αναιτιολόγητη παραπομπή για τις πράξεις αυτές. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επέκταση του αποτελέσματος αυτού και στους συμμέτοχους (ηθικούς αυτουργούς και άμεσο συνεργό) της υπεξαιρέσεως. Οι αναφερόμενοι στο άρθρο 375 παρ. 2 ΠΚ ιδιαίτερες ιδιότητες, σχέσεις και περιστάσεις πρέπει να συντρέχουν αυτοτελώς και στο πρόσωπο των συμμετόχων προκειμένου να κατηγορηθούν και να τιμωρηθούν και αυτοί για κακουργηματική υπεξαίρεση, αλλιώς κρίνονται ως συμμέτοχοι στο βασικό έγκλημα της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ. Η παραγραφή εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστικά συμβούλια και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναιρετική αίτηση να είναι παραδεκτή. Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη για απιστία, ηθική σ’ αυτήν αυτουργία και άμεση σ’ αυτήν συνέργεια φερόμενες ως τελεσθείσες πριν την τροποποίηση του άρθρου 390 ΠΚ με το άρθρο 15 του Ν. 3242/2004, όταν η απιστία προβλέπεται και τιμωρείτο πάντοτε σε βαθμό πλημμελήματος. Παύει, επίσης, οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε υπεξαίρεση σε βαθμό πλημμελήματος.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Συνέργεια, Υπεξαίρεση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 66/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Αλικαρνασσού Κρήτης, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, για αναίρεση της 268-271/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 30/2007.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 33 παρ. 1 Ν. 2172/1993, με το οποίο καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου του ΠΚ, προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διατάξεως απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή την επιβολή πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της σταθμίσεως των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτήν, χωρίς να φθάνει μέχρι του σημείου ώστε να προκαλεί διατάραξη της συνειδήσεως, η οποία επιφέρει στέρηση της ικανότητας ή μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατά τα άρθρα 34 και 36 του Π.Κ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 34 του Π.Κ. η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών ή διαταράξεως της συνειδήσεως, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ.1 του αυτού Κώδικα, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που) απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνειδήσεως περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις, οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτής ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, δηλαδή να ενεργήσει λογικά, τότε η πράξη στην μεν πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στον πράξαντα, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής ή για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 268-271/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η .... (θύμα και θεία του κατηγορουμένου) κατοικούσε στη ζωή σε διώροφη οικία στην ...., την οποία, και όχι μόνον, είχε αποκτήσει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1962 πατέρα της .... και δυνάμει της τελευταίας ισχύουσας .... δημόσιας διαθήκης του, νόμιμα δημοσιευθείσας. Δωμάτιο της εν λόγω οικίας είχε παραχωρήσει αυτή κατά χρήση στον αδελφό της και πατέρα του κατηγορουμένου, ...., μετά την αποφυλάκιση του για τη δολοφονία του πατέρα τους .... Τα δύο αδέλφια πολλές φορές φιλονικούσαν, εξ αιτίας αξιώσεων του αδελφού ..... στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους, ο οποίος (πατέρας τους) είχε αφήσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στην κόρη του και θύμα ..... Η τελευταία δεν είχε δημιουργήσει οικογένεια (ήταν άγαμη), ενώ λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων της είχε νοσηλευτεί σε διάφορες ψυχιατρικές κλινικές, τελευταίως δε στην ψυχιατρική κλινική του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Σερρών από 1-3-01 έως 16-6-01, ότε εξελθούσα από αυτή επέστρεψε στην ως άνω οικία της, διαμένουσα έκτοτε μόνη, αφού ο αδελφός της είχε ήδη αποβιώσει κατά μήνα Μάιο του έτους 2001. Κατά το χρονικό διάστημα από της ως άνω εξόδου της από την ψυχιατρική κλινική (16-6-01) και μέχρι της ημεροχρονολογίας της δολοφονίας της (6-7-01) ο κατηγορούμενος για ανύπαρκτα κληρονομικά δικαιώματα του πατέρα του (στο σπίτι και στην λοιπή περιουσία) φιλονικούσε με αυτήν, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στους συγγενείς και γειτόνους. Την 6-7-01 και ώρα 17,00 περίπου, ο κατηγορούμενος, αναχωρώντας από καφενείο της περιοχής, όπου κατανάλωσε οινοπνευματώδη ποτά (μπύρες-ούζο), και έχων λάβει την απόφαση να σκοτώσει την θεία του, πιστεύοντας ότι έτσι θα λάβει την κληρονομιαία περιουσία της, και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επισκέφθηκε αυτή στην οικία της, όπου την βρήκε να κάθεται στην βεράντα αυτής. Άρχισε να φιλονικεί πάλι μαζί της για το ίδιο θέμα και σε κάποια στιγμή της κατάφερε βίαια κτυπήματα στο κεφάλι, ίσως όχι μόνον με τα χέρια του, αλλά κτυπώντας το κεφάλι της και στο δάπεδο (όπως προκύπτει από το είδος των κακώσεων} προκαλώντας σ' αυτή κακώσεις της κεφαλής, του προσώπου και της μύτης, αλλά και συμπιεστικό κάταγμα των Α6-Α7 σπονδύλων, κάταγμα του θυρεοειδούς χόνδρου, κάταγμα του υοειδούς οστού, όπως οι κακώσεις αυτές περιγράφονται στην αναγνωσθείσα .... ιατροδικαστική έκθεση. Στο σημείο μάλιστα εκείνο της βεράντας, όπου κακοποιήθηκε το θύμα (στην άκρη αυτής και σε απόσταση 2,50 μέτρων από το σημείο απόληξης της τσιμεντένιας κλίμακας) βρέθηκε τεμάχιο τεχνητής οδοντοστοιχίας αυτής και ένα τεχνητό δόντι της (βλ. αναγνωσθείσα ως άνω έκθεση αυτοψίας και επισκόπηση σχεδιαγράμματος). Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αποφράσσοντας τις εξωτερικές αεροφόρους οδούς του θύματος (το μεν στόμα τοποθετώντας στη στοματική κοιλότητα τεμάχια υφάσματος, τα οποία βρέθηκαν εκεί από τον μάρτυρα-γιατρό ...., Δ/ντή του Κέντρου Υγείας ..... τη δε μύτη προδήλως με το ένα χέρι του), αλλά και σφίγγοντας με το άλλο χέρι το λαιμό της, επέφερε το θάνατο αυτής από ασφυξία και στραγγαλισμό, όπως τούτο διαπιστώνεται στην προαναφερθείσα και αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση, κατά την οποία "ο θάνατός της είναι ασφυκτικός με ευρήματα απόφραξης των εξωτερικών αεροφόρων οδών και στραγγαλισμός δια χειρός". Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, αφού μετέφερε-έσυρε το πτώμα εντός του δωματίου, όπου το θύμα διέμενε εν ζωή, το έθεσε στο υπάρχον κρεβάτι, όπου και ανευρέθη, το κάλυψε με κλινοσκεπάσματα, ο ίδιος δε, αφού κλείδωσε την πόρτα του δωματίου, παίρνοντας μαζί του το κλειδί, μετέβη στην ευρισκόμενη σε μικρή απόσταση οικία του, που διέμενε με την μητέρα του, και κατακλίθηκε. Την σκηνή της βιαιοπραγίας σε βάρος του θύματος την αντελήφθη η γειτόνισσα ....., που εξετάστηκε κατά τα άνω ως μάρτυρας, η οποία ειδοποίησε τον αδελφό του θύματος..... και τη σύζυγο του ...., οι οποίοι όταν προσέτρεξαν στην οικία του θύματος και διαπίστωσαν ότι το δωμάτιο στο οποίο έμενε ήταν κλειδωμένο και το θύμα δεν απαντούσε στις προσφωνήσεις τους, ειδοποίησαν το αστυνομικό τμήμα ..... άνδρες του οποίου, μεταξύ των οποίων και ο κατά τα άνω εξετασθείς μάρτυρας-αστυνομικός ...., παραβιάζοντας την κλειδωμένη πόρτα, ανεύραν το πτώμα στο κρεβάτι καλυμμένο με τα κλινοσκεπάσματα. Περί ώρα 22.00 περίπου της ίδιας ημέρας (6-7-01) ο κατηγορούμενος αναζητηθείς από την αστυνομία ως ύποπτος του εγκλήματος αυτού-από τις διηγήσεις της μάρτυρος ..... για τις βιαιοπραγίες του σε βάρος του θύματος-στην οικία του, συνελήφθη, αφού προηγουμένως ομολόγησε την εν λόγω πράξη του, προτείνοντας μάλιστα τα χέρια του στους αστυνομικούς για να του περάσουν τις χειροπέδες, ενώ τους υπέδειξε και το σημείο (κομοδίνο) που είχε τοποθετήσει το κλειδί της πόρτας του δωματίου του θύματος. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του κατηγορουμένου, καθώς και το ότι αυτός προέβη στην τέλεση της πιο πάνω αναφερόμενης πράξεως του, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας-υπεράσπισης (σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα και την ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη), οι οποίοι δεν κατέθεσαν κάποιο περιστατικό που να δικαιολογεί αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος ή πάθους του κατηγορουμένου που να προκλήθηκε από το θύμα, αλλά και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μόλις έφθασε στο σπίτι του θύματος επιτέθηκε απρόκλητα και με βιαιότητα εναντίον του σκοτώνοντας αυτή με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ενεργώντας με ταχύτητα και ψυχραιμία, κατά τρόπο προγραμματισμένο και προμελετημένο και με λογικούς υπολογισμούς προ, κατά και μετά την τέλεση της πράξης. Ο κατηγορούμενος βέβαια ισχυρίστηκε πρωτόδικα, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι έλαβε την απόφαση του και εκτέλεσε αυτή, ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται σειρά πραγματικών περιστατικών, όπως το γεγονός ότι σκότωσε τη θεία του στη βεράντα του σπιτιού της, απογευματινές ώρες, χωρίς τη χρήση όπλου, ότι δεν προσπάθησε να διαφύγει μετά την πράξη του, αλλά και διότι προηγουμένως το θύμα τον προσέβαλε απευθύνοντας σ' αυτόν την φράση "φύγε από το σπίτι μου, και εσύ αλήτης σαν τον πατέρα σου είσαι". Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι η απόφαση της εκτέλεσης της ανθρωποκτονίας λήφθηκε από τον κατηγορούμενο πριν την υλοποίησή της, η προμελέτη δε αποκλείει την ύπαρξη του βρασμού ψυχικής ορμής.
Αλλά και με την αντίθετη εκδοχή, ούτε το ότι σκότωσε αυτή στην βεράντα του σπιτιού της, χωρίς τη χρήση όπλου χωρίς να προσπαθήσει να διαφύγει, αποδεικνύουν από μόνα τους βρασμό ψυχικής ορμής, ούτε η συμπεριφορά του θύματος-και αληθής υποτιθεμένη έτσι όπως την παρουσιάζει κατηγορούμενος-ήταν τέτοια, ώστε να προκαλέσει σ' αυτόν αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθήματος για να αποκλεισθεί η νηφάλια και λογική αντιμετώπισή του, ούτε και αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την διάπραξη της ανθρωποκτονίας τελούσε σε αιφνίδια υπερένταση συναισθήματος εκδίκησης ή πάθους, συνεπεία της προσβολής που διατείνεται ότι του έγινε, ώστε να αποκλείεται η ήρεμη σκέψη και στάθμιση των αιτίων που ωθούν στην ανθρωποκτόνο πράξη ή συγκρατούν από αυτή (ΑΠ 219/2000 Ποιν.Δικ. 2001, 691). Επίσης, ο κατηγορούμενος πρωτοδίκως, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό του μειωμένου καταλογισμού (άρθρο 36 ΠΚ) α)λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, οφειλομένης σε "αγχοκαταθλιπτική συνδρομή και υποκειμενικό μετατραυματικό σύνδρομο με διαταραχές συμπεριφοράς", συνεπεία των οποίων είχε χαρακτηρισθεί ανάπηρος με ψυχιατρικό νόσημα σε ποσοστό 50% και ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή με STEDON και MINITRAN και β) λόγω διατάραξης της συνείδησής του, οφειλομένης στην κατάσταση μέθης, που συνδυάστηκε με τη λήψη των παραπάνω φαρμάκων, συνεπεία των οποίων καταστάσεων μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά του προς καταλογισμό. Μάλιστα λόγω της επικαλούμενης νοσηρής διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, συνεπεία της οποίας μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά του προς καταλογισμό, ζήτησε από το πρωτόδικο δικαστήριο τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, το αίτημά του όμως αυτό απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, έγινε όμως δεκτό με την παρεμπίπτουσα 279-281/04 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και διατάχθηκε η διενέργεια ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης από δύο ψυχιάτρους για την ψυχοδιανοητική υγεία του κατηγορουμένου τόσο κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεώς του (6-7-01) όσο και κατά τον χρόνο της έρευνάς τους. Οι διορισθέντες από τον Α' τακτικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ψυχίατροι ..... και ..... στην από 25-2-05 ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη τους που αναγνώστηκε και εκτιμάται ελεύθερα γνωμάτευσαν ότι "ο κατηγορούμενος παρουσιάζει διαταραχή της προσωπικότητας αντικοινωνικού τύπου, που μετά το ατύχημα το 1987 επιτάθηκε και παρουσιάστηκαν και καταθλιπτικά στοιχεία. Κατά την περίοδο της επίδικης πράξης, ο κατηγορούμενος λόγω των προαναφερθέντων είχε μειωμένη τη δυνατότητα να ελέγξει τα επιθετικά του συναισθήματα και συμπεριφορά, χωρίς όμως να μειώνεται η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το άδικο των πράξεών. Η αναφερόμενη χρήση αλκοόλ δεν τον εμπόδιζε να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του, πιθανότατα όμως το αλκοόλ που κατανάλωσε-όπως ο ίδιος αναφέρει-να επέτεινε την ευερεθιστότητά του". Σύμφωνα λοιπόν με την πραγματογνωμοσύνη αυτή πρόκειται "για ένα άτομο με διαταραχή της προσωπικότητας αντικοινωνικού τύπου με μεταγενέστερα καταθλιπτικά στοιχεία",-και όχι βέβαια για ένα άτομο με νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών-συνεπεία δε των εν λόγω καταστάσεων, είχε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξεως, μειωμένη τη δυνατότητα να ελέγξει απλώς τα επιθετικά του συναισθήματα και τη συμπεριφορά του, χωρίς να μειώνεται η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το άδικο των πράξεων του. Δηλαδή ο κατηγορούμενος, κατά τους πραγματογνώμονες, δεν είχε μειωμένη, και μάλιστα σημαντικά, την ικανότητα προς καταλογισμό κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξεως, αφού έπασχε από διαταραχή της προσωπικότητας με καταθλιπτικά στοιχεία, η οποία δεν του μείωσε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του.
Και είναι μεν γεγονός ότι ο κατηγορούμενος σε τροχαίο ατύχημα, επισυμβάν την 7-11-87 υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και άλλες σωματικές κακώσεις (πάρεση δεξιού βραχιονίου πλέγματος), συνεπεία των οποίων του χορηγήθηκε σύνταξη αναπηρίας (67% κοινής νόσου) από το ΙΚΑ και διαγνώστηκε μετέπειτα (το 1996) ότι έπασχε από ψυχική νόσο (αγχοκαταθλιπτική συνδρομή, αγχώδη καταθλιπτική νεύρωση) σε ποσοστό 50%" και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με λήψη STEDON και ΜIΝΙTRAN. Όμως, η κατάσταση αυτή της υγείας του που διαγνώστηκε το 1996 για το μετέπειτα, σημειωτέον, χρονικό διάστημα δεν βεβαιώνεται με κάποια άλλα ιατρικά πιστοποιητικά η πορεία της υγείας του-δεν διαπιστώθηκε από τους προαναφερθέντες ψυχιάτρους-πραγματογνώμονες, ούτε κατά τον χρόνο της εξέτασής του (Φεβρουάριος 2005), ούτε κατά τον χρόνο της τελέσεως της πράξεως.
Περαιτέρω και αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί μέθης, αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (ώρα 14.00 περίπου) και πριν μεταβεί στο σπίτι της θείας του βρισκόταν σε καφενείο της περιοχής, στο οποίο βρίσκονταν και οι δύο ως άνω μάρτυρες κατηγορίας ....και ...., όπου κατανάλωσε με κείνους οινοπνευματώδη ποτά (μπύρες-ούζο). Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι φεύγοντας ο κατηγορούμενος από εκεί, μετά δύο ώρες περίπου, ήταν σε κατάσταση μέθης. Κάτι τέτοιο δεν κατέθεσαν οι μάρτυρες αυτοί, ο ένας των οποίων μάλιστα ..... έκανε λόγο για ευθυμία του κατηγορουμένου και όχι για μέθη. Ενισχυτικό της άποψης αυτής (της ανυπαρξίας μέθης) είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από το καφενείο οδηγώντας το μοτοποδήλατό του μέχρι το σπίτι του θύματος που ήταν σε απόσταση 1500 μέτρων, χωρίς να υποστεί τροχαίο ατύχημα (να συγκρουσθεί με άλλο όχημα, ή να πέσει από το μοτοποδήλατό του, ή να προσκρούσει με αυτό σε σταθερό αντικείμενο). Δηλαδή όχι μόνο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ, αλλά η όλη συμπεριφορά του προ, κατά και μετά την τέλεση της πράξης υποδηλώνει άτομο (που) ενεργεί με κανονική ψυχική κατάσταση και χωρίς να έχει διατάραξη συνείδησης.
Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πριν την κατανάλωση των ποτών είχε λάβει τα φάρμακα STEDON και MINITRAN, που ελάμβανε τακτικώς κατά την υπόδειξη του γιατρού του, όπως ισχυρίζεται. Κανένας από τους εξετασθέντες μάρτυρες (κατηγορίας-υπεράσπισης) δεν κατέθεσε κάτι τέτοιο, ούτε και έγινε επίκληση-προσαγωγή σχετικής ιατρικής βεβαίωσης-συνταγολογίου για τη συνεχιζόμενη λήψη τους. Αλλά και με την αντίθετη εκδοχή (ότι αυτός έλαβε προηγουμένως τα φάρμακα αυτά και στη συνέχεια κατανάλωσε τα οινοπνευματώδη ποτά), δεν αποδείχθηκε ότι ο συνδυασμός αυτών των δύο (οινοπνευματώδη ποτά και λήψη φαρμάκων) του προκάλεσε διατάραξη της συνείδησης σε τέτοιο σημαντικό βαθμό που να του μείωσε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Οι ως άνω μάρτυρες που ήταν μαζί του στο καφενείο και έπιναν και αυτοί, φεύγοντας, πριν από τον κατηγορούμενο, δεν διαπίστωσαν τέτοια κατάσταση, ούτε οποιαδήποτε άλλη αντίδραση ή συμπεριφορά αυτού, δικαιολογούσα τη μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, απλώς διαπίστωσαν ότι βρισκόταν σε ευθυμία, η οποία δεν τον επηρέασε να οδηγήσει με ασφάλεια το μοτοποδήλατό του επί 1500 μέτρα.
