text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2651/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού, που αφορά τη μη συμμετοχή του στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος - Σε Συμβούλιο, στο οποίο εισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 7.11.2008 η 106/2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του 650/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 550/26.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Ο Αρεοπαγίτης Αναστάσιος Λιανός υπέβαλε στον Πρόεδρο του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου την από 14-11-2008 δήλωση αποχής στην οποία αναφέρει τα εξής: 'Ότι χρεώθηκε ως Εισηγητής την υπ'αριθμ. 106/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 650/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πλην όμως επειδή συνδέεται "με στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τον δικηγόρο του αναιρεσείοντα Κωνσταντίνο Σίνο" υπάρχουν λόγοι ευπρέπειας και κωλύεται στον χειρισμό της άνω δικογραφίας και δηλώνει ότι πρέπει να απέχει αυτής.
Πράγματι τόσο από το υπόμνημα του αναιρεσείοντος προς τον 'Αρειο Πάγο -το οποίο υπογράφει ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Σίνος, όσο και από την έκθεση απολογίας του στον 19 τακτικό ανακριτή, στην οποία παρέστη ως συνήγορος ο αυτός δικηγόρος- προκύπτει ότι ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Σίνος είναι δικηγόρος του αναιρεσείοντος.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23 § 3 Κ.Ποιν.Δ. "Τα δικαστικά πρόσωπα ... οφείλουν να δηλώσουν ... τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι της παρ. 1" του αυτού άρθρου, ήτοι λόγοι που υπάγονται στα άρθρα 14 και 15 ίδιου Κώδικα (ποινικής δικονομίας). Επομένως από την άνω διάταξη προκύπτει ότι τα δικαστικά πρόσωπα οφείλουν να δηλώσουν την άνω αποχή όταν συντρέχουν λόγοι του άρθρου 14, του άρθρου 15 και όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους.
Συντρέχουν τέτοιοι λόγοι όταν τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτον αυτού (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τόμ. Α σελ 40 υπό 23, ΑΠ 214/63, ΑΠ 1568/2002), όπως όταν έχει στενή φιλία μετά του διαδίκου ή του συνηγόρου αυτού (βλ. Α. Κονταξή ΚΠΔ (2006), σελ. 347, 381 με παραπομπές) διότι και τότε, κατ'αντικειμενική κρίση, ο θιγόμενος διάδικος ευλόγως μπορεί να θεωρήσει ότι η κρίση του δικαστή δεν ήταν αποτέλεσμα απροκατάληπτης και αδιάβλητης κρίσης και συνεπώς το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής επιβάλλει να γίνεται δεκτή η αποχή του δικαστικού λειτουργού. Δεν πρόκειται περί απλής φιλίας αλλά περί "στενών φιλικών και οικογενειακών σχέσεων".
Ενόψει των ανωτέρω, έστω και αν δεν πρόκειται περί συγγενείας, πρέπει να γίνει δεκτή η ανωτέρω δήλωση αποχής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως γίνει δεκτή η από 14-11-2008 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού από την εκτέλεση των καθηκόντων του επί της 106/2008 αιτήσεως αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 650/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αθήνα 24 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 14/11/2008 δήλωση του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού, η οποία απευθύνθηκε στον Πρόεδρο του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, και φρονεί ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας του επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση της 106/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του 650/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο κατά το άρθρο 23 παρ. 4 Κ.Π.Δ., και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα, λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτό, δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του αναφερόμενου στο άρθρο 15 εδ. 1 του Κ.Π.Δ., λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτο αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Μετά τη συζήτηση της 106/2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ κατά του 650/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο Αρεοπαγίτης Αναστάσιος Λιανός υπέβαλε προς τον Πρόεδρο του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου την από 14-11-2008 δήλωση αποχής. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενό της, ο συγκεκριμένος δικαστικός λειτουργός, που ορίστηκε εισηγητής της υπόθεσης, μετά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τη μελέτη της, διαπίστωσε ότι υφίστανται στο πρόσωπό του σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, που επιβάλουν την αποχή του από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής.
Συγκεκριμένα οι λόγοι που επικαλείται συνίστανται στο γεγονός, ότι συνδέεται με στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τον δικηγόρο του αναιρεσείοντα Κωνσταντίνο Σίνο. Την στενή δε αυτή - και όχι απλή - φιλική και οικογενειακή σχέση του πιο πάνω Αρεοπαγίτη με τον συνήγορο του διαδίκου, κατ' αντικειμενική κρίση, ο θιγόμενος διάδικος ευλόγως μπορεί να θεωρήσει ότι η κρίση του δικαστή δεν ήταν αποτέλεσμα απροκατάληπτης και αδιάβλητης κρίσης και, επομένως, το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής επιβάλλει την αποχή του δηλούντος δικαστικού λειτουργού, για σοβαρό λόγο ευπρέπειας, από την ενάσκηση των καθηκόντων του στην προαναφερόμενη υπόθεση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση δήλωση αποχής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 14/11/2008 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού. Και
Αποφαίνεται ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός δε θα συμμετάσχει στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδίκασε την 106/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του 650/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εφ' ής η 424/15-9-08 πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δήλωση αποχής Αρεοπαγίτη από την άσκηση των καθηκόντων του, για λόγους ευπρέπειας. Η - και όχι απλή - φιλική και οικογενειακή σχέση του Δικαστή με τον συνήγορο του διαδίκου, συνιστά λόγο αποχής. Δέχεται τη δήλωση αποχής.
|
Αποχής δήλωση
|
Αποχής δήλωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2650/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλιτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3237/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1086/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 372/10.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά τα άρθρα 482, 484, 485, 473 και 476 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμόν 401 από 25-4-2008 αίτηση αναίρεσης του ....., κατά της υπ'αριθμόν 3237/18-4-08 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ'αριθμόν 482/18.1.2008 έφεσή του κατά της υπ'αριθμόν 15433/23-2-1999 ερήμην αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ούτος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών για το αδίκημα της κλοπής από κοινού και κατ'εξακολούθηση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ.1 και 510 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως κατά βουλευμάτων ή αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορρίπτεται κατά τα άρθρα 476 και 513 Κ.Π.Δ. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης (Α.Π. 2397/2004 Π.Χ. ΝΕ/2005 σελ. 822, Ολομ. Α.Π. 2/2002).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εμπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη μπορεί να προσβληθεί μόνο με αίτηση αναιρέσεως για έναν από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές, για πλημ/τα, Εφετείο Αθηνών, με την υπ'αριθμόν 3237/18.4.08 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ'αριθμ. 482/18-1-2008 έφεση του άνω αναιρεσείοντος, κατά της υπ'αριθμόν 15433/23-2-99 ερήμην αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, δια της οποίας ούτος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών για το αδίκημα της κλοπής από κοινού και κατ'εξακολούθηση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο άνω καταδικασθείς ....., δι'εκθέσεως ενώπιον του διευθυντού των φυλακών Κορυδαλλού, άσκησε την 25-4-2008 εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης, που έλαβε αριθμό 401. Στην εν λόγω έκθεση αναιρέσεως, διαλαμβάνεται ως μοναδικός λόγος αναίρεσης το ότι "απορρίφθηκε η έφεσή του ως εκπρόθεσμη και αυτή η υπόθεση για την οποία κατηγορείται έχει εκτίσει τη ποινή της....". Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται στην έκθεση αναιρέσεως, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
'Ολως επικουρικώς αναφέρομεν ότι η απόφαση με την οποίαν απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν αναφέρονται σ'αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως (αν απηγγέλθη απόντος αυτού), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά το άρθρο 161 Κ.Π.Δ. στοιχείων εγκυρότητος της επιδόσεως (ΑΠ 2228/2004 Π.Χ. ΝΕ/2005 σελ. 762, Ολομ. ΑΠ 5/1995). 'Όλα τα ανωτέρω στοιχεία αναφέρονται στο ιστορικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνω να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 401/25-4-2008 αίτηση αναίρεσης του ..... κατά της υπ'αριθμ. 3237/18-4-08 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 509 παρ.1α και 474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από εκείνον που κρατείται στις φυλακές, μπορεί να γίνει και στον διευθύνοντα τη φυλακή, με δήλωση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, όπου διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου και που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης πρέπει στη δήλωση της άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Εξάλλου η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, μπορεί να προσβληθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ.476 παρ.2 του ΚΠΔ, μόνο με αίτηση αναιρέσεως για έναν από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. Τέλος, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται για την άσκησή του από το νόμο, τότε το αρμόδιο να κρίνει γι' αυτό Συμβούλιο ή Δικαστήριο το απορρίπτει, ως απαράδεκτο. (476 παρ.1 ΚΠΔ).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 25/4/2008 (149/2008 ) αίτηση, ο αναιρεσείων ....., άσκησε αναίρεση με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, κατά της 3237/18-4-08 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η 482/18.1.2008 έφεσή του κατά της 15433/23-2-1999 ερήμην αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση ο ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών για το αδίκημα της κλοπής από κοινού και κατ' εξακολούθηση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την έκθεση αναίρεσης, ο αναιρεσείων κρατούμενος δήλωσε ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της 3237/18-4-08 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για το λόγο όπως, κατά λέξη αναφέρει, ότι " απορρίφθηκε η έφεση μου ως εκπρόθεσμη και αυτή η υπόθεση για την οποία κατηγορούμαι έχω εκτίσει τη ποινή της. Επίσης δικάστηκα ερήμην μου". Έτσι, με το πιο πάνω περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτη, αφού ουδείς λόγος αναίρεσης διαλαμβάνεται σε αυτήν ούτε προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 401/25-4-2008 (149/2008) αίτηση- έκθεση αναιρέσεως του ....., κατά της 3237/18-4-08 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη (αόριστη) αίτηση αναίρεση κρατουμένου στις φυλακές, κατά απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) έφεσή του, χωρίς να περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης. Απορρίπτει.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2649/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 69/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 978/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία μαζί με την υπ'αριθμό 358/4-7-2008 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Χανίων με το 512/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τον Χ για να δικαστεί ως υπαίτιος βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και εξύβριση (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το 69/2008 βούλευμα, δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε τις παραπεμπτικές διατάξεις του πρωτόδικου, προβαίνοντας παράλληλα σε παραδεκτές και νόμιμες συμπληρώσεις-διορθώσεις (βλ. το 69/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης).
ΙΙΙ. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε νομοτύπως στον κατηγορούμενο στις 2-5-2008 (βλ. σχετικό αποδεικτικό). Στις 12-5-2008 ο κατηγορούμενος Χ εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 69/2008 βουλεύματος, με αποτέλεσμα να συνταχθεί η 5/12-5-2008 έκθεση αναίρεσης, στην οποία ως λόγος αναίρεσης περιλαμβάνεται κατ'εκτίμηση των αναφερομένων η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 § 1 δ' Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, αφού πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα.
IV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στο βούλευμα κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η μη όμως ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.(ΑΠ 501/2006, ΑΠ 244/2006). V. Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, στήριξε την παραπεμπτική του κρίση, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών και στις παραδοχές αυτής. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και το απολογητικό του υπόμνημα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι εγκαλούντες Ψ, Κ και Θ είναι υπάλληλοι της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως ...-Διευθύνσεως Δημόσιας Υγείας και ειδικότερα οι δύο πρώτοι επόπτες δημόσιας υγείας και ο τρίτος οδηγός της ως άνω Υπηρεσίας. Την 4-8-2006 στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, ο τρίτος εγκαλών μετέφερε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως ... του δύο πρώτους στο Δ.Δ. ... για την διενέργεια υγειονομικού ελέγχου στο κατάστημα "καφέ-μπαρ" του Ζ. Δίπλα από το ως άνω κατάστημα ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ λειτουργούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και δη κρεοπωλείο χωρίς άδεια λειτουργίας, παρά τις καταγγελίες του οικείου συλλόγου κρεοπωλών και τους ελέγχους των αρμοδίων Υπηρεσιών. Ειδικότερα, προηγούμενες αιτήσεις της συζύγου του ανωτέρω ... για έκδοση άδειας λειτουργίας του κρεοπωλείου στο όνομα της είχαν απορριφθεί, διότι είχαν διενεργηθεί έλεγχοι από αμφότερους τους εγκαλούντες επόπτες δημόσιας υγείας και είχε διαπιστωθεί ότι δεν τηρούντο οι απαιτούμενες υγειονομικής φύσεως προϋποθέσεις και δεν είχε προσληφθεί υπεύθυνος κρεοπώλης για την λειτουργία του καταστήματος. Σημειώνεται ότι, ενώ είχαν εξηγηθεί στον εκκαλούντα, κατ' ουσία υπεύθυνο του καταστήματος, οι ενέργειες και εργασίες στις οποίες όφειλε να προβεί για να εγκριθεί από την Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας η λειτουργία του κρεοπωλείου, δεν είχε προβεί στη συμπλήρωση των ελλείψεων, αντίθετα μετέβη στα γραφεία της ως άνω Υπηρεσίας και φωνασκώντας απαιτούσε ο επόμενος έλεγχος να μη γίνει από την πρώτη εγκαλούμενη Ψ, την οποία επιπρόσθετα απειλούσε ότι είχε τη δυνατότητα να διώξει από την υπηρεσία της. Την προμνησθείσα ημέρα (4-8-2006), περί ώρα 13.00, αφού οι εγκαλούντες επόπτες δημόσιας υγείας είχαν περατώσει τον έλεγχο στο κατάστημα του Ζ και εξήρχοντο του καταστήματος για να επιβιβαστούν στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο και να αναχωρήσουν, ο εκκαλών, ο οποίος βρισκόταν στο προαύλιο του καταστήματος του με τον τρίτο εγκαλούντα Θ και τον Ζ, μόλις είδε την εγκαλούσα Ψ, σε εξαιρετικά έντονο και προκλητικό ύφος της επιτέθηκε φραστικά, με αφορμή την τελευταία απορριπτική γνωμοδότηση της για την άδεια λειτουργίας του καταστήματος του. Αμέσως μετά, της επιτέθηκε εντελώς αιφνίδια και της κατάφερε με το δεξί του χέρι. ισχυρό πλήγμα στην αριστερή παρειά, με συνέπεια να της προξενήσει οίδημα στην εν λόγω παρειά. Τόση ήταν η δύναμη με την οποία ο εκκαλών έπληξε την εγκαλούσα, ώστε, από την ένταση και τη σφοδρότητα του πλήγματος η τελευταία έπεσε απότομα στο έδαφος και υπέστη κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής αρθρώσεως. Η πτώση στο έδαφος, ο σοβαρός τραυματισμός και οι φωνές τρόμου της παθούσας, δεν στάθηκε δυνατό να καταστείλουν τα άγρια ένστικτα εκδικήσεως του εκκαλούντος, ο οποίος πήρε στα χέρια του ένα καδρόνι οικοδομής και με αυτό. ενώ η παθούσα όταν πεσμένη στο έδαφος, άρχισε να την χτυπά ανηλεώς με σφοδρότητα σε όλο το σώμα της, λακτίζοντας της συγχρόνως με τα πόδια του, ενώ παράλληλα της απηύθυνε την εξυβριστική λέξη "πουτάνα" και άλλες ύβρεις που δεν θυμάται η ανωτέρω. Από τα πλήγματα του εκκαλούντος η παθούσα υπέστη εκχυμωτικό μώλωπα οπίσθιας θωρακικής χώρας στο ύψος του δεξιού νεφρού , δύο -τρεις εκχυμωτικούς μώλωπες διαστάσεων τέσσερα έως πέντε εκατοστά επί της δεξιάς γλουτιαίας χώρας και επί της ανώτερης οπίσθιας και έξω πλάγιας επιφάνειας του δεξιού μηρού , εκχυμωτικό μώλωπα διαστάσεων περί τα τρία εκατοστά επί του προσθίου κατωτέρου τμήματος της αριστερής κνήμης, θλάσεις στις ανατομικές του αυχένα και του οσφύ και κήλη αυχένα, οι οποίες κακώσεις της προκάλεσαν κεφαλαλγία, ιλίγγους και άλγη αυχένα, θωρακικής χώρας και άλλων μερών του σώματος της. Την μανία του εκκαλούντος επιχείρησαν να τιθασεύσουν οι συνάδελφοι της ανωτέρω παθούσας, δεύτερος και τρίτος εγκαλούμενοι, οι οποίοι επενέβησαν για να τον συγκρατήσουν από την βάναυση και με ιδιαίτερη σκληρότητα επίθεση του σε βάρος της τελευταίας. Κατά την προσπάθεια τους αυτή ο εκκαλών. επιτέθηκε και εναντίον τους και τους κατάφερε πλήγματα με το ως άνω καδρόνι οικοδομής. Ειδικότερα έπληξε τον Κ στο δεξιό χέρι του και στη μέση και του προξένησε εκχύμωση δεξιού αντιβραχίου και άλγος στη μέση (οσφυαλγία) και τον Θ στην δεξιά πλευρά του σώματος του και του προξένησε κάκωση δεξιού ώμου και κάκωση δεξιάς άκρας χειρός. Τέτοια ήταν η μανία εκδικήσεως του εκκαλούντος, ώστε όταν η παθούσα Ψ επιχείρησε να διαφύγει κυριολεκτικά έρποντας προς το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, αυτός συνέχισε να την καταδιώκει κραδαίνοντας σε βάρος της το καδρόνι που κρατούσε. για να εξαντλήσει τελικά το μένος του χτυπώντας με το καδρόνι σε διάφορα σημεία το ως άνω με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εν γνώσει ότι ανήκε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... και χρησιμοποιείτο για την εκπλήρωση των σκοπών της μεταφορά υπαλλήλων για εκτέλεση υπηρεσίας κ.ο.κ.) προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Ειδικότερα, ο εκκαλών κατέστρεψε (έθραυσε) τους υαλοπίνακες δύο θυρών του αυτοκίνητου, καθώς και τον εμπρόσθιο και οπίσθιο ανεμοθώρακες αυτού, προξενώντας φθορές στο αυτοκίνητο ύψους χιλίων (1000) περίπου ευρώ. Ακολούθως ο εκκαλών πέταξε το^ ξύλο που κρατούσε, κλείδωσε το κατάστημα του και με το ΙΧΦ αυτοκίνητο του διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση, εξαφανισθείς, με συνέπεια να μην βρεθεί στην οικία του την επομένη (5-3-2006) σε γενομένη νομίμως έρευνα, ούτε να εντοπιστεί στο πλαίσιο του αυτοφώρου των εγκλημάτων που είχε διαπράξει. Οι εγκαλούντες υπάλληλοι μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο ... για την παροχή ιατρικής περιθάλψεως, ενώ η πρώτη από αυτούς (Ψ) την επομένη εξετάστηκε και από τον Ιατροδικαστή .... Στην με αρ. πρωτ. 696/31-8-2006 σχετική ιατροδικαστική έκθεση οι σωματικές κακώσεις χαρακτηρίζονται μεν ως επικίνδυνες με εκτιμώμενο χρόνο αποκαταστάσεως τους δύο μήνες, εκτός επιπλοκής ή υστερογενούς βλάβης, όμως, η παθούσα με την από 6-7-2007 (μεταγενέστερη της ιατροδικαστικής εκθέσεως) κατάθεση της ανέφερε ότι, συνεπεία των σωματικών βλαβών που υπέστη παρέμεινε εκτός υπηρεσίας σε αναρρωτική άδεια επί έξι (6) μήνες, η δε κήλη αυχένα που υπέστη είναι μόνιμη.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν από τις καταθέσεις των εγκαλούντων και του αυτόπτη μάρτυρα Ζ, καθώς και από τα έγγραφα (αναφορά υπαλλήλων, ιατροδικαστική έκθεση, έγγραφα Νοσοκομείου ..., τιμολόγια και αποδείξεις για την επισκευή του υπηρεσιακού αυτοκινήτου κ.ο.κ.). Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του Ανακριτή ότι απλώς χαστούκισε την πρώτη εγκαλούσα και αυτή έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε, ενώ πήρε το ξύλο για να προστατευθεί επειδή οι λοιποί εγκαλούντες κινήθηκαν εναντίον του. Ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι προφανώς αβάσιμος, εν όψει των σαφών καταθέσεων των μαρτύρων, αλλά και των αποτελεσμάτων της πρωτοφανούς συμπεριφοράς του και δη των πολλαπλών σοβαρών κακώσεων που προξένησε ιδιαίτερα στην πρώτη παθούσα.
Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εγκαλούντος για τις πράξεις που του αποδίδονται. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη πράξη, προέκυψε αποχρώντως ότι, αφ: ενός μεν η σωματική βλάβη που προξένησε στην Ψ Φέρει τον χαρακτήρα βαριάς σωματικής βλάβης, κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 310 Π Κ. δεδομένου ότι από το κάταγμα της δεξιάς πηχεοκαρπικής, τις θλάσεις στον αυχένα, τις λοιπές κακώσεις και τις εξ αυτών συνέπειες (κήλη στον αυχένα και άλγη), η παθούσα εμποδίστηκε σημαντικά και επί πολύ χρόνο και συγκεκριμένα επί ένα εξάμηνο, να χρησιμοποιεί το σώμα της, ευρισκόμενη σε αδυναμία κατά τον χρόνο αυτό να χρησιμοποιεί το δεξί χέρι της, να κινεί το κεφάλι της και να εκτελεί την υπηρεσία της, αφ' ετέρου δε ότι ο εκκαλών επιδίωκε το ανωτέρω αποτέλεσμα, δηλαδή τη βαριά σωματική βλάβη της παθούσας. Ο άμεσος δόλος του εκκαλούντος συνάγεται από την ένταση και σφοδρότητα με την οποία έπληξε αρχικά την παθούσα με το χέρι του και ακολούθως με το καδρόνι οικοδομής, μέσο πρόσφορο για την πρόκληση τέτοιας σωματικής βλάβης, τα επανειλημμένα πλήγματα που της επέφερε, την ιδιαίτερη σκληρότητα που ενήργησε και το εναντίον της παθούσας μένος του, ακόμη και όταν αυτή έρποντας προσπαθούσε να διαφύγει, το οποίο μένος ανακόπηκε μόνο με την παρέμβαση των παρευρισκομένων που τον συγκράτησαν. Αν δηλαδή ο εκκαλών δεν επιδίωκε να προξενήσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη, η πτώση της στο έδαφος θα τον απέτρεπε από την περαιτέρω συμπεριφορά του, ή τουλάχιστον δεν θα επέλεγε πρόσφορο μέσο (καδρόνι) για να συνεχίσει να την πλήττει επανειλημμένα σε όλο το σώμα της με ιδιαίτερη σκληρότητα και δεν θα είχαν προκληθεί οι λοιπές κακώσεις της παθούσας και ιδιαίτερα αυτές στον αυχένα, ούτε θα απαιτείτο η επέμβαση των παρευρισκομένων προσώπων προς συγκράτηση του. Σημειώνεται ότι η παθούσα στην προμνησθείσα από 6-7-2007 κατάθεση της υποστήριξε ότι "...πιθανόν θα την είχε σκοτώσει αν δεν παρενέβαιναν οι συνάδελφοι της.....". Εξ άλλου, οι σωματικές βλάβες που υπέστησαν οι λοιποί εγκαλούντες φέρουν τον χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης διότι ο εκκαλών προξένησε αυτές στους παθόντες με πρόθεση και με τρόπο που μπορούσε να τους προκαλέσει βαριά σωματική τους βλάβη, με την έννοια να εμποδιστούν σημαντικά και επί πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους. Σημειώνεται ότι ο δόλος του δράστη περιλαμβάνει, πέραν από την πρόθεση προκλήσεως των σωματικής κακώσεως, τη γνώση και τη θέληση και των περιστάσεων από τις οποίες αντικειμενικά προκύπτει κίνδυνος να υποστούν οι παθόντες βαριά σωματική βλάβη. Η κρίση αυτή στηρίζεται στο μέσον που χρησιμοποίησε, τα σημεία του σώματος των παθόντων που έπληξε την ένταση 'ων πληγμάτων και τις Λοιπές συνθήκες υπό τις οποίες ενήργησε, κατά τα προαναφερθέντα. Τέλος, η με πρόθεση του εκκαλούντος μερική καταστροφή του ανήκοντος στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... αυτοκινήτου και το γεγονός ότι το εν λόγω αυτοκίνητο, εν γνώσει του, χρησιμοποιείτο για την εκπλήρωση των σκοπών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, θεμελιώνει την προβλεπομένη από τα άρθρα 381§ 1 και 382 § 2α Π Κ αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περιπτώσεως φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (πράγματος που χρησιμεύει για κοινό όφελος -ΑΠ 944/2005 Ποιν. Xρoν. ΝΣΤ 53, ΑΠ 444/2002 Ποιν. Λογ. 2002 561, ΑΠ 867/1991 Υπέρ. 1992 545-), ενώ την τελευταία πράξη (εξύβριση με λόγο) θεμελιώνει το γεγονός ότι ο εκκαλών, όχι μόνο βιαιοπράγησε βάναυσα εναντίον της εγκαλούσας, αλλά προσέτι πρόσβαλε και την τιμή της με την εξυβριστική λέξη "πουτάνα" και άλλες όμοιες εκφράσεις που της απηύθυνε προς υποτίμηση της προσωπικότητας της.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χανίων το οποίο, με το προσβαλλόμενο με αριθμό 512/2007 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές και κατ' εφαρμογή των άρθρων 309§1ε και 313 ΚΠΔ την παραπομπή του εκκαλούντος στο ακροατήριο του αρμοδίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (άρθρα 96 και 97 Συντάγματος και 1, 8 §1α, 109 περ. α', 119§1 και 122 ΚΠΔ) για τις πράξεις που του αποδίδονται, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 5, 14, 16-19, 26§1, 27, 51, 52, 53, 60, 63, 79, 94§1, 308§1α, 309, 310, 361§1, 381§1, 382 § § 2α-1 ΠΚ, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια η έφεση του εκκαλούντος, με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Περαιτέρω, εν όψει των διατάξεων των άρθρων 145 § §1,2, 317§2 και 318 ΚΠΔ, πρέπει να συμπληρωθεί-διορθωθεί το ανωτέρω παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας επειδή από παραδρομή: α) ενώ στο σκεπτικό του ορθά προσδιορίζεται ως μέσο προκλήσεων των σωματικών βλαβών το "καδρόνι οικοδομής", στο διατακτικό αναφέρεται ως "σανίδα οικοδομής", αντικείμενο του οποίου η χρήση για την πρόκληση σωματικών κακώσεων κατά την κοινή αντίληψη και εμπειρία μπορεί να έχει διαφορετικές συνέπειες, β) δεν έχουν παρατεθεί οι διατάξεις των άρθρων 60 και 63 ΠΚ και γ) στην πρώτη πράξη που διαλαμβάνεται στο διατακτικό του δεν έχει περιληφθεί η κήλη αυχένα που υπέστη η παθούσα και δεν προσδιορίστηκε για ποια περίπτωση βαριάς σωματικής βλάβης πρόκειται. Κατά τα Λοιπά το εν λόγω βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί, κατ εφαρμογή του άρθρου 319§3 ΚΠΔ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 583§1 ΚΠΔ (όπως αντικ. με το άρθ. 55 Ν3160/2003). πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα.
VI. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του για τις αξιόποινες αυτές πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 27 § § 1,2, 94, 310 § § 1,2,3, 309 σε συνδ. με 308 § 1, 361 και 382 Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Είχε δε το δικαίωμα το Συμβούλιο να στηρίξει την παραπεμπτική κρίση του στην παραπάνω ενσωματωμένη Εισαγγελική πρόταση, αβασίμως δε ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και διαμορφώνει ως αναιρετικό λόγο έλλειψης αιτιολογίας τον ισχυρισμό, ότι το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την κρίση του στην Εισαγγελική πρόταση, που είχε ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, πράγμα που δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του προσβαλλομένου βουλεύματος. Περαιτέρω είναι απαράδεκτος ως λόγος αναίρεσης, λόγω αοριστίας ο ισχυρισμός που διαλαμβάνεται στην έκθεση αναίρεσης, ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που κατέθεσε ο ήδη αναιρεσείων μαζί με την έφεσή του, αφού δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα αυτά. Τέλος απαραδέκτως προβάλλονται ως λόγος αναίρεσης, οι αιτιάσεις κατά του βουλεύματος, με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και οι ουσιαστικές παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς ΠροτείνωΙ. Να απορριφθούν η με αριθμό 5/12-5-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατά του 69/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΒασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη 5/12-5-2008 έκθεση αναίρεσης, του Χ, κατά του 69/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία έφεσή του, κατά του 512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, το οποίο τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης, για να δικαστεί ως υπαίτιος βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και εξύβρισης (άρ.26 παρ.1, 27, 94 παρ.1, 308 παρ.1, 309, 310 παρ.3-1, 361 παρ.1, 381 παρ.1, 382 παρ. 2α, και 1 του ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 308 παρ. 1α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά το επόμενο άρθρο 309 με τον υπότιτλο "επικίνδυνη σωματική βλάβη", αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρ. 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ακολούθως, το άρ. 310 με τον υπότιτλο "βαριά σωματική βλάβη", ορίζει ότι, αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 308 ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί την απλή σωματική βλάβη, προκύπτει, ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (άρ. 308 ΠΚ), αλλά και της επικίνδυνης (άρ. 309 ΠΚ) και το βαρύτερο αυτής αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρ. 29 παρ. 1 ΠΚ), είτε με σκοπό επέλευσης αυτού (άρ. 310 παρ. 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης απαιτείται, αντικειμενικά μεν, συνδρομή οποιασδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευομένων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε, σκοπός επέλευσης αυτού, δηλαδή άμεσος δόλος προς τέλεση βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλον. Είναι δε αναιρετικά ανέλεγκτη η κρίση, αν από τον τρόπο τέλεσης κλπ. μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να προκληθεί κίνδυνος ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια κλπ.
Επίσης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ.381 παρ.1 και 382 παρ.2 περ.α του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του, ενώ κατά τη διάταξη του άρ. 361 παρ.1 του ίδιου Κώδικα " όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 367 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης". Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. H επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Όταν ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο συμβούλιο έχει τη δυνατότητα, για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις, να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα. Δεν συγχωρείται, όμως, το συμβούλιο εφετών να μη διαλαμβάνει τίποτα για τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις με τις οποίες αποφάνθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά απλώς να αναφέρεται εξολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση. Μόνο στην περίπτωση αυτή το βούλευμα του συμβουλίου εφετών στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραβιάζονται επιπλέον οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ 53/1973) και 2 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, (ν.1705/1987), καθόσον στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος που άσκησε έφεση κατά πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της ουσιαστικής κρίσεως του συμβουλίου του δεύτερου βαθμού. I
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό και το διατακτικό του, με καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και το απολογητικό του υπόμνημα), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Οι εγκαλούντες Ψ, Κ και Θ είναι υπάλληλοι της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως ...-Διευθύνσεως Δημόσιας Υγείας και ειδικότερα οι δύο πρώτοι επόπτες δημόσιας υγείας και ο τρίτος οδηγός της ως άνω Υπηρεσίας. Την 4-8-2006 στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, ο τρίτος εγκαλών μετέφερε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως ... τους δύο πρώτους στο Δ.Δ. ... για την διενέργεια υγειονομικού ελέγχου στο κατάστημα "καφέ-μπαρ" του Ζ. Δίπλα από το ως άνω κατάστημα ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ λειτουργούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και δη κρεοπωλείο χωρίς άδεια λειτουργίας, παρά τις καταγγελίες του οικείου συλλόγου κρεοπωλών και τους ελέγχους των αρμοδίων Υπηρεσιών. Ειδικότερα, προηγούμενες αιτήσεις της συζύγου του ανωτέρω ... για έκδοση άδειας λειτουργίας του κρεοπωλείου στο όνομα της είχαν απορριφθεί, διότι είχαν διενεργηθεί έλεγχοι από αμφότερους τους εγκαλούντες επόπτες δημόσιας υγείας και είχε διαπιστωθεί ότι δεν τηρούντο οι απαιτούμενες υγειονομικής φύσεως προϋποθέσεις και δεν είχε προσληφθεί υπεύθυνος κρεοπώλης για την λειτουργία του καταστήματος. Σημειώνεται ότι, ενώ είχαν εξηγηθεί στον εκκαλούντα, κατ' ουσία υπεύθυνο του καταστήματος, οι ενέργειες και εργασίες στις οποίες όφειλε να προβεί για να εγκριθεί από την Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας η λειτουργία του κρεοπωλείου, δεν είχε προβεί στη συμπλήρωση των ελλείψεων, αντίθετα μετέβη στα γραφεία της ως άνω Υπηρεσίας και φωνασκώντας απαιτούσε ο επόμενος έλεγχος να μη γίνει από την πρώτη εγκαλούμενη Ψ, την οποία επιπρόσθετα απειλούσε ότι είχε τη δυνατότητα να διώξει από την υπηρεσία της. Την προμνησθείσα ημέρα (4-8-2006), περί ώρα 13.00, αφού οι εγκαλούντες επόπτες δημόσιας υγείας είχαν περατώσει τον έλεγχο στο κατάστημα του Ζ και εξήρχοντο του καταστήματος για να επιβιβαστούν στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο και να αναχωρήσουν, ο εκκαλών, ο οποίος βρισκόταν στο προαύλιο του καταστήματος του με τον τρίτο εγκαλούντα Θ και τον Ζ, μόλις είδε την εγκαλούσα Ψ, σε εξαιρετικά έντονο και προκλητικό ύφος της επιτέθηκε φραστικά, με αφορμή την τελευταία απορριπτική γνωμοδότηση της για την άδεια λειτουργίας του καταστήματος του. Αμέσως μετά, της επιτέθηκε εντελώς αιφνίδια και της κατάφερε με το δεξί του χέρι ισχυρό πλήγμα στην αριστερή παρειά, με συνέπεια να της προξενήσει οίδημα στην εν λόγω παρειά. Τόση ήταν η δύναμη με την οποία ο εκκαλών έπληξε την εγκαλούσα, ώστε, από την ένταση και τη σφοδρότητα του πλήγματος η τελευταία έπεσε απότομα στο έδαφος και υπέστη κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής αρθρώσεως. Η πτώση στο έδαφος, ο σοβαρός τραυματισμός και οι φωνές τρόμου της παθούσας, δεν στάθηκε δυνατό να καταστείλουν τα άγρια ένστικτα εκδικήσεως του εκκαλούντος, ο οποίος πήρε στα χέρια του ένα καδρόνι οικοδομής και με αυτό, ενώ η παθούσα όταν πεσμένη στο έδαφος, άρχισε να την χτυπά ανηλεώς με σφοδρότητα σε όλο το σώμα της, λακτίζοντας της συγχρόνως με τα πόδια του, ενώ παράλληλα της απηύθυνε την εξυβριστική λέξη "πουτάνα" και άλλες ύβρεις που δεν θυμάται η ανωτέρω. Από τα πλήγματα του εκκαλούντος η παθούσα υπέστη εκχυμωτικό μώλωπα οπίσθιας θωρακικής χώρας στο ύψος του δεξιού νεφρού, δύο -τρεις εκχυμωτικούς μώλωπες διαστάσεων τέσσερα έως πέντε εκατοστά επί της δεξιάς γλουτιαίας χώρας και επί της ανώτερης οπίσθιας και έξω πλάγιας επιφάνειας του δεξιού μηρού, εκχυμωτικό μώλωπα διαστάσεων περί τα τρία εκατοστά επί του προσθίου κατωτέρου τμήματος της αριστερής κνήμης, θλάσεις στις ανατομικές του αυχένα και του οσφύ και κήλη αυχένα, οι οποίες κακώσεις της προκάλεσαν κεφαλαλγία, ιλίγγους και άλγη αυχένα, θωρακικής χώρας και άλλων μερών του σώματος της. Την μανία του εκκαλούντος επιχείρησαν να τιθασεύσουν οι συνάδελφοι της ανωτέρω παθούσας, δεύτερος και τρίτος εγκαλούμενοι, οι οποίοι επενέβησαν για να τον συγκρατήσουν από την βάναυση και με ιδιαίτερη σκληρότητα επίθεση του σε βάρος της τελευταίας. Κατά την προσπάθεια τους αυτή ο εκκαλών επιτέθηκε και εναντίον τους και τους κατάφερε πλήγματα με το ως άνω καδρόνι οικοδομής. Ειδικότερα έπληξε τον Κ στο δεξιό χέρι του και στη μέση και του προξένησε εκχύμωση δεξιού αντιβραχίου και άλγος στη μέση (οσφυαλγία) και τον Θ στην δεξιά πλευρά του σώματος του και του προξένησε κάκωση δεξιού ώμου και κάκωση δεξιάς άκρας χειρός. Τέτοια ήταν η μανία εκδικήσεως του εκκαλούντος, ώστε όταν η παθούσα Ψ επιχείρησε να διαφύγει κυριολεκτικά έρποντας προς το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, αυτός συνέχισε να την καταδιώκει κραδαίνοντας σε βάρος της το καδρόνι που κρατούσε, για να εξαντλήσει τελικά το μένος του χτυπώντας με το καδρόνι σε διάφορα σημεία το ως άνω με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εν γνώσει ότι ανήκε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... και χρησιμοποιείτο για την εκπλήρωση των σκοπών της (μεταφορά υπαλλήλων για εκτέλεση υπηρεσίας κ.ο.κ.) προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Ειδικότερα, ο εκκαλών κατέστρεψε (έθραυσε) τους υαλοπίνακες δύο θυρών του αυτοκίνητου, καθώς και τον εμπρόσθιο και οπίσθιο ανεμοθώρακες αυτού, προξενώντας φθορές στο αυτοκίνητο ύψους χιλίων (1000) περίπου ευρώ. Ακολούθως ο εκκαλών πέταξε το ξύλο που κρατούσε, κλείδωσε το κατάστημα του και με το ΙΧΦ αυτοκίνητο του διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση, εξαφανισθείς, με συνέπεια να μην βρεθεί στην οικία του την επομένη (5-3-2006) σε γενομένη νομίμως έρευνα, ούτε να εντοπιστεί στο πλαίσιο του αυτοφώρου των εγκλημάτων που είχε διαπράξει. Οι εγκαλούντες υπάλληλοι μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο ... για την παροχή ιατρικής περιθάλψεως, ενώ η πρώτη από αυτούς (Ψ) την επομένη εξετάστηκε και από τον Ιατροδικαστή .... Στην με αρ. πρωτ. 696/31-8-2006 σχετική ιατροδικαστική έκθεση οι σωματικές κακώσεις χαρακτηρίζονται μεν ως επικίνδυνες με εκτιμώμενο χρόνο αποκαταστάσεως τους δύο μήνες, εκτός επιπλοκής ή υστερογενούς βλάβης, όμως, η παθούσα με την από 6-7-2007 (μεταγενέστερη της ιατροδικαστικής εκθέσεως) κατάθεση της ανέφερε ότι, συνεπεία των σωματικών βλαβών που υπέστη παρέμεινε εκτός υπηρεσίας σε αναρρωτική άδεια επί έξι (6) μήνες, η δε κήλη αυχένα που υπέστη είναι μόνιμη. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν από τις καταθέσεις των εγκαλούντων και του αυτόπτη μάρτυρα Ζ, καθώς και από τα έγγραφα (αναφορά υπαλλήλων, ιατροδικαστική έκθεση, έγγραφα Νοσοκομείου ..., τιμολόγια και αποδείξεις για την επισκευή του υπηρεσιακού αυτοκινήτου κ.ο.κ.). Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του Ανακριτή ότι απλώς χαστούκισε την πρώτη εγκαλούσα και αυτή έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε, ενώ πήρε το ξύλο για να προστατευθεί επειδή οι λοιποί εγκαλούντες κινήθηκαν εναντίον του. Ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι προφανώς αβάσιμος, εν όψει των σαφών καταθέσεων των μαρτύρων, αλλά και των αποτελεσμάτων της πρωτοφανούς συμπεριφοράς του και δη των πολλαπλών σοβαρών κακώσεων που προξένησε ιδιαίτερα στην πρώτη παθούσα. Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εγκαλούντος για τις πράξεις που του αποδίδονται. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη πράξη, προέκυψε αποχρώντως ότι, αφ' ενός μεν η σωματική βλάβη που προξένησε στην Ψ φέρει τον χαρακτήρα βαριάς σωματικής βλάβης, κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 310 Π Κ. δεδομένου ότι από το κάταγμα της δεξιάς πηχεοκαρπικής, τις θλάσεις στον αυχένα, τις λοιπές κακώσεις και τις εξ αυτών συνέπειες (κήλη στον αυχένα και άλγη), η παθούσα εμποδίστηκε σημαντικά και επί πολύ χρόνο και συγκεκριμένα επί ένα εξάμηνο, να χρησιμοποιεί το σώμα της, ευρισκόμενη σε αδυναμία κατά τον χρόνο αυτό να χρησιμοποιεί το δεξί χέρι της, να κινεί το κεφάλι της και να εκτελεί την υπηρεσία της, αφ' ετέρου δε ότι ο εκκαλών επιδίωκε το ανωτέρω αποτέλεσμα, δηλαδή τη βαριά σωματική βλάβη της παθούσας. Ο άμεσος δόλος του εκκαλούντος συνάγεται από την ένταση και σφοδρότητα με την οποία έπληξε αρχικά την παθούσα με το χέρι του και ακολούθως με το καδρόνι οικοδομής, μέσο πρόσφορο για την πρόκληση τέτοιας σωματικής βλάβης, τα επανειλημμένα πλήγματα που της επέφερε, την ιδιαίτερη σκληρότητα που ενήργησε και το εναντίον της παθούσας μένος του, ακόμη και όταν αυτή έρποντας προσπαθούσε να διαφύγει, το οποίο μένος ανακόπηκε μόνο με την παρέμβαση των παρευρισκομένων που τον συγκράτησαν. Αν δηλαδή ο εκκαλών δεν επιδίωκε να προξενήσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη, η πτώση της στο έδαφος θα τον απέτρεπε από την περαιτέρω συμπεριφορά του, ή τουλάχιστον δεν θα επέλεγε πρόσφορο μέσο (καδρόνι) για να συνεχίσει να την πλήττει επανειλημμένα σε όλο το σώμα της με ιδιαίτερη σκληρότητα και δεν θα είχαν προκληθεί οι λοιπές κακώσεις της παθούσας και ιδιαίτερα αυτές στον αυχένα, ούτε θα απαιτείτο η επέμβαση των παρευρισκομένων προσώπων προς συγκράτηση του. Σημειώνεται ότι η παθούσα στην προμνησθείσα από 6-7-2007 κατάθεση της υποστήριξε ότι "...πιθανόν θα την είχε σκοτώσει αν δεν παρενέβαιναν οι συνάδελφοι της.....". Εξ άλλου, οι σωματικές βλάβες που υπέστησαν οι λοιποί εγκαλούντες φέρουν τον χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης διότι ο εκκαλών προξένησε αυτές στους παθόντες με πρόθεση και με τρόπο που μπορούσε να τους προκαλέσει βαριά σωματική τους βλάβη, με την έννοια να εμποδιστούν σημαντικά και επί πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους. Σημειώνεται ότι ο δόλος του δράστη περιλαμβάνει, πέραν από την πρόθεση προκλήσεως των σωματικής κακώσεως, τη γνώση και τη θέληση και των περιστάσεων από τις οποίες αντικειμενικά προκύπτει κίνδυνος να υποστούν οι παθόντες βαριά σωματική βλάβη. Η κρίση αυτή στηρίζεται στο μέσον που χρησιμοποίησε, τα σημεία του σώματος των παθόντων που έπληξε την ένταση των πληγμάτων και τις λοιπές συνθήκες υπό τις οποίες ενήργησε, κατά τα προαναφερθέντα. Τέλος, η με πρόθεση του εκκαλούντος μερική καταστροφή του ανήκοντος στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... αυτοκινήτου και το γεγονός ότι το εν λόγω αυτοκίνητο, εν γνώσει του, χρησιμοποιείτο για την εκπλήρωση των σκοπών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, θεμελιώνει την προβλεπομένη από τα άρθρα 381§ 1 και 382 § 2α Π Κ αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περιπτώσεως φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (πράγματος που χρησιμεύει για κοινό όφελος -ΑΠ 944/2005 Ποιν. Xρoν. ΝΣΤ 53, ΑΠ 444/2002 Ποιν. Λογ. 2002 561, ΑΠ 867/1991 Υπέρ. 1992 545-), ενώ την τελευταία πράξη (εξύβριση με λόγο) θεμελιώνει το γεγονός ότι ο εκκαλών, όχι μόνο βιαιοπράγησε βάναυσα εναντίον της εγκαλούσας, αλλά προσέτι πρόσβαλε και την τιμή της με την εξυβριστική λέξη "πουτάνα" και άλλες όμοιες εκφράσεις που της απηύθυνε προς υποτίμηση της προσωπικότητας της...... . Περαιτέρω, εν όψει των διατάξεων των άρθρων 145 § §1,2, 317§2 και 318 ΚΠΔ, πρέπει να συμπληρωθεί-διορθωθεί το ανωτέρω παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας επειδή από παραδρομή: α) ενώ στο σκεπτικό του ορθά προσδιορίζεται ως μέσο προκλήσεων των σωματικών βλαβών το "καδρόνι οικοδομής", στο διατακτικό αναφέρεται ως "σανίδα οικοδομής", αντικείμενο του οποίου η χρήση για την πρόκληση σωματικών κακώσεων κατά την κοινή αντίληψη και εμπειρία μπορεί να έχει διαφορετικές συνέπειες, β) δεν έχουν παρατεθεί οι διατάξεις των άρθρων 60 και 63 ΠΚ και γ) στην πρώτη πράξη που διαλαμβάνεται στο διατακτικό του δεν έχει περιληφθεί η κήλη αυχένα που υπέστη η παθούσα και δεν προσδιορίστηκε για ποια περίπτωση βαριάς σωματικής βλάβης πρόκειται......". Με βάση τα περιστατικά αυτά , το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για να δικαστεί ως υπαίτιος βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και εξύβρισης, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 5, 14, 16-19, 26§1, 27, 51, 52, 53, 60, 63, 79, 94§1, 308§1α, 309, 310, 361§1, 381§1, 382 § § 2α-1 ΠΚ. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, προέβη στις αναφερόμενες σε αυτό συμπληρώσεις- διορθώσεις του πρωτοδίκου βουλεύματος.
ΙV. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και εξύβρισης, και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος στο ακροατήριο , καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1β 94§1, 308§1α, 309, 310, 361§1, 381§1, 382 § § 2α-1 ΠΚ , τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Εξάλλου, με το προσβαλλόμενο 69/2008 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος με καθολική επιτρεπτή αναφορά στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Στην εν λόγω όμως ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δεν γίνεται καθολική αναφορά στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ή της πρωτοβάθμιας εισαγγελικής προτάσεως, ούτε το προσβαλλόμενο βούλευμα αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού του πρωτοδίκου 512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων . Αντιθέτως, γίνεται πλήρης έκθεση των κρίσιμων γεγονότων και διαλαμβάνονται οι σκέψεις, οι οποίες στηρίζουν τη δευτεροβάθμια κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπως αυτές πιο πάνω έχουν εκτεθεί. Είναι δε αδιάφορο, αν και στο πρωτόδικο βούλευμα ( κατά το οποίου, άλλωστε, δεν στρέφεται η κρινόμενη αναίρεση) γίνεται καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση. Επομένως, οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, με τον πρώτο , από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, κατά τις οποίες το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά παράβαση των άρ. 139 ΚΠΔ και του άρ.93 παρ.3 του Συντάγματος, αλλά και κατά παράβαση και του άρ. 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 20 παρ.1 του Συντάγματος, διότι τόσο αυτό όσο και το πρωτόδικο βούλευμα "δεν περιέχει τις δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται στην ενσωματωμένη σε αυτό Εισαγγελική πρόταση", και ότι, υπό τα δεδομένα αυτά, " ως προς την ουσιαστική κρίση της υπόθεσης, έχουμε μία και μόνο κρίση της πρωτοδίκης εισαγγελικής πρότασης...", είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Ο αναιρεσείων προβάλει ,περαιτέρω, κατά λέξη, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του, ότι "ειδικότερες ουσιαστικές επισημάνσεις, που προβλήθηκαν νομότυπα από εμένα στην ως άνω έφεση μου κατά του Πρωτοδίκου Βουλεύματος ....και έγγραφα που κατέθεσα ...δεν λήφθηκαν καν υπ' όψη". Οι επισημάνσεις αυτές, όπως στη συνέχεια του δικογράφου εκθέτει ο αιτών, συνίστανται στο ότι η αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία της σκοπούμενης βαρείας σωματικής βλάβης είναι "νομικά και ουσιαστικά κραυγαλέα αστήρικτη", δεδομένου ότι η παθούσα "ουδεμία βαρειά σωματική ή διανοητική πάθηση προξενήθηκε από το επίδικο συμβάν, ούτε βεβαίως κάποιος ακρωτηριασμός, παρά μόνο μώλωπες και θλάσεις ..... που δεν προξενήθηκαν από δικό μου κτύπημα αλλά από την πτώση της στο έδαφος.... ούτε κίνδυνος για την ζωή της υπήρξε ........ Άλλωστε από πού προκύπτει ότι εγώ δήθεν αποσκοπούσα να βλάψω την ζωή ή και να της προξενήσω βαριά βλάβη..... τις όποιες ζημίες (του υπηρεσιακού οχήματος) αυτόβουλα και άμεσα αποκατέστησα κλπ". Οι αιτιάσεις αυτές δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναίρεσης, αφενός μεν, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού, ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που κατέθεσε ο ήδη αναιρεσείων μαζί με την έφεσή του, αφού δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα αυτά, αφετέρου δε, με τις πιο πάνω αιτιάσεις και "επισημάνσεις" ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών. Πρέπει, συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 5/12-5-2008 έκθεση αναίρεσης του Χ, για αναίρεση του 69/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή, διακεκριμένη περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και εξύβριση. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Η επιβαλλόμενη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Είναι επιτρεπτή και η συμπληρωματική παραπομπή στο πρωτόδικο βούλευμα. Δεν είναι επιτρεπτό να αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών εξ ολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ’ αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση. Άλλως στερείται αιτιολογίας και παραβιάζονται επιπλέον οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/ 1973) και 2 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ν. 1705/ 1987). Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Εξύβριση, Εισαγγελική Πρόταση, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας, Σωματική βλάβη βαριά.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2645/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 1785/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2069/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του Π.Κ. (προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 7α'του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2 α'και β'του ν. 2721/1999), "1. Οποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να μην έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. ... 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α'του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι, "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και αντικασταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α'και β'του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.)". Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Η ρύθμιση των νέων αυτών διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 Ευρώ), είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 386 του Π.Κ. (πριν από την αντικατάσταση της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999), "1. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. ... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α') αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β') αν OL περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη, μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη της παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι, "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α') αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β') αν το ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (ή των 25.000.000 έγκλημα δηλαδή της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Και των διατάξεων αυτών η ρύθμιση, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης 15.000 Ευρώ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (αρκούσε η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως), ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ, όπως η περ.γ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.5β του ν. 2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) ...γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ. (που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 2721/1999), η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ1 εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Η τελευταία όμως αυτή διάταξη, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για τις μερικότερες πράξεις που φέρονται τελεσθείσες προ της ισχύος της. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, το ποσό που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό, που προκύπτει σε ευρώ, είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσερα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000.Τέλος, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης, είναι κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ., αντιστοίχως, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1785/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάσθηκε η ανάιρεσείουσα - κατηγορουμένη, για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως των πλαστών εγγράφων, κατ1 εξακολούθηση, με σκοπό συνολικού οφέλους μεγαλύτερου των 15.000 Ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό συνολικού οφέλους άνω των 15.000 ευρώ και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, την οποία τέλεσε με ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, με την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α, δ και ε ΠΚ., σε ποινή φυλάκισης, ενός έτους για κάθε μια από τις παραπάνω πράξεις και είκοσι δύο (22) μηνών συνολικά. Στην αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την απολογία της κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη Χ υπήρξε υπάλληλος της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, η οποία συγχωνεύτηκε με την εγκαλούσα ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ, εργαζομένη στο υποκατάστημα αυτής που διατηρεί στο ..... μέχρι τις 2-2-2000, οπότε και απολύθηκε, αφού διαπιστώθηκε ότι αυτή, εκμεταλλευόμενη τη θέση της και καταχρώμενη, ως εξουσιοδοτημένη υπάλληλος, την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη που προϋποθέτει η θέση αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο 1999 μέχρι τον οκτώβριο 1999 ζημίωσε την ως άνω Τράπεζα, ιδιοποιηθείσα παράνομα χρήματα καταθετών της τελευταίας. Η παράνομη συμπεριφορά της κατηγορουμένης διαπιστώθηκε όταν ο Διευθυντής του πιο πάνω υποκαταστήματος Α προέβη στην έρευνα των βιβλίων παράδοσης επιταγών για το χρονικό διάστημα από 13-2-1999 μέχρι 17-9-1999 με αποτέλεσμα να ανακαλύψει ότι έλειπαν τρία δεκάφυλλα καρνέ και συγκεκριμένα τα υπ' αριθμ. ....., ..... και ....., για τα οποία η κατηγορουμένη δήλωσε εγγράφως ότι απωλέσθηκαν, δόθηκαν ή κλάπηκαν. Στη συνέχεια η Β, πελάτης της ως άνω τράπεζας, δικαιούχος του υπ' αριθμ. ..... λογαριασμού, με την από 5-11-1999 έγγραφη καταγγελία της αμφισβήτησε δύο αναλήψεις ποσών 5.000.000 δρχ. και 0,5 εκατομ. Δρχ. που πραγματοποιήθηκαν από το συγκεκριμένο λογαριασμό της στις 28-9-1999 και 8-10-1999, αντίστοιχα, δηλώνοντας ότι δεν υπήρχαν σε τρία παραστατικά που εκδόθηκαν και της ανήκαν. Επίσης οι πελάτες της τράπεζας Γ, Δ καθώς και η Ε υπέβαλαν έγγραφες κατά του καταστήματος καταγγελίες με τις οποίες ο πρώτος αμφισβητούσε ανάληψη 1.000.000 δρχ, από το λογαριασμό ταμιευτηρίου του την 21-9-1999,ο δεύτερος ότι στις 23-9-1999 παρέδωσε στην Χ 92.000 δρχ. που ήταν η σύνταξη του πελάτη του υποκαταστήματος ΣΤ για να κατατεθεί στο λογαριασμό του τελευταίου, χωρίς όμως να γίνει αυτό, και η τρίτη ότι παρέδωσε στην ανωτέρω Χ 92.000 δρχ. για να της αγοράσει μετοχές που εδικαιούτο από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών EUROBANK 4, μετοχές Πειραιώς 10, και 14 μετοχές, χωρίς τούτο να γίνει. Έτσι από τον έλεγχο που διατάχθηκε και ενεργήθηκε από επιθεωρητές διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη, εκμεταλλευόμενη την υπαλληλική της ιδιότητα, στο υποκατάστημα ....., που υπηρετούσε από το έτος 1986, προέβαινε σε αναλήψεις από λογαριασμούς πελατών του εν λόγω υποκαταστήματος ..... χωρίς να το γνωρίζουν και ιδιοποιείτο τα χρήματα που αναλάμβανε παράνομα. Μάλιστα για την επιτυχία του σκοπού της μηχανεύθηκε και χρησιμοποιούσε διάφορα κάθε φορά τεχνάσματα. Ειδικότερα συνέταξε πλαστές αποδείξεις αναλήψεων διαφόρων ποσών (εντάλματα της πληρωμής), θέτοντας επ' αυτών τις υπογραφές των δικαιούχων καταθετών χωρίς τη θέληση τους και χωρίς να το γνωρίζουν παραπλανούσε στη συνέχεια τους προϊσταμένους της σχετικά με τη νομιμότητα των ενταλμάτων και έτσι αποσπούσε την υπογραφή τους, την οποία αυτοί έθεταν νομίζοντας ότι τα προσκομιζόμενα απ' αυτή εντάλματα έφεραν τις υπογραφές των δικαιούχων καταθετών και τελικά ιδιοποιήθηκε τα αναγραφόμενα στα εντάλματα χρηματικά ποσά, με ζημία των καταθετών των λογαριασμών και τα κατέθετε συνακόλουθα στους λογαριασμούς της ίδιας, του συζύγου της ή τρίτων, με τους οποίους συνηλλάσσετο. Το κατά τον ανωτέρω τρόπο συνολικό ποσό των χρημάτων που ιδιοποιήθηκε παράνομα ανήλθε σε 16.292.508 δρχ., όπως τούτο αναλύεται στο διατακτικό. Επίσης διαπιστώθηκε και υπεξαίρεση 300.000 δρχ. που προήλθε από είσπραξη συνολικής ισόποσης συναλλαγματικής, την οποία εξόφλησε μετά από αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και 111.000 δρχ. που εισέπραξε από συναλλαγματική αποδοχής Ζ. Οι υπεξαιρέσεις όλων των ποσών, που τέλεσε η κατηγορουμένη, ως αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό, έγιναν χωρίς να το γνωρίζουν οι δικαιούχοι πελάτες της εγκαλούσας, αφού έθετε κατ' απομίμηση την υπογραφή του κάθε δικαιούχου στο αντίστοιχο ένταλμα. Των πλαστών αυτών εγγράφων έκανε χρήση αφού προσκόμιζε τις αναφερόμενες στο διατακτικό ημερομηνίες προς υπογραφή ή έλεγχο στον αρμόδιο κάθε φορά προϊστάμενο ή αναπληρωτή αυτού, ο οποίος τα θεωρούσε ως γνήσια θεωρώντας ότι αυτά ήταν σύμφωνα με τη θέληση του δικαιούχου πελάτη και έφεραν την υπογραφή του. Το ποσό το οποίο κάθε φορά εισέπραττε με εντάλματα πληρωμής, πλαστογραφημένα από την ίδια ως προς την υπογραφή του δικαιούχου, ιδιοποιείτο. Επομένως η κατηγορουμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, τέλεσε τις παράνομες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας, απάτης και υπεξαιρέσεως ως προς την υπηρεσία, πράξεις που ομολόγησε η ίδια και παραδέχθηκε κατά τον έλεγχο των επιθεωρητών. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι το ποσό το οποίο υπεξαίρεσε δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και κατά συνέπεια οι πράξεις της πλαστογραφίας, απάτης και υπεξαιρέσεως είναι σε βαθμό πλημμελήματος και ως εκ τούτου έχουν παραγραφεί είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι το ποσό το οποίο υπεξαίρεσε με απάτη και πλαστογραφία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω η εγκαλούσα έκανε δήλωση στο ακροατήριο ότι η κατηγορουμένη μέχρι σήμερα εξόφλησε όλο το ποσό για το οποίο κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε και ουδεμία χρηματική απαίτηση έχει κατ' αυτής. Με βάση τα παραπάνω πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας και κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και να της αναγνωρισθούν, ενόψει της παραπάνω συμπεριφοράς της και τα ελαφρυντικά των άρθρων 84 παρ. 2 α, δ και ε. Στη συνέχεια το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική κρίση για την ανάιρεσείουσα-κατηγορουμένη και για τις τρεις πράξεις που προαναφέρθηκαν, σε βαθμό κακουργήματος και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός έτους για κάθε πράξη και συνολική είκοσι δύο (22) μηνών.
Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διαταςεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς με αυτήν τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2,216 παρ.1 και 3,258 περ. γ και 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ. Ειδικότερα : 1) Δεν εκτίθενται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν τις αποδιδόμενες στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πράξεις της πλαστογραφίας, υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ' και στ', 94 , 98 παρ.1 και 2,216 παρ.1 β και 3,258 περ.γ' και 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' του άρθρου 13 προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν 2408/1996,όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 του ίδιου άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ 1 του Ν. 2721/1999, όπως η παρ.3 του άρθρου 216 αντικ. με το άρθρο 1 παρ.7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 2721/1999, όπως η περίπτωση γ' του άρθρου 258 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.5β του Ν. 2721/1999 και όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 1 παρ.11 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999 του ΠΚ. 2) Δεν αιτιολογείται επαρκώς ο κακουργηματικός χαρακτήρας της αποδοθείσας στην ανάιρεσείουσα κατηγορουμένη πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, αφού δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των μερικοτέρων πράξεων αυτής που τελέσθηκαν πριν από την έκδοση και δημοσίευση του Ν. 1721/1999, δηλαδή πριν από τις 3-6-1999, οπότε για το χαρακτηρισμό της ως κακουργήματος απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από την κάθε μία εξ αυτών να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ενώ συγχρόνως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ως δυσμενέστερη για την αναιρεσείουσα η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 β του Ν. 2721/1999, σύμφωνα με την οποία η πλαστογραφία προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος και στην περίπτωση κατά την οποία τελείται κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 5.000 ευρώ και των υπολοίπων μερικότερων πράξεων πλαστογραφίας, που τελέσθηκαν μετά τις 3-6-1999,ώστε να προκύπτει ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία από τις τελευταίες, που φέρονται να τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. 3) Με την προσβαλλομένη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα, αφενός μεν επέτυχε να καρπωθεί παράνομα, με την περιγραφόμενη στο σκεπτικό και το διατακτικό της απατηλή συμπεριφορά της, το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.111.000 (5.000.000 + 111.000) δρχ., που αφορούσε την πελάτιδα της εγκαλούσας Τράπεζας Β, αφετέρου δε ότι υπεξαίρεσε αυτή το ίδιο ως άνω χρηματικό ποσό, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το ποια επακριβώς αξιόποινη πράξη έχει τελεσθεί στην προκειμένη περίπτωση λαμβανομένου υπόψη ότι, εάν γίνει δεκτό ότι προηγήθηκε η υπεξαίρεση των χρημάτων αυτών και ακολούθως επεχείρησε η αναιρεσείουσα τις απατηλές πράξεις της προς συγκάλυψη της ή διατήρηση της κατοχής των υπεξαιρεθέντων, η επακολουθήσασα απάτη απορροφάται από την υπεξαίρεση, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτό ότι αποκτήθηκε δι' απάτης το ιδιοποιηθέν πράγμα, απορροφάται η υπεξαίρεση από την απατή, ως μη τιμωρητή υστέρα πράξη. Εάν δε γίνει δεκτό ότι συντρέχει ενταύθα η δεύτερη περίπτωση, δεν διευκρινίζεται αν το αντικείμενο των υπολοίπων μερικότερων πράξεων της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που φέρονται ότι τελέστηκαν με ιδιαίτερα τεχνάσματα, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ώστε να χαρακτηρισθεί η πράξη ως κακούργημα. 4) Δεν αιτολογείται καθόλου στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως από ποια πραγματικά περιστατικά συνάγεται η συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των φερομένων ως τελεσθεισών από την ίδια αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Επομένως είναι βάσιμοι οι παραπάνω ,από το άρθρο 510&1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της αναιρέσεως και πρέπει να γίνει αυτή δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1785/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως (κακουργηματική) κατ’ εξακολούθηση, απάτη κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, υπεξαίρεση στην υπηρεσία (κακουργηματική). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναιρεί στο σύνολο της γιατί: 1) δεν προσδιορίζονται οι πράξεις που τελέστηκαν πριν την 3-6-1999, ως προς την πλαστογραφία, 2) προκύπτει ασάφεια για ποια από τις πράξεις της απάτης και της υπεξαίρεσης καταδικάστηκε και 3) δεν αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση για την απάτη και την υπεξαίρεση (κατ’ επάγγελμα και ιδιαίτερα τεχνάσματα, αντίστοιχα). Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
| 0
|
Αριθμός 2646/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που δεν παραστάθηκε, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 718/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1641/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 325/17.06.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, την από 17-9-2007 αίτηση του καταδικασμένου Χ, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 718/04 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που το-καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης πέντε ετών για διακεκριμένη κλοπή, κατά συναυτουργία, [άρθρα 45 και 372 παρ. 1α, 374 περ. δ και ε ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 718/2004 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έγινε αμετάκλητη με την έκδοση της 2254/05 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα υπ αυτού αίτηση αναιρέσεως, στηρίζεται, κατά τους ισχυρισμούς του, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για την πράξη που καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξεταστεί ουσιαστικά.
II. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και ότι μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης , υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Δεν αποτελούν όμως νέα γεγονότα η ανάκληση ομολογίας του κατηγορουμένου ή μαρτυρίας συγκατηγορουμένου του, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προφανώς αναξιόπιστες και δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του κατηγορουμένου.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάστηκε με αυτήν για κλοπή του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του δικηγόρου Ζ, το οποίο αφαίρεσε από την κατοχή του παθόντος στην Αθήνα στις 10-7-89, κατά συναυτουργία με άγνωστους, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι την πράξη την τέλεσε με άλλους, με τους οποίους ήταν ενωμένος προς διάπραξη κλοπών, και ότι ενεργούσε κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Η αφαίρεση συντελέσθηκε κατά τις νυκτερινές ώρες, καθό χρόνο ο παραπάνω ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου είχε τούτο σταθμεύσει επί της οδού .... Οι αποδείξεις, τις οποίες ο αιτών εμφανίζει ως νέες, και από τις οποίες προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι είναι αθώος της αξιόποινης πράξης της κλοπής, για την οποία καταδικάσθηκε, είναι οι εξής: α) Ο μηνυτής δικηγόρος γνωρίζει ότι δράστες της κλοπής είναι άλλα πρόσωπα και μάλιστα πελάτες του , αλλά στρέφεται κατ'αυτού γιατί είχαν χρόνια αντιπαράθεση ιδεολογική και οικογενειακή. β) Η από 6-7-06 ένορκη βεβαίωση του Ν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λαμίας, στην οποία τούτος εκθέτει ότι όσα έχει καταθέσει στις ανακριτικές αρχές σε βάρος του αιτούντος είναι ψευδή, ότι τα κατέθεσε κατόπιν εκβιάσεως του από ανθρώπους, που δεν κατονομάζει, ενώ βρισκόταν στη φυλακή, και ότι δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος είναι ο Θ και οι φίλοι του, πληροφορίες που έλαβε από τους συγκρατούμενούς του στη φυλακή. γ) Η από 11-7-06 υπεύθυνη δήλωση του Μ, στην οποία τούτος δηλώνει ότι δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος είναι ο Κ, πληροφορία που έλαβε και αυτός τόσον από τον ίδιο τον Κ, όσον και από τους συγκρατούμενούς του στη φυλακή. δ) Η χωρίς ημεροχρονολογία υπεύθυνη δήλωση της Ξ σύμφωνα με την οποία το αυτοκίνητο έκλεψε ο Ψ και (ε) Ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι από τον μήνα Απρίλιο του έτους 1989 μέχρι τις αρχές του έτους 2003 διέμενε στη ... (...) με την σύζυγό του ... και τα πέντε παιδιά του.
IV. Από τα ανωτέρω στοιχεία που φέρονται ως νέες αποδείξεις, λαμβανόμενα υπόψη μόνα τους και σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθμ. 718/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση εις βάρος του αιτούντος, δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος της ανωτέρω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Από τα παραπάνω "νέα στοιχεία" τα β' και γ' είχαν χρησιμοποιηθεί και σε προηγούμενη αίτηση που απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 679/2007 απόφαση του Δικαστηρίου σας, που δέχθηκε ότι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και υπεύθυνες δηλώσεις δεν είναι πειστικές, και εν μέρει αντιφάσκουν μεταξύ τους (ο Ν καταθέτει ότι το εν λόγω αυτοκίνητο του Ζ εκλάπη από τον Θ με φίλους του, ο δε Φ ότι αυτό εκλάπη από τον Κ), η δε κατάθεση του ίδιου του παθόντος ΙΖ ως και ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι δράστες της κλοπής είναι τα ανωτέρω κατονομαζόμενα πρόσωπα είναι γεγονότα και αποδείξεις που είχαν τεθεί ουσιαστικώς υπόψη των δικαστών που τον δίκασαν και δεν συνιστούν νέα γεγονότα και αποδείξεις που δεν τέθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της ανωτέρω καταδικαστικής για τον αιτούντα αποφάσεως τους. Περαιτέρω και σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτούντος που αφορούν τον παθόντα δικηγόρο Ζκαι τα κίνητρα για την εμπλοκή του αιτούντος στην υπόθεση, αυτοί διαψεύδονται από τον παθόντα (βλ. από 13-3-2008 κατάθεση ΙΖ). Σχετικά εξ άλλου με τον ισχυρισμό του αιτούντος ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της κλοπής βρισκόταν στην ..., δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αντικειμενικά ισχυρό αποδεικτικό μέσο (διαβατήριο ή βεβαίωση των αρχών της ...).
V.
Συνεπώς οι επικαλούμενοι λόγοι από τον αιτούντα για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ως άνω αίτηση, και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) σε συνδυασμό με αρθρ. 5 παρ. 4 ν. 2943/2001).
VI. Πρέπει επίσης να απορριφθεί το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω ποινής που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση, αφού προϋπόθεση για την παραδοχή του αποτελεί η πρόβλεψη ευδοκίμησης της αίτησης επανάληψης, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στη προκειμένη περίπτωση (βλ. ΑΠ 187/2007).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΠΡΟΤΕΙΝΩ Ι. Να απορριφθεί η από 17-9-2007 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 718/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και II. Να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
ΙΙΙ. Να απορριφθεί η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης.
Αθήνα 9-6-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 εδ. 1 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι ο αιτούμενος την επανάληψη της διαδικασίας, κλητεύεται υποχρεωτικά κατά τη συζήτηση αυτής στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και ότι εφόσον αυτός έχει κλητευθεί και δεν εμφανισθεί για να εκθέσει τις απόψεις του, το συμβούλιο προχωρεί στην εκδίκαση και αποφασίζει επί της αιτήσεως. Επί του προκειμένου, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 30ης Ιουνίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως της υπαλλήλου του καταστήματος κράτησης Χαλκίδας, ..., ο αιτών έχει κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να εμφανισθεί στο Συμβούλιο, κατά την συζήτηση της αιτήσεώς του επαναλήψεως της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και δεν εμφανίσθηκε. Επομένως το Συμβούλιο, πρέπει να προχωρήσει στην εκδίκαση της αιτήσεως και χωρίς την παρουσία του .
2. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που έχουν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Επομένως η κρινόμενη από 17-9-2007 αίτηση του Χ με την οποία αυτός ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 718/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, στηρίζεται σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος και κάνουν φανερό ότι αυτός είναι αθώος για τη πράξη της διακεκριμένης κλοπής κατά συναυτουργία που καταδικάστηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
3. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών, με την υπ'αρ. 718/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη με την 2254/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου της κατ' αυτής ασκηθείσας αναιρέσεως, καταδικάσθηκε για κλοπή του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του Ζ, το οποίο αφαίρεσε από την κατοχή του παθόντος στην Αθήνα στις 9/10-7-89, κατά συναυτουργία με άγνωστους, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι την πράξη την τέλεσε με άλλους, με τους οποίους ήταν ενωμένος προς διάπραξη κλοπών, και ότι ενεργούσε κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Η αφαίρεση συντελέσθηκε κατά τις νυκτερινές ώρες, καθό χρόνο ο παραπάνω ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου είχε τούτο σταθμεύσει επί της οδού Λ. .... Οι αποδείξεις, τις οποίες ο αιτών εμφανίζει ως νέες, και από τις οποίες προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι είναι αθώος της αξιόποινης πράξης της κλοπής, για την οποία καταδικάσθηκε, είναι οι εξής: α) ο μηνυτής δικηγόρος γνωρίζει ότι δράστες της κλοπής είναι άλλα πρόσωπα και μάλιστα πελάτες του, αλλά στρέφεται κατ'αυτού γιατί είχαν χρόνια αντιπαράθεση ιδεολογική και οικογενειακή β) Η από 6-7-06 ένορκη βεβαίωση του Ν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαμίας, στην οποία εκθέτει μεταξύ άλλων ότι οι ένορκες καταθέσεις που έδωσε ενώπιον των αρμοδίων οργάνων εις βάρος του Χ (αιτούντος), ήταν όλες ψευδείς και τούτο γιατί απειλήθηκε τότε από τον Θ και ... να καταθέσει εναντίον του, και ότι δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος είναι ο Θ και οι φίλοι του, πληροφορίες που έλαβε από τους συγκρατούμενούς του στη φυλακή γ) η από 11-7-2006 υπεύθυνη δήλωση του Μ, στην οποία αυτός δηλώνει ότι δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος είναι ο Κ, πληροφορία που έλαβε και αυτός τόσο από τον ίδιο τον Κ, όσο και από τους συγκρατούμενούς του στη φυλακή δ) η χωρίς ημεροχρονολογία υπεύθυνη δήλωση της Ξ σύμφωνα με την οποία το αυτοκίνητο έκλεψε ο Ψ μαζί με την παρέα του, ε) η χωρίς ημεροχρονολογία υπεύθυνη δήλωση του Φ σύμφωνα με την οποία το αυτοκίνητο του παθόντος έκλεψε ο Κ, και στ)ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι από το μήνα Απρίλιο του έτους 1989 μέχρι τις αρχές του έτους 2003 διέμεινε στη ... (...) με τη σύζυγό του ... και τα πέντε παιδιά του Οι ανωτέρω όμως ένορκες βεβαιώσεις και υπεύθυνες δηλώσεις δεν είναι πειστικές, και εν μέρει αντιφάσκουν μεταξύ τους (ο Ν καταθέτει ότι το εν λόγω αυτοκίνητο του Ζ εκλάπη από τον Θ με φίλους του, ο Φ και Μ ότι αυτό εκλάπη από τον Κ και η Ξ ότι αυτό εκλάπη από τον Ψ), η δε κατάθεση του ίδιου του παθόντος Ζ ως και ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι δράστες της κλοπής είναι τα ανωτέρω κατονομαζόμενα πρόσωπα είναι γεγονότα και αποδείξεις που είχαν τεθεί ουσιαστικώς υπόψη των δικαστών που τον δίκασαν και δεν συνιστούν νέα γεγονότα και αποδείξεις που δεν τέθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της ανωτέρω καταδικαστικής για τον αιτούντα αποφάσεως τους. Τέλος ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης της κλοπής βρισκόταν στη ... δεν είναι πειστικός καθόσον δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αντικειμενικά ισχυρό αποδεικτικό μέσο (διαβατήριο ή βεβαίωση των αρχών της ...). Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα ως άνω νέες αποδείξεις, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες, με βάση τις οποίες τούτο έκρινε, ότι ο αιτών τέλεσε την προαναφερόμενη πράξη της διακεκριμένης κλοπής, δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο Χ είναι αθώος της πράξεως αυτής, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε και επομένως η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Ακόμη πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αιτούντος, για αναστολή της εκτελέσεως της ποινής, που του επιβλήθηκε, δυνάμει της ως άνω αποφάσεως, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ προϋπόθεση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 714/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα αυτού για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Απορρίπτει αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2644/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, περί αναιρέσεως της 1476/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 990/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. γ και 5 παρ. 1 περ. Α' εδ. γ, δ και παρ. 2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 1968/1991, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες. Σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του Προέδρου, αυτός αναπληρώνεται κατά σειρά αρχαιότητας, από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αυτοί αναπληρώνονται κατά σειρά αρχαιότητας, ένας μόνο Πρωτοδίκης Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, από Πρόεδρο ή Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη της περιφερείας του. Και στη μεν πρώτη περίπτωση του Προέδρου Πρωτοδικών, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν υπάρχουν Πρόεδροι ή οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή κωλύονται, στη δε δεύτερη περίπτωση, της αναπλήρωσης πλημμελειοδίκη, πρέπει να αναφέρεται η σχετική πράξη του δικαστή που διευθύνει το Δικαστήριο με την οποία ορίστηκε κάποιος από τους αναπληρωτές. Η μη τήρηση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της αποφάσεως, για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1α Κ.Π.Δ. και λόγο αναίρεσης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 Α του ίδιου κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 1476/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο και με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών και χρηματικών ποινή 2.500 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/33, ανασταλείσα επί τριετίαν συμμετείχε ως Προεδρεύων Πλημμελειοδίκης, ο Πρωτοδίκης Ανδρέας Αγγελόπουλος, χωρίς, όμως, να αναφέρεται ότι δεν υπήρχαν Πρόεδροι ή ότι οι υπάρχοντες απουσίαζαν ή κωλύονταν. Επομένως, είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α Κ.Π.Δ. και γι' αυτό πρέπει, παρελκούσης, ως αλυσιτελούς, της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρ. 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 1476/22-11-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί απόφαση για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου (άρθρ. 171 παρ. 1α΄ και 510 παρ. 1 Α΄ ΚΠΔ).Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2643/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1075/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 353/2-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ'αρ. 4/5-5-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ'αρ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς το οποίο τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς για να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων (α) απιστίας δικηγόρου, (β) πλαστογραφίας με χρήση και (γ) απάτης (άρθρ. 1, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 59, 94, 216 παρ. 1, 233 και 386 παρ. 1α ΠΚ) που φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν στον ..... και στην ....., αρχές Σεπτεμβρίου 2003 (η απιστία) και 30/3/2004 οι υπόλοιπες πράξεις και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκείται από πρόσωπο που δεν έχει σχετικό δικαίωμα. Εξάλλου κατά το άρθρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικ. και ισχύει με το άρθρ. 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003 (ΦΕΚ 165Α/30-6-2003) "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν (α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και (β) ...".
Επομένως στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναίρεσης μόνον όταν παραπέμπεται για κακούργημα (ή και για κακούργημα) - βλ. ΑΠ 1401/04 - χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρ. 4, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1 αυτού), στο άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ή του άρθρ. 14 παρ. 5 Διεθνούς Συμφώνου και αρ. 2 παρ. 1 του 7ου πρωτοκόλλου της Ευρ. Σ.ΔΑ (βλ. ΑΠ 209/05, ΑΠ 2000/92, ΑΠ 786/93 και ΑΠ 1377/05). Επειδή τα εγκλήματα της απιστίας δικηγόρου, της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης για τα οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είναι πλημμελήματα (αρ. 216 παρ. 1, 233 και 386 παρ. 1α ΠΚ). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εξάλλου ο αναιρεσείων άσκησε και εκπροθέσμως την υπό κρίση αναίρεση ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς στις 5/5/2008, ημέρα Δευτέρα, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα 93/2008, επεδόθη νομίμως, στη διεύθυνση κατοικίας του ....., την 22/4/2008 (βλ. συνημμ. αποδεικτικό επίδοσης), ήτοι μετά την παρέλευση της δεκαήμερης νόμιμης προθεσμίας (άρθρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ), χωρίς στην έκθεση αναίρεσης να επικαλείται ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη ως άνω άσκηση αναίρεσης (βλ. έκθ. αναίρεσης).
-Συνεπώς, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα νόμιμα δικαστικά έξοδα (αρ. 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αρ. 4/5-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αρ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 ΚΠΔ, όπως αντικ.και ισχύει με το άρθρο 41 παρ.1 Ν. 3160/2003 "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα... Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα αναίρεσης, μόνον όταν παραπέμπεται για κακούργημα, χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα 9άρ. 4,20 παρ.1, 25 παρ.1), στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, στο άρθρ. 14 παρ.5 του Διεθνούς Συμφώνου ή το άρ. 2 παρ.1 του 7ου πρωτοκόλλου της Ευρ. Σ.Δ.Α. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 ι ΚΠΔ, "το ένδικο μέσα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκείται από πρόσωπο που δεν έχει σχετικό δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση η υπ'αρ. 4/5-5-2008 ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του υπ'αρ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο ο αναιρεσείων δικηγόρος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς προκειμένου, να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων, α) της απιστίας δικηγόρου, β) της πλαστογραφίας με χρήση και γ) της απάτης, δηλαδή για πράξεις οι οποίες φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος (άρθρο 216 παρ.1, 233 και 386 παρ.1 α ΠΚ). Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά βουλεύματος το οποίο δεν υπόκειται σε αναίρεση και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αρ. 4/5-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αρ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετείου Πειραιώς. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση. Στρέφεται κατά βουλεύματος το οποίο δεν υπόκειται σε αναίρεση (ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για πλημμέλημα και όχι για κακούργημα). Απορρίπτει.
|
Βούλευμα παραπεμπτικό
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 2642/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 978/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Ιουνίου 2008 (πέντε) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1166/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 470/09.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2830/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών τους α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ6, δ) Χ4, ε) Χ5, στ) Χ7, ζ) Χ8, η) Χ9 και θ) Χ10 για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως α) απόπειρας απάτης από κοινού κατεξακολούθηση ενώπιον Δικαστηρίου, από την οποία το περιουσιακόν όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ (-οι 1η, 2η, 3ος, 4η, 5η) β) ψευδορκίας μάρτυρα (οι 6ος, 7ος, 8ος, 9ος) και ηθικής αυτουργίας σ'αυτή (οι 1η, 2η, 3ος, 4η, 5η)- 386 παρ. 1-3 εδ. β, όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/99, 98, 224 παρ. 2,1, 45, 46 παρ. 1α, 227 Ποιν.Κ.- που τέλεσαν στην Αθήνα στις 23-9-2003, 1-10-2002, 17-7-2002 (την πρώτη πράξη) και 31-10-2002, 24-6-2003, 24-6-2003, 29-8-2003, 29-8-2003, 17-3-2003, 24-6-2003, 29-8-2003, 31-10-2002, 29-8-2003 (την δεύτερη πράξη).
Κατά του άνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις οι πέντε πρώτοι και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 978/2008 βούλευμά του- αφού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη αυτών και των μη ασκησάντων εφέσεις αυτουργών για τις μερικότερες πράξεις ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σ'αυτές, ήτοι αυτές που τελέστηκαν στις 31-10-2002 (αυτουργός Χ7), 17-3-2003 (αυτουργός Χ2) 17-3-2003 (αυτουργοί Χ2 και Χ11) - επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα για τις λοιπές πράξεις.
Ειδικώτερα το άνω βούλευμα με καθολική αναφορά στις (ορθές και νόμιμες) σκέψεις του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε τα εξής:
"Εν προκειμένω οι ως άνω κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι στην Αθήνα κατά τους ακόλουθους χρόνους τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:
Ια. Οι Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους και τόπους, από κοινού ενεργώντας, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν την άδικη πράξη της απάτης επί Δικαστηρίω, δηλ. έχοντας αποφασίσει με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, να βλάψουν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως ο εγκληματικός τους σκοπός δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως τους, με την πράξη τους δε αυτή σκόπευαν την πρόκληση συνολικής ζημίας ανώτερης του ποσού των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα: 1) Στην Αθήνα στις 23-9-2003 κατά τη συζήτηση των με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης ..... και ..... κλήσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις. οποίες επανέφεραν προς συζήτηση την από 30-3-1982 με αριθμ. έκθ. καταθ. 3842/1982 διεκδικητική αγωγή τους ως προς τους εναγομένους- καθών η κλήση Α, Β, Γ, Δ (με την πρώτη κλήση) καθώς και Ε (με τη δεύτερη κλήση) και κατά τη συνεκδίκαση αυτών με τη με αριθμ. έκθ. καταθ. 1260/2003 κύρια παρέμβαση των Ζ και Η που στρεφόταν εναντίον τους και εναντίον όλων των λοιπών καθ ων οι ως άνω κλήσεις, ενεργώντας από κοινού κατόπιν συναπόφασης, κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τις από 1-9-2003 προτάσεις τους με τις οποίες, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει τους επικαλέστηκαν όσα ψευδή αναφέρονταν και στην 3482/1982. διεκδικητική αγωγή τους και εν γνώσει τους προσήγαγαν ενώπιον των δικαστών του παραπάνω δικαστηρίου ψευδή αποδεικτικά μέσα, επιχειρώντας με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και αποδεικτικά μέσα να τους πείσουν να κάνουν δεκτή την ως άνω αγωγή τους και να απορρίψουν την προαναφερθείσα κυρία παρέμβαση των εγκαλούντων. Συγκεκριμένα με τις παραπάνω προτάσεις παρέστησαν ενώπιον των δικαστών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τα ακόλουθα ψευδή ως αληθινά: ότι είναι οι αποκλειστικοί εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ενός αγρού εκτάσεως 18.160 τ.μ. τουλάχιστον, που βρίσκεται στη θέση "....." ....., ότι ο παραπάνω αγρός ανήκε στον προπάππο τους Κ από το έτος 1880, ότι τον παραπάνω αγρό δώρισε ο προπάππος τους Κ ατύπως στο γιό του και κοινό τους πάππο Λ το έτος 1905, ότι τον αγρό αυτό ο τελευταίος τον μεταβίβασε ατύπως στο Μ το 1939, ότι τον παραπάνω αγρό δώρισε ο Λ στο Μ το 1953 δυνάμει του με αριθμ. ..... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Απόστολου Ζέρβα, ότι ο εν λόγω αγρός περιήλθε ολόκληρος στην αποκλειστική νομή και κυριότητά τους από το 1971, όταν απεβίωσε ο πατέρας τους Μ, δυνάμει της με αριθμ. ..... διαθήκης του και ότι έκτοτε (οι κατηγορούμενοι) ασκούσαν αποκλειστικά πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού. Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή, ενώ τα αληθή, τα οποία γνώριζαν, ήταν ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στη Μονή ..... έως το 1940, οπότε και διαλύθηκε για να περιέλθει στην κυριότητα της Ι.M. ...... Ο Λ, παππούς των εγκαλούντων, υπέγραψε το 1940 με την προαναφερθείσα Μονή αγρομισθωτική σύμβαση και της κατέβαλε το 15% των ακαθάριστων εσόδων του από το ακίνητο. Το 1952 υπεγράφη σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδας με την οποία εξαγοράστηκε το επίδικο από το Δημόσιο, το οποίο και το έθεσε υπό τη διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας. Ο Λ υπέβαλε αίτηση να του παραχωρηθεί η κυριότητα ως έχων επί του επιδίκου ακινήτου εμφυτευτικά δικαιώματα και όχι δικαίωμα κυριότητας. Η Α' Επιτροπή Απαλλοτριώσεων αναγνώρισε κατόπιν σχετικής έρευνας, ότι ο παππούς των εγκαλούντων ήταν ο μοναδικός που είχε τα ως άνω δικαιώματα επί του ακινήτου και με την 47/1961 απόφαση παραχωρήσεως του παραχωρήθηκε η κυριότητα, πλην όμως ο Λ είχε ήδη αποβιώσει το 1959 και κατά συνέπεια ουδέποτε έγινε κύριος του ακινήτου και ουδέποτε προ του θανάτου του το μεταβίβασε στο Μ τυπικά η άτυπα. Αλλά ούτε και παραχωρήθηκε ποτέ το ακίνητο στο Μ, γιο του Λ, αφού την αίτηση για την παραχώρηση της κυριότητας δεν την υπέβαλε ο Μ αλλά ο Λ. Για το λόγο αυτό οι εγκαλούντες με τη θεία τους Χ6 υπέβαλαν την με αριθμ. ..... αίτηση στην ως άνω επιτροπή με την οποία ζήτησαν τη μεταρρύθμιση της υπ' αριθμ. 47/1961 αρχικής απόφασης παραχώρησης, προκειμένου να παραχωρηθεί η κυριότητα του παραπάνω αγρού στους νομίμους κληρονόμους του Λ, δηλαδή στους εγκαλούντες και στους αδελφούς τους Ξ και Ο ως τέκνα της προαποβιώσασας θυγατέρας του Ν, στη θυγατέρα του Χ6 και στο γιό του Μ (σύζυγο και πατέρα των κατηγορουμένων αντίστοιχα), ενώ ο τελευταίος κατέθεσε αυτοτελή αίτηση ζητώντας να του παραχωρηθεί αποκλειστικά η κυριότητα όλου του παραπάνω ακινήτου (στην πραγματικότητα επρόκειτο για πέντε αγρούς). Η Α' Επιτροπή Απαλλοτριώσεων με τη με αρ. 2/1966 νέα απόφαση παραχωρήσεως απέρριψε την αυτοτελή αίτηση του Μ και παραχώρησε την κυριότητα του ενδίκου αγρού σε όλους τους προαναφερθέντες νομίμους κληρονόμους του Λ, αφού προηγουμένως ο σύζυγος της εγκαλούσας Ζ και ο Μ (και όχι μόνος του ο δεύτερος, όπως ισχυρίστηκαν ψευδώς στο Δικαστήριο) προέβησαν από κοινού στην εξόφληση του καθορισθέντος τιμήματος εξαγοράς στο όνομα του αρχικού εμφυτευτή Χ3 με το με αριθμ. ..... γραμμάτιο εξοφλήσεως της Α.Τ.Ε. Ο Μ συνεπώς είχε αποκτήσει μόνο το 1/3 του επίδικου αγρού και όχι ολόκληρο τον αγρό, στον οποίο απέκτησαν δικαιώματα συγκυριότητας και οι εγκαλούντες και οι καθών οι κλήσεις που προαναφέρθηκαν. Ο Μ που απεβίωσε το 1971 με την ..... δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Μπορνόβα, εγκατέστησε τους κατηγορούμενους κληρονόμους του όχι σε ιδανικά εξ αδιαιρέτου μερίδια του επιδίκου, όπως στην αγωγή και στις προτάσεις τους ψευδώς ισχυρίζονται, αλλά σε συγκεκριμένα διαιρετά τμήματα του όλου κοινού ακινήτου, ασαφώς αναφερόμενα και υπό την αίρεση της δικαστικής δικαίωσης του στην όλη έκταση επί της με αριθμ. έκθεσης καταθ. 16.000/1967 εκκρεμούς τότε αγωγής της Χ6 κατ' αυτού, των εγκαλούντων και των αδελφών τους, με την οποία ζητούσε η δικαστική διανομή του κτήματος. Επιπλέον δε, όσον αφορά τον ισχυρισμό, ότι από το κτήμα αυτό η Χ2 και ο Χ3 μάζευαν τις ελιές και το λάδι είναι ψευδής, δεδομένου, ότι όχι μόνο τα ελαιόδενδρα δεν ξεπερνούν τα 70, αλλά και αυτά που υπάρχουν δεν έχουν αποδώσει καρπό μέχρι και το 1997 λόγω των πυρκαγιών, που τα είχαν σχεδόν καταστρέψει, ενώ η εγκαλούσα Χ2, από το 1961 έως και το 1984 ασκούσε αδιαλείπτως νομή στο ακίνητο. Προκειμένου να πείσουν τους Δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι οι παραπάνω ψευδείς παραστάσεις τους είναι αληθείς, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με τις παραπάνω προτάσεις τους τα ακόλουθα ψευδή αποδεικτικά μέσα: α) Τις ακόλουθες ψευδείς ένορκες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στην προσκομισθείσα και επικαλεσθείσα από αυτούς με άρ. 504/1997 Εισηγητική έκθεση που συντάχθηκε στα πλαίσια των αποδείξεων που είχαν ταχθεί επί της ως άνω αγωγής τους με την 922/1983 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι: 1) τις από 16-2-1999, 11-5-1999 και. 2-11-1999 ένορκες καταθέσεις του Χ7, 2) την από 3-6-1997 ένορκη κατάθεση του Φ και 3) την από 20-1-1998 ένορκη κατάθεση του Χ11, β) την 136/1976 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνας και τα ταυτάριθμα πρακτικά, η οποία απόφαση είναι προϊόν της συμπαιγνίας μεταξύ των αδελφών Π και Ρ και των κατηγορουμένων, διότι οι πρώτοι κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα την 124/26-6-1976 αίτηση τους με την οποία ζητούσαν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα προστασίας της οιονεί νομής δουλείας διόδου υπέρ αυτών και σε βάρος των κατηγορουμένων, τους οποίους παρουσίαζαν ως μοναδικούς συγκυρίους του όλου επιδίκου κτήματος, ώστε να υφίσταται σε ανύποπτο χρόνο δικαστική απόφαση που να τους αναφέρει ως τέτοιους, γ) τις με αριθμ. ..... και ..... ένορκες καταθέσεις του Χ8 και του Χ10, όπως αυτές αναφέρονται στην υπό στοιχείο 9 και 11 αντίστοιχα πράξη του κατηγορητηρίου. Τα παραπάνω ψευδή ισχυρίστηκαν και προσπάθησαν με τα παραπάνω ψευδή αποδεικτικά μέσα να αποδείξουν και να πείσουν το Δικαστήριο περί της αληθείας τους, εν γνώσει της αναληθείας τους και ενώ είχε ήδη εκδοθεί η με αριθμ. 4331/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε ήδη απορριφθεί η αγωγή τους ως ουσιαστικώς αβάσιμη ως προς τους εγκαλούντες. Σκοπός των κατηγορουμένων με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ήταν να πείσουν τους παραπάνω δικαστές να κάνουν δεκτή την αγωγή τους, ως προς τους καθ ων η κλήση (τους οποίους δεν κάλυπτε η 4331/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γιατί δεν είχε συζητηθεί ως προς αυτούς) και να απορρίψουν την κυρία παρέμβαση των εγκαλούντων, προκειμένου να αποκομίσουν οι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος, αναγνωριζόμενοι ως συγκύριοι και του υπολοίπου επιδίκου, του οποίου πραγματικοί συγκύριοι δεν είναι αυτοί, αλλά οι καθ ων και οι εγκαλούντες, του οποίου η αξία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ζημιώνοντας αντιστοίχως κατά το ποσό αυτό συνολικά τους αντιδίκους τους στις παραπάνω δίκες. Ο εγκληματικός όμως σκοπός τους δεν επιτεύχθηκε, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως τους, διότι μέχρι να συζητηθούν όλες οι παραπάνω κλήσεις και η κυρία παρέμβαση, είχε εκδοθεί στις 11-9-2003, η 1404/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριπτε την ένδικη αγωγή τους ως προς τους εγκαλούντες και ασκούσε άμεση αρνητική επιρροή στην έκβαση των εκκρεμών δικών σε βάρος των λοιπών αντιδίκων τους που προαναφέρθηκαν, αναγκάζοντας τους σε παραίτηση από τις κλήσεις που αφορούσαν την κύρια αγωγή με αριθμ. έκθ. καταθ. 3482/1982 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 14-12-2004. β) Στην Αθήνα την 1-10-2002 έχοντας αποφασίσει να τελέσουν από κοινού την άδικη πράξη της απάτης στο Δικαστήριο, κατέθεσαν, την από 30-9-2002 έφεσή τους με αριθμ. έκθ. κατάθ. 8114/2002 επιδιώκοντας την εξαφάνιση της 4331/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την αποδοχή της με αρ. 3482/1982 αγωγής τους ως προς τους εγκαλούντες, ισχυριζόμενοι και ενώπιον των δικαστών εν γνώσει τους τα ίδια ψευδή περιστατικά, που στην υπό στοιχείο Ε1 πράξη του κατηγορητηρίου αναφέρονται και τα οποία επανέλαβαν ενώπιον τους κατά τη συζήτηση της έφεσης στις 29-5-2003, καταθέτοντας τις από 7-1-2003 προτάσεις τους, στις οποίες ισχυρίστηκαν πάλι τα ίδια ψευδή περιστατικά, επιπλέον δε επικαλέστηκαν τα στην παραπάνω πράξη του κατηγορητηρίου αναφερόμενα ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, με σκοπό να παραπλανήσουν τους Εφέτες και να τους πείσουν περί της αληθείας των αγωγικών ισχυρισμών τους, επιδιώκοντας κατά τον παραπάνω τρόπο να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθούν αυτοί αποκλειστικοί συγκύριοι του επίδικου ακινήτου σε βάρος των εγκαλούντων, αποσκοπώντας να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, του οποίου η αξία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ζημιώνοντας αντιστοίχως κατά το ποσό αυτό συνολικά τους αντιδίκους τους. Όμως, ο σκοπός τους δεν πραγματώθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως τους, δεδομένου ότι οι Εφέτες δεν πείστηκαν από τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και απέρριψαν την έφεση τους.
γ) Στο ....., έχοντας αποφασίσει να τελέσουν από κοινού την άδικη πράξη της απάτης στο Δικαστήριο κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα στις 17-7-2002 τη με αρ. 91/2002 αίτηση τους περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής εναντίον της εγκαλούσας Ζ, ισχυριζόμενοι τα στην υπ' αριθμ. 1α πράξη του κατηγορητηρίου ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία ισχυρίστηκαν και κατά τη συζήτηση της αίτησης στις από 24-6-2003 όμοιες προτάσεις τους, με τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους πλην των όσων στην υπό στοιχ. 1α πράξη του κατηγορητηρίου αναφέρονται και τις από ..... και ..... ψευδείς ένορκες καταθέσεις του Χ9 και του Σ, εν γνώσει της αναλήθειας των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, με σκοπό να πείσουν τον Ειρηνοδίκη να κάνει δεκτή την αίτηση τους, αναγνωρίζοντας τους προσωρινά αποκλειστικούς συννομείς του επιδίκου ακινήτου και διατάσσοντας την αποβολή της από τη νομή τους, ζημιώνοντας την ως άνω αντίδικο τους κατά την αξία της νομής του διεκδικούμενου από αυτούς ακινήτου που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Όμως, ο σκοπός τους δεν πραγματώθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως τους, διότι ο Ειρηνοδίκης δεν πείστηκε από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και απέρριψε την αίτηση με τη με αριθμ. 173/2003 απόφαση του ελλείψει κατεπείγοντος.
2) Στην ..... και στο ..... κατά τους παρακάτω χρόνους οι εκκαλούντες με περισσότερες πράξεις που αποτελούν, εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και συγκεκριμένα με πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τους παρακάτω να τελέσουν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:
α) στις 31-10-2002 στην Αθήνα με πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τον Χ7, προκειμένου αυτός με πρόθεση εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Δημητρίου Παϊκόπουλου στα πλαίσια της εκδίκασης της με αριθμ. 59/2002 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της Ζ κατά της Κοινότητας ..... τα εν γνώσει του ψευδή γεγονότα που. περιλαμβάνονται στα με αριθμ. 4/2003 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, όπως αναλυτικά διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο 10 του παρόντος κατηγορία.
β) στο ..... στις 24-6-2003 με πρόθεση έπεισαν τον Σ, ώστε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που. περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα: "Γνωρίζω καλά ως ..... που έχω γεννηθεί και κατοικώ μόνιμα στον ..... την οικογένεια Χ .... Η οικογένεια αυτή έχει και ένα κτήμα στη θέση ..... ....., που είναι δικό τους αποκλειστικά ... Το κτήμα αυτό έχει έκταση 20 περίπου στρέμματα. Και έχει 200 περίπου ελαιόδενδρα και μερικές συκιές, λεμονιές και ένα πεύκο... Ο Χ3 έβαλε νερό στο κτήμα αυτό και έφτιαξε και μια βάση για να κτίσει, αλλά δεν συνέχισε γιατί αμέσως μετά το 1984 το κτήμα κάηκε από πυρκαγιά που έκαψε και άλλα κτήματα και φοβήθηκε...Γνωρίζω, ότι το κτήμα αυτό στο Μ το έδωσε ο πατέρας του και μάλιστα με συμβόλαιο και κανείς άλλος δεν έκανε νομή στο κτήμα αυτό εκτός από την οικογένεια Χ, η οποία ενεργούσε πάντοτε για λογαριασμό της. Τη Ζ και τον άντρα της δεν τους γνωρίζω, δεν μένουν στον ....., δεν ασχολήθηκαν ποτέ με το κτήμα αυτό, αφού αυτό το είχαν δικό τους η οικογένεια Χ. Όλοι οι ντόπιοι στον .....γνωρίζουν, ότι το κτήμα αυτό το νέμεται από πάρα πολλά χρόνια η οικογένεια Χ και ανήκει αποκλειστικά σ' αυτούς. Τη δε συγκομιδή του ελαιοκάρπου του 2002-2003 την ενήργησε ο Χ3 μαζί με εργάτες". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζαν όλοι, ότι η αλήθεια είναι η περιγραφόμενη στην υπό στοιχείο Α πράξη του κατηγορητηρίου και επιπλέον, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
γ) Στο ..... στις 24-6-2003 με πρόθεση έπεισαν τον Χ9, ώστε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση, όπως αναλυτικά διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο 8 του παρόντος κατηγορία.
δ) Στο ..... στις 29-8-2003 με πρόθεση έπεισαν τον Χ8, ώστε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον' προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση, όπως αναλυτικά διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο 9 του παρόντος κατηγορία.
Και ε) Στο ..... στις 29-8-2003 με πρόθεση έπεισαν τον Χ10, ώστε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση, όπως αναλυτικά διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο 11 του παρόντος κατηγορία.
3) Η Χ2 στην Αθήνα στις 17-3-2003 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της 18ης Πταισματοδίκη Αθηνών Αναστασοπούλου Δήμητρας στα πλαίσια έρευνας της από 27-2-2003 και με αρ. Α 2003/674 μηνύσεως του Χ3 με πρόθεση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα: "Ο μηνυτής (Χ3) είχε φτιάξει προ εικοσαετίας μία βάση για να φτιάξει σπίτι αλλά δεν έχτισε γιατί ξέσπασε εν τω μεταξύ η πυρκαγιά και φοβήθηκε και ποτέ δεν εμποδίστηκε από κανέναν". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
4) Ο Χ9 στο ..... στις 24-6-2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη .....ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα: "Γνωρίζω ακόμη, ότι η οικογένεια Χ είναι κύριοι και νομείς μεταξύ άλλων, ενός κτήματος με ελιές και διάφορα άλλα δένδρα όπως συκιές, λεμονιές κ.λ.π. που βρίσκεται στη θέση .... ....., εκτάσεως 20 περίπου στρεμμάτων ... Το κτήμα αυτό η οικογένεια Χ το κληρονόμησε από τον Μ, σύζυγο της Χ1 και πατέρα των υπολοίπων αιτούντων. Ο Μ το κτήμα αυτό το είχε πάρει με συμβόλαιο από τον πατέρα του Λ, εδώ και πενήντα χρόνια, όπως μου είχε πει ο πεθερός μου Θ, τα αδέρφια του και οι ίδιοι οι αιτούντες και όπως γνωρίζουν όλοι οι ...... Στο κτήμα αυτό ο Χ3 το 1983 έφτιαξε μια τσιμεντένια βάση για να κτίσει, αλλά μετά την πυρκαγιά του 1984 δεν συνέχισε και από έλλειψη χρημάτων, αλλά και επειδή φοβήθηκε την πυρκαγιά του 1984 που έκαψε όλο το κτήμα και τα γειτονικά, μάλιστα δε, ξανακάηκε το 1996.... Ο Χ11 έχει κτήμα στον ..... ..... κοντά στο επίδικο ... Και φέτος και τις προηγούμενες χρονιές τις ελιές τις μάζεψε από ολόκληρο το κτήμα ο Χ3, βοηθούμενος και από εργάτες. Πρέπει να τονίσω ότι κανένας άλλος, εκτός από την οικογένεια Χ, δεν έχει κάνει πράξεις νομής στο κτήμα, ούτε βέβαια η Ζ, που μένει μόνιμα στην Αθήνα. Όλοι οι ντόπιοι ..... γνωρίζουν ότι το κτήμα στη θέση ..... ανήκει αποκλειστικά' στην οικογένεια Χ και προηγούμενα στον πατέρα τους και πριν από αυτόν στον παππού τους, Λ". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι η περιγραφόμενη στην υπό στοιχείο Α πράξη του κατηγορητηρίου και επιπλέον, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά. το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
5) Ο Χ8 στο ..... στις 29-8-2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη με αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα: "Στο ..... της περιοχής ..... ο πεθερός μου, Φ είχε ένα αγρό που δυτικά συνόρευε με ένα αγρό της πιο πάνω οικογενείας του Μ ... Το κτήμα της οικογένειας Μ έχει έκταση 20 περίπου στρεμμάτων και έχει μέσα 180-200 ελαιόδενδρα και μερικές συκιές και συνορεύει ανατολικά με το πιο πάνω κτήμα του πεθερού μου και με κτήματα των Τ και Ρ, δυτικά εν μέρει με δρόμο και εν μέρει με δάσος, βόρεια με δρόμο και μετά από αυτόν με θάλασσα και νότια με κτήματα Τ, Ρ και με δάσος Υ. Όπως έχω ακούσει από τον πεθερό μου και από άλλους ..... το κτήμα αυτό του Μ στο ..... ανήκε στον πατέρα του Λ, που το παραχώρησε στο γιο του Μ στην κατοχή και μετά του έκανε και συμβόλαιο. Ο παππούς Λ είχε τρία παιδιά, το Μ, τη Χ6 και την Χ7, τους μοίρασε την κτηματική του περιουσία και το κτήμα στο ..... το έδωσε στο γιο του Μ. Στον αγρό εκτός από τις ελιές, καλλιεργούσαν παλιά και σιτηρά και γενικά στην καλλιέργεια του κτήματος αυτού βοηθούσαν και τα πεθερικά του Μ, αλλά και τα αδέλφια της γυναίκας Θ, ΘΘ και Χ11, και βέβαια ασχολούνταν και η γυναίκα του Χ1. Αυτά γίνονταν κυρίως, όταν ο Μ έμενε στην Αθήνα, όπου και εργαζόταν. Μετά το θάνατο του Μ προ 30 ετών περίπου, το κτήμα το καλλιεργούν και γενικά το επιμελούνται η οικογένεια του, η γυναίκα του που μένει στον ..... και τα παιδιά του, που ήδη έχουν παντρευτεί και βοηθάνε και οι γαμπροί, αλλά παίρνουν και εργάτες. Με το κτήμα αυτό ασχολείται κυρίως ο Χ3 και για λογαριασμό της μητέρας του και των αδελφών του. Αυτοί συρματόπλεξαν αρχικά το κτήμα και μετά ο Χ3 το χάλασε και έφτιαξε μάνδρα με τσιμέντο βορεινά, όπου έκανε και σιδερένια πόρτα και εν μέρει δυτικά. Το κτήμα αυτό, όπως και άλλα στην περιοχή ..... έπιασε φωτιά και στο κτήμα Χ κάηκαν σχεδόν όλα τα ελαιόδενδρα. Αυτό έγινε το 1984 και μάλιστα κάηκε και το κτήμα του πεθερού μου. Η οικογένεια Χ με τη βοήθεια και άλλων με συνεχή κλαδέματα επανέφεραν το κτήμα και ύστερα από 4-5 χρόνια άρχιζε να καρπίζει κανονικά, όπως γίνεται συνήθως, όταν το περιποιηθείς...... Το κτήμα Χ και μερικά ακόμη στο ..... έπιασαν πάλι φωτιά το 1996 από το σκουπιδότοπο της Κοινότητας και επλήγησαν στο κτήμα αυτό τα μισά περίπου ελαιόδενδρα, αλλά η οικογένεια Χ με συνεχή πάλι κλαδέματα κατάφερε τα πληγέντα δένδρα από πρόπερσι να καρπίζουν. Μόνο την οικογένεια Χ βλέπουμε σ' αυτό το κτήμα και κανένα άλλον και όλοι οι ..... γνωρίζουμε, ότι το κτήμα αυτό στο ..... ανήκει αποκλειστικά στην οικογένεια του Μ". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι η περιγραφόμενη στην υπό στοιχείο Α πράξη του κατηγορητηρίου και επιπλέον, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
6) Ο Χ7 στην Αθήνα στις 31-10-2002 με πρόθεση εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Δημητρίου Παϊκόπουλου στα πλαίσια της εκδίκασης της με αριθμ. 59/2002 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της Ζ κατά της Κοινότητας ..... τα ψευδή γεγονότα που περιλαμβάνονται στα με αριθμ. 4/2003 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και ειδικότερα να καταθέσει: "...Το 1983 ο 1ος παρεμβαίνων, Χ3, έβγαλε άδεια οικοδομής από την Πολεοδομία για να κτίσει εντός του. ακινήτου. Οι εργασίες ξεκίνησαν αλλά διεκόπησαν χωρίς να γνωρίζω για ποιο λόγο... Στο κτήμα έχω να πάω περίπου ένα χρόνο. Απ' ότι γνωρίζω η πόρτα του ακινήτου μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε..". Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Τα δε αληθή, τα οποία γνώριζε είναι ότι, ο Χ3 κατασκεύασε στο επίδικο το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες. Επίσης τότε κατασκεύασε ένα μαντρότοιχο και μία σιδερένια πόρτα. Μόλις οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση αυτών των ενεργειών πήγαν στον .....,σταμάτησαν τη διαδικασία τοποθέτησης της κλειδαριάς, απέβαλαν το Χ3 και έκτοτε χρησιμοποιούν οι ίδιοι την πόρτα. Από το 1997 οι εγκαλούντες κλείδωσαν την πόρτα με χοντρή αλυσίδα και λουκέτο και δεν ξανανοίχτηκε μέχρι τον Αύγουστο του 2003.
7) Ο Χ10 στο ..... στις 29-8-2003 με πρόθεση εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα: "Όπως γνωρίζω από τον πατέρα μου και τους άλλους συγγενείς, ο Λ, πατέρας του Μ και παππούς των παραπάνω εξαδέλφων μου, του είχε δώσει του Μ από παλιά ένα αγρόκτημα στη θέση ..... ..... είκοσι περίπου στρεμμάτων, που έχει μέσα 200 περίπου ελαιόδενδρα, μερικές συκιές κι άγριες λεμονιές και ένα πεύκο. Ο παππούς Λ, όπως μου είπε ο πατέρας μου, το κτήμα αυτό το έκανε στο γιο του και με συμβόλαιο. Όταν ο Μ έμενε στην Αθήνα, το καλλιεργούσαν και μάλιστα παλιά και με στάρια, δηλαδή το έσπερναν, κλάδευαν τις ελιές και μάζευαν τον ελαιόκαρπο, συχνά δε ερχόταν στον ..... και η θεία μου Χ1, ο πατέρας μου και οι θείοι μου Χ11 και ΘΘ, ακόμη και οι γονείς του πατέρα μου, βοήθαγε δε και η θεία μου Χ1. Το κτήμα αυτό συνορεύει προς ανατολάς με κτήματα Φ, Τ και Ρ, βόρεια με δρόμο και πιο πέρα με θάλασσα, δυτικά εν μέρει με δρόμο και εν μέρει με δάσος και νότια με ιδιοκτησίες Τ, Ρ και δάσος Υ. Το κτήμα αυτό είχε περίφραξη με σύρμα, που την είχε κάνει η οικογένεια Μ και ο εξάδελφος μου Χ3 τη χάλασε και έκανε νέα από μπετόν στο βοριά, όπου έβαλε και σιδερένια πόρτα και εν μέρει δυτικά. Στο κτήμα αυτό ο Χ3 το 1983 έφτιαξε μία τσιμεντένια βάση για να κτίσει και μάλιστα τη βάση αυτή την ανοίξαμε μαζί με το γαμπρό μου από αδελφή, Χ9, με δικά μας μηχανήματα, ανοίξαμε βόθρο και ισοπεδώσαμε διάφορες ανωμαλίες στο κτήμα με τη μπουλντόζα μας. Το κτίσιμο όμως ο Χ3 δεν το συνέχισε, γιατί όλο το κτήμα αυτό και η γύρω περιοχή κάηκε από την πυρκαγιά του 1984 με συνεχή όμως κλαδέματα των ελαιοδένδρων στο κτήμα αυτό η οικογένεια Χ και με τη βοήθεια του θείου μου ΘΘ, Σ και Ω, το επανέφεραν και ύστερα από 4-5 χρόνια άρχιζε να καρπίζει κανονικά, όπως γίνεται αν το κτήμα το κλαδεύουν κανονικά. Το κτήμα αυτό κάηκε πάλι από φωτιά του σκουπιδότοπου της Κοινότητας και επλήγησαν τα μισά περίπου ελαιόδενδρα, αλλά η οικογένεια Χ με συνεχή κλαδέματα έκαναν να καρπίσουν τα καμένα από την πυρκαγιά του 1996 από πρόπερσι. Το κτήμα αυτό το επιμελείται κυρίως ο Χ3 με τη μητέρα του για λογαριασμό βέβαια και των αδελφών του, αυτός μαζεύει τις ελιές, που τον βοηθούν όταν μπορούν οι αδελφές του Χ2 και Χ5 με τους άνδρες του, αλλά παίρνει και εργάτες. Οι ελιές του κτήματος αυτού οι περισσότερες είναι παλιές. Κοντά στο κτήμα αυτό έχει κτήμα ο θείος μου Χ11. Η θεία μου Χ1 πήρε αποζημίωση για τις πυρκαγιές στο κτήμα ....., όπως παίρνει και την επιδότηση για το λάδι. Εμείς όλοι οι συγγενείς και όλοι οι ..... γνωρίζουμε, ότι το κτήμα στη θέση ....., ανήκει αποκλειστικά στην οικογένεια του Μ και σε κανένα άλλον και οι συγγενείς του πατέρα τους δεν έκαναν ποτέ καμία πράξη νομής στο κτήμα αυτό, παρά μόνο η οικογένεια Μ και πριν ο Μ και ο πατέρας του, Λ". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι η περιγραφόμενη στην υπό στοιχείο Α πράξη του κατηγορητηρίου και επιπλέον, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
Και 8) Ο Χ3 στην Αθήνα στις 17-3-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία τέλεσαν και ειδικότερα με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τη Χ2 και το Χ11, ώστε εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσουν εν γνώσει τους ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο τους έπεισε να καταθέσουν ενόρκως ενώπιον της 18ης Πταισματοδίκη Αθηνών Αναστασοπούλου Δήμητρας, στα πλαίσια έρευνας της από 27-2-2003 και με αρ. Α2003/674 μηνύσεως του, τα ακόλουθα: α) η Χ2: "Ο μηνυτής (Χ3) είχε φτιάξει προ εικοσαετίας μία βάση για να φτιάξει σπίτι, αλλά δεν έχτισε γιατί ξέσπασε εν τω μεταξύ η πυρκαγιά και φοβήθηκε και ποτέ δεν εμποδίστηκε από κανέναν", β) ο Χ11: "Ο μηνυτής (Χ3) έβγαλε άδεια να χτίσει σπίτι μέσα στο επίδικο και έφτιαξε και μια μάνδρα από τσιμέντο στη βόρεια πλευρά και ένα κομμάτι μικρό (ανατολικά)... έχει τώρα μια βάση που έφτιαξε προ εικοσαετίας για να χτίσει και επειδή δύο φορές έχει πάρει φωτιά το κτήμα ο μηνυτής φοβήθηκε να κτίσει και έφτιαξε το σπίτι στον .....". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε..........".
Κατά του άνω βουλεύματος άσκησαν οι ανωτέρω τις υπ'αριθμ. 120, 119, 118, 121 και 122/2008, αντίστοιχα, αναιρέσεις και δη ταυτόσημες, ενώπιον του γραμματέα βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών δια του αυτού πληρεξουσίου δικηγόρου στις 18-6-2008, ήτοι εμπρόθεσμες και νομότυπες, παραπονούμενοι για:
α) Παράλειψη παραθέσεως των οικείων άρθρων του ΠΚ, β) 'Ελλειψη αιτιολογίας και δη "δεν αναφέρει πώς προέκυψε το δήθεν περιουσιακό τους όφελος και η επιδιωχθείσα ζημία των 73.000 Ευρώ, ούτε ακόμη αν αφορά την αξία ολόκληρου του επιδίκου ακινήτου ή του τυχόν μεριδίου.......". Επίσης δεν αιτιολογείται ο δόλος τους, η παράσταση ψευδών γεγονότων και -σε σχέση με τους μάρτυρες- με ποιόν τρόπο έπεισαν τους μάρτυρες να καταθέσουν ψευδή γεγονότα.
ΙΙ) Επειδή, μη απαιτουμένης για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, της ταυτότητας πλανωμένου (=εξαπατωμένου) και ζημιωθέντος (βλ. ΑΠ 1452/2006, ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1750/2001, ΑΠ 164/2001 κ.α), απάτη μπορεί να τελεστεί και σε πολιτική δίκη, η οποία έχει ως αντικείμενο περιουσιακό, με παραπλάνηση του δικαστή οσάκις υποβάλλεται σ'αυτόν αίτηση προς παροχή έννομης προστασίας και η οποία υποστηρίζεται με επίκληση και προσαγωγή εν γνώσει ψευδών κατ'ουσίαν αποδεικτικών μέσων, με τα οποία παραπλανάται ο δικαστής και εκδίδει απόφαση με την οποία επέρχεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου (βλ. ΑΠ 1452/2006, ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 45/2001, ΑΠ 1348/2000, ΑΠ 2159/2003 κ.α., Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. γ σελ. 80, Μυλωνόπουλο- Ποινικό Δίκαιο (2006) σελ. 496 επ.). Τέτοια ψευδή αποδεικτικά μέσα είναι και οι (ψευδο-) μάρτυρες (βλ. ΑΠ 45/2001, ΑΠ 94/97, ΑΠ 354/98 κ.α.) γνήσια έγγραφα αλλά αναληθή κατά περιεχόμενο (βλ. ΑΠ 1348/2000, ΑΠ 144/2002, ΑΠ 1750/2001 κ.α.).
Εάν, στην άνω περίπτωση παραπλανηθεί ο δικαστής και δεν εκδώσει απόφαση σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος διαδίκου υπάρχει απόπειρα απάτης (βλ. ΑΠ 1452/2006, ΑΠ 1348/2000, ΑΠ 830/2004, ΑΠ 1109/2005 κ.α.). Σε περίπτωση δε που τ' ανωτέρω επανελήφθησαν ενώπιον πλειόνων του ενός δικαστηρίων, έχουμε κατεξακολούθηση τέλεση, έστω και αν προσβάλλεται η ίδια περιουσία (ΑΠ 1516/2001 Ποιν.Λόγος 1939), αφού εκδίδεται, ή θα εκδιδόταν αυτοτελής απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 3 εδ. β' Π.Κ. -όπως αντικ. με το άρθρο 14 § 4 ν. 2721/99-Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών = 73.000 ευρώ". Επομένως αρκεί το άνω συνολικό ποσό να υπερβαίνει είτε το όφελος είτε η ζημία (βλ. και ΑΠ 1983/2001 ΠΧρΝΒ 787, ΑΠ 829/2001 ΠΧρ ΝΒ 314). Εξ άλλου, όπως γίνεται γενικά δεκτόν, για τη στοιχειοθέτηση απόπειρας απάτης δεν απαιτείται η επέλευση της ζημίας, πολλώ μάλλον του οφέλους, αλλ'αρκεί η επιδίωξη του παρανόμου περιουσιακού οφέλους που επέρχεται με βλάβη της περιουσίας άλλου. Επί τελέσεως της απάτης από κοινού, για τον υπολογισμό του οφέλους ή της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο, το σύνολο αυτών, αφού αυτό άπαντες επεδίωκαν (πρβλ. άρθρο 45 ΠΚ), το αυτό όταν τελείται σε βάρος πλειόνων (πρβλ. ΑΠ 372/94 ΠΧρ ΜΔ 511).
Εξ άλλου απόπειρα απάτης και δη διακεκριμένη υπάρχει και όταν επιδιώκει κάποιος ή κάποιοι -όταν ενεργούν από κοινού- όφελος άνω των 73.000 ευρώ, χωρίς ν'απαιτείται και η επέλευση της ζημίας (βλ. Μυλωνόπουλο Ποινικό Δίκαιο (2006) σελ. 536).
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκτίθεται σ'αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο χώρησε η παραπομπή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1967/2006, ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 1310/96 κ.α.). Η ως άνω αιτιολογία αρκεί ότι εμπεριέχεται στην οικεία εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται εξ ολοκλήρου το συμβούλιο, ήτοι του Εισαγγελέα Εφετών από το συμβούλιο Εφετών (βλ. ΑΠ 1359/94, ΑΠ 1390/2001, ΑΠ 2253/2002, ΑΠ 1401/2003, ΑΠ 826/2004 κ.α.). Τέλος λόγο αναιρέσεως δεν συνιστά η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε η παράλειψη αναφοράς των κατ'ιδίαν αποδεικτικών μέσων και τι προέκυψε από το καθένα.
Ενόψει των ανωτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και στοιχειοθετούν την από κοινού τέλεση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης κατεξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και τις σκέψεις - συλλογισμούς με βάση τους οποίους προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων. Ειδικώτερα, σαφώς αναφέρεται ότι ενήργησαν από κοινού (χωρίς να απαιτείται και ειδικώτερος προσδιορισμός των κατ'ιδίαν πράξεων εκάστου, πράγμα άλλωστε και που προκύπτει) και με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακόν όφελος και δη την απόκτηση κυριότητας ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου και του οποίου η επί πλέον γι'αυτούς (και όχι όλου του ακινήτου) αξία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη των εγκαλούντων, ότι χρησιμοποίησαν προς τούτο αποδεικτικά μέσα -τα οποία και αναφέρει αναλυτικά- και ότι ήσαν εν γνώσει τόσο του παρανόμου του περιουσιακού οφέλους όσο και των ψευδών αποδεικτικών μέσων, η δε μη επέλευση του οφέλους -ζημίας οφείλεται σε λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως τους, ήτοι διότι δεν παραπλανήθηκαν τα άνω δικαστήρια. 'Ετσι οι λόγοι αναίρεσης (πλην του πρώτου που είναι απαράδεκτος διότι δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος από το άρθρο 484 § 1 Κ.Ποιν.Δ., ο δε παλαιότερα υφιστάμενος έχει ήδη καταργηθεί με το άρθρο 42 § 1 ν. 3160/2003) είναι αβάσιμοι. Ενόψει όμως του ότι οι υπό κρίση αναιρέσεις είναι τυπικά δεκτές (στρέφονται δε και κατά του μέρους του παραπεμπτικού βουλεύματος που αναφέρεται στη πράξη της ψευδορκίας) και δεδομένου ότι από του χρόνου τελέσεως των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σ'αυτές έχει περάσει ήδη πλήρης πενταετία, ήτοι έχει παρέλθη ο χρόνος παραγραφής αυτών, πρέπει να παύσει οριστικά η γι'αυτές ασκηθείσα ποινική δίωξη για όλους τους κατηγορουμένους, αφού η παραγραφή είναι θεσμός δημόσιας τάξης και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης -310 § 1, 370 Κ.Π.Δ., η δε διάταξη του άρθρου 511 Κ.Π.Δ. δεν ισχύει επί βουλευμάτων αλλά μόνο επί αποφάσεων.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνω όπως απορριφθούν οι 120, 199, 118, 121 και 122/2008 αναιρέσεις των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5 κατά του υπ'αριθμ. 978/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, -να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτών, αναιρεθεί το άνω βούλευμα σε σχέση με τις πράξεις τις ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σ'αυτή για όλους τους κατηγορουμένους και να παύσει οριστικώς η ασκηθείσα γι'αυτές ποινική δίωξη.
Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου " Αθανάσιος Κονταξής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 2830/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ7 7) Χ8, 8) Χ9 και 9) Χ10 για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως α) απόπειρας απάτης, από κοινού, κατ' εξακολούθηση, ενώπιον του Δικαστηρίου, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, συνολικά (οι πέντε πρώτοι απ' αυτούς), β) ψευδορκίας μάρτυρα(οι τέσσερις τελευταίοι) και γ) ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία (οι πέντε πρώτοι). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις οι πέντε πρώτοι και το Συμβούλιο Εφετών με το υπ' αριθμ. 978/2008 βούλευμα του, αφού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη αυτών και των μη ασκησάντων εφέσεις αυτουργών, για τις μερικότερες πράξεις της ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σ' αυτές, που αναφέρονται σ' αυτό, απέρριψε, κατά τα λοιπά, τις εφέσεις και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, για τις υπόλοιπες πράξεις. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τους πέντε πρώτους κατηγορουμένους, αντιστοίχως, οι αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμ. 120, 119, 118, 121, και 122/2008, ο ι οποίες, λόγω της συνάφειάς των, πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει, όποιος με σκοπό να αποκομίσει αυτός η άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων. Ένεκα της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξη του, εν γνώσει του, ψευδή αποδεικτικά μέσα (στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι ψευδομάρτυρες), με τα μέσα δε αυτά παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή όταν το δικαστήριο που παραπλανάται από το διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσων εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικο του, σε απόπειρα δε όταν το δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Σε περίπτωση κατά τη οποία τα παραπάνω επανελήφθησαν ενώπιον πλειόνων του ενός δικαστηρίων, θεμελιώνεται κατ' εξακολούθηση τέλεση της απάτης, έστω και αν προσβάλλεται η ίδια περιουσία, αφού σε καθεμιά περίπτωση εκδίδεται ή θα εκδιδόταν αυτοτελής απόφαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 & 3 εδ. β' ΠΚ, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73000) ευρώ, όταν δε η απάτη τελείται από κοινού, για τον υπολογισμό του οφέλους ή της ζημίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο αυτών, αφού αυτό όλοι επεδίωκαν, το ίδιο δε ισχύει και όταν η απάτη τελείται σε βάρος πλειόνων. Περαιτέρω απόπειρα απάτης και μάλιστα διακεκριμένης υπάρχει και όταν επιδιώκει κάποιος ή κάποιοι, (στην περίπτωση που ενεργούν από κοινού) όφελος άνω των 73000 ευρώ, δίχως να απαιτείται και η επέλευση της ζημίας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος καl 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η ως άνω αιτιολογία αρκεί ότι περιέχεται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται εξ ολοκλήρου το συμβούλιο δηλαδή του Εισαγγελέα Εφετών. Περαιτέρω ο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν εσφαλμένως εφαρμόστηκε ή ερμηνεύτηκε στο βούλευμα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, όπως και όταν έγινε εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσας διάταξης, ήτοι όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης υφίσταται όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται και συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής: Ια) Οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5, στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους και τόπους, από κοινού ενεργώντας, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν την άδικη πράξη της απάτης επί Δικαστηρίω, δηλ. έχοντας αποφασίσει με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, να βλάψουν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως ο εγκληματικός τους σκοπός δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως τους, με την πράξη τους δε αυτή σκόπευαν την πρόκληση συνολικής ζημίας ανώτερης του ποσού των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα: 1) Στην Αθήνα στις 23-9-2003 κατά τη συζήτηση των με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης ..... και ..... κλήσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις. οποίες επανέφεραν προς συζήτηση την από 30-3-1982 με αριθμ. έκθ. καταθ. 3842/1982 διεκδικητική αγωγή τους ως προς τους εναγομένους- καθών η κλήση Α, Β, Γ, Δ (με την πρώτη κλήση) καθώς και Ε (με τη δεύτερη κλήση) και κατά τη συνεκδίκαση αυτών με τη με αριθμ. έκθ. καταθ. 1260/2003 κύρια παρέμβαση των Ζ και Η που στρεφόταν εναντίον τους και εναντίον όλων των λοιπών καθ ων οι ως άνω κλήσεις, ενεργώντας από κοινού κατόπιν συναπόφασης, κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τις από 1-9-2003 προτάσεις τους με τις οποίες, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει τους επικαλέστηκαν όσα ψευδή αναφέρονταν και στην 3482/1982. διεκδικητική αγωγή τους και εν γνώσει τους προσήγαγαν ενώπιον των δικαστών του παραπάνω δικαστηρίου ψευδή αποδεικτικά μέσα, επιχειρώντας με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και αποδεικτικά μέσα να τους πείσουν να κάνουν δεκτή την ως άνω αγωγή τους και να απορρίψουν την προαναφερθείσα κυρία παρέμβαση των εγκαλούντων. Συγκεκριμένα με τις παραπάνω προτάσεις παρέστησαν ενώπιον των δικαστών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τα ακόλουθα ψευδή ως αληθινά: ότι είναι οι αποκλειστικοί εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ενός αγρού εκτάσεως 18.160 τ.μ. τουλάχιστον, που βρίσκεται στη θέση "....." ....., ότι ο παραπάνω αγρός ανήκε στον προπάππο τους Κ από το έτος 1880, ότι τον παραπάνω αγρό δώρισε ο προπάππος τους Κ ατύπως στο γιό του και κοινό τους πάππο Λ το έτος 1905, ότι τον αγρό αυτό ο τελευταίος τον μεταβίβασε ατύπως στο Κ το 1939, ότι τον παραπάνω αγρό δώρισε ο Λ στο Μ το 1953 δυνάμει του με αριθμ. ..... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Απόστολου Ζέρβα, ότι ο εν λόγω αγρός περιήλθε ολόκληρος στην αποκλειστική νομή και κυριότητά τους από το 1971, όταν απεβίωσε ο πατέρας τους Μ, δυνάμει της με αριθμ. ..... διαθήκης του και ότι έκτοτε (οι κατηγορούμενοι) ασκούσαν αποκλειστικά πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού. Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή, ενώ τα αληθή, τα οποία γνώριζαν, ήταν ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στη Μονή ..... έως το 1940, οπότε και διαλύθηκε για να περιέλθει στην κυριότητα της Ι.M. ..... . Ο Λ, παππούς των εγκαλούντων, υπέγραψε το 1940 με την προαναφερθείσα Μονή αγρομισθωτική σύμβαση και της κατέβαλε το 15% των ακαθάριστων εσόδων του από το ακίνητο. Το 1952 υπεγράφη σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδας με την οποία εξαγοράστηκε το επίδικο από το Δημόσιο, το οποίο και το έθεσε υπό τη διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας. Ο Λ υπέβαλε αίτηση να του παραχωρηθεί η κυριότητα ως έχων επί του επιδίκου ακινήτου εμφυτευτικά δικαιώματα και όχι δικαίωμα κυριότητας. Η Α' Επιτροπή Απαλλοτριώσεων αναγνώρισε κατόπιν σχετικής έρευνας, ότι ο παππούς των εγκαλούντων ήταν ο μοναδικός που είχε τα ως άνω δικαιώματα επί του ακινήτου και με την 47/1961 απόφαση παραχωρήσεως του παραχωρήθηκε η κυριότητα, πλην όμως ο Λ είχε ήδη αποβιώσει το 1959 και κατά συνέπεια ουδέποτε έγινε κύριος του ακινήτου και ουδέποτε προ του θανάτου του το μεταβίβασε στο Μ τυπικά η άτυπα. Αλλά ούτε και παραχωρήθηκε ποτέ το ακίνητο στο Μ, γιο του Λ, αφού την αίτηση για την παραχώρηση της κυριότητας δεν την υπέβαλε ο Μ αλλά ο Λ. Για το λόγο αυτό οι εγκαλούντες με τη θεία τους Χ6 υπέβαλαν την με αριθμ. ..... αίτηση στην ως άνω επιτροπή με την οποία ζήτησαν τη μεταρρύθμιση της υπ' αριθμ. 47/1961 αρχικής απόφασης παραχώρησης, προκειμένου να παραχωρηθεί η κυριότητα του παραπάνω αγρού στους νομίμους κληρονόμους του Λ, δηλαδή στους εγκαλούντες και στους αδελφούς τους Ξ και Ο ως τέκνα της προαποβιώσασας θυγατέρας του Ν, στη θυγατέρα του Χ6 και στο γιό του Μ (σύζυγο και πατέρα των κατηγορουμένων αντίστοιχα), ενώ ο τελευταίος κατέθεσε αυτοτελή αίτηση ζητώντας να του παραχωρηθεί αποκλειστικά η κυριότητα όλου του παραπάνω ακινήτου (στην πραγματικότητα επρόκειτο για πέντε αγρούς). Η Α' Επιτροπή Απαλλοτριώσεων με τη με αρ. 2/1966 νέα απόφαση παραχωρήσεως απέρριψε την αυτοτελή αίτηση του Μ και παραχώρησε την κυριότητα του ενδίκου αγρού σε όλους τους προαναφερθέντες νομίμους κληρονόμους του Χ3, αφού προηγουμένως ο σύζυγος της εγκαλούσας Ζ και ο Μ (και όχι μόνος του ο δεύτερος, όπως ισχυρίστηκαν ψευδώς στο Δικαστήριο) προέβησαν από κοινού στην εξόφληση του καθορισθέντος τιμήματος εξαγοράς στο όνομα του αρχικού εμφυτευτή Χ3 με το με αριθμ. ..... γραμμάτιο εξοφλήσεως της Α.Τ.Ε. Ο Μ συνεπώς είχε αποκτήσει μόνο το 1/3 του επίδικου αγρού και όχι ολόκληρο τον αγρό, στον οποίο απέκτησαν δικαιώματα συγκυριότητας και οι εγκαλούντες και οι καθών οι κλήσεις που προαναφέρθηκαν. Ο Μ που απεβίωσε το 1971 με την ..... δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Μπορνόβα, εγκατέστησε τους κατηγορούμενους κληρονόμους του όχι σε ιδανικά εξ αδιαιρέτου μερίδια του επιδίκου, όπως στην αγωγή και στις προτάσεις τους ψευδώς ισχυρίζονται, αλλά σε συγκεκριμένα διαιρετά τμήματα του όλου κοινού ακινήτου, ασαφώς αναφερόμενα και υπό την αίρεση της δικαστικής δικαίωσης του στην όλη έκταση επί της με αριθμ. έκθεσης καταθ. 16.000/1967 εκκρεμούς τότε αγωγής της Χ6 κατ' αυτού, των εγκαλούντων και των αδελφών τους, με την οποία ζητούσε η δικαστική διανομή του κτήματος. Επιπλέον δε, όσον αφορά τον ισχυρισμό, ότι από το κτήμα αυτό η Χ2 και ο Χ3 μάζευαν τις ελιές και το λάδι είναι ψευδής, δεδομένου, ότι όχι μόνο τα ελαιόδενδρα δεν ξεπερνούν τα 70, αλλά και αυτά που υπάρχουν δεν έχουν αποδώσει καρπό μέχρι και το 1997 λόγω των πυρκαγιών, που τα είχαν σχεδόν καταστρέψει, ενώ η εγκαλούσα Ζ, από το 1961 έως και το 1984 ασκούσε αδιαλείπτως νομή στο ακίνητο. Προκειμένου να πείσουν τους Δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι οι παραπάνω ψευδείς παραστάσεις τους είναι αληθείς, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με τις παραπάνω προτάσεις τους τα ακόλουθα ψευδή αποδεικτικά μέσα: α) Τις ακόλουθες ψευδείς ένορκες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στην προσκομισθείσα και επικαλεσθείσα από αυτούς με άρ. 504/1997 Εισηγητική έκθεση που συντάχθηκε στα πλαίσια των αποδείξεων που είχαν ταχθεί επί της ως άνω αγωγής τους με την 922/1983 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι: 1) τις από 16-2-1999, 11-5-1999 και. 2-11-1999 ένορκες καταθέσεις του Χ7, 2) την από 3-6-1997 ένορκη κατάθεση του Φ και 3) την από 20-1-1998 ένορκη κατάθεση του Χ11, β) την 136/1976 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνας και τα ταυτάριθμα πρακτικά, η οποία απόφαση είναι προϊόν της συμπαιγνίας μεταξύ των αδελφών Π και Ρ και των κατηγορουμένων, διότι οι πρώτοι κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα την 124/26-6-1976 αίτηση τους με την οποία ζητούσαν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα προστασίας της οιονεί νομής δουλείας διόδου υπέρ αυτών και σε βάρος των κατηγορουμένων, τους οποίους παρουσίαζαν ως μοναδικούς συγκυρίους του όλου επιδίκου κτήματος, ώστε να υφίσταται σε ανύποπτο χρόνο δικαστική απόφαση που να τους αναφέρει ως τέτοιους, γ) τις με αριθμ. ..... και ..... ένορκες καταθέσεις του Χ8 και του Χ10, όπως αυτές αναφέρονται στην υπό στοιχείο 9 και 11 αντίστοιχα πράξη του κατηγορητηρίου. Τα παραπάνω ψευδή ισχυρίστηκαν και προσπάθησαν με τα παραπάνω ψευδή αποδεικτικά μέσα να αποδείξουν και να πείσουν το Δικαστήριο περί της αληθείας τους, εν γνώσει της αναληθείας τους και ενώ είχε ήδη εκδοθεί η με αριθμ. 4331/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε ήδη απορριφθεί η αγωγή τους ως ουσιαστικώς αβάσιμη ως προς τους εγκαλούντες. Σκοπός των κατηγορουμένων με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ήταν να πείσουν τους παραπάνω δικαστές να κάνουν δεκτή την αγωγή τους, ως προς τους καθ ων η κλήση (τους οποίους δεν κάλυπτε η 4331/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γιατί δεν είχε συζητηθεί ως προς αυτούς) και να απορρίψουν την κυρία παρέμβαση των εγκαλούντων, προκειμένου να αποκομίσουν οι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος, αναγνωριζόμενοι ως συγκύριοι και του υπολοίπου επιδίκου, του οποίου πραγματικοί συγκύριοι δεν είναι αυτοί, αλλά οι καθ ων και οι εγκαλούντες, του οποίου η αξία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ζημιώνοντας αντιστοίχως κατά το ποσό αυτό συνολικά τους αντιδίκους τους στις παραπάνω δίκες. Ο εγκληματικός όμως σκοπός τους δεν επιτεύχθηκε, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως τους, διότι μέχρι να συζητηθούν όλες οι παραπάνω κλήσεις και η κυρία παρέμβαση, είχε εκδοθεί στις 11-9-2003, η 1404/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριπτε την ένδικη αγωγή τους ως προς τους εγκαλούντες και ασκούσε άμεση αρνητική επιρροή στην έκβαση των εκκρεμών δικών σε βάρος των λοιπών αντιδίκων τους που προαναφέρθηκαν, αναγκάζοντας τους σε παραίτηση από τις κλήσεις που αφορούσαν την κύρια αγωγή με αριθμ. έκθ. καταθ. 3482/1982 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 14-12-2004. β) Στην Αθήνα την 1-10-2002 έχοντας αποφασίσει να τελέσουν από κοινού την άδικη πράξη της απάτης στο Δικαστήριο, κατέθεσαν, την από 30-9-2002 έφεσή τους με αριθμ. έκθ. κατάθ. 8114/2002 επιδιώκοντας την εξαφάνιση της 4331/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την αποδοχή της με αρ. 3482/1982 αγωγής τους ως προς τους εγκαλούντες, ισχυριζόμενοι και ενώπιον των δικαστών εν γνώσει τους τα ίδια ψευδή περιστατικά, που στην υπό στοιχείο Ε1 πράξη του κατηγορητηρίου αναφέρονται και τα οποία επανέλαβαν ενώπιον τους κατά τη συζήτηση της έφεσης στις 29-5-2003, καταθέτοντας τις από 7-1-2003 προτάσεις τους, στις οποίες ισχυρίστηκαν πάλι τα ίδια ψευδή περιστατικά, επιπλέον δε επικαλέστηκαν τα στην παραπάνω πράξη του κατηγορητηρίου αναφερόμενα ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, με σκοπό να παραπλανήσουν τους Εφέτες και να τους πείσουν περί της αληθείας των αγωγικών ισχυρισμών τους, επιδιώκοντας κατά τον παραπάνω τρόπο να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθούν αυτοί αποκλειστικοί συγκύριοι του επίδικου ακινήτου σε βάρος των εγκαλούντων, αποσκοπώντας να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, του οποίου η αξία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ζημιώνοντας αντιστοίχως κατά το ποσό αυτό συνολικά τους αντιδίκους τους. Όμως, ο σκοπός τους δεν πραγματώθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως τους, δεδομένου ότι οι Εφέτες δεν πείστηκαν από τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και απέρριψαν την έφεση τους.
γ) Στο ....., έχοντας αποφασίσει να τελέσουν από κοινού την άδικη πράξη της απάτης στο Δικαστήριο κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα στις 17-7-2002 τη με αρ. 91/2002 αίτηση τους περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής εναντίον της εγκαλούσας Ζ, ισχυριζόμενοι τα στην υπ' αριθμ. 1α πράξη του κατηγορητηρίου ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία ισχυρίστηκαν και κατά τη συζήτηση της αίτησης στις από 24-6-2003 όμοιες προτάσεις τους, με τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους πλην των όσων στην υπό στοιχ. 1α πράξη του κατηγορητηρίου αναφέρονται και τις από ..... και ..... ψευδείς ένορκες καταθέσεις του Χ9 και του Σ, εν γνώσει της αναλήθειας των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, με σκοπό να πείσουν τον Ειρηνοδίκη να κάνει δεκτή την αίτηση τους, αναγνωρίζοντας τους προσωρινά αποκλειστικούς συννομείς του επιδίκου ακινήτου και διατάσσοντας την αποβολή της από τη νομή τους, ζημιώνοντας την ως άνω αντίδικο τους κατά την αξία της νομής του διεκδικούμενου από αυτούς ακινήτου που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Όμως, ο σκοπός τους δεν πραγματώθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως τους, διότι ο Ειρηνοδίκης δεν πείστηκε από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και απέρριψε την αίτηση με τη με αριθμ. 173/2003 απόφαση του ελλείψει κατεπείγοντος.
2) Στην ..... και στο ..... κατά τους παρακάτω χρόνους οι εκκαλούντες με περισσότερες πράξεις που αποτελούν, εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και συγκεκριμένα με πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τους παρακάτω να τελέσουν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:
α) στις 31-10-2002 στην Αθήνα με πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τον Χ7, προκειμένου αυτός με πρόθεση εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Δημητρίου Παϊκόπουλου στα πλαίσια της εκδίκασης της με αριθμ. 59/2002 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της Ζ κατά της Κοινότητας ..... τα εν γνώσει του ψευδή γεγονότα που. περιλαμβάνονται στα με αριθμ. 4/2003 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, όπως αναλυτικά διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο 10 του παρόντος κατηγορία.
