text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2324/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κατσέλη, περί αναιρέσεως της 2458/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 120/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών, που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο συνολικό περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000) ευρώ. Εξάλλου, ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο), καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία, από μόνη της, αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας, δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42, 216 και 386 του Π.Κ, σαφώς προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά απ' αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι η κάθε μία από αυτές είναι αυτοτελής, και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διαπράξεως αυτής. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με σκοπό περιποιήσεως οφέλους (άρθρο 216 παρ. 3 Π.Κ.), όταν τα για την απάτη παρασταθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθή ταυτίζονται προς τα συγκροτούντα την χρήση του πλαστού εγγράφου, όχι δε και όταν συντρέχουν και άλλες ψευδείς παραστάσεις που δεν ταυτίζονται προς τις αποτελούσες μόνο τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού εγγράφου. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συντρέχει, όχι μόνο, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, και συγκεκριμένα "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2004, κατάρτισε εξ' υπαρχής πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλο, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου και ότι στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού του εγγράφου. Συγκεκριμένα κατάρτισε εξ' υπαρχής πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που έφερε τα στοιχεία ....., γεννηθείς την 16-10-1953 στην ....., έμπορος και με αριθμό δελτίου ..... από το ... Τ.Α. Αθηνών" με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τρίτους και να αποκομίσει περιουσιακό όφελος με βλάβη αυτών. Ειδικότερα με το πλαστό δελτίο ταυτότητας εμφανίστηκε α) στις 30-6-2004 στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας στην οδό ..... και επιδίωξε να λάβει δάνειο ύψους 6.000 ευρώ, πλην όμως έγινε αντιληπτό ότι η ταυτότητα ήταν πλαστή και ειδοποιήθηκαν οι αρχές και συνελήφθη, β) στις 17-6-2004 με την προσκόμιση πάλι της ίδιας πλαστής ταυτότητας στο υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας στον ..... επιχείρησε να λάβει δάνειο ύψους 9.000 ευρώ, το οποίο δεν εκταμιεύτηκε επειδή αποκαλύφθηκε ότι ήταν πλαστή η ταυτότητα, γ) στις 25-6-2004 με την προσκόμιση της ίδιας πλαστής η ταυτότητα, γ) στις 25-6-2004 με την προσκόμιση της ίδιας πλαστής ταυτότητας στο κεντρικό κατάστημα ..... της Ελληνικής Τράπεζας προσπάθησε να λάβει δάνειο ύψους 15.000 ευρώ, η πράξη του όμως δεν ολοκληρώθηκε διότι συνελήφθη και αποκαλύφθηκε η δράση του. Εξάλλου, από τον τρόπου που έδρασε και την υποδομή που δημιούργησε προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και γι' αυτό ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος που επιδίωξε αυτός με αντίστοιχη βλάβη των τραπεζών υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και του επέβαλε ποινή κάθειρξης (6) ετών. Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 216 παρ.1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων κατάρτισε εξ' υπαρχής πλαστό έγγραφο και μάλιστα το επίμαχο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, με τα στοιχεία ....., με χρονολογία γέννησής του, την 16-10-1953, στην ..... . Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, είχε σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου του τρίτους, προκειμένου να προσπορίσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία τρίτων. Ακόμη, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται με πλήρη αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι το συγκεκριμένο δελτίο ταυτότητας, ήταν εξ' υπαρχής πλαστό, αφού άλλωστε ο ίδιος το είχε καταρτίσει, και παρόλα αυτά έκανε επανειλημμένα χρήση του, σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα Τραπεζών, προκειμένου να λάβει αυτός δάνειο. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, με την ως άνω εξακολουθητική δράση του, ενήργησε κατ' επάγγελμα, προκειμένου να πορισθεί εισόδημα, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη τρίτων προσώπων, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και συγκεκριμένα αυτό των 30.000 ευρώ, αλλά και κατά συνήθεια, με τον τρόπο που αυτός έδρασε σε συνδυασμό με την υποδομή που ο ίδιος δημιούργησε, με την κατάρτιση του πλαστού δελτίου ταυτότητας και την επανειλημμένη χρήση του. Δεν υφίσταται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, οποιαδήποτε αντίφαση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι ενώ, αυτός καταδικάσθηκε για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν διέπραξε και το αδίκημα της απόπειρας απάτης, για την οποία τον κήρυξε αθώο, αφού, ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της απόπειρας απάτης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορροφάται από το αδίκημα της πλαστογραφίας, και για το οποίο μόνο αυτός κηρύχθηκε ένοχος. Επίσης, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 περ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό. 'Ετσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν.(Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε, στην πιο πάνω ποινή, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, μετά την κρίση του Δικαστηρίου περί ενοχής του, ζήτησε να αναγνωριστεί σ' αυτόν (κατηγορούμενο) το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ του Π.Κ, χωρίς, όμως, να καταθέσει εγγράφως τον ισχυρισμό του για την αναγνώριση σ' αυτόν της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως και πολύ περισσότερο χωρίς να αναπτύξει αυτόν. Με το πιο πάνω περιεχόμενο, ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, ως εκ περισσού δε το δικαστήριο διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψή του. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο περί υπερβάσεως εξουσίας, (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ίδιου Κώδικα) σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 79 Π.Κ. "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 14) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε αυτός, αλλά και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση, δε των στοιχείων τούτων, χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαία, επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών. Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ), και ως προς το τμήμα αυτό, με το οποίο υποστηρίζεται, ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της ποινής, είναι επίσης αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 3140 από 20-12- 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 2458/3-11-2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για κακουργηματική πλαστογραφία με την επίκληση των λόγων, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και γ) υπερβάσεως εξουσίας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την πράξη της πλαστογραφίας και απαλλάχτηκε για την πράξη της απόπειρας απάτης, η οποία απορροφάται από την πράξη της πλαστογραφίας. Υπάρχει αιτιολογία στην απόρριψη του ισχυρισμού για την επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 79 ΠΚ). Απαράδεκτος ο αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικού άρθρου 84 παρ. 2δ΄, λόγω αοριστίας του. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Πλαστογραφία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2325/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαγουδάκη, περί αναιρέσεως της 3277/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1869/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη, και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπό του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ποινική ουσιαστική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο, και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα και στις 15-11-2001, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων που κατάρτισε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο, κατάρτισε επτά (7) πλαστές συναλλαγματικές αποδοχής της εγκαλούσας μηνύτριας Ψ, θέτοντας στη θέση του αποδέκτη την υπογραφή της κατ' απομίμηση, χωρίς κανένα προς τούτο δικαίωμα και χωρίς εντολή ή συναίνεσή της. Ειδικότερα, κατάρτισε επτά συναλλαγματικές ποσών 500.000, 450.000, 450.000, 450.000, 398.000, 400.000 και 450.000 δραχμών και λήξεως στις 30-4-2002, 30-5-2002, 31-5-2002, 30-6-2002, 30-7-2002, 3-7-2002 και 30-6-2002, αντίστοιχα, εκδόσεως του ιδίου με ημερομηνία 15-11-2001 και στη θέση της υπογραφής του αποδέκτη των ως άνω συναλλαγματικών έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της ως άνω εγκαλούσας μηνύτριας, εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεσή της, τούτο δε έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους και κυρίως τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας ALPHA ότι οι ως συναλλαγματικές είχαν γίνει αποδεκτές από την ως άνω εγκαλούσα μηνύτρια, γεγονός που είχε έννομες συνέπειες και συνεπαγόταν την υποχρέωση της εγκαλούσας να πληρώσει τις συναλλαγματικές στο κομιστή τους κατά τη λήξη τους, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση των ως άνω πλαστών συναλλαγματικών εμφανίζοντας αυτές στην τράπεζα ALPHA και προεξοφλώντας αυτές για τη χορήγηση πιστώσεως στην επιχείρησή του. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα και κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2001, σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος και να χρηματοδοτηθεί παράνομα με το ποσό των ως άνω πλαστών συναλλαγματικών, ενώ γνώριζε ότι οι ως άνω συναλλαγματικές ήταν πλαστές κατά την υπογραφή της αποδέκτριάς τους, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους του καταστήματος της τράπεζας ALPHA στην Καλλιθέα Αττικής ότι οι προαναφερθείσες επτά (7) συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 3.098.000 δραχμών, είχαν νόμιμα γίνει αποδεκτές από την μηνύτρια Ψ και ήταν καθόλα γνήσιες και έτσι τους παραπλάνησε και τους έπεισε να παραλάβουν τις συναλλαγματικές στον λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα τους και να τον πιστώσουν με το ποσό τους, βλάπτοντας έτσι τόσο την περιουσία της τράπεζας ALPHA με το αντίστοιχο ποσό των 3.098.400 δραχμών που τον πίστωσε, όσο και την περιουσία της εγκαλούσας μηνύτριας που φέρεται να οφείλει το ποσό αυτό ως αποδέκτρια των συναλλαγματικών στην ως άνω τράπεζα και η οποία έχει ήδη υποβληθεί και θα υποβληθεί και στο μέλλον σε έξοδα δικηγόρων και σε δικαστικές δαπάνες για να μην πληρώσει τις ως άνω πλαστές συναλλαγματικές. Τέλος, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ. και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2ε του Π.Κ. και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης που κατηγορείται, σύμφωνα με το διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, ήτοι της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση και της απάτης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27, 94, 98 παρ.1, 216 παρ.1 και 386 παρ. 1α' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε τις επίμαχες επτά (7) συναλλαγματικές ποσού εκάστης 500.000, 450.000, 450.000, 450.000, 398.000, 400.000, και 450.000 δραχμών και λήξεως 30-4-2002, 30-5-2002, 31-5-2002, 30-6-2002, 30-7-2002, 30-7-2002 και 30-6-2002, αντίστοιχα και έθεσε επί των σωμάτων αυτών στη θέση του αποδέκτου την υπογραφή της εγκαλούσας, χωρίς τη γνώση και την προηγούμενη συναίνεσή της. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι πρόθεση του αναιρεσείοντος, ήταν να παραπλανήσει τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας ALPHA BANK, στον οποίο και τις εμφάνισε, διαβεβαιώνοντάς τον, ότι οι ως άνω συναλλαγματικές, φέρουν την πραγματική και γνήσια υπογραφή της εγκαλούσας και επίσης, ότι με την από μέρους αυτής αποδοχή των συναλλαγματικών, της δημιουργούσε, την υποχρέωση να πληρώσει κατά τη χρονολογία λήξης τους, τις ενσωματούμενες σε αυτές χρηματικές αξίες. Αιτιολογείται ακόμη, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων έκανε χρήση αυτών των συναλλαγματικών, και τις οποίες στη συνέχεια προεξόφλησε, προκειμένου να πιστωθεί ο προσωπικός του λογαριασμός με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Επιπρόσθετα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων από πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία της εγκαλούσας κατά το συνολικό ποσό των 3.098.000 δραχμών, αφού παρέστησε ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας, ότι οι εμφανισθείσες απ' αυτόν επτά(7) συναλλαγματικές ήσαν γνήσιες και είχαν γίνει αποδεκτές από την εγκαλούσα. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του, πέτυχε να παραπλανήσει τον αρμόδιο τραπεζικό υπάλληλο, και στη συνέχεια να του προεξοφλήσουν τις επίμαχες συναλλαγματικές και να πιστωθεί ο τραπεζικός του λογαριασμός με το ισόποσο των 3.098.000 δραχμών, προς βλάβη τόσο της περιουσιακής κατάστασης της Τράπεζας, η οποία πίστωσε το λογαριασμό του, κατά το ισόποσο χρηματικό ποσό, όσο και εκείνης της εγκαλούσας, την οποία εμφάνισε ως οφειλέτιδα του ως άνω χρηματικού ποσού, έναντι της πληρώτριας Τράπεζας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για την απόρριψη του αιτήματος, για αναβολή της συζητήσεως της υπόθεσης, δέχθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ.3 του Κ.Π.Δ, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται νέες αποδείξεις, μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως, εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις της παρ.2 του ίδιου άρθρου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου είναι επαρκή για να μορφώσει το Δικαστήριο αυτό πλήρη και ασφαλή δικανική πεποίθηση επί της υποθέσεως και δεν χρειάζεται να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως για να διαταχθούν κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί και ο μάρτυρας Α που είχε εξετάσει πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος ως μάρτυρα υπερασπίσεώς του, αφού η κατάθεσή του περιέχεται στα αναγνωστέα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά ούτε και προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ως προς την πλαστότητα της υπογραφής της εγκαλούσας Ψ, στις επίδικες συναλλαγματικές, αφού η πλαστότητα της υπογραφής της αποδεικνύεται επαρκώς από τις καταθέσεις της ίδιας και των λοιπών μαρτύρων που γνωρίζουν τη γραφή και την υπογραφή της. Επομένως, ενόψει τούτων, το σχετικό αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις που υποβλήθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου, λόγω και του υπάρχοντος κινδύνου παραγραφής των πλημμελημάτων, κρίνεται παρελκυστικό και πρέπει να απορριφθεί". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφασή του πλήρη και ειδική αιτιολογία αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως για τους επικαλούμενους απ' αυτόν πιο πάνω λόγους, ως εκ περισσού δε διέλαβε τη σκέψη ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής, αφού εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα και με σαφήνεια οι λόγοι εκείνοι, για τους οποίους δεν επιβαλλόταν η διενέργεια της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά και δεν κρινόταν αναγκαία η αναβολή, προκειμένου να κληθεί και εξεταστεί ο παραπάνω μάρτυρας, ο οποίος θα πρέπει να σημειωθεί, ότι με πρόταση του αναιρεσείοντος είχε εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και του οποίου η κατάθεση, ως ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση και στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνώσθηκε. Επίσης, η από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό. 'Ετσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στην πιο πάνω ποινή, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ζήτησε να αναγνωριστούν σ' αυτόν (κατηγορούμενο) τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ. α' και ε' του Π.Κ", χωρίς, όμως, να καταθέσει εγγράφως τον εν λόγω ισχυρισμό του για την αναγνώριση των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων και χωρίς να αναπτύξει προφορικά αυτόν. Με το πιο πάνω περιεχόμενο, ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, λόγω της πρόδηλης αοριστίας του, αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, τα οποία να συνδέονται με την, μέχρι το χρόνο τέλεσης των άνω πράξεων, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του, καθώς και εκείνα (περιστατικά), σχετικά με την επικαλούμενη καλή συμπεριφορά του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις εν λόγω πράξεις του, ως εκ περισσού δε το δικαστήριο διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψη του. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, α) περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο κατά το σκέλος που πλήττει την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως, όσο και κατά το σκέλος της απόρριψης του αιτήματος αναβολής, αλλά και του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί της συνδρομής των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, και β) περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, από το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται αν δεν τηρηθούν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει, όταν ο κατηγορούμενος, κατά τη συζήτηση έφεσής του κατά καταδικαστικής γι' αυτόν απόφασης, εκπροσωπείται από το συνήγορό του που έχει ειδική προς τούτο εντολή, η εκπροσώπησή του αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ίδιου Κώδικα απολογία του, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, δίδεται δε από τον ίδιο και όχι από το συνήγορο που τον εκπροσωπεί. Ο τελευταίος, από την δυνατότητα που του παρέχει ο νόμος να εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο, δεν αποκτά ταυτόχρονα την ιδιότητα και δικονομική θέση του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά στις τυχόν υποβαλλόμενες από το δικαστήριο, αντί γι' αυτόν, ερωτήσεις. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής του κατηγορουμένου, τον οποίο εκπροσωπούσε ο συνήγορος αυτού, έδωσε το λόγο στον συνήγορό του, ο οποίος και ανέπτυξε την υπεράσπισή του, χωρίς προηγουμένως να τον καλέσει να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του, στη συνέχεια δε, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, έδωσε τελευταία το λόγο στον συνήγορο ο οποίος ζήτησε την επιβολή του ελάχιστου της ποινής που έπρεπε να επιβληθεί σ' αυτόν, ουδεμία επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, εντεύθεν δε είναι απορριπτέος ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος αναιρέσεως. Μετά απ' αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 9207 από 16-10-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 3.277/30-3-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτη, με την επίκληση των λόγων, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) της απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει αιτιολογία και ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση περί αναβολής, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και κληθεί μάρτυρας. Δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, γιατί δεν επιτράπηκε στο συνήγορο του κατηγορουμένου, που τον εκπροσωπούσε να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2323/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Μηλιόρδο, περί αναιρέσεως της 5523/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1706/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο υπόμνημα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002). Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, πράγμα που συμβαίνει και όταν υπήγαγε τα περιστατικά σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στην περίπτωση. Παράβαση δε κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ πλαγίου με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, συντρέχει και όταν στην απόφαση υπάρχουν ασάφεια ή αντιφατικότητα ή λογικά κενά. Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, ποίες είναι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ποίες είναι οι νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και σε περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως, ποίες οι ασάφειες ή αντιφάσεις ή τα λογικά κενά στην απόφαση που πλήττεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αρ. 343/28-9-2007 αίτηση της αναιρεσείουσας, πλήττεται η με αριθ. 5523/2007 κατ'έφεση εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως (4) μηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση, διότι: "ελλείπει και δεν περιέχει την κατά το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης και καθιστά τούτο λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, διότι στην αναιρετέα απόφαση δεν αναφέρονται ρητώς στο σκεπτικό αυτής, ως επιβάλλεται, τα αποδειχθέντα περιστατικά τα συνιστώντα την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 363 του ΠΚ και δεν περιέχει την ειδική αιτιολογία περί υπαγωγής των αποδειχθέντων γεγονότων στις διατάξεις του άρθρου 363 κλπ, δεν αναφέρονται τα απαιτούμενα συγκεκριμένα στοιχεία και περιστατικά που θεμελιώνουν την ύπαρξη της αμελείας, δεν αιτιολογείται και αναφέρεται καθόλου στην ύπαρξη δόλου, στο είδος της πράξεως και της προσωπικότητας της κατηγορουμένης και αναιρετέα είναι η απόφαση επίσης, διότι δεν εφάρμοσε ερμήνευσε ορθά και ουσιαστικά τη διάταξη του ποινικού δικαίου περί συκοφαντικής δυσφημίσεως, που παραβίασε εκ πλαγίου και ευθέως και είναι αναιρετέα η απόφαση κατά το άρθρο 510 παρ.1 Ε του ΚΠοινΔ". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι παραπάνω λόγοι είναι αόριστοι, αποτελούν απλώς αντιγραφή της έννοιας της ελλείψεως της ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία και δεν προσδιορίζεται στην κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας, σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση και σε ποία συγκεκριμένα κεφάλαια αυτής, νομικές πλημμέλειες και αιτιάσεις, ποίες οι ασάφειες, ποιες οι ελλείψεις, τα λογικά κενά και οι αντιφάσεις. Είναι επομένως ασαφείς και εντελώς αόριστες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και συνεπώς είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του, αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου σε αυτόν από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξάλλου, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο πρόκυπτε από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πρακτικά και την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την έκθεση εφέσεως, χωρίς αυτά να αναγνωσθούν. Όμως από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι η μεν απόφαση και τα με αρ. 63265/2005 πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η δε έκθεση εφέσεως δεν αναγνώσθηκε, πλην όμως δεν είναι έγγραφο αποδεικτικό, αλλά διαδικαστικό και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα και χωρίς να αναφέρεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και της παραβάσεως των περί δημοσιότητας της διαδικασίας διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν την ανάγνωση του και το δικαστήριο την αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ζήτησε και παρά ταύτα δεν αναγνώσθηκαν από το δικαστήριο συγκεκριμένα έγγραφα και δη τα παρακάτω: η 699/2004 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, τα, από 28/4/2002, 9/5/2002, 13/1/2004, 28/2/2004 και 14/10/2005 κατηγορητήρια, απόφαση προσωρινής Διαταγής του Προέδρου Πρωτοδικών, αίτηση και απόφαση ανακλήσεως ασφαλιστικών μέτρων, έγγραφο του Εισαγγελέα Παντελή Στραγάλη, οι κλήσεις της Αστυνομίας προς τη μηνύτρια, έγγραφα της Άμεσης Δράσης, οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και κατ/νης στον Πταισματοδίκη Ανακριτή. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει μεν ότι δεν αναγνώσθηκαν έγγραφα με τα στοιχεία αυτά, πλην όμως, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων από την αναιρεσείουσα ή τον παριστάμενο συνήγορο αυτής. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, τόσον κατά το σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β' και Γ' του ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας, περί ελλείψεως ακροάσεως και παραβίασης διατάξεων για τη δημοσιότητα, εκ του ότι το δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα παραπάνω έγγραφα και δεν αποφάνθηκε επί αιτήματος της αναιρεσείουσας περί αναγνώσεως των εν λόγω εγγράφων, όσον και κατά το σκέλος του της ελλείψεως αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, εκ της μη αναγνώσεως και μη λήψεως υπόψη των ιδίων εγγράφων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς απορριπτέοι είναι και οι λόγοι: α) εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Η' ΚΠοινΔ, για το λόγο ότι "δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα σχετικά άρθρα του ΠΚ και του ΚΠοινΔ", ως αβάσιμος, διότι αυτά, τα προσήκοντα άρθρα 26 παρ.Ια,27,362 και 363 του ΠΚ, σημειώνονται στην απόφαση, β) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πολιτική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, υπαγόμενη στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ),ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται ποία συγκεκριμένη απόφαση έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο και ποίο αστικό ζήτημα έλυσε προκαταρκτικά το εν λόγω Δικαστήριο, γ) ότι δεν επετράπη στην κατηγορουμένη να απολογηθεί πλήρως και να επικοινωνεί με το συνήγορο της και ότι δεν επετράπη στο συνήγορο αυτής να υποβάλει ερωτήσεις προς τους μάρτυρες και να αγορεύσει, ως αβάσιμος, γιατί από τα πρακτικά προκύπτει ότι δόθηκε κανονικά ο λόγος στην κατηγορουμένη και το συνήγορο της για να ασκήσουν όλα τα νόμιμα δικαιώματα τους και δεν υποβλήθηκε κάποια σχετική ένσταση ή αίτημα που να μην απαντήθηκε από το δικαστήριο, η κατηγορουμένη απολογήθηκε και ο συνήγορος της λάμβανε το λόγο κανονικά μετά από την ανάγνωση των εγγράφων και την εξέταση κάθε μάρτυρα για παρατηρήσεις και ερωτήσεις και αγόρευσε τελευταίος και ζήτησε την απαλλαγή της κατηγορουμένης, η δε κατηγορουμένη τελευταία ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπιση της και αυτή απάντησε αρνητικά. Κατά τα λοιπά, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται απαράδεκτος, α) για ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ακυρότητας του κατηγορητηρίου, για το λόγο ότι "εκτός του ότι προέρχεται από μία ψευδή μήνυση, δεν υπάρχει καμία σχέση αυτού με το χρόνο της 6-6-2001, που εσφαλμένα αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως του δήθεν εγκλήματος", διότι, ανεξάρτητα του ότι προκύπτει, από τα επισκοπούμενα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι δεν προτάθηκε στο ακροατήριο καμία τέτοια ακυρότητα ή αντίρρηση προόδου της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 173, 174, 321 ΚΠοινΔ, ο λόγος αυτός είναι παντελώς αόριστος και β) για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί η ανάιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αρ. 343/28-9-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθ. 5523/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την ανάιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1) Αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ποινικής διάταξης (ΟλΑΠ 2/2002 - 19/2001). 2) Αβάσιμος ο λόγος για ακυρότητα της διαδικασίας, διότι λήφθηκαν υπόψη χωρίς να αναγνωσθούν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η έκθεση εφέσεως. Η τελευταία συνιστά διαδικαστικό και όχι αποδεικτικό έγγραφο και παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη χωρίς να αναφέρεται στα αναγνωσθέντα (ΑΠ 206/2007). 3) Αβάσιμος ο λόγος έλλειψης ακροάσεως, διότι δεν αναγνώσθηκαν τα έγγραφα που προσκόμισε η κατηγορουμένη, αφού δε προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή τους. 4) Αβάσιμος ο λόγος ότι δεν αναγνώσθηκαν συγκεκριμένα έγγραφα, διότι από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Έγγραφα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2322/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγγελο Στεργιόπουλο, περί αναιρέσεως της 338, 351, 352/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 323/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθ. 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Από την αξίωση αυτή του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή ή ποίες οι συγκεκριμένες αντιφάσεις αναφορικά με το συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η με αριθμ. 338, 351, 352/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων ένοχος και καταδικάστηκε για κλοπή κατά συναυτουργία, χωρίς συνδρομή των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων, σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών. Στην αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με δήλωση του παραστάντος κατά τη συζήτηση συνηγόρου υπερασπίσεως, και για την οποία συντάχθηκε η με αριθμ. 5/20-2-2007 σχετική έκθεση του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, διαλαμβάνονται κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δε γίνεται αναφορά κατά τρόπο σαφή και ορισμένο χωρίς αντιφάσεις όλων των πραγματικών περιστατικών που τυχόν θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και των σκέψεων εφαρμογής του δικανικού συλλογισμού, της υπαγωγής δηλαδή των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, δεν αιτιολογεί τα στοιχεία εκείνα που καθορίζουν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων που τέλεσε ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα και τα αποδειχθέντα περιστατικά, έκρινε δε χωρίς αιτιολογία και με αντιφάσεις όλων των πραγματικών περιστατικών. Ετσι όμως διατυπούμενος ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος είναι, κατά τα προεκτεθέντα, εντελώς αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται οι πλημμέλειες της αιτιολογίας σε σχέση με συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ούτε ακόμη προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες αντιφάσεις που εμφιλοχώρησαν, αναφορικά με τα στοιχεία και την ταυτότητα της εγκληματικής πράξης της κλοπής κατά συναυτουργία, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Μόνη η αναφορά της έννοιας που αποδίδει η νομολογία στον ποιο πάνω αναιρετικό λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας δεν αρκεί. Συναφώς για τους ίδιους ως παραπάνω λόγους είναι απορριπτέος ως αόριστος και ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "όλως αναιτιολόγητα αναφέρεται σε έκθεση κατασχέσεως χρημάτων, ενώ τέτοια δεν υφίσταται, καθότι δεν ανευρέθησαν χρήματα στην οικία του ούτε κατασχέθηκαν τέτοια χρήματα". Για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απαιτείται να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως και να προσδιορίζεται η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε και η νομική πλημμέλεια της αποφάσεως σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές αυτής και ποία είναι η αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτηση, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι "η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης αποτελεί λόγο αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί και για το λόγο αυτό η αναιρεσιβαλλομένη". Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αόριστος. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η υποβολή αιτήματος και δη η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', δ' και ε', ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχ. δ'), και γ) ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Ετσι, για το ορισμένο των στηριζομένων στις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών, αντιστοίχως, α) δεν αρκεί η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου, αλλά απαιτείται η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν το δράστη έντιμο (στοιχ. α'), β) δεν αρκεί ότι ο δράστης δηλώνει ότι "μετανόησε" για το ό,τι έπραξε, αλλά απαιτείται να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά (τόπος, χρόνος και τρόπος) εκδήλωσης της ειλικρινούς μεταμέλειας (στοιχ. δ') και γ) δεν αρκεί η καλή συμπεριφορά στις φυλακές και μόνο, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εκτίθεται ότι "η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της τις διατάξεις των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ., προκειμένου για την επιμέτρηση της ποινής του και ειδικότερα τις ελαφρυντικές περιστάσεις ότι έζησε έως το χρόνο που έγιναν οι αξιόποινες πράξεις του έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, όπως καταγράφεται στο λευκό ποινικό του μητρώο, ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, ως επίσης ότι μετά τις πράξεις του για όλο το διάστημα που βρίσκεται στη φυλακή συμπεριφέρθηκε πολύ καλά, απασχολούμενος ως κουρέας προσφέροντας τις υπηρεσίες του στους υπόλοιπους έγκλειστους των φυλακών, όπως αυτό προκύπτει από το πιστοποιητικό των φυλακών που προσκόμισε νόμιμα". Όμως, όπως διαπιστώνεται από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε ο αναιρεσείων ούτε ο συνήγορός του, ζήτησαν να αναγνωρισθούν τα παραπάνω ελαφρυντικά των περιπτώσεων α', δ'και ε'της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, ούτε καν πρόβαλαν τα παραπάνω, στην αίτηση εκτιθέμενα περιστατικά, για να εκτιμηθούν ως αίτημα αναγνώρισης των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, να αιτιολογήσει τη μη συνδρομή εν προκειμένω των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, αφού δε ζητήθηκε, κατά τα ανωτέρω, η αναγνώρισή τους. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως και, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. 5/20-2-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 338, 351, 352/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλοπή κατά συναυτουργία. Α΄) Αόριστος ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας (ΟλΑΠ 2/2002). Β΄) Αόριστος ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης, αν δεν προσδιορίζεται ποια ποινική διάταξη παραβιάστηκε σε σχέση με ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ούτε ποια η αληθής έννοια αυτής. Γ΄) Το ποινικό δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή ή μη ελαφρυντικών περιστάσεων, αλλά δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει τη μη συνδρομή αυτών, αν δεν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο (ΑΠ 807/2007). Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κλοπή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2320/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2130/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 483/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 244/12-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. την από 25-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2130/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την υπ'αριθμ. 7443/2007 έφεση του ανωτέρω κατά της υπ'αριθμ. 47576/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι επτά (27) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 2.200 ευρώ για παράβαση του ΑΝ 86/67. Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος εκκαλών εκπροσωπήθηκε, κατ'άρθρο 340 § 2 Κ.Π.Δ., από τον δικηγόρο Αθηνών Μανόλη Γρηγοριάδη, η δε απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 15-1-2008 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Στις 25-2-2008 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών η δικηγόρος Αθηνών Μαρία Δαμασκοπούλου και δήλωσε ότι ως πληρεξούσια του Χ, δυνάμει της επισυναπτομένης από 25-2-2008 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω υπ'αριθμ. 2130/11-1-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η υπ'αριθμ. 28/25-2-2008 έκθεση αναίρεσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, εντός της οποίας έπρεπε να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 § 1 Κ.Π.Δ. Ενόψει δε του ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για του λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 28/25-2-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθμ. 2130/11-1-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 6 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και. 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβληθείσα με αριθμό 2130/11-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, ο οποίος στη δίκη εκείνη τον εκπροσώπησε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ.2 Κ.Π.Δ., καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 15-2-2008, όπως προκύπτει από τη με χρονολογία 4-9-2008 βεβαίωση της γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ίδια βεβαιώνει ότι, εκ παραδρομής, στην προσβληθείσα απόφαση έχει γραφεί στη σφραγίδα καταχωρήσεως η ημερομηνία "15-1-2008", ενώ η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, δηλαδή εντός της παραπάνω δεκαήμερης προθεσμίας. Επομένως, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, η έφεση είναι εμπρόθεσμη. Κατά το άρθρο 32 παρ. 1 ΚΠΔ, καμία απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής στην περίπτωση κατά την οποίαν ο εισαγγελέας δεν υπέβαλε αιτιολογημένη πρόταση για τους λόγους αναίρεσης, αλλά πρότεινε μόνο ν' απορριφθεί η αναίρεση ως απαράδεκτη, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην περαιτέρω ουσιαστική ερευνά της, έως ότου τέτοια πρόταση υποβληθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εισαγγελέας, με την εκδοχή ότι η προθεσμία άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης αρχίζει από την 15-1-2008 δηλαδή την ημερομηνία που αναφέρεται στην προσβληθείσα απόφαση, προτείνει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, χωρίς να διατυπώσει πρόταση για τους λόγους αναίρεσης. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να απέχει από την περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της αναίρεσης αυτής μέχρι να υποβληθεί πρόταση του Εισαγγελέα επί των λόγων αναίρεσης. Για τους λόγους αυτούς Απέχει από την ουσιαστική έρευνα της 28/25-2-2008 αίτησης αναίρεσης του Χ κατά της 2130/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μέχρι να υποβληθεί πρόταση του Εισαγγελέα επί των λόγων της αναίρεσης αυτής. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση. Εμπρόθεσμη. Το Δικαστήριο απέχει από εκδίκαση μέχρι να υποβληθεί πρόταση από τον Εισαγγελέα Α.Π. επί των λόγων αναίρεσης.
Αποχή αποφάσεως
Αποχή αποφάσεως.
0
Αριθμός 2321/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την 22275/10.4.2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Χ και με εγκαλούμενους τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, Εφέτες Αθηνών. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 10 Απριλίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 683/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 284/26.05.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό τη κρίση του Συμβουλίου σας την με αριθμ. 22275/10-4-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την συνημμένη σ'αυτή δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Η Χ κατεμήνυσε με δύο εγκλήσεις για διάφορες αξιόποινες πράξεις διαφόρους κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, Εφέτες Αθηνών. Επί της υποθέσεως διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την ΕΓ 65-08/1/1Δ'/08/18-2-2008 Διάταξη, απέρριψε, για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 Κ.Π.Δ, τις εγκλήσεις (βλ. Διάταξη). ΙΙ. Κατά της απορριπτικής αυτής Διάταξης ασκήθηκε από την εγκαλούσα η με αριθμό 101/5-3-2008 προσφυγή και η σχετική δικογραφία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να κρίνει επ'αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 48 Κ.Π.Δ. Δεδομένου όμως ότι οι παραπάνω εγκαλούμενοι είναι δικαστικοί λειτουργοί, που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την παραπάνω 22275/10-4-2008 αίτηση, διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αυτός (βλ. αίτηση). ΙΙΙ. Επειδή στη προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις και η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, προκειμένου να κρίνει επί της παραπάνω προσφυγής κατά της Διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο σύνολο της στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, προκειμένου εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί σ'αυτό να κρίνει επί της 101/5-3-2008 προσφυγής, που άσκησε η Χ κατά της ΕΓ 65-08/1/1Δ'/08/18-2-2008 Διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Αθήνα 22 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΒασίλειος Μαρκής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξ αιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η Χ κατεμήνυσε με δύο εγκλήσεις για διάφορες αξιόποινες πράξεις διαφόρους κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, Εφέτες Αθηνών. Επί της υποθέσεως διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την ΕΓ 65-08/1/1Δ'/08/18-2-2008 Διάταξη, απέρριψε, για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 Κ.Π.Δ, τις εγκλήσεις (βλ. Διάταξη). Κατά της απορριπτικής αυτής Διάταξης ασκήθηκε από την εγκαλούσα η με αριθμό 101/5-3-2008 προσφυγή και η σχετική δικογραφία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να κρίνει επ'αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 48 Κ.Π.Δ. Δεδομένου όμως ότι οι παραπάνω εγκαλούμενοι είναι δικαστικοί λειτουργοί, που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την παραπάνω 22275/10-4-2008 αίτηση, διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αυτός (βλ. αίτηση). Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελίες για το χειρισμό των προαναφερομένων μηνύσεων, ως προς όλους τους μηνυομένους, λόγω συναφείας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει ως αρμόδιες τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες για το χειρισμό των αναφερόμενων στο σκεπτικό μηνύσεων της Χ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει αρμόδιες τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά καθώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 2319/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου εν ζωή Πειραιώς, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 149/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2008 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1043/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος εισήγαγε την με αριθμό ..... τόμος ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Κερατσινίου, ανακοίνωσε στο δικαστήριο, ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 16 Απριλίου 2008 και πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, λόγω θανάτου. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 370 περιπτ. β' Κ.Ποιν.Δ "η ποινική δίωξη τελειώνει....β) με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης ..... όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει". Η διάταξη αυτή, ως γενική, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος) αποβιώσει μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και πριν την έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 149/2008 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για αγορά, κατοχή, απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, σε κάθειρξη έξι (6) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών, Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 28 Μαρτίου 2008, ενώ από την υπ' αριθμ. ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κερατσινίου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων πέθανε τις 16-4-2008, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς, πρέπει, αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 149/2008 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής, απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα και ..... στις 7-3-2005 και εντός του τελευταίου διμήνου πριν από αυτήν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ερήμην. Αναιρεί και ΠΟΠΔ (εκ του θανάτου του αναιρεσείοντος).
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Κατηγορούμενος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2317/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Aντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6545/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 697/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 297/5-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την 6545/28.1.2008 απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης έφεση της κατηγορουμένης ..., κατά της 29559/2003 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης η κατηγορουμένη εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Κων/νο Γκρέκο, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 25/2/2008 (βλ. απόφαση). ΙΙ. Στις 2-4-2008 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών η δικηγόρος Πειραιά Ευσταθία Θεοχάρη και δήλωσε ότι ως εκπρόσωπος της κατηγορουμένης ασκεί για λογαριασμό της αναίρεση κατά της 6545/28-1-2008 απόφασης και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 50/2-4-2008 έκθεση αναίρεσης. Στην έκθεση αυτή περιλαμβάνεται και η δήλωση ότι "........ασκεί εμπρόθεσμα την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, διότι από την Δευτέρα 17-3-2008 μέχρι και την Δευτέρα 31-3-2008 οι δικηγόροι Πειραιώς απείχαν συνεχώς από τα καθήκοντά τους...." (βλ. έκθεση αναίρεσης). ΙΙΙ. Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο , εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Ο ισχυρισμός με τον οποίο επιδιώκει να θεμελιώσει λόγο ανωτέρας βίας, προκειμένου να δικαιολογηθεί η μη τήρηση της παραπάνω προθεσμίας, έστω και αν είναι βάσιμος στην ουσία του, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ανωτέρας βίας, αφού η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είχε λήξει σε χρόνο προγενέστερο της αποχής και συγκεκριμένα στις 6-3-2008. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι για την έναρξη της προθεσμίας δεν ήταν αναγκαία η επίδοση της απόφασης στην κατηγορούμενη, αφού αυτή είχε εκπροσωπηθεί στο ακροατήριο και ότι στην κρινομένη περίπτωση , δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, δεν μπορούσε να ασκηθεί αναίρεση με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , εντός της 20ήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ.2 Κ.Π.Δ. Πρέπει συνεπώς η αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και περαιτέρω θα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Για τους λόγους αυτούς ΠροτείνωΙ. Να απορριφθεί απαράδεκτη η 50/2-4-2008 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από την κατηγορουμένη ..., δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευσταθίας Θεοχάρη, κατά της 6545/28-1-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 2-6-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ.1 και 473 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ, προκύπτει, ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν αυτή έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο και αρχίζει, από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465 και 473 ΚΠΔ και εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, προκύπτει ότι, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα είναι αδύνατη η εμπρόθεσμη από το διάδικο άσκηση του ενδίκου μέσου που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά αυτά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει αυτός που το ασκεί, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων εκπροθέσμως, το διατακτικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού, ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος στον Γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη 6545/2008 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα για παράβαση του άρθρου 17 παρ.1, 2α του Ν.2523/1997 κατ'εξακολούθηση δημοσιεύθηκε με ωσεί παρούσα την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, που εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Γκρέκο, και καταχωρίσθηκε στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 25-2-2008, όπως προκύπτει από την επί του στη δικογραφία ακριβούς αντιγράφου αυτής βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση στον αρμόδιο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 2-4/2008, δηλαδή μετά την κατά τα άνω οριζόμενη από τον νόμο δεκαήμερη προθεσμία από τον χρόνο της καταχώρισης της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Η στο δικόγραφο της αίτησης δήλωση της αναιρεσείουσας ότι ασκεί εμπρόθεσμα την αίτηση της διότι από τη Δευτέρα 17-3-2008 μέχρι και τη Δευτέρα 31-3-2008 οι δικηγόροι Πειραιώς απείχαν συνεχώς από τα καθήκοντά τους, με τον οποίο επιχειρεί αυτή να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο προβάλλοντας λόγο ανώτερης βίας, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού κατά τ'αναφερόμενα στην αίτηση το δεκαήμερο από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων είχε ήδη παρέλθει πριν από την έναρξη της ως άνω απεργίας των δικηγόρων του Πειραιά. Πρέπει συνεπώς η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-4-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της 6545/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008 Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την αίτηση αναίρεσης. Αλυσιτελής ο προβαλλόμενος λόγος ανωτέρας βίας για δικαιολόγηση του εκπροθέσμου.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2318/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Διαμαντάτο, περί αναιρέσεως της 119/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 30 Ιουλίου 2007 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 664/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α-γ του ΚΠΔ, όπως τα δύο πρώτα αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3090/2002, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί, επίσης, για τον λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν. Ως σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεων, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠΔ), αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, που έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Αλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει, είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης". Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμό 119/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προέκυψε ότι το μέλος της παρούσας σύνθεσης Ιωάννης Παπουτσής, Αρεοπαγίτης, μετέσχε ως σύνεδρος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και μάλιστα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο, μεταξύ άλλων, με την υπ' αριθμό 734/20-3-2001 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 ετών και χρηματική ποινή 15.000 δραχμών, για τα σε αυτή αναφερόμενα αδικήματα. Μετά από αυτά, ενόψει της εκφρασθείσας γνώμης του ως άνω μέλους του Δικαστηρίου Ιωάννη Παπουτσή, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι τόσο ο αναιρεσείων, όσο και η παραστάσα ως πολιτικώς ενάγουσα, δεν έχουν κληθεί, να παραστούν κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετείχε ο ανωτέρω κωλυόμενος Αρεοπαγίτης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την εκδίκαση της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή η υπόθεση να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπουτσής. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβάλλει εκδίκαση σε άλλη δικάσιμο προκειμένου να μην συμμετάσχει στη σύνθεση δικαστής που δίκασε πρωτοδίκως.