Επομένως, απορριπτόμενου και του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μειωμένου καταλογισμού, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ), χωρίς την επικαλούμενη ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ' ΠΚ, διότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά (αλλά ούτε και έγινε επίκληση τέτοιων περιστατικών Ολ. ΑΠ. 1198/90 ΠΧ 1990/1211), τα οποία να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε ειλικρινά για την πράξη του και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες αυτής, μόνο δε το γεγονός ότι αυτός δήλωσε ότι μετάνοιωσε για την πράξη του-με την οποία, σημειωτέον, ομολογεί ουσιαστικά μόνον ως προς τα κτυπήματα που κατάφερε στο θύμα, αρνούμενος ότι σκότωσε την θεία του-δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό αυτό". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ..... για την ανωτέρω πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, την οποία αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ) και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής, ούτε σε κατάσταση ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό (άρθρο 36 σε συνδ. προς το άρθρο 34 του ΠΚ), και, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως της από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ προβλεπόμενης ελαφρυντικής περιστάσεως, του επέβαλε ποινή ισόβιας καθείρξεως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, έκθεση ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της συνδρομής στο πρόσωπό του καταστάσεως βρασμού ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ. 2 ΠΚ), αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "ο κατηγορούμενος την 6-7-2001 και ώρα 17.00 περίπου, αναχωρώντας από καφενείο της περιοχής ....όπου κατανάλωσε οινοπνευματώδη ποτά (μπύρες-ούζο), και έχων λάβει την απόφαση να σκοτώσει τη θεία του ....., πιστεύοντας ότι έτσι θα λάβει την κληρονομιαία περιουσία της, και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επισκέφθηκε αυτή στην οικία της, όπου τη βρήκε να κάθεται στη βεράντα αυτής. Άρχισε να φιλονικεί πάλι μαζί της για το ίδιο θέμα και σε κάποια στιγμή της κατάφερε βίαια κτυπήματα στο κεφάλι, ίσως όχι μόνο με τα χέρια του, αλλά κτυπώντας το κεφάλι της και στο δάπεδο (όπως προκύπτει από το είδος των κακώσεων), προκαλώντας σ' αυτή κακώσεις της κεφαλής, του προσώπου, της μύτης..., όπως οι κακώσεις αυτές περιγράφονται στην .... ιατροδικαστική έκθεση..... Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αποφράσσοντας τις εξωτερικές αεροφόρους οδούς του θύματος (το μεν στόμα τοποθετώντας στη στοματική κοιλότητα τεμάχια υφάσματος, τα οποία βρέθηκαν εκεί από το μάρτυρα - γιατρό ...., Δ/ντη του Κέντρου Υγείας ...., τη δε μύτη προδήλως με το ένα χέρι του), αλλά και σφίγγοντας με το άλλο χέρι το λαιμό της, επέφερε το θάνατο αυτής από ασφυξία και στραγγαλισμό.... Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του κατηγορουμένου, καθώς και το ότι αυτός προέβη στην τέλεση της πιο πάνω αναφερόμενης πράξεώς του, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας-υπεράσπισης (σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα και την ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη), οι οποίοι δεν κατέθεσαν κάποιο περιστατικό που να δικαιολογεί αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος ή πάθους του κατηγορουμένου που να προκλήθηκε από το θύμα, αλλά και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μόλις έφθασε στο σπίτι του θύματος επιτέθηκε απρόκλητα και με βιαιότητα εναντίον του, σκοτώνοντας αυτή (θεία του) με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ενεργώντας με ταχύτητα και ψυχραιμία, κατά τρόπο προγραμματισμένο και προμελετημένο και με λογικούς υπολογισμούς προ, κατά και μετά την τέλεση της πράξης. Ο κατηγορούμενος βέβαια ισχυρίστηκε πρωτόδικα, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι έλαβε την απόφασή του και εκτέλεσε αυτή, ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται σειρά πραγματικών περιστατικών.... Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι η απόφαση της εκτέλεσης της ανθρωποκτονίας λήφθηκε από τον κατηγορούμενο πριν την υλοποίησή της, η προμελέτη δε αποκλείει την ύπαρξη του βρασμού ψυχικής ορμής....". Επίσης, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη αιτιολογία απέρριψε και τον έτερο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό λόγω νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών και λόγω διαταράξεως της συνειδήσεώς του (άρθρο 36 του ΠΚ), αφού συγκεκριμένα δέχθηκε ότι οι διορισθέντες από τον Α' τακτικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ψυχίατροι .... και ...., για να διενεργήσουν ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη για τη ψυχοδιανοητική υγεία του κατηγορουμένου τόσο κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεώς του (6-7-2001), όσο και κατά το χρόνο της έρευνάς τους, στην αναγνωσθείσα από 25-2-2005 ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη τους γνωμάτευσαν ότι "ο κατηγορούμενος παρουσιάζει διαταραχή της προσωπικότητας αντικοινωνικού τύπου, που μετά το ατύχημα το 1987 επιτάθηκε και παρουσιάστηκαν και καταθλιπτικά στοιχεία. Κατά την περίοδο της επίδικης πράξης, ο κατηγορούμενος λόγω των προαναφερθέντων είχε μειωμένη τη δυνατότητα να ελέγξει τα επιθετικά του συναισθήματα και συμπεριφορά, χωρίς όμως να μειώνεται η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το άδικο των πράξεων. Η αναφερόμενη χρήση αλκοόλ δεν τον εμπόδιζε να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του, πιθανότατα όμως το αλκοόλ που κατανάλωσε - όπως ο ίδιος αναφέρει - να επέτεινε την ευερεθιστότητά του". Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση τόσο με την κατηγορία, όσο και με τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στους πιο πάνω λόγους διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτού (αναιρεσείοντος) της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' ΠΚ. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός έτσι όπως είχε προβληθεί, με μόνη την αναφορά της σχετικής πιο πάνω διατάξεως και χωρίς τη μνεία συγκεκριμένων περιστατικών που τον θεμελίωναν, ήταν αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και κατά συνέπεια το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν είχε υποχρέωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ' αυτού απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Δικαστήριο της ουσίας, που απέρριψε κατ' ουσίαν τον ανωτέρω ισχυρισμό "γιατί δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά (αλλά ούτε και έγινε επίκληση τέτοιων περιστατικών Ολ. ΑΠ 1198/90 Π.Χρ. 1990/1211), τα οποία να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε ειλικρινά για την πράξη του και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες αυτής, μόνο δε το γεγονός ότι αυτός δήλωσε ότι μετάνοιωσε για την πράξη του- με την οποία, σημειωτέον, ομολογεί ουσιαστικά μόνον ως προς τα κτυπήματα που κατάφερε στο θύμα, αρνούμενος ότι σκότωσε την θεία του-, δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό αυτό", διέλαβε περί αυτού (πιο πάνω ισχυρισμού), πλεοναστικώς, ειδική αιτιολογία. Προς τούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη των άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος εκ του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του ...., για αναίρεση της 268-271/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για ανθρωποκτονία με πρόθεση (ΠΚ άρθρ. 299 παρ. 1). Επίσης το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολογημένα απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς: α) περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος καταστάσεως βρασμού ψυχικής ορμής (ΠΚ άρθρ. 299 παρ. 2) και β) περί ελαττωμένης ικανότητάς του προς καταλογισμό (άρθρ. 36 σε συνδ. με άρθρο 34 ΠΚ). Τέλος, το Δικαστήριο, που απέρριψε κατ’ ουσίαν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ΄ ΠΚ, διέλαβε περί αυτού, πλεοναστικώς (ενόψει της αοριστίας του), ειδική αιτιολογία. Απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 61/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Aντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, ο οποία παραστάθηκε στο συμβούλιο με τον πληρεξούσιο δικηγορο της Δημήτριο Αλμπανίδη περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7626/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 457/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 252/13-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την από 24 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναίρεσης της Χ, που ασκήθηκε από την ίδια αυτοπροσώπως με δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ, στη Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά της αριθμ. 7626/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως για ψευδή καταμήνυση και εκθέτω τα εξής:
Επειδή κατά το άρθρο 514 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ. "δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης" ενώ κατά το προ της μεταγλωττίσεως κείμενο η διάταξη είχε ως εξής: "δευτέρα αίτησις αναιρέσεως της αυτής αποφάσεως ουδέποτε επιτρέπεται". Κατά τη μεταγλώττιση στη δημοτική, με το ΠΔ 258/1986, παρελείφθη η λέξη ουδέποτε χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να ασκεί νομική επιρροή, αφού σε περίπτωση αμφιβολίας ισχύει το αρχικό κείμενο (άρθρο 36 παρ. 3 Ν.1406/1983), λαμβανομένου υπόψη ότι η μεταγλώττιση δεν ενείχε και εξουσία τροποποιήσεως του Κ.Ποιν.Δ. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο νομοθέτης προκειμένου να περιορίσει την κατ'επανάληψη άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως θέσπισε τον γενικό κανόνα της εφάπαξ ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και την απαγόρευση ασκήσεως δευτέρας αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο, εφόσον η πρώτη έχει κριθεί, ανεξάρτητα από το αν εκείνη που ασκήθηκε προηγουμένως απορρίφθηκε ως αβάσιμη ή απαράδεκτη. Και είναι μεν αλήθεια, ότι το αντίστοιχο άρθρο 522 του Σχεδίου Κ.Ποιν.Δ. του έτους 1934 ρητά προέβλεπε σχετική απαγόρευση σε περίπτωση απορρίψεως προηγουμένου ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, όμως η ρητή αυτή απαγόρευση διαγράφηκε κατά τις συνεδριάσεις τη 10-10-1940 και 23-11-1948 της θεωρητικής Επιτροπής του Σχεδίου Κ.Ποιν.Δ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διαγραφή αυτή δεν επέφερε τροποποίηση στην αρχική διατύπωση, λαμβανομένου υπόψη ότι αντικατεστάθη η φράση δεν "επιτρέπεται" με την ισχύουσα φράση "ουδέποτε επιτρέπεται" με συνέπεια να θεωρείται ως υπαγόμενη στην απαγόρευση οποιαδήποτε περίπτωση απορρίψεως του προηγουμένως ασκηθέντος ενδίκου μέσου, δηλαδή, είτε ως αβάσιμο είτε ως απαράδεκτο. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί πλέον να εξετάσει δεύτερη αίτηση αναίρεσης διότι διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του (Ολ. ΑΠ 1/2000 ΠΧ, Ν, 118, ΑΠ 605/2006 ΠΧ, ΝΖ, 62, ΑΠ 279/2002 Ελλ. Δ/νη 43, 2002, 1501, ΑΠ 1450/1993 Ποιν.Χρ. ΜΓ, 1268). Η απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία η ακυρότητα της πρώτης αίτησης αναίρεσης προέρχεται από παράλειψη δημοσίου οργάνου (ΑΠ 605/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο του παραδεκτού της αναίρεσης, με την αριθμ. 7626/2005 ανέκκλητη απόφαση (άρθρο 504 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, καταδικάσθηκε αυτή σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 28-3-2007 αίτηση αναίρεσης με αυτοτελές δικόγραφο αναιρέσεως απευθυνόμενο στον 'Αρειο Πάγο, το οποίο υπογράφεται από τον δικηγόρο Χανίων Γεώργιο Πισσαδάκη και κατετέθη την 29-3-2007 από το δικηγόρο αυτό στην γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία συνέταξε την σχετική με αριθμό 2/29-3-2007 έκθεση καταθέσεως αναιρέσεως, στην οποία αναφέρει ότι "εμφανίστηκε ο δικηγόρος Χανίων Γεώργιος Πισσαδάκης, κάτοικος Χανίων και μου κατέθεσε τη με χρονολογία 28-3-2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 7626/11-10-2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων απευθυνόμενο ενώπιον του Αρείου Πάγου". Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την υπ'αριθμ. 2287/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, προεχόντως λόγω του ότι ασκήθηκε όχι με δήλωση ενώπιον της άνω γραμματέως και με σύνταξη εκθέσεως για την τοιαύτη δήλωση αλλά με αυτοτελές δικόγραφο που υπογράφεται από τον δικηγόρο Χανίων Γ. Πισσαδάκη και κατετέθη στην ανωτέρω γραμματέα. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και για να δικαιολογήσει το παραδεκτό της άσκησής της αναφέρει ότι ναι μεν με την απόφαση 2287/2007 του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η προηγούμενη, από 29-3-2007 αίτησή της για την αναίρεση της αριθμ. 7626/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, διότι δεν τηρήθηκε ο τύπος που ορίζει το άρθρο 474 Κ.Ποιν.Δ., πλην όμως ότι δικαιούται στην άσκηση της δεύτερης αίτησης αναίρεσης διότι δεν έχει παρέλθει εισέτι η νόμιμη προθεσμία άσκησής της. Όμως η απόρριψη της ασκηθείσης πρώτης αίτησης αναίρεσης της, ως απαράδεκτης, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Χανίων, στην οποία κατέθεσε το αυτοτελές δικόγραφο αναιρέσεως της, που απευθυνόταν στον 'Αρειο Πάγο, ώστε η νέα αίτηση της αναίρεσης κατά της αυτής αποφάσεως να μη θεωρείται δεύτερη στην περίπτωση που ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία των κατά το άρθρο 473 παρ. 1,2 και 3 Κ.Ποιν.Δ. προθεσμιών, αλλά οφείλεται αποκλειστικά σε δική της υπαιτιότητα (ΑΠ 650/2006 ΠΧ, ΝΖ, 62).
Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση, ως δεύτερη κατά της ίδιας αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 236/27-12-2007 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατά της αριθμ. 7626/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και 2) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 5 Μαΐου 2008Η Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΕυτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 514 εδ.γ' ΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι "δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης", προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο, ανεξάρτητα από το αν εκείνη που ασκήθηκε προηγουμένως απορρίφθηκε ως αβάσιμη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 1/2000). Η απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία η ακυρότητα της πρώτης αίτησης αναίρεσης περιέρχεται από παράλειψη δημοσίου οργάνου, όπως είναι ο κατά το άρθρο 474 παρ.1 του ίδιου Κώδικα δικαστικός γραμματέας, ενώπιον του οποίου πρέπει να συνταχθεί η κατά νόμο έκθεση, η οποία υπαγορεύεται από τον τελευταίο και τον αιτούντα, ο οποίος απεκδύεται πάσης περαιτέρω ενέργειας. Στην περίπτωση αυτή η νέα αίτηση αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης δεν θεωρείται δεύτερη, κατά την έννοια του άρθρου 514 ΚΠΔ, αν όμως ασκήθηκε μετά την πάροδο των κατά το άρθρο 473 παρ.1,2 και 3 του ίδιου Κώδικα προθεσμιών και γίνεται επίκληση ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, για να θεωρηθεί η νέα αυτή αίτηση αναίρεσης εμπρόθεσμη, πρέπει να έχει ασκηθεί προς της παρόδου των ως άνω προθεσμιών από τότε που έπαυσε η ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, αφού από τη στιγμή της λήξης της αρχίζει νέα προθεσμία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο του παραδεκτού της αναίρεσης, με την υπ'αριθμ. 7626/2005 ανέκκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε ερήμην της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας, αυτή καταδικάσθηκε για το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε για πρώτη φορά την από 28-3-2007 αίτηση αναίρεσης, που απευθυνόταν στον 'Αρειο Πάγο και υπογραφόταν μόνο από το δικηγόρο Χανίων Γεώργιο Πισσαδάκη, κατατέθηκε δε το εν λόγω δικόγραφο στις 29-3-2007 από τον προαναφερόμενο δικηγόρο στη γραμματεία του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Χανίων, συντάχθηκε η σχετική υπ'αριθμ. 2/29-3-2007 έκθεση κατάθεσης αναίρεσης. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε προεχόντως ως απαράδεκτη, λόγω του προαναφερόμενου τρίτου άσκησής της, με την υπ'αριθμ. 2287/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η εν λόγω δε απόρριψη της αίτησης αυτής είναι πρόδηλο ότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Χανίων. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη από 27-12-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι δεύτερη κατά της ίδιας απόφασης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού η πρώτη απορρίφθηκε ομοίως ως απαράδεκτη από αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και του πληρεξουσίου της τότε δικηγόρου. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ως άνω διατυπώσεις από τον 'Ελληνα νομοθέτη του ΚΠΔ για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης δεν παραβιάζουν το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 2/2008). Γι'αυτό όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το υπόμνημά της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7626/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στ δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης, όταν η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη εκ σφάλματος του αναιρεσείοντος ως προς το έγκυρο της άσκησής της και εκπνοής σε κάθε περίπτωση της προθεσμίας άσκησης της αίτησης αναίρεσης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 60/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαρσέλλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1241/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 883/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 321/11.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ. 513 §1 Κ.Π.Δ. την με αριθμό 1/5-5-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά της υπ' αρ. 1241/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Χ σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, με τριετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, κατ' εξακολούθηση. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 28/12/2006 αίτηση αναίρεσης, η οποία βάσει της υπ' αριθμ. 1525/07 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία με την υπ' αριθμ. 2/2008 απόφασή της απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω αίτηση αναίρεσης με το σκεπτικό ότι: Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση από 28-12-2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1241/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, κατ' έφεση, για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε από τον πιο πάνω αναιρεσείοντα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Λάζαρου Ρεπάκη, με αυτοτελές δικόγραφο αναίρεσης, απευθυνόμενο προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, (Ποινικό Τμήμα), το οποίο κατατέθηκε στις 29-12-2006, από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, στο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Δράμας, με σύνταξη σχετικής έκθεσης καταθέσεως και όχι με την κατά τα άνω από το νόμο (άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) οριζόμενη δήλωση ενώπιον του ως άνω Γραμματέα με σύνταξη έκθεσης για τη δήλωση αυτή. Ειδικότερα τούτο προκύπτει από τη σχετική έκθεση, όπου διαλαμβάνεται ότι: "Το παρόν δικόγραφο αναιρέσεως κατατέθηκε σ' εμάς σήμερα από το συνήγορο Λάζαρο Ρεπάκη και καταχωρίστηκε στο σχετικό βιβλίο αναιρέσεως του Ειρηνοδικείου Δράμας υπ' αύξ. αριθ. 3". Στην έκθεση αυτή δεν αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του Γραμματέα, όπως θα έπρεπε, αλλά περιέχεται απλώς μία δυσανάγνωστη μονογραφή. Προφανώς, επειδή δεν έγινε η απαιτούμενη από τον Κ.Π.Δ. ως άνω δήλωση, δεν δηλώθηκε και δεν διαλαμβάνεται στην έκθεση επακριβώς η ιδιότητα με την οποία ενήργησε ο συνήγορος που προαναφέρθηκε, δηλαδή της παρ. 1 ή της παρ. 2 του άρθρου 465 του Κ.Π.Δ., οι οποίες ορίζουν, κατά μεν την παρ. 1 ότι, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου, που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση..., κατά δε την παρ. 2 το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση... Οι επιβαλλόμενες ως άνω διατυπώσεις από τον Έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ενώ διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης, κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται το άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρ. 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος. Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το κράτος, το οποίο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνον οι τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του.
Συνεπώς, εφόσον η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι από τις διατάξεις του Κ.Π.Δ. οριζόμενες νόμιμες διατυπώσεις, δεδομένου ότι ούτε η αρίθμηση τρία στην προμετωπίδα αυτής από τον παραπάνω Γραμματέα, ούτε η παρά πόδας αυτής, υπό την ένδειξη "Ο Γραμματέας" με δυσανάγνωστη μονογραφή, χωρίς την αναγραφή του ονοματεπωνύμου του, μπορούν να προσδώσουν στο έγγραφο αυτό τη μορφή της έγκυρης δηλώσεως - εκθέσεως αναιρέσεως, που συντάχθηκε σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 28-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της 1241/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 514 εδ.γ' Κ.Π.Δ. δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ιδίας αποφάσεως από τον ίδιο διάδικο, εάν δε τυχόν ασκηθεί και εφόσον βεβαίως έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως (ανεξάρτητα εάν η πρώτη απορρίφθηκε ως αβάσιμη ή απαράδεκτη), απορρίπτεται η δεύτερη ως απαράδεκτη (βλ. Α.Π. 1/2000 Π.Χρ. Ν/118 και Α.Π. 1669/2002 Π.Χρ. ΝΓ'/624).
Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως δεύτερη κατά της ιδίας αποφάσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 476 §1, 513 §1 και 583 §1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω:
(Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμ. 1/5-5-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ' αριθμ. 1241/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 29/5/2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ του Κ.Π.Δ, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως. Σύμφωνα με το αρχικό κείμενο της διατάξεως αυτής "δευτέρα αίτησις αναιρέσεως της αυτής αποφάσεως ουδέποτε επιτρέπεται". Το κείμενο αυτό, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 Ν. 1406/1983, επικρατεί του διατυπωθέντος στη δημοτική κατά τη μεταγλώττιση με το ΠΔ 258/1986, το οποίο, ορίζοντας ότι "δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης" δεν περιλαμβάνει το επίρρημα "ποτέ". Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως αυτής, εκτός ορισμένων εξαιρετικών, αλλά μη προκειμένων περιπτώσεων, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως από τον ίδιο διάδικο, ανεξάρτητα από το αν εκείνη που ασκήθηκε προηγουμένως απορρίφθηκε ως αβάσιμη ή απαράδεκτη. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί πλέον να εξετάσει δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, διότι διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του (Ολομ. ΑΠ 1/2000). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1, Κ.Π.Δ, όπως ισχύει σήμερα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, κατά αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 1241/19-12-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε φυλάκιση 6 μηνών, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του Τύπου κατ' εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε την από 28-12-2006 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1525/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Επί της αναιρέσεως εκείνης εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2/2008 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας, που την απέρριψε ως απαράδεκτη. Σύμφωνα δε με την ως άνω απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, η από 28-12-2006 αίτηση αναιρέσεως, γιατί η αίτηση αυτή ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο συνήγορο του αναιρεσείοντος, με αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθηνε προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Δράμας, με σύνταξη σχετικής εκθέσεως, και όχι με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., δήλωση ενώπιον του ως άνω Γραμματέα, με τη σύνταξη σχετικής εκθέσεως. Στη συνέχεια,από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων, άσκησε την από 5 Μαϊου 2008 αίτηση από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων, άσκησε εκ νέου την από 5 Μαΐου 2008 αίτηση αναιρέσεως, κατά της αυτής ως άνω αποφάσεως με αριθμό 1241/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη από 5 Μαϊου 2008 αίτηση αναιρέσεως, ως δεύτερη κατά της ίδιας αποφάσεως και από τον ίδιο διάδικο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Μαϊου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1241/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η δεύτερη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε κατά της αυτής αποφάσεως, και από τον ίδιο αναιρεσείοντα.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 59/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Γκουντοπούλου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1951/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 101/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 236/8.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ την από 10/1/2008 (εγχειρισθείσα) αίτηση των (1) Χ1 και (2) Χ2, με την οποία επιδιώκουν την επανάληψη προς το συμφέρον τους της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 1951/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ο καθένας, με τριετή αναστολή, για υφαίρεση (υπεξαίρεση) από κοινού (άρθρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 375 παρ. 1, 378 ΠΚ) και εκθέτω τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507).
Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 1951/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη (βλ. συνημμ. πιστοποιητικά Εφετείου Αθηνών και Αρείου Πάγου περί του αμετακλήτου της ως άνω αποφάσεως).
Σύμφωνα δε με το διατακτικό της παραπάνω αποφάσεως για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, οι αιτούντες καταδικάσθηκαν για υφαίρεση (υπεξαίρεση) από κοινού, συνισταμένη στο ότι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, στη ..... την 12/1/98 με πρόθεση ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα ολικά πράγματα που περιήλθαν στη κατοχή τους με οποιονδήποτε τρόπο, η υπεξαίρεση δε αυτή έγινε μεταξύ συζύγων και συγγενών. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος που είναι σύζυγος της εγκαλούσας Ψ, ο δε δεύτερος που είναι αδελφός του πρώτου, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το χρηματικό ποσό των 2.050.000 δρχ. ο πρώτος και το χρηματικό ποσό του 1.788.000 δρχ. ο δεύτερος, τα οποία παρέδωσε σ'αυτούς η άνω εγκαλούσα, προκειμένου να κατατεθούν αυτά σε λογαριασμό Τραπέζης (επειδή αυτή ως παράνομη μετανάστης στην Ελλάδα από την Αλβανία και στερουμένη διαβατηρίου δεν μπορούσε να ανοίξει δικό της τραπεζικό λογαριασμό), δεν κατέθεσαν τα χρηματικά αυτά ποσά σε Τράπεζα, ούτε απέδωσαν αυτά στην εγκαλούσα παρά τις προς τούτο συνεχείς οχλήσεις της? η υπεξαίρεση δε αυτή έγινε μεταξύ συζύγων και συγγενών (βλ. σκεπτικό και διατακτικό της 1951/04 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών).
Οι αιτούντες, ως νέα γεγονότα άγνωστα στους Δικαστές που τους καταδίκασαν με την υπ'αρ. 1951/04 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, παρόντων των κατηγορουμένων, επικαλούνται και προσκομίζουν τα εξής έγγραφα:
1. Το υπ'αριθμ. ..... Γραμμάτιο Συστάσεως Παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων, του οποίου καταθέτης είναι ο κ Χ1, και στο οποίο φέρεται η καταβολή του ποσού σε ΕΥΡΩ των 10.000€, υπέρ της κας Ψ, στις 2/8/2005.
2. Εξοφλητική Απόδειξη Λήψης Ποσού, υπογεγραμμένη από τον Δικηγόρο Αθηνών κ Χρήστο Παπαϊωάννου (ΑΜΔΣΑ 9931), βάσει της οποίας αποδεικνύεται η πλήρης και ολοσχερής εξόφληση απαίτησης, μετά την καταβολή του ποσού σε ΕΥΡΩ των 7.939,18€, του Χ2, δια χειρός του πληρεξουσίου δικηγόρου του κ Γαβριήλ Πελεκίδη (ΑΜΔΣΑ 19313), υπέρ της Ψ, στις 27/6/2005.
3. 'Ενορκες Βεβαιώσεις οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών κου Χαραλάμπους Κριμπά του Σπυρίδωνος. στις 31-07-2007:
-Η υπ' αριθμ. ..... της μάρτυρος κας ..... -Η υπ' αριθμ. ..... του μάρτυρος κου ..... -Η υπ' αριθμ. ..... του μάρτυρος κου ..... -H υπ' αριθμ. ..... της μάρτυρος κα ..... -Η υπ' αριθμ. .....της μάρτυρος κας .....
4. Τα υπ' αριθμ ..... & ..... Πληρεξούσια του Συμβολαιογράφου Χαραλάμπους Κριμπά με τα οποία παρέχουν στην πληρεξουσία τους Δικηγόρο Αθηνά Γκουντοπούλου την εντολή για την κατάθεση και περαίωση της παρούσης αιτήσεως.
5. Το πιστοποιητικό Γεννήσεως της ..... (πρόκειται περί του τέκνου για το οποίο αποκηρύχθηκε η πατρότητα). 6. Την υπ' αριθμ. 87/1998 απόφαση του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα της Αλβανικής Δημοκρατίας δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε λυμένος ο γάμος του πρώτου κατηγορουμένου και της εγκαλούσης.
7. Την υπ' αριθμ. 92/1998 απόφαση του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα της Αλβανικής Δημοκρατίας δυνάμει της οποίας αποκηρύχθηκε η πατρότητα του πρώτου κατηγορουμένου.
8. Την υπ' αριθμ. 394/2000 απόφαση του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα της Αλβανικής Δημοκρατίας δυνάμει της οποίας επικυρώθηκε η προηγούμενη απόφαση με την οποία αποκηρύχθηκε η πατρότητα του πρώτου κατηγορουμένου, (πρόκειται περί της εφετειακής αποφάσεως).
9. Το από 1/2/2000 κατηγορητήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εναντίον των.
10. Την υπ'αριθμ. 59014/2003 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκαν για το επίμαχο αδίκημα της υφαίρεσης (υπεξαίρεσης) από κοινού.
11. Ή υπ' αριθμ. 1951/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία περατώθηκε η διαδικασία και της οποίας ζητούν την επανάληψη με την παρούσα αίτησή τους.
12. Γενική εξέταση ούρων του μαιευτηρίου "Μητέρα" του πρώτου κατηγορουμένου με ημερομηνία 16/5/1997.
13. Υπερηχογραφικός έλεγχος Όρχεων του πρώτου κατηγορουμένου του μαιευτηρίου "Μητέρα" με ημερομηνία 16/5/1997.
14. Ιατρική γνωμάτευση του μαιευτηρίου "Μητέρα" για τον πρώτο κατηγορούμενο με ημερομηνία 23/5/1997.
15. Ιατρική βεβαίωση του μαιευτήρος ..... αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο με ημερομηνία 2/6/1997.
16. Την υπ' αριθμ. 5211/2002 απόφαση του ΜΠΑ της εκουσίας δικαιοδοσίας.
17. To υπ' αριθμ. 93/2003 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
18. Η υπ' αριθμ. 3306/2001 απόφαση του (Πολιτικού) Εφετείου Αθηνών (για την ίδια υπόθεση).
19. Το από 2/8/2005 εξώδικο του πρώτου κατηγορουμένου με τις εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών κας ..... (εκθέσεις επιδόσεως ..... & ..... με ημερομηνίες αντίστοιχα 10/8/2005 & 3/8/2005). Πρόκειται για την εκ των υστέρων εξόφληση από τον πρώτο κατηγορούμενο, του εν λόγω ποσού και την παραλαβή του γραμματίου από την εγκαλούσα με την δεύτερη κοινοποίηση.
20. Την μήνυση της εγκαλούσης η οποία κατετέθη 26/1/1998 στην Εισαγγελία Αθηνών.
21. Η από 15/4/1997 αγωγή της εγκαλούσης εναντίον των για επίμαχο ποσό.
22. Τρία αποσπάσματα αθωωτικών αποφάσεων του πρώτου κατηγορουμένου αναφορικά με τις ψευδείς εγκλήσεις της αντιδίκου για την παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφή.
23. Oι κλήσεις για την παράστασή των αιτούντων στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
24. Πιστοποιητικό γεννήσεως του πρώτου κατηγορουμένου.
25. Απόσπασμα της Α από το οποίο προκύπτει η προσβολή της πατρότητας.
26. Πιστοποιητικό γάμου της Αλβανικής Δημοκρατίας του πρώτου κατηγορουμένου.
27. Η υπ' αριθμ. 2748/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έκρινε σε πρώτο βαθμό την επίμαχη απαίτηση της εγκαλούσης.
28. Διάφορα φωτοαντίγραφα εξετάσεων στο μαιευτήριο "Μητέρα" του πρώτου κατηγορουμένου.
29. Διάφορες Δικαστικές κλήσεις του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα από τις οποίες προκύπτει ότι και εκεί η εγκαλούσα αναζητείτο από τις Δικαστικές Αρχές.
30. Ληξιαρχική πράξη γάμου της εγκαλούσης με τον δεύτερο σύζυγό της κ ..... .
31. Ιδιωτικό Συμφωνητικό Ομόρρυθμης Εταιρίας ανάμεσα στον πρώτο και στον δεύτερο κατηγορούμενο και με αντικείμενο την εκμετάλλευση αρτοποιείου.
32. Έγγραφα του Υπουργείου Εσωτερικών προς αυτούς από τα οποία προκύπτει η απόρριψη του αιτήματός των για την πολιτογράφηση Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τους αιτούντες ως νέα γεγονοτα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ'αριθμ. 1951/2004 απόφαση (βλ. σελ. 3 πρακτικών και απόφασης) της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινομένη αίτηση, δεν είναι ικανά κατά την κρίση μας να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτουμένη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι της ως άνω πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν, διότι όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ'αρ. 1951/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών το δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται αναλυτικά στα πρακτικά, τις απολογίες των αιτούντων κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με την υπ'αρ. 3306/01 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Πολιτικού) που έκρινε τελεσίδικα επί της αστικής διαφοράς μεταξύ των παραπάνω διαδίκων για την ίδια υπόθεση και υποχρέωσε τους αιτούντες Χ2 και Χ1 να καταβάλλουν στην εγκαλούσα Ψ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ο πρώτος το ποσό των 850.000 δρχ. και ο δεύτερος 1.300.000 δρχ. (βλ. συνημμ. ως άνω απόφαση Πολιτικού Εφετείου Αθηνών).
Συνεπώς, τα κρίσιμα αυτά στοιχεία, που περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αιτούντες ως άνω έγγραφα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ. Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν νέες αποδείξεις οι λόγοι που πλήττουν την κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, και επομένως την από ουσιαστικής απόψεως ορθότητα της αποφάσεως που καταδίκασε τους αιτούντες (ΑΠ 1743/90 ΠΧρ ΜΑ 737). Έτσι οι λόγοι που προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση ότι δηλαδή, εσφαλμένα καταδικάσθηκαν οι αιτούντες για υφαίρεση (υπεξαίρεση) από κοινού (άρθρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 375 παρ. 1α - 378α ΠΚ) τελικώς δεν αποτελούν νέες αποδείξεις, αλλά σχετικούς λόγους αναιρέσεως (άρθρ. 510 παρ. 1 ΚΠΔ).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αιτούντες για τη θεμελίωση της κρινομένης αιτήσεως τους από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν ήδη προσκομισθεί στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι οι αιτούντες τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της υφαίρεσης (υπεξαίρεσης) από κοινού δεν καθιστούν φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι της πράξεως αυτής.
Κατ'ακολουθία αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν στους αιτούντες τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς --- Π ρ ο τ ε ί ν ω: (Α) Να απορριφθεί η από 10-1-2008 (εγχειρισθείσα) αίτηση των (1) Χ1 και (2) Χ2, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1951/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και (Β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αιτούντες.
Αθήνα 24 Απριλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια δικηγόρων των αναιρεσειόντων και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η υπό κρίση από 1-10-2007 αίτηση, με την οποία οι αιτούντες α) Χ1 και β) Χ2, επιδιώκουν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1951/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν για την πράξη της υφαίρεσης (υπεξαίρεσης) από κοινού σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών ο καθένας, ισχυριζόμενοι ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι της πράξεως, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 Κ.Π.Δ, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την υπ' αριθμό 1951/2004 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, (βλ. τα υπ' αριθμό πρωτ. ..... και ..... πιστοποιητικά του Εφετείου Αθηνών και ..... πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου), κήρυξε ενόχους τους αιτούντες και καταδίκασε τον καθένα από αυτούς σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, για την πράξη της υφαίρεσης (υπεξαίρεσης) από κοινού, και ειδικότερα, του ότι: "στη ..... την 11 Ιανουαρίου 1998, με πρόθεση ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα ολικά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή τους με οποιοδήποτε τρόπο, η υπεξαίρεση δε αυτή έγινε μεταξύ συζύγων και συγγενών. Ειδικότερα ο μεν πρώτος, ο οποίος είναι σύζυγος της εγκαλούσας Ψ, ο δε δεύτερος, ο οποίος είναι αδελφός του πρώτου, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το χρηματικό ποσό των δύο εκατομμυρίων πενήντα χιλιάδων (2.050.000) δραχμών ο πρώτος και το χρηματικό ποσό του ενός εκατομμυρίου επτακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων (1.788.000) δραχμών ο δεύτερος, τα οποία παρέδωσε σε αυτούς η εγκαλούσα προκειμένου να κατατεθούν αυτά σε λογαριασμό Τραπέζης, μη καταθέσαντες τα χρηματικά αυτά ποσά σε Τράπεζα, ούτε αποδόσαντες αυτά στην εγκαλούσα παρά τις προς τούτο συνεχείς οχλήσεις αυτής, η υπεξαίρεση δε αυτή έγινε μεταξύ συζύγων και συγγενών". Ήδη, οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, καθίσταται φανερή η αθωότητά τους, για την πιο πάνω πράξη για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν άδικα, τα εξής:
1. Το υπ'αριθμ. ..... Γραμμάτιο Συστάσεως Παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων, του οποίου καταθέτης είναι ο Χ1, και στο οποίο φέρεται η καταβολή του ποσού σε ΕΥΡΩ των 10.000€, υπέρ της Ψ, στις 2/8/2005.
2. Εξοφλητική Απόδειξη Λήψης Ποσού, υπογεγραμμένη από τον Δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Παπαϊωάννου (ΑΜΔΣΑ 9931), βάσει της οποίας αποδεικνύεται η πλήρης και ολοσχερής εξόφληση απαίτησης, μετά την καταβολή του ποσού σε ΕΥΡΩ των 7.939,18€, του Χ2, δια χειρός του πληρεξουσίου δικηγόρου του κ Γαβριήλ Πελεκίδη (ΑΜΔΣΑ 19313), υπέρ της Ψ, στις 27/6/2005.
3. 'Ενορκες Βεβαιώσεις οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπους Κριμπά του Σπυρίδωνος. στις 31-07-2007:
-Η υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ..... -Η υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος ..... -Η υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος ..... -H υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ..... -Η υπ' αριθμ. ..... της μάρτυρος .....
4. Τα υπ' αριθμ ..... & ..... Πληρεξούσια του Συμβολαιογράφου Χαραλάμπους Κριμπά, με τα οποία παρέχουν στην πληρεξουσία τους, Δικηγόρο Αθηνά Γκουντοπούλου την εντολή για την κατάθεση και περαίωση της παρούσης αιτήσεως.
5. Το πιστοποιητικό Γεννήσεως της Ψ (πρόκειται περί του τέκνου για το οποίο αποκηρύχθηκε η πατρότητα).
6. Την υπ' αριθμ. 87/1998 απόφαση του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα της Αλβανικής Δημοκρατίας, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε λυμένος ο γάμος του πρώτου κατηγορουμένου και της εγκαλούσης.
7. Την υπ' αριθμ. 92/1998 απόφαση του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα της Αλβανικής Δημοκρατίας, δυνάμει της οποίας αποκηρύχθηκε η πατρότητα του πρώτου κατηγορουμένου.
8. Την υπ' αριθμ. 394/2000 απόφαση του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα της Αλβανικής Δημοκρατίας, δυνάμει της οποίας επικυρώθηκε η προηγούμενη απόφαση με την οποία αποκηρύχθηκε η πατρότητα του πρώτου κατηγορουμένου, (πρόκειται περί της εφετειακής αποφάσεως).
9. Το από 1/2/2000 κατηγορητήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εναντίον των.
10. Την υπ'αριθμ. 59014/2003 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν για το επίμαχο αδίκημα της υφαίρεσης (υπεξαίρεσης) από κοινού.
11. Την υπ' αριθμ. 1951/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία περατώθηκε η διαδικασία και της οποίας ζητούν την επανάληψη με την παρούσα αίτησή τους.
12. Γενική εξέταση ούρων του μαιευτηρίου "Μητέρα" του πρώτου κατηγορουμένου με ημερομηνία 16/5/1997.
13. Υπερηχογραφικό έλεγχος Όρχεων του πρώτου κατηγορουμένου του μαιευτηρίου "Μητέρα" με ημερομηνία 16/5/1997.
14. Ιατρική γνωμάτευση του μαιευτηρίου "Μητέρα" για τον πρώτο κατηγορούμενο με ημερομηνία 23/5/1997.
15. Ιατρική βεβαίωση του μαιευτήρος ..... αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο με ημερομηνία 2/6/1997.
16. Την υπ' αριθμ. 5211/2002 απόφαση του ΜΠΑ της εκουσίας δικαιοδοσίας.
17. To υπ' αριθμ. 93/2003 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
18. Την υπ' αριθμ. 3306/2001 απόφαση του (Πολιτικού) Εφετείου Αθηνών (για την ίδια υπόθεση).
19. Το από 2/8/2005 εξώδικο του πρώτου κατηγορουμένου με τις εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..... (εκθέσεις επιδόσεως ..... & ..... με ημερομηνίες αντίστοιχα 10/8/2005 & 3/8/2005). Πρόκειται για την εκ των υστέρων εξόφληση από τον πρώτο κατηγορούμενο, του εν λόγω ποσού και την παραλαβή του γραμματίου από την εγκαλούσα με την δεύτερη κοινοποίηση.
20. Την μήνυση της εγκαλούσης η οποία κατετέθη 26/1/1998 στην Εισαγγελία Αθηνών.
21. Την από 15/4/1997 αγωγή της εγκαλούσης εναντίον των για επίμαχο ποσό.
22. Τρία αποσπάσματα αθωωτικών αποφάσεων του πρώτου κατηγορουμένου αναφορικά με τις ψευδείς εγκλήσεις της αντιδίκου για την παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφή.
23. Τις κλήσεις για την παράστασή των αιτούντων στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
24. Πιστοποιητικό γεννήσεως του πρώτου κατηγορουμένου.
25. Απόσπασμα της Α από το οποίο προκύπτει η προσβολή της πατρότητας.
26. Πιστοποιητικό γάμου της Αλβανικής Δημοκρατίας του πρώτου κατηγορουμένου.
27. Την υπ' αριθμ. 2748/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε σε πρώτο βαθμό την επίμαχη απαίτηση της εγκαλούσης.
28. Διάφορα φωτοαντίγραφα εξετάσεων στο μαιευτήριο "Μητέρα" του πρώτου κατηγορουμένου.
29. Διάφορες Δικαστικές κλήσεις του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα, από τις οποίες προκύπτει ότι και εκεί η εγκαλούσα αναζητείτο από τις Δικαστικές Αρχές.
30. Ληξιαρχική πράξη γάμου της εγκαλούσης με τον δεύτερο σύζυγό της ..... .
31. Ιδιωτικό Συμφωνητικό Ομόρρυθμης Εταιρίας ανάμεσα στον πρώτο και στον δεύτερο κατηγορούμενο και με αντικείμενο την εκμετάλλευση αρτοποιείου. Και
32. 'Εγγραφα του Υπουργείου Εσωτερικών προς αυτούς από τα οποία προκύπτει η απόρριψη του αιτήματός των για την πολιτογράφηση.