β) στο ..... στις 24-6-2003 με πρόθεση έπεισαν τον Σ, ώστε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που. περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα: "Γνωρίζω καλά ως ..... που έχω γεννηθεί και κατοικώ μόνιμα στον ..... την οικογένεια Χ .... Η οικογένεια αυτή έχει και ένα κτήμα στη θέση ..... ....., που είναι δικό τους αποκλειστικά... Το κτήμα αυτό έχει έκταση 20 περίπου στρέμματα. Και έχει 200 περίπου ελαιόδενδρα και μερικές συκιές, λεμονιές και ένα πεύκο... Ο Χ3 έβαλε νερό στο κτήμα αυτό και έφτιαξε και μια βάση για να κτίσει, αλλά δεν συνέχισε γιατί αμέσως μετά το 1984 το κτήμα κάηκε από πυρκαγιά που έκαψε και άλλα κτήματα και φοβήθηκε ... Γνωρίζω, ότι το κτήμα αυτό στο Μ το έδωσε ο πατέρας του και μάλιστα με συμβόλαιο και κανείς άλλος δεν έκανε νομή στο κτήμα αυτό εκτός από την οικογένεια Χ, η οποία ενεργούσε πάντοτε για λογαριασμό της. Τη Ζ και τον άντρα της δεν τους γνωρίζω, δεν μένουν στον ....., δεν ασχολήθηκαν ποτέ με το κτήμα αυτό, αφού αυτό το είχαν δικό τους η οικογένεια Χ. Όλοι οι ντόπιοι στον ..... γνωρίζουν, ότι το κτήμα αυτό το νέμεται από πάρα πολλά χρόνια η οικογένεια Χ και ανήκει αποκλειστικά σ' αυτούς. Τη δε συγκομιδή του ελαιοκάρπου του 2002-2003 την ενήργησε ο Χ3 μαζί με εργάτες". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζαν όλοι, ότι η αλήθεια είναι η περιγραφόμενη στην υπό στοιχείο Α πράξη του κατηγορητηρίου και επιπλέον, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
γ) Στο ..... στις 24-6-2003 με πρόθεση έπεισαν τον Χ9, ώστε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση, όπως αναλυτικά διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο 8 του παρόντος κατηγορία.
δ) Στο ..... στις 29-8-2003 με πρόθεση έπεισαν τον Χ8, ώστε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον' προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση, όπως αναλυτικά διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο 9 του παρόντος κατηγορία.
Και ε) Στο ..... στις 29-8-2003 με πρόθεση έπεισαν τον Χ10, ώστε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση, όπως αναλυτικά διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο 11 του παρόντος κατηγορία.
3) Η Χ2 στην Αθήνα στις 17-3-2003 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της 18ης Πταισματοδίκη Αθηνών Αναστασοπούλου Δήμητρας στα πλαίσια έρευνας της από 27-2-2003 και με αρ. Α 2003/674 μηνύσεως του Χ3 με πρόθεση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα: "Ο μηνυτής (Χ3) είχε φτιάξει προ εικοσαετίας μία βάση για να φτιάξει σπίτι αλλά δεν έχτισε γιατί ξέσπασε εντωμεταξύ η πυρκαγιά και φοβήθηκε και ποτέ δεν εμποδίστηκε από κανέναν". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
4) Ο Χ9 στο ..... στις 24-6-2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα: "Γνωρίζω ακόμη, ότι η οικογένεια Χ είναι κύριοι και νομείς μεταξύ άλλων, ενός κτήματος με ελιές και διάφορα άλλα δένδρα όπως συκιές, λεμονιές κ.λ.π. που βρίσκεται στη θέση ..... ....., εκτάσεως 20 περίπου στρεμμάτων... Το κτήμα αυτό η οικογένεια Χ το κληρονόμησε από τον Μ, σύζυγο της Χ1 και πατέρα των υπολοίπων αιτούντων. Ο Μ το κτήμα αυτό το είχε πάρει με συμβόλαιο από τον πατέρα του Λ, εδώ και πενήντα χρόνια, όπως μου είχε πει ο πεθερός μου Θ, τα αδέρφια του και οι ίδιοι οι αιτούντες και όπως γνωρίζουν όλοι οι ..... . Στο κτήμα αυτό ο Χ3 το 1983 έφτιαξε μια τσιμεντένια βάση για να κτίσει, αλλά μετά την πυρκαγιά του 1984 δεν συνέχισε και από έλλειψη χρημάτων, αλλά και επειδή φοβήθηκε την πυρκαγιά του 1984 που έκαψε όλο το κτήμα και τα γειτονικά, μάλιστα δε, ξανακάηκε το 1996 ... . Ο Χ11 έχει κτήμα στον ..... κοντά στο επίδικο ... Και φέτος και τις προηγούμενες χρονιές τις ελιές τις μάζεψε από ολόκληρο το κτήμα ο Χ3, βοηθούμενος και από εργάτες. Πρέπει να τονίσω ότι κανένας άλλος, εκτός από την οικογένεια Χ, δεν έχει κάνει πράξεις νομής στο κτήμα, ούτε βέβαια η Ζ, που μένει μόνιμα στην Αθήνα. Όλοι οι ντόπιοι ..... γνωρίζουν ότι το κτήμα στη θέση ..... ανήκει αποκλειστικά' στην οικογένεια Χ και προηγούμενα στον πατέρα τους και πριν από αυτόν στον παππού τους, Λ". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι η περιγραφόμενη στην υπό στοιχείο Α πράξη του κατηγορητηρίου και επιπλέον, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά. το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
5) Ο Χ8 στο ..... στις 29-8-2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη με αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα: "Στο ..... της περιοχής ..... ο πεθερός μου, Φ είχε ένα αγρό που δυτικά συνόρευε με ένα αγρό της πιο πάνω οικογενείας του Μ ... Το κτήμα της οικογένειας Μ έχει έκταση 20 περίπου στρεμμάτων και έχει μέσα 180-200 ελαιόδενδρα και μερικές συκιές και συνορεύει ανατολικά με το πιο πάνω κτήμα του πεθερού μου και με κτήματα των Τ και Ρ, δυτικά εν μέρει με δρόμο και εν μέρει με δάσος, βόρεια με δρόμο και μετά από αυτόν με θάλασσα και νότια με κτήματα Τ, Ρ και με δάσος Υ. Όπως έχω ακούσει από τον πεθερό μου και από άλλους ..... το κτήμα αυτό του Μ στο ..... ανήκε στον πατέρα του Λ, που το παραχώρησε στο γιο του Μ στην κατοχή και μετά του έκανε και συμβόλαιο. Ο παππούς Λ είχε τρία παιδιά, το Μ, τη Χ6 και την Χ7, τους μοίρασε την κτηματική του περιουσία και το κτήμα στο ..... το έδωσε στο γιο του Μ. Στον αγρό εκτός από τις ελιές, καλλιεργούσαν παλιά και σιτηρά και γενικά στην καλλιέργεια του κτήματος αυτού βοηθούσαν και τα πεθερικά του Μ, αλλά και τα αδέλφια της γυναίκας Θ, ΘΘ και Χ11 και βέβαια ασχολούνταν και η γυναίκα του Χ1. Αυτά γίνονταν κυρίως, όταν ο Μ έμενε στην Αθήνα, όπου και εργαζόταν. Μετά το θάνατο του Μ προ 30 ετών περίπου, το κτήμα το καλλιεργούν και γενικά το επιμελούνται η οικογένεια του, η γυναίκα του που μένει στον ..... και τα παιδιά του, που ήδη έχουν παντρευτεί και βοηθάνε και οι γαμπροί, αλλά παίρνουν και εργάτες. Με το κτήμα αυτό ασχολείται κυρίως ο Χ3 και για λογαριασμό της μητέρας του και των αδελφών του. Αυτοί συρματόπλεξαν αρχικά το κτήμα και μετά ο Χ3 το χάλασε και έφτιαξε μάνδρα με τσιμέντο βορεινά, όπου έκανε και σιδερένια πόρτα και εν μέρει δυτικά. Το κτήμα αυτό, όπως και άλλα στην περιοχή ..... έπιασε φωτιά και στο κτήμα Χ κάηκαν σχεδόν όλα τα ελαιόδενδρα. Αυτό έγινε το 1984 και μάλιστα κάηκε και το κτήμα του πεθερού μου. Η οικογένεια Χ με τη βοήθεια και άλλων με συνεχή κλαδέματα επανέφεραν το κτήμα και ύστερα από 4-5 χρόνια άρχιζε να καρπίζει κανονικά, όπως γίνεται συνήθως, όταν το περιποιηθείς...... Το κτήμα Χ και μερικά ακόμη στο ..... έπιασαν πάλι φωτιά το 1996 από το σκουπιδότοπο της Κοινότητας και επλήγησαν στο κτήμα αυτό τα μισά περίπου ελαιόδενδρα, αλλά η οικογένεια Χ με συνεχή πάλι κλαδέματα κατάφερε τα πληγέντα δένδρα από πρόπερσι να καρπίζουν. Μόνο την οικογένεια Χ βλέπουμε σ' αυτό το κτήμα και κανένα άλλον και όλοι οι ..... γνωρίζουμε, ότι το κτήμα αυτό στο ..... ανήκει αποκλειστικά στην οικογένεια του Μ". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι η περιγραφόμενη στην υπό στοιχείο Α πράξη του κατηγορητηρίου και επιπλέον, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
6) Ο Χ7 στην Αθήνα στις 31-10-2002 με πρόθεση εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Δημητρίου Παϊκόπουλου στα πλαίσια της εκδίκασης της με αριθμ. 59/2002 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της Ζ κατά της Κοινότητας ..... τα ψευδή γεγονότα που περιλαμβάνονται στα με αριθμ. 4/2003 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και ειδικότερα να καταθέσει: "...Το 1983 ο 1ος παρεμβαίνων, Χ3, έβγαλε άδεια οικοδομής από την Πολεοδομία για να κτίσει εντός του. ακινήτου. Οι εργασίες ξεκίνησαν αλλά διεκόπησαν χωρίς να γνωρίζω για ποιο λόγο... Στο κτήμα έχω να πάω περίπου ένα χρόνο. Απ' ότι γνωρίζω η πόρτα του ακινήτου μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε..". Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Τα δε αληθή, τα οποία γνώριζε είναι ότι, ο Χ3 κατασκεύασε στο επίδικο το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες. Επίσης τότε κατασκεύασε ένα μαντρότοιχο και μία σιδερένια πόρτα. Μόλις οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση αυτών των ενεργειών πήγαν στον ....., σταμάτησαν τη διαδικασία τοποθέτησης της κλειδαριάς, απέβαλαν το Χ3 και έκτοτε χρησιμοποιούν οι ίδιοι την πόρτα. Από το 1997 οι εγκαλούντες κλείδωσαν την πόρτα με χοντρή αλυσίδα και λουκέτο και δεν ξανανοίχτηκε μέχρι τον Αύγουστο του 2003.
7) Ο Χ10 στο ..... στις 29-8-2003 με πρόθεση εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα εν γνώσει του τα ψέματα που περιλαμβάνονται στη ..... ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα: "Όπως γνωρίζω από τον πατέρα μου και τους άλλους συγγενείς, ο Λ, πατέρας του Μ και παππούς των παραπάνω εξαδέλφων μου, του είχε δώσει του Μ από παλιά ένα αγρόκτημα στη θέση ..... είκοσι περίπου στρεμμάτων, που έχει μέσα 200 περίπου ελαιόδενδρα, μερικές συκιές κι άγριες λεμονιές και ένα πεύκο. Ο παππούς Λ, όπως μου είπε ο πατέρας μου, το κτήμα αυτό το έκανε στο γιο του και με συμβόλαιο. Όταν ο Μ έμενε στην Αθήνα, το καλλιεργούσαν και μάλιστα παλιά και με στάρια, δηλαδή το έσπερναν, κλάδευαν τις ελιές και μάζευαν τον ελαιόκαρπο, συχνά δε ερχόταν στον ..... και η θεία μου Χ1, ο πατέρας μου και οι θείοι μου Χ11 και ΘΘ, ακόμη και οι γονείς του πατέρα μου, βοήθαγε δε και η θεία μου Χ1. Το κτήμα αυτό συνορεύει προς ανατολάς με κτήματα φ, Τ και Ρ, βόρεια με δρόμο και πιο πέρα με θάλασσα, δυτικά εν μέρει με δρόμο και εν μέρει με δάσος και νότια με ιδιοκτησίες Τ, Ρ και δάσος Υ. Το κτήμα αυτό είχε περίφραξη με σύρμα, που την είχε κάνει η οικογένεια Μ και ο εξάδελφος μου Χ3 τη χάλασε και έκανε νέα από μπετόν στο βοριά, όπου έβαλε και σιδερένια πόρτα και εν μέρει δυτικά. Στο κτήμα αυτό ο Χ3 το 1983 έφτιαξε μία τσιμεντένια βάση για να κτίσει και μάλιστα τη βάση αυτή την ανοίξαμε μαζί με το γαμπρό μου από αδελφή, Χ9, με δικά μας μηχανήματα, ανοίξαμε βόθρο και ισοπεδώσαμε διάφορες ανωμαλίες στο κτήμα με τη μπουλντόζα μας. Το κτίσιμο όμως ο Χ3 δεν το συνέχισε, γιατί όλο το κτήμα αυτό και η γύρω περιοχή κάηκε από την πυρκαγιά του 1984 με συνεχή όμως κλαδέματα των ελαιοδένδρων στο κτήμα αυτό η οικογένεια Χ και με τη βοήθεια του θείου μου ΘΘ, Σ και Ω, το επανέφεραν και ύστερα από 4-5 χρόνια άρχιζε να καρπίζει κανονικά, όπως γίνεται αν το κτήμα το κλαδεύουν κανονικά. Το κτήμα αυτό κάηκε πάλι από φωτιά του σκουπιδότοπου της Κοινότητας και επλήγησαν τα μισά περίπου ελαιόδενδρα, αλλά η οικογένεια Χ με συνεχή κλαδέματα έκαναν να καρπίσουν τα καμένα από την πυρκαγιά του 1996 από πρόπερσι. Το κτήμα αυτό το επιμελείται κυρίως ο Χ3 με τη μητέρα του για λογαριασμό βέβαια και των αδελφών του, αυτός μαζεύει τις ελιές, που τον βοηθούν όταν μπορούν οι αδελφές του Χ2 και Χ5 με τους άνδρες του, αλλά παίρνει και εργάτες. Οι ελιές του κτήματος αυτού οι περισσότερες είναι παλιές. Κοντά στο κτήμα αυτό έχει κτήμα ο θείος μου Χ11. Η θεία μου Χ1 πήρε αποζημίωση για τις πυρκαγιές στο κτήμα ....., όπως παίρνει και την επιδότηση για το λάδι. Εμείς όλοι οι συγγενείς και όλοι οι ..... γνωρίζουμε, ότι το κτήμα στη θέση ....., ανήκει αποκλειστικά στην οικογένεια του Μ και σε κανένα άλλον και οι συγγενείς του πατέρα τους δεν έκαναν ποτέ καμία πράξη νομής στο κτήμα αυτό, παρά μόνο η οικογένεια Μ και πριν ο Κ και ο πατέρας του, Λ". Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε, ότι η αλήθεια είναι η περιγραφόμενη στην υπό στοιχείο Α πράξη του κατηγορητηρίου και επιπλέον, ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μια πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία, που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε.
Και 8) Ο Χ3 στην Αθήνα στις 17-3-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία τέλεσαν και ειδικότερα με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τη Χ2 και το Χ11, ώστε εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσουν εν γνώσει τους ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο τους έπεισε να καταθέσουν ενόρκως ενώπιον της 18ης Πταισματοδίκη Αθηνών Αναστασοπούλου Δήμητρας, στα πλαίσια έρευνας της από 27-2-2003 και με αρ. Α 2003/674 μηνύσεως του τα ακόλουθα: α) η Χ2: "Ο μηνυτής (Χ3) είχε φτιάξει προ εικοσαετίας μία βάση για να φτιάξει σπίτι, αλλά δεν έκτισε γιατί ξέσπασε εν τω μεταξύ η πυρκαγιά και φοβήθηκε και ποτέ δεν εμποδίστηκε από κανέναν". β) ο ΘΘΘ: "Ο μηνυτής (Χ3) έβγαλε άδεια να κτίσει σπίτι μέσα στο επίδικο και έφτιαξε και μία μάνδρα από τσιμέντο στη βόρεια πλευρά και ένα κομμάτι μικρό (ανατολικά)... έχει τώρα μία βάση που έφτιαξε προ εικοσαετίας για να κτίσει και επειδή δύο φορές έχει πάρει φωτιά το κτήμα ο μηνυτής φοβήθηκε να κτίσει το σπίτι στον ...". Όλα τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή και γνώριζε ότι η αλήθεια είναι ότι στο επίδικο εκδηλώθηκε μόνο μία φορά πυρκαγιά το 1984 και καμία άλλη πυρκαγιά το 1996, ο δε Χ3 κατασκεύασε σε αυτό το έτος 1983 αυθαίρετα μια βάση από τσιμέντο για να κατασκευάσει κατοικία που δεν ολοκληρώθηκε, επειδή τον εμπόδισαν οι εγκαλούντες και όχι, διότι ξέσπασε η δεύτερη πυρκαγιά και φοβήθηκε...". Περαιτέρω δέχεται ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι επικαλέστηκαν, ενώπιον των ως άνω δικαστηρίων, με τις αντίστοιχες προτάσεις τους, τις ως άνω ψευδείς μαρτυρικές καταθέσεις, ισχυρισθέντες ότι δήθεν είχαν την αποκλειστική κυριότητα και νομή του επιδίκου ακινήτου και ότι δήθεν είχαν καταστεί συγκύριοι με χρησικτησία. Όμως οι ως άνω απόψεις τους δεν έγιναν δεκτές από τα ως άνω δικαστήρια, με συνέπεια να απολέσουν αυτοί τις σχετικές δίκες. Έτι δε περαιτέρω ενισχύεται η κατά των εκκαλούντων κατηγορία ότι δηλαδή αυτοί αποπειράθηκαν να εξαπατήσουν τους δικάσαντες δικαστές των ως άνω δικαστηρίων, χρησιμοποιώντας τις μαρτυρικές, ως άνω ψεύδορκες καταθέσεις των συγκατηγορούμενών τους, τους οποίους παρότρυναν να καταθέσουν ψευδώς, όπερ και πέτυχαν, χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα. Εξάλλου το συμβούλιο στο βούλευμα του αναφέρει ότι το Εφετείο Αθηνών με την 1404/2004 απόφαση του, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά τα δύο τρίτα του στους εγκαλούντες Ζ και Η και όχι στους εκκαλούντες κατηγορούμενους, όπως αναληθώς αυτοί ισχυρίζονται. Αξιοσημείωτο για το συμβούλιο είναι ότι, με τις ένδικες εφέσεις τους επικαλούνται έλλειψη δόλου εκ μέρους τους (ιδ. σχ. 11η σελίδα των εφέσεών τους), πλην όμως αυτοί παράλληλα εξακολουθούν να διεκδικούν το επίδικο ως ίδιο, αφού άσκησαν αίτηση αναιρέσεως της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καταθέσαντες μάλιστα και πρόσθετους λόγους αναίρεσης και συνεπώς διατείνονται και πάλι ότι είναι κύριοι του επιδίκου ακινήτου. Εν τέλει γίνεται δεκτό ότι είναι αληθές ότι σε παρεμφερή δίκη αφορώσα και αυτή τα επίδικο ακίνητο, κρίθηκαν αθώοι δύο από τους εκκαλούντες, η Χ2 και ο Χ3, για τη πράξη της απόπειρας απάτης, η οποία όμως αφορά άλλη ημερομηνία (5-3-2002) και δεν υπάρχει, κατά συνέπεια, δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία από την απόφαση εκείνη. Σχετικό ισχυρισμό δεν προέβαλαν εξάλλου ούτε οι εκκαλούντες. Επομένως δεν ανατρέπεται η κατά των εκκαλούντων κατηγορία, από το περιεχόμενο της παραπάνω απόφασης, με την οποία το δικαστήριο απάλλαξε αυτούς λόγω αμφιβολιών, με συνέπεια να προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και συνεπώς ορθά το συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και δεν έσφαλλε. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί του ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κατά συναυτουργία απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 386 §§1, 3β' Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σαφώς αιτιολογείται με την απόφαση ότι α) οι κατηγορούμενοι 1) ενήργησαν από κοινού (δίχως να απαιτείται και ειδικότερος προσδιορισμός των κατ' ιδίαν πράξεων εκάστου) και με σκοπό να περί ποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος και δη την απόκτηση κυριότητας σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο του οποίου η αξία κατά το μέρος που δεν ανήκει σ'αυτούς υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ, συνολικά, με αντίστοιχη ζημία των εγκαλούντων 2) προκειμένου να παραπλανήσουν τα δικαστήρια, παρέστησαν ψευδώς τα πραγματικά περιστατικά, που προαναφέρθηκαν, χρησιμοποίησαν δε για την απόδειξή τους ψευδή αποδεικτικά μέσα, τα οποία και αναφέρονται αναλυτικά και 3) γνώριζαν ότι το όφελος στο οποίο αποσκοπούσαν ήταν παράνομο και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν ήταν ψευδή και β) ότι η μη επίτευξη του κέρδους και η μη επέλευση της ζημίας οφείλεται σε λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους και ειδικότερα στο ότι δεν παραπλανήθηκαν τα δικαστήρια. Περαιτέρω και ως προς την πράξη της ψευδορκίας και της ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας η απόφαση περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ειδικά αιτιολογείται το ψευδές των ενόρκως κατατεθέντων από τους μάρτυρες και η γνώση αυτών για την αναλήθειά των, προσδιορίζονται δε και τα μέσα τα οποία οι ηθικοί αυτουργοί χρησιμοποίησαν για να προκαλέσουν στους αυτουργούς την απόφαση να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Επομένως ο από τη διάταξη του άρθρου 484 περ. δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου ο πρώτος λόγος των αναιρέσεων με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για την έλλειψη αναφοράς σ' αυτό των διατάξεων των άρθρων του ΠΚ, που προβλέπουν τις πράξεις για τις οποίες παραπέμπονται, είναι απαράδεκτος, γιατί τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, αφού καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 42 & 1 του ν. 3160/2003. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, πρέπει όλες oι αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμες, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι για έρευνα. Ενόψει όμως του ότι οι υπό κρίση αιτήσεις είναι τυπικά δεκτές στρέφονται δε και κατά του μέρους του παραπεμπτικού βουλεύματος που αναφέρεται στην πράξη της ψευδορκίας, και δεδομένου ότι από του χρόνου τελέσεως των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής σ' αυτές αυτουργίας έχει περάσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών δηλαδή έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής αυτών, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε γι' αυτές, για όλους τους κατηγορουμένους (άρθρο 469 ΚΠΔ), αφού η παραγραφή είναι θεσμός δημοσίας τάξης και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (310&1, 370 ΚΠΔ) η δε διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ δεν ισχύει επί βουλευμάτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 120, 119, 118, 121 και 122/2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 αντιστοίχως, για αναίρεση του 978//2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, το παραπάνω βούλευμα και ειδικότερα ως προς τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας και ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε για τις παραπάνω πράξεις, κατά των κατηγορουμένων
Α) Χ8, Χ10 και Χ3 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία φέρεται ότι τέλεσαν, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα Αττικής, ο μεν πρώτος και δεύτερος στις 29-8-2003 ο δε τρίτος στις 24-6-2003 και
Β) κατά των παραπάνω κατηγορουμένων Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέστηκε στον τόπο και κατά το χρόνο που προσδιορίζεται και για τους ανωτέρω αυτουργούς, καθώς και την 24-6-2003, που τελέστηκε στο ..... από τον αυτουργό Σ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα απάτης από κοινού στο Δικαστήριο, σε βαθμό κακουργήματος, κατ’ εξακολούθηση, ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κακή εφαρμογή νόμου. Αναιρεί εν μέρει για ψευδορκία. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για αυτήν και την ηθική αυτουργία λόγω παραγραφής.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Απόπειρα, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2639/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, περί αναιρέσεως της 78/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων. Το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 651/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την παράγρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8παρ. 1 του Ν. 2336/1955 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων κ.λ.π.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρ. 655 ΑΚ). Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, καθώς και αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονταν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, ή από το νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, το νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, το νόμο ή το έθιμο κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 78/2008 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, δηλαδή, στα ..... κατά το χρονικό διάστημα από 6/10/04 μέχρι 31/3/06, με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 με τις οποίες "κάθε εργοδότης ή Διευθυντής ή Εκπρόσωπος επιχείρησης που δεν καταβάλει εμπρόθεσμα, στον απασχολούμενο σ' αυτόν αντί μισθού ή ημερομισθίου, τις οφειλόμενες αποδοχές ή χορηγίες, οι οποίες καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας ή τις Διοικητικές πράξεις ή το Νόμο ή το έθιμο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 μήνες και χρηματική ποινή" και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του εργοδότη ως εκπρόσωπος του Οργανισμού Συλ. Διαχείρ. Δικαιωμ. Ελλήνων Μουσικών (Συν. ΠΕ), αν και απασχόλησε τον Α, ως εισπράκτορα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε μέχρι και την 19-5-2006 το χρηματικό ποσό των 4.570,59 ευρώ, που αντιστοιχεί σε οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, για την ως άνω χρονική περίοδο, ποσό που αποτελεί υπόλοιπο αποδοχών του εγκαλούντα για το ως άνω χρονικό διάστημα που εργάστηκε στην επιχείρηση του. Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή αν οι οφειλόμενες αποδοχές του δικαιούχου εργαζομένου καθορίζονται από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή από το νόμο κ.λ.π., ούτε σε τι είδος, διάρκεια και ύψος αμοιβής εργασίας κατά μονάδα αντιστοιχούν οι οφειλόμενες αποδοχές, ούτε αν οι οφειλές αυτές στηρίζονταν σε έγκυρη σύμβαση εργασίας ή σε απλή σχέση εργασίας. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει το ληξιπρόθεσμο καταβολής κάθε επιμέρους οφειλής εντός των ετών 2004, 2005 και 2006, ούτε επίσης εξειδικεύει το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι των συνολικών δικαιουμένων αποδοχών, ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί το υπόλοιπο. Οι ελλείψεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα να μην είναι εφικτή η κρίση από τον Αρειο Πάγο, περί του πραγματικού ύψους των οφειλομένων αποδοχών. Τέλος από την παραδοχή της απόφασης, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αν και απασχόλησε τον Α από 6-10-2004 μέχρι την 31-3-2006 δεν κατέβαλε σ' αυτόν τις οφειλόμενες αποδοχές ποσού 4.570,59 ευρώ μέχρι και την 19-5-2006 δημιουργείται ασάφεια ως προς το χρόνο διάρκειας της σύμβασης εργασίας, με αποτέλεσμα να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχήν ως βασίμων των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 78/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως εφετείο. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
????????
2639/2008 σελ. 66
|
ΑΝ 690/1945. Αναιρείται 1) για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς ύψος αποδοχών, είδος εργασίας κλπ., 2) έλλειψη νόμιμης βάσης (εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ΑΝ 690/1945). Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 2638/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 4616/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βλάχο και αυτοπροσώπως η ίδια ως δικηγόρος. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δημάκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 62/19-11-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1925/2007.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, την κατηγορούμενη που παραστάθηκε αυτοπροσώ-πως με την ιδιότητα του δικηγόρου και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και αυτός της υπέρβασης εξουσίας. Προκειμένου δε για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά, καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο έκρινε ότι με την υπαγωγή τους στην οικεία ουσιαστική ποινική διάταξη, δεν συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο.
Αφετέρου, υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού, γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 2472/1997 "περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ορίζεται ότι "δια τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων". Επίσης, με το άρθρο 22 παρ. 4 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι "όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή..., με την υπ' αρ. 8 παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "αν οι πράξεις των παρ. 1 έως 5 του παρόντος άρθρου τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 4616/2007 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δεν αποδείχθηκε βάσιμα και με τρόπο που να δημιουργείται ασφαλής δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο, ότι η κατηγορούμενη από πρόθεση ανακοίνωσε χωρίς δικαίωμα σε τρίτα μη δικαιούμενα πρόσωπα, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της μηνύτριας Ψ, που περιέλαβε στην από 20-12-2002 επιστολή της. Και τούτο διότι τα στοιχεία της επαγγελματικής και οικογενειακής κατάστασης της μηνύτριας που αναφέρονται στην παραπάνω επιστολή, περιήλθαν σε γνώση της κατηγορουμένης κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, προκειμένου αυτή να ασκήσει αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης της αρμόδιας επιτροπής, με την οποία προσλήφθηκε η μηνύτρια σε προκηρυχθείσα θέση δικηγόρου στο ΤΑΠ-ΟΤΕ, ενώ αυτή κατατάχθηκε στη δεύτερη θέση, θεωρώντας ότι η απόφαση της εν λόγω επιτροπής είναι άδικη και εσφαλμένη. Στα πλαίσια της διένεξης αυτής και εφόσον τα στοιχεία αυτά είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί με την κατάθεση και συζήτηση στη συνέχεια της αίτησης ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, η κατηγορουμένη συνέταξε και κοινοποίησε την επίμαχη επιστολή, στην οποία πίστευε ότι μπορούσε να περιλάβει και τα στοιχεία αυτά, όχι με σκοπό να ανακοινώσει σε τρίτους προσωπικά δεδομένα της μηνύτριας, αλλά για να προστατεύσει πλέον αποτελεσματικά τα συμφέροντά της, αφού με την κοινοποίηση της επιστολής σε διάφορους δημόσιους φορείς και όχι σε ιδιώτες φυσικά πρόσωπα, ήθελε να ασκήσει κριτική και να εκφράσει την έντονη διαμαρτυρία της για την απόφαση αυτή, που θεωρούσε κατάφωρα άδικη και πίστευε ότι προβάλλοντας έτσι τις απόψεις της, θα πετύχαινε τη δικαίωσή της από το Δικαστήριο, όπως και έγινε, αφού με την υπ' αριθμ. 1009/2004 απόφασή του το Συμβούλιο Επικρατείας έκανε δεκτή την αίτησή της και ακύρωσε την επίμαχη απόφαση της επιτροπής. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, εφόσον δεν στοιχειοθετείται βάσιμα το υποκειμενικό στοιχείο της ανωτέρω πράξης που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, πρέπει αυτή να κηρυχθεί αθώα, λόγω αμφιβολιών".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την, από τις μνημονευθείσες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, μολονότι δέχεται ότι η κατηγορουμένη δεν είχε δόλο, καθόσον συμπεριέλαβε στην επίμαχη επιστολή της δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της μηνύτριας Ψ, όχι με σκοπό να ανακοινώσει αυτά σε τρίτα, μη δικαιούμενα πρόσωπα, αλλά για να προστατεύσει πιο αποτελεσματικά τα δικά της συμφέροντα, ότι δηλαδή δεν είχε άμεσο δόλο, όμως, δεν ερεύνησε και πολύ περισσότερο δεν αξιολόγησε, τη μη συνδρομή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και των άλλων μορφών του δόλου, δηλαδή του αναγκαίου και του ενδεχόμενου, ενόψει του ότι, για την υποκειμενική συγκρότηση του αδικήματος του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2472/97, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος. Πέραν αυτών, ενώ διαλαμβάνει ότι η κατηγορουμένη συνέταξε και κοινοποίησε την αναφερθείσα επίμαχη επιστολή της, στην οποία συμπεριέλαβε και εκ του νόμου απαγορευμένα στοιχεία, δηλαδή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της μηνύτριας, πιστεύοντας, αφενός μεν ότι μπορούσε να τα συμπεριλάβει και αφετέρου ότι, με τον τρόπο αυτό, θα πετύχαινε τη δικαίωσή της από το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο είχε προσφύγει, εν τούτοις, δεν ερευνά, αν η έλλειψη του άμεσου δόλου, εκ μέρους της κατηγορουμένης, την οποία δέχεται, οφείλεται σε νομική πλάνη, η ύπαρξη της οποίας αποκλείει τον καταλογισμό, μόνον εφόσον είναι συγγνωστή (αρ. 31 παρ. 2 του Π.Κ.). Τέλος, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με τη μνησθείσα απόφασή του, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, καθόσον, δεν ερεύνησε καθόλου αν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης συνέτρεξε αμέλεια, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τη μνησθείσα παρ. 8 του άρθ. 24 του Ν. 2472/97, το αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε ελλείψει δόλου η κατηγορουμένη, τιμωρείται και από αμέλεια, η δε μεταβολή της κατηγορίας από δόλια σε αμελή τέλεση, είναι καθόλα επιτρεπτή.
Πρέπει, συνακόλουθα, να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, σημειωτέον, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της υπό του άρθρου 479 παρ. 2 Κ.Π.Δ. οριζόμενης προθεσμίας, από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο (η προσβαλλόμενη καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 19-10-2007 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 19-11-2007), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 4616/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα Α.Π. Για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εκ του άρθρ. 22 παρ. 4 Ν.2472/97 εγκλήματος, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον, εκτός του άμεσου δόλου, που δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε, δεν ερεύνησε την ύπαρξη των άλλων μορφών δόλου. Επίσης γίνεται δεκτός ο λόγος της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, διότι δεν ερευνήθηκε αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχε αμέλεια στο πρόσωπο της κατηγορούμενης, αφού το ως άνω έγκλημα τιμωρείται και εξ αμελείας. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα.
| 0
|
Αριθμός 2640/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκαν με τις αποφάσεις 248/1997 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και 966/1990 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών και το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 100/2008.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 117/11.03.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό σας την από 19-11-2007 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του κρατουμένου των Φυλακών Αλικαρνασσού Χ και εκθέτω τα εξής:
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι απαράδεκτη, εφ' όσον στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης (ΑΠ 1656/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ. 717). Ως καταδικαστική χαρακτηρίζεται η απόφαση με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητικής της ελευθερίας ή χρηματική (ΑΠ 51/2003 Ποιν. Χρ. ΝΓ. 896). Δεν θεωρείται καταδικαστική απόφαση εκείνη με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως (ΑΠ 302/2000 Ποιν. Χρ. Ν. 887, ΑΠ 161/2006). Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής βαρύτερο έγκλημα υπάρχει, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξης και μεταβάλλεται το είδος της, όχι όμως και όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου, λόγω νέων κριτηρίων για την εκτίμηση της προσωπικότητάς του ή λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής (βλ. ΑΠ 84/2006). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο γίνεται δεκτό ότι δεν προβάλλεται παραδεκτώς ως λόγος επανάληψης διαδικασίας, το γεγονός ότι ο καταδικασθείς, κατά τον χρόνο τέλεσης βρισκόταν σε κατάσταση ελαττωμένου καταλογισμού (βλ. ΑΠ 439/1976 Ποιν. Χρον. ΚΣΤ' 828).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται, σύμφωνα με το περιεχόμενο της "....η επανάληψη της διαδικασίας της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που αντιστοιχεί εις την 966/90 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και δια επανάληψη της διαδικασίας της 966/90 Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Τα νέα στοιχεία που σας προσκομίζω είναι οι επισυναπτόμενες ιατρικές γνωματεύσεις, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να τύχω μειωμένου καταλογισμού ως ορίζει η σχετική νομοθεσία..." (βλ. αίτηση). Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη. Γιατί όσον αφορά την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που "αντιστοιχεί εις την 966/90", αυτή είναι η 248/26-2-97 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 966/1990 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Συνεπώς εφόσον αυτή η απόφαση δεν είναι "καταδικαστική", σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις, απαραδέκτως επιδιώκεται ως προς αυτήν η επανάληψη διαδικασίας. Αλλά και ως προς την 966/1990 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο ήδη αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 11 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 50.000 δρχ. και επί πλέον φυλάκιση 8 μηνών που εκτίεται αθροιστικώς, για απόπειρα ληστείας, επικίνδυνη σωματική βλάβη, οπλοφορία και οπλοχρησία, η αίτηση επανάληψης είναι απαράδεκτη, αφού ο αιτών υποστηρίζει ότι με τα νέα στοιχεία που επικαλείται, έπρεπε να κριθεί ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης το έτος 1989, είχε "μειωμένο καταλογισμό", δεδομένου ότι όπως παραπάνω αναφέρεται και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού του, δεν προκύπτει ότι ο αιτών ήταν αθώος ή καταδικάστηκε για "βαρύτερη" πράξη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά απλώς έπρεπε να τύχει ενδεχομένως επιεικέστερης αντιμετώπισης ως προς την ποινή. Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
Ι. Να απορριφθεί η από 19-11-2007 αίτηση του Χ, κρατουμένου Φυλακών Αλικαρνασσού, για επανάληψη διαδικασίας, σχετικά με την 248/1997 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και 966/1990 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 21 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής"
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι απαράδεκτη, όταν στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης. Ως καταδικαστική χαρακτηρίζεται η απόφαση με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητικής της ελευθερίας ή χρηματική. Δεν θεωρείται καταδικαστική απόφαση εκείνη με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως αλλά διαπιστώνει το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως. Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής βαρύτερο έγκλημα υπάρχει, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος της όχι όμως και όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου, λόγω νέων κριτηρίων για την εκτίμηση της προσωπικότητας του ή λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. Γι'αυτό δεν προβάλλεται παραδεκτά ως λόγος επανάληψης της διαδικασίας, το γεγονός ότι ο καταδικασθείς, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης βρισκόταν σε κατάσταση ελαττωμένου καταλογισμού. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ ο οποίος, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 3 Ιουνίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα Κ.Φ. Αλικαρνασσού ....., όμως δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), δηλώσας εγγράφως ότι δεν επιθυμεί τούτο, με την από 19-11-2007 αίτησή του, ζητεί, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, "την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που αντιστοιχεί εις την 966/90 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και την επανάληψη της διαδικασίας της 966/1990 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων". Περαιτέρω, προκειμένου να θεμελιώσει την αίτησή του, επικαλείται με αυτήν, ως νέα κρίσιμα στοιχεία, τις επισυναπτόμενες ιατρικές γνωματεύσεις σύμφωνα με τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, έπρεπε να τύχει, μειωμένου καταλογισμού. Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση είναι απαράδεκτη. Ειδικότερα: 1) όσον αφορά την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που "αντιστοιχεί εις την 966/90 απόφαση" αυτή είναι η 248/26-2-1997 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 966/1990 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, δοθέντος δε ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν είναι καταδικαστική, απαραδέκτως επιδιώκεται ως προς αυτήν η επανάληψη της διαδικασίας και 2) όσον αφορά την 966/1990 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο ήδη αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 11 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 50.000 δρχ. και επιπλέον φυλάκιση 8 μηνών που εκτίει αθροιστικώς, για απόπειρα ληστείας, επικίνδυνη σωματική βλάβη, οπλοφορία και οπλοχρησία, αφού ο αιτών ισχυρίζεται ότι με τα στοιχεία, που επικαλείται, έπρεπε να κριθεί ότι κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων, δηλαδή κατά το έτος 1989, είχε "μειωμένο καταλογισμό", απαραδέκτως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, επιδιώκεται και ως προς αυτήν η επανάληψη της διαδικασίας, γιατί δεν καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Συνεπώς, πρέπει, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί, στο σύνολο της, η αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2007 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 248/1997 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και την 966/1990 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ εις βάρος του αιτούντος.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερήμην. Απόρριψη αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. 1) η απόφαση που απορρίπτει την έφεση δεν είναι καταδικαστική. 2) ο λόγος που αφορά την μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό δεν είναι παραδεκτός.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
Αριθμός 2637/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2754/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 265/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 238/08.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθ. 22/30-1-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθ. 2754/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 2600/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 375 παρ. ιβ Π.Κ). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 560/9-10-2007 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος στις 21-1-2008 και στον ίδιο στις 2-2-2008 (δείτε σχετικά αποδεικτικά). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, αφού ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και δη αυτόν της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π. Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π. Χρ. ΝΖ/33, ΑΠ 2464/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ/627)).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ: όπως το τελ. εδ. προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 α του Ν. 2721/1999 "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000 €) ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Εντεύθεν προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) ξένο, ολικά ή μερικά, κινητό πράγμα και το οποίο ως τέτοιο, θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό κώδικα, β) να περιήλθε αυτό, κατά οποιονδήποτε τρόπο και να βρίσκεται, κατά τον χρόνο της πράξης, στην κατοχή του υπαιτίου, γ) παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον τελευταίο, δηλαδή χωρίς συναίνεση του κυρίου του πράγματος αυτού ή δίχως άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος εμφανίζεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που φανερώνει εξωτερίκευση της βούλησης του να ενσωματώσει στην περιουσία του το υπό την κατοχή του ευρισκόμενο ξένο κινητό πράγμα (ΑΠ 1066/ 2004 Π. Χρ.ΝΕ/511, ΑΠ 311/2005 Π.Χρ. ΝΕ/970). Η ως άνω πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και όταν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 532 παρ. 1 Α.Κ., αν στην πώληση έχει τεθεί ο όρος ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα ωσότου αποπληρωθεί το τίμημα, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ο πωλητής σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή, έχει δικαίωμα είτε να απαιτήσει το τίμημα είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ασκώντας τα δικαιώματά του από την κυριότητα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στην περίπτωση πωλήσεως κινητού πράγματος με τον όρο παρακράτησης της κυριότητος αυτού από τον πωλητή μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος, αν ο αγοραστής περιέλθει σε υπερημερία, ο πωλητής έχει δικαίωμα ή να εμμείνει στην πώληση και να αξιώσει την αποπληρωμή του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει και να ζητήσει την επιστροφή του πράγματος. Στην τελευταία περίπτωση ο αγοραστής αν ιδιοποιηθεί παράνομα το πράγμα διαπράττει υπεξαίρεση (ΑΠ 1848/2000 Π.Χρ. ΝΑ/814 Α.Π 920/2002 Ποιν. Δικ. 2002/1205). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 2754/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση της παρ' αυτώ εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι " από το σύνολο του συλλεγέντος δια της κυρίας ανακρίσεως και της προηγηθείσας αυτής προκαταρκτικής εξετάσεως αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α και Β σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία ως και το απολογητικό υπόμνημα του κατηγορουμένου προκύπτουν τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα εταιρεία, με την επωνυμία "ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Α.Ε.Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ..... και έχει ως αντικείμενο την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία και πώληση μηχανών σοβατίσματος, τύπου "ΕΚΤΟΞΕΥΤΗΣ", την 20/12/2005 συμφώνησε με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, ο οποίος επισκέφθηκε το εργοστάσιό της, που διατηρεί στην πιο πάνω διεύθυνση, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στο ..... εταιρείας, με την επωνυμία "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" και ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία προκατασκευασμένων οικιών, την πώληση στην τελευταία μηχανημάτων οικοδομικών ως και σχετικών οικοδομικών εργαλείων για τους σκοπούς της εν λόγω εταιρείας. Προς τούτο, καταρτίσθηκε το από 20/12/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, με το οποίο πώλησε και παρέδωσε αυθημερόν η εγκαλούσα στην ως άνω εταιρεία τα εξής μηχανήματα: α) ένα συγκρότημα κατασκευής και εκτοξεύσεως περλομπετόν καινούργιο με αριθμό κινητήρα ....., β) Δυο συγκροτήματα εκτοξεύσεως αμμοκονιάματος καινούργια με αριθμούς κινητήρα ..... και ....., γ) ένα ηλεκτροπαραγωγικό ζεύγος 6ΚΥΑ/220v/FE 290 V βάση και δ) τρία τεμάχια κοτσαδούρες κομπλέ και τρία τεμάχια λάστιχα μεταφοράς υλικού, καινούργια, μαζί με όλα τους τα εξαρτήματα και παραρτήματα για πλήρη λειτουργία. Ως τίμημα της πωλήσεως των ανωτέρω κινητών πραγμάτων συμφωνήθηκε το ποσό των 50.226,09 Ευρώ, καταβλητέο ως εξής : Στις 20/12/2005, κατά την ημέρα της πωλήσεως και παραδόσεως αυτών, καταβολή 14.000 Ευρώ. Το υπόλοιπό τίμημα των 30.226,09 Ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί με δύο επιταγές μεταχρονολογημένα. Προς τούτο, ο εκκαλών - κατηγορούμενος μεταβίβασε και παρέδωσε στην εγκαλούσα α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της ΕUROBANK, ποσού 16.226,29 Ευρώ, εκδόσεως της ως άνω εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε., ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ", με ημερομηνία 23-3-06, εις διαταγήν της εγκαλούσας και β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της EUROBANK, ποσού 20.000 Ευρώ, εκδόσεως της ιδίας ως άνω εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε", με ημερομηνία 20-3-2006, εις διαταγήν της εγκαλούσας. Επίσης, με το από 9/1/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό η εγκαλούσα πώλησε και παρέδωσε αυθημερόν στην πιο πάνω εταιρεία τα παρακάτω κινητά πράγματα, τα οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος: α) Δυο συγκροτήματα περλομπετόν με αριθμούς κινητήρων, αντιστοίχως, ..... και ....., καινούργια β) ένα τεμάχιο Η/Ζ 7,5 ΗΡ, 3000 RPM, γ) Δυο κοτσαδούρες κομπλέ, δ) Δέκα πέντε τεμάχια μπάλες σπόγγους, ε) ένα τεμάχιο αλφάδι αλουμινίου τρία μέτρα φαρδύ, στ) Δύο τεμάχια αλφαδοπήχη 200, ζ) Δύο τεμάχια αλφαδοπήχη 250, η) ένα τεμάχιο αλφάδι αλουμινίου 300cm και θ)ένα τεμάχιο αλουμινίου 140cm. Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 37.240,19 Ευρώ, για το οποίο ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα τις παρακάτω επιταγές α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της τράπεζας ALPHA BANK, ποσού 9.612 Ευρώ, με ημερομηνία 25-2-2006, εκδόσεως της εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε, ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ", εις διαταγήν της εγκαλούσας, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της Γενικής Τράπεζας, ποσού 11980 Ευρώ, με ημερομηνία 30/4/06, εκδόσεως ....., εις διαταγήν της ως άνω εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε., ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" και γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της EUROBANK, ποσού 15.680 Ευρώ, με ημερομηνία 30-5-06, εκδόσεως ....., εις διαταγήν της ίδιας ως άνω εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε.". Προς διασφάλιση δε της εγκαλούσας εταιρείας, συμφωνήθηκε η παρακράτηση της κυριότητας των ανωτέρω κινητών πραγμάτων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος από την παραπάνω αγοράστρια εταιρεία. Ενώ όμως, η τελευταία παρέλαβε, όπως προαναφέρθηκε τα πιο πάνω κινητά πράγματα σε άριστη κατάσταση και λειτουργία και τα χρησιμοποιούσε για τις επαγγελματικές της δραστηριότητες, ουδεμία από τις προρρηθείσες επιταγές, που παρέδωσε ο κατηγορούμενος έναντι της αξίας του τιμήματος αυτών, εξοφλήθηκε. Ειδικότερα, καίτοι, η εγκαλούσα εμφάνισε, εμπρόθεσμα, τις εν λόγω επιταγές προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες, ουδεμία εξ αυτών πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να σφραγιστούν και οι πέντε ως άνω επιταγές ως ακάλυπτες (βλ. φωτοαντίγραφα των επίμαχων επιταγών με τη σχετική βεβαίωση επ' αυτών περί ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων). Κατόπιν των ανωτέρω, η εγκαλούσα, κατ' επανάληψη, με συνεχείς προφορικές και τηλεφωνικές οχλήσεις ζήτησε από την εταιρεία του κατηγορουμένου να καταβάλει το παραπάνω οφειλόμενο ποσό, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την ως άνω υποχρέωσή του. Μετά ταύτα, η εγκαλούσα περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2006 δήλωσε τηλεφωνικά μέσω υπαλλήλου της, ότι υπαναχωρεί από τις προαναφερθείσες συμβάσεις πώλησης και απαίτησε την επιστροφή των πιο πάνω κινητών πραγμάτων. Ο κατηγορούμενος, όμως, αρνήθηκε να τα αποδώσει εξωτερικεύοντας έτσι φανερά την πρόθεσή του να ενσωματώσει αυτά στην περιουσία του, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτά ως κύριος, χωρίς νόμιμο πλέον δικαιολογητικό λόγο, μετά τη νομότυπη λύση, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, της συμβάσεως πωλήσεως. Μάλιστα, η εγκαλούσα άσκησε και την από 22-5-2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της ως άνω εταιρείας, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτή προσωρινά νομέας των ως άνω κινητών πραγμάτων και να υποχρεωθεί η παραπάνω εταιρεία "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε", η οποία τα κατέχει παράνομα και χωρίς τη θέλησή της, να τα αποδώσει στην ίδια. Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3406/06 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας η αιτούσα των ανωτέρω κινητών πραγμάτων και διατάχθηκε η απόδοσή τους σ' αυτή (εγκαλούσα). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ως άνω εταιρεία στις 8/11/2006, όμως και πάλι αυτή αρνήθηκε να συμμορφωθεί.(βλ. την εν λόγω απόφαση, φωτοαντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στη δικογραφία). Από τα προαναφερθέντα προκύπτει, ότι, πράγματι, ο κατηγορούμενος με την μη πληρωμή εκ μέρους του των συγκεκριμένων επιταγών, κατέστη ήδη υπερήμερος ως προς την υποχρέωσή του εκ της συμβάσεως πωλήσεως, επικουρικά δε με την όχληση, η οποία επακολούθησε εκ μέρους της εγκαλούσας περί τα μέσα Μαΐου 2006. κατά συνέπεια, η μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως από την πωλήτρια εταιρεία, μη απόδοση από τον κατηγορούμενο των παραπάνω κινητών πραγμάτων, επί των οποίων είχε τεθεί ο όρος παρακράτησης της κυριότητας, συνιστά το έγκλημα της υπεξαιρέσεως, το οποίον και τέλεσε ο κατηγορούμενος από και με την εκδήλωση της βούλησής του να ενσωματώσει αυτά στην περιουσία του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, που να απορρέει από το νόμο, τη σύμβαση και χωρίς τη συναίνεση της ιδιοκτήτριας εταιρείας, η αξία δε των ως άνω αντικειμένων ανέρχεται συνολικά στο ποσόν των 87.466,28 Ευρώ, ήτοι υπερβαίνει αυτό των 73.000 Ευρώ.
Ο κατηγορούμενος αρνείται την σε βάρος του ως άνω κατηγορία διατεινόμενος, ότι δεν υπήρχε πρόθεση ιδιοποιήσεως εκ μέρους του των πιο πάνω μηχανημάτων και εργαλείων και ότι η μη εξόφληση των επιταγών οφείλετο στην πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια της εταιρείας του και τελικά, την κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμ. 866/21-7-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οπότε και απώλεσε αυτός την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της και επομένως, δεν νομιμοποιείτο παθητικά στην κοινοποίηση της υπ' αριθμ. 3406/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία και εκκαλείτο να αποδώσει στην εγκαλούσα τα παραπάνω κινητά πράγματα, αλλά η κοινοποίηση αυτή όφειλε να γίνει προς το σύνδικο της πτωχεύσεως, ο οποίος διαχειριζόταν πλέον την πτωχευτική του περιουσία και ήταν υπεύθυνος για την απόδοση των μηχανημάτων. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του κατηγορουμένου ελέγχονται ως αβάσιμοι, καθόσον αυτός, όπως συνάγεται και από την απολογία του, οχλήθηκε κατ' επανάληψη από την εγκαλούσα, τόσο, προφορικώς, όσο και τηλεφωνικώς για την αποπληρωμή του ως άνω τιμήματος πριν ακόμη κηρυχθεί η εταιρεία του σε πτώχευση και αυτός εκώφευε, ενώ μετά την τελευταία όχληση, περί τα μέσα Μαΐου 2006 και την επακόλουθη υπαναχώρηση της εγκαλούσας εταιρείας κατέστησε εμφανή την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί, χωρίς νόμιμη αιτία, τα πιο πάνω κινητά πράγματα, διαπράττοντας, έτσι, ηθελημένα το αδίκημα της υπεξαιρέσεως. Άλλωστε, τα περί πρόσκαιρης οικονομικής δυσχέρειας της εταιρείας του αποδυναμώνονται από το γεγονός ότι αυτός είχε πολλά και υπέρογκα χρέη κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ. 866/2006 πτωχευτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υπάρχει στη δικογραφία. Ενώ, προσέτι, η πρόθεση ιδιοποιήσεως υπ' αυτού των ανωτέρω πραγμάτων ενισχύεται και από το ότι, όπως συνάγεται από την αξιολόγηση των στοιχείων της δικογραφίας, ουδέποτε αυτός επέδειξε πραγματική διάθεση αποδόσεως αυτών, αδιαφορώντας και κωφεύοντας πλήρως στις οχλήσεις της εγκαλούσας και μη ανταποκρινόμενος σ' αυτές, εξαφανισθείς από τα γραφεία της ως άνω εταιρείας του και μη εμφανιζόμενος ακόμη και ενώπιον των δικαστηρίων, όπως αυτό προκύπτει από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν ερήμην του. (βλ. φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμ. 3406/2006 και 866/2006 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα).
Κατόπιν των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, προκύπτουν, κατά την κρίση μας, σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του παραπάνω κατηγορούμενου - εκκαλούντα για την ως άνω κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ε, κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 51, 52, 60, 79, 98, ή 375 παρ. 1β, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 3 α του Ν. 2721/99). Ο δε ισχυρισμός αυτού, ότι η πιο πάνω πράξη φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα, και επομένως αρμόδιο προς εκδίκαση αυτών είναι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και όχι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, καθόσον έχει εξοφλήσει μερικώς την εγκαλούσα εταιρεία και το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν δεν υπερβαίνει αυτό των 60.000 Ευρώ, τυγχάνει απορριπτέος, αφού τα περί μερικής ή ολοσχερούς εξοφλήσεως δεν έχουν εφαρμογή στην κακουργηματική υπεξαίρεση (αρθρ. 379 παρ. 2, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 13 του Ν. 2721/99), πέραν του ότι εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει αυτό, ενώ και αν ακόμη αφαιρεθεί το αρχικά καταβληθέν ποσόν των 14.000 Ευρώ, το υπόλοιπο ως και η αξία των υπεξαιρεθέντων ως άνω πραγμάτων υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.000 Ευρώ.
Επειδή, επομένως, ορθώς εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα προκύπτοντα εκ των αποδεικτικών μέσων πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι δε, περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εκκαλούντα - κατηγορουμένου ελέγχονται ως αβάσιμες, κατά συνέπεια, θα πρέπει, ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν η υπό κρίση έφεση και να επικυρωθεί το επικαλούμενο βούλευμα. Προς δε, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ σε βάρος του εκκαλούντα, κατ' άρθρον 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ, όπως αντικ. με άρθρο 55 παρ. 1 Ν. 3160/03". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δια της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση της παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση και δι' αυτής στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε αυτής, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και οι σκέψεις του δια των οποίων αποφάνθηκε την απόρριψη της ανωτέρω εφέσεως του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμης. Ο προβαλλόμενος περαιτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι κατέβαλε στην εγκαλούσα εταιρεία στις 20-12-2005 14.000 Ευρώ ως προκαταβολή του συνολικού τιμήματος της από 20-12-2005 αρχικής σύμβασης πώλησης, τιμήματος 50.226,09 Ευρώ και ότι με την έκδοση αποφάσεων επί ασφαλιστικών μέτρων νομής που πέτυχε η εγκαλούσα εταιρεία, ανέλαβε αυτή αντικείμενα εκ των μνημονευομένων ως υπεξαιρεθέντων με συνέπεια το εναπομείναν σήμερα τίμημα της υπεξαίρεσης να ανέρχεται στα 42.466,28 Ευρώ και να υφίσταται σφάλμα ως προς την καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου της παραπομπής, είναι αβάσιμος διότι αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι το σύνολο της αξίας των υπεξαιρεθέντων, η οποία κατά τον χρόνο (μέσα Μαΐου 2006) που η εγκαλούσα εταιρεία άσκησε το δικαίωμα της υπαναχώρησης, από της προαναφερθείσης συμβάσεως πώλησης μεταξύ αυτής και της εκπροσωπούμενης υπό του αναιρεσείοντος εταιρείας και απαίτησε την επιστροφή των υπ' αυτής πωληθέντων και παραδοθέντων κινητών πραγμάτων, τα οποία δεν της επιστράφηκαν, υπερέβαινε το συνολικό ποσό των 73.000 Ευρώ. Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, αβάσιμη ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ' αριθ. 22/30-1-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αριθ. 2754/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 23-3-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Π.Κ., συνάγεται ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000€ απαιτείται να συντρέχουν: α) η ύπαρξη ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος κατά την περί κυριότητας έννοια του Αστικού Δικαίου, β) περιέλευση του πράγματος αυτού στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και διατήρηση από τον τελευταίο της κατοχής κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, γ) παράνομη ιδιοποίηση του υλικού αντικειμένου, συνισταμένης σε κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία υποδηλώνει την βούλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το ξένο κινητό πράγμα σαν να είναι κύριος αυτού, χωρίς ταυτοχρόνως να υφίσταται συναίνεση του κυρίου του πράγματος ή να συντρέχει παρεχόμενο από το νόμο δικαίωμα, δ) πρόθεση ιδιοποιήσεως του κατεχομένου πράγματος, την οποία ενέχει η γνώση, ότι το πράγμα είναι (ολικά ή μερικά) ξένο, ήτοι ανήκει κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και η εκδηλούμενη με οποιαδήποτε ενέργεια θέληση του δράστη να ιδιοποιηθεί παράνομα το πράγμα και να ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο και ε) η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων να υπερβαίνει το ποσό των 73.000€. Ειδικότερα, η ιδιοποίηση του πράγματος προϋποθέτει έμπρακτη εκδήλωση της προθέσεως του δράστη, ήτοι απαιτεί μία εξωτερική συμπεριφορά που να μπορεί να αναγνωρισθεί αντικειμενικά ως πραγμάτωση της θελήσεως του για ιδιοποίηση, συνιστάμενη στην αυθαίρετη δημιουργία μιας κυριαρχικής σχέσης έναντι του πράγματος, παρόμοιας -εφόσον ελλείπει η νομική της επικύρωση- με εκείνη του κυρίου. Επισημαίνεται ότι, κατά την έννοια του αρ. 375 Π.Κ. η κατοχή διαφέρει της αντιστοίχου εννοίας του Α.Κ., δεν είναι μόνο σχέση φυσικής εξουσίασης του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από τον δράστη κατά την βούλησή του. Ως χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης λογίζεται εκείνος, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η εκδηλωτική της πρόθεσης του δράστη πράξη ιδιοποιήσεως των όσων απέκτησε. Τέλος επί πώλησης κινητού με παρακράτηση κυριότητας (ΑΚ 532), αν ο αγοραστής γίνει υπερήμερος περί την καταβολή του τιμήματος και υπαναχωρήσει ο πωλητής από τη σύμβαση και ζητήσει το πράγμα, ο αγοραστής που δεν το αποδίδει διαπράττει υπεξαίρεση.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο σύνολο του είδους τους. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 2754/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε η έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αρ. 2600/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε για να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος προσδιοριζόμενα, προέκυψαν, ως προς την ως άνω αξιόποινη πράξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα εταιρεία, με την επωνυμία "ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Α.Ε.Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ..... και έχει ως αντικείμενο την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία και πώληση μηχανών σοβατίσματος, τύπου "ΕΚΤΟΞΕΥΤΗΣ", την 20/12/2005 συμφώνησε με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, ο οποίος επισκέφθηκε το εργοστάσιό της, που διατηρεί στην πιο πάνω διεύθυνση, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στο ..... εταιρείας, με την επωνυμία " ΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε. ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" και ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία προκατασκευασμένων οικιών, την πώληση στην τελευταία μηχανημάτων οικοδομικών ως και σχετικών οικοδομικών εργαλείων για τους σκοπούς της εν λόγω εταιρείας. Προς τούτο, καταρτίσθηκε το από 20/12/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, με το οποίο πώλησε και παρέδωσε αυθημερόν η εγκαλούσα στην ως άνω εταιρεία τα εξής μηχανήματα: α) ένα συγκρότημα κατασκευής και εκτοξεύσεως περλομπετόν καινούργιο με αριθμό κινητήρα ....., β) Δυο συγκροτήματα εκτοξεύσεως αμμοκονιάματος καινούργια με αριθμούς κινητήρα ..... και ....., γ) ένα ηλεκτροπαραγωγικό ζεύγος 6ΚΥΑ/220v/ FE 290 V βάση και δ) τρία τεμάχια κοτσαδούρες κομπλέ και τρία τεμάχια λάστιχα μεταφοράς υλικού, καινούργια, μαζί με όλα τους τα εξαρτήματα και παραρτήματα για πλήρη λειτουργία. Ως τίμημα της πωλήσεως των ανωτέρω κινητών πραγμάτων συμφωνήθηκε το ποσό των 50.226,09 Ευρώ, καταβλητέο ως εξής: Στις 20/12/2005, κατά την ημέρα της πωλήσεως και παραδόσεως αυτών, καταβολή 14.000 Ευρώ. Το υπόλοιπό τίμημα των 30.226,09 Ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί με δύο επιταγές μεταχρονολογημένα. Προς τούτο, ο εκκαλών - κατηγορούμενος μεταβίβασε και παρέδωσε στην εγκαλούσα α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της ΕUROBANK, ποσού 16.226,29 Ευρώ, εκδόσεως της ως άνω εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε., ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ", με ημερομηνία 23-3-06, εις διαταγήν της εγκαλούσας και β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της EUROBANK, ποσού 20.000 Ευρώ, εκδόσεως της ιδίας ως άνω εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε.", με ημερομηνία 20-3-2006, εις διαταγήν της εγκαλούσας. Επίσης, με το από 9/1/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό η εγκαλούσα πώλησε και παρέδωσε αυθημερόν στην πιο πάνω εταιρεία τα παρακάτω κινητά πράγματα, τα οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος: α) Δυο συγκροτήματα περλομπετόν με αριθμούς κινητήρων, αντιστοίχως, ..... και ....., καινούργια β) ένα τεμάχιο Η/Ζ 7,5 ΗΡ, 3000 RPM, γ) Δυο κοτσαδούρες κομπλέ, δ) Δέκα πέντε τεμάχια μπάλες σπόγγους, ε) ένα τεμάχιο αλφάδι αλουμινίου τρία μέτρα φαρδύ, στ) Δύο τεμάχια αλφαδοπήχη 200, ζ) Δύο τεμάχια αλφαδοπήχη 250, η) ένα τεμάχιο αλφάδι αλουμινίου 300cm και θ) ένα τεμάχιο αλουμινίου 140 cm. Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 37.240,19 Ευρώ, για το οποίο ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα τις παρακάτω επιταγές α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της τράπεζας ALPHA BANK, ποσού 9.612 Ευρώ, με ημερομηνία 25-2-2006, εκδόσεως της εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε., ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ", εις διαταγήν της εγκαλούσας, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της Γενικής Τράπεζας, ποσού 11980 Ευρώ, με ημερομηνία 30/4/06, εκδόσεως ....., εις διαταγήν της ως άνω εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε., ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" και γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή επί της EUROBANK, ποσού 15.680 Ευρώ, με ημερομηνία 30-5-06, εκδόσεως ....., εις διαταγήν της ίδιας ως άνω εταιρείας "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε.". Προς διασφάλιση δε της εγκαλούσας εταιρείας, συμφωνήθηκε η παρακράτηση της κυριότητας των ανωτέρω κινητών πραγμάτων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος από την παραπάνω αγοράστρια εταιρεία. Ενώ όμως, η τελευταία παρέλαβε, όπως προαναφέρθηκε τα πιο πάνω κινητά πράγματα σε άριστη κατάσταση και λειτουργία και τα χρησιμοποιούσε για τις επαγγελματικές της δραστηριότητες, ουδεμία από τις προρρηθείσες επιταγές, που παρέδωσε ο κατηγορούμενος έναντι της αξίας του τιμήματος αυτών, εξοφλήθηκε. Ειδικότερα, καίτοι, η εγκαλούσα εμφάνισε, εμπρόθεσμα, τις εν λόγω επιταγές προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες, ουδεμία εξ αυτών πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να σφραγιστούν και οι πέντε ως άνω επιταγές ως ακάλυπτες (βλ. φωτοαντίγραφα των επίμαχων επιταγών με τη σχετική βεβαίωση επ' αυτών περί ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων). Κατόπιν των ανωτέρω, η εγκαλούσα, κατ' επανάληψη, με συνεχείς προφορικές και τηλεφωνικές οχλήσεις ζήτησε από την εταιρεία του κατηγορουμένου να καταβάλει το παραπάνω οφειλόμενο ποσό, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την ως άνω υποχρέωσή του. Μετά ταύτα, η εγκαλούσα περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2006 δήλωσε τηλεφωνικά μέσω υπαλλήλου της, ότι υπαναχωρεί από τις προαναφερθείσες συμβάσεις πώλησης και απαίτησε την επιστροφή των πιο πάνω κινητών πραγμάτων. Ο κατηγορούμενος, όμως, αρνήθηκε να τα αποδώσει εξωτερικεύοντας έτσι φανερά την πρόθεσή του να ενσωματώσει αυτά στην περιουσία του, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτά ως κύριος, χωρίς νόμιμο πλέον δικαιολογητικό λόγο, μετά τη νομότυπη λύση, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, της συμβάσεως πωλήσεως. Μάλιστα, η εγκαλούσα άσκησε και την από 22-5-2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της ως άνω εταιρείας, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτή προσωρινά νομέας των ως άνω κινητών πραγμάτων και να υποχρεωθεί η παραπάνω εταιρεία "ΝΕΑ ΠΡΟΚΑΤΟΙΚΙΑ Ε.Π.Ε", η οποία τα κατέχει παράνομα και χωρίς τη θέλησή της, να τα αποδώσει στην ίδια. Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3406/06 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας η αιτούσα των ανωτέρω κινητών πραγμάτων και διατάχθηκε η απόδοσή τους σ' αυτή (εγκαλούσα). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ως άνω εταιρεία στις 8/11/2006, όμως και πάλι αυτή αρνήθηκε να συμμορφωθεί. (βλ. την εν λόγω απόφαση, φωτοαντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στη δικογραφία).
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει, ότι, πράγματι, ο κατηγορούμενος με την μη πληρωμή εκ μέρους του των συγκεκριμένων επιταγών, κατέστη ήδη υπερήμερος ως προς την υποχρέωσή του εκ της συμβάσεως πωλήσεως, επικουρικά δε με την όχληση, η οποία επακολούθησε εκ μέρους της εγκαλούσας περί τα μέσα Μαΐου 2006 κατά συνέπεια, η μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως από την πωλήτρια εταιρεία, μη απόδοση από τον κατηγορούμενο των παραπάνω κινητών πραγμάτων, επί των οποίων είχε τεθεί ο όρος παρακράτησης της κυριότητας, συνιστά το έγκλημα της υπεξαιρέσεως, το οποίον και τέλεσε ο κατηγορούμενος από και με την εκδήλωση της βούλησής του να ενσωματώσει αυτά στην περιουσία του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, που να απορρέει από το νόμο, τη σύμβαση και χωρίς τη συναίνεση της ιδιοκτήτριας εταιρείας, η αξία δε των ως άνω αντικειμένων ανέρχεται συνολικά στο ποσόν των 87.466,28 Ευρώ, ήτοι υπερβαίνει αυτό των 73.000 Ευρώ.
Ο κατηγορούμενος αρνείται την σε βάρος του ως άνω κατηγορία διατεινόμενος, ότι δεν υπήρχε πρόθεση ιδιοποιήσεως εκ μέρους του των πιο πάνω μηχανημάτων και εργαλείων και ότι η μη εξόφληση των επιταγών οφείλετο στην πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια της εταιρείας του και τελικά, την κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμ. 866/21-7-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οπότε και απώλεσε αυτός την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της και επομένως, δεν νομιμοποιείτο παθητικά στην κοινοποίηση της υπ' αριθμ. 3406/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία και εκκαλείτο να αποδώσει στην εγκαλούσα τα παραπάνω κινητά πράγματα, αλλά η κοινοποίηση αυτή όφειλε να γίνει προς το σύνδικο της πτωχεύσεως, ο οποίος διαχειριζόταν πλέον την πτωχευτική του περιουσία και ήταν υπεύθυνος για την απόδοση των μηχανημάτων. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του κατηγορουμένου ελέγχονται ως αβάσιμοι, καθόσον αυτός, όπως συνάγεται και από την απολογία του, οχλήθηκε κατ' επανάληψη από την εγκαλούσα, τόσο, προφορικώς, όσο και τηλεφωνικώς για την αποπληρωμή του ως άνω τιμήματος πριν ακόμη κηρυχθεί η εταιρεία του σε πτώχευση και αυτός εκώφευε, ενώ μετά την τελευταία όχληση, περί τα μέσα Μαΐου 2006 και την επακόλουθη υπαναχώρηση της εγκαλούσας εταιρείας κατέστησε εμφανή την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί, χωρίς νόμιμη αιτία, τα πιο πάνω κινητά πράγματα, διαπράττοντας, έτσι, ηθελημένα το αδίκημα της υπεξαιρέσεως. Άλλωστε, τα περί πρόσκαιρης οικονομικής δυσχέρειας της εταιρείας του αποδυναμώνονται από το γεγονός ότι αυτός είχε πολλά και υπέρογκα χρέη κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ. 866/2006 πτωχευτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υπάρχει στη δικογραφία. Ενώ, προσέτι, η πρόθεση ιδιοποιήσεως υπ' αυτού των ανωτέρω πραγμάτων ενισχύεται και από το ότι, όπως συνάγεται από την αξιολόγηση των στοιχείων της δικογραφίας, ουδέποτε αυτός επέδειξε πραγματική διάθεση αποδόσεως αυτών, αδιαφορώντας και κωφεύοντας πλήρως στις οχλήσεις της εγκαλούσας και μη ανταποκρινόμενος σ' αυτές, εξαφανισθείς από τα γραφεία της ως άνω εταιρείας του και μη εμφανιζόμενος ακόμη και ενώπιον των δικαστηρίων, όπως αυτό προκύπτει από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν ερήμην του. (βλ. φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμ. 3406/2006 και 866/2006 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα)", κατέληξε δε, το Συμβούλιο Εφετών ότι, μετά από αυτά, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν επ' ακροατηρίω κατηγορία σε βάρος του εκκαλούντος, για την αποδιδόμενη σ'αυτόν, ως άνω, αξιόποινη πράξη και ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1β του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα. Επιτρεπτά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, αφού, η τελευταία, διέλαβε όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, με δικές της ολοκληρωμένες σκέψεις, τα οποία συγκροτούν την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η αιτίαση, ότι δεν υφίσταται η εκ των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη αιτιολογία, διότι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε δικές του σκέψεις, αναφορικά με τις αιτιάσεις της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, αλλά αναφέρθηκε εξολοκλήρου στις σκέψεις του Πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην ενσωματωμένη σ'αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) Εισαγγελική πρόταση, είναι απαράδεκτη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αναφορικά με την καθολική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών στην, προς το Συμβούλιο αυτό, πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Συνακόλουθα, εφόσον, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υφίσταται η επικαλούμενη τυπική καθολική αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα, αλλά διαλαμβάνονται σκέψεις, οι οποίες στηρίζουν (με την παραπομπή στην Εισαγγελική πρόταση) τη δευτεροβάθμια κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δεν υφίσταται η εκ των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας σύμβασης επικαλούμενη παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης. Εξάλλου, είναι απαράδεκτη η αιτίαση, συνεπεία αοριστίας, ότι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα τα οποία είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων με την υπ' αρ. 560/2007 έφεσή του κατά του Πρωτόδικου υπ' αρ. 2600/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα αυτά, προκειμένου να διαπιστωθεί η επικαλούμενη παράλειψη.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης, με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω αντίθετες αιτιάσεις.
ΙΙ. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο υφίσταται σφάλμα ως προς την καθύλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της παραπομπής, προφανώς με την έννοια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β Κ.Π.Δ.) και στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. τελευτ. Π.Κ., με την ειδικότερη αιτίαση ότι, μέχρι σήμερα ο αναιρεσείων έχει καταβάλλει στην εγκαλούσα διάφορα χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα το χρέος του να ανέρχεται πλέον σε 42.466,28 ευρώ και ως εκ τούτου η πράξη να φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος και όχι κακουργήματος, αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, κατά το χρόνο που αυτός εξεδήλωσε την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης των κινητών πραγμάτων της εγκαλούσας και είναι αυτός του μηνός Μαΐου 2006, όταν η εγκαλούσα δήλωσε σ'αυτόν ότι υπαναχωρεί από τις συμβάσεις πώλησης και ζήτησε την επιστροφή των κινητών, οπότε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προπαρατέθηκε, αλλά και τις σαφείς περί τούτου αιτιολογίες του προσβαλλόμενου βουλεύματος, διαπράχθηκε η υπεξαίρεση, το ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων της εγκαλούσας, υπερέβαινε το ποσό των 73.000 Ευρώ, προϋπόθεση που έθετε ο νόμος για το χαρακτηρισμό της υπεξαίρεσης ως κακουργηματικής, όπως ορθά δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες.
Μετά από αυτά, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 22/30-1-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αρ. 2754/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση κακουργηματική. Απορρίπτει αναίρεση κατά βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης με την έννοια του σφάλματος στον προσδιορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2636/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γερακιό, περί αναιρέσεως της 1118/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ2 και 2. Χ3, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7. Ψ7 και 8. Ψ8, που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 506/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος και του 2ου συγκατηγορούμενου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 5-3-2008 αίτηση αναιρέσεως, κατά της 1118/2008 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων Χ καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ασκήθηκε από αυτόν νομότυπα και εμπρόθεσμα και γιαυτό πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα επέρχεται από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά την ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασία. Τέτοια δε ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη, δημιουργείται και όταν δεν νομιμοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, ο παριστάμενος ενάγων. Περαιτέρω, από το ίδιο άρθρο 63 προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, δηλαδή από εκείνα που ζημιώθηκαν αμέσως από το αδίκημα. Περαιτέρω το άρθρο 26 ΑΚ ορίζει ότι οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αν η υπαιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση του αδικήματος και της υποχρεώσεως για αποζημίωση, αν και βάσει ποίων προϋποθέσεων θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος κάποιου άλλου, ποιο είναι το είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης, (άρθρ. 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, 931 ΑΚ), πότε η πράξη είναι παράνομη, ποιος βαθμός υπαιτιότητας απαιτείται για τη θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση, αν μεταξύ της πράξεως και της ζημίας απαιτείται αιτιώδης συνάφεια, ποιες οι συνέπειες του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, πότε παραγράφεται η σχετική αξίωση, αν, σε περίπτωση θανατώσεως του προσώπου, τα μέλη της οικογένειάς του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υποχρέων. Δεν είναι όμως η μόνη εφαρμοστέα διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί να καταστεί αναγκαία η προσφυγή και σε άλλη διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Ετσι για την κρίση του θέματος αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή αν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα), ενώ το θέμα του ποιος φέρει τα έξοδα κηδείας συνδέεται με το πρόσωπο εκείνου που είχε υποχρέωση να διατρέφει τον θανατωθέντα και, στην περίπτωση που ο θανών διατρεφόταν εξ ιδίων, με το πρόσωπο του κληρονόμου του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμ. 1118/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων και άλλοι κατηγορούμενοι, που δεν άσκησαν αναίρεση, κρίθηκαν ένοχοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, προκύπτει ότι προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας "εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτρης Πανταζής και δήλωσε ότι παρίσταται ως πληρεξούσιος των πολιτικώς εναγόντων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8 και Ψ9, για χρηματική ικανοποίηση, 44 ευρώ στον καθένα, για ψυχική οδύνη που έχουν υποστεί από το αδίκημα, σύμφωνα με το από 30-6-2004 πληρεξούσιο τους, κατέθεσε δε και την από 23-9-2004 Δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και αίτηση". Την εν λόγω πολιτική αγωγή οι παραπάνω πολιτικώς ενάγοντες είχαν ασκήσει και ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 76505/2005 απόφαση του την είχε δεχθεί. Η ανωτέρω πολιτική αγωγή έγινε δεκτή και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικαστηρίου εκείνου αλλά και του πρωτοβάθμιου, τα οποία παραδεκτώς, από τον Αρειο Πάγο επισκοπούνται, διαλαμβάνονται σ' αυτά τα εξής: "Στο σημείο αυτό της δίκης ο συνήγορος υπεράσπισης του 1ου κατηγορουμένου δικηγόρος Αθηνών Εμμανουήλ Γερακιός, αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο, ανέπτυξε προφορικώς την παρακάτω ένσταση: Δεν δικαιούνται να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες διότι στα πρόσωπα τους δεν συντρέχουν οι λόγοι - προϋποθέσεις διότι οι δικαιούμενοι προς αυτό κρίνονται από το ουσιαστικό δίκαιο της Αλβανίας. Το δίκαιο αυτό σε εμάς είναι άγνωστο, εγώ φρονώ ότι δεν καλύπτονται οι πολιτικώς ενάγοντες να παρασταθούν ως πολιτικοί ενάγοντες". Μετά ταύτα το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, απέρριψε την ένσταση και δέχθηκε την πολιτική αγωγή των παραπάνω πολιτικώς εναγόντων, στην κρίση του δε αυτή κατέληξε με το παρακάτω σκεπτικό: "Η εν λόγω ένσταση του πρώτου κατηγορουμένου, υποβλήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 4-6-2007 του Δικαστηρίου τούτου με το ίδιο περιεχόμενο και διατύπωση και κρίθηκε οριστικά η νομιμότητα της παράστασης των ως άνω πολιτικώς εναγόντων με την υπ' αριθμ. 5146/2007 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών).
Συνεπώς, απορριπτέα καθίσταται ως απαραδέκτως υποβληθείσα. Απορριπτέα θα ήταν άλλωστε και για το λόγο ότι: Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, η οποία συνιστά περιεχόμενο της εκ του αδικήματος ενοχής, κρίνεται αποκλειστικά από το δίκαιο της πολιτείας στην περιοχή της οποίας τελέστηκε το αδίκημα και εν προκειμένω κατά το Ελληνικό δίκαιο, κατ' άρθρο 26 ΑΚ, κατά το δίκαιο δε τούτο θα κριθεί και ποια πρόσωπα συγκροτούν την οικογένεια του θύματος, στα οποία αναγνωρίζεται η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, καθόσον δεν υφίσταται διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που να επιτάσσει την εφαρμογή άλλου δικαίου. Κατά το Ελληνικό δε δίκαιο (άρθρο 13 εδ. β' ΠΚ) στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεδεμένοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του, τέτοιοι δε είναι οι γονείς και οι αδελφοί αυτού, όπως είναι στην κρινομένη υπόθεση οι πολιτικώς ενάγοντες".
Συνεπώς από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του ότι οι πολιτικώς ενάγοντες δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης ως ανήκοντες στην οικογένεια του αποβιώσαντος κατά το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αυτοκινητικό ατύχημα υιού και αδελφού του, αντιστοίχως, αλβανού υπηκόου, εφάρμοσε το Ελληνικό Δίκαιο και όχι τις εφαρμοστέες, κατά τις πιο πάνω διατάξεις του Ελληνικού Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, διατάξεις του αλβανικού δικαίου, δοθέντος ότι εν όψει της αλβανικής ιθαγενείας του θανατωθέντος και των εναγόντων οικείων η διαφορά φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας που καθιστά αναγκαία την προσφυγή στις οικείες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του ΑΚ. Με τις παραπάνω παραδοχές του όμως παραβίασε τις διατάξεις αυτές και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 περίπτ. Ε ΚΠΔ. Επομένως, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, δοθέντος ότι ο λόγος για τον οποίο αναιρείται η απόφαση αφορά παράβαση της διαδικασίας, από την οποία επήλθε απόλυτη ακυρότητα και δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, πρέπει η απόφαση του δικαστηρίου τούτου να έχει επεκτατικό αποτέλεσμα και για τους λοιπούς καταδικασθέντες, που δεν άσκησαν αναίρεση, (άρθρο 469 ΚΠΔ), να αναιρεθεί δε η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1118/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Εφαρμοστέο δίκαιο για να διαπιστωθεί, ποια πρόσωπα δικαιούνται αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο Αλβανού υπηκόου που προκλήθηκε στην Ελλάδα είναι το Αλβανικό δίκαιο, κατόπιν εφαρμογής των διατάξεων του ελληνικού διεθνούς δικαίου. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή εφάρμοσε το Ελληνικό και όχι το Αλβανικό δίκαιο. Παραπέμπει.
|
Πολιτική αγωγή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 2635/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μελιτά περί αναιρέσεως της 2886/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 244/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την παρ.4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστηρίου για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του. Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος, κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση,ενόψει και του ύψους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή τη μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του Δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (Ολ.ΑΠ 14/2001).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για παράβαση του Νόμου "περί ναρκωτικών", ήτοι για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικής ουσίας (ηρωϊνης), μετά και την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ. Για την επιβολή της ως άνω ποινής, το Δικαστήριο διέλαβε ειδική αιτιολογία, αναφορικά με τα κριτήρια που διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ, ενόψει δε και του γεγονότος ότι, η αρχικώς απειλούμενη σε βάρος της αναιρεσείουσας ποινή, για παράβαση του άρθρου 5 παρ.1β, ζ του Ν.1729/87, όπως ισχύει σήμερα, ήταν πρόσκαιρη κάθειρξη (10-20 έτη) και μετά την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού τα όρια της επαπειλούμενης ποινής (άρθ. 83 περ.β' ΠΚ) επιμτρούνται σε κάθειρξη έως δώδεκα (12) ετών ή σε φυλάκιση δύο (2) τουλάχιστον ετών, η ως άνω επιβληθείσα ποινή της κάθειρξης των επτά (7) ετών, δεν αντιβαίνει στην ως άνω αρχή της αναλογικότητας.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της υπ'αριθ. 6/2008 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, με την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 79 και 83 περ. β' του ΠΚ, αιτίαση βέβαια αβάσιμη, ενόψει του ότι, όπως προειπώθηκε, η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, προβάλλεται η περαιτέρω αιτίαση ότι η επιβληθείσα ποινή αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ. 6/2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2886/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αναίρεση. Η επιμέτρηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του Δικαστηρίου, ως εκ τούτου δεν παραβιάζεται η εκ του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της αναλογικότητας. Απορρίπτει.
|
Ποινή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναλογικότητας αρχή.
| 0
|
Αριθμός 2634/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματογιάννη, περί αναιρέσεως της 185/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1484/2007.
Αφού άκουσε Του πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ., ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα, που έλαβε χώρα στην ακροαματική διαδικασία, εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ, το κλητήριο θέσπισμα, πρέπει, να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Αν δεν περιέχει και το στοιχείο αυτό, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. Όμως, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ ούτε από καμιά άλλη νομική διάταξη, απαιτείται όπως στο κλητήριο θέσπισμα με το οποίο ο κατηγορούμενος εισάγεται σε δίκη, είτε ως φυσικός αυτουργός, είτε ως ηθικός αυτουργός, για πλημμελήματα ψευδορκίας, ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, προσδιορίζονται και τα αληθή γεγονότα, ο προσδιορισμός των οποίων είναι αναγκαίος μόνο για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για τα εγκλήματα αποφάσεως.
Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ, περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία επήλθε εκ του λόγου ότι το δικαστήριο αυτό απέρριψε την ένσταση του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για εισαγωγή του σε δίκη, ως προς τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρος και της ψευδούς καταμήνυσης, λόγω της μη μνείας σε αυτό των αληθινών γεγονότων, την οποία είχε προτείνει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξ αιτίας της απόρριψης επανέφερε με την έφεσή του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και τις παρεμπίπτουσες ή προπαρασκευαστικές και εκείνες των οποίων η έκδοση αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή, όπως είναι και η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και νέες αποδείξεις κατά το άρθρο 352 παρ.4 (ήδη 3 ) του ΚΠΔ προκειμένου να κλητευθούν ουσιώδεις μάρτυρες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ.185/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που δίκασε ως εφετείο, ο κατ' έφεση δικαζόμενος για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, αναίρεσε ίων κατηγορούμενος ζήτησε την αναβολή ή τη διακοπή εκδικάσεως της υποθέσεως προκειμένου να κληθούν και προσέλθουν οι μάρτυρες Α και Β, που δεν παρουσιάστηκαν. Το δικαστήριο κήρυξε ένοχο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντά για τις ανωτέρω πράξεις, αφού απέρριψε το περί αναβολής αίτημα του με την ακόλουθη αιτιολογία: "όσον αφορά τον δικηγόρο Β, από το ως άνω πιστοποιητικό που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, του Δικηγορικού Συλλόγου Λαμίας, το οποίο έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: Ο υπογραφόμενος Γ, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λαμίας, αφού έλαβα υπόψη την από 9-7-2007 αίτηση του δικηγόρου και μέλους του Συλλόγου Β, με την οποία ζητά τη χορήγηση αδείας προκειμένου να καταθέσει σαν μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων σε ποινική υπόθεση του Χ κλπ. Δεν χορηγώ την αιτούμενη άδεια, διότι, ότι γνωρίζει ο αιτών το γνωρίζει με την ιδιότητα του δικηγόρου κατά την άσκηση των καθηκόντων του (άρθρο 49 παρ.2 Κώδικα περί Δικηγόρων) προκύπτει ότι αυτός δεν μπορεί να εξεταστεί ως μάρτυρας κατά το νόμο, αφού ότι γνωρίζει, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, το γνωρίζει με την ιδιότητα του Δικηγόρου κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Στην αντίθετη δε περίπτωση όπως ζητεί ο κατηγορούμενος να προσέλθει - όσον αφορά εξ' άλλου το αίτημα του κατηγορουμένου να κληθεί στο ακροατήριο και να εξετασθεί ως μάρτυρας - αναβαλλόμενης άλλως διακοπτόμενης της εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης - ο ως άνω δικηγόρος, Β, και να ελεγχθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, αν πράγματι τα όσα γνωρίζει τα γνωρίζει η υπό την ως άνω ιδιότητά του ως δικηγόρου και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του τούτο θα παραβίαζε το νόμο, αφού θα παραβίαζε το καθήκον εχεμύθειας του δικηγόρου αυτού και πρέπει το σχετικό ανωτέρω αίτημα του κατηγορουμένου, δηλαδή, να κληθεί ο ως άνω δικηγόρος και να εξετασθεί προκειμένου να διαπιστωθεί αν πράγματι τα όσα γνωρίζει με την ιδιότητα του δικηγόρου κατά την άσκηση των καθηκόντων του και στην αντίθετη περίπτωση να εξετασθεί ως μάρτυρας, να απορριφθεί ως αβάσιμο. Όσον αφορά εξ' άλλου το αίτημα του κατηγορουμένου να κληθεί στο ακροατήριο και να εξετασθεί ως μάρτυρας - αναβαλλόμενης άλλως διακοπτόμενης της εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης σ δικηγόρος Α προέκυψε ότι αυτός πράγματι κλήθηκε από τον Εισαγγελέα για να παραστεί στην παρούσα δίκη (βλ. από 21-6-2007 αποδεικτικό επίδοσης) επιπλέον δε ότι κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας την 1-2/2/2005 ο ως άνω μάρτυρας Α παρέστη στο Δικαστήριο και δήλωσε τα εξής: επειδή έχω προταθεί ως μάρτυρας και επειδή δεν είχα την δυνατότητα να δω τον Πρόεδρο του Συλλόγου μας και να πάρω τη σχετική άδεια σύμφωνα με το άρθρ. 212 Π.Κ., θέλω να εξαιρεθώ ως μάρτυρας. Στη συνέχεια δε η Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας κάλεσε τον παραπάνω μάρτυρα να καταθέσει το αίτημά του ενόρκως. Εξετασθείς δε ενόρκως δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης του, ότι του εμπιστεύθηκε αυτός κάποια πράγματα και αν καταθέσει ως μάρτυρας θα παραβιάσει τα απόρρητα λόγω της ιδιότητάς του, ότι αν βρει τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στον οποίο ανήκει, σύμφωνο θα καταθέσει ως μάρτυρας, ότι έχει κώλυμα σύμφωνα με το άρθρο 212 Π.Κ. και ότι δεν έχει άδεια να καταθέσει ως μάρτυρας, δεν του επιτρέπεται από τον Δικηγορικό Σύλλογο η κατάθεση, θα καταθέσει, παρ' όλα αυτά, όμως, ο δικηγόρος αυτός δεν προκάλεσε σχετική απόφαση του οικείου δικηγορικού συλλόγου στον οποίο ανήκε, για να του επιτραπεί η κατάθεσή του στην παρούσα ποινική υπόθεση. Απ' όλα τα παραπάνω προέκυψε ότι η κατάθεση του μάρτυρα Α που προτάθηκε από τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να ληφθεί, αφού ο ίδιος (Α) δεν επιθυμεί όπως καταδηλώθηκε με την προαναφερόμενη συμπεριφορά του να καταθέσει. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου να κληθεί και να καταθέσει ο μάρτυρας Α". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής και εμπεριστατωμένη για την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος, αφού αναφέρονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του, το θέμα για το οποίο ζητήθηκε να κλητευθούν και να προσέλθουν οι μάρτυρες και ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν αναγκαία η κλήτευσή των. Εξάλλου, εμμέσως πλην σαφώς, το δικαστήριο δέχεται ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν είναι και ουσιώδεις, δοθέντος ότι, δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο, για τους λόγους που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο επί της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 Α ερειδόμενος λόγος της αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, γιατί πριν την έκδοση της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, δεν δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα, προκειμένου να υποβάλλει πρόταση ως προς το αίτημα αυτό και τούτο, γιατί ο σχετικός λόγος εδράζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, μετά την υποβολή του αιτήματος "
Ο Εισαγγελέας, ο οποίος έλαβε στη συνέχεια το λόγο, πρότεινε να απορριφθεί το ως άνω αίτημα αναβολής, λόγω κινδύνου παραγραφής της υπόθεσης και ζήτησε την πρόοδο της δίκης". Στη συνέχεια το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει κατά την πρόοδο της δίκης για την αναγκαιότητα κλήτευσης των παραπάνω μαρτύρων, τη σχετική δε απόφασή του εξέδωσε μετά την εξέταση των παρόντων μαρτύρων και την ανάγνωση των εγγράφων.
Συνεπώς εφόσον ο Εισαγγελέας είχε ήδη υποβάλλει πρόταση δεν ήταν αναγκαίο να λάβει εκ νέου τον λόγο αλλά ούτε και ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού πρόκειται για το ίδιο αίτημα.
Από τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να εγνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 § 2 ΠΚ, της ψευδορκίας, απαιτείται αφ' ενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα αφ' ετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, όπως συμβαίνει στα πιο πάνω εγκλήματα, πρέπει να εκτείνεται και στο στοιχείο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας με την 185/2007 απόφαση του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: Κατά μήνα Αύγουστο του έτους 1993 ο Δ εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου-πωλητής στην επιχείρηση της εδρεύουσας στη ..... ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας "Δ και Σία ΟΕΕ" της οποίας ομόρρυθμα μέλη ήσαν ο Ε, κάτοικος ....., καθώς επίσης και ο ΣΤ, γαμβρός από θυγατέρα του Ε και διαχειριστής της ανωτέρω ΟΕΕ, είχε δε προσληφθεί ο Δ στην ως άνω επιχείρηση από τις αρχές του έτους 1993 και συνέχισε να εργάζεται μέχρι το έτος 1995. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην επιχείρηση αυτή ο Δ προσέφερε, επίσης, (όταν δεν μετέφερε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε εμπορεύματα της επιχείρησης αυτής σε τρίτους στην ....., ....., ..... και αλλού) και γραφική εργασία στο κύριο κατάστημά της, επί της συμβολής των οδών .....-..... και γραφική εργασία λογιστηρίου, που είχε σχέση κυρίως με τις πωλήσεις προϊόντων της ως άνω επιχείρησης σε τρίτους. Κατά τον ως άνω χρόνο ο υιός του Ε, Ζ ήταν μέλος και ουσιαστικός διευθύνων της εδρεύουσας επίσης στη ....., ανώνυμης εταιρίας "ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΟΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΑ ΑΕ", ενώ κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο ο Χ ήταν κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας στη ...... καθώς και κάτοχος μεγάλων χρηματικών ποσών κατατεθειμένων σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Κατά τη διάρκεια του μηνός Αυγούστου 1993 ο Ζ, επειδή η ως άνω ανώνυμη εταιρία αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας χρημάτων προς αντιμετώπιση των αναγκών λειτουργίας και επεκτάσεώς της επισκεπτόταν συχνά την ως άνω ομόρρυθμη εμπορική εταιρία, όπου και συζητούσε με τον πατέρα του Ε το δυσχερές θέμα χρηματοδοτήσεως της ΑΕ, δεδομένου ότι ήδη όφειλαν σημαντικά ποσά σε τράπεζες και δεν ήταν εφικτός ο τραπεζικός δανεισμός τους, σε μία δε από τις επισκέψεις του αυτές ενημέρωσε τον πατέρα του, "ότι γνωρίζει κάποιον Χ που δανείζει χρήματα σε τρίτους ο οποίος και μπορούσε να τους χορηγήσει δάνειο 20.000.000 δρχ.". Οι ως άνω συζητήσεις πατέρα και υιού Ε-Ζ γίνονταν με την παρουσία του Δ, ο οποίος εργαζόταν περιστασιακώς, όπως προαναφέρεται, στο λογιστήριο της ΟΕΕ ..... και Σία, τον οποίο αυτοί και εμπιστεύονταν, διότι τον θεωρούσαν σαν το "δεξί χέρι της ανωτέρω ΟΕ". Περί τις 28 ή 29 Αυγούστου 1993 ο Ζ μαζί με τον πατέρα του Ε συμφώνησαν με τον ήδη κατηγορούμενο Χ να τους χορηγήσει ο τελευταίος δάνειο ποσού 20.000.000 δραχμών, έναντι του οποίου, όμως, απαίτησε αυτός Χ) προκαταβλητέο τόκο ποσού 4.000.000 δραχμών, για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ποσό δηλαδή στο οποίο περιείχονταν και τόκοι υπολογιζόμενοι με αθέμιτο επιτόκιο που υπερέβαιναν δηλαδή το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, να λάβει δε ο αυτός δανειστής, ήδη κατηγορούμενος, επί πλέον, προς εξασφάλιση του δανείου αυτού, δύο τραπεζικές επιταγές, έκδοσης του Ε με ημερομηνία έκδοσης 28.10.1993 ,ποσού εκάστης 12.000.000 δρχ., επί πλέον δε να γραφεί προσημείωση υποθήκης σε βάρος της οικίας του Ε, επί της οδού ..... . Ειδικώτερα συμφώνησαν ο Χ με τους Ε και Ζ (πέραν της κατά τα ανωτέρω προσημειώσεως και των τραπεζικών επιταγών) να του καταβάλουν οι τελευταίοι το ποσό του ως άνω προκαταβλητέου ποσού τόκου (των 4.000.000 δρχ.) και αυτός (Χ) μετά ταύτα να καταβάλει σ' αυτούς το ποσό του δανείου καταθέτοντας το στον κοινό λογαριασμό καταθέσεών τους, που ετηρείτο στο Υποκατάστημα της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος στη ..... και στον ίδιο λογαριασμό ο ίδιος (Χ) θα κατέθετε δε μαζί με το ποσό του αληθινού κεφαλαίου του δανείου, ήτοι του ποσού των 20.000.000 δραχμών και το ποσό των 4.000.000 δρχ., που θα του προκατέβαλαν αυτοί ως τόκο για χρονικό διάστημα δύο μηνών, δηλαδή θα κατέθετε ο Χ στον τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων των Ε και Ζ συνολικό ποσό 24.000.000 δραχμών, ώστε να φαίνεται ότι αυτός (Χ δάνεισε σ' αυτούς όχι ποσό 20.000.000 δραχμών - όπως ήδη ψευδώς αυτός ισχυρίζεται - αλλά 24.000.000 δραχμών, νομιμοποιώντας έτσι στο κατατεθειμένο αυτό ποσό και το ποσό των 4.000.000 δρχ., ήτοι 10% κατά μήνα στο οποίο περιείχονταν τοκογλυφικοί τόκοι, αφού την ανωτέρω εποχή το ποσοστό του νόμιμου τόκου ανερχόταν στο ποσό των 2,58% ετησίως. Προκειμένου να λάβουν το ως άνω δάνειο, ο Ε και επειδή τότε αυτός δεν διέθετε σε ρευστό το συνολικό ποσό των 4.000.000 δραχμών παρά μόνο μέρος του ποσού αυτού και δη μόνο 1.000.000 δραχμών, που θα έπρεπε να δοθεί προκαταβολικώς, κατά τα ανωτέρω, ως τόκος στον Χ, αποτάνθηκε προς δανεισμό του στους γνωρίμους του, Η, έμπορο, κάτοικο ..... και Θ, επίσης έμπορο και ειδικώτερα ιδιοκτήτη ταβέρνας, που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ..... και ..... στη ..... και κάτοικο, ομοίως, ..... με τους οποίους και επικοινώνησε τηλεφωνικώς και, επί παρουσία του Δ, ζήτησε από αυτούς να του δανείσουν το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 δραχμών, πράγματι δε αυτοί συμφώνησαν να του καταβάλουν ο καθένας ως βραχύχρονο - μιας ημέρας - δάνειο το ποσό των 1.500.000 δραχμών. Έτσι, αμέσως μετά τις τηλεφωνικές αυτές επικοινωνίες Ε με Η και Θ, ο Δ, όπως ζήτησε από αυτόν ο Ε τον (δηλ. τον Ε) τον οδήγησε από την επιχείρηση της ως άνω ΟΕΕ, με το αυτοκίνητο που οδηγούσε, στους Η και Θ απ' όπου ο Ε έλαβε από τον καθένα αντιστοίχως, ως δάνειο, το ποσό αντιστοίχως των 1.500.000 δραχμών και στη συνέχεια ο Δ τον μετέφερε και πάλι στα γραφεία της προαναφερόμενης ΟΕΕ, όπου και συνάντησαν τους αναμένοντες αυτούς Ζ και Ι, εκεί δε ο Ε παρέδωσε στο γυιό του Ζ το ποσό συνολικώς των 4.000.000 δρχ., που όπως προαναφέρεται είχε ζητήσει ως προκαταβλητέο τόκο ο Χ, δηλαδή το ποσό των 3.000.000 δρχ. που είχε λάβει συνολικώς αυτός (Ε) από τους Η και Θ μαζί με το ποσό των 1.000.000 δραχμών, που προσέθεσε αυτός -Ε - εξ ιδίων, λέγοντας ενώπιον του Δ προς τους Ζ και Ι, μάλιστα : "Παιδιά περιμένετε εδώ, πάω στα δικαστήρια που με περιμένει ο Χ και θα επιστρέψω σε ένα τέταρτο". Στη συνέχεια, στις 31.8.1993 ο Δ μετέφερε τον Ζ, ο οποίος πήρε μαζί του το ποσό των 4.000.000 δρχ., που θα προκατέβαλε στον Χ, για τον προκαταβλητέο, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα, αντίστοιχο τόκο και τον Ι, με το αυτοκίνητο που οδηγούσε, έξω από το Υποκατάστημα της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος στη ....., όπου τους ανέμενε ο Χ, εκεί δε οι Ι και Ζ, αφού εξήλθαν από το αυτοκίνητο, με το οποίο τους είχε εκεί μεταφέρει ο οδηγός του Δ και στο οποίο παρέμεινε ο τελευταίος, συνάντησαν τον Χ και του παρέδωσαν μία σακκούλα στην οποία περιείχετο το ως άνω συγκεντρωθέν ποσό των 4.000.000, δρχ.,το οποίο και του έδωσαν έναντι του προαναφερομένου συμφωνημένου προκαταβλητέου αντίστοιχου ισόποσου τόκου των 4.000.000 δρχ. Στη συνέχεια ο Χ, έχοντας μαζί του το ως άνω ληφθέν από τους Ζ και Ι ποσό των 4.000.000 δρχ., εισήλθε στο ως άνω τραπεζικό υποκατάστημα, όπου και παρέμεινε επί χρονικό διάστημα 15-20 περίπου λεπτών της ώρας, κατά τη διάρκεια του οποίου και κατέθεσε στον εκεί τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων (κοινό) των Ζ και Ε το ποσό συνολικώς των 24.000.000 δρχ., το οποίο δηλαδή αποτελείτο από το ποσό του. αληθινού κεφαλαίου του δανείου, 20.000.000 δρχ. συν το ποσό των 4.000.000 δρχ. του συμφωνηθέντος ως προκαταβλητέου τόκου, μετά την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος ο Χ εξήλθε από το ως άνω τραπεζικό υποκατάστημα και αφού κάλεσε τον Ζ, με την παρουσία και των Δ και Ι, ο οποίος και τον πλησίασε, του έδειξε ένα έγγραφο, το οποίο ήταν η απόδειξη της εκ μέρους του (δηλ. του Χ) κατάθεσης στο ως άνω Τραπεζικό Υποκατάστημα των 24.000.000 δραχμών, του υπέδειξε δε να μεταβεί με τη σειρά του στο ίδιο αυτό Τραπεζικό Υποκατάστημα, μετά εικοσάλεπτο και να εισπράξει από το ως άνω κατατεθειμένο ποσό των 24.000.000 δραχμών μέρος και δη το ποσό των 4.000.000 δραχμών, το οποίο αυτός, Ζ, θα έπρεπε να παραδώσει στον πατέρα του, Ε, προκειμένου αυτός να αποδώσει από αυτό ανά 1.500.000 δραχμές σε καθένα από τους Η Θ προς εξόφληση του βραχυχρόνιου ανωτέρω δανείου από τον καθένα τους. Πράγματι δε μετά 20άλεπτο περίπου ο Ε εισήλθε στο ως άνω Τραπεζικό Υποκατάστημα και αφού εισέπραξε από το σύνολο του κατατεθειμένου λογαριασμού του το ποσό των 4.000.000 δρχ. επέστρεψε με το ποσό που εισέπραξε στους αναμένοντες αυτόν Δ και Ι, μετά ταύτα δε και οι τρεις (Ι, Ζ και Δ μετέβησαν με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο τελευταίος στα γραφεία της επιχείρησης της ως άνω ΟΕΕ όπου και τους ανέμενε ο Ε, στον οποίο του παρέδωσε ο Ζ το ποσό των 3.000.000 δρχ γα να επιστρέψει στους Η και Θ τα αντίστοιχα βραχυχρόνια δάνεια των 1.500.000 δρχ. στον καθένα, μετά ταύτα δε κατ' εντολή του Ε ο Δ μετέφερε αυτόν με το αυτοκίνητο που οδηγούσε στους ανωτέρω βραχυχρόνιων δανείων δανειστές, όπου και τους κατέβαλε ο Ε τα κεφάλαια των αντιστοίχων δανείων. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους από το ως άνω Τραπεζικό Υποκατάστημα σε σχετική ερώτηση του Δ προς τους Ζ και Θ γιατί εγένοντο όλες αυτές "οι κινήσεις" συναντήσεις και επισκέψεις Χ και εν συνεχεία Ζ στο αυτό ανωτέρω Τραπεζικό Υποκατάστημα, αυτοί (Ζ και Θ) του εξήγησαν ότι το ποσό των 4.000.000 δρχ. αφορούσε τους τόκους των δύο μηνών για το ληφθέν ποσό του κεφαλαίου των 20.000.000 δραχμών. Εξ'άλλου με τη με αριθμό 632/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ενεγράφη υποθήκη υπέρ του Χ σε βάρος της οικίας του Ε στην οδό ..... στη ..... . Αργότερα κατά τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου 1993 η ΟΕΕ Ε ΚΑΙ ΣΙΑ έλαβε δάνειο ποσού 13.000.000 δρχ, που χορηγήθηκε σ'αυτήν από το Υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στη ..... για το σκοπό δε αυτό μετέβη ο Ι, μέλος της ως άνω ΟΕΕ, στο αμέσως ανωτέρω Υποκατάστημα, μεταφερόμενος με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ από το οποίο Υποκατάστημα και έλαβε από το χορηγηθέν δάνειο 6.000.000 δρχ. καθώς και δύο λευκές επιταγές εκδόσεως του Ε και, στη συνέχεια, μεταφερόμενος πάλι με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ επισκέφθηκε την οικία του Χ στη ....., που βρισκόταν επί της οδού ..... στη ....., όπου εισήλθε ο Ι, ενώ ο Δ παρέμεινε στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε και τον ανέμενε. Εκεί ο Ι παρέδωσε στον Χ το ποσό των 6.000.000 δραχμών προς ρύθμιση του υπολοίπου του δανείου και του έδωσε και τις δύο ως άνω λευκές επιταγές εκδόσεως Ε και μετά δέκα λεπτά περίπου εξήλθε από την οικία αυτή και έδωσε εντολή στο Δ να μεταβεί στο κατάστημα της ανωτέρω ΟΕΕ να λάβει από τον Ε 65.000 δραχμές και να του φέρει το ποσό αυτό προκειμένου να το παραδώσει ο ίδιος Ι) στη συνέχεια στον κατηγορούμενο Χ, πράγματι δε ο Δ εκτελώντας την ως άνω εντολή του Ι μετέβη στα γραφεία της επιχείρησης της ΟΕΕ Ε ΚΑΙ ΣΙΑ, όπου, αφού συνάντησε εκεί το Ε, έλαβε από αυτόν το ανωτέρω ποσό των 65.000 δραχμών το οποίο και παρέδωσε στον Ι στη συνέχεια δε αυτός, μεταφερθείς πάλι με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Δ, στη διεύθυνση της οικίας του Χ, εισήλθε στην αυτή ως άνω οικία και παρέδωσε σ' αυτόν το ανωτέρω ποσό των 65.000 δραχμών ενώ τον ανέμενε έξω με το αυτοκίνητο του ο Δ, στη συνέχεια εξήλθε από την αμέσως ανωτέρω οικία και εισήλθε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ και έφυγαν, κατά τη διάρκεια δε της επιστροφής τους αυτής ο Ι πληροφόρησε τον Δ ότι έδωσε στον Χ την ημέρα εκείνη τόσο το ποσό των 6.000 δρχ. όσο και των 65.000 δρχ. και ότι ανανέωσε το υπόλοιπο του ως άνω δανείου δίδοντας προς εξασφάλιση του τις δύο προαναφερόμενες επιταγές, τη μία με ποσό 12.000.000 δρχ. και την άλλη με 7.500.000 δρχ. για διάστημα ενός μηνός και ότι πήρε ο Χ τις ως άνω 65.000 δρχ. για να είναι "στρόγγυλος ο λογαριασμός". Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από τη σαφή και κατηγορηματική και ρητή ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα Δ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και στο ακροατήριο του, η οποία επιστηρίζεται και από την ρητή επίσης σαφή και κατηγορηματική ένορκη στο ακροατήριο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του μάρτυρα Ζ, (βλ. ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου) καταθέσεις που κρίνονται αξιόπιστες και ανταποκρινόμενες στην αλήθεια κρινόμενες ειλικρινέστερες κατά περιεχόμενο της αντίθετης απολογίας του κατηγορουμένου, ο οποίος ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι το αληθινό ποσό κεφαλαίου του δανείου ήταν πράγματι 24.000.000 δρχ. και ότι το δάνειο αυτό ήταν άτοκο ότι όταν αυτός (κατηγορούμενος) μετέβη στις 31.8.1993 στο Υποκατάστημα της Κεντρικής Ελλάδος στη ..... προκειμένου να καταθέσει το ποσό του δανείου στο λογαριασμό των Ζ και Ε δεν ήταν έξω από το Υποκατάστημα αυτό ο Δ και ότι τούτο βεβαιώνει και ο συνοδεύσας αυτόν (Χ), γνώριμός του, Κ, ο οποίος και κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας (βλ. από 18-1-2000 έκθεση ένορκης εξέτασης του Κ) παρά ταύτα οι καταθέσεις των ανωτέρω Η και Θ ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας στη δικάσιμο της 12-3-2003, με κατηγορούμενους τους Δ, Ε και Ζ και Ι (βλ. στα πρακτικά της παρούσας αναφερόμενη και αναγνωσθείσα 938/2003 απόφαση και ταυτάριθμα πρακτικά Τριμ. Πλημ. Λαμίας) οι οποίοι και βεβαιώνουν ενόρκως ότι πράγματι ο Ε δανείσθηκε την προηγουμένη της 31.8.1993 από αυτούς το ποσό των 1.500.000 δρχ. ενισχύουν την αλήθεια της καταθέσεως του Δ καταρρίπτουν δε αντίστοιχα τις αντίθετες αιτιάσεις που περιέχονται στην απολογία του κατηγορουμένου Χ καθώς, επίσης και το περιεχόμενο της κατάθεσης του Κ, ο οποίος εξετασθείς ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας (βλ. αναγνωσθείσα κατάθεση μάρτυρα στα πρακτικά της παρούσας δίκης) κατέθεσε ότι δήθεν ο Δ δεν είχε μεταβεί έξω από το Τραπεζικό Υποκατάστημα της Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ..... μαζί με τον Ε στις 31-8-1993. Περαιτέρω, λόγω μη έγκαιρης, πλήρους εξοφλήσεως του ληφθέντος δανείου διαδοχικώς εχώρησαν πολλές ανανεώσεις του ως άνω δανείου και αντίστοιχα εξέδιδε ο Ε τραπεζικές επιταγές προς εξασφάλιση του εκάστοτε υπολοίπου του δανείου. Έτσι, λόγω μη πληρωμής δύο επιταγών, που είχε εκδόσει ο Ε, ο Χ ζήτησε και εκδόθηκε υπέρ αυτού η με αριθμό 52/1994 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά της οποίας η εταιρία "Ε και ΣΙΑ ΟΕΕ", Ε και Ζ άσκησαν την από 22.6.1994 ανακοπή τους ζητώντας την ακύρωση της (δηλ. της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, η οποία έγινε δεκτή με την με αριθμό 1047/1994 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά της πρωτοδικειακης αυτής απόφασης ο ήδη κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 25.9.1995 έφεσή του, το οποίο εξέδωσε αρχικά τη με αριθμό 5498/1996 απόφασή του, στη συνέχεια δε με τη με αριθμό 28581997 απόφασή του έταξε αποδείξεις και με μάρτυρες διεξακτέες ενώπιον εισηγητή και εντεταλμένων Ειρηνοδικών επί του προβληθέντος από τους ανακόπτοντες ισχυρισμού τους, ότι οι ως άνω δύο επιταγές επί των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής είναι άκυρες, διότι εκάλυπταν εξολοκλήρου τοκογλυφική απαίτηση του ήδη κατηγορουμένου. Ενώπιον της Ειρηνοδίκου Μακρακώμης, ως εντεταλμένης τη διεξαγωγή των ανωτέρω διαταχθεισών αποδείξεων, οι ανακόπτοντες πρότειναν, ως μάρτυρα απόδειξης, επί των ταχθέντων με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αθηνών θεμάτων, τον προαναφερθέντα υπάλληλό τους Δ. Ο τελευταίος (Δ) κατέθεσε, στις 13.10.1997, 22.10.1997 και 31.10.1997, (βλ. αναγνωσθείσα στα πρακτικά αντίστοιχη εισηγητική έκθεση της Ειρηνοδίκου Μακρακώμης) ενόρκως εξεταζόμενος ενώπιον της ως άνω Ειρηνοδίκου, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: ότι στις 28 με 29 Αυγούστου 1993, οι Ζ και Ε συμφώνησαν με τον Χ να τους δανείσει είκοσι εκατομμύρια δραχμές με τόκο τέσσερα εκατομμύρια δραχμές για διάστημα δύο μηνών, ότι την επομένη ημέρα ο Δ μαζί με τον Ε επισκέφθηκαν τους Η και Θ, οι οποίοι δάνεισαν στον Ζ από ενάμιση εκατομμύριο δραχμές έκαστος, ότι την αυτή ημέρα ο Δ, μετέβη με τους Ι και Ζ στο κατάστημα της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος όπου συνάντησαν τον κατηγορούμενο Χ και παρουσία του Δ του έδωσαν μία σακούλα που περιείχε τέσσερα εκατομμύρια δραχμές τα οποία αυτός κατέθεσε στη συνέχεια, όπως επίσης και είκοσι επιπλέον εκατομμύρια, στον τραπεζικό λογαριασμό των Ζ και Ε και για την οποία κατάθεση επέδειξε στον Ζ την απόδειξη που του έδωσε η Τράπεζα και που την επιβεβαίωνε, ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου μετέφερε τον Ι στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου για να του παραδώσει δύο λευκές επιταγές, προκειμένου να ανανεωθεί το ανωτέρω δάνειο, ότι από τις αρχές του έτους 1993 μέχρι και το 1995 εργαζόταν σε κατάστημα του Ε ενώ, επίσης, τα ίδια κατέθεσε ο ως άνω Δ και ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας σε σχετική με το ως άνω τοκογλυφικό δάνειο ποινική δίκη με κατηγορούμενο τον ήδη κατηγορούμενο Χ (βλ. αναγνωσθείσα στα πρακτικά από 18.9.1998 ένορκη κατάθεση του Δ, ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας). Ο κατηγορούμενος Χ, με την από 27.7.1999 και με στοιχεία κατάθεσης ΑΒΜ 4992/27.7.1999 μήνυσή του κατά του Δ και των Ε, Ζ και Ι καταμήνυσε τον μεν πρώτο τα όσα ανωτέρω εκτίθεται ότι κατέθεσε ενόρκως αυτός (Δ) εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της Ειρηνοδίκου Μακρακώμης όσον και ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας,(δηλ. σε σχέση με το ως άνω δάνειο και δη την έναρξη της εργασίας του ως μισθωτή στην επιχείρηση της ΟΕΕ Ε και ΣΙΑ, την επίσκεψη αυτού μαζί με τον Ε στους Η και Θ προς δανεισμό από αυτούς 1.500.000 δρχ. από τον καθένα την παρουσία του ίδιου στις ανωτέρω επισκέψεις του Χ και του Ζ στο Τραπεζικό Υποκατάστημα της Κεντρικής Τράπεζας στη ....., συναντήσεις του τελευταίου με τον ήδη κατηγορούμενο στις 31.8.1993 επίδειξη της αποδείξεως της Τράπεζας εκ μέρους του κατηγορουμένου προς τον Ζ και μεταφοράς του Ι στην οικία του Χ περί τα τέλη Οκτωβρίου 1993 ήσαν ψευδή και ότι τα κατέθετε ο ως άνω μάρτυρας εν γνώσει του ψευδούς αυτών τους δε Ε Ζ και Ι, ως ηθικούς αυτουργούς της ως άνω καταμηνυθείσας από αυτόν (Χ) ψευδορκίας του Δ. Όμως, ως παρατίθεται ανωτέρω, τα όσα ανωτέρω κατέθεσε ως μάρτυρας ο Δ ενώπιον της Ειρηνοδίκου Μακρακώμης και Πταισματοδίκου Λαμίας ήσαν αληθινά και επομένως, ο κατηγορούμενος ψευδώς καταμήνυσε τον ως άνω μάρτυρα ότι ενόρκως κατέθεσε ενώπιον των ως άνω αρχών ψευδώς τους δε Ε και Ζ και Ι ως ηθικούς αυτουργούς της ως άνω καταμηνυθείσας ψευδορκίας του Δ προς δε αυτός επιβεβαίωσε ενόρκως και το περιεχόμενο της ως άνω μήνυσής του αφενός εξεταζόμενος ενόρκως, στις 21.1.2000, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Λαμίας και αφετέρου ενώπιον του Πταισματοδίκου Λαμίας την 21.1.2000, μάλιστα δε αμετακλήτως, έχει κριθεί ότι το ως άνω δάνειο Χ προς τον Ε είχε χορηγηθεί με τοκογλυφικό τόκο ο δε κατηγορούμενος Χ ήδη αμετακλήτως κατόπιν σχετικής μηνύσεως των Ζ και Ε, έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για τοκογλυφία με τη με αριθμό 33/2000 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, για πλημμελήματα, η κατά της οποίας αίτηση αναίρεσης του Χ απορρίφθηκε με τη με αριθμό 2005/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου ενώ αντίθετα α) ο Δ καθώς και β) οι Ε, Ζ και Ι αθωώθηκαν με τη με αριθμό 938/12.3.2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας της κατ' αυτών κατηγορίας α) για ψευδορκία και β) ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, αντιστοίχως, σε σχέση με ότι τους καταμήνυε με την ως άνω μήνυση του ο ήδη κατήγορου μένος, κατά δε της ανωτέρω 938/12.3.2003 απόφασης δεν έχει ασκηθεί μέχρι σήμερα ένδικο μέσο (βλ. με αριθμ. 2814/10-7-2007 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Λαμίας). Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι ο κατηγορούμενος, τελώντας σε γνώσει, αφ' ενός ότι καταμήνυε ψευδώς με την άνω μήνυσή του τους ανωτέρω α) Δ για ψευδορκία μάρτυρα και β) τους Ε, Ζ και Ι για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία του Δ, αφού όπως ο ίδιος δέχεται στην κατάθεσή του ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας (βλ. ανωτέρω 938/2003 πρακτικά και απόφαση Τριμ. Πλημ. Λαμίας), διατηρούσε φιλία με τον Ε και ήταν, επομένως, σε θέση να γνωρίζει και εγνωριζε, ότι ο Δ εργαζόταν από των αρχών του έτους 1993 μέχρι το έτος 1995 στην επιχείρηση της ανωτέρω ΟΕΕ, η οποία μάλιστα βρισκόταν στην ίδια επαρχιακή πόλη και ότι ο Ε, τον εμπιστευόταν ("ήταν το δεξί του χέρι",) επίσης, ο ίδιος, ως δανειστής, φυσικά εγνωριζε, ότι το ποσό του δανείου ήταν 20.000.000 δρχ. στο δε ποσό των 4.000.000 δρχ. περιλαμβάνονταν τοκογλυφικοί τόκοι και ότι το κεφάλαιο του δανείου δεν ήταν 24.000.000 δρχ., και ότι το ποσό των 4.000.000 δρχ. του το είχε καταβάλει ο Ζ έξω από το Υποκατάστημα της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος στη ....., πλησίασε δε το αυτοκίνητο και το οποίο οδηγούσε ο Δ, στο οποίο βρισκόταν ο Ζ, αφού ο ίδιος Χ αφού κατέθεσε το ποσό των 4.000.000 -δρχ. μαζί δε και το ποσό των 20.000.000 δρχ. στο ως άνω Υποκατάστημα της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος υπέδειξε με την παρουσία του Δ στον Ζ να μεταβεί, μετά εικοσάλεπτο, στο ίδιο Τραπεζικό Υποκατάστημα για να εισπράξει από το συνολικό ποσό των 24.000.000 δρχ. - 20.000.000 εξ ιδίων και 4.000.000 που του είχε δώσει ο Ζ -,που αυτός (Χ κατέθεσε) το ποσό των 4.000.000 δρχ. και είναι βέβαιο ότι μπορούσε, επομένως να τον (δηλ. τον Δ,) αντιληφθεί μέσα στο αυτοκίνητο και τον αντιλήφθηκε, επί πλέον δε ως δανειστής ο ίδιος (Χ) εγνώριζε, ότι πράγματι ο Ι είχε προσέλθει στην οικία του και του παρέδωσε περί τα τέλη Οκτωβρίου 1993 δύο λευκές τραπεζικές επιταγές εκδόσεως του Ε χάριν εξασφάλισης της ανανέωσης του αυτού ως άνω δανείου, αφού ο ίδιος (Χ) έλαβε αυτοπροσώπως τις ως άνω επιταγές από τον Ι, και, επομένως, ότι ο Δ δεν είχε καταθέσει ψέμματα, στις ως άνω ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκου Μακρακώμης κατάθεσή του και την τοιαύτη ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας κατάθεσή του, κατά συνέπεια δε οι λοιποί (Ε, Ζ και Ι) δεν έπεισαν αυτόν (Δ) να καταθέσει ενόρκως ψέμματα ενώπιον του ως άνω Ειρηνοδίκη και Πταισματοδίκη αντίστοιχα, πως αυτός (ήδη κατηγορούμενος), ισχυρίσθηκε ψευδώς εν γνώσει του ψευδά τα ανωτέρω καταμηνυθέντα και ενόρκως κατατεθέντα με την ανωτέρω μήνυση, που βεβαίωσε και ενόρκως, καθώς και με την ένορκη κατάθεσή, του στις 21.1.2000 ενώπιον του Πταισματοδίκη, ενώ εξάλλου ο δόλος του κατηγορουμένου εν γνώσει του να καταμηνύσει ψευδώς και να ψευδορκίσει σε βάρος των α) Δ και β) Ε, Ζ και Ι, για τις δήθεν φερόμενες, ως τελεσθείσες εκ μέρους τους, κατά τα παραπάνω στην οικεία θέση αναφερόμενα, αξιόποινες πράξεις, συνάγεται και από το ότι στη μήνυση του ψευδώς ισχυρίζεται, ότι δήθεν ο Δ επανειλημμένα δήθεν εμφορούμενος από τύψεις συνειδήσεως για τη δήθεν ψευδορκία του σε βάρος τουΧ ομολόγησε ενώπιον του (δηλ. του τελευταίου), αλλά και τρίτων, ότι ψευδώς κατέθεσε τα όσα κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μακρακώμης και Πταισματοδίκη Λαμίας και ότι δήθεν οι Η και Θ ομολόγησαν στον ίδιο (Χ), ότι δεν δάνεισαν ο καθένας στο Ε από 1.500.000 δρχ. ο καθένας, αφού οι τελευταίοι τον (δηλ. Χ) με τις ως άνω ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Τριμ.Πλημ. Λαμίας (βλ. πρακτικά της 938/2003 απόφασης του Τριμ. Πλημ. Λαμίας) διαψεύδουν (δηλ. τον ήδη κατηγορούμενο) όπως επίσης διαψεύδει τον κατηγορούμενο και ο μάρτυρας Ζ, που εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ενόρκως. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο κατηγορούμενος αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες ήδη κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών.
Με τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση και επέβαλε εις αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία και μετέτρεψε σε χρηματική. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 § 1 και 224 § 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες ή διατάξεις. Ειδικότερα παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας του κατηγορουμένου για την αναλήθεια του γεγονότος, το οποίο ενόρκως βεβαίωσε και για το οποίο ψευδώς καταμήνυσε τους αναφερομένους στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης. Η ειδικότερη αιτίαση που διατυπώνεται με τον τρίτο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης, ότι δηλαδή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι καταθέσεις των εκεί μνημονευομένων μαρτύρων και τα αναφερόμενα έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, γιατί, κατά την βεβαίωση της αποφάσεως, στο προοίμιο του σκεπτικού, ελήφθησαν και αξιολογήθηκαν όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (αρθρ. 510 § 1 Δ ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά το μέρος κατά το οποίο πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αυτός ο λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατ 'ακολουθίαν, εφόσον απορρίπτονται όλοι οι λόγοι της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και η τελευταία στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ για την αναίρεση της 185/11-7-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Kαι
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία. Απορρίπτει αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος από τη μη αναγραφή των αληθών γεγονότων. Αβάσιμος. 2) Απόρριψη αιτήματος αναβολής, δικαιολογημένη. 3) Όχι ακυρότητα από απόρριψη αιτήματος εφόσον προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα. 4) Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Κλητήριο θέσπισμα, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 2633/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 862/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 828/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά δε της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στις διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης με την έφεση απόφασης και εκείνου της άσκησης αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ), οπότε, η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποιν.Ολομ. ΑΠ 6 και 7/1994, 4/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 862/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η δίκη κατά την οποία ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο βάση πληρεξουσίου, με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 22-2-2006 έφεσή του κατά της υπ'αριθ. 472/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, με την οποία είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλάκισης ένδεκα (11) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, της χρήσης πλαστών εγγράφων και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ'εξακολούθηση. 'Όπως, περαιτέρω προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και συγκεκριμένα του περιεχομένου της ως άνω έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης, ερήμην του εκδοθείσας, καταδικαστικής απόφασης, αυτός, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο του ως άνω ένδικου μέσου, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, ναι μεν του επεδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (προφανώς εννοώντας στη διεύθυνση που ο ίδιος είχε δηλώσει κατά το στάδιο της προδικσίας και στη συνέχεια ακολουθήθηκε η διαδικασία του άρθρου 156 ΚΠΔ) πλην, όμως, η επίδοση αυτή ήταν άκυρη, διότι η απόφαση ήταν συντεταγμένη στην Ελληνική γλώσσα, την οποία αυτός δεν γνώριζε, καθόσον ομιλεί και κατανοεί μόνο τη Ρωσική γλώσσα. Ως αιτιολογία για την απόρριψη της ρηθείσας έφεσης η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε τα εξής: "ο κατηγορούμενος δικάσθηκε ερήμην και με την υπ'αριθ. 472/4-5-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ένδεκα (11) μηνών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 28-9-2004 ως αγνώστου διαμονής, όπως αυτό προκύπτει από το από 28-9-2004 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ..... που υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα από το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού επιδόσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, προκειμένου να γίνει προς αυτόν η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, αναζητήθηκε από τον πιο πάνω αστυφύλακα στον τόπο της κατοικίας που είχε δηλώσει κατά την προδικασία ο ίδιος (κατηγορούμενος) (οδός .....). Αυτός (κατηγορούμενος) απουσίαζε απ'αυτήν (διεύθυνση κατοικιας του) και η διαμονή του ήταν άγνωστη, δεν βρέθηκε δε σύζυγος, γονείς ή αδέλφια ή άλλοι συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Γι'αυτό ο επιδίδων αστυφύλακας, κατ'εφαρμογή του άρθρου 156 παρ.2 ΚΠΔ, επέδωσε την ανωτέρω απόφαση στο δημοτικό υπάλληλο του Δήμου ..... που ορίσθηκε από το Δήμαρχο Κιλκίς για το σκοπό αυτό. Ο υπάλληλος αυτός, Α, κλητήρας του Δήμου, του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται στο πιο πάνω αποδεικτικό επιδόσεως, προέβη σε νομότυπη τοιχοκόλληση της επιδοθείσης σ'αυτόν αποφάσεως, όπως αυτό προκύπτει από την από 28-9-2004 βεβαίωση τοιχοκόλλησης αυτού που υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η από παραδρομή μη διαγραφή της φράσεως "στον Δήμαρχο του Δήμου" αφού η επίδοση έγινε στον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, δεν επέγεται ακυρότητα, όπως δεν επάγεται ακυρότητα και η από προφανή παραδρομή μη διαγραφή των εντύπων φράσεων του αποδεικτικούν επίδοσης, που δεν έχουν σχέση με τον συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω εγκύρως στον κατηγορούμενο επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, αφού συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις. 'Αλλωστε, ο κατηγορούμενος, σε κανένα σημείο του δικογράφου της εφέσεως δεν επικαλείται ότι η επίδοση προς αυτόν της πρωτόδικης απόφασης ακύρως έγινε ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής. Η μόνη ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως την οποία επικαλετίαι ο κατηγορούμενος με την έφεσή του είναι ότι η απόφαση αυτή του επιδόθηκε γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα, χωρίς μετάφραση στη Ρωσική γλώσσα, την οποία και μόνο γνωρίζει αυτός. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου (περί άγνοιας της Ελληνικής γλώσσας) δεν αποδείχθηκε βάσιμα στην ουσία του. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα και μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της επιδοθείσης σ'αυτόν αποφάσεως. Αυτό προκύπτει: α) από τα αναγνωστέα έγγραφα, δηλαδή τις από 20-1-1999 δύο και από 2-4-1999 μία, υπογεγραμμένες από τον ίδιο και απευθυνόμενες προς τη Νομαρχία Κιλκίς τρεις (3) συνολικά αιτήσεις για καθορισμό Ελληνικής ιθαγένειας, εγγραφή στο μητρώον αρρένων και έκδοση διαβατηρίου, που φέρονται να γράφονται ή συμπληρώνονται δια χειρός του, φέρουν ελληνικά στοιχεία, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός γνώριζε το περιεχόμενο του κειμένου και το υπέγραφε ο ίδιος. Η κρίση αυτή, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος γνώριζε την ελληνική γλώσσα συνάγεται και από το γεγονός ότι αυτός διέμενε στην Ελλάδα από το έτος 1991 (βλ. κατάθεση μάρτυρα Β) και δεν μπορεί επί 13 χρόνια να μη έχει μάθει την Ελληνική γλώσσα, πολύ περισσότερο που είναι ομογενής (η μητέρα του είναι πόντια) και θα ήταν παράδοξο να μη γνωρίζει την ελληνική γλώσσα κάποιος που μένει στην Ελλάδα 12-13 χρόνια και ζητεί να αποκτήσει την Ελληνική Ιθαγένεια και Ελληνικό διαβατήριο. Επομένως, όλοι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί του αντιθέτου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Συνεπώς, αφού η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εγκύρως στις 28-9-2004 η κρινόμενη έφεση, που ασκήθηκε στις 22-2-2006, είναι εκπρόθεσμη και πρέπει γι'αυτό να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά τα ανωτέρω".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την αιτίαση ακυρότητας της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία ήταν συντεταγμένη στην ελληνική γλώσσα και όχι στη ρωσική, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη, πείσθηκε απόλυτα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου το περιεχόμενο της κοινοποιηθείσας σ'αυτόν απόφασης και συνεπώς, ήταν σε θέση, να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση για το σχηματισμό της εξανεχθείσας κρίσης, αφού στο σκεπτικό της γίνεται μνεία, τόσο των αναγνωσθέντων εγγράφων όσο και της ένορκης κατάθεσης του μοναδικού μάρτυρα που εξετάσθηκε Β, το ότι δε εξαίρονται ορισμένα έγγραφα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα. Δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει το Εφετείο στον περιεχόμενο στην έφεση ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι το κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε ήταν άκυρο, διότι ήταν συντεταγμένο στην Ελληνική γλώσσα και όχι στη ρωσική που αυτός γνώριζε, αφού προηγείται πάντοτε το τύποις παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης, όπως συνέβη εν προκειμένω, που απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη, συνεπεία εκπρόθεσμης άσκησής της.
Συνεπώς, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ. 13/2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 862/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008..