Αναβολή συζήτησης
Αναβολή συζήτησης.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2316/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2659/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2202/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 301/6-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§11, 473§1, 474, 482§1 στοιχ. Α' και 484§1 στοιχ. Β' και δ' Κ.Π.Δ., αίτησιν αναιρέσεως, ασκηθείσαν υπό της κατηγορουμένης Χ κατά του υπ'αριθ. 2659/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξεδόθη κατόπιν εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος κατά του υπ'αριθ. 2659/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξεδόθη κατόπιν εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος κατά του υπ'αριθ. 1602/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 1602/2007 Βούλευμα του, απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία εις βάρος της κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, η συνολική αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 375§1 εδαφ. Τελευταίο Π.Κ., ως προσετέθη με το αρθρ. 14§3α ν. 2721/1999). Κατά του ως άνω βουλεύματος ησκήθη υπό του πολιτικώς ενάγοντος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το προσβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου, αφού έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η παραπάνω έφεσις, εξηφάνισε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και παρέπεμψε την κατηγορουμένην εις το ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για να δικασθεί για την προαναφερόμενη πράξη. Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεως της κατηγορουμένης ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Εφετείου Αθηνών και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη: α)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και β)της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίες (αρθρ. 484§1 στοιχ.β' και δ' Κ.Π.Δ.) και επομένως πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν. II) Κατά το αρθρ. 375§1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας μες φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Η πράξις δε αυτή προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται η συνδρομή των ακολούθων στοιχείων: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται εις το αστικό δίκαιο, β) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξης στην κατοχή αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στον δράστη από τον νόμο, δ) δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει στην δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή τους, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, ο προσδιορισμός του προσώπου του κυρίου του υπεξαιρεθέντος πράγματος και συνακόλουθα του τρόπου με τον οποίο απέκτησε τούτο δεν είναι αναγκαία στοιχεία του εγκλήματος αυτού (Ολ.Α.Π. 1093/1991 Α.Π. 1172/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 409, Α.Π. 920/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 235). Όμως, κατά την έννοιαν της διατάξεως αυτής, το πράγμα πρέπει να ευρίσκεται εις την κατοχήν του δράστου. Ως κατοχή δε νοείται η πραγματική σχέση του προσώπου προς το πράγμα, η οποία του επιτρέπει να το εξουσιάζει κατά την βούληση τους και, εκτός από τα άλλα, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως πρέπει η κατοχή του ξένου κινητού, που ο δράστης ιδιοποιείται παράνομα, να είχε περιέλθει σ'αυτόν είτε από συμβατική σχέση είτε από άλλα τυχαία περιστατικά. Επομένως το Συμβούλιο που παραπέμπει τον δράστη για το ότι ετέλεσε το έγκλημα της υπεξαίρεσης, πρέπει εις το βούλευμα του να προσδιορίζει με σαφήνεια τον τρόπο περιελεύσεως του πράγματος κατά τον χρόνον της παράνομης ιδιοποιήσεως του ξένου πράγματος ευρίσκετο ήδη στην κατοχή του. Στην αντίθετη περίπτωση το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π. 117/85 Ποιν.Χρ. ΛΣΤ" σελ. 146, Α.Π. 801/1983 Ποιν.Χρ. ΛΓ σελ. 956, Α.Π. 741/89 Ποιν.Χρ. 11 σελ. 147). Εξάλλου, σύμφωνα με το αρθρ. 1710 Α.Κ., κατά τον θάνατο του προσώπου η περιουσία του, ως σύνολο, περιέρχεται από τον νόμο ή από διαθήκη εις ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Η κληρονομική διαδοχή από τον νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά. Εφόσον, κατά το αρθρ. 1819 Α.Κ., δεν υπάρχει συγγενής της πρώτης τάξης καλούνται για την κληρονομιά στην επόμενη δεύτερη τάξη οι γονείς και οι αεδελφοί του κληρονομουμένου κατ'ισομοιρία (άρθρ 1814 Α.Κ.). Μεταξύ των κληρονομιαίων πραγμάτων μεταβιβάζεται εις τους κληρονόμους και η νομή, κατ'άρθρ. 983 Α.Κ. Τέλος, κατ'άρθρ. 1846 Α.Κ. ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρ. 1198 Α.Κ., που αφορά την μεταγραφή της μεταβίβασης ακινήτων. Ill) Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρ. 484§ 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται εις αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη όπου εφηρμόσθη και εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 2253/2007 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 759). Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ'άρθρ. 484§1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η διάταξη έχει παραβιασθεί εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του Συμβουλίου, από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτή υπάρχει αντίφαση, είτε στην αιτιολογία, είτε μεταξύ αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού του βουλεύματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο, εκ μέρους του Αρείου Πάγου, έλεγχος για την εφαρμογή όχι του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π. 1778/93 Ποιν.Χρ. ΜΔ" σελ. 167). IV) Την προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται ειδικώς, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Την 1-7-2004 απεβίωσε στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", όπου νοσηλευόταν η Α, μητέρα του εγκαλούντος από προηγούμενο γάμο της, μετά από δίμηνη νοσηλεία. Η θανούσα από το έτος 1985 είχε αναπτύξει στενό δεσμό φιλίας με την κατηγορουμένη, γι'αυτό, κατά το στάδιο της νοσηλείας είχε παραδώσει τα κλειδιά της οικίας της επί της οδού ..... αρ. ... στην ..... στην κατηγορουμένη προκειμένου να την εξυπηρετεί σε διάφορες ανάγκες της, ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος διαμένει με την σύζυγο και τις δύο θυγατέρες του στο ....., ενημερωθείς για την κατάσταση υγείας της μητέρας του από την κατηγορουμένη, την οποία είχε γνωρίσει κατά τις επισκέψεις του στην Ελλάδα, έφθασε στην Αθήνα στις 8-6-2004, συνοδευόμενος από τις δύο θυγατέρες του και παρέμεινε μέχρι την 28-6-2007, που επέστρεψε στην Αγγλία για προσωπικούς λόγους. Κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Αθήνα διέμενε στην οικία διαμονής της μητέρας του, έχοντας, τόσον αυτός, όσον και η κατηγορουμένη, πρόσβαση εις αυτήν. Στις 4-7-2005 επέστρεψε στην Αθήνα για την κηδεία της μητέρας του και εισερχόμενος στην οικίας της, διεπίστωσε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην έγκληση του, ότι είχαν αφαιρεθεί τα περιγραφόμενα σ'αυτή (έγκληση) αντικείμενα, συνολικής αξίας 201.700 ευρώ και υπαίτια της κλοπής θεώρησε την κατηγορουμένη, η οποία, επίσης, είχε πρόσβαση στην εν λόγω οικία. Την ύπαρξη των αντικειμένων αυτών επιβεβαιώνουν οι στενές φίλες της θανούσης Β και Γ, οι οποίες την επισκέπτοντο τακτικά στην οικία της. Μάλιστα η τελευταία κατέθεσε ότι κλήθηκε από τον εγκαλούντα και διεπίστωσε και αυτή την αφαίρεση των ανωτέρω αντικειμένων. Άμεσα ο εγκαλών, έχοντας άγνοια των δύο διαθηκών που άφησε η αποβιώσασα, για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω και έχοντας την πεποίθηση ότι είναι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, κάλεσε την κατηγορουμένη να επιστρέψει τα ανωτέρω αντικείμενα, αποστέλλοντας την εξώδικη πρόσκληση, που της επιδόθηκε την 7-7-2007, ενώ στις 20-7-2007 υπέβαλε σχετική έγκληση εναντίον της. Η κατηγορουμένη δεν απάντησε στην πρόσκληση του εγκαλούντος. Αντίθετα επιμελήθηκε για την δημοσίευση δύο ιδιόγραφων διαθηκών της Α, με τις οποίες η διαθέτης την άφηνε συγκληρονόμο, όπως επίσης και τον εγκαλούντα, σε διάφορα αντικείμενα της οικοσκευής της, τα οποία κατά το πλείστον δεν ταυτίζονται με αυτά που αναφέρονται στην έγκληση και την εγκαθιστούσε κληρονόμο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο μερίδιο της επί ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου σε οικία στις ..... . Ο εγκαλών δεν ανεγνώρισε τις διαθήκες αυτές ως έγκυρες και έχει προσβάλλει την γνησιότητα τους με αγωγή, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Η κατηγορουμένη αρνείται την αφαίρεση των αντικειμένων και κάθε επίσκεψη στην οικία της θανούσης μετά τον θάνατο της, εκτός από την ημέρα που απεβίωσε, που συνοδευόμενη από υπάλληλο του γραφείου τελετών, εισήλθε εντός αυτής και πήρε τα απαιτούμενα ρούχα για τον ενταφιασμό της θανούσης. Όμως ο θυρωρός της πολυκατοικίας δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο, αφού κατέθεσε ότι δεν ενθυμείται αν η κατηγορουμένη πέρασε από την οικία διαμονής της θανούσας μετά τον θάνατο της. Η κατηγορουμένη επιπροσθέτως ισχυρίζεται ότι η μήνυση είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας τους εγκαλούντος να την αποτρέψει από το να διεκδικήσει την κληρονομιά που η θανούσα της άφησε με τις ανωτέρω διαθήκες, την ύπαρξη των οποίων και ο εγκαλών γνώριζε. Γνώση του εγκαλούντος ως προς την ύπαρξη των δύο διαθηκών, τουλάχιστον μέχρι την υποβολή της έγκλησης, δεν προέκυψε, καθόσον η κατηγορουμένη, έχουσα στην κατοχή της τις διαθήκες αυτές, επιμελήθηκε της νόμιμης δημοσίευσης τους, χωρίς να ενημερώσει τον εγκαλούντα ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο τους. Εξάλλου, αν ο εγκαλών είχε την πρόθεση που του αποδίδει η κατηγορουμένη, δεν είχε λόγο να καλέσει την οικιακή βοηθό της μητέρας του Δ για να διαπιστώσει την αφαίρεση των ανωτέρω αντικειμένων, όπως η εν λόγω οικιακή βοηθός κατέθεσε ότι έγινε στην ..... ένορκη βεβαίωση που έδωσε ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Ευαγγ. Παυλίνη, με επιμέλεια της κατηγορουμένης, αλλά θα περιοριζόταν στο να απομακρύνει τα αντικείμενα αυτά μαζί με την υπόλοιπη οικοσκευή της θανούσης, όπως έπραξε κατά την εικοσαήμερη παραμονή του στην οικία της μετά τον θάνατο της, προκειμένου να την παραδώσει κενή στον ιδιοκτήτη της, καθόσον, όπως προέκυψε, η θανούσα μόνο δικαίωμα οίκησης είχε σ'αυτήν......". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δια του προσβαλλόμενου ως άνω βουλεύματος παρέπεμψε την κατηγορουμένη εις το ακροατήριον ως υπαίτια τελέσεως του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένων η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Έτσι όμως από τα εκτιθέμενα εις το προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ασάφεια ως προς το εάν, κατά τον αναφερόμενο χρόνο της παράνομης ιδιοποίησης η αναιρεσείουσα είχε εγκατασταθεί εκ διαθήκης κληρονόμος της αποβιωσάσης μητρός του εγκαλούντος και επί ποίων εκ των φερομένων ως υπεξαιρεθέντων υπ'αυτής κινητών πραγμάτων, εν όψει των παραδοχών του ότι, ωρισμένα εξ αυτών, έχουν περιέλθει εις ταύτην εκ της ως άνω αιτίας και ως εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί του αν τα εν λόγω κινητά φέρουν τον χαρακτήρα του "ξένου" κινητού πράγματος. β) Περαιτέρω, με βάση τα εκτιθέμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτει ασάφεια αν, πραγματικά, κατά τον αναφερόμενο χρόνο της παράνομης ιδιοποιήσεως από την αναιρεσείουσα των περιγραφομένων εις τούτο (βούλευμα) κινητών πραγμάτων, που, εν όψει της αμφισβητήσεως υπό του εγκαλούντος της γνησιότητος των προαναφερομένων διαθηκών, ανήκον αυτά εις τούτον ή η κατοχή αυτών είχε ήδη περιέλθει εις την κατηγορουμένην και με ποιο συγκεκριμένο τρόπο, αφού μόνον το ότι είχε στην διάθεσίν της τα κλειδιά της οικίας δεν σημαίνει ότι είχε αποκτήσει με κάποια συμβατική σχέση ή άλλο συγκεκριμένο τρόπο και την κατοχή των εν λόγω κινητών πραγμάτων, που, κατά τον εγκαλούντα, ανήκον εις τούτον ως εξ αδιαθέτου κληρονόμον της αποβιωσάσης μητρός του. Έτσι από την ασάφεια αυτή καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος αν, σύμφωνα με όσα δέχεται το προβαλλόμενο βούλευμα, η αναιρεσείουσα ετέλεσε το έγκλημα της υπεξαιρέσεως ή ενδεχομένως της κλοπής, όπως μάλιστα δέχεται εις το σκεπτικό του. Επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης και ως εκ τούτου είναι βάσιμοι οι εκ του αρθρ. 484§1 στοιχ. Β' και δ' λόγοι αναιρέσεως και ως τοιούτοι πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (αρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνει δεκτή η υπ'αριθ. 16/21-1-2008 αίτησις αναιρέσεως της Χ. Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με αριθ. 2659/2007 και να παραπεμφθεί η υπόθεσις για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεσις είναι δυνατή από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν. Αθήναι 22-5-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 16/21-1-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ κατά του υπ' αριθμό 2659/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε δεκτή κατ' ουσία, η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά του υπ' αριθμό 1602/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και παραπέμφθηκε η ως άνω αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, της οποίας το υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Γι' αυτό, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα της. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθ' όν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επί πλέον μία από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, δηλαδή εάν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, (παρ.1 περ. β που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/3-6-1999), ή αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Εξ' άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που διενεργήθηκε, σχετικά με τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφάρμοσε και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής. Για την ύπαρξη τέλος αιτιολογίας του βουλεύματος, αρκεί και η εξ' ολοκλήρου παραπομπή στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέως. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. Β του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα, με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημόνευε ι,με το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Τη 1-7-2004 απεβίωσε στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός",όπου νοσηλευόταν η Α, μητέρα του εγκαλούντος από προηγούμενο γάμο της, μετά από δίμηνη νοσηλεία. Η θανούσα από το έτος 1985 είχε αναπτύξει στενό δεσμό φιλίας με την κατηγορουμένη, γι'αυτό κατά το στάδιο της νοσηλείας είχε παραδώσει τα κλειδιά της οικίας της επί της οδού ..... αρ. ... στην ..... στην κατηγορουμένη προκειμένου να την εξυπηρετεί σε διάφορες ανάγκες της. Ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος διαμένει με την σύζυγο και τις δύο θυγατέρες του στο ....., ενημερωθείς για την κατάσταση υγείας της μητέρας του από την κατηγορουμένη, την οποία είχε γνωρίσει κατά τις επισκέψεις του στην Ελλάδα, έφθασε στην Αθήνα στις 8-6-2004, συνοδευόμενος από τις δύο θυγατέρες του και παρέμεινε μέχρι την 28-6-2007, που επέστρεψε στην Αγγλία για προσωπικούς λόγους. Κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Αθήνα διέμενε στην οικία διαμονής της μητέρας του, έχοντας, τόσον αυτός, όσον και η κατηγορουμένη, πρόσβαση εις αυτήν. Στις 4-7-2005 επέστρεψε στην Αθήνα για την κηδεία της μητέρας του και εισερχόμενος στην οικίας της, διεπίστωσε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην έγκληση του, ότι είχαν αφαιρεθεί τα περιγραφόμενα σ'αυτή (έγκληση) αντικείμενα, συνολικής αξίας 201.700 ευρώ και υπαίτια της κλοπής θεώρησε την κατηγορουμένη, η οποία, επίσης, είχε πρόσβαση στην εν λόγω οικία. Την ύπαρξη των αντικειμένων αυτών επιβεβαιώνουν οι στενές φίλες της θανούσης Β και Γ, οι οποίες την επισκέπτοντο τακτικά στην οικία της. Μάλιστα η τελευταία κατέθεσε ότι κλήθηκε από τον εγκαλούντα και διεπίστωσε και αυτή την αφαίρεση των ανωτέρω αντικειμένων. Άμεσα ο εγκαλών, έχοντας άγνοια των δύο διαθηκών που άφησε η αποβιώσασα, για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω και έχοντας την πεποίθηση ότι είναι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, κάλεσε την κατηγορουμένη να επιστρέψει τα ανωτέρω αντικείμενα, αποστέλλοντας την εξώδικη πρόσκληση, που της επιδόθηκε την 7-7-2007, ενώ στις 20-7-2007 υπέβαλε σχετική έγκληση εναντίον της. Η κατηγορουμένη δεν απάντησε στην πρόσκληση του εγκαλούντος. Αντίθετα επιμελήθηκε για την δημοσίευση δύο ιδιόγραφων διαθηκών της Α, με τις οποίες η διαθέτης την άφηνε συγκληρονόμο, όπως επίσης και τον εγκαλούντα, σε διάφορα αντικείμενα της οικοσκευής της, τα οποία κατά το πλείστον δεν ταυτίζονται με αυτά που αναφέρονται στην έγκληση και την εγκαθιστούσε κληρονόμο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο μερίδιο της επί ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου σε οικία στις ..... . Ο εγκαλών δεν ανεγνώρισε τις διαθήκες αυτές ως έγκυρες και έχει προσβάλλει την γνησιότητά τους με αγωγή, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Η κατηγορουμένη αρνείται την αφαίρεση των αντικειμένων και κάθε επίσκεψη στην οικία της θανούσης μετά τον θάνατο της, εκτός από την ημέρα που απεβίωσε, που συνοδευόμενη από υπάλληλο του γραφείου τελετών, εισήλθε εντός αυτής και πήρε τα απαιτούμενα ρούχα για τον ενταφιασμό της θανούσης. Όμως ο θυρωρός της πολυκατοικίας δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο, αφού κατέθεσε ότι δεν ενθυμείται αν η κατηγορουμένη πέρασε από την οικία διαμονής της θανούσας μετά τον θάνατό της. Η κατηγορουμένη επιπροσθέτως ισχυρίζεται ότι η μήνυση είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας τους εγκαλούντος να την αποτρέψει από το να διεκδικήσει την κληρονομιά που η θανούσα της άφησε με τις ανωτέρω διαθήκες, την ύπαρξη των οποίων και ο εγκαλών γνώριζε. Γνώση του εγκαλούντος ως προς την ύπαρξη των δύο διαθηκών, τουλάχιστον μέχρι την υποβολή της έγκλησης, δεν προέκυψε, καθόσον η κατηγορουμένη, έχουσα στην κατοχή της τις διαθήκες αυτές, επιμελήθηκε της νόμιμης δημοσίευσης τους, χωρίς να ενημερώσει τον εγκαλούντα ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενό τους. Εξάλλου, αν ο εγκαλών είχε την πρόθεση που του αποδίδει η κατηγορουμένη, δεν είχε λόγο να καλέσει την οικιακή βοηθό της μητέρας του Δ για να διαπιστώσει την αφαίρεση των ανωτέρω αντικειμένων, όπως η εν λόγω οικιακή βοηθός κατέθεσε ότι έγινε στην ..... ένορκη βεβαίωση που έδωσε ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Ευαγγ. Παυλίνη, με επιμέλεια της κατηγορουμένης, αλλά θα περιοριζόταν στο να απομακρύνει τα αντικείμενα αυτά μαζί με την υπόλοιπη οικοσκευή της θανούσης, όπως έπραξε κατά την εικοσαήμερη παραμονή του στην οικία της μετά τον θάνατό της, προκειμένου να την παραδώσει κενή στον ιδιοκτήτη της, καθόσον, όπως προέκυψε, η θανούσα μόνο δικαίωμα οίκησης είχε σ'αυτήν...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δια του προσβαλλόμενου ως άνω βουλεύματος παρέπεμψε την κατηγορουμένη εις το ακροατήριον ως υπαίτια τελέσεως του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένων η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την, από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συγχρόνως στέρησε την απόφασή του, νόμιμης βάσης πράγμα, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 375 ΠΚ, αφού, δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση. Τούτο, γιατί, α) δεν αιτιολογείται από ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτει η παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα είχε στην κατοχή της τα αντικείμενα που δέχεται ότι υπεξαίρεσε, αφού μόνο η παραδοχή ότι είχε στη διάθεση της τα κλειδιά της οικίας της αποβιωσάσης δεν φανερώνει ότι είχε αποκτήσει και την κατοχή των αντικειμένων αυτών, β) δεν αιτιολογείται από ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτει η παραδοχή, ότι πρόκειται για ξένα πράγματα, αφού δέχεται ότι η κατηγορουμένη είχε εγκατασταθεί κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας του εγκαλούντος σε διάφορα αντικείμενα της οικοσκευής και ότι τα υπεξαιρεθέντα περιλαμβάνονται στην κληρονομιαία περιουσία της, δίχως περαιτέρω να δέχεται ότι για κάποιο νόμιμο λόγο τελικά δεν κατέστη κληρονόμος εκείνη .Περαιτέρω υπάρχει ασάφεια σχετικά με την παραδοχή ότι πρόκειται για ξένα πράγματα εν όλω ή κατά ένα μέρος και τούτο γιατί αν και, σύμφωνα με την παραδοχή του βουλεύματος, " η διαθέτις την άφηνε συγκληρονόμο, όπως επίσης και τον εγκαλούντα, σε διάφορα αντικείμενα της οικοσκευής της, τα οποία κατά το πλείστον δεν ταυτίζονται με αυτά που αναφέρονται στην έγκληση και την εγκαθιστούσε κληρονόμο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο μερίδιο της, επί ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου σε οικία στις ....." όμως δεν προσδιορίζεται σε ποια από τα φερόμενα ως υπεξαιρεθέντα αντικείμενα της οικοσκευής, είχαν εγκατασταθεί και οι δυο ως συγκληρονόμοι και σε ποια εγκαταστάθηκε αποκλειστικά ο εγκαλών, ώστε να αποκτήσει αποκλειστική κυριότητα επ'αυτών και να μπορεί να κριθεί αν η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και δ' του Κ.Π.Δ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, του άρθρου 375 του Π.Κ. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμό 2659/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση κακουργηματική. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 375 ΠΚ. Δεν αιτιολογείται η ιδιότητα των υπεξαιρεθέντων ως ξένων πραγμάτων και ο τρόπος που περιήλθαν στην κατοχή της κατηγορουμένης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 2315/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σαμουήλ Αλχανάτη, για αναίρεση της 57997/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Δημήτριο Μαντάλη του Παναγιώτου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 503/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. Ι α του ΑΝ.86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή ειδικής και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, στους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ., κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του, όπως ισχύει, ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και εργαζομένους σ' αυτόν καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται, συνεπώς, για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Εξ' άλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί ισολογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδείχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 57997/2006 απόφαση του, σε συνδυασμό σκεπτικού με το διατακτικό, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, δέχθηκε ανελέγκτως, από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη, με την ιδιότητά της ως Μέλος του ΔΣ της εταιρείας AUTHENTIC AEBE, και έχοντας απασχολήσει στην εν λόγω επιχείρηση, κατά το χρονικό διάστημα από 7/2000 έως 2/2001, 48 μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και το ύψος των αποδοχών τους για το διάστημα αυτό ανήλθε σε 52.365,29 ευρώ δεν κατέβαλε, όπως είχε υποχρέωση, προς τον ως άνω ασφαλιστικό φορέα, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μετά τον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, τις βαρύνουσες την ίδια ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) ποσού 19.627,88 ευρώ, αλλά ούτε τις παρακρατηθείσες από τους μισθωτούς εργατικές εισφορές ποσού 6.542,63 ευρώ, συντάχθηκε δε η υπ'αριθμ.74949 ΠΕΕ.". Μετά από αυτά, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη του ότι "στην Αθήνα την 26-4-2003, τυγχάνουσα εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "AUTHENTIC AEBE" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 7/2000 έως 2/2001 στην επιχείρηση αυτή προσωπικό, με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του πιο πάνω προσωπικού να καταβάλει στο Ι.Κ.Α τις κατωτέρω εισφορές 19.627,88 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 13085,25 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον ήταν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) 6.542,63 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση". Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, λόγω της αντίφασης που ενέχει ως προς τον χρόνο τέλεσης της πράξης που αποδίδεται στην κατηγορούμενη. Δηλαδή, ενώ στο αιτιολογικό της η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι η κατηγορούμενη είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των εισφορών για την περίοδο από το μήνα Ιούλιο του έτους 2000 έως το μήνα Φεβρουάριο του 2001, για καθένα των παραπάνω μηνών, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, στο διατακτικό, αντιφατικά, δέχεται ως χρόνο τέλεσης την 26 Απριλίου 2003, γεγονός το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή, ενόψει των διατάξεων περί παραγραφής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, (ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους), συνακόλουθα δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το ζήτημα της τυχόν παραγραφής των πράξεων θα κριθεί από το Δικαστήριο της παραπομπής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 57.997/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 21 Οκτώβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρεί προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια.
0
Αριθμός 2314/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γκεκόπουλο, περί αναιρέσεως της 2895/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. .... και 2. ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γκιουλέκα. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 449/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανισθεί ο εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, όπου τούτο επιτρέπεται, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκκαλών κλητεύθηκε εμπροθέσμως και νομίμως, σύμφωνα με τα άρθρα 500 εδ. γ' και 166 ΚΠΔ. Η απόφαση που απορρίπτει τη έφεση ως ανυποστήρικτη μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Εξάλλου, κατά το εδάφ. γ' του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει το αίτημα αναβολής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Εφόσον όμως απορριφθεί το αίτημα αναβολής όχι αιτιολογημένα ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ'αυτήν πρακτικά του τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ'έφεση ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατά την έναρξη της συζητήσεως της ασκηθείσας εφέσεώς του κατά της υπ'αριθμ. 4766/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποίαν είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι εννέα (29) μηνών για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Αντί τούτου εμφανίστηκε κατ'εντολήν του ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Σωτήριος Γκεκόπουλος, ο οποίος ανήγγειλε στο δικαστήριο ότι ο εκκαλών τυγχάνει ασθενής και ζήτησε την αναβολή της εκδίκασης της εφέσεώς του γιατί ήταν αδύνατη η εμφάνιση του στο ακροατήριο. Προς τούτο προσεκόμισε την χωρίς ημερομηνία βεβαίωση της Πολυκλινικής Ενεργού Θεραπείας "ΚΑΘ. ΔΡ.ΣΤ ΚΡΙΚΟΒΙΤΣ ΑΕ" της πόλης .... της .... η οποία και αναγνώσθηκε ενώ ο ίδιος εξετασθείς ως μάρτυρας, ενόρκως κατέθεσε τα ίδια. Το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή και στη συνέχεια την έφεση του ως ανυποστήρικτη. Ως αιτιολογία της απορρίψεως του αιτήματος αναβολής διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Συγκεκριμένα ο εν λόγω συνήγορός του ισχυρίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο μη εμφανισθείς κατηγορούμενος είναι ασθενής και προσκόμισε για την απόδειξη της ασθένειάς του, σε μετάφραση, την χωρίς ημερομηνία βεβαίωση της Πολυκλινικής Ενεργού Θεραπείας "ΚΑΘ. ΔΡ.ΣΤ. ΚΙΡΚΟΒΙΤΣ ΑΕ" που εδρεύει στην πόλη ... της ..... Από το περιεχόμενο όμως της βεβαίωσης αυτής, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από κάποια συγκεκριμένη σοβαρή ασθένεια, εξαιτίας της οποίας ήταν αδύνατη η εμφάνισή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Συγκεκριμένα στη βεβαίωση αυτή αναγράφεται ως ασθένεια του κατηγορουμένου "Γενική αδυναμία της αριστερής πλευράς". Από τον όλως αόριστο και ασαφή αυτό προσδιορισμό της ασθένειας του κατηγορουμένου το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ήταν αδύνατη εξ αιτίας αυτής (ασθένειας) η εμφάνιση του τελευταίου στο ακροατήριο προκειμένου να εκδικασθεί η υπόθεσή του. Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και στην προηγούμενη δικάσιμο (21-3-2007) ζήτησε αναβολή εκδίκασης της υποθέσεως επικαλούμενος και πάλι ασθένεια και προσκομίζοντας όμοια βεβαίωση της ίδιας ως άνω κλινικής. Ενόψει αυτών και του ότι οι πράξεις φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 12-1-2001 και δεν έχουν ακόμη εκδικασθεί σε δεύτερο βαθμό, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει πραγματικό κώλυμα εμφάνισης του στο Δικαστήριο, αλλά με προσχηματικούς λόγους προσπαθεί να αναβάλλει την εκδίκαση της εναντίον του κατηγορίας, η οποία έτσι ενδέχεται να οδηγηθεί και σε παραγραφή. Για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής που υπέβαλε ο κατηγορούμενος. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην ανωτέρω απορριπτική του αιτήματός της αναβολής παρεμπίπτουσα απόφασή του την κατά της διατάξεως των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στην οποία το δικαστήριο θεμελιώνει την αβασιμότητα του αιτήματος της αναβολής καθώς και οι αποδείξεις που στήριξαν την κρίση του αυτή, ενώ διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του άνω μάρτυρα και την αναγνωθείσα βεβαίωση του ανωτέρου ιατρού. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση και άλλα επί πλέον περιστατικό) και ειδικότερα ο λόγος για τον οποίον η επικαλούμενη ασθένεια δεν συνιστά σημαντικό αίτιο, αφού το κρίσιμο στοιχείο κατά την παρ. 1 του άρθρου 349 του ΚΠΔ είναι εάν το δικαστήριο πείσθηκε ή όχι για το αν συνέτρεχε ή μη στο πρόσωπο του εκκαλούντος σημαντικόν αίτιο, το όποιο προβλήθηκε στη δίκη για την αναβολή. Επομένως ο από τον άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία και συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β λόγο αναίρεσης, επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζητούν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Εξάλλου κατά το άρθρο 141 παρ.3 του ίδιου Κώδικα τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ'αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο. Κατά δε το άρθρο 141 παρ.1, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν εκτός των άλλων, τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, και τις αιτήσεις των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στο Τριμελές Εφετείο η από το άρθρο 510 παρ.1 Β πλημμέλεια της έλλειψης ακροάσεως με την αιτίαση, κατ'εκτίμηση του δικογράφου, ότι α) παρά το γεγονός ότι ο εμφανισθείς στο ακροατήριό του Δικηγόρος Σωτ. Γκεκόπουλος δήλωσε ότι δεν ήταν δυνατή η εμφάνιση του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο λόγω του ότι "έπασχε η αριστερή πλευρά της καρδιάς του" και για τον λόγο αυτό ζήτησε ν'αναβληθεί κατ'άρθρο 349 ΚΠΔ η δίκη και η γραμματέας της έδρας παρέλειψε στα τηρηθέντα από αυτήν πρακτικά να αναγράψει τα λεχθέντα από αυτόν, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του για αναβολή με την παραπάνω απόφασή του, στηριχθέν στην εσφαλμένη αυτή αναγραφή των πρακτικών σε συνδυασμό με την εσφαλμένη μετάφραση στη Ελληνική από τη Βουλγαρική γλώσσα της προσκομισθείσας ιατρική βεβαίωση. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά, τα οποία δεν ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι έχουν προσβληθεί ως πλαστά, δεν αποδεικνύεται ότι έχει υποβληθεί αίτημα αναβολής της δίκης στηριζόμενο στον από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενο ως άνω λόγο, ώστε να υποχρεούται ν'απαντήσει σ'αυτό το δικαστήριο, υποπίπτοντας διαφορετικά στην πλημμέλεια της έλλειψης ακροάσεως. Τέλος απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε λόγος αναίρεσης με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ, αφού έκρινε ότι δεν συνιστά σημαντικό αίτιο για να αναβληθεί η υπόθεση ο σοβαρός λόγος υγείας που επικαλέσθηκε, αφού η παραπάνω διάταξη δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά αποτελεί δικονομική διάταξη. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-2-2008 αίτηση του .... για αναίρεση της 2825/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης διότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά, ότι υποβλήθηκε.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2312/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 43191/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1055/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 312/3-9-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, την από 29-5-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθ. 43191/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα : Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε. εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεως της στον δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη καταχώριση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 29-5-2007, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε απόντος αυτού, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 28-8-2002 και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 4-10-2003 με θυροκόλληση στην δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του με την από 27-6-2000 έφεση του κατά της υπ' 78351/30-6-99 αποφάσεως, εφής εξεδόθη η προσβαλλόμενη η υπ' αριθ. 43191/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με θυροκόλληση επίσης επιδόθηκε στις 9-10-2003 στην αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Μαρία Τζαναβάρα η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από τα από 4-10-2003 και 9-10-2003 αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως του αρχ-κα ..... του Α.Τ Καλλιθέας Αττικής και του αρχ-κα ..... του Α.Τ Αμπελοκήπων, αντίστοιχα. Ο τελευταίος δε ανεζήτησε την πιο πάνω δικηγόρο στην δηλωθείσα στην έφεση του αναιρεσείοντος διεύθυνση της κατοικίας της στην οδό ..... και επειδή μετώκησε αυτή στην οδό ..... στο ....., όπως βεβαιώνει στην από 2-10-2003 βεβαίωση του, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται, θυροκόλλησε την προσβαλλόμενη απόφαση στην νέα πιο πάνω διεύθυνση της στη θύρα της νέας κατοικίας της μη εχούσης εν προκειμένω εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 273 παρ. 1 γ' Κ.Π.Δ., η οποία αναφέρεται αποκλειστικά σε πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Να σημειωθεί ότι στην έκθεση αναιρέσεως δεν επικαλείται ο αναιρεσείων περιστατικά που συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως του. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως αυτή είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1,513 παρ. 1 α και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 29-5-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ' αριθ. 43191/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 26-6-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ενώπιον του Συμβουλίου τούτου εμφανίστηκε ο δικηγόρος Νικόλαος Κελαϊδής και ζήτησε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, για το λόγο ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του βρίσκεται στο εξωτερικό για οικογενειακούς λόγους. Το αίτημα τούτο πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν προέκυψαν συγκεκριμένοι βάσιμοι λόγοι, συνιστώντες ανωτέρα βία, εκ της οποίας να καθίσταται ανέφικτη η εμφάνισή του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η συζήτηση της υπόθεσης έχει ήδη αναβληθεί δύο φορές (όπως προκύπτει από το έκθεμα). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 3 και 507 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία αναιρέσεως του κατηγορούμενου, όταν αυτή ασκείται (είτε αυτοπροσώπως, είτε δι' αντιπροσώπου κατά το άρθρο 465 Κ.Π.Δ.), με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αυτός απολειπόταν κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη, είτε της επιδόσεως αυτής (αποφάσεως), είτε της καταχωρήσεώς της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αναλόγως ποία χρονολογία είναι μεταγενέστερη. Δύναται όμως ο αναιρεσείων, κατά γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν τον λόγο αυτόν. Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτά επισκοπούμενα, κατά την έρευνα του παραδεκτού της αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη με αριθμό 43191/2002 ερήμην απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, η έφεση του κατηγορούμενου κατά της υπ' αριθμό 78351/30-6-1999 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 26-8-2002, όπως προκύπτει από την υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα και επιδόθηκε σ" αυτόν (κατηγορούμενο) με θυροκόλληση, την 4-10-2003, κατά το υπό την αυτή χρονολογία αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ..... . Με θυροκόλληση επίσης επιδόθηκε στις 9-10-2003 στην αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Μαρία Τζαναβάρα η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από το από 9-10-2003 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ..... . Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος αναζήτησε την παραπάνω δικηγόρο στη δηλωθείσα στην έφεση διεύθυνση της κατοικίας της στην οδό ..... και επειδή μετώκησε αυτή στην οδό ..... στο ....., όπως βεβαιώνει στην από 2-10-2003 βεβαίωσή του, η οποία, επιτρεπτώς επισκοπείται, θυροκόλλησε την προσβαλλομένη απόφαση στη νέα πιο πάνω διεύθυνση της, στη θύρα της νέας κατοικίας της. Η επίδοση αυτή είναι νόμιμη, γιατί δεν έχει στην περίπτωση αυτή εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 273 παρ.γ ΚΠΔ, η οποία αναφέρεται αποκλειστικά σε πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Η επίδοση βέβαια και στον αντίκλητο πρέπει να γίνεται στην κατοικία που δήλωσε ο διορίσας, όπου και μόνο είναι νόμιμη η επί δόση, εκτός αν βεβαιώνεται από έγγραφο που βρίσκεται στη δικογραφία, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, ότι αυτή έχει μεταβληθεί. Εφόσον επομένως μεταγενέστερος χρόνος είναι εκείνος της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στον αντίκλητο του αναιρεσείοντος, ο χρόνος αυτός θα ληφθεί υπόψη για την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως. Εξάλλου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτήρη Παγώνα, με δήλωση στη γραμματέα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, την 29-5-2007, δηλαδή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας που ορίζεται στο νόμο, για την άσκηση αναιρέσεως. Ενόψει δε του ότι δεν εκτίθεται στη σχετική έκθεση (αναιρέσεως) λόγος ανωτέρας βίας, που να δικαιολογεί την καθυστέρηση αυτή, η αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του ορισθέντος αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά τη σχετική επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα) την εμφάνιση του ανωτέρω δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο), την υποβολή αιτήματος αναβολής και την απόρριψή του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-5-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 43191/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Επίδοση με θυροκόλληση στον αντίκλητο στην πραγματική του κατοικία, εφόσον από έγγραφο προκύπτει ότι μετώκησε από εκείνη που αναφέρεται στην έφεση. Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη).
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2310/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2755/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 210/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 228/6.5.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την αριθμ. 9/17-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 2755/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 147/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του Χ2στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν αντίστοιχα ο μεν Χ για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, ο δε συγκατηγορούμενός του Χ2 για απλή συνέργεια στην παραπάνω πράξη, σε πλημμεληματική μορφή (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 47, 375 παρ. 2α-1β-α ΠΚ). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 2755/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 17-1-2008 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠοινΔ, στη συνέχεια δε επιδόθηκε την 19-1-2008 και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Αθανάσιο Κανελλόπουλο, η δε αίτηση ασκήθηκε την 17-1-2008 ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών ....., συνετάγη δε από εκείνη η αριθμ. 9/17-1-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη της παραγ. 1 του άρθρου 375 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και κατά την διάταξη της παραγ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο, στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη και υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δευτέρα παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Το ζήτημα αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας με βάση τον χρόνο τελέσεως της πράξης και αναλόγως της αξίας που έχει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το υπεξαιρεθέν αντικείμενο και δεν προσδιορίζεται από το νόμο κάποιο συγκεκριμένο ποσό ως μέτρο για το χαρακτηρισμό της αξίας ως ιδιαίτερα μεγάλης (ΑΠ 1846/1997 ΠΧ, ΜΗ, 619). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή προκαταβλήθηκε, κατ'άρθρο 721 ΑΚ σ'αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεσή της ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που έλαβε ή προκαταβλήθηκαν σ'αυτόν για την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά λήφθηκαν σε μετρητά είτε με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό του. Γι'αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή προκαταβλήθηκαν σ'αυτόν και δεν διατέθηκαν προς τούτο διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ (ΑΠ 1426/2004 ΠΧ, ΝΕ, 610, ΑΠ 614/1998 ΠΧ, ΜΘ, 60, ΑΠ 367/88 ΠΧ, ΛΓ, 43). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής (375 παρ. 2 ΠΚ) σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 713 ΑΚ προκύπτει ότι για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του εντολοδόχου, πρέπει μεταξύ του παθόντος και του δράστη της υπεξαίρεσης να έχει συναφθεί σύμβαση εντολής (ΑΠ 1258/98 ΠΧ, ΜΘ, 691). Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστικά ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου αλλά και τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ' σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ', 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΜΖ, 33). Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή, παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσειςτων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Χ διατηρούσε επί σειρά ετών στην Αθήνα (.....) επιχείρηση πωλήσεως και αγοράς δημόσιας χρήσης επιβατικών αυτοκινήτων (ταξί), στα πλαίσια της οποίας αναλάμβανε να μεσολαβεί, υποδεικνύοντας ευκαιρίες ή παρεμβαίνοντας για την σύναψη συμβάσεων αγοραπωλησίας τέτοιων αυτοκινήτων καθώς και των σχετικών αδειών κυκλοφορίας αυτών. Η πολιτικώς ενάγουσα Ψ ενδιαφερόταν για την απόκτηση ενός καινούριου ταξί αυτοκινήτου μετά της σχετικής αδείας κυκλοφορίας του και για τον λόγο αυτό ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο Χ, τον οποίο βρήκε τυχαία ο πατέρας της, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2004, καθώς αυτός θα δώριζε στην κόρη του και ήδη πολιτικώς ενάγουσα το απαιτούμενο για την αγορά του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου χρηματικό ποσό. Στις αρχές Οκτωβρίου 2004, ο κατηγορούμενος ειδοποίησε τον πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας ότι είχε εντοπίσει διαθέσιμη μια άδεια ΔΧΕ αυτοκινήτου, περίπτωση που θεωρούσε συμφέρουσα, και του ζήτησε 5.000 ευρώ ως προκαταβολή για να προσυμφωνήσει την αγορά. Με το από 26-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό (μεσιτείας) ο κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεσολαβήσει για την αγορά από την εντολέα του Ψ μιας άδειας Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου αντί συνολικού τιμήματος, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του, 113.000 ευρώ. Εξ αυτών, ποσό 63.500 ευρώ θα καταβαλλόταν ως αρραβώνας την ίδια ημέρα, εις χείρας του κατηγορουμένου ως μεσολαβούντος, ποσό 5.000 ευρώ είχε ήδη καταβληθεί την 19-10-2004 (βλ. αντίγραφο σχετικού φύλλου βιβλιαρίου εκ του υπ' αριθμ. ..... τραπεζικού λογαριασμού Ε.Τ.Ε. κοινού των δεύτερου και τρίτης κατηγορουμένων, Χ2 και Χ3 όπου φαίνεται η κίνησή του και το απομένον ποσό των 44.500 ευρώ θα καταβαλλόταν την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, η οποία πάντως δεν θα απείχε όπως ρητά και εγγράφως συμφωνήθηκε πάνω από 15 ημέρες από την ημέρα υπογραφής του ανωτέρω συμφωνητικού. Την 27-10-2004, πράγματι η πολιτικώς ενάγουσα κατέβαλε δια του πατέρα της, Α, ποσό 63.500 ευρώ καταθέτοντας αυτό στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσαν οι ως άνω δεύτερος και τρίτη κατηγορούμενοι με αριθμό ..... στην Εθνική τράπεζα Ελλάδος. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό των δευτέρου και τρίτης κατηγορουμένων καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, ο οποίος δήλωσε στον πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας ότι οι συνδικαιούχοι (β'-γ' κατηγορούμενοι) ήταν ο λογιστής του και η γυναίκα του (βλ. σχετική από 27-10-2004 απόδειξη καταθέσεως ποσού 63.500,30 ευρώ στον ανωτέρω λογαριασμό). Πράγματι, όπως φαίνεται από το αντίγραφο του σχετικού φύλλου του βιβλιαρίου εκ του υπ' αριθμ. ..... τραπεζικού λογαριασμού Ε.Τ.Ε. κοινού των δεύτερου και τρίτης κατηγορουμένων, το ανωτέρω χρηματικό ποσό. ανέλαβε ολόκληρο αυθημερόν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 και το παρέδωσε στην κατοχή του κατηγορούμενου. Ωστόσο, η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου αναβλήθηκε δύο φορές (την 27-10-2004 και την 19-11-2004, οπότε και είχε παρέλθει εξάλλου η 15ήμερη προθεσμία για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου), χωρίς εμφανή και συγκεκριμένο λόγο, με αποτέλεσμα η πολιτικώς ενάγουσα να απωλέσει την εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου-μεσίτη και να καταγγείλει την μεταξύ τους σύμβαση μεσιτείας με δύο εξώδικες δηλώσεις της, από 28-11-2004 και 17-1-2005 αντιστοίχως, με την δεύτερη από τις οποίες έταξε στον κατηγορούμενο τριήμερη προθεσμία από της επιδόσεως σε αυτόν της δηλώσεως της για να της αποδώσει το ποσό των 63.500 ευρώ. Η δήλωση δε αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 21-1-2005, ώστε το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 63.500 ευρώ έπρεπε να αποδοθεί μέχρι την 24-1-2005. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε το οφειλόμενο χρηματικό ποσό εντός της ταχθείσας προθεσμίας αλλά ούτε και μέχρι σήμερα το έχει επιστρέψει, κατακρατώντας το χωρίς νόμιμη αιτία. Όπως προκύπτει, ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε καταστεί εντολοδόχος, ήταν υποχρεωμένος να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως αγοράς της αδείας του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εντός μάλιστα της συμφωνηθείσας προθεσμίας και να καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενο πωλητή το ευρισκόμενο στην κατοχή του χρηματικό ποσό των 63.500 ευρώ. Η μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και η επανειλημμένη αναβολή της, σε συνδυασμό με τις ασαφείς και αόριστες υπεκφυγές του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν κατονόμαζε τον πωλητή ούτε τον αριθμό κυκλοφορίας του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου, οδήγησαν την εντολέα του στην καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως μεσιτείας, η οποία είχε ως περαιτέρω συνέπεια την υποχρέωση του κατηγορουμένου να αποδώσει ό,τι είχε λάβει για την διεκπεραίωση της εντολής. Παρά το γεγονός, ότι το ποσό των 63.500 ευρώ περιήλθε στην κατοχή του με τον ανωτέρω τρόπο, ο ίδιος δεν εκτέλεσε την δοθείσα προς αυτόν εντολή καταβολής του ποσού στον υποδειχθέντα από τον ίδιο πωλητή ούτε σε τυχόν αντιπρόσωπο του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατέβαλε περαιτέρω το χρηματικό ποσό στον αντιπρόσωπο του πωλητή Β την 27-10-2004 και ότι δεν το κατέχει έκτοτε κρίνεται αβάσιμος και παρελκυστικός καθόσον: Α) Από τον συνδυασμό των από 26-10-2004 και 27-10-2004 ιδιωτικών συμφωνητικών και του υπ'αριθμ. ..... υποπληρεξουσίου δεν προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας μεταξύ τους αντιστοιχία δηλαδή δεν προκύπτει αβίαστα ότι τα χρήματα αυτά προορίζονταν για την αγορά του συγκεκριμένου οχήματος και μάλιστα μόνο της αδείας αυτού. Κι αυτό γιατί: αα) το από 26-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται σε άδεια "σκέτη" και αυτοκίνητο "καινουργές", χωρίς καμία άλλη εξειδίκευση, αν και λεπτομέρειες δεν μπορεί παρά να ήταν γνωστές στον κατηγορούμενο, μια και υποδείκνυε συγκεκριμένη διαθέσιμη άδεια. Περαιτέρω, με το από 28-9-2004 με αριθμό ..... (υπο)πληρεξούσιο, ο Β εξουσιοδοτείται τον αρχικώς πληρεξούσιο του Γ, φερομένου ως πωλητή, Δ να πωλήσει, μεταβιβάσει κλπ. το αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας Β 1577 και όχι μόνο την άδεια, ββ) Με το από 27-10-2004 συμφωνητικό φαίνεται να καταβάλλεται ποσό 60.000 και όχι 63.500 ευρώ ενώ και το απομένον υπόλοιπο συμφωνείται στις 55.000 ευρώ και όχι στις 44.500 ευρώ, όπως ορίζει το από 26-10-2004 συμφωνητικό. Μόνη εγγύτητα των ημερομηνιών δεν είναι βέβαια αρκετή για να καταδείξει την αντιστοιχία, δεδομένου μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος ήταν επιχειρηματίας επί 30 έτη, με έδρα στο κέντρο της πόλης των Αθηνών, ώστε μετά βεβαιότητας καθημερινά θα συνήπτε πλείονες συμβάσεις μεσιτείας, ενώ παράλληλα δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής και το γεγονός ότι η αγοραία τιμή ενός αυτοκινήτου ή της αδείας αυτού είναι συγκεκριμένη σε δεδομένη χρονική στιγμή με μικρές μόνο αποκλίσεις, δικαιολογούμενες από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πωλούμενου οχήματος. Β) Στο από 27-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό το ποσό των 60.000 ευρώ αναφέρεται μεν ως καταβληθέν, πλην όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να πείσει ότι πράγματι καταβλήθηκε δεδομένου ότι και στο από 26-10-2004 συμφωνητικό μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας και του πρώτου κατηγορουμένου το ποσό των 63.500 ευρώ αναφέρεται μεν ως καταβληθέν, καταβλήθηκε όμως πράγματι την επόμενη ημέρα ήτοι την 27-10-2004. Γ) Η αξιοπιστία του μάρτυρα Β κρίνεται μειωμένη, καθώς αυτός επικαλείται αόριστα ότι "με βάση ένα συμφωνητικό που κάναμε, μου κατέβαλε ο κατηγορούμενος γύρω στις 60.000 ευρώ για να τα δώσω στον Γ, πράγμα που έκανα [...]", χωρίς ωστόσο να λάβει απόδειξη ότι τα παρέδωσε καθώς όπως ισχυρίζεται: "Δεν πήρα απόδειξη από τον Γ γιατί δεν πίστευα ότι κάτι θα πήγαινε στραβά [...]". Σημειωτέον δε ότι ο φερόμενος ως πωλητής, Γ έχει αποβιώσει. Μετά τα ανωτέρω κατηγορούμενος ουδέποτε επέστρεψε το ποσό τούτο στην εγκαλούσα, παρ' ότι η τελευταία επανειλημμένως τον όχλησε επιδίδοντας του μάλιστα την από 17-1-2005 εξώδικη πρόσκληση με την οποία τον καλούσε εντός τριών ημερών από της επιδόσεως να της επιστρέψει το ανωτέρω ποσό, ήτοι έως την 24-01-2005, αλλά αντιθέτως το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας το στην περιουσία του. (βλ την από 14-06-2006 έκθεση ένορκης εξέτασης του Β, την από 17-01-2005 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία και την από 21-1-2005 έκθεση επίδοσης). Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και για τον λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 147/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1-2 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου Ειδικότερα η αιτιολογία η οποία γίνεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, επιτρεπτά με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση καλύπτει και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή και δεν απαιτείται χωριστή αναφορά στο βούλευμα των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Περαιτέρω είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που στηρίζεται στο λόγο ότι δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας , που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, διότι αυτός παρέδωσε το ποσό των 63.500 €, που είχε προκαταβάλει σ'αυτόν η εντολέας του Ψ, στον πωλητή του ΔΧΕ αυτοκινήτου με σκοπό την πραγματοποίηση της αγοραπωλησίας και συνεπώς ελλείπει το στοιχείο της παράνομης ιδιοποίησης του πράγματος από τον δράστη, καθόσον πλήρως αιτιολογείται από το Συμβούλιο Εφετών η παράνομη ιδιοποίηση από μέρους του κατηγορουμένου του παραπάνω χρηματικού ποσού και αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο ισχυρισμός του αυτός, ότι δηλαδή κατέβαλε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον αντιπρόσωπο του πωλητή Β την 27-10-2004, κρίνεται αβάσιμος και παρελκυστικός. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 375 παρ. 1-2 ΠΚ με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αβάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 9/17-1-2008 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ κατά του αριθμ. 2755/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 24 Απριλίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) η υπ' αριθ. 9/17-1-2008 αίτηση αναίρεσης κατά του υπ' αριθ. 2755/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθ. 178/2007 έφεση του ανάιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθ. 147/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με το βούλευμα αυτό (147/2007) παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθώς και ο ΧΧ, προκειμένου να δικασθούν, αντίστοιχα, ο μεν πρώτος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, ο δε δεύτερος για απλή συνεργεία στην παραπάνω πράξη. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ.1, 474 και 482 παρ.1 και 3 ΚΠΔ, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης: α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε. Επομένως είναι τυπικά παραδεκτή (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ. ΙΑ στοιχ.α' και 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ). Σύμφωνα με το αρ. 375 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 375 αντικατάστ. με το αρ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 ως εξής "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχο ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 2 του αρθ. 98 Π.Κ., όπως αυτή συμπληρώθηκε με το αρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999, σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα, υπό την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση ότι οι μερικότερες πράξεις έλαβαν χώρα μετά την 3.6.1999, όταν δηλαδή άρχισε να ισχύει ο Ν. 2721/1999 (Ολ. Α.Π. 5/2002). Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχείο Γ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστικά ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου ούτε και τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ' σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ', 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΜΖ, 33). Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή, παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Χ διατηρούσε επί σειρά ετών στην Αθήνα (.....) επιχείρηση πωλήσεως και αγοράς δημόσιας χρήσης επιβατικών αυτοκινήτων (ταξί), στα πλαίσια της οποίας αναλάμβανε να μεσολαβεί, υποδεικνύοντας ευκαιρίες ή παρεμβαίνοντας για τη σύναψη συμβάσεων αγοραπωλησίας τέτοιων αυτοκινήτων καθώς και των σχετικών αδειών κυκλοφορίας αυτών. Η πολιτικώς ενάγουσα Ψ ενδιαφερόταν για την απόκτηση ενός καινούριου ταξί αυτοκινήτου μετά της σχετικής αδείας κυκλοφορίας του και για τον λόγο αυτό ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο Χ, τον οποίο βρήκε τυχαία ο πατέρας της, κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2004, καθώς αυτός θα δώριζε στην κόρη του και ήδη πολιτικώς ενάγουσα το απαιτούμενο για την αγορά του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου χρηματικό ποσό. Στις αρχές Οκτωβρίου 2004, ο κατηγορούμενος ειδοποίησε τον πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας ότι είχε εντοπίσει διαθέσιμη μια άδεια ΔΧΕ αυτοκινήτου, περίπτωση που θεωρούσε συμφέρουσα, και του ζήτησε 5.000 ευρώ ως προκαταβολή για να προσυμφωνήσει την αγορά. Με το από 26-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό (μεσιτείας) ο κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεσολαβήσει για την αγορά από την εντολέα του Ψ μιας άδειας Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου αντί συνολικού τιμήματος, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του, 113.000 ευρώ. Εξ αυτών, ποσό 63.500 ευρώ θα καταβαλλόταν ως αρραβώνας την ίδια ημέρα, εις χείρας του κατηγορουμένου ως μεσολαβούντος, ποσό 5.000 ευρώ είχε ήδη καταβληθεί την 19-10-2004 (βλ. αντίγραφο σχετικού φύλλου βιβλιαρίου εκ του υπ' αριθμ. ..... τραπεζικού λογαριασμού Ε.