Για τα στοιχεία που οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Α) όσον αφορά τα με αριθμούς 8, 16 και 18 έγγραφα και συγκεκριμένα: α) την υπ' αριθμό 394/2000 απόφαση του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα της Αλβανικής Δημοκρατίας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του πρώτου από τους αιτούντες, περί προσβολής της πατρότητας της Α, β) την υπ' αριθμό 5211/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, η υπ' αριθμό 394/2000 απόφαση του Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα, και γ) την υπ' αριθμό 3306/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της εγκαλούσας και υποχρεώθηκαν οι ήδη αιτούντες να της καταβάλουν ο μεν πρώτος το ποσό των 850.000 δραχμών και ο δεύτερος από αυτούς το ποσό του 1.300.000 δραχμών, τα έγγραφα αυτά είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την κρινόμενη απόφαση. Β) Όσον αφορά, όμως, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, ....., ....., (ανεψιών των αιτούντων), ....., ..... (γαμβρού και αδελφής των αιτούντων), και ..... (αδελφής των αιτούντων) θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες θα πρέπει να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο καθεμιάς απ' αυτές αποτελεί πιστή αντιγραφή της άλλης, κατά τα ουσιώδη σημεία τους, οι βεβαιούντες μάρτυρες και κατά την προσωπική εκτίμηση τους, αποκλείουν την περίπτωση, οι αιτούντες να έχουν παρακρατήσει παράνομα τα χρηματικά ποσά για τα οποία αυτοί καταδικάσθηκαν, όχι μόνο λόγω της ολοκληρωμένης προσωπικότητάς τους, κυρίως, όμως, λόγω της υφιστάμενης σχέσης τους με την εγκαλούσα (σύζυγο του πρώτου και νύμφη του δεύτερου). Περαιτέρω, στις ίδιες πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, γίνεται αναφορά για τη συνεχή προσπάθεια των αιτούντων να αναζητήσουν την εγκαλούσα, προκειμένου να της καταβάλουν κάθε ποσό που επιδικάστηκε σ' αυτήν με την υπ' αριθμό 3.306/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως επίσης σ' αυτές (βεβαιώσεις), γίνεται αναφορά και στις ανεπιτυχείς προσπάθειές των ίδιων των αιτούντων, να αναζητήσουν και να ανεύρουν την εγκαλούσα, προκειμένου να διευθετήσουν την οικονομική με αυτή διαφορά τους, ένεκα δε τούτου προέβησαν ο μεν πρώτος απ' αυτούς, την 2-8-2005, στην παρακατάθεση υπέρ της εγκαλούσας, του οφειλόμενου ποσού από 10.000 ευρώ, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ο δε δεύτερος στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσας και, τέλος οι πιο πάνω μάρτυρες αναφέρονται στην απαξιωτική συμπεριφορά της εγκαλούσας, στην προσπάθειά της να θεωρήσει τον πρώτο των αιτούντων, ως τον πατέρα του ανηλίκου τέκνου της, ....., ιδιότητα την οποία όλοι οι μάρτυρες αποκλείουν, εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε αυτός (πρώτος των αιτούντων), ο οποίος αποδεδειγμένα δεν είχε τη δυνατότητα να τεκνοποιήσει. Τέλος, όσον αφορά τα λοιπά πιο πάνω έγγραφα που οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν και συγκεκριμένα: 1) το με αριθμό ..... γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, 2) την εξοφλητική απόδειξη ποσού 7.939,18 ευρώ του δικηγόρου Αθηνών Χρήστου Παπαϊωάννου, 3) τα υπ' αριθμό ..... και ..... πληρεξούσια έγγραφα του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπους Κριμπά, 4) το πιστοποιητικό γεννήσεως του ανηλίκου τέκνου Α, 5) την υπ' αριθμό 87/1998 απόφαση του δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα, 6) την υπ' αριθμό 92/1998 απόφαση του δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα, 7) το από 1-2-2000 κλητήριο θέσπισμα, 8) την υπ' αριθμό 59014/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 9) τα με α.α. 12, 13, 14 και 15 έγγραφα, που αφορούν ιατρικές βεβαιώσεις του πρώτου των αιτούντων, 10) το από 2-8-2005 εξώδικο του πρώτου των αιτούντων με τις οικείες εκθέσεις επίδοσης, 11) την από 26-1-1998 έγκληση της εγκαλούσας κατά των ήδη αιτούντων, 12) την από 15-4-1997 αγωγή της εγκαλούσας, 13) αποσπάσματα αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 14) κλήσεις για παράσταση των εγκαλούντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, 15) πιστοποιητικό γέννησης του πρώτου των αιτούντων, 16) πιστοποιητικό γάμου του πρώτου των αιτούντων, 17) διάφορες ιατρικές εξετάσεις που αφορούν τον πρώτο των αιτούντων, 18) ληξιαρχική πράξη γάμου της εγκαλούσας, 19) ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομόρρυθμης εταιρείας μεταξύ των αιτούντων, και 20) διάφορα έγγραφα του Υπουργείου Εσωτερικών, σημειώνεται ότι δεν αποτελούν όλα αυτά τα στοιχεία διευκρινιστικά ή τροποποιητικά εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του Τριμελούς Εφετείου για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τους αιτούντες κρίσεώς του. Κατά συνέπεια πρέπει να σημειωθεί ότι από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως. Πράγματι αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις και τα λοιπά προσκομισθέντα πιο πάνω έγγραφα, κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά, είτε μόνα τους, είτε συνδυαζόμενα μεταξύ τους, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, και, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι της πράξεως του άρθρου 375 παρ. 1α σε συνδυασμό με το άρθρο 378α του Π.Κ, για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2007 αίτηση των 1) Χ2 και 2) Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 1951/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα από αυτούς σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας 525 επ. ΚΠΔ. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα - άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 75/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 4178/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο και συγκατηγορούμενο Οδυσσέα Ματθαιόπουλο του Γεωργίου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 961/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ, 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) απαιτείται να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στον ισχυρισμό αυτόν. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4178/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων Χ1 και ο συγκατηγορούμενός του Χ2 καταδικάσθηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, της έκρηξης από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "To έτος 1963 στην περιοχή των Αμπελοκήπων της Θεσσαλονίκης και στη συμβολή των οδών ..... και ..... ιδρύθηκε Βιομηχανία Παραγωγής Υφασμάτων εκ φυσικών και τεχνητών νημάτων, η οποία ήταν (τότε) ουσιαστικά ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου Χ2, αλλά λειτουργούσε ως ΕΠΕ με την επωνυμία "ΕΠΕ Χ2 και Σια", επί μισθωμένου ακινήτου, οικοπέδου εκτάσεως 2113,50 τ.μ. και κτίσματος 885,50 τ.μ. Στις 8-7-1963 ο Χ2 υπέβαλε αίτηση για την ηλεκτροδότηση του Υφαντουργείου, υπογράφοντας το Συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος για 83,7 KW (μετρητές, 200/5) και ηλεκτροδοτήθηκε στις 29/7/1964. Στις 18-4-1967 ο ίδιος υπέβαλε αίτηση για αύξηση ισχύος από 200/5 σε 400/5, υπογράφοντας το σχετικό συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος για 168,7 HP (124,2 KW) και ηλεκτροδοτήθηκε με τη νέα παροχή στις 28-2-1968 και έως την παύση των εργασιών της επιχείρησης. Στις 26-9-1968 χορηγήθηκε από το Υπουργείο Βιομηχανίας η με αριθμό πρωτοκόλλου ..... άδεια σκοπιμότητας για συνολική ισχύ 150 HP και αξία μηχανολογικού εξοπλισμού 615.000 δρχ. ως απαραίτητο δικαιολογητικό για την χορήγηση αδείας λειτουργίας κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του Α.Ν 3/6/1935 "περί ιδρύσεως και επεκτάσεως Βιομηχανιών", με την επισήμανση ότι δεν επιτρέπεται η κατασκευή κτιρίων και η εκτέλεση οιασδήποτε εγκαταστάσεως άνευ της υπό του Νόμου Δ/Κ/ΣΤ/1912 απαιτούμενης άδειας, εκδιδόμενης από την αρμόδια Μηχανολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Βιομηχανίας. Το έτος 1974, μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεως του Χ2, χορηγήθηκε από την Δ/νση Βιομηχανίας και Ορυκτού πλούτου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης η πρώτη με αριθμ. πρωτ. Β ..... άδεια λειτουργίας για συνολική ισχύ μηχανολογικού εξοπλισμού 156,40 HP και αξία 555.000 δρχ., διάρκειας τριών (3) ετών μετά από έγκριση των σχεδιαγραμμάτων και των δικαιολογητικών στοιχείων, υπό τους κάτωθι όρους: 1) Να προβλεφθεί πυροσβεστικό δίκτυο με την υπόδειξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, 2) Να υφίστανται και να διατηρούνται σε καλή κατάσταση άπαντα τα προστατευτικά περιφράγματα των επικινδύνως κινούμενων μερών νέων μηχανημάτων, 3) Να βελτιωθεί το σύστημα των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων. Μετά την από 10-6-1977 αίτηση του Χ2 χορηγήθηκε στις 31-3-1980 η δεύτερη άδεια λειτουργίας με αριθμ. πρωτ. Β. ..... για συνολική ισχύ 173 HP και αξία 11.100.000 δρχ., διάρκειας τριών ετών με τους εξής όρους: 1) Να υπάρχουν προστατευτικά περιφράγματα στα επικίνδυνα κινούμενα μέρη των μηχανημάτων. 2) Να τηρούνται οι διατάξεις του Π.Δ 460/76 περί λήψεως μέτρων πυρασφάλειας. 3) Να τηρούνται οι ισχύουσες Υγειονομικές Διατάξεις. 4) Να ελέγχονται μία φορά την εβδομάδα οι μονώσεις των ηλεκτρικών καλωδίων και οι γειώσεις των φορητών και μη μηχανημάτων. Την 7-12-1977 ο Χ2 υπέβαλε αίτηση στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, προκειμένου να του χορηγηθεί Βεβαίωση Πυρασφάλειας του εν λόγω εργοστασίου. Την 8-1-1977 εγκρίθηκε ο με αριθμό μητρώου ..... ειδικός κανονισμός πυρασφάλειας, ο οποίος συντάχθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. 460/1976 Προεδρικού Διατάγματος περί λήψεως μέτρων πυρασφάλειας και αναφέρεται σε καλυμμένη επιφάνεια 885 τ.μ. Στην παραπάνω αίτηση αναφέρεται από αξιωματικό του τμήματος πυρασφάλειας της Διοίκησης Π.Υ. Θεσσαλονίκης της Περιφ. Δ/νσης Κεντρικής Μακεδονίας η ορθή σύνταξη του ΕΚΠΥ και η εφαρμογή των διαλαμβανομένων. Ο παραπάνω ειδικός κανονισμός πυρασφαλείας (632/77) αφορούσε, όπως αναφέρεται σ' αυτόν, βιομηχανία παραγωγής υφασμάτων από φυσικά και τεχνητά νήματα σε ισόγειο κτίσμα μονώροφο οικοδομικής εκτάσεως 885 τ.μ. με τοιχοποιία από οπλισμένο σκυρόδεμα και οπτόπλινθους, με δάπεδο από απλό και στέγη από οπλισμένο σκυρόδεμα, με μία ξύλινη είσοδο - έξοδο, αλλά και τρεις εσωτερικές εισόδους - εξόδους, δυνάμενες να χρησιμοποιηθούν ως έξοδοι κινδύνου, ενώ από πλευράς κινδύνου συγκαταλεγόταν (η βιομηχανία) στη μεσαία κατηγορία, καθώς οι πρώτες ύλες (νήματα φυσικού ερίου, καθώς και από φυσική ή τεχνική μετάξη) και οι δευτερεύουσες (χρώματα, χαρτιά και μαζούτ) είναι εύφλεκτες (αναφλέξιμες). Αναφερόταν ακόμη στον παραπάνω ειδικό κανονισμό ότι υπήρχε κίνδυνος πυρκαγιάς από βραχυκύκλωμα στις πάσης φύσεως ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, συσκευές και ηλεκτροκινητήρες λόγω κακής συντήρησης και υπερφορτίσεως αυτών και κίνδυνος εκρήξεως για τον λέβητα. Συνακόλουθα, ενόψει των ανωτέρω, έπρεπε να ληφθούν τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά μέτρα πυρασφάλειας και ειδικότερα, όπως αναφέρεται στον παραπάνω ειδικό κανονισμό: α) ανάρτηση πινακίδων σε εμφανή σημεία της εγκαταστάσεως με οδηγίες προλήψεως και τρόπους ενέργειας του προσωπικού της επιχείρησης, β) σήμανση θέσεως πυροσβεστικού υλικού, οδών φυγής και εξόδων κινδύνου, γ) σήμανση επικίνδυνων υλικών και χώρων, δ) απαγόρευση καπνίσματος και χρήση γυμνών φλογών σε επικίνδυνους χώρους, ε) κατάλληλη διευθέτηση χώρου αποθηκεύσεως υλικών υποκειμένων σε αυτανάφλεξη, επιλογή χώρων εναποθήκευσης μακράν της θέσης παραγωγής και εργασίας του προσωπικού, στ) απομάκρυνση από τις αποθήκες, διαδρόμους, ταράτσες, προαύλια όλων των άχρηστων εύφλεκτων υλικών και τοποθέτηση σε ασφαλές μέρος προς αποφυγή μεταδόσεως της φωτιάς σε αυτά, ζ) τήρηση διόδων μεταξύ των εναποθηκευμένων υλικών για την διευκόλυνση επεμβάσεως σε περίπτωση ενάρξεως πυρκαγιάς, η) απομάκρυνση εύφλεκτων υλικών από φλόγες σπινθήρες και γενικά πηγές εκπομπής θερμότητας, θ) συνεχής καθαρισμός όλων των διαδρόμων, διαμερισμάτων, γραφείων, προαυλίων, αποθηκών κλπ της επιχείρησης, ι) επιμελής συντήρηση των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων γενικά προς πρόληψη βραχυκυκλώματος, ια) θέση εκτός τάσεως των μηχανολογικών εγκαταστάσεων κατά μη εργάσιμες μέρες και ώρες, ιβ) δημιουργία προϋποθέσεων αποφυγής τυχαίας ανάμιξης διαφόρων φύσεως υλικών, δυνάμενων να προκαλέσουν εξώθερμη αντίδραση, ιγ) επαρκής και συχνός φυσικός και τεχνικός αερισμός των χώρων παραγωγής και εναποθηκεύσεως πρώτων υλών και τελικών προϊόντων, ιδ) επιθεώρηση παρ' υπεύθυνου υπαλλήλου της επιχειρήσεως όλων των διαμερισμάτων, αποθηκών κλπ μετά την διακοπή της εργασίας και κατά τις εργάσιμες ώρες προς επισήμανση και εξάλειψη τυχόν υφιστάμενων προϋποθέσεων εκδηλώσεως πυρκαγιάς και ιε) λήψη παντός ετέρου κατά περίπτωση μέτρου που αποβλέπει στην αποφυγή των αιτιών και την μείωση του κινδύνου από πυρκαγιά. Περαιτέρω, ο παραπάνω κανονισμός πυρασφαλείας προέβλεπε ως κατασταλτικά μέτρα πυρασφάλειας δεκαοκτώ (18) φορητούς πυροσβεστήρες ξηράς κόνεως τύπου ΡΑ6. Οριζόταν ακόμη συγκρότηση ομάδας πυρασφάλειας, αποτελούμενης από αρχηγό, υπαρχηγό και ανά οκτάωρο προσωπικό ομάδας πυρασφάλειας - με ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις αναφορικά με προληπτικές ενέργειες και κατασταλτικά μέτρα πυρασφάλειας, αφενός για την τήρηση των προληπτικών μέτρων πυρασφάλειας για την αποφυγή εκδήλωσης πυρκαγιάς και αφετέρου για την αντιμετώπιση τυχόν προκληθείσας πυρκαγιάς. Ως γενική δε οδηγία οριζόταν στον παραπάνω κανονισμό ότι, σε περίπτωση επεκτάσεως ή αλλαγής στις εγκαταστάσεις, πρέπει να ειδοποιείται η πυροσβεστική υπηρεσία προς υπόδειξη τυχόν συμπληρωματικών μέσων. Στις 8-12-1977 χορηγήθηκε από την Διοίκηση Πυρ/κης Υπηρεσίας του Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος Θεσσαλονίκης πιστοποιητικό για το ότι η βιομηχανία παραγωγής έλαβε όλα τα απαιτούμενα στον με AM ..... ΕΚΠΥ μέτρα πυρασφάλειας. Στη συνέχεια, λόγω του ότι η Βιομηχανία είχε πραγματοποιήσει αυθαίρετη λειτουργία και επέκταση (επιπλέον 16,60 HP), από 31-1-77 έως 31-3-1980, χωρίς την άδεια που προβλέπεται από τον ΑΝ 207/67, η Επιθεώρηση Βιομηχανίας Κ.Δ. Μακεδονίας, με τη με αριθμ. πρωτ. Β οίκοθεν 8740/6-4-1980 απόφαση της ανωτέρω υπηρεσίας επέβαλε πρόστιμο 111.000 δρχ. στην επιχείρηση. Περαιτέρω, από τη λήξη της ισχύος του πιστοποιητικού πυρασφάλειας (την 8-12-1980) δεν έγινε καμία ενέργεια από τον ιδιοκτήτη του εργοστασίου για την ανανέωση αυτού. Στις 29-11-1983 το τμήμα μηχανολογίας της Επιθεώρησης Βιομηχανίας Κ.Δ Μακεδονίας, με το με αριθμ. πρωτ. Φ. ..... έγγραφό του, ύστερα από την καταγγελία της Δ/νσης Υγιεινής ότι το εν λόγω Υφαντουργείο δημιουργεί θόρυβο εις βάρος των περιοίκων, γνωστοποίησε στην εν λόγω ΕΠΕ, ότι η άδεια λειτουργίας έληξε την 31-3-1983 και πρέπει να υποβάλει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ανανέωση της, δηλαδή: 1) αίτηση για την ανανέωση της ανωτέρω άδειας λειτουργίας, 2) νέα σχεδιαγράμματα σε περίπτωση κατά την οποία άλλαξε ο μηχανολογικός εξοπλισμός του εργοστασίου και 3) νέο πιστοποιητικό πυρασφάλειας. Το έτος 1984, επειδή η παραπάνω επιχείρηση, έχοντας πλέον μετατραπεί σε ΑΕ με την επωνυμία "Χ2 και ΥΙΟΙ ΑΕ Βιομηχανία Υφασμάτων", συνέχισε να λειτουργεί χωρίς να έχει υποβάλει τα απαιτούμενα παραπάνω αναφερόμενα δικαιολογητικά, η υπηρεσία της Επιθεώρησης Βιομηχανίας ΚΔ Μακεδονίας με την Φ 14.2.3392/2/4561/23-21984 απόφασή της επέβαλε πρόστιμο 110.000 δρχ. με το αιτιολογικό ότι δεν μερίμνησε για την έγκαιρη ανανέωση της άδειας λειτουργίας του εργοστασίου και έτσι πραγματοποιείτο αυθαίρετη λειτουργία χωρίς την άδεια μηχανολογικών εγκαταστάσεων, η οποία προβλέπεται από τον ΑΝ 207/67, μηχανολογικών εγκαταστάσεων 11.1000.000 δρχ. Οι εκπρόσωποι της επιχείρησης άσκησαν ένσταση στις 5-4-1984 στον Υπουργό Βιομηχανίας και Ενέργειας, επικαλούμενοι ότι δεν προέβησαν στην εγκατάσταση πυροσβεστικού συστήματος, διότι το οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο περιλαμβάνεται και το Υφαντουργείο κρίθηκε από τον Δήμο Αμπελοκήπων απαλλοτριωτέο για την δημιουργία χώρου πρασίνου και ως εκ τούτου δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να "πετάξουν" ποσό πέραν του ενός εκατομμυρίου που απαιτείται για την πυρασφάλεια, καθώς είναι άγνωστο και αβέβαιο αν θα παραμείνει να λειτουργεί η επιχείρηση σε αυτές τις εγκαταστάσεις ή θα μετεγκατασταθεί λόγω αυτής της απειλούμενης απαλλοτριώσεως και ως εκ τούτου υπέβαλαν το αίτημα να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση επιβολής προστίμου, άλλως να μειωθεί αυτό το πρόστιμο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτ. Β. 12259/1061/24-5-1984 απόφαση του Υπουργείου, που μείωσε το πρόστιμο από 110.000 δρχ. σε 30.000 δρχ., μετά από συνεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον λόγο ότι επίκειται μετεγκατάσταση του εργοστασίου λόγω απαλλοτρίωσης του