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προηγείται η έρευνα του τύποις παραδεκτού της έφεσης και μετέπειτα επακολουθεί η ουσιαστική έρευνα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2630/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καββάγια, για αναίρεση της 41029/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1584/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται, για τη στοιχειοθέτησή του, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση στο έντυπο των στοιχείων που απαιτεί ο νόμος και με τη θέση της υπογραφής του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής, και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσης. Το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, για το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής, ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία της εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το Δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια του ορισμού αυτού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι, για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 41.029/07 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, Χ, καταδικάστηκε για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και συγκεκριμένα, της με αριθμό ..... επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτόν (κατηγορούμενο) στην Αθήνα στις 5-7-2003 για να πληρωθεί από την Τράπεζα Εργασίας ποσού 10.000 ΕΥΡΩ, σε διαταγή του εγκαλούντος, Ψ, η οποία παρουσιάστηκε στις 8-7-2003 (εμπρόθεσμα) στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, αλλά δεν πληρώθηκε, λόγω ανακλήσεως της εντολής προς πληρωμή από τον αναιρεσείοντα πληρωτή της, που ισοδυναμεί με έλλειψη αντιστοίχων κεφαλαίων στο λογαριασμό του στην άνω Τράπεζα, το γεγονός δε αυτό βεβαιώθηκε επί του σώματος της επιταγής. Από τα πρακτικά δε της αυτής αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου συνηγόρου του, που τον εξεπροσώπησε κατ' άρθρο 340 § 2 ΚΠΔ, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, για το λόγο ότι κατά του εγκαλούντος κομιστή της επιταγής είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή, διότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε και παραδόθηκε στον εγκαλούντα για αιτία που δεν επακολούθησε, ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του επιστρέψει το σώμα της επιταγής, διότι το ποσό αυτής δεν οφείλεται. Το Δικαστήριο εκείνο, απέρριψε το αίτημα αναβολής με την αιτιολογία ότι "αυτό κρίνεται ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη της αιτίας, όπως επίσης δεν ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ έκδότη και λήπτη της επιταγής". Κατόπιν αυτών, η αιτίαση του αναιρεσείοντος με την αίτησή του, που αποτελεί το μοναδικό από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, ότι το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη σε υπέρβαση εξουσίας, διότι αποφάσισε για υπόθεση και έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του πολιτικού Δικαστηρίου, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει, όπως και ο στηρίζων αυτή μοναδικός από το άνω άρθρο λόγος αναιρέσεως, να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 585 § 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 (αριθμ. καταθ. 107/2007) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 41.029/07 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Το αξιόποινο αυτής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών. Υπέρβαση εξουσίας. Διάκριση σε θετική και αρνητική. Πότε υπάρχει η κάθε περίπτωση. Απορρίπτει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2629/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 358/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τα από 25 Φεβρουαρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008, δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 εδάφ. δ'του Ν. 1756/1988 "Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών", το Τριμελές Εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες, κατά δε το άρθρο 5 παρ. 1 περ. Α'εδάφ. γ' αυτού αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται κατά σειρά αρχαιότητας, με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και δη ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας συνθέσεως ή του ίδιου δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο πρόεδρος εφετών αναπληρώνεται στην προεδρία του τριμελούς εφετείου από τον αρχαιότερο εφέτη του ίδιου δικαστηρίου και αν αυτός κωλύεται από τον αμέσως νεώτερο, στην περίπτωση δε τέτοιας αναπληρώσεως πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν υπάρχουν πρόεδροι ή ότι οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή κωλύονται, όπως και οι αρχαιότεροι του προεδρεύοντος εφέτες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α' ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και τον Αρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων. Η ακυρότητα αυτή ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης 358/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, στη σύνθεση του εν λόγω δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή συμμετείχε ως προεδρεύων ο εφέτης Γεώργιος Ακριβός, λόγω κωλύματος των προέδρων εφετών, όπως ειδικώς αναγράφεται. Από την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα και επισυναπτόμενη στο δικόγραφο των παραδεκτώς ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως υπ' αριθ. 800/5-3-2008 βεβαίωση του Εφετείου Θράκης, επιτρεπτώς επισκοπούμενη για την έρευνα της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι στο Εφετείο Θράκης, κατά την 8-3-2007, που συμπίπτει με την ημέρα συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπηρετούσαν οι εξής, κατά σειρά αρχαιότητας, δικαστές: 1) Νικόλαος Μπιχάκης, Πρόεδρος Εφετών, 2) Κων/νος Τσόλας, Πρόεδρος Εφετών, 3) Δημήτριος - Στέφανος Βόσκας, Εφέτης, (με απόσπαση από το Εφετείο Θεσσαλονίκης μέχρι τις 12-3-2007), 4) Γεώργιος Ακριβός, Εφέτης, 5) Αναστασία Χορτιάτη, Εφέτης, 6) Μαρία Τσιλιγκαρίδου, Εφέτης, 7) Αναστασία Κυριαζή, Εφέτης, 8) Θεοδοσία Μοδικού, Εφέτης, 9) Δήμητρα Περιστερίδου - Κωνσταντίνου, Εφέτης, 10) Ιωάννης Χατζηχαραλάμπους, Εφέτης, 11) Σάββας Σαχπεκίδης, Εφέτης, 12) Γεωργία Κουτρούλα, Εφέτης και 13) Μυρσίνη Παπαχίου, Εφέτης. Προκύπτει, δηλαδή, ότι ο ανωτέρω προεδρεύων του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφέτης Γεώργιος Ακριβός ήταν νεώτερος κατ' αρχαιότητα από τον εφέτη Δημήτριο - Στέφανο Βόσκα. Εντούτοις, στα πρακτικά της αποφάσεως δεν αναγράφεται ότι ο προεδρεύων Γεώργιος Ακριβώς, εκτός από τους προέδρους εφετών, αναπλήρωσε, λόγω κωλύματός του, και τον εν λόγω αρχαιότερό του εφέτη. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως των από 25/2/2008 και 22/9/2008 δύο (2) δικογράφων των προσθέτων λόγων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που την εξέδωσε, και πρέπει, ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, όπως εκείνων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κ.λ.π., να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 358/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο Πρόεδρος Εφετών αναπληρώνεται στην προεδρία του Τριμελούς Εφετείου από τον αρχαιότερο Εφέτη του ιδίου δικαστηρίου και αν αυτός κωλύεται, από τον αμέσως νεότερο, στην περίπτωση δε τέτοιας αναπληρώσεως, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν υπάρχουν Πρόεδροι ή ότι οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή κωλύονται, όπως και οι αρχαιότεροι του προεδρεύοντες εφέτες. Επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και του Αρείου Πάγου, σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 2628/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Βιολέττα Κυτέα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνου Φράγκου), Νικολάου Κωνσταντόπουλου-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κοσμά-Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, για αναίρεση της 27709/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1778/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 "για την επέκταση κλπ.", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του Ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον εξ (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ., κατά δε το άρθρο 22 του Ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της, ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του ως ισχύει άρθρα 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983 συνάγεται, ότι δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μια από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης εντολέας....). Έτσι για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλεπομένου πλημμελήματος της ανεγέρσεως από πρόθεση αυθαιρέτου κτίσματος απαιτούνται εκτός των άλλων α) ιδιότητα του. δράστη ως ιδιοκτήτη και β) ανέγερση απ αυτόν εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως κτίσματος χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή ή διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για τις πράξεις της παραβάσεως του άρθρου 17 § 8 του Ν. 1337/1983, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται, εκτός από τα πιο πάνω, άλλα περαιτέρω στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 27.709/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλόυθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στο ....., επί της οδού ..... στις 3/5/2001 ως ιδιοκτήτης προέβη στην κατάργηση των ημιυπαιθρίων Α, Β, Γ, Δ ορόφων του πίσω ισογείου και υπέρβαση δόμησης στον Γ' όροφο. Πρέπει, όμως να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (84 § 2β' ΠΚ)". Στη συνέχεια, το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) της παρακάτω πράξεως, κατά πιστή αντιγραφή από την προσβαλλομένη "Στο ..... στην οδό ..... στις 3-5-01 με πρόθεση προέβη ως ιδιοκτήτης στην κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος, ειδικότερα με την ιδιότητά του αυτή προέβη α) στην κατάργηση των ημιυπαίθριων Γ' και Δ' ορόφων, β) στην υπέρβαση δόμησης στον Γ' όροφο, χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδια Πολεοδομικής Υπηρεσίας". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αφού κήρυξε κατά τα άνω ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ, για την πιο πάνω πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παράγρ. 8 του Ν. 1337/1983 (ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος από ιδιοκτήτη με πρόθεση), αναγνωρίζοντας σε αυτόν το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (ΠΚ 84 § 2β' ) του επέβαλε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 26 § 1α', 27 § 1 ΠΚ και άρθρ. 17 § 8 Ν. 1337/83, σε συνδ. με άρθρ. 6 Ν. 1609/28-6/3-7-1986, όπως αντικ. με άρθρ. 3 § 13 Ν. 2242/94, σε συνδ. με άρθρ. 22 Ν. 1577/1985, ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτή τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προπαρατέθηκαν, τις οποίες εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Α, υπαλλήλου της Πολεοδομίας, εντεύθεν δε, η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι το κατ' έφεση δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε επί σκέλους του κατηγορητηρίου, για το οποίο αυτός είχε ήδη πρωτόδικα απαλλαγεί, ενώ έπρεπε να περιοριστεί στην κρίση επί του καταδικαστικού μέρους της εκκληθείσας αποφάσεως, αφού κατά το απαλλακτικό της μέρος ούτε αυτή προσεβλήθη, ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της ΚΠΔ 486 § 1 εδ. α' να προσβληθεί. Έτσι, εφόσον το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλόμενη (με την αναίρεση) απόφασή του και κατά το απαλλακτικό της (πρωτόδικης αποφάσεως) μέρος, υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, που καθιστά την απόφαση αναιρετέα, αφενός κατ' άρθρ. 510 § 1 εδ. Η' ΚΠΔ, αφετέρου και ως προς το ότι έκρινε κατηγορία για την οποία δεν είχε δικαιοδοσία, χειροτερεύοντας έτσι τη θέση του ως κατηγορουμένου, καθόσον εάν ασχολείτο μόνο με το μέρος της αποφάσεως που είχε δικαιοδοσία, δηλαδή μόνο με την καταδικαστική της διάταξη, θα οδηγείτο, μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού, σε επιβολή μικρότερης ποινής. Στη συνέχεια, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του, προβάλλει την αιτίαση ότι η άνω παράβαση της αναιρεσιβαλλομένης, εκτός της υπερβάσεως εξουσίας, συνιστά επίσης και έλλειψη ακροάσεως κατά την ΚΠΔ 170 § 2, διότι κατ' αυτό τον τρόπο δεν άσκησε τα σχετικά δικαιώματά του ως κατηγορούμενος, αφού δεν του δόθηκε ο λόγος ώστε να επισημάνει την άνω ανεπίτρεπτη ενέργεια του Δικαστηρίου, στερώντας από αυτόν να ασκήσει τα υπερασπιστικά δικαιώματά του. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται μεν ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην κατάργηση των ημιυπαιθρίων Α, Β, Γ, Δ ορόφων του πίσω ισογείου και σε υπέρβαση δόμησης στον Γ' όροφο. Όπως, όμως, προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι προέβη στην κατάργηση των ημιυπαιθρίων Γ' και Δ' ορόφων και στην υπέρβαση δόμησης στο Γ' όροφο. Επίσης, από την εκκαλούμενη απόφαση, τα πρακτικά της οποίας, κατά την προσβαλλομένη, αναγνώστηκαν στο ακροατήριο της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πρωτόδικα είχε κηρυχθεί αθώος για κατάργηση των ημιυπαιθρίων Α' και Β' ορόφων. Έτσι, καθίσταται φανερό ότι η αναγραφή στο σκεπτικό των στοιχείων "Α'- Β'", έγινε από παραδρομή. Απόδειξη αυτού είναι ότι για "υπέρβαση δομήσεως σε Α' και Β' όροφο", με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κηρύχθηκε αυτός ούτε ένοχος ούτε αθώος. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε τα υπερασπιστικά του δικαιώματα ούτε κατέστη χειρότερη η θέση του, όπως αβάσιμα αυτός αιτιάται. Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 § 2 ΚΠΔ, ούτε υπέρβαση εξουσίας, που στηρίζουν τους από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' και Η' Κ.Ποιν.Δ, πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Οκτωβρίου 2007 (υπ' αριθμ. πρωτοκ. 8657/2007) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 27.709/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος. Έννοια αυθαιρέτου. Υπέρβαση οικοδομικής άδειας. Ευθύνη ιδιοκτήτη. Παράβαση άρθρ. 7 παρ. 8 Ν. 1337/1983. Λόγοι αναιρέσεως: υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη ακροάσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ακροάσεως έλλειψη, Κτίσμα αυθαίρετο.
| 0
|
Αριθμός 2627/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαπετρόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 618/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωαννίδη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 676/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του ΠΚ όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Ειδικότερα, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών που αποτελούν εγκλήματα τελούμενα με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 618/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Η Κοινοπραξία "ΑΚΡΙΤΑΣ ΑΤΕΒΕ - ΤΕΝΑ ATEBE", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, Παναγιώτης Σιάκος, ανέλαβε με σχετική σύμβαση την εκτέλεση του έργου "Ύδρευση - Αποχέτευση- Βιολογικός Καθαρισμός Πόλης Φλώρινας", με αναθέτουσα υπηρεσία - φορέα του έργου την Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Φλώρινας (ΔΕΥΑΦ). Η τελευταία όρισε επιβλέποντα μηχανικό του έργου το μηχανικό Α. Ο εν λόγω κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητα του είχε τη νομική, υποχρέωση στα πλαίσια εκτέλεσης του πιο πάνω έργου να λάβει όλα τα κατά νόμο μέτρα ασφαλείας για αποτροπή ατυχημάτων στους εργαζομένους και τους τρίτους. Παρά την υποχρέωση του όμως αυτή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του που αναφέρεται κατωτέρω. Ειδικότερα κατά την εκτέλεση του έργου προς το σκοπό της εγκατάστασης αγωγού ύδρευσης, στη ..... επί της οδού ..... έγινε το Φθινόπωρο του 2001 εκσκαφή του ασφαλτικού οδοστρώματος καθ' όλο το πλάτος αυτής, δημιουργώντας ωσαύτως κοίλωμα βάθους 0,13μ., πλάτους 1,65μ. και μήκους 6,80μ. (όσο δηλαδή και το πλάτος της άνω οδού). Αυτός όμως, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του μετά το πέρας των εκτελούμενων εργασιών δεν προέβη στην επίχωση του κοιλώματος και στην εν συνεχεία αποκατάσταση του ασφαλτικού οδοστρώματος και δεν φρόντισε όπως είχε υποχρέωση, να επισημάνει δια των καταλλήλων πινακίδων (ρυθμιστικών πληροφοριακών και κινδύνου) και λοιπών μέσων σήμανσης το προκληθέν κοίλωμα, το οποίο ήταν επικίνδυνο δια τους κυκλοφορούντες στην πιο πάνω οδό. Αποτέλεσμα των ως άνω περιγραφόμενων παραλείψεων του, ήταν στις 7 Απριλίου 2002 η Β συνεπιβάτης ούσα του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..... δικύκλου μοτοποδηλάτου, που οδηγείτο από το σύζυγο της, Ψ, ο οποίος εκινείτο επί της οδού ....., κατευθυνόμενος προς τη Δημοτική Πλατεία του ....., τη στιγμή που ο τελευταίος επέπεσε με το μοτοποδήλατο του εντός της υπάρχουσας τομής του οδοστρώματος, να εκτιναχθεί απ' αυτό και να καταπέσει επί του οδοστρώματος με συνέπεια να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκτεταμένη ενδοεγκεφαλική αιμορραγία η οποία ήταν και η μόνη ενεργός αιτία του θανάτου της. Υπό τα περιστατικά αυτά πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) των παρακάτω πράξεων, κατά πιστή αντιγραφή από την προσβαλλομένη: Α) Από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει δεν προέβλεψε και δεν φρόντισε να αποτρέψει το από τις παρακάτω παραλείψεις του προκαλούμενο και αιτιακά μ' αυτές συνδεόμενο αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου άλλου, για την παρεμπόδιση επέλευσης του οποίου είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Συγκεκριμένα υπό την παρακάτω ιδιότητα του και δη ως νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνων της αναλαμβάνουσας εκτέλεση δημοσίων έργων Κοινοπραξίας "ΑΚΡΙΤΑΣ ΑΤΕΒΕ- ΤΕΝΑ ΑΤΕΒΕ", στην οποία είχε ανατεθεί από την αποτελούσα τον φορέα κατασκευής του πιο κάτω έργου Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Φλώρινας (Δ.Ε.Υ.Α.Φ.) η εκτέλεση του έργου "Ύδρευση -Αποχέτευση -Βιολογικός Καθαρισμός Πόλης Φλώρινας, δεν κατέβαλε αν και μπορούσε την απαιτούμενη προσοχή, που κάτω από τις αυτές πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και στην κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος και έτσι δεν προέβλεψε και δεν φρόντισε να αποτρέψει, το προκαλούμενο από τις κατωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενες συγκλίνουσες παραλείψεις του και αιτιωδώς μ' αυτές συνδεόμενο αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου της Β, για την παρεμπόδιση επέλευσης του θανάτου της οποίας είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που απορρέει για αυτόν, τόσο από ρητές και επιτακτικές νομικές διατάξεις των άρθρων 9 παραγρ. 1, 3, 5 και 47 παραγρ. 1β ΚΟΚ όσο και από την εργολαβική σύμβαση και ειδικότερα από τις αποτελούσες συμβατικά στοιχεία αυτής Γενική και Ειδική Συγγραφή υποχρεώσεων (άρθρα 18, 19 της Γενικής και άρθρα 10, 16, 17 της Ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων αντίστοιχα, Ειδικότερα ο άνω κατηγορούμενος υπεύθυνος και υπόχρεος τυγχάνων, όντας νομικός εκπρόσωπος συμμέτοχου στην κοινοπραξία εργοληπτικής εταιρείας "ΑΚΡΙΤΑΣ - ΑΤΕΒΕ" στα πλαίσια εκτέλεσης του πιο πάνω έργου και προς το σκοπό της εγκατάστασης αγωγού ύδρευσης προέβη στην εκσκαφή του ασφαλτικού οδοστρώματος επί της οδού ..... καθ' όλο το πλάτος αυτής, δημιουργώντας ωσαύτως κοίλωμα βάθους 0,13μ., πλάτους 1,65μ. και μήκους 6,80μ. (όσο δηλαδή και το πλάτος της άνω οδού) χωρίς να προβεί με το πέρας των εκτελούμενων εργασιών στην επίχωση του κοιλώματος και στην εν συνεχεία αποκατάσταση του ασφαλτικού οδοστρώματος και χωρίς προσέτι να φροντίσει ως είχε υποχρέωση, να επισημάνει δια των καταλλήλων πινακίδων (ρυθμιστικών πληροφοριακών και κινδύνου) και λοιπών μέσων σήμανσης το προκληθέν κοίλωμα, το οποίο ήταν επικίνδυνο δια τους κυκλοφορούντες στην πιο πάνω οδό. Αποτέλεσμα δε των ως άνω περιγραφόμενων παραλείψεων του, ήταν η Β συνεπιβάτης ούσα του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..... δικύκλου μοτοποδηλάτου, που οδηγείτο από το σύζυγο της Ψ, ο οποίος εκινείτο επί της οδού ..... κατευθυνόμενος προς τη Δημοτική Πλατεία του ....., τη στιγμή που ο τελευταίος επέπεσε με το μοτοποδήλατό του εντός της υπάρχουσας τομής του οδοστρώματος, να εκτιναχθεί απ' αυτό και να καταπέσει επί του οδοστρώματος με συνέπεια να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκτεταμένη ενδοεγκεφαλική αιμορραγία η οποία ήταν και η μόνη ενεργός αιτία του θανάτου της. Και Β) Ο ίδιος κατηγορούμενος από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε και δε φρόντισε να αποτρέψει την από τις παρακάτω παραλείψεις του και αιτιωδώς μ' αυτές συνδεόμενη διατάραξη της ασφάλειας οδικής συγκοινωνίας, για την παρεμπόδιση επέλευσης της οποίας είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Από τις παραλείψεις του δε αυτές επήλθε ο θάνατος άλλου. Συγκεκριμένα υπό την παραπάνω αναφερόμενη ιδιότητα του, μη καταβάλλοντος αν και μπορούσε την απαιτούμενη προσοχή, που κάτω από τις αυτές πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος δεν προέβλεψε και δεν φρόντισε να αποτρέψει την προκαλούμενη από τις συγκλίνουσες παραλείψεις του (όπως τούτες αναλυτικά ήδη εκτίθενται στο υπό στοιχείο Α' του παρόντος) και αιτιωδώς συνδεόμενο μ' αυτές διατάραξη της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας δημιουργώντας έτσι συνθήκες που καθιστούσαν την κίνηση επί της προαναφερόμενης οδού ..... επικίνδυνη, για την παρεμπόδιση επέλευσης της οποίας (της διαταράξεως δηλαδή της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας) είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, όπως ταύτη ανωτέρω διαλαμβάνεται. Εκ των παραπάνω δε παραλείψεων του και υπό τις συνθήκες που αναλυτικά εκτίθενται στο υπό στοιχείο Α' του παρόντος, επήλθε ο θάνατος της Β". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, αφού κήρυξε κατά τα άνω ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ για τις πιο πάνω πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως τελεσθείσας και της διαταράξεως ασφάλειας συγκοινωνιών δια παραλείψεως, επίσης, τελεσθείσας, από την οποία επήλθε ο θάνατος άλλου, του επέβαλε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15, 26, 28, 94, 290 παρ. 2-1, 302 παρ. 1 Π.Κ., συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, όπως γι' αυτές τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προπαρατέθηκαν, τις οποίες εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία για την πρώτη αξιόποινη πράξη που συγκροτούν την νομική έννοια της (μη συνειδητής) αμέλειας, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε. Επισημαίνεται η ιδιότητα του κατηγορούμενου ως νομίμου εκπροσώπου της υπευθύνου εργοδότιδος εταιρείας που εκτελούσε το έργο, από την οποία, με βάση τις μνημονευόμενες στο σκεπτικό περί της ενοχής και το διατακτικό ως άνω ειδικές διατάξεις, απέρρεε η υποχρέωσή τoυ για τη λήψη των προστατευτικών μέτρων για τους χρησιμοποιούντες την οδό αυτή. Ειδικότερα, αναφέρεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που απέρρεε γι'αυτόν τόσο από ρητές και επιτακτικές νομικές διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1, 3, 5 και 47 παρ. 1β' του ΚΟΚ, όσο και από την εργολαβική σύμβαση και ειδικότερα από τις αποτελούσες συμβατικά στοιχεία αυτής, Γενική και Ειδική Συγγραφή υποχρέωσεων (άρθρα 18 και 19 της Γενικής και άρθρα 10, 16, 17 της Ειδικής Συγγραφής υποχρεώσεων αντίστοιχα). Αναφέρει επίσης την παράλειψή του να προβεί μετά το πέρας των εκτελούμενων εργασιών του στην οδό ....., όπου εκτελείτο το έργο, στην επίχωση του κοιλώματος και στην εν συνεχεία αποκατάσταση του ασφαλτικού τάπητα της οδού. Επίσης, την παράλειψή του να φροντίσει, όπως είχε υποχρέωση, να επισημάνει δια των καταλλήλων πινακίδων (ρυθμιστικών, πληροφοριακών και κινδύνου) και λοιπών μέσων σημάνσεως την επικινδυνότητα του οδοστρώματος για τους κυκλοφορούντες στην άνω οδό. Εξάλλου, αναφέρει το θάνατο της αναφερόμενης Β, ως αναγκαία συνέπεια των άνω παραλείψεών του. Αναφέρει τέλος ότι οι παραπάνω παραλείψεις του συνέβησαν κατά την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει να εκτελέσει η άνω εταιρία, χωρίς το έργο ακόμη, κατά το χρόνο του επελθόντος θανάτου της άνω παθούσας, να έχει παραδοθεί. Τέλος, αναφέρονται επίσης στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Ψ (ως πολιτικώς ενάγων εξετάσθηκε ανωμοτί) και των Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εξετάσθηκαν ενόρκως στο άνω Δικαστήριο, εντεύθεν δε οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς επίσης και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος στη συζήτηση αυτή (δια πληρεξουσίου δικηγόρου), πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 618/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απαιτούμενα για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού. Εγκλήματα δια παραλείψεως τελούμενα. Ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως. Πηγάζει η υποχρέωση αυτή από ρητή διάταξη νόμου και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Πρέπει να αιτιολογείται στην απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πότε υπάρχει τέτοια αιτιολογία. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει τέτοια ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2626/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1849/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 847/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 307/6.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω, κατά τα άρθρα 482, 484, 485, 473 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμόν 11/2008 αναίρεση του Χ κατά της υπ'αριθμόν 1849/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως έξι ετών για το αδίκημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το άρθρο 473 Κ.Π.Δ. καθορίζει στην παρ. 1 εδ. α', ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως" και στην παρ. 3 εδ. α' "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Το δε άρθρο 501 παρ. 3 Κ.Π.Δ αναφέρει ότι "το δικαστήριο, αν πειστεί ότι ο εκκαλών δεν μπόρεσε να εμφανισθεί αυτοπροσώπως από λόγους ανωτέρας βίας ή για άλλα ανυπέρβλητα αίτια, μπορεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, να επιτρέψει την εκπροσώπηση από συνήγορο που έχει ειδική πληρεξουσιότητα. Στη περίπτωση αυτή θεωρείται ότι ο εκκαλών δικάζεται σαν να ήταν παρών και ο συνήγορος του τον εκπροσωπεί πλήρως". Από τη διατύπωση των συνδυασμένων αυτών διατάξεων συνάγεται ότι η κατά του εκπροσωπηθέντος πλήρως, υπό του διορισθέντος συνηγόρου με παρεμπίπτουσα απόφαση, εκκαλούντος, (καταδικασθέντος-κατηγορουμένου) εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, λογίζεται, ότι δημοσιεύτηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσομένη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως ως άνω προθεσμία, η προσδιοριζόμενη σε δέκα ημέρες, αρχίζει από τότε που θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο η ως άνω τελεσίδικη απόφαση και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοση της, αφού αυτός θεωρείται ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών. Η δε προαναφερθείσα χρονική διάρκεια της προθεσμίας ασκήσεως της αναιρέσεως, δεν μεταβάλλεται σε τριακονθήμερη εκ της ενδεχομένης διαμονής του δικαιούχου της ασκήσεως της στην αλλοδαπή, γιατί αυτός θεωρείται πραγματικώς, ότι ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της πληττόμενης απόφασης, υποκείμενος έτσι στη μνημονευθείσα δεκαήμερη προθεσμία. Εξ άλλου η εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στη συντασσόμενη, κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ, έκθεση ασκήσεως του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εκπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση κηρύσσεται, με βάση το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, απαράδεκτη. Τέλος το άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ ορίζει ότι οι προθεσμίες για την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Χ με την υπ'αριθμ. 2053/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως επτά ετών για το αδίκημα της απάτης κατ'επάγγελμα και συνήθεια από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την υπ'αριθμόν 631/11-7-03 έφεσή του. Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης απόφασης ο άνω εκκαλών εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών Μαρία Γκολφινοπούλου. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 1849/2007 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, δια της οποίας ούτος καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως έξι ετών. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 5.9.2007. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εν λόγω κατηγορούμενος, δια της πληρεξουσίας αυτού δικηγόρου Μ. Γκολφινοπούλου, δια δηλώσεως ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, την 8.2.2008 άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσως, δια την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθμόν 11/2008 έκθεση αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 5.9.2007 και έδει να υποβληθεί εντός 10 ημερών, αφού κατά τη δημοσίευσή της ο αναιρεσείων ήταν παρών, ως εκπροσωπηθείς από την συνήγορο αυτού, ενώ στην έκθεση δεν αναφέρει λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο. Ούτω πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον αναιρεσείοντα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμόν 11/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθμόν 1849/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 2) να διαταχθεί η εκτέλεση της άνω προσβαλλομένης αποφάσεως και 3) να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 2 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχόμενη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της καθαρογραφημένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων της παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο 'Αρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη ως άνω με αριθμό 1849/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ την 5/9/2007, όπως αυτό προκύπτει από τη με ημερομηνία 4/3/2008 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι καταχωρημένη στο σώμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Παρά ταύτα όμως, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, για την οποία συνετάγη η με αριθμό 11/8-2-2008 έκθεση ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 8-2-2005, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άνω άρθρο 473 ΚΠοινΔ δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος( άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό 11/8-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 1849/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αναιρέσεως λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, χωρίς επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2623/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 51/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Με κατηγορούμενη την Χ.
Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 31/12-5-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 867/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 332/19.6.2008 και 332Α/30.6.2008, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 31/2008 αίτηση Αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του με αριθμ. 51/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με το οποίο η Χ, απαλλάχθηκε της κατηγορίας της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή (άρθρ. 98 & α-2 375&1-2 όπως η & 2 αντικατ. Από το άρθρ. 1 & 9 του Ν. 2408/96 και προστέθηκε το τελευταίο εδ. με το άρθρο 14 & 3β του Ν. 2721/99 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Η αίτηση αναίρεσης γίνεται με τις διατάξεις του άρθρου 483&3ΚΠΔ εμπρόθεσμα , το προσβαλλόμενο βούλευμα δημοσιεύτηκε τις 10 Απριλίου 2008 και η άσκηση της αναίρεσης έγινε τη 12 η Μαΐου εμπρόθεσμα λόγω του ότι η 10 και 11 Μαϊου ηταν αργίες (Σάββατο και Κυριακή) και νομότυπα αφού γίνεται με δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου και για τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 & 1περ. δ και β ΚΠΔ λόγους, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139ΚΠΔ και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του ουσιαστικού ποινικού νόμου και εκ πλαγίου παράβασης. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην έκθεση αναίρεσης , στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, οι καταθέσεις μαρτύρων του Προέδρου και των υπαλλήλων της Ένωσης από τις καταθέσεις των οποίων προκύπτουν τα αντίθετα από τα επιλεκτικά αναφερόμενα σ' αυτό, αλλά έγινε επιλεκτική αιτιολογία στηριζόμενη μόνο σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας και όχι όλα με συνέπεια να δημιουργούνται λογικά κενά, όπως επίσης δεν αξιολογήθηκαν τα παραστατικά των πωλήσεων σε συνδυασμό με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και κυρίως τις πραγματογνωμοσύνες του ελεγκτού ..... και των λογιστών πραγματογνωμόνων ..... και ..... από τα οποία προκύπτει ότι άλλα ποσά αναγράφονταν στα αντίγραφα που έμεναν στο στέλεχος και άλλα στις αποδείξεις που δίδονταν στους αγοραστές των διαφόρων ειδών και τα οποία παραστατικά τα χειριζόταν αποκλειστικά η κατηγορούμενη . Ομοίως δεν αξιολογήθηκαν οι γενόμενες απογραφές στις οποίες παρίστατο οι κατηγορουμένη και τις οποίες τις είχε προσυπογράψει σε συνδυασμό με τις λογιστικές πραγματογνωμοσύνες , επίσης δεν αξιολογήθηκε ιδιόγραφη επιστολή της κατηγορουμένης προς την 'Ενωση στην οποία συνομολογεί ότι και αυτή έχει υπαιτιότητα για τα ελλείμματα κατά το μέτρο που της αναλογεί και ζητούσε να γίνει διακανονισμός καταβολής του αναλογούντος μεριδίου της. Δεν αναφέρθηκε και δεν αξιολογήθηκε η πραγματογνωμοσύνη του λογιστή - ελεγκτή ..... της οποίας το περιεχόμενο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το αποσπασματικά αξιολογηθέν περιεχόμενο της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης των λογιστών ..... και ..... από την οποία συνήχθησαν αντίθετα συμπεράσματα από την προμνησθείσα πραγματογνωμοσύνη του λογιστή-ελεγκτή ..... χωρίς καμία αντιπαραβολή και απόκρουση του αντίθετου συμπεράσματος στο οποίο κατέληγε η πραγματογνωμοσύνη αυτή. Ωσαύτως όλως αόριστα και αντιφατικά προς απόκρουση των αναφερομένων στις παραπάνω αναφερθείσες αποδείξεις αναφέρεται ότι δεν επιβεβαιώνεται από τους αναφερόμενους μάρτυρες αγοραστές των διαφόρων ειδών για τους οποίους προέκυπταν διαφορές το γεγονός ότι η κατηγορουμένη εισέπραξε τα αναφερόμενα ως εισπραχθέντα ποσά αν και ο μεταξύ των αναφερομένων μαρτύρων Α κατέθεσε ότι αμέσως μόλις παρέλαβε το μηχάνημα κατέβαλλε όλο το ποσό και από την τελευταία εκδόθηκε χειρόγραφη απόδειξη και ότι μετά από ένα έτος εμφανιζόταν στην 'Ενωση να οφείλει 1.300.000 δρχ. γιατί στον Η/Υ είχε περαστεί σαν καταβληθέν ποσό μόνο το ποσό των 200.000 δραχ. Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι '' οι λογιστές που διενήργησαν την λογιστική πραγματογνωμοσύνη κάνοντας χρήση των απογραφών και των λογιστικών υπολοίπων βρήκαν ότι τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα που καταλογίζονται στην κατηγορουμένη ευσταθούσαν πλήρως'', για να αναφερθεί σ' αυτό αμέσως παρακάτω αντιφατικά ότι προέκυψαν αμφιβολίες περί αυτών χωρίς να παρατίθεται καμιά αιτιολογία περί του πόθεν προκύπτει το συμπέρασμα αυτό. 'Ελλειψη ειδικής αιτιολογίας κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ υπάρχει στο απαλλακτικό βούλευμα, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο έκρινε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί μεν η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς ανάγκη ιδιαίτερης μνείας καθενός και τι προέκυψε από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στην απαλλακτική κρίση και προκειμένου για πραγματογνωμοσύνες με διιστάμενο περιεχόμενο πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς η αποδοχή του περιεχομένου της μιας εξ αυτών και αντίστοιχα η απόρριψη του περιεχομένου της άλλης όπως και όταν η αιτιολογία είναι '' επιλεκτική '' . Και '' επιλεκτική αιτιολογία είναι αυτή που στηρίζεται σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας και όχι σε όλα διότι έτσι δημιουργούνται λογικά κενά. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί ή τυπική ρηματική αναφορά των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων αλλά πρέπει να συνάγεται ότι συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι ορισμένα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών προς παραπομπή ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε για έλλειψη στοιχείων για την έλλειψη στοιχείων ενοχής του κατηγορουμένου (Ολ.Α.Π. 1778/1993, Α.Π. 129/2007) (ΑΠ 1588/2002,ΑΠ 2067/2003,ΑΠ 1099/2000).
Εξ ετέρου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα, και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχουν αντιφάσεις , είτε στην αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών στον νόμο, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.( ΑΠ 108/2000, ΑΠ 941/2000). Η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και η έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι δυνατόν να συρρέουν ως λόγοι αναίρεσης.
Στην προκειμένη πετρίπτωση κατά της Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή (άρθρ. 98 & α-2 375 & 1-2 όπως η & 2 αντικατ. από το άρθρ. 1 & 9 του Ν. 2408/96 και προστέθηκε το τελευταίο εδ. με το άρθρο 14 & 3β του Ν. 2721/99 ) λόγω του ότι αυτή σαν διαχειρίστρια στην 'Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ..... δεν απέδωσε εισπράξεις από διάφορα πωλούμενα είδη και εισπράξεις οφειλών από οφειλέτες της 'Ενωσης ύψους 76.250 ευρώ για το διάστημα από 1-1-1999 έως 30-5-2000 αλλά τις κατακράτησε και τις ιδιοποιήθηκε.
Η κατηγορουμένη παραπέμφθηκε με το με αριθμ. 152/2003 του Συμβουλίου Πλημ/κών 'Αρτας το οποίο επικυρώθηκε με το με αριθμ. 70/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων για να δικαστεί στο Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων. Το βούλευμα αυτό ακυρώθηκε με την με αριθμ. 2168/2005 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου μετά από αναίρεση της κατηγορουμένης. Στην συνέχεια εκδόθηκε το με αριθμ. 88/2006 του ίδιου Συμβουλίου (Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων) το οποίο και πάλι απέρριψε την έφεση της κατηγορουμένης και επικύρωσε το Πρωτόδικο Βούλευμα το οποίο την παρέπεμπε και πάλι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Και το βούλευμα αυτό αναιρέθηκε με την με αριθμ. 1556/2007 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση. Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το προσβαλλόμενο βούλευμα (51/2008) απάλλαξε των κατηγοριών την κατηγορουμένη με την αιτιολογία ότι κατά της κατηγορουμένης δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις προς στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας. Το υπό κρίση βούλευμα δέχθηκε τα εξής τα οποία προκύπτουν τόσο από την ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα όσο και από το σκεπτικό του βουλεύματος. Η εκκαλούσα, Χ, ήταν υπάλληλος στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών ....., ήδη από το έτος 1979. Στις 18.1.1993 η Ένωση της ανέθεσε νομίμως τα καθήκοντα του διαχειριστή αυτής στο πρατήριο μηχανημάτων και φαρμάκων στη γέφυρα ....., τα οποία άσκησε μέχρι τις 30.5.2000. Η διαχείριση που άσκησε η εκκαλούσα την οποία εμπιστεύθηκε η Ένωση, λόγω της μακράς εμπειρίας της και των γνώσεων της, περιελάμβανε την πώληση γεωργικών μηχανημάτων και φυτοφαρμάκων, την είσπραξη του τιμήματος αυτών και την απόδοση αυτού στην Ένωση, εκδίδοντας τα κατά περίπτωση απαιτούμενα παραστατικά έγγραφα.
Σε ταμιακό έλεγχο που διενεργήθηκε από την 'Ενωση, στις 31-12-1999, για την περίοδο από 1.12.1999 μέχρι 31.12.1999, διαπιστώθηκε έλλειμμα, ποσού 28.174 ευρώ. Την ύπαρξη αυτή του ελλείμματος δεν αποδέχθηκε η ιδία, αρνούμενη ν' αποδώσει τα ποσά που είχε κατακρατήσει από τις εισπράξεις πωλήσεως εμπορευμάτων σε τρίτους και σε μέλη της Ένωσης, εκδηλώνοντας το χρόνο αυτό (31.12.1999) εμπράκτως τη βούληση ιδιοποιήσεως του ποσού αυτού, που ως αντικειμένου της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αν εκτιμηθεί η συναλλακτική του αξία στην αγορά. Σε επακολουθήσαντα ανάλογο έλεγχο της Ένωσης στις 31.5.2000, που αφορούσε τη χρονική περίοδο 1.1.2000 έως 31.5.2000 διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη είχε παρακρατήσει και ιδιοποιήθηκε παρανόμως και πάλι κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της ως διαχειρίστριας και έτερον ποσό, ύψους 37.300 ευρώ, από την εκτεθείσα συναφή δραστηριότητα της 'Ενωσης, δηλαδή της πώλησης γεωργικών μηχανημάτων και φυτοφαρμάκων. Στις 31-5-2000 αρνήθηκε την ύπαρξη ελλείμματος στα ελεγκτικά όργανα της Ένωσης και εκδήλωσε, το χρόνο αυτό, την πρόθεση ιδιοποιήσεως του ανωτέρω ποσού που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απέβλεπε δε με τις δύο εκτεθείσες μερικώτερες πράξεις που συνδέονται με ενότητα δόλου, συγκροτώντας κατ' εξακολούθηση έγκλημα, στην ιδιοποίηση του συνολικού ποσού από τις πράξεις αυτές που ανέρχεται έτσι στο ποσό των 65.474 ευρώ (28.174 ευρώ + 37.300 ευρώ), που ως αντικείμενο υπεξαιρέσεων είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Στην μνημονευόμενη στην αρχή λογιστική έκθεση πραγματογνωμοσύνης των λογιστών ..... και ..... λεπτομερώς και με απόλυτη βεβαιότητα καταγράφεται μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη και έλεγχο των ενδιαφερόντων εγγράφων, το έλλειμμα που δημιουργήθηκε στην ταμιακή διαχείριση της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών ....., από την κατακράτηση ποσών εισπράξεων από την εκκαλούσα που δεν τα απέδωσε στην 'Ενωση αλλά τα κατεκράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Όμως από την ίδια την τελευταία έκθεση αλλά και από τα λοιπά στοιχεία ουδόλως θεμελιώνεται η πράξη της υπεξαιρέσεως που αναφέρεται στην ιδιοποίηση και του ετέρου ποσού, συνολικού ύψους 9.776 ευρώ, που κατά το συναφές σκέλος της παραπεμπτικής διάταξης του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είχε επέλθει την χρονική περίοδο 1.1.1999 έως 31.5.2000, με την, παρακράτηση, από την εκκαλούσα, εισπράξεων του τιμήματος πωληθέντων, ειδών της Ενώσεως προς τους ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., Α, Β και Γ. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, για το τελευταίο, ειδικώς κεφάλαιο, καταγράφεται ότι οι πραγματογνώμονες δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν την είσπραξη από τους τελευταίους ενώ εξεταζόμενα ορισμένα από τα τελευταία πρόσωπα (Β, Α, Γ) δεν επιβεβαιώνουν επίσης την είσπραξη από την εκκαλούσα ποσού από αυτούς.'' και περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα με δικές του σκέψεις εκθέτει: Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από το περιεχόμενο της μηνύσεως, τη χωρίς όρκο κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου τα μηνύτριας Ψ, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Ανακριτή, τις διευκρινίσεις της κατηγορουμένης Χ, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της στις 2.4.2008 ενώπιον του παρόντος συμβουλίου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία , προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εκκαλούσα, κατηγορουμένη Χ, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1.1.1999 μέχρι και 31.5.2000) εργαζόταν ως υπάλληλος στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών ..... και ειδικότερα με απόφαση του τότε Διευθυντή της ..... από 15.1.1993 της είχαν ανατεθεί καθήκοντα διαχειρίστριας στο υποκατάστημα της γέφυρας ....., όπου γινόταν εμπορία γεωργικών μηχανημάτων και φυτοφαρμάκων. Συγκεκριμένα, το αντικείμενο της διαχείρισης, που της είχαν εμπιστευθεί περιελάμβανε την από μέρους της διενέργεια πράξεων πωλήσεως στα μέλη του ως άνω συνεταιρισμού ή και σε τρίτους των ανωτέρω ειδών, που υπήρχαν στην αποθήκη γεωργικών εμπορευμάτων, την είσπραξη του τιμήματος αυτών και την απόδοση τούτου σε καθημερινή βάση στο Ταμείο της ανωτέρω Ένωσης (.....) .Στο τέλος του έτους 1999 διαπιστώθηκαν διάφορα ελλείμματα στη διαχείριση του Συνεταιρισμού.) Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του τελευταίου ορίσθηκε τριμελής επιτροπή προκειμένου να κάνει διαχειριστικό έλεγχο για το έτος αυτό και διαπιστώθηκε έλλειμμα 9.600.317 δραχμών ή 29.174 € . Η ίδια επιτροπή ήλεγξε τη διαχείριση και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.5.2000 και διαπίστωσε έλλειμμα 12.710.027 δρχ. ή 37.300 € . Μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της κατηγορουμένης ο Ανακριτής Άρτας με την υπ' αριθμ. 5/2003 διάταξη του διέταξε λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Οι διορισθέντες πραγματογνώμονες με την από 7-7-2003 έκθεσή τους διαπιστώνουν πλήθος παρατυπιών και παραβάσεων στην τήρηση των προβλεπομένων από τον Κ.Φ.Σ. βιβλίων και διαδικασιών καθώς και από τον εσωτερικό κανονισμό του συνεταιρισμού τόσο από την κατηγορουμένη όσο και από το λογιστήριο και τη διοίκηση του συνεταιρισμού. Έτσι οι πραγματογνώμονες αναφέρουν ότι δεν μπορεί να πιστοποιηθεί το λογιστικό υπόλοιπο των βιβλίων γιατί τα βιβλία της επιχείρησης δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα τους. ως εκ τούτου είναι δύσκολο να πιστοποιηθούν τα λογιστικά υπόλοιπα των βιβλίων και κατ' επέκταση να συγκριθούν με τα υπόλοιπα της φυσικής απογραφής ... είναι δύσκολο να λάβουμε υπόψη τα λογιστικά υπόλοιπα τις κρίσιμες περιόδους απογραφών 31.12.1999 και 31.5.2000 γιατί τα υπόλοίπα της 31.12.1999 όσο και να έχουν τακτοποιηθεί με τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα είναι αξιόπιστα ... οι παρατυπίες αυτές μας κάνουν δύσπιστους μέχρι που φθάνει η ευθύνη και των δύο πλευρών" δηλαδή της κατηγορουμένης και της διοίκησης του συνεταιρισμού. Περαιτέρω οι ίδιοι πραγματογνώμονες ελέγχοντας λογιστικά τις καρτέλες συναλλαγών των πελατών για τους οποίους η ..... (συνεταιρισμός) ισχυρίζεται ότι η κατηγορουμένη εισέπραξε χρήματα από την πώληση διαφόρων ειδών και δεν τα απέδωσε στο ταμείο της Ένωσης αναφέρουν ότι "δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε αν εισπράχθηκαν τα παραπάνω ποσά και από ποιούς" και καταλήγουν ότι "δεν υπήρχε η σωστή επικοινωνία μεταξύ της διαχειρίστριας και του Λογιστηρίου και δεν υπήρχε ο έλεγχος από της επιχείρηση στη διαχειρίστρια". Αυτό επιβεβαιώνει την άποψη της κατηγορουμένης ότι σε πολλές περιπτώσεις κατόπιν υποδείξεων του Διευθυντή της Ένωσης ή του Διευθυντή του Λογιστηρίου εκδίδονταν χειρόγραφα δελτία αποστολής, τα οποία παρέδιδε στο τέλος του ωραρίου της στο κεντρικό λογιστήριο για την καταχώρηση τους. Εξάλλου και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων που αγόρασαν διάφορα είδη από την ..... και ιδία των B, Γ και Α, ενισχύονται τα αμέσως παραπάνω αναγραφόμενα. Ιδιαίτερα ο τελευταίος τούτων που αγόρασε μηχανήματα αξίας 1.700.000 δραχμών και καταθέτει ότι εκδόθηκε απόδειξη με χειρόγραφη ένδειξη "εξωφλήθη" . Ένα χρόνο αργότερα με ενόχλησαν από την Ένωση και μου είπαν ότι οφείλω από την παραπάνω αγορά 1.300.000 δρχ. περίπου. Πήγα στην Ένωση, όπου στο κομπιούτερ εμφανιζόμουν ότι είχα καταβάλει μόνον 200.000 δρχ. . Τότε ο Δ και η Χ διαβεβαίωσαν τους υπεύθυνους της Ένωσης προφορικά ότι έχω καταβάλει εξ ολοκλήρου το ποσό ... και έκτοτε δεν με ενόχλησε κανείς". Η μηνύτρια ισχυρίζεται ότι στην επιτροπή των προδιαληφθεισών απογραφών διέταξε η διοίκηση για το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι 1.1.1999 έως 31.12.1999 και 1.1.2000 έως 31.5.2000 συμμετείχε και η κατηγορουμένη η οποία αποδέχθηκε το αποτέλεσμα των απογραφών αυτών με τις οποίες διαπιστώθηκαν τα προαναφερόμενα ελλείμματα και μάλιστα υπέγραψε το κείμενο τους. Από τα προαναφερόμενα όμως έγγραφα προκύπτει ότι πράγματι μετείχε η κατηγορουμένη στις απογραφές αυτές όμως ουδέποτε συμφώνησε με τα συμπεράσματα τους και αρνείται ότι η υπογραφή αυτή είναι δική της ενώ δεν αποδεικνύεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία η γνησιότητα της υπογραφής της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι απογραφές αυτές είναι ήκιστα αξιόπιστες λαμβανομένου υπόψη ότι η μεν πρώτη (χρ. διάστημα 1.1.1999 έως 31.12.1999) γράφτηκε και υπογράφτηκε με μολύβι ενώ στη δεύτερη (χρ. διάστημα από 1.1.2000 έως 31.5.2000), συμμετείχε και είναι μεν γραμμένη με στυλό και είναι υπογεγραμμένη μόνο κατάσταση ακαταλλήλων. Και είναι αληθές ότι οι πραγματογνώμονες που έλαβον γνώση των παραπάνω απογραφών αναφέρουν ότι " κάνοντας χρήση των απογραφών αυτών και των λογιστικών υπολοίπων βρήκαμε ότι στα βιβλία της επιχείρησης πράγματι τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα που καταλογίζονται στην Χ (κατηγορουμένη) ευσταθούν πλήρως" πλην όμως όπως οι ίδιοι αμέσως παρακάτω στην έκθεση τους αναφέρουν " δεν είχαν την δυνατότητα να διασταυρώσουν σωστά τις καρτέλες των ειδών διότι λείπουν στοιχεία τα οποία δεν έχουν βρεθεί από την επιχείρηση ...." Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν ανευρέθησαν και δεν παραδόθηκαν μέχρι σήμερα δύο μπλοκ δελτίων αποστολής και συγκεκριμένα από No 351 έως 450, τα οποία αφορούσαν το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορέσει να γίνει ο έλεγχος τούτων όπως δε αναφέρουν οι πραγματογνώμονες "πολλά από αυτά είναι καταχωρημένα στα βιβλία της επιχείρησης. Με τα δεδομένα αυτά δεν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής προς στήριξη δημοσίας στο ακροατήριο κατηγορίας.'' Με τις παραδοχές αυτές το υπό κρίση βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί δεν εκτιμήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, οι καταθέσεις μαρτύρων του Προέδρου και των υπαλλήλων της Ένωσης από τις καταθέσεις των οποίων προκύπτουν τα αντίθετα από τα επιλεκτικά αναφερόμενα σ' αυτό όπως δεν εκτιμήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν τα παραστατικά των πωλήσεων από τα οποία προκύπτει ότι άλλα ποσά αναγράφονταν στα αντίγραφα που έμεναν στο στέλεχος και άλλα στις αποδείξεις που δίδονταν στους αγοραστές των διαφόρων ειδών και τα οποία παραστατικά ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κατηγορουμένης χωρίς να γίνεται καμιά αιτιολογία για την απόρριψη του περιεχομένου των αποδείξεων αυτών ,δεν αξιολογήθηκαν οι γενόμενες απογραφές στις οποίες παρίστατο οι κατηγορουμένη και τις οποίες τις είχε προσυπογράψει και από τις οποίες επιβεβαιώνονται υπάρχοντα ελλείμματα χωρίς να παρατίθεται καμιά αιτιολογία για το περί αντιθέτου συμπέρασμα του βουλεύματος όπως επίσης δεν αναφέρθηκε και δεν αξιολογήθηκε ιδιόγραφη επιστολή της κατηγορουμένης προς την 'Ενωση με την οποία συνομολογεί ότι και αυτή έχει υπαιτιότητα για τα ελλείμματα κατά το μέτρο που της αναλογεί και ζητούσε να γίνει διακανονισμός για καταβολή του αναλογούντος σ'αυτήν μεριδίου. Περαιτέρω δεν αναφέρθηκε και δεν αξιολογήθηκε η πραγματογνωμοσύνη του λογιστή - ελεγκτή ..... αλλά και δεν αιτιολογήθηκε το αντίθετο συμπέρασμα της από αυτό της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης των λογιστών ..... και ..... η οποία και αυτή αναφέρθηκε και αξιολογήθηκε αποσπασματικά και από την οποία αποσπασματική αξιολόγηση συνήχθησαν αντίθετα συμπεράσματα από την προμνησθείσα πραγματογνωμοσύνη του λογιστή-ελεγκτή ..... χωρίς όμως να γίνεται καμιά αναφορά για την αντίθεση αυτή και χωρίς να απορρίπτεται αιτιολογημένα το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης αυτής. Ωσαύτως όλως αόριστα και αντιφατικά προς απόκρουση των αναφερομένων στις παραπάνω αποδείξεις ποσών παρατίθεται ότι δεν επιβεβαιώνεται από τους αναφερόμενους μάρτυρες αγοραστές των διαφόρων ειδών και για τους οποίους προέκυπταν διαφορές ότι η κατηγορουμένη εισέπραξε τα αναφερόμενα ως εισπραχθέντα ποσά και αναφέροντας τρεις μάρτυρες μεταξύ των οποίων και τον Α για τον οποίο αναφέρει στο 8ο φύλλο ότι αυτός κατέβαλλε το ποσό του 1.700.000 για την αγορά του μηχανήματος που αγόρασε ενώ για το συγκεκριμένο μηχάνημα στην 'Ενωση αλλά μετά εμφανιζόταν ότι όφειλε 1.300.000 δραχ., με συνέπεια καθίσταται αδύνατος συναγωγή συμπεράσματος για το τι έλαβε υπ' όψη του το υπό κρίση βούλευμα. Ωσαύτως αντιφατικά δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οι λογιστές πραγματογνώμονες κάνοντας χρήση των απογραφών αυτών και των λογιστικών υπολοίπων βρήκαν ότι τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα που καταλογίζονται στην κατηγορουμένη ευσταθούσαν πλήρως , για να αναφερθεί αμέσως παρακάτω από το ίδιο αντιφατικά ότι με δεδομένα αυτά προέκυψαν αμφιβολίες περί αυτών χωρίς να παρατίθεται καμιά αιτιολογία για την αντιφατική του κρίση του. Κατ' ακολουθία των παραπάνω το υπό κρίση βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η οποία απαιτείται κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ γιατί από το γενόμενα δεκτά από αυτό δεν αιτιολογείται πλήρως η απαλλακτική του κρίση όπως επίσης γίνεται επιλεκτική και αποσπασματική η αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν κατά την προδικασία και επίσης υπέπεσε και στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης λόγω του ότι από τις ασάφειες που εμφανίζει και τα κατά αντιφατικό τρόπο εκτιθέμενα σ 'αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος του.
Διά ταύτα Προτείνω Α. Να γίνει δεκτή η με αριθμ. 31/2008 αίτηση Αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του με αριθμ. 51/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με το οποίο η Χ απαλλάχθηκε των κατηγοριών της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή (άρθρ. 98 & α-2 375 & 1-2 όπως η & 2 αντικατ. Από το άρθρ. 1 & 9 του Ν. 2408/96 και προστέθηκε το τελευταίο εδ. με το άρθρο 14 & 3β του Ν. 2721/99. Β. Να εξαφανιστεί το βούλευμα αυτό και Γ. Να παραπεμφθεί στο αυτό Συμβούλιο για επανάκριση συντιθέμενο από άλλους από αυτούς που δίκασαν δικαστές Αθήνα την 10- 6 -2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Σε συνέχεια της με αριθμ. 332/19-6-2008 πρότασης μας επί τής με αριθμ. 31/2008 αναίρεσης μας κατά του με αριθμ. 51/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με το οποίο η Χ απαλλάχθηκε της κατηγορίας της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ( άρθρ. 98 & α-2 375&1-2 όπως η & 2 αντικατ). Από το άρθρ. 1&9 του Ν. 2408/96 και προστέθηκε το τελευταίο εδ. με το άρθρο 14&3β του Ν. 2721/99 εισάγω το με ημερομηνία 4-5-2008 υπόμνημα -αίτηση της παραπάνω με την οποία μεταξύ των άλλων ζητά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της στο Συμβούλιο σας . Η αίτηση της έχουσα περιεχόμενο την εμφάνιση της στο Συμβούλιο σας να παραστεί μετά ή δια συνηγόρου για παροχή κρισίμων διασαφήσεων πρέπει ν'απορριφθεί γιατί η αιτούσα κατά τα διάφορα στάδια της προδικασίας , ενώπιον των Πρωτοβαθμίων και των δευτεροβαθμίων Συμβουλίων άλλα και ενώπιον του Συμβουλίου σας, αφού η κατ'αυτής υπόθεση εισάγεται στο Συμβούλιο σας μετά Τρίτη αναίρεση (οι δύο προηγούμενες ασκήθηκαν από την αιτούσα κατά των προηγουμένων παραπεμπτικών κατ'αυτής βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων) επαρκώς με την απολογία της και τα υπομνήματα προέβαλλε τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και ανέπτυξε τις υπερασπιστικές της θέσεις
Διά ταύτα προτείνω Ν'απορριφθεί το αίτημα της Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο σας κατά την συζήτηση τής με αριθμ. . 332/19-6-2008 πρότασης μας επί της με αριθμ. 31/2008 αναίρεσης μας κατά του με αριθμ. 51/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με το οποίο απαλλάχθηκε της κατηγορίας της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή.
Αθήνα την 23- 6 -2008 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή αποχρώσες ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της, τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 εδ. α', 310 παρ. 1 εδ. α', 313 και 318 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (Πλημμελειοδικών ή Εφετών), αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και αν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές, όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκομίστηκε προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως, οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθ' εαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας, τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά την υποβολή, από μέρους της εγκαλούσας Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών ....., της από 24-9-2002, εγκλήσεως, ασκήθηκε σε βάρος της κατηγορουμένης, και ήδη αναιρεσίβλητης, ποινική δίωξη, για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από διαχειριστή, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, (άρθρα 98, 375 παρ.1-2, του Π.Κ, όπως η παρ.2 αντικ. από το άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996 και προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο από το άρθρο 14 παρ.3β του ν. 2721/1999), η οποία τελέστηκε στην ....., στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-5-2000. Επί της εγκλήσεώς της αυτής, και μετά την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε, εκδόθηκε το υπ' αριθμό 152/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας, με το οποίο παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Ιωαννίνων, προκειμένου να δικασθεί για την πιο πάνω πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας, η κατηγορουμένη άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση του βουλεύματος, γιατί το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Άρτας, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Επί της εφέσεώς της εκδόθηκε το υπ' αριθμό 70/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, που απέρριψε στην ουσία την έφεσή της και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του πιο πάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, η κατηγορουμένη άσκησε την από 1-6-2004 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2168/2005 απόφαση (σε συμβούλιο) του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναίρεσε το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθμό 88/30-6-2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε εκ νέου κατ' ουσία την έφεσή της και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας. Κατά του υπ' αριθμό 88/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, η κατηγορουμένη άσκησε εκ νέου την από 10-7-2006 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1556/2007 απόφαση (σε συμβούλιο) του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και παρέπεμψε για νέα κρίση την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, εξέδωσε στη συνέχεια το προσβαλλόμενο βούλευμα, με αριθμό 51/10-4-2008, με το οποίο δέχθηκε στην ουσία την έφεση της κατηγορουμένης και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον της κατηγορία για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε σε βάρος της η ποινική δίωξη, και εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα, αφού δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από το περιεχόμενο της μηνύσεως, της χωρίς όρκο κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου τα μηνύτριας ....., τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Ανακριτή, τις διευκρινίσει της κατηγορουμένης Χ, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στις 2.4.2008 ενώπιον του παρόντος συμβουλίου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα, κατηγορουμένη Χ, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1.1.1999 μέχρι και 31.5.2000) εργαζόταν ως υπάλληλος στην Ενωση Γεωργικών Συνεταιρισμών ..... και ειδικότερα με απόφαση του τότε Διευθυντή της ....., από 15.1.1993, της είχαν ανατεθεί καθήκοντα διαχειρίστριας στο υποκατάστημα της γέφυρας ....., όπου γινόταν εμπορία γεωργικών μηχανημάτων και φυτοφαρμάκων. Συγκεκριμένα, το αντικείμενο της διαχείρισης, που της είχαν εμπιστευθεί περιελάμβανε την, από μέρους της, διενέργεια πράξεων πωλήσεως στα μέλη του ως άνω συνεταιρισμού ή και σε τρίτους των ανωτέρω ειδών, που υπήρχαν στην αποθήκη γεωργικών εμπορευμάτων, την είσπραξη του τιμήματος αυτών και την απόδοση τούτου σε καθημερινή βάση στο Ταμείο της ανωτέρω Ενωσης (.....). Στο τέλος του έτους 1999 διαπιστώθηκαν διάφορα ελλείματα στη διαχείριση του Συνεταιρισμού. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του τελευταίου ορίσθηκε τριμελής επιτροπή προκειμένου να κάνει διαχειριστικό έλεγχο για το έτος αυτό και διαπιστώθηκε έλλειμμα 9.600.317 δραχμών ή 29.174 ευρώ. Η ίδια επιτροπή ήλεγξε τη διαχείριση και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.5.2000 και διαπίστωσε έλλειμμα 12.710.027 δρχ. ή 37.300 ευρώ. Μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της κατηγορουμένης ο Ανακριτής Αρτας με την υπ' αριθμ. 5/2003 διάταξή του διέταξε λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Οι διορισθέντες πραγματογνώμονες με την από 7.7.2003 έκθεσή τους, διαπιστώνουν πλήθος παρατυπιών και παραβάσεων στην τήρηση των προβλεπομένων από τον Κ.Φ.Σ. βιβλίων και διαδικασιών καθώς και από τον εσωτερικό κανονισμό του συνεταιρισμού τόσο από την κατηγορουμένη όσο και από το λογιστήριο και τη διοίκηση του συνεταιρισμού. Ετσι, οι πραγματογνώμονες αναφέρουν ότι για τους παραπάνω λόγους "δεν μπορεί να πιστοποιηθεί το λογιστικό υπόλοιπο των βιβλίων γιατί τα βιβλία της επιχείρησης δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα τους..., ως εκ τούτου είναι δύσκολο να πιστοποιηθούν τα λογιστικά υπόλοιπα των βιβλίων και κατ' επέκταση να συγκριθούν με τα υπόλοιπα της φυσικής απογραφής... είναι δύσκολο να λάβουμε υπόψη τα λογιστικά υπόλοιπα τις κρίσιμες περιόδους απογραφών 31.12.1999 και 31.5.2000 γιατί τα υπόλοιπα της 31.12.1999 όσο και να έχουν τακτοποιηθεί με τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα είναι αναξιόπιστα... οι παρατυπίες αυτές μας κάνουν δύσπιστους μέχρι που φθάνει η ευθύνη και των δύο πλευρών", δηλαδή της κατηγορουμένης και της διοίκησης του συνεταιρισμού. Περαιτέρω οι ίδιοι πραγματογνώμονες ελέγχοντας λογιστικά τις καρτέλες συναλλαγών των πελατών, για τους οποίους η ..... (συνεταιρισμός) ισχυρίζεται ότι η κατηγορουμένη εισέπραξε χρήματα από την πώληση διαφόρων ειδών και δεν τα απέδωσε στο ταμείο της Ενωσης, αναφέρουν ότι "δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε αν εισπράχθηκαν τα παραπάνω ποσά και από ποιους" και καταλήγουν ότι "δεν υπήρχε η σωστή επικοινωνία μεταξύ της διαχειρίστριας και του Λογιστηρίου και δεν υπήρχε ο έλεγχος από την επιχείρηση στη διαχειρίστρια". Αυτό επιβεβαιώνει την άποψη της κατηγορουμένης ότι σε πολλές περιπτώσεις κατόπιν υποδείξεων του Διευθυντή της Ενωσης ή του Διευθυντή το Λογιστηρίου εκδίδονταν χειρόγραφα δελτία - αποστολής, τα οποία παρέδιδε στο τέλος του ωραρίου της στο κεντρικό λογιστήριο για την καταχώρησή τους. Εξάλλου και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων που αγόρασαν διάφορα είδη από την ..... και ιδία των Β, Γ και Α, ενισχύονται τα αμέσως παραπάνω αναγραφόμενα. Ιδιαίτερα ο τελευταίος τούτων που αγόρασε μηχανήματα αξίας 1.700.000 δραχμών, καταθέτει ότι "μόλις παρέλαβα τα μηχανήματα κατέβαλα το ανωτέρω ποσό στον Δ (Προϊστάμενο λογιστηρίου) παρουσία της Χ. Εκδόθηκε απόδειξη με χειρόγραφη ένδειξη "εξωφλήθη". Ένα χρόνο αργότερα με ενόχλησαν από την Ενωση και μου είπαν ότι οφείλω από την παραπάνω αγορά 1.300.000 δρχ. περίπου. Πήγα στην Ενωση, όπου στο κομπιούτερ εμφανιζόμουν ότι είχα καταβάλει μόνον 200.000 δρχ. Τότε ο Δ και η Χ διαβεβαίωσαν τους υπεύθυνους της Ενωσης προφορικά ότι έχω καταβάλει εξ ολοκλήρου το ποσό... και έκτοτε δεν με ενόχλησε κανείς... ". Η μηνύτρια ισχυρίζεται ότι στην επιτροπή των προδιαληφθεισών απογραφών διέταξε η διοίκηση για το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι 1.1.1999 έως 31.12.1999 και 1.1.2000 έως 31.5.2000, συμμετείχε και η κατηγορουμένη, η οποία αποδέχθηκε το αποτέλεσμα των απογραφών αυτών, με τις οποίες διαπιστώθηκαν τα προαναφερόμενα ελλείμματα και μάλιστα υπέγραψε το κείμενό τους. Από τα προαναφερόμενα, όμως, έγγραφα προκύπτει ότι πράγματι μετείχε η κατηγορουμένη στις απογραφές αυτές, πλην όμως ουδέποτε συμφώνησε με τα συμπεράσματά τους και αρνείται ότι η υπογραφή αυτή είναι δική της, ενώ δεν αποδεικνύεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία η γνησιότητα της υπογραφής της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι απογραφές αυτές είναι ήκιστα αξιόπιστες λαμβανομένου υπόψη ότι η μεν πρώτη (χρ. Διάστημα 1.1.1999 έως 31.12.1999) γράφτηκε και υπογράφτηκε με μολύβι, ενώ στη δεύτερη (χρ. διάστημα από 1.1.2000 έως 31.5.2000) είναι μεν γραμμένη με στυλό και είναι υπογεγραμμένη μόνο κατάσταση ακαταλλήλων. Και είναι αληθές, ότι οι πραγματογνώμονες που έλαβαν γνώση των παραπάνω απογραφών αναφέρουν ότι "κάνοντας χρήση των απογραφών αυτών και των λογιστικών υπολοίπων βρήκαμε ότι στα βιβλία της επιχείρησης πράγματι τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα που καταλογίζονται στην Χ (κατηγορουμένη) ευσταθούν πλήρως" πλην όμως όπως οι ίδιοι αμέσως παρακάτω στην έκθεση τους αναφέρουν "δεν είχαν την δυνατότητα να διασταυρώσουν σωστά τις καρτέλες των ειδών, διότι λείπουν στοιχεία τα οποία δεν έχουν βρεθεί από την επιχείρηση ... ". Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν ανευρέθησαν και δεν παραδόθηκαν μέχρι σήμερα δύο μπλοκ δελτίων αποστολής και συγκεκριμένα από Νο 351 έως 450, τα οποία αφορούσαν το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορέσει να γίνει ο έλγχος τούτων, όπως δε αναφέρουν οι πραγματογνώμονες "πολλά από αυτά είναι καταχωρημένα στα βιβλία της επιχείρησης". Σημειώνεται ότι η μηνύτρια μετά τη διαπίστωση των προαναφερομένων ελλειμμάτων, με την υπ' αριθμ. 439/18.5.2001 απόφαση του Δ.Σ. επέβαλε στην κατηγορουμένη οριστική απόλυση. Κατόπιν προσφυγής, όμως, της τελευταίας το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ με την υπ' αριθμ. 143/4.2.2002 απόφασή του ακύρωσε την παραπάνω απόφαση της εγκαλούσας. Με τα δεδομένα αυτά δεν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής προς στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχαν εμπιστευθεί στην εκκαλούσα, για την οποία κατηγορείται, καθόσον δεν προέκυψε ότι η κατηγορουμένη εκδήλωνε κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα την πρόθεση της για ιδιοποίηση των ανωτέρω ποσών, όταν αυτή εισέπραττε ως τίμημα από την πώληση αντικειμένων της ως άνω Ενωσης σε μέλη αυτής ή σε διαφόρους τρίτους αγοραστές. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και στην ουσία της, να ακυρωθεί το υπ' αριθμ. 152/2003 εκκαλούμενο βούλευμα και να μη γίνει σε βάρος της εκκαλούσης κατηγορία για την πράξη που διώκεται (άρθρ. 309 παρ. 1α, 310 παρ. 1 ΚΠΔ)".
Με αυτά, που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, αφενός στέρησε το βούλευμα από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου δε, υπέπεσε και στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης, λόγω των ασαφειών και των αντιφάσεων. Τούτο, γιατί, το Συμβούλιο Εφετών, κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δεν έλαβε υπόψη του, το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που συγκεντρώθηκαν από την ανάκριση, που διενεργήθηκε, αλλά επιλεκτικά έγινε αξιολόγηση ορισμένων από αυτά. Συγκεκριμένα: δεν αξιολογήθηκαν οι απογραφές, στις οποίες συμπαρίστατο η κατηγορουμένη, όπως, επίσης, δεν αξιολογήθηκε η από 2-2-2001 ιδιόχειρη επιστολή, που απηύθυνε η ίδια στην εγκαλούσα Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, και με την οποία αυτή συνομολογούσε την ευθύνη της, για τα ελλείμματα που διαπιστώθηκαν, προσφερόμενη μάλιστα και σε διακανονισμό αυτών. Κυρίως, όμως, γιατί, ενώ στο προσβαλλόμενο βούλευμα, γίνεται αποσπασματική αναφορά στην από 7-7-2003 λογιστική πραγματογνωμοσύνη των λογιστών ..... και ....., που διατάχθηκε με την υπ' αριθμό 5/2003 διάταξη του Ανακριτή Άρτας, δεν γίνεται οποιαδήποτε αντιπαραβολή και αντίκρουση με τα αντίθετα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, ο ορκωτός λογιστής ....., με την από 16-9-2002 έκθεση ελέγχου, σύμφωνα με το συμπέρασμα της οποίας διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Α) Για τη χρήση 1999 Διακινήθηκαν 802 είδη. Από αυτά παρουσιάστηκαν διαφορές ως εξής: Ελλείματα σε 177 είδη (22%), Αξίας κτήσεως (8.094.595-7.192=) Δρχ. 8.087.403 Πλεονάσματα σε 90 είδη (11%) " " " 894.707συμψηφιστικό υπόλοιπο " 7.192.696 Πλέον: μικτό κέρδος 13% " 935.051 8.127.747 Πλέον: ΦΠΑ 18% " 1.462.994 Τελικό ποσό απαίτησης κατά τον έλεγχο " 9.590.741Β) Περίοδος 1/1-31/5/2000 Διακινήθηκαν 759 είδη.
Από αυτά παρουσιάστηκαν διαφορές ως εξής: Ελλείματα σε 381 είδη (50%), Αξίας κτήσεως (11.815.540 - 7.581=) Δρχ. 11.807.959 Πλεονάσματα σε 142 είδη (19%) " " " 2.283.496 συμψηφιστικό υπόλοιπο " 9.524.463 Πλέον: μικτό κέρδος προς 13% " 1.238.180 10.762.643 Πλέον: ΦΠΑ 18% " 1.937.276 Τελικό ποσό απαίτησης κατά τον έλεγχο " 12.699.919. Ταυτόχρονα, όμως, με τα ίδια δεδομένα, το Συμβούλιο Εφετών, δέχεται ότι δεν προκύπτουν σε βάρος της κατηγορουμένης σοβαρές ενδείξεις ενοχής προς στήριξη δημόσιας κατηγορίας στο ακροατήριο. Η παράλειψη, όμως, αυτή, αναμφισβήτητα καταδηλοί, ότι έγινε αποκλεισμός ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων και ταυτόχρονα, επιλεκτική χρήση ορισμένων άλλων, με αποτέλεσμα το προσβαλλόμενο βούλευμα να στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επί πλέον δε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, λόγω των ασαφειών και των αντιφάσεων του, αφού στη μια περίπτωση ενώ δέχεται, ότι τα ελλείμματα, όπως διαπιστώθηκαν από τους πραγματογνώμονες, ευσταθούν πλήρως, στη δεύτερη περίπτωση δέχεται ότι στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια σε βάρος της, την κατηγορία. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι το αίτημα της αναιρεσίβλητης να εμφανιστεί αυτοπροσώπως, ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο, ενόψει του ότι με το πολυσέλιδο υπόμνημά της, έχει εκθέσει με κάθε λεπτομέρεια, τις απόψεις της, ώστε να μην κρίνεται πλέον αναγκαία η παροχή άλλων επεξηγήσεων. Μετά από αυτά, πρέπει, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσίβλητης για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο αυτό.
Αναιρεί το υπ' αριθμό 51/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική υπεξαίρεση. Αναίρεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του απαλλακτικού βουλεύματος, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω της επιλεκτικής αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και λόγω ασαφειών και αντιφάσεων του αιτιολογικού. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Συμβούλιο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Υπεξαίρεση, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
Αριθμός 2624/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανδριόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 590/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.550/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 15.4.2008 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας ....., η πολιτικώς ενάγουσα στην υπόθεση αυτή Ψ κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποίαν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο και έγινε η συζήτηση αυτής. Η ως άνω πολιτικώς ενάγουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ενώ εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Χ. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν, και οι σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού μέσου και τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Επισημαίνεται ότι η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ' αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα), να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την πραγματογνωμοσύνη, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναίρεσης. Η αβεβαιότητα αυτή επιτείνεται, όταν το Δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό πόρισμα, μάλιστα χωρίς αναφορά, άμεση ή έμμεση, στο περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά εκείνων της πραγματογνωμοσύνης. Αντίθετα, ως προς την έκθεση του τεχνικού συμβούλου το Δικαστήριο υποχρεούται, χωρίς να τη μνημονεύει ειδικά, να τη συνεκτιμά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Τέλος, λόγο αναίρεσης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας ευθέως το νόμο. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 590/2007 απόφασης, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία γίνεται και κατωτέρω λόγος, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη στη ....., στις 28.1.2002, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης της. Συγκεκριμένα, ως ιδιοκτήτρια οικοδομής επί της οδού ....., της οποίας η υδρορροή είχε σπάσει σε ανεξακρίβωτο από τη διενεργηθείσα προανάκριση χρόνο, δεν φρόντισε για την επισκευή αυτής, όπως όφειλε λόγω της ιδιότητάς της ως ιδιοκτήτριας της οικοδομής αυτής και εξ αυτού του λόγου υπεύθυνης για τη συντήρηση του ευρισκομένου έμπροσθεν του ακινήτου της πεζοδρομίου και του υποστρώματος αυτού και μπορούσε να πράξει, ώστε να διοχετεύονται τα νερά της βροχής στο αποχετευτικό σύστημα της πόλης, αλλά τα νερά διοχετεύονταν στα θεμέλια της οικοδομής της και στο κάτω απ' το παρακείμενο αυτής πεζοδρόμιο, με συνέπεια να υποστεί σταδιακή καθίζηση το έδαφος. Αποτέλεσμα της απρονοησίας αυτής της κατηγορουμένης ήταν, κατά τη διέλευση από το πεζοδρόμιο πεζής της εγκαλούσας Ψ, να υποχωρήσει μία πλάκα αυτού και να πέσει το δεξί πόδι της εγκαλούσας εντός της δημιουργηθείσας οπής, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά και να υποστεί συντριπτικό κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, ως και αυτή για τη νόμιμη παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησής της λόγω ηθικής βλάβης, το Εφετείο Λάρισας, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της αποδιδόμενης σ'αυτήν αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους υπολογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 28, 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί εξέταση πολιτικώς ενάγουσας, μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη, να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με την αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή της την από 20.10.2006 χαρακτηριζόμενη απ' αυτήν (αναιρεσείουσα) "έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού .....", που ορίστηκε από το Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, κατόπιν της από 14.3.2006 αίτησης της ιδίας, λεκτέα τα εξής: Η ειρημένη έκθεση, που δεν συνιστά έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού δεν έγινε κατ' εντολή κάποιας δικαστικής αρχής, αλλά, κατά τα ανωτέρω, με αίτησή της, μετά τη διεξαγωγή της πρωτοβάθμιας δίκης και την καταδίκη της, και κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία της στην αιτιολογία της απόφασης, εφόσον δεν αποτελεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, ιδιαίτερο αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου διακρινόμενο των εγγράφων, περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα από το Εφετείο έγγραφα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και έτσι είναι πρόδηλο ότι συνεκτιμήθηκε η έκθεση αυτή μ' αυτά. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για εξέταση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 590/8.5.2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Η έκθεση του τεχνικού συμβούλου δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Το Δικαστήριο όμως υποχρεούται χωρίς να την αναφέρει ειδικά να την συνεκτιμήσει και την αξιολογεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού προκύπτει πρόδηλα η προηγούμενη ανάγνωσή της ως εγγράφου. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2620/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 2265/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζαχόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1112/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν, ο πρώτος ανωμοτί και οι λοιποί ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα πρακτικά της δίκης την απολογία του κατηγορουμένου, και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι " ο κατηγορούμενος στην ..... και στον ..... κατά το χρονικό διάστημα από 16-11-2000 μέχρι 12-3-2002 και στις 3-10-2002 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της απλής δυσφήμησης, με πρόθεση ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμήν και την υπόληψη του και ειδικότερα, ενώ ήταν έγκλειστος στη δικαστική φυλακή Κορυδαλλού, ανέγραψε επί αποκομμάτων εφημερίδων και φωτογραφιών χειρόγραφες σημειώσεις τις οποίες απέστειλε: 1) (κατά το διάστημα 16-11-00 έως 12-3-2002) στη δικηγόρο Αμαλιάδος, δικηγόρο του εγκαλούντος Ψ, Ειρήνη Φάσσου και 2) στις 3-10-2002 στην υπάλληλο του γραφείου του ανωτέρω παθόντος, Α και συγκεκριμένα στη διεύθυνση της κατοικίας της, επί της οδού ....., δια των οποίων ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Ψ τα ακόλουθα ψευδή γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να προσβάλουν την τιμήν και την υπόληψή του και συγκεκριμένα κατήρτισε και απέστειλε στις ως άνω παραλήπτριες τις ακόλουθες σημειώσεις ... ". Ακολούθως, παρατίθενται στο αιτιολογικό της αποφάσεως 23 αποκόμματα φύλλων εφημερίδων με αναγεγραμμένες επ' αυτών φράσεις που συνιστούν, κατά τις παραδοχές, δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, ενώ περαιτέρω αναφέρονται τα εξής: " Επομένως, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2γ του Π. Κ, ως κατ' ουσίαν αβασίμου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απλής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, ως και πρωτοδίκως". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, τον κήρυξε ένοχο της πράξεως της απλής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν διέλαβε στην απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, με σαφήνεια και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, δε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να δικαιολογούν και να θεμελιώνουν το χαρακτήρα των γεγονότων αυτών, ως προσβλητικών της τιμής και της υπόληψης του εγκαλούντος. Συγκεκριμένα, η παραδοχή της αποφάσεως, με μόνη τη γενική αναφορά στα επίμαχα δημοσιεύματα, των γεγονότων, ως δυσφημιστικών, χωρίς να εξειδικεύονται τα ειδικότερα στοιχεία αυτών, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που συνέχονται με τη γνώση του δράστη, ότι τα γεγονότα που διέδωσε ή ισχυρίστηκε είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, δεν περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η έλλειψη δε αυτή στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί από το διατακτικό της, από την αντιπαραβολή του οποίου, προκύπτει, ότι τούτο αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, σε κάθε, όμως, περίπτωση οι παραδοχές του αιτιολογικού με αποκλειστική παραπομπή στα επίμαχα δημοσιεύματα και στις επ' αυτών ιδιόχειρες σημειώσεις, δεν περιέχουν την αιτιολογία που απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια στην απόφαση και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε μετά από αυτά, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση οι αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πράξεις της παραβάσεως του άρθρου 362 του Π.Κ, που φέρονται ότι τελέστηκαν στην ..... και στον ....., από 16-11-2000 έως 12-3-2002 και στις 3-10-2002, φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος. Το αξιόποινο, συνεπώς, των πράξεων αυτών που φέρονται, ως τελεσθείσες από την 16-11-2000 έως την 19-11-2000, εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, διότι από την τέλεσή τους (16-11-2000), μέχρι τη διάσκεψη (19-11-2008) έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου της αναστολής των τριών (3) ετών (άρθρα 111 παρ.1 και 3, 112 και 113 παρ.1, 2 και 3 του Π.Κ) και κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις. Επομένως, κατά τα λοιπά για τις μη παραγραφείσες πράξεις, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν(519 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 2265/24 Μαρτίου 2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εις βάρος του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, για τις πράξεις της απλής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, που φέρονται να έχουν τελεσθεί από 16-11-2000 έως 19-11-2000. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για απλή δυσφήμηση (άρθρ. 362 ΠΚ) με την επίκληση των λόγων: α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και β) της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. Αναιρείται κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου, γιατί δεν περιέχονται πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Ανεπάρκεια αιτιολογίας και ως προς το στοιχείο του δόλου. Αναιρεί. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για πράξεις που τελέσθηκαν μέχρι 19-11-2000. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Δυσφήμηση απλη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2619/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 937/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 367/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 263/20.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρο 528 & 1 ΚΠΔ την με ημερομηνία 26-2- 2008 αίτηση του Χ, με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 937/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξη 5 ετών και 5 μηνών και χρηματική ποινή 15.050 ευρώ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τρία χρόνια και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από πληρεξούσιο ο οποίος έχει ειδική προς τούτο εντολή η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση επανάληψης διαδικασίας στρέφεται κατά απόφασης Πενταμελούς Εφετείου με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω αναφερόμενη ποινή και διώκει την ακύρωση της απόφασης αυτής και την επανάληψη της διαδικασίας . και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της μιας (βαρύτερης) εκ των δύο πράξεων βάσει των οποίων καταδικάστηκε και στρεφόμενη κατά της με αριθμ. 937/2005 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών όπως προκύπτει από την επισυναπτόμενη με αριθμ. 1557/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αναίρεση του αιτούντα κατά της απόφασης αυτής είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της κατά το μέρος το οποίο αναφέρει στην αίτηση του , για την οποία εκθέτω τα παρακάτω: Από τη διάταξη του άρθρου 525§1 αριθμ. 2 κατά την οποία '' Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1...... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ..... 3........ ''' προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων , την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα , 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται όλα εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν. Τέτοια είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία , όπως καταθέσεις μαρτύρων ,ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη (ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682 Α Π 816/1999 ΠΧ Ν 343 Α Π 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/ 1999 ΠΧ ΜΘ 218 ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059 ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067 Α Π 216 ΠΧ ΜΗ 801 ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661 AΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987). Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας ή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου (ΑΠ 1894/1987, ΑΠ 1315/1989) ούτε και εσφαλμένη εκτίμηση η αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων (Α Π 669/1991, ΑΠ 1185/1994) όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 669/1991). Επίσης δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη ρητά ή έμμεσα του δικαστή και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως (ΑΠ 1061/1990 , ΑΠ 1185/1994). Περαιτέρω δεν είναι δυνατό να λογιστούν σαν νέα γεγονότα νέες πραγματογνωμοσύνες οι οποίες δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προβαίνουν στην εκ νέου εκτίμηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού ή άλλων στοιχείων της διαδικασίας , με βάσει της ίδιες τεχνικές και μεθόδους και την ίδια επιστημοσύνη και με μόνη διαφορά την αμφισβήτηση της επιστημοσύνης και των ικανοτήτων των πραγματογνωμόνων που έκαναν την πραγματογνωμοσύνη που τέθηκε υπ' όψη του δικαστηρίου και η οποία εκτίμηση έχει τεθεί υπ' όψη των δικαστών που δίκασαν βάσει πραγματογνωμοσύνης που έγινε μέσα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας που έλαβε χώρα, έκτός αν ή πραγματογνωμοσύνη στηρίζεται σε νέες τεχνικές και σε νέες επιστημονικές μεθόδους που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 717/1986) όπως δεν είναι δυνατό να λογιστούν σαν νέα γεγονότα οι απλές κρίσεις , απόψεις και πεποιθήσεις μαρτύρων περί του ότι ο αιτών κατηγορούμενος είναι αθώος, ή ότι δεν ήταν δυνατό να έχει τελέσει το έγκλημα αυτό , ή κατ' άλλο δηλοποιητικό τρόπο χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 357/60,ΑΠ 1/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάστηκε όπως αναφέρεται και παραπάνω για παρ. του άρθρου 66&1-3 του Ν. 2121/1993'' Περί πνευματικής ιδιοκτησίας '' κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση από κοινού με άλλον, και παραβ. άρθρ. 29 και 30 του Ν. 5060/1931'' Περί ασέμνων '' και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 5 ετών και 2 μηνών και χρηματική ποινή 15.050 ευρώ η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την με αριθμ. ΑΠ 1557/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και με την αίτηση περί επανάληψης αναφέρει ότι για την πράξη της παράβασης του άρθρου 66&1-3 προέκυψαν νέα στοιχεία και γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι είναι αθώος και για την υποστήριξη της επικαλείται ως νέα στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί υπ' όψη των δικαστών που δίκασαν και τα οποία είναι οι υπεύθυνες δηλώσεις των Β, και του Γ και η με ημερομηνία 17-11-2007 πραγματογνωμοσύνη του Γ. Από τα στοιχεία τα οποία επικαλείται προκύπτει ότι ο Β εξετάστηκε κατά ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε πρωτόδικα και η κατάθεσή του μαζί με τα πρακτικά της απόφασης του δικαστηρίου αυτού αναγνώστηκε και τέθηκε υπ' όψη των δικαστών του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και από αυτήν προκύπτει ότι είχε καταθέσει περί του ότι στην αποθήκη του κατηγορουμένου στους ....., ο κατηγορούμενος είχε εγκαταστήσει βίντεο και έκανε αναπαραγωγή πορνογραφικών ταινιών, ότι υπήρχαν στίβες βιντεοκασετών οι οποίες ήταν χιλιάδες ... ότι στην αποθήκη που κάνανε έλεγχο ήταν και 160 κασέτες οι οποίες δεν ήταν γνήσιες , .... .'' Στην υπεύθυνη δήλωση του επαναλαμβάνει περίπου τα ίδια και αφού αναφέρει περί του ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τα απαραίτητα μηχανήματα διατυπώνει την άποψη ότι με βεβαιότητα και μετά λόγου γνώσεως αναφέρει ότι δεν ήταν δυνατό να παραγάγει ο αιτών τα όσα κλεψίτυπα του αποδίδονται και περαιτέρω προχωρεί και αναφέρει ότι στην αποθήκη του κατηγορουμένου υπήρχαν συσκευές βίντεο με τις οποίες μπορούσε ν' αντιγράψει κινηματογραφικά ταινίες όμως η ακλόνητη πεποίθηση του ήταν ότι ο αιτών δεν προέβη σε αναπαραγωγή κινηματογραφικών ταινιών, ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με αυτό που κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών περί του ότι δεν μπορεί ν' αποδείξει ότι τις αναπαρήγαγε ο αιτών Από τα παραπάνω εκτεθέντα προκύπτει ότι οι απόψεις του και τα όσα είχε να αναφέρει τέθηκαν υπ' όψη των δικαστών και αξιολογήθηκαν μέσα στα πλαίσια της κατ' έφεση διαδικασίας , τα περιεχόμενα δε στην υπεύθυνη δήλωση του δεν είναι παρά νεώτερες απόψεις και πεποιθήσεις του και όχι πραγματικά περιστατικά και γεγονότα. Ως προς το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης του Γ πρέπει ν' αναφερθεί ότι τα όσα αναφέρει φαινομενικά έχουν κάποια σχέση με τον αιτούντα στην ουσία όμως είναι περιγραφόμενη δραστηριότητα του συντάκτη από την οποία όμως δεν προκύπτει ότι ο αιτών δεν τέλεσε και την πράξη για την οποία καταδικάστηκε γιατί η δραστηριότητες αυτές του δηλούντα και του αιτούντα δεν αποκλείουν και την πιθανότητα της δραστηριότητας του αιτούντα για την οποία και καταδικάστηκε από το αρμόδιο δικαστήριο. Περαιτέρω ως προς την πραγματογνωμοσύνη η οποία προσκομίζεται πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο πραγματογνώμονας αφού στρέφεται κατά των τότε πραγματογνωμόνων και αφού τους αναφέρει άσχετους και μη έχοντας σχέση με το αντικείμενο για το οποίο διενήργησαν τότε πραγματογνωμοσύνη, χωρίς να χρησιμοποιεί νέες τεχνικές παρά με την υπάρχουσα και τότε και σήμερα τεχνολογία καταλήγει σε αντίθετα συμπεράσματα με τις απόψεις των τότε πραγματογνωμόνων συμπεράσματα τα οποία όπως προκύπτει δεν είναι δυνατό να υπολογιστούν σαν νέα γεγονότα η προσκομιζόμενη πραγματογνωμοσύνη επιχειρεί μεταγενέστερη ανάλυση και συμπερασματική κρισιολόγηση των συνθηκών γεγονός το οποίο ανήκει κυριαρχικά στο δικάζον δικαστήριο της έκθεσης αυτής κατατασσομένης στην κατηγορία των ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων και όχι των νέων γεγονότων του άρθρου 525 ΚΠΔ. Επειδή στην περίπτωση της επανάληψης διαδικασίας το ζητούμενο είναι να προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νέα αποδεικτικά στοιχεία και γεγονότα ότι ο αιτών όχι απλά πιθανό να είναι αθώος αλλά να είναι σφόδρα πιθανό μέχρι βεβαιότητας περί του ότι αυτός είναι αθώος και επειδή στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν από τον αιτούντα όχι απλά δεν καθιστούν πιθανολογούμενη την αθωότητα του άλλα τουναντίον ενισχύουν την άποψη περί του ότι ο αιτών ορθά καταδικάστηκε για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν απορριφθεί.
Δια ταύτα Προτείνω όπως Να γίνει δεκτή τυπικά και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 26-2- 2008 αίτηση του Χ με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 937/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Αθήνα την 15-14-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η υπό κρίση από 27-2-2008 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 937/7-4-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις της παραβάσεως: α) του άρθρου 66 παρ.1 και 3 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας", από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση και β) των άρθρων 29 και 30 του ν. 5060/1931 από κοινού και κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή κάθειρξης 5 ετών και 2 μηνών και σε χρηματική ποινή 15.050 ευρώ, ισχυριζόμενος, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πρώτης πράξεως, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 Κ.Π.Δ, και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμό 937/2006 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμό 1557/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης 5 ετών και 2 μηνών και σε χρηματική ποινή 15.050 ευρώ, εκτός των άλλων, για τις πράξεις της παραβάσεως: του άρθρου 66 παρ.1 και 3 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας", από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, και ειδικότερα, του ότι "κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους δια πλειόνων πράξεων τέλεσαν εγκλήματα, ήτοι: ενεργώντας με πρόθεση από κοινού (με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη Α), με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, και συγκεκριμένα στην Αθήνα στις 21-9-1998, χωρίς δικαίωμα τυγχάνοντες ιδιοκτήτες του επί της οδού ..... καταστήματος πώλησης βιντεοκασετών και των επί των οδών 1) ..... και ..... στους ....., 2) ..... στο ....., και 3) ..... στη ....., αποθηκευτικών χώρων κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2121/1993 (περί πνευματικής ιδιοκτησίας αναπαρήγαγαν παράνομα σε αντίγραφα με ειδικά μηχανήματα το ηχητικό περιεχόμενο (μουσικό) ψηφιακών δίσκων και το καλλιτεχνικό περιεχόμενο βιντεοκασσετών που είχαν παραχθεί νόμιμα και περιείχαν εγγραφές και εκτελέσεις μουσικών και κινηματογραφικών έργων, χωρίς την άδεια των ερμηνευτών και εκτελεστών καλλιτεχνών και κατείχαν αυτό (αντίγραφο) με σκοπό να τα θέσουν σε κυκλοφορία. Ειδικότερα: αναπαρήγαγαν χωρίς την άδεια των εγκαλουσών εταιρειών στις οποίες έχουν εκχωρηθεί τα νόμιμα δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών με τις επωνυμίες: α) 1. Δίσκοι ΠΟΛΥΓΚΡΑΜ ΑΕ, 2) ΜΙΝΟΣ ΕΜΙ ΑΕ, 3) WARNER MUSIC GREECE AE, 4) Εταιρεία Γενικών Εκδόσεων ΑΕ, 5) MUSIC BOX INT. L. AE, 6) SONY MUSIC ENTERTAIMENT AE, 7) BME ARIOLA AE, 8) ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΗ SPOT MUSIC EΠΕ, 9) ΒΕΡΤΖΙΝ ΕΠΕ και 10) ALFA MI L.T.D., όπως εκπροσωπούνται και αντιπροσωπεύονται νόμιμα και β) "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΕΠΟΕ), που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διευθυντή της Β, και κατείχε Α) στον επί της ..... (.....) αποθηκευτικό χώρο (1467) κλεψίτυπους ψηφιακούς δίσκους (C.D.) σε θήκη με τραγούδια Ελλήνων καλλιτεχνών και (651) κλεψίτυπους ψηφιακούς δίσκους άνευ θήκης με τραγούδια Ελλήνων καλλιτεχνών, ήτοι: 1) ΠΑΡΙΟΣ με τίτλο ΤΥΨΕΙΣ 96 τεχμάχια, 2) Μάριος Τόκας - Στέλιος Διονυσίου με τίτλο "Με όνομα βαρύ" τεμάχια 36, 3) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ με τίτλο ΑΙΣΘΗΜΑ 83 τεμάχια, 4) ΣΟΦΙΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ με τίτλο "ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ" 74 τεμάχια, 5) ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΣΙΡΑΣ με τίτλο ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΦΙΛΙ 58 τεμάχια, 6) ΝΟΤΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ με τίτλο "ΟΙ ΝΟΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΠΤΑΨΥΧΕΣ 502" 32 τεμάχια ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΜΕ ΤΙΤΛΟ BIG TRAX TAREE τεμάχια 21, 6) ΤΟΛΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ με τίτλο "ΗΡΘΕΣ ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ", 56 τεμάχια, 9) ΝΤΑΛΑΡΑ ΜΠΡΕΓΚΟΒΙΤΣ με τίτλο ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΓΙΑΝΝΕΝΑ, 56 τεμάχια, 10) ΒΑΝΔΗ Δέσποινα με τίτλο "ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ" 45 τεμάχια, 11) ΡΕΜΟΣ με τίτλο "ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΠΑΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ" 39 τεμάχια, 12) ΝΑΤΑΣΑ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ με τίτλο "ΝΑΤΑΣΑ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ" 54 τεμ. 13) ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ με τίτλο "ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ" 90 τεμάχια, 14) ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΟΝΙΔΗΣ. Με τίτλο "ΜΗ ΦΕΥΓΕΙΣ ΣΟΥ ΛΕΩ" 71 τεμάχια. Οι προαναφερόμενοι ψηφιακοί δίσκοι ήταν άνευ θήκης. Επίσης κατείχαν τους παρακάτω αναφερομένους ψηφιακούς δίσκους (CD) με θήκη: 15) Γ. ΠΑΡΙΟΣ με τίτλο "ΤΥΨΕΙΣ" 4 τεμάχια, 16) Σ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ με τίτλο "ΜΕ ΟΝΟΜΑ ΒΛ. 13 τεμάχια, 17) Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ με τίτλο "ΑΙΣΘΗΜΑ ΜΟΥ ΔΥΝΑΤΟ", 26 τεμάχια, 18) Σ. ΑΡΒΑΝΙΤΗ με τίτλο "ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ", 95 τεμάχια, 15) Γ. ΚΟΤΣΙΡΑΣ με τίτλο "ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΦΙΛΙ" 5 τεμάχια 20) Ν. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ με τίτλο "ΟΙ ΝΟΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΠΤΑΨΥΧΕΣ" 13 τεμάχια 21) ΔΙΑΦΟΡΟΙ με τίτλο "BIG TRAX", 97 τεμάχια, 22) Τ. ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ με τίτλο "ΗΡΘΕΣ ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ" 307 τεμάχια 23) ΝΤΑΛΑΡΑΣ με τίτλο "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑΝΝΕΝΑ" 23 τεμάχια, 24) Δ. ΒΑΝΔΗ με τίτλο "ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ" 13 τεμάχια, 25) Α. ΡΕΜΟΣ με τίτλο "ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΠΑΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ" 2 τεμάχια 26) Ν. ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ με τίτλο Ν. ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ: 2 τεμάχια 27) Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ με τίτλο "ΤΟ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ" 237 τεμάχια 28 Χ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ με τίτλο "ΠΟΙΟΣ" τεμάχια 66, 29) ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ με τίτλο "ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ 162. Τεμάχια 30) Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ με τίτλο "ΕΓΩ ΕΙΜΑ Η ΛΕΝΑ" 128 τεμάχια 31) Σ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ με τίτλο "ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΗ 63 τεμάχια, 32) Λ. ΔΙΑΜΑΝΤΗ με τίτλο "ΤΙ ΖΗΤΑΣ 119 τεμάχια, 33) Α. ΒΙΣΣΗ με τίτλο "ΑΝΤΙΔΟΤΟ" 1 τεμάχιο 34) Γ. ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ με τίτλο "ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ" 4 τεμάχια 35) Β. ΚΑΡΡΑΣ με τίτλο "ΜΕ ΕΧΕΙΣ ΚΑΝΕΙ ΑΛΗΤΗ" 1 τεμάχιο 36) Σ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ με τίτλο "ΑΦΟΡΜΕΣ" 37 τεμάχια, 37) Α. ΣΑΜΙΟΥ με τίτλο "ΧΑΟΣ", β) στον επί της οδού ..... (.....) αποθηκευτικό χώρο (4.928) κλεψίτυπους ψηφιακούς δίσκους με τραγούδι Ελλήνων καλλιτεχνών και (103) κλεψίτυπες βιντεοκασσέτες αντίγραφο γνησίων με διάφορα ξένα κινηματογραφικά έργα.
Ητοι 1) Γιάννης Πάριος με τίτλο "Τύψεις" τεμάχια 1676, 2) Λένα Παπαδοπούλου με τίτλο "Εγώ είμαι η Λένα" τεμάχια 2.125, 3) Μάκης Χριστοδουλόπουλος "Αίσθημά μου δυνατό" τεμάχια 100, 4) Βασίλης Καρράς με τίτλο "Μ' έχει κάνει τεμάχια 187, 5) Στέλιος Διονυσίου με τίτλο " βαρύ σαν ιστορία" τεμάχια 40 και βιντεοκασέτες (103) ήτοι: Α/Α ΤΙΤΛΟΣ ΕΡΓΟΥ ΕΤΑΙΡ. ΕΤΑΙΡ. ΠΑΡΑΓ. ΔΙΑΝ. 1 Οι ασυγχώρητοι Audiovision2 To χρώμα του χρήματος "3 Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος " 4 Σε τεντωμένο σχοινί "5 Πανικός στο μετρό της Ν "6 Διεφθαρμένο σύστημα "7 Αποστολή θανάτου "8 Σιδερένια θέληση "9 Ενας τέλειος κόσμος "10 Ο στρατιώτης "11 Σε επικίνδυνο έδαφος "12 Γλυκιά ήβη "13 Το παιχνίδι των "14 Τελευταίος των Μοϊκανών "15 Η ληστεία με τα "16 Κωδικό όνομα Νίντζα "17 Το τρένο του "18 Χριστόφορος Κολόμβος "19 1492 Χριστόφορος Κολόμβος HomevideoΗellas20 Η εκδίκηση του Φράνς " 21 Eνοχος χωρίς αποδείξεις "22 Θα "23 - Χ "24 Allien 3 "25 Το ποτάμι του θανάτου "26 Το δικό του θέμα video27 Miami "28 Είναι νεκροί "29 Τηλεφωνική ασφάλεια ΗomevideoHellas30 Στην χαμένη του κατεύθυνση Audiovision31 Σταυροδρόμια Νο 1 "32 " Νο 2 "33 Ο όρος της σιωπής "34 Μια νύχτα στο υπόγειο "35 Χωρίς ταυτότητα Νο 1 "36 " Νο 2 "37 Σταυροδρόμια Νο 3 "38 Γυμνό μοντέλο "39 Θανάσιμη ηδονή "40 Η Πέγκυ Σου παντρεύτηκε "41 " "42 Ο ηγέτης "43 Χωρίς ταυτότητα Νο 1 "44 " Νο 2 "45 Οι αιμοβόροι "46 Δικαστική καταδίωξη "47 " "48 ΟΗΕ - Ο επαναστάτης "49 Παράτολμη αποστολή "50 Ο μεγάλος παράνομος "51 Η μάχη της Homevideo52 Για μια χούφτα Audiovision53 Οικογενειακή εκδίκηση "54 Ο τελευταίος προορισμός "55 Under Νο 1 "56 Νο 2 "57 Nost "58 Ο τελευταίος θρύλος "59 Η σάλπιγγα της αλήθειας "60 Φράουλες και αίμα "61 Ο Αγγελιοφόρος του θανάτου "62 Ο δρόμος για το "63 ................... "64 Και οι δώδεκα ήταν ανάρμοστα " 65 Οι σκληροί φοράνε Homevideo66 Στο όνομα του πατρός "67 Apollo 13 "68 Μονομαχία στη Δύση "69 Ο Λόγος του μπάτσου "70 Desperado "71 Nevada Smilli "72 Oμπρε "73 Ο εξολοθρευτής "74 Την wolf "75 " "76 ΒΑΡΑΒΑΣ Videosonic77 Ζήτημα τιμής "78 Εντεκα μέρες - έντεκα νύχτες "79 " "80 Η συμμορία με την Πόρσε ΣΠΕΝΤΖΟΣ81 Butter ΣΠΕΝΤΖΟΣ82 Φουντμπώλ Κιντ "83 " "84 Lemora ΕΛΛΑΣ ΚΟΣΜΟΣ85 Επαναστάτης χωρίς αιτία Audiovision86 " "87 " "88 Εφιάλτης το καταμεσήμερο ΕΛΛΑΣΚΟΣΜΟΣ89 Ωρα θανάτου "90 Ο Σφαγέας "91 Τζακάρτα "92 Ο εκδικητής "93 Το χαμένο είδωλο "94 Δίκη ....... ΣΠΕΝΤΖΟΣ95 Στην φωλιά των λαθρεμπόρων HomevideoHellas96 Oργισμένος αετός "97 Σπασμένη λόγχη "98 Τελευταία Πράξη "99 Top line EΛΛΑΣ ΚΟΣΜΟΣ100 Μυστική Βάση Ζέμπα Audiovision101 Nτάφυ VideoHellas102 Οι μπάτσοι του μέλλοντος "103 ........... " και για τον επί της οδού ..... και ..... (.....) αποθηκευτικό χώρο (149) κλεψίτυπες βιντεοκασσέτες αντίγραφα γνησίων με διάφορα ελληνικά και ξένα κινηματογραφικά έργα, ήτοι: α) - 92 - κλεψίτυπες βιντεοκασσέτες Ελληνικού ρεπερτορίου για τις πιο κάτω 57 κλεψίτυπες βιντεοκασσέτες με ξένα κινηματογραφικά έργα: Α/Α ΤΙΤΛΟΣ ΕΡΓΟΥ ΕΤΑΙΡ. ΕΤΑΙΡ. ΠΑΡΑΓ. ΔΙΑΝ.
1 ELECTRIC BLUE VIDEOSON2 " "3 " "4 " "5 " "6 " "7 " "8 " "9 " "10 " "11 ΚΑΛΛΙΓΟΥΛΑΣ ODIONS12 H IΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ Ο "13 SOPERCARRIER ΣΠΕΝΤΖΟΣ14 ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ AUDIOVISION15 " "16 " "17 ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΤΗΣ ΔΑΛΜΑΤΙΑΣ "18 ΑΥΤΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ DISNEY "19 ΛΕΥΚΗ ΑΓΡΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ "20 Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ " Α/Α ΤΙΤΛΟΣ ΕΡΓΟΥ ΕΤΑΙΡ. ΕΤΑΙΡ.
ΠΑΡΑΓ. ΔΙΑΝ. 81 Butter ΣΠΕΝΤΖΟΣ82 Φουντμπώλ Κιντ "83 " "84 Lemora ΕΛΛΑΣ ΚΟΣΜΟΣ85 Επαναστάτης χωρίς αιτία Audiovision86 " "87 " "88 Εφιάλτης το καταμεσήμερο ΕΛΛΑΣ ΚΟΣΜΟΣ89 Ωρα θανάτου "90 Ο Σφαγέας "91 Τζακάρτα "92 Ο εκδικητής "93 Το χαμένο είδωλο "94 Δίκη ....... ΣΠΕΝΤΖΟΣ95 Στην φωλιά των λαθρεμπόρων Homevideo96 Oργισμένος αετός "97 Σπασμένη λόγχη "98 Τελευταία Πράξη "99 Top line EΛΛΑΣ ΚΟΣΜΟΣ100 Μυστική Βάση Ζέμπα Audiovision101 Nτάφυ VideoHellas102 Οι μπάτσοι του μέλλοντος "103 ........... " Α/Α ΤΙΤΛΟΣ ΕΡΓΟΥ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ51 ΡΑΜΠΟ 2 HOME VIDEO (ODEON)52 KAΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ "53 " "54 JUNIOR ΡΑΜΠΟ "55 ASTERIX "56 " "57 ΧΕΛΩΝΕΣ ΝΙΝΤΖΑ " Τις παραπάνω δε πράξεις τους οι κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού και κατ' επάγγελμα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος".
Ήδη, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, για την πρώτη από τις ανωτέρω πράξεις για την οποία αυτός καταδικάσθηκε άδικα: 1) τις από 20-2-2008 υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986, α) του Β και β) Γ, το γνήσιο της υπογραφής των οποίων θεωρήθηκε νομίμως από το ΚΕΠ Ηλιούπολης και Αθηνών αντίστοιχα και 2) την από 17-11-2007 έκθεση γνωμοδότησης του Δ. Από τα στοιχεία που ο αιτών επικαλείται πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το περιεχόμενο των ως άνω υπεύθυνων δηλώσεων αναφέρονται τα εξής: α) Στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση του Γ αναφέρονται τα εξής: "Δραστηριοποιούμαι στο χώρο της παραγωγής CD κα DVD από το 1992 έως το 2003, ως εργαζόμενος με την ειδικότητα του τεχνικού - υπεύθυνου παραγωγής cd στην ....., στο μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής με την επωνυμία "..... A.E." και μετέπειτα "....." του ομίλου ..... . Στο εργοστάσιο αυτό κατασκευάζονταν τα περισσότερα μουσικά CD και DVD, για λογαριασμό των περισσοτέρων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. "Λίγο μετά την πρόσληψη μου, στη συγκεκριμένη θέση, από την προαναφερθείσα εταιρεία, ασθένησε αιφνιδίως η μητέρα μου από καρκίνο του στομάχου και, μέσα σε έξι μήνες, και ο πατέρας μου, από καρκίνο των πνευμόνων. Ήλθα σε απόγνωση, καθώς αδυνατούσα να αντεπεξέλθω με το μισθό μου στα υπέρογκα έξοδα νοσηλείας τους. Έτσι, σκέφτηκα πως, για να μπορέσω να βοηθήσω τους άρρωστους γονείς μου, θα μπορούσα, κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες που ήμουν μόνος στο χώρο του εργοστασίου, να αναπαραγάγω, για λογαριασμό μου, κάποιον επιπλέον αριθμό cd σε σχέση με αυτόν που μας είχαν παραγγείλει οι εταιρείες. Αυτό και έκανα, πράγματι, με σκοπό, στη συνέχεια, όταν θα κατέβαινα στην Αθήνα, να αναζητηθώ κάποιους ενδιαφερόμενους και να τους τα διαθέσω. Επρόκειτο για cd εργοστασιακά μεν, αλλά χωρίς την άδεια κυκλοφορίας των εταιρειών και τα σήματα γνησιότητας της ΑΕΠΙ. Σε κάποια μετάβαση μου στην Αθήνα, περί τις αρχές Ιουλίου 1998, προσπαθώντας να βρω και να διαθέσω τα περίπου 5.000 cd που είχα αναπαραγάγει κατ' αυτόν τον τρόπο, γνώρισα τον Α, ο οποίος μου δήλωσε ότι ενδιαφέρεται και συμφωνήσαμε να του τα διαθέσω στην τιμή των 2.000.000 δρχ., από τα οποία, μάλιστα, μου έδωσε αμέσως, ως προκαταβολή, 300.000 δρχ. Τα cd, (συμπεριλαμβανομένων και άλλων που του δεν ήταν στην αρχική μας συμφωνία, αλλά που του τα έστειλα με δική μου πρωτοβουλία), του παραδόθηκαν τμηματικά (με διάφορα δρομολόγια του ΚΤΕΛ), αλλά ο κ. Α όχι μόνο δεν μου έστειλε τα υπόλοιπα χρήματα που είχαμε συμφωνήσει, αλλά και δεν απαντούσε στα αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα μου. Γι'αυτό και, όταν ξαναήλθα τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, στην Αθήνα, αναγκάστηκα να τον αναζητήσω. Με ενημέρωσε, τότε, ότι τα συγκεκριμένα cd είχαν ανευρεθεί από την αστυνομία και είχαν κατασχεθεί ως παράνομα και ότι, μάλιστα, στην υπόθεση είχε εμπλακεί αδίκως και ο αδελφός του Χ, παρότι ο τελευταίος δεν είχε καμία ανάμειξη σ' αυτήν. Εγώ προσωπικώς, ούτε τον συνάντησα ποτέ, ούτε τον γνωρίζω καν. Ο συνομιλητής μου Α, ακριβώς λόγω του συμβάντος, αρνήθηκε να πληρώσει τα υπόλοιπα χρήματα, λέγοντας μου, μάλιστα, ότι θα πρέπει να του χρωστώ και χάρη που δεν με κατήγγειλε στην αστυνομία. Μάλιστα θεώρησα τότε την "ιστορία" αυτή ως φανταστική, δηλαδή ως προσπάθεια του να μην με πληρώσει, αλλά στη συνέχεια διαπίστωσα ότι έλεγε την αλήθεια και, για τον λόγο αυτό, δεν έδωσα συνέχεια στην υπόθεση και δεν απαίτησα τα χρήματα που είχαμε συμφωνήσει, φοβούμενος ότι θα βρεθώ κι εγώ αναμεμειγμένος και θα έμεναν, ενδεχομένως, χωρίς προστάτη, οι δύο γηραιοί και άρρωστοι γονείς μου. Επισημαίνω ότι είχα καταγράψει, σε ειδική καρτέλα, τα cd που διέθεσα στον Α και συνεπώς με απόλυτη ακρίβεια μπορώ να προσδιορίσω ποια ήταν τα cd αυτά. Συγκεκριμένα του είχα αποστείλει τα ακόλουθα cd, σε διαφορετικές, βέβαια, ποσότητες το καθένα και άλλα μεν σε κουτί (αυτά που τίθενται εντός παρενθέσεων), άλλα δε χωρίς κουτί: [Διάφοροι] "big Trax Three" τεμ. (21) + 97 [Διάφοροι] "Καληνύχτα Μπάρμπα Γιάννη" τεμ. 162 Αγγελόπουλος "Αφορμές" τεμ. 37 Αντωνιάδης "Ποιος" τεμ. 66 Αρβανίτη "Κόκκινη κλωστή" τεμ. (74) + 95 Βανδή "Δέκα εντολές" τεμ. (45) + 13 Βασιλείου "Κάτι άλλο" τεμ. (90) + 237 Βίσση "Αντίδοτο" τεμ. 1 Βοσκόπουλος "Ηρθες σαν όνειρο" τεμ. (96) + 307 Γεωργιάδου "Αποφασισμένη" τεμ. 63 Γονίδης "Μη φεύγεις σου λέω" τεμ. 71 Διαμάντη "Τι ζητάς" τεμ. 71 Διονυσίου "Με όνομα βαρύ" τεμ. (36) + 13 + 40 Θεοδωρίδου "Νατάσα Θεοδωρίδου" τεμ. (54) + 2 Καρράς "Με έχεις κάνεις αλήτη" τεμ. 1 + 187 Κότσιρας "Μόνο ένα φιλί" τεμ. (58) + 5 Μαζωνάκης "Παιδί της νύχτας" τεμ. 4 Νταλάρας-Μπρέγκοβιτς "Θεσσαλονίκη - Γιάννινα" τεμ. (56) + 23 Παπαδοπούλου "Εγώ είμαι η Λένα" τεμ. 128 + 2.125 Πάριος "Τύψεις" τεμ. (96) + 4 + 1.876 Ρέμος "Καιρός να πάμε παρακάτω" τεμ. (39) + 2 Σαμίου "Χάος" 49 Σφακιανάκης "Οι νότες είναι εφτάψυχες" τεμ. (32) + 13 Χριστοδουλοπουλος "Αίσθημά μου δυνατό" τεμ. (83) + 25 + 100 β) Στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση του Β αναφέρονται τα εξής: "Είμαι αναλυτής - προγραμματιστής Η/Υ και εργάζομαι ως υπάλληλος της εταιρείας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων (ΕΠΟΕ) με πολυετή θητείασε αυτήν. Λόγω της ιδιότητας μου αυτής είχα αναμειχθεί μετά από πρόσκληση του Τμήματος Οικονονομικού εγκλήματος της Ασφάλειας Αττικής στην υπόθεση που εμπλέκονται οι αδελφοί Χ & Α, η οποία κατάληξε, το 2006, στην καταδίκη και των δύο, ως συναυτουργών, κάτι που, όμως, από τα στοιχεία που εγώ τουλάχιστον γνωρίζω, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τον Χ τον γνωρίζω εδώ και πολλά χρόνια. Γνωρίζω καλώς, λοιπόν, εξ ιδίας αντιλήψεως ότι παλαιότερα ασχολείτο, πάντοτε κατ' ιδίαν και ποτέ σε σύμπραξη ή συνεργασία με τον αδελφό του, με τηνεμπορία μουσικών κασετών, στην συνέχεια, όμως, περίπου από 25ετίας, έπαψε να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη με το αντικείμενο αυτό και στράφηκε αποκλειστικά και μόνο στην εμπορία βιντεοταινιών. Μάλιστα, από το 1988και μετά άρχισε να αγοράζει μαζικά όλο το εμπόρευμα (μεταχειρισμένες βιντεοκασέτες από Video club που έκλειναν, τις οποίες στην συνέχεια έκανε διαλογή ως προς την ποιότητα και τις διέθετε προς πώληση σε οικονομική τιμή στους πελάτες των καταστημάτων του που διατηρεί στην περιοχή της πλατείας ..... . Στα πλαίσια αυτής της διαλογής είχε καλέσει αρκετές φορές υπαλλήλους της Ε.Π.Ο.Ε, μεταξύ των οποίων και εμένα στα καταστήματα του και αποθήκες του, για να εξετάσουμε τις μεταχειρισμένες βιντεοκασέτες που αγόραζε κατά καιρούς, έτσι ώστε με τις εξειδικευμένεςγνώσεις που είχαμε αναγνωρίζαμε εάν υπήρχαν μέσα στο αγορασμένο εμπόρευμα κλεψίτυπες κασέτες. Όταν, λοιπόν, διαπιστώναμε κάτι τέτοιο ο Χ μας παρέδιδε εκούσια τις τυχόν ευρισκόμενες κλεψίτυπες κασέτες προς καταστροφή. Γι' αυτό και, όπως κατέθεσα καιενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που καταδίκασε τους αδελφούς Χ & Α (αριθ. απόφ. 1058/2003 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) "με είχε καλέσει ο ίδιος 3-4 φορές στο κατάστημα του και έκανα διαλογή αν υπάρχουν πλαστές κασέτες, επειδή ο ίδιος δεν τις γνώριζε. Άλλοτε βρίσκαμε πλαστές, άλλοτε όχι. Δεν είχε υποχρέωση να μας καλέσει, αλλά το έκανε για να μην βρεθεί κατηγορούμενος σε περίπτωση που γινόταν κάποιος έλεγχος και βρίσκονταν στο κατάστημα του τέτοιες πλαστές κασέτες. Στο Δικαστήριο αυτό, όμως, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξω όλα όσα γνώριζα για τους ψηφιακούς οπτικούς δίσκους (CD) με περιεχόμενο μουσικές συνθέσεις (τραγούδια) και ταινίες ερωτικού περιεχομένου, πουκατασχέθηκαν. Θα πρέπει, συνεπώς, έστω και τώρα, να εκθέσω όσα από άμεση και προσωπική αντίληψη γνωρίζω επί του θέματος: Τα συγκεκριμένα cd είχαν το ιδιαίτερο εκείνο χαρακτηριστικό που αποδεικνύει κατά τρόπο αναντίρρητο και αδιαμφισβήτητο, σε οποιονδήποτε γνωρίζει σχετικώς, ότιδεν είχαν παραχθεί μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών ή μέσω ειδικών αντιγραφικών μηχανημάτων με συστοιχία μονάδων πολλαπλής εγγραφής CD, αλλά από εξειδικευμένο επαγγελματικό μηχάνημα (ΠΡΕΣΑ), τοοποίο λόγω του υψηλού κόστους αγοράς του, είναι δύσκολο να αγοραστεί.
Στην Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστα τέτοια μηχανήματα και μάλιστα σε εργοστάσια παραγωγής τέτοιων ψηφιακών δίσκων.
Συνεπώς μετά βεβαιότητας και λόγου γνώσεως μπορώ να δηλώσω ότι οι συγκεκριμένοι μουσικοί ψηφιακοί δίσκοι παρήχθησαν από ένα τέτοιο μηχάνημα. Επίσης, με βεβαιότητα δηλώνω ότι ο Χ δεν είναι δυνατόν, σε καμία απολύτως περίπτωση, να έχει παραγάγει τους συγκεκριμένους ψηφιακούς δίσκους, διότι, εκτός των άλλων, δεν είχε την πρακτική δυνατότητα και τα απαραίτητα μηχανήματα να τους κατασκευάσει. Σχετικά με την αποθήκη στους ..... που διατηρούσε ο Χ, όπου έγινε έρευνα από αστυνομικούς, κατά την οποία έρευνα παραβρισκόμουν ως ειδικός στην αναγνώριση κλεψίτυπων προϊόντων, διαπίστωσα ότι είχε εγκαταστήσει συσκευές βίντεο με τις οποίες έκανε αναπαραγωγή ερωτικών ταινιών σε βιντεοκασέτες, των οποίων, όπως είχα πληροφορηθεί, κατείχε τα νόμιμα δικαιώματα. Αυτό που εγώ κατέθεσα και προφανώς δεν έγινε αντιληπτό ώστε να αποδοθεί ακριβώς στα πρακτικά, ήταν ότι, στην αποθήκη του Χ στους ....., ναι μεν υπήρχαν συσκευές βίντεο με τις οποίες κάποιος θα μπορούσε να αντιγράψει κινηματογραφικές ταινίες, όμως, η ακλόνητη πεποίθηση μου είναι ότι ο Χ δεν προέβη στην αναπαραγωγή κινηματογραφικών ταινιών. Στην πεποίθηση μου αυτή συνηγορεί και η όλη στάση και συμπεριφορά του μέχρι τότε, με την εκούσια παράδοση των κλεψίτυπων βιντεοκασετών όπως προανέφερα. Μια τέτοια ενέργεια κάθε άλλο παρά συνηθίζεται στον χώρο του βίντεο, αφού συνεπάγεται οικονομική ζημία για τον ενδιαφερόμενο (δηλαδή για τον Χ στην προκειμένη περίπτωση), όχι απλά σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά και πρακτικά, δεδομένου ότι πράγματι στο παρελθόν είχαμε εντοπίσει τέτοιες πλαστές βιντεοκασέτες, τις οποίες αυτός παρέδωσε οικειοθελώς και συνεπώς τις στερήθηκε. Πέραν τούτων, όμως, το σημαντικό είναι ότι οι συγκεκριμένες κλεψίτυπες βιντεοκασέτες που βρέθηκαν στην κατοχή του Χ, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες γνήσιες μεταχειρισμένες που υπήρχαν στην αποθήκη, αναμφίβολα ΔΕΝ είχαν αναπαραχθεί απ' αυτόν, δεδομένου ότι οι βιντεοκασέτες - φορείς των ταινιών ΔΕΝ ήταν καινούργιες, αλλά παλιές, όπως ήταν οι βιντεοκασέτες πορνό που έγραφε ο ίδιος και το κυριότερο μεταχειρισμένες!. Τέλος πιστεύω ότι αν ήθελε να κάνει παράνομη μαζική αναπαραγωγή κινηματογραφικών ταινιών σε βιντεοκασέτες, (επειδή είχε την τεχνική δυνατότητα λόγω της ύπαρξης των συσκευών βίντεο) θα την έκανε σε τίτλους ταινιών τελευταίας κυκλοφορίας δηλαδή των εμπορικών ταινιών που είχαν ζήτηση την εποχή εκείνη και όχι στους συγκεκριμένους τίτλους που κατασχέθηκαν, οι οποίοι αφορούσαν ταινίες που είχαν κυκλοφορήσει πριν μια δεκαετία και περισσότερο".
Οπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω αμετάκλητη απόφαση, με την οποία περατώθηκε η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, για τα επικαλούμενα ως νέα γεγονότα ή επικαλούμενες νέες αποδείξεις, όπως αυτά περιέχονται στις προσκομισθείσες ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, και στην από 17-11-2007 έκθεση γνωμοδότησης, θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Α) όσον αφορά την υπεύθυνη δήλωση του Β, σημειώνεται ότι αυτός είχε εξετασθεί ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, μεταξύ άλλων, είχε καταθέσει και τα ακόλουθα: "είμαι υπάλληλος της εταιρείας προστασίας οπτικοακουστικών έργων, (ΕΠΟΕ), μετά από κλήση του τμήματος οικονομικού εγκλήματος επισκεφθήκαμε μία αποθήκη στους ....., ιδιοκτησίας Χ. Είχε εγκαταστήσει βίντεο και έκανε αναπαραγωγή πορνογραφικών ταινιών, υπήρχαν στίβες βιντεοκασετών , οι οποίες ήταν χιλιάδες...Στην αποθήκη που κάναμε τον έλεγχο ήταν και 160 κασέτες οι οποίες δεν ήσαν γνήσιες ... Μέσα στις ποσότητες που αγόραζε βρέθηκαν και κλεψίτυπες ...". Το περιεχόμενο της καταθέσεώς του αυτής, λήφθηκε υπόψη από τους δικαστές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που ανέγνωσαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Ήδη, με το περιεχόμενο της από 20-2-2008 υπεύθυνης δήλωσής του, επιχειρεί αυτός να ανασκευάσει εκείνα τα περιστατικά που είχε καταθέσει, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσθήκη σ' αυτήν ότι ο αιτών δεν είχε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε, τα απαραίτητα εκείνα μηχανήματα, με τα οποία θα επιτύγχανε την αναπαραγωγή των κλεψίτυπων CD, DVD και βιντεοκασετών, παρόλο που ο ίδιος είχε καταθέσει πρωτοδίκως, ότι στην αποθήκη του ήδη αιτούντος, υπήρχαν συσκευές βίντεο ικανές να αναπαραγάγουν αντίστοιχα προϊόντα, γεγονός το οποίο καταδηλοί ότι είχαν τεθεί τα στοιχεία αυτά, υπόψη των δικαστών που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση, όσα δε περιέχονται στην ως άνω υπεύθυνη δήλωσή του, αποτελούν όψιμες προσωπικές του απόψεις και όχι πραγματικά περιστατικά, ικανά να οδηγήσουν στην παραδοχή της αιτήσεως. Επίσης, όσα περιστατικά αναφέρονται στην με αυτή χρονολογία δήλωση του Γ, αυτά καθ' εαυτά συνέχονται με την παράνομη δραστηριότητα του ιδίου (του Γ), στην αναπαραγωγή CD και DVD και στη συνέχεια, με την προμήθεια του Α, με ποσότητα 5.000 τεμαχίων, αντί τιμήματος 2.000.000 δραχμών, προκειμένου ο ίδιος ο μάρτυρας να αντιμετωπίσει τις δαπάνες νοσηλείας συγγενικών του προσώπων, σε καμία δε περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα, ικανά να οδηγήσουν στην παραδοχή της αιτήσεως, πολύ περισσότερο που, ο συγκεκριμένος Γ, δηλώνει ότι με τον αιτούντα δεν ήλθε σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για την αγορά των 5.000 CD και DVD, και χωρίς ο ίδιος, όπως δηλώνει, να έχει ιδία γνώση για την όποια συμμετοχική δράση του αιτούντος, αορίστως δε μόνο το πρώτο με την σχετική υπεύθυνη δήλωση του, ισχυρίζεται "ότι ο αιτών Χ, δεν είχε καμία ανάμειξη". Περαιτέρω, σε σχέση με την προσκομιζόμενη από τον αιτούντα, με χρονολογία 17 Νοεμβρίου 2007, έκθεση γνωμοδότησης, του Δ, θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Με τη γνωμοδότηση του αυτή, από το συντάκτη της ασκείται έντονη κριτική, ως προς την ικανότητα των υπαλλήλων της εταιρείας ΕΠΟΕ, μεταξύ των οποίων και εναντίον των Β (που όπως προαναφέρθηκε είχε εξετασθεί ως μάρτυρας κατηγορίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και Ε, που ενήργησαν έλεγχο γνησιότητας οπτικοακουστικών έργων, στα κατασχεθέντα στα χέρια του αιτούντος Χ και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη αδελφού του Α, προϊόντα, με αφορμή κυρίως την από μέρους αυτών έλλειψη εξειδικευμένων τεχνικών γνώσεων, σε συνδυασμό με την από μέρους αυτών αδυναμία, να διαπιστώσουν τη γνησιότητα ή μη των κατασχεθέντων ως παρανόμως αναπαραχθέντων κλεψιτύπων προϊόντων. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, για τα οποία, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι αυτά εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο τις προσκομισθείσες υπεύθυνες δηλώσεις και την έκθεση γνωμοδότησης του Δ, κρίνει ότι τα στοιχεία μόνο αυτά, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τις καταθέσεις του συνόλου των μαρτύρων κατηγορίας και τα συμπεράσματα από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 66 παρ.1 και 3 του ν. 2221/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας", από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, με την άνω απόφαση, και την εξαφάνιση της οποίας επιδιώκει. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 937/7-4-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας 525 επ. ΚΠΔ. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα - άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
Αριθμός 2618/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο - Γεώργιο Αυγερινό, για αναίρεση της με αριθμό 1.560/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 547/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1560/2008 απόφαση, που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα την 25.2.2001 η κατηγορουμένη που ασκούσε ατομική επιχείρηση (πυροσβεστικά είδη και μελέτες πυρασφάλειας), τηρώντας βιβλία Β' κατηγορίας, δεν κατέβαλε προς το δημόσιο το ποσό φόρου προστιθέμενης αξίας, από 17.080.922 δραχμές, που είχε παρακρατήσει κατά τη χρονική περίοδο 1/1 έως 31-12-2000 για να το αποδώσει στο δημόσιο και έπρεπε να υποβάλλει σχετική δήλωση και να καταβάλλει το ποσό μέχρι την 25-2-2001. Η ως άνω φορολογική εγγραφή οριστικοποιήθηκε την 24-9-2004, ενώ ήδη το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε 10.00.000 δραχμές (βλ. κατάθεση μάρτυρος). Με την 963/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η κατηγορουμένη κατόπιν αιτήσεως πιστωτή αυτής κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ορίστηκε ημερομηνία παύσεως πληρωμών η 12-10-1999. Δεδομένου ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι η επιχείρησή της βρισκόταν σε κατάσταση παύσης πληρωμών από 12-10-1999, όμως η ίδια δεν τήρησε τη νόμιμη υποχρέωση της προς δήλωση παύσης πληρωμών (άρθρο 526 ΕμπΝ), αλλά συνέχιζε τις εργασίες της επιχείρησης, εμφάνιζε εγγραφές στα βιβλία της επιχείρησης μέχρι και τον Οκτώβριο 2000, προέβη σε περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ προς την αρμόδια ΔΟΥ (βλ. μηνυτήρια αναφορά), δημιουργώντας συγχρόνως περαιτέρω χρέη (στην αιτούσα την πτώχευση, τράπεζες κλπ, βλ την ως άνω απόφαση κήρυξη πτώχευσης), όπως και το επίδικο, που προήλθε από την εμπορική της δραστηριότητα για το έτος 2000, και έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την 25-2-200Ι, παρότι από Μάϊο 2000 είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, δεν αναιρείται ο δόλος της για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει με την πιο πάνω αιτιολογία τον ισχυρισμό της, ότι οι πράξεις που τις αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια αυτής προαίρεση, αλλά στην παύση των πληρωμών της την 12.10.1999, η οποία ορίσθηκε με την 63/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κήρυξε αυτή σε κατάσταση πτώχευσης, δηλαδή πριν από τις 25.2.2001, που φέρεται ότι διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο. Και τούτο διότι δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 18 παρ.1α του Ν.2523/1997 και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με ημέρα παύσεως των πληρωμών προγενέστερη της ως άνω αξιόποινης πράξης, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Το Δικαστήριο, όμως, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τ' αντίθετα.
Μετά από αυτά και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.2.2008 αίτηση της Χγια αναίρεση της 1.560/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Μη αυτοτελής ο ισχυρισμός ότι δεν είχε δόλο διάπραξης η αξιόποινη πράξη του άρθρ. 18 Ν. 2523/1997, εκ του λόγου ότι είχε παύσει τις πληρωμές του πριν τον φερόμενο χρόνο τέλεσης της πράξης. Απορρίπτεται η αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2616/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ζήση Κωνσταντίνου και Αθανάσιο Θεοδώρου, και 2. Χ2, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 123, 169/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαρκουλάκο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Απριλίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στα από 24 Οκτωβρίου 2008 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων της πρώτης αναιρεσείουσας, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 723/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης της Χ2, όπως επίσης να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι της Χ1.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ2.
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 9-5-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ....., η αναιρεσείουσα Χ2 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 12/11/2008, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 7-4-2008 αίτησή της. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίστηκε κατ'αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ), ως και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας( άρθρα 176,183 ΚΠολ.Δ).
Β. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1.
Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος, οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ, και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα. Η πολιτική αγωγή με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου κατά το προαναφερόμενο άρθρο 63 μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ. Η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεώς του, η οποία, κατά το άρθρο 84 του ΚΠοινΔ, πρέπει με ποινή απαραδέκτου να περιέχει, εκτός των άλλων, και τους λόγους που στηρίζεται το δικαίωμά του. Από αυτό συνάγεται ότι, αν από τη δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής δεν προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξεως και της ηθικής βλάβης, που έχει υποστεί ο παθών, τότε η δήλωση αυτή δεν είναι σύμφωνη με το νόμο και δεν νομιμοποιεί τον παθόντα στην παράστασή του ως πολιτικώς ενάγοντος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 73 του Εισ.ΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως σε βάρος δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή κλπ. "για αξιόποινη πράξη που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους", πρέπει να γίνει μέσα σε προθεσμία έξι μηνών, η οποία αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο αδικηθείς έλαβε γνώση της επικαλούμενης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως με συνέπεια την πρόκληση ζημίας του (ΟλΑΠ 20/2000). Οι πιο πάνω όμως ειδικές διατάξεις, που θεσπίζουν το θεσμό της προσωπικής αστικής ευθύνης των αναφερομένων σε εκείνη προσώπων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο δικηγόρος) προϋποθέτουν πράξη ή παράλειψη αυτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της δοθείσας σε αυτούς εντολής ήτοι προϋποθέτουν, προκειμένου περί δικηγόρου, σχέση εντολής μεταξύ αυτού και του αδικηθέντος και δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση ζημίας, που προξενείται από αυτούς, κατά την εκτέλεση πράξεων, άλλης εντολής ή αυτοτελών και ανεξάρτητων της δοθείσας εντολής, σε τρίτα πρόσωπα, στην αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης των οποίων ενέχονται κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. (ΑΠ 1168/2002). Όμως, όταν η ζημία ή η ηθική βλάβη του παθόντος εντολέα πελάτη του δικηγόρου επέλθει από πράξεις ή παραλείψεις του εντολοδόχου δικηγόρου, κατά την εκτέλεση της εντολής, ή στο πλαίσιο της δοθείσας εντολής ή επ' ευκαιρία αυτής, τότε ισχύουν οι παραπάνω ειδικές διατάξεις του άρθρου 73 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, περί προσωπικής αστικής ευθύνης και αγωγής κακοδικίας και η άσκηση της αγωγής κακοδικίας και της πολιτικής αγωγής στο ποινικό Δικαστήριο κατά του υπαιτίου δικηγόρου, πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία έξι μηνών, αρχόμενη, όπως πιο πάνω. (βλ.ΑΠ 1548/2002).
Αν έχει παρέλθει η άνω εξάμηνη προθεσμία από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της επικαλούμενης αξιόποινης πράξεως ή παραλείψεως του εντολοδόχου δικηγόρου και παρά ταύτα ασκηθεί η εν λόγω πολιτική αγωγή στο ποινικό Δικαστήριο, ο σχετικός ως άνω λόγος αναιρέσεως από την απόλυτη ακυρότητα της παρά το νόμο παράστασης της πολιτικής αγωγής, ιδρύεται, όταν προβλήθηκε αντίρρηση για το λόγο αυτό κατά της παράστασης αυτής ή τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυπτεν ότι η παράσταση δεν ήταν νόμιμη, αφού διαφορετικά το Δικαστήριο δε μπορούσε να ερευνήσει και να λάβει υπόψη του στοιχεία που καθιστούν παράνομη την παράσταση, εφόσον δεν προκύπτουν αυτά από τη διαδικασία. (Ολ.ΑΠ 1282/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας δίκης, η εγκαλούσα Ψ, ως παθούσα είχε δηλώσει το πρώτον παράσταση πολιτικής αγωγής στις 5-5-2006 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και με τη με αριθ.3868/2006 απόφαση, επιδικάστηκε σε αυτή χρηματική ικανοποίηση ποσού 45 ευρώ για ηθική βλάβη που υπέστη από την πλαστογραφία της κατηγορουμένης και καταδικασθείσας εντολοδόχου δικηγόρου της, τελεσθείσα στις 30-4-2001 και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση τούτου στις 18-1-2008, η πολιτικώς ενάγουσα δήλωσε εκ νέου ότι παρίσταται για την ίδια χρηματική ικανοποίηση, που της είχε επιδικασθεί, λόγω ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η κρινόμενη πράξη της πλαστογραφίας της κατηγορουμένης Δικηγόρου. Κατά την ίδια συνεδρίαση του Εφετείου μετά την ανάγνωση του καταλόγου των μαρτύρων από τον Πρόεδρο, η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, πρόβαλε παραδεκτώς, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, αντιρρήσεις κατά της παράστασης της πολιτικής αυτής αγωγής, για το λόγο ότι η πολιτική αυτή αγωγή ασκήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το πρώτον στις 5-5-2006 μετά την παρέλευση του εξαμήνου που προβλέπει ο νόμος, αρχόμενου από τότε που η ενάγουσα έλαβε γνώση της πλαστογραφίας(29-5-2001) και εκ τούτου αποσβέστηκε οιοδήποτε δικαίωμά της και δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά σε άσκηση της πολιτικής αυτής αγωγής εναντίον της, υποκειμένης, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας σε αγωγή κακοδικίας. Το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε τον άνω ισχυρισμό και επέτρεψε την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας και της επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση επίσης 45 ευρώ, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το παρακάτω αιτιολογικό:
"Κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας, κατά των αναφερομένων στην παρ. 1 προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι, όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται ειδική βραχεία αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής αυτής. Ως χρόνος έναρξης της εν λόγω προθεσμίας λογίζεται όχι ο χρόνος τέλεσης της πράξης ή παράλειψης, αλλά της γνώσης αυτής και του υπαιτίου από μέρους του ζημιωθέντος (ΟλΑΠ 18/1999, ΟλΑΠ 20/2000, ΑΠ 1584/2003, ΑΠ 42/2003). Η ως άνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, για την άσκηση αγωγής κατά δικηγόρου, που δίδεται στον εντολέα του, ισχύει όταν αυτός ζημιώθηκε από πράξεις ή παραλείψεις του δικηγόρου, οφειλόμενες σε δόλο ή βαρειά αμέλειά του, κατά την εκτέλεση της εντολής και την άσκηση των καθηκόντων του στο πλαίσιο αυτής (ΑΠ 2165/2003, η οποία έκρινε επί περιπτώσεως ασκήσεως ποινικής διώξεως κατά δικηγόρου για απιστία, που τελέσθηκε κατά την εκτέλεση της εντολής μεταξύ του κατηγορουμένου δικηγόρου και του παθόντος). Εξάλλου η αγωγή του ζημιωθέντος για την επιδίωξη αποζημιώσεως δικαστηρίων, εφόσον όμως αυτός νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση του σχετικού δικαιώματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 ΚΠΔ, που αναφέρεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Όταν το δικαίωμα αυτό έχει αποσβεσθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο (τέτοιο δε δίκαιο καθιερώνει και η διάταξη του άρθρου 73 παρ. 5 ΕισΝΚΠολΔ), με οποιονδήποτε τρόπο και την παρέλευση της αποκλειστικής προθεσμίας, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί, δεν υφίσταται ενεργητική νομιμοποίηση του ζημιωθέντος για την άσκηση της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο, ο οποίος και δεν μπορεί να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, κατά του υπαιτίου της πράξεως εκ της οποίας η ζημία ή ηθική βλάβη (ΑΠ 2165/2003, ΑΠ 42/2003, ΑΠ 1168/2002). Εξάλλου κατά την παρ. 2 του άρθρου 171 ΚΠΔ όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 34 παρ. 3 Ν. 2172/1993, η παράνομη στην ποινική διαδικασία παράσταση πολιτικής αγωγής προκαλεί απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη (ΑΠ 409/1999).
Στην κρινόμενη περίπτωση αποδίδεται στην κατηγορουμένη δικηγόρο η πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) της αναφερομένης στην κατηγορία εκθέσεως επιδόσεως, που τέλεσε σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας από κοινού με την συγκατηγορουμένη γραμματέα της τότε, με σκοπό να παραπλανήσει την πολιτικώς ενάγουσα - πελάτισσά της ότι είχε προβεί σε επίδοση της εξωδίκου δηλώσεως που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, και έτσι είχε εκτελέσει την σχετική εντολή της, πράγμα όμως το οποίο και δεν είχε συμβεί. Η δηλώσασα λοιπόν παράσταση πολιτικής αγωγής εντολέας της κατηγορουμένης για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την πράξη αυτή της πλαστογραφίας που είναι και η αμέσως ζημιωθείσα από την πράξη αυτή δεν ζημιώθηκε από δόλο η βαριά αμέλεια πράξη ή παράλειψη της κατηγορουμένης δικηγόρου, κατά την εκτέλεση της εντολής που της είχε δώσει, διότι, κατά την κατηγορία, τέτοια εκτέλεση δεν έλαβε χώρα, αλλά από την ανωτέρω αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε για συγκάλυψη της μη εκτελέσεως αυτής.
Συνεπώς η εν λόγω αξίωση, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν είναι εξ εκείνων που υπόκεινται στην ανωτέρω βραχυχρόνια παραγραφή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η κατηγορουμένη, με αποτέλεσμα, κατά τα εκεί εκτεθέντα, να μην έχει υποκύψει μέχρι της ασκήσεώς της (δήλωση παραστάσεως στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσας στις 5-5-2006), από της γνώσεως της πράξεως και του υπαιτίου αυτής στις 29-5-2001, στην ως άνω βραχυχρόνια παραγραφή, και έτσι, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, νομιμοποιείται ενεργητικώς σε άσκηση της πολιτικής αγωγής, ο δε ισχυρισμός της κατηγορουμένης για αποβολής της από την ποινική διαδικασία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το διατακτικό". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί ότι η ηθική βλάβη που υπέστη η πολιτικώς ενάγουσα προέρχεται από την πράξη της πλαστογραφίας της εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή, που δεν αφορούσε την πολιτικώς ενάγουσα, πλαστογραφία που κατά την κατηγορία έπραξε η κατηγορουμένη Δικηγόρος, όχι κατά την εκτέλεση της δοθείσας από την πολιτικώς ενάγουσα εντολής συντάξεως και επιδόσεως εξωδίκου προς αντίδικό της εταιρία, αλλά που τελέστηκε (η πλαστογραφία) για συγκάλυψη της μη εκτελέσεως της δοθείσας εντολής και επομένως η ασκηθείσα πολιτική αγωγή, δεν υπόκειται στην ως άνω βραχυχρόνια εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 73 παρ.5 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη και εσφαλμένα περαιτέρω απέρριψε τις ως άνω προβληθείσες αντιρρήσεις της κατηγορουμένης, αφού σύμφωνα με την κατηγορία και τις παραπάνω παραδοχές η πλαστογραφία εκ μέρους της κατηγορουμένης δικηγόρου, της με αριθμό ..... εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., άσχετης μεν προς τη δοθείσα σε αυτή εντολή συντάξεως και επιδόσεως εξωδίκου διαμαρτυρίας σε αντίδικο της πολιτικώς ενάγουσας εταιρεία πωλήσεως ελαττωματικού αυτοκινήτου, πλην όμως νοθευθείσας από την κατηγορουμένη εντολοδόχο δικηγόρο και παραδοσεώς της στην άνω εντολέα, στο πλαίσιο και επ'ευκαιρία της εντολής αυτής, ακριβώς για να την παραπλανήσει λέγοντάς της, αυτό που προέκυπτε από τη νόθευση, ότι δηλαδή πρόκειται για έκθεση επιδόσεως εξωδίκου της πολιτικώς ενάγουσας προς την αντίδικό της εταιρεία. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της από 26-3-2003 μηνύσεως της πολιτικώς ενάγουσας, που παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες της έρευνας της βασιμότητας του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εγκαλούσα είχε λάβει γνώση της εν λόγω πλαστογραφίας από 29-5-2001 και είχεν επομένως προ πολλού παρέλθει το άνω εξάμηνο που μπορούσε να ασκήσει αγωγή κατά της εντολοδόχου δικηγόρου της. Συνακόλουθα, ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Ε ΚΠοινΔ, ο οποίος είναι παραδεκτός, αφού περιέχει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας παραδεκτό λόγο και η ασκηθείσα από 8-4-2008 αίτηση αναιρέσεως, και με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας, λόγω παράνομης παράστασης πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο, αλλά και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 73 παρ. 5 του Εισ.ΝΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για αποβολή της πολιτικής αγωγής, είναι βάσιμος. Επομένως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην προκείμενη υπόθεση, εφόσον κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1 αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για παρά το νόμο παράσταση της πολιτικής αγωγής, ήτοι για λόγο που δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπό αυτής, πρέπει να ωφεληθεί και να έχει η αναίρεση αυτής επεκτατικό αποτέλεσμα και για την αναιρεσείουσα Χ2, που καταδικάστηκε για τέλεση της ίδιας ως άνω πλαστογραφίας από κοινού και που η αναίρεση της οποίας, κατά της αυτής αποφάσεως απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως ανυποστήρικτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2008 αίτηση της Χ2 για αναίρεση της με αριθμό 123,169/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Αποφαίνεται όπως η αναίρεση της Χ1, έχει επεκτατικό αποτέλεσμα και για τη συγκατηγορουμένη της Χ2.
Αναιρεί τη με αριθμό 123,169/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Α. Απόρριψη αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας. Β. Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα δικηγόρο, γιατί είναι βάσιμος ο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Ε΄ ΚΠΔ) πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, (υπάρχοντος παραδεκτού λόγου αναιρέσεως στο κύριο δικόγραφο), για κακή παράσταση πολιτικής αγωγής, και μη αποβολή της, παρά την προβολή σχετικής αντίρρησης της κατηγορουμένης, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας άρθρου 73 Εισ.Ν ΚΠολΔ, που εισάγει εξάμηνη προθεσμία ασκήσεως της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρων για αξιόποινες πράξεις ή παραλείψεις τους, κατά την εκτέλεση δοθείσας σε αυτούς από την πολιτικώς ενάγουσα εντολής ή στο πλαίσιο τέτοιας εντολής ή και επ’ ευκαιρία δοθείσας εντολής, όπως συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Παραγραφή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πολιτική αγωγή, Δικηγόροι, Κακοδικίας αγωγή.
| 2
|
Αριθμός 2614/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπαταγιάννη, για αναίρεση της με αριθμό 3.081/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.118/2007 Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, όταν δεν εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αρ. 3.081/2007 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αδίκων πράξεων α) της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και β) της πλαστογραφίας με χρήση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, δεχθέν ειδικότερα, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στην ... στις 3-4/1/2001, αφού είχε παραλάβει στην κατοχή του από τον πρωτόδικα συγκατηγορούμενό του Θ την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, που συρόταν από τον υπ' αριθμό ... λογαριασμό που ανήκε στον εγκαλούντα Ψ, η οποία ήταν λευκή και ασυμπλήρωτη ως προς όλα τα μη έντυπα στοιχεία της, συμπλήρωσε αυτή ως προς τα μη έντυπα αυτά στοιχεία της, χωρίς σχετικό δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση του νόμιμου δικαιούχου αυτής - κυρίου, Ψ και συγκεκριμένα, έθεσε ως τόπο εκδόσεως αυτής τη ..., ως χρόνο εκδόσεως την 10.5.2001, σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", ως πληρωτέο ποσό 8.102.000 δραχμές, ενώ στη θέση του εκδότη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του νόμιμου δικαιούχου, εγκαλούντος, καθώς και σφραγίδα με τα στοιχεία "Ψ και στη συνέχεια έκανε χρήση της πλαστής αυτής επιταγής, παραδίδοντάς την στον μάρτυρα Ζ, προκειμένου να εξοφλήσει εμπορικές του οφειλές, με σκοπό να τον παραπλανήσει ως προς τη γνησιότητα και τη δήθεν νόμιμη κυκλοφορία αυτής. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι η ως άνω επιταγή προερχόταν από μπλόκ επιταγών της Τράπεζας Πειραιώς, το οποίο είχε αφαιρέσει προηγουμένως ο συγκατηγορούμενός του πρωτόδικα Θ από το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του εγκαλού-ντος Ψ, μαζί με άλλα κινητά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, παρέλαβε δε την επιταγή αυτή από τον ως άνω συγκατηγορούμενό του τελώντας εν γνώσει ότι αυτή ήταν προϊόν κλοπής. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, απολογούμενος πρωτόδικα, ισχυρίσθηκε ότι παρακλήθηκε από τους εξετασθέντες μάρτυρες Φ και τον πατέρα της Ζ να παραλάβει την εν λόγω επιταγή από τον συγκατηγορούμενό του, για να τον διευκολύνει απλώς, όπως και έγινε και ότι ουδεμία οικονομική (επαγγελματική) συναλλαγή είχε με τον Ζ. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός αναιρείται από τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, οι οποίοι, αν και προσπάθησαν τόσο πρωτόδικα, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου να απαλλάξουν τον κατηγορούμενο των κατηγοριών που του αποδίδονται, παραποιώντας τις προανακριτικές καταθέσεις τους, σε τρόπο ώστε να εκκρεμεί εναντίον τους ποινική δίωξη για το αδίκημα της ψευδορκίας, καταθέτουν ότι δεν γνώριζαν τον Θ και ότι στον τελευταίο (Σκοπιανό) πώλησαν εμπορεύματα με τη μεσολάβηση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος, τελικά, τους κατέβαλε το ποσό της επιταγής. Αλλά και πάλι η Φ, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο είχαν οικονομικές συναλλαγές και ότι όσα είπε στην Ασφάλεια, στην Αστυνομία στη Λάρισα (τελείως διαφορετικά από τα κατατεθέντα απ' αυτά στο Δικαστήρια) είναι αλήθεια, προσπαθώντας να διορθώσει τα αδιόρθωτα. Τα παραπάνω αποδειχθέντα και δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και πρέπει, ενόψει της σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως βεβαιότητας για την αλήθεια των κατηγοριών, να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της πλαστογραφίας με χρήση, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 324 παρ. 1 και 216 παρ. 1α του Π.Κ. που εφάρμοσε. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, α) παρατίθενται στην απόφαση περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αξιόποινη προέλευση της υπ' αυτού παραληφθείσας από τον Θ και στη συνέχεια συμπληρωθείσας παρανόμως από τον ίδιο υπ' αρ. 7187526-3 επιταγής και β) προσδιορίζεται επίσης επαρκώς ο σκοπός του αναιρεσείοντος να παραπλανήσει με τη χρήση της κατά τα άνω πλαστής επιταγής τον Ζ, αναφορικά με τη γνησιότητα αυτής και τη δήθεν νόμιμη κυκλοφορία της. Προσθέτως, με βεβαιότητα προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του: α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ... και β) τις από 13.7.2001 τρείς υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα οποία (ένορκη κατάθεση και υπεύθυνες δηλώσεις) συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, παρότι αυτά δεν εξαίρονται ειδικώς στην απόφαση.