Τ.Ε. κοινού των δεύτερου και τρίτης κατηγορουμένων, Χ2 και Χ3 όπου φαίνεται η κίνηση του) και το απομένον ποσό των 44.500 ευρώ θα καταβαλλόταν την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, η οποία πάντως δεν θα απείχε όπως ρητά και εγγράφως συμφωνήθηκε πάνω από 15 ημέρες από την ημέρα υπογραφής του ανωτέρω συμφωνητικού. Την 27-10-2004, πράγματι η πολιτικώς ενάγουσα κατέβαλε δια του πατέρα της, Α, ποσό 63.500 ευρώ καταθέτοντας αυτό στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσαν οι ως άνω δεύτερος και τρίτη κατηγορούμενοι με αριθμό ..... στην Εθνική τράπεζα Ελλάδος. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό των δευτέρου και τρίτης κατηγορουμένων καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, ο οποίος δήλωσε στον πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας ότι οι συνδικαιούχοι (β'-γ' κατηγορούμενοι) ήταν ο λογιστής του και η γυναίκα του (βλ. σχετική από 27-10-2004 απόδειξη καταθέσεως ποσού 63.500,30 ευρώ στον ανωτέρω λογαριασμό). Πράγματι, όπως φαίνεται από το αντίγραφο του σχετικού φύλλου του βιβλιαρίου εκ του υπ' αριθμ. ..... τραπεζικού λογαριασμού Ε.Τ.Ε. κοινού των δεύτερου και τρίτης κατηγορουμένων, το ανωτέρω χρηματικό ποσό. ανέλαβε ολόκληρο αυθημερόν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 και το παρέδωσε στην κατοχή του κατηγορούμενου. Ωστόσο, η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου αναβλήθηκε δύο φορές (την 27-10-2004 και την 19-11-2004, οπότε και είχε παρέλθει εξάλλου η 15ήμερη προθεσμία για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου), χωρίς εμφανή και συγκεκριμένο λόγο, με αποτέλεσμα η πολιτικώς ενάγουσα να απωλέσει την εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου-μεσίτη και να καταγγείλει την μεταξύ τους σύμβαση μεσιτείας με δύο εξώδικες δηλώσεις της, από 28-11-2004 και 17-1-2005 αντιστοίχως, με την δεύτερη από τις οποίες έταξε στον κατηγορούμενο τριήμερη προθεσμία από της επιδόσεως σε αυτόν της δηλώσεως της για να της αποδώσει το ποσό των 63.500 ευρώ. Η δήλωση δε αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 21-1-2005, ώστε το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 63.500 ευρώ έπρεπε να αποδοθεί μέχρι την 24-1-2005. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε το οφειλόμενο χρηματικό ποσό εντός της ταχθείσας προθεσμίας αλλά ούτε και μέχρι σήμερα το έχει επιστρέψει, κατακρατώντας το χωρίς νόμιμη αιτία. Όπως προκύπτει, ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε καταστεί εντολοδόχος, ήταν υποχρεωμένος να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως αγοράς της αδείας του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εντός μάλιστα της συμφωνηθείσας προθεσμίας και να -καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενο πωλητή το ευρισκόμενο στην κατοχή του χρηματικό ποσό των 63.500 ευρώ. Η μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και η επανειλημμένη αναβολή της, σε συνδυασμό με τις ασαφείς και αόριστες υπεκφυγές του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν κατονόμαζε τον πωλητή ούτε τον αριθμό κυκλοφορίας του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου, οδήγησαν την εντολέα του στην καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως μεσιτείας, η οποία είχε ως περαιτέρω συνέπεια την υποχρέωση του κατηγορουμένου να αποδώσει ό,τι είχε λάβει για την διεκπεραίωση της εντολής. Παρά το γεγονός, ότι το ποσό των 63.500 ευρώ περιήλθε στην κατοχή του με τον ανωτέρω τρόπο, ο ίδιος δεν εκτέλεσε την δοθείσα προς αυτόν εντολή καταβολής του ποσού στον υποδειχθέντα από τον ίδιο πωλητή ούτε σε τυχόν αντιπρόσωπο του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατέβαλε περαιτέρω το χρηματικό ποσό στον αντιπρόσωπο του πωλητή Β την 27-10-2004 και ότι δεν το κατέχει έκτοτε κρίνεται αβάσιμος και παρελκυστικός καθόσον: Α) Από τον συνδυασμό των από 26-10-2004 και 27-10-2004 ιδιωτικών συμφωνητικών και του υπ'αριθμ. ..... υποπληρεξουσίου δεν προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας μεταξύ τους αντιστοιχία δηλαδή δεν προκύπτει αβίαστα ότι τα χρήματα αυτά προορίζονταν για την αγορά του συγκεκριμένου οχήματος και μάλιστα μόνο της αδείας αυτού. Κι αυτό γιατί: αα) το από 26-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό να φέρεται σε άδεια "σκέτη" και αυτοκίνητο "καινουργές", χωρίς καμία άλλη εξειδίκευση, αν και λεπτομέρειες δεν μπορεί παρά να ήταν γνωστές στον κατηγορούμενο, μια και υποδείκνυε συγκεκριμένη διαθέσιμη άδεια. Περαιτέρω, με το από 28-9-2004 με αριθμό ..... (υπο)πληρεξούσιο, ο Β εξουσιοδοτείται τον αρχικώς πληρεξούσιο του Γ, φερομένου ως πωλητή, Δ να πωλήσει, μεταβιβάσει κλπ. το αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..... και όχι μόνο την άδεια, ββ) Με το από 27-10-2004 συμφωνητικό φαίνεται να καταβάλλεται ποσό 60.000 και όχι 63.500 ευρώ ενώ και το απομένον υπόλοιπο συμφωνείται στις 55.000 ευρώ και όχι στις 44.500 ευρώ, όπως ορίζει το από 26-10-2004 συμφωνητικό. Μόνη εγγύτητα των ημερομηνιών δεν είναι βέβαια αρκετή για να καταδείξει την αντιστοιχία, δεδομένου μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος ήταν επιχειρηματίας επί 30 έτη, με έδρα στο κέντρο της πόλης των Αθηνών, ώστε μετά βεβαιότητας καθημερινά θα συνήπτε πλείονες συμβάσεις μεσιτείας, ενώ παράλληλα δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής και το γεγονός ότι η αγοραία τιμή ενός αυτοκινήτου ή της αδείας αυτού είναι συγκεκριμένη σε δεδομένη χρονική στιγμή με μικρές μόνο αποκλίσεις, δικαιολογούμενες από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πωλούμενου οχήματος. Β) Στο από 27-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό το ποσό των 60.000 ευρώ αναφέρεται μεν ως καταβληθέν, πλην όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να πείσει ότι πράγματι καταβλήθηκε δεδομένου ότι και στο από 26-10-2004 συμφωνητικό μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας και του πρώτου κατηγορουμένου το ποσό των 63.500 ευρώ αναφέρεται μεν ως καταβληθέν, καταβλήθηκε όμως πράγματι την επόμενη ημέρα ήτοι την 27-10-2004. Γ) Η αξιοπιστία του μάρτυρα Β κρίνεται μειωμένη, καθώς αυτός επικαλείται αόριστα ότι "με βάση ένα συμφωνητικό που κάναμε, μου κατέβαλε ο κατηγορούμενος γύρω στις 60.000 ευρώ για να τα δώσω στον Γ, πράγμα που έκανα. [...]", χωρίς ωστόσο να λάβει απόδειξη ότι τα παρέδωσε καθώς όπως ισχυρίζεται: "Δεν πήρα απόδειξη από τον Γ γιατί δεν πίστευα ότι κάτι θα πήγαινε στραβά [...]". Σημειωτέον δε ότι ο φερόμενος ως πωλητής, Γ έχει αποβιώσει. Μετά τα ανωτέρω τηγορούμενος ουδέποτε επέστρεψε το ποσό τούτο στηνεγκαλούσα, παρ1 ότι η τελευταία επανειλημμένως τον όχλησε επιδίδοντας του μάλιστα την από 17-1-2005 εξώδικη πρόσκληση με την οποία τον καλούσε εντός τριών ημερών από της επιδόσεως να της επιστρέψει το ανωτέρω ποσό, ήτοι έως την 24-01-2005, αλλά αντιθέτως το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας το στην περιουσία του. (βλ την από 14-06-2006 έκθεση ένορκης εξέτασης του Β, την από 17-01-2005 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία και την από 21-1-2005 έκθεση επίδοσης). Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου και για τον λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 147/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1-2 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η αιτιολογία η οποία γίνεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, επιτρεπτά με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση καλύπτει και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή και δεν απαιτείται χωριστή αναφορά στο βούλευμα των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Περαιτέρω είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που στηρίζεται στο λόγο ότι δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, διότι αυτός παρέδωσε το ποσό των 63.500 €, που είχε προκαταβάλει σ'αυτόν η εντολέας του Ψ, στον πωλητή του ΔΧΕ αυτοκινήτου με σκοπό την πραγματοποίηση της αγοραπωλησίας και συνεπώς ελλείπει το στοιχείο της παράνομης ιδιοποίησης του πράγματος από τον δράστη, καθόσον πλήρως αιτιολογείται από το Συμβούλιο Εφετών η παράνομη ιδιοποίηση από μέρους του κατηγορουμένου του παραπάνω χρηματικού ποσού και αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο ισχυρισμός του αυτός, ότι δηλαδή κατέβαλε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον αντιπρόσωπο του πωλητή Β την 27-10-2004, κρίνεται αβάσιμος και παρελκυστικός. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 375 παρ. 1-2 ΠΚ, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αβάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 9/17-1-2008 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του με αριθμό 2755/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Λόγοι Αναίρεσης: 1) Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. 2) Εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 375 § 1-2 Π.Κ. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
2
Αριθμός 2311/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2627/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 407/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 218/23.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Υμετέρου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ.2β, 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αρ. 8/16-1-2008 (ενώπιον του Γραμματέα Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, την οποία άσκησε επ' ονόματι και για λογαριασμό του ο δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Σπ. Ασημακόπουλος δυνάμει της συνημμένης στην ίδια ως άνω αίτηση αναιρέσεως από 19-12-2007 εγγράφως εξουσιοδοτήσεως του ιδίου το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από τον ίδιο δικηγόρο, κατά του υπ' αρ. 2627/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 1989/97 βούλευμα του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο εις το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών όπως δικασθεί για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση με την μορφή συνομολογήσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, τελεσθείσα από υπαίτιο που ενεργεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (αρ. 13 623, 98, 404 παρ. 2α+3 ΠΚ) κατά του ανωτέρω βουλεύματος ο κατηγορούμενος, άσκησε έφεση επί της οποίας εξεδόθη το υπ' αρ. 2627/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτή έγινε τυπικώς δεκτή και απερρίφθη κατ' ουσίαν. ΙΙ) Κατά του ανωτέρω βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι εμπρόθεσμη, νομότυπη και παραδεκτή από δικαιούμενο στην άσκηση της πρόσωπο, αφορά πράξη που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος ( αρ. 463, 465 παράγραφος 1, 473 παράγραφος 1, 474 παρ.1, 482 παράγραφος 1α ΚΠΔ όπως η παράγραφος 1 του αρ. 482 αντικατεστάθη με αρ. 41 παράγραφος 1 Ν 3160/2003) καθ' όσον ασκήθηκε την 16-1-2008 με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, για την οποία συνετάχθη η υπ. αρ. 8/16-1-2008 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη στον μεν αντίκλητο δικηγόρο Γ. Ασημακόπουλο την 8-1-08 ενώ στον κατηγορούμενο την 26-2-2008. Στην ίδια αίτηση διαλαμβάνονται σαφώς ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με την μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως αυτής (αρ 484 παρ. 1 δ+β ΚΠΔ). Ειδικότερα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς δικές του σκέψεις, αλλά με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του μηνυτή. Αναφέρεται μεταξύ άλλων "... ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις που του αποδίδονται, πλην όμως αβασίμως, εν όψει των ανωτέρω, παρότι οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες που προτείνει, σε κάθε δε περίπτωση εν όψει του ότι διατείνεται ότι ο τόκος που είχε συμφωνηθεί ήταν μόνο 15% επί του κεφαλαίου και υπό την εκδοχή αυτή για τα έτη 2000 έως 2004 ήταν αναμφίβολα τοκογλυφικός". Δεν αιτιολογεί για ποιους συγκεκριμένους λόγους, θεωρεί τους προταθέντες από αυτόν μάρτυρες (..., ... και ...) αναξιόπιστους, ποια είναι τα αντίθετα αποδεικτικά μέσα τα οποία διαψεύδουν κατά περιεχόμενο τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, και γιατί πείσθηκε τελικώς από αυτά τα αποδεικτικά μέσα και όχι από τις πιο πάνω εκθέσεις. Υπάρχουν αοριστίες και ασάφειες ως προς την εφαρμογή της επιβαρυντικής περιστάσεως (αρ. 13 στ) και η αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ποια είναι τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την διαμορφωθείσα από αυτόν υποδομή και σε τι συνιστάται αυτή, ούτε παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, σε τι συνιστάται ο μεθοδευμένος και με ιδιαίτερη επιτηδειότητα τρόπος δράσεως του που μαρτυρεί εξοικείωση του με το έγκλημα της τοκογλυφίας, αλλά αρκείται σε επανάληψη της διατυπώσεως του νόμου. ΙΙΙ) α) Η απαιτούμενη από τα άρ. 93 παράγραφος 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παράγραφος 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005). Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π. Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732). β) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 9/2001), όταν δηλ. το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87, Ποιν.Χρ. 1987/5, 07). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π.Χρ. 1986/368, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50 Α. Καρρά Ποινικό Δικ. Δίκαιο έκδοση 2006 σελ 952-954). ΙV) Κατά την διάταξη του άρ. 404 § 2α Π.Κ. (ως αντικ. δι' αρ. 14 § 8α Ν. 2721/99 "Με τις ίδιες ποινές (δηλ. με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή) τιμωρείται και όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση σ' αυτόν συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτους περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά τον νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου", κατά δε την παράγραφο 3: αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα (ή κατά συνήθεια) τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παραγράφων 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή. Το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικώς με συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, - με λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων - όπως είναι και η λήψη από τον δράστη, αξιόγραφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους - ή με την επιδίωξη τέτοιων ωφελημάτων, που μπορεί να εκδηλωθεί με την κατάθεση αιτήσεως από τον δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση, βάσει αξιόγραφου που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του παθόντος (Α.Π. 858/2005 Ποιν. Δικ/σύνη 2005/1243). Για την κατ' επάγγελμα (ή κατά συνήθεια) τέλεση δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη (Α.Π. 1064/2000 Π.Χρ. Ν.Α./318) ούτε ο δράστης να παραπέμπεται για περισσότερες πράξεις τοκογλυφίας, (Α.Π. 517/2000 Νο.Β./2000 σελ.1009) αλλά αρκεί και η τέλεση μιας μόνον πράξεως, όταν από αυτή, ενόψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων που την συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος (Α.Π. 1647/99 Π.Χρ. Ν/734). Υφίσταται τοκογλυφία κατ' επάγγελμα όταν ο δράστης κατά την παροχή δανείου προς τον πολιτικώς ενάγοντα παρακράτησε αθέμιτο ποσοστό τόκου (Α.Π. 1233/2005 Ποιν. Δικ/σύνη 2005/1494). Για την αιτιολόγησή της κατ' επάγγελμα τελέσεως, απαιτείται η αναφορά πραγματικών περιστατικών από τα οποία να συμπέρανε το δικαστήριο την πρόθεση επανειλημμένης διαπράξεως και δεν αρκεί η αναφορά των στοιχείων μόνο του νόμου ή η συμπερασματική κρίση ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει στην τέλεση πράξεων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (Α.Π. 623/99 πχρ Ν/228, ΑΠ 1026/95 πχρ ΜΕΤ/68) δηλαδή πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς ότι από την επανειλημμένη τέλεση αποκαλύπτεται ροπή προς τέλεσή της και στο μέλλον (ΑΠ 21/97 πχρ ΜΖ/1480) και να προσδιορίζεται ο χρόνος σύναψης του δανείου. Το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που κάθε μία περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεση τους (Μπουροπουλου Ερμ. Κ.Π.Δ. Α' σελ. 257). Κατά την παράγραφο 2 του αρ. 98 Π.Κ. ως αυτή προσετέθη με αρ.14 §1 Ν. 2721/99): Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. V) Στην υπό κρίση περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 2627/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το εν λόγω συμβούλιο, που το εξέδωσε επιτρεπτώς με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών (Συμβ. ΑΠ 2168/2005 Π.Δ/σύνη 2006/732, Συμβ. ΑΠ 1608/2005 Πχρ ΝΕ/623) που διαλαμβάνει ίδιες σκέψεις και επιπρόσθετη αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα, έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε, κατ' ουσίαν την έφεση του κατηγορουμένου εδέχθη ότι: Στην υπόθεση που κρίνεται από την κύρια ανάκριση που ενεργήθηκε καθώς και την προκαταρτική εξέταση που προηγήθηκε αυτής και μάλιστα από το περιεχόμενο της έγκλησης, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και εκτιμήθηκαν κάθε μία χωριστά και στο σύνολό τους, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου υπάρχουν πράγματι επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη καθόδου, κατά την κρίση μας, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος Αθηνών, εργολάβος οικοδομών το επάγγελμα, ηλικίας σήμερα 63 ετών, περί τα μέσα του έτους 1999 αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και αδυνατούσε να καλύψει τις πάγιες υποχρεώσεις του προς τους προμηθευτές και το εργατικό προσωπικό και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει για την αποπεράτωση και παράδοση διαμερισμάτων προς τους οικοπεδούχους και αγοραστές των υπό κατασκευή διαμερισμάτων. Έτσι, μέσω τρίτων, προσέφυγε κατά μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους στον κατηγορούμενο, που είναι κάτοικος ....., ηλικίας 60 ετών σήμερα και συνταξιούχος - υπάλληλο του Ο.Τ.Ε και συμφώνησαν να του χορηγήσει ως δάνειο το χρηματικό ποσό των 6.500.000 δραχμών, το οποίο, κατά τους όρους της συμφωνίας όφειλε να επιστρέψει κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2000 καταβάλλον ως τόκους το ποσό των 3.500.000 δραχμών, δηλαδή επιτόκιο 4,5% μηνιαίως, παρότι ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης του δανείου ήταν ετησίως 19% σύμφωνα με την: (ΠΣΝΠ 12 ΦΕΚ Α 15). Κατά την κατάρτιση της σύμβασης ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο την από 3-11-1999 έγγραφη δήλωση του στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ατόκως από αυτόν το ποσό των 10.000.000 δραχμών και προς εξασφάλιση του εξέδωσε την υπ' αριθμό ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας ποσού 10.000.000 δραχμών, που περιλάμβανε τόσο το ποσό του δανείου (6.500.000 δραχμές) όσο και το ποσό των τόκων (3.500.000 δραχμές). Κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 επειδή ο εγκαλών δεν μπορούσε να εξοφλήσει το ανωτέρω ποσό των τόκων προκειμένου να αποφύγει τη σφράγιση της ανωτέρω επιταγής που θα είχε σαν συνέπεια την αδυναμία να λάβει άλλα μπλοκ επιταγών από τις τράπεζες και συνακόλουθα την οικονομική του κατάρρευση, λόγω του ότι, στον τομέα των κατασκευών, οι πληρωμές διενεργούνται κυρίως με μεταχρονολογημένες επιταγές ήλθε σε νέα συμφωνία με τον κατηγορούμενο για ανανέωση της οφειλής αφού κατέλαβε σ' αυτόν το ποσό των τόκων ήτοι 3.500.000 δραχμές. Κατά τη συμφωνία συντάχτηκε η από 20/11/2000 "Δήλωση - απόδειξη του εγκαλούντα στην οποία δηλώνει ότι έλαβε την ίδια ημέρα από τον κατηγορούμενο το ποσό των 10.000.000 δραχμών ατόκως προς διευκόλυνση του με τη διαβεβαίωση να το επιστρέψει προς εξασφάλιση του δε εξέδωσε τις υπ' αρ. ..... και ..... επιταγές της Ε.Τ.Ε, ποσού 5.000.000 δραχμών εκάστη, πληρωτέες μετά ένα έτος, στις οποίες ενσωματώνονταν τόσο το κεφάλαιο του δανείου (6.500.000 δραχμές) όσο και οι ανανεωμένοι τόκοι αυτού ύψους 3.500.000 δραχμών. Επειδή οι οικονομικές δυσχέρειες του εγκαλούντα δεν ξεπεράσθηκαν το έτος 2001 δέχθηκε να καταβάλει στον κατηγορούμενο σύμφωνα με απαίτηση του εκ νέου το ποσό των 3.500.000 δραχμών και του παρέδωσε την από 19-11-2001 ενυπόγραφη δήλωση του όπου δηλώνει ότι έλαβε ατόκως από τον κατηγορούμενο το ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο υπόσχονταν να επιστρέψει την 5-12-2003 και ότι προς εξασφάλιση του εξέδωσε τις υπ' αριθμό ..... και ..... επιταγές Ε.Τ.Ε, ποσού 5.000.000 δραχμών έκαστη, πληρωτέες μετά ένα έτος. Πριν την ανωτέρω συμφωνία ο εγκαλών για να αποφύγει τη σφράγιση των ανωτέρων επιταγών υπέκυψε στην απαίτηση του κατηγορουμένου να καταβάλει πλέον των τόκων (3.500.000 δραχμές) το πρόσθετο ποσό 1.000.000 δραχμών και έλαβε από τον κατηγορούμενο την από 2/11/2001 έγγραφη απόδειξη καταβολής στην οποία ο κατηγορούμενος δηλώνει κατά λέξη: " ότι έλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 4.500.000 δραχμών έναντι του υφισταμένου λογαριασμού τους". Περαιτέρω ενόψει του ότι ο εγκαλών δεν μπορούσε να αποπληρώσει τον κατηγορούμενο παρέδωσε σ' αυτόν κατά τα έτη 2002, 2003 το ποσό των 3.500.000 δραχμών για κάθε έτος ξεχωριστά και έτσι πέτυχε αντίστοιχες παρατάσεις της οφειλής του. Για τον σκοπό αυτό και προς εξασφάλιση του κατηγορούμενου εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο: 1) κατά το έτος 2002 μία (1) επιταγή μεταχρονολογημένη ποσού 10.000.000 δραχμών ή 29.348 ευρώ, 2) Κατά το έτος 2003 την υπ' αριθμό ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 29.348 ευρώ με ημερομηνία λήξεως την 15/12/2004 που σύρονταν από τον υπ' αριθμό ..... λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών και στην οποία ύστερα από απαίτηση του κατηγορουμένου υπέγραψε ως οπισθογράφος η σύζυγος του εγκαλούντα Α και για πρόσθετη εξασφάλιση του. Την 15-12-2004 που έληγε η ανωτέρω επιταγή ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον εγκαλούντα και ζήτησε την πληρωμή της επιταγής, την οποία αδυνατούσε να εξοφλήσει ο εγκαλών και έτσι ο κατηγορούμενος την εμφάνισε προς πληρωμή την 23-12-2003 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εγκαλούντα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμό 2019/2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση την ανωτέρω ακάλυπτη επιταγή ύστερα από αίτησή του για το ποσό της επιταγής ύψους 29.348 ευρώ σε βάρος του εγκαλούντα και της συζύγου του οπισθογράφου της επιταγής. Επακολούθησε με βάση την ανωτέρω απόφαση αναγκαστική κατάσχεση των εξής ακινήτων της συζύγου του εγκαλούντα: α) ενός ισογείου καταστήματος επιφάνειας 145 τ.μ κειμένου στο ισόγειο όροφο παλαιάς οικίας κτισμένης επί οικοπέδου κείμενου στον ..... εντός του σχεδίου πόλης στη θέση "....." και νυν "..." επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., και β) της ψιλής κυριότητας του δικαιώματος υψούν πάνω από τον ισόγειο όροφο της ανωτέρω οικοδομής μετά ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου σε ποσοστό 600/1000, δυνάμει της υπ' αριθμό 2469/2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών ... . Η σύζυγος του εγκαλούντα Α άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, συμφώνα με τα άρθρα 933, 934 και 938 του Κωδ. Πολ. Δικονομίας την από 10-5-2005 αίτηση αναστολής - ανακοπή κατά της ανωτέρου αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδονταν σε βάρος της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθμό 3707/2005 απόφασή του έκανε δεκτή την αίτηση αυτή αφού πιθανολόγησε ανεπανόρθωτη βλάβη της αιτούσας αφού επεσήμανε τα ακόλουθα: Σχετικώς με τον ισχυρισμό του καθ' ου (κατηγορουμένου) περί του ότι δήθεν το δάνειο που χορήγησε στην αιτούσα - σύζυγο του εγκαλούντα ανερχόταν σε 10.000.000 δραχμές και ότι το ποσό των 4.500.000 δραχμών πού έλαβε από τον εγκαλούντα τον Νοέμβριο του έτους 2001 αφορούσε τόκους 3 ετών με συμφωνηθέν επιτόκιο 15%, ήτοι τόκους των δύο παρελθόντων της καταβολής ετών και την προκαταβολή του έτους 2002 τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο καθ' όσον έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε. Κατέληξε δε στην κρίση του αυτή το δικαστήριο όχι μόνο για το λόγο ότι αντίκειται στην κοινή λογική ο οφειλέτης να προκαταβάλει τόκους ενός ολόκληρου έτους αλλά κυρίως γιατί έρχεται σε αντίθεση και αντιφάσκει με τις δηλώσεις που ο ίδιος ο κατηγορούμενος συνέτασσε και ζητούσε από τον εγκαλούντα - σύζυγο της αιτούσας να υπογράφει τόσο κατά την αρχική σύναψη του δανείου, όσο και κατά την ανανέωση της οφειλής του, όπου ρητά αναφέρονταν, ότι το δάνειο που δόθηκε ήταν άτοκο. Επίσης έκανε δεκτό ότι το επιτόκιο ύψους 15% ετησίως που ο ίδιος ο κατηγορούμενος - καθ' ου συνομολογούσε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, ήταν για το μεγαλύτερο διάστημα της χρονικής περιόδου μη νόμιμο, ενόψει του ότι ναι μεν κατά το έτος 1999 κατά το οποίο καταρτίστηκε η αρχική σύμβαση δανείου τα επιτόκια: Ξεκίνησαν από 19%, πλην όμως έβαιναν συνεχώς μειούμενα με αποτέλεσμα το έτος 2002 να φτάσουν το 9,25%. Έτσι πιθανολογήθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του μοναδικού λόγου της ανακοπής εκ μέρους της συζύγου του εγκαλούντα - ανακόπτουσας, περί τοκογλυφίας που διαπράχθηκε σε βάρος του εγκαλούντα εκ μέρους του κατηγορουμένου και η ευδοκίμηση της ανακοπής. Τα ίδια δέχθηκε και η υπ' αριθμό 3626/11-5-2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί σχετικής αιτήσεως της συζύγου του αιτούντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επόμενα Κωδ. Πολ. Δικ) και ανέστειλε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν δυνάμει της υπ' αριθμό 2770/05 διάθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ιδίου ανωτέρω επιμελητή. Έτσι, εν όψει του ότι, τα κατά νόμο θεμιτά ποσοστά τόκου είχαν την ακόλουθη εξέλιξη κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα των ετών 1999 έως 2004: α) από 14-1-1999 έως 16-1-2000 (19% ΠΣΝΠ 1 ΦΕΚ Α 5) β) από τις 17/1/200 έως 26/12/2001 (11,5% ΠΣΝΠ 44 ΦΕΚ Α 284) και γ) από 27-12-2001 και εντεύθεν (8,75%) ο κατηγορούμενος ως δανειστής συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του από τον εγκαλούντα - δανειολήπτη περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου αναλυτικά ως ακολούθως: Α) Την 3-11-1999 για δάνειο ύψους 6.500.000 δραχμών με ημερομηνία απόδοσης την 3-11-2000 συνομολόγησε τόκους 3.500.000 δραχμών αντί των νόμιμων του ποσού του 1.003.87 Β) Αρχές Οκτωβρίου του έτους 2000 κατά τη συμφωνία παράτασης της προθεσμίας πληρωμής του παραπάνω δανείου για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2000 έως τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2001 ποσό 5.556.240 δραχμών πέραν των νομίμων τόκων Γ) την 2-11-2001 κατά τη συμφωνία παράτασης της αποπληρωμής των υπ' αριθ. ..... και ..... ανωτέρω επιταγών της Ε.Τ.Ε ποσό 66.240 δραχμών πέραν των νόμιμων τόκων Δ) Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2002 κατά τη συμφωνία παράτασης της προθεσμίας αποπληρωμής των υπ' αριθ. ..... και ..... ανωτέρω επιταγών ποσό 3.500.000 δραχμών και τραπεζική επιταγή ύψους 10.000.000 δραχμών που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και Ε) Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2003 κατά τη συμφωνία παράτασης της προθεσμίας πληρωμής επιταγής ύψους 10.000.000 δραχμών ποσό 3.500.000 δραχμών και ΣΤ) επιταγή ύψους 10.000.000 δραχμών που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Τέλεσε δια την ανωτέρω πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του εγκαλούντα, καθ' όσον, από την επανειλημμένη τέλεση και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ειδικότερα επισημαίνεται η εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος για ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που εξαντλείται σε μια πενταετία σχεδόν ο μεθοδευμένος και με ιδιαίτερη επιτηδειότητα τρόπος δράσης του κατηγορουμένου, που μαρτυρεί εξοικείωση με το έγκλημα της τοκογλυφίας. Ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις του πλην αβασίμως ενόψει των ανωτέρω παρότι οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες που προτείνει σε κάθε δε περίπτωση ενόψει του ότι διατείνεται ότι ο τόκος που είχε συμφωνηθεί ήταν μόνο 15% επί του κεφαλαίου και υπό την εκδοχή αυτή για τα έτη 2000 έως 2004 ήταν αναμφίβολα τοκογλυφικός, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Επειδή κατόπιν των ανωτέρω το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το να δεχτεί όπως με το βούλευμα που προσβάλλεται προκύπτει, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εγκαλούντα κατηγορουμένου, που να δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση με τη μορφή της συνομολόγησης τοκογλυφικών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, η οποία τελέσθηκε από υπαίτιο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 1, 13 περίπτωση, 14, 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 98 και 404 παράγραφος 2 περ. α και 3 Π.Κ, όπως η παράγραφος 3 αντικ. με το άρθρο 14 παράγραφος 8 εδάφιο δ' Ν. 2721/1999) σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών προέβηκε και ορθά υπήγαγε αυτά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Έτσι θα πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία της η υπό κρίση έφεση και να επικυρωθεί το βούλευμα που προσβάλλεται (άρθρο 319 παράγραφος 3 του Κ.Ποιν.Δικ) στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου επιπρόσθετα αναφέρομαι. VI) Με τις άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθ' όσον με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση με την μορφή συνομολογήσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, τελεσθείσα από υπαίτιο που ενεργεί τέτοιες πράξεις και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα εν λόγω περιστατικά, τις σκέψεις και τους συλλογισμούς από τους οποίους έκρινε ότι αυτά υπάγονται στις εκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, κρίνοντας ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο (Α.Π. 1623/04 Π.Δ/σύνη 2005/110 Α.Π 1233/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1494) Ειδικότερα: Εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία) χωρίς να είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ούτε η αξιολογική τους συσχέτιση ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 177 ΚΠΔ που εισάγει την αρχή της ηθικής αποδείξεως (Συμβ. Α.Π 550/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1087), κρισιολογεί και περιγράφει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν όπως: την αισχροκερδή πιστωτική δικαιοπραξία (δάνειο και παράταση εξοφλήσεως αυτού) την εκμετάλλευση της ανάγκης του εγκαλούντος που αντιμετώπιζε (φύλλο 4 σελ β) οικονομικές δυσκολίες και αδυνατούσε να εκπληρώσει πάγιες υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές και το εργατικό προσωπικό, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει για την αποπεράτωση και παράδοση διαμερισμάτων προς τους οικοπεδούχους και αγοραστές των υπό κατασκευή διαμερισμάτων (Α.Π 992/86 Ν.Ο.Β 1987/1226) για την σύναψη και χορήγηση (Νοέμβριο 1999) δανείου 6.500.000 δρχ που όφειλε να επιστρέψει τον Νοέμβριο του 2000 καταβάλλοντας ως τόκους 3.500.000 δρχ ήτοι επιτόκιο 4,5% μηνιαίως αντί του ετησίου 19% (σύμφωνα με την ΠΣΝΠ 12, ΦΕΚ Α 15). Περιγράφει τις λεπτομέρειες της συμβάσεως, την αδυναμία του εγκαλούντος όπως εξοφλήσει το ποσό των τόκων, τις διαδοχικές παρατάσεις εξοφλήσεως αυτού την συνομολόγηση και λήψη από τον κατηγορούμενο για κάθε μερικότερη πράξη τόκων που υπερέβαιναν το θεμιτό ποσοστό που καθορίζετο βάσει σχετικών πράξεων τα οποία και μνημονεύει, την επιδίωξη από πλευράς κατηγορούμενου να εισπράξει τις τοκογλυφικές απαιτήσεις του όπως: αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων της συζύγου του εγκαλούντος (που αναφέρονται), ότι έπειτα από ανακοπή της συζύγου του εγκαλούντος το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς έκανε αυτή δεκτή και πιθανολόγησε ανεπανόρθωτη βλάβη της αιτούσας, αναφέροντας σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως ως προς την τοκογλυφία. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εις το προσβαλλόμενο βούλευμα, στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, περιέχει τα στοιχεία της επιβαρυντικής περιστάσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ειδική αιτιολογία αφού με βάση τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: "... επισημαίνεται η εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος για ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που εξαντλείται σε μια πενταετία, σχεδόν, ο μεθοδευμένος και με ιδιαίτερη επιτηδειότητα τρόπος δράσης του κατηγορουμένου που μαρτυρεί εξοικείωση με το έγκλημα της τοκογλυφίας ..." και δεν περιορίζεται στην τυπική παράθεση της διατάξεως, ενώ δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία του δόλου ενόψει του ότι δεν είναι ενδεχόμενος (Α.Π 629/99 πχρ. Ν/239) Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αντιφατικής και ελλιπούς αιτιολογίας με την διατύπωση: "Ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις του πλην αβασίμως ενόψει των ανωτέρω παρότι οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες που προτείνει σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει του ότι διατείνεται ότι ο τόκος που είχε συμφωνηθεί ήταν μόνο 15% επί του κεφαλαίου και υπό την εκδοχή αυτή για τα έτη 2000 έως 2004 ήταν αναμφίβολα τοκογλυφικός, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν...", παρατηρούμε ότι η εμφανιζόμενη ως αντίφαση δεν ασκεί ουδεμία επιρροή επί της αιτιολογίας διότι: η άρνηση του κατηγορουμένου και η επιβεβαίωση των ισχυρισμών του επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες του, κρίνονται αβάσιμοι ενόψει των προεκτεθέντων που είναι σαφές ότι προέκυψαν από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων με αναφορά και σε αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων. Δηλαδή γίνεται αναγωγή στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ως προς το γεγονός του τοκογλυφικού δανείου την ανανέωση του και των ποσοστών τοκογλυφικού τόκου, αφού σε προηγούμενο κεφάλαιο γίνεται ανάλυση αυτών. Περαιτέρω, για τα έτη 2000-2004 υπάρχει επιπρόσθετη σκέψη για την ύπαρξη τοκογλυφικού τόκου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. VII) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1.- Να απορριφθεί η υπ' αρ. 8/16-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, την οποία άσκησε επ' ονόματι του ο δικηγόρος Γ. Ασημακόπουλος κατά του υπ' αρ. 2627/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2.- Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 3-4-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 404 παράγραφος 2 εδ. α' ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του, κατά την ανανέωση ή προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή. Ως κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι διαπράττεται η τοκογλυφία όταν ενεργείται από τον υπαίτιο κατ' επανάληψη με σκοπό να πορισθεί από αυτήν εισόδημα, κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο .Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο σύνολο του είδους τους. Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παράγραφος 1 ΚΠΔ, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Πρέπει, όμως, στην πρόταση αυτή, που υιοθετεί πλήρως το Συμβούλιο, να υπάρχει αιτιολογία και για την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξης, όταν από το νόμο ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση της πράξης. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παράγραφος 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ή του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ορθώς αποφάνθηκε ότι προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος, για την πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, με τη μορφή συνομολόγησης τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, τελεσθείσα από υπαίτιο που ενεργεί τέτοιες πράξεις, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ήτοι για παράβαση των άρθρων 13 στ., 98, 404 παράγραφος 2α, 3 ΠΚ και τον παρέπεμψε συνακόλουθα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξης αυτής και απέρριψε την εκ μέρους του ασκηθείσα έφεση. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα από την κυρία ανάκριση που ενεργήθηκε καθώς και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και εκτιμήθηκαν κάθε μια χωριστά και στο σύνολό τους, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος Αθηνών, εργολάβος οικοδομών το επάγγελμα, ηλικίας σήμερα 63 ετών, περί τα μέσα του έτους 1999 αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και αδυνατούσε να καλύψει τις πάγιες υποχρεώσεις του προς τους προμηθευτές και το εργατικό προσωπικό και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει για την αποπεράτωση και παράδοση διαμερισμάτων προς τους οικοπεδούχους και αγοραστές των υπό κατασκευή διαμερισμάτων. Έτσι, μέσω τρίτων, προσέφυγε κατά μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους στον κατηγορούμενο, που είναι κάτοικος ....., ηλικίας 60 ετών σήμερα και συνταξιούχος - υπάλληλο του Ο.Τ.Ε και συμφώνησαν να του χορηγήσει ως δάνειο το χρηματικό ποσό των 6.500.000 δραχμών, το οποίο, κατά τους όρους της συμφωνίας όφειλε να επιστρέψει κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2000 καταβάλλον ως τόκους το ποσό των 3.500.000 δραχμών, δηλαδή επιτόκιο 4,5% μηνιαίως, παρότι ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης του δανείου ήταν ετησίως 19% σύμφωνα με την: (ΠΣΝΠ 12 ΦΕΚ Α 15). Κατά την κατάρτιση της σύμβασης ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο την από 3-11-1999 έγγραφη δήλωση του στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ατόκως από αυτόν το ποσό των 10.000.000 δραχμών και προς εξασφάλιση του εξέδωσε την υπ' αριθμό ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας ποσού 10.000.000 δραχμών, που περιλάμβανε τόσο το ποσό του δανείου (6.500.000 δραχμές) όσο και το ποσό των τόκων (3.500.000 δραχμές). Κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 επειδή ο εγκαλών δεν μπορούσε να εξοφλήσει το ανωτέρω ποσό των τόκων προκειμένου να αποφύγει τη σφράγιση της ανωτέρω επιταγής που θα είχε σαν συνέπεια την αδυναμία να λάβει άλλα μπλοκ επιταγών από τις τράπεζες και συνακόλουθα την οικονομική του κατάρρευση, λόγω του ότι, στον τομέα των κατασκευών, οι πληρωμές διενεργούνται κυρίως με μεταχρονολογημένες επιταγές ήλθε σε νέα συμφωνία με τον κατηγορούμενο για ανανέωση της οφειλής αφού κατέλαβε σ' αυτόν το ποσό των τόκων ήτοι 3.500.000 δραχμές. Κατά τη συμφωνία συντάχτηκε η από 20/11/2000 "Δήλωση - απόδειξη του εγκαλούντα στην οποία δηλώνει ότι έλαβε την ίδια ημέρα από τον κατηγορούμενο το ποσό των 10.000.000 δραχμών ατόκως προς διευκόλυνση του με τη διαβεβαίωση να το επιστρέψει προς εξασφάλιση του δε εξέδωσε τις υπ' αρ. ..... και ..... επιταγές της Ε.Τ.Ε, ποσού 5.000.000 δραχμών εκάστη, πληρωτέες μετά ένα έτος, στις οποίες ενσωματώνονταν τόσο το κεφάλαιο του δανείου (6.500.000 δραχμές) όσο και οι ανανεωμένοι τόκοι αυτού ύψους 3.500.000 δραχμών. Επειδή οι οικονομικές δυσχέρειες του εγκαλούντα δεν ξεπεράσθηκαν το έτος 2001 δέχθηκε να καταβάλει στον κατηγορούμενο σύμφωνα με απαίτηση του εκ νέου το ποσό των 3.500.000 δραχμών και του παρέδωσε την από 19-11-2001 ενυπόγραφη δήλωση του όπου δηλώνει ότι έλαβε ατόκως από τον κατηγορούμενο το ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο υπόσχονταν να επιστρέψει την 5-12-2003 και ότι προς εξασφάλιση του εξέδωσε τις υπ' αριθμό ..... και ..... επιταγές Ε.Τ.Ε, ποσού 5.000.000 δραχμών έκαστη, πληρωτέες μετά ένα έτος. Πριν την ανωτέρω συμφωνία ο εγκαλών για να αποφύγει τη σφράγιση των ανωτέρων επιταγών υπέκυψε στην απαίτηση του κατηγορουμένου να καταβάλει πλέον των τόκων (3.500.000 δραχμές) το πρόσθετο ποσό 1.000.000 δραχμών και έλαβε από τον κατηγορούμενο την από 2/11/2001 έγγραφη απόδειξη καταβολής στην οποία ο κατηγορούμενος δηλώνει κατά λέξη: " ότι έλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 4.500.000 δραχμών έναντι του υφισταμένου λογαριασμού τους". Περαιτέρω ενόψει του ότι ο εγκαλών δεν μπορούσε να αποπληρώσει τον κατηγορούμενο παρέδωσε σ' αυτόν κατά τα έτη 2002, 2003 το ποσό των 3.500.000 δραχμών για κάθε έτος ξεχωριστά και έτσι πέτυχε αντίστοιχες παρατάσεις της οφειλής του. Για τον σκοπό αυτό και προς εξασφάλιση του κατηγορούμενου εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο: 1) κατά το έτος 2002 μία (1) επιταγή μεταχρονολογημένη ποσού 10.000.000 δραχμών ή 29.348 ευρώ, 2) Κατά το έτος 2003 την υπ' αριθμό ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 29.348 ευρώ με ημερομηνία λήξεως την 15/12/2004 που σύρονταν από τον υπ' αριθμό ..... λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών και στην οποία ύστερα από απαίτηση του κατηγορουμένου υπέγραψε ως οπισθογράφος η σύζυγος του εγκαλούντα Α και για πρόσθετη εξασφάλιση του. Την 15-12-2004 που έληγε η ανωτέρω επιταγή ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον εγκαλούντα και ζήτησε την πληρωμή της επιταγής, την οποία αδυνατούσε να εξοφλήσει ο εγκαλών και έτσι ο κατηγορούμενος την εμφάνισε προς πληρωμή την 23-12-2003 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εγκαλούντα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμό 2019/2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση την ανωτέρω ακάλυπτη επιταγή ύστερα από αίτησή του για το ποσό της επιταγής ύψους 29.348 ευρώ σε βάρος του εγκαλούντα και της συζύγου του οπισθογράφου της επιταγής. Επακολούθησε με βάση την ανωτέρω απόφαση αναγκαστική κατάσχεση των εξής ακινήτων της συζύγου του εγκαλούντα: α) ενός ισογείου καταστήματος επιφάνειας 145 τ.μ κειμένου στο ισόγειο όροφο παλαιάς οικίας κτισμένης επί οικοπέδου κείμενου στον ..... εντός του σχεδίου πόλης στη θέση "....." και νυν "....." επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., και β) της ψιλής κυριότητας του δικαιώματος υψούν πάνω από τον ισόγειο όροφο της ανωτέρω οικοδομής μετά ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου σε ποσοστό 600/1000, δυνάμει της υπ' αριθμό 2469/2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών ... . Η σύζυγος του εγκαλούντα Α άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, συμφώνα με τα άρθρα 933, 934 και 938 του Κωδ. Πολ. Δικονομίας την από 10-5-2005 αίτηση αναστολής - ανακοπή κατά της ανωτέρου αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδονταν σε βάρος της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθμό 3707/2005 απόφασή του έκανε δεκτή την αίτηση αυτή αφού πιθανολόγησε ανεπανόρθωτη βλάβη της αιτούσας αφού επεσήμανε τα ακόλουθα: Σχετικώς με τον ισχυρισμό του καθ' ου (κατηγορουμένου) περί του ότι δήθεν το δάνειο που χορήγησε στην αιτούσα - σύζυγο του εγκαλούντα ανερχόταν σε 10.000.000 δραχμές και ότι το ποσό των 4.500.000 δραχμών πού έλαβε από τον εγκαλούντα τον Νοέμβριο του έτους 2001 αφορούσε τόκους 3 ετών με συμφωνηθέν επιτόκιο 15%, ήτοι τόκους των δύο παρελθόντων της καταβολής ετών και την προκαταβολή του έτους 2002 τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο καθ' όσον έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε. Κατέληξε δε στην κρίση του αυτή το δικαστήριο όχι μόνο για το λόγο ότι αντίκειται στην κοινή λογική ο οφειλέτης να προκαταβάλει τόκους ενός ολόκληρου έτους αλλά κυρίως γιατί έρχεται σε αντίθεση και αντιφάσκει με τις δηλώσεις που ο ίδιος ο κατηγορούμενος συνέτασσε και ζητούσε από τον εγκαλούντα - σύζυγο της αιτούσας να υπογράφει τόσο κατά την αρχική σύναψη του δανείου, όσο και κατά την ανανέωση της οφειλής του, όπου ρητά αναφέρονταν, ότι το δάνειο που δόθηκε ήταν άτοκο. Επίσης έκανε δεκτό ότι το επιτόκιο ύψους 15% ετησίως που ο ίδιος ο κατηγορούμενος - καθ' ου συνομολογούσε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, ήταν για το μεγαλύτερο διάστημα της χρονικής περιόδου μη νόμιμο, ενόψει του ότι ναι μεν κατά το έτος 1999 κατά το οποίο καταρτίστηκε η αρχική σύμβαση δανείου τα επιτόκια: Ξεκίνησαν από 19%, πλην όμως έβαιναν συνεχώς μειούμενα με αποτέλεσμα το έτος 2002 να φτάσουν το 9,25%. Έτσι πιθανολογήθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του μοναδικού λόγου της ανακοπής εκ μέρους της συζύγου του εγκαλούντα - ανακόπτουσας, περί τοκογλυφίας που διαπράχθηκε σε βάρος του εγκαλούντα εκ μέρους του κατηγορουμένου και η ευδοκίμηση της ανακοπής. Τα ίδια δέχθηκε και η υπ' αριθμό 3626/11-5-2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί σχετικής αιτήσεως της συζύγου του αιτούντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επόμενα Κωδ. Πολ. Δικ) και ανέστειλε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν δυνάμει της υπ' αριθμό 2770/05 διάθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ιδίου ανωτέρω επιμελητή. Έτσι, εν όψει του ότι, τα κατά νόμο θεμιτά ποσοστά τόκου είχαν την ακόλουθη εξέλιξη κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα των ετών 1999 έως 2004: α) από 14-1-1999 έως 16-1-2000 (19% ΠΣΝΠ 1 ΦΕΚ Α 5) β) από τις 17/1/200 έως 26/12/2001 (11,5% ΠΣΝΠ 44 ΦΕΚ Α 284) και γ) από 27-12-2001 και εντεύθεν (8,75%) ο κατηγορούμενος ως δανειστής συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του από τον εγκαλούντα - δανειολήπτη περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου αναλυτικά ως ακολούθως: Α) Την 3-11-1999 για δάνειο ύψους 6.500.000 δραχμών με ημερομηνία απόδοσης την 3-11-2000 συνομολόγησε τόκους 3.500.000 δραχμών αντί των νόμιμων του ποσού του 1.003.87 Β) Αρχές Οκτωβρίου του έτους 2000 κατά τη συμφωνία παράτασης της προθεσμίας πληρωμής του παραπάνω δανείου για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2000 έως τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2001 ποσό 5.556.240 δραχμών πέραν των νομίμων τόκων Γ) την 2-11-2001 κατά τη συμφωνία παράτασης της αποπληρωμής των υπ' αριθ. ..... και ..... ανωτέρω επιταγών της Ε.Τ.Ε ποσό 66.240 δραχμών πέραν των νόμιμων τόκων Δ) Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2002 κατά τη συμφωνία παράτασης της προθεσμίας αποπληρωμής των υπ' αριθ. ..... και ..... ανωτέρω επιταγών ποσό 3.500.000 δραχμών και τραπεζική επιταγή ύψους 10.000.000 δραχμών που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και Ε) Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2003 κατά τη συμφωνία παράτασης της προθεσμίας πληρωμής επιταγής ύψους 10.000.000 δραχμών ποσό 3.500.000 δραχμών και ΣΤ) επιταγή ύψους 10.000.000 δραχμών που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Τέλεσε δια την ανωτέρω πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του εγκαλούντα, καθ' όσον, από την επανειλημμένη τέλεση και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ειδικότερα επισημαίνεται η εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος για ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που εξαντλείται σε μια πενταετία σχεδόν ο μεθοδευμένος και με ιδιαίτερη επιτηδειότητα τρόπος δράσης του κατηγορουμένου, που μαρτυρεί εξοικείωση με το έγκλημα της τοκογλυφίας. Ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις του πλην αβασίμως ενόψει των ανωτέρω παρότι οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες που προτείνει σε κάθε δε περίπτωση ενόψει του ότι διατείνεται ότι ο τόκος που είχε συμφωνηθεί ήταν μόνο 15% επί του κεφαλαίου και υπό την εκδοχή αυτή για τα έτη 2000 έως 2004 ήταν αναμφίβολα τοκογλυφικός, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Επειδή κατόπιν των ανωτέρω το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το να δεχτεί όπως με το βούλευμα που προσβάλλεται προκύπτει, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εγκαλούντα κατηγορουμένου, που να δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση με τη μορφή της συνομολόγησης τοκογλυφικών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, η οποία τελέσθηκε από υπαίτιο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 1, 13 περίπτωση, 14, 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 98 και 404 παράγραφος 2 περ. α και 3 Π.Κ, όπως η παράγραφος 3 αντικ. με το άρθρο 14 παράγραφος 8 εδάφιο δ' Ν. 2721/1999) σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών προέβηκε και ορθά υπήγαγε αυτά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις". Με τις άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθ' όσον με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση με την μορφή συνομολογήσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, τελεσθείσα από υπαίτιο που ενεργεί τέτοιες πράξεις και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα εν λόγω περιστατικά, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους καθώς και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, τις σκέψεις και τους συλλογισμούς από τους οποίους έκρινε ότι αυτά υπάγονται στις εκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, κρίνοντας ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα: Η καθολική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, ήταν επιτρεπτή, αφού, στην τελευταία, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονταν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συναφείς συλλογισμοί που στήριζαν την παραπεμπτική κρίση, με συνέπεια, το βούλευμα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, να έχει την εκ των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πέρα από αυτά, περιγράφονται με σαφήνεια α) ο τρόπος και η συνακόλουθη κατάρτιση του τοκογλυφικού δανείου, καθώς και οι μετέπειτα παρατάσεις της αρχικής πίστωσης, β) αναφέρεται τόσο ο νόμιμος όσο και ο συμφωνημένος τόκος, ο οποίος υπερβαίνει σαφώς το νόμιμο και γ) η πρόθεση (δόλος) να επιδιώξει ο κατηγορούμενος, με την αναφερθείσα τοκογλυφική σύμβαση δανείου, υπερβολικά οικονομικά οφέλη. Επίσης, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, υπάρχουν σκέψεις, στηριζόμενες σε πραγματικά περιστατικά, από τις οποίες προκύπτει ότι υφίστανται τα στοιχεία της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας, σε στενή έννοια, αφού, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, και "η εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος για ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα, που εκτείνεται σε μια πενταετία, σχεδόν, ο μεθοδευμένος και με ιδιαίτερη επιτηδειότητα τρόπος δράσης του κατηγορουμένου, που μαρτυρεί εξοικείωση με το έγκλημα της τοκογλυφίας", στοιχεία αιτιολογίας τα οποία καλύπτουν πλήρως τις προϋποθέσεις εφαρμογής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της παραγράφου 3 του άρθρου 404 ΠΚ, που συνιστά την επιβαρυνιτκή περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της τοκογλυφίας. Τέλος, αναφορικά με την αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης, ως εκ της ύπαρξης ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών, οι οποίες προκύπτουν από την ακόλουθη παραδοχή: "Ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις του, πλην όμως, αβασίμως, ενόψει των ανωτέρω, παρότι οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες που προτείνει, σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει του ότι διατείνεται ότι ο τόκος που είχε συμφωνηθεί ήταν μόνο 15% επί του κεφαλαίου και υπό την εκδοχή, όμως, αυτή, για τα έτη 2000 έως 2004, ήταν αναμφίβολα τοκογλυφικός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ......", πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα. Με την παραδοχή αυτή δεν συνάγεται, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στηρίχθηκε αποκλειστικά στους μάρτυρες κατηγορίας και δεν αξιολογήθηκαν οι μάρτυρες του οποίους πρότεινε ο αναιρεσείων και τούτο διότι, έχει προηγηθεί η λεπτομερής αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μάρτυρες που αυτός πρότεινε, η δε διατύπωση "ενόψει των ανωτέρω", αποτελεί το τελικό συμπέρασμα της προαναφερθείσας αξιολόγησης. Πέρα, όμως από αυτά, σαφώς τονίζεται ότι, παρόλο που οι μάρτυρες του αναιρεσείοντος επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του, εν τούτοις, ο συμφωνηθείς, για τα έτη 2000 έως 2004, τόκος, ανερχόμενος, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σε ποσοστό 15% επί του κεφαλαίου, ήταν και πάλι τοκογλυφικός, ενόψει της προηγηθείσας παράθεσης των ποσοστών του νόμιμου τόκου, που ίσχυαν για τα προαναφερόμενα έτη, με συνέπεια να συντρέχουν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της άδικης πράξης του άρθρου 404 παράγραφος 2α ΠΚ, για την οποία, σε συνδ. με την παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου, κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων. Με τα δεδομένα αυτά, η επικαλούμενη αντίφαση δεν υφίσταται και ως εκ τούτου, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν στερείται νόμιμης βάσης. Κατά συνέπεια, οι εκ του άρθρου 484 παράγραφος 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και κατ' επέκταση και η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, ο δε αναιρεσείων θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παράγραφος 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 2627/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Έννοια τοκογλυφικής σύμβασης σε στενή έννοια (άρθρ. 404 παρ. 2α ΠΚ). Επιβαρυντική περίπτωση κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης (άρθρ. 404 παρ. 3 ΠΚ). Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης παραπεμπτικού βουλεύματος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Τοκογλυφία.
0
Αριθμός 2309/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2276/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Με κατηγορουμένη την Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, και πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Θεόδωρο Χρόνη και Θεμιστοκλή Σοφό. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/1-2-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 215/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, που ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και oι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, είτε κατά την έκθεση των περιστατικών αυτών στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού συνίσταται στην κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου δημοσίου ή ιδιωτικού, που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών. Κατάρτιση είναι η από την αρχή σύνθεση από το δράστη εγγράφου που δεν υπήρχε πριν, εμφανιζόμενο ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, νόθευση δε είναι η αλλοίωση της έννοιας του γνήσιου εγγράφου, που μπορεί να γίνει με εξάλειψη ή προσθήκη λέξεων, αριθμών, σημείων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να διευκολύνει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις παραπάνω βιοτικές ανάγκες(χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη ανωτέρω απόφαση προκύπτει, ότι το εκδόν αυτήν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχτηκε ότι η κατηγορουμένη Χ, στην ....., την 28-11-2002, αφού συμπλήρωσε το έντυπο της υπ' αριθμ. ..... κάρτας διεθνούς ασφάλισης, που ήταν χρεωμένη από το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης στην ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", με χρόνο διάρκειας από 28-11-2002 έως και 28-11-2003, για λογαριασμό του πελάτη της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας Α, "εισπράττοντας αντίστοιχα από αυτόν ασφάλιστρα για χρονικό διάστημα ενός έτους, νόθευσε το αντίγραφο της κάρτας διεθνούς ασφάλισης, θέτοντας σε αυτό χρονική διάρκεια διαφορετική, ήτοι από 28-11-2003 έως 27-12-2003, δηλαδή διάρκεια ενός μηνός, στη συνέχεια δε έκανε χρήση του αντιγράφου αυτού, αποστέλλοντάς το στα κεντρικά γραφεία της ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΑΕΓΑ, με σκοπό να παραπλανήσει την ανωτέρω εταιρία σχετικά με το έχον έννομες συνέπειες γεγονός του χρόνου ασφάλισης αυτής, ότι ήταν δηλαδή διάρκειας ενός μηνός και έτσι να αποδώσει στην εταιρία ασφάλιστρα ενός μηνός, αντί των πραγματικών ασφαλίστρων που είχε εισπράξει από τον πελάτη για χρονικό διάστημα ενός έτους". Δέχτηκε, επίσης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ότι "η πράσινη κάρτα" είναι πιστοποιητικό που διευκολύνει την κίνηση των οχημάτων και "συνεπώς, η νόθευση αυτής ή του αντιγράφου της συνιστά πλαστογραφία πιστοποιητικού", πράξη τιμωρουμένη με φυλάκιση έως ενός έτους, για την οποία πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη, κατά τις σχετικές διατάξεις του αρθ. 31 του Ν. 3346/2005. Δεν διευκρινίζεται, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιο ήταν το περιεχόμενο του νοθευθέντος αντιγράφου της ανωτέρω "πράσινης κάρτας" (κάρτας διεθνούς ασφάλισης) και αν η νόθευση αυτού έγινε με σκοπό της κατηγορουμένης να διευκολύνει με τη χρήση του την άμεση συντήρηση, την κοινωνική πρόοδο ή την κίνηση αυτής ή άλλου προσώπου, ούτε αν δεν επέρχεται, με την εν λόγω πράξη της, κατηγορουμένης ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Με τις ασάφειες αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται, ο υπό του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος. Κατ' ακολουθία, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε παραδεκτά από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 Κ.Π.Δ) αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2276/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Πλαστογραφία πιστοποιητικού. Αναίρεση από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Δέχεται λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή το άρθρο 217 Π.Κ.