οικοδομικού τετραγώνου. Υπεύθυνος λειτουργίας και συντήρησης του εργοστασίου υφαντουργίας, επιβλέψεως και συντήρησης των μηχανολογικών εγκαταστάσεων έως την 14-2-1985, οπότε και παραιτήθηκε, είχε αναλάβει ο διπλωματούχος ηλεκτρολόγος μηχανολόγος μηχανικός Α και εν συνεχεία από 15-7-1985 ο Β, διπλωματούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός. Στις 27-6-1985 η Επιθεώρηση Βιομηχανίας Κ.Δ Μακεδονίας με τη με αριθμ. πρωτ. Β.φ. 14.2.339275 απόφασή της επέβαλε και τρίτο πρόστιμο 111.000 δραχμών, επειδή η Βιομηχανία συνέχιζε να λειτουργεί χωρίς άδεια. Μετά από ένσταση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτ. 16708/509/3-1-86 απόφαση του Υπουργείου Βιομηχανίας, που μείωσε το πρόστιμο στις 80.000 δρχ. Εξάλλου, το ΙΑ Α.Τ. Θεσσαλονίκης με το με αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφό του γνωστοποίησε στη Δ/νση Βιομηχανίας Νομ. Θεσσαλονίκης ότι καταμηνύθηκε η "Χ2 και Υιοί ΑΕ" επειδή συνέχιζε να λειτουργεί χωρίς άδεια. Η Διεύθυνση Βιομηχανίας, με το υπ' αριθμ. πρωτ. Φ. 14.2.3392/7/85/19-5-1986 έγγραφό της υπενθύμισε στην επιχείρηση (Χ2 και Υιοί ΑΕ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ..... προηγούμενο έγγραφό της για την υποβολή των παραπάνω αναφερομένων δικαιολογητικών, προκειμένου να ανανεωθεί η άδεια λειτουργίας. Η επιχείρηση (η παραπάνω ΑΕ) δεν συμμορφώθηκε και συνέχισε να λειτουργεί χωρίς άδεια λειτουργίας μετά την λήξη της ισχύος της την 31-3-1983, καθόσον δεν προσκόμισε τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Ειδικότερα, δεν προσκόμισε πιστοποιητικό πυροπροστασίας, αλλά και οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που επίσης ήταν απαραίτητη, αφού σε αδιακρίβωτη ημερομηνία, μεταξύ των ετών 1977 και 1983, έγιναν στο εργοστάσιο αυθαίρετες επεκτάσεις του παλιού υφιστάμενου μονώροφου κτίσματος και διαμορφώθηκαν έτσι κτίσματα (με πρόσθετες πρόχειρες κατασκευές) συνολικής έκτασης περίπου 1800 τ.μ. (αντί του αρχικού κτίσματος των 885 τ.μ.), όπως τούτο διαφαίνεται από την σύγκριση των οικοδομικών εκτάσεων των κτισμάτων στον ειδικό κανονισμό πυρασφάλειας και την από 14-5-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Πιο συγκεκριμένα, το εργοστάσιο (μετά τις παραπάνω αυθαίρετες κατασκευές) διαμορφώθηκε σε κτίριο (ακριβέστερα κτιριακό συγκρότημα), με κατεύθυνση από την ανατολή προς τη δύση, που είχε τα εξής επιμέρους τμήματα: α) στα ανατολικά υπήρχε η είσοδος της επιχείρησης ξύλινης κατασκευής που οδηγούσε σε διάδρομο 4 μέτρων, εκατέρωθεν του οποίου σε μήκος 8 και 12 μέτρων υπήρχαν το γραφείο διεύθυνσης της επιχείρησης εμβαδού 25 τ.μ. περίπου με οροφή από μπετόν αρμέ και τοιχοποιία από τούβλα και το λογιστήριο της επιχείρησης εμβαδού 35 τ.μ. ίδιας κατασκευής, β) στο κέντρο υπήρχε το κεντρικό κτίριο παραγωγής - αποθήκευσης προϊόντων που εκτεινόταν με κατεύθυνση από την Ανατολή προς τη Δύση, με συνολικό εμβαδόν 1650 τ.μ., με πλευρές 20 μέτρων στη οδό ..... και 83 μέτρα προς Δύση και με οροφή από μπετόν αρμέ, δάπεδο ομοίως και τοιχοποιίες από τούβλα. Το κτίριο αυτό, σε ένα τμήμα του 15 μέτρων επί 74 μέτρα, είχε οροφή από μπετόν αρμέ σε σχήμα Λ με ύψος 6,5 μέτρα, ενώ στη συνέχειά του, σε όλη την βορινή του πλευρά 5 επί 74 μέτρα, είχε οροφή από μπετόν αρμέ και ύψος 2,8 μέτρων. Στην πίσω πλευρά (δυτική) υπήρχε συνέχεια του κτιρίου με διαμόρφωση αποθηκευτικού χώρου διαστάσεων 8,5 μέτρων επί 15 μέτρα με τοιχοποιία από τούβλα και οροφή μεταλλική (πλέξη σιδηροδοκών και επικάλυψη λαμαρίνας), γ) Στη νότια πλευρά του κεντρικού κτιρίου και κατά μήκος αυτού υπήρχε διάδρομος μήκους από 4 έως 7 μέτρα, ο οποίος σε κάποια σημεία του ήταν ανοικτός από πάνω, ενώ σε άλλα υπήρχε κάλυψη αυτού με λαμαρίνες και πλαστικά φύλλα. Ο διάδρομος αυτός στο μέσον περίπου του κεντρικού κτιρίου στένευε εξ αιτίας της κατασκευής από μπετόν αρμέ εγκαταστάσεων ατμολέβητα 3X12 μέτρα με ύψος περίπου 4 μέτρα, σε τμήμα της οροφής του οποίου υπήρχαν τοποθετημένες δύο κυλινδρικές δεξαμενές μαζούτ, δ) Στη συνέχεια του διαδρόμου και κατά μήκος αυτού υπήρχαν διαμορφωμένα πολλά μικρά και μεγάλα υπόστεγα συνεχόμενα, των οποίων η πίσω πλευρά (κατασκευασμένη από τοιχοποιία από τούβλα) εκτεινόταν κατά μήκος της οδού ....., ενώ πολλοί κάθετοι επί αυτής τοίχοι μήκους 3 και 4,5 μέτρων δημιουργούσαν χωρισμό των υπόστεγων, εντός των οποίων υπήρχαν αποθηκευμένα έτοιμα προϊόντα (τόπια υφάσματος) και πρώτες ύλες, κυρίως πλευρικώς στους τοίχους του κάθε επιμέρους τμήματος του υπόστεγου. Τα περισσότερα από τα υπόστεγα αυτά είχαν ανοικτή την μπροστινή πλευρά τους, ενώ ορισμένα με τοιχοποιία από τούβλα και πόρτες δημιουργούσαν κλειστούς αποθηκευτικούς χώρους. Περαιτέρω, μεταξύ του φινιριστηρίου και του διαδρόμου στο ύψος του παραθύρου του φινιριστηρίου η εγκατάσταση ήταν περιμετρικά κτισμένη με τούβλα. Στις δύο παραπάνω αναφερόμενες δεξαμενές υπήρχε μαζούτ, του οποίου μάλιστα υπήρξε διαρροή στο χώρο του εργοστασίου τα Χριστούγεννα του 2000 και καθαρίστηκε από τους εργαζομένους του εργοστασίου. Η εγκατάσταση του παραπάνω αναφερόμενου ατμολέβητα είχε περιέλθει σε αχρησία περίπου από το έτος 1990, γιατί τότε άρχισε να γίνεται χρήση ηλεκτρικού ρεύματος και καταργήθηκε αυτό το σύστημα (του ατμολέβητα) για την παραγωγή ατμού. Στα τμήματα Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ των κτιριακών εγκαταστάσεων του εργοστασίου (όπως εμφαίνονται με τα παραπάνω γράμματα στο σχεδιάγραμμα της πραγματογνωμοσύνης) υπήρχαν τοποθετημένα παντού τα έτοιμα προϊόντα (τα τόπια υφασμάτων) και οι πρώτες ύλες, είτε σε μεταλλικά ράφια ή επί των δαπέδων και των παταριών και μάλιστα σε πολύ μεγάλες ποσότητες, αποτελώντας μεγάλο θερμικό φορτίο. Ειδικότερα στο τμήμα ΣΤ της επιχείρησης, δηλαδή στα υπόστεγα και στις αποθήκες δίπλα και παράλληλα προς τους διαδρόμους, τμήματα των οποίων (διαδρόμων) ήταν είτε ανοικτά από πάνω είτε καλυμμένα με λαμαρίνες και φύλλα πλαστικού, υπήρχε πολύ μεγάλη ποσότητα με νήματα και τόπια υφασμάτων. Η ηλεκτρολογική εγκατάσταση της επιχείρησης είχε τριφασική παροχή της ΔΕΗ νούμερο 6, με μετρητές στην πρόσοψη του κτιρίου επί της οδού ....., από όπου και γινόταν η παροχέτευση του ρεύματος στον κεντρικό ηλεκτρικό πίνακα στο τμήμα Α του κτιρίου. Από τον πίνακα αυτόν υπήρχε παροχή ρεύματος σε επιμέρους υποπίνακες στο τμήμα Γ του κτιρίου και σε διάφορα μηχανήματα που ήταν εγκατεστημένα στα Α, Β, Γ τμήματα του κτιρίου. Ο ανωτέρω κεντρικός ηλεκτρικός πίνακας του εργοστασίου, ο οποίος ήταν πολύ παλιός, βρισκόταν στο χώρο του υφαντήριου, ενώ οι γραμμές τροφοδοσίας που ξεκινούσαν από εκεί στις διάφορες καταναλώσεις (μηχανήματα, πρίζες, φωτισμός) ήταν είτε μέσα από κανάλια τοποθετημένα κάτω από τα επιχρίσματα είτε με επίτοιχη εξωτερικά εγκατάσταση, είτε με ανάρτηση των καλωδίων πάνω σε συρματόσχοινα που κρεμόταν από την οροφή του κτιρίου. Τα φωτιστικά της επιχείρησης ήταν επί τω πλείστον λάμπες φθορίου αναρτημένες με αλυσίδες που κρεμόταν από την οροφή του κτιρίου και φώτιζαν τον χώρο εργασίας και αποθήκευσης. Τέλος, με το υπ' αριθμ. ..... από ..... συμβολαιογραφικό έγγραφο Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγέλου Βαντσίδη έγινε σύσταση ανώνυμης εταιρίας (μετά από απόφαση συνέλευσης των εταίρων για την μετατροπή της προϋφισταμένης ΕΠΕ σε ΑΕ, που περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου) με την επωνυμία "Χ2 και υιοί Α.Ε - Βιομηχανία Υφασμάτων", έδρα της οποίας ορίστηκε ο Δήμος ..... του Νομού ..... και δη το επί της οδού ..... Κατάστημα (άρθρα 1 και 2 αντίστοιχα της πράξης συστάσεως). Σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, η αρχικώς συσταθείσα δια του υπ' αριθμ. .....καταστατικού συμβολαίου, νομίμως δημοσιευθέντος δια καταχωρήσεως στα οικεία βιβλία εταιρία περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία "Χ2 και Σια Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης", με έδρα της εταιρίας το επί της οδού ..... κατάστημα, μετατράπηκε σε ΑΕ με την αυτή επωνυμία και αντικείμενο την Βιομηχανία υφασμάτων. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. ..... από 1-7-1988 πρακτικό, συγκροτήθηκε σε σώμα το διοικητικό συμβούλιο που εξελέγη από την γενική συνέλευση της παραπάνω ΑΕ της 30-6-1988 (υπ' αριθμ. 3 πρακτικό) με πενταετή θητεία, δηλαδή μέχρι την 30-6-1993, το οποίο εν συνεχεία καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ την 29-7-1988. Εξελέγησαν δε ως Διευθύνοντες Σύμβουλοι για την επόμενη πενταετία οι Χ2, Γ και Α. Με το υπ' αριθμ. ..... από 1-7-1993 πρακτικό της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας "Χ2 και Υιοί ΑΕ" ορίσθηκε Διοικητικό Συμβούλιο με πενταετή θητεία μέχρι την 30-6-1998 και ειδικότερα ως Διευθύνοντες Σύμβουλοι και πάλι οι Χ2, ο Χ1 και η Γ και δημοσιεύθηκε στο αριθμ. 2687/3-10-1993 ΦΕΚ (τ. ΑΕ -ΕΠΕ). Την 23-8-1993 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών το υπ' αριθμ. ..... πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, από το οποίο προκύπτει ότι αυτό συγκροτήθηκε σε σώμα ύστερα από την εκλογή του από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων. Μετά την 30-6-1998 δεν υποβλήθηκαν στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης δικαιολογητικά από τα οποία να προκύπτει εκλογή νέου ΔΣ της παραπάνω εταιρίας. Κατά τις απογευματινές ώρες της 12-5-2001 μετά την 19.00 μ.μ., ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 βρισκόταν στο γραφείο της επιχείρησης μαζί με τον εργαζόμενο- υφαντουργό Δ, ο οποίος είχε βάρδια 14.00 - 22.00 μ.μ. και απασχολείτο στον χώρο του υφαντήριου. Μέχρι την 17.00 μ.μ. απασχολήθηκε και ο Ε- μηχανικός και κάποια εργάτρια έως την 16.00 μμ. Την ίδια ημέρα πέρασε από το εργοστάσιο και η ΣΤ, πρώην εργαζομένη - συνταξιούχος, για να συναντήσει παλιούς συναδέλφους της. Ενόσω οι ανωτέρω ήταν απασχολημένοι ξέσπασε δυνατή καταιγίδα (με χαλάζι και αστραπές). Ξαφνικά διακόπηκε η παροχή ρεύματος στο μισό χώρο του εργοστασίου και στο υφαντήριο δεν λειτουργούσαν ορισμένα εργαλεία. Κάποια στιγμή η ΣΤ, ενώ βρισκόταν στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου, είδε ψηλά και αριστερά της πόρτας εισόδου του φινιριστηρίου φωτιά. Εκεί, στον τοίχο που βρίσκεται σε επαφή με το χώρο στέγασης του ατμολέβητα στην εσωτερική πλευρά του κτιρίου Β, εντοπίστηκε η αρχική εστία της πυρκαγιάς. Στην πάνω πλευρά αυτού του τοίχου υπήρχε φεγγίτης κατά μήκους αυτού. Η οροφή του κτίσματος έφθανε ως το μέσον του φεγγίτη περίπου, λόγω δε της κακοτεχνίας στην οικοδομική διαμόρφωση και της παλαιότητας του κτιρίου και της οροφής, που ουδέποτε είχαν συντηρηθεί, αφού γινόταν μόνον αντικατάσταση σπασμένων παραθύρων, εισήλθαν μετά από τη μεγάλη σε διάρκεια και όγκο νερού βροχόπτωση νερά από τον πλημμελώς συντηρούμενο φεγγίτη, ο οποίος ήταν φτιαγμένος από γωνιές σιδήρου και τζάμι. Στο αυτό σημείο του τοίχου από την εξωτερική του πλευρά και σε επαφή με αυτόν, υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, το κτίσμα εντός του οποίου βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις του ατμολέβητα, ενώ στην εσωτερική του πλευρά υπήρχε κατασκευή μεταλλικών ραφιών από το δάπεδο έως την οροφή, πάνω στα οποία ήταν τοποθετημένα τόπια υφάσματος, στα οποία και στράγγιζαν τα νερά της βροχής. Χαμηλότερα στο ίδιο σημείο, αριστερά και ψηλά πάνω από την κεντρική είσοδο του φινιριστηρίου, υπήρχαν ηλεκτρικά καλώδια, μπουάτ και ασφαλοδιακόπτες, σε ύψος 1,70 περίπου. Από την εισροή των υδάτων σε κάποιο σημείο της εσωτερικής ηλεκτρολογικής εγκατάστασης (διακόπτη, πρίζα ή φωτιστικό), που υπήρχαν στον τοίχο, δημιουργήθηκε βραχυκύκλωμα με πρόκληση σπινθήρα και αυτόματη ανάφλεξη του χνουδιού από τα τόπια που ήταν πλημμελώς τοποθετημένα, ως την οροφή μέσα στο φινιριστήριο, δηλαδή μέσα σε χώρο παραγωγής και εργασίας του προσωπικού και όχι σε κατάλληλο χώρο εναποθηκεύσεως μακράν της θέσεως παραγωγής και μακριά από πηγές ρεύματος, όπως θα έπρεπε, αφού επρόκειτο για εύφλεκτα υλικά από τη φύση τους. Όπως δε προαναφέρθηκε, οι διάφορες καταναλώσεις (πρίζες, μηχανήματα και φωτισμός) επίσης ήταν πλημμελώς και με επικίνδυνο τρόπο για τους εργαζομένους τοποθετημένα κάτω από τα επιχρίσματα, είτε με εξωτερική εγκατάσταση είτε με ανάρτηση καλωδίων πάνω σε συρματόσχοινα που αιωρούνταν από την οροφή του κτιρίου, ενώ επίσης ουδεμία επιμελής συντήρηση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων γινόταν ενόσω λειτουργούσε η επιχείρηση, αλλά γινόταν μόνο αντικατάσταση των λαμπών φωτισμού και αντιμετώπιση μικροπροβλημάτων (αλλαγή διακοπτών), ή τοποθέτηση νέων ηλεκτρικών γραμμών. Μάλιστα, η τελευταία εργασία τέτοιας φύσεως (αντικατάσταση λαμπών και διακοπτών) έγινε κατά το έτος 1999 από τον ηλεκτρολόγο Ζ, ο οποίος ουδέποτε ανέλαβε τη συντήρηση στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις κατ' εντολή του ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Μετά την παραπάνω αρχική εκδήλωση της φωτιάς, η ΣΤ ειδοποίησε τον Χ1 και τον Δ που εργαζόταν στο υφαντήριο και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς τον χώρο του υφαντήριου και κατέβασε τον κεντρικό διακόπτη του κεντρικού ηλεκτρικού πίνακα του εργοστασίου. Εντός του χώρου του εργοστασίου, εκτάσεως 1800 τ.μ. περίπου όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν περίπου είκοσι (20) πυροσβεστήρες ξηράς κόνεως και νερού, χωρίς να προκύπτει ο ακριβής αριθμός των πυροσβεστήρων ξηράς κόνεως και όχι σαράντα (40), όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος Χ2, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει πόσοι ήταν σκόνης και πόσοι νερού. Η χρήση των πυροσβεστήρων δεν κατέστη δυνατή από τους παρευρισκομένους λόγω της έκτασης της φωτιάς, η οποία μάλιστα, μετά την δημιουργία της αρχικής εστίας και λόγω των ρευμάτων αέρα, μεταδόθηκε με την ανάφλεξη του χνουδιού και σε άλλα σημεία της επιχείρησης, καθώς δεν υπήρχε και σύστημα μόνιμου μέσου πυρασφάλειας, ήτοι μόνιμου υδραυλικού πυροσβεστικού δικτύου κατάλληλα προσαρμοσμένου ενόψει της υφισταμένης στεγασμένης με μπετόν αρμέ επιφάνειας της επιχείρησης άνω των 1000 τ.μ. (συνολικά 1650 τ.μ. (κτίριο παραγωγής και αποθήκευσης) +25 τ.μ. (γραφείο διεύθυνσης) + 35 τ.