Συνεπώς, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 235/2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αρ. 3.081/2007 αποφάσεως του Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Πλαστογραφία με χρήση. Απορρίπτει το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, με τις αβάσιμες αιτιάσεις ότι το σκεπτικό είναι αντιγραφή του διατακτικού και ότι δεν αιτιολογείται ο σκοπός του δράστη στη διάπραξη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων και τέλος ότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.
| 0
|
Αριθμός 2615/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταυρίδη, για αναίρεση της με αριθμό 198/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 93/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 198/2007 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, κλάσεως 1993, την 4-2-1993 έλαβε από το αρμόδιο Α' Στρατολογικό Γραφείο (AM.Γ.) Αθηνών, αναβολή κατατάξεως μέχρι 31-12-1998 ως πρωτοετής φοιτητής του Τμήματος Ιατροχειρουργικής του Πανεπιστημίου της Ρώμης-Ιταλίας "ΛΑ ΣΑΠΙΕΝΤΣΑ". Ακολούθως την 12-1-1998 έλαβε νέα αναβολή κατατάξεως μέχρι 31-12-2000 ως εκτοετής φοιτητής της Ιατρικής Σχολής του ιδίου ως άνω Πανεπιστημίου. Την 1-1-2001 έληξε η αναβολή του και ήταν υποχρεωμένος να καταταγεί στις τάξεις της Πολεμικής Αεροπορίας και συγκεκριμένα στην 124 ΠΒΕ την 5-3-2001, πλην όμως δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή και έτσι κατέστη ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο από 6-3-2001 μέχρι 10-10-2005 κατά την οποία κατετάγη στην 124 ΠΒΕ, διακόπτοντας έτσι και την ανυποταξία του. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε λήξει η αναβολή του και ότι έπρεπε να καταταγεί, πλην όμως επέλεξε συνειδητά να παραμείνει στην Ιταλία για να τελειώσει τις σπουδές του. Γνώριζε δηλαδή ότι καθίσταται ανυπότακτος, ότι τελεί την άδικη πράξη της ανυποταξίας με την μη προσέλευση του στο στράτευμα κατά τον ορισθέντα χρόνο και ήθελε προφανώς και άνευ ουδεμίας αμφιβολίας να μην εμφανισθεί προς κατάταξη. Αποδεικνύεται συνεπώς αναμφίβολα ο δόλος του, καθόσον επί μακρά σειρά ετών (5-3-2001 έως 10-10-2005) παρέμεινε ηθελημένα εκτός των τάξεων της Πολεμικής Αεροπορίας.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί νομικής πλάνης συνιστάμενο στο ότι είχε την πεποίθηση ότι με την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων έστω και αν αυτό γινόταν καθυστερημένα, θα έπαυαν όλες οι δυσμενείς σε βάρος του συνέπειες εκ της ανυποταξίας παρατηρούνται τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τελεί άδικη πράξη, ότι δηλαδή με τη λήξη της μακρόχρονης αναβολής που του χορηγήθηκε λόγω σπουδών έπρεπε να καταταγεί στο στράτευμα, κάτι που παρέλειψε να πράξει και συνειδητά και ηθελημένα παρέμεινε εκτός των τάξεων της Πολεμικής Αεροπορίας επί μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τα προαναφερθέντα. Η πεποίθηση του τέλος ότι θα έπαυαν οι συνέπειες της ανυποταξίας του (και οι ποινικές) με την κατάταξη του, όπως συνέβη με παλαιότερους νόμους (π.χ. Ν.2109/92, Ν.2510/97), δεν μπορεί να θεμελιώσει νομική πλάνη όπως η έννοια αυτής έχει αναλυθεί. Η πεποίθηση του δηλαδή αυτή αφορούσε την ενδόμυχη ελπίδα και ευχή του κατηγορουμένου ότι η Ελληνική Πολιτεία θα εψήφιζε και πάλι νόμο για την ποινική τακτοποίηση ορισμένων κατηγοριών ανυπότακτων και έτσι θα ετακτοποιείτο και ο ίδιος ποινικά. Έχοντας όμως τέτοια πεποίθηση ο κατηγορούμενος ουδόλως μπορεί να ισχυρισθεί ότι πίστευε πεπλανημένα πως εδικαιούτο να προβεί στην πράξη του. Κατά συνέπεια ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όσον αφορά επίσης τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί άρσεως του καταλογισμού λόγω καταστάσεως ανάγκης, συνισταμένης στο ότι εάν επέστρεφε στην Ελλάδα από την Ιταλία όπου εσπούδαζε κατά τα προεκτεθέντα και κατατασσόταν μετά τη λήξη της αναβολής του κανονικά την 5-3-2001, υπήρχε κίνδυνος να διακοπούν οι σπουδές του οριστικά και να μη λάβει το πτυχίο του σημειώνονται τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, έλαβε δύο αναβολές κατάταξης λόγω σπουδών, την πρώτη μέχρι 31-12-98 και ακολούθως μία δεύτερη μέχρι 31-12-2000. Του χορηγήθηκε δηλαδή η μέγιστη προβλεπόμενη για την κατηγορία σπουδών του αναβολή και χρόνος ικανός για να τις περαιώσει. Εάν θεωρηθεί ότι υπήρχε κίνδυνος οριστικής διακοπής των σπουδών του, αυτός προκλήθηκε από δική του καθαρά υπαιτιότητα, καθόσον η μη περάτωση των σπουδών του μέσα στον προβλεπόμενο νόμιμο χρόνο οφείλετο σε προσωπικούς του αποκλειστικά λόγους σχετιζόμενους με την μη καταβολή από μέρους του ανάλογης προσπάθειας και επιπόνου πνευματικής εργασίας προς λήψη του πτυχίο του, καθόσον επί έξι (6) συνεχόμενα ακαδημαϊκά έτη ενεγράφετο ως φοιτητής εκτός φοιτήσεως προς συμπλήρωση οφειλομένων εξετάσεων για την απόκτηση πτυχίου, (βλ. σχετικό πιστοποιητικό Πανεπιστημίου Ρώμης "ΛΑ ΣΑΠΙΕΝΤΖΑ". Πλέον των ανωτέρω όμως, ο κατηγορούμενος μπορούσε να επανέλθει στη Ελλάδα, να καταταγεί κανονικά και μετά τη λήξη της θητείας του να συνεχίσει τις σπουδές του, αφού από κανένα σχετικό έγγραφο δεν προκύπτει ότι η επί ένα έτος διακοπή των σπουδών του (όσο δηλαδή θα διαρκούσε η θητεία του στην Πολεμική Αεροπορία) θα είχε ως συνέπεια την οριστική διαγραφή του από το εν λόγω πανεπιστήμιο. Κατόπιν των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός του περί καταστάσεως ανάγκης κατ1 άρθρο 32 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των προαναφερθέντων, κατά την κρατήσασα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου που πλειοψήφησαν, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης πράξεως". Με αυτά που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άδικης πράξης της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 51 παρ. 1, 2 και 3 του Ν.3421/2005 και 1 παρ. 1 και 17 του Ν.1763/1988, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επί πλέον, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης, απορρίφθηκαν και οι δύο αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ήτοι αυτός της συγγνωστής νομικής πλάνης (άρ. 31 παρ. 2 Π.Κ.) και αυτός της καταστάσεως ανάγκης (αρ. 32 παρ.1 Π.Κ.). Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι αναγνώσθηκαν μεν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και ένα έγγραφο επικαλούμενο ως "δελτίο ατομικών στοιχείων οπλίτη", πλην, όμως, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη, καθόσον, από τη ρητή αναφορά των πρακτικών της προσβαλλομένης, τόσο στο σημείο της αναγνώσεως των εγγράφων, όπου τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και το αναφερόμενο έγγραφο φέρονται ότι αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, όσο και από το προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης, όπου αναφέρονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Αναθεωρητικό Δικαστήριο για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης, όπου υπάρχει ρητή αναφορά ότι στα αποδεικτικά αυτά μέσα περιλαμβάνονται και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΆΡ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.12.2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 198/2007 απόφασης του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με τους προσβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της συγγνωστής νομικής πλάνης και της κατάστασης ανάγκης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Ανυποταξία, Πλάνη.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2610/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 839/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Σταύρο Χούρσογλου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατρούγκαλο.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 41/29.7.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελένης Γιαννέλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1316/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητα, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 839/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση. Ως αιτιολογία δε της απαλλακτικής του κρίσης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η μονοπρόσωπη ΕΠΕ "..... ΕΠΕ", της οποίας μοναδικό μέλος και εκπρόσωπος είναι ο κατηγορούμενος, εκμεταλλεύεται στην κοινότητα ..... ένα ξενώνα δυναμικότητας 9 δωματίων, από τα οποία εκμισθώνονται τα 8 και το 9ο διατίθεται για τη διαμονή του προσωπικού. Στο δωμάτιο αυτό διέμενε από την αρχή του 1999 ο μάρτυρας κατηγορίας Α, πρώτος εξάδελφος του κατηγορουμένου, με τον οποίο διατηρούσαν πολύ στενές σχέσεις. Σ' αυτόν ο κατηγορούμενος είχε αναθέσει την εκτέλεση ενός μεγάλου έργου καλλιτεχνικής διακόσμησης του ξενώνα που απαιτούσε την επί μακρό χρόνο συνεχή παρουσία του καλλιτέχνη. Λόγω των στενών σχέσεών τους και την για το ανωτέρω λόγο αναγκαία παρουσία του Α στον ξενώνα, ο εξάδελφός του (κατηγορούμενος) του ανέθετε και πράξεις διευθύνσεως αυτού, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μεταξύ τους σχέση εξαρτημένης εργασίας (βλ. σχετικές αποφάσεις ΕφΛαρ 893/2005 και ΑΠ 542/2008) διότι ο ίδιος έλειπε συχνά σε επαγγελματικά ταξίδια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα ο Α επέβαλε τη διαμονή στο ίδιο δωμάτιο και της συντρόφου του Ψ (πολιτικώς ενάγουσας), με την οποία διατηρούσε από καιρό σχέσεις. Ετσι μεταξύ των τριών αυτών προσώπων (κατηγορουμένου, Α και πολιτικώς ενάγουσας) αναπτύχθηκε μία στενή σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης. Την ίδια εποχή, η προαναφερόμενη εταιρία του κατηγορουμένου είχε ενταχθεί σε ένα επιδοτούμενο πρόγραμμα του Ο.Α.Ε.Δ. διαρκείας 18 μηνών για μία θέση καμαριέρας. Στη θέση αυτή είχε προσληφθεί νόμιμα η Β, η οποία όμως για λόγους δικούς της αποχώρησε ξαφνικά από τη θέση της το Σεπτέμβριο 1999. Υπήρχε, λοιπόν, κίνδυνος να ακυρωθεί η επιδότηση της θέσεως αυτής από τον ΟΑΕΔ (ποσού 5.000 δρχ. ημερησίως) εάν εντός μίας σύντομης προθεσμίας δεν προσλαμβάνονταν άλλος μισθωτός στη θέση αυτή. Επειδή ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ανεύρει εμπρόθεσμα αντικαταστάτη, για να μη χάσει την επιδότηση, ζήτησε - ενόψει των ανωτέρω σχέσεών τους - από το ζευγάρι Α και πολιτικώς ενάγουσας να δεχτεί η τελευταία να εμφανιστεί εικονικά προς τον ΟΑΕΔ ότι έχει προσληφθεί και εργάζεται ως καμαριέρα. Η πολιτικώς ενάγουσα δέχθηκε και υπέγραψε την 29.9.1999 τα σχετικά έγγραφα και δικαιολογητικά για την (εικονική και φυσικά απατηλή) πρόσληψή της δήθεν ως καμαριέρας από την εταιρία του κατηγορουμένου, προκειμένου ο τελευταίος να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό. Μάλιστα η πολιτικώς ενάγουσα φρόντισε και έλαβε από τον ΟΑΕΔ και "κάρτα ανεργίας", παρότι δεν είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις, διότι νόμιμο προαπαιτούμενο για την επιδότηση ήταν να πρόκειται για πρόσληψη ανέργου. Ετσι "εντάχθηκε" η πολιτικώς ενάγουσα στο ανωτέρω πρόγραμμα, συνεργώντας στην εξαπάτηση του Ο.Α.Ε.Δ., που ενέκρινε την πρόσληψή της στο επιδοτούμενο πρόγραμμα. Δέχτηκε (η πολιτικώς ενάγουσα) τη συμβολή της αυτή στην εξαπάτηση του ΟΑΕΔ όχι μόνο χάριν των ανωτέρω σχέσεών τους, αλλά και γιατί έτσι εξασφάλιζε ασφαλιστική κάλυψη για το χρόνο που θα διαρκούσε το πρόγραμμα της δήθεν της εργασίας της. Η ίδια φυσικά ουδέποτε εργάστηκε ως καμαριέρα. Εξακολουθούσε να παραμένει στο ίδιο με το σύντροφό της δωμάτιο του ξενώνα και ανάλογα με τις περιστάσεις προσέφερε ποικίλες και χρήσιμες υπηρεσίες στη λειτουργία του ξενώνα (λ.χ. τηλεφωνικές κρατήσεις, προσφορά καφέ κ.α.), παράλληλα με το σύντροφό της που και αυτός αναπλήρωνε τον εξάδελφό του κατά καιρούς στη διεύθυνση του ξενώνα. Η ίδια, βέβαια, υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα είχε προσληφθεί από την εταιρία του κατηγορουμένου ήδη από την 1.4.1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πρόσφερε τις υπηρεσίες υπαλλήλου υποδοχής αντί των νομίμων αποδοχών, εργαζόμενη μάλιστα διπλή βάρδια. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι η παροχή των υπηρεσιών αυτών διάρκεσε από 1.4.1999 μέχρι 5.3.2001 που η ίδια κατάγγειλε τη σύμβαση, δηλαδή επί 23 μήνες, χωρίς ωστόσο να λάβει ούτε ένα μισθό. Μάλιστα για τις αξιώσεις της αυτές άσκησε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου Λάρισας. Ανεξάρτητα, όμως, από τη βασιμότητα ή μη των ισχυρισμών της αυτών (πράγμα που αφορά την ανωτέρω αγωγή της και θα κριθεί από τα πολιτικά δικαστήρια), είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η ένταξη της πολιτικώς ενάγουσας στο προαναφερόμενο επιδοτούμενο πρόγραμμα ήταν εικονική και απατηλή, έγινε δε με την απόλυτη συναίνεσή της για το σκοπό και τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν. Αυτό, άλλωστε, το συνομολογεί και η ίδια. Ενώ, λοιπόν, το πρόγραμμα "λειτουργούσε" με τη συναίνεσή της, την 9.1.2001, χρόνο κατά τον οποίο οι σχέσεις των τριών προσώπων εξακολουθούσαν να είναι άριστες και αυτοί αγαπημένοι (τα Χριστούγεννα έκαναν από κοινού "ρεβεγιόν" και η διάρρηξη των σχέσεών τους άρχισε το Μάρτιο 2001), το λογιστικό γραφείο που εξυπηρετούσε την εταιρία του κατηγορουμένου, δηλαδή το γραφείο του μάρτυρα Γ, συνέταξε τα αναγκαία για την είσπραξη (από την εταιρία) της επιδοτήσεως από τον ΟΑΕΔ της θέσεως που δήθεν είχε η πολιτικώς ενάγουσα. Συγκεκριμένα, επί εντύπων εγγράφων που φέρουν τον τίτλο "ΕΝΤΥΠΟ Β' κατάσταση μισθωτών που επιδοτήθηκαν", τα οποία η εργοδότρια εταιρία απηύθυνε προς την υπηρεσία του ΟΑΕΔ Βόλου, ανέγραψε στο μεν πρώτο τα εξής: "ως ονοματεπώνυμο μισθωτού Ψ, ως χρονολογία γέννησης 1975, ως χρονολογία πρόσληψης 29-9-09, πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια κατά μήνα Σεπτέμβριο 2, ως ποσό ημερήσιας επιχορήγησης 5.000 δρχ., ως ποσό που καταβάλει ο ΟΑΕΔ 10.000 δρχ. και ως σύνολο ακαθάριστων αποδοχών 15492 δρχ.". Στο δε δεύτερο τα εξής: "ως ονοματεπώνυμο μισθωτού Ψ, ως χρονολογία γέννησης 1975, ως ειδικότητα Καμαριέρα, ως χρονολογία πρόσληψης 29-9-2000, πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια ΟΚΤ. 25, ΝΟΕ 25, ΔΕΚ 25, ως σύνολο ημερών επιχορήγησης 75, ως ποσό ημερήσιας επιχορήγησης 5.000, ως ποσό που καταβάλει ο ΟΑΕΔ 375.000, ως σύνολο ακαθάριστων αποδοχών 622.761". Δηλαδή η εργοδότρια εταιρία δήλωνε στον ΟΑΕΔ τα στοιχεία του επιδοτούμενου εργαζομένου για τα δύο αυτά τρίμηνα. Φυσικά για τις δηλώσεις αυτές του εργοδότη, ανεξάρτητα από το ψευδές και απατηλό του περιεχομένου τους, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλαστογραφία γιατί αποτελούν δηλώσεις του εργοδότη και όχι της "εργαζόμενης" και δεν υπογράφονται από αυτήν. Ωστόσο, αναγκαίο δικαιολογητικό για την είσπραξη της επιδοτήσεως ήταν η εξοφλητική απόδειξη ή δήλωση της "εργαζόμενης" ότι απασχολήθηκε πράγματι και έλαβε το μισθό της για το ενδιαφέρον διάστημα. Γι' αυτό στα ανωτέρω έντυπα, δίπλα από τα στοιχεία του μισθωτού, υπήρχε έντυπη δήλωση με περιεχόμενο "Δηλώνω υπεύθυνα ότι απασχολήθηκα και πληρώθηκαν για το διάστημα για το οποίο ζητείται η επιχορήγηση". Κάτω από το κείμενο αυτό υπήρχε η υπογραφή της πολιτικώς ενάγουσας, για την οποία αυτή υποστηρίζει ότι είναι πλαστή και σε κάθε περίπτωση ότι τέθηκε χωρίς την εξουσιοδότησή της, αποδίδοντας την πλαστογραφία στον κατηγορούμενο. Ωστόσο, από τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη, τις καταθέσεις των γραφολόγων μαρτύρων με ειδικές γνώσεις (της ..... στον πρώτο βαθμό και ..... στον παρόντα βαθμό), προέκυψαν τα ακόλουθα: Είναι βέβαιο ότι οι υπογραφές δεν είναι γνήσιες της πολιτικώς ενάγουσας, αλλά ούτε και έχουν τεθεί δια χειρός του κατηγορουμένου, ο οποίος βέβαια τις χρησιμοποίησε για τον προαναφερόμενο ιδιοτελή σκοπό του. Το δικαστήριο δέχεται ως βάσιμο το συμπέρασμα των ανωτέρω ειδικών ότι οι υπογραφές της πολιτικώς ενάγουσας τέθηκαν από το ίδιο χέρι που συμπλήρωσε και τα στοιχεία της "εργαζόμενης" στα δύο αυτά έντυπα και στις οπίσθιες όψεις των σελίδων του βιβλιαρίου αγοράς ενσήμων της επιχείρησης. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι αυτά αποτελούσαν έργο του λογιστικού γραφείου που υποστήριζε την εταιρία του κατηγορουμένου, καταλήγει αβίαστα στο περαιτέρω συμπέρασμα ότι τα επίμαχα έντυπα και οι υπογραφές της πολιτικώς ενάγουσας τέθηκαν από άνθρωπο του λογιστικού γραφείου είτε από υπάλληλο είτε από τον ίδιο τον λογιστή Γ. Ο τελευταίος, για να αποφύγει τις όποιες ευθύνες του, συσκοτίζει την αλήθεια υποστηρίζοντας άλλοτε ότι τα συμπλήρωσε κάποια υπάλληλός του "....." και άλλοτε ότι τα άφησε στο ξενώνα και τα συμπλήρωσαν ο κατηγορούμενος η άλλοι αντ' αυτού άνθρωποί του. Η αλήθεια, όμως, είναι αυτή που ήδη εκτέθηκε: Οι υπογραφές της πολιτικώς ενάγουσας τέθηκαν από το ίδιο χέρι που συμπλήρωσε τα στοιχεία της "εργαζόμενης" στα δύο αυτά έντυπα και το πιθανότερο είναι από τον ίδιο το λογιστή Γ. Φυσικά ο τελευταίος δεν ενήργησε αυθαίρετα και χωρίς την άδεια του κατηγορουμένου, αφού ο τελευταίος του είχε αναθέσει τη διεκπεραίωση του έργου από την αρχή μέχρι το τέλος του, δηλαδή πλήρη τη διαδικασία υποστηρίξεως της εντάξεως του εταιρικού ξενώνα στο επιδοτούμενο πρόγραμμα του ΟΑΕΔ. Αρα όχι μόνο την αναγγελία της πρόσληψης μισθωτού, αλλά και την είσπραξη της επιδοτήσεως. Το ζητούμενο και κρίσιμο είναι αν η πολιτικώς ενάγουσα συναινούσε ή όχι για τη θέση (από τον κατηγορούμενο ιδιοχείρως ή μέσω του λογιστή κατ' εντολήν του) της υπογραφής της κάτω από τις δύο αυτές δηλώσεις περί εξοφλήσεως των "μισθών" της του ενδιαφέροντος διαστήματος. Αν, λοιπόν, λάβει κανείς υπόψη του όσα ήδη εκτέθηκαν, δηλαδή ότι α) η πολιτικώς ενάγουσα την 29.9.1999 συναίνεσε και υπέγραψε ως δήθεν προσληφθείσα καμαριέρα του ξενώνα, συνεργώντας στην εξαπάτηση του ΟΑΕΔ, β) αποδέχθηκε την (λόγω της εικονικής πρόσληψης) ασφάλισής της ως καμαριέρα στο ΙΚΑ για όλο το διάστημα του προγράμματος, γ) μέχρι την 5.3.2001 ζούσε στο ξενώνα του κατηγορουμένου στο ίδιο δωμάτιο με τον εξάδελφό του, δ) μέχρι την 9.1.2001, που ο λογιστής υπέβαλε για λογαριασμό της εταιρίας του κατηγορουμένου τις επίμαχες δηλώσεις στον ΟΑΕΔ, είχε πολύ καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και σε κάθε περίπτωση δεν είχε εκδηλώσει σ' αυτόν με φανερό τρόπο την πρόθεσή της να μη συμμετέχει πλέον στην εξαπάτηση του ΟΑΕΔ που τελικό σκοπό είχε την ανά τρίμηνο είσπραξη της επιδοτήσεως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τουλάχιστον μέχρι και την 9.1.2001 συναινούσε σε ο,τιδήποτε συντελούσε στην προώθηση του σκοπού της εισπράξεως της επιδοτήσεως, άρα και της θέσεως της υπογραφής της ως δήθεν λαβούσας τους σχετικούς "μισθούς" της. Διότι, όποιος από την αρχή συναινεί για ένα πρόγραμμα με διάρκεια, αν με κάποιο τρόπο δεν εξωτερικεύσει στο μεσοδιάστημα την άρση της συναίνεσής του, εξακολουθεί να συναινεί και για κάθε μερικότερο μέτρο που πρέπει να ληφθεί για την προώθηση του επιδιωκόμενου σκοπού.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος, όταν έδωσε εντολή στο λογιστή του να θέσει αντ' αυτού την υπογραφή της πολιτικώς ενάγουσας στις επίμαχες δηλώσεις, είχε απαρχής εκπεφρασμένη τη συναίνεσή της για κάτι τέτοιο και σε κάθε περίπτωση εύλογα πίστευε ότι εξακολουθούσε να έχει τη συναίνεσή της, αφού ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε το αντίθετο. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η υπογραφή της πολιτικώς ενάγουσας τέθηκε από το λογιστή κατ' απομίμηση και όχι με απλή μονογραφή, αφού ο τρόπος θέσεως της υπογραφής και το είδος αυτής αποφασίσθηκε τυχαία από το λογιστή και δεν καταργεί την συναίνεση της υπογράφουσας. Ούτε είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι, αφού η πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε ακόμη πληρωθεί, δεν θα συναινούσε στη αντ' αυτής θέση της υπογραφής, διότι από τη θέση της καμαριέρας δεν διατηρούσε αξίωση μισθών αφού η πρόσληψη ήταν εικονική, ενώ από την θέση της υπαλλήλου υποδοχής, και από την εκδοχή ότι παρείχε τέτοιες υπηρεσίες με καθεστώς εξάρτησης, εξακολουθούσε λόγω των καλών σχέσεων να μη τους αναζητεί και να παρέχει πίστωση χρόνου στον κατηγορούμενο. Επίσης, χωρίς ιδιαίτερη αξιολόγηση είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε τις φερόμενες ως πλαστές δηλώσεις εξοφλήσεως στην πολιτική δίκη του πρώτου βαθμού. Η δίκη εκείνη αφορούσε μισθούς από άλλη σύμβαση (υπαλλήλου υποδοχής) και η επίκλησή τους θα ήταν αλυσιτελής, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν είχε κανένα συμφέρον να τις επικαλεστεί αφού έτσι θα ομολογούσε απάτη σε βάρος του ΟΑΕΔ. Ας σημειωθεί ότι τελικά ο κατηγορούμενος δεν εισέπραξε καμία επιδότηση από τον ΟΑΕΔ και έτσι δεν υπήρξε ζημία αυτού, το δε ζήτημα ανακινήθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα με μήνυσή της δύο έτη αργότερα, όταν οι σχέσεις αυτής και του συντρόφου της με τον κατηγορούμενο είχαν διαρραγεί και οξυνθεί με αντιδικίες. Επομένως ο κατηγορούμενος δεν τέλεσε το αδίκημα της πλαστογραφίας που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί αθώος διότι δεν διαπράττει πλαστογραφία (άρα ούτε και χρήση πλαστού) αυτός που είτε ο ίδιος είτε μέσω άλλου συμπληρώνει έγγραφο ύστερα από εντολή του εκδότη του ή με συναίνεση αυτού (ενδεικτικά ΑΠ 623/1986 ΠοινΧρ ΛΣΤ σελ. 702)".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε και με τα οποία αιτιολογείται πλήρως, γιατί το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η πολιτικώς ενάγουσα, έχοντας συναινέσει στο να εμφανισθεί εικονικά στον Ο.Α.Ε.Δ. ότι είχε προσληφθεί και εργάζονταν ως καμαριέρα στην επιχείρηση του κατηγορουμένου, προκειμένου να μη χαθεί η χορηγούμενη από τον ως άνω Οργανισμό επιδότηση και μάλιστα, για το σκοπό αυτό (εξαπάτηση Ο.Α.Ε.Δ.), η ίδια η πολιτικώς ενάγουσα είχε υπογράψει τη δήθεν πρόσληψή της και είχε αποδεχθεί την (λόγω εικονικής πρόσληψης) ασφάλισή της στο Ι.Κ.Α., στη συνέχεια, για την ευόδωση του ως άνω σκοπού, συναίνεσε στο να τεθεί η υπογραφή της και στις υπεύθυνες δηλώσεις που συνόδευαν τα έντυπα για την είσπραξη της επιδότησης από τον Ο.Α.Ε.Δ. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται, γιατί η συναίνεση της πολιτικώς ενάγουσας δεν εξαντλήθηκε μόνο στη φερόμενη πρόσληψή της ως καμαριέρας και στη λήψη κάρτας ασφάλισης από το Ι.Κ.Α., αλλά επεκτάθηκε και στην υπογραφή των δηλώσεων που συνόδευαν τα έντυπα για την είσπραξη της επιδότησης. Προς το σκοπό δε αυτό, στην ενίσχυση δηλαδή της εξανεχθείσας κρίσης ότι η πολιτικώς ενάγουσα συναινούσε στο να τεθεί η υπογραφή της ή ότι, σε κάθε περίπτωση, μετέπειτα, μετά δηλαδή την αρχική εκδήλωση της συναίνεσης, εύλογα πίστευε ο κατηγορούμενος ότι η συναίνεση αυτή εξακολουθούσε να ισχύει και για την υποβολή των εντύπων προς τον Ο.Α.Ε.Δ., άνευ της οποίας μάλιστα οι προηγηθείσες ενέργειες, θα ήταν άσκοπες, διότι έτσι δεν θα ήταν δυνατή η είσπραξη της επιδότησης, αναφέρονται πρόσθετα στοιχεία, όπως οι καλές σχέσεις των διαδίκων, οι από κοινού ψυχαγωγικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων του 2000, καθώς και η μόνιμη παραμονή της πολιτικώς ενάγουσας σε δωμάτιο του ξενώνα της επιχείρησης του κατηγορουμένου. Εφόσον, λοιπόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πλήρως αιτιολογείται, ότι οι υπογραφές στα έντυπα που απευθύνθηκαν στην υπηρεσία του Ο.Α.Ε.Δ., δεν ήταν μεν της πολιτικώς ενάγουσας (δεν τέθηκαν δια χειρός της), πλην, όμως, αυτές τέθηκαν έπειτα από συναίνεση της τελευταίας και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η άδικη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 41/2008 αίτηση του Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αρ. 839/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2607/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πλάτωνα Νιάδη, περί αναιρέσεως της 2345/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 927/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 30 παρ. 15 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ. 136/1946) με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και τις δύο από τις ποινές αυτές τιμωρούνται οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τις κατά τον παρόντα νόμο εκδιδόμενες αγορανομικές διατάξεις και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα... Περαιτέρω, μετά την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικος (Ν.Δ. 136/1946, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978), με το άρθρο 11 του Ν. 802/1978), με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 1401/1983, η οποία καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικώς οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, ισχύει η παράγραφος 1 του άνω άρθρου 36 που ορίζει ότι για κάθε αγορανομική παράβαση τελουμένη στα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια, καθώς και στα δημόσια κέντρα, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του καταστήματος, εργοστασίων κ.λ.π.". Εξ άλλου η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποιμΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η καταδικαστική απόφαση για την άνω αγορανομική παράβαση στερείται αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι ο κατηγορούμενος είχε, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, μία από τις τρεις ως άνω ιδιότητες, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν και προσδίδουν σ' αυτόν μία από τις ιδιότητες αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με τον υπ' αριθμ. 2345/2007 απόφασή το δέχθηκε στο σκεπτικό του ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα επόμενα " ...η κατηγορουμένη στην ..., την 12-2-2004, τυγχάνουσα υπεύθυνη της επιχείρησης "JUMBO A.E." που εδρεύει στη ..., από πρόθεση εισήγαγε και διέθεσε στην κατανάλωση το προϊόν με την ονομασία ...... δείγμα του οποίου ελήφθη από το ομώνυμο κατάστημα της εν λόγω εταιρίας "JUMBO A.E." που βρίσκεται στην ... και αφού εξετάστηκε αρμοδίως από το Γ.Κ.Χ. (Χημική Υπηρεσία Καβάλας) βρέθηκε μη κανονικό, διότι, ενώ περιέχει εξαιρετικά εύφλεκτο αέριο φέρει την εμπορική ονομασία ..., γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε υποτίμηση των κινδύνων που παρουσιάζει το παρασκεύασμα και για το λόγο αυτό επί της συσκευασίας του πρέπει να φέρει την ένδειξη "ΠΡΟΣΟΧΗ ΔΕΝ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΑΕΡΑ ΑΛΛΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΥΦΛΕΚΤΟ ΑΕΡΙΟ". Με τις παραδοχές αυτές στο διατακτικό της αποφάσεώς του το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι ως υπεύθυνη της αναφερόμενης επιχειρήσεως "JUMBO A.E." και εν σχέσει προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό περιστατικά, από πρόθεση παραβίασε την υπ' αριθμ. ΥΑ 265/2002 Αγορανομική Διάταξη. Όμως από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό δεν αναφέρεται εάν η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο παράβασης της αγορανομικής διατάξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχη είχε μία από τις προαναφερθείσες ιδιότητες, δηλαδή του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντού ή του επόπτη αυτής, της ελλείψεως αυτής μη δυναμένης να αναπληρωθεί από την μνεία της "υπεύθυνης της επιχειρήσεως". Κατά ταύτα είναι ελλειπής η αιτιολογία και στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως, καθιστώσα, έτσι, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου. Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2.345/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 15 του Αγορανομικού Κώδικα. Δεν εκτίθεται στην απόφαση ότι η καταδικασθείσα κατηγορουμένη είχε την ιδιότητα του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη του καταστήματος ως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 36 παρ. 2 του ΝΔ 136/1946. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
Αριθμός 2605/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με κατηγορούμενο τον Χ.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 23.6.2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1140/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 447/25.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με αριθμ. πρωτ. 3558/23-6-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης με την οποία ζητεί όπως καθοριστεί αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της κατά του Χ κατηγορίας για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εν όψει του ότι τόσο το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων όσο και το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Χανίων στο οποίο το πρώτο κηρύχθηκε αναρμόδιο και είχε παραπέμψει την κατά του παραπάνω κατηγορία προ εκδίκαση κηρύχθηκαν αναρμόδια.
Από τις διατάξεις του άρθρου 132 § Ι και 2 ΚΠΔ κατά τις οποίες 1. Αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμόδιων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσότερων εξίσου αρμόδιων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής:
2. Το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια, η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο Συμβούλιο Εφετών ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο. Προκύπτει ότι σε περίπτωση κατά την οποία δύο δικαστήριο αποφανθούν αρνητικά για την αρμοδιότητα τους να προβούν στην εκδίκαση κατηγοριών κατά συγκεκριμένου κατηγορουμένου τότε ανακύπτει θέμα προσδιορισμού αρμοδίου δικαστηρίου κατά το κατά το άρθρο 132 δικαστικό όργανο το όποιο είναι το Συμβούλιο Εφετών στην περίπτωση που τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων ανέκυψε το θέμα αρμοδιότητας υπάγονται στην περιφέρεια του, ή ο Άρειος Πάγος όταν η αναρμοδιότητα ανέκυψε σε διαφορετικά Εφετεία ή μεταξύ του Εφετείου και ενός από τα δικαστήρια που υπάγονται σ' αυτό (ΑΠ 1105/95, ΑΠ 1718/95, ΑΠ 1396/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το παραπάνω έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης κατά του Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και παραπέμφθηκε να δικαστεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων με την με αριθμ. 2143/4-7-2007 απόφαση του κηρύχθηκε αναρμόδιο διότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης του εγκλήματος για το οποίο κατηγορήθηκε ήταν Δήμαρχος του Δήμου ..... και παρέπεμψε τον ανωτέρω στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης λόγω της ιδιότητας του ως Δημάρχου.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης με την με αριθμ. 448/17-3-2008 κηρύχθηκε και αυτό αναρμόδιο λόγω του ότι έκρινε ότι ο παραπάνω δεν υπάγονταν στην αρμοδιότητα του λόγω του ότι κατά τον χρόνο της τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορήθηκε δεν είχε την αρμοδιότητα του Δημάρχου.
Εν όψει των παραπάνω ανακύπτει θέμα καθορισμού αρμοδίου δικαστηρίου για την εκδίκαση της κατά του παραπάνω κατηγορίας της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επειδή η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και του εις αυτό υπαγόμενου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων αρμόδιο για την άρση της σύγκρουσης αυτής είναι το Συμβούλιο σας σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111&7 ΚΠΔ κατά τις οποίες τα πλημμελήματα των αρχιερέων, των νομαρχών ... και των Δημάρχων όπως προστέθηκε στη διάταξη του άρθρου αυτού με την διάταξη του άρθρου 145&1 του Ν.3463/2006 εκδικάζονται από τα Τριμελή Εφετεία (Πλημμελημάτων ) προκύπτει ότι αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πλημμελημάτων των προσώπων αυτών μεταξύ των οποίων και οι Δήμαρχοι όπως προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 145&1 του Ν 3463/2006 η οποία ως δικονομική διάταξη έχει αναδρομική ισχύ είναι τα Τριμελή Εφετεία Πλημμελημάτων. Κριτήριο για την υπαγωγή στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων είναι η ιδιότητα του κατηγορουμένου κατά τον χρόνο της τέλεσης της πράξης και κατά τον χρόνο εκδίκασης και η αρμοδιότητα αυτή διατηρείται και μετά την απώλεια της ιδιότητας αυτής αρκεί η πράξη να τελέστηκε κατά τον χρόνο που το πρόσωπο αυτό είχε την ιδιότητα αυτή ( ΑΠ 470/76).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά του Χ, Δημάρχου ..... όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας πράξη συνισταμένη στο ότι αυτός ως Δήμαρχος του Δήμου ..... εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-1999 έως και της 7-11-2002 για λογαριασμό του Δήμου το συνολικό ποσό των 19.809 € από ενοίκια δύο διαμερισμάτων στην ..... τα οποία είχε δωρίσει στην Κοινότητα ..... και ήδη Δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου ..... ο Α για να διατίθενται από αυτόν κατά την ρητή επιθυμία του διαθέτη ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα, και το οποίο ποσό παρά τις εν συνεχεία κατ' επανάληψη οχλήσεις από τον μετά από αυτόν Δήμαρχο αυτός δεν απέδωσε και το οποίο ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από την επισκόπηση του κατηγορητηρίου και την περιγραφή της πράξης του κατηγορουμένου που αναφέρεται σ' αυτό προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της είσπραξης του ποσού αυτού για λογαριασμό του Δήμου ..... και της απόδοσης του ποσού αυτού στον δικαιούχο Δήμο ήταν Δήμαρχος του Δήμου ..... και κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις κατά τον χρόνο κατά τον οποίο εισήχθη η κατηγορία για εκδίκαση υπήγετο στην ειδική δωσιδικία του άρθρου 111&7 του ΚΠΔ.
Το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο περί του ότι χρόνος τέλεσης της πράξης, είναι η 7-4-2003 δεν ασκεί επιρροή καθ όσον ο χρόνος αυτός έχει σχέση με το κλείσιμο του συγκεκριμένου λογαριασμού προκειμένου ν' αποτύχει ο δικαιούχος Δήμος την είσπραξη του ποσού αυτού και όχι με την πραγματική τέλεση της πράξης της υπεξαίρεσης η οποία τελέστηκε κατά τον χρόνο που αυτός ήτο υπόχρεος σε απόδοση λογαριασμού και συγκεκριμένα την τελευταία ημέρα ή έστω την επομένη ημέρα που αυτός είχε την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου αυτού καθ' όσον κατά τον χρόνο αυτό έπρεπε να προβεί σε απόδοση των χρημάτων αυτών και τα οποία ιδιοποιήθηκε.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω πρέπει το Συμβούλιο σας αίροντας την αποφατική σύγκρουση που ανέκυψε μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης για την εκδίκαση της κατά του Σπυρίδωνα Δαράκη κατηγορίας για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας να ορίσει ότι αρμόδιο για την εκδίκαση της κατά του παραπάνω κατηγορίας είναι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης.
Διά ταύτα Προτείνω όπως Οριστεί ότι αρμόδιο για την εκδίκαση της κατά του Χ, τέως Δημάρχου του Δήμου ..... κατηγορίας για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας πράξη η οποία φέρεται ότι πράχθηκε από αυτόν στον ..... την 7-11-2002 είναι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης στο οποίο πρέπει ο παραπάνω να εισαχθεί προς εκδίκαση της κατ' αυτού κατηγορίας.
Αθήνα την 25-9-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 132 παρ. 1 ΚΠΔ "Αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξ ίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ......... αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ........, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής: παρ. 2. Το συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια, μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ......... προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέα ........... ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια' η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο". Επομένως, υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος και επί αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητος μεταξύ πλειόνων δικαστηρίων, τα οποία απέσχον, θεωρήσαντα εαυτά αναρμόδια, οπότε δημιουργείται κίνδυνος αρνησιδικίας' τούτο συμβαίνει και επί συγκρούσεως αρμοδιότητος μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων και του τελευταίου αυτού, το οποίο την παρέπεμψε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, εφ' όσον αμφότερα τα δικαστήρια έχουν επιληφθεί της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό, δηλαδή δεν έχει επιληφθεί το Εφετείο κατόπιν εφέσεως κατά της αποφάσεως του Πλημμελειοδικείου. Επομένως, νομίμως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως Συμβουλίου η κρινομένη από 23.6.2008 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης, με την οποία ζητείται ο κανονισμός της αρμοδιότητος μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, λόγω της μεταξύ των αποφατικής αρμοδιότητος επί της ποινικής υποθέσεως κατά του Χ και δη υπεξαιρέσεως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ) και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
Κατ' άρθρον 111 αριθ. 7 ΚΠΔ το δικαστήριο των Εφετών δικάζει τα πλημμελήματα ... των νομαρχών ... και κατά το άρθρο 145 παρ. 1 Ν. 3463/2006 Κύρωση του ΚΩΔΙΚΑ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ "οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων ... υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 ΚΠΔ όπως, κάθε φορά, ισχύει". Η διάταξη περιλαμβάνει όλα τα πλημμελήματα, εκτός αντιθέτου ρητής εξαιρέσεως, η δι' αυτής δε εξαιρετική αρμοδιότης απενεμήθη όχι εις το πρόσωπον, αλλ' εις το αξίωμα και υφίσταται όταν ο κατηγορούμενος φέρει μία των ιδιοτήτων της παρ. 7 είτε κατά τον χρόνο τελέσεως του αδικήματος, είτε κατά τον χρόνο της εκδικάσεως. Περαιτέρω, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, κατ' άρθρον 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, απαιτείται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τοιούτο δε θεωρείται εκείνο το οποίο ευρίσκεται σε ξένη, εν σχέσει με τον δράστη, κυριότητα' ως κινητό πράγμα νοούνται και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό με την υποχρέωση αποδόσεως, περιλαμβανομένου εδώ και του λογιστικού χρήματος, του οποίου ή υπεξαίρεση επιτυγχάνεται με την μεταφορά από λογαριασμό Τραπέζης στον προσωπικό λογαριασμό του δράστου, β) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του και να ήτο κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτου ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στον δράστη από τον νόμο και δ) δολία προαίρεση του δράστου, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια (θετική ή αρνητική), που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει στη δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ είχε παραπεμφθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων για την πράξη της υπεξαιρέσεως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσης την 7.4.2003 και μη έχων ούτος την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου ....., όπως προκύπτει από το από 30 Μαρτίου 2007 κατηγορητήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, δια της υπ' αριθ. 2143/4.7.2007 αποφάσεώς του, εκήρυξεν εαυτό αναρμόδιο, διότι έκρινε ότι ο κατηγορούμενος φέρεται ότι τέλεσε την άνω πράξη ως Δήμαρχος και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης. Το τελευταίο αυτό δια της υπ' αριθ. 448/17.3.2008 αποφάσεώς του εκήρυξεν εαυτό αναρμόδιο, κρίναν ότι, όπως προκύπτει από το από 4.12.2007 κατηγορητήριο, την πράξη φέρεται ότι ετέλεσε την 7.4.2003, ότε ο κατηγορούμενος δεν είχε την ιδιότητα του Δημάρχου, την οποίαν ούτε και κατά την 17 Μαρτίου 2008, ότε εξεδικάσθη η υπόθεση, είχε. Ούτως επήλθεν αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος και, εφ' όσον ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο, αρμόδιος προς κανονισμόν αρμοδιότητος είναι, εν προκειμένω, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο. Εις τον κατηγορούμενο αποδίδεται η κατηγορία ότι: "Στο ..... την 7-4 2003 ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, μέ αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, ενώ με την ιδιότητά του ως Δημάρχου του Δήμου ..... είχε εισπράξει κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-1999 έως και 7-11-2002 και κατείχε για λογαριασμό του Δήμου το συνολικό ποσό των 19.809,95 ευρώ, που προήρχοντο από ενοίκια δύο διαμερισμάτων κειμένων στην ....., τα οποία είχε δωρήσει ο αείμνηστος Α με την από 3-4-1967 ιδιόγραφη διαθήκη του στην τότε Κοινότητα ..... και ήδη Δημοτικό Διαμέρισμα ....., προκειμένου να διατίθενται κατά την ρητή επιθυμία του διαθέτη "για ενίσχυση των απόρων νέων δεικνυόντων επίδοση εις γράμματα ή τέχνας ή για εξωραϊστικά έργα του χωριού του" και τα οποία ενοίκια είχαν κατατεθεί στον υπ' αριθμόν ..... λογαριασμό της ΕΤΕ που διατηρούσε στο όνομά του και τυπικά και στο όνομα του τότε δημοτικού συμβούλου B, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό, αφού το παρακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του παράνομα χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Όταν δε ο μηνυτής Ψ, νυν Δήμαρχος, την 1-1-2003 που ανέλαβε τα καθήκοντά του και διαπίστωσε την είσπραξη του ανωτέρω ποσού και την ύπαρξη του τραπεζικού λογαριασμού ζήτησε από αυτόν την απόδοση σχετικού λογαριασμού, προφασιζόμενος ότι δεν είχε διαθέσιμα τα απαραίτητα στοιχεία, δήλωσε εγγράφως ότι θα του απέδιδε λογαριασμό την 31-4-2003. Όμως στην συνέχεια, παρόλο που οχλήθηκε επανειλημμένως τόσο από το Δημοτικό Συμβούλιο όσο και από την Δημαρχιακή Επιτροπή για την απόδοση σχετικού λογαριασμού, ο κατηγορούμενος αντί αυτού την ανωτέρω ημερομηνία (7-4-2003), που δεν είχε την ιδιότητα του Δημάρχου, προέβη στην εξόφληση και το κλείσιμο του προαναφερθέντος Τραπεζικού λογαριασμού, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί παράνομα το ανωτέρω ποσό, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας". Ήτοι, αναφέρεται ως χρόνος παρανόμου ιδιοποιήσεως η 7.4.2003, ότε ο κατηγορούμενος εμπράκτως εξεδήλωσε την δολία προαίρεσή του να ιδιοποιηθεί παράνομα το άνω ποσόν με το κλείσιμο του τραπεζικού λογαριασμού του και καθ' όν χρόνο δεν είχε την ιδιότητα του Δημάρχου. Εντεύθεν και αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω υποθέσεως κατά του κατηγορουμένου Χ είναι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων Κρήτης, δι' ό και πρέπει, κατά παραδοχήν της αιτήσεως του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης περί κανονισμού αρμοδιότητος, να προσδιορισθεί ως αρμόδιο δικαστήριο καθ' ύλην το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων για την εκδίκαση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προσδιορίζει ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση της εις το σκεπτικό υποθέσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητος. Άρθρ. 132 παρ. 1, 2 ΚΠΔ. Υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος επί αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητος μεταξύ πλειόνων δικαστηρίων τα οποία απέσχον θεωρήσαντα εαυτά αναρμόδια. Άρθρ. 111 αριθ. 7, άρθρ. 145 παρ. 1 Ν. 3463/2006. Οι δήμαρχοι υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 111 παρ. 7 ΚΠΔ, έχοντες την ιδιότητα αυτή είτε κατά τον χρόνο τελέσεως είτε κατά τον χρόνο εκδικάσεως. Κανονισμός αρμοδιότητος μεταξύ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων και Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Προσδιορίζει ως αρμόδιο το πρώτο διότι ο κατηγορούμενος καθ’ όν χρόνον υπεξήρεσε χρήματα δεν είχε ιδιότητα Δημάρχου, την οποίαν δεν είχε ούτε κατά την εκδίκαση.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2604/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευριπίδη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 237/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας (που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα των Φαρσάλων). Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1076/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου ο δικηγόρος Μενέλαος Μαρτινόπουλος και ζήτησε για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας ... την αναβολή συζητήσεως, επικαλούμενος ότι την υπόθεση από πλευράς της άνω πολιτικώς ενάγουσας χειρίζεται η νεοσύστατη δικηγορική εταιρία Φ. ΣΑΜΑΡΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, η οποία ακόμη δεν έχει κατανείμει μεταξύ των μελών της τις αρμοδιότητες αναφορικά με τις εκκρεμείς υποθέσεις. Το αίτημα αναβολής ως διατυπώνεται, δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση κατά την άνω διάταξη και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του Κ.Ποιν.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.237/2008 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας (μεταβατική έδρα Φαρσάλων), με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της φθοράς δια ζώων και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή προστίμου σαράντα (40) ευρώ και υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην πολιτικώς ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ, για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά. " ... Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, από τις καταθέσεις των µαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης σε συνδυασµό µε τις απολογίες των εκκαλούντων κατηγορουµένων και γενικά απ' όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε και πείστηκε το Δικαστήριο ότι ο β' εκκαλών - κατηγορούµενος από 20-6-2006 ως και 05-07-2006 εκ προθέσεως στις θέσεις "..." Α.Π ... εισήγαγε για βοσκή τα 534 γίδια του µέσα σε 100 στρέµµατα αθέριστα µε βίκο αγρού του ..., κατοίκου .... Δια της βοσκής και των πατηµάτων επροξένησε ζηµία σε 1000 µπάλες βίκο προς 35 κιλά η µία, σύνολο 35.000 κιλά προς 0,13 ευρώ το κιλό, σύνολο ζηµίας 4.550 ευρώ. Εποµένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο β' εκκαλών - κατηγορούµενος για την παραπάνω πράξη ... " Με βάση τις παραδοχές αυτές, στο διατακτικό που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι από 20-6-2006 ως και 05-07-2006 εκ προθέσεως στις παραπάνω στο σκεπτικό του θέσεις εισήγαγε για βοσκή τα 534 γίδια του µέσα σε 100 στρέµµατα αθέριστα µε βίκο αγρού του ..., κατοίκου .... Δια της βοσκής και των πατηµάτων προξένησε ζηµία σε 1000 µπάλες βίκο προς 35 κιλά η µία, σύνολο 35.000 κιλά προς 0,13 ευρώ το κιλό, σύνολο ζηµίας 4.550 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Φαρσάλων, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής διαλαμβάνει όλα τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την συγκρότηση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, προσδιορίζεται η συνολική σε στρέμματα έκταση εντός της οποίας ο κατηγορούμενος εισήγαγε για βοσκή τα ζώα του, η συνολική ποσότητα του βίκου ο οποίος καταστράφηκε, η αξία της τιμής μονάδος και η συνολική ζημία. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα και δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται σ' αυτήν τι προέκυψε από καθένα από αυτά ξεχωριστά.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για ελλειπή αιτιολογία είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου λόγους μπορούν να προταθούν σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. λόγος κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι ενώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα είχε ζητήσει ως αποζημίωση το ποσό των 4.550 ευρώ και τελικώς επιδικάσθηκε σ' αυτήν ποσό 250 ευρώ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του και καθ' υπέρβαση εξουσίας προσδιόρισε την αποζημίωση στο μεγαλύτερο ποσό των 2.000 ευρώ. Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο που επελήφθη της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό κατά παραδοχή υποβληθέντος αιτήματος εκ μέρους της πολιτικώς ενάγουσας παραδεκτώς προέβη στην, κατά το άρθρο 145 παρ.2 του Κ.Π.Δ διόρθωση της πρωτόδικης αποφάσεως εν σχέσει με το ύψος της επιδικαζομένης αποζημιώσεως και εκδικάζοντας και κατά τούτο την υπόθεση, στο πλαίσιο της προσγενόμενης ζημίας των 4.550 ευρώ, κυριαρχικώς και ανελέγκτως προσδιόρισε την αποζημίωση στο άνω ποσό των 2.000 ευρώ.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.
Απορρίπτει την από 23-5-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 237/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας (μεταβατική έδρα Φαρσάλων). Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Διόρθωση αποφάσεως κατ’ άρθρο 145 παρ. 2 από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εντεύθεν όχι υπέρβαση εξουσίας από την επιδίκαση για πολιτικές αξιώσεις ποσού μεγαλύτερου από εκείνο που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως στον πολιτικώς ενάγοντα. Απορρίπτει αίτημα αναβολής. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αποφάσεως διόρθωση, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 2602/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 60191/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Χ4. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις 15 Φεβρουαρίου 2007 τρεις αυτοτελείς αιτήσεις τους καθώς και στα από 30 Μαΐου 2008, τρία αυτοτελή δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1265/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς κρίση αι από 15-2-2007 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 30-5-2008 πρόσθετοι λόγιο των Χ1, Χ2 και Χ3 κατά της υπ'αριθμ. 60191/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δι'ό και πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της συναφείας των. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκουμένης υπό του Εισαγγελέως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση. 'Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όμως δεν προϋποθέτουν συγκεκριμένους όρους ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Περαιτέρω με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο, ο Εισαγγελεύς έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου. Ούτω μέσα στην ικανή προθεσμία των δέκα ημερών από την έκδοση της αποφάσεως (άρθρα 473 παρ.1 και 486 παρ.1 ΚΠΔ) ο Εισαγγελεύς μπορεί αποτελεσματικά να εκτελέσει τα καθήκοντά του και να κρίνει με ασφάλεια αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ή όχι προς άσκηση εφέσεως κατά της αθωωτικής αποφάσεως. Εξ όλων αυτών παρέπεται ότι η άνω διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ δεν είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και τούτο διότι με την απαιτουμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως δεν παραβιάζεται το δικαίωμά του για ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και για χρηστή (δίκαιη) δίκη, ούτε καταλύεται στην πράξη το δικαίωμα αυτό του εισαγγελέως, με επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τους πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως και να ζητήσουν την καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά υποβάλλουν συνήθως με τους συνηγόρους τους σχετική αίτηση στον αρμόδιο Εισαγγελέα για να την ασκήσει ο τελευταίος αυτός (Ολ.ΑΠ 9/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών εδέχθη τυπικά την υπ'αριθμ. 8253/15-6-2004 έφεση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών κατά της υπ'αριθμ. 8564/2004 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εν συνεχεία, αφού εξήτασε την ουσία της υποθέσως, εκήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντας κατηγορουμένους για παράβαση του άρθρου 30 παρ.15 ΝΔ 136/1946, εις ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών έκαστον, την οποία ανέστειλε για τους Χ2 και Χ3 και μετέτρεψε για την Χ1. Στην άνω έκθεση εφέσεως του Εισαγγελεώς Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία συνετάγη ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του πρωτοδικείου και την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, για την εξέταση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ο άνω εισαγγελεύς ασκεί έφεση κατά της υπ'αριθμ. 85641/8-2-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν εκηρύχθησαν αθώοι οι αναιρεσείοντες και η Χ4, για παράβαση του άρθρου 30 παρ.15 Ν.Δ 136/1946 σε συνδ. με άρθρο 330 της 14/89 Αγορ. Διατάξεως και ζητεί, κατά πιστήν εδώ μεταφορά (εκ της εφέσεως), "την παραδοχή της παρούσας έφεσης, την εξαφάνιση της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση κατά το μέρος που αφορά τους ανωτέρω κατηγορουμένους την κήρυξη των ως άνω κατηγορουμένων ενόχων της ανωτέρω πράξεως και την καταδίκη αυτών σε ανάλογη ποινή, γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκαν αθώοι οι ως άνω κατηγορουμένοι, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, προέκυψε ότι στην Αθήνα την 8-11-2002 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας "CHICCO B.&N. ΣΚΑΡΜΟΥΤΣΟΣ ΑΕ", η δεύτερη κατηγορουμένη Χ1 ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3ς ως Δ/νων Σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας και η τέταρτη κατηγορουμένη Χ4 ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας "JUMPO A.E.E" κατείχαν και διέθεσαν πιπίλες μάρκας Chicco με κωδικό παραγωγής LOT 0060511 και κωδικό προϊόντος 67243 σε συσκευασία των δύο τεμαχίων οι οποίες ήταν άκρως επικίνδυνες για την σωματική υγεία των βρεφών που θα τις χρησιμοποιούσαν καθώς λόγω της προχειρότατης και όλως ακατάλληλης κατασκευής τους το κομμάτι της πιπίλας από καουτσούκ πολύ εύκολα καθώς το βρέφος τη χρησιμοποιούσε αποκοπτόταν από το υπόλοιπο μέρος της πιπίλας που έμενε εκτός στόματος, με αποτέλεσμα να υπάρχει άμεσος κίνδυνος να πνιγεί το βρέφος από την κατάποσή του, γεγονός που συνέβη στο μόλις 7 μηνών ανήλικο τέκνο των Ψ1-Ψ2. Ο δόλος δε των κατηγορουμένων καταδεικνύεται από το γεγονός ότι παρόλο που ο Ψ1 ενημέρωσε αμέσως τους υπεύθυνους της εταιρείας "JUMPO A.E.E" από όπου αγόρασε την πιπίλα, οι ως άνω κατηγορούμενοι συνέχισαν την διάθεση των προϊόντων αυτών γεγονός που διαπίστωσε ο Ψ1 την 13-11-2002 και 18-11-2002 που επισκέφτηκε το ίδιο κατάστημα "JUMPO". Η αιτιολογία αυτή της εισαγγγελικής εφέσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθ'όσον δεν εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση και επιπλέον τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως της αγορανομικής παραβάσεως των κατηγορουμένων, για την οποία, ούτοι έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι και ούτω να δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως' μόνη δε η παράθεση στην έκθεση εφέσεως "των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο", από τις οποίες προκύπτει ενοχή των άνω κατηγορουμένων και, εντεύθεν, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως, αφού δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα άνω αποδεικτικά μέσα την εξενεχθείσα από το ως άνω δικαστήριο κρίση του περί της αθωότητας των εν λόγω κατηγορουμένων. Επομένως το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση και να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ενόχους τους κατηγορουμένους -νυν αναιρεσείοντας, υπερέβη την εξουσία του. Πρέπει, μετά ταύτα, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός, των προσθέτων, λόγος όλων των εφέσεων, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Εφ'όσον δε η απόφαση αυτή αναιρείται λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέως και η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση κατ'άρθρο 519 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 60191/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση Εισαγγελέως. Πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη στρεφόμενη κατά αθωωτικής αποφάσεως. Πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως και τα περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία και ένεκα των οποίων συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της πράξεως. Εάν η έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως δεν έχει αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη χωρίς να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως. Η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει την έφεση του Εισαγγελέα ως απαράδεκτη δι’ έλλειψη αιτιολογίας, εξετάσει την ουσία της υποθέσεως και καταδικάσει τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του. Αναιρεί διότι η εισαγγελική έφεση ήτο απαράδεκτη και εφόσον η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής κατ’ άρθρ. 519 ΚΠΔ για νέα συζήτηση.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
Αριθμός 2597/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τεσκούρα, περί αναιρέσεως της 31/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1108/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση της παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των λοιπών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263α του ΠΚ, αποκλειστική προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι αυτοί με χρηστότητα και καθαρότητα. 'Ετσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικό ή αποθετικό) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στο κύκλο των δημοσίων υποθέσεων στην περίπτωση του δημόσιου υπαλλήλου και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13 α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενική πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάσθηκε και τελέσθηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Υπάλληλος υπό την ανωτέρω έννοια είναι και ο μόνιμος υπάλληλος του κλάδου ΠΕ1 Γεωπονικού και ειδικώτερα ο Προϊστάμενος του Τμήματος Γεωργικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης -κάποιας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης της χώρας, που υπηρετεί στο κατά το άρθρο 26 Β του ν.2520/1997 αυτοτελές Γραφείο Νέων Αγροτών και έχει οριστεί ως εισηγητής για τη χορήγηση της επιδότησης κατά 50% των αμοιβών μηχανικών για της αγροτικές κατασκευές, κατ'εφαρμογή του άρθρου 26 του ιδίου ως άνω νόμου με τον τίτλο (του άρθρου αυτού) "μέτρα για τις αγροτικές κατασκευές", σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ιδίου νόμου, με το οποίο δίνεται ο ορισμός του αγρότη και του νέου αγρότη για την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω νόμου, παραβαίνει δε το υπηρεσιακόν του καθήκον και διαπράττει το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, όταν με την θετική εισήγησή του, που γίνεται δεκτή, χορηγείται το ως άνω επίδομα σε πρόσωπα που δεν δικαιούνταν να το λάβουν ως μη πληρούνται όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά το νόμο για τη χορήγηση του, είτε ως προς την ιδιότητα του αγρότη-νέου αγρότη, είτε ως προς την ιδιότητα της αγροτικής κατασκευής. Πρέπει να επισημανθεί ότι η μεταγενέστερη έγκριση της εισήγησης του ως άνω υπαλλήλου από την αρμόδια επιτροπή και την προϊσταμένη του αρχή, που χορηγεί τελική την προαναφερόμενη επιδότηση στους (νέους) αγρότες, δεν αίρει την ευθύνη αυτού, αφού η εισήγηση αυτού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και η ευθύνη του για τον ακριβή έλεγχο και εξέταση των νομίμων προϋποθέσεων χορήγησης του ως άνω επιδόματος για κάθε περίπτωση ξεχωριστά δεν καλύπτεται ούτε αναιρείται με την μεταγενέστερη έγκρισή της από τους ελέγχοντες αυτήν, των οποίων μπορεί να θεμελιωθεί μόνο η συνυπαιτιότητα. 'Ετσι με την ενέργεια του παραπάνω υπαλλήλου, αν αυτός επιδιώκει να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια των τρίτων (αγροτών), η οποία ταυτόχρονα είναι ισόποση ζημία του Κράτους (με την πληρωμή μέρους της αμοιβής μηχανικού που όφειλαν να καταβάλουν εξ ολοκλήρου οι παρανόμως ωφεληθέντες αγρότες), και συγχρόνως οι υπηρεσιακή αυτή παράβαση είναι αντικειμενική μόνη πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, στοιχειοθετείται το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος από τον ως άνω υπάλληλο.
'Ελλειψη της απαιτούμενης από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 31/2008 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα και δίκασε κατ'έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι γεωπόνος, Προϊστάμενος Τμήματος Εφαρμογών της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης Νομαρχίας Εύβοιας, και με την ιδιότητα του υπαλλήλου (άρθρα 13α, 263α ΠΚ) ανέλαβε τα καθήκοντα υπευθύνου για την υλοποίηση των προγραμμάτων του ν.2520/1997 (Κεφ. Δ') με έναρξη ισχύος από 1-9-1997, που αφορούσαν την κατά ποσοστό 50% επιδότηση των αμοιβών των μηχανικών για την κατασκευή των οικοδομών με δικαιούχους αγρότες, νέους αγρότες, νεοεισερχόμενους νέους αγρότες, εργάτες γης, ομογενείς από τις χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, για αγροτικές κατασκευές στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και κατασκευή πρώτης κατοικίας μέσα σε αγροτικές περιοχές μέχρι 140 μ2, καθώς και άλλα φυσικά πρόσωπα (δημόσιοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι κλπ) μόνο για την κατασκευή πρώτης κατοικίας και μόνο εφόσον αυτή κατασκευάζεται μέσα στα όρια των ορεινών περιοχών από κατοίκους ορεινών περιοχών. Ο κατηγορούμενος ορίσθηκε ως εισηγητής των υποθέσεων με καθήκοντα τον έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων στο πρόσωπο των δικαιούχων της ανωτέρω επιδότησης, για την απόδειξη των οποίων απαιτείτο η υποβολή από τους φερομένους ως δικαιούχους μιας σειράς εγγράφων δικαιολογητικών (όπως αυτά καταγράφονται στο φύλλο 3 της πορισματικής έκθεσης της ένορκης διοικητικής εξέτασης της υπαλλήλου Α, η οποία αναγνώσθηκε) και στη συνέχεια όφειλε να προβεί σε έγγραφη εισήγησή του αναφορικά με την πληρότητα των φακέλων και τη δυνατότητα έγκρισης των επιδοτήσεων και τη διαβίβαση των φακέλων για τελική έγκριση από τον υπηρεσιακό του προϊστάμενο Β. Ο κατηγορούμενος εγνώριζε σαφώς τις διατάξεις του άρθρου 26 ν. 2520/1997, σύμφωνα με τις οποίες ορίζονται τα εξής:
Α. Οι ορεινές, οι μειονεκτικές όπως περιγράφονται στον κατάλογο 85/148/Ε.Ε (L-56) όπως ισχύει για την Ελλάδα και οι ημιορεινές περιοχές σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (Ε.Σ.Υ.Ε.).
Β. Από τις λοιπές περιοχές, σαν αγροτικές νοούνται οι παραμεθόριες περιοχές δημοτικών και κοινοτικών διαμερισμάτων, εφ όσον απέχουν μέχρι 30 χιλιόμετρα από τα σύνορα και ο πληθυσμός τους δεν ξεπερνά τους 5.000 κατοίκους, με εξαίρεση εκείνα που έχουν χαρακτηριστεί τουριστικές, δυναμικές αξιόλογες ή περιαστικές περιοχές. Επίσης όλες οι περιοχές δημοτικών και κοινοτικών διαμερισμάτων πληθυσμού μέχρι 2.000 κατοίκων, με εξαίρεση τις τουριστικές, δυναμικές κλπ. περιοχές. (Όλες οι περιοχές νοούνται με την κτηματική τους περιφέρεια). Επίσης ο κατηγορούμενος εγνώριζε ότι: Η ιδιότητα του αγρότη αποδεικνύεται με βεβαίωση που εκδίδεται από τη Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης σύμφωνα με γνωμοδότηση Επιτροπής που καθορίζεται στο άρθρο 2 της Υ.Α. 337410, ΦΕΚ 712/10-7-98, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου, στην οποία επισυνάπτονται τα δικαιολογητικά που προβλέπονται. Της υποχρέωσης αυτής εξαιρούνται αγρότες που έχουν ενισχυθεί για επενδύσεις με Σ.Β. και δεν έχει παρέλθει η περίοδος δέσμευσης τους, οπότε τους χορηγείται άμεσα βεβαίωση, στην οποία αναγράφεται η ημερομηνία λήξης της δέσμευσής τους. Για τους νέους αγρότες χορηγείται επίσης απλή βεβαίωση με αναγραφή της ημερομηνίας λήξης της περιόδου δέσμευσης.
(Για το χρονικό διάστημα από 1-9-97 έως 10-7-98, εκδίδεται βεβαίωση από τη Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης ότι ο ενδιαφερόμενος έχει κατά περίπτωση την ιδιότητα του αγρότη, νέου αγρότη, νεοεισερχόμενου νέου αγρότη, εργάτη γης). Η αμοιβή του μηχανικού αποδεικνύεται από Δελτίο παροχής υπηρεσιών και αποδεικτικό έγγραφο της αρμόδιας Τράπεζας καταβολής του ποσού. Στα δικαιολογητικά συμπεριλαμβάνεται και επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της οικοδομικής άδειας. Σαν πρώτη κατοικία νοείται και η προσθήκη και επισκευή αυτής, με μέγιστο συνολικό εμβαδόν, και για τις νεοανεγειρόμενες, 140 τ.μ., εάν συμπεριλαμβάνονται στο Συντελεστή Δόμησης. Στα 140 τ.μ. συνυπολογίζονται και τα τ.μ. προϋπαρχόντων κτισμάτων που χρησιμοποιούνται σαν κατοικία. Το συνολικό εμβαδόν αποθηκών, στάβλων, βοηθητικών χώρων καθορίζεται βάσει μελέτης βιωσιμότητας της εκμετάλλευσης, ή Σ.Β. και ότι για τη χορήγηση της επιδοτήσεως απαιτούνται τα εξής δικαιολογητικά:
Α) Βεβαίωση του Προέδρου ή Δημάρχου για τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του ενδιαφερομένουΒ) Βεβαίωση του Προέδρου ή Δημάρχου, στα όρια της κτηματικής περιοχής του οποίου θα ανεγερθεί η αγροτική κατασκευή.
Γ) Επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της οικοδομικής άδειας.
Δ) Απόδειξη παροχής υπηρεσιών και αποδεικτικό έγγραφο της αρμόδιας Τράπεζας καταβολής του ποσού αμοιβής του μηχανικού. Ε) Βεβαίωση της οικείας Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης ότι στο πρόσωπό του συντρέχει κατά περίπτωση η ιδιότητα του αγρότη, νέου αγρότη, κλπ (έως 10-7-98). Μετά εκδίδεται βεβαίωση σύμφωνα με γνωμοδότηση επιτροπής.
ΣΤ) Απόφαση εγκριτική ή απορριπτική σε μέρος ή στο σύνολο της αιτούμενης δαπάνης.
Κατόπιν ελέγχου, που πραγματοποιήθηκε, διαπιστώθηκε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση ένορκης διοικητικής εξέτασης, ότι πραγματοποιήθηκαν καταβολές επιδοτήσεων χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσονται από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 26 του ν.2520/97) και ταυτόχρονα χωρίς να συνυποβληθούν τα απαιτούμενα νόμιμα δικαιολογητικά με συνέπεια οι φάκελοι να είναι ελλιπείς. Από την έρευνα 43 φακέλων από την έκθεση της ένορκης διοικητικής εξέτασης προέκυψαν τα εξής για κάθε φάκελο, αναφορικά με το ποσό της επιδότησης και τις αιτίες για τις οποίες η επιδότηση ήταν παράνομη.
1. ..... (Αριθμ. αδ. οικοδομής ...../2001 Πολεοδομία Χαλκίδας, τόπος κατασκευής ....., πεδινή περιοχή με πληθυσμό άνω των 2000 κατοίκων. Δεν ανήκει στις αγροτικές περιοχές, δεν ισχύει ο νόμος ούτε για αγρότες, είναι κάτοικος ....., αγνώστου ιδιότητας,-φάκελος ελλιπής, χωρίς καμία βεβαίωση. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 942.664 δραχμών.
2. ....., Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../21-3-2001. Πολεοδομία Χαλκίδας. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Πεδινή περιοχή με πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων. Δεν ανήκει στις αγροτικές περιοχές. Δεν ισχύει ο νόμος ούτε για αγρότες. Επιδοτείται οικοδομή 293,88τ.μ. (το ισόγειο αποθήκη χωρίς τη σχετική μελέτη βιωσιμότητας της εκμετάλλευσης ή στοιχεία για Σ.Β.με γεωργική αποθήκη). Κάτοικος ..... . Ελλιπής φάκελος χωρίς τις σχετικές βεβαιώσεις. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 614.586 δραχμών.
3. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../96. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Έκδοση άδειας πριν από την 1-9-97, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νόμου. Δεν φαίνεται αναθεώρηση της άδειας. Το ισόγειο σε συνολικό εμβαδών 233,57 τ.μ. της οικοδομής είναι κατάστημα. Λείπουν αποδείξεις κατάθεσης σε Τράπεζα της αμοιβής του μηχανικού. Υπάρχουν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, αμοιβής μηχανικού από πρόσωπα άσχετα με τον επιβλέποντα μηχανικό και μία απόδειξη από γλύπτη-ζωγράφο. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχουν παραστατικά κατάθεσης αμοιβής 1061944 ή 3116,49 Euro. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 2.281 Euro.
4. ..... Αρ.Αδείας Οικοδομής ...../1-6-2001. Πολεοδομία Χαλκίδος. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Αγροτική περιοχή. Δεν υπάρχουν στο φάκελο: βεβαίωση της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης, κατόπιν γνωμοδότησης επιτροπής που να πιστοποιεί την ιδιότητα του αγρότη και απόδειξη κατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού σε Τράπεζα. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχουν παραστατικά κατάθεσης αμοιβής 1.261.040 δραχμές. Προϋπάρχει κτίσμα, κατοικία 75,7 τ.μ το οποίο νομιμοποιείται σύμφωνα με την άδεια και προστίθεται διώροφη κατοικία 134,22 τ.μ. Συνολικό εμβαδόν 209,72 τ.μ, (επιφάνειες που μετρούν στο ΣΔ σύμφωνα με τα σχέδια της οικοδομής και τα στοιχεία από το μηχανικό που υπάρχουν στο φάκελο). Η φωτοτυπία της άδειας δεν είναι επικυρωμένη. Επιδοτήθηκε με το ποσό του 1.090.425 δραχμές.
5. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2001. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ...... Ορεινή περιοχή. Δεν υπάρχει στο φάκελο βεβαίωση Δημάρχου για την περιοχή στην οποία θα κατασκευαστεί κατοικία. Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού σε Τράπεζα. Η μία απόδειξη των 1.223.957 δραχμών είναι φωτοτυπία επικυρωμένη, δελτίου παροχής υπηρεσιών. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχει κατάθεση αμοιβής 1.223.957 δραχμές. Επιδοτήθηκε με το ποσό του 1.024.978 δραχμών.
6. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2000. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Υπάρχει υπέρβαση στα τετραγωνικά μέτρα της κατοικίας (158 τ.μ). Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για ύπαρξη πρώτης κατοικίας, ούτε υπεύθυνη δήλωση. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 300.071 δραχμών.
7. ..... και ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2001. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Υπάρχει μικρή υπέρβαση στα τετραγωνικά μέτρα (149,92). Επιδοτήθηκε με το ποσό των 2.402 Ευρώ.
8. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../99. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Δεν υπάρχει στο φάκελο απόδειξη κατάθεσης της αμοιβής μηχανικού σε Τράπεζα. Υπάρχουν δύο αποδείξεις εκ των οποίων η μια είναι ανυπόγραφη με το ποσό των 2006 Euro. Στον φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχει κατάθεση αμοιβής 582486 δραχμές και 1095 Euro. Σύνολο 2804 Euro. Επιδοτήθηκε, βάσει των δύο αποδείξεων, με το ποσό των 1727 Euro.
9. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2002. Πολεοδομία Ιστιαίας. Τόπος κατασκευής αποθήκης: ..... Αγρότης. Δεν υπάρχει η σχετική μελέτη βιωσιμότητας της αγροτικής εκμετάλλευσης. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 567 Euro.
10. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2002. Πολεοδομία Ιστιαίας. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Αγροτική περιοχή. Νέος αγρότης. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1492 Euro.
11. ..... και ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../98. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Είναι μειονεκτική περιοχή. Δεν ανήκει στις ορεινές περιοχές. Επιδοτούνται μόνο αγρότες. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στο φάκελο για την ιδιότητΆ τους, ούτε η σχετική βεβαίωση που να πιστοποιεί εάν ένας εκ των δύο είναι αγρότης. Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης σε Τράπεζα της αμοιβής του μηχανικού. Υπάρχει επικυρωμένη φωτοτυπία απόδειξης παροχής υπηρεσιών. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχει κατάθεση αμοιβής 933.654 δραχμών. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1366 Euro.
12. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής: Δεν υπάρχει. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Πεδινή περιοχή σύμφωνα με κατάταξη της ΕΣΥΕ, μειονεκτική σύμφωνα με τον κατάλογο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οπότε ο νόμος εφαρμόζεται μόνο για αγρότες. Δεν συμπεριλαμβάνεται στο φάκελο η σχετική βεβαίωση που να πιστοποιεί την ιδιότητα του αγρότη. Υπάρχει εκκαθαριστικό φορολογικής δήλωσης όπου φαίνονται μόνον αγροτικά εισοδήματα. Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού σε Τράπεζα αλλά απλές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ανυπόγραφες. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχουν παραστατικά κατάθεσης αμοιβής 2151 Euro. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1075.7 Euro.
13. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής: ...../2000. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Αγροτική περιοχή. Δεν υπάρχει στο φάκελο η σχετική βεβαίωση για την ιδιότητα του αγρότη καθώς και η απόδειξη κατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού σε Τράπεζα αλλά απλή απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχει κατάθεση αμοιβής 2343 Euro. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1156 Euro.
14. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής: ...../92. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... (Μειονεκτική ή ημιορεινή περιοχή). Δεν ανήκει στις ορεινές περιοχές και επομένως δε μπορεί να ενταχθεί στους δικαιούχους, διότι δεν είναι αγρότισσα. Σύμφωνα δε με το εκκαθαριστικό της φορολογικής της δήλωσης είναι ιδιωτική υπάλληλος. Η οικοδομική άδεια έχει εκδοθεί το 1992 σε άλλο όνομα. Γίνεται αναθεώρηση της άδειας για αλλαγή ονόματος στις 16/05/97 (πριν από την ημερομηνία ισχύος του νόμου 2520/1-9-97). Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού σε Τράπεζα, αλλά απλή απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχει κατάθεση αμοιβής 418.486 δραχμών. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 614 Euro.
15. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής: ...../2000. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Αγροτική περιοχή (ημιορεινή ή μειονεκτική). Ισχύει ο νόμος μόνο για αγρότες. Όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα της φορολογικής δήλωσης, ο ενδιαφερόμενος είναι εργολάβος. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 970 Euro.
16. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής:...../2000. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού σε Τράπεζα αλλά απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ποσού των 1731,47 Euro. Η απόδειξη δίνεται από το μηχανικό ..... ενώ ο επιβλέπων μηχανικός είναι ο ..... Από την άδεια οικοδομής το ποσό αμοιβής του μηχανικού είναι 437.000 δραχμές ή 1282 Euro. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχει κατάθεση αμοιβής των 437000 δραχμών ή 1282 Euro. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1731,47 Euro το οποίο είναι το 100% της απόδειξης παροχής υπηρεσιών.
17. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής στο όνομα .....: ...../93. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Έκδοση άδειας πριν από την ημερομηνία ισχύς του νόμου 2520/97. Υπάρχουν στο φάκελο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με τα ποσά που αναγράφονται στην άδεια για αμοιβή του μηχανικού του 1992, 390.829 δρχ. Εμφανίζονται και άλλες αποδείξεις για αμοιβή μηχανικού 2.269 Euro, όλες αναγράφουν "μελέτη" ανυπόγραφες, από το γραφείο του πολιτικού μηχανικού ....., που εκδόθηκαν το 2002 και πληρώθηκαν από τις .....- ....., προφανώς κληρονόμους του ..... . Η απόδειξη κατάθεσης στην Εθνική Τράπεζα, αναγράφει το ποσό των 1122,04 Euro στις 18-4-02 (για επίβλεψη όπως και στο φάκελο της Πολεοδομίας). Δε φαίνεται από κανένα στοιχείο του φακέλου αναθεώρηση άδειας, προσθήκη τετραγωνικών μέτρων κλπ. όπως προέκυψε και από τα στοιχεία που μας έστειλε η Πολεοδομία Κύμης, Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1134 Euro.
18. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής: 112/98. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Στο φάκελο συμπεριλαμβάνεται απόδειξη παροχής υπηρεσιών για την αμοιβή του μηχανικού 4.501,83 Euro. Η απόδειξη δίνεται από το Τεχνικό Γραφείο του ..... ενώ ο επιβλέπων μηχανικός είναι ο ..... . Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχει κατάθεση αμοιβής 362.000 και 590.000 δραχμών (2.794 Euro).Επιδοτήθηκε με το ποσό των 2251 Euro.
19. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής: ...../2001. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Υπάρχουν στο φάκελο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για την αμοιβή του μηχανικού των 1.060.276 δραχμών. Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης σε Τράπεζα για την αμοιβή του μηχανικού. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχει κατάθεση αμοιβής 1.258,29 Euro. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1556 Euro.
20. ..... Αρ.Αδείας Οικοδομής: ...../99. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Δεν υπάρχει βεβαίωση για τον τόπο κατασκευής της κατοικίας. Η υπογραφή στην υπεύθυνη δήλωση (φωτοτυπία) για μη ύπαρξη άλλης κατοικίας φαίνεται διαφορετική από την υπογραφή της αίτησης. Υπάρχουν στο φάκελο φωτοτυπίες επικυρωμένες απλών αποδείξεων παροχής υπηρεσιών για την αμοιβή του μηχανικού και όχι απόδειξη κατάθεσης σε Τράπεζα. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχουν όλες οι αποδείξεις κατάθεσης αμοιβής. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1444 Euro.
21. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής 5/2001. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Δεν υπάρχει στο φάκελο βεβαίωση Δημάρχου για την περιοχή στην οποία θα κατασκευαστεί η κατοικία. Υπάρχει υπέρβαση στο εμβαδόν της κατοικίας (157,08 τ.μ). Ξεχωριστή "τεχνική περιγραφή", σαν απλό σημείωμα που περιλαμβάνεται στο φάκελο ότι η κατοικία είναι 139 τ.μ, δεν αποτελεί αποδεικτικό του εμβαδού της κατοικίας, εφ' όσον ο νόμος είναι σαφής, ότι σαν επιφάνεια της κατοικίας θεωρείται ότι μετρά στο συντελεστή δόμησης και στο διάγραμμα κάλυψης το εμβαδόν είναι 157,08. Δεν υπάρχουν αποδείξεις κατάθεσης σε Τράπεζα της αμοιβής του μηχανικού. Στο φάκελο της Πολεοδομίας βρέθηκαν παραστατικά κατάθεσης 1.154.168 δρχ. Επιδοτείται και το ποσό των 300.000 δραχμών για "διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου - σύνταξη προϋπολογισμού". Επιδοτήθηκε με το ποσό του 1.132.041 δραχμών.
22. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2002. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Υπάρχει υπέρβαση στο εμβαδόν της κατοικίας. Σύμφωνα με την άδεια μετρούν στο Σ.Δ. 42τ.μ.+ 99,57τ.μ. + 22,73τ.μ. και προϋπάρχοντα 31,16τ.μ. και 12,3τ.μ., σύνολο 207.76τ.μ. (επιδοτείται και το χωριστό ισόγειο γκαράζ 42τ.μ.). Υπάρχουν αποδείξεις κατάθεσης αμοιβής μηχανικού σε Τράπεζα για ποσό 1552,62 Euro και βρέθηκαν και στον φάκελο της Πολεοδομίας. Επιδοτείται και για άλλη απλή απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 1155 Euro, για την οποία δεν υπάρχει κατάθεση σε Τράπεζα. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1353 Euro. 23. ..... και ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2000. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Υπάρχει υπέρβαση στο εμβαδόν της κατοικίας 197 τ.μ., (σύμφωνα με το διάγραμμα κάλυψης στην ΔΟΜΗΣΗ περιλαμβάνεται κατοικία 119 και 78 τ.μ γκαράζ). Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού σε Τράπεζα αλλά αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Στο φάκελο συμπεριλαμβάνεται κενό έντυπο υπεύθυνης δήλωσης. Δεν υπάρχουν στοιχεία για ύπαρξη πρώτης κατοικίας. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχουν παραστατικά κατάθεσης αμοιβής 1957 Euro . Επιδοτήθηκε με το ποσό των 978,73 Euro.
24. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../02. Πολεοδομία Κύμης. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ανήκει στις μειονεκτικές περιοχές. Είναι αγροτική περιοχή και ο νόμος ισχύει μόνο για αγρότες. Δεν υπάρχει η σχετική βεβαίωση για την ιδιότητα της αγρότισσας. Στο εκκαθαριστικό της φορολογικής δήλωσης φαίνονται αγροτικά εισοδήματα. Υπάρχει υπέρβαση στο εμβαδόν της κατοικίας ( 210τ.μ.). Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης σε Τράπεζα της αμοιβής του μηχανικού αλλά μόνο απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπήρχαν όλα τα σχετικά παραστατικά κατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού. Δεν συμπεριλαμβάνεται στο φάκελο κανένα στοιχείο για την ύπαρξη άλλης κατοικίας, ούτε και υπεύθυνη δήλωση. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 3.478 Euro.
25. ..... και ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής: ...../2001. Πολεοδομία Καρύστου. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Ορεινή περιοχή. Δημόσιος υπάλληλος. Στο φάκελο υπάρχει απόδειξη παροχής υπηρεσιών για αμοιβή μηχανικού, ποσού 1,019.520δρχ (Σημειώνουμε ότι η απόδειξη δεν είναι διάτρητη και συνοδεύεται από φωτοτυπία ελέγχου που πραγματοποίησε η Δ.Ο.Υ. και τη νομιμοποίησε). Δεν υπάρχει απόδειξη κατάθεσης του ποσού της αμοιβής του μηχανικού σε Τράπεζα. Στο φάκελο της Πολεοδομίας υπάρχουν παραστατικά κατάθεσης 601800 δρχ. ή 1766 Euro. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1496 Euro·
26. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2000. Πολεοδομία Χαλκίδος. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Αγροτική περιοχή. Νέος αγρότης. Υπάρχει υπέρβαση στο εμβαδόν της κατοικίας (193,04 τ.μ). Δεν υπάρχουν στοιχεία για ύπαρξη άλλης κατοικίας, ούτε Υπεύθυνη Δήλωση. Δεν υπάρχει στο φάκελο Δελτίο παροχής υπηρεσιών μόνο φωτοαντίγραφο κατάθεσης αμοιβής. Επιδοτούνται ποσά που δεν προβλέπονται από το νόμο. Έκδοση Οικοδομικής Άδειας: 12095 ΙΚΑ - TEAM 23200 Κατάθεση στη Δ.Ο.Υ: 58584 Κατάθεση στη Δ.Ο.Υ: 77658 Υπάρχει απόφαση για επιδότηση του ποσού των 574.829 δραχμών.
27. ..... Αρ. Αδείας Οικοδομής ...../2001. Πολεοδομία Χαλκίδος. Τόπος κατασκευής κατοικίας: ..... Αγροτική περιοχή. Δεν υπάρχει στο φάκελο βεβαίωση για την ιδιότητα του νέου αγρότη. Υπάρχει φωτοτυπία σύμβασης. Υπάρχει υπέρβαση στο εμβαδόν της κατοικίας (279,93τ.μ.). Δεν υπάρχουν αποδείξεις κατάθεσης σε τράπεζα της αμοιβής του μηχανικού. Στο φάκελο της Πολεοδομίας βρέθηκε κατάθεση αμοιβής 2.195.853 δρχ. Η άδεια οικοδομής είναι απλή φωτοτυπία χωρίς επικύρωση. Επιδοτήθηκε με το ποσό των 1.098.258 δρχ. Από το πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε ως αρμόδιος υπάλληλος τη χορήγηση των ανωτέρω επιδοτήσεων, μολονότι από τη μελέτη των σχετικών φακέλων προέκυπτε (όπως ανωτέρω αναφέρονται αναλυτικά) ότι οι φάκελοι ήταν ελλιπείς και δεν αποδεικνύονταν ότι συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της επιδότησης. Αυτό δε έγινε με σκοπό του κατηγορουμένου να ωφελήσει, σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, τα προαναφερόμενα πρόσωπα, τα οποία δεν εδικαιούντο να λάβουν τα αντίστοιχα ποσά της επιδότησης. Ο κατηγορούμενος δεν αρνείται ότι οι σχετικοί φάκελοι ήταν ελλιπείς, ισχυρίζεται όμως ότι παρά τις ελλείψεις των φακέλων, τα ανωτέρω προαναφερόμενα πρόσωπα είχαν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της επιδότησης και συνεπώς δεν ωφελήθηκαν παρανόμως από τις ενέργειές του. Ο ισχυρισμός αυτό κρίνεται αβάσιμος ουσιαστικά, γιατί δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Το αίτημα του κατηγορουμένου να αναβληθεί η δόση για να προσκομισθούν οι ανωτέρω φάκελοι που αφορούν τις χορηγηθείσες επιδοτήσεις πρέπει να απορριφθεί... Από τα παραπάνω αποδείχθηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε την πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ'εξακολούθηση από πρόθεση, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό της κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος κατ'εξακολούθηση και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 98 και 259 ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. ειδικώτερα και αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενέργειας αυτού και του επελθόντος παρανόμου αποτελέσματος και β) ως προς την φερομένη ως αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού λόγω της αναφοράς στο μεν αιτιολογικό για ωφέλειας τρίτων σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, στο δε διατακτικό για βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου προξενώντας του οικονομική ζημία μεγάλη, της τάξης των 55.107,70 €, λεκτέα τα εξής: Η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί ειδικώς ότι οι θετικές εισηγήσεις του αναιρεσείοντος για τη χορήγηση της επιδότησης κατά 50% των αμοιβών των μηχανικών στις αγροτικές κατασκευές τελούσαν σε προσφορότητα για να ωφεληθούν παράνομα οι τρίτοι που φέρονταν ως δικαιούχοι της εν λόγω επιδότησης, πράγμα το οποίο επιδίωκε αυτός (κατηγορούμενος), καίτοι γνώριζε ότι οι σχετικοί φάκελοι ήταν ελλιπείς και οι εισηγήσεις του αυτές γίνονταν δεκτές από τον τότε προϊστάμενο του εν λόγω της εμπιστοσύνης του τελευταίου προς αυτόν. Εξάλλου, με την ανωτέρω αναφορά στο αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προ της ωφέλεια των τρίτων (αγροτών κλπ) και την ισόποση ζημία-βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου ουδεμία αντίφαση υφίσταται, ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον το παράνομο όφελος των τρίτων σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου είναι πρόδηλο ότι αντιστοιχεί ταυτόχρονα με την ισόποση βλάβη στην περιουσία του Δημοσίου. Επομένως ο προαναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 31/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Τελεί και ο αρμόδιος Εισηγητής για τη χορήγηση της επιδότησης κατά 50% της αμοιβής του μηχανικού για τις γεωργικές κατασκευές (άρθρο 26 του Ν. 2620/1997). Πότε η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη αιτιολογία. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Παράβαση καθήκοντος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2596/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ. Με εγκαλούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 23 Ιουλίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1262/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 474/10.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων την από 23-7-2008 αίτηση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, περί κανονισμού αρμοδιότητος, εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 122 παρ. 1 ΚΠΔ, η τοπική αρμοδιότητα προσδιορίζεται από τον τόπο τελέσεως του εγκλήματος ή κατοικίας ή διαμονής προσωρινώς του κατηγορουμένου όταν αρχίζει η ποινική δίωξη. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 125 και 132 παρ. 1, 2 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν μεταξύ πολλών αρμοδίων κατά τόπο δικαστηρίων που υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, μπορεί ο 'Αρειος Πάγος, με αίτηση, εκτός άλλων, και του Εισαγγελέως, να αναθέση την ανάκριση και εκδίκαση ορισμένης υποθέσεως σε ένα εξ αυτών και αν ακόμη δεν έχει επιληφθή της υποθέσεως, όταν συντρέχουν προς τούτο λόγοι ευχερούς διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας (βλ. ΑΠ 1706/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, εκ ων εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Ψ, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών την από 17-1-2008 μήνυση κατά των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, διά της οποίας καταγγέλονται ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες από έκαστο των μηνυομένων στην ....., ο δε Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Θηβών, διά του από 21-1-2008 εγγράφου του, διεβίβασε την ανωτέρω μήνυση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, λόγω αρμοδιότητος, εκ του τόπου τελέσεως των ανωτέρω πράξεων. Εν συνεχεία, ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, διά του από 30-4-2008 εγγράφου του, επέστρεψε την εν λόγω μήνυση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, επικαλούμενος αρμοδιότητα του τελευταίου, εκ του τόπου κατοικίας του τρίτου των μηνυομένων και λόγω συναφείας ως προς τους λοιπούς, και με την γνώμη ότι ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Θηβών επελήφθη το πρώτον. Ακολούθως, ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Θηβών επέστρεψε την μήνυση, διά του από 5-6-2008 εγγράφου του, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, εμμένων στην ως άνω γνώμη του περί αρμοδιότητος. Επελθούσης, έτσι, αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητος και εφ'όσον οι ανωτέρω Εισαγγελείς υπάγονται εις διαφορετικά Εφετεία (Αθηνών-Λαμίας), αρμόδιος προς κανονισμό αρμοδιότητος, στην περίπτωση αυτή, είναι ο 'Αρειος Πάγος εν συμβουλίω.
Επειδή δε οι διά της ανωτέρω μηνύσεως καταγγελόμενες πράξεις φέρονται τελεσθείσες στην ....., ανήκουσα στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, είναι προφανές ότι στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές αυτού και του Εφετείου Λαμίας θα διεξαχθή ευχερέστερα η ποινική διαδικασία επί της ανωτέρω υποθέσεως. Επομένως, πρέπει να γίνη δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να προσδιορισθούν οι εν λόγω αρχές ως κατά τόπον αρμόδιες επί της προκειμένης υποθέσεως.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να γίνη δεκτή η από 23-7-2008 αίτηση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς και να προσδιορισθούν ως αρμόδιες κατά τόπο εισαγγελικές και δικαστικές, επί της από 17-1-2008 μηνύσεως του Ψ κατά των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και του Εφετείου Λαμίας.
Αθήναι 30 Σεπτεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 122 παρ. 1 του ΚΠΔ η τυπική αρμοδιότητα του ποινικού δικαστηρίου προσδιορίζεται από τον τόπο όπου εκτελέστηκε το έγκλημα ή όπου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο κατηγορούμενος όταν αρχίζει η ποινική δίωξη. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 125 και 132 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, αν μεταξύ πολλών αρμοδίων κατά τόπο δικαστηρίων που υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία η μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, μπορεί ο Αρειος Πάγος, με αίτηση, εκτός άλλων, και του Εισαγγελέα να αναθέσει την ανάκριση και εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης σε ένα από αυτά και αν ακόμη δεν έχει επιληφθεί της υπόθεσης, όταν συντρέχουν προς τούτο λόγοι ευχερούς διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Ψ υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών την από 17-1-2008 μήνυση κατά των: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, με την οποία καταγγέλει σε βάρος αυτών ότι τέλεσαν τα εγκλήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρονται ότι τελέστηκαν από καθένα εξ αυτών στην ..... στις 4.1.2008 κατά την σύνταξη των υπ' αριθμ. ..., ..., ...και ... ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλιάρτου Ασημίνας Γρ. Καρανάσου. Στη συνέχεια ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θηβών με το από 21-1-2008 έγγραφο του, διαβίβασε την παραπάνω μήνυση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, λόγω αρμοδιότητάς του από τον τόπο που φέρονται ότι τελέσθησαν οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Περαιτέρω, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, με το από 30-4-2008 έγγραφό του, επέτρεψε την εν λόγω μήνυση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, επικαλούμενος αρμοδιότητα του τελευταίου λόγω του τύπου κατοικίας του τρίτου των μηνυομένων και λόγω συναφείας για τους λοιπούς και με τη γνώμη ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θηβών επιλήφθηκε πρώτος της υπόθεσης. Ακολούθως ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θηβών απέστειλε πάλι την παραπάνω μήνυση με το από 5-6-2008 έγγραφο του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, εμμένοντας στην προαναφερόμενη γνώμη του περί αρμοδιότητας για την μήνυση αυτή. Ετσι επήλθε αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ των ανωτέρω δύο Εισαγγελέων που υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία (Αθηνών και Λαμίας αντίστοιχα) και ήδη με την από 23-7-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Λιβαδειάς ζητείται από το Συμβούλιο αυτό, ως αρμόδιο, ο κανονισμός αρμοδιότητας για την ανωτέρω υπόθεση. Το Συμβούλιο αυτό κρίνει ότι, ενόψει του ότι οι με την παραπάνω μήνυση καταγγελόμενες πράξεις φέρονται να έχουν τελεστεί στην ....., που ανήκει στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, είναι προφανές ότι στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές αυτού και του Εφετείου Λαμίας θα διεξαχθεί ευχερέστερα η ποινική διαδικασία για την παραπάνω υπόθεση. Συνακόλουθα όλων των προεκτιθεμένων πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, να αρθεί η αποφατική σύγκρουση της τυπικής αρμοδιότητας της μεταξύ του ως άνω Εισαγγελέα και τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών και να ορισθούν ως κατά τύπο αρμόδιες για την ως άνω υπόθεση οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και του Εφετείου Λαμίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 23-7-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς.
Αίρει την αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας της μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς και του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών. Και
Ορίζει τις αρμόδιες κατά τύποι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές για την από 17-1-2008 μήνυση του Ψ κατά την: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4 τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και του Εφετείου Λαμίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Δέχεται. Ορίζει αρμόδιες τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και του Εφετείου Λαμίας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2595/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1 και 2. Χ2. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 23 Ιουλίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1425/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 457/8.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας, κατά το άρθρο 132 ΚΠΔ, την ΕΓ 12-03/257/28-7-08 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας για την κατηγορία κατά των 1) Χ1, και 2) Χ2, για δόλια χρεοκοπία και ηθική σ' αυτή αυτουργία, αντίστοιχα,[άρθρα 398 α ΠΚ,684 Ε.Ν.], και εκθέτω τα ακόλουθα.
2- Κατά το άρθρο 132 ΚΠΔ αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγεται το ένα στο άλλο, ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσότερων εξίσου αρμόδιων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα ορίζεται ως εξής (παρ.1). Το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο η αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα αρμόδια δικαστήρια. Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο.
3- Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την ανωτέρω αίτησή του ζητά τον κανονισμό της αρμοδιότητας μεταξύ των δικαστηρίων του Τριμελούς Πλημμ/κείου Θεσσαλονίκης και του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, για την κατηγορία κατά των 1) Χ1, και 2) Χ2, για δόλια χρεοκοπία και ηθική σ' αυτή αυτουργία, αντίστοιχα,[άρθρα 398 α ΠΚ,684 Ε.Ν.], αναφορικά με την ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης υπό την επωνυμία "Βαφεία-φινιριστήρια- τυπωτήρια-βαφοτεχνική ΑΕ", γιατί το καθένα απ' αυτά, που επιλήφθηκε αυτοτελώς και όχι συνεπεία εφέσεως, κήρυξε τον εαυτό του αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο άλλο. Συγκεκριμένα, το με Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο εισήχθη αρχικά η υπόθεση με απευθείας κλήση, με το 7065/06 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την 12870/06 απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το δε Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ακολούθως, στο οποίο αυτή εισήχθη ύστερα από την ανωτέρω απόφαση, με την 965/08 απόφασή του κήρυξε ομοίως και αυτό τον εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εξάλλου,το αδίκημα της δόλιας χρεοκοπίας προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 398 ΠΚ σε βαθμό πλημμελήματος και, αν αναφέρεται σε ανώνυμη εταιρία και σε τράπεζες, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ.4 ΚΠΔ, στην εξαιρετική καθ' ύλη αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου.
Υφίσταται, επομένως, αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ των ανωτέρω εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, το καθένα από τα οποία επιλήφθηκε αυτοτελώς και όχι συνεπεία εφέσεως, και αρμόδιο να προσδιορίσει το αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
4- Κατ'ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να κάνει δεκτή την αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Θεσσαλονίκης και να προσδιορίσει το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ως καθ' ύλη αρμόδιο για το πλημμέλημα κατά των κατά των 1) Χ1, και 2) Χ2, της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμης εταιρίας και ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, αντίστοιχα,[άρθρα 398 α ΠΚ,684 Ε.Ν.].
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να γίνει δεκτή η ΕΓ 12 032/257/08 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Θεσσαλονίκης και
Β- Να προσδιορίσει το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ως καθ' ύλη αρμόδιο για το πλημμέλημα κατά των 1) Χ1, και 2) Χ2, της δόλιας χρεοκοπίας και ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, αντίστοιχα,[άρθρα 398 α ΠΚ,684 Ε.Ν.],
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρ. 132 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο, αν τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος ή του επιτρόπου, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με την διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και του Εφετείου. Τέλος, κατά το τελευταίο εδάφιο της παραγρ. 2 του αυτού άρθρου, ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο Εφετών ή στον Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο. Περαιτέρω, κατά την ΠΚ 398, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους τιμωρείται ο υπαίτιος δόλιας χρεοκοπίας κατά τους όρους του Εμπορικού Νόμου, δηλαδή, το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από το άρθρο αυτό έγκλημα της δόλιας χρεοκοπίας, κατά την ΠΚ 18 εδ. β'είναι πλημμέλημα. Κατά την ΚΠΔ 114, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρ. 8 Ν. 3160/03 και ισχύει, ορίζεται ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δικάζει: Α) Τα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται στο νόμο φυλάκιση με ελάχιστο όριο κατώτερο των τριών μηνών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, εκτός από: α) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των μεικτών ορκωτών δικαστηρίων και των Εφετείων, καθώς και τα συναφή με αυτά (άρθρα 109, 111, 128). Τέλος, κατά την ΚΠΔ 111 παρ. 4, το δικαστήριο των Εφετών δικάζει (εξαιρετική καθ' ύλην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου"), τα εγκλήματα της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμων εταιριών και τραπεζών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσ/νίκης με την από 28-7-2008 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί, σύμφωνα με την ΚΠΔ 132 επ., τον κανονισμό αρμοδιότητας μεταξύ των Δικαστηρίων του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης και του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, που δημιουργήθηκε αμφισβήτηση για την κατηγορία κατά των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για δόλια χρεοκοπία και ηθική σε αυτή αυτουργία, αντίστοιχα (άρθρα 398 περ. α' ΠΚ, 684 Εμπ. Ν. 46 παρ. 1α' ΠΚ) σχετικά με την εδρεύουσα στην Σίνδο Θεσ/νίκης (και της οποίας ο πρώτος είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Βαφεία - Φινιριστήρια - Τυπωτήρια - Βαφοτεχνική Α.Ε.", γιατί το καθένα (Δικαστήριο) από αυτά που επιλήφθηκε αυτοτελώς και όχι συνεπεία εφέσεως, κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο άλλο. Συγκεκριμένα, το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης στο οποίο εισήχθη αρχικά η υπόθεση με το 7065/2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσ/νίκης, με τη 12.870/2006 απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης κατά την ΚΠΔ 120 παρ. 2. Το τελευταίο, όμως, Δικαστήριο με την 965/2008 απόφασή του κηρύχθηκε και αυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης. Κατόπιν αυτών, υπάρχει αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ των παραπάνω εξίσου αρμοδίων Δικαστηρίων, το καθένα από τα οποία επιλήφθηκε αυτοτελώς και όχι (το δεύτερο) συνεπεία εφέσεως και αρμόδιο δικαστήριο για τον κανονισμό είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Κατά συνέπεια, η αίτηση είναι και ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να οριστεί το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, ως καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την παραπάνω υπόθεση, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προσδιορίζει το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, ως καθ' ύλην αρμόδιο για το πλημμέλημα κατά των: 1) Χ1 και 2) Χ2, της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμης εταιρίας και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή, αντίστοιχα (άρθρα 398 περ. α' ΠΚ, 684 ΕμπΝ και 46 παρ. 1α' ΠΚ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Δόλια χρεοκοπία ανώνυμης εταιρίας. Επιλήφθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης και, αφού, κηρύχθηκε και αυτό αναρμόδιο, παρέπεμψε στο καθ’ αυτό αρμόδιο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, το οποίο κηρύχθηκε και αυτό αναρμόδιο. Αποφατική σύγκρουση καθηκόντων (αρμοδιότητας). Αίρεται, κατόπιν της αιτήσεως του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου και ορίζεται, από το Συμβούλιο αυτό, εν συμβουλίω, ως αρμόδιο, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 2590/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χασάπη, περί αναιρέσεως της 13349/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρύζα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 75/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι νεότερος των 12 ετών. Από τη διάταξη αυτή, που περιλαμβάνεται στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις "οι ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως", αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις, ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κλπ της παθούσας. Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στ οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλ-λόμενης 13.349/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετειο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή του σκεπτικού: Την 27-3-2006 και περί ώρα 17.00, η πολιτικώς ενάγουσα Ψ, φοιτήτρια του τμήματος εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής του Α.Π.Θ., επεσκέφθη τον κατηγορούμενο-γυναικολόγο στο ιατρείο του, το οποίον ευρίσκεται επί τις οδού ..... αριθμ. ..., μαζί με την φίλη της Α. Ο λόγος της επισκέψεως αυτής ήταν οι ενοχλήσεις, τις οποίες ησθάνετο κατά την διάρκειαν της ερωτικής συνευρέσεως. Κατά την διάρκειαν της γυναικολογικής εξετάσεως της πολιτικής εναγούσης και συγκεκριμένα κατά την επισκόπηση του αιδοίου αυτής ο κατηγορούμενος προέβη σε ασελγείς χειρονομίες προσβάλλοντας βαναύσως την αξιοπρέπεια της ανωτέρω εναγούσης στο πεδίον της γενετήσιας ζωής. Ειδικώτερα αφού πλέον είχε ολοκληρωθεί η ιατρική εξέταση ερώτησε την πολιτικώς ενάγουσα "με ποιο τρόπο χαλαρώνεις όταν έρχεσαι σε ερωτική επαφή" και εν συνεχεία, χωρίς να χρησιμοποιεί ιατρικά γάντια, άρχισε να θωπεύει το αιδοίον αυτής και αιφνιδίως προέβη σε αιδοιολειχία χωρίς βεβαίως οι πράξεις αυτές να έχουν σχέση με ιατρική εξέταση, αλλά μόνον με την γενετήσια ικανοποίηση του δράστη. Αιφνιδιασμένη η πολιτικώς ενάγουσα αντέδρασε, ερωτώντας, σαφώς ενοχλημένη, "σε τι ωφελεί αυτό που κάνετε" και ο κατηγορούμενος η έχοντας επιχειρήματα απήντησε "τίποτα-τίποτα". Καθώς η πολιτικώς ενάγουσα εξήλθε από το ιατρείον η φίλη της Α αντελήφθη την ταραχή της και σε ερώτηση της η ανωτέρω εξιστόρησε το όλον συμβάν. Ακολούθως η πολιτικώς ενάγουσα, οργισμένη πλέον, εξιστόρησε την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στον πατέρα της και αμέσως μετέβη μαζί με τον πατέρα της και την φίλη της Α στο ΑΤ Αλ. Δημοκρατίας, όπου υπέβαλε έγκληση εις βάρος του κατηγορουμένου. Κατά συνέπειαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος με την αξιόποινη πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 παρ.2 του ΠΚ)". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Πλημμελειοδικειο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ, για την πιο πάνω πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας και του επέβαλε, κατ'εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ, ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α', 27 παρ.1 και 337 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί κατάθεση πολιτκώς ενάγουσας, μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέτει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και, συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Α και Β, των μαρτύρων υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, Γ και Δ, οι οποίοι (μάρτυρες) όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκαν (εκτός από την πολιτικώς ενάγουσα) ενόρκως στο άνω Δικαστήριο. Ο αναιρεσείων με την αίτησή του προβάλλει την αιτίαση ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπάρχει αντιφατική έκθεση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν, δηλαδή, εάν η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας έγινε κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης ή αφού πλέον είχε ολοκληρωθεί η ιατρική εξέταση. Και τούτο γιατί η αιτιολογία του χρόνου και τρόπου της προσβολής της άνω αξιοπρέπειας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της πράξεως αυτής, διότι, αν η φερόμενη ως ασελγής χειρονομία της θωπείας του αιδοίου έγινε κατά το χρόνο της επισκόπησης του αιδοίου της εξεταζομένης πολιτικώς ενάγουσας από τον κατηγορούμενο-ιατρό γυναικολόγο της, τότε θα έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση ειδική αιτιολογία ως προς το ότι η επιτρεπόμενη κατά τους ιατρικούς κανόνες επισκόπηση του αιδοίου της δια της ψηλάφησής του (θωπείας του) από τον ιατρό-γυναικολόγο της, συνιστά ασελγή χειρονομία. Και ότι η αντίφαση αυτή, καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο από τον 'Αρειο Πάγο σε σχέση με την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων στη διάταξη της ΠΚ 337 παρ.1 και έτσι, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται, κατά τα ανωτέρω, ρητά ότι "κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξετάσεως της πολιτικώς ενάγουσας και συγκεκριμένα κατά την επισκόπηση του αιδοίου αυτής, ο κατηγορούμενος προέβη σε ασελγείς χειρονομίες, προσβάλλοντας βαναύσως την αξιοπρέπεια της ανωτέρω εγκαλούσας στο πεδιο της γενετήσιας ζωής. Ειδικότερα, αφού πλέον είχε ολοκληρωθεί η ιατρική εξέταση, ερώτησε την πολιτικώς ενάγουσα... και εν συνεχεία, χωρίς να χρησιμοποιεί ιατρικά γάντια, άρχισε να θωπεύει το αιδοίον αυτής και αιφνιδίως προέβη σε αιδοιολειχία χωρίς βεβαίως οι πράξεις αυτές να έχουν σχέση με ιατρική εξέταση ...". 'Ετσι, ουδεμία αντίφαση των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν από τη διαδικασία, στο άνω σκεπτικό υπάρχει, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Επίσης, από το ίδιο σκεπτικό προκύπτει ότι αναφέρονται οι, κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας της 22χρονης (τότε) από τον 69χρονο (τότε) κατηγορούμενο, χειρονομίες και η αιδοιολειχία (που βεβαίως δεν περιλαμβάνεται στην ιατρικά ενδεδειγμένη εξέταση), προσβλητικές στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής της, πράξεις σε βάρος της εγκαλούσας, που αποτελούν, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος. Αναφέρεται δε και ο δόλος του κατηγορουμένου, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του πραγματώσεως των στοιχείων της άνω πράξεως.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτώς λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς επίσης και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας στη συζήτηση αυτή (δια δικηγόρου) πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2006 (υπ'αριθμ. πρωτοκ. 94/2006) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 13.349/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας (ΠΚ 337). Έννοια “ασελγών χειρονομιών” και “προτάσεων”. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2588/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα, περί αναιρέσεως της 108/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1171/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 εδάφ. δ' του Ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών", το Τριμελές Εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες, κατά δε το άρθρο 5 παρ. 1 περ. Α' εδάφ. γ' αυτού, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται κατά σειρά αρχαιότητας, με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και δη ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας συνθέσεως ή του ίδιου δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο πρόεδρος εφετών αναπληρώνεται στην προεδρία του τριμελούς εφετείου από τον αρχαιότερο εφέτη του ίδιου δικαστηρίου και αν αυτός κωλύεται από τον αμέσως νεώτερο, στην περίπτωση δε τέτοιας αναπληρώσεως πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν υπάρχουν πρόεδροι ή ότι οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή κωλύονται, όπως και οι αρχαιότεροι του προεδρεύοντος εφέτες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α' ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και τον Αρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η ακυρότητα αυτή ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης 108/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, στη σύνθεση του εν λόγω δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, συμμετείχε ως προεδρεύουσα η Εφέτης Κωνσταντία Κωσταρέλου, χωρίς να αναφέρεται ότι δεν υπήρχαν πρόεδροι ή ότι οι υπάρχοντες απουσίαζαν ή εκωλύοντο και ακόμη ότι η εφέτης αυτή ήταν η αρχαιότερη ή ότι αναπλήρωνε και τους αρχαιότερους από αυτήν εφέτες, λόγω κωλύματός των. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που την εξέδωσε, και πρέπει, να αναιρεθεί για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, ο χρόνος της οποίας για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β'και 511 (όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος, οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για χρήση πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση, πράξη τιμωρούμενη ως πλημμέλημα (άρθρα 216 παρ. 2-1, 98 ΠΚ). Για τις μερικότερες πράξεις του εγκλήματος αυτού, που φέρεται ότι τελέσθηκε από τον Οκτώβριο του έτους 2000 μέχρι και 4-12-2000, συμπληρώθηκε ήδη ο πενταετής χρόνος παραγραφής αυτών και ο τριετής χρόνος αναστολής της παραγραφής. Ενόψει αυτού και του ότι κρίθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, παραδεκτός και κατ' ουσίαν βάσιμος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, εξαλείφθηκε το αξιόποινο των μερικοτέρων αυτών πράξεων και πρέπει να παύσει οριστικώς ως προς αυτές η ασκηθείσα ποινική δίωξη. Για τις υπόλοιπες πράξεις η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 108/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Παύει οριστικώς την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος Χ ποινική δίωξη, για χρήση πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα, κατά το διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2000 μέχρι τις 4-12-2000 και
Παραπέμπει, κατά τα λοιπά, την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί για κακή σύνθεση Δικαστηρίου. Προήδρευσε εφέτης δίχως να αναφέρεται κώλυμα Προέδρου Εφετών και αρχαιότερων Εφετών. Παύει λόγω παραγραφής για μερικότερες πράξεις. Παραπέμπει.
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 1
|
Αριθμός 2589/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου, περί αναιρέσεως της 6414/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλη Καρπαθάκη - Δανιήλ. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 249/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ, ορίζει ότι το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις, η οποία προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει υποχρεωτικώς και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορά τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες διαλαμβάνεται και η επιδικασθείσα πρωτοδίκως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ακόμα και όταν ο πολιτικώς ενάγων απουσιάζει.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 25073/2006 απόφασή του είχε επιδικάσει στην παραστάσα με την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, ως χρηματική ικανοποίηση, το παρ' αυτής αιτηθέν ποσό των 40 ευρώ για τον εαυτό της ατομικά και το ποσό των 40 ευρώ για το ανήλικο τέκνο της, λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία είχαν υποστεί από την τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Α, συζύγου της. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 6414/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής η ανωτέρω Ψ μόνο για τον εαυτό της ατομικά και όχι με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου του ανηλίκου τέκνου της. Το Τριμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να καταβάλει τόσο στην ανωτέρω δηλώσασα σ' αυτό παράσταση πολιτικής αγωγής όσο και στο ανήλικο τέκνο της, που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε απ' αυτήν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το ποσό των 40 ευρώ στον καθένα από αυτούς. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, δεχόμενο ως νόμιμη την παράσταση του εν λόγω ανηλίκου χωρίς να δηλωθεί γι' αυτό παράσταση πολιτικής αγωγής στο ακροατήριό του και δη πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλ' απλώς επιδίκασε σ' αυτό το ίδιο ποσό, το οποίο του επιδίκασε για ψυχική του οδύνη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 502 παρ. 1 του ΚΠΔ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την ειδικότερη αιτίαση ότι από αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) δεν καθίσταται σαφές με ποιά ιδιότητα δέχθηκε το εκδόσαν αυτήν Εφετείο ότι παρέστη η ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα, αν δηλαδή παρέστη μόνο για τον εαυτό της ή και για το ανήλικο τέκνο της, εκ μόνου του λόγου ότι το Εφετείο υποχρέωσε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει τόσο γι' αυτήν ατομικά όσο και για το ανήλικο τέκνο της το ως άνω ποσό των 40 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ και 914 και 932 του ΑΚ: 1) Απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, συνιστά η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, 2) Η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους κατά τον Αστικό Κώδικα, 3) Κατ' εξαίρεση, εκείνος, που, κατά τον ΑΚ, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξ αιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αδικοπραξία, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην οικογένεια του θύματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στον όρο οικογένεια, που είναι νομική έννοια, περιλαμβάνονται και οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, αδιαφόρως αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά (Ολ. ΑΠ 762/1992). Έτσι στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται και οι εξ αγχιστείας συγγενείς πρώτου βαθμού του θύματος, όπως είναι τα τέκνα του ενός συζύγου που γεννήθηκαν από άλλο γάμο ή εκτός γάμου, τα οποία συνεπώς σε περίπτωση θανατώσεως του συζύγου του γονέα τους, δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στην ίδια διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε προκύπτει από αυτήν ποία η συγγενική σχέση του ανηλίκου τέκνου, για το οποίο δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τον θανόντα, αφού όπως από τα πρακτικά της δίκης στο ως άνω δικαστήριο, η ανωτέρω Ψ δήλωσε αυτό ως τέκνο της, ιδιότητα η οποία το ενέτασσε κατά τα ανωτέρω στην έννοια της οικογένειας του θανόντος και συνεπώς δικαιούμενο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής του οδύνης από τον επελθόντα από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου θάνατο του συζύγου της μητέρας του, και αυτό ανεξάρτητα του ότι για την νομιμοποίηση του εν λόγω ανηλίκου, ως άμεσα παθόντος από την ως άνω αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου, δεν προβλήθηκε καμμία αντίρρηση από τον κατηγορούμενο, όπως τούτο ρητά αναφέρεται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ψ και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.1.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 6414/2007 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγουσας, που ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική αγωγή. Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα λόγω ασάφειας ως προς αν η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη για τον εαυτό της ή ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της. Εφαρμογή από το Εφετείο της διάταξης του άρθρ. 502 παρ. 2 ΚΠΔ. Έννοια της λέξης οικογένεια του άρθρου 932 ΑΚ. Δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και τα παιδιά της συζύγου του θανατωθέντος από την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα μη νομιμοποιήσεως του τέκνου της συζύγου του θανόντος.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Χρηματική ικανοποίηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2583/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη, περί αναιρέσεως της 2489/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2085/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του, όπως ισχύει, Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", εκείνος, που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων από τον εκδότη κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της ή κατά τον χρόνο της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες από την παραπάνω διάταξη αθροιστικώς ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την πραγμάτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται, α) έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, ήτοι, κατ' άρθρο 29 παρ. 1 και 4 Ν. 5960/1933, εντός οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία εκδόσεώς της εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, β) έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής και γ) δόλος, για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του. Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ουσιαστική κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, μέχρι την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες, που απέρριπταν το αίτημα για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, όμως, μετά την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2.489/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (δικηγόρος), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ, ημερησίως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, μετά την απόρριψη αιτήματος αυτού για αναβολή της δίκης, για να κληθεί η μάρτυς - μηνύτρια Ψ για να δώσει εξηγήσεις για τις καταβολές χρηματικών ποσών εκ μέρους του κατηγορουμένου προς αυτήν, ώστε να αποδειχθεί ότι αυτός είχε εξοφλήσει την επιταγή. Από την πληττόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε το αίτημα αναβολής με την αιτιολογία: "Κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν συντρέχει λόγος αναβολής και το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο, δεδομένου ότι οι φερόμενες καταβολές αφορούν πολύ προγενέστερο διάστημα από την έκδοση της επίδικης επιταγής . Επομένως, η ως άνω μάρτυρας Ψ, η οποία σημειωτέον, δεν είχε εξεταστεί πρωτοδίκως, δεν θα προσφέρει τίποτε στη διαλεύκανση της υποθέσεως". Η παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι αναφέρει, με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τον λόγο για τον οποίο δεν κρίνεται επιβεβλημένη η κλήτευση και εξέταση τής ως άνω μηνύτριας ενώπιον του Δικαστηρίου, αιτιολογώντας έτσι πλήρως για ποιο λόγο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τής κλητεύσεως τής μηνύτριας, των οποίων η έλλειψη επιβάλλει την απόρριψη τού αιτήματος αναβολής και ο περί του αντιθέτου από το άρθρ. 510 παρ. 1 Δ του Κ.Π.Δ., τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά την απόρριψη τού αιτήματος αναβολής, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 2.489/2007 απόφασή του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τον αναιρεσείοντα - εκκαλούντα - κατηγορούμενο, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο και του επέβαλε την ως άνω ποινή. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2.489/2007 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Ο κατηγορούμενος εξέδωσε στην ... στις 3.12.2001 την υπ' αριθ.... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας, ποσού 21.000.000, σε διαταγή της εγκαλούσας Ψ και της Ζ, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό και ήταν πληρωτέα στην ίδια Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε από τη νόμιμη κομίστρια στις 5.12.2001 στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, με την οποία είχε ήδη συγχωνευθεί η Ιονική Τράπεζα, πλην δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και η μη πληρωμή βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής από τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας. Την επιταγή αυτή εξέδωσε ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ότι δεν διέθετε τα αντίστοιχα κεφάλαια για την πληρωμή της. Και μετά τη σφράγιση της επιταγής ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τίποτε στις δικαιούχους. Ο ισχυρισμός του ότι το ποσό της επιταγής όφειλαν σ' αυτόν οι μηνύτριες από προγενέστερη καταβολή που είχε κάνει για λογαριασμό τους και ότι, συνεπώς, έχει εξοφλήσει ολοσχερώς από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε. Οι προσκομιζόμενες αποδείξεις καταβολών αφορούν πολύ προγενέστερα χρονικά διαστήματα (έτη 1996, 1997, 1998), αλλά και δεν προκύπτει ότι τις καταβολές αυτές έκανε ο κατηγορούμενος. Κατά συνέπειαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Το αίτημά του να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του, ανεξαρτήτως του ότι υποβάλλεται εντελώς αόριστα, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι η έγκληση είναι απαράδεκτη γιατί δεν προσυπογράφεται και από τις δύο φερόμενες ως παθούσες είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον αρκεί ότι η έγκληση υποβλήθηκε μόνο από την μία αμέσως παθούσα Ψ, σε διαταγή και της οποίας (και της μητέρας της Ζ) εκδόθηκε η επιταγή". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, η οποία περιγράφηκε, καθ' όλα τα συγκροτούντα αυτή στοιχεία, ώστε να καθίσταται δήλη η πράξη για την οποία καταδικάστηκε και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε την ανωτέρω επιταγή ποσού 21.000.000 δρχ., σε διαταγή της εγκαλούσας Ψ και της Ζ, η οποία (επιταγή) εμφανίστηκε από τη νόμιμη κομίστρια στην πληρώτρια Τράπεζα, πλην δεν πληρώθηκε διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, γεγονός που γνώριζε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, αφού αναφέρονται αυτές κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία καθενός από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρ. Ε 510 παρ. 1 δ και του Κ.Π.Δ., πρώτος, δεύτερος, και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρ. 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η ποινική δίωξη έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω του ότι η έγκληση υποβλήθηκε από δικηγόρο, που διορίστηκε από τη μία και όχι και από τις δύο παθούσες είναι αβάσιμη διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως (άρθρο 118 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα). Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρ. 510 παρ. 1 ΣΤ περίπτ. δε του Κ.Π.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τις σκέψεις αυτές και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, κατά της 2.489/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Υπάρχει αιτιολογία της αποφάσεως όταν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία καθενός εγγράφου, χωριστά. Παραδεκτή η άσκηση της ποινικής διώξεως, εάν η έγκληση υποβλήθηκε από τον δικηγόρο που διορίστηκε από τη μία και όχι από τις δύο παθούσες, διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ( άρθρο 118 παρ. 3 ΠΚ). Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Έγκληση.
| 1
|
Αριθμός 2581/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 4064/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Αυγούστου 2008 και 10 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1441/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι υπό κρίση, από 1.8.2008 και 11.9.2008, δύο αιτήσεις (δηλώσεις) αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά της ίδιας με αριθμό 4064/2008, καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 4064/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων Ψ εισήχθη στις 10-11-2000 στην ουρολογική κλινική του πανεπιστημιακού νοσοκομείου Ηρακλείου Κρήτης λόγω διαπιστωμένου θηλωματώδους όγκου που βρισκόταν εντός εκκολπώματος της ουροδόχου κύστης στο αριστερό πλάγιο, για την αφαίρεση του οποίου υποβλήθηκε στις 13-11-2000 σε χειρουργική επέμβαση. Η ιστολογική εξέταση που ακολούθησε έδειξε ότι ο αφαιρεθείς από την ουροδόχο κύστη όγκος επρόκειτο για θηλώδες καρκίνωμα από μεταβατικό επιθήλιο ουροδόχου κύστης βαθμού κακοήθειας Grade ΙΙ.
ΙΙΙ. Στις 15-11-2000 ο πολιτικώς ενάγων εξήλθε από την κλινική με την σύσταση του εγχειρήσαντος αυτού ιατρού - ουρολόγου Α, να υποβληθεί σε μετεγχειρητικό έλεγχο με την διενέργεια αξονικής (υπολογιστικής) τομογραφίας άνω και κάτω κοιλίας για διερεύνηση οποιουδήποτε τυχόν προβλήματος στην περιοχή. Στην από 21-11-2000 αξονική τομογραφία, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία στο ευρισκόμενο στο Ηράκλειο της Κρήτης, διαγνωστικό κέντρο "....." που υπογράφεται από τους επίκουρους καθηγητές ακτινολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Β και Γ αναφέρεται ότι παρουσιάζονται μετεγχειρητικές αλλοιώσεις στην ουροδόχο κύστη και συγκεκριμένα στην ελάσσονα πύελο, ιδίως στο οπισθοπλάγιο αριστερό τοίχωμα της ουροδόχου κύστης, προφανώς λόγω της προηγηθείσης εκτομής και παρατηρείται στο αριστερό τοίχωμα της ουροδόχου κύστης εντοπισμένη εικόνα εκκολπώματος καθώς και πάχυνση του τοιχώματος, επίσης ευρήματα που αποδίδονται στην προηγηθείσα επέμβαση στην περιοχή και παρουσία αέρος εντός αυτής (της ουροδόχου κύστης) μετεγχειρητικής αιτιολογίας. Δεν παρατηρούνται ενεργείς εστιακές αλλοιώσεις από τον έλεγχο του ηπατικού παρεγχύματος, ούτε διάταση των ένδο ή έξω ηπατικών χοληφόρων, και ελέγχονται φυσιολογικά ο σπλήνας, το πάγκρεας, ο αριστερός νεφρός και τα επινεφρίδια ενώ διαπιστώνεται η παρουσία διάσπαρτων λεμφαδένων με διαμέτρημα λίγα χιλιοστά στο περικυστικό λίπος καθώς και μεταξύ ορθού και ουροδόχου κύστης, όπως επίσης και στις βουβωνικές χώρες άμφω και σημειώνεται η παρουσία λεμφαδένων διαμέτρου λίγων χιλιοστών, οι οποίοι δεν είναι παθολογικοί με απεικονιστικά κριτήρια, στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο. Τέλος διαπιστώνεται η παρουσία συμπαγούς χωροκατακτητικής εξεργασίας (μορφώματος) διαστάσεως 5 Χ 4,5 εκατοστών στον άνω πόλο του δεξιού νεφρού με απεικονιστικούς χαρακτήρες υπερνεφρώματος ή όγκου του "Grawitz". Η ανωτέρω εξεργασία εμφανίζει στικτές αποτιτανώσεις προκαλεί αποδιοργάνωση και αποδόμηση της άνω κοιλιακής ομάδας χωρίς όμως σημεία διήθησης του περινεφρικού λίπους ούτε σημεία αποφρακτικής ουροπάθειας στο σύστοιχο δεξιό νεφρό. Η δεξιά νεφρική φλέβα και η κάτω κοίλη φλέβα ελέγχονται βατές. Κατόπιν των άνω αποτελεσμάτων της αξονικής τομογραφίας ο πολιτικώς ενάγων μετέβη το ίδιο απόγευμα (21-11-2000) από το Ηράκλειο της Κρήτης στην Αθήνα, όπου επισκέφθηκε συνοδευόμενος από τον γιο του, τον κατ/νο ιατρό στο ιατρείο του και του εξέθεσε αναλυτικά το πρόβλημα της υγείας του, αναφερόμενος στην πρόσφατη επέμβαση της ουροδόχου κύστης καθώς και στον εντοπισμό κατά τον μετεγχειρητικό έλεγχο τυχαίου ευρήματος μορφώματος στον άνω πόλο του δεξιού νεφρού του. Ο κατ/νος αφού επισκόπησε την αξονική τομογραφία που του προσκόμισε ο μηνυτής και προέβη ο ίδιος σε εξέταση της περιοχής με υπερηχογράφημα, υπέδειξε ότι έπρεπε να γίνει άμεσα χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του εντοπισθέντος μορφώματος (όγκου) γεγονός το οποίο άλλωστε αυτός (κατ/νος) δεν αμφισβητεί. Τονίζοντας δε την σπουδαιότητα της έγκαιρης αντιμετώπισης του νέου αυτού όγκου του πρότεινε να ενεργήσει ο ίδιος την επέμβαση ακόμη και την επόμενη κιόλας ημέρα στο θεραπευτήριο "....." όπου χειρουργούσε αυτός. Του επεσήμανε δε ότι η προσπάθειά του ήταν κυρίως στο να αφαιρέσει το μόρφωμα (όγκο) και να διατηρήσει τον νεφρό ανέπαφο ή έστω να διατηρήσει το μεγαλύτερο μέρος αυτού, εκτός αν ο όγκος ήταν τέτοιος που απαιτείτο να αφαιρεθεί μαζί μ'αυτόν και ολόκληρος ο νεφρός. Ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε μικρή προθεσμία πριν εισαχθεί στο χειρουργείο. Στις 22-11-2000 επέστρεψε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου επισκέφθηκε τον ουρολόγο - χειρούργο - ιατρό του Α. Αυτός τον διαβεβαίωσε ότι υπήρχε όγκος στην περιοχή του δεξιού νεφρού που χρήζει χειρουργικής αντιμετώπισης, πλην όμως του είπε ότι στο νοσοκομείο του Ηρακλείου, όπου χειρουργούσε, τούτο μπορούσε να προγραμματισθεί μόνο μετά την πάροδο 15 ημερών περίπου. Η ανησυχία και οι φόβοι του πολ. ενάγοντος και της οικογένειάς του ήταν μεγάλοι, λόγω και της προηγηθείσης επέμβασης αφαίρεσης κακοήθους όγκου από την ουροδόχο κύστη του, γι'αυτό για να μην χρονοτριβήσει η επέμβαση αποφάσισαν να μεταβούν εκ νέου στην Αθήνα στον κατ/νο. Έτσι στις 23-11-2000 εισήχθη ο πολ. ενάγων στο θεραπευτήριο "....." για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση την επόμενη κιόλας ημέρα, ενώ με εντολή του κατ/νου υποβλήθηκε σε διάφορες προεγχειρητικές εξετάσεις, μεταξύ των οποίων και σε εξέταση νέας μαγνητικής τομογραφίας οπισθοπεριτοναϊκού χώρου και πυελογραφίας, τις οποίες αυτός, όπως ο ίδιος τόνισε στον πολ. ενάγοντα και τους οικείους του, έκρινε απαραίτητες για να μπορέσει να έχει την καλύτερη δυνατή εικόνα της κατάστασης του ασθενούς πριν μπει στο χειρουργείο που προγραμματίστηκε για τη 13.00 μ.μ. της 24-1-2000. Το πρωΐ της ημέρας αυτής ο πολ. ενάγων υποβλήθηκε πράγματι σε πυελογραφία και μαγνητική τομογραφία οπισθοπεριτοναϊκού χώρου, όπως είχε ορίσει ο κατ/νος, από τις οποίες η δεύτερη σε άλλο κτίριο-θεραπευτήριο. Σύμφωνα με την εξέταση αυτή, που υπογράφεται από τον Δ, υπό τον τίτλο "ευρήματα" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Σφαιρικό μόρφωμα 4 εκατ. προβάλλει στην περιοχή άνω πόλου δεξιού νεφρού, δεξιού επινεφριδίου. Είναι σαφώς περιγεγραμμένο και θα μπορούσε να περιβάλλεται από κάψα, εμφανίζει ανομοιογένεια της υφής με εστίες χαμηλής εντάσεως σχήματος σε όλες τις ακολουθίες παλμών, οι οποίες παριστούν πιθανώς αιμορραγικά στοιχεία. Εμφανίζει σχετικά ήπια πρόσληψη, κυρίως στο έσω και το πρόσθιο τμήμα του. Το δεξιό επινεφρίδιο είναι διακριτό και η αλλοίωση έρχεται σε επαφή με το πέρας των σκελών αυτού. Στις ληφθείσες στεφανιαίες τομές η παθολογία δίδει την εντύπωση ότι αφορίζεται από τον άνω πόλο του δεξιού νεφρού, το οποίο πιθανώς απωθεί ελαφρώς προς τα κάτω. Επίσης ασκεί εκτύπωμα στον δεξιό ηπατικό λοβό, από τον οποίο αφορίζεται και πάλι σαφώς. Δεν ελέγχονται σημεία λεμφαδενοπάθειας. Τα λοιπά απεικονισθέντα μόρια του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου όπως και τα λοιπά απεικονισθέντα μόρια της άνω κοιλίας, δεν εμφανίζουν παθολογικά ευρήματα". Στην ίδια εξέταση υπό τον τίτλο "εντύπωσης" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Μόρφωμα 4 εκατ. με έκδηλη ανομοιογένεια της υφής, πιθανή παρουσία αιμορραγικών στοιχείων και σαφή αφορισμό, ελέγχεται στα όρια άνω πόλου δεξιού νεφρού - δεξιού επινεφριδίου, χωρίς από την παρούσα εξέταση να διευκρινίζεται σαφώς η προέλευση αυτού". Την εξέταση, όμως, αυτή, της μαγνητικής τομογραφίας, που με εντολή του κατ/νου είχε διενεργηθεί, αυτός (κατ/νος) δεν την είδε, πριν μπει στο χειρουργείο, προκειμένου να έχει ιδία γνώση και αντίληψη για τα ευρήματα και συμπεράσματα που συνάγονται από την μελέτη της, όπως άλλωστε ο ίδιος (ο κατ/νος) παραδέχεται και στο από 22-1-2001 χειρόγραφο σημείωμά του, την γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητεί μέχρι σήμερα ο κατ/νος, από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι (ο κατ/νος) αρκέστηκε στην γνώμη του διαγνώστη, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε μαζί του, πριν την εγχείριση. Η παράλειψη όμως αυτή του κατ/νου να λάβει γνώση ιδίοις όμμασι της μαγνητικής τομογραφίας που ο ίδιος, κατά τα άνω, αναφερθέντα, είχε υποδείξει ως επιβεβλημμένη και να εκτιμήσει τα αποτελέσματά της, ήταν ο λόγος που δεν είχε σαφή εικόνα για το μέγεθος και την θέση του μορφώματος, για το οποίο επενέβαινε χειρουργικά. Και τούτο διότι η άνω απεικονιστική εξέταση ήταν ειδικότερη, ακριβέστερη και νεώτερη, σε σχέση με την από 22-11-2000 αξονική τομογραφία, που ο κατ/νος είχε υπόψη του, υπό την έννοια ότι με την μαγνητική τομογραφία διερευνάτο πλέον συγκεκριμένη περιοχή, αυτή του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου που παρείχε την δυνατότητα ακριβέστερου εντοπισμού της θέσης του μορφώματος, πράγμα άλλωστε που συνέβη, αφού, εκτός του ότι η ως άνω εξέταση καθόριζε τις διαστάσεις του μορφώματος (4 εκατοστά) προσδιόριζε και τη θέση του εκτός του δεξιού νεφρού, δεδομένου ότι όπως διατυπώνεται ρητά στην εξέταση αυτή, το μόρφωμα είναι σαφώς περιγεγραμμένο και σαφώς αφορίζεται στα όρια του άνω πόλου του δεξιού νεφρού - δεξιού επινεφριδίου, το οποίο σαφώς (δεξιό νεφρό) πιθανώς πιέζει (απωθεί) προς τα κάτω. Έτσι ο κατ/νος ενόψει της ως άνω παράλειψής του, πιστεύοντας ότι το μόρφωμα βρισκόταν εντός του νεφρού (δεξιού) προχώρησε σε ολική αφαίρεση - ριζική νεφρεκτομή του δεξιού νεφρού, αφήνοντας στο σώμα του ενάγοντος τελικά το μόρφωμα για το οποίο γινόταν η επέμβαση. Όταν βγήκε από το χειρουργείο ο κατ/νος διαβεβαίωσε τους συγγενείς του πολ. ενάγοντος ότι η επέμβαση πήγε πολύ καλά και ότι τελικά χρειάστηκε να αφαιρέσει ολόκληρο το δεξιό νεφρό μαζί με τον όγκο, που κατά την εκτίμησή του ήταν οπωσδήποτε κακοήθης, ότι αφού αφαιρέθηκε με τον όγκο και ο νεφρός περιοριζόταν ο κίνδυνος να υπάρχει περαιτέρω πρόβλημα και ότι τέλος έστειλε στο εργαστήριο τον εξαιρεθέντα νεφρό για ιστολογική εξέταση. Από δε την από 3-1-2001 ιστολογική εξέταση που υπογράφεται από την ιατρό Ε προέκυψε ότι στοιχεία κακοήθειας δεν ανευρέθησαν στο δεξιό νεφρό που αφαιρέθηκε κατά τα άνω. Την ιστολογική αυτή εξέταση που απέστειλε ο κατ/νος στον πολ. ενάγοντα στο Ηράκλειο Κρήτης προσκόμισε στον ιατρό Α ο πολ. ενάγων. Αυτός (Α) μόλις είδε τα αποτελέσματά της απόρησε για την ενέργεια του συναδέλφου του να αφαιρέσει όπως φαίνεται ένα καθόλα υγιή νεφρό. Συνέστησε δε στον πολ. ενάγοντα να προβεί εκ νέου σε αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας που πραγματοποιήθηκε στις 19-1-2002 στο διαγνωστικό κέντρο "....." στο Ηράκλειο της Κρήτης και υπογράφεται από τους ιατρούς Β και Γ. Από την τελευταία αυτή απεικονιστική εξέταση προέκυπτε ότι είχε γίνει νεφρεκτομή δεξιά και επιπλέον διαπιστωνόταν ότι το περιγραφέν στην προηγούμενη αξονική τομογραφία (δηλ. την από 22-11-2000 που είχε λάβει υπόψη του για το χειρουργείο ο κατ/νος) μόρφωμα δεν είχε εξαιρεθεί. Μετά ταύτα ο άνω ιατρός Α συγκάλεσε ιατρικό συμβούλιο από ιατρούς του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου, όπου κρίθηκε ως επιβεβλημένη η χειρουργική επέμβαση και η εξαγωγή του μορφώματος. Πριν δε επέμβει χειρουργικά ο ιατρός Α ζήτησε να του χορηγηθεί από τον κατ/νο σχετικό σημείωμα των διενεργηθεισών υπ' αυτού πράξεων, στο οποίο όπως προαναφέρθηκε ο κατ/νος παραδέχεται ότι δεν είδε την άνω μαγνητική τομογραφία που ο ίδιος είχε δώσει εντολή να διενεργηθεί ως επιβεβλημένη. Τελικά πραγματοποιήθηκε η χειρουργική αφαίρεση του μορφώματος από τον ιατρό Α στις 7-2-2001 και οι ιστολογικές εξετάσεις έδειξαν ότι επρόκειτο για καλοήθη όγκο, μαζί δε με τον όγκο αφαιρέθηκε και το δεξιό επινεφρίδιο. Από τα άνω αποδεικνύεται σαφώς, ότι ο κατ/νος κατά την επέμβαση που πραγματοποίησε στον πολ. ενάγοντα στις 24-11-2000 αφαίρεσε, ως μη έδει, τον υγιή δεξιό νεφρό, ενώ δεν πείραζε καθόλου το μόρφωμα, με συνέπεια να χρειαστεί να υποβληθεί αυτός σε νέα χειρουργική επέμβαση σε σύντομο μάλιστα χρονικό διάστημα ήτοι στις 7-2-2001. Το άνω γεγονός ήταν δυσμενές για τον πολ. ενάγοντα, επέφερε δε σοβαρές για την κατάσταση της υγείας του συνέπειες, αφού του αφαιρέθηκε ένα ζωτικό για τον ανθρώπινο οργανισμό όργανα, που η απώλειά του στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένα τα προϋπάρχοντα προβλήματα της κατάστασης της υγείας του (κακοήθης όγκος στην ουροδόχο κύστη) καθίσταται ιδιαίτερα επιβαρυντική και επαχθής, καθώς λόγω του βεβαρημένου ιατρικού του ιστορικού στο ουροποιητικό σύστημα, ελλοχεύει ο κίνδυνος να παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα στο ένα πλέον νεφρό του πολ. ενάγοντος με ολέθρια γι'αυτόν αποτελέσματα. Η αφαίρεση δηλαδή του δεξιού νεφρού του πολ. ενάγοντος, ο οποίος ήταν καθόλα υγιής κατά τα άνω, αντί της αφαίρεσης του μορφώματος που υπήρξε μεταξύ δεξιού νεφρού και δεξιού επινεφριδίου οφείλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου σε αμέλεια του κατ/νου συνισταμένη στην παράλειψή του αφενός να μελετήσει και να έχει ίδια γνώση για τα αποτελέσματα της από 24-11-2000 μαγνητικής τομογραφίας, που ο ίδιος είχε υποδείξει ως επιβεβλημένη προεγχειρητικώς, για τον εντοπισμό της ακριβούς θέσης του μορφώματος, την οποία αν ελάμβανε υπόψη του και έβλεπε πριν επέμβει χειρουργικά, ως όφειλε, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και ως μέσος συνετός ιατρός - χειρουργός της ειδικότητάς του, δεν θα προέβαινε σε ριζική νεφρεκτομή, αφού σύμφωνα με αυτήν την απεικονιστική εξέταση, η οποία περιοριζόμενη αποκλειστικά στο οπισθοπεριτοναϊκό χώρο, και εξ αυτού του λόγου εξειδικευμένη σε σχέση με την, ευρύτερης διερευνόμενης περιοχής άνω και κάτω κοιλίας, αξονική, περιέγραφε κατά διαφορετικό, από την τελευταία, τρόπο, την θέση του μορφώματος, καθορίζοντάς την εκτός του νεφρού, τον οποίο όπως χαρακτηριστικά αναφέρει "πίεζε προς τα κάτω", πλην όμως ο κατ/νος, αρκούμενος στα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας πίστευε εξ αμελείας του πως το μόρφωμα βρισκόταν εντός του νεφρού και ήταν κακόηθες και τον αφαίρεσε ασκόπως. Αφετέρου η αμέλειά του συνίσταται στην παράλειψή του, δεδομένων των αντιφατικών αποτελεσμάτων της από 21-11-2000 αξονικής τομογραφίας και των ιστολογικών εξετάσεων του αφαιρεθέντος νεφρού, να διερευνήσει περαιτέρω το περιστατικό μετά την επέμβαση, ως όφειλε κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και ως μέσος συνετός ιατρός - χειρουργός της ειδικότητάς του και του όρκου που έχει δώσει, ξεκινώντας από την μελέτη, έστω και καθυστερημένα, των αποτελεσμάτων της ως άνω από 24-11-2000 μαγνητικής τομογραφίας, όπου θα διαπίστωνε, σύμφωνα με όσα ο ίδιος έχει πράξει στο χειρουργείο, ότι το μόρφωμα δεν είχε εξαιρεθεί, ενημερώνοντας σχετικά τον ενάγοντα, πράγμα που δεν έπραξε. Ο ισχυρισμός δε του κατηγορουμένου στο υποβληθέν υπόμνημά του προς τον πταισματοδίκη, αλλά και σήμερα κατά την απολογία του, ότι κατά τη διάρκεια της ενεργηθείσας απ' αυτόν επέμβασης διαπίστωσε την ύπαρξη αλλά και την σύσταση του μορφώματος τούτου ως καλοήθους και για το λόγο αυτό έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να αφαιρεθεί, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιφατικά στο από 22-1-2001 σημείωμά του προς το συγκληθέν από τον ιατρό Α ιατρικό συμβούλιο, βεβαιώνει ότι κατά τη διάρκεια της επέμβασης διαπίστωσε ότι το διεγχειρητικό πεδίο ήταν καθαρό και δεν ψηλαφήθηκε όγκος στα όρια δεξιού νεφρού - επινεφριδίου, πράγμα που αν είχε διαπιστώσει, όπως σήμερα ισχυρίζεται, θα το είχε αναφέρει, έστω λέγοντας ότι έκρινε ότι ήταν καλόηθες μόρφωμα". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δη διέλαβε σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την, κατά τα άνω, αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης, από μη συνειδητή αμέλεια, κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση, την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του αποτελέσματος που επήλθε, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε γι'αυτά, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή αναφορά σ'αυτές και η εξειδίκευση του τι από κάθε μία από αυτές προκύπτει, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 και 315 του Π.Κ. που εφάρμοσε. Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος της από 1.8.2008 δήλωσης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Επειδή, η εξέταση στο ακροατήριο μάρτυρα, που δεν γνωστοποιήθηκε στο ακροατήριο κατά το άρθρο 326 Κ.Π.Δ., δημιουργεί σχετική ακυρότητα, η οποία όμως καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως, σύμφωνα με τα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της από 11.9.2008 δήλωσης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση ότι ακύρως εξετάσθηκε στο ακροατήριο μάρτυρας του μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντος, που δεν γνωστοποιήθηκε, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, από τα πρακτικά της δίκης, δεν προκύπτει ότι αυτός (αναιρεσείων) εναντιώθηκε, ενώπιον του δικαστηρίου, στην εξέταση του παραπάνω μάρτυρα.
IV. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Πλημμελειοδικείου που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δικαιούται να παρασταθεί με την αυτή ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίωξη των οποίων όμως δεν μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο. Τούτο δε διότι, η έφεση του Εισαγγελέα προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως, ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., πλην η παραδοχή του λόγου αυτού δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως ως προς όλες τις διατάξεις της, δηλαδή στο σύνολό της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στη δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς τη διάταξή της περί επιδικάσεως "χρηματικής ικανοποιήσεως", γι' αυτό και ο Άρειος Πάγος, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως προς νέα συζήτηση, αναιρώντας εν μέρει την απόφαση, διατάσσει την απάλειψη της διάταξης αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με την υπ' αρ. 20125/2007 πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, καίτοι επιλήφθηκε της υποθέσεως συνεπεία εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά της ανωτέρω αθωωτικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επιδίκασε στον νομίμως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση σαράντα τεσσάρων (44) Ευρώ για ηθική βλάβη, την οποία αυτός υπέστη από την αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος. Έτσι, όμως, το Εφετείο, χωρίς να υπάρχει κακή παράσταση της πολιτικής αγωγής, υπερέβη την εξουσία του με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική απαίτηση και γι' αυτό, κατά μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 11.09.2008 αίτησης αναίρεσης, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, ήτοι μόνο κατά την περί επιδικάσεως "χρηματικής ικανοποιήσεως" διάταξή της, της οποίας θα διαταχθεί η απάλειψη, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως προς νέα συζήτηση. Οι πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, της από 1.8.2008 αίτησης αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος της από 11.9.2008 ομοίας, σύμφωνα με τους οποίους επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση, το πρώτον, της πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και συνακόλουθα και από την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στον πολιτικώς ενάγοντα, είναι ως αβάσιμοι και απορριπτέοι, για τους εξής λόγους. Πρώτον, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αρ. 20.125/2007 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο Ψ νομίμως παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων κατά την πρωτόδικη εκδίκαση της εναντίον του αναιρεσείοντος αποδιδόμενης κατηγορίας και συνεπώς, όπως άλλωστε επισημάνθηκε, νομίμως παραστάθηκε και ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου Αθηνών και όχι, όπως αβασίμως υποστηρίζεται, για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι, στο πρωτόδικο Δικαστήριο, παρέστη ως πολιτικώς ενάγων για την υποστήριξη της κατηγορίας, διότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ήταν δημόσιος υπάλληλος, ως ιατρός του Εθνικού Συστήματος Υγείας, μη ευθυνόμενος αστικώς έναντι του Ψ, ο οποίος ζημιώθηκε αμέσως από την παράνομη πράξη, για την οποία και καταδικάστηκε, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού στην έννοια της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος, περιλαμβάνεται και η υπεράσπιση της εναντίον του ζημιώσαντος κατηγορίας. Δεύτερον, διότι, όπως επισημάνθηκε, η εκδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστά υπέρβαση εξουσίας, η οποία έχει ως συνέπεια την μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, η οποία έχει ως συνέπεια την ολική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την υπ' αρ. 4064/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τη διάταξή της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ, ύψους σαράντα τεσσάρων (44) Ευρώ.