Πλαστογραφία πιστοποιητικού
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πλαστογραφία πιστοποιητικού.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2304/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση και του αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως Γρηγορίου Μάμαλη), Αναστάσιο Λιανό, Ιωάννη Παπουτσή (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σιδέρη (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1246/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 679/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 222/4-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., την από 12-3-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ'αριθμ. 1246/17-6-2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' του Κ.Π.Δ., η οποία ορίζει ότι δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο, ανεξάρτητα από το αν εκείνη που ασκήθηκε προηγουμένως απορρίφθη ως αβάσιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ 605/2006 Π. Χρ. ΝΖ'/62). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της σχετικής δικογραφίας, ο αναιρεσείων άσκησε στο παρελθόν την από 12-12-2005 αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης και τώρα αποφάσεως, επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 1137/2006 απόφαση του Δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο), η οποία απέρριψε την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια η κρινόμενη, δεύτερη, αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1, 513 § 1α και 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12-3-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθμ. 1246/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 9 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ 'του ΚΠοινΔ δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως. Σύμφωνα με το αρχικό κείμενο της διατάξεως αυτής "δευτέρα αίτησις αναιρέσεως της αυτής αποφάσεως ουδέποτε επιτρέπεται". Το κείμενο αυτό, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 Ν. 1406/1983, επικρατεί του διατυπωθέντος στη δημοτική κατά τη μεταγλώττιση με το ΠΔ 258/1986, το οποίο, ορίζοντας ότι "δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης" δεν περιλαμβάνει το επίρρημα "ποτέ". Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως αυτής, εκτός ορισμένων εξαιρετικών, αλλά μη προκειμένων περιπτώσεων, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως από τον ίδιο διάδικο, ανεξάρτητα από το αν εκείνη που ασκήθηκε προηγουμένως απορρίφθηκε ως αβάσιμη ή απαράδεκτη. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί πλέον να εξετάσει δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, διότι διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του (Ολ ΑΠ 1/2000). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1, του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει σήμερα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, κατά αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1246/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε κάθειρξη 10 ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε την από 12-12-2005 αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την υπ' αριθ. 1137/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη υπ' αριθ. 20/12-3-2007 αίτηση αναιρέσεως, ως δεύτερη, κατά της ίδιας αποφάσεως, από τον ίδιο διάδικο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1246/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρέσεως απαράδεκτο. Απορρίπτεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2300/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., δικηγόρου, κατοίκου ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σταυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1743Α-1846/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στα από 4 Φεβρουαρίου 2008 και 2 Μαΐου 2008 δικόγραφα των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1786/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτονται ως απαράδεκτα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα 1743Α/2007 απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης κυρίας αποφάσεως του 1846/2007 και συμπροσβάλλεται ρητώς με την τελευταία, απέρριψε κατά τη δικάσιμο της 15.6.2007, οπότε άρχισε η εκδίκαση της υποθέσεως, αίτημα που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα, με το οποίο ζητήθηκε, κατ' εκτίμηση, η αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, προκειμένου να διορίσει συνήγορο να τον υπερασπισθεί, ενόψει ασθενείας του συνηγόρου του Δημοσθένη Βλήτα, ακολούθως δε η δίκη διακόπηκε για 22.6.2007, κατά την οποία προσήλθε και ο ανωτέρω συνήγορος, τον οποίο ο κατηγορούμενος διόρισε συνήγορό του για να τον υπερασπισθεί και εκείνος αποδέχθηκε τον διορισμό του αυτό. Την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση πλήττει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως, και τον πρώτο λόγο του από 4.2.2008 δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, κατ' εκτίμηση, για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματός του. Οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί είναι απορριπτέοι για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς προβολήν τους, αφού αυτός, ως προς τον οποίο δεν επακολούθησε έννομη επιβλαβής συνέπεια από την απόρριψη του αιτήματός του αναβολής της δίκης, δεν προσδιόρισε στην υπό κρίση αίτηση ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη από την κατά τα ανωτέρω απόρριψη του αιτήματός του αυτού. Η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφου κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ συνιστά έλλειψη ακροάσεως και ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά τα άρθρα 510 § 1 στοιχ. Β' και 170 § 2 ΚΠοινΔ, μόνον όταν η ανάγνωσή του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο παρέλειψε να το αναγνώσει, πράγμα το οποίο πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά. Εφόσον, επομένως, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων ζήτησε την ανάγνωση της από 18.1.2002 μηνύσεως του .... κατ' αυτού και του ..., ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το σκέλος του που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως λόγω μη αναγνώσεως της ως άνω μηνύσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από τον υπαίτιο των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η οπισθογράφησή της και η εμφάνιση προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για πλαστογραφία με χρήση αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Η εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή μαρτυρικών καταθέσεων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανέλεγκτα στην αυτοτελή αιτιολογία της, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων στο προοίμιο του σκεπτικού της αποδεικτικών μέσων ότι "ο κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Ειδικότερα, αυτός, σε μία από τις επισκέψεις του στα γραφεία της εταιρίας .... ΝΟΤΙΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, αφαίρεσε από το μπλοκ των επιταγών, που αφορούσε τον υπ' αριθ. 8426878 λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, την υπ' αριθμό .... επιταγή και στη συνέχεια προέβη στη συμπλήρωση των στοιχείων της, δηλαδή τον τόπο, την ημερομηνία έκδοσης, το ποσό και το όνομα του λήπτη, θέτοντας στις αντίστοιχες θέσεις α) Αθήνα 30-11-2000, β) αριθμητικώς και ολογράφως, 7.000.000 δραχμές, γ) εμού της ιδίας, ενώ στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση, εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή του, την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας ..., καθώς και τη σφραγίδα της εταιρίας που είχε αποσπάσει από το γραφείο της. Η πρόθεσή του δε ήταν σαφής, ενόψει του ότι σκοπό είχε, με την πράξη αυτή, να παραπλανήσει με τη χρήση της πλαστής επιταγής τους εν συνεχεία κομιστές αυτής (επιταγής), αλλά και τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας, ότι η τελευταία ήταν γνήσια και είχε εκδοθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας, στη συνέχεια δε χρησιμοποίησε την πλαστή επιταγή, καθόσον την οπισθογράφησε και τη μεταβίβασε στον ...., ο οποίος, εντός της νόμιμης προς εμφάνιση προθεσμίας, την εμφάνισε προς πληρωμήν στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πλαστογραφίας μετά χρήσεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, πράξη η οποία, σύμφωνα με το διατακτικό της αποφάσεως, που συμπληρώνει παραδεκτώς το ανωτέρω σκεπτικό της, τελέσθηκε στην Αθήνα, κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 2000. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ως άνω άρθρου 216 § 1 ΠΚ που εφήρμοσε, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) ως προς την πλαστότητα της επιταγής, που αποτελούσε και το αντικείμενο της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπάρχει ειδική αιτιολογία τόσον ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος, συνιστάμενο στην εξ υπαρχής κατάρτιση της πλαστής επιταγής δια της άνευ δικαιώματος συμπληρώσεως των ελλειπόντων στοιχείων της του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933, όσον και ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνιστάμενο στην παραπλάνηση των μετέπειτα κομιστών της επιταγής και των αρμοδίων προς πληρωμήν της υπαλλήλων της πληρώτριας Τράπεζας, β) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί μεν επανάληψη του διατακτικού της, πλην, όμως, ενόψει της πληρότητας του τελευταίου, πληρούται η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως, γ) από την περιληπτική έκφραση στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως "από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά άρα και τα περιλαμβανόμενα μεταξύ αυτών από 25.8.2000 και 23.8.2000 ιδιωτικά συμφωνητικά που προσκόμισε ο αναιρεσείων και δ) ειδική αξιολόγηση και συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων δεν ήταν αναγκαία, ούτε και αναφορά της παραδοχής που προέκυψε από το καθένα. Η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθεση, κατ' αυτόν, των παραδοχών της αποφάσεως προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως, είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καθόσον το τελευταίο αυτό ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος της αιτήσεως (κατά το λοιπό μέρος του), τελευταίος του ανωτέρω δικογράφου πρόσθετων λόγων και μοναδικός του από 2.5.2008, παραδεκτώς επίσης ασκηθέντος, δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι περιεχόμενοι στα ίδια ως άνω δικόγραφα αντίθετοι επί της ουσίας ισχυρισμοί και οι κατά της αξιοπιστίας των μαρτύρων αιτιάσεις πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, ενώ το από 20-5-2008 δικόγραφο, επιγραφόμενο "πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης - Υπόμνημα", ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων είναι απαράδεκτο, διότι δεν κατατέθηκε εμπροθέσμως, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (στις 21.5.2008) της ένδικης αιτήσεως (άρθρο 509 § 2 ΚΠοινΔ), πέραν του ότι δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως, αλλά μόνον επίκληση περί προσαγωγής εγγράφου αποδεικτικού στοιχείου. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 § 2, 3 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι πέντε ετών για τα πλημμελήματα και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι, όμως, περισσότερο από τρία χρόνια. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 § 1 ΚΠοινΔ η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και η ακυρότητα της επιδόσεως αυτών στον κατηγορούμενο, καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης. Αν δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην η ως άνω ακυρότητα δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως. Αν δεν προταθεί με λόγο εφέσεως καλύπτεται με συνέπεια η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με επακόλουθο την αναστολή της παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι, όμως, πέραν των τριών ετών προκειμένου για πλημμελήματα. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, δεν παύει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και του επιβάλλει ποινή για την παραγραφείσα πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, με την 24/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με απόντα τον αναιρεσείοντα, καταδικάσθηκε αυτός, σε πρώτο βαθμό (ως δικηγόρος), για το πλημμέλημα της πλαστογραφίας με χρήση, φερόμενο ως τελεσθέν το δεύτερο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 2000 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 27.9.2004 έφεση (με αριθ. εκθ. 465/2004), στην οποία δεν προέβαλε με λόγο εφέσεως ακυρότητα της προς αυτόν επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, με βάση το οποίο καταδικάσθηκε πρωτοδίκως. Έτσι, τυχόν τέτοια ακυρότητα καλύφθηκε, με αποτέλεσμα από την επίδοση αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον αναιρεσείοντα, την 6.12.2002, να έχει επέλθει, λόγω ενάρξεως της κύριας διαδικασίας, αναστολή της παραγραφής της ως άνω αξιόποινης πράξεως, ο χρόνος της οποίας έγινε οκταετής, που συμπληρώνεται το δεύτερο δεκαήμερο του Νοεμβρίου του βνμ έτους 2008. Επομένως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, με το να προχωρήσει στη συζήτηση της ως άνω εφέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως του από 4.2.2008 δικογράφου πρόσθετων λόγων, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, ο οποίος, μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του ... και τους στο σκεπτικό πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 1743Α-1846/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως. Στοιχεία. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος, ο οποίος συμπλήρωσε τα στοιχεία του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπώς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της. Έλλειψη ακροάσεως από τη μη ανάγνωση εγγράφου προσκομισθέντος από τον κατηγορούμενο. Δεν επήλθε διότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζητήθηκε τέτοια ανάγνωση. Πότε αρχίζει η κύρια διαδικασία. Επί άκυρης επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προβάλλει αντίρρηση για την πρόοδο της δίκης. Αν δεν εμφανισθεί και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί ως λόγος εφέσεως. Αν δεν προταθεί, καλύπτεται με συνέπεια να θεωρείται έγκυρη η επίδοση και να επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα ενώ η πράξη είχε παραγραφεί, διότι επήλθε αναστολή της παραγραφής με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και έτσι ο χρόνος της παραγραφής έγινε οκταετία που δεν είχε συμπληρωθεί.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Ακροάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 2299/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργίου, 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, 3. Χ3, που δεν παρέστη, 4. Χ4, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο και 5. Χ5, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 449,451,460, 469/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ6, 2. Χ7, 3. Χ8 και 4. Χ9. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Φεβρουαρίου 2007 πέντε χωριστές αιτήσεις τους καθώς και στα από 1 Οκτωβρίου 2007 τρία χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων του δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου εκ των αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 301/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι αιτήσεις αναίρεσης των πρώτου και τετάρτου εκ αναιρεσειόντων, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του τρίτου αναιρεσείοντος και να απορριφθούν οι αιτήσεις των υπολοίπων δύο αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών (υπ'αριθμ. 449, 451, 460, 469/2006), οι υπό κρίση πέντε αιτήσεις αναιρέσεως, από 9-2-2007, των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5, αντιστοίχως, όπως αυτές των δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου εκ των ανωτέρω αναιρεσειόντων έχουν διαμορφωθεί με τους παραδεκτώς ασκηθέντες, δια των από 1-10-2007 τριών δικογράφων, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 29 Μαρτίου 2007 αποδεικτικό επιδόσεως του ....., γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Μαλανδρίνου, αρμοδίου για τη συγκεκριμένη επίδοση κατά το άρθρο 155 παρ.3 ΚΠοινΔ, ο κρατούμενος στην εν λόγω φυλακή αναιρεσείων Χ3 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Εφόσον, επομένως, δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει η ως άνω αίτησή του να απορριφθεί και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ.β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τους κατωτέρω χρόνους τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί ή κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ηρωΐνη, η ινδική κάνναβη και η κοκαΐνη (άρθρο 1 παρ.2 πιν. Α' αριθ. 5 και 6 και πιν. Β' αριθ.3 του ως άνω Κώδικα). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα ανωτέρω εγκλήματα πραγματώνονται αντικειμενικώς η μεν αγορά και πώληση με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοσή τους προς αυτόν, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, η δε κατοχή με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να το διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόστασή τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (άρθρο 23 του ως άνω Κώδικα) με τις σ'αυτό προβλεπόμενες (βαρύτερες των ανωτέρω) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5,6 και 7 του ιδίου νόμου, αν εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Ενόψει αυτών, συναυτουργία στην κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών (συγκατοχή) υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υφίσταται κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας των ουσιών αυτών, καθώς και δυνατότητα ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως από όλους τους συναυτουργούς, κατά τρόπο που να μπορεί καθένας απ'αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει κατά τη βούλησή του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ.στ' και ζ' ΠΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. 'Όταν δε, συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, διότι, διαφορετικά, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Μόνη η επίκληση της διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση, δεν αρκεί. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται και (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" και (υπό ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές (υπό ε') πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, ότι, σε σχέση με τις παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών που αποδίδοντο στους αναιρεσείοντες και για τις οποίες καταδικάσθηκαν, αποδείχθηκαν για τον καθένα τα ακόλουθα: α) Ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων Χ5 και ο συγκατηγορούμενός του Χ3, αδελφός του, "στο χρονικό διάστημα από τα τέλη του μηνός Αυγούστου 2003 έως 4 Μαΐου 2004, από κοινού ενεργούντες, ήτοι κατόπιν συναποφάσεώς τους και με κοινό δόλο αγόραζαν με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους, έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων, ναρκωτικές ουσίες από τους συγκατηγορούμενούς τους Χ1 και Χ4, οι οποίοι και αυτοί ενεργούσαν από κοινού και μετέβαιναν σε περιοχές της Βόρειας Εύβοιας για να τις διαθέσουν σε τρίτους...Συγκεκριμενα οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ5 στις παρακάτω χρονολογίες, αγόρασαν από τους πιο πάνω αλλοδαπούς, με σκοπό την εμπορία τις αντίστοιχες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ήτοι: α) περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2003, ποσότητα 110 γραμμαρίων κοκαΐνης προς 150 ευρώ το γραμμάριο και 80 γραμμάρια ηρωίνης προς 50 ευρώ το γραμμάριο, β) μετά τετραήμερο από της ως άνω χρονολογίας αγόρασαν από τους ίδιους αλβανούς προμηθευτές τους 50 γραμμάρια ηρωίνης και 50 γραμμάρια κοκαΐνης, αντί του ως άνω τιμήματος, γ) μετά παρέλευση τριημέρου οι ως άνω αδελφοί αγόρασαν από τον Χ1 ποσότητες 50 γραμμαρίων ηρωίνης και 50 γραμμάρια κοκαΐνης, αντί της ως άνω τιμής μονάδας. Τις ποσότητες αυτές οι ως άνω κατηγορούμενοι τις κατείχαν με την έννοια ότι μπορούσαν να τις εξουσιάζουν και να τις διαθέτουν κατά τη δική τους βούληση, γνωρίζοντες αναμφισβήτητα την ιδιότητα τους ως ναρκωτικών ουσιών, κυρίως λόγω της πολύχρονης ανάμειξης τους με τις ναρκωτικές ουσίες. Από τις παραπάνω ποσότητες που αυτοί εξουσίαζαν και τις οποίες επιμελώς είχε αποκρύψει ο Χ3 στο σπίτι της μητέρας του, γεγονός το οποίο γνώριζε και ο αδελφός του Χ5, αφού στο σπίτι αυτό συγκεντρωνόντουσαν αρκετοί από τους κατηγορούμενους και όχι μόνο γινόντουσαν εκεί σχετικές συναλλαγές, αλλά και χρήση ναρκωτικών ουσιών, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αυτοί διέθεταν σε τρίτα πρόσωπα, ναρκωτικές ουσίες αντί διαφόρων χρηματικών ανταλλαγμάτων. Σημειώνεται ότι τα ναρκωτικά που επιμελώς είχαν αποκρυβεί στο σπίτι που διέμενε ο Χ3, ανευρέθηκαν μόνο με τη χρήση εξειδικευμένου σκύλου της δίωξης ναρκωτικών.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ5, από τις ποσότητες που κατείχε, διέθετε σε τρίτους έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων διάφορες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα πώλησε α) στον Α στο χρονικό διάστημα των ετών 2002-2004 αρκετές φορές χασίς (50) αντί τιμήματος 10.000 δρχ τη φορά. β) στον Β στο διάστημα των ετών 1998 και εφεξής μικροποσότητες ηρωίνης 2-3 φορές την εβδομάδα, αντί τιμήματος 50 ευρώ το γραμμάριο, γ) στον Γ περίπου 10 φορές χασίς στην περίοδο των ετών 1997 -2000, αντί τιμήματος 5000 δρχ, δ) στον Δ μια φορά το μήνα 5 τσιγάρα χασίς αντί 10.000 δρχ και 3-4 φορές ηρωίνη αντί 80 ευρώ το γραμμάριο, ε) στον Ε στο διάστημα των ετών 1994-1996 μικροποσότητες χασίς αντί τιμήματος 5.000 δρχ στ) στον ΣΤ στο διάστημα 1999-2000, 3-4 φορές μικροποσότητες ηρωίνης αντί τιμήματος 40-50 ευρώ το γραμμάριο, ζ) στον Ζ μικροποσότητες χασίς αντί 5000 δρχ τη φορά, η) στον Η στο διάστημα 1997-2001 μικροποσότητες χασίς (5-7 τσιγάρα) αντί τιμήματος 5000 δρχ. θ) στον Θ κατά μήνα Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2002, 3-4 φορές ηρωϊνη αντί τιμήματος 30-40 ευρώ το γραμμάριο. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κυρίως προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ι, Ζ, Ε, ΙΑ, ΙΒ, Δ, Η, Θ, ΙΓ και ΙΔ. Βέβαια ορισμένοι από τους μάρτυρες αναίρεσαν στο ακροατήριο εκείνα τα περιστατικά τα οποία είχαν καταθέσει προανακριτικά, όμως αρκετοί απ'αυτούς όπως οι Θ, ΙΔ, Ι, Ζ, Ε, Δ επιβεβαίωσαν και στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, όσα προανακριτικά ή και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχαν καταθέσει. Μάλιστα ο Θ, Ζ, Ι κατέθεσαν ότι αγόρασαν από το Χ5 ναρκωτικές ουσίες, όπως επίσης και ο ΙΔ. Τις πράξεις αυτές οι Χ3 και Χ5 τις τέλεσαν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή τους και με τη μακροχρόνια ενασχόλησή τους με τις ναρκωτικές ουσίες, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος και ότι από την επανειλημμένη τέλεσή τους, προκύπτει σταθερή ροπή τους για διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους και με περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Τούτο γιατί είχαν οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε με τη χρήση ικανού αριθμού κινητών τηλεφώνων, με τον καθορισμό διαφόρων τόπων συγκέντρωσης κατόπιν προσυνεννόησής τους με τους υποψήφιους αγοραστές-χρήστες, με τη λήψη προστατευτικών μέτρων είτε για τη φύλαξη τους είτε για την αποφυγή εντοπισμού τους και με το μεγάλο κύκλο προσώπων στα οποία διέθεταν τις διάφορες ναρκωτικές ουσίες, με μη αναστρέψιμα αποτελέσματα μια που στο επίδικο χρονικό διάστημα της δράσης των συγκεκριμένων κατηγορουμένων, παρατηρήθηκε έντονη εξάπλωση των ναρκωτικών ουσιών στην περιοχή διαμονής των κατηγορουμένων και από την όλη συμπεριφορά τους, να προκύπτει αντικοινωνικότητα αυτών και σταθερή ροπή στη διάπραξη αντίστοιχων αδικημάτων. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι αυτοί Χ3 και Χ5 πρέπει να κηρυχθούν, ένοχοι των πράξεων της αγοράς ,κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις,...", 2) Ο κατηγορούμενος Χ2 "περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2003 με αρχές Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους αγόρασε από τους Αλβανούς συγκατηγορούμενούς του (εννοούνται οι Χ1 και Χ4), άγνωστη ποσότητα κοκαΐνης όπως και ποσότητα της ίδιας ναρκωτικής ουσίας, τουλάχιστον όμως 40 γραμμάριων κοκαΐνης από το Χ3 αντί τιμήματος 120 ευρώ το γραμμάριο. Και σχετικά με την αγορά της ποσότητος των 40 γραμμαρίων κοκαΐνης που αγόρασε από το Χ3, με σαφήνεια ο μάρτυρας Ι, κατέθεσε τόσο στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου, ότι υπήρξε παρών στο σπίτι του Χ3, κατά τη στιγμή της συγκεκριμένης αγοραπωλησίας, καταβάλοντας για το σκοπό αυτό το ποσό των 1000 ευρώ. Από την ποσότητα αυτή, όπως κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας, ο κατηγορούμενος δια μέσου του επίσης χρήστη ναρκωτικών ουσιών ΙΕ, του πώλησε 3-4 φορές από ένα έως πέντε γραμμάρια τη φορά, αντί τιμήματος 120 ευρώ το γραμμάριο. Σύμφωνα, ακόμη, με την κατάθεση του μάρτυρα αυτού, ο κατηγορούμενος πώλησε ποσότητα κοκαΐνης στους χρήστες ΙΕ, ΙΣΤ και ΙΖ, αντί του ως άνω τιμήματος. Ακόμη και ο μάρτυρας Ε βεβαίωσε ότι είχε αγοράσει από τον ίδιο κατηγορούμενο άγνωστη ποσότητα χασίς αντί τιμήματος 10.000 δραχμών, όπως επίσης είχε πωλήσει στον Α 10 περίπου φορές χασίς αντί 5000 δρχ το τσιγαριλίκι. Περαιτέρω ο μάρτυρας ΙΑ εξεταζόμενος στο δικαστήριο αυτό, κατέθεσε περιστατικά διαφορετικά εκείνων που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δηλαδή είχε ακούσει ότι ο κατηγορούμενος αυτός πουλούσε κοκαΐνη. Η σημερινή του τοποθέτηση και αποστασιοποίησή του εύκολα εξηγείται αφού κατά την κατάθεση του ιδίου, τον πλησίασε η ΙΗ φιλικό πρόσωπο του κατηγορούμενου, προς τον οποίο υπέδειξε να αναιρέσει όσα είχε καταθέσει σε βάρος του. Μάλιστα ο ίδιος αυτός κατηγορούμενος μετά την προσωρινή αποφυλάκισή του, είχε πλησιάσει το μάρτυρα ΙΒ και του υπέδειξε να προσέξει τι να καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γιατί διαφορετικά θα έχει μπερδέματα. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, χωρίς τη συνδρομή όμως των επιβαρυντικών περιστατικών, όπως δέχεται η γνώμη της πλειοψηφίας που την απαρτίζουν οι 4 ένορκοι". 3) Οι κατηγορούμενοι Χ4 και Χ1, "από κοινού ενεργούντες ήτοι κατόπιν κοινής αποφάσεως και με κοινό δόλο, στο χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο έως την 4-5-2004, αγόραζαν από ομοεθνείς τους που δεν αποκαλύφθηκαν άγνωστες ποσότητες κοκαΐνης, ηρωίνης και χασίς. Τις ποσότητες αυτές τις οποίες κατείχαν με την έννοια ότι μπορούσαν να τις διαθέτουν κατά βούληση σε τρίτους έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, τις προόριζαν για περαιτέρω διάθεση. Έτσι στο παραπάνω χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι αυτοί είτε στην περιοχή των Αθηνών είτε στην ευρύτερη περιοχή της Εύβοιας, διέθεταν έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων διάφορες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα: στους: α) Χ6, Χ9, Χ7, Χ8, β) στον Ι μικρή ποσότητα κοκαΐνης, γ)στους αδελφούς Χ3 και Χ5 κατά μήνα Αύγουστο 2003 ποσότητες 110, 50 και 50 γραμμαρίων κοκαΐνης και 80,50 και 50 γραμμάρια αντίστοιχα ηρωίνης. Ακόμη ο κατηγορούμενος Χ1 κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2003 πώλησε στο Χ3 ποσότητες 50 γραμμαρίων κοκαΐνης και 50 γραμ.ηρωϊνης. Επίσης ο πρώτος από τους πιο πάνω κατηγορούμενους το Σεπτέμβριο του 2003 πώλησε στην Αθήνα, στο σπίτι του στη Νέα Ιωνία που τον επισκέφθηκε ο Ι, δυο φορές άγνωστη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Σχετικά δε με την συμμετοχική δράση των ως άνω αλβανών κατηγορουμένων, ο μάρτυρας Ι, που λόγω της ιδιότητας του ως χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ερχόταν σε επαφή με τους αδελφούς Χ3 και Χ5, επισκεπτόταν συχνά το σπίτι τους, επανειλημμένα αντιλήφθηκε την παρουσία αυτών, μάλιστα δε τρεις φορές παρευρέθηκε σε αγοραπωλησία μεταξύ των αδελφών Χ3-Χ5 και του Χ4, κατά τη διάρκεια της οποίας οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ4 του παρέδιδαν άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνη, ηρωϊνη και χασίς. Το γεγονός αυτό ότι τα άτομα αυτά συγκεντρωνόντουσαν στο σπίτι του Χ3 και στο διάστημα αυτό έκαναν χρήση ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα κοκαΐνης, ομολογείται από τον κατηγορούμενο Χ4, κατά την απολογία του ενώπιον της τακτικής ανακρίτριας, πράγμα που ενισχύει την κατάθεση του Ι που βεβαίωσε ότι στο συγκεκριμένο σπίτι γινόταν μεταξύ άλλων και χρήση ναρκωτικών ουσιών, με την παρουσία όχι μόνο του Χ3 αλλά και άλλων συγκατηγορούμενών του... Από όλα αυτά τα περιστατικά που προέκυψαν ο κατηγορούμενος Χ1, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των έξι μελών που απαρτίζεται από τους τρεις ενόρκους και τους τρεις τακτικούς δικαστές, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις....Όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ4, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του δικαστηρίου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι αυτοί τέλεσαν τις πράξεις τους με τις επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων τους και το σκοπό που αυτοί απέβλεπαν με την επιδίωξη κέρδους και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, προκύπτει σταθερή ροπή τους ως στοιχείο της προσωπικότητας τους, προς διάπραξη ανάλογων αδικημάτων και ο σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός είναι αβάσιμος....". Ακολούθως, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του ανωτέρω σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, οι ως άνω αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ως εξής: 1) Ο Χ5 αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, από κοινού με το Χ3 και κατά μόνας, κατ'επάγγελμα, κατά συνήθεια και από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 15 ετών, 2) Ο Χ2 αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, με το ελαφρυντικό της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς επί σχετικά μεγάλο διάστημα και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 10 ετών, 3) Ο Χ1 αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, από κοινού με τον Χ4, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 12 ετών και 4) Ο Χ4 αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών από κοινού με τον Χ1 και κατά μόνας κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 16 ετών (σε όλες τις περιπτώσεις, κατ'εκτίμηση, κατ'εξακολούθηση). Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, εκτός από την παραδοχή της συνδρομής επιβαρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ4, η οποία δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα κατά τα κατωτέρω, διέλαβε κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 93 παρ.3) και του ΚΠοινΔ (άρθρο 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες κατά τα ανωτέρω, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 περ.β' και ζ' και 8 του Ν. 1729/1987, 13 στοιχ.στ' και ζ' και 45 ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων λεκτέα τα ακόλουθα: Α) επί των προβαλλομένων δια της αιτήσεως του Χ1: 1) η έλλειψη εκθέσεως κατασχέσεως ναρκωτικής ουσίας και εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης περί αυτής, ή άλλου εγγράφου, περί του ότι ήταν ναρκωτικά οι ουσίες που καταδικάσθηκε ότι αγόραζε, κατείχε και πωλούσε ο εν λόγω αναιρεσείων, δεν απέκλειε στο δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο να σχηματίσει την κρίση του, περί της ιδιότητας των εν λόγω ουσιών ως ναρκωτικών, με βάση τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, 2) η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών από τον εν λόγω αναιρεσείοντα και το συναυτουργό του Χ4 αναφέρεται ρητώς στην απόφαση με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεώς τους από αυτούς ώστε να μπορούν να διαπιστώσουν σε κάθε στιγμή την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους, αιτιολογείται δε πλήρως από την παραδοχή της διαθέσεως (πωλήσεως και παραδόσεως) των ναρκωτικών αυτών στους μνημονευόμενους τρίτους, η οποία εξυπονοεί και κατοχή τους, 3) η κατά τον ανωτέρω αναιρεσείοντα αντίθεση μεταξύ της παραδοχής της αποφάσεως ότι αυτός πωλούσε στο Χ5 ναρκωτικά από το τέλος Αυγούστου 2003 και του προκύπτοντος από τα επισημαινόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο Χ5 ήταν κρατούμενος από 24-7-2003, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αλλά πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και 4) ναι μεν δεν έχει περιληφθεί στο διατακτικό της αποφάσεως, στο κεφάλαιό του περί κηρύξεως ενόχου του ανωτέρω αναιρεσείοντος, η συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων, πλην, όμως, από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και συγκεκριμένα από το ρητό συμπέρασμα που αναφέρεται στο σκεπτικό ότι ο εν λόγω αναιρεσείων "πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις", σε συνδυασμό με την αναφορά, στο κεφάλαιο του διατακτικού περί επιβολής στον κηρυχθέντα ένοχο ως άνω αναιρεσείοντα της προαναφερθείσης ποινής "για την πράξη της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια", προκύπτει σαφώς ότι ο αναιρεσείων αυτός κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για τις ανωτέρω πράξεις, τελεσθείσες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, Β) επί των προβαλλομένων δια της αιτήσεως και του δικογράφου πρόσθετων λόγων του Χ4: 1) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί, (κατά το μέρος που η απόφαση κρίθηκε ως άνω περιέχουσα την απαιτούμενη αιτιολογία) απλή επανάληψη του διατακτικού της και δη ως προς τον εν λόγω αναιρεσείοντα, η οποία, άλλωστε, αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού πληρούται, όπως εν προκειμένω, η ανάγκη αιτιολογήσεως της αποφάσεως, 2) από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του (και για τον ανωτέρω αναιρεσείοντα), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε "όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι αναγνωσθείσες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, (κατά τη διάρκεια των απολογιών των κατηγορουμένων Χ3, Χ5 και Χ1), περικοπές των ανακριτικών απολογιών των εν λόγω κατηγορουμένων, καθώς και οι 47 έγχρωμες φωτογραφίες, οι οποίες, σύμφωνα με τα ανωτέρω πρακτικά, "επισκοπήθηκαν και επιδείχθηκαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης" και των οποίων δεν ήταν απαραίτητο να γίνει ιδιαίτερη μνεία. Ομοίως δεν καταλείπεται αμφιβολία, από την ίδια ως άνω αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν οι αναγνωσθείσες προανακριτικές και ανακριτικές μαρτυρικές καταθέσεις που επισημαίνονται από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, οι οποίες περιλαμβάνονται στα "έγγραφα που αναγνώσθηκαν", μη συναγομένου του αντιθέτου από την ειδική μνημόνευση στο προοίμιο του σκεπτικού "των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων Α, ΙΘ και Κ", η οποία έγινε για να εξαρθούν, ως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κρισιμότερες και δεν σημαίνει αποκλεισμό των άλλων, 3) η κατά συναυτουργία τέλεση από τον ως άνω αναιρεσείοντα και τον Χ1 των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε και ιδίως εκείνης της κατοχής, η οποία ρητώς αναφέρεται στην απόφαση με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως των ναρκωτικών από τους συναυτουργούς ώστε να μπορούν να διαπιστώσουν σε κάθε στιγμή την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους, αιτιολογείται πλήρως από την παραδοχή ότι οι ανωτέρω ενήργησαν από κοινού, στον αυτό τόπο και χρόνο, στην οποία εμπεριέχεται η περαιτέρω παραδοχή ότι καθένας απ'αυτούς γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη μ'εκείνον, 4) δεν ήταν αναγκαίο, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και εντεύθεν να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία της αποφάσεως, να μνημονευθούν ειδικώς στο προοίμιο του σκεπτικού της, όπου προσδιορίζονται γενικώς, κατά το είδος τους, τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, (ή στο περιεχόμενο του σκεπτικού), οι αναγνωσθείσες στο ακροατήριο, υπό τους αριθμούς 13 και 14, δύο εκθέσεις αυτοψίας, οι οποίες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, έχουν συνταγεί στα πλαίσια της αστυνομικής επί της υποθέσεως προανακρίσεως, καθόσον αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, αλλά απλό έγγραφο, που αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο, όπως επιτάσσει το άρθρο 364 ΚΠοινΔ για τις εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που βεβαιώνουν ενεργηθείσες από αυτούς ανακριτικές πράξεις, αρκούσης και ως προς τις εκθέσεις αυτοψίας αυτές της αναφοράς στο σκεπτικό, ως αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, και των αναγνωσθέντων εγγράφων και 5) οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά υπό τους αριθμούς 19, 20, 21, 22, 37, 38, 39, 40, 61, 64, 72 και 73, ως προς τις οποίες προβάλλεται από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα έλλειψη ειδικής αναφοράς τους στο σκεπτικό ως ιδιαίτερων αποδεικτικών μέσων και εντεύθεν έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή τους προκύπτει, δεν αφορούν ζήτημα και μάλιστα ουσιώδες της κατά του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορίας και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς αυτόν, η ειδική μνημόνευσή τους στο ως άνω σκεπτικό. Γ) Επί των προβαλλομένων δια της αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων του Χ5, αρμόζουν όσα ανωτέρω εκτέθηκαν επί των μερικότερων αιτιάσεων του Χ1 υπό 1 και 3 και του Χ4 υπό 1, 2 και 4 και περαιτέρω 1) δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει με ιδιαίτερη αιτιολογία στους ισχυρισμούς του εν λόγω αναιρεσείοντος περί ελλείψεως των στοιχείων των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε και περί του ότι οι πράξεις αυτές δεν τελέσθηκαν με τις επιβαρυντικές περιστάσεις που έγιναν δεκτές, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ήταν αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας, ενώ επίσης, δεν ήταν αναγκαίος ο κατά χρόνον προσδιορισμός των μερικότερων πράξεων αφού δεν ετίθετο ζήτημα παραγραφής ενόψει του ότι το χρονικό διάστημα, όπου οι μερικότερες πράξεις εμπίπτουν, αρχίζει, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το έτος 1994, 2) δεν υπάρχει αντίφαση από το ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων καταδικάσθηκε για πώληση ορισμένων ποσοτήτων ναρκωτικών χωρίς να κατηγορηθεί και για κατοχή των ποσοτήτων αυτών, διότι πώληση νοείται και χωρίς την κατοχή των πωληθέντων ναρκωτικών 3) η έκφραση του τιμήματος των κατά περίπτωση πωληθέντων ναρκωτικών σε δραχμές ή ευρώ, σε χρόνους κατά τους οποίους δεν ίσχυε το αντίστοιχο νόμισμα, δεν ενέχει αντίφαση, διότι εννοείται σε κάθε τέτοια περίπτωση το αντίστοιχο του προσήκοντος νομίσματος επί τη βάσει της νομοθετημένης ισοτιμίας, 4) η από κοινού τέλεση, από τον εν λόγω αναιρεσείοντα και τον αδελφό του Χ3, του εγκλήματος της κατοχής των ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών αιτιολογείται πλήρως και σαφώς με την αναφορά ότι αυτός κατείχε τα ναρκωτικά, από κοινού ως άνω, στον αυτό τόπο και χρόνο εντός της οικίας της μητέρας του με δυνατότητα προσβάσεως τούτου σ'αυτήν και, περαιτέρω, με την αναφορά του κοινού δόλου των συναυτουργών αδελφών, εναργώς, άλλωστε, συναγομένου από την έκθεση των περιστατικών που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος και 5) επαρκώς αιτιολογείται ως προς τον εν λόγω αναιρεσείοντα η κατ'επάγγελμα, κατά συνήθεια και από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο τέλεση των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών κατ'εξακολούθηση, από τα διαλαμβανόμενα στο σχετικό με την αυτοτελή αιτιολόγηση των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων μέρος του σκεπτικού, και Δ) Επί των προσβαλλομένων δια της αιτήσεως και του δικογράφου πρόσθετων λόγων του Χ2 αρμόζουν όσα ανωτέρω εκτέθηκαν επί των μερικότερων αιτιάσεων του Χ1 υπό 1 και, περαιτέρω, 1) είναι αδιάφορος για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, ο ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας των ναρκωτικών που αυτός αγόρασε, κατείχε ή πώλησε και του επιτευχθέντος από κάθε μερικότερη πώληση τιμήματος, ενώ αναφέρεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως τόσον ο τόπος, όσον και ο χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων αυτών και 2) από την αναφορά, κατά το είδος του, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, του αποδεικτικού μέσου "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο", προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των επισημαινομένων από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα δώδεκα μαρτύρων, των οποίων δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση και συσχετισμός μεταξύ τους, ούτε αναφορά του τι προέκυπτε από καθεμία εξ αυτών. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και των δικογράφων προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, εκτός από το μέρος που η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφορά στην παραδοχή συνδρομής στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ4 των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν, ως προς την οποία η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, αφού περιλαμβάνει μόνον τους όρους του άρθρου 13 στοιχ.στ' ΠΚ, που καθορίζουν την έννοια της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος, χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. 'Ετσι, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγοι των αιτήσεων των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ4, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παραδοχή συνδρομής των ανωτέρω επιβαρυντικών περιστάσεων είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση, καταδικαστική ή αθωωτική, για την κατηγορία, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για κατ' αντιπαράσταση, κατά το άρθρο 225 Κ.Ποιν.Δ, εξέταση μαρτύρων, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, αν και η εξέταση αυτή απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστή. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε αίτηση του εκ των κατηγορουμένων αναιρεσείοντος Χ2 για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων Ι και ΙΕ με την αιτιολογία ότι η κατ' αντιπαράσταση αυτή εξέταση "δεν θα εισφέρει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που κατέθεσε καθένας απ' αυτούς", δεχθέν περαιτέρω ότι ο μάρτυρας ΙΕ είχε καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, κατ' εκτίμηση, λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων του Χ2, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την ως άνω απόρριψη του κατά το άρθρο 225 Κ.Ποιν.Δ αιτήματος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ), καθώς και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Περαιτέρω, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, "23. Μία (1) μικρή νάϋλον σακούλα (με περιεχόμενο αρ. πρωτ. 3420/13-10-2003 - άγνωστος άνδρας - δεξί χέρι).....71. Δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας με τίτλο "Βολτάριζαν στην παραλιακή με ηρωΐνη" της 16ης Ιουλίου 2004, αρ. σελίδας 15, σε φωτοτυπία". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, το πρώτο των οποίων είναι σαφές ότι αφορά έγγραφο με τον μνημονευόμενο αριθμό πρωτοκόλλου και τις λοιπές ως άνω ενδείξεις, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενο τους στους αναιρεσείοντες και ειδικότερα στους Χ4 και Χ5, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Περαιτέρω, η περικοπή του σκεπτικού της αποφάσεως, η οποία έχει καταχωρηθεί στο κεφάλαιό του (σκεπτικού) αναφορικά με τον Χ5 ήτοι η περικοπή "τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κυρίως προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ι, Ζ, Ε ..... . Βέβαια ορισμένοι από τους μάρτυρες αναίρεσαν στο ακροατήριο τα περιστατικά τα οποία είχαν καταθέσει προανακριτικά, όμως αρκετοί απ' αυτούς όπως οι .... επιβεβαίωσαν και στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου όσα προανακριτικά είχαν καταθέσει.....", δεν υποδηλώνει αναγκαίως ότι λήφθηκαν υπόψη οι προανακριτικές καταθέσεις των κατονομαζομένων μαρτύρων, οι οποίες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν αναγνώσθηκαν, αλλά τονίζει αφηγηματικώς το αποδειχθέν γεγονός ότι από ορισμένους μάρτυρες έγινε αναίρεση των προανακριτικών καταθέσεών τους, το οποίο δεν εξυπακούεται ότι αποδείχθηκε από την ανάγνωση αυτών τούτων των υπόψη προανακριτικών καταθέσεων, αφού είναι νοητόν να αποτελεί το πόρισμα της αποδεικτικής διαδικασίας, επί τη βάσει των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο κεφάλαιό του υπό Α έχει περιληφθεί η περικοπή "τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού κυρίως δε από τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας Ι, ο οποίος επιβεβαιώνει τα γεγονότα αυτά όχι μόνο στις από 16-3-2004, 18-3-2004, 20 και 28-4-2004 προανακριτικές του καταθέσεις, περικοπές των οποίων αναγνώσθηκαν προς υποβοήθηση της μνήμης του, αλλά και ενώπιον της τακτικής Ανακρίτριας στην από 11-5-2004 κατάθέσή του και ενώπιον αυτού του δικαστηρίου". Από την περικοπή αυτή προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη περικοπές μόνον των μνημονευομένων προανακριτικών καταθέσεων του Ι, οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Άλλωστε το ως άνω κεφάλαιο Α' του σκεπτικού αφορά στα εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψαντα ως προς την κατηγορία κατά του ως άνω μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος Χ3 και ως προς την κατηγορία κατά του Χ5 για απιστία, από την οποία ο τελευταίος απηλλάγη. Ενόψει όλων αυτών οι λόγοι αναιρέσεως του Χ4 και του Χ5 εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' και Γ' Κ.Ποιν.Δ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την έννοια της παραβιάσεως των αρχών της προφορικότητας και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, επειδή λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο τα ανωτέρω δύο έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα κατά τον αναιρεσείοντα, καθώς και οι μη αναγνωσθείσες προανακριτικές καταθέσεις, αφενός των μνημονευομένων μαρτύρων που φέρονται ότι διαφοροποιήθηκαν στο ακροατήριο από τις καταθέσεις τους αυτές και αφετέρου του Ι από 16-3-2004, 18-3-2004, 20-4-2004 και 28-4-2004, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. 'Οπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων Χ2, εκτός από το ελαφρυντικό της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο, το οποίο του αναγνωρίσθηκε, ζήτησε να του αναγνωρισθεί και εκείνο του προτέρου εντίμου βίου, επικαλεσθείς για τη συνδρομή του ότι "είχε σταθερή επαγγελματική δραστηριότητα, είχε κοινωνική παρουσία μέσω της επαγγελματικής του δραστηριότητας, έχει οικογένεια και το ποινικό του μητρώο είναι λευκό". Ο ισχυρισμός αυτός, αν και δεν συνοδεύεται από πραγματικά περιστατικά ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα αξιολογήσεώς τους και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αξιολογήσει την απόρριψή του, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκ περισσού διέλαβε σχετικώς ότι "δεν συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., ήτοι ότι μέχρι του χρόνου τελέσεως των πράξεών του, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, ενόψει του ότι από το δελτίο του ποινικού του μητρώου που αναγνώστηκε σημειώνονται αρκετές καταδίκες για διάφορα ποινικά αδικήματα" η οποία είναι αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, είναι αβάσιμος. Από τα αυτά πρακτικά προκύπτει περαιτέρω ότι ο αναιρεσείων Χ5, εκτός από το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου που του αναγνωρίσθηκε, ζήτησε να του αναγνωρισθεί και εκείνο της μετά τις πράξεις του καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο, το οποίο απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε σχετικώς την ακόλουθη αιτιολογία "Περαιτέρω........δεν συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 ε' ΠΚ.....γιατί η πολύχρονη παραβατική του συμπεριφορά, η οποία διήρκεσε μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 ανακόπηκε μόνον όταν ανακαλύφθηκε το πτώμα του αλβανού υπηκόου ..... ο θάνατος του οποίου έδωσε αφορμή να αποκαλυφθεί η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση. Άλλωστε μόνη η τήρηση του εσωτερικού κανονισμού και η επίδειξη καλής συμπεριφοράς κατά την παραμονή του στις δικαστικές φυλακές, όπου αυτός βρίσκεται σε καθεστώς πειθαναγκασμού, δεν είναι αρκετή για το συγκεκριμένο κατηγορούμενο να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση", η οποία είναι η απαιτούμενη για την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν και οι αιτήσεις με τους πρόσθετους λόγους των Χ5 και Χ2, οι οποίοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ), να γίνουν δε εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις των Χ1 και Χ4, όπως αυτή του δεύτερου διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους. Ακολούθως πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνον ως προς τις παραδοχές της συνδρομής στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ4 των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκαν αυτοί ένοχοι και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτούς, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή μη των επιβαρυντικών περιστάσεων για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση και αναλόγως προς την επ' αυτών παραδοχή του να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή. Κατά τα λοιπά οι άνω αιτήσεις των Χ1 και Χ4 πρέπει να απορριφθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 449, 451, 460, 469/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών μόνον α)ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ4 των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών και β)ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στους ανωτέρω για τις εν λόγω πράξεις. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 9 Φεβρουαρίου 2007 αιτήσεις των ανωτέρω, όπως αυτή του Χ4 διαμορφώθηκε με τους από 1 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Απορρίπτει τις από 9 Φεβρουαρίου 2007 αιτήσεις των Χ3, Χ5 και Χ2, όπως εκείνες των δύο τελευταίων διαμορφώθηκαν με τους από 1 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Χ3, Χ5 και Χ2 στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Αγορά, κατοχή και πώληση από κοινού με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη ως προς ορισμένους από τους συναυτουργούς, αναιτιολόγητη για τις επιβαρυντικές περιστάσεις ως προς ορισμένους άλλους. Αιτιολογημένη απόρριψη ελαφρυντικών αρ. 84 παρ. 2 α΄ και ε΄ ΠΚ. Απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εγγράφου αναγνωσθέντος αλλά μη επαρκώς προσδιοριζομένου κατά ταυτότητα και παράβαση της δημοσιότητας της διαδικασίας για τον ίδιο λόγο. Δεν επήλθαν στη συγκεκριμένη περίπτωση γιατί ο προσδιορισμός των κρισίμων εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους. Αναιρεί εν μέρει και μόνον για ορισμένους εκ των συναυτουργών.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 2298/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 205/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο και με πολιτικώς ενάγοντα το ..... Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 32/25.05.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 972/2007. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και ότι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 205/2007 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών (που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ προσλήφθηκε κατά τον μήνα Απρίλιο 2002 από τον εγκαλούντα .... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως πωλητής στην επιχείρηση εμπορίας ποτών και αναψυκτικών (κάβα) που διατηρεί ο τελευταίος στην οδό ... αριθμ. ... των .... Τα καθήκοντα του σκατηγορουμένου ήταν να κάνει α) διανομές ποτών και αναψυκτικών, εκτός του καταστήματος, σε διάφορους πελάτες του εγκαλούντος, αλλά και β) χρέη ταμία χειριζόμενος την ταμειακή μηχανή, εντός του καταστήματος, όταν παρίστατο ανάγκη, κατά την απουσία του εγκαλούντος ή της συζύγου του. Ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι από τον μήνα Αύγουστο 2002 αντιλήφθηκε ότι χάνονταν χρήματα τόσο από το ταμείο όσο και από ένα τσαντάκι που διατηρούσε πάντα στο κατάστημά του, μέσα στο οποίο τοποθετούσε διάφορα έγγραφα και το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ και ότι γνώριζε καθημερινώς πόσα χρήματα είχε μέσα σε αυτό. Το τσαντάκι δε αυτό παρέμενε διαρκώς ανοικτό διότι δεν ασφάλιζε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι χάνονταν κάθε εβδομάδα με δέκα ημέρες περί τα 900 ευρώ κατά μέσο όρο από το τσαντάκι, τούτο δε συνέβη περί τις 10 με 11 φορές. Έτσι το ποσό που αφαιρέθηκε από το τσαντάκι ανέρχεται (κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος) σε 9.000 ευρώ περίπου, ενώ από το ταμείο χάνονταν καθημερινά χρήματα που ανήλθαν συνολικά κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο έως την 13-12-2002 περί τα 5.000 με 6.000 ευρώ, και έτσι απωλέσθηκαν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από το τσαντάκι και από το ταμείο συνολικά 15.000 ευρώ. Κατ' αρχήν ο εγκαλών υποψιάστηκε την σύζυγό του ως υπαίτια για την κλοπή των χρημάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρές προστριβές μεταξύ τους και εξ αυτού του λόγου ήρθαν σε διάσταση για ένα μήνα με την αποχώρηση του εγκαλούντος από την συζυγική στέγη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα του μηνός που διήρκεσε η διάσταση του ζεύγους η ίδια η σύζυγος του εγκαλούντος και μάρτυρας Ζ κατέθεσε ότι δεν χάθηκαν χρήματα. Τελικά προς χάριν της συνοχής της οικογένειάς τους και των παιδιών τους επανασυμβίωσαν, όμως (κατά τον εγκαλούντα) συνεχίστηκε η απώλεια των χρημάτων και έτσι ο ίδιος αποφάσισε περί τα μέσα Νοεμβρίου 2002 και τοποθέτησε κρυφή κάμερα εντός του καταστήματός του. Σημειώνεται ότι ο εγκαλών είχε φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και συζητούσε μαζί του το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με την απώλεια των χρημάτων του, μάλιστα ο τελευταίος (κατηγορούμενος) τον συμβούλευε να βάλει κρυφή κάμερα για να συλλάβει τον κλέφτη, πράγμα που τελικά έκανε ο εγκαλών, όπως προαναφέρθηκε. Μετά την τοποθέτηση της κάμερας ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι το δράστης της κλοπής ήταν ο κατηγορούμενος καθόσον για πέντε ημερομηνίες, δηλ. στις 25-11-2002, 2-12, 3-12, 9-12 και 13-12-2002 εμφανίζεται αυτός να αφαιρεί χρήματα τόσο από την ταμειακή μηχανή όσο και από το τσαντάκι, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε στο Δικαστήριο φωτογραφίες με τις παραπάνω ημερομηνίες που έχουν ληφθεί από την βιντεοταινία που είχε εν τω μεταξύ καταγράψει η κρυφή κάμερα. Ωστόσο από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο από τα παραπάνω προαναφερθέντα αποδείχτηκε πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση για την οποία κατηγορείται. Ειδικότερα, και όσον αφορά τις φωτογραφίες που έχουν ληφθεί από την βιντεοταινία κατά τις παραπάνω πέντε ημερομηνίες, σ'αυτές πράγματι εμφανίζεται ο κατηγορούμενος να κάθεται πίσω από ένα γραφείο στο σημείο όπου είναι τοποθετημένη η ταμειακή μηχανή και σε μερικές στάσεις, ή ταμειακή μηχανή φαίνεται να είναι ανοιγμένη, πράγμα που κατά τον εγκαλούντα σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος την είχε ανοίξει για να αφαιρέσει χρήματα από το ταμείο, ενώ σε άλλες φωτογραφίες ο κατηγορούμενος εμφανίζεται να κάθεται πίσω από το γραφείο και να σκύβει, που κατά τον εγκαλούντα σημαίνει ότι είχε σκύψει και έψαχνε για το τσαντάκι (καθόσον στο σημείο εκείνο πίσω από το γραφείο τοποθετούσε το τσαντάκι), ενώ σε μια από τις φωτογραφίες αυτές (πάντοτε κατά τον εγκαλούντα) αφαιρεί χρήματα από το τσαντάκι. Όμως, από τις φωτογραφίες αυτές το Δικαστήριο ουδόλως μπορεί να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος πράγματι αφαιρούσε χρήματα και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε αυτός εκτελούσε και χρέη ταμία και γι'αυτό μπορούσε ανά πάσα στιγμή κατά την απουσία του εγκαλούντος να χειρίζεται την ταμειακή μηχανή για να συναλλάσσεται με πελάτες. Και ναι μεν από τις φωτογραφίες αυτές δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο άλλο άτομο (πελάτης) στον χώρο που εμφανίζεται στις φωτογραφίες, όμως δεν είναι βέβαιο ότι η κάμερα από την θέση που είχε τοποθετηθεί μπορούσε να καλύψει όλο τον χώρο του καταστήματος. Περαιτέρω το γεγονός ότι σε μερικές φωτογραφίες ο κατηγορούμενος φαίνεται να σκύβει ουδόλως αποδεικνύει ότι έσκυβε για να αφαιρέσει χρήματα από το τσαντάκι. Μπορούσε να σκύψει για πολλούς λόγους, π.χ. να μαζέψει κάτι που του έπεσε στο δάπεδο, ή να δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών του. Τέλος η φωτογραφία, που κατά τον εγκαλούντα δείχνει τον κατηγορούμενο να κρατάει το τσαντάκι στα χέρια του, αυτή που είναι πολύ θολή, ουδεμία τέτοια απεικόνιση εμφανίζει, αφού από την θεώρησή της προκύπτει ότι εμφανίζεται μεν ο κατηγορούμενος να κάθεται κανονικά πίσω από το γραφείο, ενώ δεν φαίνεται να κρατάει οποιοδήποτε αντικείμενο. Εκτός όμως των φωτογραφιών και από ουδέν άλλο από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος πράγματι αφαιρούσε χρήματα. Ο εγκαλών δεν είναι σε θέση να καταθέσει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για τα χρηματικά ποσά που εισέπραττε και είχε εντός του καταστήματός του (στο ταμείο και στο τσαντάκι του) καθημερινά και πόσα χρήματα αφαιρούνταν από εκεί, αλλά φαίνεται να γνωρίζει μόνο τα ποσά που απώλεσε και τα οποία στην μεν από 19-1-2002 εξώδικη καταγγελία συμβάσεως εργασίας - διαμαρτυρία κλπ προς τον κατηγορούμενο ανέρχονται σε 9.000 ευρώ, ενώ μετά ένα μήνα στις 20-1-2003 σε δεύτερο εξώδικό του προς τον κατηγορούμενο αναβιβάζει το απωλεσθέν ποσό σε 15.000 ευρώ, δεν μπόρεσε δε να δώσει σαφείς εξηγήσεις στο Δικαστήριο πως τα 9.000 ευρώ έγιναν 15.000 ευρώ και πώς εξάγει το συμπέρασμα για το ύψος των χρημάτων που έχανε. Επίσης απορίας άξιο είναι πώς άφηνε στο τσαντάκι ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό (3.000 ευρώ) ανασφάλιστο και ενώ άρχισαν να χάνονται από εκεί μεγάλα χρηματικά ποσά 700, 900 ή 1100 ευρώ ανά τακτά χρονικά διαστήματα (κάθε εβδομάδα με δέκα ημέρες επί δέκα με έντεκα φορές όπως καταθέτει), αδράνησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (από τον Αύγουστο μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου) για να διερευνήσει το θέμα της απώλειας τόσων πολλών χρημάτων του, ενώ σε συνεννόηση με την αστυνομία και με προσημειωμένα χαρτονομίσματα, μπορούσε να συλληφθεί ο δράστης. Η φράση που φέρεται κατά την σύζυγο του εγκαλούντος και μάρτυρα Ζ να είπε ο αδελφός του κατηγορουμένου και μάρτυρας ... "αυτός πρέπει να την έκανε μην τον πάτε στην Αστυνομία", την οποία (φράση) αρνείται ο μάρτυρας αυτός, ουδόλως αποδεικνύει την πράξη της κλοπής εκ μέρους του κατηγορουμένου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι κλειδιά του καταστήματος και πρόσβαση σ' αυτό, εκτός από την σύζυγο του εγκαλούντος, είχε και ο πατέρας της (βλ. κατάθεση συζύγου εγκαλούντος Ζ). Ενόψει όλων αυτών το Δικαστήριο διατηρεί πολλές αμφιβολίες τόσο για το αν απωλέσθηκαν χρήματα από το κατάστημα του εγκαλούντος, όσο και για το αν δράστης της κλοπής αυτών ήταν ο κατηγορούμενος και γι' αυτό τον κηρύσσει αθώο". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών στοιχείων του άνω εγκλήματος της κλοπής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο αθωώθηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους λόγους για τους οποίους κατέληξε σε απαλλακτική κρίση γι' αυτόν. Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "... το Δικαστήριο διατηρεί πολλές αμφιβολίες τόσο για το αν απωλέσθηκαν χρήματα από το κατάστημα του εγκαλούντος, όσο και για το αν δράστης της κλοπής αυτών ήταν ο κατηγορούμενος" δεν είναι αντιφατική, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά επιτείνει τις εν λόγω αμφιβολίες του Δικαστηρίου της ουσίας περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και συνακόλουθα και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Μαΐου 2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 205/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως. Μοναδικός λόγος η έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη αιτήσεως γιατί το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
0
Αριθμός 2297/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Καστρανά, για αναίρεση της 204/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1135/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 204/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1, αναπτύσσοντας την υπεράσπισή του, ζήτησε την αναγνώριση, εκτός των άλλων, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' Π.Κ., ότι δηλαδή ο εν λόγω κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της κρινόμενης πράξεώς του από μη ταπεινά αίτια, ανέπτυξε δε αυτός τον εν λόγω ισχυρισμό του με επίκληση πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν. Όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, (στο 5ο χλμ. της Ε.Ο .....-..... στις 27-8-2006), ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) ως οδηγός και ο δεύτερος ως συνοδηγός του εκεί αναφερομένου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου, επιβίβασαν σ' αυτό και μετέφεραν, διευκολύνοντας την προώθησή τους στο εσωτερικό της χώρας, από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα της μεθορίου ..... προς το εσωτερικό, των αναφερομένων στο διατακτικό δέκα έξι Αλβανών λαθρομεταναστών, οι οποίοι δεν διέθεταν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα εισόδου και παραμονής στη χώρα. Στην πράξη τους αυτή προέβησαν έχοντας διαμορφώσει συγκεκριμένη υποδομή με σκοπό την επανειλημμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης, προερχόμενοι μάλιστα από την περιοχή των ...... Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε τον προορισμό του ταξιδιού τους, γιατί ήταν μεθυσμένος, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι τόσο η προετοιμασία του αυτοκινήτου, όσο και ο απαιτούμενος μεγάλος χρόνος για τη διαδρομή .....-....., όπου και συνελήφθησαν, δεν δικαιολογούν την παρουσία του χωρίς γνώση του σκοπού τους. Απορριπτέοι είναι ακόμα και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων για αναγνώριση ελαφρυντικών μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ. 2 β' ΠΚ), μεταμέλειας και καλής συμπεριφοράς μετά το αδίκημα (άρθρο 84 παρ.2 δ' και ε' ΠΚ) ως αβάσιμοι, καθόσον η πράξη τους εύγλωττα μαρτυρεί ύπαρξη ταπεινών αιτίων κερδοσκοπίας. Μετά από αυτά πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της πράξης για την οποία κατηγορούνται". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο αφού απέρριψε τους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, κήρυξε αυτόν ένοχο για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών κατ' επάγγελμα και κατά συρροή από κοινού και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 8 ετών και 3 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 60.000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρ. 88 παρ. 1β' του ν. 3386/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. β' του ΠΚ, ότι δηλαδή ωθήθηκε στην τέλεση της κρινόμενης πράξεώς του από μη ταπεινά αίτια, [ο οποίος (ισχυρισμός) και μόνο αποτελεί το αντικείμενοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως], την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και είναι εκείνα, που έλαβε υπόψη και για την περί ενοχής κρίση του, και στις σκέψεις στις οποίες στηρίχθηκε το άνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην προεκτεθείσα κρίση του ότι ο αναιρεσείον δεν ωθήθηκε στην ειρημένη πράξη του από μη ταπεινά αίτια. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 204/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη η καταδίκη του αναιρεσείοντος για παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή. Αιτιολογημένη και η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση ελαφρυντικών περιπτώσεως άρθρ. 84 παρ. 2β΄ ΠΚ. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
1
Αριθμός 2296/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 11847/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.4.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 821/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 501 παρ.1 ΚΠοινΔ, "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη... Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ". Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης η έλλειψη της οποίας (αιτιολογίας) ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 11847/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 80510/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, μετά την απόρριψη αιτήματός του για αναβολή της δίκης λόγω ανυπέρβλητων αιτίων αδυναμίας εμφανίσεώς του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά αντ' αυτού εμφανίσθηκε, ως άγγελος, ο μάρτυρας Α, ο οποίος ανήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί λόγω ασθενείας του να εμφανισθεί στο ακροατήριο και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκόμισε στο Δικαστήριο την από 30 Νοεμβρίου 2005 βεβαίωση του ιατρού Β, που αναγνώσθηκε, και ο ίδιος εξετάσθηκε ως μάρτυρας και κατέθεσε τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι ασθενής. Έχει πολύποδα στις φωνητικές χορδές. Θα πάει να κάνει εγχείριση. Τον είδα χθες το μεσημέρι. Ζητά αναβολή". Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία όσον αφορά την παρεμπίπτουσα απόφαση: "Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠοινΔ το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη δίκη για σημαντικά αίτια που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται πως ο λόγος που προβάλλει ο κατηγορούμενος είναι βάσιμος και συγκεκριμένα ότι είναι τέτοιος, ώστε να τον εμποδίζει να εμφανισθεί στο Δικαστήριο αυτό κατά τη σημερινή δικάσιμο και συνακόλουθα να αποτελεί σημαντικό αίτιο, που δικαιολογεί την αναβολή της δίκης. Γι' αυτό πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη". Η αιτιολογία, όμως, αυτή της εν λόγω παρεμπίπτουσας αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις, γιατί δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση του, ούτε αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του άνω αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί, με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που τα στηρίζουν. Δεν εξηγεί, επίσης, η απόφαση τι κατέθεσε ο ειρημένος μάρτυρας του κατηγορουμένου ή τι περιλαμβάνει η ανωτέρω ιατρική βεβαίωση και πώς παρά ταύτα αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο λόγος αναβολής δεν συνιστά σημαντικό αίτιο για αδυναμία εμφανίσεως του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επομένως, είναι βάσιμος κατ' ουσίαν ο διαλαμβανόμενος στην κρινόμενη αίτηση σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του πιο πάνω αιτήματος. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εν λόγω διάταξή της και ως προς τη διάταξη της, με την οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, η οποία βασιζόταν στην πρώτη και αναγκαίως συνεχόταν με αυτή, με την έκδοση της οποίας το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του. Πρέπει, ακόμη, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 11847/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως. Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εν λόγω διάταξή της και περαιτέρω ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, λόγω υπερβάσεως εξουσίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2293/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Παπαγερμανό, περί αναιρέσεως της 1150/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1809/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 4 παρ. 1α του Ν. 3037/2002 όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγράφου 1 του άρθρου 2, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ. Ως κέντρα ή άλλοι χώροι, όπου απαγορεύεται η διεξαγωγή μηχανικά, ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά διεξαγομένων παιγνίων, νοούνται ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, καθώς και άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος (άρθρο 1 στοιχ. β, γ και δ και άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 3037/2002). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1150/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παραβ. άρθρ. 1 παρ. δ', 2 παρ.1, 3, 4 παρ. 1α του ν. 3037/2002, που του αποδείδεται. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι αυτός στη ....., ως ιδιοκτήτης του επί της οδού ..... αρ. ... καταστήματος καφετέριας, με την επωνυμία "....." κατελήφθη την 7-3-2003 να έχει εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού δέκα επτά (17) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν φρουτάκια - ζωάκια σε σχηματισμούς τρίλιζας, και σε δέκα έξι (16) εξ αυτών ισάριθμοι θαμώνες διενεργούσαν παίγνια, ενώ αυτό απαγορεύεται. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, κατά την είσοδο των αστυνομικών οργάνων στο ανωτέρω κατάστημα τούτου, έσβησαν ταυτοχρόνως οι οθόνες των ηλεκτρονικών υπολογιστών, με τη χρήση τηλεχειριστηρίου, όπως σαφώς καταθέτει ο μάρτυς κατηγορίας. Επί τη βάσει τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής, όπως ειδικότερα διατυπούται στο διατακτικό". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τον κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ του ότι "Στη .....την 7-3-2003 αυτός, ως ιδιοκτήτης το επί της οδού ..... αρ. ... καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια) με την επωνυμία ".....", κατελήφθη να έχει εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού δέκα επτά (17) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν φρουτάκια - ζωάκια σε σχηματισμούς τρίλιζας, και σε δέκα έξι (16) εξ αυτών ισάριθμοι θαμώνες διενεργούσαν παίγνια ενώ αυτό απαγορεύεται", στη συνέχεια δε του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως, και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αυτής δεν αναφέρεται καθόλου ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος ή του εκμεταλλευομένου το παραπάνω κέντρο (καφετέρια), πράγμα το οποίο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1α του Ν. 3037/2002, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του πιο πάνω πλημμελήματος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως ως αλυσιτελών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 1150/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διενέργεια απαγορευμένων παιγνίων (άρθρ. 1 και 2, καθώς και 4 παρ. 1α Ν. 3037/2002). Δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως ότι ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης της καφετέριας κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος ή του εκμεταλλευομένου το εν λόγω κέντρο, πράγμα το οποίο αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του άνω πλημμελήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1α του άνω νόμου. Δεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (άρθρ. 510 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ) και αναιρείται η απόφαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παίγνια ηλεκτρονικά.
0
Αριθμός 2294/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Μαύρο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Λεσιώτη, για αναίρεση της 1241/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1419/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΠΚ "κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερους πράξεις που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιάς απ' αυτές....". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1241/2007 αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, αναφορικά με την αίτηση του αναιρεσείοντος για τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής στις αναφερόμενες σ' αυτή ποινές που του επιβλήθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Δέχεται την αίτηση για τον καθορισμό της εκτιτέας συνολικής ποινής στις ποινές που επιβλήθηκαν στον κατάδικο Χ δηλαδή: 1) Με την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 1662/05, κάθειρξη δέκα (10) ετών,2) Με την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 184/07, κάθειρξη πέντε (5) ετών, 3) Με την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, η οποία έχει αριθμό 1117-1118/06, κάθειρξη έξι (6) ετών,4) Με την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, η οποία έχει αριθμό 294/03, φυλάκιση δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2000) ευρώ,5) Με την απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, η οποία έχει αριθμό 10403/04, φυλάκιση δύο (2) ετών,6) Με την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, η οποία έχει αριθμό 629/05, φυλάκιση έξι (6) μηνών,7) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 26297/98, φυλάκιση πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ. ,8) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 67323/96, φυλάκιση πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ., 9) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 51895/96, φυλάκιση πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ., 10) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 51894/96, φυλάκιση πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ. 11) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 35222/96, φυλάκιση πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ., 12) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 122942/99, φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δρχ., 12α) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 101180/97, Φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ., 13) Με την απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 124255/96, φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ., 14) Με την απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 67009/97, φυλάκιση τριών (3) ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ., 15) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 104126/97, φυλάκιση τριών (3) ετών, και χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ,16) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 99598/96, φυλάκιση τριών (3) ετών και χρηματική ποινή πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δρχ., 17) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 9050/97, φυλάκιση τριάντα (30) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ., 18) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 31641/96, φυλάκιση είκοσι οκτώ (28) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ. 19) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 11670/98, φυλάκιση δύο (2) ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ., 20) Με την απόφαση του Μονομελούς Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 17536/97, φυλάκιση δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) δρχ., 21) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 110973/96, φυλάκιση δύο (2) ετών και χρηματική ποινή οκτακοσίων χιλιάδων (800.000) δρχ., 22) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 136978/95, φυλάκιση δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ., 23) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 61875/98, φυλάκιση είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ., 24) Με την απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κορίνθου, η οποία έχει αριθμό 2378/03, φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών,25) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, η οποία έχει αριθμό 42170/97, φυλάκιση δέκα τεσσάρων (14) μηνών και χρηματική ποινή πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δρχ., και 26) Με την απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 15976/96, φυλάκιση δύο (2) μηνών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) δρχ. Επαυξάνει τη βαρυτέρα ποινή καθείρξεως των δέκα (10) ετών, που του έχει επιβληθεί με την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με αριθμό 1662/05, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 184/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τρία (3) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 1117/06 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά ένα (1) έτος και τρεις (3) μήνες από την ποινή που έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 294/03 απόφαση του Τριμελούς Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 10403/04 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τρεις (3) μήνες από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 629/05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 26297/98 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 67323/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 51895/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 51894/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 35222/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 122942/99 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 101180/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά δύο (2) έτη από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 124255/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 67009/97 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 104126/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 99598/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά δέκα (10) μήνες από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 9050/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά οκτώ (8) μήνες από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 31641/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 11670/98 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 17536/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 110973/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 136978/95 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 61875/98 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά πέντε (5) μήνες από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 2378/03 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, κατά πέντε (5) μήνες από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 42170/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και κατά δέκα (10) ημέρες από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 15976/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ τη συνολική ποινή, την οποία πρέπει αυτός να εκτίσει σε κάθειρξη σαράντα τριών (43) ετών και έντεκα (11) μηνών, ίσον σε κάθειρξη είκοσι πέντε (25) ετών. Επαυξάνει τη βαρύτερη χρηματική ποινή των 5.000.000 δρχ., που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 67323/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 500 ευρώ, από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 294/03 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά 300.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 26297/98 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 300.000 δρχ., από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 51895/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 300.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 51894/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 300.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 35222/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 1.200.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 122942/99 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 500.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 101180/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 500.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 124255/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 300.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 67009/97 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 500.000 δρχ., από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 104126/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 150.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 99598/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 300.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 9050/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 300.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 31641/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 300.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 11670/98 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 15.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 17536/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 200.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 110973/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 100.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με των υπ' αριθμ. 136978/95 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 300.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 61875/98 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά 150.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 42170/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και κατά 10.000 δρχ. από την ποινή που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 15976/96 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ τη συνολική χρηματική ποινή σε 11.025000 δρχ. και 500 ευρώ ή το ισάξιον σε ευρώ ίσον με 32. 855,10 ευρώ". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για τον καθορισμό της εκτιτέας, στερητικής της ελευθερίας, συνολικής ποινής το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών έλαβε ως ποινή βάση την ποινή της καθείρξεως των δέκα (10) ετών, που φέρεται ότι επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα αιτούντα με την υπ' αριθ. 1662/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι η επιβληθείσα σ' αυτόν με την τελευταία απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ποινή ήταν η κάθειρξη των οκτώ (8) ετών και κατά συνέπεια αυτή, στο ύψος αυτό, έπρεπε να ληφθεί από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως ποινή βάση για τον καθορισμό της ανωτέρω στερητικής της ελευθερίας συνολικής ποινής. Με το να λάβει λοιπόν υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο ως ποινή βάση την ποινή της καθείρξεως των δέκα (10) ετών αντί της τοιαύτης των οκτώ (8) ετών, υπερέβη την εξουσία του κατά το βάσιμο μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη μόνο κατά τη διάταξή της περί καθορισμού συνολικής εκτιτέας, στερητικής της ελευθερίας, ποινής, και να παραπεμφθεί κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 1241/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη μόνο κατά τη διάταξή της περί καθορισμού συνολικής εκτιτέας, στερητικής της ελευθερίας ποινής. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθορισμός συνολικής εκτιτέας ποινής. Έλαβε ως ποινή βάσης την ποινή καθείρξεως 10 ετών, που φέρεται ότι επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την υπ’ αριθ. 1662/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ πράγματι επιβλήθηκε κάθειρξη 8 ετών. Υπέρβαση εξουσίας.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2292/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 597/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1 και 2. Χ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1120/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 380/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 89/12-5-2008 αίτηση - αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 κατά του με αριθμ. 597/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε έφεση του κατά του με αριθμ. 1144/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο αποφαινόταν να μη γίνει κατηγορία κατά του Χ1 για άμεση συνέργεια σε απάτη στο δικαστήριο κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και με επιδιωχθέν συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Χ2 λόγω παραγραφής για απάτη και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη '' 'Ενδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα ........'' κατά δε την δεύτερη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ....... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν , κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκηση της το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο. Τέτοια περίπτωση είναι και ή από μέρους του πολιτικώς ενάγοντα άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία ή να παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το οποίο στις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης από τον πολιτικώς ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων πολιτικώς ενάγων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του άσκησε την με αριθμ. 89/12-5-2008 αναίρεση κατά του με αριθ. 597/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε έφεσή του κατά του με αριθμ. 1144/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλμ/κών Αθηνών με την οποία αποφαινόταν να μη γίνει κατηγορία κατά του Χ1 για άμεση συνέργεια σε απάτη στο δικαστήριο κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και με επιδιωχθέν συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Χ2 λόγω παραγραφής για απάτη. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 482 και 483 του ΚΠΔ στις οποίες αναφέρονται οι δικαιούμενοι σε άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων σαν δικαιούμενος της άσκησης του ένδίκου αυτού μέσου και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του παραπάνω ανεξάρτητα του ότι δεν περιέχει κανένα λόγο άσκησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύτα Προτείνω όπως: Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ή αριθμ. 89/12-5-2008 αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 κατά του με αριθμ. 597/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών σαν απαράδεκτη Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω Αθήνα την 30-6-2008 Ο Αντεισαγγελέας τουΑρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Στην διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ ορίζεται ότι, υπό την συνδρομή εννόμου συμφέροντος, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει εκείνος μόνο στον οποίο ο νόμος ρητώς παρέχει τέτοιο δικαίωμα. Η διάταξη του άρθρου 482 παρ.1Β του Κ.Π.Δ, ως αυτή ίσχυε πριν αντικατασταθεί ως κατωτέρω, παρείχε στον πολιτικώς ενάγοντα το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά του βουλεύματος το οποίο αποφαίνεται ότι κατά του κατηγορουμένου δεν πρέπει να γίνει κατηγορία. Με την επακολουθήσασα όμως διάταξη του άρθρου 41 παρ.1 του Ν. 3160/30-6-2003 (ΦΕΚ 165/30-6-03), αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 Κ.Π.Δ, αποκλείστηκε από την έναρξη ισχύος του νόμου (άρθρο 54 παρ.3 Ν.3160/2003) στον πολιτικώς ενάγοντα το δικαίωμα αυτό και εφεξής ρητά ορίζεται ότι αίτηση αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνον στον κατηγορούμενο και δη κατ' εκείνων μόνο των βουλευμάτων με τα οποία παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά η εναντίον του ποινική δίωξη. 2. Στην προκείμενη περίπτωση υπόκειται αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 κατά του υπ' αριθμ.597/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο το Συμβούλιο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 1144/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο, τελευταίο, το συμβούλιο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για άμεση συνέργεια του Χ1 σε κακουργηματική απάτη και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά του Χ2 για την πράξη της απάτης. Εφόσον, όμως, την αναίρεση κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος την ασκεί με την προαναφερθείσα ιδιότητα των πολιτικώς ενάγοντος, ασκείται υπό προσώπου μη δικαιουμένου προς τούτο, και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 Κ.Π.Δ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.89/12-5-2008 αίτηση του Ψ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 597/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Απαράδεκτη η άσκηση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Απορρίπτει.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
0
Αριθμός 2295/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Θεοδωράκη, για αναίρεση της 570/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1925/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί δεδικασμένου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί, ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει: α) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή οριστική παύση της ποινικής διώξεως για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ)ταυτότητα πράξεως. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται η του κατηγορουμένου, δηλαδή του ως δράστη κατηγορηθέντος, έστω και αν μηνύθηκε υπό ψευδές ή λανθασμένο όνομα ή μεταβλήθηκαν τα χαρακτηριστικά αυτού στοιχεία ή ιδιότητες. Ως πράξη δε νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο Δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Με άλλα λόγια ταυτότητα της πράξεως υπάρχει, όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 570/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη κατηγορουμένη (Χ) τυγχάνει ιδιοκτήτρια ακινήτου (οικοπέδου) στην περιοχή ....., στο οποίο είχε ανεγείρει διώροφη οικοδομή, για την οποία είχε εκδοθεί η ..... οικοδ. άδεια της Νομαρχίας Κυκλάδων, οι δε εργασίες ανοικοδόμησης είχαν περατωθεί στις 10-2-1984 (βλ. οικ. άδεια). Ωστόσο, στις 27-11-1998 η πρώτη κατηγορουμένη, υπό την ως άνω ιδιότητά της, ως ιδιοκτήτρια, προέβη στην κατασκευή κτίσματος στην ίδια ως άνω οικοδομή διαστάσεων 11χ3χ6 μ, χωρίς να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη οικοδομική άδεια της Πολεοδομικής Αρχής. Το ότι η πρώτη κατηγορουμένη προέβη σε οικοδομικές εργασίες στις 27-11-1998 προκύπτει από την από 30-11-1998 έκθεση προφορικής μήνυσης του αστυνομικού ....., αλλά και από το γεγονός της πρόσληψης δύο εργατών για την εκτέλεση των εργασιών. Ισχυρίζεται η πρώτη κατηγορουμένη ότι για την ίδια αξιόποινη πράξη δικάστηκε στις 20-9-2004 από το Μονομελές Πλημ/κείο Μυκόνου και, αφού κρίθηκε ένοχη, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών με την 451/2004 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου. Ωστόσο, από την προσκομιζόμενη 451/2004 απόφαση δεν προκύπτει ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ένοχη για το ότι στις 30-7-1999 ως κυρία ακινήτου προέβη στην κατασκευή βεράντας στο ισόγειο και άλλης βεράντας στον 1° όροφο παλαιάς οικίας, καθώς επίσης και στην κατασκευή υποστηλωμάτων και προσθήκη στον 1° όροφο στεγάστρου με πέτρα (υποστηλώματα) και κυματοειδή λαμαρίνα, χωρίς την απαιτούμενη άδεια της Πολεοδομικής Αρχής. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της α' κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω εκκρεμοδικίας προερχομένης από την 451/2004 απόφαση. Περαιτέρω πρέπει η πρώτη κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη που κατηγορείται". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, Χ του "στη ..... και στην περιοχή "....." την 27-11-1998 και ώρα 12.50, τυγχάνουσα ιδιοκτήτρια ακινήτου, κειμένου εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, ηθελημένα προέβη στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος επ' αυτού και συγκεκριμένα στην κατασκευή οικοδομής διαστάσεων 11χ3χ6 μέτρων, χωρίς να είναι εφοδιασμένη με την απαιτούμενη οικοδομική άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής" και στη συνέχεια της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, και 17 παρ. 8α Ν. 1337/1983 σε συνδυασμό με άρθρο 22 Ν. 1577/1985, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή. ή αντιφατική αιτιολογία, Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, καθό μέρος δε ο περί ελλείψεως αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά της ουσιαστικής παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί του χρόνου τελέσεως της πράξεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τότε της εκκρεμοδικίας και μετά την προσκόμιση των από 10-10-2007 πιστοποιητικών α)του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και β)της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ήδη του δεδικασμένου, αφού αναφέρεται στην άνω απόφαση και προκύπτει ότι η υπ' αριθμ. 451/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου (Μεταβατική έδρα Μυκόνου) (καθώς και η παραδεκτά επισκοπούμενη ήδη αμετάκλητη υπ' αριθ. 60/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, που εκδόθηκε επί της εφέσεως που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα κατά της τελευταίας αποφάσεως) αφορά την καταδίκη αυτής για άλλη αξιόποινη πράξη, με διαφορετικό χρόνο τελέσεως, (μεταγενέστερο, 30-7-1999) και διαφορετικά λοιπά πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και ΣΤ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του Π.Κ., το αξιόποινο του εγκλήματος εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως όπου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ. 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του Κ.Ποιν.Δ., αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος, κατά το αρθρ. 174 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση άκυρης επιδόσεως της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, αρχίζει η κύρια διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, διότι, έτσι, καλύπτεται η ακυρότητα και η επίδοση θεωρείται έγκυρη. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η πιο πάνω ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως, καλύπτεται με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, με την υπ'αριθ. 423/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, (μεταβατική έδρα Μυκόνου), η οποία εκδόθηκε με απούσα την αναιρεσείουσα, καταδικάσθηκε αυτή σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, για την πλημμεληματική πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8α του Ν. 1337/1983, ήτοι για την κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, χωρίς την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, η οποία (πράξη) έλαβε χώρα στις 27-11-1998. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την υπ' αριθ. 15/2006 έφεσή της, στην οποία δεν προέβαλε ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτήν του κλητηρίου θεσπίσματος, με βάση το οποίο καταδικάστηκε πρωτοδίκως. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν στην νομική σκέψη, εφόσον δεν προβλήθηκε ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος προς την αναιρεσείουσα με λόγο εφέσεως, καλύφθηκε αυτή, με αποτέλεσμα από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, που αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, να έχει επέλθει, λόγω ενάρξεως της κυρίας διαδικασίας, η αναστολή της πενταετούς προθεσμίας της παραγραφής και ήδη ο χρόνος παραγραφής της άνω αξιόποινης πράξεως να είναι οκταετής. Επομένως, ορθώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 570/22-11-2006 απόφασή του δεν έπαυσε οριστικώς, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα κατά της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ποινική δίωξη για την ειρημένη πράξη, που τελέσθηκε κατά τα ανωτέρω, στις 27-11-1998, αφού δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την δημοσίευση της αποφάσεως αυτής η οκταετής προθεσμία της παραγραφής, εντεύθεν δε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των περί παραγραφής πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ύστερα από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 570/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεδικασμένο. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί δεδικασμένου, γιατί η προηγούμενη καταδίκη αφορά άλλη πράξη με διαφορετικό χρόνο τέλεσης. Απορρίπτεται επίσης ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί παραγραφής, αφού δεν συμπληρώθηκε οκταετία μέχρι τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και δεν προβλήθηκε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα.
Δεδικασμένο
Δεδικασμένο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2290/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7264/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 751/2208. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος- Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 335/20.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 2-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά της υπ'αριθμ. 7264/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 507 § 1, 473 §§1 και 3 και 474 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, διά δηλώσεως στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, παρόντος του δικαιούχου, χωρίς όμως να αρχίζη η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 340 § 2 Κ.Π.Δ., στην περίπτωση εκπροσωπήσεως του κατηγορουμένου από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 § 2 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά του εκκαλούντος, ο οποίος εξεπροσωπήθη πλήρως από τον διορισθέντα συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος, η δε προθεσμία προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ'αυτής αρχίζει από της ως άνω καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται ως παρών (βλ. ΑΠ 1711/2005, εις ΠΧ/ΝΕ'/1084). Τέλος, κατά το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων εις τα έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας, η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση εδημοσιεύθη την 1-2-2007, με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα εκπροσωπούμενο από τον συνήγορό του και θεωρούμενο, κατά τα προεκτεθέμενα, παρόντα. Κατεχωρήθη δε αυτή καθαρογεγραμμένη στο ανωτέρω ειδικό βιβλίο την 25-5-2007 (βλ. την σχετική βεβαίωση επί της πρώτης σελίδος της). Όμως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη, δια δηλώσεως στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, την 2-4-2008 (βλ. έκθεση αναιρέσεως). Δηλαδή ησκήθη μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαημέρου προθεσμίας, ο δε αναιρεσείων ουδέν περιστατικό ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, επεκαλέσθη. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εκπροθέσμως ασκηθείσα, να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως και προς το άρθρο 513 § 1 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να απορριφθή η από 2-4-2008 αίτηση αναιρέσεως τουΧ1, κατά της υπ'αριθμ. 7264/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 6 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ.1 και 3 και 507 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά τη δημοσίευσή της, και είναι δέκα ημέρες. Αν ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ.2 και 474 παρ.2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη 7264/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία o αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα, για παράβαση του νόμου για επιταγές (άρ. 79 ν. 5960/33), δημοσιεύθηκε τη 1/2/2007. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε, μετά την άσκηση εφέσεως από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά της 113823/03 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε, κατ' αρ. 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ από την πληρεξούσια αυτού δικηγόρο. Συνεπώς ο κατηγορούμενος θεωρείται ότι ήταν παρών στην δίκη εκείνη και η εκδοθείσα απόφαση λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος κατηγορουμένου και, επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από της καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο, χωρίς να είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της. Η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ στις 25-5-2007. Ο αναιρεσείων όμως άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα την 2/4/2008, δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Μαρίας Γκολφινοπούλου, ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου, για την οποία συντάχθηκε η 49/2008 σχετική έκθεση, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση του εκπρόθεσμου της αναίρεσής του. Επομένως, η αίτηση αυτή, ως εκπρόθεσμη, είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της 7264/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αναιρέσεως ως εκπροθέσμου. Η απόφαση που εκδόθηκε μετά την άσκηση εφέσεως από τον κατηγορούμενο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, θεωρείται ότι ήταν παρών στην δίκη εκείνη και η εκδοθείσα απόφαση λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του και η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αυτής αρχίζει από της καταχωρίσεώς της στο ειδικό βιβλίο.
Κατηγορούμενος
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Κατηγορούμενος.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2287/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει - διορθώσει αυτεπάγγελτα, την υπ' αριθμ. 538/2008 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο Πρόεδρος του Τμήματος αυτού, ζητεί την αυτεπάγγελτη διόρθωσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην 101/3 Ιουνίου 2008 πράξη του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1104/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την διόρθωση της απόφασης αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το Δικαστήριο που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 538/2008 απόφαση του Τμήματος αυτού του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η από 26-4-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71.189/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όμως, από προφανή παραδρομή, στο διατακτικό της άνω αναιρετικής αποφάσεως, αναγράφεται ο αναιρεσείων ως ....., αντί του ορθού, ως προς το κύριο όνομα, ..... . Συντρέχει, επομένως, μετά και τη σχετική κλήση του ανωτέρω Χ (βλ. την από 18-9-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή .....) νόμιμη και κατ' ουσία περίπτωση, να διορθωθεί αυτεπαγγέλτως, κατά το σημείο τούτο, η ως άνω απόφαση του Τμήματος αυτού, ώστε στο διατακτικό της, να τεθεί το ορθό κύριο όνομα αυτού "....." αντί του εσφαλμένου ".....". ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διορθώνει την υπ' αριθμ. 538/2008 απόφαση του Ε' Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως προς το κύριο όνομα του αναιρεσείοντος στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, από το εσφαλμένως αναγραφέν "....." στο ορθό ".....". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διόρθωση απόφασης ως προς το κύριο όνομα του αναιρεσείοντος στο διατακτικό αυτής.