μ. (λογιστήριο). Ο Δ διέφυγε από την μοναδική έξοδο του εργοστασίου, ενώ στο μεταξύ είχε κληθεί και η πυροσβεστική υπηρεσία από τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων των πολυκατοικιών - γειτνιάζουν με το εν λόγω εργοστάσιο, αφού από την ταραχή του ο Χ1 κάλεσε τον τηλεφωνικό αριθμό 166 αντί του ορθού 199. Ο υπεύθυνος βάρδιας στο 199 ΚΑΣ διαβίβασε εντολή στον δεύτερο πυροσβεστικό σταθμό, που βρίσκεται στην οδό ....., με τομέα ευθύνης όλη την δυτική Μακεδονία. Ο αρχιπυροσβέστης Η, που είχε ορισθεί αξιωματικός Β φυλακής για την ημέρα εκείνη (12-5-2001), πήρε το πρώτο όχημα της εξόδου ....., με οδηγό τον Θ και πλήρωμα τον Ψ και δύο δοκίμους, που έκαναν πρακτική εκπαίδευση, και όλοι μαζί μετέβησαν στον τόπο της πυρκαγιάς. Όταν ο Η διαπίστωσε ότι η φωτιά είχε εκδηλωθεί σε εργοστάσιο υφαντουργίας με εύφλεκτα υλικά και όχι σε διαμέρισμα, κάλεσε το ΚΑΣ μέσω ασυρμάτου και ζήτησε να ειδοποιηθούν ο επιχειρησιακός αξιωματικός (Κρόνος 8) της πόλης της Θεσσαλονίκης, Ι, και ο Διοικητής του δεύτερου πυροσβεστικού Σταθμού Κ, καθώς επίσης και μεγάλα οχήματα για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του περιστατικού. Περαιτέρω, ειδοποιήθηκαν ο Διοικητής πόλης Θεσσαλονίκης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Λ και ο Διοικητής της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ο οποίος στη συνέχεια ενημερώθηκε αναλυτικά για το περιστατικό από τον Διοικητή πόλης, όταν είχε ασύρματη επικοινωνία μαζί του, και διέταξε ενίσχυση για την κατάσβεση της πυρκαγιάς και επιφυλακή από κοινού της δύναμης Θεσσαλονίκης και ενίσχυση σε υδροφόρα οχήματα (δωδεκάτονα) από Αλεξάνδρεια, Γιαννιτσά, Κιλκίς και την Πυροσβεστική Ακαδημία, ενώ διέταξε επίσης και τον Διοικητή της ΕΜΑΚ 2 να στείλει την δύναμή του και ένα δωδεκάτονο όχημα στο συμβάν και τέλος τον Διοικητή Πόλης να παρευρεθεί για τον συντονισμό της επιχείρησης. Στη συνέχεια, έφυγε γρήγορα για τον δεύτερο Πυροσβεστικό Σταθμό, από όπου αναχώρησε με το διασωστικό όχημα για την οδό ..... . Επειδή, στο μεταξύ, στον χώρο του εργοστασίου δεν υπήρχε πρόσβαση για να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση καταστολής της πυρκαγιάς στην οδό ....., το πλήρωμα του ..... οχήματος, που έφθασε πρώτο, επέστρεψε στην οδό ....., όπου υπήρχε η κύρια είσοδος του εργοστασίου. Αμέσως ο αρχιπυροσβέστης Η και ο Πυροσβέστης Ψ πήραν τον αυλό κατάσβεσης του οχήματος και κατευθύνθηκαν εντός του εργοστασίου. Εκεί συνάντησαν τον Χ1 και την ΣΤ. Ο επικεφαλής αξιωματικός Η ρώτησε πού υπήρχαν εύφλεκτα υλικά, τι ήταν αυτά και σε πιο σημείο βρίσκονταν και ο Χ1 του ανέφερε ότι υπήρχε μία δεξαμενή πετρελαίου και ότι στο κέντρο του εργοστασίου, περίπου μετά την δεύτερη πόρτα στο φινιριστήριο από την εξωτερική πλευρά, υπάρχει μία δεξαμενή, η οποία ήταν άδεια και είχε χρόνια να χρησιμοποιηθεί, ενώ η αλήθεια ήταν ότι υπήρχε ατμολέβητας μαζούτ - καυστήρας, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν ορατός, γιατί υπήρχε περιμετρική κατασκευή από τούβλα, με δύο δεξαμενές. Δηλαδή ο Χ1 παρέλειψε να αναφέρει στον επικεφαλής αξιωματικό Η την ύπαρξη του καυστήρα και ότι οι δεξαμενές περιείχαν ποσότητα μαζούτ (πολτώδες υπόλειμμα από την απόσταξη πετρελαίου - βαρύ πετρέλαιο). Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η παραπάνω εγκατάσταση έπρεπε να είχε αφαιρεθεί ή έστω να είναι κενή μαζούτ λόγω της αχρησίας της. Μετά από αυτά, το παραπάνω συνεργείο έριχνε νερό με τον αυλό του οχήματος στο μέρος της δεξαμενής πετρελαίου και προς την εστία της φωτιάς, για να τεθεί υπό έλεγχο και να αποτραπεί η επέκτασή της μέχρι να καταφθάσουν ενισχύσεις. Στη συνέχεια και ενώ συνέχιζαν τις προσπάθειες κατάσβεσης, κατέφθασε και το μεγαλόχημα ....., με πλήρωμα τον πυροσβέστη Μ και τον δόκιμο Πυροσβέστη Ν. Ο αρχιπυροσβέστης Η, που εκείνη τη στιγμή κατέσβηνε με την συνδρομή του Ψ τη φωτιά, ανεφοδίασε με νερό το ..... όχημα, εγκατέστησε στον χώρο του εργοστασίου τους δύο αυλούς του μεγαλοχήματος, έσπασε τα λουκέτα από τις άλλες πόρτες και έδωσε εντολή στους πυροσβέστες Ψ και Η και τον δόκιμο Ν να τους χρησιμοποιήσουν για την κατάσβεση της πυρκαγιάς και να ρίχνουν νερό για ψύξη προληπτικά και στην δεξαμενή πετρελαίου. Η φωτιά ήταν περιορισμένη εντός του κτιρίου και δεν είχε επεκταθεί στον διάδρομο με κάλυψη λαμαρίνας, ούτε στον ανοικτό διάδρομο. Επειδή δεν υπήρχε καθόλου καπνός ή έλλειψη ατμοσφαιρικού αέρα και επειδή οι πυροσβέστες πηγαινοέρχονταν συνέχεια για την κατάσβεση της πυρκαγιάς, δεν κρίθηκε, δικαιολογημένα, αναγκαία η χρήση αναπνευστικών μασκών από τα πυροσβεστικά συνεργεία. Στη συνέχεια, στην προσπάθεια συντονισμού της επιχείρησης κατάσβεσης, ο αρχιπυροσβέστης Η, συνοδευόμενος από τον πυροσβέστη Θ, πήρε το ..... όχημα και προέβη σε περιμετρικό έλεγχο του εργοστασίου για να αποκλείσει το ενδεχόμενο επέκτασης της φωτιάς στις παρακείμενες οικοδομές. Έτσι κατευθύνθηκε από την οδό ..... σε μία αλάνα για να κάνει κατάσβεση. Τότε κατέφθασε για ενίσχυση και το όχημα ..... και τοποθετήθηκαν οι δύο αυλοί του στην αλάνα στο πίσω πλαϊνό μέρος του εργοστασίου. Ύστερα από εντολή και με τις οδηγίες του αρχιπυροσβέστη, το πλήρωμα του ανωτέρω οχήματος προέβη στην κατάσβεση από αυτό το σημείο. Έτσι ο Η με τον Θ επέστρεψαν και πάλι με το ..... όχημα στην κύρια είσοδο του εργοστασίου. Ο πρώτος επανήλθε στον προαύλιο χώρο, όπου η φωτιά έκαιγε στο αρχικό σημείο. Αφού έκανε έλεγχο στην δεξαμενή του πετρελαίου και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα, επέστησε την προσοχή στους πυροσβέστες, δίνοντας οδηγία στον πυροσβέστη Μ να ρίχνει προληπτικά νερό στην δεξαμενή πετρελαίου, που βρισκόταν στο ύψος της πρώτης δεξιάς πόρτας, με την συνδρομή του Ν και έστειλε τον οδηγό του ..... οχήματος Θ να βοηθήσει τον πυροσβέστη Ψ που είχε κουραστεί από την προσπάθεια κατάσβεσης. Ο ανωτέρω πυροσβέστης εισήλθε εντός του προαυλίου χώρου και πήρε τον αυλό από τον πυροσβέστη Ψ για να συνεχίσει την κατάσβεση στο ύψος περίπου της τρίτης πόρτας από το σκεπαστό μέρος του διαδρόμου με λαμαρίνες και σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων από το πρώτο συνεργείο που βρισκόταν στο ανοικτό μέρος του διαδρόμου κοντά στην κεντρική είσοδο του εργοστασίου. Ο πυροσβέστης Ψ, αφού ξεκουράστηκε για δύο - τρία λεπτά, επέστρεψε στο ίδιο σημείο για να συνεχίσει την κατάσβεση, ενώ ο Πυροσβέστης Θ ξεκίνησε για να επιστρέψει στον εξωτερικό χώρο του εργοστασίου. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε δυνατός θόρυβος και μια μεγάλη εκτόνωση - φλόγα μετέδωσε την πυρκαγιά στον προαύλιο χώρο (διαδρόμους) του εργοστασίου. Ειδικότερα, λόγω του μεγάλου πυροθερμικού φορτίου, υπήρξε με την πάροδο του χρόνου επηρεασμός των παρακείμενων τοιχωμάτων στο αρχικό σημείο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, θραύση των υαλοπινάκων και επέκταση της πυρκαγιάς προς τα κτίσματα των εγκαταστάσεων του ατμολέβητα και των δεξαμενών μαζούτ, που ήταν στο ίδιο σημείο και στην οροφή των κτισμάτων και περιείχαν μικρή ποσότητα μαζούτ. Με την αύξηση της θερμοκρασίας, λόγω της έντασης της φωτιάς, στις μεταλλικές κυλινδρικές δεξαμενές του μαζούτ, προκλήθηκε αύξηση της πίεσης στο εσωτερικό αυτών από τα δημιουργηθέντα αέρια, εξαιτίας της εξάτμισης του μαζούτ, που οδήγησε (μετά πάροδο περίπου 30-35 λεπτών από την αρχική εκδήλωση της φωτιάς) σε έκρηξη, καθώς η πίεση υπερνίκησε την μικρή μηχανική αντοχή του δοχείου - δεξαμενής, που δεν ήταν η κατάλληλη, καθώς ήταν πολύ παλιά και οξειδωμένη, με αποτέλεσμα την διάνοιξη των τοιχωμάτων στις ραφές και στον πάτο που είναι και το πιο αδύνατο σημείο. Από την έκρηξη των δεξαμενών και την αυτόματη ανάφλεξη των διαφυγόντων εύφλεκτων αερίων αυτής προκλήθηκε μετάδοση της πυρκαγιάς στα πλήρη υφασμάτων και πρώτων υλών παρακείμενα υπόστεγα και στο χνούδι που ήταν από χρόνια συσσωρευμένο σε όλη την επιφάνεια του εργοστασίου, καθώς επίσης και εκτίναξη του μαζούτ στους παρακείμενους χώρους και σε απόσταση τριάντα μέτρων, πτώση των τοίχων των υποστέγων και των κτισμάτων του ατμολέβητα, όπως και των σωρών από τόπια υφασμάτων, που ήταν τοποθετημένα ακόμη και στους διαδρόμους των υπόστεγων. Λόγω της δεινής κατάστασης που δημιουργήθηκε αυτόματα στον χώρο, με φωτιά και στα υπόστεγα, των πυκνών δηλητηριωδών καπνών και των υλικών που από την έκρηξη έφραξαν τους διαδρόμους προσπέλασης προς την ανατολική πλευρά της επιχείρησης, υπήρξε εγκλωβισμός του πυροσβεστικού συνεργείου των Θ και Ψ, που απεκόπησαν από το δεύτερο συνεργείο των πυροσβεστών, που βρίσκονταν στον διάδρομο πίσω από τους εγκλωβισμένους, και την μοναδική είσοδο - έξοδο του εργοστασίου στο ανατολικό μέρος του κτιρίου, καθώς δεν υπήρχε καμία άλλη έξοδος κινδύνου σε μία οικοδομική έκταση 1800 τ.μ. δυτικά, βόρεια ή νότια του κτιρίου. Το πρώτο συνεργείο αυτόματα έστρεψε τον αυλό με το νερό προς το μέρος του διαδρόμου όπου είχε μεταδοθεί η φωτιά, προκειμένου να σβήσουν την φωτιά και να απεγκλωβίσουν τους συναδέλφους τους. Ταυτόχρονα τους καλούσαν χωρίς να έχουν καμία ανταπόκριση, ενώ η κατάσβεση της φωτιάς, λόγω της επέκτασης αυτής και στο αριστερό μέρος του εργοστασίου, ήταν αδύνατον να επιτευχθεί παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες. Παράλληλα ο αρχιπυροσβέστης Η με την συνδρομή και άλλων πυροσβεστών, χωρίς καθυστέρηση, κατευθύνθηκαν από την πλευρά του εργοστασίου επί της οδού ....., προκειμένου να αρχίσουν επιχείρηση διάσωσης των εγκλωβισμένων πυροσβεστών. Με λοστούς και κασμάδες προσπάθησαν να ρίξουν τους τοίχους για να εισέλθουν στο εσωτερικό, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, καθώς λόγω του τσιμέντου ήταν αδύνατη η διείσδυση. Στο μεταξύ, στον εσωτερικό χώρο του εργοστασίου οι εγκλωβισμένοι πυροσβέστες προκειμένου να προφυλαχθούν, όσο ήταν δυνατόν με τις συνθήκες που επικρατούσαν, κατευθύνθηκαν προς το πίσω μέρος του εργοστασίου (δυτικά) προς αναζήτηση εξόδου, μάταια όμως, αφού δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου. Τότε αντιλήφθηκαν πως ίσως η μοναδική ελπίδα σωτηρίας τους είναι η διαφυγή τους από την σκεπή του κτιρίου, που ήταν φτιαγμένη από αμιαντολαμαρίνες. Οι δύο προσπάθειες όμως που έκανε ο πυροσβέστης Θ να ανέβει στο τόπια των υφασμάτων και από εκεί ψηλά στη σκεπή απέτυχαν, γιατί οι πυκνοί μαύροι καπνοί του δημιουργούσαν αναπνευστικά προβλήματα και έτσι ζαλιζόταν και έπεφτε κάτω. Μάταια προσπάθησε και τρεις φορές να περάσει μέσα από την φωτιά στον διάδρομο λόγω της μεγάλης ακτινοβολίας και της υψηλής θερμοκρασίας. Ο καπνός είχε αυξηθεί τόσο πολύ, που χάθηκε και η ελάχιστη ορατότητα που είχαν. Ξάπλωσαν έτσι κάτω, προκειμένου να εισπνέουν το τελευταίο οξυγόνο και να μπορούν να αναπνέουν, ενώ μιλούσαν για να έχουν επαφή και να στηρίζουν ο ένας τον άλλο ηθικά, αναμένοντας βοήθεια. Στον εξωτερικό χώρο συνεχίζονταν οι προσπάθειες διάσωσης και κατάσβεσης, ενώ είχαν καταφθάσει και άλλα πυροσβεστικά οχήματα. Την επιχείρηση διάσωσης και κατάσβεσης συντόνιζε πλέον ο Διοικητής πόλης Λ, ο οποίος, όταν απέτυχε η προηγούμενη προσπάθεια προσέγγισης των εγκλωβισμένων, μετά από την σχετική ενημέρωση που είχε λάβει, έδωσε εντολή να τοποθετηθεί κλίμακα επί του τοίχου στην οδό ..... για να εισέλθουν στο σημείο που κατά προσέγγιση πίστευαν ότι βρίσκονταν οι δύο πυροσβέστες, από την οροφή ανοίγοντας τρύπα. Δεν κατέστη όμως εφικτή η ανάπτυξη της κλίμακας, λόγω του ότι η οδός ..... ήταν στενή με ηλεκτροφόρα καλώδια και έτσι ο αρχιπυροσβέστης Η, με σκάλες, προβολέα και αναπνευστικές συσκευές, προσπάθησε να εισέλθει από την σκεπή για την ανεύρεση των συναδέλφων του. Τοποθέτησε την σκάλα στον τοίχο και ανέβηκε πάνω στην σκεπή, ενώ ζήτησε συσκευή οξυγόνου και προβολέα. Με την χρήση του λοστού προσπάθησε να σπάσει την οροφή από αμίαντο και λαμαρίνες και τελικά, όταν άνοιξε μία τρύπα, άρχισε να φωνάζει τα ονόματα των εγκλωβισμένων. Ο πυροσβέστης Θ άκουγε τις φωνές και τα χτυπήματα και σε μία απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθεί στη ζωή έβαλε το κεφάλι του σε μια τρύπα με τόπια υφάσματος όπου εισέπνεε περισσότερο οξυγόνο, καλώντας και τον πυροσβέστη Ψ να κάνει το ίδιο, πλην όμως αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Από την οροφή ο αρχιπυροσβέστης συνέχιζε να τους καλεί, προκειμένου να τους εντοπίσει. Όταν πλέον απάντησε ο πυροσβέστης Θ κατευθύνοντας τον ως προς την θέση τους στο δεξιό μέρος, ο αρχιπυροσβέστης μετέφερε την σκάλα προς το σημείο που του υποδείχθηκε, έκανε τρύπα, και με την χρήση αναπνευστικής συσκευής εισήλθε στο εσωτερικό, φωτίζοντας με τον προβολέα. Τις αχτίδες του φωτός είδε ο πυροσβέστης Θ και με τις λιγοστές δυνάμεις που του είχαν απομείνει προσπάθησε να πλησιάσει το σημείο αυτό έχοντας την πεποίθηση ότι τον ακολουθεί και ο συνάδελφος του. Αφού ανέβηκε πάνω σε τόπια υφάσματος σήκωσε τα χέρια του, τον τράβηξε πάνω ο αρχιπυροσβέστης και τον έβγαλε έξω. Ο τελευταίος συνέχισε να φωνάζει τον άλλο πυροσβέστη που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του διασωθέντος, έπρεπε να ήταν περίπου δύο μέτρα πιο πίσω, αλλά δεν έπαιρνε απάντηση. Με εντολή του Διοικητή Πόλης προσδέθηκε με ειδικό σχοινί, προκειμένου να εισέλθει με προβολέα για να έχει καλύτερη εποπτεία και επαφή σε μεγαλύτερο βάθος, ενώ παράλληλα το όχημα ΠΣ ..... με τον αυλό οροφής έβρεχε την περιοχή που βρισκόταν ο διασώστης, για να καθυστερήσει την επέκταση της φωτιάς και σε αυτόν τον χώρο. Πράγματι ο αρχιπυροσβέστης με αυτοθυσία εισήλθε μέσα, πηδώντας πάνω στα τόπια και άρχισε να ανιχνεύει δια της αφής τον χώρο, καθώς δεν υπήρχε ορατότητα λόγω των πυκνών καπνών. Ενόσω έψαχνε, σημειώθηκε και άλλη εκτόνωση και η φωτιά άρχισε να κατευθύνεται προς το σημείο όπου είχαν εστιαστεί οι προσπάθειες διάσωσης. Η παροχή οξυγόνου στην μάσκα είχε τελειώσει αλλά συνέχισε τις προσπάθειες με μεγάλη δυσκολία στην αναπνοή, αφού κάθε δευτερόλεπτο ήταν κρίσιμο για την ζωή του αγνοούμενου. Επειδή όμως ήταν αδύνατον να αντέξει, ανέβηκε με μεγάλη δυσκολία την σκάλα και βγήκε έξω αναφέροντας ότι δεν είναι δυνατή περαιτέρω παραμονή στον χώρο. Εν συνεχεία, απώλεσε τις αισθήσεις του. Τόσο ο διασωθείς όσο και ο αρχιπυροσβέστης διεκομίσθησαν, μετά την παροχή των πρώτων βοηθειών από τον ιατρό και τους νοσοκόμους, με ασθενοφόρα στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης με αναπνευστικά προβλήματα, όπου και διαγνώσθηκε για αμφότερους οξεία αναπνευστική δυσχέρεια από εισπνοή καπνού σε αποδρομή. Εν τω μεταξύ, οι προσπάθειες για διάσωση του αγνοούμενου πυροσβέστη Ψ συνεχίζονταν, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα και τελικά αυτός βρέθηκε νεκρός περί την 4η πρωινή ώρα της 13-5-2001, στον διάδρομο μετά την εγκατάσταση του λεβητοστάσιου και των δεξαμενών μαζούτ και κάτω από τόπια υφασμάτων, ανάσκελα με την πλάτη να εφάπτεται στην επιφάνεια του διαδρόμου σε ποσότητα νερού ύψους περίπου 10 εκατοστών, με καμένο το κεφάλι, που είχε κατεύθυνση προς την κύρια είσοδο του εργοστασίου, τα πόδια και τα χέρια. Με την παρουσία του γιατρού και των νοσοκόμων, η σορός του νεκρού τοποθετήθηκε σε φορείο και με το ασθενοφόρο της υπηρεσίας μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο και, αφού εξετάστηκε την 15-5-2001 από ιατροδικαστή του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκε ότι το πτώμα παρουσίαζε καθολική απανθράκωση, στην οποία οφείλεται ο θάνατος. Η κατάσβεση της πυρκαγιάς έγινε τελικά στις 06.30 π.