Διατάσσει την απάλειψη της ως άνω διάταξης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και ακυρότητα για κακή παράσταση πολιτικής αγωγής. Σε αθωωτική απόφαση, η παράσταση στο δεύτερο βαθμό του πολιτικώς ενάγοντος, συνεπεία άσκησης κατά της αθωωτικής απόφασης έφεσης από τον εισαγγελέα είναι μόνο για την υπεράσπιση της κατηγορίας. Η επιδίκαση, παρά ταύτα, χρηματικής ικανοποίησης, συνιστά υπέρβαση εξουσίας. Αναιρείται εν μέρει και διατάσσεται η απάλειψη της σχετικής διάταξης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Πολιτική αγωγή, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 2579/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κροκίδα, για αναίρεση της με αριθμό 2.532/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Μυλωνοπούλου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2.028/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, χωρίς να εξετάζεται αν είναι ή όχι αληθές το περιεχόμενο του εγγράφου ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης (βλ. σχετ. Ολ.ΑΠ 3/2008). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ1 του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 2.532/2007 απόφασή του δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού ότι από τα κατά το είδος τους σ' αυτή αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη ..... στις 13.8.2001 ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή επί εντύπου υπευθύνου δηλώσεως του Ν.1599/1986, στην οποία ο εγκαλών είχε θέσει την υπογραφή του, ανέγραψε στην οικεία θέση, χωρίς να έχει σχετική άδεια ή συναίνεση του εγκαλούντος, ότι αυτός (εγκαλών) έλαβε για την προσφερθείσα στην Α αγροτική εργασία ποσό 42.000 δρχ., ώστε να φέρεται ως εξοφληθείσα η σχετική απαίτηση απ' την εργασία αυτή και μετά ταύτα προσκόμισε την εν λόγω δήλωση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Το αναγραφέν ωστόσο επί της άνω δηλώσεως, ότι ο παθών εργαζόταν σε αγροτικές εργασίες, ήταν ψευδές, γιατί αυτός εργαζόταν ως εργάτης, συναρμολογώντας παλέττες, στην επιχείρηση του κατηγορουμένου, οι οποίες παλέττες έρχονταν απ' την ..... . Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν αξιοποίνου πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση, γιατί αποδεικνύονται πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την πράξη αυτή, κατά το αντικειμενικό και υποκειμενικό της στοιχείο, κατά τα αναφερόμενα ειδικώτερα στο διατακτικό. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικό που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ την οποία εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της ως άνω αξιόποινης πράξης, αρκούσε η αναφορά ότι ο αναιρεσείων ανέγραψε στην οικεία θέση του εντύπου υπεύθυνης δήλωσης του Ν.1599/1986, στο οποίο υπήρχε η υπογραφή του εγκαλούντος, χωρίς τη θέλησή του, ήτοι κατά κατάχρηση της υπογραφής του, ότι έλαβε το σ'αυτή αναφερόμενο ποσό ώστε να φέρεται εξοφληθείσα σχετική απαίτηση του εγκαλούντος, ήτοι γεγονός το οποίο ήταν δυνατό να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση η απόσβεση του δικαιώματος του εγκαλούντος ... οφειλόμενες σ'αυτόν από τον κατηγορούμενο αποδοχές του. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, με την αιτίαση ότι οι παραδοχές της δεν θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη αξιόποινης πράξης αλλά μόνο της απάτης (άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ) για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το περιεχόμενο της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αλυσιτελώς προβάλλεται δεδομένου ότι για την θεμελίωση της πλαστογραφίας είναι αδιάφορο αν το πλαστογραφηθέν κείμενο ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.10.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2532/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη του σε σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία συνιστά και η συμπλήρωση κατά το δοκούν υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986 που φέρει την υπογραφή τρίτου (κατάχρηση υπογραφής). Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ λόγος αναιρέσεως. Είναι αδιάφορο αν το περιεχόμενο του πλαστογραφηθέντος εγγράφου είναι αληθές ή όχι. Απορρίπτεται ως αλυσιτελής ο ίδιος λόγος αναίρεσης.
|
Πλαστογραφία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2573/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 2874/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον .... Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ..., 2. .... και 3. ...., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 99/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 28, 314 παρ. 1 εδάφ. α', και 302 Π.Κ., για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, ότι δεν καταβλήθηκε από το δράστη η προσοχή, που απαιτείται κατ' αντικειμενική κρίση, την οποία κάθε συνετός άνθρωπος οφείλει να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική καθώς και ότι αυτός, με τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του δράστη. Όταν όμως ένα από τα πιο πάνω εγκλήματα είναι απότοκο της συντρέχουσας αμέλειας περισσότερων από ένα προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται ως προς την ευθύνη του αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα, που επήλθε, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμό προς αυτή. Εξ άλλου η απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψης της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2874/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και εννέα μηνών, που ανεστάλη επί τριετία για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματική βλάβη από αμέλεια. Για να καταλήξει στην παραπάνω καταδικαστική κρίση τούτο το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα στην αρχή του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα αποδέχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ... στη 3-10-2002 και ώρα 10.45 o πρώτος κατηγορούμενος .... οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΔΧ αυτοκίνητο ταξί κινούνταν στη δημοτική οδό του Γενικού Νοσοκομείου .... Η οδός αυτή διασταυρώνεται με την οδό .... Η τελευταία αυτή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με δύο λωρίδες επιβράδυνσης στο ύψος της διασταύρωσης, που διαχωρίζονται (σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις) με υπερυψωμένη κεντρική νησίδα, έχει δε πλάτος οδοστρώματος 16,40 μέτρα. Τον ίδιο πιο πάνω χρόνο και τόπο, ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθ. ... ΔΧ λεωφορείο κινούνταν στην οδό ... με κατεύθυνση προς ... (προορισμός του ήταν η ...). Όταν ο πρώτος κατηγορούμενος έφτασε στη διασταύρωση, έχοντας στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP) ανέκοψε ταχύτητα και εισήλθε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου στην άνω οδό (...) προκειμένου να αποκτήσει ορατότητα, η οποία παρεμποδιζόταν από υπάρχον στο έρεισμα της οδού ... τοιχίο. Κατά τον έλεγχο που έκανε αν και διαπίστωσε ότι επί της οδού την οποία επρόκειτο να διασχίσει με σκοπό να κατευθυνθεί αριστερά προς ... κινούνταν το πιο πάνω ΔΧ λεωφορείο, δεν ακινητοποίησε το όχημά του, ούτε ανέμενε τη διέλευση του τελευταίου, αλλά πιστεύοντας ότι προλαβαίνει να διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο κινούνταν το λεωφορείο, ανέπτυξε ταχύτητα και εισήλθε εξολοκλήρου στην οδό. Ο οδηγός του λεωφορείου - δεύτερος κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος το ταξί να κινείται κάθετα στο ρεύμα πορείας του τράβηξε ηλεκτρόφρενο και πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση, πλην όμως δεν την απέφυγε και με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του επέπεσε στο πίσω αριστερό τμήμα του ταξί (στην αριστερή κολώνα και πίσω αριστερή πόρτα), το οποίο εν συνεχεία παρέσυρε περί τα 18,50 μέτρα ενώ το ίδιο (λεωφορείο) ακινητοποιήθηκε 26 μέτρα πιο κάτω (βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα τροχαίας). Η σύγκρουση αυτή, συνεπεία της οποίας σκοτώθηκαν επί τόπου οι επιβαίνουσες στο ταξί ... και ..., και τραυματίσθηκε σοβαρά ο οδηγός του - πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής και κάταγμα πλευρών (4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου και 9ου) οφείλεται σε έλλειψη προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν, ενόψει και του επαγγέλματός τους, να καταβάλλουν, αλλά δεν κατέβαλαν και οι δυο κατηγορούμενοι, αφού ο πρώτος παραβίασε τη ρυθμιστική πινακίδα (STOP) και εισήλθε στην οδό ... παρά το ότι αντιλήφθηκε και το κινούμενο σε αυτήν ΔΧ λεωφορείο πιστεύοντας ότι προλαβαίνει και ότι ο οδηγός το λεωφορείου - δεύτερος κατηγορούμενος θα ανακόψει την δική του ταχύτητα (βλ. κατάθεση - απολογία 1ου κατηγορουμένου), ο δε δεύτερος γιατί κινούνταν με ταχύτητα 90 χιλιομέτρων, ήτοι κατά 10 χιλιόμετρα μεγαλύτερης της ανωτάτης επιτρεπόμενης των 80 χιλιομέτρων (βλ. αναγνωσθέντα σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας τροχαίας), και τούτο συνετέλεσε αιτιωδώς στην σφοδρότητα της σύγκρουσης και την πρόκληση των επελθόντων αποτελεσμάτων. Κατά συνέπεια θα πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις παραπάνω ανθρωποκτονίες και επιπλέον ο δεύτερος κατηγορούμενος ένοχος και για την σωματική βλάβη του πρώτου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Θεσσαλονίκης στέρησε την απόφαση του από την κατά τ' ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού μόνη η αναφορά στο παραπάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η υπέρβαση κατά 10 χιλιόμετρα του ανωτάτου επιτρεπομένου όριου των 80 χιλιομέτρων την ώρα της ταχύτητας από το δεύτερο κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα συντέλεσε αιτιωδώς στη σφοδρότητα της σύγκρουσης και στην πρόκληση των επελθόντων αποτελεσμάτων, δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία του αιτιώδους σύνδεσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, του και των επελθόντων αποτελεσμάτων και τούτο διότι δεν προκύπτουν από αυτό τα ακόλουθα στοιχεία, που είναι απαραίτητα για να κριθεί αν η προαναφερόμενη σύγκρουση και οι θανάσιμοι τραυματισμοί και ο τραυματισμός του ..., οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια και του αναιρεσείοντα: 1) Πριν από τόση απόσταση ο αναιρεσείων αντιλήφθηκε ότι το ΤΑΞΙ θα εισήρχετο στο ρεύμα της πορείας του, 2) οι αποφευκτέοι ελιγμοί και χειρισμοί που μπορούσε να και ώφειλε να ενεργήσει ο αναιρεσείων για ν' αποφύγει τα παραπάνω αποτελέσματα, εν όψει και της υποχρέωσης του για μείωση της ταχύτητας με την οποία έβαινε εν όψει διασταυρώσεως. Επομένως κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρ. 510 παρ. 1 εδ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με το άρθρ. 519 ΚΠοινΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως, είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2874/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια. Συντρέχουσα αμέλεια οδηγών οχημάτων σε επικίνδυνη σύγκρουση αυτών. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας η καταδικαστική απόφαση που δέχτηκε συντρέχουσα αμέλεια των οδηγών, λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας όσον αφορά τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού λεωφορείου και την επελθούσα σύγκρουση με όχημα κινούμενο σε διασταύρωση με το όχημα αυτού, μη επαρκούσης μόνης της αναφοράς ότι στο επελθόν αποτέλεσμα αιτιωδώς συνετέλεσε η κατά 10 χμ πέραν του ανώτατου ορίου ταχύτητα του οδηγού του λεωφορείου, χωρίς την αναφορά και άλλων παραγόντων.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 2575/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντούλα Κανδηλιώτη, για αναίρεση της με αριθμό 6.589/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2.002/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπανωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 6.589/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για μεταφορά πυρομαχικών, χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στις 22.6.2001, καταλήφθηκε, στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, να μεταφέρει στις αποσκευές του, προερχόμενος από ..., με προορισμό τα ..., χίλια οκτακόσια (1.800) φυσίγγια, διαμετρήματος 0,22 χιλιοστών διαφόρων τύπων και συγκεκριμένα: α) 500 φυσίγγια μάρκας AZUILA τύπου COLIBRI, β) 500 φυσίγγια μάρκας ELEY, τύπου TENEX ULTIMATE ERS, γ) 350 φυσίγγια μάρκας ELEY τύπου SUBSONIC HOLLOW XTRA, δ) 150 φυσίγγια μάρκας SK, τύπου 2 EXTRA SCHWACH REDUCED CHARCE, ε) 300 φυσίγγια μάρκας LAPUA, τύπου SCOREMAX, καθώς και 196 καψύλια τύπου Νο11 PERCUSSION CAPS, χωρίς να έχει προμηθευτεί, για την παραπάνω μεταφορά των πυρομαχικών, την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, αν και τούτο απαγορεύεται. Να σημειωθεί ότι έλλειψη αδείας μεταφοράς πυρομαχικών θεμελιώνει το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από το άρθρο 11 παρ. 2, 7 του Ν.2168/1993 αδίκημα και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος του αδικήματος αυτού κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, από το αδίκημα εισαγωγής πυρομαχικών χωρίς άδειας, για το οποίο κατηγορείται (βλ. υπ'αριθμ. 1063/2007 απόφαση του Άρειου Πάγου - ΣΤ' Ποινικού Τμήματος).". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων της μεταφοράς πυρομαχικών χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 και 7 του Ν. 2168/1993 την οποία εφάρμοσε. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Προσθέτως, με βεβαιότητα προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης ..., η οποία ήταν και η μοναδική μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και ρητά μνημονεύεται στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθ. 31 παρ. 2 Π.Κ., για να μην καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού περί του δικαιώματός του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά περιστατικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων υπέβαλε τον εξής ισχυρισμό, επικαλούμενος συγγνωστή νομική πλάνη: "Επειδή από 15ετίας προ της τελέσεως του αδικήματος ήμουν συνεχώς μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, στην πόλη του ..., όπου εργάζομαι ως σύμβουλος στην έδρα της UNESCO, ασχολούμενος μέχρι τότε με τη βαλλιστική έρευνα και δεν γνώριζα ότι απαιτείται άδεια για τη μεταφορά των σκοπευτικών φυσιγγίων, όχι από έλλειψη επιμέλειας αλλά από συγγνωστή νομική πλάνη περί τούτου, επειδή αφενός μεν στη χώρα της ..., όπου ζώ μόνιμα, η διάθεση, αγορά και μεταφορά των σκοπευτικών φυσιγγίων 0,22 είναι σύμφωνα με τον ισχύοντα εκεί νόμο ελεύθερη, γεγονός που μου δημιουργούσε την πεπλανημένη πεποίθηση ότι λόγω της υπογραφής της Συνθήκης της ΣΕΝΓΚΕΝ μεταξύ χωρών μελών της Ε.Ε. δεν απαιτείται άδεια για την μεταφορά τους σε χώρα μέλος της Ε.Ε., αφετέρου δε επειδή προέβην νόμιμα χωρίς καμία διατύπωση στην αγορά τους από το κατάστημα λιανικής πώλησης BREVEX του Παρισιού, εκδίδοντας μάλιστα και τη σχετική απόδειξη αγοράς και λαμβάνοντας και από τον υπεύθυνο πωλήσεως τη διαβεβαίωση ότι δεν απαιτείται άδεια μεταφοράς τους σε χώρα μέλος της Ε.Ε., εκ τρίτου δε διότι κατά την επιβίβασή μου στο Διεθνή Αερολιμένα του Παρισιού Σάρλ Ντε Γκώλ, όπου δήλωσα τη μεταφορά των φυσιγγίων, οι αρμόδιες εκεί αρχές μου επέστησαν την προσοχή ως προς τον ασφαλή τρόπο μεταφοράς τους και μου συνέστησαν την αποθήκευσή τους στο κύτος και όχι στην καμπίνα του αεροσκάφους, ενώ δεν μου είπαν ότι απαιτείται σχετική για τη μεταφορά τους άδεια διότι στη χώρα της ..., αλλά και προς άλλες χώρες της Ε.Ε. η μεταφορά σκοπευτικών φυσιγγίων διαμετρήματος 0,22 είναι ελεύθερη". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, με το αναφερόμενο περιεχόμενο, ήταν ατελής, αφού, η προβολή του, δεν συνοδεύονταν από την επίκληση πραγματικών περιστατικών, που καθιστούσαν την πλάνη του κατηγορουμένου συγγνωστή, δηλαδή περιστατικών, με βάση τα οποία ο τελευταίος, όχι μόνο αγνοούσε, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του, δηλαδή πραγματικών περιστατικών που συνιστούν καταβολή της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής προς άρση της πλάνης του, συνεπεία της οποίας (καταβολής της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής) δεν μπορούσε να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του. Τα αναφερόμενα προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού πραγματικά περιστατικά ανάγονται σε προσωπικές και μόνο εκτιμήσεις του αναιρεσείοντος και μάλιστα εκτιμήσεις οι οποίες αποκτήθηκαν σε αλλοδαπή χώρα, και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό. Παρόλα αυτά, όμως, το δικαστήριο στον ατελή αυτό ισχυρισμό απήντησε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί νομικής πλάνης, πρέπει να απορριφθεί καθόσον από όλο το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό (μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα) εκτιμώμενο σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, λόγω των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων (είναι σύμβουλος στην έδρα της UNESCO στον τομέα της πληθυσμιακής πληροφόρησης εκπαίδευσης και επικοινωνίας) αλλά και λόγω των ασχολιών του με τη βαλλιστική έρευνα και το άθλημα της σκοποβολής μπορούσε να γνωρίζει και γνώριζε πράγματι τον άδικο χαρακτήρα της παραπάνω πράξης. Εξάλλου, μόνη η άγνοια του αξιοποίνου μιας πράξης δεν αρκεί να αποκλείσει τον καταλογισμό κατ' άρθρο 31 Π.Κ. (βλ. και Α.Π. 668/1988 Π.Χ. 1998, ΑΠ 1191/91, Υπερ. 1992, 550)". Η ως άνω αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού μετά το Εφετείο αναφέρεται στις πνευματικές ικανότητες, αλλά και στις παρόμοιες επαγγελματικές του αναιρεσείοντος, οι οποίες αποκλείουν το συγγνωστό της πλάνης. Δεν υπάρχει ασάφεια στην αιτιολογία, αναφορικά με το χρόνο ενασχόλησης του αναιρεσείοντος με τη βαλλιστική έρευνα, αν δηλαδή αυτή αφορούσε διάστημα πριν από την τέλεση της αξιόποινης πράξης ή μετά. Η προσβαλλομένη απόφαση στην αιτιολογία της, δέχεται σαφώς ότι η ως άνω ενασχόληση του ενάγοντος, αφορούσε διάστημα πριν από την τέλεση της αξιόποινης πράξης, γεγονός άλλωστε, που και ο ίδιος αναφέρει στον αυτοτελή, κατά τα άνω, ισχυρισμό του, ότι δηλαδή αφορούσε το χρονικό διάστημα που αυτός διέμενε στη ... και στη συνέχεια καταλήγει (η προσβαλλομένη) ότι εξαιτίας της έρευνας αυτής (σαφώς υπονοείται η εκ ταύτης κτηθείσα επαγγελματική ικανότητα) ο αναιρεσείων γνώριζε το άδικο της μετέπειτα αξιόποινης πράξης που διέπραξε και για την οποία κηρύχθηκε ένοχος.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 6.589/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταφορά πυρομαχικών χωρίς άδεια. Λόγος αναίρεσης. Έλλειψης αιτιολογίας. Ισχυρισμός νομικής πλάνης συγγνωστής. Ποια πραγματικά περιστατικά πρέπει να περιέχει. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλάνη, Μεταφορά πυρομαχικών.
| 0
|
Αριθμός 2572/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Φωκά, περί αναιρέσεως της 2820/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1942/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους, καθώς και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος αναφέρονται, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (μηνών), την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου τούτου, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "αποδείχθηκε ότι στην ... την 18-1-2001, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης (Διαδικασία Τακτική), με αντικείμενο υπόθεσης αγωγή χρέους και με ενάγοντα τον Ζ και εναγομένη την σύζυγο του ...., εν γνώσει του κατέθεσε ψευδώς ότι "... Τον Ιούνιο του 1996 έγινε η αγοραπωλησία της άδειας και γι' αυτό ο Ζ μου έδωσε επιταγές, που άρχιζαν τον Μάϊο του 1997", ενώ η αλήθεια ήταν ο εγκαλών Ζ έλαβε το μπλοκ επιταγών από την τράπεζα Μακεδονίας Θράκης την 13-12-1996 και ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η έκδοση των ανωτέρω επιταγών τον Ιούνιο του 1996. Στην ίδια κατάθεση επίσης ανέφερε ψευδώς ότι "... Το φορτηγό ο ενάγων το αγόρασε δι' απευθείας πωλήσεως από μένα, έναντι 22.000.000 δρχ. Δεν κόπηκε τιμολόγιο, επειδή έπρεπε να αποφύγουμε τις φορολογικές επιβαρύνσεις", ενώ η αλήθεια είναι ότι η αγοραπωλησία συντελέσθηκε κανονικά και εκδόθηκε το υπ' αριθ. 22/7-6-1997 τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής. Περαιτέρω στην ανωτέρω κατάθεση του ανέφερε ψευδώς ότι "....Δε γνωρίζω τίποτα για τις συναλλαγματικές του ..., τον γνωρίζω χωρίς να έχω καμία σχέση μαζί του", ενώ η αλήθεια είναι ότι γνώριζε πολύ καλά τον ανωτέρω .... και ότι γνώριζε πολύ καλά για τις συναλλαγματικές αυτού. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις του εγκαλούντος Ζ και των μαρτύρων κατηγορίας .... και ...., οι οποίοι έχουν άμεση γνώση και με επίγνωση κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του κατέθεσε τα πιο πάνω ψευδή γεγονότα, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του εγκαλούντος. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξεως που κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλομένη υπ' αριθ. 2820/2007 απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού εκθέτει αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 2124 παρ. 2.1 ΠΚ την οποία εφάρμοσε. Ειδικότερα: Το σκεπτικό ταυτίζεται μεν με το διατακτικό, πλην όμως, περιέχει τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται περιττή οποιαδήποτε διαφοροποίησή του ως προς τη διατύπωση. Αναφέρεται διεξοδικά η αστικής φύσεως διένεξη μεταξύ του εγκαλούντα και της συζύγου του κατηγορουμένου, η κατάθεση του τελευταίου στην ανοιγείσα δίκη και η γνώση αυτού (δόλος) ότι αυτά που κατέθεσε ενόρκως εξεταζόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης ήταν ψευδή. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. 1171/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία (τελευταία απόφαση) απορρίφθηκε η από 7.4.1999 αγωγή του Ζ κατά της συζύγου του αναιρεσείοντος, αφού η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας η προσβαλλομένη απόφαση, περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα και αναφέρεται στα κατ' είδος μνημονευόμενα, στο σκεπτικό, αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης, αναφορικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος. Η μνημονεύομενη στο αναιρετήριο υπ' αριθ. 338/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο και συνεπώς δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το ως άνω Δικαστήριο. Η περαιτέρω αιτίαση ότι η υπ' αριθ. 1171/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης αποτελεί δεδικασμένο, αναφορικά με την κατάθεση του αναιρεσείοντος στην ανοιγείσα πολιτική δίκη μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και της συζύγου του κατηγορουμένου, είναι απαράδεκτη, καθόσον η φερόμενη αιτιολογία της ως άνω πολιτικής απόφασης δεν δεσμεύει το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση αφού το δεδικασμένο των πολιτικών Δικαστηρίων δεν είναι, κατ' άρθρο 57 του ΚΠΔ, δεσμευτικό για τα ποινικά Δικαστήρια. Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα για εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Πρέπει, λοιπόν, ο μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατ' επέκταση να απορριφθεί και η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 55/6.11.2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2820/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας. Πότε είναι επιτρεπτή η στο σκεπτικό αντιγραφή του διατακτικού. Το δεδικασμένο των πολιτικών αποφάσεων δεν είναι κατ’ άρθρο 57 ΚΠΔ δεσμευτικό για τα ποινικά Δικαστήρια.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Δεδικασμένο.
| 1
|
Αριθμός 2571/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητήκαι Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γιώρα, περί αναιρέσεως της 1572/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χειμαριό.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.7.2007 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 26.8.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1449/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παράγραφος 2, 474 παράγραφος 2, 476 παράγραφος 1 και 509 παράγραφος 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναίρεσης, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Διαφορετικά, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Πάντως, δεν αρκεί η περιγραφική απλώς αναφορά λόγου που προβλέπεται από το νόμο, όπως μεταξύ άλλων είναι η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για την πληρότητα του δικογράφου στην πρώτη περίπτωση, εφόσον υπάρχει βέβαια αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός της προσβαλλομένης ελλείψεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης. Οι ανύπαρκτοι λόγοι αναίρεσης και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την έκθεση. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των προμνημονευομένων διατάξεων και εκείνης του άρθρου 509 παράγραφος 2 του ΚΠΔ, με την οποία ορίζεται, ότι εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναιρέσεως ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνάγεται, ότι απαραίτητη προϋπόθεση, για να είναι παραδεκτή η άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, είναι να είναι παραδεκτή η άσκηση της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, όταν αυτή είναι απαράδεκτη, λόγω ανυπαρξίας ή αοριστίας των λόγων αναίρεσης, είναι απαράδεκτοι και οι προταθέντες πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, και δεν επιτρέπεται μ' αυτούς ούτε η διασαφήνιση ούτε η ανάπτυξη ή συμπλήρωση των αορίστων λόγων της έκθεσης αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναίρεση που κρίνεται, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1572/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων της αναφερόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Η αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και συνετάγη η σχετική έκθεση. Στην έκθεση αυτή διατυπώνονται οι εξής λόγοι, για τους οποίους ασκείται το ένδικο τούτο μέσο: α) διότι δεν αιτιολογείται, αλλά και ούτε αναφέρονται στοιχεία και περιστατικά, που να θεμελιώνουν την ύπαρξη της αμελείας μου για το πώς!!! και από πού!!! αυτή στοιχειοθετείται ...... β) Το ως άνω Δικαστήριο του Τριμελούς Εφετείου με την απόφασή του, εσφαλμένα εκτίμησε τα εκ της διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και εσφαλμένα εφάρμοσε το Νόμο και κήρυξε εμένα ένοχο εγκλήματος, το οποίο δεν διέπραξε και επέβαλε σε μένα μεγάλη ποινή ...... γ) Δεν υπήρξαν έγγραφα του Νοσοκομείου της νοσηλείας της θανούσας, παρόλο που ζητήθηκαν από μένα, καθώς και το βιβλιάριο ασθενείας της για να γνωρίσουμε από τι έπασχε η θανούσα πριν από το κτύπημα ......, δ) αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πολλά σφάλματα, όπως 1) ότι είδα την πεζή από απόσταση 300 μ., ενώ εγώ την αντιλήφθηκαν στα 3 μ., 2) η ..., συνιδιοκτήτρια της μηχανής, είναι η μητέρα μου και όχι πρώην σύζυγός μου ....., 3) δεν επήλθε καμμία επαφή με τον πλάγιο καθρέπτη του μοτοποδηλάτου με το κεφάλι της θανούσας, 4) και οι δύο αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν ......, 5) δεν έκανα κανέναν ελιγμό διαφυγής, γιατί βρισκόταν η πεζή εν στάσει και πέρασα κανονικά......
Ο πρώτος λόγος είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται αν η αιτιολογία που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής ως προς τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει να περιέχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη. Ο δεύτερος λόγος είναι επίσης αόριστος, διότι δεν αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, όπως και οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους πρώτο και δεύτερο λόγους αυτής, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, εφόσον δεν περιέχει ορισμένους και παραδεκτούς λόγους, απορριπτομένης δε της αίτησης για τον λόγο αυτό, πρέπει επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα με το από 29.8.2008 έγγραφο, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παράγραφος 1, 583 παράγραφος 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των νομίμως παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 36/6.7.2007 αίτηση και τους από 26 Αυγούστου 2008 πρόσθετους αυτής λόγους του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1572/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των νομίμως παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝκαι ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αναίρεσης εκ της αοριστίας των λόγων αναίρεσης. Τούτο συνεπάγεται και την, για τον ίδιο λόγο, απόρριψη και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2570/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 57772/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΑΚΣΟΝ Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Ορυκτελαίων και Εξαρτημάτων Αυτοκινήτων ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 511/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνε δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α του Ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Επίσης, με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ. 2 εδ. α του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του νόμου 3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006), δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημιά από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγούμενου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (Ολομ. ΑΠ 23/2007 και 24/2007). Αλλωστε η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητά ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρ. 79 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρ. 15 παρ. 3 Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επί της οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Τέλος, η υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μη δικαιούμενο σε αυτή (μη νόμιμο κομιστή), ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, με βάση αυτή, απήγγειλε καταδίκη για το καταγγελόμενο έγκλημα. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου αυτού της αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκληση, ο Αρειος Πάγος επισκοπεί την ένδικη επιταγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 57.772/07 απόφασή του, καταδίκασε την ήδη αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" με το αιτιολογικό ότι "η κατηγορούμενη στον ..... στις 28-2-2000, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "ΣΑΚΣΟΝ ΑΕΒΕ", η οποία όταν εμφανίστηκε την 1-3-2000 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Ειδικότερα, το πιο πάνω Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία αλληλοσυμπληρώνο-νται, και από την επισκόπηση της επίδικης άνω επιταγής, προκύπτει ότι η εταιρία "ΣΑΚΣΟΝ ΑΕΒΕ", σε διαταγή της οποίας εκδόθηκε από την αναιρεσείουσα η άνω επιταγή, τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία και την εμφάνισε προς είσπραξη στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα: Όμως αυτή (επιταγή) δεν πληρώθηκε, διότι όπως αυτό βεβαιώθηκε επί του σώματός της επιταγής, η εκδότρια αναιρεσείουσα δεν είχε στο λογαριασμό της διαθέσιμα κεφάλαια. Στη συνέχεια η εγκαλούσα άνω εταιρία, αφού πλήρωσε την επιταγή αυτή στη Γενική Τράπεζα, την ανέλαβε και έτσι όπως η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτησή της συνομολογεί, κατέστη εξ αναγωγής κομίστρια της επιταγής και, σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, νόμιμα υπέβαλε κατά της αναιρεσείουσας έγκληση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Κατόπιν αυτών, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η ποινική δίωξη κινήθηκε ύστερα από την, από 22-5-2000, έγκληση της οπισθογράφου της επίδικης επιταγής, άνω εταιρίας, "ΣΑΚΣΟΝ ΑΕΒΕ", η οποία όμως, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και μετέπειτα κομίστρια αυτής, κατόπιν εξοφλήσεώς της, δεν είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως από αδικοπραξία και δεν δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως, ζητώντας έτσι την αναίρεση της προσβαλλομένης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας, σύμφωνα με το στοιχ. Η' του αυτού άρθρου, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεώς της, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης. Ετσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεώς της άνω ποινής και να προβεί χωρίς καμιά αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη ποινής φυλάκισης ενός (1) έτους, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 57.778/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη Χ ποινής φυλακίσεως του ενός (1) έτους. Και
Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικαιούχος εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, αλλά και κάθε άλλος που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής της. Πότε υπάρχει υπέρβαση εξουσίας (θετική ή αρνητική). Δέχεται αναίρεση κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 99 ΠΚ, γιατί μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Τραπεζική επιταγή
|
Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2569/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2347/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 556/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 253/13-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με ημερομηνία 11-12-2007 δήλωση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμ 2347/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η με ημερομηνία 11-5-2006 έφεση του κατά της με αριθμ. 3152/1999 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 2 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''..... & 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους κατά δε την δεύτερη '' κατά δε την δεύτερη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ,η.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι η άσκηση αναίρεσης γίνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 509 ΚΠΔ και ότι κατά παρέκκλιση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει τουλάχιστον ένα ορισμένο λόγο και η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από της καταχώρησης της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό προς τούτο βιβλίο το οποίο τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων που δεν είναι καταδικαστικές όπως οι αποφάσεις των δικαστηρίων που απορρίπτουν εφέσεις σαν απαράδεκτες (ΑΠ 498/1981 ΠΧ ΛΑ 747, ΑΠ 577 και 578/1974 Π.Χ ΚΕ 15 και 16 ΑΠ 400/1999 ΠΧ Ν 2000-35 ΑΠ 143/2004 ΠΧ ΝΔ 2004-881,ΑΠ 754/2005 ΝΕ 2005 -1019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την με ημερομηνία 11-12-2006 δήλωση αναίρεσης η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπως προκύπτει από την επισημείωση του Δικαστικού επιμελητή που την επέδωσε πάνω στο σώμα της δήλωσης αναίρεσης και έλαβε αριθμό κατάθεσης 10978/11-12-2006. Από την δήλωση αυτή προκύπτει ότι ο δηλών δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμ. 2347/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε την με ημερομηνία 11-5-2006 έφεση του κατά της με αριθμ. 3152/1999 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη Τουτέστιν η δήλωση του για άσκηση αναίρεσης στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα εκ του λόγου αυτού και σαν τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί και να του επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύτα Προτείνω όπως Α. Ν' κηρυχθεί απαράδεκτη ή με ημερομηνία 11-12-2006 δήλωση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμ. 2347/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η με ημερομηνία 11-5-2006 έφεση του κατά της με αριθμ. 3152/1999 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω Αθήνα την 10-5-2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθεί υ υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο) το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 § 1 και 473 § 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι κατ' εξαίρεση η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε, όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων, που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 474 § 1 ΚΠΔ, και με σύνταξη σχετικής εκθέσεως, αλλά και με δήλωση αυτού (καταδικασθέντος), η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, με την αναγκαία προϋπόθεση να είναι η προσβαλλόμενη απόφαση καταδικαστική, χαρακτήρα που δεν έχει η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη. Έτσι, αν κατά της παραπάνω αποφάσεως ασκηθεί αναίρεση με δήλωση αυτού, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, και ως εκ τούτου, απορρίπτεται, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις και ο αναιρεσείων καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 2347/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η από 11-5-2006 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της με αριθμό 3152/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 11-12-2007 δήλωση αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτή ημέρα, σύμφωνα με την επ' αυτής επισημείωση του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητή, ..., έλαβε δε του αριθμό πρωτ. στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου 10.978/11-12-2007. Έτσι, ενόψει όσων εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, η δήλωση αυτή είναι απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως και πρέπει, εφόσον ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο αυτό, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλλου της δικογραφίας, η αναίρεση αυτή να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 § 1, 583 § 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2347/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση του κατηγορουμένου ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Δεν χωρεί κατ’ αυτής αναίρεση με δήλωση στον εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Απορρίπτεται η αναίρεση.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2568/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, περί αναιρέσεως της 2777/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ....
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 655/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ. ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα απ' αυτά δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ'αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσας της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη με αριθμό 2777/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος ο ... κατηγορούμενος για την πράξη της νοθεύσεως εγγράφου και δη ενός διαβατηρίου ... τρίτου κατόχου. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται ομοίως στα πρακτικά, σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγορουμένου". Δεν αναφέρεται όμως καθόλου το Δικαστήριο και στην από 12-7-2006 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ.Ε.Ε/ Τμ. 5/ΕΑ, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του ενεργήσαντος την προανάκριση Αστυνομικού προανακριτικού υπαλλήλου, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλ' ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και αυτή, ώστε να εξαχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα, ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου για νόθευση από τον αλλοδαπό κατηγορούμενο του κατεχόμενου υπό του ιδίου διαβατηρίου, στηρίχθηκε και στην προαναφερθείσα έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης που αφορά το νοθευθέν ... διαβατήριο ... και που είναι κατά την έκθεση αυτή εργαστηριακά γνήσιο, χωρίς να αντικρούεται το άνω πόρισμα αυτής, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Ενόψει αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και συνεπώς πρέπει, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 2777/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νόθευση εγγράφου - διαβατηρίου. Αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, διότι το Δικαστήριο, στο αιτιολογικό του, δε μνημονεύει ρητά ούτε προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού βεβαιότητα, ότι λήφθηκε υπόψη, αναγνωσθέν έγγραφο και δη η αναγνωσθείσα έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της ΔΔΕ/ΕΑ, που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το νοθευθέν διαβατήριο είναι γνήσιο, αφού δεν αντικρούεται για το σχηματισμό της αντίθετης προς το συμπέρασμα αυτό καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου περί νοθεύσεως του εν λόγω διαβατηρίου του κατηγορουμένου. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2567/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1166/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις 1. Ψ1 και 2. Ψ2.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 856/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 320/11.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το Δ' Μονομελές Πλημμελειοδικείον Αθηνών με την υπ'αριθμ. 1166/8-1-2008 απόφασή του καταδίκασε τον Χ σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για παράβαση του άρθρου 358 ΠΚ κατά συρροή -94 παρ. 2 ΠΚ. Η άνω απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία του καταδικασθέντος, αφού εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο (δικηγόρο). Κατά της άνω απόφασης ο καταδικασθείς άσκησε ο ίδιος - με επίδοση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου - στις 2-4-2008 την από 31-3-2008 αναίρεση και για τους αναφερόμενους σ'αυτή λόγους.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση ..." και εφόσον με αυτή το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία (370 ΚΠΔ). Επομένως όταν η απόφαση υπόκειται σε έφεση όπως απαγγέλθηκε δεν υπόκειται σε αναίρεση έστω και αν παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της έφεσης, δεδομένου ότι αφού παρέχεται στον δικαιούμενο το δικαίωμα να επιτύχει με την έφεση την επανεξέταση της υπόθεσης και δη νόμω και ουσία, δεν επιτρέπεται να προσφύγει απ'ευθείας στον 'Αρειο Πάγο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 252, Καρρά ΚΠΔ (2006) σελ. 1088, ΑΠ 1194/2006, ΑΠ 2019/2005, ΑΠ 702/98, ΑΠ 1594/97 κ.α.).
Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη αφού στρέφεται κατά αποφάσεως που υπόκειται σε έφεση (489 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ) και ο νόμος δεν ορίζει ειδικά άλλως. Ταύτα ανεξάρτητα του ότι είναι και εκπρόθεσμη - 473 ΚΠΔ - 476 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η από 31-3-2008 αναίρεση του Χ κατά της υπ'αριθμ. 1166/2008 αποφάσεως του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού.
Αθήνα 28 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 του ΚΠοινΔ. "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 εδ. β ΚΠοινΔ εκείνος που καταδικάστηκε έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας πάνω από εξήντα ημέρες. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο ως συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά της οποίας επιτρέπεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, ανεξαρτήτως εάν η επιτρεπομένη έφεση δεν ασκήθηκε και παρήλθε άπρακτη η οριζόμενη προθεσμία για την άσκησή της, ή εάν ασκήθηκε και απορρίφθηκε είτε για τυπικούς, είτε για ουσιαστικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμ.1166/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου 358 του ΠΚ, κατά συρροή σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε(5) μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται έφεση, κατά την διάταξη του άνω άρθρου 489 παρ.1 εδ.β του ΚΠοινΔ, αφού η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή υπερβαίνει το ελάχιστον των εξήντα ημερών για το ανωτέρω πλημμέλημα. Εντεύθεν η προσβαλλόμενη απόφαση, υποκείμενη κατά την έκδοσή της σε έφεση, δεν υπόκειται σε αναίρεση και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκούμενη εναντίον αποφάσεως για την οποίαν δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1166/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως, κατά της οποίας χωρεί έφεση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2565/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 1583/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 458/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ. και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικροτέρων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1583/2007 απόφασή του, δέχθηκε ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι: Επειδή, η δίωξη του διωκόμενου εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπουν την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (βλ. ΑΠ 62/2006 σε ηλεκτρονική νομική επιθεώρηση "ΝΟΜΟΣ").
Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του εν τοις πράγμασι εκπροσώπου της ατομικής επιχείρησης του υιού του Α, την οποία ο ίδιος ομολογεί με την από 1/12/2000 προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία (επιχείρηση) είχε ως αντικείμενο την ποτοποϊία και εμπορία οινοπνευματωδών ποτών, παραβίασε τη σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία καταβολής χρεών που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα στις 19/2/2001 υπό την παραπάνω ιδιότητα του παραβίασε ηθελημένα την καταβολή πέρα των δύο (2) μηνών προς το Δημόσιο του συνολικού ποσού των 796.767.662 δραχμών ή 233.827,63 ευρώ, το οποίο αφορά χρέη της ως άνω επιχείρησης από λαθρεμπορία οινοπνεύματος και παράνομη εμφιάλωση και ειδικότερα πρόκειται, σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα χρεών στην από 19/2/2001 αίτηση ποινικής δίωξης του Τελωνείου Καρδίτσας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, για το 30% του προστίμου που του καταλογίστηκε για τις ως άνω αιτίες με τα αναλογούντα τέλη χαρτοσήμου (το ποσό των 773.560.837 δραχμές) και τα τέλη εκπροθέσμου καταβολής του έως τις 28/2/2001 (το ποσό των 23.206.825 δραχμών). Το εν λόγω πρόστιμο οικονομικού έτους 2000 κατέστη και απαιτητό ληξιπρόθεσμο στις 1/1/2001 και βεβαιώθηκε από το Τελωνείο Καρδίτσας, το δε ποσό των 796.767.662 δραχμών ή 233.827,63 ευρώ έπρεπε να καταβληθεί από τον κατηγορούμενο εφάπαξ και η καταβολή του ήταν απαραίτητη για την άσκηση των προσφυγών του κατηγορουμένων κατά των οικείων πράξεων καταλογισμού. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, ήτοι της παραβίασης του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, απορριπτόμενων ως αβασίμου του πρώτου και πέμπτων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, καθώς η έκβαση των διοικητικών δικών επί των προσφυγών του δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη η οποία δεν αφορά το σύνολο του προστίμου που καταλογίστηκε στον κατηγορούμενο, αλλά το 30% επί του αρχικώς καταλογισθέντος προστίμου η καταβολή του οποίου αποτελούσε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προαπαιτούμενο για την άσκηση της προσφυγής του κατηγορουμένου στα διοικητικά δικαστήρια. Ομοίως πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, και ο δεύτερος και ο τέταρτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, εφόσον η δίωξη του αξιόποινης πράξης του (παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990) προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του, πράγμα που έγινε με την από 19/2/2001 αίτηση του Τελωνείου Καρδίτσας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπουν την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη του άρθρου 25 του ν, 1882/1990 και, κατά συνέπεια, η οικεία ποινική δίωξη ασκήθηκε παραδεκτώς σε βάρος του κατηγορουμένου, αυτός δε δεν είχε από το νόμο δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή του εν θέματι ποσού μέχρι την έκδοση αμετακλήτων αποφάσεων επί των προσφυγών του στα διοικητικά δικαστήρια. Εξάλλου, όπως ήδη προειπώθηκε, η καταβολή του ως άνω ποσού αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση των προσφυγών του κατηγορουμένων κατά των οικείων πράξεων καταλογισμού και, κατά συνέπεια, η άρνηση του να το καταβάλει υπερβαίνει τα όρια που του αναγνωρίζουν οι κείμενες διατάξεις περί προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια. Τέλος, πρέπει και ο τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του λόγω ύπαρξης κατάστασης ανάγκης να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αόριστος, καθώς δεν αναφέρεται ο παρών και αναπότρεπτος κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του κατηγορουμένου ή κάποιου άλλου προς αποτροπή του οποίου ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη (παράβαση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990). Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος επικαλείται την ύπαρξη κατάστασης ανάγκης με το αιτιολογικό ότι λόγω των πενιχρών του οικονομικών μέσων αδυνατεί να καταβάλει το ποσό των 233.827,63 ευρώ. Τα ως άνω, όμως, πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν την έννοια της κατάστασης ανάγκης του άρθρου 25 του ΠΚ, αλλά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 84 του ΠΚ περί αναγνώρισης ελαφρυντικών. Πράγματι, το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην ως άνω αξιόποινη πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, αλλά διότι, όπως αποδείχθηκε, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που τον εμπόδιζαν να καταβάλει εμπρόθεσμα το ως άνω ποσό".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5,00 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Καρδίτσας δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-1-2001, ενώ, ακόμη η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 19-2-2001, ήτοι χρόνο ελάσσονα των δύο (2) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-3-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην από 19-2-2001 αίτηση της Τελωνειακής αρχής Καρδίτσας προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εντούτοις, ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1583/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του χρόνου που κατέστη ληξιπρόθεσμο το χρέος και χωρίς να έχει παρέλθει το δίμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 2563/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 76/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 725/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 343/25-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Το συμβούλιο Εφετών Πατρών με το υπ'αριθμ. 76/2008 βούλευμά του απέρριψε την από 4-1-2008 αίτηση του ... για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1971/2003 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον ανωτέρω στις 27-3-2008 (βλ. το από 27-3-2008 αποδεικτικό του επιμελητή δικαστηρίων ...). Η επίδοση έγινε μόνο στον αντίκλητο του άνω διότι φέρεται ως κάτοικος αλλοδαπής και έτσι ισχύει η προθεσμία του άρθρου 473 § 1 εδ. β' Κ.Π.Δ. βλ. ΑΠ 1545/2002, ΑΠ 72/1998 κ.α., δηλ. τριάντα ημέρες-. -Να σημειωθεί εδώ ότι ο αιτών στην από 3-1-2008 εξουσιοδότησή του -με βάση την οποία ασκήθηκε η υπό κρίση αναίρεση- αναφέρει ότι είναι κάτοικος ... (...), στην δε αίτηση επαναλήψεως της 4-1-2008, που κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, αναφέρει ότι είναι κάτοικος ... (...), όπως και από 27-12-2007 στην εξουσιοδότησή του με βάση την οποία ασκήθηκε η αίτηση αυτή. Βέβαια υπάρχει η από 19-2-2008 βεβαίωση του Αρχιφύλακα ... ότι μετώκησε σε άγνωστη διεύθυνση από την άνω διεύθυνση. Ο άνω καταδικασθείς στην από 9-11-2003 (ήτοι μετά τον ν.3160/2003, ΦΕΚ 165Α/30-6-2003) προανακριτική απολογία του ενώπιον του ανθυπαστυνόμου ... αναφέρει ως τόπο κατοικίας την ... (..., χωρίς συγκεκριμένη διεύθυνση, προφανώς γιατί πρόκειται για χωριό). Νόμιμη μεταβολή της κατοικίας αυτής δεν έλαβε χώρα. Κατά του άνω βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Πατρών ο αιτών άσκησε -δια του πληρεξούσιου ..., με βάση την από 3-1-2008 εξουσιοδότησή του, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από δημόσια αρχή- [Να σημειωθεί επίσης εδώ ότι η φερόμενη εξουσιοδότηση για άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης φέρει ημερομηνία 3-1-2008 ενώ το βούλευμα του συμβουλίου εφετών για το οποίο η εξουσιοδότηση και το οποίο μνημονεύεται σ'αυτή (=76/2008) εκδόθηκε στις 14-3-2008, ήτοι μεταγενέστερα της εξουσιοδοτήσεως. Έτσι κατά το χρόνο της τελευταίας ήταν ανύπαρκτο. Μάλιστα ο ανωτέρω έχει ήδη απελαθεί από 5-1-2008 (βλ. το υπ'αριθμ πρωτοκ. 346507/3/2008 έγγραφο της Διεύθυνσης αλλοδαπών Αττικής). Προφανώς η άνω εξουσιοδότηση ήταν κενή περιεχομένου στις 3-1-2008].- στις 14-4-2008 ενώπιον του γραμματέα Εφετών Πατρών την υπ'αριθμ. 2/2008 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναίρεσης ότι "επειδή από τη μελέτη των πρακτικών και του αιτιολογικού της υπ'αριθμ. 1971/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου, οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, βρίσκονταν σε πλάνη περί της ανηλικότητός μου, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν ερεύνησαν ούτε απέρριψαν σιωπηρώς το γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα να καταδικαστώ αναρμοδίως και κατά παράβαση θεμελιωδών μου δικαιωμάτων από το εν λόγω δικαστήριο. Επειδή το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθ'υπέρβαση εξουσίας με κατεδίκασε, παρότι ήμουν ανήλικος καθώς δεν είχε εξουσία, και διακριτική ευχέρεια προς τούτο, καθώς ούτε κατ'εσφαλμένη κρίση ηδύνατο να με καταδικάσει. Επειδή, επίσης, και για τους ανωτέρω λόγους εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά παράβαση κατ'ουσίαν διάταξης νόμου και παρά την ύπαρξη σχετικής νομολογίας, ειδικώτερα του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ.".
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περ. 2 Κ.Ποιν.Δ. "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις..... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνο τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό (πρόδηλο) ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 528 § 1 Κ.Π.Δ. Αρμόδιο, να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, ήτοι αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο ή άλλο δικαστήριο, το συμβούλιο Εφετών (στην πρώτη περίπτωση) ή του Αρείου Πάγου (στη δεύτερη περίπτωση), κατά δε της απόφασης του συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται αναίρεση (στον εισαγγελέα και) στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485 ίδιου κώδικα (=Κ.Π.Δ.), ήτοι οι λόγοι αναίρεσης του άρθρου 484 Κ.Π.Δ. (βλ. ΑΠ 504/94). Επομένως οι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα του συμβουλίου εφετών, δηλ. αυτό που έκρινε την αίτηση επανάληψης αφού αυτό ελέγχεται. Έτσι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο καταδικάσαν δικαστήριο, είτε αυτοί ανάγονται στην ουσία της υπόθεσης είτε σε παραβάσεις της διαδικασίας είτε σε εσφαλμένη εφαρμογή -ερμηνεία ουσιαστικού ποινικού νόμου κλπ είναι απαράδεκτοι. Εξ άλλου και οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών πρέπει όχι μόνο να περιλαμβάνονται στους λόγους που περιοριστικά ορίζει το άρθρο 484 Κ.Π.Δ. αλλά και να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 474 § 2 Κ.Π.Δ.) για να μπορούν να γίνουν αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης, λαμβανομένου υπόψη ότι και εδώ ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο-συμβούλιο ουσίας. Έτσι λόγος αναίρεσης κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων - νέων γεγονότων του άρθρου 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ. είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 132/60 πρ.βλ. ΑΠ 182/60, ΑΠ 1353/2002, ΑΠ 706/2005). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη αφενός μεν γιατί οι λόγοι αυτής αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση αφετέρου γιατί είναι απαράδεκτοι και αόριστοι. Εξ άλλου η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη και διότι ασκήθηκε χωρίς τη νόμιμη διατύπωση, ήτοι χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση (βλ. ανωτέρω).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 2/2008 αναίρεση του ... κατά του υπ'αριθμ. 76/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Πατρών και επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού.
Αθήνα 28 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 του ΚΠΔ στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως ή βουλεύματος πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 465 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι να περιέχεται νόμιμος λόγος αναιρέσεως εκ των περιοριστικώς διαλαμβανομένων στο άρθρο 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και σε κάθε περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, άλλως η αίτηση κατά το άρθρο 476 παρ.1 είναι απαράδεκτη.
ΙΙ.- Στην προκείμενη υπόθεση, με την από 4-4-2008 αίτησή του, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθμ. 76/2008 βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά της υπ' αριθμ.1971/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβάνει τα ακόλουθα, κατά λέξη "... Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 525 Κ.Π.Δ (παρ.1) νέα στοιχεία που τεκμηριώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, αποτελούν εκείνα που δεν γνώριζαν οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Επειδή από την μελέτη των πρακτικών και του αιτιολογικού της υπ' αριθμ 1971/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, βρίσκονταν σε πλάνη περί της ανηλικότητός μου τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν ερεύνησαν ούτε απέρριψαν σιωπηρώς το γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα να καταδικασθώ αναρμοδίως και κατά παράβαση θεμελιωδών δικαιωμάτων από το εν λόγω δικαστήριο. Επειδή το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθ' υπέρβαση εξουσίας με κατεδίκασε, παρότι ήμουν ανήλικος καθώς δεν είχε εξουσία και διακριτική ευχέρεια προς τούτο, καθώς, ούτε κατ' εσφαλμένη κρίση ηδύνατο να με καταδικάσει. Επειδή, επίσης, και για τους ανωτέρω λόγους, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά παράβαση κατ' ουσίαν διατάξεις νόμου και παρά την ύπαρξη σχετικής νομολογίας, ειδικότερα του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 Κ.Π.Δ. ..." .Είναι σαφές ότι στην άνω κατά το άρθρο 474 του Κ.Π.Δ συνταχθείσα έκθεση, ο αναιρεσείων αναφέρεται στην αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας την οποία άσκησε στο Συμβούλιο Εφετών Πατρών και αιτιάται με αυτήν την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου το οποίο παρά το γεγονός ότι ήταν ανήλικος τον κατεδίκασε και ουδόλως πλήττει με σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ το προσβαλλόμενο βούλευμα, η ουσιαστική κρίση του οποίου είναι ανέλεγκτος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως μη περιέχουσα κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (¨αρθρα 476, 583 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/14-4-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ.76/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αιτήσεως που δεν περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2562/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ και 2. Ζ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Μπαρμπαγιάννη, περί αναιρέσεως της 916/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία - Λουΐζα Μπακαλάκου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Ιουνίου 2008 και 7 Ιουλίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1309/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η από 7 Ιουνίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ και η ομοία κατά τους αναιρετικούς λόγους και το περιεχόμενο αυτών από 7 Ιουλίου 2008 αίτηση του Ζ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος των κατηγορουμένων πρότεινε την ένσταση τις παραγραφής της αξιόποινης πράξεως για την οποία κατηγορούνται και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ' αυτών ποινική δίωξη, δεδομένου ότι κατά την επίδοση σ' αυτούς του κλητηρίου θεσπίσματος είχε παρέλθει πενταετία. Επί του ζητήματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η θεώρηση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας έλαβε χώρα την 25-5-2005, με χρονική δε αφετηρία την ημερομηνία αυτή για την έναρξη της παραγραφής και μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος που έγινε στον αναιρεσείοντα Ζ την 21-2-2007 και στον αναιρεσείοντα Χ την 24-2-2007 δεν παρήλθε πενταετία κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της υποθέσεως για την κατά το άρθρο 111 του ΠΚ παραγραφή της πράξεως. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής από τους κατηγορουμένους εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή δεν εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξης λόγω παραγραφής,σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και με το να χωρήσει στην κήρυξη ενόχων των κατηγορουμένων και στην καταδίκη αυτών, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων με τους οποίο, εν σχέσει με την απόρριψη της ενστάσεως της παραγραφής, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος
ΙΙΙ.- Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση πλήττεται η απόφαση για ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, η οποία επήλθε από το ότι το δικαστήριο, για σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του και χωρίς να αναγνώσει το αναφερόμενο στο διατακτικό υπ' αριθμ. 60/31-7-2000 τιμολόγιο πώλησης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το ως άνω έγγραφο δεν ήσαν άγνωστο σ' αυτούς, περιέχονταν στο κατηγορητήριο ως στοιχείο της πράξεως της παράβασης του άρθρου 19 παρ.1.εδ.α και 4 του Ν.2523/1997. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη κατά τη συζήτηση (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο το διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και την 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ και την από 7 Ιουλίου 2008 αίτηση του Ζ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 916/2008 αποφάσεως αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών.
Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα απ' αυτούς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έναρξη παραγραφής από την ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από την απόφαση που απέρριψε ένσταση παραγραφής. Απορρίπτει.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 2564/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 1576/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 459/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ. και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ., β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικροτέρων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1576/2007 απόφασή του, δέχθηκε ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι: Επειδή η δίωξη του διωκόμενου εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπουν την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (βλ. ΑΠ 62/2006 σε ηλεκτρονική νομική επιθεώρηση "ΝΟΜΟΣ").
Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο την ποτοποιία και εμπορία οινοπνευματωδών ποτών, παραβίασε τη σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία καταβολής χρεών που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα στις 19/2/2001 υπό την παραπάνω ιδιότητα του παραβίασε ηθελημένα την καταβολή πέρα των δύο (2) μηνών προς το Δημόσιο του συνολικού ποσού των 796.767.662 δραχμών ή 233.827,63 ευρώ, το οποίο αφορά χρέη της ως άνω επιχείρησης από λαθρεμπορία οινοπνεύματος και παράνομη εμφιάλωση και ειδικότερα πρόκειται, σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα χρεών στην από 19/2/2001 αίτηση ποινικής δίωξης του Τελωνείου Καρδίτσας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, για το 30% του προστίμου που του καταλογίστηκε για τις ως άνω αιτίες με τα αναλογούντα τέλη χαρτοσήμου (το ποσό των 773.560.837 δραχμές) και τα τέλη εκπροθέσμου καταβολής του έως τις 28/2/2001 (το ποσό των 23.206.825 δραχμών). Το εν λόγω πρόστιμο οικονομικού έτους 2000 κατέστη και απαιτητό ληξιπρόθεσμο στις 1/1/2001 και βεβαιώθηκε από το Τελωνείο Καρδίτσας, το δε ποσό των 796.767.662 δραχμών ή 233.827,63 ευρώ έπρεπε να καταβληθεί από τον κατηγορούμενο εφάπαξ και η καταβολή του ήταν απαραίτητη για την άσκηση των προσφυγών του κατηγορουμένων κατά των οικείων πράξεων καταλογισμού. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η ως άνω επιχείρηση λειτουργούσε στο όνομα του εν αγνοία του από τον πατέρα του Α πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, καθώς για την έναρξη λειτουργίας της, επιχείρησης αυτής και τη λειτουργία της, απαραίτητη ήταν η σύμπραξη του κατηγορουμένου είτε αυτοπροσώπως, είτε με τη χορήγηση πληρεξουσίου στον πατέρα του να προβεί στο όνομα και για λογαριασμό του σε σειρά ενεργειών, όπως έναρξη εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ και θεώρηση φορολογικών στοιχείων. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, ήτοι της παραβίασης του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, απορριπτόμενων ως αβασίμου του πρώτου και πέμπτων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, καθώς η έκβαση των διοικητικών δικών επί των προσφυγών του δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη η οποία δεν αφορά το σύνολο του προστίμου που καταλογίστηκε στον κατηγορούμενο, αλλά το 30% επί του αρχικώς καταλογισθέντος προστίμου η καταβολή του οποίου αποτελούσε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προαπαιτούμενο για την άσκηση της προσφυγής του κατηγορουμένου στα διοικητικά δικαστήρια. Ομοίως, πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, και ο δεύτερος και ο τέταρτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, εφόσον η δίωξη του αξιόποινης πράξης του (παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990) προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊστάμενου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του, πράγμα που έγινε με την από 19/2/2001 αίτηση του Τελωνείου Καρδίτσας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπουν την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και, κατά συνέπεια, η οικεία ποινική δίωξη ασκήθηκε παραδεκτώς σε βάρος του κατηγορουμένου, αυτός δε δεν είχε από το νόμο δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή του εν θέματι ποσού μέχρι την έκδοση αμετακλήτων αποφάσεων επί των προσφυγών του στα διοικητικά δικαστήρια. Εξάλλου, όπως ήδη προειπώθηκε, η καταβολή του ως άνω ποσού αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση των προσφυγών του κατηγορουμένων κατά των οικείων πράξεων καταλογισμού και, κατά συνέπεια, η άρνηση του να το καταβάλει υπερβαίνει τα όρια που του αναγνωρίζουν οι κείμενες διατάξεις περί προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια. Τέλος, πρέπει και ο τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του λόγω ύπαρξης κατάστασης ανάγκης να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αόριστος, καθώς δεν αναφέρεται ο παρών και αναπότρεπτος κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του κατηγορουμένου ή κάποιου άλλου προς αποτροπή του οποίου ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη (παράβαση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990). Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος επικαλείται την ύπαρξη κατάστασης ανάγκης με το αιτιολογικό ότι λόγω των πενιχρών του οικονομικών μέσων αδυνατεί να καταβάλει το ποσό των 233.827,63 ευρώ. Τα ως άνω, όμως, πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν την έννοια της κατάστασης ανάγκης του άρθρου 25 του ΠΚ, αλλά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 84 του ΠΚ περί αναγνώρισης - ελαφρυντικών. Πράγματι, το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην ως άνω αξιόποινη πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, αλλά διότι, όπως αποδείχθηκε, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που τον εμπόδιζαν να καταβάλει εμπρόθεσμα το ως άνω ποσό".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5,00 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Καρδίτσας δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-1-2001, ενώ, ακόμη η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 19-2-2001, ήτοι χρόνο ελάσσονα των δύο(2) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-3-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην από 19-2-2001 αίτηση της Τελωνειακής αρχής Καρδίτσας προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1576/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του χρόνου που κατέστη ληξιπρόθεσμο το χρέος και χωρίς να έχει παρέλθει το δίμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2561/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αθάνατο, περί αναιρέσεως της 362/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. ..., 2. ..., 3. ... και 4. ....
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1306/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν κατα-βάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. Α.Π. 1/1996) και αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση, η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχείρησης. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία, μόνον όμως όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 362/2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα. "...
Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 9/2000 μέχρι 3/2001 l) έχοντας ως μέλη του διοικητικού συμβουλίoυ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗΣ Α.Ε." νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστών εισφορών που βαρύνουν την εταιρεία (εργοδοτικών) προς το Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο οποίο υπάγεται το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ΙΚΑ δεν κατέβαλαν τις εισφορές αυτές που ανέρχονται στο ποσό των12.651.467 δρχ. εντός μηνός όπου κατέστησαν αυτές απαιτητές ενώ ήταν από τον Νόμο υπόχρεοι και β) ενώ παρακράτησαν ασφαλιστικές εισφορές από τους εργαζομένους τους με σκοπό να αποδώσουν αυτές στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλαν σε αυτό τις εισφορές αυτές, ανερχόμενες στο ποσό των 6.325.733 δρχ. εντός μηνός από την ημερομηνία που έγιναν απαιτητές, όπως είχαν από τον Νόμο υποχρέωση αλλά κατακράτησαν και ιδιοποιήθηκαν αυτές παράνομα...". Περαιτέρω και ειδικώς για τον αναιρεσείοντα ..., δέχεται η απόφαση στην περί της επιμετρήσεως της ποινής διάταξή της ότι ο ανωτέρω, κατά τον προκείμενο κρίσιμο χρόνο, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας.
Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων μηνών (14) μηνών, την οποία μετέτρεψε. Με αυτά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα προσδιορίζεται ο χρόνος και το ποσό των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών που παρακρατήθηκαν και δεν αποδόθηκαν και η θέση του κατηγορουμένου στην υπόχρεη προς καταβολή ανώνυμη εταιρία. Η αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου εκ του ότι στην απόφαση αναφέρεται ως παραβιασθείσα διάταξη η του άρθρου 2 του Ν. 86/1967 είναι αβάσιμη διότι η αναφορά του άρθρου αυτού έγινε από προφανή παραδρομή αντί της παρ.2 του άρθρου 1 του Ν. 86/1967. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 362/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Αιτιολογημένη καταδίκη. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2559/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της 50357/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 22 Οκτωβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1141/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ'και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 50357/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με την 14430/22-12-2005 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας 155346/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που επιτρεπτώς επισκοπείται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, η τελευταία, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο, προέβαλε ακυρότητα του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω της μη αναφοράς των αναφερομένων στην ένστασή της στοιχείων. Η ένστασή της αυτή προτάθηκε το πρώτον στο ακροατήριο του Εφετείου κατά την συζήτηση της εφέσεώς της και όχι με το εφετήριο και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την εξής αιτιολογία. "Οπως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στην κατηγορουμένη αναιρεσείουσα και αναγνώστηκε στο ακροατήριο και το κατηγορητήριο περιέχει ακριβή καθορισμό της πρώτης πράξης (παράβαση άρθρου μόνου Α.Ν. 690/1945, όπως αντικ. με άρ. 8 παρ.1 Ν.2336/95 και συγκεκριμένα καθορίζονται οι επιμέρους δεδουλευμένες αποδοχές και τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα χρονικά διαστήματα που αφορούν, καθώς επίσης και ο χρόνος κατά τον οποίο οι οφειλόμενες αποδοχές κατέστησαν απαιτητές και έπρεπε να καταβληθούν....". Η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από τη διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Δ και Η' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι, ενώ είχε υποβάλει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και του κατηγορητηρίου, το δίκασαν Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή, χωρίς παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ δεν απάντησε καθόλου "ως προς την μη ύπαρξη στο κατηγορητήριο του ελαχίστου νομίμου συμφωνημένου μισθού και κατά τον τρόπο αυτόν υπερέβη την εξουσία του". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου ( λόγω αναιτιολόγητης απορρίψεως της πιο πάνω ενστάσεως), είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται, ότι τον ισχυρισμό αυτόν είχε περιλάβει η αναιρεσείουσα στην έκθεση της έφεσής της, όπως θα έπρεπε. Εξάλλου, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί με λόγο εφέσεως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν. Άλλωστε, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί με λόγο εφέσεως, η ως άνω τυχόν ακυρότητα, καλύφθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, ενώ με τις περαιτέρω εκτιθέμενες στην αναίρεση αιτιάσεις, δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, αφού η αναφερόμενη από την αναιρεσείουσα έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως ιδρύει τον από την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ λόγο αναίρεσης και όχι τον από την περ. Η της ίδια διάταξης (για υπέρβαση εξουσίας).
ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεώς της, προβάλλει την αιτίαση ότι το δίκασαν Δικαστήριο δεν απάντησε σε αυτοτελή ισχυρισμό, που κατέθεσε εγγράφως, κατά τον οποίο η σχέση αυτής και της εγκαλούσας - μηνύτριας δεν ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά της αφανούς εταιρίας και, επομένως, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρ. μόνου του ν. ΑΝ 539/45. Από τα πρακτικά της δίκης, προκύπτει μεν, ότι ο εκπροσωπών την αναιρεσείουσα δικηγόρος κατέθεσε εγγράφως εκτενή ισχυρισμό, το οποίο χαρακτηρίζει ως αυτοτελή, όπου αναπτύσσει τους λόγους για τους οποίους πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σχέση της αναιρεσείουσας και της εγκαλούσας - μηνύτριας δεν ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά της αφανούς εταιρίας, πλην όμως, δεν προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός αναπτύχθηκε και προφορικώς. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό και διότι δεν πρόκειται περί αυτοτελούς ισχυρισμού με την πιο πάνω έννοια, αλλά για αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και συγκεκριμένα για άρνηση της συνδρομής των αντικειμενικών στοιχείων της παραβάσεως του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/45. Εντούτοις το Δικαστήριο, στο περί ενοχής σκεπτικό του, απάντησε στον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο και απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η εγκαλούσα .... είχε την εκμετάλλευση του καταστήματος και συγκεκριμένα συμμετείχε στα κέρδη κατά 50% στα πλαίσια αφανούς εταιρείας δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα από τα προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι αυτή είχε την ιδιότητα μόνο της υπαλλήλου γραφείου". Στην κρίση του δε αυτή κατέληξε το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του, όπως στην αρχή του σκεπτικού του αναφέρει, " ...την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως". Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας του πιο πάνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αιτιάσεις, ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της μάρτυρας υπεράσπισης ..., από την οποία, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, προέκυπτε η βασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού της, κατά μεν το σκέλος, κατά το οποίο προβάλει ότι δεν λήφθηκε υπόψη η εν λόγω κατάθεση, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ειδικώς αναφέρει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της και τις "καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας", ενώ κατά το σκέλος που προβάλλει, ότι εξ αυτής της καταθέσεως προέκυπτε η βασιμότητα του ισχυρισμού της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης η αναιρεσείουσα με το μοναδικό συναφή πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλει την αιτίαση ότι η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της, "είναι ελλιπής και αόριστη, αφού δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που καταδεικνύουν την παραδοχή, αλλά αντίθετα αφήνοντας ασχολίαστα τα αντίθετα αποδεικτικά μέσα που επιστηρίζουν την αντίθετη άποψη και συγκεκριμένα από την ένορκη εξέταση της μάρτυρος απόδειξης ... προέκυψε ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία και όχι σχέση εξαρτημένης εργασίας... ". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες για τους αυτούς πιο πάνω εκτιθέμενους λόγους. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις, ότι "το δίκασαν δικαστήριο κατά τον τρόπο αυτόν, καθ' υπέρβαση εξουσίας παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, αφήνοντας εκτός δικαστικής εκτίμησης νόμιμο αποδεικτικό μέσο που οδηγούσε σε απαλλακτική κρίση και αδυναμία συγκρότησης του αδικήματος, αφού η προϋπόθεση της ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, λειτουργεί ως εξωτερικός όρος του αξιοποίνου, που εσφαλμένα εφαρμόστηκε", απαραδέκτως προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον με την επίφαση της υπέρβασης εξουσίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και εκ πλαγίου παράβασης του άρ. μόνου του ν. ΑΝ 539/45, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
I
ΙΙ. Κατά την παράγρ. 1 του άρθρου μόνου του ΑΝ. 690/1945, όπως αυτή αντικατ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων κλπ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρ. 655 ΑΚ). Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στη διατάξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε την αναιρεσείουσα για παράβαση του α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση εξήντα ημερών, την οποία ανάστειλε για μία τριετία και σε χρηματική ποινή 1600 ευρώ. Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα, αφού αναπτύσσει τις απόψεις της, για το πότε η απόφαση είναι αιτιολογημένη, αναφέρει τα εξής "Στην συγκεκριμένη περίπτωση η επιλεκτική εκτίμηση με σιωπηρό τρόπο ενοχοποιητικών αποδεικτικών μέσων τα οποία δεν γνωρίζουμε και η ταυτόχρονη ανυπαρξία εκτίμησης συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων που οδηγούν στην απαλλαγή της κατηγορουμένης, οδήγησαν στην παραβίαση της δίκαιης δίκης, την παράκαμψη της ηθικής απόδειξης και την εν τέλει προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας όπως παραπάνω. Οι σκέψεις που δεν παρατίθενται σαν αιτιολογία δικαστικής κρίσης, δημιουργούν αδυναμία αναιρετικού ελέγχου και αντίκρουσης των. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν μπορεί να είναι η οποιαδήποτε εκτός θέματος αυθαίρετη κατασκευή που δεν επιστηρίζεται στην πραγματικότητα της δίκης". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε ποία κεφάλαια αυτού ανάγονται, ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, και ποιες είναι σκέψεις που δεν παρατίθενται, πρέπει, να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται τα αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που από αυτά προέκυψαν και αποδεικνύουν την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, αυτή, με τις πιο πάνω αόριστες αιτιάσεις της και με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της απόφασης, πλήττει ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου.
Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί, η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/2/2007 (αρ.πρωτ. 1767/25-2-08) αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως και τους από 22/10/2008 προσθέτους λόγους της ..., για αναίρεση της 50357/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Kαταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχές εργαζομένων (παράβαση της παρ.1 του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 2336/1995. Η ακυρότητα κλητήριου θεσπίσματος είναι σχετική. Καλύπτεται αν δεν προταθεί με λόγο εφέσεως. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός ότι η εγκαλούσα δεν ήταν εργαζόμενη, αλλά εταίρος. Αοριστία λόγου για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Κλητήριο θέσπισμα
|
Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 2560/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1159/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 966/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 407/14.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., την από 17-4-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατά της υπ'αριθ. 1159/1-6-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, μαζί με τη σχετική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ'αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται (ΑΠ 2/2002 (ολομ.) Π.Χρ. ΝΒ/691).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 17-4-2008 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ. 1159/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε φυλάκιση δύο μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις α) της προμήθειας και β) της κατοχής ηρωΐνης για αποκλειστικά δική του χρήση (άρθρο 29 παρ. 1 Ν. 3459/06).
Από το περιεχόμενο της αιτήσεως αυτής αναίρεσης η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης Ιωαννίνων, προκύπτει ότι δεν περιέχει αυτή κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης και συνεπώς είναι απαράδεκτη. Η αναφορά δε στην έκθεση αναίρεσης της φράσης: "για τους λόγους που αυτός αναφέρει στην αίτησή του", δεν την καθιστά ορισμένη, αφού πέραν του ότι η αίτηση αυτή, από 18-4-2008, είναι έγγραφο έξω από την έκθεση αναιρέσεως, δεν περιέχει και αυτή συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης. Η μνεία δε στην αίτηση αυτή της παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, παραβιάσθηκε λέγει το δικαίωμά του ως κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, εκτός της αοριστίας της και του εντεύθεν απαραδέκτου αυτής, είναι επίσης απαράδεκτη γιατί οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεν έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο, ενώ και η παραβίασή τους καθ'εαυτή δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 544/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/19).
Κατ'ακολουθία των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 17-4-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ'αριθ. 1159/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 6 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από το με ημερομηνία 23 Σεπτεμβρίου 2008 αποδεικτικό επίδοσης της Γραμματέως του Καταστήματος Κράτησης Λάρισας ..., ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 509 παρ.1α και 474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από εκείνον που κρατείται στις φυλακές, μπορεί να γίνει και στον διευθύνοντα τη φυλακή, με δήλωση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, όπου διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου και που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται . Οι διατάξεις δε αυτές, που προβλέπουν ρητώς τον τρόπο με τον οποίο ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως από τον κρατούμενο στις φυλακές, ως ειδικές, κατισχύουν της γενικής διατάξεως του άρθρου 74 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία οι αιτήσεις και δηλώσεις των κρατουμένων υποβάλλονται σε έγγραφο που εγχειρίζεται στον διευθυντή του καταστήματος, όπου κρατούνται, ο οποίος και συντάσσει σχετική έκθεση.
Συνεπώς από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 148 επ. ΚΠΔ, με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος σύνταξης των εκθέσεων, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν μπορεί να ασκηθεί με δικόγραφο, το οποίο έχει κατατεθεί στον διευθυντή των φυλακών, όπου κρατείται ο αναιρεσείων, παρά μόνο με έκθεση που συντάσσεται ενώπιόν του και στην οποία πρέπει να μνημονεύονται οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση της άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση. Επομένως, λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο και δη σε υπόμνημα δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ενώ η απλή συρραφή του υπομνήματος στην έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ' αυτό λόγους στην έκθεση και πολύ περισσότερο όταν το υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται για την άσκησή του από το νόμο, τότε το αρμόδιο να κρίνει γι' αυτό Συμβούλιο ή Δικαστήριο το απορρίπτει, ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 17-4-2008 αίτηση αναίρεσης ο ..., άσκησε αναίρεση, με δήλωσή του ενώπιον του Προϊσταμένου Δ/νσης του Καταστήματος, κατά της 1159/1-6-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε φυλάκιση δύο μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις α) της προμήθειας και β) της κατοχής ηρωίνης για αποκλειστικά δική του χρήση (άρθρο 29 παρ. 1 Ν. 3459/06). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την έκθεση αναίρεσης , ο αναιρεσείων κρατούμενος παρουσιάστηκε στις 17/4/2008 στον πιο πάνω Προϊστάμενο και δήλωσε ότι "κάνει αναίρεση κατά της με αριθμό 1159/1/6/2007 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ με την οποία καταδικάσθηκε για ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ σε ΦΥΛΑΚΙΣΗ μήνες 2 και στα έξοδα και τέλη της δίκης. Αιτούμενος την αναίρεση της εκκαλούμενης απόφασης για τους λόγους που αυτός αναφέρει στην αίτηση του. Περαιτέρω ο εκκαλών εδήλωσε ότι δεν διορίζει αντίκλητο λόγω οικονομικής αδυναμίας". Στην πιο πάνω έκθεση φέρεται επισυναπτόμενο χειρόγραφο έγγραφο, στην πρώτη σελίδα του οποίου έχει τεθεί (ενδεχομένως από το Κατάστημα Κράτησης) ημερομηνία 18/4/08. Το γεγονός όμως ότι η έκθεση αναίρεση συντάχθηκε ενώπιον του Προϊσταμένου του Καταστήματος Κράτησης Ιωαννίνων, στις 17/4/2008, αποκλείει να είχε επισυναφθεί το έγγραφο αυτό κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεση αναίρεσης ενώπιον του πιο πάνω Προϊσταμένου. Επιπλέον το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει την σφραγίδα της υπηρεσίας ούτε την υπογραφή του Προϊσταμένου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, ώστε να θεωρηθεί ότι ενσωματώθηκε το έγγραφο αυτό στην έκθεση αναίρεσης. Έτσι, με το πιο πάνω περιεχόμενο, η ένδικη αίτηση είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτη, αφού ουδείς λόγος αναίρεσης διαλαμβάνεται σε αυτήν ούτε μπορούν να συμπληρωθούν οι ελλείποντες λόγοι με στοιχεία που βρίσκονται σε άλλο έγγραφο, έξω από την ένδικη δήλωση αναίρεσης. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του ότι οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο από 18-4-2008 έγγραφο του αναιρεσείοντος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, πρέπει να παρατηρηθεί, ότι ούτε στο εν λόγω υπόμνημα διαλαμβάνονται ορισμένοι λόγοι αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ειδικότερα το εμπεριεχόμενο στο έγγραφο αυτό αίτημα "να απορριφθεί η απόφαση ...... επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμά μου ως κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη το οποίο καθιερώνεται από το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ....", χωρίς να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν συνιστά ορισμένο λόγο αναίρεσης. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση της 1159/1-6-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη ως αόριστη αίτηση αναίρεσης κρατουμένου στις φυλακές, που ασκήθηκε με έγγραφο που επισυνάπτεται στην έκθεση, χωρίς να υπογράφεται από τον Διευθυντή των φυλακών και χωρίς να περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2557/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο, περί αναιρέσεως της 3729/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1334/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδάφ. α' του ΠΚ, προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, στην περίπτωση που αυτή δεν είναι συνειδητή, απαιτούνται α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλομένη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική β) να είχε την δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης δεσμός μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας άλλου. Εξάλλου, η απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε τούτο, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση αυτής έγινε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 3729/2008 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος ... ,την 11-3-2001 ,υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Α.Ε. ΙΑΜΒΟΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ, η οποία είχε την εκμετάλλευση και διακίνηση των προϊόντων της αλυσίδας εστιατορίων "K.F.C.-Kentucky Fried Chicken", δεν μερίμνησε, ως όφειλε και μπορούσε για την κατάλληλη συντήρηση των πρώτων υλών-κοτόπουλων, από τα οποία παρασκευάζονταν τα τρόφιμα που η ανωτέρω διένειμε. Ειδικότερα, προκειμένου να προβεί στην πώληση των κοτόπουλων κυρίως κατόπιν τηλεφωνικής παραγγελίας και διανομής κατ'οίκον, προπαρασκεύαζε (δια τηγανίσματος) ικανή ποσότητα κοτόπουλων, τα οποία δεν εσυσκεύαζε ούτε τοποθετούσε στο ψυγείο αλλά τοποθετούσε σε σχάρα κάτω από λάμπες, προκειμένου να διατηρούνται ζεστά και μάλιστα επί αρκετές ώρες, έως να διανεμηθούν στους πελάτες. Αποτέλεσμα του ως άνω τρόπου συντήρησης ήταν τα εν λόγω κοτόπουλα να υφίστανται αλλοίωση, η οποία επέρχονταν ως εκ της παρατεταμένης χαμηλής θερμότητας, κάτω από τις λάμπες .Επίσης δεν τηρούσε τις προδιαγραφές συντήρησης για τις σάλτσες, οι οποίες ήταν συνοδευτικές στα πωλούμενα κοτόπουλα (σάλτσες μπάρπεκιου και μουστάρδας). Αν και όφειλε και ηδύνατο να προβαίνει σε ατομική συσκευασία κάθε σάλτσας εν συνεχεία δε σε συντήρηση αυτής μέχρι την πώληση εντός ψυγείου, παρά ταύτα, άφηνε τις εν λόγω σάλτσες εκτεθειμένες εκτός ψυγείου καθόλη τη διάρκεια της ημέρας, εντός φιάλης με ανοικτό στόμιο, ήτοι υπό συνθήκες, οι οποίες επιταχύνουν την αλλοίωση των εν λόγω ευπαθών προιόντων. Αποτέλεσμα της ως άνω πλημμελούς συντήρησης των προϊόντων του καταστήματος του ήταν ο εγκαλών ... να υποστεί οξεία γαστρεντερίτιδα συνεπεία τροφικής δηλητηρίασης, όταν κατά τον ως άνω χρόνο αγόρασε από το κατάστημα της ανωτέρω εταιρείας στη ..., ένα σάντουιτς με φιλέτο κοτόπουλου, οκτώ μεγάλα κομμάτια τηγανητού κοτόπουλου, τηγανητές πατάτες, δύο κουτιά σάλτσας μπάρμπεκιου και ένα μουστάρδας και κατανάλωσε ποσότητα από τα τρόφιμα αυτά, τα οποία είχαν αλλοιωθεί. Η ως άνω σωματική βλάβη την οποία υπέστη, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προπεριγραφείσα πλημμελή και υπαίτια συμπεριφορά του κατηγορουμένου ". Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Εφετείο και καταδίκασε κατά πλειοψηφία τον αναιρεσείοντα, για σωματική βλάβη από αμέλεια, διέλαβε στην απόφασή του την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια υπό υποχρέου, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 παρ.1 του ΠΚ που εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα οι επιμέρους αιτιάσεις που περιέχονται στην αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι 1) η αιτιολογία της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και 2) δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμες, αφού τα περιστατικά που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης δεν συμπίπτουν με εκείνα του διατακτικού αλλά και να συνέπιπταν δεν δημιουργείται κατ' ανάγκη εξ αυτού και μόνο έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, αφού αυτή, όπως εκτέθηκε, περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την πράξη. Εξάλλου, προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως ότι κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο ,την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά ", χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από το καθένα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αντίστοιχα, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, α)για έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ.1 ΠΚ, με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι, ενώ ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήσσεται η ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι.
Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί οι αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 3729/2008 απόφασης του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για σωματική βλάβη από αμέλεια. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 2556/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ράπτη, για αναίρεση της 3115/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1236/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, να απαλειφθεί η διάταξη περί επιδικάσεως τόκων και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005).). Εξάλλου, η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "...:ο κατηγορούμενος διαθέτει επιχείρηση ενοικιάσεως αυτοκινήτων σε τρίτους και τα αυτοκίνητα αυτά είναι ασφαλισμένα για την περίπτωση κλοπής τους στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ". Κατά το έτος 2000, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο που ανήκε στην παραπάνω επιχείρηση του κατηγορουμένου, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα και υπέστη μεγάλες ζημίες, ακολούθως δε, ο κατηγορούμενος παρέδωσε αυτό στον Α, ο οποίος διατηρεί συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, λέγοντας στον τελευταίο "να το εξαφανίσει". Στις 19-3-2001 ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε στο Τμήμα Αερολιμένος Θεσσαλονίκης και αφού δήλωσε ψευδώς στα αρμόδια αστυνομικά όργανα ότι το παραπάνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο εκλάπη στις 16-3-2001, υπέβαλε μήνυση κατ' αγνώστων, ακολούθως δε, ζήτησε από την προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει το συμφωνηθέν ασφαλιστικό ποσόν για την υποτιθεμένη κλοπή του εν λόγω αυτοκινήτου, το ύψος του οποίου είχε καθορισθεί σε 2.800.000 δραχμές, η προσπάθεια του όμως να εισπράξει το χρηματικό αυτό ποσόν βάσει της παραπάνω ψευδούς δηλώσεως του, δεν ευοδώθηκε τελικώς όχι από δική του βούληση αλλά γιατί ο νόμιμος εκπρόσωπος της ασφαλιστικής αυτής εταιρίας δεν πείσθηκε για την κλοπή του ως άνω αυτοκινήτου ...".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για απόπειρα απάτης και παράβαση του άρθρου 230 του Π.Κ, διέλαβε στην απόφαση του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 42, 386 παρ.1 και 320 του Π.Κ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται ο δόλος του κατηγορουμένου για το έγκλημα της απόπειρας απάτης είναι αβάσιμος, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, ενώ εξάλλου για το έγκλημα του άρθρου 230 του Π.Κ για την υποκειμενική θεμελίωση του οποίου ο νόμος αξιώνει την εν γνώσει ψευδή παράσταση στην Αρχή ότι τελέσθηκε κάποιο κακούργημα ή πλημμέλημα, τη συνδρομή του στοιχείου της γνώσης δέχεται με τις εν γένει παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε κατ' αγνώστων μήνυση για κλοπή του αναφερομένου αυτοκινήτου, αφού προηγουμένως βεβαιώθηκε ότι το αυτοκίνητο, την κλοπή του οποίου κατήγγειλε, ήταν αδύνατο να επισκευασθεί και προς τούτο ζήτησε από τον αρμόδιο για την επισκευή του αυτοκινήτου μηχανικό να το εξαφανίσει. Αβασίμως επίσης επικαλείται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την περί ενοχής κρίση του έλαβε υπόψη του και την κατάθεση μάρτυρα υπερασπίσεως ενώ τέτοιος μάρτυρας δεν εξετάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Όμως, από επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως προταθείσα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο η Β η οποία ως τοιαύτη (μάρτυρας υπερασπίσεως) εξετάσθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν γίνεται ειδική αναφορά. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και την αναγνωσθείσα από 10-7-2001 υπεύθυνη δήλωση του κατηγορουμένου, αφού το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα στο προοίμιο του σκεπτικού του διαλαμβάνει ότι συνεξετίμησε και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται ξεχωριστά σε καθένα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
II.- Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του ΚΠΔ, που ορίζει ότι "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της απόφασης που αφορά τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδικάστηκε πρωτοδίκως, ακόμη και όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, το εφετείο δε, ερευνά το κεφάλαιο αυτό και αποφαίνεται για τη βασιμότητα του, χωρίς να μπορεί να αυξήσει το ποσό που επιδικάστηκε πρωτοδίκως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υφίσταται, αφενός μεν, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του, αφετέρου δε, όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν επιφέρει ακυρότητα, αφού οι πλημμέλειες αυτές δεν θίγουν το συμφέρον του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 63, 68 ΚΠΔ, 914 και 937 ΑΚ, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι δυνατό να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν αμέσως από το έγκλημα, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να προηγηθεί έγγραφη προδικασία, Στην προκείμενη περίπτωση, από την πρωτόδικη και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτές αντίστοιχα πρακτικά, προκύπτουν τα ακόλουθα. Ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για το ποσό των 10 ευρώ ο Ψ, ο οποίος εκπροσωπούσε τότε, ως ρητώς περί τούτου αναφέρεται στην χωρίς όρκο κατάθεση του, την ανώνυμη εταιρία ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ Α.Ε η οποία φέρεται ως παθούσα για το έγκλημα της απόπειρας απάτης. Με την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου, έγινε δεκτή η παράσταση πολιτικής αγωγής και επιδικάστηκε το αιτηθέν χρηματικό ποσό. Στο κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ο πολιτικώς ενάγων δεν εμφανίσθηκε και το δικαστήριο επιδίκασε το ίδιο ποσό των δέκα (10) ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι κρίνοντας του Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν έκαμε δεκτή παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αλλ' απλώς, λόγω του ότι πρωτοδίκως είχε δηλωθεί νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής, από την οποία δεν υπήρξε παραίτηση, αναγκαίως εξέτασε και το κεφάλαιο των πολιτικών απαιτήσεων, όπως υποχρεούτο κατά νόμο. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου αφού κατά τα προλεχθέντα η παράσταση του Ψ έγινε όχι ατομικώς για το πρόσωπό του αλλά ως νομίμου εκπροσώπου και ενεργητικά νομιμοποιούμενης ως άνω ανωνύμου εταιρείας και είναι αβάσιμος ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 2 του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του.
III.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητα του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και δη α) την από 11-6-2001 εξώδικη δήλωση και β) δήλωση του Α, των οποίων δεν προκύπτει η ταυτότητα, καθόσον δεν διαλαμβάνεται ο συντάκτης του πρώτου εγγράφου και για το δεύτερο δεν εξειδικεύεται το περιεχόμενο και ο χρόνος έκδοσης αυτού. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IV.- Κατά το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου λόγους μπορούν να προταθούν σε ό, τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. λόγος κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε επιπλέον των αιτηθέντων. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των δέκα (10) ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως και μέχρι την εξόφληση χωρίς να έχει υποβληθεί ούτε πρωτοδίκως ούτε πολύ περισσότερο στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία δεν παρέστη ο πολιτικώς ενάγων, αντίστοιχο αίτημα για την επιδίκαση τόκων. Επομένως είναι ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός από τα άρθρα 510 παρ. 2 του ΚΠΔ και 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως και πρέπει κατά τούτο να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να απαλειφθεί η σχετική διάταξη της με την παρούσα απόφαση, αφού δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α. Αναιρεί εν μέρει, όπως στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 3.115/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Β. Απαλείφει τη διάταξη της ίδιας αποφάσεως κατά το μέρος που επιδικάζονται στον πολιτικώς ενάγοντα νόμιμοι τόκοι επί της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως των δέκα (10) ευρώ. Και
Γ. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 17 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για απόπειρα απάτης και παράβαση του άρθρου 230 ΠΚ. Ταυτότητα εγγράφων. Επαρκής προσδιορισμός. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Νομιμοποίηση πολιτικώς ενάγουσας από τον παραστάντα εκπρόσωπο αυτής. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη νομιμοτόκως χωρίς να υπάρχει αίτημα για τόκους. Μερική αναίρεση κατά τούτο, κατ’ άρθρο 510 παρ. 2 ΚΠΔ. Όχι παραπομπή της υποθέσεως αλλά απάλειψη της σχετικής διατάξεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Απόπειρα, Πολιτική αγωγή, Χρηματική ικανοποίηση, Τόκοι.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2555/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Χ που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Καλογήρου, για συμπλήρωση της 104/2003 αποφάσεως του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Το Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο αιτών ζητεί την συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2008 αίτησή του, κατόπιν της υπ' αριθμ. πράξεως του Προεδρεύοντος του Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1197/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην περίπτωση της συνάφειας (άρθρ. 128 και 131) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε. Για τη συζήτηση του ένδικου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχoυν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το επεκτατικό αποτέλεσμα των ένδικων μέσων ισχύει μόνο αν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β', 370 εδ.β', 511 και 514 ΚΠΔ (όπως το άρθρο 511 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50 παρ.5 του Ν.3160/2003) προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αυτής οφείλει μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου. Το αποτέλεσμα της παραγραφής, με την πάροδο για τα πλημμελήματα τα οκταετίας από την τέλεσή τους, ως λόγος εξάλειψης του αξιόποινου, δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και επομένως επεκτείνεται, εκτός των άλλων, και στον κατηγορούμενο συμμέτοχο, του οποίου το ασκηθέν ένδικο μέσο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο.
ΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με την 96/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, μεταξύ των άλλων κατηγορουμένων, είχε καταδικασθεί και ο αιτών Χ α) για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα ότι με την ιδιότητα του τελωνειακού υπαλλήλου στο ΙΒ' ΤΕΤΣ Πειραιώς βεβαίωσε ψευδώς ότι παραδόθηκαν ενώπιόν του από τον συγκατηγορούμενό του Ψ στις 8/6/1994 και στις 14/6/1994 στα ποντοπόρα πλοία, ... και ..., αντίστοιχα, οι αναφερόμενες εκεί ποσότητες πετρελαίου (48.205 και 59.313 λίτρα, αντίστοιχα) με ηθικό αυτουργό στην πράξη αυτή τον Ψ, και β) για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία, κατ'εξακολούθηση, που έχει τελεσθεί για λογαριασμό της εταιρείας DRACOIL A.E. από τον Ζ, κατά συναυτουργία (συνδρομή) με τον Ψ, στις 8/6/1994 και στις 14/6/1994, με φυσικό αυτουργό τον Ζ, και οι οποίες αφορούσαν τις πιο πάνω ποσότητες καυσίμων. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναιρέσεις, εκτός από τον αιτούντα, και οι Ζ και Ψ επί των οποίων εκδόθηκε η 104/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, ότι με την αίτηση αναίρεσης του αιτούντος Χ η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται μόνο για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και όχι για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία, κατ'εξακολούθηση, για την οποία η απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Για τις πράξεις δε αυτές της ψευδούς βεβαιώσεως, που τέλεσε μεταξύ άλλων και ο Χ, που φέρουν πλημεληματικό χαρακτήρα, ο Αρειος Πάγος δέχθηκε ότι έχει παραγραφεί το αξιόποινο αυτών. Ως προς το αδίκημα, όμως της λαθρεμπορίας, η οποία προσβαλλόταν μόνο με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, κρίθηκε ότι, επειδή η πράξη αυτή δεν προσβαλλόταν με το κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως, η απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη και απέρριψε ως απαράδεκτο το από 15-11-2002 δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Ετσι παρέμεινε η καταδίκη για το αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία ,για την οποία είχε επιβληθεί στον αιτούντα ποινή φυλάκισης των πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή. Αντιθέτως, αιτήσεις αναιρέσεως κατά της αυτής 96/2000 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, των συγκατηγορουμένων του αιτούντος Ζ και Ψ, που αφορούσαν τις αυτές πράξεις της λαθρεμπορίας, έγιναν δεκτές με την 104/2003 απόφαση του ΑρείουΠάγου. Ειδικότερα, προκειμένου για τον Ζ κρίθηκε ότι: "για τις πράξεις της λαθρεμπορίας που φέρονται ότι τελέσθηκαν στον Πειραιά α) για λογαριασμό της εταιρίας DRACOIL με τις ψευδείς βεβαιώσεις, κατόπιν παρακινήσεως του Ψ,................,ως και του Χ, στις 08-06-1994 και 14-06-1994, ...." για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και οι οποίες φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, "έχει παραγραφεί το αξιόποινο τούτων..". Ομοίως για τον Ψ, με την αυτή απόφαση κρίθηκε ότι για τις πράξεις : "...για άμεση συνεργεία σε λαθρεμπορία, που τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 9-5-1994 μέχρι 14-6-1994, εν όψει του ότι η ως άνω αίτηση αναιρέσεως περιέχει ένα σαφή και ορισμένο λόγο (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) και οι ως άνω πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, έχει παραγραφεί το αξιόποινο τούτων". Εφόσον δε και για τους δύο αυτούς αναιρεσείοντες, από τον χρόνο τέλεσης των πράξεων αυτών πέρασε οκταετία, που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως κρίθηκε με την αυτή απόφαση , πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος τους για τις πράξεις αυτές. Επομένως, προκύπτει ότι , οι πράξεις της λαθρεμπορίας, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών, ως άμεσος συνεργός, είναι οι ίδιες πράξεις για τις οποίες, ως προς τους πιο πάνω συγκατηγορούμενους του, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, με την 104/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου.
ΙΙΙ. Το αποτέλεσμα όμως αυτό της εξάλειψης του αξιόποινου λόγω παραγραφής, έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 469 του ΚΠΔ και όσα εκτέθηκαν, να επεκταθεί και στον αιτούντα Χ, ο οποίος είχε καταδικασθεί με την αναιρεσιβληθείσα απόφαση και ως άμεσος συνεργός σε βαθμό πλημμελήματος, δηλαδή ως συμμέτοχος στις παραπάνω πράξεις των συμμετόχων του, των οποίων οι αιτήσεις αναίρεσης κρίθηκαν παραδεκτές, ενώ η αντίστοιχη του αιτούντος κατά το μέρος της, το οποίο αφορούσε την πράξη της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση, καθώς και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων που αφορούσε την ίδια ως άνω πράξη, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα, αφού η εξάλειψη του αξιοποίνου με την επελθούσα παραγραφή δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο των ανωτέρω τότε κατηγορουμένων. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει λόγος συμπλήρωσης της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, προκειμένου το αποτέλεσμα της παραγραφής να επεκταθεί και στον καταδικασθέντα με την 96/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς αιτούντα και να παύσει και ως προς αυτόν, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εναντίον του για την ανωτέρω πράξη της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συμπληρώνει την υπ' αριθ. 104/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου σε σχέση με τον αιτούντα Χ, ως εξής: "Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του Χ, για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία, κατ' εξακολούθηση, που έχει τελεσθεί για λογαριασμό της εταιρείας DRACOIL από τον φυσικό αυτουργό Ζ, κατά συναυτουργία με τον Ψ, στις 08-06-1994 και 14-06-1994".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επεκτατικό αποτέλεσμα ενδίκου μέσου. Παύση ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής ως προς ορισμένους συμμετόχους στις αξιόποινες πράξεις (λαθρεμπορίας) κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως. Επέκταση του αποτελέσματος και στον κατηγορούμενο συμμέτοχο, του οποίου το ασκηθέν ένδικο μέσο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, εφόσον η εξάλειψη του αξιοποίνου με την επελθούσα παραγραφή δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο των κατηγορουμένων. Διατάσσεται η συμπλήρωση της αποφάσεως, εφόσον το δικαστήριο είχε παραλείψει να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
|
Συναυτουργία
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Λαθρεμπορία, Συναυτουργία, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2553/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 242/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Γεώργιο Αντύπα του Αργυρίου και 2. Θεοδώρου Χρύση του Δημητρίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Αθανασία Ισαακίδου του Βασιλείου, κάτοικο Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Μαρτίου 2008 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 561/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 412/29.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, α) την από 14-3-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ2 και β) από 14-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορούμένου Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 242/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθησαν κατ'ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων, κατά του υπ'αριθμ. 3903/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτοί παραπέμπτονται, μετ'άλλων συγκατηγορουμένων των, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), διά να δικασθούν διά πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού, με σκοπό περιουσιακού οφέλους διά βλάβης τρίτου, άνω των 15.000 ευρώ, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Προβάλλουν δε, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την έλλειψη νομίμου βάσεως.
Επειδή, από το άρθρ. 216 § 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι διά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ως καταρτισθέν από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος περιλαμβάνων την γνώση και την θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος περιστατικών και σκοπός του δράστου να παραπλανήση με την χρήση του εγγράφου αυτού άλλον περί γεγονότος δυναμένου να έχη έννομες συνέπειες, όπως είναι το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο διά την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, ασχέτως αν επετεύχθη ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 858/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/322). Διά την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, κατά μεν την παράγραφο 3 εδ. α' του άρθρ. 216 Π.Κ., απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να προσπορίση στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, διά βλάβης τρίτου ή να βλάψη άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών), κατά δε το εδάφ. β' της ιδίας παραγράφου ως προστετέθη δι'άρθρ. 14 § 2 β' Ν.2721/1999, απαιτείται ο υπαίτιος να διαπράττη πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ( ή των 5.000.000 δραχμών). Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 13 εδάφ. στ' Π.Κ., κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις διά την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Όταν δε, διά την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχη τελεσθή η πράξη με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογήται ειδικώς, με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τον εν λόγω σκοπό, άλλως υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού (ΑΠ 1264/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ/227). Η ως άνω επιβαλλομένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι οι προαναφερθείσες του άρθρ. 13 εδάφ. στ' Π.Κ, ως προς τις οποίες δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται και η αναφορά των πραγματικών περιστατικών που δύνανται να υπαχθούν στην έννοιά τους (βλ. ΑΠ 467/2007). Τέλος, ως προκύπτει εκ της διατάξεως του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγματων κρίση του, κατά πλειοψηφία, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, κατ'είδος προσδιοριζομένων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Κατά μήνα Απρίλιο 2001 η μηνύτρια Ψ γνωρίσθηκε μέσω του γιου της από προγενέστερο γάμο Α με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους Χ2 και Χ1, που διεύθυναν την ανώνυμη εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών (Α.Ε.Λ.Δ.Ε.) με την επωνυμία "REACTION FAMILY Α.Ε.Λ.Δ.Ε." και έδρα στην οδό ..., στην ... και άρχισε να συζητεί μαζί τους το ενδεχόμενο μεταφοράς του χαρτοφυλακίου μετοχών που διατηρούσε μέχρι τότε στην ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία "ALPHA ΑΧΕ" σε άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία και την έναρξη επαγγελματικής συνεργασίας μαζί τους διαμέσου της χρηματιστηριακής εταιρείας που θα επέλεγαν. Τελικά, λόγω της γνωριμίας του γιου της, που διατηρούσε κατάστημα χρυσοχοείου κοντά στο γραφείο των δύο πρώτων κατηγορουμένων, και της εμπιστοσύνης που απέκτησε και η ίδιά μέσω των δικών της επαφών και συζητήσεων μαζί τους γύρω από ζητήματα επενδύσεων στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, πείσθηκε και επέλεξε να αρχίσει οικονομική συνεργασία με την ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", που της υπέδειξαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι, αφού προηγουμένως ήλθε σε επαφή με τα στελέχη της εν λόγω εταιρείας και συγκεκριμένα τους τρίτο και τέταρτο κατηγορουμένους Χ3 και Χ4, διευθυντή πωλήσεων και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, αντίστοιχα. Αποφασιστικό κριτήριο για την επιλογή της πιο πάνω χρηματιστηριακής εταιρείας εκ μέρους της μηνύτριας υπήρξε η δήλωση των δύο πρώτων κατηγορουμένων ότι η εταιρεία αυτή διαθέτει ένα καινούργιο επενδυτικό προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου και με σταθερή υψηλή απόδοση της τάξεως του 70-100%, την οποία επιβεβαίωσαν και οι λοιποί κατηγορούμενοι, λέγοντας της χαρακτηριστικά κατά την αρχική τους συνάντηση, στην οποία παρευρισκόταν και ο γιος της,"αν κινδυνεύει το κεφάλαιο σας δεν υπάρχει λόγος να έλθετε σε μας. Εμείς μοιράζουμε μόνο κέρδη". Η μηνύτρια πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις αυτές και ζήτησε τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου της στην εν λόγω εταιρεία, ενώ επίκειτο και η υπογραφή της σχετικής συμβάσεως. Το χαρτοφυλάκιό της, αξίας κατά το χρόνο εκείνο 6.342.722 δρχ., αποτελείτο από 80 μετοχές της ΕΕΕΚ, 120 μετοχές της "ALPHA BANK", 160 μετοχές της Εμπορικής Τράπεζας, 180 μετοχές της ΕΤΒΑ, 130 μετοχές της ΕΤΕ, 130 μετοχές της ΙΝΤΚΑ, 150 μετοχές της ΜΑΙΚ, 110 μετοχές του ΟΤΕ, 150 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς και 100 μετοχές της ΤΗΛΕΤ. Στις 23.10.2001 η πρώτη κατηγορουμένη Χ2 παρέδωσε στο γιο της μηνύτριας Α το κείμενο της συμβάσεως που είχε ετοιμάσει το αρμόδιο τμήμα της "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", στην οποία ρητά περιλαμβανόταν ο όρος περί εγγυημένου κεφαλαίου και υψηλής αποδόσεως, έντυπο προς συμπλήρωση με τα στοιχεία του επενδυτή και μία έγγραφη συμφωνία με την παραπάνω Α.Ε.Λ.Δ.Ε. με μία συνημμένη εξουσιοδότηση. Το κείμενο της συμβάσεως με τον πιο πάνω όρο ανέγνωσαν πλην της μηνύτριας ο γιος της Α, η αδελφή της Β και ο σύζυγος της Γ, ο οποίος θεώρησε ενδιαφέροντα τον όρο αυτό και προέτρεψε τη σύζυγο του να υπογράψει τη σύμβαση. Πράγματι, τα έγγραφα αυτά συμπλήρωσε και υπέγραψε η μηνύτρια, θεωρώντας μάλιστα την επομένη ημέρα το γνήσιο της υπογραφής της ενώπιον αστυνομικού στο Α.Τ. Αμπελοκήπων σε όλα τα παραπάνω έγγραφα και όσον αφορά στο κείμενο της συμβάσεως με την χρηματιστηριακή εταιρεία στην τελευταία σελίδα της. Στη συνεχεία απέστειλε τα έγγραφα αυτά προς την "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", προκειμένου να υπογραφούν και από το νόμιμο εκπρόσωπό της, χωρίς ωστόσο να κρατήσει η ίδιά κάποιο αντίγραφο. Μετά παρέλευση ολίγων ημερών και πριν ακόμη καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσόν, η χρηματιστηριακή εταιρεία έστειλε στον γιο της ταχυδρομικά έναν κλειστό φάκελο με όλα τα σχετικά έγγραφα, τον οποίο αυτός τοποθέτησε σε χρηματοκιβώτιο ασφαλείας του καταστήματος του, χωρίς να τον ανοίξει. Επιπλέον, η μηνύτρια, έχοντας ως κίνητρο την υψηλή απόδοση των επενδύσεων που της είχαν υποσχεθεί οι εκπρόσωποι της χρηματιστηριακής εταιρίας, κατέβαλε τμηματικά σ' αυτήν από τις 9 έως τις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους το συνολικό ποσόν των 63.000.000 δρχ. τα οποία, όπως τους εκμυστηρεύθηκε, τα προόριζε για αγορά διαμερίσματος στο όνομα του γιου της, με αποτέλεσμα το σύνολο του ποσού που είχε επενδύσει στην "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", να ανέλθει μαζί με το χαρτοφυλάκιο των μετοχών που προαναφέρθηκε στο ποσόν των 69.342.722 δρχ. Αφού παρήλθε το πρώτο τρίμηνο από την υπογραφή της συμφωνίας, απεστάλη στη μηνύτρια, όπως είχε συμφωνηθεί, σχετική έγγραφη ενημέρωση, από την οποία διαπίστωσε απώλεια της επενδύσεώς της ποσού 7.000.000 δρχ. περίπου, με αποτέλεσμα να αποτιμάται πλέον αυτή στο ποσόν των 62.000.000 δρχ. Θορυβημένη η μηνύτρια από το γεγονός αυτό, απευθύνθηκε κατ' αρχήν στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και από κοινού επισκέφθηκαν τον τέταρτο κατηγορούμενο Χ4 στα γραφεία της "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", όπου στις διαμαρτυρίες της ότι η συμφωνία τους άλλα προέβλεπε, αυτός την καθησύχασε, διαβεβαιώνοντάς της ότι πρόκειται για πρόσκαιρη απώλεια και ότι πολύ σύντομα η επένδυση της θα άρχιζε να αποδίδει. Κατόπιν τούτου η μηνύτρια δεν προχώρησε σε καμιά κίνηση, αναμένοντας την εξέλιξη της επενδύσεως της το επόμενο τρίμηνο. Ωστόσο, και κατά το επόμενο τρίμηνο υπήρξε και νέα μείωση του χαρτοφυλακίου της, με αποτέλεσμα η μηνύτρια να επισκεφθεί εκ νέου τον τέταρτο κατηγορούμενο, ο οποίος όμως αυτή τη φορά δεν ήταν τόσο καθησυχαστικός και κατηγορηματικός για την απόδοση της επενδύσεώς της, όπως την πρώτη φορά. Έτσι ζήτησε από το γιο της να της παραδώσει τον κλειστό φάκελο, που είχε φυλάξει αυτός στο χρηματοκιβώτιο του χρυσοχοείου, οπότε προς μεγάλη έκπληξή της διαπίστωσε ότι στο κείμενο της συμβάσεως είχε απαλειφθεί ο όρος περί εγγυημένου κεφαλαίου και ότι στο τέλος της συμβάσεως είχε τεθεί υπογραφή κατ' απομίμηση της δικής της υπογραφής, χωρίς όμως να την έχει θέσει η ίδια, ενώ υπήρχαν και τέσσερα παραρτήματα που τα έβλεπε για πρώτη φορά και είχαν κατά σειρά τους τίτλους: α) ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΞΙΩΝ ΠΡΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, όπου απλώς αναγράφονταν αναλυτικά οι ήδη υπάρχουσες και παραδοθείσες μετοχές του χαρτοφυλακίου της, που προαναφέρθηκαν, καθώς και τα ποσά των τμηματικών καταβολών της, β) ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, το οποίο ήταν ασυμπλήρωτο, γ) ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ, ΑΜΟΙΒΗ ΚΑΙ ΕΞΟΔΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΒΑΣΗ, στο οποίο αναγραφόταν τα ποσοστά προμήθειας της ΑΧΕ για κάθε χρηματιστηριακή συναλλαγή και σε περίπτωση υπεραποδόσεως του κεφαλαίου, και δ) ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ, στο οποίο οριζόταν η διάρκεια διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου σε ένα έτος τουλάχιστον και τα οποία έφεραν επίσης πλαστογραφημένη την υπογραφή της μηνύτριας. Στις εντονότατες διαμαρτυρίες της τελευταίας προς τον τέταρτο κατηγορούμενο για τα εν λόγω έγγραφα με την πλαστογραφημένη υπογραφή της, αυτός προσπάθησε να την καθησυχάσει και τελικά, μετά τη δήλωση της ότι θα προσφύγει στην Αστυνομία, της απέδωσε το ποσόν των 40.000.000 δρχ. Μετά την ενέργεια αυτή του τετάρτου κατηγορουμένου η μηνύτρια αφενός μεν υπέβαλε μήνυση σε βάρος όλων των κατηγορουμένων, αφετέρου δε άσκησε και αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκκρεμεί ακόμη προς έκδοση οριστικής αποφάσεως. Οι κατηγορούμενοι, ως είναι ευνόητο, αρνούνται εκτενώς τόσο στις απολογίες τους όσο και με τα υπομνήματα που κατέθεσαν την κατηγορία που τους αποδίδεται και ειδικότερα οι δυο πρώτοι ισχυρίζονται ότι, πέραν του γεγονότος ότι έφεραν σε επαφή με τη μηνύτρια με τους λοιπούς κατηγορουμένους, ουδεμία ανάμειξη είχαν έκτοτε στη συνεργασία τους, ούτε παρέλαβαν ή της παρέδωσαν ποτέ σχετικά με τη σύμβαση έγγραφα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμβαση διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου που υπέγραψε αυτή με την "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", στερούσε αυτούς και την εταιρεία τους από οποιαδήποτε ανάμειξη στο χαρτοφυλάκιό της, ενώ περαιτέρω, όπως και οι λοιποί κατηγορούμενοι, αρνούνται ότι έγινε οποτεδήποτε λόγος στη μηνύτρια για επένδυση εγγυημένου κεφαλαίου, αλλά αντιθέτως της επεσήμαναν τους κινδύνους καθώς και το ενδεχόμενο απώλειας του. Επιπλέον, οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι αρνούνται κατηγορηματικά ότι της έστειλαν κείμενο συμβάσεως με τον όρο περί εγγυημένου κεφαλαίου, χρησιμοποιώντας ως βασικό επιχείρημα ότι τέτοια συμφωνία αντίκειται στη χρηματιστηριακή νομοθεσία και δεν θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε επίσημο έγγραφο κείμενο τους, γιατί με τον τρόπο αυτό η "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ" θα έμενε εκτεθειμένη σε ενδεχόμενο έλεγχο της Επιτροπής της Κεφαλαιαγοράς, που θα συνεπαγόταν οπωσδήποτε την επιβολή υψηλών προστίμων. Διατείνονται μάλιστα ότι το έντυπο κείμενο της συμβάσεως, που η μηνύτρια καταγγέλλει ως προϊόν πλαστογραφίας είναι αυτό που χρησιμοποιούσε η εν λόγω εταιρεία πάντοτε στις συναλλαγές της με τους επενδυτές της, γεγονός που επιβεβαιώνει κατά κύριο λόγο η τότε δικηγόρος της εταιρείας Δ, που ήταν επιφορτισμένη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με τον έλεγχο της τηρήσεως της νομοθεσίας περί Χρηματιστηρίου και των επιταγών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, λέγοντας ότι όλα τα σχετικά έγγραφα και το κείμενο της συμβάσεως που υπέγραφαν οι επενδυτές ήσαν δεμένα με θερμοκόλληση, σε τεύχος όμοιο με αυτό που επισυνάπτεται ασυμπλήρωτο στη δικογραφία και επομένως δεν ήταν δυνατή η αποκόλληση επιμέρους εγγράφων του και η αντικατάστασή τους με άλλα. Τόσο δε η ίδια μάρτυρας όσο και ο επόπτης εκκαθαριστής της "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", της οποίας έχει ανακληθεί πλέον η άδεια λειτουργίας λόγω μη αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου, δηλώνουν ότι κανείς άλλος επενδυτής που συνεργάσθηκε με την εταιρεία αυτή δεν διατύπωσε στους ελεγκτικούς μηχανισμούς αντίστοιχο παράπονο, παρά μόνο διαμαρτυρίες για την τυχόν ζημιογόνα πορεία της επενδύσεώς του. Παρά τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα αυτά από πλευράς μαρτύρων των κατηγορουμένων, με εξίσου κατηγορηματικό τρόπο οι μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή ο σύζυγος, η αδελφή και κυρίως ο γιος της μηνύτριας, επιβεβαιώνουν ότι είχαν δει και αναγνώσει το κείμενο της συμβάσεως διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου με την εταιρεία "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", με τον όρο του εγγυημένου κεφαλαίου που επικαλείται η μηνύτρια. Πέραν των καταθέσεων αυτών που ενισχύουν κατά περίπτωση είτε τους ισχυρισμούς της μηνύτριας είτε αυτούς των κατηγορουμένων, καταλυτικό στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της παραδοχής των ισχυρισμών της μηνύτριας, με την έννοια της υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων κατά το παρόν ενδιάμεσο στάδιο, αποτελούν κατά κύριο λόγο το πόρισμα της από 1.3.2006 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ....., που ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με την 3507/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως αποδεικτικό μέσο στα πλαίσια της μεταξύ τους αντιδικίας ενώπιον των αστικών δικαστηρίων. Η εν λόγω πραγματογνώμονας, μετά από την εκτίμηση πλήθους εγγράφων ως συγκριτικού υλικού, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες υπογραφές είναι πλαστές, με την έννοια ότι δεν προέρχονται από τη μηνύτρια, αλλά από την πρώτη κατηγορουμένη, τη Χ2. Το συμπέρασμα αυτό συνάδει με την κατάθεση του Α, γιου της μηνύτριας, ο οποίος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, βεβαιώνει ότι η Χ2 διέθετε στο γραφείο της κείμενα συμβάσεων και άλλα έντυπα που αφορούσαν στην "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ". Αντιθέτως, ο γραφολόγος ....., που ενέργησε για λογαριασμό των δύο πρώτων κατηγορουμένων, στην αρχική από 27.9.2004 γραφολογική έκθεση, αλλά και στη συμπληρωματική από Μαρτίου 2006 έκθεση κριτικής αξιολογήσεως και γραφολογικών παρατηρήσεων επί της πραγματογνωμοσύνης της ....., στη μεν πρώτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται αβεβαιότητα για το αν πράγματι οι υπογραφές στα επίμαχα έγγραφα προέρχονται ή όχι από τη μηνύτρια, ενώ στη δεύτερη, περιορίζεται στην αξιολόγηση των πορισμάτων της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμο-σύνης, τα οποία κρίνει ως εσφαλμένα, χωρίς ωστόσο, ενόψει και της πρώτης αξιολογήσεώς του, να τοποθετείται τελικά ως προς την πλαστότητα ή μη των υπογραφών της μηνύτριας, με αποτέλεσμα να μην ανατρέπεται με βάσιμα επιχειρήματα το συμπέρασμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που τάσσεται υπέρ της πλαστότητάς τους. Περαιτέρω, είναι ευνόητο, από τον ίδιο το λόγο συνάψεως της πιο πάνω συμβάσεως, ότι οι κατηγορούμενοι με την πιο πάνω πράξη τους αποσκοπούσαν στο να παραπλανηθούν από τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες, κάθε είδους επιχείρηση επενδυτικών υπηρεσιών, με τις οποίες τυχόν θα συναλλάσσονταν, αλλά και οι δικαστικές αρχές, η Επιτροπή Κεφαλαιογοράς, σε ενδεχόμενο έλεγχο, και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο σχετικά με το αναληθές γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ότι η μηνύτρια με την παραπάνω από 29.10.2001 σύμβαση ανέθετε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της χωρίς τον όρο της διατηρήσεως του κεφαλαίου της σταθερού και αμείωτου. Απώτερος σκοπός τους, όπως είναι επίσης ευνόητο, ήταν να καρπωθεί η πιο πάνω ΑΧΕ παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίστατο στην αποφυγή της υποχρεώσεώς της να αποζημιώσει τη μηνύτρια σε περίπτωση μερικής ή ολικής απώλειας του κεφαλαίου της, λόγω διακυμάνσεως της τιμής των μετοχών της μηνύτριας, και κατά το ποσόν αυτής, αφού αν υπήρχε στη σύμβαση ο όρος διατηρήσεως του κεφαλαίου αμείωτου και σταθερού, η τελευταία σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν δεν είχε καμιά απόδοση από την επένδυση της, δεν θα έχανε τουλάχιστον το κεφάλαιό της. Το συνολικό δε όφελος που αποκόμισε η πιο πάνω χρηματιστηριακή εταιρεία με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας υπερέβη το ποσόν των 15.000 ευρώ και ανήλθε στο ποσόν των 29.342.722 δρχ. ισότιμο με 86.112,17 ευρώ, που αντιστοιχεί στην απώλεια του κεφαλαίου της από τη διακύμανση των τιμών των - μετοχών που αγοράσθηκαν και πωλήθηκαν για λογαριασμό της. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της εν λόγω πράξεως εκ μέρους όλων των κατηγορουμένων που έγινε με βάση οργανωμένο από όλους σχέδιο, όχι ευκαιριακά αλλά με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος για βιοπορισμό και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητας τους. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι ορθά εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία με το εκκαλούμενο βούλευμα, που αποφάνθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό το περιουσιακό όφελος διά βλάβης τρίτου άνω των 15.000 ευρώ, απέρριψε δε κατ'ουσίαν τις εφέσεις αυτών κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτός ως προς όλες τις διατάξεις του.
Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ουδόλως αιτιολογεί τον αποδιδόμενο στους αναιρεσείοντες σκοπό, να καρπωθή η ανωτέρω εταιρία "ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ", διά της ως άνω πλαστογραφίας, παράνομο περιουσιακό όφελος. Επίσης, δεν εκθέτει ποια πραγματικά περιστατικά προέκυψαν και δύνανται να υπαχθούν στην ως άνω έννοια της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πλαστογραφίας από τους αναιρεσείοντες, αλλά αναφέρει μόνο τα τυπικά στοιχεία των σχετικών διατάξεων του άρθρ. 13 εδ. στ' Π.Κ. Περαιτέρω, ενώ αυτό δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες είχαν σκοπό να καρπωθή η ανωτέρω ΑΧΕ παράνομο περιουσιακό όφελος, εν συνεχεία αναφέρει, ως προκύψαντα σκοπό αυτών, τον πορισμό "εισοδήματος για βιοπορισμό" και δεν διευκρινίζει το εισόδημα στο οποίο απέβλεπαν αυτοί. Εξ άλλου, δεν εκθέτει ποιά πραγματικά περιστατικά προέκυψαν, εν σχέσει προς την υπό του αναιρεσείοντος Χ1 τέλεση της ανωτέρω πλαστογραφίας ή την συμμετοχή του σ'αυτή. Επί πλέον δε, αν και επικυρώνει, ως προς όλες τις διατάξεις του, το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο παραπέμπει τους αναιρεσείοντες δι'από κοινού τέλεση της ανωτέρου αξιοποίνου πράξεως, δεν παραθέτει ουδεμία αιτιολογία ως προς την σύμπραξη και τον κοινό δόλο (άρθρ. 45 Π.Κ.) των ως συναυτουργών φερομένων αναιρεσειόντων (βλ. Ολ. ΑΠ 50/1990), ενώ ούτε σκέψη περί μεταβολής της κατηγορίας, ως προς την από κοινού τέλεση, περιλαμβάνει.
Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών διέλαβε σ'αυτό αιτιολογία ελλειπή, ασαφή και αντιφατική, με αποτέλεσμα να στερήται της ως άνω επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και νομίμου βάσεως, αφού εκ των ανωτέρω ασαφειών και αντιφάσεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, κατά τους βασίμους λόγους αναιρέσεως που προβάλλονται, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ'Κ.Π.Δ. Καθ'ό μέρος, όμως, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτεινομένου του αναιρετικού αποτελέσματος και στον μη ασκήσαντα αναίρεση εκκαλούντα κατηγορούμενο, αφού οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως δεν αναφέρονται αποκλειστικώς στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 469 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 242/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επεκτεινομένου του αναιρετικού αποτελέσματος και στον μη ασκήσαντα αναίρεση εκκαλούντα κατηγορούμενο.
Να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήναι 22 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΔημήτριος - Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αυτοτελείς αιτήσεις α) υπ' αριθμ.51/14-3-2008 του κατηγορουμένου Χ1, και β) υπ' αριθμ. 52/12-3-2007 της κατηγορουμένης Χ2 για αναίρεση του 242/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να συνεξεταστούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.2 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ δε περισσότερο όταν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης λόγος που δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερομένους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, όπως είναι, αναφορικά με τα βουλεύματα, η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνιστά λόγους αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος. Περίπτωση "εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης", συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Για να είναι όμως ο λόγος αυτός ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Ο δεύτερος ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, όσο και όταν υπάρχει, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα, και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτού, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψή αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος (ΟλΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν μετά των συγκατηγορουμένων των Χ3 και Χ4, με το υπ' αριθμ. 3903/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για πλαστογραφία με χρήση από κοινού, με σκοπό περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, από υπαιτίους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος οι αναιρεσείοντες και ο Χ3 άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 242/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με τον πρώτο λόγο των ομοίων κατά το περιεχόμενο ως άνω αιτήσεων αναίρεσης πλήττεται το βούλευμα για την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλην όμως οι αναιρεσείοντες, αφού εκθέτουν τις νομικές διατάξεις, σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και την έννοια αυτών, όπως διαμορφώθηκε από τη νομολογία, στη συνέχεια αναλίσκονται στην έκθεση ορισμένων παραδοχών του βουλεύματος με αναφορά των υπερασπιστικών τους ισχυρισμών και επιχειρημάτων, τα οποία δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε το Συμβούλιο Εφετών. Ειδικότερα εκθέτουν ότι το βούλευμα δέχτηκε 1) "ότι η αναιρεσείουσα παρέδωσε στον υιό της μηνυτρίας το κείμενο της συμβάσεως που είχε ετοιμάσει η ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΧΕ και τη σύμβαση αυτή τη διάβασε τόσο αυτός όσο και η αδερφή της μηνυτρίας και ο σύζυγός της και είχαν διαβάσει σ'αυτήν τη ρήτρα περί εγγυημένου κεφαλαίου" ενώ η αδερφή της μηνυτρίας δεν είχε καταθέσει ότι διάβασε τη σύμβαση αυτή αλλά ότι την είχε δει σε φωτοτυπία, 2) με την πλαστογραφία αποσκοπούσαν οι κατηγορούμενοι "στο να παραπλανηθούν από τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρίες, κάθε είδους επιχείρηση επενδυτικών υπηρεσιών, με τις οποίες τυχόν θα συναλλάσονταν, αλλά και οι δικαστικές αρχές, η επιτροπή κεφαλαιαγοράς σε ενδεχόμενο έλεγχο, και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο σχετικά με το αναληθές γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες" ενώ τι σχέση είχαν ή μπορούσαν να έχουν όλοι αυτοί με την μηνύτρια; 3) "απώτερος σκοπός ήταν να καρπωθεί η πιο πάνω ΑΧΕ παράνομο περιουσιακό όφελος που συνίσταται στην υποχρέωσή της να αποζημιώσει τη μηνύτρια σε περίπτωση μερικής ή ολικής απωλείας του κεφαλαίου της, λόγω διακύμανσης της τιμής των μετοχών της μηνύτριας, και κατά το ποσό αυτής, αφού αν υπήρχε στη σύμβαση ο όρος διατηρήσεως του κεφαλαίου αμείωτου και σταθερού, η τελευταία σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν δεν είχε καμία απόδοση από την επένδυσή της, δεν θα έχανε τουλάχιστον το κεφάλαιό της" ενώ η βασική αρχή της σύμβασης που απαιτούν οι εποπτικές αρχές όλων των χωρών που λειτουργούν χρηματιστήρια, είναι ότι ουδεμία ευθύνη φέρουν τόσο οι αρχές, όσο και η χρηματιστηριακή για την πτώση των μετοχών, και 4) "από την επανειλημμένη δε τέλεση της εν λόγω πράξεως εκ μέρους όλων των κατηγορουμένων που έγινε με βάση οργανωμένου από όλους σχέδιο, όχι ευκαιριακά, αλλά με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός για πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος για βιοπορισμό και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς τους" ενώ από τα στοιχεία που επικαλείται το βούλευμα δεν προκύπτουν τα παραπάνω. Όλα όμως τα ανωτέρω, αναφέρονται στις ανέλεγκτες παραδοχές του βουλεύματος και δεν συγκροτούν τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα λόγο αναίρεσης. Επομένως ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις παραπάνω αιτιάσεις είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος που αποδίδει στο βούλευμα την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, αφού προκύπτει από το σκεπτικό του βουλεύματος ότι κατέληξε στην κρίση του για απόρριψη των εφέσεων, αφού έλαβε υπόψη "τις ένορκες και μη καταθέσεις των μαρτύρων, το υπόμνημα της πολιτικώς εναγούσης, τα προσκομιζόμενα έγγραφα, τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων", χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αόριστος γιατί, εκτός από το ότι δεν αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, δεν εκτίθενται και οι αποδιδόμενες σε σχέση με τη διάταξη αυτή συγκεκριμένες πλημμέλειες, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα, καθώς επίσης δεν αναφέρεται αν υπάρχουν ασάφειες ή αντιφάσεις και ποίες είναι αυτές. Οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση και του λόγου αυτού περιορίζονται αποκλειστικά σε αιτιάσεις σχετικές με τις παραδοχές του βουλεύματος και την μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά από αυτά οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθουν και να καταδικασθουν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 51/14-3-2008 και 52/14-3-2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμόν 242/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναίρεσης βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 2554/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ελευθεριάδη, για αναίρεση της 456/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 969/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την παράγρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως αυτή αντικατ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων κλπ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σαυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρ. 655 ΑΚ). Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, καθώς και αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονταν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, ή από το νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, το νόμο ή το έθιμο κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 456/2008 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ.. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "την 1-5-2005 στο πρώτο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..... ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...-... και Σια Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και διατηρεί κέντρο διασκέδασης με το διακριτικό τίτλο "Χρώματα", αν και προσέλαβε το μάρτυρα κατηγορίας Α, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τραγουδιστής στο ως άνω κέντρο διασκέδασης, δυνάμει της από του έτους 2004 σύμβασης εργασίας του μερικής απασχόλησης αόριστης διάρκειας, που συνήφθη μεταξύ του κατηγορουμένου με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "...-... και Σια Ο.Ε." και του ανωτέρω εργαζόμενου, και απασχόλησε αυτόν, δυνάμει της ως άνω συμβάσεως εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 έως 30-4-2005, δεν του κατέβαλε : Ι) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών ποσού ύψους 400 ευρώ, 2) επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2004 ποσού ύψους 2.000 ευρώ, 3) επίδομα εορτών Πάσχα 2005 ποσού ύψους 3.320 ευρώ, 4) αποζημίωση αδείας ποσού ύψους 3.008 ευρώ και 5) επίδομα αδείας ποσού ύψους 3.008 ευρώ. Το γενικό σύνολο οφειλομένων, που αφορά υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2004, επίδομα εορτών Πάσχα 2005, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας είναι ποσού ύψους 11.736 ευρώ. Στην κρίση αυτή, περί του ότι ο μάρτυρας κατηγορίας Α προσλήφθηκε στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...-... και Σία Ο.Ε."από τον κατηγορούμενο, ο οποίος λειτουργούσε με την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...-... και ΣΙΑ Ο.Ε." οδηγείται το Δικαστήριο από τη πειστική και σαφή κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας Β, υπαλλήλου της επιθεώρησης εργασίας, η οποία κατέθεσε ότι όταν η εν λόγω εταιρία προσέλαβε τον παραπάνω εργαζόμενο, εκπρόσωπος της ήταν ο Χ (κατηγορούμενος). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται εξάλλου και από το από 27-2-2008 ακριβές αντίγραφο της από του έτους 2004 σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης του ως άνω εργαζόμενου, στην οποία αναφέρεται ότι νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας, κατά το χρόνο πρόσληψης του ως άνω απασχολούμενου, ήταν ο κατηγορούμενος Χ. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ουδόλως αναιρείται από τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ούτε και από τα ως άνω έγγραφα, που προσκόμισε ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Τούτο δε, διότι από κανένα από τα ανωτέρω έγγραφα δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...-... και ΣΙΑ Ο.Ε.", ούτε και από το από 15-2-1994 τροποποιημένο καταστατικό της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας, καθόσον δεν προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχόμενου του ότι αυτό (καταστατικό) δεν είχε υποστεί άλλη τροποποίηση κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απασχόλησης του εν λόγω εργαζόμενου στην εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...-... και Σία Ο.Ε.". Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου περί του ότι αυτός (κατηγορούμενος) δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...-... και Σία Ο.Ε." κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απασχόλησης του εν λόγω εργαζόμενου και να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν κατηγορίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή, ποίες ήταν οι τακτικές μηνιαίες ή επί άλλης βάσεως υπολογιζόμενες αποδοχές του πιο πάνω εργαζομένου και αν αυτές οφείλονται βάσει νόμου, της ατομικής σύμβασης, διοικητικής πράξης, συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής αποφάσεως ή εθίμου. Ακόμη δεν καθορίζεται, ενόψει της αναφερόμενης στην απόφαση συνολικής διάρκειας απασχόλησης του εργαζομένου, ο χρόνος κατά τον οποίο το μερικότερο κονδύλιο των 400 ευρώ έπρεπε να καταβληθεί και αν ο χρόνος καταβολής αυτού καθορίζεται από την ατομική σύμβαση, νόμο, διοικητική πράξη, συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση ή έθιμο. Εξαιτίας των προαναφερομένων ελλείψεων στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 456/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Κατερίνης που δίκασε ως Εφετείο. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 2552/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως των αποφάσεων 116517/2002 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 697/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Τα ως άνω Δικαστήρια με τις εν λόγω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 799/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 299/5.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, (σε Συμβούλιο) σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 53/10-4-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., η οποία ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρ. Πουλή του Πολυχρονίου, κάτοικο ..., κατά των ερήμην αυτού εκδοθεισών αποφάσεων με αριθμούς (α) 116517/2002 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο τον κήρυξε ένοχο για παράβαση του άρθρ. 79 Ν. 5960/33 "περί επιταγών" και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ και (β) 697/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεσή του κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη ή κήρυξε αυτήν απαράδεκτη". Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 168 παρ. 1, 473, 474 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης με δήλωση στο Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση είναι δεκαήμερη και αρχίζει εάν ο δικαιούμενος είναι παρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι (30) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης (αρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ). Στη προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτησή του ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση (α) της υπ'αρ. 116517/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για παράβαση του άρθρ. 79 Ν. 5960/33. Η απόφαση όμως αυτή, κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της, ήταν εκκλητή (άρθρ. 489 παρ. 1β' ΚΠΔ) από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και επομένως κατά την διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ δεν υπόκειται σε αναίρεση και (β) της υπ'αριθμ. 697/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η ασκηθείσα έφεση του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κατά της 116517/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αυτή που ασκήθηκε νομοτύπως, καθό μέρος στρέφεται κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη καθόσον ασκήθηκε την 10/4/2008, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 10/1/2005 απόντος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 21/2/2005 και επιδόθηκε στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος την 16/3/2007 και στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 21/11/2006, ημέρα Τρίτη και όχι την 7/11/2006 που εκ παραδρομής ανεγράφη στο αποδεικτικό επίδοσης (βλ. συνημμ. υπ'αρ. πρωτ. 1016/23/147-α/15-1-2007 έγγραφο του Α/Τ Κερκύρας και την από 15/1/2007 βεβαίωση του αρχιφύλακα ...). Ήτοι ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρ. 473 ΚΠΔ, χωρίς να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτηση αναίρεσής του, ότι από ανωτέρα βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα εμποδίστηκε να ασκήσει την αναίρεση εμπροθέσμως.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, η προβλεπομένη από τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 3 και 511 ΚΠΔ, αυτεπάγγελτη από τον 'Αρειο Πάγο έρευνα αναιρετικών λόγων, τελεί υπό την προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 19/2001 και ΑΠ 2/2002).
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αρ. 53/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... κατά των αποφάσεων (1) 116517/2002 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και (2) 697/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ " εκείνος που καταδικάστηκε .......... έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από εξήντα ημέρες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ....................". Εξ αυτών προκύπτει ότι κατά της άνω αποφάσεως δεν χωρεί αναίρεση έστω και αν αυτή κατέστη τελεσίδικος δια της παρόδου απράκτου της προς έφεση προθεσμίας, αφού στον δικαιούχο παρέχεται η δυνατότης να επιτύχει την εκ νέου και δη κατά νόμον και κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως και σ' αυτή (έφεση) οφείλει να προσφύγει και όχι απ' ευθείας στον Άρειο Πάγο.
Περαιτέρω στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης" που είναι δέκα ημέρες κατά το άρθρο 473 παρ. 1, "αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ο όρος τελεσίδικη απόφαση, που απαντάται στον ΚΠΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη, χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον ΚΠΔ είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Το ότι, εξ άλλου, η άνω προθεσμία αρχίζει από της καταχωρίσεως και όχι από της δημοσιεύσεως δεν έρχεται σε αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, αντιθέτως δε εάν η προθεσμία αρχίσει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως φαλκιδεύεται το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και τότε παραβιάζεται το άνω άρθρο της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, κατά συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Έτι περαιτέρω, από την άνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις των άρθρων 168 παρ. 1, 474, 476 παρ. 1 και 507 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η προθεσμία για άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως η οποία εξεδόθη με απόντα τον κατηγορούμενο και έχει αυτός γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, αναιρέσεως, η οποία ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση μεν της αποφάσεως, αν αυτή έγινε μετά την καταχώρισή της καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο, από την καταχώριση δε αυτή, εάν η επίδοσή της προηγήθηκε, το εκπρόθεσμο δε της αιτήσεως επιφέρει το απαράδεκτο αυτής. Τέλος, κατ' άρθρον 513 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν η αναίρεση ησκήθη ...... εναντίον απόφασης ...... για την οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ' αριθ. 116517/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για παράβαση του νόμου περί επιταγής (άρθρο 79 Ν. 5960/1933 εις ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή ήτο εκκλητή δι' ό και ήσκησε έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 697/2005 απόφασή του, την απέρριψε ως ανυποστήρικτη. Νυν δια της κρινομένης αιτήσεως (από 10.4.2008) αναιρέσεως ο άνω καταδικασθείς ..., δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ζητεί την αναίρεση τόσο της άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και της υπ' αριθ. 697/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ούτως η αναίρεση, καθ' ό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης αποφάσεως, η οποία, κατά τα άνω, δεν υπόκειται εις αναίρεση, είναι απαράδεκτη και πρέπει, εντεύθεν, να απορριφθεί. Καθ' ό μέρος στρέφεται κατά της δευτέρας (εφετειακής) αποφάσεως, η αναίρεση αυτή ησκήθη δια δηλώσεως στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάσαν κατ' έφεση) την 10.4.2008, όπως εκ της σχετικής εκθέσεως αναιρέσεως προκύπτει, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη αυτή απόφαση κατεχωρίσθη καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου την 21.2.2005, όπως εκ της σχετικής επισημειώσεως του αρμοδίου Γραμματέως επ' αυτής προκύπτει, και επεδόθη εις μεν τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 21 Νοεμβρίου 2006 (και όχι την 7.11.2006, όπως εκ παραδρομής ανεγράφη στο αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ..., της τοιαύτης παραδρομής βεβαιουμένης στο υπ' αριθ. 1016/23/147-α/15 Ιανουαρίου 2007 έγγραφο του Διοικητού του Αστυνομικού Τμήματος Κερκύρας), εις δε τον διορισθέντα δια της εφέσεώς του αντίκλητο δικηγόρο του την 16 Μαρτίου 2007, όπως προκύπτει από το υπό την αυτήν ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακος του Α.Τ. Εξαρχείων .... Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα μετά την πάροδον της νομίμου δεκαημέρου προθεσμίας, από της δευτέρας ως άνω επιδόσεως, χωρίς να εκτίθεται στην έκθεση αναιρέσεως λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Συνεπώς, μετά πάντα ταύτα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 53 από 10 Απριλίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση των αποφάσεων υπ' αριθ. 116517/2002 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 697/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όταν η απόφαση είναι εκκλητή, η αναίρεση απαράδεκτη (άρθρ. 504 παρ. 1, 489 παρ. 1 ΚΠΔ). Προθεσμία αναιρέσεως από της καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο (άρθρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ) της τελεσιδίκου αποφάσεως. Όταν η απόφαση εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο, διαμένοντα εις ημεδαπή, η αναίρεση με δήλωση στον γραμματέα ασκείται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την επίδοση. Εάν αυτή έγινε μετά την άνω καταχώριση, από την καταχώριση δε εάν η επίδοση προηγήθηκε. Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη, διότι το μεν ασκήθηκε κατ’ αποφάσεως, η οποία υπόκειται εις έφεση, το δε κατ’ αποφάσεως τελεσιδίκου, μετά την πάροδο της δεκαημέρου προθεσμίας από της επιδόσεως, η οποία έγινε μετά την καταχώριση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 2551/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου x, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη, για αναίρεση της 421/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1711/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινή διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2408/1996, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα από τα τρία έτη για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003, του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ., ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος. Εξάλλου ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος, που είναι, κατά το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος, πρέπει να καθορίζεται επακριβώς στην απόφαση, για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των περί παραγραφής διατάξεων, διαφορετικά, αν δηλαδή ο χρόνος τέλεσης της πράξης δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια και εφόσον αυτός ασκεί επιρροή στην παραγραφή της πράξης, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα άνω από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Τέλος το έγκλημα της παράνομης ανέγερσης οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή η πραγματοποίηση οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, τιμωρούμενο με ποινή φυλακίσεως, είναι πλημμέλημα (άρθρ. 71 παρ. 1, ν. 998/79 όπως αντικ. με το άρθρο 46 παρ.1 Ν.2145/1993 σε συνδ. με 18 εδ. β' ΠΚ) και ως εκ τούτου υπόκειται στην κατ' ανώτατο όριο οκταετή παραγραφή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας όπως προκύπτει από την 421/2007 προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού παρέθεσε τα περιστατικά τα οποία κατά την κρίση του συνήγαγε από τις αποδείξεις, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "Στη θέση ''...'' Συν/του δάσους ..., το έτος 2004, παρέβλαψε καθοιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δασικής εκτάσεως και συγκεκριμένα προέβη σε κατασκευή περίφραξης με δικτυωτό σύρμα και σιδηροπασσάλους περίπου 100 μέτρων συνιδιόκτητης δασικής έκτασης ..." και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β του Π.Κ. επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο μηνών την οποία ανέστειλε επί μία τριετία . Στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής ενώ αναφέρεται ότι "... Την περίφραξη αυτή παρόλο που την είχε κατασκευάσει προ δεκαετίας από του έτους 2004, ωστόσο τη διατηρούσε και τη συντηρούσε, εξακολουθεί δε να υπάρχει μέχρι σήμερα ...", δεν προσδιορίζεται όμως περαιτέρω σ'αυτό (σκεπτικό) σε τι συνίσταται η ''συντήρηση'' της περιφράξεως παραθέτοντας προς τούτο πραγματικά περιστατικά ώστε να κριθεί αν ο τελευταίος ήταν χρόνος τελέσεως και όχι το έτος κατασκευής (1994), προκειμένου να διακριβωθεί αν από της τελέσεως της πράξεως παρήλθε οκταετία ή όχι και συνεπώς αν το αξιόποινο αυτής έχει εξαλειφθεί με την παραγραφή ή όχι.
Με τα δεδομένα αυτά υπάρχει κατά τούτο ασάφεια στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία καθιστά βάσιμο τον από το άρθρο 510 περ.1 στ. Δ' του ΚΠΔ σχετικό λόγο της από 5-10-2007 αιτήσεως. Πρέπει, λοιπόν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 421/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί καταδικαστική απόφαση διότι υπάρχει ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως που ασκεί επιρροή στην παραγραφή. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 2549/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, η οποία παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 8111/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 51/2008 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 104/25-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 εδ. β', 527 παρ. 3, 528 παρ. 1 και 529 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμόν πρωτ. 2/2.1.2008 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας της Χ, κατά της υπ'αριθμόν 8111/1999 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών που ανεστάλη επί 3ετία για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό πορισμού οφέλους προς βλάβη τρίτου σε βαθμό πλημμελήματος άρθρ. 216 παρ. 1 Π.Κ και εκθέτω τα ακόλουθα: Α) Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 εδ. β' Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις..... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν-γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Επίσης κατά το άρθρο 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκαν από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίον παραδόθηκε η αίτηση, οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όπου υπηρετεί". Εξ'άλλου, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 527, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στη περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανωτέρω από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση".