Αποφάσεως διόρθωση
Αποφάσεως διόρθωση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2284/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιο Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Κουλούκη και 2. Χ2, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, για Α) επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9472/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Β) για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ανωτέρω απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2007 αίτησή τους, καθώς και στην από 31 Μαρτίου 2008 αίτηση του πρώτου των αιτούντων αναστολής εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1512/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμούς 449/13.11.2007 και 314/9.6.2008, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527 § 3 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 30-8-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2, με την οποία ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 9472/7-10-2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Με την ανωτέρω απόφαση καταδικάσθηκε ο πρώτος αιτών για τις αξιόποινες πράξεις: 1) Της ψευδούς καταμηνύσεως κατ'εξακολούθηση που τέλεσε στην Αθήνα στις 30-12-1998, 25-4-2000, 10-7-2000 και 6-6-2000. 2) Της ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση που τέλεσε στις 30-12-1998, 25-4-2000, 6-6-2000 και 10-7-2000. 3) Της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση και 4) Της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση (άρθρα 94 § 1, 98, 229 § 1, 224 § § 1 και 2, 225 § 1 και 227 Π.Κ.)Με την ίδια απόφαση καταδικάσθηκε ο δεύτερος αιτών για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της ψευδορκίας μάρτυρα και2) της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρα 224 § § 2 και 1 Π.Κ.). Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, όπως προκύπτει από τη συνημμένη υπ'αριθ. 463/2007 απόφαση του δικαστηρίου σας και το υπ'αριθ. πρωτ. 1487/2007 πιστοποιητικό του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Με την υπό κρίση αίτηση ζητούν οι παραπάνω αιτούντες την κατ'άρθρο 525 επ. Κ.Π.Δ. επανάληψη της διαδικασίας, προς όφελός τους, που περατώθηκε με την ανωτέρω σε βάρος τους αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, επικαλούμενοι τη συνδρομή νέων αγνώστων στοιχείων-γεγονότων-,αγνώστων στο δικαστήριο που τους καταδίκασε, τα οποία κατ'αυτούς καθιστούν φανερό ότι είναι αθώοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν, ακόμη δε επικαλούνται την μεταγενέστερα εκδοθείσα υπ'αριθμ. 60611/13-10-2005 αθωωτική απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίζονται ότι αθωώθηκαν για τα ίδια αδικήματα "που αφορούν τον Ι. Ναό του Αγ. Σάββα του .....", η οποία απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση είναι τυπικά δεκτή, αφού στρέφεται κατά της αποφάσεως Εφετείου (άρθρα 527 § § 1 και 3 και 528 § 1 Κ.Π.Δ.). Κατά το άρθρο 525 § § 1 και 2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και οι περιπτώσεις των εδαφίων 2 και 4. Κατά την περίπτωση του εδαφίου 2, αν μετά την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμώ με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Δεν μπορούν δε να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ'αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, αφού η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 479/2006 Π.Χρ. ΝΣΤ'/925 και ΑΠ 1717/2002 Π.Χρ. ΝΓ/642). Περαιτέρω κατά την περίπτωση 4 της παραγράφου 1 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι η επανάληψη της διαδικασίας συγχωρείται όταν υπάρχουν δύο αντιφατικές αμετάκλητες αποφάσεις περί του αιτούντος από τις οποίες η μία είναι καταδικαστική και η άλλη αθωωτική για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο δικαστήριο που δίκασε, αδιαφόρου όντος εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκούντος ότι αυτή ήταν άγνωστη στο δικαστήριο που δίκασε γιατί δεν είχε υποβληθεί στην κρίση του για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 650/2000 Π.Χρ. ΝΑ/34). Η αμετάκλητη αθώωση πρέπει να αφορά την ίδια πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε κάποιος αμετάκλητα κατά την έννοια του άρθρου 57 Κ.Π.Δ. προς στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου. Δεν υπάρχει δε ταυτότητα πράξεως στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά ως προς το πρόσωπο του παθόντος (ΑΠ 858/2004 Π.Χρ. ΝΕ/322) Σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, οι αιτούντες καταδικάσθηκαν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Από το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης προκύπτει το μεν ότι αυτή αναφέρεται σε γεγονότα και αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την υπ'αριθμ. 9472/7-10-2005 απόφασή του, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας και συνεπώς δεν είναι νεώτερα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 § 2 Κ.Π.Δ., αλλ'ότι επιδιώκεται δια της αναφοράς των ίδιων γεγονότων δια της κρινόμενης αίτησης ο επανέλεγχος της κριθείσης ήδη αμετακλήτως υποθέσεως, το δε ότι η νεώτερη υπ'αριθ. 60611/13-10-2005 αθωωτική απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αναφέρεται σε άλλες πράξεις διαφορετικές κατά χρόνο τελέσεως από αυτές που έκρινε η υπ'αριθ. 9472/7-10-2005 απόφαση, στρεφόμενες εναντίον άλλου παθόντος και δη του Νικ. Λιόλιου, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των πρακτικών των δύο αυτών αποφάσεων. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως κατ'ουσία αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η από 30-8-2007 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας των Χ1 και Χ2, και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 8 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, την από 31-3-2008 αίτηση του Χ1, με την οποία ζητεί να ανασταλεί κατ'άρθρο 529 Κ.Π.Δ. η εκτέλεση της υπ'αριθ. 9472/2005 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε συνολική φυλάκιση 16 μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία και εκθέτω τα ακόλουθα: Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Π.Δ., που ορίζει ότι "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το Συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος", προκύπτει ότι δικαίωμα υποβολής αίτησης για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε έχει ο καταδικασθείς όταν άρχισε να εκτίει την επιβληθείσα ποινή. Συνεπώς, σε αντίθετη περίπτωση, εκείνη δηλαδή κατά την οποία δεν άρχισε εκτιόμενη η επιβληθείσα ποινή, η περί αναστολής εκτέλεσης της ποινής αίτηση του καταδικασθέντος είναι άνευ αντικειμένου και γι'αυτό απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1440/1999). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση διώκεται η αναστολή εκτελέσεως της ποινής των 16 μηνών που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την υπ'αριθ. 9472/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία όχι μόνον δεν εκτίεται, αλλά ανεστάλη επί τριετία. Είναι λοιπόν κατά ταύτα άνευ αντικειμένου η κρινόμενη αίτηση και γι'αυτό πρέπει να απορριφθεί. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί η από 31-3-2008 αίτηση του Χ1, περί αναστολής εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε με την υπ'αριθ. 9472/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αθήνα 28 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του πρώτου αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 528 παρ.1 του ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως τη συζήτησης είναι , κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 4 Απριλίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ....., ο αιτών Χ2, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω συνεδρίαση και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ( σε Συμβούλιο). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει, να συζητηθεί ερήμην του πιο πάνω αιτούντος. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Π.Δ προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρα 525 επ.ΚΠΔ, έχει ως προϋπόθεση ότι εκτίεται από αυτόν η ποινή που του επιβλήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 31-3-2008 αίτησή του ο Χ1 ζητεί να ανασταλεί κατ' άρθρο 529 Κ.Π.Δ. η εκτέλεση της 9472/2005 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε συνολική φυλάκιση 16 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Συνεπώς, εφόσον η ποινή που επιβλήθηκε στον αιτούντα, όχι μόνον δεν εκτίεται, αλλά ανεστάλη επί τριετία, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ.2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για τα αυτά αξιόποινα αδικήματα, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Νέες αποδείξεις και νέα γεγονότα μπορεί να είναι μεταξύ άλλων και αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 4 του ΚΠΔ με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω κατά την περ.4 της αυτής διατάξεως του άρθρου 525 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως αν αυτό συντελέσθηκε πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά απ' αυτή, αρκεί, αν συντελέσθηκε πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι αυτό (αθωωτικό δεδικασμένο) ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μην μπορεί να ληφθεί απ' αυτό υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μην μπορεί να προβληθεί, γιατί αν ήταν γνωστό έπρεπε να έχει προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως, ή ότι ο καταδικασθείς δεν έλαβε γνώση της δίκης στην οποία συντελέσθηκε η αμετάκλητη καταδίκη ώστε να μπορεί να το προβάλλει. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει α) το αθωωτικό δεδικασμένο να ήταν άγνωστο στους δικάσαντες και τον καταδικασθέντα και β) να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Συνεπώς, η υπό κρίση από 30/8/2007 αίτηση των Χ1 και Χ2, με την οποία ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη 9472/7-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος αιτών σε συνολική ποινή φυλάκιση 16 μηνών και ο δεύτερος σε συνολική ποινή φυλάκιση 12 μηνών, για τα αναφερόμενα στην αίτηση πλημμελήματα, ισχυριζόμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεώς των, ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σε αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι, και, επιπλέον, επικαλούνται την 60611/13-10-2005 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταγενέστερα, με την οποία, όπως ισχυρίζονται, αθωώθηκαν για τα ίδια αδικήματα "που αφορούν τον Ι. Ναό του Αγ. Σάββα του .....", είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. IV. Από παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την 99472/ 5-10-2005 αμετάκλητη ήδη απόφασή του, καταδίκασε τον πρώτο αιτούντα σε συνολική ποινή φυλάκιση 16 μηνών και το δεύτερο σε συνολική ποινή φυλάκιση 12 μηνών, το μεν πρώτο για τις αξιόποινες πράξεις 1) της ψευδούς καταμηνύσεως, κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε στην Αθήνα στις 30-12-1998, 25-4-2000, 10-7-2000 και 6-6-2000, 2) της ψευδορκίας μάρτυρα, κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε στις 30-12-1998, 25-4-2000, 6-6-2000 και 10-7-2000, 3) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατ' εξακολούθηση και 4) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση, τον δε δεύτερο για τις αξιόποινες πράξεις 1) της ψευδορκίας μάρτυρα και 2) της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Ειδικότερα, Α) ο αιτών Χ1 κηρύχθηκε ένοχος του ότι 1 ) Στις 30-12-1998, 25-4-2000, 10-7-2000 και στις 6-6-2000, κατ' εξακολούθηση, καταμήνυσε ψευδώς τον Β με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση ποινικής δίωξής του για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου, ισχυριζόμενος εν γνώσει του ψευδώς στην εφημερίδα ".....", της οποίας ήταν διευθυντής, διάφορα περαστικά που είχαν σχέση με τον ναό του Αγ. Σάββα που ήταν κτισμένος, κατά τον Χ1 εντός ακινήτου συνιδιοκτησίας του, ενώ ο Β ισχυριζόταν εν γνώσει ψευδώς ότι ο ναός αυτός κτίστηκε σε χώρο που ανήκε στο Δημόσιο και έξω από την ευρισκόμενη πλησίον ιδιοκτησία του Χ1. Για όλες δε οι πιο πάνω ψευδείς καταγγελίες του κατηγορουμένου ο μηνυτής Β έχει ήδη απαλλαγεί με βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2) Στις 30 -12-1998, 25-4-2000, 6-6-2000 και στις 10-7-2000, κατ' εξακολούθηση, κατέθεσε ως μάρτυρας ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγκλήσεών του ήταν αληθές και 3) Στις 12-5-2000, 16-5-2000, 16-6-2000 και στις 31-7-2000, κατ' εξακολούθηση, προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορούμενους του να ψευδορκήσουν και να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδώς περιστατικά, κατά τα οποία ο ναός του Αγ. Σάββα ήταν κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του και Β) Ο Χ2 κηρύχθηκε ένοχος του ότι στις 12-5-2000 και στις 31-7-2000, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας, κατέθεσε ψευδώς ότι ο ναός του Αγ. Σάββα ήταν κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του Χ1 και ότι εντός του ακινήτου αυτού έγινε και η επέκτασή του. Ακολούθως, με την 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών Χ1 κρίθηκε αθώος, μεταξύ άλλων, και για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Ειδικότερα κρίθηκε αθώος για το ότι 1) Καταμήνυσε, κατ'εξακολούθηση, ψευδώς στις 23-12-1999, 6-7-2000, 8-5-2000, 10-7-2000 για συκοφαντική δυσφήμηση τον αρχιμανδρίτη Γ, προκειμένου να επιτύχει την άσκηση ποινικής δίωξης του για το αδίκημα της αυτοδικίας και της απλής συνέργειας σε ψευδή ανώμοτι κατάθεση, ισχυριζόμενος, πλην άλλων, εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ναός του Αγ. Σάββα ήταν κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του. 2) Κατέθεσε ως μάρτυρας ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς, κατ' εξακολούθηση στις 23-12-1999, 6-4-2000, 13-6-2000,, 8-5-2000 και βεβαίωσε ψευδώς ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω μηνύσεών του ήταν αληθές και 3) Προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορούμενους του να ψευδορκήσουν και να καταθέσουν, πλην άλλων, εν γνώσει τους ψευδώς ότι ο ναός του Αγ. Σάββα ήταν κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του. Με την ίδια 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αιτών Χ2, κρίθηκε αθώος, μεταξύ άλλων, και για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος και ειδικότερα του ότι στις 3-2-2000 κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς ότι τον πιο πάνω ναό τον έκτισε ο πατέρας του μέσα στα όρια της ιδιοκτησίας του, την οποία κληρονόμησαν με τον συγκατηγορούμενο αδελφό του. Όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην πιο πάνω, απαλλακτική για τους κατηγορούμενους, κρίση του, δεχόμενο ότι δεν υπήρχαν δύο ναοί (το ένα προσκυνητάρι) σε έκταση που διεκδικούσαν, τόσο οι κατηγορούμενοι, ως κληρονόμοι του πατέρα του, ο οποίος είχε κτίσει ένα μικρό ναό, τον οποίο μεγάλωσαν στη συνέχεια κάτοικοι της περιοχής και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έπραξε όσα έπραξε με την πεποίθηση ότι ο ναός βρισκόταν εντός της ιδιοκτησίας του, χωρίς να έχει πρόθεση να βλάψει τους αντιδίκους του, ενώ ο δεύτερος κατέθεσε τα πιο πάνω με την πεποίθηση ότι κατέθετε τα αληθή. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 99472/ 5-10-2005, απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο πατέρας των κατηγορουμένων είχε λάβει από την πολεοδομία άδεια για το κτίσιμο του ναού, πλην όμως αυτό δεν έγινε ποτέ, αλλά " στήθηκε" λίγο μακρύτερα πρόχειρο προσκυνητάρι, το οποίο αργότερα γκρεμίστηκε, όταν από τους κατοίκους της περιοχής και με τη βοήθεια του ίδιου του Χ1 κτίστηκε ο επίμαχος ναός, αλλά σε πλησίον ευρισκόμενη έκταση του Δημοσίου. Το Δικαστήριο δε αιτιολογεί τόσο τις παραδοχές του αυτές , όσο και τη γνώση των κατηγορουμένων, ότι ο πιο πάνω ναός δεν είχε κτισθεί επί της ιδιοκτησίας των αιτούντων - κατηγορουμένων, καθώς και τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Από τα πιο πάνω εκτεθέντα προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες οι αιτούντες κατηγορούμενοι αθωώθηκαν αμετακλήτως με την 60611/13-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν αφορούν τις ίδιες πράξεις, με την έννοια του άρθρου 57 ΚΠΔ, για τις οποίες αυτοί καταδικάστηκαν, επίσης αμετάκλητα, με την 9472/5-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, πλην άλλων και προεχόντως, διότι διαφέρει το πρόσωπο του παθόντος. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος αυτής που ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 4 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Απορριπτέα, όμως, είναι η κρινόμενη αίτηση και κατά το μέρος που διώκεται η επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα με την διάταξη του ίδιου άρθρου 525 παρ.1 περ. 4 ΚΠΔ. Η 60611/13-10-2005 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, συνιστά μεν νέα απόδειξη, πλην όμως η απόδειξη αυτή εκτιμώμενη είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δεν καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι οι καταδικασμένοι είναι αθώοι ή καταδικάσθηκαν άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξαν. Τα αναφερόμενα στην αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας περιστατικά που αξιολογήθηκαν διαφορετικά με την 60611/13-10-2005 αθωωτική απόφαση, "για τα ίδια αδικήματα που αφορούν τον Ι. Ναό του Αγίου Σάββα" και δικαιολογούν, κατά τους αιτούντες, την επανάληψη της διαδικασίας είναι, όπως αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση, ότι στο σκεπτικό της αθωωτικής απόφασης αυτής αναφέρεται, ότι ο πατέρας των αιτούντων Α "με την 215/28-4-1988 δημόσια διαθήκη του μας άφησε, τον Ι. Ναό του Αγίου Σάββα που έκτισε το 1983 και επεκτάθηκε στο ίδιο σημείο το 1993 και δεν υπάρχουν δύο Ι. Ναοί...". Το γεγονός, όμως και μόνο ότι και οι δύο αποφάσεις αξιολόγησαν κατά διαφορετικό τρόπο τα πιο πάνω περιστατικά, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι τα περιστατικά αυτά δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως και ειδικώς, και απορρίφθηκαν από αυτούς, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και μάλιστα, όπως και στην κρινόμενη αίτηση μνημονεύεται, αφού έλαβαν υπόψη τους, πλην άλλων και τα ίδια ακριβώς έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι αιτούντες κατηγορούμενοι και στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απαλλακτική για αυτούς απόφαση. Οι λοιπές αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αιτούντες (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-8-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2, με την οποία επιδιώκουν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 9472/7-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και την από 31-3-2008 αίτηση του Χ1 για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας καταδικασθέντων για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, κλπ, με την επίκληση μεταγενέστερης απαλλακτικής αποφάσεως. Αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής κατά διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ. Έχει ως προϋπόθεση ότι εκτίεται από τον αιτούντα η ποινή που του επιβλήθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναστολής ποινής που έχει ανασταλεί η εκτέλεση. Ερημοδικία του ενός αιτούντος. Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά τις περ. 2 και 4 του άρθρου 525 ΚΠΔ. Έννοια νέων γεγονότων - αποδείξεων. Η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά από αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Προϋποθέσεις. Πρέπει να συντρέχουν οι κατά του άρθρο 57 παρ. 1 ΚΠΔ όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Όχι ταυτότητα πράξεως όταν ο παθών διαφέρει. Αιτιάσεις που επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απαράδεκτες.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2283/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγγελο Βρεττό, περί αναιρέσεως της 187/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1168/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Μεταβολή κατηγορίας, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 170 παρ.1 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, ως εκ της παραγόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος διαφέρει ουσιωδώς ως προς το χρόνο, τον τόπο και τις ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και εισήχθη σε δίκη ο κατηγορούμενος, συνιστά δηλαδή την αντικειμενική υπόσταση άλλου εγκλήματος, διαφορετικού από εκείνο, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει σε περίπτωση παραλλαγής του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα, όπως, στην περίπτωση κατά την οποία ο ως ηθικός αυτουργός σε ορισμένο έγκλημα κατηγορηθείς, καταδικασθεί, ως φυσικός αυτουργός του εγκλήματος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη 427/2006 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς, με αυτή κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων ως ηθικός αυτουργός για την πράξη του κατ' άρθρο 242 περ. 2 του ΠΚ αδικήματος υπεξαγωγής εγγράφου. Μετά από έφεσή του εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 187/2008 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος ως αυτουργός της ίδιας αυτής πράξη του κατ' άρθρο 242 περ. 2 του ΠΚ αδικήματος υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία (3) έτη. Με το να αποφανθεί έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της μεταβολής της κατηγορίας και γι' αυτό πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. II. Από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι με την ίδια ποινή της § 1 (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263α του ΠΚ, β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, μπορεί δε να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Ως υπεξαγωγή του εγγράφου, που ενδιαφέρει την εξεταζόμενη υπόθεση, νοείται κάθε διαγωγή του δράστη, η οποία αφαιρεί από το δικαιούμενο, έστω και προσωρινώς, τη χρήση του εγγράφου, γενόμενη δίχως πρόθεση ιδιοποίησης αυτού, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Επιπλέον, ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 170 § 2 και 333 § 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 § 2 ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 510 § 1 περ. Β' του ίδιου Κώδικος. Όταν, όμως, ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς διαλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. IIΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την 187/2008 απόφασή του δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου - Αρχές Οκτωβρίου 2001, παραδόθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, Α, αντιναύαρχο, που υπηρετούσε τότε ως Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος, από τον τότε προσωπάρχη της ΔΠΛΣ/ΥΕΝ, πλωτάρχη ΛΣ Β, ο πρωτότυπος φάκελλος ΕΔΕ, που είχε διενεργήσει ο πλοίαρχος ΛΣ Γ σε εκτέλεση της διαταγής ..... του ΥΕΝ/ΚΠΔΜ/ΔΠΛΣΑ και αφορούσε τη διερεύνηση ενδεχόμενων πειθαρχικών ευθυνών του τέταρτου κατηγορουμένου, Χ, ανθυποπλοίαρχου ΛΣ, ο οποίος τότε υπηρετούσε στο Γραφείο του Αρχηγού ΛΣ και συγκεκριμένα, στη Γραμματεία, ασχολούμενος με την πρωτοκόλληση των εισερχομένων και εξερχόμενων εγγράφων. Στα πλαίσια της ΕΔΕ αυτής διερευνήθηκε ξυλοδαρμός σε βάρος του Χ που προξενήθηκε, κατά τα καταγγελλόμενα από τον ίδιο, από άγνωστο άτομο με την ηθική αυτουργία της κελευστού ΛΣ Δ και εξύβριση κατωτέρου σε βάρος της τελευταίας από τον Χ, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε το Μεγάλο Σάββατο του έτους 2001 στο Λιμεναρχείο Κέρκυρας. Ο φάκελλος συνοδευόταν από σχέδιο εγγράφου για την υποβολή της ΕΔΕ στον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιώς προς ποινική αξιολόγηση της υποθέσεως, υπογεγραμμένο από όλα τα ενδιάμεσα κατώτερα υπηρεσιακά κλιμάκια. Στις 4.3.2002, ο πρώτος κατηγορούμενος, Α, αποχώρησε από τη θέση του Α/ΛΣ λόγω αποστρατείας του και τον αντικατέστησε ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ε, αντιναύαρχος, στον οποίο ο πρώτος, ή σε οποιοδήποτε άλλο υπηρεσιακό όργανο, δεν παρέδωσε το φάκελλο της συγκεκριμένης ΕΔΕ, λόγω εξαφανίσεώς του από το Γραφείο του. Στο Γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητας και θέσεως του, είχε πρόσβαση ο τέταρτος κατηγορούμενος, Χ, ο οποίος, όταν απουσίαζε ο Αρχηγός του ΛΣ από αυτό, μπορούσε ευχερώς, χωρίς να γίνει αντιληπτός, να αφαιρέσει οποιοδήποτε υπηρεσιακό έγγραφο και επομένως και το φάκελλο της ανωτέρω ΕΔΕ, το πόρισμα της οποίας, ήταν μεν απαλλακτικό πειθαρχικών ευθυνών για τον ίδιο, πλην όμως ο φάκελλος της συνοδευόταν από σχέδιο εγγράφου για την υποβολή της ΕΔΕ στον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιώς προς ποινική αξιολόγηση, υπογεγραμμένο, όπως προαναφέρθηκε, από τα ενδιάμεσα κατώτερα υπηρεσιακά κλιμάκια. Συμφέρον άμεσο για την υπεξαγωγή του φακέλλου της ανωτέρω ΕΔΕ είχε μόνον ο τέταρτος κατηγορούμενος, προκειμένου να αποφύγει την ποινική, για εξύβριση κατωτέρου, της κελευστού Δ, διερεύνηση της υποθέσεως, έγκλημα, για την τέλεση του οποίου, από τα στοιχεία της δικογραφίας της ΕΔΕ, προέκυπταν τουλάχιστον αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του, ο οποίος, εν όψει των αυστηρώς υπηρεσιακών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ αυτού και του Αρχηγού του ΛΣ Α αλλά και του υψηλού καθήκοντος ευθύνης που διέκρινε τον τελευταίο, δεν μπορούσε να τον επηρεάσει, ώστε ο τελευταίος (Α) να συμμετάσχει με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεξαγωγή του φακέλλου της ΕΔΕ. Στην υπεξαγωγή του φακέλλου της ΕΔΕ είναι κατάδηλον ότι προέβη με πρόθεση ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ, κατά τη διακριβωθείσα ημερομηνία, πάντως εντός του από αρχές Οκτωβρίου 2001 μέχρι στις 4.3.2002 χρονικού διαστήματος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε πρόσβαση στο Γραφείο του Αρχηγού ΛΣ καί άμεσο συμφέρον να προβεί στην αφαίρεση του για να αποφύγει την άσκηση εναντίον του ποινικής διώξεως για εξύβριση κατωτέρου (έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως κατά τον ΣΠΚ) και συγκεκριμένα, σε βάρος της κελευστού, Δ. Αντιθέτως, από κανένα από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε αξιόποινη συμμετοχή του πρώτου κατηγορουμένου στην τέλεση της ανωτέρω άδικης πράξης της υπεξαγωγής εγγράφου. Συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος Α, πρέπει να κηρυχθεί αθώος του προδιαληφθέντος αξιόποινου αδικήματος της υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο, ένοχος δε του εγκλήματος αυτού ο τέταρτος, κατηγορούμενος Χ, κατ' ορθότερο της συμμετοχικής του δράσεως στο έγκλημα αυτό νομικό χαρακτηρισμό, ο οποίος δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε υπεξαγωγή εγγράφου από υπάλληλο, για την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος πρωτοδίκως. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, σε σχέση με τους λοιπούς κατηγορουμένους (ΣΤ και Ε) αποδείχθηκαν τα εξής: Μετά την αποχώρηση του πρώτου κατηγορουμένου, Α στις 4.3.2002 από την ενεργό υπηρεσία, λόγω αποστράτευσης του και την αντικατάσταση του από το δεύτερο κατηγορούμενο Ε, αντιναύαρχο, ο τελευταίος, ως αρχηγός του ΛΣ, μετά την ενημέρωση του από τους επιτελείς του, με αφορμή την αναζήτηση της παραπάνω δικογραφίας από το Ναυτοδικείο, ότι η εν λόγω δικογραφία είχε απολεσθεί, διέταξε ΕΔΕ που διενεργήθηκε από τον πλοίαρχο ΛΣ, Ζ προς διακρίβωση των συνθηκών απώλειας της... Επί του πορίσματος (της ΕΔΕ) ο τρίτος κατηγορούμενος, ΣΤ, που υπηρετούσε ως Δ/ντής προσωπικού στη ΔΠΛΣ, ανέγραψε ιδιοχείρως κάτω από την ένδειξη "ΔΠΛΣ" τη φράση "από ΕΔΕ δεν προέκυψε ευθύνη σε βάρος οργάνων ή βαθμοφόρων της Υπηρεσίας μας, αρχείο ως προς τον καταλογισμό για την μη ανεύρεση"... Στη συνέχεια, μετά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς στις 14.12.2004 και την έκδοση της υπ' αριθ. 834/2004 καταδικαστικής αποφάσεως που αφορούσε τον τέταρτο κατηγορούμενο, Χ για εξύβριση κατωτέρου σε βάρος της κελευστή Δ, η τέλεση της οποίας προέκυπτε από την απολεσθείσα ως άνω δικογραφία ΕΔΕ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, που δίκασε, κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο, το οποίο ήταν προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του (ένα μέλος του Δικαστηρίου μειοψήφησε ως προς τον ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, από ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφου από υπάλληλο, σε υπεξαγωγή εγγράφου, ενώ άλλο μέλος έκρινε τον κατηγορούμενο αθώο), και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης έξι μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μια τριετία. ΙV. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τούτο δε, περαιτέρω, διότι για την πληρότητα της αιτιολογίας η πληττόμενη απόφαση διαλαμβάνει, ότι ο αναφερόμενος στην απόφαση φάκελος της δικογραφίας ΕΔΕ ήταν προσιτός στον κατηγορούμενο υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. γ και 263α ΠΚ, λόγω της υπηρεσίας του ως ανθυποπλοιάρχου ΛΣ στο Γραφείο Αρχηγού ΛΣ και ειδικότερα στη Γραμματεία και ως εκ τούτου είχε πρόσβαση στο γραφείο του Αρχηγού ΛΣ και μπορούσε ευχερώς να αφαιρέσει τον ευρισκόμενο εκεί πιο πάνω φάκελο της δικογραφίας ΕΔΕ, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου, των μέσων και των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτός υπεξήγαγε τα έγγραφα της δικογραφίας αυτής. Επίσης οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, εκτός άλλων, "καθώς στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης επαναλαμβάνεται επακριβώς και απλώς το περιεχόμενο του διατακτικού, χωρίς να αναφέρονται πρόσθετα κρίσιμα περιστατικά ή κρίσιμοι ασφαλείς συλλογισμοί ή σκέψεις....", ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες ελλείψεις της αιτιολογίας, δεδομένου ότι μόνο η επανάληψη του κατηγορητηρίου στο σκεπτικό, δεν καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη, είναι και αβάσιμες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή επαναλαμβάνει μεν στο σκεπτικό το διατακτικό κατά ένα σημαντικό μέρος , πλην όμως δεν αποτελεί απλή αντιγραφή αυτού, αλλά διαλαμβάνει και δικές της σκέψεις και περιστατικά, ενώ, επιπλέον, δεν ήταν αναγκαία η συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των από αυτή προκυψάντων πραγματικών περιστατικών, κατά τις αβάσιμες, επίσης, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει ή να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση στους προβληθέντες, από τους συνηγόρους του αναιρεσείοντος, εγγράφως "σωρεία αρνητικών ισχυρισμών", τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικώς, μεταξύ των οποίων ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του "περί έλλειψης της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Σ και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται περί ηθικού αυτουργού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, στην απόφαση, κλπ" και ότι δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό "ο οποίος αφορούσε την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία να προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά τέλεσης της ηθικής αυτουργίας", καθώς και ότι δεν απάντησε στον "ισχυρισμό των συνηγόρων μου περί έλλειψης οποιουδήποτε στοιχείου, από το οποίο να αποδεικνύεται ο ειδικότερος τρόπος και τα συγκεκριμένα μέσα, με τα οποία κατέπεισα κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο τον Α στην υπεξαγωγή". Στους πιο πάνω ισχυρισμούς, που δεν αποτελούν λόγους έφεσης, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δε είχε υποχρέωση να απαντήσει και αλυσιτελώς προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, ως λόγοι αναίρεσης, για τον επιπλέον λόγο ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η απόφαση του οποίου και μόνο προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη ως ηθικός αυτουργός του συγκατηγορουμένου του Α, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ώστε να απαντήσει στους πιο πάνω "ισχυρισμούς". Περαιτέρω, εξάλλου, ουδείς από τους αναφερόμενους στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, ως προταθέντες ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου από τον αναιρεσείοντα, ισχυρισμούς, συνιστά σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό, με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως έννοια, στον οποίο το Δικαστήριο είχε την υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ και 211 ΣΠΚ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και των πιο πάνω απορριφθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, λόγω ασαφειών και ελλείψεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά, όλες λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Δικαστήριο από μόνο το γεγονός ότι το έγγραφο ήταν προσιτό στον αναιρεσείοντα λόγω της θέσης του, συνάγει υποθετικά το αυθαίρετο συμπέρασμα, ότι αυτός το υπεξήγαγε και οδηγείται στην καταδίκη του, ότι από την αναφερόμενη στην απόφαση ΕΔΕ ουδόλως προέκυπταν ποινικές ευθύνες σε βάρος του, ότι το Δικαστήριο αρκείται σε υποθέσεις για το χρόνο τέλεσης του αδικήματος και χωρίς να παραθέτει μια λογική αλληλουχία αποδειχθέντων στοιχείων, με αυθαίρετο συλλογισμό συνάγει το συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων είχε συμφέρον από την υπεξαγωγή, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσης πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας της ΕΔΕ, προέκυπταν τουλάχιστον αποχρώσες ενδείξεις ενοχής" σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν υπερέβη την εξουσία του "καθώς αποφάσισε για υπόθεση, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του", όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά συνεκτίμησε τα εν λόγω στοιχεία της δικογραφίας, ως αποδεικτικά μέσα, αιτιολογεί δε την κρίση του αυτή με την αναφορά της 834/2004 καταδικαστικής αποφάσεως, με την οποία ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για εξύβριση κατωτέρου σε βάρος της κελευστή Δ και, συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 περ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5/6/2008 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως (με αριθμό πρωτ. 5098/10-6-2008) του Χ, Υποπλοίαρχου Λιμενικού, για αναίρεση της 187/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο (άρθρο 242 παρ. 2 ΠΚ). Μεταβολή κατηγορίας ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Πότε υπάρχει. Δεν συμβαίνει σε περίπτωση παραλλαγής του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο ως ηθικός αυτουργός σε ορισμένο έγκλημα κατηγορηθείς καταδικασθεί ως φυσικός αυτουργός του εγκλήματος αυτού. Στοιχεία αδικήματος υπεξαγωγής εγγράφων από υπάλληλο. Αιτιολογία. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορίας μεταβολή, Υπεξαγωγή εγγράφων.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2282/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπιμπλή, περί αναιρέσεως της 18219/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 729/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τη μετατροπή της ποινής διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ουσιαστική κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε ανεκκλήτως ο κατηγορούμενος από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα (40) ημερών. Για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, το δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ".. Ο κατηγορούμενος στον ....., στις 2-8-2005 σε κατάστημα πρατηρίου υγρών καυσίμων της εταιρίας ....., α) έθεσε σε λειτουργία μηχάνημα αυτόματου πωλητή καφέ,χωρίς άδεια της οικείας αστυνομικής Αρχής και β) εστερείτο βιβλιαρίου υγείας εργαζόμενος ο ίδιος στον ίδιο χώρο... " Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στη ουσιαστική διάταξη την οποία εφήρμοσε. Ειδικότερα, υπάρχει πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης παρ' όλο που το αιτιολογικό είναι σχεδόν ταυτόσημο με το διατακτικό της, αφού στο τελευταίο αναφέρονται αναλυτικά και με λεπτομέρεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος. Η περαιτέρω αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το βιβλιάριο υγείας του κατηγορουμένου, το οποίο περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, είναι αβάσιμος. Το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως του δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται σε καθένα από τα έγγραφα χωριστά και να διαλαμβάνει το περιεχόμενο καθενός εξ αυτών. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, ''αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ίδιο δικαστήριο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης σαράντα (40) ημερών, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής και χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία, προέβη στη μετατροπή της, προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα. Έτσι, όμως, το δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Η' του Κ.Ποιν.Δ., που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, κατά παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 18.219/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Χ ποινής φυλακίσεως των σαράντα (40) ημερών. Και Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, με σύνθεση διαφορετική από εκείνη που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση Αστυνομικής Διατάξεως. Μερική αναίρεση ως προς τη διάταξη για μετατροπή της ποινής των 40 ημερών, διότι το δικαστήριο δεν έλεγξε αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή της διατάξεως του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ.
Ποινής αναστολή
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινής αναστολή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2280/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 661/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 678/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 του ΚΠΔ (αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια), ή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 του ΚΠΔ (προδικαστικά ζητήματα στην ποινική δίκη), η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση όμως ότι έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και είναι παραδεκτή, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 661/08 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, καταδικάσθηκε για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ (αρ.1 του ΑΝ 86/1967), σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού ανάπτυξαν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, υπέβαλαν εγγράφως τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν την αθώωση αυτού, άλλως, επικουρικώς, ζήτησαν, όπως κατά λέξη αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης, "να ανασταλεί η, σε βάρος μου, ποινική διαδικασία ενόψει καταθέσεως εκ μέρους της εταιρείας, εκπροσωπούμενης από τον Α (ευλόγως, αφού αυτός ενδιαφέρεται, ως αποκλειστικώς υπεύθυνος) αιτήσεως για ρύθμιση των προς το ΙΚΑ χρεών. Άλλωστε το ΙΚΑ έχει ήδη αναγγελθεί σε σχετικό πλειστηριασμό, ώστε σύντομα θα εξοφληθεί η, όποια απαίτησή του". Στο αίτημα όμως αυτό του κατηγορούμενου, έτσι όπως είχε υποβληθεί, δηλαδή, αφενός με την αίρεση ότι το Δικαστήριο θα κατέληγε προηγουμένως σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφαση, το Δικαστήριο όχι μόνο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει, αλλά ούτε και ήταν εφικτό, αφού η έρευνα της βασιμότητας του αιτήματος, προϋπόθετε την προηγούμενη περί της ενοχής κρίση. Περαιτέρω με την πιο πάνω διατύπωση το εν λόγω αίτημα, δεν ήταν σαφές αν επρόκειτο για αίτημα αναστολής της δίκης ή για αίτημα αναβολής λόγω σημαντικών αιτίων κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ. Επισημαίνεται δε ότι, ανεξάρτητα αν τα αναφερόμενα πιο πάνω στο αίτημα περιστατικά, αληθινά υποτιθέμενα, θα συνιστούσαν σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, αυτά εκτίθενται αορίστως και ασαφώς. Ειδικότερα δεν ανέφερε σαφώς ο κατηγορούμενος, αν είχε ήδη υποβληθεί αίτηση για τη ρύθμιση των χρεών, ή αν επρόκειτο να υποβληθεί ("ενόψει καταθέσεως....") και σε καταφατική περίπτωση ποία τα στοιχεία προσδιορισμού της. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο εκτίμησε το αίτημα αυτό, ως αίτημα αναβολής, και το απέρριψε στο τέλος του περί της ενοχής του κατηγορουμένου σκεπτικού του " ...αφού ούτε καν έχει υποβληθεί αίτηση ρύθμισης των χρεών των οποίων είναι άδηλος ο χρόνος εξόφλησης ακόμη και η ίδια και η εξόφληση είτε μέσω του πλειστηριασμού είτε άλλως πως... ". Στην κρίση του αυτού οδηγήθηκε το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα, στην αρχή του περί της ενοχής σκεπτικού του, αποδεικτικά μέσα. Η αιτιολογία αυτή της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, κατά την οποία οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο λόγοι δεν είναι βάσιμοι και δεν συνιστούν σημαντικά αίτια αναβολής, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Οι προβαλλόμενες δε περαιτέρω από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι από τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα προέκυπτε η βασιμότητα των πιο πάνω ισχυρισμών του, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι πλήττουν την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ και Η' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη της αιτήσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, και συνακόλουθα για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και στην καταδίκη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ', 331 παρ. 1, 333, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε δημοσίως, εφόσον τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός, προς αντίκρουση του εγγράφου τούτου, μπορεί, κατ` άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις περί τούτου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` σχετικός λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω συνεκτιμήσεως μη αναγνωσθέντος εγγράφου, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου στήριξε την σε βάρος του αναιρεσείοντος στην ..... Π.Ε.Ε. ΙΚΑ Λουτρακίου, "χωρίς αυτό να αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία και χωρίς το περιεχόμενο του να προκύπτει από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά στοιχεία", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το παραπάνω έγγραφο, αποτελώντας στοιχείο του κατηγορητηρίου, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού, και, κατά συνέπεια, αναπόσπαστο μέρος της κατά του αναιρεσείοντος ποινικής δίωξης, καθιστούσε δυνατόν σε αυτόν, προς απόκρουση του περιεχομένου τούτου, να εκθέσει, κατ` άρθρο 358 ΚΠΔ, τις περί αυτού απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις. ΙΙI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του ΑΝ 1846/195, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951,ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Ειδικότερα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 26815/2008 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος είναι λογιστής. Αυτός από 30/6/2000 εν γνώσει των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Α.Ε. "CASCO INTERNATIONAL ABEE" και ο μέτοχός της Α, αφού ήταν λογιστής της εταιρείας και ακριβώς για να εμφανισθεί αξιόπιστο συναλλακτικό πρόσωπο της εταιρείας ανέλαβε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, όπως αποδεικνύεται και από την ένορκη κατάθεση του Α ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που περιέχεται στην 62305/2006 απόφαση αυτού, που προσκομίστηκε από τον ίδιο τον κατ/νο. Ο κατ/νος είχε ουσιαστική συμμετοχή στην πορεία της εταιρείας και αμοιβόταν για την εργασία του. Το γεγονός ότι αυτός είχε με πληρεξούσιο εξουσιοδοτήσει και τους Α και Β να ενεργούν για την εταιρεία δεν μειώνει την δική του ευθύνη και συμμετοχή στα της εταιρείας, αφού μάλιστα λόγω των γνώσεων του ως λογιστή, όσον και ειδικότερα λόγω της προηγούμενης ενασχολήσεως του με την εταιρεία γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση της και παρ' όλα αυτά ανέλαβε Πρόεδρος Δ.Σ. και Δ/νων Σύμβουλος αυτής. Επομένως οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατ/νου πρέπει να απορριφθούν. Ετσι ισχυρισμοί του κατ/νου πρέπει να απορριφθούν. Ετσι ο κατ/νος στο ..... για έξι (6) μισθωτούς της ανωτέρω επιχείρησης για τους οποίους συντάχθηκε η ..... ΠΕΕ ΙΚΑ Λουτρακίου και Δεκέμβριο 2001 δεν κατέβαλε 2.969,92 ευρώ για ασφαλιστικές εργοδοτικές εισφορές και 1484,96 ευρώ για εργατικές εισφορές παρακρατώντας παράνομα και υπαίτια αυτές. Για την δεύτερη πράξη πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατ/νος γιατί κατά το άρθρο 33 Ν. 3346/2005 που ως ευμενέστερο (άρθρο 2 Π.Κ.) εφαρμόζεται το ποιο είναι κατώτερο των 2.000 ευρώ και συνεπώς η πράξη δεν είναι αξιόποινη. Για την πρώτη πράξη ο κατ/νος (αφού απορριφθεί το αίτημα αναβολής του αφού ούτε καν έχει υποβληθεί αίτηση ρύθμισης των χρεών των οποίων είναι άδηλος ο χρόνος εξόφλησης ακόμα και η ίδια και η εξόφληση είτε μέσω του πλειστηριασμού είτε άλλως πως) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αφού όμως του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 8426 Π.Κ.) αφού δεν ήταν ο ιδιοκτήτης αλλά απλός συνεργάτης της εταιρείας που εν γνώσει δέχθηκε να εξυπηρετήσει τους μετόχους αυτής. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα του ότι, ως εργοδότης, της πιο πάνω αναφερόμενης επιχείρησης, "έχοντας απασχολήσει κατά το χρονικό διάστημα από 7/2000 μέχρι 12/2001 στην επιχείρηση του αυτή, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο ίδρυμα Κοινωνικής Ασφάλισης, σε Οργανισμό δηλ. Κοινωνικής Ασφάλισης υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και τώρα στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων... έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 2.969,92 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό, μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη για αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση... ", ενώ κήρυξε αθώο αυτόν για άλλη συναφή πράξη (διότι δεν ήταν αξιόποινη, κατά το άρ. 33 του μεταγενέστερου ευνοϊκότερου νόμου 3346/05). Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ), οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας, από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για την πληρωμή εισφορών. Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται, άλλα στοιχεία και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, εκτός άλλων, διότι "αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού της αποφάσεως και το τελευταίο συνιστά μόνον αντιγραφή του κατηγορητηρίου", αλλά και ότι "αποτελεί απλή αντιγραφή του σκεπτικού της υπ' αριθμ. 8428/03 πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως", ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες ελλείψεις της αιτιολογίας, δεδομένου ότι μόνο η επανάληψη του κατηγορητηρίου στο σκεπτικό, δεν καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη, είναι και αβάσιμες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του κατηγορητηρίου, αλλά και της πρωτόδικης απόφασης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί απλή αντιγραφή αυτών, αλλά διαλαμβάνει και δικές της σκέψεις και μάλιστα κατά σημαντικό μέρος της, ενώ επιπλέον δεν ήταν αναγκαία η "συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των από αυτή προκυψάντων πραγματικών περιστατικών", κατά τις αβάσιμες, επίσης, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου ουδεμία αντίφαση ενέχει η παραδοχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία ο κατηγορούμενος "ήταν πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας" με την παραδοχή του αυτού σκεπτικού, ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης, αλλά απλός συνεργάτης της εταιρείας, που εν γνώσει του δέχτηκε να εξυπηρετήσει τους μετόχους αυτής, αφού η ιδιότητα του εκπροσώπου και του πρόεδρου του Δ.Σ. και του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας δεν προϋποθέτει και την "ιδιοκτησία" της εταιρείας. Τέλος το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό του, έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα σε αυτό αποδεικτικά μέσα, επομένως και την κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως Γ, καθώς και την 62305/2006 απαλλακτική για τον κατηγορούμενο απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, της οποίας μάλιστα κάνει ειδική μνεία. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και κακής ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ποινικών διατάξεων, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά, όλες οι διαλαμβανόμενες στη κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, καθόσον εξ αυτών προκύπτει η αθωότητά του, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο αναιρεσείων με τον υπό στοιχείο Β.11 λόγο αναίρεσης προβάλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές, αφού: "α) Δεν τις γνώριζα και β) δεν είχα τη διαχείριση των οικονομικών της εταιρείας, διότι γ) μοναδικός μέτοχος και εν τοις πράγμασι διαχειριστής της περιουσίας της και νόμιμος εκπρόσωπος της ήταν ο Α, στον οποίο, μάλιστα, δ) είχα εκχωρήσει και όλες τις εξουσίες μου με ειδικό πληρεξούσιο και σχετικά πρακτικά του ΔΣ, τα οποία, μάλιστα, είχαν δημοσιευθεί και στο ΦΕΚ, πράγμα που δέχεται και η προσβαλλομένη, ...". Οι πιο πάνω όμως ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, ώστε η απόρριψη αυτών να απαιτεί ειδική αιτιολογία, αλλά πρόκειται για απλούς υπερασπιστικούς, αρνητικούς της κατηγορίας, ισχυρισμούς. Ειδικότερα, δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός συνιστά σαφή και ορισμένο, αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ούτε άλλωστε, ο αναιρεσείων τον χαρακτηρίζει κατά τον τρόπο αυτό. Ανεξαρτήτως αυτών, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ειδική και εμπεριστατωμένη ατιολογία με την οποία αποκρούονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, εκτιμώμενοι ως αρνητικοί της υπαιτιότητας (δόλου) αυτού και, συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απορρίψεως του πιο πάνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/3/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 2656/2008) του Χ για αναίρεση της 661/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης: 1) για έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται αίτημα αναβολής της δίκης. Το αίτημα υποβλήθηκε απαραδέκτως με την αίρεση έκδοσης καταδικαστικής απόφασης. 2) Για απόλυτη ακυρότητα λόγω συνεκτιμήσεως μη αναγνωσθέντος εγγράφου (ΠΕΕ). Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε δημοσίως, εφόσον τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου, 3) για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως της περί ενοχής αποφάσεως αντιγραφή διατακτικού και πρωτόδικης, συσχέτιση αποδείξεων, αντιφάσεις, μη εκτίμηση δικαστικής απόφασης και καταθέσεως μάρτυρος, κλπ), 4) για απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αυτοτελή ισχυρισμού, ότι δεν είχε δυνατότητα να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές. Πρόκειται για αρνητικό της κατηγορίας (δόλου) ισχυρισμό, και 5) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και νομίμου βάσεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2279/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, 2. χ2, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 3. χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Καϊμακάμη, περί αναιρέσεως της 374/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον χ4. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του παραστάντος αναιρεσείοντος και στις από 11 Μαρτίου 2008 και 24 Μαρτίου 2008 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναίρεσης του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσειόντων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 527/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι αιτήσεις του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσειόντων και να απορριφθεί ως αβάσιμη εκείνη του τρίτου των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά της υπ' αριθμ. 374/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήθηκαν α) η υπ'αριθμ.5/11-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του χ1 β) η υπ' αριθμ. πρωτ. 2647/24-3-2008 αίτηση του χ2 και γ) η υπ' αριθμ.2648/24-3-2008 αίτηση του χ3. Επομένως,πρέπει οι αιτήσεις να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν. Α.- Επί της αιτήσεως του χ2. 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία .... και .... αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών .... και ....., αντίστοιχα, ο εν λόγω αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής προς συζήτηση της αναιρέσεως, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) Β.- Επί της αιτήσεως του χ1 Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, εμφανίστηκε ως άγγελος η ..... και ζήτησε την αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, δηλώνοντας ότι "..τον λόγο της αναβολής τον γνωρίζει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος...." Το αίτημα αναβολής για τον άνω λόγο, ως διατυπώνεται, είναι αόριστο και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει τούτου και δεδομένου ότι από το με ημερομηνία ..... αποδεικτικό επιδόσεως της γραμματέα στις Φυλακές Χαλκίδας ..... προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως αυτού και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Γ. Επί της αιτήσεως του χ3.- Κατά το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την παρ.3 εδ.α' και β' του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών : α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών [73.000.000 ευρώ]. Κατά δε το άρθρο 13 εδ.στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως, προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην τέλεση του εγκλήματος της απάτης, χωρίς ν' απαιτείται αναφορά των επί μέρους ψευδών παραστάσεων καθενός των συναυτουργών, αλλ' αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. ΙΙ.- Κατά το άρθρο 187 παρ.1 και 2 του Π.Κ., όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001 1. "Όποιος συμφωνεί με άλλον να διαπράξουν ορισμένο κακούργημα ή ενώνεται με άλλον για τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που δεν καθορίστηκαν ακόμη, ειδικά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. 