μ. της 13-5-2001. Από την έκταση και την μεγάλη ένταση της πυρκαγιάς καταστράφηκε το εργοστάσιο, ολοσχερώς. Περαιτέρω, λόγω της μεγάλης ακτινοβολίας θερμότητας από την πυρκαγιά και της έκρηξης των δεξαμενών μαζούτ υπήρξαν ζημιές και στις παρακείμενες πολυκατοικίες επί της οδού ....., ..... και σε αυτές στη βορινή και νότια πλευρά στα τμήματα των προσόψεων αυτών. Οι ζημιές αυτές κυρίως περιορίζονται στην τήξη των πλαστικών ρολών και αλλοίωση της βαφής των κτιρίων και καταστροφή φυτών που υπήρχαν στα μπαλκόνια και σε άλλες μικροζημιές. Ειδικότερα: 1) μαύρισε ολόκληρη η πρόσοψη της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ..... και αλλοιώθηκε ο χρωματισμός των κάγκελων των μπαλκονιών των διαμερισμάτων αυτής, ενώ προκλήθηκαν ζημίες και στα εξής διαμερίσματα, αφού εφθάρησαν από το διαμέρισμα της ..... ένα (1) τζάμι και το πλαστικό ρολό της πόρτας, από το διαμέρισμα της ....., τέσσερα (4) πλαστικά στόρια, ένα (1) τζάμι, τα μάρμαρα και τρεις (3) τέντες, από το διαμέρισμα του ....., τέσσερα (4) στόρια και τα τζάμια, από το διαμέρισμα της ....., τρία (3) στόρια, τρεις (3) τέντες, τα μάρμαρα και το μωσαϊκό, από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) στόρια, από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) χαλιά, μία (1) τέντα, ένα (1) τραπέζι, τέσσερα (4) καθίσματα, τα μάρμαρα και το περβάζι του μπαλκονιού, από το διαμέρισμα της ....., ένα (1) παντζούρι και η τέντα, 2) από την διώροφη μονοκατοικία του ....., που βρίσκεται επί της οδού ....., έπεσαν σοβάδες και καταστράφηκαν διάφορα ξυλουργικά εργαλεία, 3) μαύρισε ολόκληρη η πρόσοψη της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ....., έσπασαν τα μάρμαρα της εισόδου και αλλοιώθηκε ο χρωματισμός των κάγκελων των μπαλκονιών των διαμερισμάτων αυτής, ενώ προκλήθηκαν ζημίες και στα εξής διαμερίσματα, αφού εφθάρησαν: από το διαμέρισμα της ....., τέσσερα (4) πλαστικά ρολά, το κλιματιστικό και τέσσερα (4) κουφώματα, από το διαμέρισμα της ....., δύο (2) στόρια, από το διαμέρισμα της ....., τρία (3) στόρια και τα κουφώματα, από το διαμέρισμα του ....., ένα (1) πλαστικό στόρι, ένα (1) τραπέζι, τρεις (3) καρέκλες και ένα (1) κούφωμα, από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) στόρια, από το διαμέρισμα της ....., τα τζάμια, το κλιματιστικό και δύο (2) πλαστικά ρολά, από το διαμέρισμα της ....., δύο (2) διπλά τζάμια μπαλκονόπορτας, από το διαμέρισμα του ....., ένα (1) στόρι και το κούφωμα, από το διαμέρισμα της ....., η πλαστική ψευδοροφή της ταράτσας, ένα (1) σαλόνι από μπαμπού και τα τζάμια, από το διαμέρισμα της ....., η ψευδοροφή της ταράτσας και μία (1) ντουλάπα, από το διαμέρισμα της ....., η ψευδοροφή της ταράτσας και ένα (1) διαχωριστικό τζάμι, 4) μαύρισε ολόκληρη η πρόσοψη της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ..... και αλλοιώθηκε ο χρωματισμός των κάγκελων των μπαλκονιών των διαμερισμάτων αυτής, ενώ προκλήθηκαν ζημίες και στα εξής διαμερίσματα, αφού εφθάρησαν: από το διαμέρισμα του ....., τρία (3) στόρια, από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) στόρια, από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) στόρια, τα τζάμια, η τέντα, ενώ κάηκαν τρία (3) καναρίνια, από το διαμέρισμα του ....., τέσσερα (4) παντζούρια και η τέντα, από το διαμέρισμα του ....., τρία (3) παντζούρια, δύο (2) παράθυρα, η τέντα και τα τζάμια, από το διαμέρισμα της ....., ένα (1) στόρι, ρούχα, χαλιά και ένα (1) κούφωμα, από το διαμέρισμα του ....., τα τζάμια και πέντε (5) πλαστικές καρέκλες, από το διαμέρισμα της ....., τα τζάμια, τα μάρμαρα και τρία (3) στόρια, από το διαμέρισμα της ....., τέσσερα (4) τζάμια, από το διαμέρισμα του ....., τέσσερα (4) τζάμια και η τέντα, 5) μαύρισε η οπίσθια πλευρά της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ..... και έσπασε ο αγωγός της αποχετεύσεως, ενώ προκλήθηκαν ζημίες και στα εξής διαμερίσματα, αφού εφθάρησαν: από το κατάστημα του ....., δύο (2) τζάμια, από το διαμέρισμα του ....., ένα (1) ξύλινο υπόστεγο και ένα (1) πλαστικό παντζούρι, ενώ έπεσαν και σοβάδες από το μπαλκόνι, από το διαμέρισμα του ....., ένα (1) στόρι και η τέντα, 6) μαύρισε η οπίσθια πλευρά της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ....., ενώ από την υπερβολική θερμοκρασία, έλιωσε ο αγωγός της αποχετεύσεως που υπήρχε στο ισόγειο, 7) μαύρισε η πρόσοψη της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ..... και προκλήθηκαν ζημίες στα παρακάτω διαμερίσματα, αφού εφθάρησαν: από το διαμέρισμα της ....., δύο (2) παντζούρια, δύο τζάμια, η τέντα και αλλοιώθηκε ο χρωματισμός του, από το διαμέρισμα της ....., η τέντα και αλλοιώθηκε ο χρωματισμός του, από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) στόρια, δύο (2) τζάμια και η τέντα, από το διαμέρισμα του ....., τρία πλαστικά στόρια, από το διαμέρισμα της ....., τρία (3) διπλά τζάμια, ένα (1) πλαστικό στόρι, η εξωτερική μονάδα κλιματισμού, δύο (2) πόρτες και ένα (1) παράθυρο, από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) παράθυρα, δύο (2) παντζούρια, η εξωτερική μονάδα κλιματισμού, ένα (1) αγωνιστικό ποδήλατο, διάφορα μικροαντικείμενα που βρίσκονταν στο μπαλκόνι, ενώ αλλοιώθηκε και ο χρωματισμός του από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) παντζούρια και δύο (2) τζάμια, ενώ αλλοιώθηκε και ο χρωματισμός του, από το διαμέρισμα της ....., τρία (3) πλαστικά παντζούρια και ένα (1) τζάμι, ενώ αλλοιώθηκε και ο χρωματισμός του, από το διαμέρισμα του ....., δύο (2) στόρια και ένα (1) τζάμι, ενώ αλλοιώθηκε και ο χρωματισμός του, από το διαμέρισμα της ....., δύο (2) στόρια και ένα (1) τζάμι, ενώ αλλοιώθηκε και ο χρωματισμός του και από το διαμέρισμα της ..... δύο (2) πλαστικά στόρια και δύο (2) τζάμια. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα. Κατά τα προαναφερόμενα η θητεία των μελών της διοίκησης της άνω εταιρίας έληξε στις 30-6-1998. Ανεξάρτητα όμως από το πότε έληξε η παραπάνω θητεία, οι κατηγορούμενοι δηλαδή ο Χ2 και ο Χ1, και μετά τη λήξη της θητείας τους (όπως προαναφέρθηκε στις 30-6-1998), εξακολουθούσαν να είναι ουσιαστικοί διοικητές και "εν τοις πράγμασι" διαχειριστές της εταιρίας, καθώς και πραγματικοί ιδιοκτήτες και διευθυντές της επιχείρησης παραγωγής και εμπορίας υφασμάτων και λοιπών συναφών ειδών εγχώριας και ξένης προελεύσεως, που η παραπάνω ΑΕ διατηρούσε, καθώς και του εργοστασίου, στο οποίο λειτουργούσε η παραπάνω επιχείρηση στην παραπάνω διεύθυνση, μέχρι και τις 12-5-2001, οπότε εκδηλώθηκε αρχικά η πυρκαγιά και στη συνέχεια η έκρηξη, για την οποία κατηγορούνται, παραπέρα αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο θάνατος και η σωματική βλάβη των πυροσβεστών που αναφέρονται στο σε βάρος τους κατηγορητήριο. Ειδικότερα, ο Χ2 ποτέ δεν αρνήθηκε ότι εξακολουθούσε να έχει τις παραπάνω ιδιότητες μέχρι την παραπάνω ημερομηνία (12-5-2001), επιχειρώντας μάλιστα να αναλάβει μόνος του ολόκληρη τη σχετική ποινική ευθύνη. Η ύπαρξη των παραπάνω ιδιοτήτων στο πρόσωπό του κατά την παραπάνω ημερομηνία προκύπτει και από τη συνολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Όσον αφορά το γιο του Χ1, δεύτερο των κατηγορουμένων, οι παραπάνω ιδιότητές του κατά την ίδια ημερομηνία προκύπτουν επίσης από τη συνολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα από τα εξής γεγονότα: α) από το ότι κατά την ημέρα του συμβάντος βρισκόταν στο εργοστάσιο, χωρίς αμφιβολία διευθύνοντας τους εργαζομένους που δούλευαν εκεί, β) από το ότι ο πατέρας του ήταν μάλλον απίθανο να μπορεί να διευθύνει μόνος του την επιχείρηση και το εργοστάσιο, αφού ήταν ηλικίας 83 ετών και δεν είναι τυχαίο το ότι κατά την ημέρα του συμβάντος απουσίαζε και βρισκόταν μόνος του ο γιος του δεύτερος κατηγορούμενος, γ) από το ότι με την από 26-3-2002 έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας αποφασίσθηκε η λύση της εταιρίας και ορίσθηκε εκκαθαριστής αυτός (Χ1) μαζί με τον πατέρα του, γεγονός που καταδεικνύει την ουσιαστική ανάμιξή του στη διαχείριση της επιχείρησης και τη διεύθυνση του εργοστασίου. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η παραπάνω ανώνυμη εταιρία είναι προσωπική του πρώτου εξ αυτών Χ2 αντικρούεται από τα επισυναφθέντα στη δικογραφία έγγραφα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, αναφορικά με την εκλογή διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και τα συστατικά έγγραφα, ενώ δεν επιβεβαιώνεται από προσκόμιση εκ μέρους των κατηγορουμένων αντίστοιχων εγγράφων, καταστατικών κλπ περί προσωπικής εταιρίας, γεγονός βέβαια το οποίο, κατά το υπάρχον ελληνικό δίκαιο, δεν θα ήταν δυνατόν, καθώς η εταιρία ήταν εξ αρχής κεφαλαιουχική (ΕΠΕ) και δεν θα μπορούσε να μετατραπεί σε προσωπική, αλλά μετατράπηκε, όπως έχει αναλυτικά προεκτεθεί, σε ΑΕ και τέθηκε σε εκκαθάριση. Ως προς το επικαλούμενο από τους κατηγορουμένους γεγονός ότι τα τιμολόγια της επιχείρησης εκδίδονταν στο όνομα του Χ2, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτό γινόταν όχι επειδή αυτός ήταν ο μοναδικός εν τοις πράγμασι διαχειριστής και ουσιαστικός διοικητής της εταιρίας, αλλά για τυπικούς απλώς λόγους, αφού τα τιμολόγια αυτά αφορούν συναλλαγές της επιχείρησης μετά την 30-6-1998, οπότε σε κάθε περίπτωση είχε λήξει η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κατά τη σύσταση της εταιρίας έδρα της ορίστηκε ο Δήμος Αμπελοκήπων του Νομού Θεσσαλονίκης και όχι το Κλειδί Ημαθίας, όπως ισχυρίσθηκαν οι κατηγορούμενοι. Με τις παραπάνω ιδιότητές τους οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέουσα από τον νόμο (από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις της με αριθμ. 5905/Φ15/839/30.6-12.7.1995 ΚΥΑ και του άρθρου 662 του ΑΚ, καθώς και από το σύμπλεγμα των νομικών καθηκόντων τους που απορρέουν από τις παραπάνω ιδιότητες τους, αλλά και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος στην προκειμένη περίπτωση), σε ενέργεια κατατείνουσα στην αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος και έτσι έγιναν υπαίτιοι από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και σύνεσης, που όφειλαν κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά και που μπορούσαν λόγω των προσωπικών τους δυνατοτήτων να καταβάλουν, εξαιτίας της οποίας δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πλημμελής συμπεριφορά τους, των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται. Πιο συγκεκριμένα, αν και ο πρώτος κατηγορούμενος ίδρυσε και αμφότεροι εξακολουθούσαν να λειτουργούν μέχρι και τις 12-5-2001 την παραπάνω επιχείρηση χωρίς την κατά νόμο άδεια λειτουργίας, καθώς προέβησαν στην κατασκευή νέων κτισμάτων (προσθηκών) χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής, δεν μερίμνησαν ώστε: α) να τοποθετηθούν σε αυτά με ασφάλεια οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και οι γραμμές τροφοδοσίας, β) να γίνει συντήρηση και επισκευή των παλαιών (κύριων και πρόσθετων) κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης και ειδικότερα τμήματος του φεγγίτη της επιχείρησης, γ) να εφαρμόσουν και να τηρήσουν τα απαιτούμενα γενικά προληπτικά μέτρα πυροπροστασίας, ήτοι να προβούν σε 1) επιμελή συντήρηση και τακτική επιθεώρηση και έλεγχο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς, 2) κατάλληλη διευθέτηση του χώρου αποθήκευσης υλών (τόπια από υφάσματα), που μπορούσαν να αναφλέγουν, και επιλογή των χώρων αποθήκευσης μακριά από θέση παραγωγής και εργασίας, 3) απομάκρυνση από τις αποθήκες, διαδρόμους, προαύλια κλπ των άχρηστων υλικών που μπορούσαν να αναφλέγουν και τοποθέτηση σε ασφαλή μέρη για αποφυγή μετάδοσης πυρκαγιάς σ' αυτά, συνεχή καθαρισμό όλων των διαδρόμων προαυλίων και αποθηκών της επιχείρησης και άμεση απομάκρυνση των υλών (χνούδια) που μπορούσαν να αναφλέγουν, 4) ανάρτηση πινακίδων σε εμφανή σημεία της εγκατάστασης με οδηγίες πρόληψης πυρκαγιάς και τρόπους ενέργειας του προσωπικού της επιχείρησης σε περίπτωση έναρξης πυρκαγιάς, 5) απομάκρυνση των εύφλεκτων υλικών από πηγές εκπομπής θερμότητας, 6) απομάκρυνση του σε πλημμελή κατάσταση διατηρουμένου και σε αχρησία παλαιού ατμολέβητα και των δεξαμενών με περιεχόμενο μαζούτ, 7) δημιουργία επαρκών διόδων διαφυγής και κατάλληλη σήμανση οδών διαφυγής και εξόδων κινδύνου, αλλά περαιτέρω δεν μερίμνησαν με τις άνω ιδιότητές τους εκ της κατατάξεως της επιχείρησής τους ως επιχείρησης μεσαίου κινδύνου και για την λήψη των εκ του νόμου προβλεπομένων κατασταλτικών μέτρων πυροπροστασίας, ενόψει της συνολικής εκτάσεως των κτισμάτων περί τα 1800 τ.μ. και των 1650 τ.μ. εξ αυτών ως στεγασμένης επιφάνειας και ειδικότερα του απαιτούμενου αριθμού πυροσβεστήρων σκόνης ΡΑ6 ή ΡΑ12 για κάθε 350 τ.μ. 2 ή 1 αντίστοιχα κατά κατηγορία, με μέγιστη διαδρομή προσέγγισης πυροσβεστήρων ανά 25 τ.μ. και την εγκατάσταση μόνιμου υδροδοτικού πυροσβεστικού δικτύου. Περαιτέρω δε, ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν προέβη στην ενημέρωση του επικεφαλής του πυροσβεστικού συνεργείου Η αναφορικά με την ύπαρξη, μεταξύ φινιριστηρίου και διαδρόμου, της παλαιάς εγκατάστασης ατμολέβητα μαζούτ και των δύο δεξαμενών μαζούτ με υπολείμματα της εκρηκτικής ύλης, ώστε να ληφθούν κατάλληλα προληπτικά πυροσβεστικά μέτρα, ως όφειλε και μπορούσε, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σε ενέργεια κατατείνουσα στην αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος απορρέουσα από προηγούμενη συμπεριφορά του, της μη απομάκρυνσης ή έστω εκκένωσης των δύο δεξαμενών του παλαιού και σε αχρησία ατμολέβητα μαζούτ, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και ειδικότερα δεν ενημέρωσε τον επικεφαλής του πυροσβεστικού συνεργείου. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς των δύο πρώτων κατηγορουμένων ήταν, εντός του φινιριστηρίου πλησίον του τοίχου στο ύψος των παραθύρων, να εισρεύσουν όμβρια ύδατα από έναν πλημμελώς συντηρούμενο φεγγίτη σε κάποιο σημείο της επίσης μη συντηρούμενης εσωτερικής ηλεκτρικής εγκαταστάσεως, να προκληθεί βραχυκύκλωμα με πρόκληση σπινθήρα και εν συνεχεία πυρκαγιά από την ανάφλεξη του χνουδιού στα τόπια υφάσματος που ήταν αδιακρίτως στοιβαγμένα σε μεταλλικά ράφια στον χώρο εργασίας και παραγωγής και η οποία, λόγω των ρευμάτων αέρα και των ανεπαρκών κατασταλτικών μέτρων πυρασφάλειας, μεταδόθηκε μέσω του χνουδιού που υπήρχε σε μεγάλη ποσότητα και σε άλλα σημεία και, εξαιτίας του μεγάλου πυροθερμικού φορτίου, να προκληθεί θραύση των υαλοπινάκων και επέκταση της πυρκαγιάς προς τα κτίσματα των εγκαταστάσεων του παλιού σε αχρησία ατμολέβητα και των δεξαμενών μαζούτ και εντεύθεν εκ της αύξησης της πίεσης στο εσωτερικό των δεξαμενών με υπολείμματα μαζούτ από τα δημιουργηθέντα αέρια, ελλείψει μέτρων, να προκληθεί έκρηξη στην μία δεξαμενή και αυτόματη ανάφλεξη των διαφυγόντων εύφλεκτων αερίων και στη συνέχεια μετάδοση της πυρκαγιάς στα πλήρη υφασμάτων και πρώτων υλών παρακείμενα υπόστεγα, καθώς και εκτίναξη του μαζούτ στους παρακείμενους χώρους και σε απόσταση 30 μέτρων, πτώση των τοίχων και των κτισμάτων του ατμολέβητα όπως και των σωρών από τόπια υφασμάτων που ήταν τοποθετημένα και στους διαδρόμους και από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και ανθρώπους και δη στα διαμερίσματα ιδιοκτησίας των ενοίκων των παρακείμενων πολυκατοικιών, στα οποία προκλήθηκαν ζημίες, αλλά και στους ενοίκους αυτών, στους παρευρισκόμενους εργαζομένους του εργοστασίου και μέλη των πυροσβεστικών συνεργείων, καθώς επίσης και να προκληθεί ο θάνατος του πυροσβέστη Ψ και οι σωματικές βλάβες των πυροσβεστών Η και Θ, για τις οποίες κατηγορούνται και όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 270-271, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1β ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, με την αναφερόμενη αιτιολογία, προσδιορίζεται σαφώς η πηγή των υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος και του συγκατηγο-ρουμένου πατέρα του (ιδιοκτητών και διαχειριστών της εταιρείας, στο εργοστάσιο της οποίας προκλήθηκε πυρκαγιά με τα αναφερόμενα επακόλουθα), καθώς και οι επιτακτικοί κανόνες οι οποίοι επέβαλαν την ιδιαίτερη υποχρέωσή τους να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες, τις οποίες και παρέλειψαν, προκειμένου να αποτραπεί το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα. Εξάλλου, το Τριμελές Εφετείο, παρότι δεν είχε σχετική υποχρέωση, απέρριψε, με ειδική αιτιολογία, ανταποκρινόμενη πλήρως στα εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και όχι αυτοτελή, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ίδιος, σύμφωνα με τον οποίο αυτός δεν είχε την ιδιότητα του συνιδιοκτήτη και συνδιαχειριστή της εταιρείας που εκμεταλλεύονται το εργοστάσιο στο οποίο προκλήθηκε η πυρκαγιά και ως εκ τούτου δεν είχε νομική υποχρέωση να προβεί στις ενέργειες, η παράλειψη των οποίων επέφερε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης. Προσθέτως, με βεβαιότητα προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του, α) το έγγραφο της 22ης ΤΕΚ Θεσσαλονίκης ετών 1994-1999, β) το έγγραφο της 22ης ΤΕΚ Θεσσαλονίκης προσδιορισμών ΦΠΑ και γ) φωτοαντίγραφα εννέα πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ, τα οποία αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, παρότι τα έγγραφα αυτά δεν εξαίρονται ειδικώς στην απόφαση. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 27/21.4.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 4178/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Έκρηξη από αμέλεια. 2) Ανθρωποκτονία από αμέλεια. 3) Σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή. Απορρίπτει αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Έκρηξη.