Τέλος, κατά το άρθρο 529 Κ.Π.Δ. "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφασίζει μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή η μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος". Β) Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται τα εξής: α) κατ'αρχήν η ανωτέρω προθεσμία των τριών ημερών δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητος (Εφετ. Θεσσαλονίκης 197/91) αλλά αποτελεί υπόδειξη προς το δικαστή για επίσπευση, ιδίως αν προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι αλλιώς, δηλαδή τα "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της ποινής (ΑΠ 6/85, 79/83). β) Νέες αποδείξεις, κατά τη νομολογία, είναι εκείνες που δεν έχουν υποβληθεί στο καταδικάσαν δικαστήριο (Α.Π. 919/90, 1147/91) καθώς και εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα (Α.Π. 201/90, 1040/84, 1703/89). Εάν λοιπόν υποβλήθηκαν ρητώς ή εμμέσως, πλην σαφώς και απορρίφθηκαν από το δικαστήριο, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων, δεν είναι νέες αποδείξεις κατά την έννοια του νόμου (Α.Π. 322/82, ΑΠ 1061/90). γ) Τα νέα έγγραφα ή οι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε π.χ. καταθέσεις νέων μαρτύρων, έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά και γενικά κάθε αποδεικτικό στοιχείο νέο (Α.Π. 871/88, 1539/87) δ) Δεν αρκεί όμως η αποκάλυψη νέων αγνώστων στους δικάσαντες δικαστές γεγονότων ή αποδείξεων, αλλά απαιτείται επί πλέον τα νέα αυτά στοιχεία να κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε, καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε ή είναι τελείως αθώος (Α.Π. 148/77 και 736/77). ε) Τέλος αν η καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο, αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως είναι το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, εν προκειμένω δε η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται, είναι ήδη αμετάκλητη, καθόσον η κατά της άνω αποφάσεως ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη με την υπ'αριθμόν 1532/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Γ) Στη προκειμένη περίπτωση: Την 9-3-1995 η άνω αιτούσα Χ, ως πληρεξουσία δικηγόρος του Ξ και με εντολή αυτού, ζήτησε με αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την έκδοση διαταγής πληρωμής για τρεις συναλλαγματικές ύψους 500.000 δραχμών εκάστης, στις οποίες εκδότης ήταν ο άνω εντολέας της, αποδέκτης ο Μ και οπισθογράφος η κουνιάδα του αποδέκτη Θ. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 5338/15-3-95 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του άνω Δικαστηρίου για την οποίαν εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 5324/15-3-99 πρώτο απόγραφο, το οποίο αφού παρέλαβε αυθημερόν ακολούθως το παρέδωσε στον εντολέα της. Την 22-11-1995 η άνω αιτούσα υπέβαλε αίτηση προς τον πρόεδρο του άνω Δικαστηρίου, δια της οποίας του ζητούσε "να δώσει την έγκριση και την εντολή για την έκδοση β'απογράφου εκτελεστού, διότι το πρώτο εκ παραδρομής απωλέσθη από το γραφείο της. Η αίτηση έγινε δεκτή αυθημερόν και της χορηγήθηκε β'απόγραφο εκτελεστό, το οποίο κοινοποίησε στην Θ την 24-1-1996. Στις 2-2-96 και ημέρα Παρασκευή εμφανίστηκε στο γραφείο της δικαστικής γραμματέως του άνω Δικαστηρίου Ζ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μ Ψ, ο οποίος της επέδειξε την υπ'αριθμόν 5338/1995 Διαταγή πληρωμής την οποία του κοινοποίησε η δικηγόρος Αθηνών Χ και της ανέφερε ότι τόσο στην αίτηση όσο και στην απόφαση υπάρχουν στοιχεία τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις αναγραφόμενες συναλλαγματικές. Συγκεκριμένα της ανέφερε ότι έχει συμπληρωθεί δεύτερο όνομα διαδίκου στην αίτηση και στην απόφαση παρότι δεν προκύπτει από τους προσκομιζομένους τίτλους και μέχρι και την ημέρα της δημοσιεύσεως 15.3.95 δεν υπήρχε. Κατόπιν τούτου η άνω γραμματεύς την 6-2-96 υπέβαλε σχετική αναφορά προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου επισυνάπτοντας και φωτοτυπίες των υπαρχόντων εγγράφων καθώς και φωτοτυπίες των τηρουμένων βιβλίων (βλέπε την από 6-2-96 αναφορά της Ζ). Η αναφορά αυτή διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και ούτω ασκήθηκε κατά της αιτούσας ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανάκρισης. Κατ'αυτήν ο Ψ αρνήθηκε να καταθέσει διότι δεν του χορήγησε την απαιτουμένη άδεια ο Δ.Σ.Α. Η Ζ εξετασθείσα ενόρκως την 19-6-97 κατέθεσε ότι "τη συγκεκριμένη υπόθεση τη πληροφορήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού Ψ". Η κατηγορουμένη δεν προσήλθε να απολογηθεί και ούτω παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για πλημμελήματα, Εφετείου Αθηνών. Επί της κατηγορίας, ερήμην της κατηγορουμένης, δημοσιεύθηκε η υπ'αριθμόν 8111/99 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, δια της οποίας η Χ κηρύχθηκε ένοχη της αποδιδομένης σ'αυτήν πράξεως και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 2 ετών που ανεστάλλει επί 3ετία. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι "η κατηγορουμένη κατά το χρόνο που είχε στα χέρια της τη δικογραφία, που εμπίπτει στις 22-11-1995 μετέβαλε το περιεχόμενο 1) του πρωτοτύπου της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής με τη προσθήκη ως καθής και της Θ β) του πρωτοτύπου της υπ'αριθμό 5338/1995 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τη προσθήκη του ονόματος της ως άνω Θ και 3) του πρωτοτύπου του βιβλίου δημοσιεύσεως διαταγών πληρωμής και απογράφων με τη προσθήκη των ενδεικτικών γραμμάτων "κ.λ.π." παραπλεύρως του ονόματος του Μ, που υποδηλούν την ύπαρξη περισσοτέρων καθών........'Ετσι η κατηγορουμένη πέτυχε να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα ότι η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί και σε βάρος της Θ και απέκτησε τη δυνατότητα εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής και σε βάρος αυτής...." (βλέπε σκεπτικό άνω αποφάσεως). Κατά της αποφάσεως αυτής η άνω κατηγορουμένη άσκησε έφεση η οποία απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα με την υπ'αριθμό 1532/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής υπέβαλε αίτηση αναίρεσης η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ'αριθμ. 2158/2004 απόφαση του Α.Π. Ήδη δια της υπό κρίση αιτήσεως αιτείται την επανάληψη της διαδικασίας, προς υποστήριξη δε της αιτήσεώς της επικαλείται τις ένορκες βεβαιώσεις των Ψ, Κ και Λ. Ο πρώτος εξ αυτών βεβαιώνει ότι το χρέος προς τον κ. Ξ τακτοποιήθηκε και από τις εξηγήσεις που του έδωσε η κ. ... πείσθηκε ότι δεν είχε διαπράξει καμία αξιόποινη πράξη από αυτές που κατηγορήθηκε και αδίκως εκδόθηκε η απόφαση και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας (βλέπε άνω βεβαίωση). Όμως ουδέν αναφέρει για τη καταγγελία που έκανε προς τη γραμματέα Ζ και δεν δικαιολογεί τη καταγγελία αυτή, η οποία αποτέλεσε και τη βάση της καταδικαστικής αποφάσεως. Ο Κ που εργάζεται στο γραφείο της αιτούσας βεβαιώνει ότι η γραμματέας Ζ που φαίνεται να έκανε αναφορά στον Εισαγγελέα για δήθεν πλαστότητα του απογράφου, ουδέποτε επιβεβαιώσε με κατάθεσή της την αναφορά αυτή. Όμως από την εσφαλμένη αναφορά της προχώρησε εναντίον της δικηγόρου μια άδικη αυτεπάγγελτη διαδικασία που οδήγησε σε μία άδικη και ανυπόστατη απόφαση (βλέπε άνω βεβαίωση). Ο Λ στην ένορκη βεβαίωσή του βεβαιώνει ότι η αιτούσα δεν έχει κάνει τίποτα από αυτά που αδίκως και αυτεπαγγέλτως κατηγορήθηκε και η διαδικασία που κινήθηκε εναντίον της είναι άδικη και ανυπόστατη και η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί με επανάληψη της διαδικασίας και η γραμματέας αδίκως την έμπλεξε". Από τις άνω ένορκες βεβαιώσεις προκύπτει ότι οι ανωτέρω, μόνο κρίσεις εκφράζουν περί της αδίκου και ανυπόστατης απόφασης, πλην όμως από τις κρίσεις αυτές σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται φανερή η αθωότητα της αιτούσας για το άνω αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε με την υπ'αριθμ. 8111/99 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η υπό κρίση αίτησή της για επανάληψη προς το συμφέρον της της ποινικής διαδικασίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμ. πρωτοκ. 2/2.1.08 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας της Χ κατά της υπ'αριθμ. 8111/1999 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στην αιτούσα.
Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα ως δικηγόρο
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκα στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 8111/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (με την οποία η αιτούσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, που ανεστάλη για τρία έτη για το αδίκημα της πλαστογραφίας, με χρήση, με σκοπό πορισμού οφέλους, προς βλάβη τρίτου σε βαθμό πλημμελήματος), στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη της αιτούσας, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν.
Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η αιτούσα Χ καταδικάστηκε με την 8111/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη με την 1532/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, η οποία ανεστάλη επί μία τριετία, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι η αιτούσα στις 9 Μαρτίου 1995, ως πληρεξουσία δικηγόρος του Ξ και με εντολή αυτού, ζήτησε με αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την έκδοση διαταγής πληρωμής για τρεις συναλλαγματικές, ύψους 500.000 δραχμών εκάστης, στις οποίες εκδότης ήταν ο άνω εντολέας της, αποδέκτης ο Μ και οπισθογράφος η κουνιάδα του αποδέκτη, Θ. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 5338/15.3.1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του άνω Δικαστηρίου για την οποία εκδόθηκε το 5324/15.3.99 πρώτο απόγραφο, το οποίο, αφού παρέλαβε αυθημερόν, ακολούθως το παρέδωσε στον εντολέα της. Στις 22 Νοεμβρίου 1995, η άνω αιτούσα υπέβαλε αίτηση προς τον Πρόεδρο του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία του ζητούσε "να δώσει την έγκριση και την εντολή για την έκδοση β' απογράφου εκτελεστού, διότι το πρώτο από παραδρομή χάθηκε από το γραφείο της. Η αίτηση έγινε δεκτή αυθημερόν και της χορηγήθηκε β' απόγραφο εκτελεστό, το οποίο κοινοποίησε, στην Θ στις 24 Ιανουαρίου 1996. Στις 2 Φεβρουαρίου 1996, ημέρα Παρασκευή, εμφανίστηκε στο γραφείο της δικαστικής Γραμματέως Ζ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μ, Ψ, ο οποίος της υπέδειξε την 5338/1995 διαταγή πληρωμής, την οποία του κοινοποίησε η δικηγόρος Αθηνών Χ και της ανέφερε ότι τόσο στην αίτηση, όσο και στην απόφαση υπάρχουν στοιχεία τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις αναγραφόμενες συναλλαγματικές. Συγκεκριμένα, της ανέφερε ότι έχει συμπληρωθεί δεύτερο όνομα διαδίκου στην αίτηση και στην απόφαση, παρότι δεν προκύπτει από τους προσκομιζόμενους τίτλους και μέχρι και την ημέρα της δημοσιεύσεως 15.3.95 δεν υπήρχε. Κατόπιν τούτου η άνω γραμματεύς, στις 6 Φεβρουαρίου 1996 υπέβαλε σχετική αναφορά προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου, επισυνάπτοντας και φωτοτυπίες των υπαρχόντων εγγράφων, καθώς και φωτοτυπίες των τηρουμένων βιβλίων. Η αναφορά αυτή διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και έτσι ασκήθηκε κατά της αιτούσας ποινική δίωξη για πλαστογραφία με χρήση και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανακρίσεως. Κατ' αυτήν ο Ψ αρνήθηκε να καταθέσει, διότι δεν του χορήγησε την απαιτούμενη άδεια ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών. Η Ζ εξετασθείσα ενόρκως στις 19 Ιουνίου 1997 κατέθεσε ότι "τη συγκεκριμένη υπόθεση την πληροφορήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού Ψ". Η κατηγορουμένη δεν προσήλθε να απολογηθεί και έτσι παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων). Επί της κατηγορίας, ερήμην της κατηγορουμένης, δημοσιεύθηκε η 8111/1999 του άνω Δικαστηρίου, με την οποία η Χ κηρύχθηκε ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτή πράξεως και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, που ανεστάλη επί τριετία. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "η κατηγορουμένη κατά το χρόνο που είχε στα χέρια της τη δικογραφία, που εμπίπτει στις 22.11.1995 μετέβαλε το περιεχόμενο 1) του πρωτοτύπου της αιτήσεως για την έκδοση της διαταγής πληρωμής με την προσθήκη ως καθής και της Θ, 2) του πρωτοτύπου της υπ' αριθμό 5338/1995 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την προσθήκη του ονόματος της ως άνω Θ και 3) του πρωτοτύπου του βιβλίου δημοσιεύσεως διαταγών πληρωμής και απογράφων με την προσθήκη τω ενδεικτικών γραμμάτων "κ.λ.π." παραπλεύρως του ονόματος του Μ, που υποδηλούν την ύπαρξη περισσοτέρων καθών...'Ετσι η κατηγορουμένη πέτυχε να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα ότι η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί και σε βάρος της Θ και απέκτησε τη δυνατότητα εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής και σε βάρος αυτής...". Κατά της αποφάσεως αυτής, η κατηγορουμένη άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 1532/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως. Η αιτούσα υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως και κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 2158/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα επικαλείται τις ένορκες βεβαιώσεις των Ψ, Κ και Λ. Ο πρώτος απ' αυτούς βεβαιώνει ότι το χρέος προς τον Ξ τακτοποιήθηκε και από τις εξηγήσεις που του έδωσε η αιτούσα, πείσθηκε ότι δεν είχε διαπράξει καμία αξιόποινη πράξη απ' αυτές που κατηγορήθηκε και αδίκως εκδόθηκε η απόφαση και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Όμως, δεν αναφέρει τίποτε για την καταγγελία που έκανε προς τη γραμματέα Ζ και δεν δικαιολογεί την καταγγελία αυτή, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία της ποινικής διώξεως και τη βάση της καταδικαστικής αποφάσεως εις βάρος της αιτούσας. Ο Κ, που εργάζεται στο γραφείο της αιτούσας, βεβαιώνει ότι "η γραμματεύς Ζ, που φαίνεται να έκανε αναφορά στον Εισαγγελέα για δήθεν πλαστότητα του απογράφου ουδέποτε επιβεβαίωσε με κατάθεσή της την αναφορά αυτή και όμως από την εσφαλμένη αναφορά της προχώρησε εναντίον της δικηγόρου μία άδικη αυτεπάγγελτη διαδικασία, που οδήγησε σε μία άδικη και ανυπόστατη απόφαση". Ο Λ στην ένορκη βεβαίωσή του βεβαιώνει ότι "η αιτούσα δεν έχει κάνει τίποτα από αυτά που αδίκως και αυτεπαγγέλτως κατηγορήθηκε και η διαδικασία που κινήθηκε εναντίον της είναι άδικη και ανυπόστατη και η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί με επανάληψη της διαδικασίας και η γραμματέας αδίκως την έμπλεξε". Από τις ένορκες βεβαιώσεις προκύπτει ότι οι ανωτέρω μάρτυρες, μόνο κρίσεις εκφράζουν για την άδικη και ανυπόστατη, κατ' αυτούς, απόφαση, πλην όμως από τις κρίσεις αυτές, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει ότι η αιτούσα αδίκως καταδικάστηκε και ειδικότερα ότι καταδικάστηκε, ενώ ήταν αθώα ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πράγματι αυτή τέλεσε. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό πρωτοκόλλου 2/2/1/2008 αίτηση της Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 8111/1999 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 2547/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλιούρη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1590/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 259/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 133/19-3-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 28-1-2008 αίτηση του Χ, με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 1590/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών για τις πράξεις της αγοράς ναρκωτικών ουσιών κατ'εξακολούθηση και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν εμμέσως ή αμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 923/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η ανωτέρω υπ'αριθμ. 1590/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθ. 1155/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντα. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που συνίστανται στο ότι: Α) Στην ... το τελευταίο δεκαπενθήμερο πριν από τη σύλληψή του στις 9-10-2000 και ώρα 19.15, σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αγόρασε από άγνωστα άτομα άγνωστες ποσότητες κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, τουλάχιστον όμως αγόρασε 121 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής καννάβεως και 23 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως και ένα τσιγαριλίκι ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, αναμεμειγμένο με κοινό καπνό, αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλων ανταλλαγμάτων, οπωσδήποτε όμως κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 80.000 δραχμών. Β) Στον ως άνω τόπο και χρόνο κατείχε άγνωστη ποσότητα κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, τουλάχιστον όμως κατείχε 121 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής καννάβεως και 23 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, από τα οποία 4 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως και ένα αυτοσχέδιο τσιγαριλίκι ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, αναμεμειγμένης με κοινό καπνό, βρέθηκαν πάνω του στη συμβολή των οδών ... και ..., στις 9-10-2000 και ώρα 19.15, οι δε λοιπές ποσότητες, ήτοι: 19 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως μέσα σε νάϋλον σακουλάκι, 116 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής καννάβεως, κατανεμημένα σε έξι (6) ανισοβαρή τεμάχια, μέσα σε νάϋλον σακούλα και 5 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής καννάβεως (6 τρίμματα) μέσα σε νάϋλον σακουλάκι, στην επί της οδού ... οικία του στην περιοχή ..., στις 9-10-2000 και ώρα 19.45.
Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ..., Αστυνομικού και ..., στα δεκατρία (13) έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και στην απολογία του αιτούντα, ο οποίος δεν αμφισβήτησε την αγορά και την κατοχή των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών, ισχυριζόμενος απλώς ότι τις προόριζε για δική του αποκλειστικά χρήση, ισχυρισμός, ο οποίος απορρίφθηκε αιτιολογημένα από το δικαστήριο, δεχόμενο ότι οι ποσότητες αυτές προοριζόταν για εμπορία.
Όμως ο αιτών, για την υποστήριξη της κρινόμενης αιτήσεώς του δεν επικαλείται, ούτε και προσκομίζει κάποιο νέο γεγονός ή αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι είναι αθώος των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε. Απλώς παραπονείται για την, εσφαλμένη, κατά την κρίση του, αιτιολογία της προσβαλλομένης καταδικαστικής αποφάσεως, ισχυριζόμενος ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών οδηγήθηκε στην έκδοση της ανωτέρω καταδικαστικής για εκείνον αποφάσεως, αφορούσαν όχι αυτόν, αλλά τον συγκατηγορούμενό του .... Όπως δε αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας προτάσεως, δεν αποτελούν παραδεκτό λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας αιτιάσεις, με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Με τα δεδομένα αυτά ο μοναδικός επικαλούμενος ως άνω λόγος της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί και το συνεισαγόμενο αίτημά του αιτούντα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΠροτείνω:
Α) Να απορριφθεί η από 28-1-2008 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1590/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Β) Να απορριφθεί το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την εν λόγω απόφαση. ΚαιΓ) Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 18 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκα στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 1590/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, για τις πράξεις της αγοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών), στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν.
Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής:Ο αιτών, Χ, καταδικάστηκε με την 1590/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 1155/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι: Α) Στην ... το τελευταίο δεκαπενθήμερο πριν από τη σύλληψή του στις 9.10.2000 και ώρα 19.15, σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αγόρασε από άγνωστα άτομα άγνωστες ποσότητες κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, τουλάχιστον όμως αγόρασε 121 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής καννάβεως και 23 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως και ένα τσιγαριλίκι ακατέργαστης ινδικής καννάβεως αναμεμειγμένο με κοινό καπνό, αντί άγνωστου τιμήματος ή άλλων ανταλλαγμάτων, οπωσδήποτε όμως κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 80.000 δραχμών. Β) Στον ως άνω τόπο και χρόνο κατείχε άγνωστη ποσότητα κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, τουλάχιστον όμως κατείχε 121 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής καννάβεως και 23 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, από τα οποία 4 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως και ένα αυτοσχέδιο τσιγαριλίκι ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, αναμεμειγμένης με κοινό καπνό, βρέθηκαν πάνω του στη συμβολή των οδών ... και ..., στις 9.10.2000 και ώρα 19.15, οι δε λοιπές ποσότητες, ήτοι: 19 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως μέσα σε νάιλον σακουλάκι, 116 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής καννάβεως, κατανεμημένα σε έξι ανισοβαρή τεμάχια, μέσα σε νάιλον σακούλα και 5 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής καννάβεως (6 τρίμματα) μέσα σε νάιλον σακουλάκι, στην επί της οδού ..., οικία του, την περιοχή ..., στις 9.10.2000 και ώρα 19.45. Το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ..., αστυνομικού και ..., στα δεκατρία έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και στην απολογία του αιτούντος, ο οποίος δεν αμφισβήτησε την αγορά και την κατοχή των παραπάνω ναρκωτικών, αλλ' ισχυρίσθηκε ότι τα προόριζε για δική του αποκλειστικά χρήση. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός απορρίφθηκε αιτιολογημένα από το δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι οι παραπάνω ποσότητες προορίζονταν για εμπορία. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει κάποιο νέο γεγονός ή αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο ήταν άγνωστο στους δικαστές που τον δίκασαν, από το οποίο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι είναι αθώος τω ν ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε, η ότι καταδικάσθηκε για βαρύτερα εγκλήματα από αυτά, τα οποία εκείνος τέλεσε. Απλώς, παραπονείται για την εσφαλμένη, κατά την κρίση του, αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, ισχυριζόμενος ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, με τα οποία το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών οδηγήθηκε στην έκδοση της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως, αφορούσαν όχι αυτόν, αλλά τον συγκατηγορούμενό του, .... Όπως δε αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη δεν αποτελούν παραδεκτό λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας αιτιάσεις, με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό, που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί και το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.1.2008 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1590/2004 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει το συνεισαγόμενο αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Απορρίπτει αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 2539/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1132/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2097/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 165/07.04.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
" Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 31/10-12-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του με αριθμ. 1132/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 43/2007 έφεση της κατά του με αριθμ. 361/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ από διαχειριστή ξένης περιουσίας και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορουμένων και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους της έλλειψης της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης , της εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 & 1 α,β και δ, ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση συνίστανται στο ότι:
Α. Η έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης α. Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία ως προς την πράξη της ιδιοποίησης β. δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία σχετικά με την παράνομη ιδιοποίηση και μάλιστα από εκπρόσωπο και διαχειριστή ξένης περιουσίας γ. ανεπαρκή και αντιφατική θεμελίωση της προγενέστερης κατοχής δ. αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης. Β. Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης στο ότι υπήγαγε στην έννοια της υπεξαίρεσης και αντικείμενα τα οποία δεν μπορεί ν' αποτελέσουν αντικείμενο υπεξαίρεσης και Γ. Η απόλυτη ακυρότητα γιατί απέρριψε το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντα χωρίς αιτιολογία. Κατά το άρθρο 375 παρ.1 και 2 του Π.Κ., όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του επιεικέστερου νόμου 2408/1991 όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο, ολικό ή εν μέρει, κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ ον χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα, μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Πρέπει δηλαδή το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, έπιπλα, γραφεία, κινητά πράγματα που ενσωματώνουν δικαιώματα ή υποχρεώσεις, προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, να τα έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ακριβώς της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση. Σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 22 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως ισχύει, την εκπροσώπηση και διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας καθώς και τη διαχείριση της περιουσίας αυτής ασκεί το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά, δηλαδή όλα τα μέλη από κοινού είναι συνδιαχειριστές της περιουσίας της εταιρείας, εκτός αν υπάρχει διαφορετικά ρύθμιση στο καταστατικό, η για οποιονδήποτε λόγο παρήλθε ο χρόνος για τον οποίο είχε εκλεγεί το διοικητικό συμβούλιο και την διαχείριση την συνέχισε για λόγους βιωσιμότητας ή άλλες ανάγκες της εταιρείας ο μέχρι πρότινος πρόεδρος ή άλλο μέλος του διοικητικού Συμβουλίου, ή σε έσχατη περίπτωση όταν ένας από αυτούς ασκεί διοίκηση - διαχείριση κατά παραγκωνισμό των υπολοίπων (ΑΠ 1253/2000(ΑΠ 1078/1994, ΑΠ 1586/1992 ΑΠ 473/1983 ΑΠ 1389/1984).
Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει , όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση πράξη η οποία συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων υπό την ιδιότητα του σαν διαχειριστής , την οποία έμμεσα συνομολογεί παραδεχόμενος ότι ενήργησε ως ενήργησε για την αποφυγή πληρωμής υπέρογκου μισθώματος , απομάκρυνε από την έδρα της ΑΕ εταιρείας με την επωνυμία ''Ετικεττογραφίες Λέρας - Μελισσανάκης Α.Ε '' τα στο βούλευμα αναφερόμενα λεπτομερώς περιουσιακά αντικείμενα της εταιρείας , απαρτιζόμενα από μηχανήματα, μεταφορικά μέσα , έπιπλα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τα σ' αυτούς περιεχόμενα προγράμματα, διάφορα ηλεκτρονικής φύσης αντικείμενα και διάφορα προγράμματα κάρτες γραφικών, CD ROM, εκτυπωτές, τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό συνολικής αξίας 108.962 ευρώ και τα μετέφερε σε άγνωστη διεύθυνση από αυτή της έδρας της εταιρείας που μέχρι τότε γνώριζαν οι υπόλοιποι εταίροι με τους οποίους ο αναιρεσείων είχε έλθει σε αντιδικία και της οποίας η άδεια λόγω μη καταβολής του ποσού αύξησης του κεφαλαίου της εταιρείας είχε ανακληθεί ,χωρίς όμως αυτό ν ασκεί επιρροή στην ιδιότητα του διαχειριστή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα ο οποίος ήταν πρόεδρος του Δ.Σ από της 28-3-2001 , ιδιότητα την οποία συνέχισε να έχει λόγω αποτυχίας σύγκλισης της γενικής συνέλευσης και παρά τον διορισμό προσωρινής διοίκησης λόγω του ότι αυτή ποτέ δεν ανέλαβε καθήκοντα και τα οποία λόγω παρόδου των προθεσμιών αυτών συνέχισε ν' ασκεί ο αναιρεσείων ο οποίος είχε και ασκούσε την διαχείριση όπως και ο ίδιος συνομολόγησε με την προβολή του υπερασπιστικού ισχυρισμού του ότι απομάκρυνε τα πράγματα αυτά που αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα για να αποφύγει την πληρωμή υπέρογκων ενοικίων. Όμως παρά την συνομολογούμενη απομάκρυνση των ανηκόντων στην εταιρεία κινητών πραγμάτων ο αναιρεσείων ποτέ δεν γνωστοποίησε τον τόπο στον οποίο τα μετέφερε στους υπόλοιπους εταίρους , με τους οποίους βρισκόταν σε αντιδικία άλλα ούτε και όταν του επιδόθηκε σχετική εξώδικη πρόσκληση από αυτούς να δηλώσει και να γνωστοποιήσει τον τόπο στον οποίο τα είχε εναποθηκεύσει αυτός δεν απάντησε ενισχύσας με τον τρόπο αυτό δηλ την μη δήλωση του τόπου στον οποίο είχε μεταφέρει τα πράγματα αυτά την αρχική πρόθεση της ιδιοποίησης τους.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 παρ. 1β, 2, 45 και 372 παρ. 1β Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα. Επίσης πρέπει ν' απορριφθούν και τα όσα αναφέρει περί του ότι με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν ερμηνεύτηκαν ορθά οι διατάξεις του άρθρου 375 καθ' όσον μεταξύ των πραγμάτων τα οποία φέρονται ότι υπεξαιρέθηκαν από αυτόν δεν περιλαμβάνονται πράγματα τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο υπεξαίρεσης όπως λογισμικά προγράμματα και προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και τούτο γιατί όπως αναπτύχθηκε και παρά πάνω στην περίπτωση αντικείμενα υπεξαίρεσης είναι όλα εκείνα τα κινητά πράγματα -φορείς τα οποία ενσωματώνουν δικαιώματα ή αποτιμητά περιουσιακά στοιχεία όπως τα προγράμματα αυτά τα οποία έχουν περιουσιακή αξία.
Ωσαύτως αβάσιμος κρίνεται και ο προβαλλόμενος λόγος της απόλυτης ακυρότητας συνισταμένης στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντα χωρίς αιτιολογία γιατί προκύπτει ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιλαμβάνεται αιτιολογία η οποία κρίνεται επαρκής. Κατ' ακολουθία η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω:
Α. Να απορριφθεί η με αριθμ. 31/10-12-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του με αριθμ. 1132/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 43/2007 έφεση της κατά του με αριθμ. 361/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα την 6-2-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 §§ 1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 1 του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 τούτου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος αυτού να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα. Ως κινητά πράγματα δεκτικά υπεξαίρεσης θεωρούνται και η ενέργεια του ηλεκτρισμού, του ατμού και κάθε άλλη ενέργεια όπως αυτό σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 372 § 2 του Π.Κ. Ειδικότερα δε πράγματα κατά την έννοια του Π.Κ. είναι τα προγράμματα, ως εντολές και άλλα στοιχεία, που έχουν καταγραφεί στους φορείς αυτούς, οι οποίοι είναι έγγραφα δεκτικά υπεξαίρεσης μαζί με τους φορείς τους, β) να είναι το πράγμα αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι στο δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν γίνεται αυτή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου. Η παράνομη ιδιοποίηση συνίσταται στην εξωτερίκευση της ευδιάθετης βούλησης του δράστη με σκοπό να εξουσιάζει το μη ανήκον σ'αυτόν πράγμα και να το ενσωματώσει στην περιουσία του, επερχομένης αντίστοιχης περιουσιακής βλάβης στον αληθινό κύριο, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη μία τουλάχιστον από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξάρτητα από τη συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω καταστάσεις ή ιδιότητες, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ενώ εξ υποκειμένου απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθίσταται υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και ο οποίος αρνείται, αν και έχει υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 719 ΑΚ, να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, το οποίο εκείνος του εμπιστεύθηκε ή το οποίο ο ίδιος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, καθώς και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται η προέλευση της εξουσίας αυτής και από τη δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως. Ως χρόνος τελέσεως της υπεξαίρεσης λογίζεται ο χρόνος της ενέργειας του υπαιτίου με την οποία υλοποιείται η χωρίς δικαίωμα ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που είχε, προηγούμενα, περιέλθει στην κατοχή του. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 τουΣυντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και τώρα στοιχ. θ') του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά και εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, καθώς και όταν η εν λόγω διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό της σκεπτικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών και δι'αυτής συμπληρωματικά στις ίδιες σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος και στην πρόταση του Εισαγγελέως που είναι ενσωματωμένη σ'αυτό, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Ιούλιο του 1995 συνεστήθη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΙΚΕΤΤΟΡΑΦΙΕΣ ΔΕΡΑΣ - ΜΕΛΙΣΣΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα τη ... και αντικείμενο τη παραγωγή και εμπορία ετικετών και προϊόντων μεταποιήσεως χάρτου. Μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας και μέτοχος αυτής ήταν ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ με ποσοστό 51% και οι εγκαλούντες α) ..., β) ... και γ) .... με ποσοστό 49%. Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι της εταιρίας είχαν ορισθεί, αρχικά ο εκ των ιδρυτών της .... (απεβίωσε στις 2- 11-1996), στη συνέχεια ο πρώτος εγκαλών ... και από 28-3-2001 με ταυτόχρονη απόφαση του Δ. Σ. ο εκκαλών κατηγορούμενος. Από τον Αύγουστο περίπου του 2001 οι σχέσεις τους (εκκαλούντα κατηγορουμένου και εγκαλουμένων) είχαν ψυχρανθεί με επακόλουθο την έντονη αντιδικία μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας υπεβλήθησαν αρκετές εγκλήσεις και καταγγελίες. Μάλιστα οι ίδιοι προσέφυγαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με τις υπ' αριθ. 3017/21-11-2001 και 12733/2-5-2002 αποφάσεις του έκανε δεκτές σχετικές αιτήσεις τους και διόρισε προσωρινές διοικήσεις στην εταιρία, με σκοπό τη σύγκληση Γενικής συνέλευσης και την εκλογή νέας διοίκησης αυτής, μέσα σε προθεσμία εβδομήντα πέντε (75) ημερών από της δημοσίευσης των ανωτέρω αποφάσεων. Όρος οι αποφάσεις αυτές ουδέποτε υλοποιήθηκαν και δεν εκλέχθηκε νέο Δ.Σ. της εταιρίας με αποτέλεσμα τόσο ο εκκαλών κατηγορούμενος, όσο και οι εγκαλούντες να επανακτήσουν τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους στην εταιρία μέχρι την 25-11-2003, οπότε η τελευταία λύθηκε λόγω ανάκλησης της άδειας σύστασής της με την υπ' αριθμ. 16153/25-11-2003 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (για τον λόγο ότι δεν κατεβλήθη η προαποφασισθείσα την 30-11-1999 από το Δ.Σ. αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας). Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι την 10-12-2003, οπότε ο εκκαλών κατηγορούμενος, χωρίς κανένα δικαίωμα και εν αγνοία των εγκαλούντων, παρέλαβε από την έδρα της εταιρίας και μετέφερε σε άγνωστο στους τελευταίους τόπο, τα παρακάτω περιουσιακά αντικείμενα της εταιρίας, συνολικής αξίας 108.962,58 ευρώ και ειδικότερα: 1) Μηχανήματα αξίας 24.769.100 δρχ., ήτοι: τυπ/ριο κοπής και τύλιξης χάρτου 805.152 δρχ., φωτοτυπικό PRT DOD PV 4353 GA 418.200 δρχ., φωτοτυπικό εμφανιστήριο, αξίας 348.500 δρχ., μηχανή παραγωγής ετικετών, αξίας 10.509.318 δρχ. Μηχανή παραγωγής ταμειακών ταινιών, αξίας 5.987.930 δρχ. μηχανή παραγωγής ετικετών, αξίας 6.700.000 δρχ. 2) Μεταφορικά μέσα αξίας 110.000 δρχ. 3) Λοιπά μέσα μεταφοράς, αξίας 110.000 δρχ. 4) Μοτοποδήλατο μεταφοράς αξίας 110.000 δρχ. 5) Μοτοποδήλατο ON 4698, αξίας 110.000 δρχ. 6) Έπιπλα και λοιπός εξοπλισμός αξίας 4.011.973 δρχ. 7) Έπιπλα αξίας 537.904 δρχ., ήτοι: Έπιπλα γραφείου Φ.Π.Α. 18%, αξίας 192.000 δρχ. Έπιπλο ντουλάπα Φ.Π.Α. 18% αξίας 104.676 δρχ. Έπιπλα γραφείου Φ.Π.Α. 18%, αξίας 42.373 δρχ. Λοιπά έπιπλα γραφείου, αξίας 198.855 δρχ. 8) Ηλεκτρονικοί υπολογιστές 5.243.732 δρχ., ήτοι: Ηλεκτρονικοί υπολογιστές Φ.Π.Α. 18%, αξίας 963.183 δρχ. Η/Υ Οθόνη -Εκτυπωτής - Σκλ 850, αξίας 230.583 δρχ. Εκτυπωτής Λέϊζερ HEW PACKAND, αξίας 363.417 δρχ. Η/Υ QUEST 486DX/120, αξίας 346.500 δρχ. Η/Υ PRESARIO 520 CDW, αξίας 375.000 δρχ. Κάρτα γραφικών VGA IBM, αξίας 37.8 00 δρχ. Mouse 40 0, αξίας 5.250 δρχ. FDD 3.5" 1.44 MB, ανίας 12.300 δρχ. πληκτρολόγιο Mitsumn, αξίας 14.900 δρχ. HDD VD Caciar, αξίας 115.500 δρχ. Οθόνη έγχρωμη 14" 1024, αξίας 114.000 δρχ. Μνήμη Simms 4MB 72Ρ, αξίας 143.750 δρχ. CD ROM 4 Speed Acer, αξίας 73.300 δρχ. Κάρτα Ήχου S/System, αξίας 25.200 δρχ. ηχεία με τροφοδοτικών, αξίας 14.700 δρχ. FAX modem V32, εξωτερικό, αξίας 36.750 δρχ. Printer HP Desk Jet 600, αξίας 181.000 δρχ. Σκάνερ, αξίας 60.000 δρχ. Η/Υ πέντιουμ 133 ΜΗ - Οθόνη color, αξίας 480.000 δρχ. Εκτυπωτής ΗΠ 690InkJet, αξίας 130.000 δρχ. Πληκτρολόγιο Microsoft, αξίας 32.000 δρχ. Εκτυπωτής OKI ML 3320 Elite, αξίας 135.000 δρχ. Φίλτρο Polaroid Cont.
ΙΙΙ 13-15, αξίας 15.254 δρχ. Οθόνη SVGA Color 15" DIG-LIK, αξίας 78.560 δρχ. Tractor Botton Rush 3320/90, αξίας 76.000 δρχ. HDD - 1.7 GB Σκληρός Δίσκος, αξίας 130.000 δρχ. Η/Υ 386 DX/40, αξίας 459.800 δρχ. Πρόγραμμα Manager/Singular, αξίας 27.333 δρχ. Windows 95, αξίας 22.500 δρχ. Manager Εμπορική Διαχείριση, αξίας 280.000 δρχ. URGR Σε Manager Εμπορικής Διαχείρισης, αξίας 240.000 δρχ.9) Εξοπλισμός Τηλεπικοινωνιών, αξίας 598.788 δρχ., ήτοι: Τηλεφωνική Παροχή No 2310 325850, αξίας 47.478 δρχ. Τηλεφωνική Παροχή No 2310 326144, αξίας 47.478 δρχ. Ασύρματο Τηλέφωνο, αξίας 191.917 δρχ. Τηλεφωνική Συσκευή Πανασόνικ 2 Γραμ, αξίας 50.260 δρχ. Τηλεφωνική Συσκευή Πανασόνικ, αξίας 29.841 δρχ. Φαξ Πανασόνικ, αξίας 111.475 δρχ. Φαξ Σάνυο, αξίας 112.712 δρχ. Λοιπός Εξοπλισμός Τηλ/νιών, αξίας 7.627 δρχ. 10) Λοιπός Εξοπλισμός, αξίας 1.527.502 δρχ. ήτοι: Θερμάστρα Αερόθερμο, αξίας 60.113 δρχ. Καλοριφέρ κονβέκτορ, αξίας 94.101 δρχ. Λοιπός εξοπλισμός ΦΠΑ 18% κεντρ. αξίας 1.373.288 δρχ. Τα προαναφερόμενα περιουσιακά αντικείμενα της εταιρίας, η αξία των οποίων ανερχόμενη στο ποσό των 108.962,58 είναι κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές ιδιαίτερη μεγάλη, αλλά και υπερβαίνει συνολικά τα 73.000 ευρώ, ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν τα επέστρεψε στην εταιρία, αλλά αντίθετα, ενεργώντας με την προαναφερθείσα ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε έκτοτε παράνομα. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι οι εγκαλούντες κοινοποίησαν την από 19-4-2005 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωση στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, από τον οποίο ζητούσαν να τους πληροφορήσει για την τύχη της εταιρίας περιουσίας, πλην όμως ο τελευταίος εσιώπησε. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, με την κρινόμενη έφεση του ισχυρίζεται: α) ότι δεν είχε σκοπό παράνομης ιδιοποίησης των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, αλλά αντίθετα λόγω λύσεως της εταιρίας και της καταβολής· υπέρογκου μισθώματος για το ακίνητο της έδρας της εταιρίας, μετέφερε τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία σε αποθηκευτικό χώρο της οδού ... (...), καταβάλλοντας έκτοτε εξ ιδίων μηνιαίο μίσθωμα 335 ευρώ. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται αβάσιμος. Πράγματι, αν δεν είχε τέτοιο σκοπό θα έπρεπε να καλέσει εγγράφως τους εγκαλούντες και να τους ενημερώσει για την ενέργεια του αυτή. Άλλωστε η ενημέρωση αυτή ήταν απολύτως αναγκαία, ενόψει και της αντιδικίας του με τους εγκαλούντες. Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν τους ενημέρωσε, αλλά αντίθετα αρνήθηκε να απαντήσει και στην από 19-4-2005 εξώδικη πρόσκληση τους. Η επί τόσο δε μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα δικαίωμα κατακράτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας επιβεβαιώνει την πρόθεση του για την παράνομη ιδιοποίησή τους. β) Ότι δεν υπήρξε ποτέ διαχειριστής της περιουσίας της εταιρίας, αφού μετά τον διορισμό του ως προέδρου και Διευθύνοντας Συμβούλου, ουδέποτε συγκροτήθηκε το Δ.Σ. της εταιρίας και έτσι δεν άσκησε οποιαδήποτε διαχειριστική καl διοικητική εξουσία. Όμως και ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος. Πράγματι και με την εκδοχή ακόμη ότι δεν διενήργησε ανάλογες πράξεις εκπροσώπησης της εταιρίας και διαχείρισης της περιουσίας της, την ιδιότητά του ως διαχειριστή είχε αποκτήσει ήδη από τον τυπικό διορισμό του ως προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας με την από 28-3-2001 απόφαση του Δ. Σ. αυτής και δεν την απώλεσε, αφού άλλωστε από πουθενά δεν προέκυψε, ότι κάποιο άλλο πρόσωπο ασκούσε ως διαχειριστής εν τοις πράγμασι την ουσιαστική εκπροσώπησε και διαχείριση της εταιρίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος) για την πράξη η οποία του αποδίδεται, δηλαδή της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (αρθρ. 375 παρ. 1 και 2 όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, δηλ. μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 8 του ν. 2408/1996). Έτσι που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών και απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο για να δικασθεί ως υπαίτιος της ως άνω υπεξαίρεσης που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις του αρθρ. 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, διέλαβε για τηνκρίση του αυτή την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., αφού αναφέρει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές αυτές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου ώστε να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και το βούλευμα να μη έχει νόμιμη βάση. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι τα υπεξαιρεθέντα από τον κατηγορούμενο α) ήταν όλα κινητά πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια του Ποινικού Κώδικα στην οποία εμπίπτουν τα προγράμματα Manager Singular Windows, Manager Εμπορική Διαχείριση, β) ήταν ξένα, ως ανήκοντα στην εταιρεία της οποίας ήταν αυτός Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, γ) περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου πριν αυτός εκδηλώσει την πρόθεσή του να τα υπεξαιρέσει, δ) η ιδιοποίησή τους απ' αυτόν ήταν παράνομη, ως γενόμενη χωρίς τη συναίνεση των λοιπών μετόχων της διαλυθείσας εταιρείας, ε) η αξία τους ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, στ) του τα είχε εμπιστευθεί δια του Διοικητικού Συμβουλίου της η παραπάνω εταιρεία, λόγω της ιδιότητας αυτού ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, ως οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε αντίθετοι λόγοι αναίρεσης για ανεπαρκή αιτιολογία και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Δεν υπάρχει στις παραδοχές του βουλεύματος καμμία αντίφαση όσον αφορά τον χρόνο τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, ο οποίος κατ' αυτές είναι η 10/12/2003, ότε ο κατηγορούμενος παρέλαβε και μετέφερε τα παραπάνω κινητά πράγματα της εταιρείας σε άγνωστο στους λοιπούς μετόχους τόπο και κατά τον οποίο χρόνο και εκδήλωσε με την ενέργειά του αυτή την πρόθεσή του να τα ιδιοποιηθεί παρανόμως. Συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος αναίρεσης με την ειδικότερη αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές του βουλεύματος δεδομένου ότι στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία το Συμβούλιο Εφετών δια της ενσωματωμένης σ'αυτό εισαγγελικής προτάσεως συμπληρωματικά παραπέμπει ως χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης αναφέρεται όχι η 10-12-2003 αλλά η 25-11-2003, ότε ανακλήθηκε η άδεια της εταιρείας, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού η ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση παρέπεμψε σε άλλα σημεία της ενσωματωμένης στο πρωτόδικο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης και όχι στο σημείο που προσδιορίζει τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, ως προς το οποίο το Συμβούλιο της Πλημ/κών διαφοροποιήθηκε απ' αυτήν, με ιδιαίτερες μάλιστα σκέψεις στο αιτιολογικό αυτού, δεχθέν ως χρόνο τέλεσης την 10-12-2003, χρόνο τέλεσης τον οποίο και δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο ίδιος λόγος αναίρεσης για ανεπαρκή και αντιφατική θεμελίωση ως προς τον χρόνο που ο κατηγορούμενος εκδήλωσε την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί τα παραπάνω κινητά πράγματα με την ειδικότερη αιτίαση ότι ενώ κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος ο χρόνος που πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης είναι η 10-12-2003, ο χρόνος που κατ' αυτές εκδηλώθηκε η πρόθεση ιδιοποίησης των κινητών πραγμάτων της εταιρείας τοποθετείται μετά την άρνηση του κατηγορουμένου ν' απαντήσει στην από 19-4-2005 εξώδικη πρόσκληση των λοιπών μετόχων της διαλυθείσας εταιρείας. Και τούτο διότι η παραπάνω αναφορά σε μεταγενέστερο χρόνο δεν αποτελούσε παραδοχή του Συμβουλίου Εφετών ότι τότε το πρώτο εκδηλώθηκε η πρόθεση του κατηγορουμένου να ιδιοποιηθεί τα κινητά πράγματα της εταιρείας αλλά αποτελούσε απλό επιχείρημα ενισχυτικό της προϋπάρχουσας δολίας προαίρεσης τούτου για να αιτιολογήσει προβληθέντα αρνητικό ισχυρισμό του. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 484 παρ. 1 περ. α' και 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ προκύπτει ότι δημιουργείται λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα, όταν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των προσηκόντων σ* αυτόν δικαιωμάτων στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιτάσσει ο νόμος. Εξάλλου το δικαίωμα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβουλίου προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του επί της κατηγορίας που τον βαρύνει, προβλέπεται από το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ αλλά και από τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, η αποδοχή δε του αιτήματος αυτού αποτελεί τον κανόνα και η απόρριψη του την εξαίρεση, γιαυτό η σιωπηρή ή αναιτιολόγητη απόρριψη του οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος για παράβαση του άρθρου 309 παρ. 2 σε συνδ. με 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν το Συμβούλιο στην αιτιολογία του για την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του διαλαμβάνει ότι από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας, όπως έφεση, τα απολογητικά του υπομνήματα, απολογία του στον ανακριτή, προκύπτουν ότι αυτός με λεπτομέρεια και επαρκώς ανέπτυξε τις απόψεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, απέρριψε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, την κατά τα άρθρα 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' ΚΠΔ αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του προς παροχή διευκρινήσεων, με την κρινόμενη, ως επαρκή αιτιολογία, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος επαρκώς και λεπτομερώς ανέπτυξε τις απόψεις του στην έφεση και στην ανακριτική του απολογία και ως εκ τούτου η παρουσία του στο Συμβούλιο δεν είναι αναγκαία. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, διότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον αυτού είναι απορριπτέος σύμφωνα με τ' ανωτέρω ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/12/2007 αίτηση του ... για αναίρεση του 1132/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει τα 73.000 € από τον πρώην Πρόεδρο Ανώνυμης Εταιρείας και εν τοις πράγμασι ασκούντος διαχείριση αυτής. Αποτελεί κινητό πράγμα δεκτικό υπεξαίρεσης και τα αποτελέσματα οι εντολές και άλλα στοιχεία που έχουν καταγραφεί στους φορείς. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για αντιφατική αιτιολογία ως προς τον χρόνο τέλεσης, το δόλο, τον παράνομο και την κατοχή του ξένου πράγματος. Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 484 παρ. 1α΄) διότι αιτιολογημένα απορρίφθηκε το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2537/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 106/008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 872/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 318/9.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 § 1 εδ. τελευταίο του Κ.Π.Δ., την από 29-4-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά του υπ'αριθμ.106/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το υπ'αριθμ. 106/2008 βούλευμά του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 21-1-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 972/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος. Κατά του βουλεύματος αυτού, προ πάσης επιδόσεως του, άσκησε ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης για τους λόγους: "1. 'Ελλειψη εκ του Συντάγματος επιβεβλημένης εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του εν λόγω βουλεύματος ..... 2. μη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας από την Αντεισαγγελέα Εφετών πριν την υποβολή ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θράκης της Εισαγγελικής προτάσεώς της όπως αυτό επιβάλλεται από το άρθρο 527 § 3 Κ.Π.Δ. 3. μη διενέργεια συμπληρωματικής έρευνας από το Συμβούλιο Εφετών Θράκης παρότι το ζήτησε με έγγραφη αίτησή του σύμφωνα με το άρθρο 528 § 1 εδ. β' Κ.Π.Δ. 4. επειδή εμπρόθεσμα ζητά την αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος αρ. 106/2008 του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. 5. Eπειδή αρμόδιος για την αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος είναι ο 'Αρειος Πάγος και 6. επειδή είναι άπορος".
Από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 2 και 476 § 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § ιβ' του Ν.2408/1996 και 485 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά βουλεύματος, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, διότι, αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται στο σύνολό της, ως απαράδεκτη.
Για να είναι σαφής και ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή επίκλησή του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης της έλλειψης από το βούλευμα της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως ο με αριθμό "1" πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος όπως διατυπώνεται, αφού δεν αναφέρει καμία πλημμέλεια της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Απαράδεκτος είναι επίσης και ο δεύτερος με αριθμό "2" λόγος αναιρέσεως, διότι η παράλειψη του κατά το άρθρο 527 § 3 Κ.Π.Δ. αρμοδίου Εισαγγελέα να ελέγξει κατά τα στο άρθρο αυτό οριζόμενα το βάσιμο της υποβληθείσης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας, η οποία αναπληρώνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 528 § 1 του ιδίου Κώδικα από την παρεχόμενη στο αρμόδιο Συμβούλιο εξουσία προς διάταξη κατά την κρίση του συμπληρωματικής προς βεβαίωση των λόγων της αιτήσεως έρευνας, δεν επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος, ούτε εμπίπτει σε κάποιο άλλο λόγο αναιρέσεως εκ των στο άρθρο 484 § 1 του Κ.Π.Δ. περιροστικώς διαλαμβανομένων (δείτε ΑΠ 439/1976 Π.Χρ. ΚΣΤ'/828). Απαράδεκτος είναι περαιτέρω και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, όπως ανωτέρω εκτίθεται, διότι το Συμβούλιο μπορεί (και δεν υποχρεούται) να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας (άρθρο 528 § 1 εδ. β' Κ.Π.Δ.). Η κρίση του δε επ'αυτού εντάσσεται μόνο στο κεφάλαιο της αιτιολογίας του βουλεύματός του και μετ'αυτής προσβάλλεται. 'Όπως δε προδιαλαμβάνεται δεν αποδίδει ο αναιρεσείων συγκεκριμένη πλημμέλεια στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, μη αρκούσης της αναφοράς στην αίτηση αναιρέσεως της συγκεκριμένης διατάξεως που προβλέπει την υποχρέωση για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος. Οι δε τέταρτος, πέμπτος και έκτος των παραπάνω λόγων αναίρεσης, όπως αυτοί εκτίθενται, δεν εμπίπτουν σε κάποιο λόγο αναίρεσης από τους στο άρθρο 484 § 1 περιοριστικώς αναφερομένους.
Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω εκτιθέμενα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη στο σύνολό της και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί (άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ.) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 17/2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά του υπ'αριθμ. 106/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 4-6-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά βασική δικονομική αρχή, που προκύπτει από το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, προ πάσης έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη των λόγων ασκήσεως του ενδίκου μέσου, πρέπει να έχει ασκηθεί αυτό με τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, διότι άλλως τούτο είναι και πρέπει να κηρυχθεί χωρίς άλλο και αυτεπαγγέλτως απαράδεκτο, αφού η τήρηση των διατυπώσεων του νόμου εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον (ασφάλεια δικαίου κλπ) με συνέπεια, εάν δεν τηρηθούν και το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν κηρύξει το ένδικο μέσο απαράδεκτο, η σχετική απόφαση ή το βούλευμα υποπίπτουν σε υπέρβαση εξουσίας (484 παρ.1 στοιχ. στ', 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ.). Μεταξύ δε των διατάξεων που καθιερώνουν τέτοια προϋπόθεση, είναι και η παρ. 2 του άρθρου 474 Κ.Ποιν.Δ. κατά την οποία "Στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Η διάταξη αυτή καθιερώνει επιτακτικό κανόνα που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, διότι συνάπτεται με τη φύση και το σκοπό κάθε ενδίκου μέσου και δη ποιό ή ποιά τα παράπονα του ασκούντος αυτό, πόσο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο-συμβούλιο, αφού η έκθεση αποτελεί το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης για το ένδικο μέσο. Έτσι, στην έκθεση αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, έτσι, ώστε να μπορούν να καταστούν αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως από τον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αναίρεση είναι χωρίς άλλη έρευνα απαράδεκτη. Μάλιστα δε, στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για αυτεπάγγελτη έρευνα των λόγων αναιρέσεως (άρθρο 484 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ), αφού η έρευνα αυτή προϋποθέτει ότι η έκθεση αναίρεσης έχει τουλάχιστον ένα λόγο σαφή και ορισμένο και παραδεκτό κατά νόμο. Όπως δε είναι γνωστό οι λόγοι αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, αλλά και κατά αποφάσεων, ορίζονται περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ. Μεταξύ αυτών δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικά το οικείο συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη με αριθμό 17/29-4-2008, έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 106/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με το οποίο απορρίφθηκε η από 21-1-2008 αίτησή του αναιρεσείοντος, για την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμό 972/11-11-2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης πιο πάνω αιτήσεώς του, επικαλείται αυτός κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "1. Έλλειψη εκ του Συντάγματος επιβεβλημένης εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του εν λόγω βουλεύματος αριθμ. 106/2008 του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, 2. μη διενέργεια προκαταρτικής έρευνας από την Αντεισαγγελέα Εφετών πριν την υποβολή ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θράκης της εισαγγελικής προτάσεώς της, όπως αυτό επιβάλλεται από το άρθρο 527 παρ.3 Κ.Π.Δ, 3. μη διενέργεια συμπληρωματικής έρευνας από το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, παρότι το ζήτησε με έγγραφη αίτησή του σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ.1 εδ. β Κ.Π.Δ, 4. επειδή εμπρόθεσμα ζητεί την αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος αρ. 106/2008 του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, 5. επειδή αρμόδιος για την αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος είναι ο Άρειος Πάγος και 6. επειδή είναι άπορος". Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε μεν εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 εδ. τελ. Κ.Π.Δ.) και κατά βουλεύματος που υπόκειται σ' αυτήν ( άρθρο 482 ΚΠΔ), πλην όμως δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως, από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, όσον αφορά τους με αριθμό 1, 2, 3 λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι, προεχόντως λόγω της παντελούς αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρεται ο αναιρεσείων σε συγκεκριμένες πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ενώ, όσον αφορά τους λοιπούς λόγους, επίσης, είναι απαράδεκτοι καθόσον δεν εμπίπτουν στους προβλεπόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, λόγους αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο ίδιος ο αναιρεσείων (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 29 Απριλίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 106/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος, που απέρριψε την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αναιρέσεως (άρθ. 484 ΚΠΔ). Ανυπαρξία λόγων αναιρέσεως. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2536/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα, για αναίρεση της με αριθμό 3.071/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κλικίζο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Σεπτεμβρίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με το αριθμό 1.569/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί (να είναι κατάλληλο - επιτήδειο) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσεως - επιγνώσεως) ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ως γεγονός νοείται οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκεται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Γενικώς εντάσσεται στην έννοια του γεγονότος και οποιαδήποτε εκδηλωτική συμπεριφορά ή σχέση ειδική και εμπεριστατωμένη, που προκύπτει σε ορισμένο πρόσωπο, με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και υπολήψεώς του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμού, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος απαιτείται εκτός των άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης του ψευδούς γεγονότος και τη γνώση ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του εν λόγω γεγονότος μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη εκείνου στον οποίον αποδίδεται, ακόμη δε ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α' ΠΚ, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή, με συμβουλές κ.λ.π.), πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως, β ) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Έτσι, η καταδικαστική απόφαση, προκειμένου περί ηθικού αυτουργού, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία αυτός (ηθικός αυτουργός) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικότερα δε, κάθε καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλο-συμπληρώνονται, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, κηρύχθηκαν ένοχοι: α) ο αναιρεσείων, Χ1, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και σε συκοφαντική δυσφήμηση και β) η αναιρεσείουσα, Χ2, ψευδορκίας μάρτυρας και συκοφαντικής δυσφήμησης (των παραπάνω πράξεων τελεσθεισών από τους αναιρεσείοντες σε βάρος του παθόντος και εγκαλούντος, Ψ) και, για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Στις 5.10.1995 απεβίωσε στην ..... ο Α αιφνιδίως σε ηλικίας 46 ετών από θρόμβωση της αριστερής στεφανιαίας, γιός της Β και ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του, συζούσε με τη μνηστή του Γ και τα δύο τέκνα της από τον γάμο της με τον Δ από το έτος 1992, σε μισθωμένο διαμέρισμα στο ..... (.....). Μετά τον άνω θάνατο του Α, ο οποίος ήταν το μοναδικό τέκνο της Β και δή στις 24.10.1995, η τελευταία συνέταξε ενώπιον του εγκαλούντα συμβολαιογράφου Αθηνών Ψ, ο οποίος προσήλθε στην κατοικία της (.....) την υπ' αριθ. ...../24.10.1995 δημόσια διαθήκη και τα υπ' αριθ. ..... και ...../24.10.1995 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια. Με την ανωτέρω διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον των μαρτύρων Ε, ΣΤ και Ζ, η διαθέτις εγκατέστησε την Γ κληρονόμο της επί τριών περιοριστικά ακινήτων της. Όπως δε αναφέρεται στη διαθήκη αυτή, η διαθέτις άφησε τα ανωτέρω περιουσιακά της στοιχεία σ'αυτήν "γιατί ήταν η αγαπημένη του υιού μου όσο αυτός ζούσε, εμένα μου συμπαρίσταται σαν πραγματική μου κόρη και έχει δεσμευθεί να με φροντίζει μέχρι να πεθάνω και να επιμεληθεί τα της κηδείας μου μετά το θάνατό μου". Με το ...../24.10.1995 γενικό πληρεξούσιο η Β παρείχε στην Γ την εντολή και πληρεξουσιότητα μεταξύ άλλων να παρίσταται ενώπιον όλων γενικά των δικαστηρίων, να αγοράζει, να πωλεί κ.λ.π., να λαμβάνει μέρος στις συνελεύσεις των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, να αποφασίζει και να ψηφίζει αντ' αυτής. Με το 3/470/24.10.1995 επίσης πληρεξούσιο έδωσε η διαθέτις επίσης στη Γ την πληρεξουσιότητα να αποδεχθεί την κληρονομία που πήρε από το γιό της Α. Μετά από τρείς ημέρες από την σύνταξη της άνω διαθήκης και πληρεξουσίων, με παρέμβαση του πρώτου σήμερα κατ/νου Χ1, του οποίου σύζυγος είναι η δεύτερη κατ/νη, τέκνο της αδελφής της διαθέτιδος, ο ίδιος εγκαλών Σ/φος Ψ, προσήλθε και πάλι στην οικία της και ενώπιον του ως άνω α' κατ/νου και της συζύγου του β'κατ/νης, η άνω Β υπέγραψε το ...../27.10.1995 ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο διόρισε ειδική αυτής πληρεξούσιο και αντίκλητο την Γ επίσης, να εκμισθώνει σε οποιονδήποτε και με οποιονδήποτε όρους, χρόνο και μίσθωμα ακίνητα κτήματά της και ακίνητα κτήματα που κληρονόμησε από τον γιό της Α, να εισπράττει τα μισθώματα, να λύνει μισθώσεις κ.λ.π. και στη συνέχεια με το ...../27.10.1995 συμβολαιογραφικό έγγραφο ανακαλούσε όλες τις εντολές και πληρεξουσιότητες που είχε χορηγήσει στη Γ στις 24.10.1995 με το προγενέστερο πληρεξούσιο, ήτοι με το υπ' αριθ. ...../24.10.1995 πληρεξούσιο του ίδιου σ/φου. Στις 29.4.1996 απεβίωσε και η Β (διαθέτις) σε ηλικία 81 ετών, από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια. Μετά ένα έτος περίπου και δη στις 26.3.1997 ο πρώτος κατ/νος κατέθεσε μήνυση στην οποία ισχυρίστηκε ότι η ...../24.10.1995 δημόσια διαθήκη της άνω θανούσης καθώς και το ...../24.10.1995 πληρεξούσιο είναι εξ ολοκλήρου πλαστά και καταρτίστηκαν από τον εγκαλούντα σ/φο Ψ σε συνεργασία με την Γ και τους μάρτυρες που την υπογράφουν, η δε υπογραφή της διαθέτιδος στο κάτω μέρος της διαθήκης έχει τεθεί απ' αυτούς (σελ. 6 της μηνύσεως), ενώ σε άλλο σημείο της μηνύσεως αναφέρεται ότι οι υπογραφές που φέρεται ότι έθεσε η διαθέτις στη διαθήκη και το ...../24.10.1995 πληρεξούσιο τέθηκαν όλες από την Γ (σελ.8 της μηνύσεως). Μετά ταύτα ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της Γ, του εγκαλούντος και των συμπράξαντων στη διαθήκη μαρτύρων. Με το 4.859/2003 βούλευμα το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά της Γ και κατά του εγκαλούντος για το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. του τελευταίου και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή της πρώτης και επίσης να μην γίνει κατηγορία και κατά των συμπραξάντων στη διαθήκη μαρτύρων. Επίσης, παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος για τα αδικήματα της δωροληψίας, της εξύβρισης, απειλής, εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Σε σκέψεις δε που διαλαμβάνονται στο άνω βούλευμα, που είναι αμετάκλητο, δέχεται το άνω Συμβούλιο Πλημ/κών το πόρισμα της από 11.10.2001 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικηγόρου - δικαστικής γραφολόγου ....., που διορίστηκε με την ...../2.10.2002 διάταξη του διενεργήσαντος την κύρια ανάκριση 23ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών ως ορθό, ότι δηλαδή οι υπογραφές στην άνω δημόσια διαθήκη και τα ..... και ...../24.10.1995 πληρεξούσια έχουν τεθεί από την Β. Ενώ αντίθετα αποκρούει ως μη ορθό το συμπέρασμα της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ....., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την 8.274/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επ' ευκαιρία δε της άνω αναφερθείσης μηνύσεως του πρώτου κατ/νου εξετάστηκε στην κυρία ανάκριση μετά πρότασή του, η σύζυγός του, δεύτερη κατ/νη, η οποία στην από 17.10.2000 κατάθεσή της ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή του 23ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών κατέθεσε προς υποστήριξη της μηνύσεως του συζύγου της μεταξύ άλλων τα εξής: "Είμαι σύζυγος του μηνυτή Χ1. Η Γ έλεγχε πλήρως την Β. Ήταν παιχνίδι για την Γ να πείσει την Β να υπογράψει εκείνο το πληρεξούσιο, περί δήθεν αντιπροσώπευσής της στα κοινόχρηστα, ενώ βεβαίως αυτό αφορούσε την πληρεξουσιότητα να πουλάει η Γ όλα τα ακίνητα της Β. Για την διαθήκη καταθέτω με απόλυτη βεβαιότητα ότι είναι πλαστή. Αυτό όμως το γνώριζε η διαβολική Γ, η οποία σε συνεργασία με τον Ψ συμ/φο, με τον οποίο ήταν φίλη και ενδεχομένως συνδέετο αισθηματικά, φρόντισαν να αφήσουν μερικές σειρές κενό διάστημα στη διαθήκη, για να το συμπληρώσουνε μετά. Συνεργός της Γ στην πλαστογραφία τον οποίο πρέπει να αντάμειψε πλουσιοπάροχα ήταν και ο Ψ!!". Τα άνω κατατεθέντα από την δεύτερη κατ/νη στην από 17.11.2000 ενώπιον του τακτικού ανακριτή κατάθεσή της κατά την κρίση του δικαστηρίου ήσαν ψευδή και επίσης συκοφαντικά για τον εγκαλούντα περιστατικά και το ψεύδος τους ήταν γνωστό στην καταθέτουσα δεύτερη κατ/νη, επείσθη όμως να τα καταθέσει από τον σύζυγό της πρώτο κατ/νο, ο οποίος με πειθώ και παραινέσεις της προκάλεσε την απόφαση αυτή, διότι σκοπός τους ήταν και των δύο κατ/νων ν' ακυρωθεί η άνω διαθήκη για να κληθούν αυτοί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι να κληρονομήσουν κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της Β. Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο στηρίζει στο γεγονός ότι ο πρώτος κατ/νος και η σύζυγός του β' κατ/νη μετά τον θάνατο της Β δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη της διαθήκης, αλλά αποδέχθηκαν το περιεχόμενό της και μάλιστα ο πρώτος με την ...../16.9.1996 αίτησή του, την οποίαν κοινοποίησε προς την Γ, ζήτησε να διαταχθεί η έκδοση πιστοποιητικού κληρονομητηρίου, με το οποίο θα πιστοποιείτο ότι αυτός είναι μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσης, ως νόμιμο τέκνο της πρωαποβιωσάσης αμφιθαλούς αδελφής της Η, και επί πάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας αυτής, "πλην των τριών ακινήτων, τα οποία περιοριστικά κατέλιπε δυνάμει της ...../1995 δημοσίας διαθήκης του Σ/φου Αθηνών Ψ (ήτοι του εγκαλούντος) δημοσιευθείσης ήδη με αριθμό 3.079/1996 προς άλλη κληρονόμο". Στη δίκη δε εκείνη παρενέβη η Γ και εκδόθηκε κοινό κληρονομητήριο (βλ. 7.231/1996 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Εν συνεχεία με άλλη αίτηση του α' κατ/νου εκδόθηκε στις 5.3.1997 δηλαδή 22 ημέρες πριν την υποβολή της άνω μηνύσεώς του το ...../1997 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου. Ο ίδιος επίσης ο α' κατ/νος ομολογεί ότι η θανούσα εμφανίστηκε ενώπιον του Σ/φου Ψ (εγκαλούντος) και υπέγραψε την επίμαχη διαθήκη και το ...../25.10.1995 πληρεξούσιο στην υπ' αριθ. καταθ. ...../17.10.1996 αίτησή του ενώπιον του Μον.Πρωτ. Αθηνών (βλ. 5η σελίδα αυτής) με αντικείμενο την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της Γ, καθώς και ότι στο από 17.10.1996 σημείωμά του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (βλ. 5η σελίδα αυτού) που κατατέθηκε επί της από 2.10.1996 αιτήσεως της Γ, με την οποία ζήτησε αυτή να του αποδώσει ο πρώτος κατ/νος την νομή των δύο διαμερισμάτων που έλαβε με την διαθήκη. Στα δικόγραφα αυτά συγκεκριμένα ο πρώτος κατ/νος δεν ισχυρίζεται ότι η διαθήκη είναι πλαστή και ότι η υπογραφή δεν είναι της θανούσης, αλλά ότι η υπογραφή της είναι προϊόν απάτης εκ μέρους της Γ και ως εκ τούτου ότι είναι άκυρη, πράγμα τελείως δηλαδή διαφορετικό απ' αυτό που ισχυρίζεται στη μήνυσή του, ότι δηλαδή ότι έχουν τεθεί δια χειρός της Γ. Άλλωστε από το γεγονός ότι ο α' κατ/νος δεν αιφνιδιάστηκε από την δημοσίευση της διαθήκης, αλλά αντιθέτως αποδέχθηκε χωρίς ενδοιασμούς και επιφυλάξεις την ύπαρξή της κατά το αμέσως μετά το θάνατο της θείας του χρονικό διάστημα, συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτός γνώριζε την επιθυμία της θείας του να αφήσει περιουσιακά της στοιχεία στην Γ, πράγμα που θα γινόταν με σύνταξη διαθήκης, αφού διαφορετικά αυτός θα καθίστατο μοναδικός της κληρονόμος, άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι η θανούσα είχε τη βούληση ο πρώτος κατ/νος να γίνει μοναδικός της κληρονόμος. Επίσης την ύπαρξη της διαθήκης αυτής εγνώριζε και η β' κατ/νη που ανακριτικά κατέθεσε "όταν απουσίαζε η Γ και μέχρι που γράφτηκε η διαθήκη η Γ έστελνε καθημερινά την μάνα της και πρόσεχε την Β". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και το κατατεθέν από την β' κατ/νη γεγονός ότι "η Γ ενδεχομένως συνδεόταν αισθηματικά με τον εγκαλούντα Σ/φο και ότι φρόντισαν να αφήσουν μερικές σειρές κενό διάστημα στη διαθήκη για να το συμπληρώσουν μετά, και ότι συνεργός της Β ήταν ο εγκαλών, τον οποίο πρέπει να αντάμειψε πλουσιοπάροχα" ήταν επίσης ψευδές, διότι όπως αποδείχθηκε τον εγκαλούντα γνώρισαν στη θανούσα Β η ΣΤ, που ήταν μάρτυρας στη διαθήκη και ο σύζυγός της που ήσαν και φίλοι του γιού της Α και της συμπαραστάθηκαν μετά τον θάνατό του και από τους οποίους ζήτησε η θανούσα να της συστήσουν σ/φο. Ούτε αποδείχθηκε άλλωστε ότι ο εγκαλών εγνώριζε πριν την σύνταξη της διαθήκης την Γ, ούτε ότι ανταμείφθηκε απ' αυτήν πλουσιοπάροχα, ούτε επίσης υπήρχε κενό στην εν λόγω διαθήκη που συμπληρώθηκε εκ των υστέρων. Ως προς το τελευταίο (κενό στη διαθήκη) αν ήταν πλαστή η υπογραφή της Γ, δεν υπήρχε ανάγκη να αφεθεί κενό σ'αυτήν, αφού σ' αυτή θα συντασσόταν εκ νέου με το επιθυμητό περιεχόμενο χωρίς κενό. Με τα άνω λοιπόν κατατεθέντα εις βάρος του εγκαλούντα από την β' κατ/νη ψευδή περιστατικά ενόρκως εν γνώσει του ψεύδους τους ενώπιον της ανακρίτριας και της γραμματέως της βλάφθηκε η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντα Σ/φου, ο οποίος ως ελεύθερος επαγγελματίας και ύπανδρος υπέστη μεγάλη ηθική βλάβη. Μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατ/νοι κατά το κατηγορητήριο". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1α', 94 παρ. 1,2, 224 παρ. 2-1, 227 παρ. 1 και 363 - 362 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και κατάθεση - ανωμοτί - του πολιτικώς ενάγοντα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Ι, ΙΑ, ΙΒ, ΙΓ και ΙΔ, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εξετάσθηκαν (εκτός από τον πολιτικώς ενάγοντα) ενόρκως στο άνω Δικαστήριο, εντεύθεν δε οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Δικαιολογείται επίσης ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων (ηθικού αυτουργού και αυτουργού). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς επίσης να καταδικαστούν αυτοί στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που παρέστη μετά του δικηγόρου του (ΚΠολΔ 176, 183.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από : α) 4 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7.276/4.9.2008) αίτηση του Χ και β) 4 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7.275/4.9.2008) αίτηση της Ψ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.071/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.
Καταδικάζει: α) καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και β) τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της δεύτερης και της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που καταδικάστηκαν αντίστοιχα οι αναιρεσείοντες. Έννοια εγκλημάτων αυτών. Απορρίπτεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως των, με ξεχωριστά δικόγραφα, ασκηθεισών αιτήσεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 2535/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ'αριθμ. 1551/2008 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που αφορά τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο Χ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 1202/10-7-2008 πρόταση τους Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, μαζί με την 123/30-6-2008 πράξη του Προέδρου του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1202/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 145 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη και παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά στο ακροατήριο (παρ.1). Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός άλλων, και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν (παρ.2).Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η 123/30-6-2008 πράξη του Προέδρου του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, (αρ.πρωτοκ. 208/2008), κοινοποιηθείσης της σχετικής κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον κατηγορούμενο, Χ και τον αντίκλητό του Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο, δικηγόρο Αθηνών, όπως προκύπτει από τα, από 20-8-2008 και 1-7-2008 αποδεικτικά επιδόσεως του Αστ/κα του Α.Τ. Κοζάνης ..... και του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ....., αντίστοιχα. 'Εχει επίσης επιδοθεί σχετική κλήση, όπως προκύπτει από το, από 14-8-2008, αποδεικτικό του αυτού Αστ/κα του Α.Τ. Κοζάνης, ..... και στον πολιτικώς ενάγοντα, Ψ. Στην πιο πάνω πράξη εκτίθεται ότι στην 1551/2008 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, από προφανή παραδρομή, τόσο στο σκεπτικό αναγράφεται (αρχή σελίδας 16), όσο και με διάταξη στο διατακτικό αναφέρεται, ότι "πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων" και "καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ", αντίστοιχα, ενώ, όπως προκύπτει από την αυτή απόφαση (αρχή δεύτερης σελίδας), ο πολιτικώς ενάγων Ψ, δεν παρέστη κατά τη συζήτηση εκείνη και, κατά συνέπεια, δεν δικαιούται δικαστικής δαπάνης. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, (ΚΠΔ 145 παρ.1 ,2), καθόσον πρόκειται για λάθος, που δεν δημιουργεί ακυρότητα, από τη διόρθωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο. Επομένως, η σχετική αίτηση πρέπει να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή και να διαταχθούν τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διορθώνει την 1551/2008 απόφαση του Δικαστηρίου, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αυτής και απαλείφει από αυτήν τη διάταξη περί καταδίκης του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. Και
Διατάσσει την από το Γραμματέα σημείωση της διορθωτικής, όπως πιο πάνω, πράξεως και του αριθμού της διορθωτικής αποφάσεως στο περιθώριο του πρωτοτύπου της διορθωτέας αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διόρθωση αποφάσεως του Αρείου Πάγου (ΚΠΔ άρθ. 145 παρ.1,2). Επιδίκαση δικαστικής δαπάνης σε πολιτικώς ενάγοντα που δεν παρέστη.
|
Αποφάσεως διόρθωση
|
Αποφάσεως διόρθωση.
| 2
|
Αριθμός 2534/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Λαλούση, περί αναιρέσεως της 1517/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλο-νίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.2.2007 αίτησή της αναιρέσεως και στο από 21.2.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 558/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου), πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474, 509 και 510 ΚΠΔ, η έκθεση αναιρέσεως που δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αιτήσεως, που κατήρτισε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ' αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, οπότε δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς της εκθέσεως στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση της αιτήσεως στο αναιρετήριο και συγκρότηση έτσι ενιαίου δικογράφου. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αναιρεσείουσα Χ με την ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συνταγείσα υπ' αριθμό 19/15-2-2007 έκθεση αναιρέσεως, ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμό 1517/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, "δηλώνοντας ότι ασκεί αναίρεση κατά της 1517/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση κατά της 23084/2001 και δήλωσε όσα αναφέρονται στα επισυναπτόμενα έγγραφα". Είναι σαφές, όμως, ότι στην ως άνω, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ, συνταχθείσα έκθεση δεν διατυπώθηκε κανένας αναιρετικός λόγος, ενώ, από την επιτρεπτή επισκόπηση της συνημμένης "αιτήσεως αναιρέσεως", προκύπτει ότι αυτή έχει υπογραφεί μόνο από την πληρεξούσια δικηγόρο, Αγγελική Λαλούση, χωρίς να έχει γίνει πράξη εγχειρίσεως και χωρίς να υπάρχει υπογραφή του αρμοδίου δικαστικού υπαλλήλου, ενώπιον του οποίου φέρεται ότι συντάχθηκε η αίτηση αναιρέσεως, και η σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής υπηρεσίας. Επομένως, η αίτηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματωμένη στο παραπάνω αναιρετήριο και δεν συγκροτεί ενιαίο με αυτό δικόγραφο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως μη περιέχουσα κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, καθώς και οι από 21-2-2008 πρόσθετοι λόγοι, αφού προϋπόθεση της έρευνας αυτών, είναι το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2007 αίτηση της Χ και τους επ' αυτής από 21-2-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1517/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση, λόγω ανυπαρξίας λόγων αναιρέσεως και αοριστίας των επικαλούμενων λόγων, στην οικεία έκθεση. Η παραπομπή στο δικόγραφο της συνημμένης έκθεσης αναιρέσεως, που έχει υπογραφεί μόνο από τον πληρεξούσιο συνήγορο, χωρίς την υπογραφή και σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ενσωματωθεί στην έκθεση, το δικόγραφο της αναίρεσης. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 2531/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πρωτέκδικο, περί αναιρέσεως της 2858/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 587/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Α στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν το Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, σε έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της εγκαταστάσεως κεραίας για εκπομπή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας χωρίς άδεια, μόνο στα μνημονευόμενα στο κατηγορητήριο έγγραφα, δηλαδή σε εννέα (9) έγγραφα που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, παραλείποντας ταυτόχρονα να λάβει υπόψη του και συνεκτιμήσει μεταξύ άλλων και α) το από 15-1-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, β) έγγραφα του υπουργείου Ανάπτυξης για την κινητή τηλεφωνία και υγεία, γ) έγγραφα της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας για την κινητή τηλεφωνία και δ) το από 23-2-2001 έγγραφο της PANAFON- VODAFON προς την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, αν και τα έγγραφα αυτά, που είχε προσκομίσει για ανάγνωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, της δίκης, (σελίδα 3 και 4), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, όμως, εξ' αυτού του λόγου, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τον βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 2858/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για εγκατάσταση κεραίας για εκπομπή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, με την επίκληση των λόγων: Α) απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 510 παρ.1 περ. Α΄ του ΚΠΔ., β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Το δικαστήριο για να στηρίξει την κρίση του περί ενοχής, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία είχαν αναγνωσθεί. Αναιρεί. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2530/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα, περί αναιρέσεως της 5224/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1991/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 5224/2007 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος ήταν αστυνομικός και υπηρετούσε με τον βαθμό του Ανθυπαστυνόμου τον Νοέμβριο του έτους 2001 στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής (Τμήμα 1ου Συντονισμού). Ο κατηγορούμενος όσο ήταν στην άνω υπηρεσία που είχε την έδρα της στο κτίριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας αριθμός 173 είχε συμμετάσχει ως δεύτερος ανακριτικός υπάλληλος σε ανεπίδεκτες αναβολής ανακριτικές πράξεις που γίνονταν στα πλαίσια αναγκαίων τέτοιων για την βεβαίωση αξιοποίνων πράξεων που αφορούσαν παράνομη έξοδο από την Ελλάδα και είσοδο με πλαστά διαβατήρια στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής δύο αλβανοί υπήκοοι σε βάρος του διατηρούντος γραφείο τουρισμού στην οδό ..... Α, που είχε προσαχθεί στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής την ημέρα εκείνη μαζί με έγγραφα και άλλα αντικείμενα που είχαν παραλάβει οι αστυνομικοί από το τουριστικό του γραφείο (βλ. αναγνωσθείσα από 13.11.2001 έκθεση έρευνας σε κατάστημα και κατάσχεσης που συντάχθηκε ώρα 18.30 της ημέρας εκείνης και υπογράφεται από τον Ανθυπαστυνόμος Β ως ανακριτικό υπάλληλο από τον κατηγορούμενο Χ ως Β' ανακριτικό υπάλληλο και από τον καθού η έρευνα και κατάσχεση Α. Ο κατηγορούμενος από τον χαρτοφύλακα του Α που είχε μεταφερθεί προς έλεγχο στα γραφεία του 1ου Τμήματος Συντονισμού της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών αφαίρεσε κάρτες αναλήψεων - καταθέσεων χρημάτων μέσω αυτομάτων ταμειακών μηχανών από λογαριασμούς καταθέσεων που διατηρούσε ο Α στην Τράπεζα ALPHA BANK καθώς και στις Τράπεζες ΕΜΠΟΡΙΚΗ και EUROBANK. Ενώ διαρκούσαν οι προανακριτικές πράξεις που αφορούσαν τον άνω τουριστικό πράκτορα και κάτοχο των παραπάνω καρτών αναλήψεων καταθέσεων και αυτός παρέμενε στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών όπου είχε προσαχθεί μέχρι ώρας 20.30 της 13/11/2001 οπότε του επετράπη να αποχωρήσει από εκεί, ο κατηγορούμενος που έμαθε και τον κωδικό αριθμό κάθε μιας από τις κάρτες (PIN) από ένα χαρτί μέσα στην τσάντα στο οποίο τους είχε γράψει ο Α μαζί με τα αρχικά κάθε τράπεζας από την οποία είχε εκδοθεί κάθε μία από τις κάρτες αυτές, κατέβηκε από τον όροφο όπου ήταν το γραφείο της υπηρεσίας του στο ισόγειο του κτιρίου της Γ.Α.Δ.Α. και κάνοντας χρήση της κάρτας ανάληψης μετρητών από τον λογαριασμό καταθέσεων με αριθμό ..... που τηρούσε ο άνω δικαιούχος του λογαριασμού Α ανέλαβε ώρα 17.35 από το υπάρχον στο ισόγειο του κτιρίου της Γ.Α.Δ.Α. Α.Τ.Μ. Εθνικής ποσό 150002 δραχμών και αμέσως μετά ώρα 17.36 πάλι από Α.Τ.Μ. Εθνικής στο ισόγειο του κτιρίου της Γ.Α.Δ.Α. ποσό 50,002 δραχμών. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος κάνοντας χρήση της κάρτας αναλήψεως μετρητών από τον λογαριασμό καταθέσεων που διατηρούσε ο Α στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα ...) και ειδικότερα από τον υπ' αριθμό ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου ανέλαβε ώρα 18.03 της ιδίας ημέρας (13.11.2001) από το Α.Τ.Μ. της Εθνικής Τράπεζας που βρισκόταν στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής το ποσό των δραχμών 200.000. Επίσης την ίδια χρονική στιγμή ο κατηγορούμενος ώρα 18.02,41 της 13/11/2001 έκανε χρήση της κάρτας αναλήψεως μετρητών από τον υπ' αριθμό ..... κοινό λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου που ετηρείτο στην Τράπεζα F.F.G. EUROBANK ERGASIAS (κατάστημα .....) στο όνομα του ..... ή .... και ανέλαβε από το Αυτόματο Ταμειακό Μηχάνημα (Α.Τ.Μ.) της Εθνικής Τράπεζας που βρισκόταν στο ισόγειο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής το ποσό των δραχμών 200.000 μέσω του συστήματος ΔΙΑΣ που επέτρεπε την ανάληψη από Α.Τ.Μ. διαφορετικής Τράπεζας από εκείνη στην οποία ετηρείτο ο λογαριασμός καταθέσεως του δικαιούχου με την άνω κάρτα ανάληψης. Ο κατηγορούμενος μετά τις αναλήψεις αυτές επανήλθε στην υπηρεσία του στο Τμήμα Συντονισμού της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών και όταν έληξε το ωράριό του αποχώρησε την ημέρα εκείνη αφού παρακράτησε την κάρτα αναλήψεων καταθέσεων από τον λογαριασμόν του ..... στην Τράπεζα ALPHA BANK και κινούμενος με το δίκυκλο μοτοποδήλατο που είχε μετέβη σε υποκαταστήματα της Τράπεζας αυτής όπου υπήρχαν Αυτόματα Ταμειακά Μηχανήματα και από τέτοιο μηχάνημα που είχε κωδικό αριθμό ..... και ήταν στο κατάστημα της ALPHA BANK οδού ..... στο οποίο έθεσε την άνω κάρτα ανάληψης και πληκτρολόγησε τον κωδικό αριθμό που επέτρεπε την πραγματοποίηση συναλλαγών ανέλαβε από τον άνω λογαριασμό καταθέσεων του ..... υπ' αριθμό ..... περί ώρα 19.56 ποσό 200.000 δραχμών και περί ώρα 19.57 της ίδιας ημέρας (13.11.2001) έτερο ποσό επίσης 200.000 δραχμών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος μετέβη στο υποκατάστημα της ALPHA BANK στην περιοχή ..... και από το εκεί Αυτόματο Ταμειακό Μηχάνημα στο οποίο έθεσε την άνω κάρτα ανάληψης κατάθεσης μετρητών και αφού πληκτρολόγησε τον κωδικό αριθμό που επέτρεπε την πραγματοποίηση συναλλαγών προέβη στην ανάληψη από τον προαναφερθέντα λογαριασμό του .... περί ώρα 10,19 ποσού 400.000 δραχμών, περί ώρα 20.20 ποσού 200.000 δραχμών, περί ώρα 20.21 ποσού 170.000 δραχμών και περί ώρα 20.22 ποσού 400.000 δραχμών. Από τα αναγνωσθέντα και πρωτοδίκως από 10/12/01 και από 14.12.2001 έγγραφα της τράπεζας ALPHA BANK και της Εμπορικής Τράπεζας από τα φωτοαντίγραφα των βιβλιαρίων καταθέσεων για την κίνηση των λογαριασμών που τηρούνταν στο όνομα του Α στην Τράπεζα EUROBANK και στην Εμπορική Τράπεζα, φωτοαντίγραφα των οποίων είναι στη δικογραφία και αναγνώσθηκαν και από όσα κατέθεσαν εξεταζόμενος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου ως μάρτυρας ο Α καθώς και ο μάρτυρας Α που ήταν Αστυνομικός και υπηρετούσε το 2001 ως βοηθός του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής και έκαναν λόγο για το ότι από την ταινία βιντεοσκόπησης από τη μηχανή λήψεως που υπήρχε στο κατάστημα ..... της ALPHA BANK διαπίστωσαν ότι ήταν ο κατηγορούμενος το άτομο που προέβη στις αναλήψεις από το Α.Τ.Μ. σε εκείνο το κατάστημα τα προαναφερθέντα χρονικά σημεία της 13.11.2001 αλλά και από όσα ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατά την απολογία του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου ότι κάνοντας χρήση της κάρτας ανάληψης που πήρε από τον χαρτοφύλακα του Α πήρε από διάφορα Α.Τ.Μ. ποσό 1.770.000 δραχμών με χρέωση του λογαριασμού καταθέσεων του άνω δικαιούχου στην Τράπεζα ALPHA BANK ακόμη δε και από όσα εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως μάρτυρας κατέθεσε ο αστυνομικός Δ που ήταν το 2001 ως Αστυνόμος Α' Προϊστάμενος του κατηγορουμένου και είπε ότι είδε και αυτοί καταγεγραμμένο τον κατηγορούμενο στην βιντεοταινία από τη μηχανή λήψεως του υποκαταστήματος της ALPHA BANK στην περιοχή ..... και ότι παραδέχθηκε ενώπιον του ο κατηγορούμενος όταν ο μάρτυρας τον ενημέρωσε ότι υπήρχε καταγραφή του σε τέτοια βιντεοταινία από την κάμερα του άνω υποκαταστήματος, ότι είχε κάνει την πράξη αυτή της ανάληψης απαντώντας ότι είχε κάνει βλακεία" πείθεται το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι το άτομο που έκανε μέσω των Αυτομάτων Ταμειακών Μηχανών που προαναφέρθηκαν τις αναλήψεις χρημάτων από τους άνω λογαριασμούς καταθέσεων με χρέωση του δικαιούχου αυτών από τις Τράπεζες ALPHA BANK ΕΜΠΟΡΙΚΗ και EUROBANK ERGASIAS με τη χρήση των καρτών αναλήψεων - καταθέσεων που πήρε από τον χαρτοφύλακα του Α όσο ο τελευταίος ήταν στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών στα πλαίσια προανακριτικών πράξεων για τη διερεύνηση αν είχε τελέσει ως διατηρών γραφείο γενικού τουρισμού αξιόποινες πράξεις. Ο Α δεν αντιλήφθηκε αμέσως την απώλεια της κάρτας ανάληψης - κατάθεσης της τράπεζας ALPHA BANK νομίζοντας ότι κατά τον έλεγχο από τους αστυνομικούς όσων πραγμάτων είχαν μεταφερθεί προς έλεγχο στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών από το τουριστικό του Γραφείο είχαν μετακινηθεί ορισμένα από τα προσωπικά του αντικείμενα μεταξύ των οποίων και αυτά που ήταν στον χαρτοφύλακά του. Δεν αντέδρασε αμέσως ο άνω τουριστικός πράκτορας διότι δεν έλλειπαν οι άλλες πιστωτικές κάρτες από τον χαρτοφύλακα και τις επανατοποθέτησε προφανώς ο κατηγορούμενος μετά τις αναλήψεις στις οποίες προέβη περί ώρα 18.02 και 18.03 της 13/11/2001. Ο Α αργότερα περί τα τέλη του Νοεμβρίου 2001 χρειάσθηκε να αναλάβει χρήματα από το λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα ALPHA BANK για να εκδοθεί κάποια επιταγή και τότε ενημερώθηκε από τον υπάλληλο της Τράπεζας ότι δεν επαρκούσε το ποσό που ως υπόλοιπο υπήρχε σ' αυτόν τον λογαριασμό του. Τότε μέσω του δικηγόρου του ενημέρωσε την Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών ο Α εκφράζοντας υπόνοιες ότι από αστυνομικό της υπηρεσίας αυτής είχαν γίνει με τις κάρτες που είχε στον χαρτοφύλακά του αναλήψεις χρημάτων μέσω ΑΤΜ από τους αντίστοιχους λογαριασμούς καταθέσεών του. Παραδοχή από τον κατηγορούμενο ότι αυτός ήταν ο δράστης της παράνομης αφαίρεσης εκ μέρους του χρημάτων με την άνω μέθοδο αφαίρεσης εκ μέρους του χρημάτων με την άνω μέθοδο από τους λογαριασμούς καταθέσεων στις άνω τράπεζες με χρέωση από τους λογαριασμούς καταθέσεων στις άνω τράπεζες με χρέωση του δικαιούχου αυτών Α αποτελεί το γεγονός ότι εκ των υστέρων αφού κλήθηκε και εξετάσθηκε αυτός από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας στις 5/12/2001 ως κατηγορούμενος στα πλαίσια προανακρίσεως που ενεργήθηκε κατ' άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠοινΔ εναντίον του έγιναν προσπάθειες εκ μέρους του να επικοινωνήσει με τον Α, για να δικαιολογηθεί επικαλούμενος ότι ωθήθηκε στην πράξη του από πιεστικά οικονομικά προβλήματα του περιβάλλοντος των ατόμων με τα οποία σχετίζονταν και άλλων συγγενών του και για να ζητήσει συγνώμη, παρ' όσα μη πειστικά ανέφερε ο κατηγορούμενος στην απολογία του ότι αμέσως προσπάθησε να άρει ως συνέπειες αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς του και παρά τα όσα ανέφερε εκ των υστέρων στην από 14/2/2002 αναγνωσθείσα ένορκη βεβαίωση του ο Α ότι του έγιναν όσο απουσίαζε από το γραφείο του κλήσεις πολλές από τον κατηγορούμενο που ζητούσε να τον επισκεφθεί. Στην ίδια ένορκη βεβαίωση ανέφερε ο Α ότι του έδωσε στην αρχή ο κατηγορούμενος μια μεταχρονολογημένη επιταγή αυτή που του παρέδωσε φρόντισε ο κατηγορούμενος και κατέθεσε στον λογαριασμό του όλα τα χρήματα που είχε αναλάβει και τους νόμιμους τόκους ήτοι συνολικά 2.200.000 δραχμές στις 28/1/2002 τόκους. Διαφοροποιούμενος από τα παραπάνω, κατά την εξέταση του στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου ανέφερε ο μάρτυρας Α ότι έγιναν αναλήψεις με τη χρήση των τριών καρτών χρημάτων από τις τράπεζες και ότι το συνολικό ποσό που είχε αναληφθεί κατά τον τρόπο αυτόν από τον κατηγορούμενο από τρεις τράπεζες ήταν 2.170.000 δραχμές από τις οποίες 1.750.000 αναλήφθηκαν με χρέωση λογαριασμού καταθέσεων του στην ALPHA BANK και το ποσό των 2.170.000 δραχμών του επεστράφη από τον κατηγορούμενο με ισόποση επιταγή μεταχρονολογημένη που του παρέδωσε. Δεν θα επέστρεφε ο κατηγορούμενος, μετά την εξέταση του για την παράνομη αφαίρεση χρημάτων από τις αστυνομικές αρχές, το άνω ποσό που αντιστοιχούσε στις ανωτέρω αναλήψεις που μέσω ΑΤΜ σε διάφορα σημεία πραγματοποίησε στις 13/11/2001 σε βάρος του δικαιούχου των λογαριασμών καταθέσεων Α με τη χρήση των καρτών αναλήψεως του από το λογαριασμό καταθέσεων του τελευταίου από την ALPHA BANK όσο και από τους λογαριασμούς καταθέσεών του στην Εμπορική Τράπεζα και στην EFG EUROBANK ERGASIAS αν είχε αναλάβει μόνον κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε χρήματα το ποσό των 1.770.000 δραχμών συνολικά από τον λογαριασμό του Α στην τράπεζα ALPHA BANK ούτε αντιστοιχούν τόκοι από 400.000 δραχμές για το διάστημα από την αφαίρεση των επί μέρους ποσών που αναλήφθηκαν από την ALPHA BANK μέχρι την επιστροφή των από τον κατηγορούμενο στον Α και ειδικότερα μέχρι την 28/1/2002 που κατατέθηκαν στον πρώτο λογαριασμό καταθέσεων του δευτέρου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των ευρώ 6.456,34 ευρώ. Χαρακτήρα κλοπής είχε η αξιόποινη άνω πράξη που κατ' εξακολούθηση τέλεσε ο κατηγορούμενος με την αφαίρεση παρανόμως από την κατοχή του Α των προσωπικών του καρτών ανάληψης χρημάτων από τις τράπεζες ALPHA, ΕΜΠΟΡΙΚΗ και EUROBANK - ERGASIAS και την χρήση αυτών των καρτών και των ειδικών κωδικών αριθμών συναλλαγής που είχε σημειώσει ο Α σε λευκό φύλλο που είχε στον χαρτοφύλακα του και αντιστοιχούσαν σε κάθε κάρτα για να προβεί σε ανάληψη χρημάτων μέσω των αυτομάτων ταμειακών μηχανών και όχι απάτης ή άλλης αξιόποινης πράξης όπως υπεξαίρεσης αφού έγινε η πράξη αυτή από τον κατηγορούμενο για να αφαιρέσει από την τράπεζα με χρέωση του δικαιούχου χρήσης της πιστωτικής κάρτας και του κάθε λογαριασμού καταθέσεών του και να αποκτήσει ο ίδιος την κατοχή χρημάτων που μόνον ο δικαιούχος του λογαριασμού Α επιτρεπόταν να αναλάβει από την Τράπεζα μέσω του ΑΤΜ. Είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι χαρακτήρα υπεξαιρέσεως είχε η πράξη του αφότου ανέλαβε τις κάρτες αναλήψεως του Α από την υπηρεσία στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών όπου είχε μεταφερθεί ο χαρτοφύλακας του δικαιούχου κατά τη διάρκεια προανακριτικών πράξεων υπολαμβάνοντας εσφαλμένως ότι με την κατοχή των καρτών αυτών αναλήψεως από τον κατηγορούμενο εξυπακούοταν και η δυνατότητα κατοχής από αυτόν των χρημάτων που ήταν δυνατό να αναληφθούν με τη χρήση των μέσω ΑΤΜ από τις Τράπεζες με χρέωση των λογαριασμών που τηρούσε ο Α στις παραπάνω Τράπεζες. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά την επικέντρωση των υπονοιών των προϊσταμένων του στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ότι από αυτόν είχαν γίνει με τη χρήση των πιστωτικών καρτών που είχε αφαιρέσει από τον χαρτοφύλακα του Α των παρανόμων αναλήψεων από Α.Τ.Μ. χρημάτων από λογαριασμούς καταθέσεων του εν λόγω δικαιούχου στις τράπεζες που προαναφέρθηκαν και την ανάληψη της περαιτέρω διερεύνησης της υποθέσεως από το τμήμα ερευνών και Διώξεων της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας έγινε πέρα από τη σωματική έρευνα στον ίδιο τον κατηγορούμενο κατά την οποία βρέθηκε να έχει το ποσό των 33.000 δραχμών (βλ. αναγνωσθείσα από 5/12/2001 ώρα 14.30 έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης του Αστυνομικού Διευθυντή .....) και έρευνα στο υπ' αριθμό ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του κατηγορούμενου στη θήκη της θύρας του οδηγού του οποίου βρέθηκαν το ..... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που είχε εκδοθεί την 20/3/1989 από το Α.Τ. Αμφικλείας στο όνομα του ..... και το .... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που είχε εκδοθεί την 6/10/1979 από το Α/Τ Αμφίκλειας στο όνομα του ..... (βλ. αναγνωσθείσα από 5-12-2001 έκθεση έρευνας και κατάσχεσης σε αυτοκίνητο του Αρχιφύλακα Ε. Επίσης την ίδια ημέρα παρουσία της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Μαρία Σουκάρα έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στην ..... επί της οδού ..... από τον άνω αρχιφύλακα Ε της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων και βρέθηκε να υπάρχουν εντός αυτής της οικίας του κατηγορουμένου το χρηματικό ποσό των 180.000 δραχμών σε χαρτονομίσματα με όσα σε γυναικείο πορτοφόλι της συνοίκου του ..... καθώς και τρία δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων με αριθμό ..... που είχε εκδοθεί στο όνομα ....., το υπ' αριθμό ..... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που είχε εκδοθεί στο όνομα του ..... και το υπ' αριθμό ..... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που είχε εκδοθεί στο όνομα του ..... που ήταν σε κάποιο τσαντάκι που είχε τοποθετηθεί μέσα σε έπιπλο στο χωλ της οικίας (βλ. αναγνωσθείσα από 5/12/2001 και ώρα 18.00 συνταχθείσα έκθεση έρευνας σε οικία κατά την ημέρα παρόντος ενοίκου και κατασχέσεως του Αρχιφύλακα Ε). Από την υπηρεσία του σε προηγούμενα αστυνομικά Τμήματα όπως στο Αστυνομικό Τμήμα Τιθορέας δικαιολογήθηκε στην απολογία του στο ακροατήριο ότι είχε ο κατηγορούμενος τρία από τα παραπάνω δελτία ταυτότητος και αδιαφόρησε να επιστρέψει αλλά τα είχε κρατήσει χωρίς να προκύπτει όμως αν υπό την άνω ιδιότητά του είχαν περιέλθει στον κατηγορούμενο αυτά τα δελτία με σκοπό ιδιοποίησής των. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ενήργησε ο κατηγορούμενος με δόλο όσον αφορά τις άνω αστυνομικές ταυτότητες δηλαδή με τη γνώση ότι ενώ δεν ήταν κύριος αυτών των δελτίων τα είχε αποκρύψει με σκοπό να βλάψει τα άτομα στο όνομα των οποίων, είχε εκδοθεί καθένα από αυτά τα δελτία. Δεν υπήρξε μεταβολή που να καθιστά χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου υπό την έννοια κηρύξεως του ένοχου για πράξεις που δεν τέλεσε και είναι αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Με την αναγνωσθείσα 57856/2006 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσδιορίστηκαν σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά των επί μέρους πράξεων του ίδιου εγκλήματος της κλοπής που με ενότητα δόλου τέλεσε ο κατηγορούμενος. Διευκρινίσθηκε ότι η κλοπή κατ' εξακολούθηση για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος αφορούσε πέραν της αφαιρέσεως παράνομης με σκοπό ιδιοποιήσεως εκ μέρους αυτού 200.000 δραχμών από τον υπ' αριθμό 47979116 λογαριασμό του δικαιούχου του λογαριασμού αυτού στην Εμπορική Τράπεζα και της αφαιρέσεως 200.000 δραχμών από τον υπ' αριθμό ο ..... λογαριασμό του ιδίου δικαιούχου αυτού του λογαριασμού στην Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS και στην αφαίρεση χρημάτων και ειδικότερα ποσού 1.770.000 δραχμών από τον λογαριασμό καταθέσεων ..... του ίδιου δικαιούχου στην Τράπεζα ALPHA BANK μέσω διαφόρων μηχανημάτων αυτομάτων συναλλαγών. Η παράθεση των στοιχείων αυτών δεν μεταβάλλει την πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο. Εξ άλλου πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι συνέτρεχε λόγος απαλλαγής του από κάθε ποινή λόγω ικανοποιήσεως εντελώς του ζημιωθέντος με τη θέληση του μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμια δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που είχαν εκκαθαρισθεί και να υπάρχει σχετική δήλωση του παθόντος. Δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 370 παρ. 2 Π.Κ. όπως ισχύει εφόσον δεν κρίνεται ο κατηγορούμενος ένοχος υπεξαιρέσεως αλλά κλοπής κατ' εξακολούθηση. Ως προς την έτερη αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων. Πρέπει να κηρυχθεί αυτός αθώος διότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου σ' αυτόν. Αναγνωρίζεται τέλος υπέρ του κατηγορουμένου ότι η εκ των υστέρων εκ μέρους του επιστροφή στον παθόντα των χρημάτων που παρανόμως είχε αφαιρέσει μέσω των μηχανημάτων Α.Τ.Μ. με την χρήση των καρτών αναλήψεως κατάθεσης από τους λογαριασμούς καταθέσεων στις άνω τράπεζες του Α συνιστά συμπεριφορά ενδεικτική μεταμέλειάς του και δηλωτική της προσπάθειας του να άρει τις συνέπειες αυτής της παρανόμου πράξεως του και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με την ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2 μειωμένη ποινή". Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της κλοπής κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, της κλοπής κατ' εξακολούθηση, όπως γι' αυτήν τελικά καταδικάσθηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 και 372 παρ. 1α του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές και έτσι δε στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε παρανόμως ολικά ξένο κινητό πράγμα, από την κατοχή άλλου και συγκεκριμένα δύο κάρτες αναλήψεως χρημάτων, όπως επίσης αιτιολογείται και η πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί, τόσο την υλική υπόσταση του πράγματος, όσο και την οικονομική αξία που ενσωματώνουν αυτές. Πράγματι, η παράνομη αφαίρεση από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα των δύο καρτών αναλήψεως, όχι απλώς ως υλικών αντικειμένων, αλλά με τη δυνατότητα που παρείχαν αυτές στον κάτοχό τους, να αναλάβει, είτε από τις συγκεκριμένες Τράπεζες που τις εξέδωσαν, είτε από οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα, με τη χρήση του προσωπικού αριθμού αναγνώρισης, και μέσω του διατραπεζικού συστήματος, κάθε χρηματικό ποσό που έχει σε προσωπικό του λογαριασμό ο δικαιούχος των καρτών αυτών, στοιχειοθετεί το αδίκημα της κλοπής του άρθρου 372 του Π.Κ, για το οποίο τελικά καταδικάσθηκε, και όχι αυτό της υπεξαίρεσης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 375 του ίδιου Κώδικα, και το οποίο προϋποθέτει ο δράστης του εγκλήματος αυτού, να έχει την κατοχή του πράγματος. Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε', Δ' και Η' του Κ.Π.Δ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα, α) ότι εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του Π.Κ, β) ότι δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και γ) ότι υπερέβη με την αρνητική της μορφή την εξουσία του, για το λόγο ότι το Δικαστήριο, έπρεπε να τον κηρύξει ένοχο όχι της πράξεως της κλοπής, αλλά της υπεξαιρέσεως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ώστε να τύχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογής, η διάταξη του άρθρου 379 παρ.2 του Π.Κ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, δημιουργεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, παραπονείται ο αναιρεσείων ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, από το γεγονός ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση της ποινικής διώξεως, καθώς και εκείνες του άρθρου 6 παρ.1 και 3α της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, γιατί, ενώ ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για την πράξη της κλοπής και παραπέμφθηκε για να δικασθεί για την αφαίρεση δυο (2) καρτών αναλήψεως χρηματικών ποσών και συγκεκριμένα μιας της Εμπορικής Τράπεζας και ετέρας της Eurobank-Ergasias, αυτός καταδικάσθηκε και για την αφαίρεση τρίτης κάρτας της Τράπεζας ALPHA BANK. Όμως, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και ειδικότερα από την αντιπαραβολή του σκεπτικού με το διατακτικό τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την αφαίρεση δύο καρτών αναλήψεως χρημάτων και συγκεκριμένα: α) της με αριθμό ..... της Εμπορικής Τράπεζας και β) της υπ' αριθμό ..... της Eurobank-Ergasias. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, προέβη μέσω του συστήματος ΔΙΑΣ, με τη χρήση των ως άνω καρτών αναλήψεως, σε διαδοχικές αναλήψεις χρηματικού ποσού 1.770.000 δραχμών από τον προσωπικό λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα ALPHA BANK, ο δικαιούχος αυτού Α, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας και εντεύθεν δε στερήθηκε ο αναιρεσείων των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων.
Συνεπώς ο σχετικός από το ως άνω άρθρο τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από17-10-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 5224/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για κλοπή κατ’ εξακολούθηση (καρτών αναλήψεως από ΑΤΜ), με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) υπερβάσεως (αρνητικής) εξουσίας και δ) της απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ορθώς καταδικάσθηκε για κλοπή κατ’ εξακολούθηση (98 και 372 παρ.1 ΠΚ). Δε συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, ούτε αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το γεγονός ότι η ποινική δίωξη και η παραπομπή αφορούσε την αφαίρεση 2 καρτών αναλήψεως, ενώ η ανάληψη μέσω του συστήματος ΔΙΑΣ, από την τρίτη Τράπεζα, στην οποία ο δικαιούχος της κάρτας διατηρούσε λογαριασμό, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 2528/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2370/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2092/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 250/13.05.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιο σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
I. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1148/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και τον Χ, για να δικαστεί ως υπαίτιος απάτης από κοινού κατά συρροή που τελέστηκε από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε νομοτύπως από όλους τους κατηγορουμένους έφεση και το Συμβούλιο εφετών Αθηνών με το 2370/2007 βούλευμα, αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις και χαρακτηρίζοντας ορθά την πράξη δέχθηκε ότι επρόκειτο περί "κατ` εξακολούθηση" και όχι "κατά συρροή εγκλήματος"(βλ. βούλευμα).
III. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο Χ στις 29-11-2007 (βλ. σχετικό αποδεικτικό). Στις 5-12-2007 εμφανίσθηκε στην αρμόδια υπάλληλο του εφετείου Αθηνών ο ίδιος ο κατηγορούμενος και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 2370/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για:α)έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β)εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, γ) απόλυτη ακυρότητα και δ) υπέρβαση εξουσίας. Για τη δήλωση αυτή συντάχθηκε η με αριθμό 295/5-12-2007 έκθεση αναιρέσεως(βλ. έκθεση). Η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από διάδικο που είχε σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται για κακουργηματικό χαρακτήρα πράξεις, στην δε σχετική έκθεση εμπεριέχονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης.
IV. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 484 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αν η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους λόγους αναίρεσης, που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων και η απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 παρ. 1α', σε συνδ. με 171 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, μετά την παραπομπή του στο ακροατήριο με το 1148/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το μεν άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού την 340/18-6-2007 έφεση του, το δε με την από 17-6-2007 αίτησή του, ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., να εμφανιστεί στο Συμβούλιο κατά τη συζήτηση της εφέσεως του, για την παροχή διασαφήσεων. Παρά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών, αφού συζήτησε την έφεση στις 25-10-2007 την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με το υπ' αριθμ. 2370/2007 βούλευμά του που εκδόθηκε στις 9-11-2007. Στο βούλευμα αυτό δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικά με την από 17-6-2007 αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., που είναι διάταξη που καθορίζει την εμφάνιση, υπεράσπιση, αλλά και άσκηση δικαιώματος του κατηγορουμένου (άρθρα 171 παρ. 1, 2 δ' Κ.Π.Δ.). Και μπορεί το Συμβούλιο Εφετών την ίδια ημέρα (25-10-2007) να συζήτησε την αίτηση και την απέρριψε με το 2371/2007 βούλευμα του, που δημοσιεύθηκε επίσης την 9-11-2007, όμως η ενέργεια αυτή δεν ανατρέπει την επελθούσα ήδη απόλυτη ακυρότητα του 2370/2007 βουλεύματος, αφού κατά την δημοσίευση του, δεν υπήρχε ακόμα δικονομικά υπαρκτή απόφαση επί της αιτήσεως αυτοπρόσωπης εμφάνισης, αφού η απόφαση αυτή λήφθηκε με μεταγενέστερο βούλευμα, γεγονός που καθίσταται εμφανές από το ότι το παρεμπίπτον αυτό βούλευμα, έχει μεγαλύτερο αριθμό (2371/2007), πράγμα που σημαίνει ότι δημοσιεύθηκε μετά το επί της ουσίας βούλευμα (βλ. σχετικά και ΑΠ 1183/1983 Ποιν. Χρον. ΛΔ' 151 επ.). Θεμελιώνεται λοιπόν ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 α' Κ.Π.Δ., λόγος αναίρεσης της απόλυτης ακυρότητας του 2443/2005 βουλεύματος, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και όχι της υπερβάσεως εξουσίας που επικαλείται ο αναιρεσείων.
V. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο (ή το Δικαστήριο) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν (βλ. Ολ. ΑΠ 9/2001, ΑΠ 1285/2001, ΑΠ 100/2007).
Εξάλλου πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή. Η δε υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Βεβαίως το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην όμως πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό. 0 δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και. όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο εξ αυτών. (ΑΠ 129/2007). Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει ως ειδικό λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο Εφετών αφού κατά αυτόν, δεν λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που είχαν επισυναφθεί στην 340/18-6-2007 έφεση του και στο από 9-6-2006 υπόμνημα του (βλ. αναίρεση). Από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών. Στην πρόταση αυτή και κατά την έκθεση των αποδείξεων που λήφθηκαν υπόψη, αναφέρονται τα εξής: ".. Από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που επισυνάπτονται στη δικογραφία και με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά..."(βλ. 30 φύλλο του 2370/2007 βουλεύματος). Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, που είναι παραδεκτή προκειμένου να διακριβωθεί η βασιμότητα ή μη το λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι στην παραπάνω έφεση του αναιρεσείοντος δεν είχαν επισυναφθεί νέα έγγραφα, ενώ πράγματι ο αναιρεσείων ως κατηγορούμενος, κατέθεσε το από 9-6-2006 υπόμνημα, στο οποίο επικαλέσθηκε το περιεχόμενο σειράς εγγράφων τα οποία και είχε επισυνάψει σ' αυτό. Βασίμως λοιπόν υποστηρίζει με τον σχετικό αναιρετικό λόγο, ότι αφού στην αναφορά των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο, δεν περιλαμβάνεται και το υπόμνημα και τα έγγραφα που είχαν επισυναφθεί σ' αυτό για να στηρίξουν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του, και κατ' αυτόν τον τρόπον δεν υπάρχει βεβαιότητα περί του αν το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Πρέπει συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί και εξ' αυτού του λόγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 Δ' Κ Π Δ.
VI. Αντιθέτως αν οι παραπάνω λόγοι κριθούν για οποιοδήποτε λόγο ως αβάσιμοι οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού το Συμβούλιο, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την παραπομπή που για κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, δέχθηκε ανελέγκτως ότι: ο εκ των κατηγορουμένων Χ4, σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, διατηρούσε στο ... και επί της οδού ... κατάστημα πωλήσεως επίπλων κουζίνας με το διακριτικό τίτλο "KITCHEN STORIES by Gianni and Billy"Στην επιχείρηση αυτή εργάστηκαν ως υπάλληλοι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, στην πραγματικότητα όμως και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των μηνυτών ήταν φίλοι και στενοί συνεργάτες του Χ4. Ειδικότερα η πρώτη ήταν υπεύθυνη του τμήματος σχεδιασμού των επίπλων, ο δεύτερος Δ/ντης πωλήσεων και ο τρίτος επιπλοποιός και οι τρεις δε είχαν ηυξημένες αρμοδιότητες και εκπροσωπούσαν την επιχείρηση στις διάφορες συναλλαγές με τους πελάτες (βλ. τις από 29-11-05 και 14-12-05 καταθέσεις των μηνυτών Ψ και Ψ2). Στις 25-2-2003 η μηνύτρια Ψ επισκέφθηκε το ανωτέρω κατάστημα, όπου οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι τη διαβεβαίωσαν, ότι η επιχείρηση του Χ4 με το διακριτικό τίτλο "KITCHEN STORIES"είχε πολυετή πείρα στα έπιπλα της κουζίνας, ότι τα έπιπλα της κουζίνας που διέθετε η επιχείρηση στο αγοραστικό κοινό προερχόταν από Ιταλία και συγκεκριμένα από την εταιρεία "EUROPLAK"με την οποία συνεργαζόταν αποκλειστικά και ότι όλες οι διαφημιστικές εξαγγελίες της επιχείρησης αυτής ήταν αληθινές. Πεισθείσα δε η ως άνω μηνύτρια από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις παρήγγειλε, στις 25-2-03 τέσσερα Ιταλικής προέλευσης έπιπλα κουζίνας, συνολικής αξίας 13.000 ευρώ και διάφορα μπάνιου συνολικής αξίας 9.615 ευρώ, καταβάλλοντος σ' αυτούς, στις 25 και 26-2-03, ως προκαταβολή, το ποσό των 6.372 ευρώ για τα έπιπλα κουζίνας και 9.615 ευρώ που αντιστοιχούσαν στο τίμημα αξεσουάρ μπάνιου. Προκειμένου δε να άρουν κάθε δισταγμό της μηνύτριας, στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει και να λάβουν άμεσα το ποσό της υψηλής προκαταβολής, ο εκ των εκκαλούντων - κατηγορούμενος Χ3 την επομένη ημέρα από την επίτευξη της συμφωνίας, δηλαδή στις 26-2-03 μετέβη στην οικία της μηνύτριας και πήρε τα μέτρα για την κατασκευή των επίπλων, όπου και πάλι διαβεβαίωσε τη μηνύτρια για τη φερεγγυότητα της επιχείρησης του Χ4 και γενικά για την αλήθεια των όσων προηγουμένως είχαν ισχυρισθεί (βλ. την από 29-11-05 κατάθεση της μηνύτριας και την από 29-11-05 κατάθεση της Α).
Εξάλλου στις 12-2-03, το ίδιο κατάστημα είχε επισκεφθεί και ο μηνυτής Ψ2, προκειμένου να αγοράσει δυο κουζίνες. Και σ' αυτόν τον μηνυτή οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν τα ίδια γεγονότα, δηλαδή τον είχαν διαβεβαιώσει, ότι η επιχείρηση "KITCHEN STORIES"είχε πολυετή πείρα στα έπιπλα κουζίνας, ότι τα έπιπλα κουζίνας που διέθετε στο κοινό προέρχονταν από τον Ιταλικό οίκο "ΕΥΡΟPLAK"με τον οποίο συνεργαζόταν αποκλειστικά και ότι όλες οι δελεαστικές διαφημιστικές εξαγγελίες της επιχείρησης ήταν αληθινές. Πεισθείς δε ο μηνυτής στις ως άνω διαβεβαιώσεις παρήγγειλε δυο κουζίνες και κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των 4.460 ευρώ (βλ. την από 14-12-05 κατάθεση του μηνυτή Ψ2, καθώς και την από 31-7-03 μήνυσή του και την από 17-01-06 κατάθεση της Β). Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας, προκύπτει ότι η ως άνω επιχείρηση, για τη φερεγγυότητα της οποίας διαβεβαιώθηκαν οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, δεν είχε την κατάλληλη υποδομή και τεχνογνωσία στα έπιπλα κουζίνας και ότι η συνεργασία της επιχείρησης αυτής με την Ιταλική εταιρεία "EYROPLAK"είχε λήξει από το Φεβρουάριο του 2002 ή τουλάχιστον από το Δεκέμβριο του 2002, πράγμα το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, με αποτέλεσμα να μην εκτελεσθούν οι ανωτέρω παραγγελίες και να αποκομίσουν αυτοί(κατ-νοι) παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των 20.447 ευρώ (15.987 + 4.460 = 20.447 ευρώ) με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των μηνυτών ο μηνυτής Ψ2 στην από 14-12-05 κατάθεση του αναφέρει κατηγορηματικά, ότι ήλθε σε επαφή με το Γενικό Δ/ντή του Ιταλικού οίκου ..... ο οποίος τον πληροφόρησε, ότι είχε διακόψει τη συνεργασία του με τον Χ4 γιατί ήταν ασυνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις, η δε Β, σύζυγος του μηνυτή Ψ2, στην από 17-1-06 ένορκη κατάθεσή της αναφέρει ότι από τον Ιταλικό οίκο πληροφορήθηκε ο σύζυγός της, ότι καμία παραγγελία του μηνυτή Ψ2 ή της μηνύτριας Ψ δεν είχε διαβιβασθεί προς αυτούς για εκτέλεση. Ισχυρίζεται ακόμη ο μηνυτής Ψ2, ότι από τις 3-4-03 που έκλεισε η επιχείρηση του Χ4 εξαφανίστηκαν, μεταξύ των άλλων, η Χ2 και ο σύζυγός της Χ3. Εξάλλου οι εκπρόσωποι των εταιρειών "PROP ΑΕΒΕ" ΚΑΙ 'CLORIA / N. ΣΙΑΓ.ΚΡΗΣ ΑΕ' που συνεργαζόταν με την επιχείρηση του Χ4, διαβεβαιώνουν ότι καμία παραγγελία με το όνομα της μηνύτριας Ψ δεν δόθηκε προς αυτούς (βλ. την από 20-6-06 ένορκη κατάθεση του Γ και την από 21-6-06 κατάθεση της Δ).
Οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι αρνούνται τις κατηγορίες και ισχυρίζονται ότι ήταν απλοί υπάλληλοι που εκτελούσαν τις εντολές του Χ4ο οποίος και τους οφείλει ακόμη δεδουλευμένους μισθούς. 'Ομως, το γεγονός ότι ήταν φίλοι και συνεργάτες του Χ4, σε συνδυασμό με το γεγονός, ότι οι επίδικες παραγγελίες ουδέποτε διαβιβάστηκαν στον Ιταλικό οίκο "europlak" ή στις ελληνικές εταιρείες με τις οποίες συνεργαζόταν, ενισχύει τους ισχυρισμούς των μηνυτών, ότι και οι εν λόγω κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει των ψευδών τους ισχυρισμών προς τους μηνυτές. Άλλωστε τη διακοπή της συνεργασίας με τον Ιταλικό οίκο διαβεβαιώνει και η αδελφή του κατηγορουμένου Χ4, Ε, στην από 22-12-05 ένορκη κατάθεσή της, στην οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρει, "...πριν κλείσει η εταιρεία, στις αρχές του 2003 νομίζω είχαν έρθει εκπρόσωποι της εταιρείας από την Ιταλία ... ήθελαν να αλλάξει ο τρόπος πληρωμής .... Εμείς δεν μπορούσαμε να ανταποκριθούμε σε αυτή την απαίτηση...". Προκύπτει επίσης από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι κατά του Χ4 κλπ υποβλήθηκαν σωρεία μηνύσεων για απάτη και από άλλους παθόντες, μεταξύ των οποίων η ..., η ..., η ... και ο ... (βλ. την από 3-2-06 πιστοποιητική της εισαγγελίας πρωτ. Αθηνών και το υπ' αριθμόν πρωτ. ... έγγραφο της εισαγγελίας πρωτ. Αθηνών), πράγμα που σημαίνει ότι τα θύματα της επιχείρησης "KITCHEN STORIES" είναι πολύ περισσότερα και ενώ οι κατηγορούμενοι γνώριζαν λόγω και προηγουμένων διαμαρτυριών των πελατών τους, ότι ήταν αδύνατη η εκτέλεση περαιτέρω παραγγελιών, αυτοί εξακολουθούσαν να συναλλάσσονται με πελάτες - θύματα και να λαμβάνουν ασυνήθιστα υψηλές για το είδος των συναλλαγών, προκαταβολές.
Από τη διάταξη του άρθρ. 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει κατάσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Κατά την παρ. 3 εδ. α' του ιδίου αρθρ. 386 Π, όπως αντ. με το αρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/99, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ, (ΑΠ 5/01 Π.Χ. ΝΑ 591, ΑΠ 416/01 Π.Χ. ΝΒ το, ΑΠ 1352/00 Π.Χ. ΝΑ512, ΑΠ 329/99- Π.Χ. ΜΘ 1086). Τέλος, κατά το άρθρ. 13 εδ. στ του Π.Κ., κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελειώσει για πρώτη φορά, όχι, όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματός (ΑΠ 692/2000 Π.Χ. ΝΑ 47, ΑΠ 691/97 Π.Χ. ΜΗ 176). Υποδομή συνιστά και η επανειλημμένη συνάντηση του δράστη με τους εξαπατηθέντες, καθώς και η χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου προς ενίσχυση των ψευδών παραστάσεων, με τις οποίες διαμόρφωσε αυτός την κατάλληλη εκείνη υποδομή δια της οποίας, σε συνδυασμό με την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, είχε σκοπό να προσπορισθεί σταθερό εισόδημα (ΑΠ 1795/01 Π.Χ. ΝΒ 639). Ακόμη, κατά το αρθρ. 45 του ΠΚ, αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο 'από κοινού' νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι, πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται, είτε στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες, επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή αντίστοιχα στο βούλευμα του συμβουλίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 692/00 Π.Χ. ΝΑ 47, ΑΠ 173/95 ΠΧ ΜΕ 459). Τέλος κατά το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς, μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, είναι αδιάφορο αν ο φορέας του συνόλου αγαθό είναι το αυτό πρόσωπο και κάθε μια από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα προς τέλεση της αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Πρόκειται δε για διάταξη που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου (ΑΠ 935/03 Π.Χ. ΝΔ 219, ΑΠ 1338/05 Π.Χ. ΝΣΤ493, ΑΠ 1310/01 Π.Χ. ΝΒ 528 Μπουρόπουλου ερμ. Ποιν. Κωδ. Τομ. Α' Γενικό Μέρος σελ. 254 επ.) κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 98 παρ. 2 του Π.Κ. όπως η παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρ. 14 παρ. 1 του Ν. 2721/99 ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε η σκοπήθηκε. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα οι εκκαλούντες παραπέμπονται για το έγκλημα της απάτης από κοινού σε βαθμό κακουργήματος κατά συρροή. Από τα στοιχεία, όμως της δικογραφίας προκύπτει ότι πρόκειται για περισσότερες ομοειδής μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, διαπράχθησαν από τα ίδια πρόσωπα και κάθε μια από τις πράξεις αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος της απάτης. Πρόκειται συνεπώς για έγκλημα κατ' εξακολούθηση (αρ. 98 ΠΚ). Επιβεβλημένη, κατά συνέπεια καθίσταται η ανάγκη μεταβολής της κατηγορίας από έγκλημα κατά συρροή (94 παρ. 1 ΠΚ), σε κατ' εξακολούθηση έγκλημα (98 παρ. 1 ΠΚ), η οποία μεταβολή είναι επιτρεπτή, καθόσον πρόκειται για μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, άλλως για ακριβέστερο καθορισμό του τρόπου εκτέλεσης της πράξης με παραδοχή ελαφρυντικών περιστάσεων (ΑΠ 1722/05 Π.Χ ΝΣΤ 501, ΑΠ 1701/87 Π.Χ. ΛΗ 287, ΑΠ 358/71 ΠΧ ΚΑ 747, ΑΠ 563/67 Π.Χ. ΙΗ 157). Εξάλλου, με βάση τα ανωτέρω νομικά δεδομένα, οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού το έγκλημα της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βαθμό κακουργήματος, αφού ενήργησαν με κοινό δόλο και τέλεσαν την πράξη της απάτης επανειλημμένα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση προκύπτει σταθερή ροπή αυτών προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, πράγμα που ενισχύεται από την δημιουργία περισσοτέρων θυμάτων που παγιδεύτηκαν στα παραπλανητικά σχέδιά τους να υφαρπάσουν υψηλές και ασυνήθεις στις συναλλαγές προκαταβολές, χωρίς οι ίδιοι να εκτελέσουν τις σχετικές παραγγελίες, αφού γνώριζαν άλλωστε ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, λόγω διακοπής της συνεργασίας τους με τον Ιταλικό οίκο και το συνολικό όφελος ή η συνολική περιουσιακή βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 20.447 ευρώ Το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ ορθώς, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο, στηρίζει, εν τούτοις την παραπομπή σε αιτιολογικό λίαν ανεπαρκές και ελλιπές. Ειδικότερα, δεν εξειδικεύει τις μαρτυρικές καταθέσεις, στις οποίες το Συμβούλιο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση, ούτε τις αξιολογεί αυτές ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης ουδόλως αντικρούει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς εκ μέρους των κατηγορουμένων. Θα πρέπει, συνεπώς, το εν λόγω βούλευμα να συμπληρωθεί ως προς την αιτιολογία του σκεπτικού του. Πρέπει επίσης το προσβαλλόμενο βούλευμα να διορθωθεί ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης από απάτη κατά συρροή σε βαθμό κακουργήματος σε απάτη κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και συμπληρωθεί ως προς τούτο και το διατακτικό του εν λόγω βουλεύματος. Η διόρθωση ή συμπλήρωση του βουλεύματος ανήκει, κατ'αρχήν, στην αρμοδιότητα του συμβουλίου που το εξέδωσε, με την από σχετική κλήτευση και ακρόαση των εμφανισθέντων διαδίκων (αρ. 145 ΚΠΔ). Αν όμως ασκηθεί ένδικό μέσο κατά του βουλεύματος και εφόσον τούτο δεν απορριφθεί ως απαράδεκτο, αρμόδιο καθίσταται το επί του ενδίκου μέσου αποφαινόμενο δικαστικό συμβούλιο, όπως είναι επί εφέσεως κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημ/κων το κατ' αρθρ. 481ΚΠΔ συμβούλιο εφετών (ΑΠ1299/83 Π.Χ. ΛΔ 209, ΑΠ 696/78 Π.Χ. ΚΗ 722, ΑΠ 170/61 Π.Χ. ΙΑ 401). Επειδή τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της απάτης από κοινού, από την οποία επήλθε ζημία με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και συνήθεια (αρ. 27 παρ. 1, 45, 98 386 παρ. 1, 3 ΠΚ) και δη κατ'εξακολούθηση (98, 386 παρ. 1, 3 ΠΚ), όπως νομικά ορθότερες πρέπει να χαρακτηρισθούν οι διωκόμενες πράξεις, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής προς στήριξη κατηγορίας στο ακροατήριο και πρέπει και πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις, να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα, αφού διορθωθεί και συμπληρωθεί ως άνω.
VII. Οι παραδοχές αυτές αποτελούν την προσήκουσα και απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της από κοινού κατ'εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης, αλλά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τη συμπεριφορά αυτή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13, 45, 98 και 386 παρ. 1, 3 ΠΚ όπως ισχύουν. Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύθηκαν ορθώς και δεν παραβιάστηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Σε αντίθεση δε με τους αντίστοιχους αναιρετικούς λογούς το Συμβούλιο διέλαβε ειδική αιτιολογία, τόσον για την μορφή της συμμετοχικής δράσης του αναιρεσείοντος, όσο και για την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της παραπάνω πράξης.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να γίνει δεκτή η 295/5-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του 2370/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό ως προς τον αναιρεσείοντα για απόλυτη ακυρότητα, άλλως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παράθεση των αποδεικτικών μέσων και Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση και μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα στο ίδιο Συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων Δικαστών.
Αθήνα 7-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 295/5-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αριθμό 2370/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε, κατ' ουσία, η έφεση του κατά του υπ' αριθμό 1148/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, με τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, Χ4, Χ2, ΧΧ και Χ3, για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος, που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 περ. α, και 484 παρ. 1 του ΚΠΔ), γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 2 ΚΠΔ, αν η αίτηση αναίρεσης είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους λόγους αναίρεσης που προσδιορίζονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων και η απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 παρ. 1α', σε συνδ. με 171 παρ. 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, μετά την παραπομπή του στο ακροατήριο με το 1148/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το μεν άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού την 340/18-6-2007 έφεσή του, το δε με την από 17-6-2007 αίτηση του ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, να εμφανιστεί στο Συμβούλιο, κατά τη συζήτηση της έφεσής του, για την παροχή διασαφήσεων. Το Συμβούλιο Εφετών, αφού, συζήτησε την έφεση στις 25-10-2007 την απέρριψε ως αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, το οποίο εξέδωσε στις 9-11-2007. Στο βούλευμα αυτό δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικά με την από 17-6-2007 αίτηση του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ, που είναι διάταξη, που καθορίζει την εμφάνιση, υπεράσπιση, αλλά και την άσκηση δικαιώματος του κατηγορουμένου (άρθρα 171 παρ. 1, 2 δ' ΚΠΔ). Και είναι αληθές, ότι το Συμβούλιο Εφετών την ίδια ημέρα (25-10-2007) συζήτησε την αίτηση και την απέρριψε με το 2371/2007 βούλευμά του, που δημοσιεύτηκε επίσης την 9-11-2007, όμως η ενέργεια αυτή δεν ανατρέπει την επελθούσα ήδη απόλυτη ακυρότητα του 2370/2007 βουλεύματος, αφού, κατά τη δημοσίευσή του, δεν υπήρχε ακόμη δικονομικά υπαρκτή απόφαση επί της αιτήσεως αυτοπρόσωπης εμφάνίσης, γιατί η απόφαση αυτή λήφθηκε με μεταγενέστερο βούλευμα, γεγονός που καθίσταται εμφανές από το ότι το παρεμπίπτον αυτό βούλευμα έχει μεγαλύτερο αριθμό (2371/2007), πράγμα που σημαίνει ότι δημοσιεύτηκε μετά το επί της ουσίας βούλευμα. Θεμελιώνεται επομένως ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, της απόλυτης ακυρότητας του 2370/2007 βουλεύματος, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και όχι της υπέρβασης εξουσίας, που εσφαλμένα επικαλείται ο αναιρεσείων. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί το παραπάνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, σύμφωνα δε με το άρθρο 469 ΚΠΔ, αφού ο λόγος αναιρέσεως δεν αφορά αποκλειστικά τον αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι, αν γινόταν δεκτή η αίτηση του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, τότε θα είχαν δικαίωμα να κλητευθούν και να εμφανισθούν ενώπιον του Συμβουλίου και οι λοιποί διάδικοι, (άρθρα 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' ΚΠΔ), το αναιρετικό αποτέλεσμα επεκτείνεται και στους συγκατηγορούμενούς του, συναυτουργούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την υπ'αριθμ. 295/5-12-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ.