2. Όποιος συμφωνεί ή ενώνεται με άλλον για να διαπράξουν ένα ή περισσότερα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, τιμωρείται με φυλάκιση". Με το άρθρο 1 του Νόμου 2928/27-6-2001 το άρθρο 187 του ΠΚ αντικαταστάθηκε στο σύνολό του και στην παράγραφο 3 αυτού ορίζεται " Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας...". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει αφ' ενός ότι στην παρ. 3 του νέου άρθρου 187 έχουν ενοποιηθεί και ενσωματωθεί οι παράγραφοι 1 και 2 του παλαιού άρθρου και αφ' ετέρου η προβλεπόμενη από τις παραγράφους 1 και 2 του παλαιού άρθρου πράξη της σύστασης δεν αποτελεί πλέον αξιόποινη πράξη. όπως ρητώς τούτο αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του ν. 2928/27-6-2001, ο οποίος ως ηπιότερος, εφαρμόζεται και στις πράξεις της σύστασης που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του παλαιού άρθρου 187 του Π.Κ. (άρθρ. 2 και 1 Π.Κ.). ΙΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη γνώση και τη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.374/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, εκτός των άλλων προσώπων, καταδικάσθηκε και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, α) για κατά συναυτουργία απάτη κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, από πρόσωπα που διαπράττουν απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) για συμμορία και επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών. Για να καταλήξει στην άνω καταδικαστική κρίση του, από τα κατ' ειδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα. "... Οι κατηγορούμενοι χ2, χ4, χ3 και χ1, τέλεσαν τις εις το διατακτικό της παρούσης αποφάσεως αξιόποινες πράξεις, κατά τα εις αυτό (διατακτικό) αναλυτικώς αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι, στον Πειραιά και σε άλλους τόπους, κατά το από το μήνα Φεβρουάριο μέχρι 11-6-2001 χρονικό διάστημα, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα οι κατ/νοι αυτοί, προέβησαν κατ' αρχήν στις 16-2-2001 στη μίσθωση ενός ακινήτου-αποθήκης στην oδό ..... στην περιοχή ... Πειραιώς, για να το χρησιμοποιήσουν δήθεν ως πρακτορείο μεταφορών, με το διακριτικό τίτλο ".....". Η μίσθωση έγινε στο όνομα της Β1. Επίσης, οι ανωτέρω κατ/νοι προέβησαν σε μίσθωση και άλλου ακινήτου στις 23-2-2001, με ψευδή στοιχεία στο όνομα Γ1 και δη: ισογείου καταστήματος στη περιοχή ....... Ρόδου, για τη δήθεν λειτουργία σ' αυτό επιχείρησης γενικού εμπορίου. Στη συνέχεια, αφού επέλεγαν εμπορικές επιχειρήσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς με τους εκπροσώπους τους ή τους επισκέπτονταν, προκειμένου δήθεν να αγοράσουν εμπορεύματα για λογαριασμό της "επιχείρησης" που είχαν ιδρύσει στην πόλη της Ρόδου. Εκείνος που επικοινωνούσε με τις διάφορες επιχειρήσεις σύμφωνα με τα παραπάνω, εμφανιζόταν ως Γ1, φερέγγυος επιχειρηματίας με έδρα το μίσθιο ακίνητο στο .....της Ρόδου και κατά περίπτωση, ανάλογα με το υπό διαπραγμάτευση εμπόρευμα, ως χονδρέμπορος, ιδιοκτήτης SUPER MARKET, ιδιοκτήτης ενοικιαζομένων δωματίων και λογιστής. Συγχρόνως εξεδήλωνε την πρόθεσή του, στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, να ενεργήσει νόμιμη εμπορική συναλλαγή και συγκεκριμένα αγορά εμπορευμάτων για τις ανάγκες "της επιχείρησής του" στη Ρόδο. Ο ανωτέρω εκάστοτε επικοινωνών, εμφάνιζε στον εκπρόσωπο της πωλήτριας των εμπορευμάτων επιχείρησης, ότι η είσπραξη του τιμήματος ήταν εξασφαλισμένη, δεδομένου ότι τα εμπορεύματα αποστέλλονταν "επί αντικαταβολή" μέσω του πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο "......", το οποίο δήθεν δραστηριοποιούνταν με μεταφορές κυρίως προς τη Ρόδο και είχε συνεργασία με αυτόν, δηλ. το Γ1. Επομένως (με βάση αυτά), η πληρωμή του τιμήματος επρόκειτο να γίνει από τον τελευταίο (Γ1) με μετρητά στη Ρόδο με την παραλαβή των εμπορευμάτων και στη συνέχεια ο υπεύθυνος του πρακτορείου στον Πειραιά, θα καταβάλει το τίμημα στην πωλήτρια επιχείρηση.Ομως οι ανωτέρω διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς, καθόσον ο Γ1 ήταν πρόσωπο ανύπαρκτο, το πρακτορείο μεταφορών, το κατάστημα στη Ρόδο και οι κατηγορούμενοι δεν είxαν καμία νόμιμη δραστηριότητα, τα δε προς αγορά εμπορεύματα δεν επρόκειτο να αποσταλούν στη Ρόδο, αλλά να παραληφθούν από τους δύο τελευταίους κατηγορούμενους Χ3 και Χ1, να μεταφερθούν σε αποθηκευτικούς χώρους που διατηρούσαν αυτοί και στη συνέχεια να διατεθούν παράνομα στην αγορά προς όφελος των κατηγορουμένων, ενώ οι πωλητές δεν επρόκειτο να εισπράξουν το τίμημα των εμπορευμάτων τους. Με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, οι κατηγορούμενοι παραπλάνησαν τους εκπροσώπους των εταιριών, καθώς επίσης και τους διατηρούντες ατομική επιχείρηση, που αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό. Με τον τρόπο αυτόν τους έπεισαν και αυτοί τους παρέδωσαν στο ανωτέρω πρακτορείο "......", τα αναφερόμενα λεπτομερώς στο διατακτικό είδη αξίας πάνω από 161.500,00 ευρώ, ποσό κατά το οποίο οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία των παθόντων. Εκτός αυτών, οι ίδιοι κατηγορούμενοι στον Πειραιά, στον..... Αττικής και σε άλλους τόπους, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο 2001 μέχρι τις 26-9-2001, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, αφενός μεν έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, αφετέρου δε, αφού αποφάσισαν να εκτελέσουν την ίδια πράξη, ήτοι το κακούργημα της απάτης, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του. Συγκεκριμένα, με τη χρήση ψευδών στοιχείων, προέβησαν κατ' αρχήν στις 5-7-2001 στη μίσθωση, στο όνομα Β2, ακινήτου-αποθήκης στην οδό ....... Αττικής, για να το χρησιμοποιήσουν δήθεν ως πρακτορείο µεταφορών µε το διακριτικό τίτλο "......". Επίσης προέβησαν στις 9-8-2001 στη µίσθωση στο όνοµα Β3, ενός καταστήµατος στην πόλη της Κω, για τη δήθεν λειτουργία σ' αυτό επιχείρησης γενικού εµπορίου. Στη συνέχεια µε τον ανωτέρω προαναφερόµενο τρόπο, προέβησαν σε εξαπάτηση των κατωτέρω παθόντων σύµφωνα µε το από κοινού σχέδιο που είχαν καταρτίσει. Ειδικότερα, αφού επέλεγαν εµπορικές επιχειρήσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς µε τους εκπροσώπους τους ή τους επισκέπτονταν, προκειµένου δήθεν να αγοράσουν εµπορεύµατα για λογαριασµό της "επιχείρησης" που είχαν ιδρύσει (και) στην Κω. Εκείνος που επικοινωνούσε κάθε φορά, εµφανιζόταν ως Β3, φερέγγυος επιχειρηµατίας µε έδρα το µίσθιο ακίνητο στη Κω, και ανάλογα µε το υπό διαπραγµάτευση εµπόρευµα, ως χονδρέµπρος, ιδιοκτήτης SUPER MARKET και ιδιοκτήτης ενοικιαζοµένων δωµατίων. Συγχρόνως εξεδήλωνε την πρόθεσή του να αγοράσει εµπορεύµατα για τις ανάγκες "της επιχείρησής του" στην Κω. Επιπροσθέτως εµφάνιζε στον εκπρόσωπο της πωλήτριας επιχείρησης ότι η είσπραξη του τιµήµατος ήταν εξασφαλισµένη, καθόσον τα εµπορεύµατα αποστέλλονταν "επί αντικαταβολή" µέσω του πρακτορείου "....", το οποίο δήθεν είχε αναπτύξει δραστηριότητες µε µεταφορές προς τη Κω και είχε συνεργεία µε τον ανωτέρω Β3 και συνεπώς η πληρωµή του τιµήµατος επρόκειτο να γίνει από αυτόν µε µετρητά στην Κω, µε την παραλαβή των εµπορευµάτων και στη συνέχεια ο υπεύθυνος του πρακτορείου στον ....., θα καταβάλει τούτο-τίµηµα στην πωλήτρια επιχείρηση. Όπως και οι ανωτέρω, έτσι και αυτές οι διαβεβαιώσεις των κατηγορουµένων ήταν ψευδείς αφού ο Β3 ήταν πρόσωπο ανύπαρκτο, το πρακτορείο µεταφορών, το κατάστηµα στη Κω και οι κατηγορούµενοι δεν είχαν καµία νόµιµη δραστηριότητα, τα δε προς αγορά εµπορεύµατα δεν επρόκειτο να αποσταλούν στη Κω, αλλά να παραληφθούν από τους Χ3 και Χ1, να µεταφερθούν σε αποθήκες που διατηρούσαν αυτοί και στη συνέχεια να διατεθούν παράνοµα στην αγορά προς όφελος των κατηγορουµένων, οι δε πωλητές δεν επρόκειτο να εισπράξουν το τίµηµα των εµπορευµάτων τους. Με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, οι κατηγορούµενοι παραπλάνησαν τους εκπροσώπους των εταιριών, και τους διατηρούντες ατοµική επιχείρηση, που αναφέρονται στο διατακτικό. Με τον τρόπο αυτόν οι κατ/νοι έπεισαν τους ανωτέρω και αυτοί παρέδωσαν στο πρακτορείο ".....", τα αναφερόµενα λεπτοµερώς στο διατακτικό είδη. Οι ως άνω κατηγορούµενοι αφού συναποφάσισαν να τελέσουν το ίδιο έγκληµα, χρησιµοποίησαν την ίδια υποδοµή και µε τις ίδιες ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν τους: 1) Δ1 και 2) Δ2 να τους παραδώσει στις 10-9-2001 και 26-9-2001 τα εις το διατακτικό αναφερόµενα εµπρεύµατα αξίας 2.786.759 δραχµών συνολικά. Όµως στις εν λόγω περιπτώσεις, οι κατ/νοι δεν έφεραν εις πέρας το εγκληµατικό τους σκοπό, από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους. Συγκεκριµένα, στην πρώτη περίπτωση, ο Δ1 υπαναχώρησε, παρέλαβε αµέσως τα εµπορεύµατα και τα επέστρεψε στην επιχείρησή του, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, είχε µεσολαβήσει η αποκάλυψη της δραστηριότητος και η σύλληψη των κατηγορουµένων. Με την ανωτέρω συμπεριφορά τους οι κατηγορούµενοι, επιδίωξαν και επέτυχαν παράνοµο περιουσιακό όφελος που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 92.500,00 ευρώ, µε αντίστοιχη ζηµία των παθόντων. Εξάλλου αποδείχτηκε, ότι οι κατηγορούµενοι αυτοί στον Πειραιά ενώθηκαν, για να διαπράξουν κακουργήµατα κατά το χρονικό διάστηµα από Φεβρουάριο 2001 µέχρι Ιούλιο 2001 και συνέχεια, από Ιούλιο 2001 µέχρι 26-9-2001 ενώθηκαν για να διαπράξουν τα προαναφερόµενα υπό στοιχεία Α και Β κακουργήµατα, της απάτης κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριµένα, οι ανωτέρω κατηγορούµενοι ενώθηκαν µε το σκοπό να αποκτήσουν µεγάλες ποσότητες εµπορευµάτων µε τις άνω πράξεις, της απάτης, σύµφωνα µε το κοινό σχέδιο που είχαν καταστρώσει, οι λεπτοµέρειες του οποίου αναφέρθηκαν παραπάνω λεπτοµερώς και έτσι επεδίωξαν τα ως άνω περιουσιακά οφέλη, µε αντίστοιχη ζηµία των παθόντων. 'Όλα τα παραπάνω αποδείχτηκαν από τις καταθέσεις των µαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, καθώς και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, µεταξύ των οποίων και η εκκαλουµένη απόφαση µε τα πρακτικά της στα οποία περιέχονται, µεταξύ άλλων, και οι καταθέσεις των εις αυτήν (απόφαση) µαρτύρων κατηγορίας και των πολιτικώς εναγόντων. Από τα αποδεικτικά αυτά µέσα, αποδείχθηκε η από κοινού µε τους ανωτέρω τρόπους τέλεση των προαναφερόµενων αξιοποίνων πράξεων από τους τέσσερις (4) πρώτους κατηγορούµενους, σύµφωνα µε το ως άνω εγκληµατικό σχέδιο που είχαν επιµελώς καταστρώσει µετά από συναπόφασή τους, µε αποτέλεσµα να αποκοµίσουν παράνοµα τα παραπάνω περιουσιακά οφέλη µε αντίστοιχη ζηµία των παθόντων, όπως από κοινού επεδίωξαν οι κατηγορούµενοι. Ειδικά όµως ως προς τις περιπτώσεις: 1) Του εκπροσώπου της εταιρίας µε την επωνυµία "ΑΦΟΙ ΚΩΤΣΑΚΗ ΑΕ", Δ1 και 2)του Δ2, οι ενέργειες των κατ/νων αυτών, δεν έφεραν εις πέρας το εγκληµατικό τους σκοπό, από λόγους ανεξάρτητους της θέλησή τους, κατά τα ανωτέρω. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των µαρτύρων υπερασπίσεως, καθώς και από τις απολογίες των κατηγορουµένων και τα έγγραφα, τα οποία οι ίδιοι προσκόµισαν και αναγνώστηκαν. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, οι κατηγορούµενοι αυτοί και δη: οι l) Χ2, 2) Χ4, 3) Χ3 και 4)Χ1, διέπραξαν τις ως άνω και στο διατακτικό τής παρούσης αναφερόµενες πράξεις: 1) της απάτης, κατ' εξακολούθηση σε βαθµό κακουργήµατος από κοινού και 2) της παραβ. του άρθρου 187 παρ. 3 Π.Κ....... Τις ως άνω µερικότερες πράξεις της απάτης οι κατηγορούµενοι τέλεσαν κατ'επάγγελµα και κατά συνήθεια, αφού αυτό προέκυψε από τα προαναφερόµενα πραγµατικά περιστατικά..Eιδικότερα από την επανειληµµένη τέλεση της ως άνω πράξης και την υποδοµή που είχαν διαµορφώσει από κοινού οι κατ/νοι, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισµό σταθερού εισοδήµατος, καθώς και σταθερή ροπή (αυτών) για διάπραξη του ανωτέρω εγκλήµατος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. ..". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης και της συμμορίας, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 45, 187 παρ.3 και 386 παρ.1 και 3α' του Π.Κ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται ρητώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες και τα έγγραφα, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα αναφερόμενα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση. Ειδικότερα, το δικαστήριο στο σκεπτικό του με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα του μηνός Φεβρουαρίου 2001 έως και τα μέσα lουνίου του ιδίου έτους και στη συνέχεια από τον μήνα lούλιο μέχρι τις 26-9-2001, ενώθηκαν για να διαπράξουν απάτες και προς επίτευξη του σκοπού αυτού, διαμόρφωσαν την αναφερομένη στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως αναγκαία υποδομή με την οποία στη συνέχεια έθεσαν από κοινού σε ενέργεια το σχέδιό τους, έχοντες πλήρη γνώση ο καθένας των ενεργειών των υπoλoίπων συναυτουργών που σκοπό είχαν να εξαπατήσουν τους μνημονευομένους στην απόφαση παθόντες. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα πρόσωπα των εταιρειών και γενικώς των επιχειρήσεων,με τα οποία επικοινωνούσαν και τα οποία παραπλανούσαν οι κατηγορούμενοι με τις ψευδείς παραστάσεις τους, ούτε ποίος από αυτούς εμφανιζόταν κάθε φορά ως διαπραγματευόμενος την αγορά πραγμάτων, αφού ως στοιχείο της παραπλάνησης των παθόντων χρησιμοποιούσαν στις επαφές τους ψευδή στοιχεία ταυτότητας, εμφανιζόμενος, ένας απ' αυτούς κάθε φορά, ως "Γ1" ή " Β2" . Περαιτέρω, εφόσον το δικαστήριο δέχτηκε ότι οι απάτες τελέσθησαν διά της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, διά θετικής δηλαδή απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων δεν απαιτείτο να αναφέρεται ειδικότερη υποχρέωση τούτων να ανακοινώσουν στους παθόντες την αλήθεια, όπως συμβαίνει όταν η παραπλάνηση πραγματοποιείται με την παρασιώπηση αληθών γεγονότων. Τέλος, με όσα δέχεται το δικαστήριο για το έγκλημα της συμμορίας, διέλαβε στο σκεπτικό του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν ερμήνευσε ούτε εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 187 παρ.3 του Π.Κ για την πράξη αυτή η οποία και πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου 2928/27-6-2001 ήταν αξιόποινη κατά το ίδιο άρθρο 187 του ΠΚ, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του. Συνεπώς, ο δεύτερος και τρίτος οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε'του Κ.Ποιν.Δ με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι. ΙΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα μη αναγνωσθέντα υπ' αριθμ. ..... και ..... τιμολόγια δελτία αποστολής των εδρεουσών στην Καλαμάτα και Αθήνα εταιρειών με την επωνυμία "Ορυζόμυλοι Μεσσηνίας Κωνσταντακόπουλοι ΑΦΟΙ ΑΕΒΕ" και "..... Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", αντιστοίχως, το δε διότι έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο υπό τους αύξοντες αριθμούς 84,85, 86, 87 και 179 έγγραφα ήτοι α) Το από ....... έγγραφο της PANAFON - VODAFON, προς την Δ/νση Ασφαλείας Αττικής, Υπ/νση Ασφαλείας Πειραιώς β) Το με αριθμό ...... έγγραφο του ΟΤΕ, Τηλεπ. Εμπ. Τμήμα Ρόδου, προς την Υπ/νση Ασφαλείας Πειραιώς γ) Το υπ'αριθμ. ...... έγγραφο του ΟΤΕ Τηλεπ. Διαμέρισμα Πειραιώς προς την Υπ/νση Ασφαλείας Πειραιώς, με συνημμένες σε αυτό τρεις βεβαιώσεις, που αφορούν τους 1) Β1, 2) ...... και 3) ....., δ) Έγγραφο του ΟΤΕ Α.Ε. με θέμα "κλήσεις συνδρομητών ψηφιακού κέντρου ΑΧΕ - 1 ο" και ε)· την με αριθμό ..... απόδειξη μεταφοράς κομίστρων, των οποίων δεν προκύπτει η ταυτότητα, καθόσον δεν διαλαμβάνεται ο εκδότης αυτών, πότε αυτά εξεδόθησαν, ποιο το περιεχόμενο των σελίδων και των βεβαιώσεων που έχουν ενσωματωθεί ή επισυναφθεί σ'αυτά. Αμφότερες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον η μεν πρώτη στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, δοθέντος ότι το Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, δεν στηρίχθηκε στα άνω δύο μη αναγνωσθέντα έγγραφα τα οποία ουδόλως μνημονεύονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, η δε αναφορά του δευτέρου (1752/24-8-2001) μόνο στο διατακτικό της αποφάσεως, καλύπτεται από την ανάγνωση των πρακτικών και αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία, επισκοπούμενη, αναφέρεται και το έγγραφο αυτό, η δε δεύτερη, διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν. Συνεπώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αιτήσεις αναιρέσεως. Απορρίπτει α) την υπ' αριθμ.5/11-3-2008 αίτηση του χ1 β) την υπ' αριθμ. πρωτ. 2647/24-3-2008 αίτηση του χ2 και γ) την υπ' αριθμ.2648/24-3-2008 αίτηση του χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ.374/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου ΠειραιώςΚαι. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για κακουργηματική απάτη και παράβαση του άρθρου 187 παρ. 3 του ΠΚ. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Οργάνωση εγκληματική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2278/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Κομοτηνής, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ηλία Ηλιακόπουλο και Αθανάσιο Σανιδά, περί αναιρέσεως της 297/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 313/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. γ'του Ν.3386/2005 "...Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδούς μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτος μέλους της Ε.Ε ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται α) ...β).... γ) με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν χιλιάδων (100.000) ευρώ αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη γνώση και τη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 297/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για προώθηση λαθρομεταναστών από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, το δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ".. Ο κατηγορούµενος στις 12-5-2006 στο .... του Νοµού Έβρου κατελήφθη από συνοριοφύλακες του τµήµατος Ορεστιάδας να προωθεί στο εσωτερικό της Χώρας υπηκόους τρίτων χωρών (εκτός Ε.Ε.), που δεν είχαν δικαίωµα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς να φέρουν τα προς τούτο νοµιµοποιητικά τους έγγραφα. Ειδικότερα ο άνω κατηγορούµενος οδηγώντας τον υπ' αριθ. ...... ΔΧ ελκυστήρα µε επικαθήµενο (καρότσα) µάρκας ...., ιδιοκτησίας αγνώστου, επιβίβασε σε ειδικώς διαµορφωµένη στην καρότσα του αυτοκινήτου κρύπτη, επιµελώς κατασκευασµένη ώστε να µην γίνεται αντιληπτή από τα αρµόδια όργανα που τυχόν θα προέβαιναν σε έλεγχο, 60 αλλοδαπούς, υπηκόους Αφγανιστάν, Πακιστάν, Παλαιστίνης, Σοµαλίας, Αιθιοπίας, που λεπτοµερώς περιγράφονται τα στοιχεία τους στο διατακτικό, µε σκοπό να τους µεταφέρει (προωθήσει) από τη ... στην Αθήνα. Οι άνω αλλοδαποί εισήλθαν λάθρα στις 12-5-2006 στην Ελλάδα από την αγροτική περιοχή .... Ν. Έβρου προερχόµενοι από την Τουρκία χωρίς να φέρουν κατά τα προεκτεθέντα νοµιµοποιητικά έγγραφα, επιβιβάσθηκαν δε στην κρύπτη από άνοιγµα (καταπακτή) που υπήρχε στο κάτω µέρος της καρότσας του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο ήταν έµφορτο ζωοτροφών, ώστε να µην γίνεται αντιληπτή η ειδικώς διαµορφωµένη κρύπτη, χωρίς ο κατηγορούµενος οδηγός να φέρει τα έγγραφα φορτωτικής κλπ, η δε άδεια κυκλοφορίας του άνω αυτοκινήτου ήταν πλαστή ο δε φερόµενος ως ιδιοκτήτης αυτού (αυτοκινήτου) απεδείχθη ότι δεν είχε καµία σχέση µε το άνω αυτοκίνητο. Ο κατηγορούµενος αρνείται ότι γνώριζε την µεταφορά των λαθροµεταναστών, επικαλούµενος ότι αυτός κατ' εντολή γνωστού του, τον οποίο όµως δεν κατονοµάζει, θα µετέφερε το φορτηγό έµφορτο ζωοτροφών από .... στην Αθήνα. Όµως η γνώση του πλήρως απεδείχθη από τα αποδεικτικά στοιχεία ενισχύεται δε και από την οµολογία του ιδίου. Οι απαντήσεις που έδωσε περί αγνοίας του δεν είναι πειστικές. Διανυκτέρευσε σε περιοχή ..... όπου εµφανίζει ελάχιστη κίνηση, αποµακρυσµένη (κοντά στο Νεκροταφείο) σε θέση δε µάλιστα που δεν ήταν ορατές οι κινήσεις του. Δεν εξηγεί δε για ποιό λόγο ενώ φόρτωσε στην ...., διανυκτέρευσε στη ..... ήτοι κατεύθυνση αντίθετη από τον προορισµό του προς Αθήνα. Ο ίδιος βοήθησε να ανευρεθεί η καταπακτή απ' όπου εισήλθαν στην κρύπτη οι αλλοδαποί. Ο άνω κατηγορούµενος τέλεσε την πράξη αυτή προς πορισµό εισοδήµατος, καθώς όπως απεδείχθη έλαβε προκαταβολή 200 ευρώ το δε υπόλοιπο της αµοιβής του, το οποίο δεν προσδιόρισε, θα το ελάµβανε µετά το πέρας της µεταφοράς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο άνω κατηγορούµενος ενήργησε κατά τρόπο που µπορούσε να προξενήσει κίνδυνο στους προαναφερόµενους αλλοδαπούς, στην ειδικά διαµορφωµένη κρύπτη, στην οποία δεν υπήρχαν αεραγωγοί που να επιτρέπουν την είσοδο οξυγόνου, στο χώρο που ήταν στιβαγµένοι, παρά µόνο ένα άνοιγµα στο εµπρόσθιο τµήµα της κρύπτης, διαστάσεως 15 εκατοστών Χ 2 µέτρων που ως αεραγωγός λειτουργούσε µέχρι την οροφή του επικαθήµενου, το οποίο (επικαθήµενο) λόγω των ζωοτροφών που ήταν φορτωµένο κατά το λοιπό τµήµα του, ήταν σκεπασµένο µε πλαστικό κάλυµµα (µουσαµά), πλην από το άνω άνοιγµα δεν ήταν ευχερής η είσοδος καθαρού αέρα (οξυγόνου) στην κρύπτη, σε συνδυασµό δε με την µικρή χωρητικότητα της κρύπτης εν σχέσει µε τα µεταφερόµενα 60 άτοµα και µε την µη πραγµατοποίηση στάσεων κατά την διαδροµή από τη .... στην Αθήνα, προκειµένου να µη γίνουν αντιληπτοί οι λαθροµετανάστες, µπορούσε να προκύψει κίνδυνος αυτών, που συνίσταται στην πιθανότητα ασφυξίας τους... ". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της διευκόλυνσης παράνομης προώθησης αλλοδαπών λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Ελλάδας, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 88 παρ.1 περ. γ' του Ν.3386/2005 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται ρητώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες και τα έγγραφα, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα αναφερόμενα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, ειδικώς δε, αλλά και με τις εκ του πράγματος παραδοχές, αιτιολογείται και η γνώση του κατηγορουμένου για το παράνομο της μεταφοράς των αλλοδαπών προσώπων. Η αιτίαση ότι από τις μαρτυρικές καταθέσεις δεν δικαιολογείται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη γιατί πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική του κρίση. ως απαράδεκτες είναι και οι λοιπές αιτιάσεις δια των οποίων ο αναιρεσείων αρνείται την τέλεση της πράξης. ΙΙ.- Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Όμως το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και, επιπλέον, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση προτεινομένων κατά τα ανωτέρω άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε δια του συνηγόρου του, να αναγνωρισθούν σ' αυτόν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2δ και 2ε' του Π.Κ χωρίς, κατά τα προκύπτοντα από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, να επικαλείται παντάπασι πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τη συνδρομή των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, ο σχετικός ισχυρισμός του ήταν παντελώς αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε για τον λόγο αυτό υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. ΙΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Αν η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια και τούτο ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και α) το αρ..... πιστοποιητικό διαγωγής β) το αρ. .... πιστοποιητικό εξιτήριο του Γ.Ν. Πατρών και γ) η από ..... απόδειξη είσπραξης. Με την αναφορά αυτή των εν λόγω τριών εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, και είχε αυτός τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς τους, ενώ εξάλλου, πρόδηλον είναι ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτά δεν περιελαμβάνονταν στα εκεί αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω έγγραφα, ο δε σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος, αβάσιμος, ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, είναι και ο για υπέρβαση εξουσίας από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως, συνιστάμενος στην αναφορά στην απόφαση του εδαφ. β' του άρθρου 88 παρ.1 του Ν.3386/2005 που προβλέπει την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, αφού από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της αποφάσεως ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, η δε αναφορά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις και εκείνης του εδαφ. β' του άρθρου 88 παρ.1 του Ν.3386/2005 πρόδηλο είναι ότι οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.4/1-2-2008 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.297/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005 (προώθηση λαθρομεταναστών). Αόριστη προβολή ισχυρισμού για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Όχι υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2277/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λάμαρη, περί αναιρέσεως της 4579/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1597/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4579/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 στις 27-5-2003 στη ..... και τις βραδυνές ώρες επιτέθηκε ύστερα από διαπληκτισμό κατά του παθόντος Ψ, ο οποίος είχε καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ, και τον κτύπησε με γροθιές και τα πόδια στο κεφάλι και το σώμα και του προξένησε θλαστικό τραύμα πωγωνιαίας χώρας εκδορά βρεγματικής χώρας, κακώσεις έσω επιφανείας χειλέων - ούλων και διπλούν κάταγμα της κάτω γνάθου. Ο τρόπος που τελέστηκε η παραπάνω πράξη και το μέρος του σώματος που κτυπήθηκε μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη. Το ότι ο εγκαλών μετά τρεις ημέρες θυμήθηκε ποιος τον κτύπησε δεν αίρει την υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, καθόσον τούτο οφείλετο στην ελαφρά διάσειση την οποία είχε υποστεί". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του Π.Κ.. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πως προκλήθηκε η σωματική κάκωση στον παθόντα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (γροθιές και πόδια) και το σημείο στο οποίο επλήγη ο παθών (κεφάλι) και εκτίθεται περαιτέρω ότι από τον τρόπο, με τον οποίον τελέσθηκε η ειρημένη πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από το σημείο του σώματος του παθόντος, το οποίο επλήγη και το οποίο κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτόν, βαριά σωματική βλάβη. Και ναι μεν απαιτείται να εξειδικεύεται το είδος της βλάβης αυτής που θα επερχόταν, πλην όμως στην προκείμενη περίπτωση αυτό δεν απαιτείτο, γιατί από τα δεκτά γενόμενα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά η δυνατότητα επέλευσης βαριάς σωματικής βλάβης είναι αυτονόητη και κατά την κοινή πείρα δεδομένη. Σε σχέση δε με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών, εντεύθεν δε είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επίσης, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, επειδή στο σκεπτικό αναφέρεται ως αυτουργός ενώ στο διατακτικό ως συναυτουργός, είναι αβάσιμη διότι αυτό οφείλεται σε προφανή παραδρομή, που προκλήθηκε κατά την αντιγραφή του κατηγορητηρίου, χωρίς να διαγραφεί η φράση "από κοινού ενεργούντες" αφού ο έτερος των κατηγορουμένων ΧΧ κηρύχθηκε αθώος. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.329/14-9-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 4579/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για επικίνδυνη σωματική βλάβη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2276/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 402/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 90/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 277/20.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 1/3-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τη δικηγόρο Αθηνών Αλεξάνδρα Γιάκη, δυνάμει του προσαρτημένου στην αίτηση υπ'αριθμ. ..... ειδικού πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Βασιλείου Παπαθανασίου και στρέφεται κατά του υπ'αριθμ.402/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά με το υπ'αριθμ. 943/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ'εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε και η περιουσιακή ζημία πού προξενήθηκε υπερβαίνουν το ποσόν των 25.000.000 δραχμών ή 75.000 ΕΥΡΩ . Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο παραπεμφθείς αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθμ. 402/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Εναντίον του Εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 24/12/2007, η δε αίτηση ασκήθηκε την 3/1/2008 (άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιά, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθμ. 1/3-1-2008 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία κατ'εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιατέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης , κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της (ΑΠ 1844/2007, ΑΠ 961/2006 ). Με την έννοια αυτή περιουσιακή βλάβη θεωρείται τόσο η οριστική απώλεια ενός περιουσιακού στοιχείου, όσο και ο συγκεκριμένος κίνδυνος της οριστικής απώλειας αυτού. Η απειλή μειώσεως της περιουσίας είναι ενεστώσα ζημία, που συνίσταται σε πραγματική μείωση των οικονομικών δυνατοτήτων του φορέα της περιουσίας . Περαιτέρω, εν όψει του ότι δεν απαιτείται ταύτιση του απατωμένου και του βλαπτομένου , υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο διάφορο του βλαπτομένου, αρκεί ο παραπαλανηθείς να μπορεί εκ των πραγμάτων ή κατά νόμο να προβεί σε επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Εντεύθεν έπεται ότι η απάτη δύναται να διαπραχθεί και ενώπιον του δικαστηρίου , με την παραπλάνηση του Δικαστή στα πλαίσια της πολιτικής δίκης, όταν υποβάλλονται ψευδείς ισχυρισμοί, πού υποστηρίζονται με επίκληση και προσαγωγή εν γνώσει ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και γνησίων πλήν όμως ανακριβών κατά το περιεχόμενό τους. Η κατά τα ανωτέρω απάτη συντελείται και όταν η δίκη διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία, κατά την οποία δεν τηρούνται οι κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που αφορούν τα μέσα, αποδείξεις και την αποδεικτική δύναμη αυτών, το δε δικαστήριο αποφασίζει κατά πιθανολόγηση των προβαλλομένων ισχυρισμών, η οποία συντελείται με οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, όπως ισχύει και στη διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 661/2006, ΑΠ 45/2001 ). Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων παραπλανάται το δικαστήριο και προβαίνει στην έκδοση αποφάσεως υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του, ενώ, όταν το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε και απέρριψε τους ψευδείς ισχυρισμούς ή δεν εξέδωσε οριστική απόφαση, τότε υφίσταται απόπειρα απάτης. 3.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά ή υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων πού ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του δικαστικού συμβουλίου ( ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 544/2006), β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, πού αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού( ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006) και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και δι'αυτής, συμπληρωματικά, στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αρκεί να εκτίθενται σ'αυτές με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν τις παραπεμπτικές αυτές προτάσεις, με τις οποίες συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 770/2007, ΑΠ 698/2006, ΑΠ 1242/2005). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά πού δέχθηκε στη διάταξη πού εφαρμόσθηκε ( ευθεία παραβίαση ), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, πού περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως ( ΑΠ 1074/2006). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, πού το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό (βούλευμα) Εισαγγελική Πρόταση και δι'αυτής, συμπληρωματικά, στο πρωτόδικο βούλευμα, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία πού μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τά έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στίς 7 Φεβρουαρίου 2001 συστήθηκε με εντολή και με δαπάνες του εγκαλούντος Χ, η υπεράκτιος εταιρεία με την επωνυμία "SNAR SA", η οποία καταχωρήθηκε στο σχετικό δημόσιο μητρώο του Παναμά, σύμφωνα με το νόμο που ισχύει εκεί. Κατά το καταστατικό της μέτοχοι της εταιρείας ήταν οι υπήκοοι Παναμά Α και Β, πρώτοι δε διευθυντές αυτής ήταν οι ιδρυτές της και ο Γ, και διεύθυνση ..... πόλη του Παναμά. Στη συνέχεια στις 9 Φεβρουαρίου 2001 αποφασίσθηκε η έκδοση πεντακοσίων (500) μετοχών χωρίς ονομαστική αξία, για την απόδειξη της νομίμου κατοχής των οποίων εκδόθηκαν δέκα πιστοποιητικά αριθμημένα από 1 έως 10, το καθένα εκ των οποίων ήταν αποδεικτικό κατοχής πενήντα μετοχών. Την ίδια ημερομηνία ο εκ των ιδρυτών Α εξουσιοδοτημένος από τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της 9-2-2001 συνέταξε το με ιδία ημερομηνία πληρεξούσιο έγγραφο προς τον κατηγορούμενο και αδελφό του εγκαλούντος, με το οποίο του δόθηκε η αποκλειστική εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργήσει για λογαριασμό τής ως άνω υπεράκτιας εταιρείας και να πράξει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ίδρυση με άλλα πρόσωπα και λειτουργία στην Ελλάδα ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "TRANSCO ΑΕ" μετοχικού κεφαλαίου ποσού 60.000 ευρώ (20.445.000 δραχμών) ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε αποφασιστεί. Το πληρεξούσιο αυτό ρητά καθορίστηκε ως ανέκκλητο μέχρι τον διορισμό ή την εκλογή διευθυντών της ανώνυμης εταιρείας που θα ιδρύετο στην Ελλάδα και αυθημερόν ακολούθησε η μεταβίβαση του δικαιώματος κάλυψης του μετοχικού κεφαλαίου, δηλαδή μεταβιβάστηκε με εικονική σύμβαση πώλησης η εταιρεία από τους ιδρυτές εντολοδόχους προς τον εγκαλούντα ως εντολέα τους και συντελέστηκε η παραίτηση των αρχικά ορισθέντων διευθυντών. Επίσης στις 20/2/2001 τα αποδεικτικά έγγραφα των γεγονότων αυτών παραδόθηκαν στον εγκαλούντα, ο οποίος έκτοτε τυγχάνει ο μοναδικός μέτοχος της υπεράκτιας εταιρείας "SNAR SA" και μοναδικός κάτοχος των τίτλων των μετοχών και των λοιπών αποδεικτικών εγγράφων της εταιρείας. Το πληρεξούσιο χορηγήθηκε την ίδια ημερομηνία και με την αριθ. ..... πράξη της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ζαφειρίας Σουρή ακολούθησε η ίδρυση της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΝΣΚΟ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που καταχωρήθηκε στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών Νομαρχίας Θεσσαλονίκης. Εξάλλου με την ως άνω πράξη (καταστατικό) καθώς και την με αριθ. ..... πράξη διορθώσεως - συμπληρώσεως της ιδίας συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκαν νομίμως, ιδρυτικά μέλη και μέτοχοι της εταιρείας που ιδρύθηκε ήταν η υπεράκτιος εταιρεία του εγκαλούντος "SNAR SA" (κυρία, νομέας και κάτοχος 2750 ονομαστικών μετοχών που αντιστοιχούν σε ποσοστό συμμετοχής 55% επί του συνολικού κεφαλαίου ), η COSLINK ΑΕ (κυρία, νομέας και κάτοχος 1250 ονομαστικών μετοχών που αντιστοιχούν σε ποσοστό συμμετοχής 25% επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου) και η ΚΟΣΚΟ Α.Ε. (κυρία, νομέας και κάτοχος 1000 ονομαστικών μετοχών που αντιστοιχούν σε ποσοστό συμμετοχής 20% επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου). Επίσης με το υπ' αριθ. 1/19-3-2001 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου συγκροτήθηκε σε σώμα το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της ως εταιρείας, η θητεία του οποίου έληγε την 30-6-2001 και το αποτελούσαν ο εγκαλών Ψ ως Πρόεδρος, ο Δ ως αντιπρόεδρος, ο κατηγορούμενος (αδελφός του εγκαλούντα) ως διευθύνων σύμβουλος και ο Ε ως σύμβουλος. Την 7-5-2003 συγκλήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες και χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΝΣΚΟ ΑΕ", με απόφαση της οποίας καθαιρέθηκε ο εγκαλών από Πρόεδρος της εταιρείας και αντικαταστάθηκε από τον κατηγορούμενο -ενώ ταυτόχρονα ανατέθηκαν συγκεκριμένες εξουσίες εκπροσώπησης της εταιρείας στον κατηγορούμενο και τον Δ κατά παράβαση του με αρ. .... πρακτικού του ΔΣ- και στη συνέχεια την 19-5-2003 με νέα απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας αποφασίστηκε η έκδοση προσωρινών τίτλων μετοχών και η παράδοση τους στους μετόχους. Ο εγκαλών μετά από αυτά άσκησε κατά της "ΤΡΑΝΣΚΟ ΑΕ" , κατά του κατηγορουμένου και των Δ και Ε την με αριθ. 18510/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης, διά της οποίας ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της ισχύος των αποφάσεων αυτών και υπέβαλε αίτημα περί εκδόσεως προσωρινής διαταγής, για την προσωρινή αναστολή των ως άνω αποφάσεων. Η αίτηση αυτή, συζητήθηκε την 26-5-2003 ενώπιον του αρμοδίου δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την οποία ο κατηγορούμενος εκ προθέσεως ισχυρίστηκε εν γνώσει ψευδώς ότι ήταν μοναδικός μέτοχος της "SNAR SΑ" και ότι δήθεν είχε απωλέσει προ δεκαημέρου το σύνολο των πεντακοσίων (500) μετοχών της ως άνω εταιρείας και ζήτησε να απορριφθεί το αίτημα προσωρινής διαταγής για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του εγκαλούντος, υποστηρίζοντας το αίτημα αυτό διά της επικλήσεως και προσκομίσεως, ως αποδεικτικού μέσου, τού από 9-2-2001 αναφερθέντος ήδη πληρεξούσιου εγγράφου, του οποίου όμως η ισχύς είχε λήξει κατά τα ειδικότερα αναφερθέντα ανωτέρω (γεγονός όμως που δεν εμπόδισε τον κατηγορούμενο να κάνει συνεχώς μνεία του συγκεκριμένου πληρεξουσίου και των υπέρ του ίδιου "δικαιωμάτων'' που απέρρεαν από μεταγενέστερες πράξεις με βάση αυτό το ανίσχυρο πληρεξούσιο, επιδιώκοντας έτσι να πείσει τον δικαστή ότι ήταν αποκλειστικός μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της "SNAR SA" γεγονός που πέτυχε, αφού αυτός εξαπατήθηκε και εξέδωσε την από 26-5-2003 απορριπτική διάταξη επί του αιτήματος του εγκαλούντα. Ακολούθως την 16-7-2003 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, προς επίρρωση και υποστήριξη αυτής, επικαλέστηκε ξανά, ως αποδεικτικό μέσο, το αναφερόμενο ανίσχυρο πληρεξούσιο, καθώς και την υπό ιδία ημερομηνία ψευδή ένορκη εξέταση του μάρτυρα ΣΤ, ο οποίος κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν κύριος και κάτοχος των πεντακοσίων (500) μετοχών της ''SNAR SA'' και δια των ως άνω αποδεικτικών μέσων και ισχυρισμών επεχείρησε να πείσει το Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού να απορρίψει τη συζητούμενη αίτηση. Όμως το Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 22.896/2003 απόφαση του δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την αναστολή της ισχύος των εν λόγω αποφάσεων, πιθανολογώντας ότι αυτές είναι απολύτως άκυρες και ότι μ' αυτές "o αιτών υφίσταται βλάβη.... αφού παγιώνεται πλέον η απώλεια της θέσης του Προέδρου, με αποτέλεσμα μετά τις ενέργειες των καθ'ων, να αποφασίζουν πλέον αυτοί για τις τύχες της εταιρείας αλλά και του αιτούντος, στην οποία αυτός είναι ο κυριότερος μέτοχος"(βλ. σχετική απόφαση). Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατέθεσε την με αρ. 179/11-6-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του εγκαλούντα, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά διά την λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής επί των πεντακοσίων (500) μετοχών της "SNAR SA" , ισχυριζόμενος για πρώτη φορά ότι ο εγκαλών αφαίρεσε από το γραφείο του τα πρωτότυπα των πιστοποιητικών που απεδείκνυαν την εκ μέρους του κατοχή των μετοχών της εταιρείας "SNAR SA" και ζήτησε δια του κυρίου αιτήματος την προσωρινή απόδοση της νομής των προαναφερομένων τίτλων δια δε του αιτήματος της προσωρινής διαταγής την απαγόρευση διαθέσεως των προαναφερομένων τίτλων μέχρι της συζητήσεως της αιτήσεως με την επίκληση και προσκόμιση, εκτός των άλλων {αναφερθέντων ήδη} αποδεικτικών μέσων και του πληρεξουσίου, η ισχύς όμως του οποίου είχε λήξει. Έτσι κατά τη συζήτηση του αιτήματος της προσωρινής διαταγής την 11-6-2003 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Υπηρεσίας Πειραιά, ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι ήταν αποκλειστικός μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της "SNAR SA" και νομέας των προαναφερθεισών μετοχών, πείθοντας έτσι τον δικαστή να κάνει δεκτό το αίτημα του. Ακολούθως την 27-6-2003 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, προσκομίζοντας ως αποδεικτικό μέσο ξανά το ίδιο πληρεξούσιο, και ζητώντας επίσης την εξέταση ως μάρτυρα του ΣΤ, ο οποίος κατέθεσε ψευδώς ότι ο κατηγορούμενος ήταν προσωρινός νομέας και κάτοχος των ως άνω μετοχών, επεχείρησε έτσι να πείσει το Δικαστήριο να δεχτεί ως κατ' ουσία βάσιμη την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως το προαναφερθέν Δικαστήριο δεν πείστηκε από τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα και απέρριψε με την με αριθ. 163/2002 απόφαση του ως κατ' ουσία αβάσιμη την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων (βλέπε σχετικά). Εξ άλλου η με αριθ. καταθέσεως 420/2004 αγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά του εγκαλούντα, με την οποία αιτείται την απόδοση σε αυτόν των μετοχών και των λοιπών πρωτοτύπων εγγράφων της "SNAR SA" και την αναγνώριση ότι ήταν νομέας και κάτοχος των εν λόγω εγγράφων είχε ματαιωθεί την 14-12-2005 και μέχρι την 16-6-2006 δεν είχε επαναφερθεί με κλήση προς προσδιορισμό, ούτε άλλωστε προκύπτει ότι εκκρεμεί άλλη αγωγή κατά του εγκαλούντα που να αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της "SNAR SA" (βλ. την με αριθ. 145/16-6-2006 βεβαίωση Ειρηνοδικείου Πειραιώς). 0 κατηγορούμενος με τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα προσπάθησε να αποδείξει ότι ήταν ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης της εταιρείας "SNAR SA". Όμως όλοι οι ισχυρισμοί του έχουν απορριφθεί από τα αστικά δικαστήρια, όπως προκύπτει από τις ήδη αναφερθείσες αποφάσεις. Επίσης ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση στα Δικαστήρια του Παναμά για ακύρωση και αντικατάσταση των μετοχών της "SNAR SA", η οποία όμως απορρίφθηκε και η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (βλ. σχετική απόφαση με συνημμένη επικυρωμένη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, καθώς και νόμιμη γνωμοδότηση δικηγόρου του Παναμά). Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με τις μετοχές της εταιρείας "SNAR SA", με τα αποδεικτικά κατοχής τους, αλλά και τα υπόλοιπα έγγραφα που σχετίζονται με την εταιρεία αυτή, τα οποία κατείχε και κατέχει ο εγκαλών, προκύπτει και από το ότι, ενώ -όπως ο ίδιος ισχυρίζεται- είχε διαπιστώσει την απώλεια των ως άνω σπουδαίων εγγράφων και μετοχών τα οποία ενσωμάτωναν τα δικαιώματα του κατόχου τους επί της "SNAR SA'' τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο 2002, το κατήγγειλε για πρώτη φορά την 28-5-2003 ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αφού τότε επικαλέστηκε τα έγγραφα. Παράλληλα όμως υπέβαλε την από 29-5-2003 μήνυση (πάλι καθυστερημένα σε σχέση με το γεγονός της απώλειας) κατά του εγκαλούντα για το θέμα αυτό, (κλοπή-υφαίρεση) των 500 μετοχών ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά και ήδη εκδόθηκε το με αριθ. 1194/2004 απαλλακτικό και ήδη αμετάκλητο Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά (βλ. σχετικό), το οποίο, επειδή η μήνυση θεωρήθηκε ως εντελώς ψευδής και υποβλήθηκε εκ δόλου, επέβαλε τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας στον εγκαλούντα -νυν κατηγορούμενο. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο κατηγορούμενος αγνοούσε εντελώς την ύπαρξη των εγγράφων αυτών (των δύο πρωτότυπων μεταβιβάσεων του δικαιώματος κάλυψης του μετοχικού κεφαλαίου από τους αλλοδαπούς ιδρυτές της εταιρείας προς αυτήν και τις παραιτήσεις των αρχικών διευθυντών της) και το πρώτον έλαβε γνώση όταν ο εγκαλών τα επικαλέστηκε κατά τη συζήτηση στο Ειρηνοδικείο Πειραιά. Στη συνέχεια με την από 9-6-2003 έγκληση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά κατά του εγκαλούντα κατήγγειλε την υπεξαγωγή διαφόρων πρωτοτύπων εγγράφων που σχετίζονται με την εταιρεία "SNAR SA". Ήδη και η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθ. 547/05 διάταξη του Εισαγγελέα ως ουσία αβάσιμη και επιβλήθηκαν ξανά τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εγκαλούντα νυν κατηγορουμένου. 0 κατηγορούμενος δηλαδή αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη των ως άνω εγγράφων, επειδή δεν είχε καμιά σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της "SNAR SA" και για το λόγο αυτό υπέβαλε όψιμα τις ως άνω μηνύσεις, κάθε φορά που γινόταν επίκληση των εγγράφων αυτών από τον εγκαλούντα. Τέλος μετά την ολοκλήρωση της ανάκρισης με την αρ. ΑΝΣΤ/Δ/28/12-5-2006 Διάταξη του Ανακριτή του ΣΤ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά του επέβαλε τον περιοριστικό όρο της καταβολής εγγύησης ποσού 7.000 ευρώ μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης, όρος η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με το εκκαλούμενο βούλευμα. Ο κατηγορούμενος απέναντι σε όσα αναφέρθηκαν ήδη δεν πρόβαλε κανένα βάσιμο ισχυρισμό εκτός από το να επαναλαμβάνει με κάθε αφορμή τα ίδια επιχειρήματά του, που, αμέσως παραπάνω, αναλύθηκαν και ανατράπηκαν από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, από το απαλλακτικό βούλευμα πού εκδόθηκε για τον εγκαλούντα και την απορριπτική Διάταξη στη μήνυση που είχε ο ίδιος υποβάλλει σε βάρος του εγκαλούντα αδελφού του. Επιχειρήματα τα οποία, εκτός των άλλων, στερεότυπα υποστηρίζει από τις εξηγήσεις που έδωσε στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, την απολογία του στην ανάκριση και το υπόμνημα που κατέθεσε στον ανακριτή. Να σημειωθεί ότι στην έφεσή του περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά τα όσα προέκυψαν από την ανάκριση. Επιφυλάχθηκε μάλιστα να τα επανεκθέσει στο υπόμνημά του , χωρίς όμως τελικά να το υποβάλλει. Από όσα εκτέθηκαν παραπάνω προκύπτουν οι βάσιμα επαρκείς ενδείξεις ενοχής, πού αρκούν κατά το νόμο, για την παραπομπή του κατηγορούμενου, για την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, τετελεσμένης και σε απόπειρα, εκ της οποίας το συνολικό περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν τις 73.000 ευρώ ( άρθρα 1,2,14,16,17,18, 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 42παρ. 1, 51, 52, 60, 63, 65, 79, 386 παρ. παρ.1 και 3 περ.β' του Ποινικού Κώδικα όπως ισχύει τώρα) και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι (ΑΠ 107/1998 ΠΧ ΜΗ-757), του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά για να δικαστεί για την προαναφερθείσα πράξη. 5.-Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος πού σκοπήθηκε και η περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με αυτά πού δέχθηκε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 42, 98 και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) Δεν απαιτείται η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και η μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα από αυτά, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Το Συμβούλιο Εφετών έλαβε στην προκειμένη περίπτωση υπόψη του όλα τα αναφερόμενα σ'αυτό αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, συνεπώς και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα, β) Αβάσιμη, εξάλλου είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αιτιολογεί την κρίση του ότι η ισχύς του από 9-2-2001 πληρεξουσίου εγγράφου της εταιρείας "SNAR SA" είχε λήξει κατά τον χρόνο τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων της απάτης και της απόπειρας απάτης. Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, αλλά και εκείνες του πρωτοδίκου βουλεύματος, στο οποίο επιτρεπτώς συμπληρωματικά γίνεται παραπομπή, η ισχύς του ανωτέρω από 9-2-2001 πληρεξουσίου έπαυσε την 19-3-2001, οπότε συγκροτήθηκε σε σώμα το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της συσταθείσας ανώνυμης εταιρείας "TRANSCO SA", με το υπ'αριθμ. ..... πρακτικό συνεδριάσεως. Αλλωστε, σύμφωνα και πάλι με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, οι μερικότερες πράξεις της απάτης δεν τελέσθηκαν μόνο με την προσαγωγή και επίκληση του ανωτέρω από 9/2/2001 πληρεξουσίου, αλλά και με την εν γνώσει ψευδή παράσταση ότι ο αναιρεσείων ήταν ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας "SNAR SA" και ότι είχε δήθεν απωλέσει προ δεκαημέρου το σύνολο των πεντακοσίων (500) μετοχών της εταιρείας αυτής, προς υποστήριξη δε των εν λόγω ψευδών παραστάσεων ζήτησε και εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ο ΣΤ, ο οποίος επιβεβαίωσε τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς του. γ) Με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αλλά και στο πρωτόδικο, στο οποίο γίνεται επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά, ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου και περαιτέρω σκοπός του να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, πού υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, συνίσταται δε συγκεκριμένα στη προσπόριση των κερδών της συσταθείσας ανώνυμης εταιρείας " TRASCO SA", τα οποία κατά το έτος 2002 αναλογούσαν στο ποσοστό συμμετοχής του ιδιοκτήτη των μετοχών της εταιρείας " SNAR SA" και ανέρχονται στο ποσό των 255.253 ευρώ, προσαυξημένα κατά 30% για κάθε επόμενο οικονομικό έτος. Ο δόλος αυτός του αναιρεσείοντα δεν αναιρείται από τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι αγνοούσε την ύπαρξη των δύο πρωτοτύπων μεταβιβάσεων του δικαιώματος καλύψεως του μετοχικού κεφαλαίου από τους αλλοδαπούς ιδρυτές της παναμαΐκής εταιρείας " SNAR SA" προς αυτόν και τις παραιτήσεις των αρχικών διευθυντών της και ότι έλαβε γνώση αυτών κατά την επίκλησή τους από τον εγκαλούντα στη συζήτηση της υπ'αριθμ. 179/17-6-2003 αιτήσεως του ( του αναιρεσείοντα) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά. δ) Με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των αυτοτελών ενεργειών του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε ή επιχειρήθηκε να προκληθεί στο δικαστήριο, αφού αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι δήθεν είχε απωλέσει το σύνολο των πεντακοσίων (500) μετοχών της εταιρείας "SNAR SA" των οποίων ήταν δήθεν νόμιμος κύριος και έτσι παρέπεισε τον αρμόδιο δικαστή αφενός μεν να απορρίψει το αίτημα του εγκαλούντα για έκδοση προσωρινής διαταγής επί της υπ'αριθμ. 18510/2003 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, αφ'ετέρου δε να κάνει δεκτό το αίτημα του για έκδοση προσωρινής διαταγής επί της υπ'αριθμ. 179/11-6-2003 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ενώ, περαιτέρω, επεχείρησε να πείσει τον δικαστή, αφ'ενός μεν να απορρίψει την υπ'αριθμ. 18510/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του εγκαλούντα , αφ'ετέρου να κάνει δεκτή τη δική του υπ'αριθμ. 179/11-6-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ε) Στο πρωτόδικο υπ'αριθμ. 943/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, στο οποίο ρητώς και επιτρεπτώς παραπέμπει, συμπληρωματικά, το προσβαλλόμενο βούλευμα , όπως ήδη προαναφέρθηκε, προσδιορίζεται με σαφήνεια και πληρότητα η περιουσιακή βλάβη που υπέστη ή επιχειρήθηκε να υποστεί ο εγκαλών, ανέρχεται δε στο ποσό των 255.253 ευρώ για το οικονομικό έτος 2002, προσαυξημένο κατά 30% για τα επόμενα οικονομικά έτη, δεδομένου ότι τα κέρδη της νεοσύστατης εταιρείας "TRANSCO SA" για το οικονομικό έτος 2002 ανέρχονταν στο ποσόν των 469.552 ευρώ και για κάθε επόμενο έτος προσαυξανόταν κατά ποσοστό 30% και ως εκ τούτου τα αντίστοιχα κέρδη της εταιρείας "SNAR SA" και του ιδιοκτήτη των μετοχών της, βάσει του ποσοστού συμμετοχής της στην ανωτέρω εταιρεία, προσδιορίζονται για το έτος 2002 στο ποσό των 255.253 ευρώ, προσαυξημένο κατά 30% για τα επόμενα οικονομικά έτη. Και στ) Όλες οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα πλήττουν, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού δεν αποτελούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους. Με τα δεδομένα αυτά και εφ'όσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 1/3-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 402/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 23 -4-2008 Ο Εισαγγελέας Στέλιος Γκρόζος Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Κατά δε την παρ.3 περ.β' του ίδιου άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις.. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός που υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο ή άλλων αναληθών αποδεικτικών μέσων. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει ως αβάσιμη την αγωγή ή αίτηση. ΙΙ.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ άλλου η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 β' του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 402/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς με το οποίο απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο υπ' αριθμ. 