| 0
|
Αριθμός 57/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου. Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 780Α/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες, ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1940/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 115/11-3-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιόν σας κατά τα άρθρα 525, 527 και 528 §1 Κ.Π.Δ. την με αριθμ. πρωτ. 10403/22-11-2007 αίτηση των (1) Χ1 και (2) Χ2, που κατέθεσαν ενώπιόν μας στις 22/11/07 δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου των Γεωργίου Παπαϊωάννου (βλ. συνημμ. από 16/11/07 εξουσιοδότησή των) για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αρ. 780Α/16-6-1998 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών τον καθένα για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση (ο πρώτος) και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (η δευτέρα) - άρθρ. 26 §1, 27 §1, 98, 259, 394 §1 Π.Κ., άρθρ. 31 και 39 ΑΝ 1846/51 - και εκθέτω τα ακόλουθα: Η ανωτέρω αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 780Α/1998 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 1365/1999 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα υπ' αυτών αίτηση αναίρεσης, στηριζομένη, κατά τους ισχυρισμούς τους, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώοι για τις πράξεις που καταδικάστηκαν, είναι νόμιμη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 §1 Κ.Π.Δ., παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 §3 και 528 §1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσία (βλ. Α.Π. 1097/95 Π.Χρ. ΜΣΤ'/1247, Α.Π. 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ'/896, Α.Π. 760/98 Ποιν.Δικ. 1998/660). Κατά την διάταξη του άρθρου 525 §1 περ.2 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς όφελος του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα οσάκις μετά την οριστική καταδίκη της αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τους καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί, προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος. Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αιτούντες με την υπ' αρ. 780Α/1998 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου συνίστανται εις το ότι: Συγκεκριμένα ο πρώτος τούτων εκηρύχθη ένοχος του ότι "στη ..... την 3-2-1992, 17-2-1992 και 21-2-1992 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος: α) ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) υπάλληλος ων και υπέχων κατά την ενάσκησιν των καθηκόντων του την ποινική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, ήτοι προϊστάμενος του Παραρτήματος Ι.Κ.Α. ....., με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να περιποιήσει σε άλλον παράνομο όφελος και πιο συγκεκριμένα με δόλο που ενείχε τη θέληση παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος, το οποίο (καθήκον) καθορίζεται από το νόμο, το δε ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, επιφορτισμένος μεταξύ των άλλων και με τον έλεγχο των ασφαλιστικών βιβλιαρίων για την ύπαρξη ή μη των νόμιμων προϋποθέσεων των ημερομισθίων για τη χορήγηση των επιδομάτων κυοφορίας, λοχείας και τοκετού στις ασφαλισμένες στο Ι.Κ.Α. εξέδοσε τα σχετικά χρηματικά εντάλματα πληρωμής, που μάλιστα προσυπέγραψε ο ίδιος ως εκδότης, ελεγκτής και ταμίας και στη συνέχεια κατέβαλε στην ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α. Χ2, σύζυγό του και συγκατηγορουμένη του (β' κατηγορουμένη) τα παρακάτω επιδόματα, ήτοι: α) την 3-1-1992 το επίδομα κυοφορίας εκ ποσού δραχμών 159.775, β) την 17-2-1992 το επίδομα τοκετού εκ ποσού δραχμών 105.030 και γ) την 21-2-1992 το επίδομα λοχείας εκ ποσού δραχμών 132.000, αν και πολύ καλά εγνώριζε, αφενός μεν λόγω των καθηκόντων του και αφετέρου από τον έλεγχο των ασφαλιστικών της βιβλιαρίων, ότι αυτή (β' κατηγορουμένη) δεν εδικαιούτο των ανωτέρω χρηματικών ποσών, διότι δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες από το νόμο χρονικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, αφού για τη χορήγηση αφενός μεν, του επιδόματος μητρότητας (κυοφορίας και λοχείας), για τον τοκετό αυτής που έλαβε χώρα την 16-2-1992, ενώ συμφώνως με τη διάταξη του άρθρου 39 του Α.Ν. 1846/1951 απαιτείτο η πραγματοποίηση εκ μέρους της ασφαλισμένης 200 τουλάχιστον ημερών εργασίας στον κλάδο παροχών ασθενείας σε χρήμα του Ι.Κ.Α. κατά τα δύο προηγούμενα έτη της πιθανής ημέρας του τοκετού η ανωτέρω δεύτερη κατηγορουμένη είχε για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 17-1-1990 μέχρι 16-2-1992, επικολλήσει στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο ένσημα που αντιστοιχούσαν σε 143 μόνο ημέρες, αφετέρου δε για τη χορήγηση του επιδόματος τοκετού ενώ συμφώνως με τη διάταξη του άρθρου 31 του Α.Ν. 1846/1951 απαιτείτο η πραγματοποίηση των προηγούμενων του τοκετού χρόνων, δηλαδή (1-1 μέχρι 31-12-1999) εκ μέρους της ασφαλισμένης, 50 ημερομισθίων, η δεύτερη κατηγορούμενη είχε για το κρίσιμο χρονικό αυτό διάστημα επικολλήσει στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο ένσημα, που αντιστοιχούσαν σε 30 ημέρες, συνεπώς δεν μπορούσε να είναι δικαιούχος των άνω επιδομάτων και των εξ αιτίας αυτών εκδοθέντων από αυτόν (α' κατηγορούμενο) ανωτέρω χρηματικών την πληρωμή, των οποίων στην ανωτέρω συγκατηγορουμένη του έκανε ο ίδιος εκδίδοντας τρεις ξεχωριστές εντολές πληρωμές. Με την άνω δε συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση και σκόπευε (και επέτυχε) να περιποιήσει παράνομο όφελος στη συγκατηγορουμένη του, αφού αυτή καρπώθηκε το άνω ποσό των 396.805 δραχμών (159.775 (επίδομα κυοφορίας) + 105.030 (επίδομα τοκετού) + 132.000 δρχ. (επίδομα λοχείας), παρότι δεν το εδικαιούτο", η δε δευτέρα εκηρύχθη ένοχος του ότι "εκ προθέσεως εδέχθη να πληρωθεί με τα άνω χρηματικά εντάλματα και για την άνω αιτία, ενώ πολύ καλά εγνώριζε ότι δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση σε αυτήν των ανωτέρω επιδομάτων και συνεπώς εγνώριζε ότι της εδίδοντο χρήματα που δεν εδικαιούτο και παρ' όλα αυτά τα εδέχθηκε αν και διέγνωσε ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από αξιόποινη πράξη που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της (ως αυτή περιγράφεται υπό στοιχείον α) του παρόντος". Ως προκύπτει εκ του διατακτικού της καταδικαστικής αποφάσεως το καθήκον το οποίον παρέβη ο πρώτος τούτων εκ προθέσεως, έγκειται εις το ότι ως προϊστάμενος του παραρτήματος Ι.Κ.Α. ..... ενέκρινε και ταυτοχρόνως εξέδοσε ένταλμα πληρωμής δια την συγκατηγορούμενήν του προκειμένου αύτη να εισπράξει τα επιδόματα κυοφορίας, λοχείας και τοκετού, ενώ αύτη δεν εδικαιούτο των εν λόγων επιδομάτων, ως μη πληρούσα τας εκ του νόμου προϋποθέσεις.
Εν προκειμένω ως προκύπτει εκ της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Σπάρτης εγένετο δεκτή η ένστασις της δευτέρας τούτων κατά της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως της Διευθύντριας του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Σπάρτης δια της οποίας είχαν ακυρωθεί τριάκοντα (30) ημέρες εργασίας χρονικής περιόδου 23-11-1991 μέχρι και 31-12-1991. Κατά της αποφάσεως της ως άνω επιτροπής το Ι.Κ.Α. ήσκησεν προσφυγήν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. 385/2001 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου δια της οποίας απερρίφθη η προσφυγή του Ι.Κ.Α. Επί δε εφέσεως του Ι.Κ.Α. κατά της ως είρηται αποφάσεως εξεδόθη η υπ' αριθμ. 150/2004 απόφασις του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως δια της οποίας απερρίφθη η έφεσις του Ι.Κ.Α. Περαιτέρω, δια της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως της ιδίας Διευθύντριας απεφασίσθη η επιστροφή εντόκως από την δευτέραν τούτων των ληφθέντων επιδομάτων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, εφ' όσον κατ' αυτήν δεν συνέτρεχαν αι νόμιμοι προϋποθέσεις. Ασκηθείσης δε κατ' αυτής ενστάσεως εξεδόθη η υπ' αριθμ. ..... απόφασις της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής Ι.Κ.Α. Σπάρτης δια της οποίας ωσαύτως δεκτή η ένστασις και εκρίθη ότι καλώς έλαβε η δευτέρα τα ως άνω χρηματικά βοηθήματα ως πληρούσα απάσας τας νομίμους προϋποθέσεις. Επί προσφυγής του Ι.Κ.Α. κατά της ύπερθεν αποφάσεως, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 80/2002 απόφασις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως δια της οποίας απερρίφθη η ασκηθείσα προσφυγή. Επί εφέσεως δε του Ι.Κ.Α. κατά της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου εξεδόθη η υπ' αριθμ. 285/05 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως δια της οποίας απερρίφθη η εν λόγω έφεση. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι τα υπό της δευτέρας (Χ2) ληφθέντα επιδόματα κυοφορίας, λοχείας και τοκετού εδόθησαν νομίμως, καθ' όσον αύτη είχε απάσας τας νομίμους προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου ο πρώτος τούτων (Χ1) νομίμως προέβη στη χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων στη συγκατηγορουμένη του και συνεπώς δεν ετέλεσε το έγκλημα της παραβιάσεως καθήκοντος, ούτε η δευτέρα ετέλεσε το έγκλημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Τα ανωτέρω προσκομισθέντα στοιχεία (γεγονότα, αποδείξεις και αποφάσεις) προέκυψαν (απεκαλύφθησαν) μετά την οριστική καταδίκη των αιτούντων, αφού επηκολούθησαν χρονικώς της καταδικαστικής υπ' αρ. 780Α/16-6-1998 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, είναι δε ικανά από μόνα τους να καταστήσουν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι (βλ. συνημμ. ως άνω έγγραφα). Εν όψει αυτών ο επικαλούμενος λόγος για επανάληψη της διαδικασίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί, σύμφωνα με το άρθρ. 528 §1 Κ.Π.Δ., η προσβαλλομένη υπ' αρ. 780Α/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Όμως δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης αυτής, γιατί το αξιόποινο των παραπάνω πράξεων, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από τους αιτούντες στη ..... τον Φεβρουάριο του 1992, λόγω του πλημμεληματικού τους χαρακτήρα, έχει εξαλειφθεί (άρθρ. 111 §§1,3, 112, 113 §§2,3, 259, 394 §1 Π.Κ., άρθρ. 31, 39 Α.Ν. 1846/1951), αφού από το φερόμενο χρόνο τέλεσης των πράξεων αυτών και μέχρι σήμερα έχει συμπληρωθεί ο από το Νόμο καθοριζόμενος συνολικώς, από οκτώ έτη, χρόνος παραγραφής, στον οποίο υπολογίζεται και ο από (3) έτη χρόνος αναστολής της παραγραφής. Επομένως πρέπει να παύσει οριστικά (άρθρ. 370 β' Κ.Π.Δ.) η ασκηθείσα κατά των αιτούντων ποινική δίωξη για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: (I) Να γίνει δεκτή η από 22/11/2007 κατατεθείσα αίτηση των (α) Χ1 και (β) Χ2, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 780Α/1998 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. (II) Να ακυρωθεί η παραπάνω απόφαση και (III) Να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη κατά των αιτούντων (α) Χ1 και (β) Χ2, για παράβαση καθήκοντος (ο πρώτος) και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (η δευτέρα), κατ' εξακολούθηση, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στη ..... στις 3, 17 και 21 Φεβρουαρίου 1992.
Αθήνα 30/1/2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις μπορούν να θεωρηθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου καταθέσεις μαρτύρων νέα έγγραφα, διευκρινιστικά αμφίβολων σημείων της υπόθεσης ή δικαστικής αποφάσεως και πρακτικά που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο, ως είναι και οι μεταγενέστερες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων με τις οποίες κρίνεται ότι δεν τέλεσαν οι αιτούντες που ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας τις παραβάσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας ένεκα των οποίων ασκήθηκε η ποινική δίωξη και ακολούθησε η καταδίκη τους για τα σχετιζόμενα με τις εν λόγω παραβάσεις ποινικά αδικήματα, και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία καθιστούν πρόδηλα (εγγίζουν τη βεβαιότητα) και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο σε συμβούλιο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προκλήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία.
Στην προκείμενη περίπτωση με την υπ' αρ. πρωτ. 10403/22-11-2007 κοινή αίτησή τους ο Χ1 και η Χ2, σύζυγος του πρώτου, ζητούν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 780 Α/16-6-1998 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία καταδικάστηκε καθένας των αιτούντων σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση ο πρώτος αυτών και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση η δεύτερη αιτούσα (άρθρο 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 259 και 394 παρ. 1 ΠΚ και 31 και 39 του αν.ν. 1846/1951), γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τους καταδίκασαν, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώοι των ως άνω πράξεων. Η αίτηση αυτή παραδεκτά εισάγεται σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 780Α/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης των ήδη αιτούντων την επανάληψη της διαδικασίας απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1365/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου : Α)ο πρώτος των αιτούντων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα για το ότι στην ..... την 3-2-1992 (από παραδρομή στην αρχή του διατακτικού της ως άνω καταδικαστικής απόφασης 3-2-1992), 17-2-1992 και 21-2-1992, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεσή του παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, ήτοι όντας υπάλληλος και υπέχων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του την ποινική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων και ειδικότερα όντας προϊστάμενος του παραρτήματος ΙΚΑ ....., με σκοπό να περιποιήσει σε άλλον παράνομο όφελος και πιο συγκεκριμένα με δόλο που ενείχε τη θέληση παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από το νόμο, το δε ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, επιφορτισμένος μεταξύ των άλλων και με τον έλεγχο των ασφαλιστικών βιβλιαρίων για την ύπαρξη ή μη των νόμιμων προϋποθέσεων των ημερομισθίων για τη χορήγηση των επιδομάτων κυοφορίας, λοχείας και τοκετού στις ασφαλισμένες στο ΙΚΑ γυναίκες εξέδωσε τα σχετικά χρηματικά εντάλματα πληρωμής, που μάλιστα προσυπέγραψε ο ίδιος ως εκδότης, ελεγκτής και ταμίας και στη συνέχεια κατέβαλε στην ασφαλισμένη στο ΙΚΑ Χ2 σύζυγό του και συγκατηγορουμένη του (δεύτερη κατηγορουμένη) τα παρακάτω επιδόματα, ήτοι: α)την 3-1-1992 το επίδομα κυοφορίας εκ ποσού δραχμών 159.775, β)την 17-2-1992 το επίδομα τοκετού εκ ποσού δραχμών 105.030 και γ)την 21-2-1992 το επίδομα λοχείας εκ ποσού δραχμών 132.000, αν και πολύ καλά γνώριζε, αφενός μεν λόγω των καθηκόντων του και αφετέρου από τον έλεγχο των ασφαλιστικών της βιβλιαρίων ότι αυτή (β' κατηγορουμένη) δεν εδικαιούτο των ανωτέρω χρηματικών ποσών, διότι δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες από τα νόμο χρονικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, αφού για τη χορήγηση αφενός μεν του επιδόματος μητρότητας (κυοφορίας και λοχείας), για τον τοκετό αυτής, που έλαβε χώρα την 16-2-1992, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 του Α.Ν. 1846/1951 απαιτείτο η πραγματοποίηση εκ μέρους της ασφαλισμένης 200 τουλάχιστον ημερών εργασίας στον κλάδο παροχών ασθενείας σε χρήμα του ΙΚΑ κατά τα δύο προηγούμενα έτη της πιθανής ημέρας του τοκετού, η ανωτέρω δεύτερη κατηγορουμένη είχε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 17-1-1990 μέχρι 16-2-1992, επικολλήσει στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο ένσημα που αντιστοιχούσαν σε 143 μόνον ημέρες, αφετέρου δε για τη χορήγηση του επιδόματος τοκετού, ενώ συμφώνως με τη διάταξη του άρθρου 31 του ΑΝ 1846/1951 απαιτείτο η πραγματοποίηση τον προηγούμενο του τοκετού χρόνο, δηλαδή από 1-1 μέχρι 31-12-1991, εκ μέρους της ασφαλισμένης 50 ημερομισθίων, η δεύτερη κατηγορουμένη είχε για το κρίσιμο χρονικό αυτό διάστημα επικολλήσει στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο ένσημα, που αντιστοιχούσαν σε 30 ημέρες μόνον, και συνεπώς δεν μπορούσε να είναι δικαιούχος των άνω επιδομάτων και των εξ αιτίας αυτών εκδοθέντων απ' αυτόν (α' κατηγορούμενο) ανωτέρω χρηματικών ενταλμάτων, την πληρωμή των οποίων στην ανωτέρω συγκατηγορουμένη του έκανε ο ίδιος εκδίδοντας τρεις ξεχωριστές εντολές πληρωμής. Με την ως άνω δε συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση και σκόπευε (και πέτυχε) να περιποιήσει παράνομο όφελος στη συγκατηγορουμένη του, αφού αυτή καρπώθηκε το ως άνω ποσό των 396.805 δραχμών [159.775 (επίδομα κυοφορίας) + 105.030 (επίδομα τοκετού) + 132.000 δραχ. (επίδομα λοχείας)], παρότι δεν το εδικαιούτο. Και Β) η δεύτερη κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι στον παραπάνω τόπο και κατά τους προαναφερόμενους χρόνους εκ προθέσεως εδέχθη παρ' εαυτής πράγμα προελθόν από αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα εδέχθη να πληρωθεί με τα ως άνω χρηματικά εντάλματα και για την άνω αιτία, ενώ πολύ καλά γνώριζε ότι δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση σ' αυτήν των ανωτέρω επιδομάτων και συνεπώς γνώριζε ότι της εδίδοντο χρήματα που δεν εδικαιούτο και παρόλα αυτά τα εδέχθηκε αν και διέγνωσε ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από αξιόποινη πράξη που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της (ως αυτή περιγράφεται υπό στοιχείο Α' του παρόντος). Δηλονότι, όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενο αιτιολογικό και διατακτικό της καταδικαστικής απόφασης, το καθήκον το οποίο παρέβη ο πρώτος των αιτούντων από πρόθεση, έγκειται στο ότι ως προϊστάμενος του παραρτήματος ΙΚΑ ..... ενέκρινε και ταυτοχρόνως εξέδωσε εντάλματα πληρωμής για τη συγκατηγορούμενη σύζυγό του, προκειμένου αυτή να εισπράξει τα επιδόματα κυοφορίας, λοχείας και τοκετού, ενώ αυτή δεν εδικαιούτο των εν λόγω επιδομάτων, ως μη πληρούσα τις από το νόμο προϋποθέσεις, τα οποία η δεύτερη κατηγορουμένη έλαβε. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν ενώπιον του Συμβουλίου αυτού οι αιτούντες, αποδείχθηκε ως προς τη διοικητική διαφορά, από την οποία προέκυψε και η προκειμένη ποινική υπόθεση, ότι αυτή είχε την ακόλουθη δικαστική εξέλιξη: Με την υπ' αριθμ. ..... απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Σπάρτης έγινε δεκτή η ένσταση της δεύτερης αιτούσας κατά της υπ' αριθμ. ..... απόφασης της Διευθύντριας του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ..... με την οποία είχαν ακυρωθεί τριάκοντα (30) ημέρες εργασίας της χρονικής περιόδου από 23-11-1991 μέχρι και 30-12-1991. Κατά της απόφασης της παραπάνω επιτροπής το ΙΚΑ άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 385/2001 απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του ΙΚΑ. Κατά της τελευταίας απόφασης το ΙΚΑ άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 150/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ΙΚΑ. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. ..... απόφαση της ίδιας ως άνω Διευθύντριας αποφασίστηκε η επιστροφή εντόκως από τη δεύτερη αιτούσα όλων των ληφθέντων επιδομάτων ως αχρεωστίτως καταβληθέντων, εφόσον κατ' αυτήν (Διευθύντρια του ΙΚΑ) δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις καταβολής τους. Η αιτούσα άσκησε κατά της προαναφερόμενης απόφασης ένσταση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ..... απόφαση της τοπικής Διοικητικής Επιτροπής ΙΚΑ Σπάρτης με την οποία έγινε δεκτή στο σύνολό της η ένσταση της Χ2 και κρίθηκε ότι καλώς έλαβε τα ως άνω χρηματικά επιδόματα, ως πληρούσα όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις. Κατά της απόφασης αυτής το ΙΚΑ άσκησε προσφυγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 80/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του ΙΚΑ. Το τελευταίο άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθμ. 80/2002 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 285/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω έφεση. Κατά των ως άνω δύο αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως το ΙΚΑ δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης (Βλ. την από 29-9-2008 σχετική βεβαίωση του εν λόγω Δικαστηρίου). Από τα παραπάνω προκύπτει πλέον ότι η δεύτερη αιτούσα (Χ2) έλαβε νόμιμα τα επιδόματα κυοφορίας, λοχείας και τοκετού λόγω της νεότερης και ανταποκρινομένης στην πραγματικότητα καταμέτρησης των ημερομισθίων που αυτή έκανε κατά τις κρίσιμες ως άνω αναφερόμενες χρονικές περιόδους.
Συνεπώς ο πρώτος αυτών (Χ1) νομίμως προέβη στη χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων στη συγκατηγορουμένη του και συνακόλουθα αυτός μεν δεν τέλεσε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, η δε συγκατηγορουμένη σύζυγός του (Χ2) το έγκλημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. Τα ανωτέρω προσκομισθέντα στοιχεία (γεγονότα και αποδείξεις) προέκυψαν (αποκαλύφθηκαν) μετά την αμετάκλητη καταδίκη των αιτούντων, αφού επακολούθησαν χρονικώς της έκδοσης της υπ' αριθμ. 780Α'/16-6-1998 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους διαδίκους που τους καταδίκασαν, και καθιστούν μόνα τους πράγματα φανερά ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των αξιοποίνων πράξεων της παράβασης καθήκοντος και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος αντίστοιχα. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠΔ). Δεν κρίνεται όμως αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (άρθρο 370 περ. Β' ΚΠΔ), διότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο των ως άνω δύο πράξεων, αφού αμφότερες φέρουν τον χαρακτήρα πλημμελήματος και από τους χρόνους που φέρονται ότι τελέσθηκαν αυτά (Ιανουάριο και Φεβρουάριο 1992) μέχρι σήμερα συμπληρώθηκε ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του Π.Κ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 19-11-2007 αίτηση των : 1) Χ1 και 2) Χ2, για επανάληψη προς το συμφέρον τους της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 780Α'/1998 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.
Ακυρώνει την παραπάνω απόφαση. Και
Παύει οριστικά την κατά ως άνω αιτούντων ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος (ο πρώτος) και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (η δεύτερη) κατ' εξακολούθηση, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στη ..... στις 3 Ιανουαρίου 1992, 17 και 21 Φεβρουαρίου 1992.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Νέα στοιχεία είναι και οι νεότερες των ποινικών αποφάσεων αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, με τις οποίες έγιναν τελεσίδικα δεκτές ενστάσεις της κατηγορουμένης για τη χορήγηση σ’ αυτήν, των επιδομάτων μητρότητας και τοκετού που έλαβε αυτή και για την οποία χορήγηση ο μεν συγκατηγορούμενος σύζυγος της, που της τα χορήγησε ως αρμόδιος υπάλληλος του ΙΚΑ έχει καταδικαστεί για παράβαση καθήκοντος αυτή δε για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.