Αναιρεί στο σύνολό του το 2370//2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Αναιρεί βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα από τη μη εξέταση αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
Αριθμός 2529/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. X1 και 2. X2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 3777/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Ηλιάδη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιουνίου 2007 δύο αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1385/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το αρθρ. 510 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να επεκτείνεται και σους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιας ισχυρισμοί είναι και εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 ΠΔ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ ποινής, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και, επιπλέον να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση προτεινομένων κατά τα άνω άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος των κατηγορουμένων, Ελευθέριος Μοίρας, που εκπροσώπησε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής των κατηγορουμένων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση, δήλωσε ότι "η πράξη είναι ομολογημένη και ζήτησε την αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 α' και 2 δ'. Με βάση αυτά ο αυτοτελής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για την αναγνώριση των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αόριστος, γιατί δεν θεμελιώνεται επί πραγματικών περιστατικών και, επομένως, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, μάλιστα αιτιολογημένα. Παρ' όλα αυτά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής, αφού κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους κλοπής και αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, αντίστοιχα, δέχθηκε ότι "σε σχέση με την αναγνώριση στους κατηγορουμένους ελαφρυντικών, το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι α) μέχρι το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, έζησαν έντιμο βίο, ... ενόψει του ότι, όπως καταθέτουν στις προανακριτικές απολογίες τους, ... πρέπει να απορριφθεί". Ενόψει αυτών, οι αναιρεσείοντες με τις με ξεχωριστά δικόγραφα, αιτήσεις τους, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, λόγω απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (ΚΠΑ 171), διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε (όπως αναφέρεται στη σελ. 12 της αποφάσεως, 4η γραμμή από το τέλος) τις προανακριτικές απολογίες τους. Αναληθώς όμως ισχυρίζονται τα ανωτέρω οι αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή το άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω προς σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής τους, ενώ αυτό συνέβη μόνο ως προς την απορριπτική διάταξή του περί αναγνωρίσεως σε αυτούς των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, που δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες (ΚΠΔ 583 παρ.1 ), καθώς και στους δύο (2) η δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 26 Ιουνίου 2007 (αριθμ. πρωτ. 6.028 και 6.029/29-6-2007 αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 3.777/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει α) καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και β) τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια αυτοτελών ισχυρισμών. Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και να διαλάβει αιτιολογία προς απόκρουση ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά πραγματικών περιστατικών. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα για απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού μη ορισμένου, αν αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη για την απόρριψη, έγγραφο που δεν αναγνώστηκε. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 0
|
Αριθμός 2527/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, για αναίρεση της με αριθμό 62/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το Ν. 2408/4.6.1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 372 του ίδιου Κώδικα όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν συνιστούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων διότι μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη 62/2008 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού ότι από τα κατά το είδος τους σ' αυτή αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές του Φεβρουαρίου 2001 ο κατηγορούμενος συνοδευόμενος από μία κοπέλα ονόματι Α επισκέφθηκε τον Β στο κοσμηματοπωλείο, που διατηρεί στην περιοχή του ..... στην οδό ..... . Αμέσως του δήλωσε την πρόθεση του να αγοράσει μεγάλη ποσότητα κοσμημάτων, γιατί η κοπέλα, που τον συνόδευε, επρόκειτο να ανοίξει παρόμοιο κατάστημα και είχε ανάγκη από μεγάλη ποσότητα εμπορεύματος χρυσαφικών. Ο ως άνω καταστηματάρχης, αφού πήρε και θετικές πληροφορίες, για την φερεγγυότητα και την καλή πίστη του κατηγορουμένου, από τον κοινό γνωστό τους Γ, δέχτηκε την πρόταση του κατηγορουμένου και του επώλησε κοσμήματα αξίας 30.000.000 δραχμών. Για την κάλυψη του ποσού αυτού ο αγοραστής και ήδη κατηγορούμενος του παρέδωσε πέντε (5) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, η πληρωμή των οποίων θα ολοκληρωνόταν περί το τέλος Απριλίου έτους (2001). Συγχρόνως συμφωνήθηκε ότι με την ολοκλήρωση της πληρωμής των πέντε (5) επιταγών να εκδοθούν τα σχετικά τιμολόγια πωλήσεως. Εκτός των χρυσαφικών αυτών ο κατηγορούμενος παρήγγειλε και μια χρυσή αλυσίδα από τον ίδιο, διπλάσια σε μέγεθος, από αυτές που υπήρχαν στο κατάστημα, ώστε να προσαρμόζεται στο πολύ χονδρό καρπό του χεριού του, δεδομένου ότι πρόκειται για υπερβολικά παχύσαρκο άτομο, με σωματικό βάρος άνω των διακοσίων (200) κιλών. Μετά από δέκα περίπου ημέρες ο κατηγορούμενος επανήλθε στο κοσμηματοπωλείο του Β και ζήτησε την αντικατάσταση των ως άνω πέντε επιταγών με μία άλλη "χρυσή" επιταγή ποσού 30.000.000 δραχμών, με ημερομηνία λήξεως 15-2-2001, λέγοντας του ότι πώλησαν ήδη μαζί με την ανωτέρω Α κάποια εμπορεύματα και με την νέα επιταγή θα εξοφληθεί γρηγορότερα το οφειλόμενο τίμημα, από τον αρχικά συμφωνηθέντα χρόνο. Τότε ο ανωτέρω καταστηματάρχης του παρέδωσε τις πέντε επιταγές, που είχε στην κατοχή του, και παρέλαβε τη νέα επιταγή, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζε καλύτερα την απαίτηση του από την πώληση των χρυσαφικών. Συγκεκριμένα ο καταστηματάρχης έλαβε από τον κατηγορούμενο την υπ'αριθμ. ..... CITIGOLD επιταγή της τράπεζας CITIBANK ποσού 30.000.000 δραχμών, εκδόσεως Δ και Ε, σε διαταγή των ιδίων, με τόπο και ημερομηνία εκδόσεως Αθήνα, 15-2-2001, την οποία ο κατηγορούμενος του παρέδωσε πλήρως συμπληρωμένη, ως προς όλα τα στοιχεία της. Στη συνέχεια και δη: στις 15-2-2001 ο ανωτέρω καταστηματάρχης εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως, πληροφορήθηκε ότι η επιταγή αυτή είχε ανακληθεί από τον εκδότη της Δ με την από 29-5-2000 δήλωση του προς το κατάστημα της ....., για το λόγο ότι είχε κλαπεί από το αυτοκίνητο του στις 26-5-2000. Ο αρμόδιος υπάλληλος ΣΤ ειδοποίησε την Αστυνομία και επακολούθησε η σύλληψη του ως άνω καταστηματάρχη, ο οποίος αιφνιδιάστηκε από τη δυσμενή γι' αυτόν εξέλιξη της πορείας της ανωτέρω επιταγής. Δήλωσε αμέσως πλήρη άγνοια της προέλευσης αυτής και επανέλαβε ότι του την παρέδωσε ο κατηγορούμενος για την παραπάνω αιτία. 'Οπως όμως αποδείχτηκε η εν λόγω επιταγή δεν ανήκε νόμιμα στον κατηγορούμενο, ο οποίος την 26-5-2000 στο ..... την αφαίρεσε από την κατοχή του Δ. Συγκεκριμένα, αφού διέρρηξε το υπ' αριθμ. ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του τελευταίου, που το είχε σταθμεύσει στην οδό ....., αφαίρεσε από το πορτ-μπαγκάζ την τσάντα που περιείχε διάφορα προσωπικά του είδη και δη: 1) ένα μπλοκ επιταγών από 79 έως 100 σε χρέωση του ..... λογαριασμού, 2) μία εθνοκάρτα-VISA, 3) διάφορα έγγραφα της εταιρίας ELANKO HELLAS, 4) ένα κλειδί θυρίδας τραπέζης CITIBANK και 5) προσωπικά αντικείμενα αγνώστου αξίας και διάφορα έγγραφα. Όλα αυτά τα αφαίρεσε με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, πράγμα το οποίο έπραξε κατά τα ανωτέρω. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και δη, στον ..... στις 15-2-2001 κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως έκανε χρήση αυτού και δη, αφού περιήλθε στην κατοχή του το σώμα της ανωτέρω επιταγής με τον ανωτέρω τρόπο και δη δια κλοπής, προέβη σε συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων της για να καταστεί έγκυρη και να πληρωθεί με χρέωση του παραπάνω λογαριασμού των 1) Δ και 2) Ε παρά της ανωτέρω τραπέζης, τα ονόματα των οποίων αναγράφονταν ως έντυπα στο σώμα αυτής. Ειδικότερα αυτός με πρόθεση εν αγνοία των δικαιούχων της επιταγής, την συμπλήρωσε κατά τα έντυπα στοιχεία της ως προς τον τόπο, ημερομηνία εκδόσεως, ποσό και υπογραφή του εκδότου, θέτοντας ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ημερομηνία εκδόσεως την 15-2-2001 και ποσό "ολογράφως και αριθμητικώς" 30.000.000 δραχμές, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τους αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω Τράπεζας ότι ήταν έγκυρη. Δηλαδή ότι είχε εκδοθεί και συμπληρωθεί νόμιμα ως προς όλα τα στοιχεία της και ως εκ τούτου έπρεπε να πληρωθεί μέσα στην νόμιμη προθεσμία, ενώ στη συνέχεια έκανε χρήση αυτής δηλαδή της πλαστής επιταγής κατά τα προαναφερόμενα, δεδομένου ότι την παρέδωσε στον ανωτέρω Β και την ίδια ημέρα, 15-2-2001, περί ώρα 12η μετέβη στο ανωτέρω υποκατάστημα της CITIBANK και την εμφάνισε στον αρμόδιο υπάλληλο αυτής ΣΤ, που εξετάστηκε και ως μάρτυρας κατηγορίας με σκοπό να του καταβληθεί το ποσό των 30.000.000 δραχμών προς εξόφληση της. Όμως ο εν λόγω υπάλληλος αμέσως διαπίστωσε τα ανωτέρω και ότι αυτή είχε κλαπεί από τους δικαιούχους της επιταγής. Ο κατηγορούμενος με την πράξη του αυτή είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του συνολικό όφελος ισόποσο με την αξία της επιταγής με αντίστοιχη οικονομική βλάβη των ανωτέρω δικαιούχων και δη του λογαριασμού παρά του οποίου ήταν πληρωτέα και η οποία ήτοι η συνολική ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, αφού το ποσό της επιταγής ήταν 30.000.000 δραχμές, όσο και το τίμημα των αγορασθέντων με αυτήν χρυσαφικών, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ενόψει όλων αυτών δράστης των ανωτέρω πράξεων είναι ο κατηγορούμενος Χ. Επισημαίνεται ότι ο ως άνω καταστηματάρχης του χρυσοχοείου είχε παραπεμφθεί μαζί με τον ήδη κατηγορούμενο για τις ίδιες πράξεις και είχε αθωωθεί με την εκκαλουμένη απόφαση και γι' αυτό δεν εισάγεται η υπόθεση και ως προς αυτόν στο Δικαστήριο αυτό. Περαιτέρω το Δικαστήριο αναφέρεται ότι όλα τα παραπάνω αποδείχτηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ΣΤ, Ζ, Η και Θ, καθώς επίσης και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη: 1) από την εκκαλουμένη απόφαση με τα πρακτικά της, όπου περιέχονται μεταξύ άλλων οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και η απολογία του καταστηματάρχου Β, ο οποίος επιβεβαιώνει τόσο την ταυτότητα και τα λοιπά χαρακτηριστικά του κατηγορουμένου, όσον την εις βάρος του συμπεριφορά του κατηγορουμένου Χ, προσθέτοντας ότι παρόμοια συμπεριφορά είχε επιδείξει και σε άλλους κοσμηματοπώλες στο ..... . Ωσαύτως και από την πρωτόδικη κατάθεση του αυτόπτου μάρτυρος κατηγορίας Η επιβεβαιώνεται η ανωτέρω συναλλαγή του κατηγορουμένου με τον Β, αφού μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι, ήμουν στο μαγαζί εκείνη την ημέρα όταν ήλθε κάποιος Χ, αγόρασε κοσμήματα αξίας περίπου 30.000.000 δραχμών μετά από 15 ημέρες ήλθε ξανά ο Χ .... όταν αγόρασε ο Χ ήλθε και μία κοπέλα μαζί του, αυτόν που είδα εγώ ήταν ψηλός, χοντρός ... μπορεί να ήταν ο Χ και να μην τον είδα καλά ...". Ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του αρνούμενος τις εις βάρος του κατηγορίες ισχυρίζεται ότι αυτές στηρίζονται μόνο στην μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του χωρίς αυτή να ενισχύεται από κανένα άλλο στοιχείο και επομένως πρέπει να απαλλαγεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 211 ΑΚ ΠΔ. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού οι ως άνω κατηγορίες σε βάρος του κατηγορουμένου δεν αποδείχτηκαν μόνο από την απολογία - μαρτυρία του Β, αλλά κυρίως από τις ανωτέρω καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς επίσης και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κακουργηματικής πλαστογραφίας και κλοπής και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ1 αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκομένων εγκλημάτων της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της κλοπής, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 215 παρ. 3 και 372 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, όπως έχουν αντικατασταθεί, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα από τα στην αρχή του σκεπτικού αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως και για τις δύο αξιόποινες πράξεις όλα ανεξαιρέτως τα αναφερόμενα σ'αυτό αποδεικτικά μέσα, το γεγονός δε ότι εξαίρονται λόγω της βαρύτητας που τους αποδίδει το Δικαστήριο η περιεχομένη στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Η, δεν υπονοεί ότι δεν έλαβε υπόψη του τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτουν στοιχεία που να θεμελιώνουν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του τέτοιος ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας η περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης διαπιστώνεται, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος και τον εκπροσώπησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την επί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε για την περίπτωση που κηρύχθηκε ένοχος ν'αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Κ.Π.Δ., τον οποίον ανέπτυξε και προφορικά, κατέθεσε δε και εγγράφως για καταχώρηση στα πρακτικά σημείωμα του κατηγορουμένου, το οποίο ενσωματώθηκε σ' αυτά και στο οποίο εκτίθενται περιστατικά θεμελιούντα την ως άνω ελαφρυντική περίσταση συνιστάμενα ειδικότερα στο ότι ο κατηγορούμενος από το έτος 2001, όταν, μετά την απολογία του αφέθηκε ελεύθερος, με τον περιοριστικό όρο της καταβολής εγγυοδοσίας, μέχρι την συζήτηση της υπόθεσής του στο Εφετείο, ήτοι επί επτά έτη, δεν απασχόλησε τις αστυνομικές και δικαστικές για απαξιωτικές πράξεις, έστω και ήσσονος σημασίας και διαβιοί ελεύθερος με την οικογένειά του. Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντα απέρριψε το Πενταμελές Εφετείο με την παρακάτω επί λέξει αιτιολογία: "Από την ως άνω αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή στην κοινωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως αβάσιμα αυτός επικαλείται. Αντίθετα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έχει σχέση με σοβαρές αξιόποινες πράξεις και μετά τον ένδικο χρόνο, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται και από την από μηνός Μαρτίου 2003 βεβαίωση του Συλλόγου Χρυσοχόων-Ωρολογοποιών Πειραιά - Γύρω Δήμων και Νήσων. Ωσαύτως ο κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του και με τους ισχυρισμούς του προσπαθεί να συσκοτίσει την αλήθεια, παρά το γεγονός ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικό μέσα επιβεβαιώνονται πλήρως οι εις βάρος του κατηγορουμένου κατηγορίες. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Η με το παραπάνω απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού έχει την αξιούμενη από την διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Π.Κ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ενώ ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό με την ειδικότερα αιτίαση της εσφαλμένης εκτίμησης του ως άνω εγγράφου, που έλαβε υπ' όψη του Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, στην οποία ανήκει και η αξιολόγηση και εκτίμηση αποδεικτικού εγγράφου. Επειδή, ο από το άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, ιδρύεται και όταν, παρά την δικονομική απαγόρευση, που εισάγεται από το άρθρο 211 Α' Κ.Π.Δ. και κατά την οποία μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου, συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, το δικαστήριο καταλήξει σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση από μόνη την μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία συγκατηγορουμένου του, όχι δε και όταν, για τον σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του, έλαβε αυτό υπόψη του και συνεκτίμησε και όλα τα υπόλοιπα τυχόν αποδεικτικά μέσα, που αναφέρει στην απόφαση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της με αριθμό 140, 140α/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, τα οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, φέρονται ως αναγνωσθέντα, εξετάσθηκε στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου ενόρκως ο μάρτυρας Η, ο οποίος και κατέθεσε μεταξύ άλλων τα όσα στην παραπάνω σκέψη εκτίθενται ότι αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προκύπτοντα από την πρωτόδικη κατάθεσή του. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, μόνο στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Β και στη κατάθεση του μάρτυρος Ζ, που ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής του είχε τον ως άνω συγκατηγορούμενό του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 2 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.4.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 62/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Αιτιολογημένη απόρριψη αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για μη λήψη υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων. Αρκεί η στην αρχή του σκεπτικού αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. 2) Αιτιολογημένη απόρριψη ελαφρυντικού του άρθρου 82 παρ. 2ε΄ ΠΚ. 3) Δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση της κατάθεσης - απολογίας του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντα, ως και μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων που έχουν ως μοναδική πληροφόρησή τους τον συγκατηγορούμενο, όταν στηρίζει την κρίση του αυτή εκτός από την τέτοια μαρτυρική κατάθεση και απολογία και σε άλλα αποδεικτικά μέσα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2526/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Ναυρίδη και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 498-499/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Φεβρουαρίου 2008 και 1 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και στους από 26 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 299/2005.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκεινται προς κρίση οι α) από 12-12-2008 αίτηση αναίρεσης και οι από 26/9/2008 πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος Χ1 και β) 1/2/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ2 κατά της 498-499/2001 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, οι οποίες πρέπει λόγω συναφείας να συνεκδικασθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 139, 331, 333, 334 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.λ.π.) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ1 με την προσβαλλόμενη 498 - 499/2007 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, πλην όμως, το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του αμέσως και ευθέως, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και την προανακριτική κατάθεση της μάρτυρος ...., η οποία, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και από το αιτιολογικό της ίδιας απόφασης δεν προκύπτει ότι το περιεχόμενό της προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Πενταμελές Εφετείο, ώστε να θεωρηθεί, ότι αυτό απλώς διαλαμβάνεται ιστορικά. Ετσι, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α ΚΠΔ τέταρτο λόγο της αναίρεσης. Επομένως παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ως αλυσιτελών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν όψει δε του ότι ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Χ2, καταδικάσθηκε, με αυτή, για κατοχή από κοινού με τον αναιρεσείοντα Χ1 (άρθρα 128 και 131 του ΚΠΔ), ο δε λόγος που προβάλλεται με την αναίρεση, αφορά παράβαση της διαδικασίας και δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί και ως προς τον ανωτέρω συγκατηγορούμενο, το αποτέλεσμα του ως άνω ένδικου μέσου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 498-499/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και, Επεκτείνει το παραπάνω αναιρετικό αποτέλεσμα και ως προς τον κατηγορούμενο Χ2.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης η λήψη υπόψη προανακριτικής κατάθεσης μάρτυρα, η οποία δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, ούτε προέκυπτε από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Αναιρεί. Παραπέμπει. Επεκτατικό αποτέλεσμά και στον συγκατηγορούμενό του.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 2525/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτη Κουβέλη, για αναίρεση της 1095/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1143/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους, στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, και να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για τη θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του όποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ποιν. Ολ. Α.Π. 1/1996) και αναφορά αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να προκύπτει η ιδιότητα του φερομένου ως υποχρέου για παρακράτηση και απόδοση εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1095/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο πρώτος εκκαλών στον κατά το διατακτικό τόπο και χρόνο α)έχοντας νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο, προς το ταμείο που εδρεύει στο ..... ΙΚΑ Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας, δεν κατέβαλε αυτές μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, προς τον παραπάνω οργανισμό, δηλαδή εργοδότης όντας και ενώ απασχολούσε εργατικό προσωπικό εν κατέβαλε εμπρόθεσμα τις εισφορές του προς το πιο πάνω ταμείο, για το χρονικό διάστημα από ΔΧ/00 έως ΔΠ/01 που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 22.588,29 € και β)παρακράτησε ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω οργανισμό και δεν τις κατέβαλε μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, δηλαδή από το εργατικό προσωπικό που απασχολείται σ' αυτόν ως εισφορά για το πιο πάνω ταμείο δραχμές 13.762,36 € και για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, χωρίς να τις αποδώσει σ' αυτό.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων του αυτών". Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν προσδιορίζεται ειδικώς το είδος της επιχείρησης (νομική μορφή αυτής) αν πρόκειται δηλαδή για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και συνακόλουθα και η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγους αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρ. 519 ΚΠΔ)).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 1095/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεκτή η αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα του υπόχρεου, αν δηλαδή αυτός ασκεί ατομική επιχείρηση ή συμμετέχει σε εταιρική τοιαύτη. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 2
|
Αριθμός 2522/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Μαύρο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2576/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Ιανουαρίου 2008 και 17 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις τους, αντίστοιχα, αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 219/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 256/14.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' αρθρ. 485 &1 ΚΠΔ τις με αριθμ. 10/17-1-2008 και 14/18-1-2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του με αριθμ. 2576/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτονται κατ ουσία οι με αριθμ. 275 και 274/2007 εφέσεις τους κατά του με αριθμ. 911/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για απάτη κατά συναυτουργία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους κατηγορούμενους με δηλώσεις τους προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 εδ. ε και δ ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση ότι:
Το προσβαλλόμενο βούλευμα α. εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 386 &1-3α ΠΚ και τον παρέπεμψε για να δικαστεί για την κακουργηματική πράξη της απάτης η οποία δεν στοιχειοθετείται γιατί λείπει το στοιχείο της παράστασης ψευδών γεγονότων και β ότι δεν περιέχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία διότι δεν περιέχει περιστατικά και συλλογισμούς από τους οποίους να προκύπτει η κρισιολογία ως προς το ότι προέκυψαν κατά του αναιρεσείοντα επαρκείς ενδείξεις ούτε προκύπτει ότι έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών.". Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ 1913/2000, ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003 ΑΠ 190/2005).
Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά των κατηγορουμένων, ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική απάτη συνισταμένη στο ότι οι κατηγορούμενοι ασχολούμενοι με την εμπορία ΤΑΞΙ συμφώνησαν με τον εγκαλούντα προφορικά και οι δύο και στην συνέχεια εγγράφως ο Χ2 να του πουλήσουν ένα αυτοκίνητο ΤΑΞΙ μάρκας ΤΟΥΟΤΑ ΑΒΕΝΣΙΣ-Κορώνα το οποίο το είχαν στην διάθεση τους αντί του ποσού των 76.215 ευρώ. Ο εγκαλών με βάση την συμφωνία τους κατέβαλλε ως προκαταβολή το ποσό των 1000 ευρώ και στην συνέχεια το ποσό των 32.000 ευρώ πλην οι αναιρεσείοντες δεν παρέδωσαν σ' αυτόν το συμφωνηθέν αυτοκίνητο γιατί τέτοιο αυτοκίνητο δεν είχαν στην διάθεση τους ποτέ, από δε τα χρήματα που ο εγκαλών τους κατέβαλλε για την πώληση του αυτοκινήτου του επέστρεψαν μόνο το ποσό των 1000 ευρώ ιδιοποιηθέντες το υπόλοιπο ποσό το οποίο αρνήθηκαν να του το επιστρέψουν . και ότι την πράξη της απάτης την διαπράττουν κατ' επάγγελμα και συνήθεια γιατί τον μεν έχουν διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή και προς πορισμό σταθερού οφέλους το δε με τον ίδιο τρόπο έχουν εξαπατήσει και άλλους ενδιαφερόμενους για αγορά τέτοιων αυτοκινήτων. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 παρ. 1β, 2, 45 και 372 παρ. 1β Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων των αναιρεσειόντων.
Δια ταύτα Προτείνω Α. Να απορριφθούν οι με αριθμ. 10/17-1-2008 και 14/18-1-2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του με αριθμ. 2576/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα
Αθήνα την 15-4-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκεινται προς συνεκδίκαση οι από 17/1/2008 και 18/1/2008 πανομοιότυπες αιτήσεις, του Χ2 και Χ1 αντιστοίχως, για αναίρεση του 2576/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν να δικασθούν για κακούργημα που φέρονται ότι τέλεσαν από κοινού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από την άνω διάταξη επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του Κ.Ποιν.Δ. συντρέχει όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στην ανάκριση μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Οι κατηγορούμενοι διατηρούσαν επιχείρηση εμπορίας ταξί στην ..., στην οδό ..., η οποία λειτουργούσε στο όνομα του δεύτερου από αυτούς. Στις αρχές Φεβρουαρίου 2005, ο εγκαλών Ψ, έχοντας αποφασίσει να αγοράσει ταξί απευθύνθηκε στους κατηγορουμένους - εκκαλούντες. Οι τελευταίοι με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι έχουν τη δυνατότητα να του πουλήσουν το 50% της κυριότητας ενός καινούργιου οχήματος ταξί, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ (Avensis), το οποίο ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του πρώτου από αυτούς, Χ3, ενώ η αλήθεια ήταν ότι δεν είχαν κανένα ταξί στην κυριότητά τους, ούτε είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν για λογαριασμό του εγκαλούντος τέτοιο όχημα ταξί. Ο εγκαλών, πεισθείς από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις και των δύο κατηγορουμένων - εκκαλούντων αποφάσισε την αγορά του ταξί κατά τους άνω όρους. Με το από 9/2/2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ του εγκαλούντος και του Χ2, συμφωνήθηκε η κατάρτιση της πώλησης. Ειδικότερα στο ανωτέρω συμφωνητικό ρητά αναγράφηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: α) ότι ο Χ2 έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα καινούργιο αυτοκίνητο ταξί ΤΟΥΟΤΑ Avensis, β) ότι αναλαμβάνει να μεταβιβάσει στον εγκαλούντα Ψ το 50% της κυριότητας του ανωτέρω αυτοκινήτου, έναντι του τιμήματος των 76.215 ευρώ, από το οποίο ο αγοραστής κατέβαλε το ποσό των 1.000 ευρώ ως αρραβώνα, το ποσό των 32.000 ευρώ θα καταβάλει κατά την ημέρα υπογραφής, του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, και το υπόλοιπο των 43.215 ευρώ σε 60 μηνιαίες δόσεις των 789 ευρώ η καθεμιά. Ο εγκαλών, σε εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνηθέντων κατέβαλε το ποσό των 1.000 κατά την υπογραφή του συμφωνητικού και το ποσό των 32.000 ευρώ με μερικότερες καταβολές, έναντι της εξόφλησης του τιμήματος της αγοράς του ταξί. Οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες, παρότι έλαβαν το προαναφερόμενο ποσό των 33.000 ευρώ, όπως και οι ίδιοι, ομολόγησαν κατά την απολογία τους ενώπιον του Ανακριτή, δεν μεταβίβασαν στον εγκαλούντα το παραπάνω ούτε άλλο όχημα ταξί αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχαν στην κυριότητά τους κανένα ταξί. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του εγκαλούντος, του επέστρεψαν μόνο το ποσό των 1.000 ευρώ, αρνούμενοι να του αποδώσουν το υπόλοιπο ποσό των 32.000 ευρώ. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι προέβησαν στην απατηλή αυτή συμπεριφορά με σκοπό να καρπωθούν παράνομα το ποσό της προκαταβολής των 32.000 ευρώ, προξενώντας με αυτόν τον τρόπο ισόποση ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος. Την ανωτέρω πράξη της απάτης οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον με την ίδια μέθοδο εξαπάτησαν και άλλους ανυποψίαστους πελάτες, που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ταξί, όπως την Α, από την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος απέσπασε το ποσό των 34.625.000 (101.614 ευρώ), πράξη για την οποία έχει ήδη παραπεμφθεί ενώπιον το Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με το υπ' αριθμόν 2168/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον Β, ο οποίος εξεταζόμενος ενόρκως κατέθεσε ότι για την σε βάρος του τελεσθείσα απάτη, ο πρώτος κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε κάθειρξη έξι ετών, αλλά και τους ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., όπως κατέθεσε ο εγκαλών, χωρίς οι κατηγορούμενοι εκκαλούντες να ισχυριστούν ή αποδείξουν το αντίθετο. Από την κατά τα ανωτέρω επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης συνάγεται ότι οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες τέλεσαν την πράξη κατ' επάγγελμα, με σκοπό πορισμό εισοδήματος, αλλά και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι μόνον ο δεύτερος εξ αυτών (Χ1) συμφώνησε με τον εγκαλούντα να του μεταβιβάσει το 50% του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..... ΔΧΕ αυτοκινήτου ταξί, μάρκας SCODA, με την άδεια κυκλοφορίας του, την πώληση του οποίου είχε αναθέσει στην επιχείρησή τους ο ιδιοκτήτης του Γ, με το από 7/2/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, πλην όμως η μεταβίβαση του παραπάνω αυτοκινήτου στον εγκαλούντα ματαιώθηκε από υπαιτιότητα του ίδιου, καθόσον δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα την προκαταβολή των 33.000 ευρώ
δεν κρίνονται πειστικοί, καθόσον από το προαναφερόμενο συμφωνητικό, το οποίο υπογράφεται από το Χ2, καθώς και την από 9/2/2005 απόδειξη καταβολής από τον εγκαλούντα προς το Χ2, ποσού 13,215 ευρώ, προκύπτει ότι ο Χ2 ανέλαβε εγγράφως να μεταβιβάσει στον εγκαλούντα το 50% της κυριότητας ενός καινούργιου αυτοκινήτου ταξί με την άδειά του, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ Avensis, όπως προφορικά είχε συμφωνηθεί μεταξύ Χ2 και Χ1 αφενός και εγκαλούντος αφετέρου. Κατόπιν αυτών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για την τέλεση της αποδιδόμενης σε αυτούς αξιόποινης πράξης της απάτης από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία του παθόντος που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και πρέπει να παραπεμφθούν προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης στο αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστήριο, και δη το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα, τελεσθείσα με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του δράστη που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε τις από αυτούς ασκηθείσες, κατά του αριθμ. 911/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εφέσεις των ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 1, 39 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πορέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 386 § 1 και 3 και 4-5 του Π.Κ., στις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνει α) για τη θεμελίωση του στοιχείου "της ψευδούς παράβασης γεγονότος", την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι έχουν την δυνατότητα να του πουλήσουν το 50% της κυριότητας ενός καινούργιου οχήματος ταξί, νομής και κυριότητας του πρώτου από αυτούς, Χ2, και ήδη αναιρεσείοντος της από 17/1/2008 αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ η αλήθεια ήταν ότι δεν είχαν κανένα ταξί στη κυριότητά τους, ούτε είχαν την δυνατότητα να αγοράσουν για λογαριασμό του εγκαλούντος "τέτοιο όχημα", αφού από την παραδοχή αυτή προκύπτει ότι η υπόσχεση μεταβίβασης του παραπάνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου συνοδευόταν από την περαιτέρω ψευδή διαβεβαίωση του ψευδούς περιστατικού που ανάγεται στο παρόν ότι ήταν κύριος ο εξ αυτών Χ2, η οποία και δημιούργησε στον εγκαλούντα την εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης, β) ότι ο εγκαλών πεισθείς στην ψευδή διαβεβαίωση προέβη στην κατάρτιση πώλησης με τον εξ αυτών Χ2. Επίσης προσδιορίζεται σ'αυτό η ζημία του εγκαλούντος και ο κοινός δόλος των αναιρεσειόντων, ενώ αιτιολογείται πλήρως η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, η οποία προσδίδει σ'αυτήν την κακουργηματική της μορφή, με την αναφορά συγκερκιμένων προσώπων σε βάρος των οποίων οι κατηγορούμενοι διέπραξαν, με τον ίδιο μάλιστα τρόπο κακουργηματικές απάτες. Περαιτέρω από την στην αρχή του αιτιολογικού αναφορά όλων των κατά το είδος τους μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από την αναφορά στους μάρτυρες που εξετάσθηκαν κατά την "κύρια ανάκριση, τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν, τις απολογίες των εκκαλούντων και γενικά τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελλο της δικογραφίας έστω και αν αυτά δεν μνημονεύονται ρητά και ειδικά" αλλά και την επί πλέον αναφορά σε άλλο σημείο του κειμένου του σκεπτικού ειδικά προσδιοριζομένων αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο για το σχηματισμό της παραπεμπτιτικής του κρίσης έλαβε υπόψη του όλα τα υπάρχοντα στο φάκελλο της δικογραφίας αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά. Άλλωστε ο αναιρεσείων δεν επιακλείται ποιο συγκερκιμένο αποδεικτικό μέσο δεν έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο. Συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθούν οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β και ε λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζουν τ' αντίθετα.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/1/2008 αίτηση του Χ2 και β) την από 18/1/2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμό 2576/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη παραπομπή για απάτη σε βαθμό κακουργήματος λόγω της κατ’ επάγγελμα τέλεσής του, προκύπτουσα από την επανειλημμένη τέλεση απάτης σε βάρος άλλων κατονομαζομένων προσώπων. Συνιστά απάτη και η διαβεβαίωση του κατηγορουμένου ότι θα τηρήσει ανειλημμένη με σύμβαση υποχρέωσή του, όταν αυτή συνοδεύεται ταυτόχρονα με παράσταση άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν και στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης από τον δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και ε΄ λόγοι αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 2516/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 149/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 428/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 262/19.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την αριθμ. 42/29-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο αυτοπροσώπως και στρέφεται κατά του αριθμ. 149/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 2815/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συρροή, κατ' επάγγελμα, με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του δράστη που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 13 εδ. στ, 94 παρ. 2, 386 παρ. 1-3α-β Π.Κ.). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεώς του αυτής εξεδόθη το αριθμ. 149/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς, και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 16-2-2008 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 Κ.Ποιν.Δ., στη συνέχεια δε επιδόθηκε την 21-2-2008 και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Αθανάσιο Κανελλόπουλο, η δε αίτηση ασκήθηκε την 29-2-2008 ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών ..., συνετάγη δε από εκείνη, η αριθμ. ... έκθεση, στην οποία διατυπώνονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από την άνω διάταξη επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ (Α.Π. 1023/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (βλ. Α.Π. 625/2005 ΠΧ, ΝΣΤ, 21, Α.Π. 382/2006 ΠΧ, ΝΣΤ, 898, Α.Π. 573/2003 ΠΧ, ΝΔ, 123, Α.Π. 1975/2001 ΠΧ, ΝΒ, 639, Α.Π. 692/2000 ΠΧ, ΝΑ, 47 κ.λ.π.).
Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά (Α.Π. 1073/2006, Α.Π. 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ, 536, Α.Π. 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ, 244). Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ., ΝΓ, 638, Α.Π. 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ, 978, Α.Π. 348/1996 σε Συμβούλιο Π.Χρ., ΜΖ, 33). Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του Κ.Ποιν.Δ. συντρέχει όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
Κατά το έτος 2004 ο εκκαλών Χ διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων στην οδό ... στην ... . Στις 8-12-2004 επισκέφθηκαν την επιχείρηση του ανωτέρω οι Α και Β, οι οποίοι επιθυμούσαν να προβούν στην από κοινού αγορά άδειας ταξί καθώς και καινούργιου οχήματος προορισμένου να χρησιμοποιηθεί ως ταξί. Ο εκκαλών τους διαβεβαίωσε ότι είχε ήδη στα χέρια του από κάποιον τρίτο, δυναμένη άμεσα να μεταβιβασθεί εις αυτούς, μία ολόκληρη (100%) άδεια ταξί. Την άδεια αυτή, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, ηδύνατο να τους μεταβιβάσει εντός οκτώ εργασίμων ημερών. Εντός δε του χρονικού αυτού διαστήματος, ηδύνατο επίσης να τους μεταβιβάσει και το προορισμένο να χρησιμοποιηθεί ως ταξί, καινούργιο όχημα. Οι Α και Β, πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις του εκκαλούντος και δέχτηκαν να καταρτίσουν με τον τελευταίο το από 8-12-2004 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, εις το οποίο ο εκκαλών ρητά ανέφερε ότι είχε στην πλήρη αυτού κυριότητα, νομή και κατοχή μία ολόκληρη (κατά 100%) άδεια ταξί και ένα καινούργιο αυτοκίνητο όχημα μάρκας TOYOTA, τα οποία πωλούσε κατά την ημεροχρονολογία καταρτίσεως του συμφωνητικού (8-12-2004), στους Α και Βαντί τιμήματος 144.000,00 ευρώ. Οι αγοραστές, κατέβαλαν στον πωλητή χρηματικό ποσό 4.000,00 ευρώ κατά την ημέρα καταρτίσεως του εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού ως αρραβώνα, το δε υπόλοιπο ποσό των 140.000,00 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την ημέρα καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου, η οποία δεν προσδιορίστηκε στο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, πλην όμως ο εκκαλών διαβεβαίωσε τους αγοραστές ότι η παράδοση της άδειας και του οχήματος θα γινόταν εντός οκτώ εργασίμων ημερών και δη μέχρι τις 20-12-2004. Στις 9-12-2004 οι αγοραστές κατέβαλαν στον εκκαλούντα το υπόλοιπο του τιμήματος της πωλήσεως, το οποίο ανερχόταν σε 140.000,00 ευρώ, με την ..... τραπεζική επιταγή της Τραπέζης ALPHA BANK, ποσού 40.000,00 ευρώ, εκδόσεως της εν λόγω Τραπέζης εις διαταγήν Γ, της οποίας είχαν γίνει νόμιμοι εξ οπισθογραφήσεως κομιστές και η οποία εισπράχθηκε από τον εκκαλούντα στις 11-12-2004, με μετρητά 60.000,00 ευρώ και με την παράδοση στον εκκαλούντα του ..... Φ.Δ.Χ. του Α, προκειμένου αυτός (εκκαλών) να το εκθέσει στην επιχείρηση του, να το πωλήσει και να εισπράξει για λογαριασμό του το τίμημα της πωλήσεως, η αξία δε του αυτοκινήτου αυτού καθορίστηκε στο ποσό των 40.000,00 ευρώ, ανέμεναν δε την εις αυτούς παράδοση της αδείας και του οχήματος με τη σύγχρονη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου. Παρήλθε όμως η 20η-12ου-2004 και η παράδοση δεν έλαβε χώρα, ο δε εκκαλών προέβαλε διάφορες δικαιολογίες στις εύλογες διαμαρτυρίες των αγοραστών, προκειμένου δε να τους καθησυχάσει τους παρέδωσε για προσωρινή χρήση ένα μεταχειρισμένο όχημα ταξί, το οποίο είχε μισθώσει ο ίδιος από τρίτο, προκειμένου να το εκμεταλλευτούν μέχρι να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο και να τους παραδώσει την άδεια και το καινούργιο όχημα κατά τα συμφωνηθέντα, ενώ συγχρόνως τους διαβεβαίωνε ότι τόσον η άδεια όσο και το καινούργιο όχημα βρίσκονταν στα χέρια του και επρόκειτο να μεταβιβασθούν εις αυτούς. Παρήλθε όμως και άλλο χρονικό διάστημα και η μεταβίβαση δεν ελάμβανε χώρα και περί τα τέλη του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2005, ο εκκαλών ανέφερε για πρώτη φορά στους αγοραστές ότι δεν είχε στα χέρια του την άδεια, παρά τις μέχρι τότε περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του και ότι η παράδοση θα γινόταν μία εβδομάδα προ ή μετά το Πάσχα του 2005. Στις 12-5-2005 ο εκκαλών επικοινώνησε για τελευταία φορά με τους αγοραστές και τους ζήτησε να του επιστρέψουν το ταξί που τους είχε παραδώσει προς εκμετάλλευση, έκτοτε δε, δεν επικοινώνησε με αυτούς και δεν καταρτίσθηκε το οριστικό συμβόλαιο, ούτε και μεταβιβάστηκαν η άδεια και το όχημα. Οι δε αγοραστές αναζήτησαν οι ίδιοι τον ιδιοκτήτη του μεταχειρισμένου ταξί το οποίο τους είχε παραχωρηθεί προς εκμετάλλευση και το επέστρεψαν εις αυτόν, ενώ ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν τους επέστρεψε ποτέ το χρηματικό ποσό των 104.000,00 ευρώ το οποίο είχε εισπράξει από αυτούς. Ο δε Α εν τέλει, παρέλαβε αυτογνωμόνως από τη μάντρα του εκκαλούντος το φορτηγό του: Τα παραπάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προκύπτουν από τα διαλαμβανόμενα στην έγκληση των Α και Β πραγματικά περιστατικά, τις ανωμοτί καταθέσεις τούτων ως πολιτικώς εναγόντων, την κατάθεση του μάρτυρος Δ και τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τους αγοραστές να τους πωλήσει μία άδεια ταξί που ανήκε στον Ε και όχι στον ίδιο, αντί τιμήματος 124.000,00 ευρώ καθώς και ένα καινούργιο όχημα αντί τιμήματος 22.000,00 ευρώ. Ότι στις 9-12-2004 στα γραφεία της επιχειρήσεως του, παρουσία του Ε οι αγοραστές πράγματι του παρέδωσαν την ως άνω τραπεζική επιταγή, το ποσό των 60.000,00 ευρώ και το φορτηγό και συμφώνησαν να πραγματοποιηθεί η αγοραπωλησία του οχήματος και της αδείας, μετά την πώληση του φορτηγού, δεδομένου ότι ο ιδιοκτήτης της αδείας Ε αλλά και η αντιπροσωπεία της TOYOTA απαιτούσαν την καταβολή σε μετρητά του τιμήματος που αντιστοιχούσε στην άδεια και στο όχημα. Εν τω μεταξύ το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει από τους αγοραστές (40.000 ευρώ με την τραπεζική επιταγή και 60.000 ευρώ σε μετρητά), ο εκκαλών κατέβαλε στον Ε. Ο τελευταίος κατόπιν υπαναχώρησε και απαιτούσε επί πλέον τίμημα 30.000,00 ευρώ αρχικά και 40.000,00 ευρώ αργότερα, για την πώληση της αδείας, ενώ δεν επέστρεφε και το ποσό των 100.000,00 ευρώ, που είχε σύμφωνα με τα προλεχθέντα εισπράξει, ισχυριζόμενος ότι το είχε δαπανήσει για λόγους υγείας. Ο δε κατηγορούμενος δεν ηδύνατο να επιστρέψει ο ίδιος στους αγοραστές το ποσό αυτό και τους ζήτησε να αναμένουν μέχρις ότου πωλήσει ο Ε την άδεια ταξί που κατείχε και του επιστρέψει το ποσό των 100.000,00 ευρώ. Εν τω μεταξύ δε συμφώνησαν να τους παραδώσει και τους παρέδωσε πράγματι προς εκμετάλλευση, χωρίς μίσθωμα, ένα ταξί που ο ίδιος κατείχε. Παρά ταύτα όμως δεν κατόρθωσε να τους επιστρέψει το ποσό των 100.000,00 ευρώ, δεδομένου ότι ο ίδιος, ουδέποτε εισέπραξε τούτο από τον Ε. Επί τη βάσει δε των περιστατικών αυτών ο εκκαλών διατείνεται ότι δεν τέλεσε σε βάρος των αγοραστών το έγκλημα της απάτης, αλλά πρόκειται περί διαφοράς αστικής φύσεως. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του εκκαλούντος δεν έχουν αληθοφάνεια. Στο από 14-3-2007 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και των εγκαλούντων, ο κατηγορούμενος ιστορεί τα πραγματικά περιστατικά ως ανωτέρω εκτίθενται και όχι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο απολογητικό του υπόμνημα και αποδέχεται ότι δήλωσε στους εγκαλούντες ότι είχε διαθέσιμη προς πώληση μία ολόκληρη άδεια ταξί, και ότι εισέπραξε το παραπάνω ποσό ο ίδιος και ότι οφείλει αυτό. Ήδη με το συμφωνητικό αυτό ο εκκαλών κατέβαλε στους εγκαλούντες χρηματικό ποσό 35.000,00 ευρώ, σε μερική εξόφληση της οφειλής του αυτής, λίγες ημέρες προ της απολογίας του και ενώ είχε κληθεί ήδη προς απολογία για τις 9-3-2007 και ζήτησε προθεσμία για τις 15-3-2007 και εν συνεχεία για τις 20-3-2007. Αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε και ΣΤ, οι οποίοι κατείχαν από κοινού και δη κατά ποσοστό 50% έκαστος την άδεια του ..... Ταξί, συνάγεται ότι ο Ε δεν είχε στην κυριότητα του κατά ποσοστό 100% άδεια ταξί, αλλά κατά ποσοστό 50% και επομένως δεν ήτο δυνατόν να εισπράξει χρήματα για ολόκληρη άδεια ταξί, εφόσον δεν διέθετε τοιαύτη. Ο δε έτερος συνιδιοκτήτης ΣΤ δεν γνωρίζει ούτε και ήλθε σε οιαδήποτε επαφή με τους εγκαλούντες εντός της μάντρας του κατηγορουμένου ή οπουδήποτε αλλού, προκειμένου να πωλήσει σε αυτούς το μερίδιό του επί της αδείας του .....Ταξί. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών αξιολογώντας τα γεγονότα δέχεται ότι η συνολική ζημιά από την πράξη της απάτης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ότι η πράξη αυτή έγινε κατ' επάγγελμα δεδομένου ότι τελέστηκε βάσει σχεδίου, προς πορισμό σημαντικού εισοδήματος και καταδεικνύει ότι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων έχει διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης με σκοπό πάντοτε τον πορισμό εισοδήματος. Ακόμα δέχεται ότι όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των εγκαλούντων και του Ζ ο εκκαλών έχει εξαπατήσει με τον ίδιο τρόπο και άλλους υποψήφιους αγοραστές μεταξύ των οποίων και τον Ζ από τον οποίο απέσπασε χρηματικό ποσό 145.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συρροή, κατ' επάγγελμα, με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του δράστη που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά τον αριθμ. 2815/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς αναφέρει τα ψευδή γεγονότα, τα οποία εν γνώσει της αναληθείας των παρέστησε ο αναιρεσείων στους Α και Β, ότι δηλαδή είχε στα χέρια του, από κάποιον τρίτο, μία ολόκληρη (100%) άδεια ταξί, που μπορούσε άμεσα να μεταβιβαστεί, εντός οκτώ εργασίμων ημερών μαζί με ένα καινούργιο αυτοκίνητο - ταξί, προσδιορίζει τη ζημία και αιτιολογεί το δόλο του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Περαιτέρω αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της προαναφερομένης αξιόποινης πράξεως, αφού το βούλευμα δέχεται επανειλημμένη τέλεση αυτής αλλά και ότι αυτή τελέστηκε βάσει σχεδίου, προς πορισμό σημαντικού εισοδήματος, που καταδεικνύει ότι ο εκκαλών είχε διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης με σκοπό πάντοτε τον πορισμό εισοδήματος. Τέλος είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι το συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, αφού στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία επιτρεπτά αναφέρθηκε, προσδιορίζονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, άλλωστε ούτε ο ίδιος δεν επικαλείται κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που δεν έλαβε υπόψη του το συμβούλιο. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 42/29-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χκατά του υπ' αριθμ. 149/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 5-5-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από την άνω διάταξη επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του Κ.Ποιν.Δ. συντρέχει όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά το έτος 2004 ο εκκαλών Χ διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων στην οδό ... στην ... . Στις 8-12-2004 επισκέφθηκαν την επιχείρηση του ανωτέρω οι Α και Β, οι οποίοι επιθυμούσαν να προβούν στην από κοινού αγορά άδειας ταξί καθώς και καινούργιου οχήματος προορισμένου να χρησιμοποιηθεί ως ταξί. Ο εκκαλών τους διαβεβαίωσε ότι είχε ήδη στα χέρια του από κάποιον τρίτο, δυναμένη άμεσα να μεταβιβασθεί εις αυτούς, μία ολόκληρη (100%) άδεια ταξί. Την άδεια αυτή, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, ηδύνατο να τους μεταβιβάσει εντός οκτώ εργασίμων ημερών. Εντός δε του χρονικού αυτού διαστήματος, ηδύνατο επίσης να τους μεταβιβάσει και το προορισμένο να χρησιμοποιηθεί ως ταξί, καινούργιο όχημα. Οι Α και Β, πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις του εκκαλούντος και δέχτηκαν να καταρτίσουν με τον τελευταίο το από 8-12-2004 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, εις το οποίο ο εκκαλών ρητά ανέφερε ότι είχε στην πλήρη αυτού κυριότητα, νομή και κατοχή μία ολόκληρη (κατά 100%) άδεια ταξί και ένα καινούργιο αυτοκίνητο όχημα μάρκας TOYOTA, τα οποία πωλούσε κατά την ημεροχρονολογία καταρτίσεως του συμφωνητικού (8-12-2004), στους Α και Β αντί τιμήματος 144.000,00 ευρώ. Οι αγοραστές, κατέβαλαν στον πωλητή χρηματικό ποσό 4.000,00 ευρώ κατά την ημέρα καταρτίσεως του εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού ως αρραβώνα, το δε υπόλοιπο ποσό των 140.000,00 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την ημέρα καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου, η οποία δεν προσδιορίστηκε στο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, πλην όμως ο εκκαλών διαβεβαίωσε τους αγοραστές ότι η παράδοση της άδειας και του οχήματος θα γινόταν εντός οκτώ εργασίμων ημερών και δη μέχρι τις 20-12-2004. Στις 9-12-2004 οι αγοραστές κατέβαλαν στον εκκαλούντα το υπόλοιπο του τιμήματος της πωλήσεως, το οποίο ανερχόταν σε 140.000,00 ευρώ, με την ..... τραπεζική επιταγή της Τραπέζης ALPHA BANK, ποσού 40.000,00 ευρώ, εκδόσεως της εν λόγω Τραπέζης εις διαταγήν Γ, της οποίας είχαν γίνει νόμιμοι εξ οπισθογραφήσεως κομιστές και η οποία εισπράχθηκε από τον εκκαλούντα στις 11-12-2004, με μετρητά 60.000,00 ευρώ και με την παράδοση στον εκκαλούντα του ..... Φ.Δ.Χ. του Α, προκειμένου αυτός (εκκαλών) να το εκθέσει στην επιχείρηση του, να το πωλήσει και να εισπράξει για λογαριασμό του το τίμημα της πωλήσεως, η αξία δε του αυτοκινήτου αυτού καθορίστηκε στο ποσό των 40.000,00 ευρώ, ανέμεναν δε την εις αυτούς παράδοση της αδείας και του οχήματος με τη σύγχρονη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου. Παρήλθε όμως η 20η-12ου-2004 και η παράδοση δεν έλαβε χώρα, ο δε εκκαλών προέβαλε διάφορες δικαιολογίες στις εύλογες διαμαρτυρίες των αγοραστών, προκειμένου δε να τους καθησυχάσει τους παρέδωσε για προσωρινή χρήση ένα μεταχειρισμένο όχημα ταξί, το οποίο είχε μισθώσει ο ίδιος από τρίτο, προκειμένου να το εκμεταλλευτούν μέχρι να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο και να τους παραδώσει την άδεια και το καινούργιο όχημα κατά τα συμφωνηθέντα, ενώ συγχρόνως τους διαβεβαίωνε ότι τόσον η άδεια όσο και το καινούργιο όχημα βρίσκονταν στα χέρια του και επρόκειτο να μεταβιβασθούν εις αυτούς. Παρήλθε όμως και άλλο χρονικό διάστημα και η μεταβίβαση δεν ελάμβανε χώρα και περί τα τέλη του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2005, ο εκκαλών ανέφερε για πρώτη φορά στους αγοραστές ότι δεν είχε στα χέρια του την άδεια, παρά τις μέχρι τότε περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του και ότι η παράδοση θα γινόταν μία εβδομάδα προ ή μετά το Πάσχα του 2005. Στις 12-5-2005 ο εκκαλών επικοινώνησε για τελευταία φορά με τους αγοραστές και τους ζήτησε να του επιστρέψουν το ταξί που τους είχε παραδώσει προς εκμετάλλευση, έκτοτε δε, δεν επικοινώνησε με αυτούς και δεν καταρτίσθηκε το οριστικό συμβόλαιο, ούτε και μεταβιβάστηκαν η άδεια και το όχημα. Οι δε αγοραστές αναζήτησαν οι ίδιοι τον ιδιοκτήτη του μεταχειρισμένου ταξί το οποίο τους είχε παραχωρηθεί προς εκμετάλλευση και το επέστρεψαν εις αυτόν, ενώ ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν τους επέστρεψε ποτέ το χρηματικό ποσό των 104.000,00 ευρώ το οποίο είχε εισπράξει από αυτούς. Ο δε Α εν τέλει, παρέλαβε αυτογνωμόνως από τη μάντρα του εκκαλούντος το φορτηγό του: Τα παραπάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προκύπτουν από τα διαλαμβανόμενα στην έγκληση των Α και Β πραγματικά περιστατικά, τις ανωμοτί καταθέσεις τούτων ως πολιτικώς εναγόντων, την κατάθεση του μάρτυρος Δ και τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τους αγοραστές να τους πωλήσει μία άδεια ταξί που ανήκε στον Ε και όχι στον ίδιο, αντί τιμήματος 124.000,00 ευρώ καθώς και ένα καινούργιο όχημα αντί τιμήματος 22.000,00 ευρώ. Ότι στις 9-12-2004 στα γραφεία της επιχειρήσεως του, παρουσία του Ε οι αγοραστές πράγματι του παρέδωσαν την ως άνω τραπεζική επιταγή, το ποσό των 60.000,00 ευρώ και το φορτηγό και συμφώνησαν να πραγματοποιηθεί η αγοραπωλησία του οχήματος και της αδείας, μετά την πώληση του φορτηγού, δεδομένου ότι ο ιδιοκτήτης της αδείας Ε αλλά και η αντιπροσωπεία της TOYOTA απαιτούσαν την καταβολή σε μετρητά του τιμήματος που αντιστοιχούσε στην άδεια και στο όχημα. Εν τω μεταξύ το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει από τους αγοραστές (40.000 ευρώ με την τραπεζική επιταγή και 60.000 ευρώ σε μετρητά), ο εκκαλών κατέβαλε στον Ε. Ο τελευταίος κατόπιν υπαναχώρησε και απαιτούσε επί πλέον τίμημα 30.000,00 ευρώ αρχικά και 40.000,00 ευρώ αργότερα, για την πώληση της αδείας, ενώ δεν επέστρεφε και το ποσό των 100.000,00 ευρώ, που είχε σύμφωνα με τα προλεχθέντα εισπράξει ισχυριζόμενος ότι το είχε δαπανήσει για λόγους υγείας. Ο δε κατηγορούμενος δεν ηδύνατο να επιστρέψει ο ίδιος στους αγοραστές το ποσό αυτό και τους ζήτησε να αναμένουν μέχρις ότου πωλήσει ο Ε την άδεια ταξί που κατείχε και του επιστρέψει το ποσό των 100.000,00 ευρώ. Εν τω μεταξύ δε συμφώνησαν να τους παραδώσει και τους παρέδωσε πράγματι προς εκμετάλλευση, χωρίς μίσθωμα, ένα ταξί που ο ίδιος κατείχε. Παρά ταύτα όμως δεν κατόρθωσε να τους επιστρέψει το ποσό των 100.000,00 ευρώ, δεδομένου ότι ο ίδιος, ουδέποτε εισέπραξε τούτο από τον Ε. Επί τη βάσει δε των περιστατικών αυτών ο εκκαλών διατείνεται ότι δεν τέλεσε σε βάρος των αγοραστών το έγκλημα της απάτης, αλλά πρόκειται περί διαφοράς αστικής φύσεως. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του εκκαλούντος δεν έχουν αληθοφάνεια. Στο από 14-3-2007 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και των εγκαλούντων, ο κατηγορούμενος ιστορεί τα πραγματικά περιστατικά ως ανωτέρω εκτίθενται και όχι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο απολογητικό του υπόμνημα και αποδέχεται ότι δήλωσε στους εγκαλούντες ότι είχε διαθέσιμη προς πώληση μία ολόκληρη άδεια ταξί, και ότι εισέπραξε το παραπάνω ποσό ο ίδιος και ότι οφείλει αυτό. Ήδη με το συμφωνητικό αυτό ο εκκαλών κατέβαλε στους εγκαλούντες χρηματικό ποσό 35.000,00 ευρώ, σε μερική εξόφληση της οφειλής του αυτής, λίγες ημέρες προ της απολογίας του και ενώ είχε κληθεί ήδη προς απολογία για τις 9-3-2007 και ζήτησε προθεσμία για τις 15-3-2007 και εν συνεχεία για τις 20-3-2007. Αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε και ΣΤ, οι οποίοι κατείχαν από κοινού και δη κατά ποσοστό 50% έκαστος την άδεια του .....Ταξί, συνάγεται ότι ο Ε δεν είχε στην κυριότητα του κατά ποσοστό 100% άδεια ταξί, αλλά κατά ποσοστό 50% και επομένως δεν ήτο δυνατόν να εισπράξει χρήματα για ολόκληρη άδεια ταξί, εφόσον δεν διέθετε τοιαύτη. Ο δε έτερος συνιδιοκτήτης ΣΤ δεν γνωρίζει ούτε και ήλθε σε οιαδήποτε επαφή με τους εγκαλούντες εντός της μάντρας του κατηγορουμένου ή οπουδήποτε αλλού, προκειμένου να πωλήσει σε αυτούς το μερίδιό του επί της αδείας του ..... Ταξί.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συρροή, κατ' επάγγελμα, με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του δράστη που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2815/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπέγαγε αυτά στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε.
Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πληρότητα αιτιολογίας αφού σ'αυτό γίνεται αναφορά α) στις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, στις οποίες πείσθηκαν οι εγκαλούντες ότι ήταν αληθείς και προέβησαν στην κατάρτιση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως αδείας αυτοκινήτου και ενός καινουργούς αυτοκινήτου, β) στο ψευδές των διαβεβαιώσεων αυτών, αναγομένων σε ψευδή γεγονότα του παρόντος, με την παραδοχή ότι δεν είχε αυτός στα χέρια του την άδεια ταξί, αλλά τρίτος και μόνο κατά ποσοστό 50%, γ) στη βλάβη που υπέστησαν οι εγκαλούντες, δ) στο δόλο του κατηγορουμένου και ε) στην επανειλημμένη τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης και ότι αυτή τελέσθηκε βάσει σχεδίου, προς πορισμό σημαντικού εισοδήματος. Για τη θεμελίωση δε της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος της απάτης παραδεκτά το Συμβούλιο αναφέρθηκε εξ ολοκλήρου στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ'αυτό εισαγγελικής πρότασης, χωρίς να είναι απαραίτητο να διαλάβει ίδιες σκέψεις. Περαιτέρω από την στην αρχή του αιτιολογικού της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης αναφορά όλων των κατά το είδος τους αναφερομένων αποδεικτικών μέσων αλλά και την αναφορά σε δύο σημεία στο κείμενο αυτής, στο μεν πρώτο "της έγκλησης και των ανωμοτί καταθέσεων των πολιτικών εναγόντων, της κατάθεσης του μάρτυρα Δ αλλά και των καταθέσεως των λοιπών μαρτύρων και των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων" στο δε άλλο "των καταθέσεων των μαρτύρων Ε και ΣΤ" προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο για τον σχηματισμό της παραπεμπτικής του κρίσης έλαβε υπόψη του όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά. Άλλωστε ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δεν έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο. Συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι α) από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' και ε' σχετικοί λόγοι της αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν θεμελιούται η παράσταση ψευδών γεγονότων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την αιτίαση ότι δεν προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το Συμβούλιο για τον σχηματισμό της παραπεμπτικής του κρίσης έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, και δεν διαλαμβάνει ίδιες σκέψεις, εκτός απ' αυτές της Εισαγγελικής πρότασης όσον αφορά την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της ως άνω πράξης.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/2/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του με αριθμό 149/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη παραπομπή για απάτη σε βαθμό κακουργήματος λόγω της κατ’ επάγγελμα τέλεσής του, προκύπτουσα από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με πρόθεση επαναλαμβανόμενης τέλεσής της, ότι θα τηρήσει ανειλημμένη με σύμβαση υποχρέωσή του, όταν αυτή συνοδεύεται ταυτόχρονα με παράσταση άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν και στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης από τον δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και ε΄ λόγοι αναίρεσης. Επιτρεπτή για την πληρότητα της αιτιολογίας η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
Αριθμός 2515/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσενέ, περί αναιρέσεως της 2283/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2000/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Κατά την αυτή διάταξη αδίκημα φοροδιαφυγής διέπραττε και ο αποδέκτης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αντίθετα κατά το όρθρο 19 του ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον τέτοιο αδίκημα και τούτο γιατί κρίθηκε από το νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ως μη απαραίτητο, "καθόσον είναι δυνατόν λήπτες πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων, να αγνοούν την πλαστότητα ή τη νοθεία των στοιχείων". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε1 ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2283/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, για παράβαση του άρθρου 19 Ν.2523/1997, ανασταλείσαν επί τριετία, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν αγρότης και αντιπρόεδρος στο Σ.Σ. ..., εξέδωσε ως "επιτηδευματίας" που απέβλεπε στην απόκτηση εισοδήματος από Γεωργική Επιχείρηση, έλαβε και αποδέχθηκε ο ίδιος στο όνομα τρίτων αμέτοχων εργατών και το δικό του εικονικές ατομικές εκκαθαρίσεις, ήτοι στοχεία που αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές ή εμφάνισε ως υπαρκτές ανύπαρκτες ίδιες με τη χρήση αντιτύπων που προορίζονταν για άλλο σκοπό. Στη συνέχεια δε προσάρτησε αυτές σε αιτήσεις-δηλώσεις για επιστροφή ΦΠΑ και ΕΦΚ πετρελαίου κίνησης και τις συνυπέβαλε, με τις αιτήσεις μέσω αγροτικών συνεταιρισμών αρμόδια, επιδιώκοντας και επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό να εμφανίσει τις παραδόσεις αγροτικών προϊόντων αμέτοχων αγροτών αυξημένες κατά το ποσό των εκκαθαρίσεων αυτών με περαιτέρω συνέπεια να λάβει ως επιστροφή ΦΠΑ ποσά που δεν εδικαιούτο ως αγρότης με τη χρήση εξουσιοδοτήσεων των αμέτοχων αγροτών που του είχαν δοθεί για άλλες συναλλαγές τους, επίσης συμμετείχε ενεργά στην έκδοση πλαστώνκαι εικονικών τιμολογίων αγοράς Αγροτικών Προϊόντων φερόμενου εκδότη ... "εμπόριο αγοράς αγρ, προϊόντων" στα ονόματα αμέτοχων αγροτών ή στο δικό του τα οποία στη συνέχεια ο ίδιος έλαβε, αποδέχθηκε καταχώρησε και προσάρτισε σε αιτήσεις-δηλώσεις για επιστροφή ΦΠΑ και τα συνυπέβαλε με αυτές επιδιώκοντας και επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό και με τη χρησιμοποίηση εξουσιοδότησης που του είχε δοθεί για άλλα κανονικά στοιχεία από αμέτοχους αγρότες να εμφανίσει τις παραδόσεις αγροτικών προϊόντων αμέτοχων αγροτών αυξημένες κατά την αξία των πλαστών και εικονικών αυτών στοιχείων με συνέπεια να λάβει ο ίδιος επιστροφή ΦΠΑ που δεν εδικαιούτο. Συγκεκριμένα στα στο διατακτικό εκτιθέμενα φορολογικά στοιχεία εφέρετο ότι τα εξέδωσε ως επιτηδευματίας τα οποία ήταν πλαστά γιατί δεν είχε καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής τους και εικονικά γιατί είχαν εκδοθεί για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και στη συνέχεια καταχώρησε εν γνώσει του στα φορολογικά του βιβλία τα πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για απόκρυψη φορολογητέας ύλης και από τον έλεγχο που έγινε στις 5-6-2002 διαπιστώθηκε ότι για τη χρήση του έτους 1998 εξέδωσε, έλαβε και αποδέχθηκε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία με αριθμούς: ..., ..., ..., ..., ... για συνολικό ποσό 154.635.264 δρχ. εξέδωσε επίσης έλαβε και αποδέχθηκε τα παρακάτω πλαστά και εικονικά τιμολόγια: ..., ..., ..., ..., ..., ... συνολικής αξίας 114.412.050 δρχ. Στη χρήση 1999 τα με αριθμούς: ..., ..., ..., ... σύνολο δρχ 71.762.680 και προέβη στην ανωτέρω πράξη με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδιαίτερα από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και διενήργησαν και τον έλεγχο και από την από 5-6-2002 έκθεση έλεγχου και δεν αντικρούονται από αντίθετα πειστικά αποδεικτικά στοιχεία. Αλλωστε, ο ίδιος ο κατηγορούμενος, προσήλθε αυτοβούλως στην ΣΔΟΕ Δυτικής Ελλάδος που διενεργούσε τον έλεγχο στις 28-3-2001 ανακάλεσε την από 6-10-2000 προηγουμένη ένορκη κατάθεσή του που αναγνώριζε ως κανονικά τα υπό έλεγχο φορολογικά στοιχεία και δέχτηκε ότι είναι εικονικά και πλαστά, είχαν εκδοθεί, συμπληρωθεί από αυτόν. Τέλος η θεώρηση του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο έγινε στις 5-6-2002 και από τότε αρχίζει ο χρόνος της παραγραφής η διάταξη του άρθρου 2 παρ 8 του ν 2954/2001 εφαρμόζεται ως ευμενέστερη για το κατηγορούμενο εκείνης του προηγούμενου δικαίου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω και συνεπώς δεν έχει συμπληρωθεί έως σήμερα ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος αυτού, Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, παράβασης του άρθρου 19 ν 2523/1997 που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας".
Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον, δεν διευκρινίζει, για ποιο λόγο εισέπραξε ο κατηγορούμενος την επιστροφή του ΦΠΑ και από ποιόν φορέα, πόσα τιμολόγια ήταν πλαστά και πόσα εικονικά, αν συμμετείχε ενεργά στην έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, αν ενήργησε ατομικά ως αγρότης ή ως αντιπρόεδρος Συνεταιρσμού, υπήγαγε δε, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, αυτήν του άρθρου 19 του Ν.2593/97, και την πράξη, της αποδοχής πλαστών φορολογικών στοιχείων, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο, ενόψει του ότι η ως άνω πράξη δεν αποτελεί πλέον αδίκημα, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε ΚΠΔ λόγων αναίρεσης, νθα αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 2283/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Κατά το άρθρο 19 Ν. 2523/97 η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον αδίκημα. Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, λόγω ασαφειών και λόγω της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι στην παράβαση του άρθρου 19 Ν. 2523/97 περιλαμβάνεται και η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχεί-ων. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 2514/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζωητό, περί αναιρέσεως της 6769/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 107/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδάφια πρώτο - τρίτο του ΚΠΔ, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης για το λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υπόθεσης. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν. Σημαντικό αίτιο, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στη σύνθεση του δικαστηρίου, που εκδικάζει την αναίρεση, αν συγγενής του από τους παραπάνω είχε συμπράξει στην έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ή εκείνης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως της Ψ, κατά της υπ' αριθμ. 6769/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προέκυψε ότι ο Ιωάννης Καλούδης, ο οποίος είναι αδελφός του εκ των μελών της σύνθεσης αυτού του δικαστηρίου (ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου) Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, έλαβε μέρος, ως Ειρηνοδίκης, στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, το οποίο, πρωτοδίκως, με την υπ' αριθμ. 4860/2004 απόφαση του καταδίκασε την αναιρεσείούσα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατ' εξακολούθηση, σε φυλάκιση οκτώ μηνών, μετά την άσκηση δε εφέσεως κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείούσα σε φυλάκιση επτά μηνών. Επομένως, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδίκασης της προκειμένης υπόθεσης σε άλλη δικάσιμο, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει κληθεί να παραστεί κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσας απόφασης και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του ΚΠΔ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, εφόσον η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικαστεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την εκδίκαση της από 21-12-2007 αιτήσεως της Χ για αναίρεση της 6769/2007 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, σε άλλη δικάσιμο που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να δικαστεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναβάλλει εκδίκαση της αναίρεσης προκειμένου να δικαστεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει μέλος του Δικαστηρίου τούτου, λόγω κωλύματός του.
|
Αναβολή συζήτησης
|
Αναβολή συζήτησης.
| 2
|
Αριθμός 2512/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 352/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.10.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1879/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 519 και 523 ΚΠΔ, προκύπτει ότι στο Δικαστήριο, στο οποίο ο Άρειος Πάγος παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση, δεν επιτρέπεται να μετάσχει δικαστής από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, ως δικαστής δε από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, του οποίου κατά τα άνω δεν επιτρέπεται η συμμετοχή στο Δικαστήριο της παραπομπής, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων και δη της του άρθρου 523 ΚΠΔ, που ρητώς ορίζει την πιο πάνω απαγόρευση και που θεσπίσθηκε για να αποφεύγεται η προκατάληψη των δικαστών και να μη έρχονται αυτοί σε αντίφαση ενδεχομένως προς την προηγούμενη απ' αυτούς εκδοθείσα απόφαση, θεωρείται και εκείνος που μετείχε στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την τελευταία απόφαση, μετ' αναίρεση της οποίας, ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απ' αυτόν (κατηγορούμενο) απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής. Αν, παρά ταύτα, συμμετάσχει ο δικαστής αυτός στο Δικαστήριο της παραπομπής, υπάρχει κακή τούτου σύνθεση, που, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, κατά την εξέταση των λόγων της αναίρεσης και ειδικότερα, την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 352/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την υπ' αριθμ. 184/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και την υπ' αριθμ. 85/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, προκύπτει, ότι στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, δικάζοντος ως δικαστηρίου της παραπομπής, που εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 352/2007 απόφαση, με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ χρηματική ποινή 30.300,20 ευρώ, γιατί, ενώ καταδικάστηκε αμετάκλητα για λαθρεμπορία ποσότητας 1859,98 λίτρων καθαρού οινοπνεύματος, δεν κατέστη δυνατή η δήμευσή του, συμμετέσχε ο Εφέτης Σπυρίδων Τζότζιος, ο οποίος, όμως, είχε συμμετάσχει και στη σύνθεση του ίδιου δικαστηρίου, όταν αυτό εξέδωσε την αναιρεθείσα εν μέρει (ως προς την επιβολή χρηματικής ποινής) υπ' αριθμ. 184/2005 απόφασή του. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα, που προκλήθηκε από την κακή σύνθεση του δικαστηρίου της παραπομπής και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε, κατ' άρθρο 519 ΚΠΔ, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 352/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων), συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί και παραπέμπει. Κακή σύνθεση Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο της παραπομπής συμμετείχε Δικαστής που συμμετείχε και στην έκδοση της αναιρεθείσας.
|
Δικαστηρίου σύνθεση
|
Δικαστηρίου σύνθεση.
| 1
|
Αριθμός 2510/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις, δύο (2) τον αριθμό, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ και 2) Ψ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Χούρσογλου, για αναίρεση της με αριθμό 2067/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Ζ. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κέμο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Μαΐου 2997, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 964/2007.
Α φ ο ύ ά κ ου σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, η οποία πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και ως προς την συγκατηγορουμένη Ζ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 224 παρ. 2 Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση ενώπιον αρμόδιας Αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση της αναλήθειας όσων κατατέθηκαν από το μάρτυρα. Η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε ως αρμόδια Αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει η ένορκη κατάθεση. Η κατάθεση αυτή πρέπει στη συνέχεια να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή αρμόδια προς διάγνωση της διαφοράς. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα απόφασης είναι αναγκαίο, εκτός άλλων, να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας, και δη ποιά είναι τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο μάρτυρας και ποιά τα αληθινά, που γνώριζε αυτός και αντί αυτών κατέθεσε τα ψευδή, ποιά είναι τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο μάρτυρας είχε γνώση ότι αυτά ήταν ψευδή, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη σε τρόπο ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Εάν δε πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη, πρέπει να περιέχεται στην καταδικαστική απόφαση η Αρχή ενώπιον της οποίας είναι επιτρεπτή, κατά νόμο, η χρησιμοποίηση της βεβαίωσης αυτής και η λήψη υπόψη της. Η παράλειψη αναφοράς, εκτός άλλων των πιο πάνω στοιχείων, στερεί την απόφαση από την επιβαλλόμενη από τα άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύει τον από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την προσβαλλόμενη 2067/2007 απόφαση που εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού ότι από τα σ' αυτή κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν σύζυγος της κόρης του μηνυτή ... από 27-7-1992. Η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά στις 12-8-1995 χωρίς να αποκτήσουν τέκνα. Η ως άνω σύζυγος του τρίτου κατηγορουμένου άσκησε κατ' αυτού ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11-9-1995 αγωγή διαζυγίου. Επί της αγωγής αυτής και της ανταγωγής, που άσκησε ο τρίτος κατηγορούμενος, εκδόθηκε η 7180/1998 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η σωρευόμενη βάση της για επιδίκαση στη σύζυγο του τρίτου κατηγορουμένου ηθικής βλάβης και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου κατά παραδοχή της αγωγής και της ανταγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η σύζυγος του τρίτου κατηγορουμένου κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε η βάση της αγωγής για επιδίκαση ηθικής βλάβης και έγινε δεκτή η ανταγωγή. Με την απόφαση 6715/1999 του Εφετείου Αθηνών απερρίφθη η έφεση της, κατά δε της τελευταία αποφάσεως άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 30-5-2001 αίτηση αναιρέσεως. Στις 7-12-2001 όμως η σύζυγος του τρίτου κατηγορουμένου πέθανε από καρκίνο του μαστού, ασθένεια από την οποία έπασχε από το έτος 1994. Περαιτέρω στις 21-3-2002 εμφανίστηκαν, μετά από αίτηση του τρίτου κατηγορουμένου, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών η πρώτη και δεύτερος από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι στην 5085/2002 ένορκη βεβαίωση με όρκο βεβαίωσαν ότι: "η ... σύζυγος Χ... που πέθανε άφησε πιο κοντινούς συγγενείς και στη ζωή ευρισκόμενους 1) το νόμιμο από α' γάμο σύζυγο της Χ, με την οποία έζησε μέχρι την ημέρα που πέθανε χωρίς ο γάμος τους να λυθεί με διαζύγιο......". Η ένορκη αυτή βεβαίωση χρειαζόταν στον τρίτο κατηγορούμενο για τη ρύθμιση κληρονομικών και συνταξιοδοτικών θεμάτων της συζύγου του, δικαιούχος των οποίων θα γινόταν αυτός. Όμως τα παραπάνω γεγονότα είναι ψευδή αφού, όπως προαναφέρεται, α) ο τρίτος κατηγορούμενος δεν ζούσε με τη θανούσα σύζυγο του, γιατί η έγγαμη συμβίωση τους είχε διακοπεί από 12-8-1995 και αυτός κατοικούσε αλλού και β) είχε λυθεί ο γάμος τους με διαζύγιο. Το γεγονός ότι δεν είχε καταστεί αμετάκλητη η απόφαση δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη κατηγορία, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι όταν κατέθεταν τα παραπάνω γνώριζαν την έννοια του αμετακλήτου της αποφάσεως και των συνεπειών του. Την αναλήθεια των γεγονότων, που κατέθεσαν, οπωσδήποτε τη γνώριζαν, αφού ως φίλοι του τρίτου κατηγορουμένου γνώριζαν ότι δεν ζούσε με τη θανούσα, αλλά σε άλλη κατοικία και ότι υπήρχε μεταξύ τους σφοδρή αντιδικία. Τα παραπάνω ψευδή γεγονότα βεβαίωσαν αυτοί ενόρκως εν γνώσει της αναλήθειάς τους, μετά από πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις του τρίτου κατηγορουμένου, που τους έπεισε να τελέσουν την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αυτοί τέλεσαν, αλλά δεν την είχαν από μόνοι τους αποφασίσει. Ο τρίτος κατηγορούμενος δεν αρνείται ότι αυτός έπεισε τους πρώτη και δεύτερο να εμφανιστούν ενώπιον του Ειρηνοδίκη για την ένορκη βεβαίωση. Ο ισχυρισμός τους, όμως, ότι τα γεγονότα που αποδίδεται ότι είναι ψευδή ήσαν ήδη τυπωμένα στο έντυπο της ένορκης βεβαιώσεως και από αμέλεια δεν διάβασαν το έντυπο, είναι απορριπτέος, αφού ρητά στο τέλος της ένορκης βεβαιώσεως μνημονεύεται ότι "διαβάστηκε, επιβεβαιώθηκε και υπογράφεται". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο κήρυξε την πρώτη κατηγορουμένη Ζ και τον δεύτερο κατηγορούμενο Ψ και ήδη αναιρεσείοντα στην από 9 Μαΐου 2007 αίτηση αναίρεσης, ενόχους ψευδορκίας μάρτυρα, τον δε τρίτο κατηγορούμενο Χ και ήδη αναιρεσείοντα στην από 9 Μαΐου 2007 αίτηση αναίρεσης, ηθικής αυτουργίας στις διαπραχθείσες ψευδορκίες μάρτυρα των ανωτέρω φυσικών αυτουργών και αναγνωρίζοντας σε όλους το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, επέβαλε στους μεν πρώτη και δεύτερο ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών στον καθένα, στον δε τρίτο συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών. Έτσι κρίνοντας το εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της κατά τ' ανωτέρω ειδικής αιτιολογίας, αφού δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό αλλ' ούτε και στο διατακτικό αυτής σε ποιά Αρχή επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί η ένορκη βεβαίωση, αν η Αρχή αυτή ήταν αρμόδια να μπορεί να λάβει υπόψη ένορκη βεβαίωση ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο και αν τελικά χρησιμοποιήθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. ταυτόσημος δεύτερος λόγος των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων ως αλυσιτελούς, κατά παραδοχή των αιτήσεων αυτών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Εξάλλου πρέπει να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα κατ' άρθρο 469 Κ.Π.Δ. και στην κατηγορουμένη Ζ, η οποία καταδικάσθηκε ως αυτουργός της παραπάνω αξιόποινης πράξης και δεν άσκησε αναίρεση κατά της προσβαλλομένης καταδικαστικής αποφάσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 2067/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα και στην κατηγορουμένη Ζ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας όταν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να περιέχεται η Αρχή ενώπιον της οποίας είναι επιτρεπτή κατά νόμο η χρησιμοποίηση της βεβαίωσης αυτής και η λήψη υπόψη της. Αναιρεί για έλλειψη των στοιχείων αυτών.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 2507/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις α)του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, και β)του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ως και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητούν τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α) με αριθμό και ημερομηνία 16/11-3-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη, και β) στην από 3 Μαρτίου 2008, αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 452/2008.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 212/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων μετά της σχετικής δικογραφίας, α) την από 11-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά του παραπεμπτικού μέρους του υπ' αριθμ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, και β) την από 3-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του ανωτέρω υπ' αριθμ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Α) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ανωτέρω βούλευμα του, εκδοθέν κατόπιν εφέσεως της πολιτικώς εναγούσης ανωνύμου εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ" κατά του υπ' αριθμ. 2772/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο ΚλεάΧ στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά να δικασθή δι' υπεξαίρεση, φερομένη ως τελεσθείσα στην Αθήνα, την 25-10-2004. Ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου προσέβαλε, διά της υπό κρίση αιτήσεως του, το ως άνω παραπεμπτικό μέρος του εν λόγω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και προβάλλει, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την έλλειψη νομίμου βάσεως, προσδιορίζων επαρκώς τις σχετικές αναιρετικές αιτιάσεις.
Επειδή, κατά το άρθρ. 375 §1ΠΚ,όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα πού περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους . Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσόν των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών(73.000ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Εξάλλου, διά την πληρότητα της υπό του άρθρ. 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 του ΚΠΔ αξιουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρ. 484§1 περ.δ'ΚΠΔ λόγω αναιρέσεως κατά βουλεύματος, απαιτείται να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά πού προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα πού θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, πού περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 1167/2006,114/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το προσβαλλόμενο ανωτέρω βούλευμα, το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 66/2007), δέχεται, αφ'ενός μεν, ότι στην Αθήνα, την 25-10-2004, ο κατηγορούμενος Χ παρανόμως ιδιοποιήθηκε εμπορεύματα της ανωνύμου εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ", τα οποία είχαν απαξιωθή κατά τον χρόνο πού εζητήθη η επιστροφή των (25-10-2004) και ότι ο αρνηθείς την απόδοση αυτών ανωτέρω κατηγορούμενος (Χ) "πρέπει να θεωρηθεί ως υπαίτιος του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, υπό την απλή μορφή της", κατ' αρθρ. 375§1 εδάφ.α' ΠΚ, δηλαδή χωρίς κακουργηματικό χαρακτήρα, αφ' ετέρου δε, ότι η αξία των υπεξαιρεθέντων ανέρχεται συνολικώς στο ποσό των 2.472.780,58 ευρώ. Όμως, με τις παραδοχές αυτές, υπάρχει αντίφαση ως προς την αξία των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων, η οποία επιδρά στην βαρύτητα του ανωτέρω εγκλήματος και στον χαρακτηρισμό αυτού ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, με συνέπεια να στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως, αφού η ως άνω απόφαση καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του αρθρ.375§1εδάφ.α'ΠΚ. Επομένως, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρ.484§1 περ.β',δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, λόγοι αναιρέσεως. Β) Κατά το άρθρ. 476§1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικώς, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος πού έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος αυτό. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 482§1 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, προσβάλλεται από αυτόν το ανωτέρω υπ αριθμ. 194/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά να δικασθή δι'ύπεξαίρεση εις βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 375§1 εδαφ.α' ΠΚ). Όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ είναι απαράδεκτη. Γ) Κατ' ακολουθία πρέπει, αφ'ενός μεν να αναιρεθή, κατά το ως άνω παραπεμπτικό μέρος του, το υπό του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, αφ' ετέρου δε να αποριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ και να καταδικασθή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - προτείνω
Να αναιρεθή το υπ' αριθμ. 194/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά το παραπεμπτικό μέρος του.
Να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές. Να απορριφθή η από 3-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθμ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 28 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες α' από 11-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β) από 3-3-2008 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για αναίρεση του 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που παρέπεμψε τον τελευταίο στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί για υπεξαίρεση πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Επειδή, κατά το αρθρ. 375 §1 ΠΚ, όποιος, ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους . Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσόν των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 194/2008 βούλευμα, με επιτρεπτή καθ' ολοκληρία αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από .την εκτίμηση και την αξιολόγηση των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ενώ ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΡΙΠΙΔΗΣ - ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΤΩΝ - ΤΣΙΓΑΡΩΝ - ΑΡΩΜΑΤΩΝ" και με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΡΙΠΙΔΗΣ ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΕ", ενεργώντας ατομικά και χωρίς να έχει ληφθεί προς τούτο σχετική απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρίας αυτής ιδιοποιήθηκε παράνομα εμπορεύματα ιδιοκτησίας της εγκαλούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ", τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή της εταιρίας που εκπροσωπούσε με βάση την από 20-6-2001 σύμβαση μεταφοράς, αποθήκευσης και διανομής εμπορευμάτων που είχε καταρτιστεί μεταξύ της εταιρίας του και της εγκαλούσης εταιρίας, σύμφωνα με την οποία (σύμβαση) τα εμπορεύματα έπρεπε να διανεμηθούν σε πελάτες της (δηλαδή της εγκαλούσας), αφού αρνήθηκε να τα αποδώσει όπως είχε υποχρέωση στον αρμόδιο Δικαστικό Επιμελητή ..... ο οποίος την προαναφερόμενη ημερομηνία (25-10-2004) μετέβη στα γραφεία της εταιρίας του στο ..... επί της λεωφ. ..... προκειμένου να παραλάβει τα εμπορεύματα αυτά σε εκτέλεση της με αριθμ. 22561/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό τη βούλησή του να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών με ίδια σκέψη αλλά και με επιτρεπτή παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι το γεγονός ότι τα εμπορεύματα αυτά, μετά την άρνηση του κατηγορουμένου να τα αποδώσει λόγω απαξίωσής του δεν αίρει την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης τόσο από αντικειμενικής όσο και από υποκειμενικής πλευράς και τούτο διότι όπως γίνεται δεκτό, η αξία του υλικού αντικειμένου υπεξαίρεσης δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αυτού, με συνέπεια αντικείμενο υπεξαίρεσης μπορεί να είναι και πράγμα χωρίς οικονομική αξία. Όπως δε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα από την υπ' αριθ. Υ1/Γ.Π. οικ. 266 (Φ.Ε.Κ. Β 8/13-1-2003) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Υγείας και Πρόνοιας και Γεωργίας, η οποία εκδόθηκε για την εφαρμογή στο Ελληνικό Δίκαιο της Οδηγίας 2001/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου και την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών πράξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραγωγή, την παρουσίαση και την πώληση των προϊόντων καπνού, οι συγκεκριμένες ποσότητες καπνικών εμπορευμάτων από 1-1-2004 απαγορευόταν να διατεθούν στην ελληνική αγορά, με συνέπεια να έχουν πλέον απαξιωθεί κατά το χρόνο που ζητήθηκε να επιστραφούν, δηλ. στις 25-10-2004. Όμως το έγκλημα της υπεξαίρεσης δεν παύει να στοιχειοθετείται κατά την απλή μορφή του, δηλ. χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις που του προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι έχουν ήδη πουληθεί από την εταιρεία "ΚΑΡΙΠΙΔΗΣ-ΠΕΙΡΑΙΚΗ Α.Ε." επί μέρους ποσότητες από τα επίδικα εμπορεύματα, συνολικής αξίας, όπως προαναφέρεται 21.233,00, ευρώ και το ποσόν αυτό το ιδιοποιήθηκε παράνομα η εν λόγω πωλήτρια εταιρεία. Επομένως και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, όσον αφορά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος αλλά και τη βαρύτητά του, πρέπει να θεωρηθεί ως υπαίτιος του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, υπό την απλή μορφή της και με χρόνο τελέσεώς του την 25-10-2004, ο κατηγορούμενος Χ, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΡΙΠΙΔΗΣ-ΠΕΙΡΑΪΚΗ Α.Ε". Τα δε εμπορεύματα που υπεξαιρέθηκαν είναι αναλυτικά τα εξής: επακολουθούν δε σε φωτοτυπία φύλλα του κατηγορητηρίου στα οποία αναφέρονται σε ξεχωριστές στήλες η περιγραφή του είδους, της ποσότητας, της τιμής πωλήσεως, του ποσοστού του ΦΠΑ, της αξίας του ΦΠΑ, της καθαρής αξίας και της συνολικής αξίας των εμπορευμάτων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την έφεση της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας κατά του 2772/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εξαφάνισε αυτό κατά το σκέλος του, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του ως άνω κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης των 73.000 ευρώ σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ" και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για να δικασθεί για υπεξαίρεση προβλεπομένη και τιμωρουμένη από την διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, ήτοι για πράξη τιμωρούμενη με φυλάκιση . Με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί και επιχειρήματα, με βάση τους οποίους, υπήγαγε τη συμπεριφορά αυτό στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 § 1α του ΠΚ, τις οποίες ορθώς και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, όσον αφορά την αξία των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων, η οποία να επιδρά στον χαρακτηρισμό αυτού ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αφού εκτός της αναφοράς τόσον στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο εισαγγελική πρόταση αλλά και στο αιτιολογικό αυτού ιδιαίτερης σκέψης με παραπομπές μάλιστα στη θεωρία, ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι πρέπει να παραπεμφθεί είναι της υπεξαίρεσης, υπό την πλημμεληματική της μορφή και όχι με την κακουργηματική, όπως του αποδόθηκε με το κατηγορητήριο, η στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, και συγκεκριμένα στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος πριν ακριβώς από την ενσωματωμένη σ' αυτά σε φωτοτυπία φύλλα του κατηγορητηρίου φράση, "τα εμπορεύματα δε αυτά αναλυτικά είναι τα εξής:" καθίσταται βέβαιο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται μόνο στις στήλες των σελίδων του κατηγορητηρίου που αφορούσε στο είδος και στην ποσότητα των εμπορευμάτων, και από προφανή παραδοχή δεν διεγράφησαν οι στήλες των σελίδων αυτού (κατηγορητηρίου) που αφορούν στην τιμή πωλήσεως, στο ποσοστό, στην αξία του ΦΠΑ, στην καθαρή και στη συνολική αξία. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 484 § 1 περ. β' και δ' λόγος αναίρεσης του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου που υποστηρίζει ότι υπάρχει αντίφαση των παραδοχών του βουλεύματος όσον αφορά την αξία των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Εξάλλου κατά το άρθρο 482 παρ. 1α του ιδίου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος μόνον όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του. Σε κάθε άλλη περίπτωση η αναίρεση είναι απαράδεκτη. περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, και όταν έχει ασκηθεί από πρόσωπο στο οποίο δεν αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 3-3-2008 αίτηση αναίρεσης πλήττεται το ως άνω βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση σε βαθμό πλημμελήματος. Η αίτηση αυτή, στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Χ στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την από 11-3-2008 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού και β)την από 3-3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για πλημμεληματική υπεξαίρεση. Απορρίπτει εισαγγελική πρόταση (αίτηση αναιρέσεως) για αναίρεση λόγω αντιφατικής αιτιολογίας ως προς το ύψος των υπεξαιρεθέντος ποσού. Απορρίπτει την αναίρεση του κατηγορουμένου ως απαράδεκτη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 2508/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 549/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1920/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 8 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.13 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παρ. 4 του, άρθρου 18 του ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν.δ. 8/1973 "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας, ενώ κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου "πάσα επιτρεπομένη υπό των κειμένων διατάξεων εργασία δομήσεως εντός οιουδήποτε οικισμού ή εκτός οικισμού εκτελείται βάσει αδείας της αρμοδίας Αρχής. Τοιαύται εργασίαι δομήσεως είναι ιδία εκσκαφαί θεμελίων, εγκατάστασις ικριωμάτων, ανέγερσις κτιρίων και παραρτημάτων αυτών, επισκευή και διαρρύθμισις υφισταμένων κτιρίων. 'Αδεια δεν απαιτείται δι' εσωτερικούς χρωματισμούς, δι' εξωτερικούς χρωματισμούς, όταν δεν γίνεται χρήσις ικριωμάτων, δια μικράς εσωτερικός επισκευάς ή διασκευάς μη θιγούσας την φέρουσαν κατασκευήν του κτιρίου ή την εμφάνισιν αυτού, δι' επισκευάς δαπέδου, δι' επισκευάς, διασκευάς ή συμπληρώσεις των εσωτερικών εγκαταστάσεων και αγωγών των κτιρίων, δια μικράς, άνευ χρήσεως ικριωμάτων, επισκευάς θυρών, παραθύρων, στεγών, δωμάτων και εν γένει δια τας μικράς και μεμονωμένας επισκευάς δια λόγους χρήσεως, υγιεινής και προστασίας των κτιρίων". Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του
δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο για την στήριξη της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του υπάρχει και όταν η αντίφαση αυτή δημιουργείται μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικών περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής, αρκεί τα τελευταία να αποτελούν παραδοχές από κοινού με εκείνες του σκεπτικού. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου στο μεν σκεπτικό αυτής, δέχτηκε, ότι ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων στην απόφασή του κατ' είδος αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: "Στη θέση "....." ..... του Δήμου ..... τον Ιανουάριο του έτους 2001 ο κατηγορούμενος, σε υπάρχοντα ήδη από 20 έως 30 ετών τοίχο, μήκους περίπου 46 μέτρων, που έχει κτισθεί για την προστασία από κατολισθήσεις του αμέσως εν επαφή και εν συνεχεία προς την ξηρά υπάρχοντος ακινήτου και επί εδάφους αυτού, τον οποίον κατά τον ανωτέρω χρόνο (Ιανουάριο 2001) είχε ήδη περιέλθει στην κυριότητά του (κατηγορουμένου) προσέθεσε, κτίζοντας με πέτρα χωρίς άδεια της αρμοδίας πολεοδομικής αρχής και δη του Πολεοδομικού Γραφείου ....., τμήμα ώστε το συνολικό ύψος του τοίχου να ανέλθει σε δύο (2) μέτρα, μέσου πλάτους (0,40) μέτρων και μήκους (46) μέτρων", στο δε διατακτικό αυτής διαλαμβάνει ότι: "Στη θέση "....." ..... του Δήμου ..... τον Ιανουάριο του 2001 με πρόθεση ως ιδιοκτήτης, ανήγειρε κτίσμα χωρίς άδεια της αρμοδίας πολεοδομικής αρχής και συγκεκριμένα ανήγειρε τοίχο αντιστήριξης από πέτρα ύψους (2) μ., μέσου πλάτους (0, 40) μ. και μήκους (46) μ. (το οποίο περιγράφεται στην από 23-3-2001 έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων της κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αργολίδος και εν μέρει στην από 10-10-2001 έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων του Πολεοδομικού Γραφείου .....) χωρίς την προβλεπόμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομίας". Από την παραπάνω αντιπαράθεση του αιτιολογικού και διατακτικού προκύπτει ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ τους ως προς το πραγματικό περιστατικό του ύψους της κατασκευής του τοίχου που ανεγέρθηκε όταν ο κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης αυτού, αφού στο μεν διατακτικό προσδιορίζεται αυτό στα δύο μέτρα, από την αναφορά όμως στο αιτιολογικό ότι το συνολικό ύψος προϋφιστάμενου και νέου τοίχου ανερχόταν στα δύο μέτρα, χωρίς τη μνεία ποιό ήταν το ύψος του προϋφιστάμενου τοίχου, δεν προσδιορίζεται καθόλου αυτό. Η αντίφαση αυτή δημιουργεί ασάφεια όσον αφορά τις παραδοχές της, η οποία καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης της παρ. 8 του άρθρου 17 του ν.1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 3 του ν. 2292/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 8/1973, "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τούτο διότι εν όψει του ότι κατά τα οριζόμενα στο εδ. β' του άρθρου 118 παρ. 1 του ΓΟΚ δεν απαιτείται για τις μικρές και μεμονωμένες επισκευές χωρίς τη χρήση ικριωμάτων για λόγους χρήσεως - προστασίας των κτιρίων, δεν καθίσταται με βεβαιότητα αναμφίβολο, βάσει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το τμήμα του τοίχου που προστέθηκε στον προϋπάρχοντα τοίχο, ήταν τέτοιων διαστάσεων ώστε ν' αποκλείεται η εφαρμογή της τελευταίας διάταξης κατά την οποία δεν απαιτείτο άδεια όταν οι προσδιοριζόμενες και από το ύψος διαστάσεις αυτού εμπίπτουν στην έννοια της μικρής και μεμονωμένης επισκευής, εν όψει μάλιστα του ότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης δεν γίνεται παραπομπή στο διατακτικό αυτής στο οποίο αναφέρεται ότι το ύψος των 2 μέτρων προκύπτει από τις σ'αυτό αναφερόμενες εκθέσεις αυτοψίας. Συνεπώς πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή ως βάσιμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' μοναδικού λόγου αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 549/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυθαίρετη κατασκευή. Αναιρεί για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1377/1983.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κτίσμα αυθαίρετο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2506/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1519/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1067/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντώνιου Μύτη με αριθμό 396/31.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιόν σας μετά της σχετικής δικογραφίας την με αριθ. 2/24-3-2008 έκθεση αναιρέσεως του ..., που ησκήθη δια δηλώσεώς του ενώπιον του Διευθυντού της Φυλακής-Αλικαρνασσού, κατά της υπ'αριθ. 1519/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), δια της οποίας επεβλήθη συνολική ποινή καθείρξεως 81 ετών και 2 μηνών και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει στην δήλωση της άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους στο άρθρ. 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρ. 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση. Κατ'ακολουθίαν των άνω, λόγοι που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο και δη σε υπόμνημα δεν λαμβάνονται υπ'όψιν από το Δικαστήριο, ενώ η απλή συρραφή του υπομνήματος στην έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ'αυτό λόγους στην έκθεση και πολύ περισσότερο όταν το υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέα ενώπιον του οποίου ησκήθη το ένδικο μέσο της αναίρεσης (Α.Π. 450/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ' σελ. 977).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση υπ'αριθ. 2/24-3-2008 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ'αριθ. 1519/12-3-2008 απόφασις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), με την οποίαν επεβλήθη συνολική ποινή καθείρξεως 81 ετών και 2 μηνών και χρηματική ποινή 7.750.000 δρχ., κατ'επαύξησιν της ποινής καθείρξεως 15 ετών που επεβλήθη εις αυτόν με την υπ'αριθ. 2214/21-9-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), με τις ποινές που αναφέρονται στην προσβαλλομένην ως άνω απόφασιν που επεβλήθησαν εις τον αναιρεσείοντα με τις σχετικές αποφάσεις. Η αναίρεση ησκήθη με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στον Διευθυντή των Φυλακών Αλικαρνασσού, όπου κρατείται, αναφέρονται δε σ'αυτή, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, επακριβώς, τα εξής: "...... κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ'αριθ. 1519/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που Συγχωνεύθησαν οι ποινές για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει. Συνεχίζει εις σελίδα 1Α".
Με αυτό όμως το περιεχόμενο η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται ουδείς εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς εις το άρθρ. 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγων αναίρεσης. Εν όψει δε τούτων οι λόγοι που αναφέρονται στο από 24-3-2008 έγγραφο υπόμνημα του αναιρεσείοντος δεν λαμβάνονται υπ'όψιν από το Δικαστήριο και η απλή συρραφή του εν λόγω υπομνήματος στην υπό κρίσιν έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχομένους σ'αυτό (υπόμνημα) λόγους στην έκθεση αναίρεσης και πολύ περισσότερο αφού το εν λόγω έγγραφο υπόμνημα δεν φέρει την σφραγίδα της υπηρεσίας ούτε την υπογραφή του Διευθυντού της ως άνω Δικαστικής Φυλακής ενώπιον του οποίου ησκήθη το ένδικο μέσο της υπό κρίσιν αιτήσεως αναίρεσης.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ--------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπ'αριθ. 2/2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της υπ'αριθ. 1519/2008 Συγχωνευτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων). Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήναι τη 14η Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 του ΚΠΔ στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως ή βουλεύματος πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 465 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι να περιέχεται νόμιμος λόγος αναιρέσεως εκ των περιοριστικώς διαλαμβανομένων στο άρθρο 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και σε κάθε περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, άλλως η αίτηση κατά το άρθρο 476 παρ.1 είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 474 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 509 προκύπτει ότι η έκθεση που δεν περιέχει συγκεκριμένο και σαφή λόγο αναιρέσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναιρετικούς λόγους που περιέχονται σε άλλο, πλην της εκθέσεως, έγγραφο, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου το οποίο συντάσσει ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώνεται ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ' αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, διότι στην περίπτωση αυτή δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς και παραπομπής της εκθέσεως στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση του εγγράφου στην έκθεση αναιρέσεως και συγκρότηση, έτσι, ενιαίου δικογράφου.
ΙΙ.- Στην προκείμενη υπόθεση, με την ενώπιον του Διευθυντού των Φυλακών Αλικαρνασσού υπ' αριθμ. 2/24-3-2008 αίτησή του, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ.1.519/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα επακριβώς αναφερόμενα "..για τους λόγους που αναφέρει εις σελίδα 1Α..." .Είναι σαφές ότι στην άνω κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ συνταχθείσα έκθεση δεν διατυπώνεται κάποιος αναιρετικός λόγος, ενώ από την επιτρεπτή επισκόπηση του χωρίς ημερομηνία συνημμένου εγγράφου το οποίο πρωτοκολλήθηκε στην άνω φυλακή την 24-3-2008 και επισυνάπτεται στην έκθεση αναιρέσεως χωρίς να υπάρχει επ' αυτού έκθεση εγχειρίσεως προκύπτει ότι και τούτο δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως μη περιέχουσα κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476, 583 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/24-3-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1519/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αιτήσεως που δεν περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσεως.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 2503/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μπανιώτη, για αναίρεση της με αριθμό 741/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1391/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2, 155 παρ. 1 και 2, 161 παρ. 1 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση επίδοσης εγγράφου με θυροκόλληση πρέπει στο αποδεικτικό επίδοσης να αναφέρονται οι προϋποθέσεις της δια θυροκολλήσεως επίδοσης, δηλαδή άρνηση ή μη ανεύρεση, στον τόπο της επίδοσης των προσώπων που σημειώνονται στην παρ. 1 του άρθρου 155 ΚΠΔ, διαφορετικά η επίδοση είναι άκυρη. Η τήρηση της διατύπωσης αυτής επιβάλλεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος, στο δικόγραφο της ασκήσεως ενδίκου μέσου είχε προβεί σε δήλωση της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του, οπότε η δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, κατά πλάσμα νόμου, θεωρείται ως η γνωστή διεύθυνση του, μέχρι δε η απόφαση γίνει αμετάκλητη, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του, που δηλώθηκε αρχικά.
II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα πλήττει την υπ' αριθμ. 741/2000 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, για τον από το άρθρο 510 παρ.Ι στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο της υπέρβασης εξουσίας, επικαλούμενος ότι παρά τον νόμο απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 22-6-1999 έφεσή της κατά της πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 3.660/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία καταδικάσθηκε για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Από το με ημερομηνία 7-4-2000 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα στο Α.Τ ..... ....., παραδεκτώς επισκοπούμενο για τον έλεγχο της βασιμότητας του προτεινόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, προκειμένου αυτή να εμφανισθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών προς υποστήριξη της άνω εφέσεώς της, έγινε με θυροκόλληση στην επί της οδού ..... διεύθυνση της κατοικίας της, χωρίς όμως στο άνω αποδεικτικό επιδόσεως να διαλαμβάνεται ότι η κατά τον άνω τρόπο επίδοση έγινε επειδή στην ως άνω διεύθυνση δεν βρέθηκε κάποιο άλλο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ.1 ΚΠΔ πρόσωπα. Έτσι, όμως, η κατά τον εκτεθέντα τρόπο επίδοση της κλήσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχική νομική σκέψη είναι άκυρη (άρθρο 154 παρ.2 ΚΠΔ). Σημειώνεται δε, περαιτέρω, ότι η προς τον αντίκλητο δικηγόρο της κατηγορουμένης επίδοση δεν συνεπάγεται την εγκυρότητα της προς αυτήν επιδόσεως της κλήσης.
Συνεπώς, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη, δεχθέν εγκυρότητα της κλήσης προς εμφάνιση, υπερέβη την εξουσία του και πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ.1 η' ΚΠΔ λόγου, να γίνει δεκτή η αναίρεση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Για την τυχόν παραγραφή του αδικήματος, το δικαστήριο της παραπομπής θα κρίνει, αφού προηγουμένως ερευνήσει το εμπρόθεσμο και παραδεκτό της εφέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 741/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ακυρότητα κλήσης προς εμφάνιση του εκκαλούντος στο ακροατήριο. Η επίδοση της κλήσης έγινε με θυροκόλληση χωρίς στο αποδεικτικό επιδόσεως να διαλαμβάνεται ότι η κατά τον άνω τρόπο επίδοση έγινε επειδή στην δηλούμενη στην έκθεση εφέσεως διεύθυνση κατοικίας δεν βρέθηκε κανένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 ΚΠΔ πρόσωπα. Απόρριψη εφέσεως ως ανυποστήρικτης. Δεκτός ο λόγος για υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Επίδοση, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 2502/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παϊπέτη, για αναίρεση της με αριθμό ΑΤ 2005/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντώνιος Αντωνίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1337/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών την οποία μετέτρεψε. Το δικαστήριο προκειμένου να αχθεί στην άνω καταδικαστική κρίση του και με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του δέχθηκε ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα "....ο κατηγορούµενος στον ....., ενεργώντας µε πρόθεση και µε την ιδιότητα του νοµίµου εκπροσώπου της εταιρείας "ΒΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ε. Π. Ε." με έδρα τον ..... (.....) µε περισσότερες εξακολουθητικές πράξεις, που έλαβαν χώρα στο διάστηµα από 23-11-98 έως 30-6-2000 (της παραγραφής αρχοµένης από 23-11-2004, οπότε θεωρήθηκε η έκθεση ελέγχου σύµφωνα µε το άρθρο 2§, §8, 9 του Ν. 2954/99) ζήτησε και έλαβε για καταχώρηση στα τηρούµενα βιβλία από την παραπάνω εταιρεία τα παρακάτω εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή τιμολόγια πωλήσεως και παροχής υπηρεσιών και δελτία αποστολής που περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό και αφορούν τη χρονική περίοδο των ετών 1998, 1999 και 2000, στη πράξη του δε αυτή προέβη προκειμένου να εμφανίσει μειωμένη την κίνηση και να διογκώσει ... ". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δεν διέλαβε στην απόφασή την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής, αφού το δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του δεν εκθέτει καθόλου πραγματικά περιστατικά και με ποιες σκέψεις, εκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα, καταλήγει στο αυθαίρετο αποδεικτικό πόρισμα ότι τα ληφθέντα από την άνω εταιρεία τιμολόγια και δελτία αποστολής είναι εικονικά και δεν ανταποκρίνονται σε υπαρκτές συναλλαγές.
Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε μετά από αυτά και η έρευνα του άλλου λόγου αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΑΤ 2005/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 1
|
Αριθμός 2500 /2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν.Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 55/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Με κατηγορούμενους τους Χ1, Χ2 και Χ3, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 55/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2008 αίτησή της, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1079/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την Αντεισαγγελέα η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.-Με την υπ' αριθμ. 35/9-6-2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 55/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία το δικαστήριο αυτό έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3. H αίτηση αναιρέσεως, με λόγο την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έχει νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθεί και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, ως εάν ήσαν παρόντες οι απολειπόμενοι αναιρεσιβλήτοι - κατηγορουμένοι, οι οποίοι, ως προκύπτει από τις προσκομζόμενες με ημερομηνία 18-9-2008 τρείς εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ....., νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητεύθηκαν να εμφανισθούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. (άρθρο 515 παρ.2 Κ.Π.Δ).
ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001.
Κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόµενη υπ' αριθμ. 55/2008 απόφαση του Τριµελούς Εφετείου Πειραιώς έπαυσε οριστικώς, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα κατά των κατηγορουµένων Χ2, Χ2 και Χ3, ποινική δίωξη για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του Ν.2523/97 κατ' εξακολούθηση (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων) φερομένη ως τελεσθείσα κατά το χρονικό διάστηµα των διαχειριστικών περιόδων των ετών 1997-1998 και 1999. Δέχθηκε το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεώς του ότι η παραγραφή του άρθρου 21 παρ.10 του Ν. 2523/1997 δεν έχει εφαρµογή στα πληµµελήµατα που προβλέπονται στο άρθρο 19 του Ν.2523/97 για τα οποία, κατ' εφαρµογή του άρθρου 21 παρ. 12 του ίδιου νόµου, εφαρµόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 17, 111 και 112 του Π.Κ και περαιτέρω ότι η µε το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν.2954/2001 προσθήκη στο άρθρο 21 παρ. 10 του Ν.2523/97 συνιστά επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής των εγκληµάτων του άρθρου 19 του Ν.2523/97, αφού η έναρξή της, αντί του χρόνου τέλεσης της πράξης, που έως τότε ίσχυε αφετηριάζεται στο µετέπειτα χρόνο διαπίστωσης αυτής, µε αποτέλεσµα η συµπλήρωση του χρόνου της παραγραφής και η εξάλειψη του αξιοποίνου να επέρχεται βραδύτερα από ό,τι προβλεπόταν στις προηγούµενες διατάξεις, και συνεπώς δεν εφαρμόζεται σε πράξεις που τελέστηκαν από την έναρξη ισχύος του Ν.2523/97 έως την έναρξη ισχύος του Ν.2954/2001, αφού οι ρυθµίσεις του τελευταίου αυτού νόµου είναι δυσµενέστερες ως προς το θέµα της παραγραφής για τον κατηγορούµενο και δεν εφαρµόζονται σύµφωνα µε το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ..." Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόµενη απόφαση ως προς τις µερικότερες πράξεις, που φέρεται ότι τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστηµα των διαχειριστικών περιόδων των ετών 1997,1998 και 1999, και ως συνέπεια των παραδοχών αυτών έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων, εσφαλµένα ερµήνευσε και εφάρµοσε το νόμο, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης, και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Ποιν.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόµενη απόφαση και να παραπεµφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουµένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 55/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και.
ΙΙ. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο άνω δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έναρξη παραγραφής από την ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου. Αναίρεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αποφάσεως η οποία έκρινε ότι η παραγραφή αρχίζει από την τέλεση της πράξης (έκδοση των εικονικών φορολογικών) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2501/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη, περί αναιρέσεως της 33/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Μαρτίου 2008 και 21 Ιουλίου 2008 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1277/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 19 Μαρτίου 2008 αίτηση αναιρέσεως και ως αβάσιμη η από 21 Ιουλίου 2008 τοιαύτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ.γ'του ΚΠΔ, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση του απαραδέκτου της δεύτερης αίτησης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας δεύτερη αίτηση αναιρέσεως η οποία θεωρείται συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτήν. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ. 33/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, ο αναιρεσείων εμπροθέσμως άσκησε την από 19-3-2008 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή της δικαστικής φυλακής Αλικαρνασσού. Κατά της αυτής αποφάσεως άσκησε αναίρεση, με την από 21-7-2008 δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-7-2008 και ο δικηγόρος Χανίων Γεώργιος Περράκης με την ιδιότητα του συνηγόρου του παραστάντος κατά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έχει συζητηθεί η πρώτη αίτηση και έχει εκδοθεί απόφαση επ' αυτής, αλλά το πρώτον και οι δύο εισάγονται να συζητηθούν στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.
Συνεπώς και η δεύτερη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεξετασθεί με την πρώτη.
Α.- Επί της από 19-3-2008 πρώτης αιτήσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 1, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένοι οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την παραπάνω απόφαση και ζητεί την αναίρεσή της διαλαμβάνων στην αίτησή του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα "για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει στο επισυναπτόμενο υπόμνημα του ... ". Στο υπόμνημα αυτό, που υποβλήθηκε την ίδια ημέρα της εγχειρίσεως της εκθέσεως αναιρέσεως, από την επισκόπηση του περιεχομένου του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων βάλλει απαραδέκτως κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως. Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, η αίτηση αυτά είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Β.- Επί της από 21-7-2008 δεύτερης αιτήσεως
Ι.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, πωλεί, ή κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται η ινδική κάνναβις, κατά το άρθρο 4 Πιν. Α' περ. 6 του ίδιου πιο άνω νόμου. Ως πώληση ή αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος. Η κατοχή εξάλλου, πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός : α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνο των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και δ) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η αόριστη προβολή των ισχυρισμών αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά και να απαντήσει σ' αυτούς. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, προκειμένου να γίνει μεταβολή της κατηγορίας και να τύχει ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης, ότι την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας την οποία αγόρασε και κατά τη σύλληψή του κατείχε την προμηθεύτηκε αποκλειστικά και μόνο για δική του χρήση, δεν αποτελεί απλή άρνηση της κατηγορίας της αγοράς και κατοχής , αλλά αυτοτελή ισχυρισμό για τον οποίο το δικαστήριο , σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον όμως αυτός προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με την επίκληση πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι η ποσότητα που προμηθεύτηκε είναι πρόσφορη για την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, προσδιορίζοντας το είδος των ναρκωτικών και την ποσότητα της ημερήσιας δόσης που είναι απολύτως αναγκαία σ' αυτόν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... ο κατηγορούμενος στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, από πρόθεση ενεργώντας, τέλεσε περισσότερες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Συγκεκριμένα: 1) κατά το χρονικό διάστημα από 30-11-2004 μέχρι 17-1-2005, κατείχε απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες υπό την έννοια της φυσικής εξουσίασής τους, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, αν και γνώριζε ότι τούτο απαγορεύεται. Ειδικότερα κατείχε 2.459 γραμ. ακατέργαστη ς ινδικής κάνναβης που είναι απαγορευμένη ναρκωτική ουσία. Από την ποσότητα αυτή 2.438,55 γραμ. είχε τοποθετήσει σε περιβάλλοντα χώρο αποθήκης του Δημ. Διαμερίσματος ....., του οποίου τη νομή και κατοχή είχε αυτός, αφού το χώρο αυτό επισκεπτόταν συχνά. και αποθήκευε διάφορα πράγματα για τις ανάγκες της οικογενείας του καθώς και ξύλα στον περιβάλλοντα χώρο. 2) Στις 3-12-2004 πώλησε ποσότητα 2,3 γραμμαρίων της άνω ναρκωτικής ουσίας αντί τιμήματος στο ....., αν και γνώριζε ότι τούτο απαγορεύεται και 3) στις 13-1-2005 πώλησε στον ..... από την ίδια ως άνω ποσότητα 20 γραμ., αντί τιμήματος 120 ευρώ. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε ο κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (βλ. και την από 14-1-2005 έκθεση ερεύνης και κατασχέσεως δύο ζυγαριών ακριβείας) καθόσον από την επανειλημμένη διάπραξη της πώλησης προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτού για τη διάπραξη τέτοιων πράξεων, αφού και στο παρελθόν έχει ασχοληθεί, όπως πιο κάτω αναφέρεται με τα ναρκωτικά, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ακόμη αποδεικνύεται ότι αυτός είναι και υπότροπος αφού μέσα στην προηγούμενη δεκαετία είχε καταδικασθεί αμετακλήτως για παραβάσεις του νόμου "περί ναρκωτικών" σε βαθμό κακουργήματος με την 120/12-9-1996 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, σε κάθειρξη 5 ετών. Περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 12§4 Ν. 1729/87 δεν συντρέχει, πρωτίστως για το λόγο ότι η ποσότητα που προμηθεύτηκε και κατείχε (2.459 γραμ.) δεν χαρακτηρίζεται ως " μικροποσότητα" όπως απαιτεί το άνω άρθρο. Ο κατηγορούμενος αυτός δεν είναι τοξικομανής, υπό την έννοια ότι έχει αποκτήσει τη συνήθεια της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις. Ο σχετικός ισχυρισμός του, δεν αποδεικνύεται και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι η από 16-6-2005 έκθεση της ψυχιάτρου ....., που δεν αποτελεί αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο για την παραδοχή της ιδιότητας αυτής, δεν συνεπικουρείται και από τα άλλα αποδεικτικά. Η εξέταση του κατηγορουμένου έγινε έξι (6) μήνες μετά τη σύλληψή του και την προσωρινή του κράτηση το διάστημα αυτό στις φυλακές. Η άποψη της ψυχιάτρου δεν στηρίζεται σε εργαστηριακά ευρήματα, ούτε σε εκείνα, μετά από παρακολούθηση τουλάχιστον πέντε (5) ημερών σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα. Ούτε, όπως διατείνεται η ίδια, μετά το σωματικό του έλεγχο διαπίστωσε συνοδά στοιχεία δηλ. ουλές από νύξεις των φλεβών. Η γνωμάτευσή της στηρίχθηκε αποκλειστικά στη λήψη του ιστορικού που της εξέθεσε ο ίδιος. Τούτο όμως είναι ενέργεια αντίθετη στην Υ.Α. 398217-10-1987 για τα κριτήρια διάγνωσης της εξάρτησης (βλ. άρθρ. 1 εδ.β' περ. τελευταία). Εξάλλου κατά την επί εξάμηνο, μέχρι την εξέτασή του, κράτησή του στις φυλακές, δεν εμφάνισε στερητικά σύνδρομα ή άλλες ψυχικές διαταραχές, ώστε να αντιμετωπισθούν από τους ιατρούς των φυλακών. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των παραπάνω πράξεων. Στον κατηγορούμενο, κατά. τη γνώμη τριών μελών του Δικαστηρίου, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του (άρθρ. 84§2δ Π.Κ.). Δύο μέλη του Δικαστηρίου (η Πρόεδρος Ε. Περράκη και ο Εφέτης Α. Τριαντόπουλος) είχαν τη γνώμη ότι δεν έπρεπε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό τούτο, αφού αυτός δεν ομολόγησε όλες τις πράξεις του. Ομόφωνα το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί το έτερο ελαφρυντικό (άρθρο 84§2ε Π.Κ.) καθόσον ο κατηγορούμενος από την τέλεση των ως άνω πράξεων μέχρι σήμερα, δεν ζει ελεύθερα αλλά στη φυλακή ...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαίο να γίνεται στην απόφαση συσχέτιση και αξιολογική σύγκριση των αποδεικτικών μέσων και αναλυτική αναφορά περί του τι προκύπτει ξεχωριστά από καθένα από αυτά. Εξάλλου διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην ουσιαστική κρίση ότι ο αναιρεσείων είχε την φυσική εξουσία επί της ναρκωτικής ουσίας η οποία κατασχέθηκε και για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την πράξη της κατοχής δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται ο σκοπός του κατηγορουμένου να διακινήσει την ναρκωτική ουσία, σκοπός που σε κάθε περίπτωση προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως για την κατ' εξακολούθηση πώληση. Περαιτέρω επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων για τις οποίες ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών (κατάσχεση ζυγαριών ακριβείας), την εξακολουθητική τέλεση της πράξεως της πωλήσεως και την αναφορά προηγούμενης καταδίκης του κατηγορουμένου, την οποία, ταυτοχρόνως, ορθώς το δικαστήριο υπάγει στην έννοια της κατά το άρθρο 88 παρ.1 του Π.Κ υποτροπής, αφού δέχεται αμετάκλητη καταδίκη αυτού την προηγούμενη δεκαετία σε ποινή κάθειρξης με την αναφερόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Ομοίως επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί της συνδρομής των όρων του άρθρου 12 παρ.4 του Ν. 1729/1987, αφού δέχεται το δικαστήριο ότι η κατασχεθείσα ποσότητα σε συνδυασμό με την πράξη της εξακολουθητικής πώλησης, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή της άνω διατάξεως. Περαιτέρω και εν σχέσει με τον περί τοξικομανίας αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, την ιδιότητα αυτή ρητώς το δικαστήριο αποκλείει με εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με την παράθεση αναλυτικών σκέψεων με τις οποίες για το ζήτημα αυτό άγεται σε αντίθετη ουσιαστική κρίση από εκείνη της πραγματογνώμονος η οποία περιέχεται στην αναγνωσθείσα έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Εξάλλου, με μόνη την επίκληση μη παραβατικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του στις φυλακές, δεν θεμελιώνεται η προβολή του ελαφρυντικού από το άρθρο 84 παρ.2ε'του Π.Κ και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού. Τέλος, οι αιτιάσεις με τις οποίες ο αναιρεσείων αναφέρεται στις μαρτυρικές καταθέσεις και τις επικαλείται για να αποδώσει σφάλμα στην απόφαση, είναι απαράδεκτες γιατί υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθία, ο μόνος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Πρέπει, επομένως, να απορριφεί και η δεύτερη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 19-3-2008 και από 21-7-2008 αιτήσεις του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 33/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεως αναιρέσεως του αυτού αναιρεσείοντος. Απόρριψη της πρώτης ως απαράδεκτης (αόριστης). Έννοια και στοιχεία κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών (ινδική κάνναβη). Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη και απόρριψη ισχυρισμού για τοξικομανία και λοιπών ελαφρυντικών περιστάσεων. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
| 0
|
Αριθμός 2498/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 326/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενες τις: 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 731/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιτλιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 406/12.08.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 70/14-4-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 κατά του υπ'αριθ. 326/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αρ. 3531/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 326/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με την κρινόμενη αίτησή της, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με θυροκόλληση την 14-3-2008, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΠΚ. Στη συνέχεια επιδόθηκε και στον διορισθέντα αντίκλητό της δικηγόρο Αθηνών Ζήση Κωνσταντίνου την 4-4-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε την 14-4-2008, ημέρα Δευτέρα, δηλαδή μέσα στην δεκαήμερη προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, αυτοπροσώπως από την ίδια ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 70/14-4-2008 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η απόλυτη ακυρότητα και η υπέρβαση εξουσίας.
Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για κακούργημα.
Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2. Απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ παρεχόμενο δικαίωμα στον διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το Συμβούλιο Εφετών είναι υποχρεωμένο, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει την άρνησή του με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων, οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ'αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινήσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν, χωρίς επαρκή αιτιολογία, απορρίψει το υποβληθέν αίτημα, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά τα προεκτεθέντα. Εξυπακούεται ότι η από τον διάδικο υποβαλλόμενη αίτηση εμφανίσεως, για να δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση του Συμβουλίου, πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά και ισχυρισμούς προς απόκρουση ή υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση και να είναι νέοι, με την έννοια να μην αποτελούν απλή επανάληψη εκείνων που περιλαμβάνονται στα υπομνήματα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως ή και μεταγενέστερα κατά την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο ή περιέχονται στην απολογία του κατηγορουμένου, τα οποία τέθηκαν υπόψη και είναι ήδη γνωστά στο Συμβούλιο (ΑΠ 1071/2008, ΑΠ 2203/2007, ΑΠ 1787/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με αίτημα που υπέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ζήτησε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο, προκειμένου να παράσχει επί της υποθέσεως διευκρινήσεις. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και με δικές του αποκλειστικά σκέψεις απέρριψε με ρητή διάταξή του το αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, παραθέτοντας την ακόλουθη αιτιολογία: "...... δεδομένου ότι στη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως που διεξήχθη είχαν άνεση χρόνου και τόσο προφορικά κατά τις απολογίες τους, όσο και εγγράφως με την υποβολή εκτενών υπομνημάτων, ακόμη και ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, ανέπτυξαν εκτενώς τις απόψεις τους, έτσι ώστε παρέλκει η περαιτέρω ανάπτυξή τους με την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τούτων ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου". Εκ της απορριπτικής, κατά τα ανωτέρω, διατάξεως του προσβαλλομένου βουλεύματος του αιτήματος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, ούτε δημιουργήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ή της υπερβάσεως εξουσίας, αφού το Συμβούλιο απάντησε επ'αυτού ρητά, χωρίς, όπως αναφέρθηκε, να είναι υποχρεωμένο να διατάξει την εμφάνιση, ενώ και η αναφερόμενη αιτιολογία της απορριπτικής αυτής διατάξεως του βουλεύματος είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Αυτό δε γιατί πράγματι η αυτοπρόσωπη εμφάνιση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο Συμβούλιο είναι περιττή όταν αυτή έχει αναπτύξει τις απόψεις της με υπομνήματα ή αιτήσεις και η υπόθεση δεν εμφανίζει κενά προς διευκρίνηση. Η απορριπτική αυτή διάταξη δεν προσκρούει εξάλλου ούτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος, για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, ούτε στα άρθρα 5 παρ. 3, 4 και 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ. Τέλος η μετά την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος εκδίκαση της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στην ουσία της, δεν δημιούργησε ούτε τον αναιρετικό λόγο της υπερβάσεως εξουσίας. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον συναφή λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, άλλως ανεπαρκής αιτιολογία και περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του συμβουλίου (ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 544/2005). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή ή διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006, ΑΠ 1479/2004). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 1364/2006).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου, όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και ειδικότερα από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμώ και προς τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα περιστατικά της υποβληθείσης κατ' αυτών εγκλήσεως του Ψ, την ανωμοτί εξέταση αυτού ενώπιον της ανακρίτριας του 15ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως πολιτικώς ενάγοντος, το υπόμνημα του Ψ και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα κάτωθι εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά: Ο Ψ, δικαστικός επιμελητής, με την από 21-1-2005 έγκληση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατήγγειλε ότι στις 21-4-1991 ήλθε σε γάμο με την Χ1, (πρώτη κατηγορουμένη-εκκαλούσα), με την οποία απέκτησε δύο θήλεα τέκνα τα οποία γεννήθηκαν στις 5-1-1992 το ένα και στις 14-11-1996 το έτερο. Ότι εκτός από τα δύο αυτά παιδιά, στις 7-3-1995 γεννήθηκε στο μαιευτήριο "...", στην ..., ένα θήλυ τέκνο αυτού και της συζύγου του, το οποίο άμα τη γεννήσει του διαπιστώθηκε ότι έπασχε από σύνδρομο DOWN, και, προκειμένου να μην κλονιστεί η ψυχική υγεία της συζύγου του και μητέρας του τέκνου Χ1, εξ αιτίας της παθήσεως αυτής του παιδιού, μετά από σχετική συνεννόηση με τον ιατρό μαιευτήρα-γυναικολόγο, συμφωνήθηκε να ανακοινωθεί στην μητέρα ότι δήθεν το παιδί αυτό γεννήθηκε νεκρό, οπότε πράγματι ο ιατρός μετέβη στο δωμάτιο της ανωτέρω και της ανακοίνωσε ότι το παιδί γεννήθηκε νεκρό. Κατόπιν δε υποδείξεως του ιατρού, το παιδί εισήχθη για περαιτέρω ιατρική φροντίδα στις 10-3-1995 σε ιδιωτική παιδιατρική κλινική , όπου και παρέμεινε μέχρι τις 3-10-1995 εν αγνοία της μητέρας του. Στις 2-10-2005, οι λοιπές κατηγορούμενες, οι οποίες τυγχάνουν αδελφές της συζύγου του Χ1 (η δεύτερη και τρίτη, Χ2 και Χ3) και μητέρα της συζύγου του (η τέταρτη, Χ4), απεκάλυψαν στην Χ1 την αλήθεια, ότι δηλαδή το παιδί είχε γεννηθεί ζων και ότι έπασχε από σύνδρομο DOWN και είχε εισαχθεί σε ιδιωτική παιδιατρική κλινική. Η Χ1 τότε απαίτησε να εξέλθει το παιδί από την κλινική και να μεταφερθεί στην οικία τους. Την επομένη ημέρα 3-10-1995, ο εγκαλών μετέβη με την Χ3 (αδελφή της συζύγου του) στην Ευρωκλινική Παίδων ..... και παρέλαβε το παιδί το οποίο και μετέφερε εν συνεχεία και εγκατέστησε στην οικία της πεθεράς του Χ4. Έκτοτε και μέχρι τις 20-11-1995 παρατήρησε δύο φορές ότι η σύζυγος του είχε λούσει το παιδί και το κρατούσε βρεγμένο στην ταράτσα τη μία φορά, εκτεθειμένο στο ψύχος, και εντός της οικίας των την δεύτερη φορά, εκτεθειμένο όμως και πάλιν σε ψύχος, και της έκανε δριμείες παρατηρήσεις. Στις 20-11-1995 και ενώ βρισκόταν στην εργασία του, περί ώρα τρεις το απόγευμα, η σύζυγός του, του τηλεφώνησε και του είπε να επιστρέψει γρήγορα στο σπίτι. Εκείνος τότε επέστρεψε και άμα τη αφίξει του η σύζυγός του, του ανακοίνωσε ότι όλα είχαν τελειώσει και ότι είχε σκοτώσει το παιδί τους, ειδικότερα δε το είχε πνίξει με ένα μαξιλάρι, με τη βοήθεια της αδελφής της Χ2, η οποία του κρατούσε τα πόδια, χαρακτηριστικά δε του ανέφερε: "μας ταλαιπώρησε το άτιμο". Κατόπιν δε ήλθε στην οικία τους ένας άγνωστος σε αυτόν άνδρας, για τον οποίο έμαθε αργότερα πως ήταν συνεργάτης του γραφείου τελετών του Α και παρέλαβε το νεκρό παιδί του, το οποίο η πεθερά του είχε τοποθετήσει μέσα σε ένα χαρτοκιβώτιο, όλοι δε μαζί μετέβησαν στο νεκροταφείο της ... όπου και έγινε η κηδεία του παιδιού την ίδια ημέρα (20-11-1995). Η σύζυγός του, του είπε να μην καταγγείλει το γεγονός αυτό διότι θα έμπλεκε και ο ίδιος και θα πήγαιναν όλοι τους φυλακή και το πρώτο παιδί τους που είχε γεννηθεί στις 5-1-1992, θα βρισκόταν στο δρόμο. Για τον θάνατο συντάχθηκε ληξιαρχική πράξη θανάτου από τον ιατρό Ι, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος του παιδιού επήλθε δήθεν από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια και συγγενή καρδιοπάθεια. Μετά την υποβολή της εγκλήσεως αυτής του Ψ στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, παραγγέλθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, (σχετ. η Γ05/325/3-2-2005 παραγγελία του εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς το 1° Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής της ΔΑΑ) και ακολούθως, μετά την περάτωση της προκαταρκτικής εξετάσεως ασκήθηκε κατά των εκκαλουσών ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και άμεση και απλή συνεργεία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Από το συλλεγέν εν γένει κατά τα ανωτέρω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι στις 7-3-1995, στο μαιευτήριο "..." στην ..., η Χ1 γέννησε ένα θήλυ τέκνο, βάρους 3.400 γρ. το οποίο είχε τρισωμία 21, δηλαδή σύνδρομο DOWN. Χαρακτηριστικά του συνδρόμου αυτού, που λέγεται και μογγολισμός, είναι η μικροκεφαλία, η βραχυκεφαλία και το πεπλατυσμένο ινίο. Οι οφθαλμοί είναι λοξοί και οι επικάνθιες πτυχές συνήθως φαίνονται. Η ράχη της μύτης είναι πεπλατυσμένη, το στόμα συχνά παραμένει ανοικτό, λόγω της μεγάλης και προβάλλουσας γλώσσας η οποία είναι αυλακωτή χωρίς την κεντρική σχισμή και τα αυτιά είναι μικρά με τις έλικες διπλωμένες κάτω. Τα χέρια είναι μικρά και φαρδιά, με μία μόνο παλαμιαία πτυχή (πιθηκοειδής πτυχή). Τα δάκτυλα είναι κοντά, με κλινοδακτυλία (καμπύλωση) του 5ου δακτύλου, ο οποίος συχνά έχει μόνο 2 φάλαγγες. Στα πόδια υπάρχει μεγάλο κενό μεταξύ 1ου και 2ου δακτύλου και μία πελματιαία αύλακα εκτείνεται προς τα πίσω. Η σωματική και διανοητική ανάπτυξη καθυστερούν και ο μέσος IQ είναι περίπου 50 (βλ. σχετ. κατάθεση Ιατροδικαστού ..... και συνημμένη στην κατάθεση βιβλιογραφία). Σύμφωνα με τις καταθέσεις των ιατρών-παιδιάτρων του μαιευτηρίου "..." Β και Γ, οι οποίοι εξέτασαν το παιδί μετά τη γέννησή του (η εφημερεύουσα Γ την ημέρα της γεννήσεως του και ο Β στις 9 και 10/3/1995), τούτο, πλην του συνδρόμου DOWN, δεν έπασχε από κάποια άλλη συγγενή ανωμαλία και κυρίως συγγενή καρδιοπάθεια και ήταν κλινικά άριστο. Οι καταθέσεις των παιδιάτρων βασίζονται στα έγγραφα του μαιευτηρίου "...", αντίγραφα των οποίων περιέχονται στην δικογραφία, σύμφωνα δε με τα έγγραφα αυτά(διάγραμμα νεογνού, υπερηχογράφημα νεογνού, εξέταση χολερυθρίνης αίματος, εξέταση βρέφους μετά τη γέννηση του), η κλινική κατάσταση του παιδιού ήταν άριστη και βαθμολογήθηκε 'στην κλίμακα APGAR με 8 στα 10. Η κλίμακα αυτή αφορά την γενική κατάσταση του παιδιού αμέσως μετά τη γέννηση του, ειδικότερα δε τους καρδιακούς παλμούς, την αναπνοή, τον μυϊκό τόνο, το χρώμα, την αντίδραση στα ερεθίσματα. Το παιδί βαθμολογήθηκε με 8 στα δέκα διότι ήταν ωχρό και δεν έβηξε αμέσως αλλά σύμφωνα με την κατάθεση της παιδιάτρου Γ, τα περισσότερα φυσιολογικά παιδάκια παρουσιάζουν τέτοιου είδους μικροπροβλήματα, κανένα δε σχεδόν παιδάκι δεν βαθμολογείται με 10 στα 10 της κλίμακας APGAR. Ο μαιευτήρας Δ, ο οποίος πραγματοποίησε τον τοκετό, στην από 28-11-2005 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε και τους δυο γονείς σχετικά με το σύνδρομο DOWN του παιδιού, ειδικότερα δε τον πατέρα αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού και την μητέρα αμέσως μετά την πλήρη ανάνηψή της, και οι αντιδράσεις των γονέων ήταν φυσιολογικές και όχι ακραίες, ήτοι στενοχωρήθηκαν αρκετά. Ο Ψ όμως στις περιεχόμενες στην δικογραφία καταθέσεις του ισχυρίζεται ότι ο ιατρός Δ δεν ενημέρωσε την μητέρα σχετικά με το σύνδρομο DOWN του παιδιού για να μην υποστεί ψυχικό κλονισμό και προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες ακραίες αντιδράσεις της και μετά από συνεννόηση με αυτόν (πατέρα) και τις αδελφές της συζύγου του, συμφωνήθηκε να της αναφέρουν ότι δήθεν το παιδί γεννήθηκε νεκρό. Τούτο επιβεβαιώνει και η μητέρα του παιδιού Χ1 καθώς επίσης και οι κατηγορούμενες αδελφές αυτής και η μητέρα της, που στις απολογίες των και στις ανωμοτί καταθέσεις των που ελήφθησαν κατά την προκαταρκτική εξέταση ισχυρίζονται ότι ο ιατρός, μετά προηγηθείσα συνεννόηση με τον πατέρα, ανακοίνωσε στην επίτοκο ότι το παιδί γεννήθηκε νεκρό. Αλλά και οι σύζυγοι των αδελφών Ε (σύζυγος της Χ3) και Ζ (σύζυγος της Χ2), καταθέτουν ότι την ημέρα της γεννήσεως του παιδιού, πληροφορήθηκαν από τις συζύγους τους ότι τούτο είχε δήθεν γεννηθεί νεκρό. Η άποψή μας είναι ότι ο ιατρός πράγματι δεν ενημέρωσε την μητέρα και τούτο όχι μόνον εκ του λόγου ότι τόσον ο πατέρας όσο και οι εκκαλούσες καταθέτουν ότι ανέφερε εις αυτήν ότι το παιδί γεννήθηκε νεκρό, αλλά και διότι στις 10-3-1995, το παιδί εισήχθη στην ... προκειμένου να μην έλθει σε επαφή μαζί του η μητέρα, από την οποία και είχε αποκρυφθεί το γεγονός της γεννήσεως ζώντος του παιδιού αλλά με σύνδρομο DOWN. Η εισαγωγή του παιδιού στην ... έλαβε χώρα στις 10-3-2005. Η εν λόγω κλινική, (σήμερα φέρει την επωνυμία ...), με το από 11-1-2006 έγγραφό της προς την Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, αναφέρει ότι δεν υπάρχουν στο αρχείο της στοιχεία των ιατρών που παρακολουθούσαν το ως άνω βρέφος, από δε τον έλεγχο του ιατρικού φακέλου πιθανολογείται λόγω των δυσανάγνωστων υπογραφών, ότι νοσηλεία στο παιδί παρέσχον οι νοσηλεύτριες Η και Θ, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Από το περιεχόμενο στη δικογραφία αντίγραφο φύλλου νοσηλείας του παιδιού στην ως άνω κλινική, συνάγεται ότι τούτο εισήχθη με σύνδρομο DOWN και ίκτερο και κανένα άλλο πρόβλημα. Κατά συνέπεια ο μοναδικός λόγος εισαγωγής του στην κλινική ήτο να αποκρυφθεί από την μητέρα το γεγονός ότι έτεκε παιδί με το παραπάνω σύνδρομο. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο παιδίατρος Β εξέτασε το παιδί στις 9 και στις 10-3-1995 και δεν διεπίστωσε την ύπαρξη κάποιου προβλήματος υγείας. Τόσο δε ο πατέρας στις καταθέσεις του, όσον και οι κατηγορούμενες αδελφές αλλά και η μητέρα της Χ1, κατηγορουμένη Χ4, δεν αναφέρουν στις απολογίες τους κάποιο πρόβλημα υγείας του παιδιού, λόγω του οποίου να καθίσταται αναγκαία η εισαγωγή τούτου στην ως άνω κλινική στις 10-3-1995. Αν υπήρχε δε πράγματι τέτοιο πρόβλημα, θα αναγραφόταν και στον τηρούμενο φάκελο εξετάσεων στο μαιευτήριο "..." και θα συνίστατο από τον ως άνω παιδίατρο του μαιευτηρίου η εισαγωγή του παιδιού σε παιδιατρική κλινική η στο Νοσοκομείο Παίδων. Στο φύλλο νοσηλείας της παιδιατρικής κλινικής παρά ταύτα αναγράφεται: "Το παιδί σε σοβαρή κατάσταση. Αφυδατωμένο, με κυάνωση, με δύσπνοια, χωρίς σφυγμό, βραδυκαρδία, 50 το λεπτό". Παρατηρώντας όμως το φύλλο νοσηλείας διαπιστώνουμε ότι η ένδειξη αυτή, η οποία είναι ανυπόγραφη και δεν φέρει όνομα έστω ιατρού ή νοσηλευτού, αναφέρεται στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν το παιδί περί ώρα 5.00 της 23-3-1995, αφού η ημεροχρονολογία αυτή αναγράφεται παραπλεύρως της εν λόγω ενδείξεως. Από το φύλλο νοσηλείας προκύπτει ότι το παιδί παρουσίασε αναπνευστική δυσχέρεια κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-1995 μέχρι τις 26-3-1995 ή το πολύ μέχρι τις 31-3-1995. Έκτοτε και δη από την 1-4-1995 και την ημεροχρονολογία της εξόδου του από την ως άνω κλινική (3-10-1995), δεν παρουσίασε κανένα άλλο πρόβλημα και το παιδί εξήλθε υγιές. Σημειωτέον δε ότι στο φύλλο νοσηλείας περιγράφονται τα παραπάνω συμπτώματα, χωρίς όμως να αναγράφεται συγχρόνως και κάποια διάγνωση συγκεκριμένης νόσου, στην οποία και να οφείλονται τα συμπτώματα αυτά. Το γεγονός της εισαγωγής του παιδιού στην ιδιωτική παιδιατρική κλινική γνώριζαν ο εγκαλών Ψ, καθώς και οι αδελφές και η μητέρα της συζύγου του. Οι ανωτέρω, σύμφωνα με τον Ψ, κατά το χρονικό διάστημα που το παιδί βρισκόταν στην παιδιατρική κλινική, ασκούσαν πιέσεις σε αυτόν, λέγοντας του ότι έπρεπε να αποκαλύψει στη σύζυγο του την αλήθεια και ότι δεν έπρεπε να καταπίνει τις στενοχώριες μόνος του. Εν τέλει δε, μετά παρέλευση ολίγων μηνών και δη στις 2-10-1995, απεκάλυψαν οι ίδιες στην Χ1 την αλήθεια, ότι δηλαδή το παιδί είχε γεννηθεί ζων , ότι έπασχε από σύνδρομο DOWN και ότι είχε εισαχθεί και παρέμενε στην ως άνω αναφερομένη κλινική. Ο Ψ καταθέτει ότι όταν η σύζυγός του πληροφορήθηκε ότι το παιδί ζούσε, τον απεκάλεσε "ηλίθιο" και του είπε ότι έπρεπε να το είχε αποτελειώσει μέσα στο χειρουργείο την ημέρα της γεννήσεώς του, απαίτησε δε από αυτόν να εξάγει το παιδί από την κλινική και να το φέρει στην οικία τους. Ο εγκαλών υπάκουσε διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, θεώρησε ότι η σύζυγός του θα ανέτρεφε το παιδί στην οικία τους και την επομένη ημέρα 3-10-1995, μετέβη με την κουνιάδα του Χ3 στην κλινική και παρέλαβε το παιδί, το οποίο όμως η σύζυγος του αρνήθηκε να εγκαταστήσει στην οικία τους, αλλά εγκατέστησε στο διαμέρισμα της μητέρας της. Σημειωτέον ότι οι εκκαλούσες αδελφές και η μητέρα αυτών, διέμεναν άπασες στην επί της οδού ..... τριώροφη οικία, στο ..... . Στο ισόγειο της οικίας αυτής διέμενε η Χ4 (μητέρα), στο πρώτο όροφο η Χ3, στον δεύτερο η Χ2 και στον τρίτο η Χ1. Η τελευταία, πρόβαλε ως δικαιολογία της αρνήσεως της να εγκαταστήσει το βρέφος στο διαμέρισμά της, το ενδεχόμενο του ψυχολογικού επηρεασμού της κόρης της Χ4, από την αιφνιδιαστική εμφάνιση και εγκατάσταση αυτού. Το γεγονός της υπάρξεως και εγκαταστάσεως του παιδιού, αποκρύφθηκε όχι μόνον από τους γείτονες και τους γνωστούς της οικογένειας, (βλ. σχετ. ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ..., ..., ..., από τις οποίες συνάγεται ότι καίτοι είχαν επισκεφθεί το διαμέρισμα της Χ4, εν τούτοις δεν είχαν πληροφορηθεί την ύπαρξη του βρέφους), και από την καθαρίστρια Κ, για την οποία ο Ψ καταθέτει ότι καθάριζε το ισόγειο και την έπαυσαν από καθαρίστρια για να μην αντιληφθεί την ύπαρξη του παιδιού, αλλά και από τους Ε (σύζυγο της Χ3) και Ζ(σύζυγο της Χ2). Ο Ψ καταθέτει ότι μετά πάροδο είκοσι περίπου ημερών από την εξαγωγή του βρέφους από την παιδιατρική κλινική, διαπίστωσε ότι η σύζυγος του, βραδινή ώρα, βρισκόταν στην ταράτσα της τριώροφης οικίας και κρατούσε στην αγκαλιά της το βρέφος λουσμένο και βρεγμένο. Επίσης άλλη μια φορά διαπίστωσε ότι η ανωτέρω είχε ανοίξει όλες τις μπαλκονόπορτες του διαμερίσματός της, προκειμένου να σχηματίζεται ρεύμα αέρος και κρατούσε στην αγκαλιά της το βρέφος λουσμένο. Στις έντονες δε διαμαρτυρίες του, και στις δύο περιπτώσεις, η ανωτέρω τον απεκάλεσε "ηλίθιο" και του είπε ότι αυτός έφταιγε για όλα, ο δε εγκαλών ερμηνεύει τη φράση της αυτή ως απόδοση σε αυτόν τον ίδιο, ευθύνης, για μη θανάτωση από μέρους του παιδιού αμέσως μετά τη γέννηση του. Με τις ενέργειές της δε αυτές, η ανωτέρω, διατείνεται ο εγκαλών, επεδίωκε να κρυολογήσει σοβαρά το βρέφος και να πεθάνει. Το βρέφος δεν το εξέτασε κανένας γιατρός κατά το χρόνο που βρισκόταν εν κρυπτώ στην οικία της Χ4. Στις 20-11-1995, το βρέφος πέθανε. Σύμφωνα με τον Ψ, κατά τον χρόνο του θανάτου του βρέφους, ο ίδιος βρισκόταν στην δουλειά του και περί ώρα 15.00' περίπου, του τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο ..... η σύζυγός του, η οποία του ζήτησε να επιστρέψει πάραυτα στην οικία τους, χωρίς να του δώσει κάποια εξήγηση. Όταν δε αυτός επέστρεψε, βρήκε τη σύζυγο του, έξωθι του διαμερίσματος της πεθεράς του, και την άκουσε να του λέει ικανοποιημένη: "Όλα τελείωσαν. Το μωρό δεν υπάρχει πια, είναι νεκρό". Του ανέφερε δε εν συνεχεία, ότι οι εκκαλούσες είχαν αποφασίσει να θέσουν τέλος στο μαρτύριο της ανατροφής του άρρωστου αυτού παιδιού, ότι η αδελφή της Χ3 (οδοντίατρος που διατηρούσε οδοντιατρείο στο ισόγειο διαμέρισμα της ως άνω τριώροφης οικίας), επεχείρησε αρχικά, την ημέρα εκείνη (20-11-1995) να το θανατώσει με ενδοφλέβια ένεση αλλά δεν το κατόρθωσε και εν συνεχεία, η ίδια ( δηλαδή η σύζυγός του Χ1), το έπνιξε με ένα μαξιλάρι και κατά την ενέργειά της αυτή η αδελφή της Χ2, κρατούσε τα πόδια του βρέφους, για να την διευκολύνει. "'Ασε και μας ταλαιπώρησε το άτιμο", του ανέφερε χαρακτηριστικά η σύζυγός του, η οποία δεν παρέλειψε να του επισημάνει πως στην περίπτωση που θα κατήγγειλε το έγκλημα, θα ενεπλέκετο και ο ίδιος και το παιδί τους θα έμενε στους δρόμους. Οι εκκαλούσες, στις απολογίες τους ισχυρίζονται ότι το βρέφος πέθανε αιφνιδίως τα ξημερώματα της 20-11-1995, από αιτία άγνωστη, ενώ κοιμόταν στην κούνια του, στο διαμέρισμα της μητέρας του Χ1 και ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο πατέρας Ψ βρισκόταν στο διαμέρισμα. Ο Ψ όμως προσκομίζει και επικαλείται τις ....., ..... εκθέσεις επιδόσεως καθώς και την από 20-11-1995 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων (απόπειρα), ήτοι έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι στις 20-11-1995, τις ώρες 10.45, 13.40 και 14.00, ενεργούσε πράξεις στα πλαίσια των καθηκόντων του ως δικαστικός επιμελητής, τις οποίες και δεν θα ενεργούσε αν πράγματι είχε πεθάνει το παιδί του κατά τον χρόνο που αυτός βρισκόταν στην οικία του. Κατά συνέπεια από τα έγγραφα αυτά συνάγεται ότι το βρέφος δεν πέθανε προ της αναχωρήσεως του Ψ για την εργασία του και είναι βάσιμος ο ισχυρισμός αυτού περί του ότι ο θάνατος επήλθε κατά τον χρόνο που αυτός απουσίαζε και ειδοποιήθηκε από την σύζυγο του περί ώρα 15.00', σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω ο Ψ καταθέτει ότι η σύζυγός του, μετά την ανακοίνωση της εγκληματικής ενεργείας, του παρέδωσε ένα φάκελο, ο οποίος περιείχε το χρηματικό ποσό των 3.000.000 δραχμών, με την εντολή να μεταβεί στον ..... και να τον παραδώσει σε ένα κύριο που θα τον περίμενε στη γωνία απέναντι από το Αστυνομικό Τμήμα ... . Του εξήγησε πως τα χρήματα αυτά προορίζονταν για τα έξοδα της κηδείας του παιδιού. Πράγματι ούτος συνάντησε τον ανωτέρω στο σημείο όπου του είχε υποδείξει η σύζυγός του και του παρέδωσε τον φάκελο με τα χρήματα. Επέστρεψε δε στην οικία του, όπου έξωθι αυτής βρισκόταν ήδη ο κύριος στον οποίο είχε παραδώσει το φάκελο με τα ποσό των 3.000.000 δραχμών και στον οποίο η σύζυγος του παρέδωσε το νεκρό βρέφος μέσα σε ένα χαρτόκουτο. Ο άγνωστος τοποθέτησε το χαρτόκουτο με το νεκρό βρέφος στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου του και αναχώρησε. Ακολούθως, ο εγκαλών με τη σύζυγό του, την κουνιάδα του Χ3 και την πεθερά του Χ4, κατευθύνθηκαν στο νεκροταφείο της ..., όπου και έλαβε χώρα ο ενταφιασμός του παιδιού, το οποίο ενταφιάστηκε τοποθετημένο μέσα στο χαρτόκουτο, που έφερε ανά χείρας ο ανωτέρω άγνωστος, παραλήπτης του ποσού των 3.000.000 δραχμών. Ο δε ενταφιασμός έλαβε χώρα την ίδια ημέρα (20-11-1995). Οι ισχυρισμοί αυτοί του Ψ είναι βάσιμοι και ενισχύονται από τα κάτωθι αποδεικτικά στοιχεία: Σύμφωνα με τα προλεχθέντα, το βρέφος απεβίωσε αιφνιδίως στις 20-11-1995 και δη κατά χρόνο που ο εγκαλών δεν βρισκόταν στην οικία του. Καίτοι δε απεβίωσε αιφνιδίως, εν τούτοις η μητέρα αυτού, Χ1, δικηγόρος, αλλά και η εκ των αδελφών της Χ3, οδοντίατρος, δεν έπραξαν τα δέοντα για να πραγματοποιηθεί η σε περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων επιβαλλομένη νεκροψία-νεκροτομία επί του θανόντος βρέφους, εις τρόπον ώστε να διακριβωθεί η αιτία θανάτου αυτού. Η ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου ... ..., σχετικά με τον θάνατο του βρέφους, συντάχθηκε επί τη βάσει του από 20-11-1995 ιατρικού πιστοποιητικού θανάτου του ιατρού Ι, ως προς την δράση του οποίου λεκτέα τα ακόλουθα: Ο εν λόγω ιατρός δεν κλήθηκε στην οικία όπου βρισκόταν το νεκρό βρέφος για να εξετάσει αυτό. Στο ως άνω ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου βεβαιώνεται ότι ο θάνατος του παιδιού επήλθε από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια - συγγενή καρδιοπάθεια. Δεν αναφέρεται η ύπαρξη συνδρόμου DOWN. Ο συντάξας το πιστοποιητικό αυτό ιατρός, αρχικά ισχυρίστηκε ότι εξέτασε μακροσκοπικώς το νεκρό βρέφος στο Γραφείο Τελετών του Α και εκτιμώντας την κατάσταση του πτώματος, το οποίο δεν έφερε κακώσεις και το γεγονός ότι έπασχε από σύνδρομο DOWN, εξέδωκε το ως άνω πιστοποιητικό, το οποίο και υπέγραψε και έθεσε επ' αυτού την σφραγίδα του. Η δε υπογραφή του είχε ήδη θεωρηθεί επί του πιστοποιητικού αυτού, προ της συμπληρώσεώς του, από τον φίλο του, αξιωματικό της αστυνομίας Ξ, ο οποίος είχε βεβαιώσει την υπογραφή του επί ορισμένων πιστοποιητικών κενών περιεχομένου. Κατόπιν όμως ο εν λόγω ιατρός κατέθεσε ότι δεν εξέτασε ποτέ το νεκρό βρέφος και ότι το πιστοποιητικό θανάτου φέρει μεν την υπογραφή του, πλην όμως το περιεχόμενο συμπληρώθηκε εν αγνοία του. Επρόκειτο, σύμφωνα με τον Ι, για πιστοποιητικό από εκείνα που έφεραν την υπογραφή του, θεωρημένη από τον Ξ και τα οποία αυτός (Ι), είχε παραδώσει εν συνεχεία στον φίλο του Ο, που διατηρούσε Γραφείο Τελετών στην οδό ..., προκειμένου να τον εξυπηρετήσει για περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων που ελάμβαναν χώρα τη νύχτα. Χορήγησε δηλαδή τα υπογεγραμμένα αυτά πιστοποιητικά στον φίλο του Ο, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του, και του έδωσε την δυνατότητα σε περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων, να συμπληρώνει ο ίδιος αυτά, με την αιτία θανάτου. Εν τέλει σε τρίτη κατάθεση του ο Ι διατείνεται ότι δεν εξέτασε το νεκρό βρέφος και ότι το πιστοποιητικό, το συμπλήρωσε ο ίδιος κατά περιεχόμενο, αφού του το προσκόμισε ο Ο και για την συμπλήρωση αυτή ζήτησε και έλαβε το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών. Από την περιεχόμενη στην δικογραφία από 1-11-2005 Έκθεση Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης της ΔΕΕ, συνάγεται ότι το πιστοποιητικό θανάτου έχει συμπληρωθεί ως προς τις χειρόγραφες ενδείξεις της αιτίας θανάτου (Καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, Συγγενής καρδιοπάθεια), από τον Ι αλλά και ως προς άλλες ενδείξεις (Ι, ....., 95, 4.30, ....., οικίαν της, ....., ....., ΚΥΡΙΑΚΗ, 1995, 3,7, ελληνική, ....., .....). Ο Ξ επιβεβαιώνει το γεγονός της θεωρήσεως της υπογραφής του Ι επί κενών περιεχομένου πιστοποιητικών και ο Ο επιβεβαιώνει με την σειρά του την παραλαβή από μέρους του τέτοιων πιστοποιητικών. Ο Ο στην από 31-10-2005 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση διατείνεται ότι παρέδωσε στον συνάδελφο του Α, το ιατρικό πιστοποιητικό, κενό περιεχομένου, το οποίο έφερε την θεωρημένη κατά τ' ανωτέρω υπογραφή του ιατρού Ι. Σε μεταγενέστερη όμως εξέτασή του, κατ' αντιπαράσταση με τον ιατρό Ι, δεν αποκλείει να συμπλήρωσε πρώτα ο Ι το εν λόγω πιστοποιητικό και μετά να παρέδωσε αυτό στον Α. Ο τελευταίος διατείνεται ότι ο ιατρός Ι εξέτασε το νεκρό βρέφος στον νεκροθάλαμο του Πρώτου Νεκροταφείου, στις 20-11-1995, παρουσία του Μ, ο οποίος απασχολούταν στο Γραφείο Τελετών του Α. Ο Μ όμως δεν επιβεβαιώνει το γεγονός αυτό και στην από 21-4-2005 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση, καταθέτει ότι δεν είδε κανένα γιατρό να εξετάζει το νεκρό βρέφος. Επί τη βάσει των δεδομένων αυτών φρονούμε ότι το ιατρικό πιστοποιητικό εξεδόθη χωρίς προηγουμένως να έχει εξετασθεί το νεκρό βρέφος. Στην άποψη αυτή κατατείνουν οι καταθέσεις των ανωτέρω προσώπων, εκ των οποίων μόνον ο Α ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα εξέταση και διαψεύδεται από τον Μ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Αλλωστε αν είχε λάβει χώρα πράγματι εξέταση του νεκρού βρέφους, ο ιατρός δεν θα είχε χρησιμοποιήσει προς πιστοποίηση του θανάτου και της αιτίας αυτού, πιστοποιητικό εξ εκείνων, των κενών περιεχομένου, με θεωρημένο μόνο το γνήσιο της υπογραφής του ιατρού, που είχαν χορηγηθεί στον Ο, αλλά θα είχε καταρτίσει νέο πιστοποιητικό. Εφόσον επομένως δεν εξετάστηκε το νεκρό βρέφος, η αναγραφομένη στο πιστοποιητικό αυτό αιτία θανάτου (Καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, Συγγενής καρδιοπάθεια), δεν είναι η πραγματική αιτία θανάτου του βρέφους. Άλλωστε η διάγνωση της συγκεκριμένης αυτής αιτίας θανάτου, δεν είναι δυνατόν να γίνει μόνον με μακροσκοπική εξέταση αλλά απαιτείται και νεκροτομή. Μόνον δε το 35% των ασθενών με σύνδρομο DOWN, πάσχουν από τις ασθένειες αυτές (βλ. σχετ. καταθέσεις Ιατροδικαστού Μαριανού και σχετική βιβλιογραφία). Εν σχέσει με την άδεια ταφής λεκτέα τα εξής: Τον ενταφιασμό του νεκρού βρέφους ανέλαβε το Γραφείο Τελετών του Α, το οποίο λειτουργούσε στο όνομα της συζύγου του Ν, στην οδό ....., στην πλατεία του Πρώτου Νεκροταφείου Αθηνών. Ο Α γνωριζόταν με την οικογένεια Χ1-Χ2-Χ3-Χ4, διότι ήσαν συγχωριανοί, καταγόμενοι από χωριό της νήσου ..... . Σύμφωνα με τον Μ, ο οποίος τότε ήταν αστυνομικός εν ενεργεία αλλά παρά ταύτα εργαζόταν περιστασιακά στο Γραφείο Τελετών του Α, η άδεια ταφής εκδόθηκε επί τη βάσει του αναληθούς ιατρικού πιστοποιητικού, από το Αστυνομικό Τμήμα ..., την ίδια ημέρα του θανάτου του βρέφους, δηλαδή στις 20-11-1995. Ο Μ, στην από 21-4-2005 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση, καταθέτει ότι ο ίδιος παρέλαβε μέσα σε χαρτόκουτο το νεκρό βρέφος από την επί της οδού ..... οικία και με το αυτοκίνητό του το μετέφερε στον νεκροθάλαμο του Πρώτου Κοιμητηρίου. Ακολούθως δε, ο Α του παρέδωσε το αναληθές κατά περιεχόμενο πιστοποιητικό και μετέβη με αυτό, την ίδια ημέρα (20-11-1995), στο Αστυνομικό Τμήμα ..., προκειμένου να αιτηθεί την έκδοση αδείας ταφής. Εκεί συναντήθηκε με τον πατέρα του παιδιού και ανέβηκαν μαζί στο Τμήμα. Ο Μ δεν αποκλείει να του παρέδωσε ο πατέρας του παιδιού Ψ φάκελο, αλλά καταθέτει ότι δεν θυμάται το γεγονός αυτό. Καταθέτει όμως ότι η άδεια εκδόθηκε την ίδια ημέρα. Η άδεια ταφής παρά ταύτα φέρει ημεροχρονολογία 21-11-1995. Η εν λόγω άδεια δεν φέρει τα στοιχεία παρά μόνον την υπογραφή του συντάξαντος αυτήν Ανθυπαστυνόμου, που από την ανάκριση διακριβώθηκε ότι ήτο ο Λ, καθώς επίσης δεν φέρει και την στρογγυλή σφραγίδα του Τμήματος, και τον τίτλο της Υπηρεσίας. Σημειωτέον ότι ο Λ δεν ασκούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας στις 20-11-1995, άσκησε δε τοιαύτα καθήκοντα στις 21-11-1995, κατά τις ώρες 06.00'-14.00. Το γεγονός αυτό εξηγεί και το ότι η άδεια δεν φέρει τις παραπάνω σφραγίδες. Ο Λ, ευρισκόμενος την ημέρα εκείνη στο Τμήμα, χωρίς να έχει υπηρεσία (ανάπαυση λόγω πενθημέρου), δέχτηκε να εξυπηρετήσει τον συνάδελφο του Μ και να προβεί στην έκδοση της παραπάνω αδείας ταφής (βλ. σχετ. και τα αντίγραφα από το βιβλίο Κατάστασης Δύναμης του AT ...), εις τρόπον ώστε να καταστεί εφικτή η ταφή του βρέφους την ίδια ημέρα, έθεσε δε επί της αδείας ημεροχρονολογία 21-11-1995, οπότε και θα ασκούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας, εις τρόπον ώστε να φαίνεται ότι η άδεια εκδόθηκε δήθεν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Η άδεια αυτή, όπως προκύπτει από το ..... διαβιβαστικό έγγραφο του Αστυνομικού Τμήματος ..., διαβιβάστηκε στο Ληξιαρχείο του Δήμου ... στις 22-11-1995, μαζί με το ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του ιατρού Ι και επί τη βάσει των εγγράφων αυτών, συντάχθηκε στις 22-11-1995 η ως άνω αναφερομένη ληξιαρχική πράξη. Εν σχέσει με το πραγματικό γεγονός της ταφής του βρέφους, λεκτέα τα εξής: Ο Ψ και ο Μ καταθέτουν ότι η ταφή έγινε την ίδια ημέρα (20-11-1995) μεταξύ των ωρών 16.00'- 17.00'·.· Στα βιβλία του νεκροταφείου αναγράφονται διαφορετικές ημεροχρονολογίες ταφής, ήτοι στο αλφαβητικό βιβλίο αναγράφεται ως ημεροχρονολογία ταφής η 21-11-1995, ενώ στο ημερολόγιο η 22-11-1995. Σύμφωνα με την από 22-4-2005 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Π, υπαλλήλου του Δήμου ... που ασκεί διοικητική εποπτεία στο Δημοτικό Νεκροταφείο ..., οι υπάλληλοι οι οποίοι καταχωρούν την ταφή στα σχετικά βιβλία, δεν έχουν ιδίαν αντίληψη των γεγονότων στο νεκροταφείο και προβαίνουν στις καταχωρήσεις βάσει της αδείας ταφής. Επομένως από τις καταχωρήσεις στα βιβλία του νεκροταφείου, οι οποίες μάλιστα διαφέρουν μεταξύ των, δεν δύναται να λεχθεί ότι οι καταθέσεις των Ψ και Μ, εν σχέσει με την ημεροχρονολογία ταφής, είναι αβάσιμες. Οι εκκαλούσες, στις ανωμοτί καταθέσεις των τις ληφθείσες εις τα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης, ισχυρίζονται ότι η ταφή έγινε στις 22-11-1995. Στις απολογίες των ενώπιον της ανακρίτριας του 15ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών οι εξ αυτών Χ2, Χ3 και Χ4, αναφέρουν ότι η ταφή έλαβε χώρα στις 21-11-1995. Η Χ1 στο απολογητικό της υπόμνημα αναφέρει ότι θυμόταν ως ημεροχρονολογία ταφής την 21η-11ου-1995, αλλά ο Δήμος ... της χορήγησε την .....βεβαίωση από την οποία προκύπτει ότι το παιδί ενταφιάστηκε στις 22-11-1995. Οι αντιφάσεις αυτές των κατηγορουμένων ενισχύουν ακόμη περισσότερο τον ισχυρισμό των Ψ και Μ, εν σχέσει με την ημεροχρονολογία ταφής. Συμπερασματικά, επί τη βάσει των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι έχομε περίπτωση βρέφους πάσχοντος από σύνδρομο DOWN, το οποίο μετά την έξοδο του από την παιδιατρική κλινική, αποκρύπτεται από την μητέρα του, δεν παρακολουθείται από κανένα ιατρό, θεωρείται από στενούς συγγενείς και γείτονες ήδη νεκρό, και για τον αιφνίδιο θάνατο του οποίου εκδίδεται ένα ψευδές κατά περιεχόμενο ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου. Σημειωτέον δε ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το παιδί ενόσω ζούσε παρουσίασε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, πλην του χρονικού διαστήματος από 23-3-1995 μέχρι τις 26-3-1995 ή το πολύ μέχρι τις 31-3-1995. Το εν λόγω βρέφος ενώ φυλασσόταν κρυμμένο, απεβίωσε, και τότε η μητέρα απευθύνθηκε στον διατηρούντα Γραφείο τελετών ομοχώριό της Α, από τον οποίο και ζήτησε να φροντίσει για την ταφή του, χωρίς αυτό προηγουμένως να νεκροτομηθεί, προφανώς για να μην διακριβωθεί η ακριβής αιτία θανάτου και επί πλέον να μεριμνήσει για την ταφή του την ίδια ημέρα, την ημέρα του θανάτου του (20-11-1995). Ο δε Ας πέτυχε τα ανωτέρω με την βοήθεια των: Ο, Ι, Μ και Λ, έναντι όμως υψηλής αμοιβής ανερχομένης στο ποσό των 3.000.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλε την ίδια ημέρα ο Ψ και το οποίο η σύζυγός του Χ1 είχε δανεισθεί από την αδελφή της Χ3, την δε επομένη ημέρα (21-11-2995), ο Ψ ανέλαβε από την Εμπορική Τράπεζα ποσό 2.500.000 δραχμών προκειμένου να εξοφλήσει κατά το μεγαλύτερο μέρος του το δάνειο αυτό. Το χρηματικό αυτό ποσό δεν ήτο βεβαίως ανάλογο των εξόδων κηδείας, αφού το βρέφος ετάφη κείμενο σε χαρτόκουτο, αλλά εισπράχθηκε από τον Α ως αμοιβή για την παροχή των παραπάνω υπηρεσιών. Η καταβολή του σημαντικού αυτού χρηματικού ποσού, συνδυαζόμενη προς τα παραπάνω δεδομένα, καταδεικνύει ότι οι εκκαλούσες επεδίωξαν και πέτυχαν την ταχύτατη, άνευ νεκροψίας-νεκροτομίας ταφή του παιδιού, επί τη βάσει εγγράφων εις τα οποία βεβαιώθηκαν ψευδώς περιστατικά, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται. Τούτο δε έπραξαν διότι το βρέφος θανατώθηκε λόγω ασφυξίας από απόφραξη των αναπνευστικών στομίων της μύτης και του στόματος. Στην περίπτωση δε του θανάτου με τον τρόπο αυτό, υπάρχουν μακροσκοπικά ευρήματα (υπεραιμία, κυάνωση, αιμορραγικές μικροστίξεις, ασφυκτικές κηλίδες στον επιπεφυκότα του οφθαλμού), ο δε θάνατος από απόφραξη των αεροφόρων οδών ευκόλως βεβαιώνεται με την εκτέλεση και της νεκροτομίας, και για το λόγο αυτό έπρεπε να ταφεί πάραυτα το παιδί, πρόχειρα έστω, σε χαρτόκουτο, εις τρόπον ώστε να μην αποκαλυφθεί το έγκλημα. Η δε ταφή αυτή έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 2 του α.ν. 445/1968 που ορίζει ότι η ταφή παντός νεκρού επιτρέπεται μετά πάροδο 12 ωρών από του νομίμως πιστοποιουμένου θανάτου και σε περίπτωση νεκροτομής του πτώματος (που δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω), αμέσως μετ' αυτήν. Η θανάτωση του παιδιού με τον τρόπο αυτό προκύπτει εμμέσως και από το αποτέλεσμα της εκταφής του πτώματος και την ιατροδικαστική εξέταση των ανευρεθέντων οστών, από την οποία προέκυψε ότι στα οστά δεν διαπιστώθηκε-όσο αυτό ήτο δυνατόν λόγω της παλαιότητος αυτών-καμία κάκωση(κάταγμα) (Βλ. σχετ. το ..... έγγραφο της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών). Ενόψει των προεκτεθέντων φρονώ ότι προκύπτουν κατά των κατηγορουμένων αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκονται. Η Εξ αυτών Χ1, απεφάσισε να σκοτώσει και σκότωσε το ηλικίας τότε περίπου 9 περίπου μηνών βρέφος της, με απόφραξη των αεροφόρων οδών αυτού με τη χρήση μαξιλαριού, ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και δη έχουσα απόλυτο συνειδησιακή διαύγεια, ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη, νηφάλια στάθμιση των αιτίων που ωθούν προς το έγκλημα και εκείνων που απωθούν από αυτό. Η εν λόγω κατηγορουμένη προέβη στην ενέργειά της αυτή διότι εκτίμησε ότι η ανατροφή του παιδιού αυτού θα αποτελούσε ένα δυσβάστακτο βάρος για την ίδια και την οικογένειά της και επί πλέον θα την στιγμάτιζε κοινωνικά (βλ. καταθέσεις του συζύγου της). Η Χ2, παρέσχε στην ανωτέρω άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξεως, κρατώντας τα πόδια του βρέφους, εις τρόπον ώστε αυτό να μην αντιδρά κινώντας τα κατά την απόφραξη των αεροφόρων του οδών και να επέλθει πιο γρήγορα ο θάνατος του. Οι λοιπές κατηγορούμενες ενίσχυσαν και ενθάρρυναν την Χ1 στην τέλεση της πράξεως αυτής, με την ενεργό παρουσία τους στον τόπο τελέσεως του εγκλήματος, η οποία παρουσία τους συνάγεται από τις απολογίες των, στις οποίες παραδέχονται ότι κατά τον θάνατο του παιδιού βρίσκονταν και αυτές στην επί της οδού ..... οικία, η δε Χ1 σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, την ημέρα του θανάτου, ανακοίνωσε στον σύζυγο της ότι αύτη και οι λοιπές των κατηγορουμένων είχαν αποφασίσει να θέσουν τέλος στο μαρτύριο της ανατροφής του άρρωστου αυτού παιδιού, ότι η αδελφή της Χ3 επεχείρησε αρχικά, την ημέρα εκείνη (20-11-1995) να το θανατώσει με ενδοφλέβια ένεση αλλά δεν το κατόρθωσε και εν συνεχεία αυτή (Χ1) το σκότωσε με τον προπεριγραφέντα τρόπο. Οι εκκαλούσες αποδίδουν την έγκληση του Ψ στο γεγονός της πικρίας που αυτός αισθάνεται για το ότι η σύζυγός του, προ τη υποβολής της εγκλήσεως αυτής είχε αποφασίσει να διακόψει την έγγαμη συμβίωση της μαζί του. Όμως τα παραπάνω περιστατικά και δεδομένα καταδεικνύουν ότι προκύπτουν σε βάρος των εκκαλουσών αποχρώσες ενδείξεις ενοχής και για το λόγο αυτό φρονώ ότι ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε τις εκκαλούσες στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν για τις ως άνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και οι εφέσεις των πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους, να επικυρωθεί δε το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Δεν συντρέχει δε και περίπτωση να διαταχθεί περαιτέρω κυρία ανάκριση, προς διενέργεια και άλλων ανακριτικών πράξεων, ως αιτούνται οι εκκαλούσες με τις εφέσεις των, προς τον σκοπό όπως ερευνηθεί αν η Χ3 ανέλαβε από τις Τράπεζες το χρηματικό ποσό των 3.000.000 δραχμών για να το δανείσει στην αδελφή της Χ1, δεδομένου ότι ο εγκαλών Ψ κατέθεσε ότι την επομένη του θανάτου του βρέφους ανέλαβε από την Εμπορική Τράπεζα το ποσό των 2.500.000 δραχμών, γεγονός που αποδεικνύεται από το αντίγραφο του βιβλιαρίου καταθέσεων, προκειμένου να επιστραφεί το ποσό, το οποίο, όπως του είχε αναφέρει η σύζυγός του, είχε λάβει από την αδελφή της Χ3. Ο Ψ όμως δεν καταθέτει ότι η Χ3 ανέλαβε το χρηματικό αυτό ποσό από συγκεκριμένη Τράπεζα, εις τρόπον ώστε να τίθεται ζήτημα ελέγχου της βασιμότητος της καταθέσεώς του με διενέργεια σχετικής έρευνας.
5. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της πράξεως της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3531/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο εν λόγω βούλευμα την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27 και 299 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3531/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Αντιθέτως περιέχει αποκλειστικά δικές του σκέψεις και συγκεκριμένα σκέψεις της ενσωματωμένης σ'αυτό προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία επιτρεπτώς, όπως προαναφέρθηκε, παραπέμπει εξ ολοκλήρου. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, απάντησε και μάλιστα αιτιολογημένα σε όλα τα επιχειρήματα και τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, τους οποίους αυτή προέβαλε κατά την απολογία και με τα υπομνήματά της. Εξ άλλου από την αναφορά στην αρχή του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική για την αναιρεσείουσα κρίση του, προέκυψαν από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων, την έγκληση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ, την ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον του Ανακριτή, το υπόμνημα του εν λόγω πολιτικώς ενάγοντα και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, προκύπτει ανενδοιάστως ότι το εν λόγω Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά και μάλιστα επιλεκτικά, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Από το γεγονός δε ότι στο βούλευμα εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα, ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές, αφού βεβαιώνεται σ'αυτό, όπως προαναφέρθηκε, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγος της κρινόμενης αιτήσεως.
6. Από τις διατάξεις των άρθρων 317 παρ. 1 εδ. α' και 481 παρ. 1 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 316 παρ. 2, 318, 319 και 478 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι όταν ασκηθεί έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, λόγω του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, μεταβιβάζεται η υπόθεση από ουσιαστικής και νομικής πλευράς στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο, κατά τρόπο ώστε να επαναλαμβάνεται και πάλι ενώπιον του Συμβουλίου αυτού η συζήτηση, όπως είχε εισαχθεί η κατηγορία ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που είχε εκδόσει το εκκαλούμενο βούλευμα, η οποία (κατηγορία) έτσι κρίνεται σε δεύτερο βαθμό. Επομένως κάθε τυχόν ακυρότητα ή πλημμέλεια του πρωτοδίκου βουλεύματος καλύπτετα με την επί της ασκηθείσας εφέσεως έκδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο και μόνο υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως (ΑΠ 2309/2003, ΑΠ 1267/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τον συναφή λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το πρωτόδικο υπ'αριθ. 3531/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών περιέχει ελλείψεις και συγκεκριμένα ότι κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ότι αγνόησε το αίτημά της για διενέργεια συμπληρωματικής ανακρίσεως και ότι με πλημμελή αιτιολογία απέρριψε το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι τις ελλείψεις αυτές του ανωτέρω πρωτοδίκου βουλεύματος προέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όμως με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δεν αποφάνθηκε επί του ειδικού αυτού λόγου εφέσεως. Όμως ο λόγος αυτός της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ως άνω δικονομικές διατάξεις, γιατί και στην περίπτωση που εμφιλοχωρήσουν τέτοιες πλημμέλειες στο πρωτόδικο βούλευμα, αφού έγινε τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεση της αναιρεσείουσας, ερευνήθηκε εκ νέου από ουσιαστικής και νομικής πλευράς η όλη κατηγορία από το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ήδη προσβαλλόμενο βούλευμά του και συνεπώς αυτό δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον λόγο αυτό.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 70/14-4-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 κατά του υπ'αριθ. 326/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 14 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. H κρινόμενη 70/14-4 - 2008 αίτηση της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας Χ1 κατά του 326/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, πλην άλλων, απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την 701/20-12-07 έφεσή της - αλλά και των φερομένων συνεργών της Χ2, Χ3 και Χ4 - και επικύρωσε 3531/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο η εκκαλούσα είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτια της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙΙ. Με τον 1ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι η απόρριψη του αιτήματός της να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, προς παροχή διασαφήσεων και διευκρινίσεων επί της αποδιδομένης σε βάρος της κατηγορίας, στερείται νομίμου αιτιολογίας, ιδρυομένων, έτσι, "τόσο του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως αιτιολογίας, όσο και εκείνου της απόλυτης ακυρότητας (αρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΔ)". Η απόλυτη ακυρότητα επήλθε, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, από το γεγονός ότι το δικαίωμά της αυτό για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, συνδέεται με τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, ως κατηγορουμένης, ώστε, η αναιτιολόγητη μη ικανοποίηση τους, "αντίκειται στις σχετικές διατάξεις τόσο του ΚΠΔ, όσο και της (υπερνομοθετικής, μάλιστα, ισχύος) ΕΣΔΑ" και, επιπλέον, ότι το Συμβούλιο Εφετών, μετά από αυτά, με το να διατάξει την παραπομπή της σε δίκη, υπερέβη την εξουσία του. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο το συμβούλιο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μόνο, αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή, αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, ιδρύεται ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Π.Δ., που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, το Συμβούλιο έχει την πιο πάνω υποχρέωση να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, εφόσον η υποβαλλόμενη αίτηση αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά και ισχυρισμούς προς απόκρουση ή υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση και να είναι νέοι, με την έννοια να μην αποτελούν απλή επανάληψη εκείνων που περιλαμβάνονται στα υπομνήματα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως ή και μεταγενέστερα κατά την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο ή περιέχονται στην απολογία του κατηγορουμένου, τα οποία τέθηκαν υπόψη και είναι ήδη γνωστά στο Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι είναι περιττή η αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ενώπιόν του, τόσο της ίδιας όσο και των συγκατηγορουμένων της και έτσι απέρριψε τη σχετική αίτησή τους με την αιτιολογία ότι "......στη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως που διεξήχθη είχαν άνεση χρόνου και τόσο προφορικά κατά τις απολογίες τους, όσο και εγγράφως με την υποβολή εκτενών υπομνημάτων, ακόμη και ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, ανέπτυξαν εκτενώς τις απόψεις τους, έτσι ώστε παρέλκει η περαιτέρω ανάπτυξή τους με την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τούτων ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου". Η με την ανωτέρω αιτιολογία απόρριψη της αιτήσεως εμφανίσεως της κατηγορουμένης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους η αυτοπρόσωπη εμφάνιση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο Συμβούλιο ήταν περιττή και δεν στέρησε από αυτήν παρεχόμενο από το νόμο υπερασπιστικό δικαίωμά της.
Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, ούτε δημιουργήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ή της υπερβάσεως εξουσίας. Επίσης η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος δεν έρχεται δε σε αντίθεση ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 4 και 6 παρ. 3 της κυρωθείσης με το ΝΔ 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και με την με αυτές καθιερούμενη αρχή της δίκαιης δίκης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι η αναιρεσείουσα έχει τη δυνατότητα ενώπιον του Δικαστηρίου να αναπτύξει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αιτιολογίας του βουλεύματος, ως προς την πιο άνω απορριπτική διάταξή του, η εξαιτίας της απορρίψεως αυτής επελθούσα απόλυτη ακυρότητα, και, περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
ΙΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται.
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και με εξ ολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "...... Ο Ψ, δικαστικός επιμελητής, με την από 21-1-2005 έγκληση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατήγγειλε ότι στις 21-4-1991 ήλθε σε γάμο με την Χ1, (πρώτη κατηγορουμένη-εκκαλούσα), με την οποία απέκτησε δύο θήλεα τέκνα τα οποία γεννήθηκαν στις 5-1-1992 το ένα και στις 14-11-1996 το έτερο. Ότι εκτός από τα δύο αυτά παιδιά, στις 7-3-1995 γεννήθηκε στο μαιευτήριο "...", στην ..., ένα θήλυ τέκνο αυτού και της συζύγου του, το οποίο άμα τη γεννήσει του διαπιστώθηκε ότι έπασχε από σύνδρομο DOWN, και, προκειμένου να μην κλονιστεί η ψυχική υγεία της συζύγου του και μητέρας του τέκνου Χ1, εξ αιτίας της παθήσεως αυτής του παιδιού, μετά από σχετική συνεννόηση με τον ιατρό μαιευτήρα-γυναικολόγο, συμφωνήθηκε να ανακοινωθεί στην μητέρα ότι δήθεν το παιδί αυτό γεννήθηκε νεκρό, οπότε πράγματι ο ιατρός μετέβη στο δωμάτιο της ανωτέρω και της ανακοίνωσε ότι το παιδί γεννήθηκε νεκρό. Κατόπιν δε υποδείξεως του ιατρού, το παιδί εισήχθη για περαιτέρω ιατρική φροντίδα στις 10-3-1995 σε ιδιωτική παιδιατρική κλινική, όπου και παρέμεινε μέχρι τις 3-10-1995 εν αγνοία της μητέρας του. Στις 2-10-2005, οι λοιπές κατηγορούμενες, οι οποίες τυγχάνουν αδελφές της συζύγου του Χ1 (η δεύτερη και τρίτη, Χ2 και Χ3) και μητέρα της συζύγου του (η τέταρτη, Χ4), απεκάλυψαν στην Χ1 την αλήθεια, ότι δηλαδή το παιδί είχε γεννηθεί ζων και ότι έπασχε από σύνδρομο DOWN και είχε εισαχθεί σε ιδιωτική παιδιατρική κλινική. Η Χ1 τότε απαίτησε να εξέλθει το παιδί από την κλινική και να μεταφερθεί στην οικία τους. Την επομένη ημέρα 3-10-1995, ο εγκαλών μετέβη με την Χ3 (αδελφή της συζύγου του) στην Ευρωκλινική Παίδων ..... και παρέλαβε το παιδί το οποίο και μετέφερε εν συνεχεία και εγκατέστησε στην οικία της πεθεράς του Χ4. Έκτοτε και μέχρι τις 20-11-1995 παρατήρησε δύο φορές ότι η σύζυγος του είχε λούσει το παιδί και το κρατούσε βρεγμένο στην ταράτσα τη μία φορά, εκτεθειμένο στο ψύχος, και εντός της οικίας των την δεύτερη φορά, εκτεθειμένο όμως και πάλιν σε ψύχος, και της έκανε δριμείες παρατηρήσεις. Στις 20-11-1995 και ενώ βρισκόταν στην εργασία του, περί ώρα τρεις το απόγευμα, η σύζυγός του, του τηλεφώνησε και του είπε να επιστρέψει γρήγορα στο σπίτι. Εκείνος τότε επέστρεψε και άμα τη αφίξει του η σύζυγός του, του ανακοίνωσε ότι όλα είχαν τελειώσει και ότι είχε σκοτώσει το παιδί τους, ειδικότερα δε το είχε πνίξει με ένα μαξιλάρι, με τη βοήθεια της αδελφής της Χ2, η οποία του κρατούσε τα πόδια, χαρακτηριστικά δε του ανέφερε: "μας ταλαιπώρησε το άτιμο". Κατόπιν δε ήλθε στην οικία τους ένας άγνωστος σε αυτόν άνδρας, για τον οποίο έμαθε αργότερα πως ήταν συνεργάτης του γραφείου τελετών του Α και παρέλαβε το νεκρό παιδί του, το οποίο η πεθερά του είχε τοποθετήσει μέσα σε ένα χαρτοκιβώτιο, όλοι δε μαζί μετέβησαν στο νεκροταφείο της ... όπου και έγινε η κηδεία του παιδιού την ίδια ημέρα (20-11-1995). Η σύζυγός του, του είπε να μην καταγγείλει το γεγονός αυτό διότι θα έμπλεκε και ο ίδιος και θα πήγαιναν όλοι τους φυλακή και το πρώτο παιδί τους που είχε γεννηθεί στις 5-1-1992, θα βρισκόταν στο δρόμο. Για τον θάνατο συντάχθηκε ληξιαρχική πράξη θανάτου από τον ιατρό Ι, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος του παιδιού επήλθε δήθεν από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια και συγγενή καρδιοπάθεια. Μετά την υποβολή της εγκλήσεως αυτής του Ψ στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, παραγγέλθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, (σχετ. η .....παραγγελία του εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς το 1° Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής της ΔΑΑ) και ακολούθως, μετά την περάτωση της προκαταρκτικής εξετάσεως ασκήθηκε κατά των εκκαλουσών ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και άμεση και απλή συνεργεία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Από το συλλεγέν εν γένει κατά τα ανωτέρω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι στις 7-3-1995, στο μαιευτήριο "..." στην ..., η Χ1 γέννησε ένα θήλυ τέκνο, βάρους 3.400 γρ. το οποίο είχε τρισωμία 21, δηλαδή σύνδρομο DOWN. Χαρακτηριστικά του συνδρόμου αυτού, που λέγεται και μογγολισμός, είναι η μικροκεφαλία, η βραχυκεφαλία και το πεπλατυσμένο ινίο. Οι οφθαλμοί είναι λοξοί και οι επικάνθιες πτυχές συνήθως φαίνονται. Η ράχη της μύτης είναι πεπλατυσμένη, το στόμα συχνά παραμένει ανοικτό, λόγω της μεγάλης και προβάλλουσας γλώσσας η οποία είναι αυλακωτή χωρίς την κεντρική σχισμή και τα αυτιά είναι μικρά με τις έλικες διπλωμένες κάτω. Τα χέρια είναι μικρά και φαρδιά, με μία μόνο παλαμιαία πτυχή (πιθηκοειδής πτυχή). Τα δάκτυλα είναι κοντά, με κλινοδακτυλία (καμπύλωση) του 5ου δακτύλου, ο οποίος συχνά έχει μόνο 2 φάλαγγες. Στα πόδια υπάρχει μεγάλο κενό μεταξύ 1ου και 2ου δακτύλου και μία πελματιαία αύλακα εκτείνεται προς τα πίσω. Η σωματική και διανοητική ανάπτυξη καθυστερούν και ο μέσος IQ είναι περίπου 50 (βλ. σχετ. κατάθεση Ιατροδικαστού ...και συνημμένη στην κατάθεση βιβλιογραφία). Σύμφωνα με τις καταθέσεις των ιατρών-παιδιάτρων του μαιευτηρίου "...", Β και Γ, οι οποίοι εξέτασαν το παιδί μετά τη γέννησή του (η εφημερεύουσα Γ την ημέρα της γεννήσεως του και ο Β στις 9 και 10/3/1995), τούτο, πλην του συνδρόμου DOWN, δεν έπασχε από κάποια άλλη συγγενή ανωμαλία και κυρίως συγγενή καρδιοπάθεια και ήταν κλινικά άριστο. Οι καταθέσεις των παιδιάτρων βασίζονται στα έγγραφα του μαιευτηρίου "...", αντίγραφα των οποίων περιέχονται στην δικογραφία, σύμφωνα δε με τα έγγραφα αυτά (διάγραμμα νεογνού, υπερηχογράφημα νεογνού, εξέταση χολερυθρίνης αίματος, εξέταση βρέφους μετά τη γέννηση του), η κλινική κατάσταση του παιδιού ήταν άριστη και βαθμολογήθηκε στην κλίμακα APGAR με 8 στα 10. Η κλίμακα αυτή αφορά την γενική κατάσταση του παιδιού αμέσως μετά τη γέννηση του, ειδικότερα δε τους καρδιακούς παλμούς, την αναπνοή, τον μυϊκό τόνο, το χρώμα, την αντίδραση στα ερεθίσματα. Το παιδί βαθμολογήθηκε με 8 στα δέκα διότι ήταν ωχρό και δεν έβηξε αμέσως αλλά σύμφωνα με την κατάθεση της παιδιάτρου Γ, τα περισσότερα φυσιολογικά παιδάκια παρουσιάζουν τέτοιου είδους μικροπροβλήματα, κανένα δε σχεδόν παιδάκι δεν βαθμολογείται με 10 στα 10 της κλίμακας APGAR. Ο μαιευτήρας Δ, ο οποίος πραγματοποίησε τον τοκετό, στην από 28-11-2005 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε και τους δυο γονείς σχετικά με το σύνδρομο DOWN του παιδιού, ειδικότερα δε τον πατέρα αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού και την μητέρα αμέσως μετά την πλήρη ανάνηψή της, και οι αντιδράσεις των γονέων ήταν φυσιολογικές και όχι ακραίες, ήτοι στενοχωρήθηκαν αρκετά. Ο Ψόμως στις περιεχόμενες στην δικογραφία καταθέσεις του ισχυρίζεται ότι ο ιατρός Δ δεν ενημέρωσε την μητέρα σχετικά με το σύνδρομο DOWN του παιδιού για να μην υποστεί ψυχικό κλονισμό και προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες ακραίες αντιδράσεις της και μετά από συνεννόηση με αυτόν (πατέρα) και τις αδελφές της συζύγου του, συμφωνήθηκε να της αναφέρουν ότι δήθεν το παιδί γεννήθηκε νεκρό. Τούτο επιβεβαιώνει και η μητέρα του παιδιού Χ1 καθώς επίσης και οι κατηγορούμενες αδελφές αυτής και η μητέρα της, που στις απολογίες των και στις ανωμοτί καταθέσεις των που ελήφθησαν κατά την προκαταρκτική εξέταση ισχυρίζονται ότι ο ιατρός, μετά προηγηθείσα συνεννόηση με τον πατέρα, ανακοίνωσε στην επίτοκο ότι το παιδί γεννήθηκε νεκρό. Αλλά και οι σύζυγοι των αδελφών Ε (σύζυγος της Χ3) και Ζ (σύζυγος της Χ2), καταθέτουν ότι την ημέρα της γεννήσεως του παιδιού, πληροφορήθηκαν από τις συζύγους τους ότι τούτο είχε δήθεν γεννηθεί νεκρό. Η άποψή μας είναι ότι ο ιατρός πράγματι δεν ενημέρωσε την μητέρα και τούτο όχι μόνον εκ του λόγου ότι τόσον ο πατέρας όσο και οι εκκαλούσες καταθέτουν ότι ανέφερε εις αυτήν ότι το παιδί γεννήθηκε νεκρό, αλλά και διότι στις 10-3-1995, το παιδί εισήχθη στην ...προκειμένου να μην έλθει σε επαφή μαζί του η μητέρα, από την οποία και είχε αποκρυφθεί το γεγονός της γεννήσεως ζώντος του παιδιού αλλά με σύνδρομο DOWN. Η εισαγωγή του παιδιού στην ... έλαβε χώρα στις 10-3-2005. Η εν λόγω κλινική, (σήμερα φέρει την επωνυμία ...), με το από 11-1-2006 έγγραφό της προς την Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, αναφέρει ότι δεν υπάρχουν στο αρχείο της στοιχεία των ιατρών που παρακολουθούσαν το ως άνω βρέφος, από δε τον έλεγχο του ιατρικού φακέλου πιθανολογείται λόγω των δυσανάγνωστων υπογραφών, ότι νοσηλεία στο παιδί παρέσχον οι νοσηλεύτριες ...και ..., αγνώστων λοιπών στοιχείων. Από το περιεχόμενο στη δικογραφία αντίγραφο φύλλου νοσηλείας του παιδιού στην ως άνω κλινική, συνάγεται ότι τούτο εισήχθη με σύνδρομο DOWN και ίκτερο και κανένα άλλο πρόβλημα. Κατά συνέπεια ο μοναδικός λόγος εισαγωγής του στην κλινική ήτο να αποκρυφθεί από την μητέρα το γεγονός ότι έτεκε παιδί με το παραπάνω σύνδρομο. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο παιδίατρος Β εξέτασε το παιδί στις 9 και στις 10-3-1995 και δεν διεπίστωσε την ύπαρξη κάποιου προβλήματος υγείας. Τόσο δε ο πατέρας στις καταθέσεις του, όσον και οι κατηγορούμενες αδελφές αλλά και η μητέρα της Χ1, κατηγορουμένη Χ4, δεν αναφέρουν στις απολογίες τους κάποιο πρόβλημα υγείας του παιδιού, λόγω του οποίου να καθίσταται αναγκαία η εισαγωγή τούτου στην ως άνω κλινική στις 10-3-1995. Αν υπήρχε δε πράγματι τέτοιο πρόβλημα, θα αναγραφόταν και στον τηρούμενο φάκελο εξετάσεων στο μαιευτήριο "..." και θα συνίστατο από τον ως άνω παιδίατρο του μαιευτηρίου η εισαγωγή του παιδιού σε παιδιατρική κλινική η στο Νοσοκομείο Παίδων. Στο φύλλο νοσηλείας της παιδιατρικής κλινικής παρά ταύτα αναγράφεται: "Το παιδί σε σοβαρή κατάσταση. Αφυδατωμένο, με κυάνωση, με δύσπνοια, χωρίς σφυγμό, βραδυκαρδία, 50 το λεπτό". Παρατηρώντας όμως το φύλλο νοσηλείας διαπιστώνουμε ότι η ένδειξη αυτή, η οποία είναι ανυπόγραφη και δεν φέρει όνομα έστω ιατρού ή νοσηλευτού, αναφέρεται στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν το παιδί περί ώρα 5.00 της 23-3-1995, αφού η ημεροχρονολογία αυτή αναγράφεται παραπλεύρως της εν λόγω ενδείξεως. Από το φύλλο νοσηλείας προκύπτει ότι το παιδί παρουσίασε αναπνευστική δυσχέρεια κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-1995 μέχρι τις 26-3-1995 ή το πολύ μέχρι τις 31-3-1995. Έκτοτε και δη από την 1-4-1995 και την ημεροχρονολογία της εξόδου του από την ως άνω κλινική (3-10-1995), δεν παρουσίασε κανένα άλλο πρόβλημα και το παιδί εξήλθε υγιές. Σημειωτέον δε ότι στο φύλλο νοσηλείας περιγράφονται τα παραπάνω συμπτώματα, χωρίς όμως να αναγράφεται συγχρόνως και κάποια διάγνωση συγκεκριμένης νόσου, στην οποία και να οφείλονται τα συμπτώματα αυτά. Το γεγονός της εισαγωγής του παιδιού στην ιδιωτική παιδιατρική κλινική γνώριζαν ο εγκαλών Ψ, καθώς και οι αδελφές και η μητέρα της συζύγου του. Οι ανωτέρω, σύμφωνα με τον Ψ, κατά το χρονικό διάστημα που το παιδί βρισκόταν στην παιδιατρική κλινική, ασκούσαν πιέσεις σε αυτόν, λέγοντας του ότι έπρεπε να αποκαλύψει στη σύζυγο του την αλήθεια και ότι δεν έπρεπε να καταπίνει τις στενοχώριες μόνος του. Εν τέλει δε, μετά παρέλευση ολίγων μηνών και δη στις 2-10-1995, απεκάλυψαν οι ίδιες στην Χ1 την αλήθεια, ότι δηλαδή το παιδί είχε γεννηθεί ζων, ότι έπασχε από σύνδρομο DOWN και ότι είχε εισαχθεί και παρέμενε στην ως άνω αναφερομένη κλινική. Ο Ψ καταθέτει ότι όταν η σύζυγός του πληροφορήθηκε ότι το παιδί ζούσε, τον απεκάλεσε "ηλίθιο" και του είπε ότι έπρεπε να το είχε αποτελειώσει μέσα στο χειρουργείο την ημέρα της γεννήσεώς του, απαίτησε δε από αυτόν να εξάγει το παιδί από την κλινική και να το φέρει στην οικία τους. Ο εγκαλών υπάκουσε διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, θεώρησε ότι η σύζυγός του θα ανέτρεφε το παιδί στην οικία τους και την επομένη ημέρα 3-10-1995, μετέβη με την κουνιάδα του Χ3 στην κλινική και παρέλαβε το παιδί, το οποίο όμως η σύζυγος του αρνήθηκε να εγκαταστήσει στην οικία τους, αλλά εγκατέστησε στο διαμέρισμα της μητέρας της. Σημειωτέον ότι οι εκκαλούσες αδελφές και η μητέρα αυτών, διέμεναν άπασες στην επί της οδού ..... τριώροφη οικία, στο ..... . Στο ισόγειο της οικίας αυτής διέμενε η Χ4 (μητέρα), στο πρώτο όροφο η Χ3, στον δεύτερο η Χ2 και στον τρίτο η Χ1. Η τελευταία, πρόβαλε ως δικαιολογία της αρνήσεως της να εγκαταστήσει το βρέφος στο διαμέρισμά της, το ενδεχόμενο του ψυχολογικού επηρεασμού της κόρης της Χ4, από την αιφνιδιαστική εμφάνιση και εγκατάσταση αυτού. Το γεγονός της υπάρξεως και εγκαταστάσεως του παιδιού, αποκρύφθηκε όχι μόνον από τους γείτονες και τους γνωστούς της οικογένειας, (βλ. σχετ. ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ..., ..., ..., από τις οποίες συνάγεται ότι καίτοι είχαν επισκεφθεί το διαμέρισμα της Χ4, εν τούτοις δεν είχαν πληροφορηθεί την ύπαρξη του βρέφους), και από την καθαρίστρια Κ, για την οποία ο Ψ καταθέτει ότι καθάριζε το ισόγειο και την έπαυσαν από καθαρίστρια για να μην αντιληφθεί την ύπαρξη του παιδιού, αλλά και από τους Ε (σύζυγο της Χ3) και Ζ (σύζυγο της Χ2). Ο Ψ καταθέτει ότι μετά πάροδο είκοσι περίπου ημερών από την εξαγωγή του βρέφους από την παιδιατρική κλινική, διαπίστωσε ότι η σύζυγος του, βραδινή ώρα, βρισκόταν στην ταράτσα της τριώροφης οικίας και κρατούσε στην αγκαλιά της το βρέφος λουσμένο και βρεγμένο. Επίσης άλλη μια φορά διαπίστωσε ότι η ανωτέρω είχε ανοίξει όλες τις μπαλκονόπορτες του διαμερίσματός της, προκειμένου να σχηματίζεται ρεύμα αέρος και κρατούσε στην αγκαλιά της το βρέφος λουσμένο. Στις έντονες δε διαμαρτυρίες του, και στις δύο περιπτώσεις, η ανωτέρω τον απεκάλεσε "ηλίθιο" και του είπε ότι αυτός έφταιγε για όλα, ο δε εγκαλών ερμηνεύει τη φράση της αυτή ως απόδοση σε αυτόν τον ίδιο, ευθύνης, για μη θανάτωση από μέρους του παιδιού αμέσως μετά τη γέννηση του. Με τις ενέργειές της δε αυτές, η ανωτέρω, διατείνεται ο εγκαλών, επεδίωκε να κρυολογήσει σοβαρά το βρέφος και να πεθάνει. Το βρέφος δεν το εξέτασε κανένας γιατρός κατά το χρόνο που βρισκόταν εν κρυπτώ στην οικία της Χ4. Στις 20-11-1995, το βρέφος πέθανε. Σύμφωνα με τον Ψ, κατά τον χρόνο του θανάτου του βρέφους, ο ίδιος βρισκόταν στην δουλειά του και περί ώρα 15.00' περίπου, του τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο ..... η σύζυγός του, η οποία του ζήτησε να επιστρέψει πάραυτα στην οικία τους, χωρίς να του δώσει κάποια εξήγηση. Όταν δε αυτός επέστρεψε, βρήκε τη σύζυγο του, έξωθι του διαμερίσματος της πεθεράς του, και την άκουσε να του λέει ικανοποιημένη: "Όλα τελείωσαν. Το μωρό δεν υπάρχει πια, είναι νεκρό". Του ανέφερε δε εν συνεχεία, ότι οι εκκαλούσες είχαν αποφασίσει να θέσουν τέλος στο μαρτύριο της ανατροφής του άρρωστου αυτού παιδιού, ότι η αδελφή της Χ3 (οδοντίατρος που διατηρούσε οδοντιατρείο στο ισόγειο διαμέρισμα της ως άνω τριώροφης οικίας), επεχείρησε αρχικά, την ημέρα εκείνη (20-11-1995) να το θανατώσει με ενδοφλέβια ένεση αλλά δεν το κατόρθωσε και εν συνεχεία, η ίδια (δηλαδή η σύζυγός του Χ1), το έπνιξε με ένα μαξιλάρι και κατά την ενέργειά της αυτή η αδελφή της Χ2, κρατούσε τα πόδια του βρέφους, για να την διευκολύνει. "'Ασε και μας ταλαιπώρησε το άτιμο", του ανέφερε χαρακτηριστικά η σύζυγός του, η οποία δεν παρέλειψε να του επισημάνει πως στην περίπτωση που θα κατήγγειλε το έγκλημα, θα ενεπλέκετο και ο ίδιος και το παιδί τους θα έμενε στους δρόμους. Οι εκκαλούσες, στις απολογίες τους ισχυρίζονται ότι το βρέφος πέθανε αιφνιδίως τα ξημερώματα της 20-11-1995, από αιτία άγνωστη, ενώ κοιμόταν στην κούνια του, στο διαμέρισμα της μητέρας του Χ1 και ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο πατέρας Ψ βρισκόταν στο διαμέρισμα. Ο Ψ όμως προσκομίζει και επικαλείται τις ....., ..... εκθέσεις επιδόσεως καθώς και την από 20-11-1995 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων (απόπειρα), ήτοι έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι στις 20-11-1995, τις ώρες 10.45, 13.40 και 14.00, ενεργούσε πράξεις στα πλαίσια των καθηκόντων του ως δικαστικός επιμελητής, τις οποίες και δεν θα ενεργούσε αν πράγματι είχε πεθάνει το παιδί του κατά τον χρόνο που αυτός βρισκόταν στην οικία του. Κατά συνέπεια από τα έγγραφα αυτά συνάγεται ότι το βρέφος δεν πέθανε προ της αναχωρήσεως του Ψ για την εργασία του και είναι βάσιμος ο ισχυρισμός αυτού περί του ότι ο θάνατος επήλθε κατά τον χρόνο που αυτός απουσίαζε και ειδοποιήθηκε από την σύζυγο του περί ώρα 15.00', σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω ο Ψ καταθέτει ότι η σύζυγός του, μετά την ανακοίνωση της εγκληματικής ενεργείας, του παρέδωσε ένα φάκελο, ο οποίος περιείχε το χρηματικό ποσό των 3.000.000 δραχμών, με την εντολή να μεταβεί στον ..... και να τον παραδώσει σε ένα κύριο που θα τον περίμενε στη γωνία απέναντι από το Αστυνομικό Τμήμα ... . Του εξήγησε πως τα χρήματα αυτά προορίζονταν για τα έξοδα της κηδείας του παιδιού. Πράγματι ούτος συνάντησε τον ανωτέρω στο σημείο όπου του είχε υποδείξει η σύζυγός του και του παρέδωσε τον φάκελο με τα χρήματα. Επέστρεψε δε στην οικία του, όπου έξωθι αυτής βρισκόταν ήδη ο κύριος στον οποίο είχε παραδώσει το φάκελο με τα ποσό των 3.000.000 δραχμών και στον οποίο η σύζυγος του παρέδωσε το νεκρό βρέφος μέσα σε ένα χαρτόκουτο. Ο άγνωστος τοποθέτησε το χαρτόκουτο με το νεκρό βρέφος στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου του και αναχώρησε. Ακολούθως, ο εγκαλών με τη σύζυγό του, την κουνιάδα του Χ3 και την πεθερά του Χ4, κατευθύνθηκαν στο νεκροταφείο της ..., όπου και έλαβε χώρα ο ενταφιασμός του παιδιού, το οποίο ενταφιάστηκε τοποθετημένο μέσα στο χαρτόκουτο, που έφερε ανά χείρας ο ανωτέρω άγνωστος, παραλήπτης του ποσού των 3.000.000 δραχμών. Ο δε ενταφιασμός έλαβε χώρα την ίδια ημέρα (20-11-1995). Οι ισχυρισμοί αυτοί του Ψ είναι βάσιμοι και ενισχύονται από τα κάτωθι αποδεικτικά στοιχεία: Σύμφωνα με τα προλεχθέντα, το βρέφος απεβίωσε αιφνιδίως στις 20-11-1995 και δη κατά χρόνο που ο εγκαλών δεν βρισκόταν στην οικία του. Καίτοι δε απεβίωσε αιφνιδίως, εν τούτοις η μητέρα αυτού, Χ1, δικηγόρος, αλλά και η εκ των αδελφών της Χ3, οδοντίατρος, δεν έπραξαν τα δέοντα για να πραγματοποιηθεί η σε περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων επιβαλλομένη νεκροψία-νεκροτομία επί του θανόντος βρέφους, εις τρόπον ώστε να διακριβωθεί η αιτία θανάτου αυτού. Η ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου ... ..., σχετικά με τον θάνατο του βρέφους, συντάχθηκε επί τη βάσει του από 20-11-1995 ιατρικού πιστοποιητικού θανάτου του ιατρού Ι, ως προς την δράση του οποίου λεκτέα τα ακόλουθα: Ο εν λόγω ιατρός δεν κλήθηκε στην οικία όπου βρισκόταν το νεκρό βρέφος για να εξετάσει αυτό. Στο ως άνω ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου βεβαιώνεται ότι ο θάνατος του παιδιού επήλθε από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια - συγγενή καρδιοπάθεια. Δεν αναφέρεται η ύπαρξη συνδρόμου DOWN. Ο συντάξας το πιστοποιητικό αυτό ιατρός, αρχικά ισχυρίστηκε ότι εξέτασε μακροσκοπικώς το νεκρό βρέφος στο Γραφείο Τελετών του Α και εκτιμώντας την κατάσταση του πτώματος, το οποίο δεν έφερε κακώσεις και το γεγονός ότι έπασχε από σύνδρομο DOWN, εξέδωκε το ως άνω πιστοποιητικό, το οποίο και υπέγραψε και έθεσε επ' αυτού την σφραγίδα του. Η δε υπογραφή του είχε ήδη θεωρηθεί επί του πιστοποιητικού αυτού, προ της συμπληρώσεώς του, από τον φίλο του, αξιωματικό της αστυνομίας Ξ, ο οποίος είχε βεβαιώσει την υπογραφή του επί ορισμένων πιστοποιητικών κενών περιεχομένου. Κατόπιν όμως ο εν λόγω ιατρός κατέθεσε ότι δεν εξέτασε ποτέ το νεκρό βρέφος και ότι το πιστοποιητικό θανάτου φέρει μεν την υπογραφή του, πλην όμως το περιεχόμενο συμπληρώθηκε εν αγνοία του. Επρόκειτο, σύμφωνα με τον Ι, για πιστοποιητικό από εκείνα που έφεραν την υπογραφή του, θεωρημένη από τον Ξ και τα οποία αυτός (Ι), είχε παραδώσει εν συνεχεία στον φίλο του Ο, που διατηρούσε Γραφείο Τελετών στην οδό ..., προκειμένου να τον εξυπηρετήσει για περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων που ελάμβαναν χώρα τη νύχτα. Χορήγησε δηλαδή τα υπογεγραμμένα αυτά πιστοποιητικά στον φίλο του Ο, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του, και του έδωσε την δυνατότητα σε περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων, να συμπληρώνει ο ίδιος αυτά, με την αιτία θανάτου. Εν τέλει σε τρίτη κατάθεση του ο Ι διατείνεται ότι δεν εξέτασε το νεκρό βρέφος και ότι το πιστοποιητικό, το συμπλήρωσε ο ίδιος κατά περιεχόμενο, αφού του το προσκόμισε ο Ο και για την συμπλήρωση αυτή ζήτησε και έλαβε το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών. Από την περιεχόμενη στην δικογραφία από 1-11-2005 Έκθεση Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης της ΔΕΕ, συνάγεται ότι το πιστοποιητικό θανάτου έχει συμπληρωθεί ως προς τις χειρόγραφες ενδείξεις της αιτίας θανάτου (Καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, Συγγενής καρδιοπάθεια), από τον Ι αλλά και ως προς άλλες ενδείξεις (Ι, ....., 4.30, ....., οικίαν της, ....., ..., ΚΥΡΙΑΚΗ, 1995, 3, 7, ελληνική, ..., ...). Ο Ξ επιβεβαιώνει το γεγονός της θεωρήσεως της υπογραφής του Ι επί κενών περιεχομένου πιστοποιητικών και ο Ο επιβεβαιώνει με την σειρά του την παραλαβή από μέρους του τέτοιων πιστοποιητικών. Ο Ο στην από 31-10-2005 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση διατείνεται ότι παρέδωσε στον συνάδελφο του Α, το ιατρικό πιστοποιητικό, κενό περιεχομένου, το οποίο έφερε την θεωρημένη κατά τ' ανωτέρω υπογραφή του ιατρού Ι. Σε μεταγενέστερη όμως εξέτασή του, κατ' αντιπαράσταση με τον ιατρό Ι, δεν αποκλείει να συμπλήρωσε πρώτα ο Ι το εν λόγω πιστοποιητικό και μετά να παρέδωσε αυτό στον Α. Ο τελευταίος διατείνεται ότι ο ιατρός Ι εξέτασε το νεκρό βρέφος στον νεκροθάλαμο του Πρώτου Νεκροταφείου, στις 20-11-1995, παρουσία του Μ, ο οποίος απασχολούταν στο Γραφείο Τελετών του Α. Ο Μ όμως δεν επιβεβαιώνει το γεγονός αυτό και στην από 21-4-2005 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση, καταθέτει ότι δεν είδε κανένα γιατρό να εξετάζει το νεκρό βρέφος. Επί τη βάσει των δεδομένων αυτών φρονούμε ότι το ιατρικό πιστοποιητικό εξεδόθη χωρίς προηγουμένως να έχει εξετασθεί το νεκρό βρέφος. Στην άποψη αυτή κατατείνουν οι καταθέσεις των ανωτέρω προσώπων, εκ των οποίων μόνον ο Α ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα εξέταση και διαψεύδεται από τον Μ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Άλλωστε αν είχε λάβει χώρα πράγματι εξέταση του νεκρού βρέφους, ο ιατρός δεν θα είχε χρησιμοποιήσει προς πιστοποίηση του θανάτου και της αιτίας αυτού, πιστοποιητικό εξ εκείνων, των κενών περιεχομένου, με θεωρημένο μόνο το γνήσιο της υπογραφής του ιατρού, που είχαν χορηγηθεί στον Ο, αλλά θα είχε καταρτίσει νέο πιστοποιητικό. Εφόσον επομένως δεν εξετάστηκε το νεκρό βρέφος, η αναγραφομένη στο πιστοποιητικό αυτό αιτία θανάτου (Καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, Συγγενής καρδιοπάθεια), δεν είναι η πραγματική αιτία θανάτου του βρέφους. Άλλωστε η διάγνωση της συγκεκριμένης αυτής αιτίας θανάτου, δεν είναι δυνατόν να γίνει μόνον με μακροσκοπική εξέταση αλλά απαιτείται και νεκροτομή. Μόνον δε το 35% των ασθενών με σύνδρομο DOWN, πάσχουν από τις ασθένειες αυτές (βλ. σχετ. καταθέσεις Ιατροδικαστού Μαριανού και σχετική βιβλιογραφία). Εν σχέσει με την άδεια ταφής λεκτέα τα εξής: Τον ενταφιασμό του νεκρού βρέφους ανέλαβε το Γραφείο Τελετών του Α, το οποίο λειτουργούσε στο όνομα της συζύγου του Ν, στην οδό ..., στην πλατεία του Πρώτου Νεκροταφείου Αθηνών. Ο Α γνωριζόταν με την οικογένεια Χ1-Χ2-Χ3-Χ4, διότι ήσαν συγχωριανοί, καταγόμενοι από χωριό της νήσου ... . Σύμφωνα με τον Μ, ο οποίος τότε ήταν αστυνομικός εν ενεργεία αλλά παρά ταύτα εργαζόταν περιστασιακά στο Γραφείο Τελετών του Α, η άδεια ταφής εκδόθηκε επί τη βάσει του αναληθούς ιατρικού πιστοποιητικού, από το Αστυνομικό Τμήμα ..., την ίδια ημέρα του θανάτου του βρέφους, δηλαδή στις 20-11-1995. Ο Μ, στην από 21-4-2005 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση, καταθέτει ότι ο ίδιος παρέλαβε μέσα σε χαρτόκουτο το νεκρό βρέφος από την επί της οδού ... οικία και με το αυτοκίνητό του το μετέφερε στον νεκροθάλαμο του Πρώτου Κοιμητηρίου. Ακολούθως δε, ο Α του παρέδωσε το αναληθές κατά περιεχόμενο πιστοποιητικό και μετέβη με αυτό, την ίδια ημέρα (20-11-1995), στο Αστυνομικό Τμήμα ..., προκειμένου να αιτηθεί την έκδοση αδείας ταφής. Εκεί συναντήθηκε με τον πατέρα του παιδιού και ανέβηκαν μαζί στο Τμήμα. Ο Μ δεν αποκλείει να του παρέδωσε ο πατέρας του παιδιού Ψ φάκελο, αλλά καταθέτει ότι δεν θυμάται το γεγονός αυτό. Καταθέτει όμως ότι η άδεια εκδόθηκε την ίδια ημέρα. Η άδεια ταφής παρά ταύτα φέρει ημεροχρονολογία 21-11-1995. Η εν λόγω άδεια δεν φέρει τα στοιχεία παρά μόνον την υπογραφή του συντάξαντος αυτήν Ανθυπαστυνόμου, που από την ανάκριση διακριβώθηκε ότι ήτο ο Λ, καθώς επίσης δεν φέρει και την στρογγυλή σφραγίδα του Τμήματος, και τον τίτλο της Υπηρεσίας. Σημειωτέον ότι ο Λ δεν ασκούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας στις 20-11-1995, άσκησε δε τοιαύτα καθήκοντα στις 21-11-1995, κατά τις ώρες 06.00'-14.00. Το γεγονός αυτό εξηγεί και το ότι η άδεια δεν φέρει τις παραπάνω σφραγίδες. Ο Λ, ευρισκόμενος την ημέρα εκείνη στο Τμήμα, χωρίς να έχει υπηρεσία (ανάπαυση λόγω πενθημέρου), δέχτηκε να εξυπηρετήσει τον συνάδελφο του Μ και να προβεί στην έκδοση της παραπάνω αδείας ταφής (βλ. σχετ. και τα αντίγραφα από το βιβλίο Κατάστασης Δύναμης του AT ...), εις τρόπον ώστε να καταστεί εφικτή η ταφή του βρέφους την ίδια ημέρα, έθεσε δε επί της αδείας ημεροχρονολογία 21-11-1995, οπότε και θα ασκούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας, εις τρόπον ώστε να φαίνεται ότι η άδεια εκδόθηκε δήθεν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Η άδεια αυτή, όπως προκύπτει από το ..... διαβιβαστικό έγγραφο του Αστυνομικού Τμήματος ..., διαβιβάστηκε στο Ληξιαρχείο του Δήμου ... στις 22-11-1995, μαζί με το ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του ιατρού Ι και επί τη βάσει των εγγράφων αυτών, συντάχθηκε στις 22-11-1995 η ως άνω αναφερομένη ληξιαρχική πράξη. Εν σχέσει με το πραγματικό γεγονός της ταφής του βρέφους, λεκτέα τα εξής: Ο Ψ και ο Μ καταθέτουν ότι η ταφή έγινε την ίδια ημέρα (20-11-1995) μεταξύ των ωρών 16.00'-17.00'. Στα βιβλία του νεκροταφείου αναγράφονται διαφορετικές ημεροχρονολογίες ταφής, ήτοι στο αλφαβητικό βιβλίο αναγράφεται ως ημεροχρονολογία ταφής η 21-11-1995, ενώ στο ημερολόγιο η 22-11-1995. Σύμφωνα με την από 22-4-2005 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Π, υπαλλήλου του Δήμου ... που ασκεί διοικητική εποπτεία στο Δημοτικό Νεκροταφείο ..., οι υπάλληλοι οι οποίοι καταχωρούν την ταφή στα σχετικά βιβλία, δεν έχουν ιδίαν αντίληψη των γεγονότων στο νεκροταφείο και προβαίνουν στις καταχωρήσεις βάσει της αδείας ταφής. Επομένως από τις καταχωρήσεις στα βιβλία του νεκροταφείου, οι οποίες μάλιστα διαφέρουν μεταξύ των, δεν δύναται να λεχθεί ότι οι καταθέσεις των Ψ και Μ, εν σχέσει με την ημεροχρονολογία ταφής, είναι αβάσιμες. Οι εκκαλούσες, στις ανωμοτί καταθέσεις των τις ληφθείσες εις τα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης, ισχυρίζονται ότι η ταφή έγινε στις 22-11-1995. Στις απολογίες των ενώπιον της ανακρίτριας του 15ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών οι εξ αυτών Χ2, Χ3 και Χ4, αναφέρουν ότι η ταφή έλαβε χώρα στις 21-11-1995. Η Χ1 στο απολογητικό της υπόμνημα αναφέρει ότι θυμόταν ως ημεροχρονολογία ταφής την 21η-11ου-1995, αλλά ο Δήμος ... της χορήγησε την ..... βεβαίωση από την οποία προκύπτει ότι το παιδί ενταφιάστηκε στις 22-11-1995. Οι αντιφάσεις αυτές των κατηγορουμένης ενισχύουν ακόμη περισσότερο τον ισχυρισμό των Ψ και Μ, εν σχέσει με την ημεροχρονολογία ταφής. Συμπερασματικά, επί τη βάσει των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι έχομε περίπτωση βρέφους πάσχοντος από σύνδρομο DOWN, το οποίο μετά την έξοδο του από την παιδιατρική κλινική, αποκρύπτεται από την μητέρα του, δεν παρακολουθείται από κανένα ιατρό, θεωρείται από στενούς συγγενείς και γείτονες ήδη νεκρό, και για τον αιφνίδιο θάνατο του οποίου εκδίδεται ένα ψευδές κατά περιεχόμενο ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου. Σημειωτέον δε ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το παιδί ενόσω ζούσε παρουσίασε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, πλην του χρονικού διαστήματος από 23-3-1995 μέχρι τις 26-3-1995 ή το πολύ μέχρι τις 31-3-1995. Το εν λόγω βρέφος ενώ φυλασσόταν κρυμμένο, απεβίωσε, και τότε η μητέρα απευθύνθηκε στον διατηρούντα Γραφείο τελετών ομοχώριό της Α, από τον οποίο και ζήτησε να φροντίσει για την ταφή του, χωρίς αυτό προηγουμένως να νεκροτομηθεί, προφανώς για να μην διακριβωθεί η ακριβής αιτία θανάτου και επί πλέον να μεριμνήσει για την ταφή του την ίδια ημέρα, την ημέρα του θανάτου του (20-11-1995). Ο δε Α πέτυχε τα ανωτέρω με την βοήθεια των: Ο, Ι, Μ και Π, έναντι όμως υψηλής αμοιβής ανερχομένης στο ποσό των 3.000.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλε την ίδια ημέρα ο Ψ και το οποίο η σύζυγός του Χ1 είχε δανεισθεί από την αδελφή της Χ3, την δε επομένη ημέρα (21-11-2995), ο Ψ ανέλαβε από την Εμπορική Τράπεζα ποσό 2.500.000 δραχμών προκειμένου να εξοφλήσει κατά το μεγαλύτερο μέρος του το δάνειο αυτό. Το χρηματικό αυτό ποσό δεν ήτο βεβαίως ανάλογο των εξόδων κηδείας, αφού το βρέφος ετάφη κείμενο σε χαρτόκουτο, αλλά εισπράχθηκε από τον Α ως αμοιβή για την παροχή των παραπάνω υπηρεσιών. Η καταβολή του σημαντικού αυτού χρηματικού ποσού, συνδυαζόμενη προς τα παραπάνω δεδομένα, καταδεικνύει ότι οι εκκαλούσες επεδίωξαν και πέτυχαν την ταχύτατη, άνευ νεκροψίας-νεκροτομίας ταφή του παιδιού, επί τη βάσει εγγράφων εις τα οποία βεβαιώθηκαν ψευδώς περιστατικά, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται. Τούτο δε έπραξαν διότι το βρέφος θανατώθηκε λόγω ασφυξίας από απόφραξη των αναπνευστικών στομίων της μύτης και του στόματος. Στην περίπτωση δε του θανάτου με τον τρόπο αυτό, υπάρχουν μακροσκοπικά ευρήματα (υπεραιμία, κυάνωση, αιμορραγικές μικροστίξεις, ασφυκτικές κηλίδες στον επιπεφυκότα του οφθαλμού), ο δε θάνατος από απόφραξη των αεροφόρων οδών ευκόλως βεβαιώνεται με την εκτέλεση και της νεκροτομίας, και για το λόγο αυτό έπρεπε να ταφεί πάραυτα το παιδί, πρόχειρα έστω, σε χαρτόκουτο, εις τρόπον ώστε να μην αποκαλυφθεί το έγκλημα. Η δε ταφή αυτή έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 2 του α.ν. 445/1968 που ορίζει ότι η ταφή παντός νεκρού επιτρέπεται μετά πάροδο 12 ωρών από του νομίμως πιστοποιουμένου θανάτου και σε περίπτωση νεκροτομής του πτώματος (που δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω), αμέσως μετ' αυτήν. Η θανάτωση του παιδιού με τον τρόπο αυτό προκύπτει εμμέσως και από το αποτέλεσμα της εκταφής του πτώματος και την ιατροδικαστική εξέταση των ανευρεθέντων οστών, από την οποία προέκυψε ότι στα οστά δεν διαπιστώθηκε-όσο αυτό ήτο δυνατόν λόγω της παλαιότητος αυτών-καμία κάκωση(κάταγμα) (Βλ. σχετ. το 3528/2-6-2005 έγγραφο της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών).
Ενόψει των προεκτεθέντων φρονώ ότι προκύπτουν κατά των κατηγορουμένης αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκονται. Η εξ αυτών Χ1, απεφάσισε να σκοτώσει και σκότωσε το ηλικίας τότε περίπου 9 περίπου μηνών βρέφος της, με απόφραξη των αεροφόρων οδών αυτού με τη χρήση μαξιλαριού, ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και δη έχουσα απόλυτο συνειδησιακή διαύγεια, ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη, νηφάλια στάθμιση των αιτίων που ωθούν προς το έγκλημα και εκείνων που απωθούν από αυτό. Η εν λόγω κατηγορουμένη προέβη στην ενέργειά της αυτή διότι εκτίμησε ότι η ανατροφή του παιδιού αυτού θα αποτελούσε ένα δυσβάστακτο βάρος για την ίδια και την οικογένειά της και επί πλέον θα την στιγμάτιζε κοινωνικά (βλ. καταθέσεις του συζύγου της). Η Χ2, παρέσχε στην ανωτέρω άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξεως, κρατώντας τα πόδια του βρέφους, εις τρόπον ώστε αυτό να μην αντιδρά κινώντας τα κατά την απόφραξη των αεροφόρων του οδών και να επέλθει πιο γρήγορα ο θάνατος του. Οι λοιπές κατηγορούμενες ενίσχυσαν και ενθάρρυναν την Χ1 στην τέλεση της πράξεως αυτής, με την ενεργό παρουσία τους στον τόπο τελέσεως του εγκλήματος, η οποία παρουσία τους συνάγεται από τις απολογίες των, στις οποίες παραδέχονται ότι κατά τον θάνατο του παιδιού βρίσκονταν και αυτές στην επί της οδού Γ. Σεφέρη αριθμ. 4 οικία, η δε Χ1 σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, την ημέρα του θανάτου, ανακοίνωσε στον σύζυγο της ότι αύτη και οι λοιπές των κατηγορουμένης είχαν αποφασίσει να θέσουν τέλος στο μαρτύριο της ανατροφής του άρρωστου αυτού παιδιού, ότι η αδελφή της Χ3επεχείρησε αρχικά, την ημέρα εκείνη (20-11-1995) να το θανατώσει με ενδοφλέβια ένεση αλλά δεν το κατόρθωσε και εν συνεχεία αυτή (Χ1) το σκότωσε με τον προπεριγραφέντα τρόπο. Οι εκκαλούσες αποδίδουν την έγκληση του Ψ στο γεγονός της πικρίας που αυτός αισθάνεται για το ότι η σύζυγός του, προ τη υποβολής της εγκλήσεως αυτής είχε αποφασίσει να διακόψει την έγγαμη συμβίωση της μαζί του. Όμως τα παραπάνω περιστατικά και δεδομένα καταδεικνύουν ότι προκύπτουν σε βάρος των εκκαλουσών αποχρώσες ενδείξεις ενοχής και για το λόγο αυτό φρονώ ότι ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε τις εκκαλούσες στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν για τις ως άνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και οι εφέσεις των πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους, να επικυρωθεί δε το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Δεν συντρέχει δε και περίπτωση να διαταχθεί περαιτέρω κυρία ανάκριση, προς διενέργεια και άλλων ανακριτικών πράξεων, ως αιτούνται οι εκκαλούσες με τις εφέσεις των, προς τον σκοπό όπως ερευνηθεί αν η Χ3 ανέλαβε από τις Τράπεζες το χρηματικό ποσό των 3.000.000 δραχμών για να το δανείσει στην αδελφή της Χ1, δεδομένου ότι ο εγκαλών Ψ κατέθεσε ότι την επομένη του θανάτου του βρέφους ανέλαβε από την Εμπορική Τράπεζα το ποσό των 2.500.000 δραχμών, γεγονός που αποδεικνύεται από το αντίγραφο του βιβλιαρίου καταθέσεων, προκειμένου να επιστραφεί το ποσό, το οποίο, όπως του είχε αναφέρει η σύζυγός του, είχε λάβει από την αδελφή της Χ3. Ο Ψ όμως δεν καταθέτει ότι η Χ3 ανέλαβε το χρηματικό αυτό ποσό από συγκεκριμένη Τράπεζα, εις τρόπον ώστε να τίθεται ζήτημα ελέγχου της βασιμότητος της καταθέσεώς του με διενέργεια σχετικής έρευνας ...". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι αυτά στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη, στην κατηγορούμενη- αναιρεσείουσα την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή της στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί για την ως άνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξεις κατά τα διαλαμβανόμενα στο 3531/2007 πρωτόδικο βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος.
V. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε αυτή αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ. 1β, 299 παρ. 1, ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία., ενώ είναι αβάσιμες οι αποδιδομένες από την αναιρεσείουσα πλημμέλειες.
Ειδικότερα η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Όταν ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο συμβούλιο έχει τη δυνατότητα, για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις, να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα. Δεν συγχωρείται, όμως, το συμβούλιο εφετών να μη διαλαμβάνει τίποτα για τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις με τις οποίες αποφάνθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά απλώς να αναφέρεται εξολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση. Μόνο στην περίπτωση αυτή το βούλευμα του συμβουλίου εφετών να στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραβιάζονται επιπλέον οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ 53/1973) και 2 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, (ν. 1705/1987), καθόσον στην περίπτωση αυτή, η κατηγορουμένη που άσκησε έφεση κατά πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της ουσιαστικής κρίσεως του συμβουλίου του δεύτερου βαθμού. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 326/08 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του 3531/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε το τελευταίο, με το οποίο παραπέμπεται αυτή στο ακροατήριο για την πιο πάνω πράξη με καθολική επιτρεπτή αναφορά στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Στην εν λόγω όμως ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση δεν γίνεται καθολική αναφορά στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ή της πρωτοβάθμιας εισαγγελικής προτάσεως, ούτε το προσβαλλόμενο βούλευμα αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού του πρωτοδίκου 3531/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ή του κατηγορητηρίου, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Αντιθέτως, γίνεται πλήρης έκθεση των κρίσιμων γεγονότων και διαλαμβάνονται οι σκέψεις, οι οποίες στηρίζουν τη δευτεροβάθμια κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπως αυτές πιο πάνω έχουν εκτεθεί.
Επομένως, οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τις οποίες, "οι παραδοχές του πρώτου (εφετειακού) αποτελούν, κατά το πλείστον μέρος τους, αντιγραφή του περιεχομένου του δευτέρου (πρωτοδίκου) βουλεύματος" και συνεπώς "δεν υπήρξε ουσιαστικώς, δευτεροβάθμια κρίση" και ότι είναι ανεπίτρεπτη "η παράθεση στο σκεπτικό και, μάλιστα, σχεδόν κατά λέξη, των στοιχείων του κατηγορητηρίου και η αναιτιολόγητη κρίση ότι αποδείχθηκαν" είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επίσης το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απάντησε αιτιολογημένα στα επιχειρήματα και τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, αν και δεν είχε ειδική προς τούτο υποχρέωση. Επομένως, οι διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι, αν και υπέβαλε η αναιρεσείουσα συγκεκριμένα αιτήματα, ισχυρισμούς και επιχειρήματα, που αποδείκνυαν την αθωότητά της, αυτά έμειναν αναπάντητα, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρεται ποίοι ισχυρισμοί και ποία υποβληθέντα αιτήματα έμειναν αναπάντητα, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες. Εξ άλλου, από την αναφορά στην αρχή του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική για την αναιρεσείουσα κρίση του, προέκυψαν από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένης, την έγκληση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ, την ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον του Ανακριτή, το υπόμνημα του εν λόγω πολιτικώς ενάγοντα και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένης, προκύπτει ανενδοιάστως ότι το εν λόγω Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά και μάλιστα επιλεκτικά την από 21-01-2005 μήνυση του εν διαστάσει συζύγου της Ψ και την χωρίς όρκο κατάθεση του ίδιου, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Από το γεγονός δε ότι στο βούλευμα εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα, ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές, αφού βεβαιώνεται σ'αυτό, όπως προαναφέρθηκε, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI. Από τις διατάξεις των αρ. 317 παρ. 1 εδ. α και 481 παρ. 1 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των αρ. 316 παρ. 2, 318, 319, 478 παρ. 1 και 481 παρ. 1 ΚΠΔ, σαφώς συνάγεται ότι, όταν ασκηθεί έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, λόγω του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, μεταβιβάζεται η υπόθεση από ουσιαστικής και νομικής πλευράς στο Συμβούλιο των Εφετών, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο κατά τρόπον ώστε να επαναλαμβάνεται και πάλι ενώπιον του Συμβουλίου αυτού η συζήτηση όπως είχε εισαχθεί η κατηγορία ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που είχε εκδώσει το εκκαλούμενο βούλευμα, η οποία (κατηγορία) έτσι κρίνεται σε δεύτερο βαθμό. Κάθε δε τυχόν ακυρότητα ή πλημμέλεια του πρωτοδίκου βουλεύματος καλύπτεται, μετά την άσκηση εφέσεως κατ'αυτού, με την έκδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο και μόνο υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Στη προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αιτιάται με την κρινομένη αίτησή της, ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν απάντησε σε προβληθέντες λόγους εφέσεως και ειδικότερα α) στον προβληθέντα λόγο εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτόδικο βούλευμα, β) ότι το πρωτόδικο βούλευμα αγνόησε το αίτημα της εκκαλούσας για συμπλήρωση της ανακρίσεως, με σκοπό να κληθεί ιατρός, προς διερεύνηση των πιθανών αιτίων θανάτου βρέφους, και γ) το πρωτόδικο βούλευμα απέρριψε αναιτιολόγητα αίτημά της περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως της ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είτε υπό την μορφή της απολύτου ακυρότητος, είτε της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ή της νομίμου βάσεως, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα και με τις παρατεθείσες πιο πάνω δικονομικές διατάξεις, αφού και στην περίπτωση που υπήρξε πράγματι τέτοια ακυρότητα, όταν εγένετο τυπικώς δεκτή η ασκηθείσα έφεσή της, ερευνήθηκε εκ νέου από ουσιαστικής και νομικής πλευράς η όλη κατηγορία από το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο με το ήδη προσβαλλόμενο βούλευμα και συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένο το Συμβούλιο να απαντήσει στους λόγους αυτούς.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως.-
Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενη αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 70/14-4-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως της Χ1κατά του 326/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση (βρέφους με σύνδρομο DOWN από τη μητέρα του). Απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως, ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, ιδρύονται οι από το άρθρο 484 παρ.1 περ. α΄ και δ΄ του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Το συμβούλιο εφετών επιτρεπτώς παραπέμπει εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση. Στην πρωτόδικη όμως μόνο συμπληρωματικά και όχι εξ ολοκλήρου. Άλλως παραβίαση άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 2 παρ.1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Όταν ασκηθεί έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, λόγω του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, μεταβιβάζεται η υπόθεση από ουσιαστικής και νομικής πλευράς στο Συμβούλιο των Εφετών. Κάθε ακυρότητα ή πλημμέλεια του πρωτοδίκου βουλεύματος καλύπτεται, μετά την άσκηση εφέσεως, κατ’ αυτού, με την έκδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο και μόνο υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2497/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωνσταντινίδη, περί αναιρέσεως της 345/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1179/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τα διάταξη της παρ.1 εδ. α του άρθρου 29 του Ν. 2971/2001 ( αντίστοιχη της προϊσχύουσας διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2α' του ΑΝ 2344/1940, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ 263/1968) "Όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη ζώνη λιμένα, τη μεγάλη λίμνη, πλεύσιμο ποταμό, όχθη ή παρόχθια ζώνη μεγάλης λίμνης ή πλεύσιμου ποταμού οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημιά σε οποιονδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους....". "Αιγιαλός", κατά διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, "είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Εξάλλου, κατά τα άρθρα 4 και 5 του αυτού νόμου, ο καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού γίνεται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου επιτροπή (ή από την, κατά τις προϊσχύσασες διατάξεις, επιτροπή του άρθρου 10 του ΑΝ 1540/1939), αλλά, για την στοιχειοθέτηση του οριζόμενου αδικήματος στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 29, δεν απαιτείται, ως αναγκαία προϋπόθεση, ο προηγούμενος καθορισμός του αιγιαλού από την παραπάνω επιτροπή, διότι η ιδιότητα του αιγιαλού δεν δημιουργείται με την έκθεση της επιτροπής αυτής, αλλά υπάρχει με βάση τα φυσικά δεδομένα, ήτοι, από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις των κυμάτων, το δικαστήριο δε της ουσίας, εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, μπορεί να καθορίσει παρεμπιπτόντως τα όρια του αιγιαλού σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα παραπάνω και συγκροτούντα την έννοια του αιγιαλού στοιχεία. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 345/2008 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκμεταλλεύεται αναψυκτήριο επί της οδού ....., στον αιγιαλό της περιοχής ....., στις 3-10-2003, μετά από αυτοψία που διενήργησε υπάλληλος της Κτηματικής Εταιρείας Πειραιώς, διαπιστώθηκε ότι είχε προβεί στην κατασκευή ξύλινου πατώματος υπερυψωμένου και ξύλινου δικτυώματος (πέργκολας) με αποτέλεσμα με τις παράνομες, χωρίς σχετική άδεια κατασκευές αυτές να έχει επέλθει μεταβολή στον αιγιαλό. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό". Με τις σκέψεις δε αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα του ότι "Χωρίς άδεια επέφερε στον αιγιαλό, οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή έργων, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημία σε οποιονδήποτε. Ειδικότερα, από αυτοψία που έγινε από την Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά, και όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 3-10-2003 έκθεση ελέγχου της υπαλλήλου ....., στην περιοχή ..... διαπιστώθηκε ότι από τον Χ, που εκμεταλλεύεται το αναψυκτήριο με την επωνυμία "....." στην οδό ....., έχουν γίνει αυθαίρετες κατασκευές, οι οποίες εικονίζονται στο (από Οκτώβριο 2003 αρ. σχ. 424) τοπογραφικό διάγραμμα, που συντάχθηκε από μηχανικό της ανωτέρω Υπηρεσίας εντός της ζώνης του αιγιαλού κατά παράβαση των κείμενων διατάξεων. Συγκεκριμένα κατασκευάστηκαν: Ξύλινο πάτωμα υπερυψωμένο και ξύλινο δικτύωμα (πέργκολα) που στηρίζει ξύλινη οροφή διαστάσεων 6,7,8,9,10,6 Ε=181μ2. Οι προαναφερόμενες κατασκευές -έγιναν- στην περιοχή αυτή, όπου ισχύουν τα όρια του αιγιαλού όπως καθορίσθηκαν το έτος 1937". Για την πράξη του δε αυτή, η οποία, συνιστά παράβαση των άθρων 1 και 29 παρ. 1 του Ν.2971/2001, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ ημερησίως.
ΙΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση παραπάνω Δικαστήριο στέρησε αυτήν από την από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα το αιτιολογικό της απόφασης αποτελεί απλή - και μάλιστα συνοπτική - αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να διαλαμβάνονται σ` αυτό οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που οδήγησαν το Δικαστήριο στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, αφού δεν αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προέκυψε η ιδιότητα του χώρου, επί του οποίου ο κατηγορούμενος κατασκεύασε το υπερυψωμένο ξύλινο πάτωμα και την πέργκολα, ως αιγιαλού, δηλαδή αν είχε καθοριστεί η οριογραμμή του αιγιαλού με απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής ή καθορίστηκε από το Δικαστήριο με βάση τις μέγιστες, συνήθεις όμως, αναβάσεις των κυμάτων, όπως προέκυψε από τη διαδικασία, στη θέση που αναφέρεται στη απόφαση. Η γενόμενη στο διατακτικό και μόνο αναφορά ότι "οι προαναφερόμενες κατασκευές-έγιναν-στην περιοχή αυτή, όπου ισχύουν τα όρια του αιγιαλού, όπως καθορίσθηκαν το έτος 1937", δεν αίρει την έλλειψη αυτή, αφού δεν διευκρινίζεται ο τρόπος που έγινε ο εν λόγω καθορισμός κατά το έτος 1937. Επιπλέον δεν αναφέρεται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τέλεσε την πιο πάνω πράξη και ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι δυνατόν να επιδρά στο χρόνο παραγραφής αυτής. Ούτε, άλλωστε, δύναται να εκτιμηθεί ότι η αναφερόμενη στην απόφαση ημερομηνία (3-10-2003), είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τέλεσε την πιο πάνω πράξη, αφού κατά την ημερομηνία αυτή, όπως ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, απλώς διαπιστώθηκαν, κατά τη γενόμενη αυτοψία που διενήργησε υπάλληλος της Κτηματικής Εταιρείας Πειραιώς, οι προαναφερόμενες κατασκευές. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ σχετικός αναιρετικός λόγος, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ανωτέρω Δικαστήριο, διότι είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ, όπως ισχύει).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 345/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ανωτέρω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιγιαλός. Έννοια, προσδιορισμός. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται αν είχε καθοριστεί η οριογραμμή του αιγιαλού με απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής ή καθορίστηκε (παρεμπιπτόντως) από το Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αιγιαλός.
| 2
|
Αριθμός 2495/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πέτσα, περί αναιρέσεως της 163, 170, 171/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.6.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1158/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 299 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής με το άρθρο 33 του ν. 2172/1993, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 Π.Κ. προκύπτει, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Και στη μεν πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, στη δεύτερη δε περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας. Αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 Π.Κ. Εξάλλου κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Τέτοια απόπειρα υπάρχει όταν ο δράστης που αποφάσισε να εκτελέσει την ανθρωποκτονία, επιχειρεί πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε από εξωτερικά εμπόδια και όχι από δική του θέληση. Αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, υπάρχει όταν έχει αρχίσει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεώς του, πράγμα που συμβαίνει και όταν η επιχειρούμενη πράξη περιέχει κάποια ενέργεια του δράστη που βρίσκεται σε τέτοια σχέση και συνάφεια με την αποφασισθείσα πράξη, ώστε κατά τη φυσική σειρά των πραγμάτων να θεωρείται εκείνη μέρος της εγκληματικής πράξης που αποφασίστηκε. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής ,υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ,το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο πολιτικώς ενάγων διέμεναν στην ίδια πολυκατοικία επί της οδού .... Ειδικότερα στο ένα από τα δύο διαμερίσματα του πέμπτου ορόφου της πολυκατοικίας αυτής διέμενε ο κατηγορούμενος με τη σύζυγό του και στο άλλο ο πολιτικώς ενάγων Ζ με τη σύζυγό του και τα δύο ανήλικα τέκνα του. Η είσοδος του διαμερίσματος του πολιτικώς ενάγοντος ήταν παραπλεύρως της πόρτας του ανελκυστήρα, σε γωνία και απέναντι ακριβώς από την είσοδο του διαμερίσματος που διέμενε ο κατηγορούμενος σε απόσταση 2,5 μέτρων. Στο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας κάτω ακριβώς από το διαμέρισμα του κατηγορουμένου διέμενε η οικογένεια .... Οι σχέσεις του κατηγορουμένου ήταν τεταμένες τόσο με τον παθόντα όσο και με τον ..., λόγω προστριβών που είχαν λάβει διαστάσεις δικαστικών διενέξεων με την υποβολή εκατέρωθεν αιτήσεων για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για ρύθμιση καταστάσεως, αλλά και την υποβολή μηνύσεων. Επίσης τεταμένες ήταν οι σχέσεις του κατηγορουμένου και με την οικογένεια της προηγουμένης ενοίκου της πολυκατοικίας και δικαιοπαρόχου του διαμερίσματος του παθόντος, ..., αλλά και με τους λοιπούς ενοίκους της πολυκατοικίας. Μάλιστα, η ως άνω προηγούμενη ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ... αναγκάστηκε να μετακομίσει και να πωλήσει το διαμέρισμα αυτό και δη σε χαμηλή τιμή, ακριβώς λόγω των προστριβών και των προβλημάτων που δημιουργούσε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων την 22.5.2002 και περί ώρα 16.50 κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή στον κατηγορούμενο δικόγραφο αίτησης περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Το γεγονός αυτό εξαγρίωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίο και έλαβε την απόφαση να σκοτώσει τον παθόντα. Έτσι, το πρωί της επόμενης ημέρας, ήτοι την 23.5.2002, ο κατηγορούμενος μετέφερε τη σύζυγό του στην οικία της αδελφής της ... και στη συνέχεια περί ώρα 10.00 μετέβη στο κατάστημα κυνηγετικών ειδών της εταιρείας Σπυρίδων και Γεώργιος Θεοδωράκος ΑΕ με τον διακριτικό τίτλο "ASOSPORT" στη Λεωφόρο .... Εκεί αγόρασε το με στοιχεία ... κυνηγετικό όπλο (καραμπίνα), διαμετρήματος 12 cal, μάρκας LUIGI FRANCHI, για το οποίο δεν είχε άδεια κατοχής, ενώ επίσης αγόρασε και ένα κουτί με 25 φυσίγγια. Στη συνέχεια μετέβη σε ερημική περιοχή για να δοκιμάσει το όπλο και μάλιστα κατά τη δοκιμή του όπλου στα πλαίσια σκοποβολής με τον πυροβολισμό προκλήθηκε τρύπα στον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του, στο οποίο αυτοκίνητο βρέθηκαν αργότερα τρία φυσίγγια κυνηγετικού όπλου, εκ των οποίων τα δύο άδεια και το ένα γεμάτο (βλ. την από 23.5.2002 έκθεση έρευνας μεταφορικού μέσου και κατασχέσεως). Ακολούθως και αφού εξόπλισε το κυνητετικό όπλο με ένα φυσίγγιο, επέστρεψε στο διαμέρισμά του, όπου και ανέμενε τον Ζ να εξέλθει από το διπλανό διαμέρισμά του. Εδώ ας σημειωθεί ότι ο παθών Ζ ήταν πιλότος της Ολυμπιακής Αεροπορίας και την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε άδεια για να πραγματοποιήσει τις καθιερωμένες και απαραίτητες από την υπηρεσία του ιατρικές εξετάσεις, εκμεταλλευόμενος δε την άδειά του την περίοδο εκείνη περί ώρα 12.00 με 12.30 έβγαζε βόλτα τα δύο ανήλικα τέκνα του ηλικίας 2 και 3 ετών, αντίστοιχα. Το γεγονός αυτό της εξόδου του κατηγορουμένου συγκεκριμένη ώρα με τα τέκνα του εγνώριζε ο κατηγορούμενος. Πράγματι περί ώρα 12.30 ο Ζ εξήλθε από το διαμέρισμά του κρατώντας τα δύο ανήλικα τέκνα του και στάθηκε μπροστά στην πόρτα του ανελκυστήρα πιέζοντας το κουμπί κλήσεως. Η πόρτα του διαμερίσματος του Ζ παρέμενε ακόμη ανοικτή, ώστε μέσα από την πόρτα να τους χαιρετήσουν κατά την είσοδο στο ασσανσέρ η πεθερά του και η σύζυγός του. Τη στιγμή κατά την οποία ο παθών ανέμενε την άφιξη του ανελκυστήρα με τα νώτα του προς την είσοδο του διαμερίσματος του κατηγορουμένου, ο τελευταίος, ο οποίος παραφύλαγε και ανέμενε την έξοδο του παθόντος από το διαμέρισμά του, άνοιξε αιφνιδίως την πόρτα του διαμερίσματός του, έστρεψε το όπλο του προς την κεφαλή του παθόντος και τον πυροβόλησε από απόσταση 2,50 μέτρων περίπου με σκοπό να τον σκοτώσει. Τα περισσότερα σκάγια έπληξαν τον παθόντα στο οπίσθιο μέρος της κεφαλής του και του προκάλεσαν υποσκληρίδιο αιμάτωμα, θλάση της αριστερής κροταφικής χώρας, έλλειμμα άνω πτερυγίου ωτός και έλλειμμα δέρματος αριστερής ινιακής χώρας (βλ. βεβαίωση του Νοσοκομείου "Γεώργιος Γεννηματάς"). Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος έστρεψε το όπλο του για εκφοβισμό στα δύο ανήλικα τέκνα του παθόντος και τη σύζυγο του τελευταίου .... Μάλιστα, μόλις η τελευταία με τη βοήθεια της μητέρας της πήρε τα ανήλικα τέκνα της και επιχείρησε να εισέλθει στο διαμέρισμά της μαζί με τον τραυματισθέντα σύζυγό της, ο κατηγορούμενος την εμπόδισε να κλείσει την πόρτα της εισόδου του διαμερίσματος παρεμβάλλοντας την κάνη του όπλου του. Στο μεταξύ, η εξετασθείσα μάρτυρας ..., ακούγοντας τον θόρυβο, εξήλθε από το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, όπου διέμενε, στο κλιμακοστάσιο, για να μάθει τι συμβαίνει, οπότε ο κατηγορούμενος έστρεψε απειλητικά την καραμπίνα του προς αυτήν. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμά του, όπου άφησε το όπλο μαζί με ένα σημείωμα απευθυνόμενο στη σύζυγό του και τράπηκε σε φυγή, πιστεύοντας ότι είχε σκοτώσει τον παθόντα. Περί ώρα 13.30 ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με την αδελφή της συζύγου του, λέγοντας ότι έκανε κάτι κακό και ότι πάει να σκοτωθεί. Συνέχισε να περιπλανιέται με το αυτοκίνητό του στην περιοχή του ... και της ..., όταν όμως αργότερα άκουσε στο ραδιόφωνο ότι ο Ζ ζει, μετέβη στο αστυνομικό τμήμα Πεντέλης, όπου ομολόγησε την πράξη του και συνελήφθη. Στο μεταξύ ο παθών αμέσως μετά τον τραυματισμό του διεκομίσθη στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου υποβλήθηκε σε θεραπευτική αγωγή, λόγω του ότι το υποσκληρίδιο αιμάτωμα ήταν μικρό και μη χειρουργήσιμο. Συγκεκριμένα, έχουν σφηνωθεί στο κεφάλι του παθόντος οκτώ (8) σκάγια, όλοι δε οι νευροχειρουργοί που επισκέφθηκε του δήλωσαν κατηγορηματικά ότι θα υποστεί χειρότερη ζημιά αν επιχειρηθεί η έξοδος αυτών με χειρουργική επέμβαση. Ο παθών, μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, πραγματοποίησε επισκέψεις κατά διαστήματα στο ΚΑΤ και υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, εγκεφαλογράφημα, λάμβανε τακτικά φάρμακα και παρακολουθείτο η αποκατάσταση του αυτιού του. Τελικά όμως, μερικούς μήνες μετά τον σοβαρό τραυματισμό του, το έτος 2003 του ανακοινώθηκε από την υπηρεσία του στην Ολυμπιακή ότι δεν μπορεί πλέον να εργαστεί, κριθείς ακατάλληλος για την εργασία του πιλότου. Έτσι ο κατηγορούμενος δεν πέτυχε να ολοκληρώσει την πράξη του και να σκοτώσει τον παθόντα, καθόσον ο πυροβολισμός τελικά έπληξε μεν τον παθόντα στο κεφάλι, δεν έπληξε όμως ζωτικά σημεία του εγκεφάλου του, τραυματισθείς όμως σοβαρά. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πρόθεσή του ήταν να εκφοβίσει με ακραίο τρόπο την οικογένεια του κατηγορουμένου και επομένως δεν είχε ανθρωποκτόνο σκοπό, ότι πρόκειται για σωματική βλάβη από αμέλεια, άλλως ότι πρόκειται για επικίνδυνη σωματική βλάβη και ότι σε κάθε περίπτωση ότι η πράξη διαπράχθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής. Η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε πρόθεση του κατηγορουμένου να εκφοβίσει απλά τον παθόντα, έστω και με ακραίο τρόπο, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο παθών επλήγη από τα βλήματα κυνηγετικής καραμπίνας στο κεφάλι από απόσταση 2,5 μέτρων, που είναι θέση επιλογής για θανατηφόρο αποτέλεσμα και δεν επλήγη σε κάποιο μη ιδιαίτερα ευπαθές μέρος του σώματος, όπως τα χέρια ή τα πόδια, η προς τα οποία στόχευση ενδεχομένως αν υποδήλωνε πρόθεση εκφοβισμού και έλλειψη ανθρωποκτόνου προθέσεως. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του κατηγορουμένου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι είχε τοποθετήσει στην καραμπίνα ένα μόνο φυσίγγιο, δεδομένου ότι είχε ήδη εξασκηθεί στη σκοποβολή, δοκιμάζοντας το κυνηγετικό όπλο και από την οποία δοκιμή προκλήθηκε τρύπα στον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του. Αυτό το τελευταίο γεγονός, ως προς τις συνέπειες ενός πυροβολισμού με καραμπίνα και ως προς τον έλεγχο του τρόπου πυροβολισμού, αλλά και τον τρόπο του επικαλούμενου εκφοβισμού, έπρεπε να καταστήσει προσεκτικότερο τον κατηγορούμενο και να μη στοχεύσει. Ο κατηγορούμενος, μόλις αντιλήφθηκε ότι ο παθών εξέρχεται του διαμερίσματός του, δεν του απηύθυνε καν το λόγο, δεν τον κάλεσε να απέχει από κάποιες ενέργειες, δεν τον απείλησε για να τον φοβίσει, ούτε τον κάλεσε να στρέψει το πρόσωπό του προς αυτόν, αλλά τον πυροβόλησε στο κεφάλι καθ' όν χρόνο είχε στραμμένα τα νώτα του και ανέμενε τον ανελκυστήρα μαζί με τα παιδιά του. Όσον αφορά δε στο επιχείρημα για το είδος και τη βλητική δύναμη των βολίδων, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος με το πλήθος των αιμοφόρων αγγείων στον οποίο συγκεντρώνονται οι περισσότερες ανθρώπινες λειτουργίες είναι ιδιαίτερα ευπαθής, ακόμη και σε πλήγματα ασθενούς εντάσεως, πολύ δε περισσότερο σε πλήγματα προερχόμενα από εκτόξευση βλημάτων οποιουδήποτε διαμετρήματος ή βεληνεκούς καραμπίνας. Τα μικρά βλήματα (σκάγια) που προέρχονται από φυσίγγια κυνηγετικού όπλου σχηματίζουν κατά την εκτόξευσή τους με τον πυροβολισμό δέσμη που πλήττει επιφάνεια πολύ ευρύτερη από εκείνη που καταλαμβάνει μια σφαίρα προερχόμενη από όπλο με ραβδωτή κάνη, αφού έτσι επέρχεται μεγάλος διασκορπισμός των βλημάτων ιδιαίτερα επικίνδυνος, καθόσον, όπως και στην κρινόμενη περίπτωση, είναι τεχνικά δύσκολο να αφαιρεθούν χωρίς να πλήξουν ανεπανόρθωτα ζωτικά όργανα και αγγεία. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του κατηγορουμένου δεν αναιρείται ούτε και από το γεγονός ότι αυτός επέλεξε τον χώρο του σπιτιού του για την πράξη του. Αντίθετα, τούτο δείχνει την αποφασιστικότητά του να προβεί στην ενέργειά του, επιλέγοντας τον χώρο αυτόν, αναμένοντας τον παθόντα αθέατος και σε σημείο από όπου με βεβαιότητα διερχόταν, κατά τη συνήθη και γνωστή σ' αυτόν τακτική του παθόντος που θα είχε στραμμένα τα νώτα προς αυτόν, έστω και με την πιθανή παρουσία και τρίτων προσώπων. Μάλιστα, δεν τον απέτρεψε από τον ανθρωποκτόνο σκοπό του ούτε η παρουσία των δύο μικρών ανηλίκων τέκνων, που και αυτά είχαν στραμμένα τα νώτα τους προς αυτόν, ενώ και μετά τον πυροβολισμό ο κατηγορούμενος απείλησε τα ανήλικα τέκνα, τη σύζυγο του παθόντος, την πεθερά του καθώς και την ..., αποβλέποντας στο να τρομοκρατηθούν τα πρόσωπα αυτά και να αποσυρθούν στα διαμερίσματά τους, όπως και συνέβη, ώστε να καταστεί ευχερής η σιγή του από τον τόπο του συμβάντος. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πρόκειται για σωματική βλάβη από αμέλεια. Το όπλο δεν εκπυρσοκρότησε από αμέλεια του κατηγορουμένου, αλλά αντίθετα αυτός σήκωσε το όπλο, στόχευσε στο κεφάλι του παθόντος και πυροβόλησε με ανθρωποκτόνο σκοπό, έχοντας ήδη εξασκηθεί στη σκοποβολή δοκιμάζοντας το όπλο, κατά τα προαναφερθέντα. Ενόψει όλων αυτών αλλά και του γεγονότος ότι το εάν μία επίθεση κατά προσώπου θα θεωρηθεί ανθρωποκτονία ή απόπειρα ανθρωποκτονίας ή σωματική βλάβη δεν εξαρτάται από το αποτέλεσμα αλλά από την πρόθεση του δράστη, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για απόπειρα ανθρωποκτονίας και όχι για επικίνδυνη σωματική βλάβη ή βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι προβληθέντες από τον κατηγορούμενο ισχυρισμοί και το αίτημά του για μετατροπή της κατηγορίας. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός του ότι η πράξη του αποφασίστηκε και τελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής κατά πλειοψηφία, διότι, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, η πράξη του κατηγορουμένου αποφασίστηκε και τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αγανάκτησε με την κοινοποίηση σ' αυτόν της αιτήσεως περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων την 22.5.2002, σε συνδυασμό με την όλη προηγηθείσα υβριστική και απαξιωτική συμπεριφορά του παθόντος απέναντί του και με το γεγονός ότι το ίδιο βράδυ, μετά την ως άνω κοινοποίηση, ο παθών δημιουργούσε επίτηδες συνεχώς θορύβους, με αποτέλεσμα τόσον αυτός όσο και η σύζυγός του να μη μπορέσουν να κοιμηθούν όλη τη νύκτα. Το περιεχόμενο της αίτησης μπορεί να σηματοδότησε διέγερση του συναισθήματος του εγωισμού του που πληγώθηκε λόγω της δικαστικής αντεπιθέσεως εκ μέρους του παθόντος, πλην όμως δεν τον οδήγησε σε τέτοια ψυχική κατάσταση που να αποκλείει την ήρεμη σκέψη, αφού τόσο το είδος της ταραχής και η έκτασή της όσο και η ψυχολογική κατάσταση του κατηγορουμένου, που βρισκόταν κοντά στην απόφαση, τελούσε υπό τον απόλυτο έλεγχο του κατηγορουμένου. Ούτε όμως και η ταραχή που τυχόν προκλήθηκε περί ώρα 16.50 της προηγουμένης ήταν τόσο έντονη ώστε να διαρκεί μέχρι την επόμενη ημέρα που έλαβε χώρα η εγκληματική ενέργεια. Εξάλλου, ο βρασμός ψυχικής ορμής δεν ταυτίζεται προς τις αψιθυμίες που δημιουργούνται από τα καθημερινά μικροεπεισόδια. Και καθόλου δεν αποδείχθηκε ότι ο παθών όλο το προηγούμενο βράδυ δημιουργούσε επίτηδες έντονους θορύβους προς ενόχληση του κατηγορουμένου και της συζύγου του, αφού μάλιστα αυτός (παθών) είχε ανήλικα νήπια τέκνα. Περαιτέρω, η προπαρασκευή της εκτέλεσης της πράξης και δη η απομάκρυνση της συζύγου του μαζί με το σκυλάκι τους, η αγορά μιας κυνηγετικής καραμπίνας με 25 φυσίγγια, η δοκιμή και προετοιμασία αυτής και μάλιστα με τρόπο που διαπίστωσε τη μεγάλη βλάβη που μπορούσε να προκληθεί, με τη θραύση και την πρόκληση τρύπας στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του, η παρακολούθηση του παθόντος και κυρίως ο πυροβολισμός τη στιγμή που ο παθών είχε τα νώτα του προς την είσοδο του διαμερίσματος του κατηγορουμένου, διασφαλίζοντας έτσι τη θέση του θύματος στο πεδίο βολής του, συνηγορούν υπέρ της ήρεμης σκέψης του κατηγορουμένου. Η ήρεμη σκέψη του κατηγορουμένου και κατά την εκτέλεση της πράξης επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι προχώρησε στον πυροβολισμό του παθόντος χωρίς να τον αποτρέψει από την ενέργειά του αυτή ούτε το γεγονός ότι ο παθών συνοδευόταν από τα δύο νήπια τέκνα του. Ένα μέλος, όμως, του Δικαστηρίου και δη ο ένορκος έχει τη γνώμη ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αποφάσισε και τέλεσε την πράξη σε βρασμό ψυχικής ορμής, καθόσον ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η επίδοση στον κατηγορούμενο της αίτησης λήψεως ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του με απαξιωτικό και καταφρονητικό περιεχόμενο ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι με την μακρά και συνεχή περιφρονητική συμπεριφορά του παθόντος προς αυτόν που έθιγε τον εγωισμό του, με αποτέλεσμα, λόγω και των έντονων και συνεχών θορύβων, που επίτηδες προκαλούσε ο παθών όλη τη νύκτα για να μη μπορέσει να κοιμηθεί ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του, αυτός (κατηγορούμενος) να βρεθεί σε τέτοια ψυχική υπερδιέγερση από την απότομη υπερένταση του αισθήματος της οργής του και της ταραχής του, ήτοι να φθάσει σε ψυχική κατάσταση αποκλείουσα τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που τον κινούσαν στην πράξη και απωθούσαν από αυτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος έφερε μαζί του την ως άνω κυνηγετική καραμπίνα παράνομα και χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, διέπραξε δε με τη χρήση αυτής την προαναφερθείσα πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του παθόντος Ζ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, αποφασισθείσας και τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας. Πρέπει, όμως, να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι για μακρό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλώς".
Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού α) παραθέτει, κατά το είδος και την κατηγορία τους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα παραπάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που, όπως προκύπτει από την απόφαση, ελήφθησαν όλα υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν για να στηριχθεί η περί ενοχής κρίση του και β) εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, και τις ενέργειες του δράστη που συνιστούν την αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1, και 42 Π.Κ. τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως στην απόφαση, η ανθρωποκτόνος πρόθεση του αναιρεσείοντος, ήτοι η βούλησή του να φονεύσει τον παθόντα Ζ πυροβολώντας αυτόν με κυνηγετική καραμπίνα. Ότι η ενέργειά του αυτή ήταν απολύτως ικανή να επιφέρει το θάνατο του παθόντος, ο οποίος τελικά δεν επήλθε από λόγους ανεξαρτήτους της βουλήσεως του δράστη, ήτοι γιατί, η σφαίρα δεν κτύπησε αυτόν σε καίριο σημείο και τον τραυμάτισε σοβαρά στο κεφάλι. Εκτίθεται ακόμη στην απόφαση, ότι ο αναιρεσείων αποφάσισε και εκτέλεσε την πράξη του, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρατίθενται δε τα περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του αυτή. Περαιτέρω την απαιτούμενη ως άνω αιτιολογία περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος, με το οποίο απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί μετατροπής της κατηγορίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη και ότι αποφάσισε και εκτέλεσε την ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι, με τους οποίους, υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης σε πράγματα κρίσης του Δικαστηρίου, και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα αιτούντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 163,170,171/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2494/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 1977/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 30 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1129/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.
ΙΙ.- H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εκείνα προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία του κατηγορουμένου), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Την 5-6-2000 ο κατηγορούμενος, εκπρόσωπος της εταιρίας "AUTO MARKET ΕΠΕ" ανέλαβε ως εργολάβος από τον ιδιοκτήτη του υπό ανακαίνιση κέντρου διασκέδασης, με την ονομασία ".....", Α, κατοίκου Θεσσαλονίκης, τις εργασίες επισκευής υπάρχουσας μεταλλικής στέγης και τοποθέτηση επ' αυτής, ως επικάλυψη, τέντας από πλαστικό υλικό. Ούτω ανέθεσε τις σχετικές εργασίες στον Β, εργαζόμενο στην επιχείρησή του και στον Γ, που διατηρεί κατάστημα σιδηροκατασκευών. Η υπάρχουσα μεταλλική στέγη στο υπό ανακαίνιση κέντρο διασκέδασης είχε διαστάσεις 20Χ30 μ. περίπου, τα ζευκτά ήταν σε απόσταση 4,0 μ. οι δε τεγίδες ανά 2,0 μ περίπου. Κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία και περί ώρα 3.00 μ.μ, περίπου είχε ήδη τοποθετηθεί η εν λόγω τέντα σε δύο ρολά στην άκρη της στέγης, πλην όμως είχε τοποθετηθεί στραβά (βλ. απολογία κατηγορουμένου), ενώ στη συνέχεια θα έπρεπε αυτή να ξετυλιχθεί στην αριστερή και δεξιά γωνία της στέγης. Ο κατηγορούμενος σκόπευε να την μετακινήσει την επόμενη ημέρα με τη βοήθεια γερανοφόρου οχήματος, λόγω του μεγάλου βάρους αυτής που δυσκόλευε την μετακίνησή της, μέχρι την κορυφή της στέγης σταδιακά και από εκεί να την τραβήξει με σχοινιά από τις δύο πλευρές της στέγης προς τις δύο κλίσεις της, καλύπτοντας έτσι την τελευταία στο σύνολό της. Προς εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, ήτοι του ισιώµατος και ξετυλίγµατος της τέντας, µόνον στην αριστερή και δεξιά γωνία της στέγης, χωρίς αυτή να µετακινηθεί, οι εργαζόµενοι Β και Γ ανέβηκαν στη στέγη, επιπρόσθετα και διότι ο τελευταίος είχε πλέον τελειώσει µε την ανακατασκευή της σιδηροκατασκευής που είχε αναλάβει και δεν θα επέστρεφε την επόµενη ηµέρα για πιθανές απαιτούµενες οδηγίες. Οι ανωτέρω εργασίες λάµβαναν χώρα στο κανονικό κτήριο που εργάζονταν οι τελευταίοι, όταν λόγω µη κανονικής συγκόλλησης της στέγης, αλλά και του µεγάλου βάρους της τέντας, που βρισκόταν πάνω σ'αυτήν, υποχώρησαν (έσπασαν) τα µεταλλικά µέρη όπου εργάζονταν οι δύο εργαζόµενοι, µε αποτέλεσµα αυτοί να πέσουν από ύψος έξι (6) περίπου µέτρων στο δάπεδο του κτιρίου και να υποστούν βαριές σωµατικές κακώσεις και ειδικότερα ο µεν Β, εγκάρσιο κάταγµα της βάσεως του κρανίου επεκτεινόµενο προς το θόλο, διάχυτη υπαραχνοειδή αιµορραγία και διάχυτη αιµορραγία της παρεγκεφαλίδας, πολλαπλά κατάγµατα των πλευρών δεξιά µε ρήξη πνευµόνων και αιµοθώρακα, πολλαπλές ρήξεις του ήπατος και αιµοπεριτόναιο, συνεπεία δε των ως άνω βαρύτατων κακώσεων επήλθε µαζική εσωτερική αιµορραγία, η οποία επέφερε το θάνατό του την ίδια ως άνω ηµέρα, ο δε Γ, βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση µε ενδοεγκεφαλικό αιµάτωµα, κατάγµατα σπλαγχινικού κρανίου, κατάγµατα βάσεως κρανίου, τραυµατική υπαραχνοειδή αιµορραγία, κάκωση οπτικών νεύρων αµφοτεροπλεύρως και κάταγµα ανωνύµου και κάταγµα Colles δεξιά, απώλεια της όρασης και διαταραχές της συµπεριφοράς. Υπαίτιος του θανάτου του Β και του σοβαρού τραυµατισµού του Γ είναι ο κατηγορούµενος εργολάβος, ο οποίος είχε αναλάβει την ανακατασκευή της σιδηροκατασκευής της στέγης και την τοποθέτηση της τέντας και απασχολούσε στο έργο αυτό τους προαναφερθέντες. Ο κατηγορούµενος από αµέλειά του, ήτοι από έλλειψη της δέουσας επιµέλειας και προσοχής την οποία όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει λόγω του επαγγέλµατος του, δεν προέβλεψε το αποτέλεσµα της παραλείψεώς του και δεν έλαβε τα απαιτούµενα προστατευτικά µέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζοµένων και προς αποφυγή του κινδύνου πρόκλησης οιουδήποτε ατυχήµατος. Συγκεκριµένα, δεν προέβη στην κατασκευή καταλλήλου δαπέδου εργασίας και στη δηµιουργία σταθερού ικριώµατος ή στη χρήση σκαλωσιάς που να πληροί τους κανόνες ασφαλείας (σύµφωνα µε τα άρθρα 1, 2, 3 επ. του ΠΔ 778/1980), έτσι ώστε να µην είναι δυνατή η πτώση των εργαζοµένων, δεδοµένου ότι τα µεταλλικά στοιχεία της στέγης ήταν ακατάλληλα για να χρησιµοποιηθούν ως δάπεδο εργασίας εφόσον δεν διέθεταν ούτε το αναγκαίο πλάτος των 60 cm, ούτε πλευρική προστασία έναντι πτώσεως (κιγκλίδωµα) (σύµφωνα µε τα άρθρα 9, 16 και 18 του ΠΔ 778/80) ούτε χρησιµοποίησε γερανοφόρο όχηµα µε ειδικό καλάθι για την ασφαλή τοποθέτηση και εργασία αυτών, (άρθρ. 10 παρ. 5, 4 ΠΔ 16/94), επιπλέον δε δεν µερίµνησε να εφοδιάσει τους εργαζοµένους µε ατοµικά µέσα προστασίας, όπως ζώνες ασφαλείας που θα τους συγκρατούσε σε πιθανή πτώση ή κράνη που θα τους προστάτευαν σε περίπτωση κτυπήµατος στο κεφάλι, αν και είχε ιδιαίτερη νοµική υποχρέωση προς λήψη αυτών των µέτρων ασφαλείας πηγάζουσα από τις σαφείς διατάξεις του νόµου, αναφορικά µε το είδος και τη µορφή των εκτελουµένων εργασιών. Τα ανωτέρω πραγµατικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τη σαφή και πειστική κατάθεση της µάρτυρος κατηγορίας Ψ την ανάγνωση των από 9-10-2000 και 15-9-2000 εκθέσεων ενόρκης εξετάσεως των µαρτύρων Γ και Δ, αντίστοιχα και την απολογία του κατηγορουµένου, οι οποίοι αναφέρουν ότι δεν υπήρχε σκαλωσιά στο επίδικο σηµείο, όπου έγινε το ατύχηµα, ούτε δάπεδο εργασίας, ούτε είχαν εφοδιαστεί οι εν λόγω εργαζόµενοι µε ατοµικά µέσα προστασίας (ζώνη, κράνος ... ), ενώ οι καταθέσεις αυτών δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των µαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι επιβεβαιώνουν µεν την έλλειψη προστατευτικών µέτρων, πλην όµως ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν ήταν απαραίτητη η λήψη αυτών. Ο αυτοτελής ισχυρισµός του κατηγορουµένου, ότι ο θανών Β και ο τραυµατισθείς Γ δεν συνδέονταν µε αυτόν µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας και ως εκ τούτου δεν ευθύνεται για το επίδικο ατύχηµα, ως και ο ισχυρισµός αυτού ότι οι ανωτέρω ανέβηκαν στη στέγη µε δική τους πρωτοβουλία, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο κατηγορούµενος ευθύνεται για το επίδικο ατύχηµα που έγινε εν ώρα εργασίας και είχε ως αποτέλεσµα το θάνατο του Β και τον βαρύτατο τραυµατισµό του Γ, προκληθέν από την αµελή αυτού συµπεριφορά, συνισταµένη στις προαναφερόµενες παραλήψεις, οι οποίες ήταν πρόσφορες και ικανές να επιφέρουν το θάνατο του πρώτου και τον βαρύτατο τραυµατισµό του δευτέρου.
Συνεπώς, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αµέλεια και της σωµατικής βλάβης από αµέλεια παρ' υποχρέου σε ιδιαίτερη επιµέλεια και προσοχή που του αποδίδονται, όπως αυτές διατυπούνται στο διατακτικό, της παρούσης ... ". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονία και της σωματικής βλάβης από αμέλεια για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 302 παρ.1, 314 παρ.1α και 315 παρ.1β του ΠΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζει το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή) τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της πράξης, τον αιτιώδη σύνδεσμο των παραλείψεων και του αποτελέσματος και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, η οποία πηγάζει από την ιδιότητά του ως εργοδότη στο εκτελούμενο έργο και την υποχρέωση αυτού να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για τους εργαζόμενους στο έργο. Η ειδικότερη αιτίαση για ελλειπή αιτιολογία της αποφάσεως εκ του ότι δεν προσδιορίζεται η σχέση εργασίας με την οποία οι παθόντες συνδέονταν με τον κατηγορούμενο, είναι αβάσιμη αφού σαφώς διαλαμβάνεται ότι ο τελευταίος (κατηγορούμενος) τους είχε προσλάβει και τους απασχολούσε στο εκτελούμενο έργο, είναι δε πλεοναστική και δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση η αναφορά στην επαγγελματική ιδιότητα του παθόντος Γ ως διατηρούντος κατάστημα σιδηροκατασκευών, Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 εδ α' του ΚΠΔ στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ( άρθρο 219 παρ.2), ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, ή ένορκη κατάθεση που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικού αιτήματος δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται, επίσης, αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση χωρίς να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ΚΠοινΔ. Η εναντίωση του κατηγορουμένου, ναι μεν αποτελεί βουλητική εκδήλωση η οποία εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ.2 ΚΠοινΔ, μπορεί όμως να μη λαμβάνεται υπόψη , αν τείνει στη παρεμπόδιση εξακρίβωσης της αλήθειας Τούτο ισχύει και όταν ο κατηγορούμενος ρηματικά και μόνον εναντιώνεται στην ανάγνωση μαρτυρικής καταθέσεως που έχει ληφθεί κατά την προδικασία χωρίς να εξειδικεύει και να προσδιορίζει σε τι συνίστανται οι αντιρρήσεις του και κατά τι παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα από την ανάγνωση τέτοιας μαρτυρικής καταθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο, κατά παραδοχή αιτήματος υποβληθέντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς εναγούσης, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος την από 9-10-2000 μαρτυρική κατάθεση του παθόντος Γ η οποία δόθηκε στην προδικασία. Και ναι μεν ο κατηγορούμενος αντέλεξε στην ανάγνωση της άνω καταθέσεως, αλλά από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι την άρνηση αναγνώσεως της καταθέσεως δεν συνοδεύει με την έκθεση ισχυρισμών που δικαιολογούν την μη ανάγνωση ως βλαπτική των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του. Κατά συνέπεια, ουδεμία προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ανάγνωση της άνω μαρτυρικής καταθέσεως και ούτε συνεπώς το δικαστήριο όφειλε να αιτιολογήσει την σχετική του απόφαση.
Συνεπώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως και ο συναφής για έλλειψη αιτιολογίας λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1977/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια δια παραλείψεως. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2493/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγιώργο, περί αναιρέσεως της 1614/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1087/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ . Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απηγγέλθη απόντος εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται διά της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εκπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1614/2007 απόφασή του, απέρριψε κατά πλειοψηφία ως εκπρόθεσμη την 320/7-5-2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 60/24-1-2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως ένδεκα (11) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 1500 δραχμές ημερησίως για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, με την ακόλουθη αιτιολογία "Η τελευταία γνωστή στις Αρχές διεύθυνση κατοικίας της εκκαλούσας-κατηγορουμένης Χ ήταν στην οδό ... αρ. ..., στην ... ,όπως άλλωστε η ίδια είχε δηλώσει τη διεύθυνση αυτή στην αντίθετη της ένδικης μήνυσής της εναντίον της ..., που κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών στις 20-2-1995, χωρίς έκτοτε να δηλώσει αρμοδίως, κατ'αρθρο 273 παρ.1γ ΚΠοινΔ., μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας της. Στη διεύθυνση αυτή αναζητήθηκε από το αρμόδιο όργανο επίδοσης προκειμένου να της επιδοθεί η ερήμην αυτής εκδοθείσα εκκαλουμένη υπ'αριθμ.60/24-1-2000 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και επειδή δεν ανευρέθη, εγκύρως της επιδόθηκε η ως άνω απόφαση ως αγνώστου διαμονής (αρθρ. 156 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ) στις 19-7-2000 (βλ. το από 19-7-2000 αποδεικτικό επίδοσης της εν λόγω Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών .... ). Έκτοτε (19-7-2000) και μέχρι τις 7-5-2007 οπότε η εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση έφεσή της, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 473 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, η εκκαλούσα κατηγορουμένη έλαβε πανηγυρικά γνώση της εκκαλουμένης απόφασης στις 14-12-2006, όταν κατέβαλε στην Δ.Ο.Υ. ΙΘ' Αθηνών το ποσό των 2.964,50 ευρώ προς εξαγορά της ποινής φυλάκισης των έντεκα (11) μηνών που της είχε επιβληθεί με την εκκαλουμένη απόφαση, πλην όμως δεν προέβαλε βάσιμο λόγο συνιστώντα ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη (από 14-12-2006 μέχρι 7-5-2007) άσκηση της υπό κρίση έφεσής της. Κατ'ακολουθία των παραπάνω, πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς της, η από 7-5-2007 έφεση που άσκησε η εκκαλούσα κατηγορουμένη κατά της υπ'αριθμ. 60/24-1-2000 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών)". Από την 320/7-5-2007 έκθεση εφέσεως που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Δημήτριο Τσαούσογλου , η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, τα εξής: "διότι δεν είχε λάβει γνώση τόσο της κλήσης όσο και της απόφασης αφού αυτές επιδόθηκαν στη διεύθυνση .... αριθ. ... στο ... την 16-12-99 και την 19-7-00 αντίστοιχα, ενώ ήδη η εντολέας μου είχε αποχωρήσει από την άνω διεύθυνση το 1993 από δε το 1993 έως το 2000 ζούσε στις Η.Π.Α. όπου σπούδαζε". Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς της η ήδη αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου της, που την εκπροσώπησε στο Δικαστήριο, δήλωσε ότι " Πήγα το 1995 στις Η.Π.Α. για να σπουδάσω. Αναγκάσθηκα να γυρίσω εσπευσμένα στην Ελλάδα το 1999 επειδή ήταν άρρωστος ο πατέρας μου και χρειαζόταν να κάνει αιμοκάθαρση. Τελικά ο πατέρας μου πέθανε τα τέλη του 2006. Επέστρεψα στην Ελλάδα 6-11-99 και μέχρι το Σεπτέμβριο του 2000 έμενα με τη μητέρα μου, στη οδό ... στο .... Τον Οκτώβριο του 2000 νοίκιασα δικό μου σπίτι στην οδό ... στο ..., το οποίο διατηρώ μέχρι σήμερα. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη ..., όπου σπούδασα χημικός μηχανικός και έμεινα εκεί μέχρι τα 24 χρόνια μου. Στην Ελλάδα ήρθα το 1988. Είχα άγνοια των νόμων που ίσχυαν και των προθεσμιών. Μετά πήγα το 1992 - 1993 στις ΗΠΑ όπου ίσχυε άλλο καθεστώς. Επέστρεψα στην Ελλάδα το 1993 και ξαναέφυγα για τις ΗΠΑ το 1995 και επέστρεψα το 1999. Ξαναπήγα στον Καναδά και στις ΗΠΑ το 2002 και επέστρεψα στις αρχές του 2004. Μέχρι το Πάσχα του 2007 δεν ήξερα τίποτα για την απόφαση που εκρεμούσε σε βάρος μου. Με συνέλαβαν σαν κακοποιό στις 14-12-2006 και πλήρωσα την ποινή μου ...". Με όσα εξέθεσε η κατηγορούμενη αναιρεσείουσα στην πιο πάνω 320/2007 έφεσή της δεν προβάλλει ακυρότητα του αποδεικτικού ή της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, ούτε και λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως. Εξάλλου, στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης 60/2000 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών στις 19/7/2000 , η οποία προκύπτει από το σχετικό από 19-7-2007 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ...., όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 7-5-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς να αναφέρει το έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Εφόσον δε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δε επικαλείτο με την έφεσή της ακυρότητα της επιδόσεως, ούτε επικαλείτο λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογία για την εγκυρότητά της επιδόσεως ή για την ύπαρξη ή όχι λόγου ανώτερης βίας. Εξάλλου, ο ισχυρισμός που προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν άκυρο, διότι ο τόπος της τελευταίας κατοικίας της από την οποία απουσίαζε ήταν στην οδό ... του Δήμου ... και όχι η αναγραφόμενη στο αποδεικτικό επίδοσης ... αριθμ. ...στην ..., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν είχε προβληθεί με την έφεση, πλέον του ότι ως εκ περισσού αιτιολογημένα η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε αυτόν.
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη (αρνητικά) την εξουσία του με το να κρίνει νομότυπη τη γενόμενη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 24/4-6-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1614/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείο Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2492/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή, περί αναιρέσεως της 3235/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στο από 30 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1082/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την διάταξη του άρ.1 παρ.1 του Β.Δ. 398/1963 "περί κανονισμού των χρονικών ορίων εργασίας εν τοις φαρμακείοις", καθορίζονται οι ώρες εργασίας των φαρμακείων και φαρμακαποθηκών, ως και του προσωπικού αυτών, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1, του ίδιου Β.Δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε από το Π.Δ. 479/1981, ορίζεται ότι σε Δήμους και Κοινότητας που λειτουργούν 2 έως 6 φαρμακεία, το ένα εξ αυτών διημερεύει και διανυκτερεύει καθ` εκάστη, υπό τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή ρυθμίσεις, ενώ με παρ.2 ρυθμίζεται η περίπτωση κατά την οποία κρίνεται επιβεβλημένη εκ λόγω κοινωνικής ανάγκης, πλήρης διανυκτέρευσις Φαρμακείου. Εξάλλου κατά το άρθρο 5 του Β.Δ. τούτου (398/1963) σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966 "περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 4504/1966, κάθε παράβαση των διατάξεων αυτών διώκεται και τιμωρείται με φυλάκιση 10 ημερών μέχρι 6 μηνών ή με χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρ. 22 παρ.1 του Ν.1483/1984, τα χρονικά όρια λειτουργίας των φαρμακείων και φαρμακαποθηκών, ο αριθμός των φαρμακείων που διημερεύουν και διανυκτερεύουν, η σειρά διημέρευσης και διανυκτέρευσης (μερική ή ολική) αυτών καθώς και οι περιπτώσεις και οι λόγοι απαλλαγής των φαρμακοποιών από την υποχρέωση διημέρευσης και διανυκτέρευσης καθορίζονται με απόφαση του οικείου νομάρχη ύστερα από γνώμη των οικείων οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών, όπου υπάρχουν τέτοιες οργανώσεις. Προκειμένου για το Νομό Αττικής οι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται από το Νομάρχη Αττικής. Με το άρ.9 του ν. 1963/1991, το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του οποίου αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρ.13 Ν.2920/2001, καθορίζονται τα των εφημεριών των φαρμακείων, ενώ κατά το άρ. 15 περ. 9 του Ν. 2639/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 10 Ν.3144/2003, στην αρμοδιότητα των νομαρχών ανήκουν "...9. Ο καθορισμός των χρονικών ορίων λειτουργίας των φαρμακείων και επιχειρήσεων (παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν.1483/1994, παρ. 1 και 2 του άρθρου 9 του Ν. 1963/1991, παρ. 2 του άρθρου 3 του Π.Δ. 327/1992, Ν.Δ. 685/1948, β.δ. 748/1966, παρ. 2 του άρθρου 8του Ν.Δ. 515/1970)". Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 5 παρ.2 εδ. θ του Ν 3469/2006: "Εθνικό Τυπογραφείο, Εφημερίς της Κυβερνήσεως και λοιπές διατάξεις", στην "Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" δημοσιεύονται: "οι κανονιστικού χαρακτήρα πράξεις του Πρωθυπουργού, του Υπουργικού Συμβουλίου, των Υπουργών, καθώς και οποιουδήποτε άλλου οργάνου της Διοίκησης, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 8 του νόμου αυτού και εφόσον η κείμενη νομοθεσία δεν προβλέπει άλλον ειδικότερο τρόπο δημοσίευσης, ενώ κατά το άρθρο 8 παρ. 1, εδ. β του ίδιου νόμου, δεν δημοσιεύονται στην "Εφημερίδα της Κυβερνήσεως": "Οι κανονιστικού χαρακτήρα πράξεις των δημοτικών και κοινοτικών αρχών. Οι πράξεις αυτές τοιχοκολλώνται σε ειδικό πίνακα του δημοτικού ή κοινοτικού καταστήματος, που είναι προορισμένος για το σκοπό αυτόν. Η τοιχοκόλληση βεβαιώνεται με τη σύνταξη αποδεικτικού ενώπιον δύο μαρτύρων. Περίληψη των πράξεων αυτών δημοσιεύεται σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα, αν εκδίδεται, άλλως σε εφημερίδα που εκδίδεται στην ευρύτερη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή περιφέρεια και περιλαμβάνει τα κύρια και ουσιώδη στοιχεία της κανονιστικής πράξης. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά". Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περίπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του που την στήριξε στα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, φαρμακοποιός, λειτουργεί φαρμακείο στα ....., επί της Λ. ..... . Στον ίδιο τόπο (.....) λειτουργεί και δεύτερο φαρμακείο από την Α . Το ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων αυτών καθορίστηκε για τον μήνα Νοέμβριο 2007 με το υπ' αριθμό .....έγγραφο του φαρμακευτικού συλλόγου Κορινθίας, όπως αυτό εγκρίθηκε με την υπ' αριθμό ..... απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας. Με βάση την πιο πάνω απόφαση την 24.11.2007, ημέρα Σάββατα, εφημέρευε το φαρμακείο της Α. Πλην, όμως, η κατηγορουμένη παρά το ότι γνώριζε τον πιο πάνω πίνακα εφημερίων, δεδομένου ότι πολλές φορές και στο παρελθόν δέχθηκε τις διαμαρτυρίες του πρώτου μάρτυρα-συζύγου της φαρμακοποιού Α, λειτουργούσε και το δικό της φαρμακείο, παρά το ότι με βάση την πιο πάνω απόφαση έπρεπε να παραμείνει κλειστό. Διευκρινίζεται εδώ ότι η επικαλούμενη από την κατηγορουμένη προσβολή της απόφασης του Νομάρχη σε καμία περίπτωση δεν αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης της, δεδομένου ότι οι διοικητικές πράξεις μέχρι την ακύρωση τους παραμένουν ισχυρές. Κατά συνέπεια, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτήν πρώτης πράξης, ήτοι της παράβασης των άρθρων 1, 3, 5 ΒΔ 398/1963, αλλά να αναγνωριστεί σ' αυτή το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ, δεδομένου ότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορουμένη ωθήθηκε στην πράξη της αυτή από όχι ταπεινά αίτια. ............ Τέλος, πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης για αναβολή της δίκης, μέχρι την έκδοση απόφαση πολιτικού δικαστηρίου επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με το νόμιμο ή μη της λειτουργίας του φαρμακείου της κατηγορουμένης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό κρίνεται κυριαρχικά από το ποινικό δικαστήριο, ενόψει του ότι αποτελεί την ίδια τη διωκόμενη πράξη και όχι αστικό προδικαστικό ζήτημα". Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου κήρυξε ένοχη της κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, με το ελαφρυντικά του άρ.84 παρ.2β του ΠΚ, για το ότι "την 24.11.2007, στα ....., όπου λειτουργούν δύο φαρμακεία, λειτουργούσε το φαρμακείο της σε ημέρα και ώρα (Σάββατο), κατά την οποία δεν διημέρευε με βάση την υπ' αριθμό υπ' αριθμό ..... απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας, η οποία ενέκρινε τον πίνακα του φαρμακευτικού συλλόγου Κορινθίας, ο οποίος συντάχθηκε και απεστάλη στη Νομαρχία με το υπ' αριθμό ..... έγγραφο του, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 19, 26, 27 ΠΚ και 1 παρ. 1, 3 και 5 ΒΔ 398/1963. Για την πράξη δε αυτή επιβλήθηκε στην ήδη αναιρεσείουσα ποινή φυλάκισης ενός μηνός, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία.
ΙΙΙ. Aπό την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι, με την .....απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας Πελοποννήσου, κρίθηκε, μεταξύ άλλων και κατόπιν προσφυγής της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ..... απόφασης του Αντινομάρχη Κορινθίας "Συμπλήρωση απόφασης καθορισμού ωραρίου λειτουργίας φαρμακείων του Νομού Κορινθίας", ότι η απόφαση αυτή θα πρέπει να ακυρωθεί, διότι: α) η ..... απόφαση Νομάρχη Κορινθίας με την οποία μεταβίβασε αρμοδιότητες του μεταξύ των οποίων και στους Αντινομάρχες δεν δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ όπως προβλέπει ο Νόμος 3469/2006 άρθρο 5 παρ. 2 εδ. θ και άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β, γιατί οι πράξεις αυτές είναι κανονιστικού περιεχομένου. "β) Η προσβαλλόμενη απόφαση ..... αλλά και η αρχική ..... "Περί καθορισμού χρονικών ορίων λειτουργίας φαρμακείων του Νομου Κορινθίας", δεν δημοσιεύθηκαν στον ημερήσιο και τοπικό τύπο και, γ) Η προσβαλλόμενη ..... απόφαση δεν έλαβε υπόψη της καθ' ολοκληρία το Β.Δ. 398/1963 άρθρο 3 όπως αντικαταστάθηκε από το ΠΔ. 479/1981. Επομένως, εφόσον η ..... απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας, "Περί καθορισμού χρονικών ορίων λειτουργίας φαρμακείων του Νομου Κορινθίας", για παράβαση της οποίας καταδικάστηκε, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, δεν δημοσιεύθηκε στον ημερήσιο και τοπικό τύπο, όπως ορίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου άρθρο 8 παρ.1β του Ν. 3469/2006, ως έχουσα κανονιστικό χαρακτήρα, είναι, όπως γίνεται δεκτό, ανυπόστατη (βλ. ΣτΕ 1109/2008, 1238/2007, 1023/2003 κ.α.) και συνακόλουθα, η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 3 και 5 ΒΔ 398/1963, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του Β.Δ/τος 748/66, κατά τις διατάξεις του οποίου αυτή καταδικάστηκε και της επιβλήθηκε η πιο πάνω ποινή. Η προσβαλλόμενη, συνεπώς, απόφαση, η οποία έκρινε αντιθέτως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω ποινικές διατάξεις, κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' του ΚΠΔ πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, καθώς και του διαλαμβανόμενου στο από 30/9/2008 (με ημερομηνία καταθέσεως 2/10/2008), πρόσθετο λόγο αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πράξη δεν συνιστά παράβαση των διατάξεων για τις οποίες αυτή καταδικάστηκε, να κηρυχθεί αυτή αθώα, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3235/29.11.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.- Και
Κηρύσσει αθώα την αναιρεσείουσα Χ της αποδιδόμενης σ' αυτήν πράξης, όπως αυτή περιγράφεται στην πιο πάνω απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φαρμακεία. Καθορισμός χρονικών ορίων εργασίας. Εφημερίες. Ρυθμίσεις των διατάξεων των άρ.1 παρ.1 και 3 παρ.1 και 5 του Β.Δ. 398/1963, όπως αντικαταστάθηκε από το Π.Δ. 479/1981. Ποινικές κυρώσεις κατά το άρ. 5 του Β.Δ. 398/1963, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966 “περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας”. Ο καθορισμός χρονικών ορίων εργασίας γίνεται με απόφαση του οικείου νομάρχη ύστερα από γνώμη των οικείων οργανώσεων (άρ. 22 παρ.1 του Ν. 1483/1984, άρ. 9 του Ν. 1963/1991, το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του οποίου αντικαταστάθηκε με την παρ.3 του αρθ. 13 Ν. 2920/2001, άρ.15 περ. 9 του Ν. 2639/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ.10 Ν. 3144/2003. Η απόφαση του νομάρχη πρέπει να δημοσιευθεί όχι στο ΦΕΚ, αλλά όπως ορίζεται στο άρθρο 8 παρ.1β΄ του Ν. 3469/2006, διαφορετικά είναι ανυπόστατη. Αναίρεση για εσφαλμένη ερμηνεία - εφαρμογή ποινικών διατάξεων (αρθ. 1 παρ.1 και 3 παρ.1 και 5 του Β.Δ. 398/1963, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ.1 του Β.Δ. 748/1966). Εφόσον η αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πράξη δεν συνιστά παράβαση των διατάξεων για τις οποίες αυτή καταδικάστηκε, δεν συντρέχει λόγος παραπομπής, αλλά κηρύσσεται η αθώα, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠΔ. Αναιρεί.
|
Φαρμακεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Φαρμακεία.
| 2
|
Αριθμός 2489/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, για αναίρεση της με αριθμό 1091/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2008 αίτησή του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 1 Ιουλίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1037/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α', ε' και ζ' του Κ.Π.Δ , όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 Ν.3346/2005, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, ενώ αναβολή σε άλλη δικάσιμο που ορίζεται από τον εισαγγελέα γίνεται μόνον αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου, δεν το επιτρέπουν. Σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ.3 του Κ.Π.Δ), αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, που έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερωμένες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεση του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης". Στην προκείμενη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της από 18/4/2008 (αρ.πρωτ.3638/21-4-08) αιτήσεως (δήλωσης) αναιρέσεως και των από 1/7/2008 προσθέτων αυτής λόγων του Χ1, που κρατείται στις Φυλακές Μαλανδρίνου, κατά της 1091/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προέκυψε ότι ο εκ των μελών της παρούσης συνθέσεως Αναστάσιος Λιανός, Αρεοπαγίτης, μετέσχε ως Προεδρεύων Εφέτης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και δη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο, με την 1529/2003 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα στην ποινή της ισοβίου καθείρξεως και χρηματική ποινή 300.000 ευρώ, για τα σε αυτή αναφερόμενα αδικήματα (παραβάσεις τα νομοθεσίας περί ναρκωτικών). Μετά από αυτά, ενόψει της εκφρασθείσας γνώμης του ως άνω μέλους του Δικαστηρίου και των προαναπτυχθέντων, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καθόσον ο αναιρεσείων δεν έχει κληθεί να παραστεί κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 Κ.Π.Δ δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αρεοπαγίτης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την εκδίκαση της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετάσχει ο Αρεοπαγίτης Αναστάσιος Λιανός.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναβολή της δίκης. Σημαντικά αίτια είναι και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναίρεσης όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, όταν έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Αναβάλλεται η εκδίκαση της υπόθεσης.
|
Αναβολή συζήτησης
|
Αναβολή συζήτησης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2486/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3611/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 23/9-4-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 667/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά της αξιόποινης πράξεως και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι δεν εκτίθενται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, είτε κατά την έκθεσή τους υπάρχει αντίφαση ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, κήρυξε με αυτή αθώο τον κατηγορούμενο από την κατηγορία της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο (άρθρ.26 παρ. 1β, 28,314 παρ.1α και 315 παρ.1β Π.Κ.), με την εξής κατά πιστή αντιγραφή αιτιολογία: "Επειδή από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής ,την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι η αποσύνδεση του μεταλλικού καλύμματος του συστήματος συγκράτησης του πύρου στο πάνω μέρος του κουφώματος της δίφυλλης πόρτας που παρεμβάλλεται μεταξύ του διαδρόμου του ισογείου και του Καρδιολογικού Τμήματος της κλινικής "Κ ΔΑΝΙΗΛΙΔΗ Η ΠΑΝΑΓΙΑ" (Β' ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΙΚΑ) δεν ήταν αποτέλεσμα ελλειπούς συντήρησης αυτής εκ μέρους του κατηγορουμένου, που ως τεχνικός ασφαλείας της εταιρίας "EUROMEDIKA Ανώνυμη εταιρία παροχής ιατρικών Υπηρεσιών", είχε την υποχρέωση να επιθεωρεί τακτικά τους τόπους εργασίας της ανωτέρω κλινικής από πλευράς υγιεινής και ασφαλείας και να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης, αλλά σταδιακή από τη συνεχή χρήση της και για το λόγο αυτό να μη μπορεί να είναι ορατή και ευχερώς διαπιστώσιμη κατά τη διάρκεια του ελέγχου οιαδήποτε προσοχή και αν κατέβαλε ο κατηγορούμενος ως μέσος συνετός άνθρωπος ώστε να αποκατασταθεί εγκαίρως απ' αυτόν και να αποτραπεί έτσι η πτώση του φύλλου της πόρτας.
Συνεπώς εφόσον δεν προκύπτει με βάση τα περιστατικά αυτά αμέλεια του κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος της πράξεως της σωματικής βλάβης της παθούσας που του αποδίδεται". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, ενώ περιέχει αντιφάσεις και λογικά κενά. Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι η αποσύνδεση του μεταλλικού καλύμματος του συστήματος συγκράτησης του πύρου στο πάνω μέρος της δίφυλλης πόρτας δεν ήταν αποτέλεσμα ελλειπούς συντήρησης ,αλλά ήταν σταδιακή από τη συνεχή χρήση στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι η αποσύνδεση αυτή δεν ήταν ορατή και ευχερώς διαπιστώσιμη κατά τη διάρκεια του ελέγχου χωρίς περαιτέρω α) να εξηγεί πως έγινε η αποσύνδεση του μεταλλικού καλύμματος του συστήματος συγκράτησης του πύρου και β) να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει γιατί ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε υπό την ως άνω ιδιότητά του, να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αποτέλεσμα οποιαδήποτε προσοχή και επιμέλεια και αν επιδείκνυε. Επί πλέον ενώ δέχεται ότι ο κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση να επιθεωρεί τακτικά τους τόπους εργασίας της κλινικής από πλευράς υγιεινής και ασφαλείας δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο τραυματισμός της παθούσας δεν οφείλετο σε αμέλεια αυτού, δηλαδή σε παράλειψή του ως τεχνικού ασφαλείας να ελέγχει τακτικά τους τόπους εργασίας της κλινικής και να συντηρεί προληπτικά το μεταλλικό κάλυμμα του συστήματος συγκράτησης του πύρου, ούτε δε εξηγεί γιατί η έγκαιρη και περιοδική συντήρηση αυτού δεν θα απέτρεπε το επελθόν αποτέλεσμα. Με αυτές όμως τις αντιφάσεις και τα λογικά κενά δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1β, 28, 314 παρ.1α και 315 παρ.1β του Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν, με συνέπεια να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3611/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανεπάρκεια αιτιολογίας αθωωτικής αποφάσεως για σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.