943/2007/2006 παραπεμπτικό βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς δέχθηκε, µε επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωµατωµένη σ' αυτό (βούλευµα) Εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής, συµπληρωµατικά, στο πρωτόδικο βούλευµα, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία πού µνηµονεύει και προσδιορίζει κατ' ειδος και συγκεκριµένα από τις καταθέσεις των µαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουµένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγµατικά περιστατικά: " ... Στίς 7 Φεβρουαρίου 2001 συστήθηκε µε εντολή και µε δαπάνες του εγκαλούντος Χ, η υπεράκτιος εταιρεία µε την επωνυµία "SNAR SA", η οποία καταχωρήθηκε στο σχετικό δηµόσιο μητρώο του Παναµά, σύµφωνα µε το νόµο που ισχύει εκεί. Κατά το καταστατικό της, µέτοχοι της εταιρείας ήταν οι υπήκοοι Παναµά Α και Β, πρώτοι δε διευθυντές αυτής ήταν οι ιδρυτές της και ο Γ και διεύθυνση είχε την ..... πόλη του Παναµά. Στη συνέχεια στις 9 Φεβρουαρίου 2001 αποφασίσθηκε η έκδοση πεντακοσίων (500) µετοχών χωρίς ονοµαστική αξία, για την απόδειξη της νοµίµου κατοχής των οποίων εκδόθηκαν δέκα πιστοποιητικά αριθµηµένα από 1 έως 10, το καθένα εκ των οποίων ήταν αποδεικτικό κατοχής πενήντα µετοχών. Την ίδια ηµεροµηνία ο εκ των ιδρυτών Α εξουσιοδοτηµένος από τα πρακτικά του διοικητικού συµβουλίου της 9-2-2001 συνέταξε το µε ιδία ηµεροµηνία πληρεξούσιο έγγραφο προς τον κατηγορούµενο και αδελφό του εγκαλούντος, µε το οποίο του δόθηκε η αποκλειστική εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργήσει για λογαριασµό της ως άνω υπεράκτιας εταιρείας και να πράξει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ίδρυση µε άλλα πρόσωπα και λειτουργία στην Ελλάδα ανώνυµης εταιρείας υπό την επωνυµία "TRANSCO ΑΕ" µετοχικού κεφαλαίου ποσού 60.000 ευρώ (20.445.000 δραχµών) ή οποιουδήποτε άλλου ποσού, ήθελε αποφασιστεί. Το πληρεξούσιο αυτό ρητά καθορίστηκε ως ανέκκλητο µέχρι τον διορισµό ή την εκλογή διευθυντών της ανώνυµης εταιρείας που θα ιδρύετο στην Ελλάδα και αυθηµερόν ακολούθησε η µεταβίβαση του δικαιώµατος κάλυψης του µετοχικού κεφαλαίου, δηλαδή µεταβιβάστηκε µε εικονική σύµβαση πώλησης η εταιρεία από τους ιδρυτές εντολοδόχους προς τον εγκαλούντα ως εντολέα τους και συντελέστηκε η παραίτηση των αρχικά ορισθέντων διευθυντών. Επίσης στις 20/2/2001 τα αποδεικτικά έγγραφα των γεγονότων αυτών παραδόθηκαν στον εγκαλούντα, ο οποίος έκτοτε τυγχάνει ο µοναδικός µέτοχος της υπεράκτιας εταιρείας "SNAR SA" και µοναδικός κάτοχος των τίτλων των µετοχών και των λοιπών αποδεικτικών εγγράφων της εταιρείας. Το πληρεξούσιο χορηγήθηκε την ίδια ηµεροµηνία και µε την αριθ. ..... πράξη της Συµβολαιογράφου Πειραιώς Ζαφειρίας Σουρή, ακολούθησε η ίδρυση της εταιρίας µε την επωνυµία "ΤΡΑΝΣΚΟ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑIΡIΑ" που καταχωρήθηκε στα Μητρώα Ανωνύµων Εταιριών Νοµαρχίας Θεσσαλονίκης. Εξάλλου µε την ως άνω πράξη (καταστατικό) καθώς και την µε αριθ. ..... πράξη διορθώσεως-συµπληρώσεως της ιδίας συµβολαιογράφου, που δηµοσιεύθηκαν νοµίµως, ιδρυτικά µέλη και µέτοχοι της εταιρείας που ιδρύθηκε ήταν η υπεράκτιος εταιρεία του εγκαλούντος "SNAR SA" (κυρία, νοµέας και κάτοχος 2750 ονοµαστικών µετοχών που αντιστοιχούν σε ποσοστό συµµετοχής 55% επί του συνολικού κεφαλαίου), η COSLlNK ΑΕ (κυρία, νοµέας και κάτοχος 1250 ονοµαστικών µετοχών που αντιστοιχούν σε ποσοστό συµµετοχής 25% επί του συνολικού µετοχικού κεφαλαίου) και η ΚΟΣΚΟ Α.Ε. (κυρία, νοµέας και κάτοχος 1000 ονοµαστικών µετοχών που αντιστοιχούν σε ποσοστό συµµετοχής 20% επί του συνολικού µετοχικού κεφαλαίου). Επίσης µε το υπ' αριθ. 1/19-3-2001 πρακτικό του Διοικητικού Συµβουλίου συγκροτήθηκε σε σώµα το πρώτο διοικητικό συµβούλιο της ως εταιρείας, η θητεία του οποίου έληγε την 30-6-2001 και το αποτελούσαν ο εγκαλών Ψ ως Πρόεδρος, ο Δ ως αντιπρόεδρος, ο κατηγορούµενος (αδελφός του εγκαλούντα) ως διευθύνων σύµβουλος και ο Ε ως σύµβουλος. Την 7-5-2003 συγκλήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι νόµιµες διαδικασίες και χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος έκτακτη γενική συνέλευση των µετόχων της εταιρείας µε την επωνυµία "ΤΡΑΝΣΚΟ ΑΕ", µε απόφαση της οποίας καθαιρέθηκε ο εγκαλών από Πρόεδρος της εταιρείας και αντικαταστάθηκε από τον κατηγορούµενο-ενώ ταυτόχρονα ανατέθηκαν συγκεκριµένες εξουσίες εκπροσώπησης της εταιρείας στον κατηγορούµενο και τον Δ κατά παράβαση του µε αρ. ..... πρακτικού του ΔΣ και στη συνέχεια την 19-5-2003 µε νέα απόφαση της γενικής συνέλευσης των µετόχων της εταιρείας αποφασίστηκε η έκδοση προσωρινών τίτλων µετοχών και η παράδοση τους στους µετόχους. Ο εγκαλών µετά από αυτά άσκησε κατά της "ΤΡΑΝΣΚΟ ΑΕ" , κατά του κατηγορουµένου και των Δ και Ε την µε αριθ. 18510/2003 αίτηση ασφαλιστικών µέτρων στο Μονοµελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης, διά της οποίας ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της ισχύος των αποφάσεων αυτών και υπέβαλε αίτηµα περί εκδόσεως προσωρινής διαταγής, για την προσωρινή αναστολή των ως άνω αποφάσεων. Η αίτηση αυτή, συζητήθηκε την 26-5-2003 ενώπιον του αρµοδίου δικαστού του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την οποία ο κατηγορούµενος εκ προθέσεως ισχυρίστηκε εν γνώσει ψευδώς ότι ήταν µοναδικός µέτοχος της "SNAR SA" και ότι δήθεν είχε απωλέσει προ δεκαηµέρου το σύνολο των πεντακοσίων (500) µετοχών της ως άνω εταιρείας και ζήτησε να απορριφθεί το αίτηµα προσωρινής διαταγής για έλλειψη ενεργητικής νοµιµοποίησης του εγκαλούντος, υποστηρίζοντας το αίτηµα αυτό διά της επικλήσεως και προσκοµίσεως, ως αποδεικτικού µέσου, του από 9-2-2001 αναφερθέντος ήδη πληρεξούσιου εγγράφου, του οποίου όµως η ισχύς είχε λήξει κατά τα ειδικότερα αναφερθέντα ανωτέρω,γεγονός όµως που δεν εµπόδισε τον κατηγορούµενο να κάνει συνεχώς µνεία του συγκεκριµένου πληρεξουσίου και των υπέρ του ίδιου "δικαιωµάτων" που απέρρεαν από µεταγενέστερες πράξεις µε βάση αυτό το ανίσχυρο πληρεξούσιο, επιδιώκοντας έτσι να πείσει τον δικαστή ότι ήταν αποκλειστικός µέτοχος και νόµιµος εκπρόσωπος της "SNAR SA" γεγονός που πέτυχε, αφού αυτός εξαπατήθηκε και εξέδωσε την από 26-5-2003 απορριπτική διάταξη επί του αιτήµατος του εγκαλούντα. Ακολούθως την 16-7-2003 ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη συζήτηση της προαναφερόµενης αιτήσεως ασφαλιστικών µέτρων, προς επίρρωση και υποστήριξη αυτής, επικαλέστηκε ξανά, ως αποδεικτικό µέσο, το αναφερόµενο ανίσχυρο πληρεξούσιο, καθώς και την υπό ιδία ηµεροµηνία ψευδή ένορκη εξέταση του µάρτυρα ΣΤ,ο οποίος κατέθεσε ότι ο κατηγορούµενος ήταν κύριος και κάτοχος των πεντακοσίων (500) µετοχών της "SNAR SA" και δια των ως άνω αποδεικτικών µέσων και ισχυρισµών επεχείρησε να πείσει το Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού να απορρίψει τη συζητούµενη αίτηση. Όµως το Δικαστήριο µε την υπ' αριθ. 22.896/2003 απόφαση του δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την αναστολή της ισχύος των εν λόγω αποφάσεων, πιθανολογώντας ότι αυτές είναι απολύτως άκυρες και ότι µ' αυτές "ο αιτών υφίσταται βλάβη .... αφού παγιώνεται πλέον η απώλεια της θέσης του Προέδρου, µε αποτέλεσµα µετά τις ενέργειες των καθ'ων, να αποφασίζουν πλέον αυτοί για τις τύχες της εταιρείας αλλά και του αιτούντος, στην οποία αυτός είναι ο κυριότερος µέτοχος" (βλ. σχετική απόφαση). Στη συνέχεια ο κατηγορούµενος κατέθεσε την µε αρ. 179/11-6-2003 αίτηση ασφαλιστικών µέτρων κατά του εγκαλούντα, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά διά την λήψη ασφαλιστικών µέτρων νοµής επί των πεντακοσίων (500) µετοχών της "SNAR SA" , ισχυριζόµενος για πρώτη φορά ότι ο εγκαλών αφαίρεσε από το γραφείο του τα πρωτότυπα των πιστοποιητικών που απεδείκνυαν την εκ µέρους του κατοχή των µετοχών της εταιρείας "SNAR SA" και ζήτησε δια του κυρίου αιτήµατος την προσωρινή απόδοση της νοµής των προαναφεροµένων τίτλων δια δε του αιτήµατος της προσωρινής διαταγής την απαγόρευση διαθέσεως των προαναφεροµένων τίτλων µέχρι συζητήσεως της αιτήσεως µε την επίκληση και προσκόµιση, εκτός των άλλων {αναφερθέντων ήδη} αποδεικτικών µέσων και του πληρεξουσίου, η ισχύς όµως του οποίου είχε λήξει. Έτσι κατά τη συζήτηση του αιτήµατος της προσωρινής διαταγής την 11-6-2003 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Υπηρεσίας Πειραιά, ο κατηγορούµενος παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι ήταν αποκλειστικός µέτοχος και νόµιµος εκπρόσωπος της "SNAR SA" και νοµέας των προαναφερθεισών µετοχών, πείθοντας έτσι τον δικαστή να κάνει δεκτό το αίτηµα του. Ακολούθως την 27-6-2003 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, προσκοµίζοντας ως αποδεικτικό µέσο ξανά το ίδιο πληρεξούσιο, και ζητώντας επίσης την εξέταση ως µάρτυρα του ΣΤ, ο οποίος κατέθεσε ψευδώς ότι ο κατηγορούµενος ήταν προσωρινός νοµέας και κάτοχος των ως άνω µετοχών, επεχείρησε έτσι να πείσει το Δικαστήριο να δεχτεί ως κατ' ουσία βάσιµη την αίτηση ασφαλιστικών µέτρων, πλην όµως το προαναφερθέν Δικαστήριο δεν πείστηκε από τους ως άνω ψευδείς ισχυρισµούς και αποδεικτικά µέσα και απέρριψε µε την µε αριθ. 163/2002 απόφαση του ως κατ' ουσία αβάσιµη την αίτηση των ασφαλιστικών µέτρων (βλέπε σχετικά). Εξ άλλου η µε αριθ. καταθέσεως 420/2004 αγωγή του κατηγορουµένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά του εγκαλούντα, µε την οποία αιτείται την απόδοση σε αυτόν των µετοχών και των λοιπών πρωτοτύπων εγγράφων της "SNAR SA" και την αναγνώριση ότι ήταν νοµέας και κάτοχος των εν λόγω εγγράφων είχε µαταιωθεί την 14-12-2005 και µέχρι την 16-6-2006 δεν είχε επαναφερθεί µε κλήση προς προσδιορισµό, ούτε άλλωστε προκύπτει ότι εκκρεµεί άλλη αγωγή κατά του εγκαλούντα που να αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της "SNAR SA" (βλ. την µε αριθ. 145/16-6-2006 βεβαίωση Ειρηνοδικείου Πειραιώς). Ο κατηγορούµενος µε τους ως άνω ψευδείς ισχυρισµούς και αποδεικτικά µέσα προσπάθησε να αποδείξει ότι ήταν ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης της εταιρείας "SNAR SA". Όµως όλοι οι ισχυρισµοί του έχουν απορριφθεί από τα αστικά δικαστήρια, όπως προκύπτει από τις ήδη αναφερθείσες αποφάσεις. Επίσης ο κατηγορούµενος υπέβαλε αίτηση στα Δικαστήρια του Παναµά για ακύρωση και αντικατάσταση των µετοχών της "SNAR SA", η οποία όµως απορρίφθηκε και η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (βλ. σχετική απόφαση µε συνηµµένη επικυρωµένη µετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, καθώς και νόµιµη γνωµοδότηση δικηγόρου του Παναµά). Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι, ο κατηγορούµενος, ο οποίος δεν είχε καµία σχέση µε τις µετοχές της εταιρείας "SNAR SA", µε τα αποδεικτικά κατοχής τους, αλλά και τα υπόλοιπα έγγραφα που σχετίζονται µε την εταιρεία αυτή, τα οποία κατείχε και κατέχει ο εγκαλών, προκύπτει και από το ότι, ενώ-όπως ο ίδιος ισχυρίζεται-είχε διαπιστώσει την απώλεια των ως άνω σπουδαίων εγγράφων και µετοχών τα οποία ενσωµάτωναν τα δικαιώµατα του κατόχου τους επί της "SNAR SA" τουλάχιστον από τον Δεκέµβριο 2002, το κατήγγειλε για πρώτη φορά την 28-5-2003 ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αφού τότε επικαλέστηκε τα έγγραφα. Παράλληλα όµως υπέβαλε την από 29-5-2003 µήνυση (πάλι καθυστερηµένα σε σχέση µε το γεγονός της απώλειας) κατά του εγκαλούντα για το θέµα αυτό, (κλοπή-υφαίρεση) των 500 µετοχών ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά και ήδη εκδόθηκε το µε αριθ. 1194/2004 απαλλακτικό και ήδη αµετάκλητο Βούλευµα του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών Πειραιά (βλ. σχετικό), το οποίο, επειδή η µήνυση θεωρήθηκε ως εντελώς ψευδής και υποβλήθηκε εκ δόλου, επέβαλε τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας στον εγκαλούντα -νυν κατηγορούµενο. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο κατηγορούµενος αγνοούσε εντελώς την ύπαρξη των εγγράφων αυτών (των δύο πρωτότυπων µεταβιβάσεων του δικαιώµατος κάλυψης του µετοχικού κεφαλαίου από τους αλλοδαπούς ιδρυτές της εταιρείας προς αυτήν και τις παραιτήσεις των αρχικών διευθυντών της) και το πρώτον έλαβε γνώση όταν ο εγκαλών τα επικαλέστηκε κατά τη συζήτηση στο Ειρηνοδικείο Πειραιά. Στη συνέχεια µε την από 9-6-2003 έγκληση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά κατά του εγκαλούντα κατήγγειλε την υπεξαγωγή διαφόρων πρωτοτύπων εγγράφων που σχετίζονται µε την εταιρεία "SNAR SA". Ήδη και η έγκληση αυτή απορρίφθηκε µε την µε αριθ. 547/05 διάταξη του Εισαγγελέα ως ουσία αβάσιµη και επιβλήθηκαν ξανά τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εγκαλούντα νυν κατηγορουµένου. Ο κατηγορούµενος δηλαδή αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη των ως άνω εγγράφων, επειδή δεν είχε καµιά σχέση µε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της "SNAR SA" και για το λόγο αυτό υπέβαλε όψιµα τις ως άνω µηνύσεις, κάθε φορά που γινόταν επίκληση των εγγράφων αυτών από τον εγκαλούντα. Τέλος µετά την ολοκλήρωση της ανάκρισης µε την αρ. ΑΝΣΤ/Δ/28/12-52006 Διάταξη του Ανακριτή του ΣΤ Τµήµατος του Πρωτοδικείου Πειραιά του επέβαλε τον περιοριστικό όρο της καταβολής εγγύησης ποσού 7.000 ευρώ µέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης, όρος η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε µε το εκκαλούµενο βούλευµα. Ο κατηγορούµενος απέναντι σε όσα αναφέρθηκαν ήδη δεν πρόβαλε κανένα βάσιµο ισχυρισµό εκτός από το να επαναλαµβάνει µε κάθε αφορµή τα ίδια επιχειρήµατά του, που, αµέσως παραπάνω, αναλύθηκαν και ανατράπηκαν από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, από το απαλλακτικό βούλευµα πού εκδόθηκε για τον εγκαλούντα και την απορριπτική Διάταξη στη µήνυση που είχε ο ίδιος υποβάλλει σε βάρος του εγκαλούντα αδελφού του. Επιχειρήµατα τα οποία, εκτός των άλλων, στερεότυπα υποστηρίζει από τις εξηγήσεις που έδωσε στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, την απολογία του στην ανάκριση και το υπόµνηµα που κατέθεσε στον ανακριτή. Να σηµειωθεί ότι στην έφεσή του περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι δεν εκτιµήθηκαν σωστά τα όσα προέκυψαν από την ανάκριση. Επιφυλάχθηκε µάλιστα να τα επανεκθέσει στο υπόµνηµά του, χωρίς όµως τελικά να το υποβάλλει. Από όσα εκτέθηκαν παραπάνω προκύπτουν οι βάσιµα επαρκείς ενδείξεις ενοχής, πού αρκούν κατά το νόµο, για την παραποµπή του κατηγορούµενου, για την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθµό κακουργήµατος, τετελεσµένης και σε απόπειρα, εκ της οποίας το συνολικό περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζηµία υπερβαίνουν τις 73.000 ευρώ ( άρθρα 1,2,14,16,17,18, 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 42παρ. 1, 51, 52, 60, 63, 65, 79, 386 παρ. παρ.1 και 3 περ.β' του Ποινικού Κώδικα όπως ισχύει τώρα) και ορθώς το εκκαλούµενο βούλευµα, στις ορθές και νόµιµες σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέροµαι (ΑΠ 107/1998 ΠΧ ΜΗ-757) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά την παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά να δικασθεί για την προαναφερθείσα πράξη ...." Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1,3β του Π.Κ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, ώστε να στερήσει το βούλευμά του της νομίμου βάσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται το βούλευμα αναλυτικά σε καθένα από τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του, ούτε να γίνεται αξιολογική σύγκριση και συσχετισμός μεταξύ των και να παρατίθεται τι προέκυψε ειδικώς από καθένα από αυτά και η περί του αντιθέτου αιτίαση προβαλλόμενη ως λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ είναι αβάσιμη. Αβάσιµη είναι και η αιτίαση για ανεπαρκή αιτιολογία του βουλεύματος αναφορικά με την παραδοχή του ότι η ισχύς του από 9-2-2001 πληρεξουσίου εγγράφου της εταιρείας "SNAR SA" προς τον κατηγορούμενο είχε λήξει κατά τον χρόνο τελέσεως των µερικοτέρων πράξεων της απάτης και της απόπειρας απάτης. Κατά την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, αλλά και με τις παραδοχές του πρωτοδίκου βουλεύµατος, στο οποίο επιτρεπτώς και συµπληρωµατικά γίνεται παραποµπή δια της εισαγγελικής προτάσεως, η παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα χρονικώς εξικνείτο και η ισχύς του ανωτέρω από 9-2-2001 πληρεξουσίου έπαυσε την 19-3-2001, οπότε συγκροτήθηκε σε σώµα το πρώτο Διοικητικό Συµβούλιο της συσταθείσας ανώνυµης εταιρείας "TRANSCO SA", µε το υπ αριθµ. ..... πρακτικό συνεδριάσεως. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι εκ των υπ' αυτού προσκομισθέντων εγγράφων αποδεικνυόταν ότι δεν είχε παύσει η ισχύς του πληρεξουσίου εγγράφου κατά τον χρόνο επικλήσεως και προσκομίσεως απ' αυτόν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, είναι απαράδεκτός διότι πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου, το οποίο και τα έγγραφα αυτά έλαβε υπόψη και κατά διάφορο τρόπο τα εκτίμησε. 'Αλλωστε, σύµφωνα και πάλι µε τις παραδοχές του προσβαλλόµενου βουλεύµατος, οι µερικότερες πράξεις της απάτης δεν τελέσθηκαν µόνο µε την προσαγωγή και επίκληση του ανωτέρω από 9/2/2001 πληρεξουσίου, αλλά και µε την εν γνώσει ψευδή παράσταση ότι ο αναιρεσείων ήταν ο µοναδικός µέτοχος της εταιρείας "SNAR SA" και ότι είχε δήθεν απωλέσει το σύνολο των πεντακοσίων (500) µετοχών της εταιρείας αυτής, προς υποστήριξη δε των εν λόγω ψευδών παραστάσεων ο κατηγορούμενος ζήτησε και εξετάσθηκε ενόρκως ως µάρτυρας ο ΣΤ, ο οποίος επιβεβαίωσε τους ψευδείς αυτούς ισχυρισµούς του. Περαιτέρω, με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα, επαρκώς αιτιολογείται ο σκοπός του αναιρεσείοντα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος και προσδιορίζεται το όφελος αυτό σε χρηματικό ποσό που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ συνίσταται δε συγκεκριµένα το όφελος στη προσπόριση των κερδών της συσταθείσας ανώνυµης εταιρείας " TRASCO SA", τα οποία κατά το έτος 2002 αναλογούσαν στο ποσοστό συµµετοχής του εγκαλούντος ως ιδιοκτήτη των µετοχών της εταιρείας " SNAR SA" και ανέρχονται στο ποσό των 255.253 ευρώ, προσαυξηµένα κατά 30% για κάθε επόµενο οικονοµικό έτος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα προέκυπτε πως τα καθαρά κέρδη της ως άνω εταιρείας κατά την πρώτη εταιρική χρήση δεν υπερέβαιναν τα 37.718 ευρώ και κατά την δεύτερη τα 81.650 ευρώ, πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και είναι απαράδεκτος. Ο σκοπός του αναιρεσείοντος να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, δεν αναιρείται από τις παραδοχές του προσβαλλοµένου βουλεύµατος ότι αγνοούσε αυτός την ύπαρξη των δύο πρωτοτύπων µεταβιβάσεων του δικαιώµατος καλύψεως του µετοχικού κεφαλαίου από τους αλλοδαπούς ιδρυτές της Παναµαϊκής εταιρείας " SNAR SA" προς αυτόν και τις παραιτήσεις των αρχικών διευθυντών της και ότι έλαβε γνώση αυτών κατά την επίκλησή τους από τον εγκαλούντα στη συζήτηση της υπ αριθµ. 179/17-6-2003 αιτήσεως του ( του αναιρεσείοντα) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, από δε τις παραδοχές αυτές που επισημαίνονται για να καταδείξουν την άγνοια του κατηγορουμένου ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστός της εταιρείας" SNAR SA", δεν προκύπτει αντίφαση εν σχέσει με το γεγονός της εν γνώσει του χρήσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων πληρεξουσίου εγγράφου η ισχύς του οποίου είχε λήξει. Τέλος, με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζεται στο προσβαλλόµενο βούλευµα ο αιτιώδης σύνδεσµος µεταξύ των αυτοτελών ενεργειών του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε ή επιχειρήθηκε να προκληθεί στο δικαστήριο, αφού αναφέρεται στο προσβαλλόµενο βούλευµα ότι ο αναιρεσείων παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι δήθεν είχε απωλέσει το σύνολο των πεντακοσίων (500) µετοχών της εταιρείας "SNAR SA" των οποίων ήταν δήθεν νόµιµος κύριος και έτσι παρέπεισε τον αρµόδιο δικαστή αφενός µεν να απορρίψει το αίτηµα του εγκαλούντα για έκδοση προσωρινής διαταγής επί της υπ' αριθµ. 18510/2003 αιτήσεως ασφαλιστικών µέτρων του αντιδίκου του, αφ 'ετέρου δε να κάνει δεκτό το δικό του αίτηµα για έκδοση προσωρινής διαταγής επί της υπ'αριθµ. 179/11-6-2003 αιτήσεως του ασφαλιστικών µέτρων, ενώ, περαιτέρω, επεχείρησε να πείσει τον δικαστή, αφ'ενός µεν να απορρίψει την υπ'αριθµ. 18510/2003 αίτηση ασφαλιστικών µέτρων του εγκαλούντα, αφ' ετέρου να κάνει δεκτή τη δική του υπ' αριθµ. 179/11-6-2003 αίτηση ασφαλιστικών µέτρων, σημειουμένου ότι από την εν τέλει παραδοχή της αιτήσεως του εγκαλούντος και την απόρριψη της δικής του αιτήσεως, δεν επήλθε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της παραπλάνησης των αναφερομένων δικαστών, εφόσον δεν υπάρχει ταυτότητα των παραπλανηθέντων προσώπων Μετά από αυτά, η ένδικη αίτηση, με τον μόνο λόγο της οποία αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.1/3-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 402/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Κακουργηματική απάτη στο δικαστήριο τετελεσμένη και σε απόπειρα. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 2274/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή Παναγιώτη Ρουμπή, και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15,22 και 30 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, που εμφανίσθηκε ο ίδιος αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 8/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 8/2008 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 76/2004/19-6-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τις Βουλγαρικές Αρχές σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Πειραιά την με αριθμό και ημερομηνία 2/12-9-2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον του Γραμματέα αυτού Νικολάου Σιτζάνη, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1475/2008. Αφού άκουσε τον εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό 'Ενταλμα Σύλληψης κλπ" το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής Αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίος ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της ευρωπαϊκής ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) Προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. 'Ηδη η Βουλγαρία, αποτελεί από 1-1-2007 κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης (Ν. 3417/2005 "περί κύρωσης της συνθήκης προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην (Ευρωπαϊκή 'Ενωση), που συνεπάγεται την επαγωγή της έννομης τάξης της στο κοινοτικό δίκαιο, ενόψει δε της εντάξεώς της στην ευρωπαϊκή ένωση, είχε υπαγάγει στο δίκαιό της το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως με το Ν.46/03-06-2005, που ισχύει από 4-7-2005. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1 του άνω Ν. 3251/2005, σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον 'Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ'αριθμ. 8/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς (σε τριμελή σύνθεση) αποφασίστηκε η εκτέλεση του υπ'αριθμ. 76/2004/19-6-2008 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των Βουλγαρικών Αρχών, που αφορά τον υπήκοο Βουλγαρίας Χ, που γεννήθηκε στις ..... στην πόλη ..... Βουλγαρίας, προκειμένου αυτός να μεταχθεί και να παραδοθεί στις αρμόδιες Βουλγαρικές Αρχές για να εκτίσει ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, που του επιβλήθηκε με την υπ'αριθμ. 490/1999 απόφαση του Πρωτοδικείου του Πλοβντοβ Βουλγαρίας για το βιασμό της ..... . Το έγκλημα του βιασμού, προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 54 του Ποινικού Κώδικα της Βουλγαρίας και είναι αξιόποινη και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρ. 26 παρ.1α' 326) και συνίσταται στα εξής: Ο εκζητούμενος στις 16-4-1999 στην πόλη ..... Βουλγαρίας με σωματική βία εξανάγκασε την ηλικίας 18 ετών, ..... σε εξώγαμη συνουσία. Με το υπ'αριθμ. πρωτοκ. 76/19-6-2008 Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών της πόλης Βράτσα-Βουλγαρίας, ζητείται η σύλληψη και η παράδοση στις αρχές της Βουλγαρίας του πιο πάνω αναφερομένου, προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης 3 ετών και 6 μηνών, που του επιβλήθηκε με την 490/1999 απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου του PLONDIV για την προαναφερόμενη πράξη. 'Ετσι, εφόσον με τη προρηθείσα απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς κρίθηκε ότι το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης φέρει το περιεχόμενο και τον τύπο που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν.3251/2004 και δεν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο νόμο λόγους άρνησης ή απαγόρευσης εκτέλεσης αυτού (άρθρα 10,11, 12 Ν. 3251/2004), το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με την 8/2008 απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω Ευρωπαϊκού Εντάλματος. Κατά της απόφασης αυτής, που δημοσιεύτηκε στις 12-9-2008, ο μη συγκατατιθέμενος στην έκδοσή του άνω εκζητούμενος, άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, εντός 24 ωρών, δηλαδή την αυτή ημέρα (12-9-2008) έφεση κατ'άρθρο 451 παρ.1 ΚΠΔ και 22 παρ.1 Ν.3251/2004, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 2/2006 έκθεση εφέσεως, δηλώνοντας ότι εκκαλεί στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου τη με αριθμό 8/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ζήτησε δε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και να μην εκδοθεί "για τους λόγους που θα εκθέσει στο αρμόδιο Δικαστήριο και διότι θέλω να δικαστώ και να εκτίσω την ποινή μου στην Ελλάδα", όπως ακριβώς στην έκθεσή του αναφέρει. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ.1 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 473 παρ.2 (άσκηση αναίρεσης από εκείνον που καταδικάστηκε με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, κατά δε την παρ.2 του αυτού άρθρου, στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των αναφερομένων στην αρχή διατάξεων του άρθρου 22 παρ.1 του Ν.3251/2004 και αυτές του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, σύμφωνα με τις οποίες, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει σχετικά τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθίαν το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχονται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο και, ως τέτοιο απορρίπτεται. Τυχόν ανύπαρκτοι ή αόριστοι λόγοι, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με άλλο έγγραφο, εκτός της έκθεσης, όπως είναι το υπόμνημα εάν αυτό δεν έχει καταχωριστεί αυτούσιο ως δήλωση του ασκούντος το ένδικο μέσο και ως περιεχόμενο της συντασσόμενης έκθεσης ενδίκου μέσου και δεν υπογράφεται από εκείνον ενώπιον του οποίου κατατέθηκε αυτό. 'Ετσι, η έλλειψη αυτή δεν μπορεί αν συμπληρωθεί με το από 15-10-2008 έγγραφο που κατέθεσε ο εκζητούμενος στο ακροατήριο κατά την παρούσα συζήτηση και το επονομάζει ως παρακλητικό υπόμνημα-αίτηση. Και τούτο, διότι το έγγραφο αυτό δεν κατατέθηκε μαζί κατά την άσκηση της έφεσης στο γραμματέα πουσυνέταξε την έκθεση καταθέσεως, αυτής, ώστε να καταχωριστεί αυτούσιο ως δήλωση του ασκούντος το ένδικο μέσο και ως περιεχόμενο της συντασσόμενης έκθεσης ενδίκου μέσου, ούτε υπογράφεται από εκείνον ενώπιον του οποίου κατατέθηκε η έφεση. Ενόψει αυτών, εφόσον δεν αναφέρεται στην έφεση κανένας λόγος παρά μόνο ο εκζητούμενος δηλώνει τη βούλησή του ότι θέλει να δικαστεί και να εκτίσει την ποινή του στην Ελλάδα, που όμως δεν είναι λόγος έφεσης, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της 8/08 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. (ΚΠΔ 476 παρ.1) και να καταδικαστεί ο εκζητούμενος στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 2/2008 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, έφεση, που άσκησε ο υπήκοος Βουλγαρίας Χ κατά της 8/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Διατάζει να εκτελεστεί η με αριθμό 8/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα-εκζητούμενο στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (Ν. 3251/2004). Εκζητούμενος υπήκοος Βουλγαρίας. Αίτημα Βουλγαρικών Αρχών. Απόφαση Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς να εκτελεστεί το ένταλμα. Έφεση εκζητουμένου. Δεν περιέχει λόγους σαφείς και ορισμένους. Απορρίπτεται ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσεται η εκτέλεση της αποφάσεως.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 2275/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 354/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 18/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 164/7.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρον 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 18/16-11-2007 αίτηση του Χ, γενομένη δια πληρεξουσίου η οποία είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης, για αναίρεση του με αριθμ. 354/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία ως προς τις κατηγορίες της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της υπεξαγωγής εγγράφων η με αριθμ. 57/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 913/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά για να δικαστεί για κακουργηματική πλαστογραφία και για υπεξαγωγή εγγράφων και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 α και δ ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Ο προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, ο πρώτος στο ότι ο αναιρεσείων δεν κλήθηκε ν' απολογηθεί στην διεύθυνση κατοικίας του άλλα σε προηγούμενη διεύθυνση του και ο δεύτερος στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις προς στήριξη της κατηγορίας όπως δεν εκτίθενται και οι συγκροτούντες το έγκλημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση όροι και ότι για τον υπολογισμό της ζημίας ή του οφέλους συνυπολογίστηκαν τα ποσά όλων των επί μέρους πλαστογραφιών και όχι χωριστά για κάθε μια λαμβανομένου υπ όψη ότι οι επί μέρους πράξης δεν υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ η κάθε μια. Κατά το άρθρο 171 & 1 στ δ ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 173 &2 του ΚΠΔ από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρ. 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις τις προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174&1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται και κατά τη διάταξη του άρθρου 176 & 1 αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας διαδικασία το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης της υπόθεσης. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι πράξεις η παραλείψεις προανακριτικών ή ανακριτικών υπαλλήλων που έχουν σχέση με την εμφάνιση εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος δημιουργούν απόλυτες ακυρότητες, ότι οι ακυρότητες αυτές μπορούν να προταθούν μέχρι της αμετάκλητης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορούν οι ακυρότητες αυτές να προταθούν ακόμη και στο Άρειο Πάγο είναι να έχουν υποβληθεί και να έχουν τεθεί υπ' όψη του αρμοδίου κατ' άρθρο 176 & 1 ΚΠΔ δικαστικού συμβουλίου το οποίο είναι το αρμόδιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου οπότε απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υπόθεσης ΑΠ 1259/2000 ΠΧ. ΝΑ 440 και 1260/2000 Π.Χ ΝΑ 441 ΑΠ 44/2005 ΠΧ ΝΕ 831). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπονείται ότι φέρεται ως φυγόδικος και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης λόγω της μη προσέλευσης του για απολογία, γιατί δεν κλήθηκε στην διεύθυνση κατοικίας του που ήταν η οδός .... στην ..... άλλα σε προγενέστερη, την οδό ....., και λόγω μη ανεύρεσής του κλήθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στην συνέχεια και παρά την συμπληρωματική κυρία ανάκριση την οποία διέταξε το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιά το όποιο εκτίμησε την αίτηση του για ανάκληση του εντάλματος της σύλληψής του που είχε εκδοθεί κατ' αυτού για περαιτέρω ανάκριση και πάλι δεν προσήλθε για απολογία αν και όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα κλήθηκε στην διεύθυνση του (.....). Στην ασκηθείσα δε από αυτόν έφεση ανέφερε ότι εφεσιβάλλει το με αριθμ. 913/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών για κακή εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των πραγματικών περιστατικών χωρίς ν' αναφέρει τίποτε για την κλήτευση του. Κατά συνέπεια των παραπάνω οι αιτιάσεις για ακυρότητες που εμφιλοχώρησαν κατά τον αναιρεσείοντα κατά την προδικασία και οι οποίες είχαν σαν περιεχόμενο την κλήση του σε απολογία και γενικά την άσκηση των δικαιωμάτων του είναι αβάσιμες γιατί το μεν κλήθηκε όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το δε καλύφθηκαν λόγω του ότι δεν προτάθηκαν έγκαιρα ενώπιον του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου ώστε να κριθούν από αυτό και πρέπει ν' απορριφθούν. Ως προς τον δεύτερο λόγο: Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η διάταξη της τελευταίας παραγράφου ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 παρ. 1 "όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση ... παρ. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών" και η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14&2α του Ν 2721/99 κατά την οποία '' εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.370 ευρώ) '' Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος χάριν της προστασίας των υπομνημάτων τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση εξ αρχής εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου του καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επιρροή ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή βλάβη του τρίτου. Και ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 14&2α του Ν 2721/99 για τον υπολογισμόν του ποσού της ζημίας στις κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίες λαμβάνεται υπ' όψη του συνολικό όφελος ή ζημίας στο οποίο απέβλεψε ο κατηγορούμενος (ΑΠ 467/2002, ΑΠ 2170/2002, ΑΠ 858/2004, ΑΠ 1142/2003). Εξάλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως στο απαλλακτικό βούλευμα από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν εκθέτει σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για την ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων προς συγκρότηση όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος, για το οποίο έκρινε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα περιστατικά αυτά προέκυψαν και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και κατέληξε στην απαλλακτική κρίση (ΑΠ Ολ. 2/2002, ΑΠ 814/2000, ΑΠ 1167/2000, ΑΠ 854/2004, ΑΠ 1504/2004, ΑΠ 1984/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Ο αναιρεσείων γνωρίστηκε και συνδέθηκε μετά φιλίας με την εγκαλούσα κατά τις αρχές του μηνός Νοεμβρίου 2001. Ο αναιρεσείων την έπεισε να συνεργαστεί με την ΑΕ ''Πειραϊκή - Πετρελαϊκή, Ανώνυμη Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρία Καυσίμων και Λιπαντικών ΑΕ'', ής και υπήρξε κατά το παρελθόν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ''Πειραϊκής - Πετρελαϊκής θέση από την οποία είχε εκπέσει γεγονός το οποίο απέκρυψε από την εγκαλούσα λόγω του ότι την συνέφερε επαγγελματικά και ότι για την εμπορία και διακίνηση των ποσοτήτων πετρελαίου την αναλάμβανε αυτός σε 'όλο άτυπου διαχειριστή την οποία πρόταση την δέχθηκε και για την κάλυψη των αναγκών της διαχείρισης του εμπιστεύτηκε τρία μπλόκ επιταγών από τις τράπεζες Ε.Τ.Ε, ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ και ΕΓΝΑΤΙΑ. Στην συνέχεια ο αναιρεσείων από τα βιβλιάρια επιταγών που του εμπιστεύθηκε η εγκαλούσα για την κάλυψη των αναγκών της εμπορίας πετρελαίου με την παραπάνω εταιρεία προέβη στην συμπλήρωση με τα στοιχεία της εγκαλούσας και την υπογραφή της την οποία έθεσε κατ' απομίμηση και εξέδωσε συνολικά ένδεκα επιταγές οι οποίες αναφέρονται λεπτομερώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα και ενταύθα αριθμητικά προς αποφυγή επαναλήψεων. Συγκεκριμένα προέβη στην κατάρτιση των παραπάνω αναφερομένων ένδεκα επιταγών, εκ των οποίων επτά πληρωτέες από την ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα, ποσών, 50.960, 51.299, 60.000, 61.000, 62.000, 26.320 και 35.510 ευρώ τρεις πληρωτέες από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ποσών 26.000, 26.750, 26.750 και μιας πληρωτέας από την EFG EUROBANK ERGASIAS ποσού 40.840 ευρώ όπως επίσης προέβη και στην νόθευση τεσσάρων επιταγών της εγκαλούσας πληρωτέες από την Ε.Τ.Ε αφού συμπλήρωσε τις επιταγές αυτές καθ' όλα τα στοιχεία της και την υπογραφή της που η εγκαλούσα του είχε δώσει λευκές και στις οποίες ανέγραψε τα ποσά 55.000, 57.800, και 9.543 και 29.973 ευρώ ήτοι συνολικού ποσού περίπου 619.700 ευρώ ποσό το οποίο ο αναιρεσείων ωφελήθηκε με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, περιγράφεται η δραστηριότητα του αναιρεσείοντα όπως επίσης εκτίθενται με λεπτομέρεια και καθ' όλα τους τα στοιχεία οι μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας και της νόθευσης τις οποίες τέλεσε ο αναιρεσείων όπως επίσης και το συνολικό ποσό στο οποίο απέβλεψε και το οποίο ποσό ανέρχεται σε ποσό άνω των 619.700 ευρώ περίπου. Ωσαύτως περιγράφεται και εκτίθενται και όλα τα στοιχεία της πλημμεληματικής πράξης της υπεξαγωγής εγγράφων την οποία φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων. Περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα ασχολείται και με το γεγονός της κατάθεσης φωτοαντιγράφων των επιταγών όπως και ότι το γεγονός αυτό το επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αίτηση του για ανάκληση του εντάλματος σύλληψης του και αναφέροντας την πληρωμή των επιταγών αυτών ισχυρίστηκε ότι εξέλειπε ο λόγος της καταδίωξης του λόγω άρσης του άδικου χαρακτήρα των πράξεων, γεγονός όμως το οποίο το προσβαλλόμενο βούλευμα το απέρριψε λόγω του ότι ο ισχυρισμός αυτό και αληθής να ήταν πράγμα που δεν προέκυπτε από άλλα στοιχεία δεν οδηγούσε σε άρση του άδικου χαρακτήρα των πράξεων άλλα μπορούσε μόνο να εκτιμηθεί σαν ελαφρυντική περίπτωση. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί Για τους λόγους αυτούς Προτείνω όπως Να απορριφθεί η με αριθμ. 18/16-11-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του με αριθμ. 354/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 5-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξ άλλου κατά το άρθρο 276 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ανακριτής μπορεί να εκδώσει ένταλμα συλλήψεως στις περιπτώσεις εκείνες που κατά το άρθρο 282 παρ. 1 ΚΠΔ επιτρέπεται προσωρινή κράτηση, κατά δε το άρθρο 271 παρ. 1 ιδίου Κώδικος και στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται προσωρινή κράτηση ο ανακριτής μπορεί και δεν υποχρεούται, αντί να εκδώσει ένταλμα συλλήψεως κατ' αυτού, να καλέσει τον κατηγορούμενο με κλήση η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού (271). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άνω άρθρων σαφώς συνάγεται ότι, αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα, για πράξη, δηλαδή, για την οποίαν επιτρέπεται προσωρινή κράτηση κατ' άρθρο 282 ΚΠΔ, ο ανακριτής δύναται, κατά την κρίση του, είτε να κλητεύσει τον κατηγορούμενο, είτε να εκδώσει εναντίον του ένταλμα συλλήψεως, χωρίς να έχει προηγηθεί κλήση προς απολογία. Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κρατήσεως, η κλήση του κατηγορουμένου προς απολογία είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική και η ανάκριση θεωρείται ότι επερατώθη νομίμως με την έκδοση του εντάλματος συλλήψεως, ασχέτως εάν προηγήθη νομίμως ή όχι κλήση για απολογία του. Στην προκειμένη περίπτωση, "ο εκκαλών δεν απολογήθηκε κατά την διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως με συνέπεια αυτή να περατωθεί με την έκδοση εις βάρος του του υπ' αριθ. 11/2006 εντάλματος συλλήψεως", όπως κατά λέξη δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, εφόσον ο νυν αναιρεσείων κατηγορείτο και για κακουργηματικές πράξεις, της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ, και πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό το περιουσιακό όφελος του υπαιτίου δια της προκλήσεως βλάβης εις τρίτο, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 98 παρ. 2, 386 παρ. 1 και 3β', 216 παρ. 1, 3α' ΠΚ, όπως αυτά ισχύουν μετά τον Ν. 2721/1999), για τις οποίες συγχωρείται προσωπική κράτηση. Εντεύθεν, είναι χωρίς νόμιμη επιρροή το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα περιστατικό ότι δεν εκλήθη προς απολογία στη γνωστή στις αρχές διεύθυνσή του, στην ..... στη ....., αλλ' εθεωρήθη ως αγνώστου διαμονής μη ευρεθείς στην εις ήν ανεζητήθη τελευταία γνωστή διαμονή του επί της οδού ..... . Συνεπώς, νομίμως επερατώθη η κυρία ανάκριση με την έκδοση του ανωτέρω εντάλματος συλλήψεως, ασχέτως εάν δεν επροηγήθη κλήση του, νόμιμη ή μη, προς απολογίαν. Μετά ταύτα, ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως κατά του υπ' αριθ. 354/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, δια του οποίου παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, με τον οποίο (λόγον) υποστηρίζει ότι επήλθε απόλυτη ακυρότης, διότι εξεδόθη εις βάρος του από τον Β' Ανακριτή Πειραιώς το άνω ένταλμα συλλήψεως, χωρίς να κληθεί σε απολογία και ούτω παρεβιάσθησαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση και υπεράσπισή του ως κατηγορουμένου (άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αυτά πέραν του ότι, και πάντα κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, και μετά την δια του υπ' αριθ. 539/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς διαταχθείσα περαιτέρω κυρία ανάκριση, προκειμένου να κληθεί ο κατηγορούμενος Χ στην νέα διεύθυνση ..... για να εμφανισθεί και απολογηθεί ως και την κλήση του εις την διεύθυνση αυτή, με το σχετικό από 30.6.2007 αποδεικτικό, και πάλιν ούτος δεν προσήλθε. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα άνω περιστατικά και τα υπήγαγε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος των, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η απαιτουμένη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποίαν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η θεμελιουμένη με τον τρόπο αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιας δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειροτέρους δικαστές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Παρ. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων, δηλαδή της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως ή της χρήσεως, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13γ ΠΚ, από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισθέν από άλλον, είτε νόθευση, αλλοίωση, δηλαδή, της εννοίας του, με μεταβολή του περιεχομένου του, που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων χωρίς την συναίνεση του εκδότου ή κατά τρόπον αντίθετο του συμφωνηθέντος, ρητά ή σιωπηρά, με τον εκδότη, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των απαρτιζόντων την πράξη περιστατικών και τον σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου δημοσίας σχέσεως ή ιδιωτικής τοιαύτης. Οι έννομες συνέπειες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο και είναι αδιάφορο αν η παραπλάνηση επετεύχθη, η δε περαιτέρω χρήση του εγγράφου αυτού από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το α' εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τον Ν. 2721/3.6.1999, απαιτείται το μεν ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, το δε και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ, αδιαφόρως εάν επετεύχθη ή όχι ο σκοπός αυτός. Το τελευταίο αυτό ποσοτικό όριο σε περίπτωση τελέσεως της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση υπολογίζεται αθροιστικά, δηλαδή η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση της πλαστογραφίας λαμβάνονται συνολικά υπ' όψη, αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό κατ' άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ η οποία προσετέθη στο άρθρο αυτό με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 3721/1999. Για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων του άρθρου 222 ΠΚ απαιτείται απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13γ' ΠΚ, προορισμένου να αποδείξει ορισμένο γεγονός, του οποίου, εγγράφου, ο δράστης δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος, ή που άλλος έχει δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου να ζητήσει την παράδοσή του, όπως είναι η λευκή επιταγή από μπλόκ, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος που ενέχει την γνώση ότι ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου και την θέληση αποκρύψεως κτλ τούτου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση ως προς τις πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση, πλην ορισμένων περιπτώσεων όπως κατωτέρω, και με μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπ' όψη του, (εδέχθη) τα εξής: Η Α, έμπορος, κάτοικος Αθηνών, γνωρίστηκε με τον εκκαλούντα Χ στις αρχές του μηνός Νοεμβρίου του 2001, όταν τον επισκέφθηκε στον χώρο εργασίας του στον Πειραιά ύστερα από σύσταση του κοινού τους φίλου Β. Η ιδία ισχυρίζεται ότι αφορμή της επίσκεψής της ήταν η αναζήτηση εργασίας. Ανεξάρτητα από την αφορμή της επίσκεψης και της συνακόλουθης γνωριμίας τους, γεγονός είναι ότι η τελευταία εξελίχθηκε σε αισθηματικό δεσμό. Η φύση του δεσμού αυτού ως τοιούτου, δεν συνομολογείται βεβαίως από την ίδια, πλην όμως προκύπτει αποχρώντως από την με ημερομηνία 11-11-2003 ένορκη κατάθεση στον Πταισματοδίκη Νίκαιας της προταθείσης από αυτήν μάρτυρος και φίλης της Γ (βλ. κατάθεση). Ο εκκαλών στο παρελθόν είχε διατελέσει πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στον Πειραιά και επί της οδού Γούναρη 21-23 ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ - ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΪΚΗ -ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ Α.Ε", θέση την οποία είχε απωλέσει ήδη από 4-5-2001 (βλ. το υπ' αριθμ. ..... σχετικό πρακτικό), χωρίς όμως και να παύσει έκτοτε να συνεργάζεται με την εταιρεία. Την αποχώρησή του από τη διοίκηση της εταιρείας την απέκρυψε από την Α, την οποία αντιθέτως διαβεβαίωνε, πιθανότατα και για λόγους εντυπωσιασμού, ότι εξακολουθούσε να είναι πρόεδρος του ΔΣ και σημαίνον στέλεχος αυτής. Η Α με τις δύο από 20-6-2003 και 18-8-2003 μηνύσεις της, ισχυρίζεται ότι καθ' όλη την διάρκεια της μεταξύ τους γνωριμίας και συνεργασίας, περί της οποίας θα γίνει λόγος ευθύς αμέσως κατωτέρω, πίστευε ότι αυτός ενεργούσε με την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ και διευθύνοντος συμβούλου της εν λόγω εταιρείας. Όμως τούτο δεν πρέπει να είναι αληθές, η διαπίστωση δε αυτή προκύπτει από την εκτίμηση και αξιολόγηση του με ημερομηνία 2-7-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης και του από 2-8-2002 συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας, έγγραφα που υπογράφηκαν αφ' ενός μεν από αυτήν αφ' ετέρου δε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εν λόγω εταιρείας "ΠΕΙΡΑΪΚΗ -ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ Α.Ε", Δ. Από τα έγγραφα αυτά συνάγεται ότι από 2-7-2002 και εντεύθεν, ο εκκαλών δεν εκπροσωπούσε την εταιρεία, όπως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο, εάν είχε τις ιδιότητες του προέδρου του ΔΣ και διευθύνοντος συμβούλου, τούτο δε το γνώριζε ή όφειλε να το γνωρίζει η εγκαλούσα, με συνέπεια η όποια διαφορετική της θέση να παρίσταται ως μη πειστική. Εκμεταλλευόμενος ο εκκαλών την συναισθηματική του σχέση και την συνακόλουθη επιρροή που ασκούσε επ' αυτής, την έπεισε ότι ήταν προς το συμφέρον της να συνεργασθεί στον χώρο της εμπορίας καυσίμων με την εταιρεία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ -ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ" αγοράζοντας από αυτήν καύσιμα και μεταπωλώντας τα με εξασφαλισμένο κέρδος σε άτομα που θα της υποδείκνυε ο ίδιος, παροτρύνοντάς την να συστήσει για τον σκοπό αυτό ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία τέτοιου είδους προϊόντων. Πεισθείσα στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις και παροτρύνσεις του η Α, την 12-6-2002 συνέστησε ατομική επιχείρηση εμπορίας στερεών, υγρών και αερίων καυσίμων με έδρα την οδό ..... του ..... . Ακολούθως την 2-7-2002 με το υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, μίσθωσε από την εταιρεία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ - ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ Α.Ε" μία δεξαμενή 8.000 λίτρων στην περιοχή των ....., ενώ με το από 2-8-2002 συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ αυτής και του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας Δ, καθορίστηκαν οι όροι της μεταξύ τους αποκλειστικής συνεργασίας. Σύμφωνα με τον πρώτο όρο, η Α όφειλε να προμηθεύεται αποκλειστικά και μόνο από την ως είρηται εταιρεία πετρέλαιο κίνησης για την κάλυψη των αναγκών της επιχείρησής της, ενώ σύμφωνα με τον δεύτερο όρο η εταιρεία θα χορηγούσε στην Α εμπορευματική πίστωση ύψους 58.694,06 ευρώ, την οποία η τελευταία όφειλε να επιστρέψει είτε με μηνιαίες καταβολές 2.934,70 ευρώ, είτε με επιταγές εκδόσεώς της ή επιταγές των πελατών της. Επειδή όμως η Α διατηρούσε παράλληλα εμπορικό κατάστημα στην ..... και εξ αντικειμένου δεν μπορούσε να ευρίσκεται διαρκώς στο ..... για να διευθύνει αυτοπροσώπως και αυτήν την επιχείρησή της, ο εκκαλών της πρότεινε να αναλάβει ο ίδιος άτυπα τον ρόλο του διαχειριστή, αυτή δε δέχθηκε την πρότασή του αυτή. Στην συνέχεια την έπεισε ότι, προκειμένου να διευκολυνθεί η αγορά καυσίμων με πίστωση από την εταιρεία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ-ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ Α.Ε", ήταν απαραίτητο να προμηθευτεί μπλοκ επιταγών, από τα οποία θα εξέδιδε τις επιταγές που ήταν αναγκαίες για την αγορά καυσίμων, οι οποίες εν τέλει θα εξοφλούνταν από το τίμημα που θα εισέπραττε από την πώληση των καυσίμων σε τρίτους. Πράγματι αυτή πείσθηκε και την 27-7-2002, συνοδευόμενη από τον ίδιο, πήγε στο υποκατάστημα ..... της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ και αφού άνοιξε τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό, ζήτησε να της χορηγηθεί μπλοκ επιταγών. Η Τράπεζα της χορήγησε μπλοκ των δέκα φύλλων με αρίθμηση από ..... έως ....., το οποίο μάλιστα, ύστερα από εξουσιοδότησή της, το παρέλαβε ο εκκαλών. Με τον ίδιο τρόπο άνοιξε την 22-8-2002 στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό με αρχική κατάθεση το ποσό των 1500 ευρώ και την 4-9-2002 της χορηγήθηκε μπλοκ επιταγών των δέκα φύλλων με αρίθμηση από ..... έως ..... . Τέλος την 18-10-2002 άνοιξε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό όψεως, με αρχική κατάθεση 740 ευρώ και αυθημερόν της χορηγήθηκε μπλοκ επιταγών των δέκα φύλλων με αρίθμηση από ..... έως ..... . Αφού προμηθεύτηκε τα ανωτέρω τρία μπλοκ επιταγών, τα παρέδωσε στην συνέχεια στον εκκαλούντα, πεισθείσα στην διαβεβαίωσή του ότι θα ήταν πιο ασφαλές να τα φυλάσσει ο ίδιος στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας και να της τα δίδει κάθε φορά που χρειαζόταν να εκδώσει κάποια επιταγή. Με τον τρόπο αυτό περιήλθαν στην κατοχή του εκκαλούντος τα μπλοκ επιταγών της Α. Ακολούθως αυτός, εκδηλώνοντας έμπρακτα πρόθεση υπεξαγωγής των μπλοκ αυτών, αφ' ενός μεν προέβη στην έκδοση και κυκλοφορία των επιταγών, περί των οποίων θα γίνει λόγος ευθύς κατωτέρω, συμπληρώνοντας τα απαραίτητα για το τυπικό τους κύρος στοιχεία και πλαστογραφώντας την υπογραφή της Α στη θέση του εκδότη, αφ' ετέρου δε στην νόθευση των υπ' αριθμ. ....., ....., ..... και ..... επιταγών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συμπληρώνοντας τα ελλείποντα στοιχεία τους χωρίς την εντολή και συναίνεση της Α, καταχρώμενος έτσι τις υπογραφές που είχε θέσει αυτή εν λευκώ σ' αυτές, ως εκδότρια. Στην πλαστογράφηση των επιταγών αυτών, είτε με την μορφή της κατάρτισης είτε εκείνη της νόθευσης, προέβη ο εκκαλών προκειμένου να παραπλανηθούν οι τρίτοι κομιστές στους οποίους και τις μεταβίβασε, όπως και οι αρμόδιοι υπάλληλοι των τραπεζών, ως προς τον πραγματικό εκδότη τους και την ύπαρξη των ενσωματωμένων σ' αυτές απαιτήσεων, με τον επιπρόσθετο σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το ποσό που προέκυπτε από το άθροισμα των επιμέρους ποσών κάθε επιταγής, αποβλέποντας ευθύς εξ αρχής στο ποσό αυτό, προκαλώντας ταυτόχρονα ισόποση περιουσιακή βλάβη στην Α, δοθέντος ότι οι επιταγές αυτές δεν κάλυπταν πραγματικές συναλλαγές της τελευταίας αλλά προσωπικές του συναλλαγές και υποχρεώσεις. Α) Ειδικότερα ο εκκαλών προέβη στην κατάρτιση των εξής πλαστών επιταγών α) της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως χρόνο έκδοσης την 3-11-2002, τόπο έκδοσης το ....., ποσό το ποσό των 50.960 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή Ε, ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτή έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί, β) της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 9-11-2002, ποσό το ποσό των 51.299 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή Ε, ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτή έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί. γ) της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 6-11-2002, ποσό το ποσό των 60.000 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή Ε, ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτή έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί, δ) της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 14-11-2002, ποσό το ποσό των 61.000 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή Ε, ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτή έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί, ε) της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 23-11-2002, ποσό το ποσό των 62.000 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή Ε, ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτή έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί, στ) την 17-1-2003 της υπ' αριθμ. 2248080-3 επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 17-1-2003, ποσό το ποσό των 26.320 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή Ε, ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτή έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί, ζ) την 24-3-2003 της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 24-3-2003, ποσό το ποσό των 35.510 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή της εταιρείας "ΠΕΙΡΑΪΚΗ -ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής Επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτής έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας σε διαταγή της οποίας είχε εκδοθεί. Σημειώνεται ότι όλες οι ανωτέρω επιταγές σφραγίστηκαν κατά την ημερομηνία εμφάνισής τους, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή τους, για τις δύο δε τελευταίες εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 473/2003 και 510/2003 Διαταγές Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. η) της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 15-11-2002, ποσό το ποσό των 26000,07 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή της εταιρείας "ΠΕΙΡΑΪΚΗ- ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτής έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας σε διαταγή της οποίας είχε εκδοθεί. θ) της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 25-11-2002, ποσό το ποσό των 26.750 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή της εταιρείας "ΠΕΙΡΑΪΚΗ-ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ Α.Ε", ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτής έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας σε διαταγή της οποίας είχε εκδοθεί, ι) της υπ' αριθμ. ..... επιταγής πληρωτέας από τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, θέτοντας επί του σώματος αυτής ως τόπο έκδοσης το ..... και ημερομηνία την 16-12-2002, ποσό το ποσό των 26.750 ευρώ πληρωτέο σε διαταγή της εταιρείας "ΠΕΙΡΑΪΚΗ - ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", ακολούθως δε έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησης της Α κάτω από την θέση του εκδότη, της επιταγής δε αυτής έκανε στη συνέχεια χρήση παραδίδοντάς την στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας σε διαταγή της οποίας είχε εκδοθεί. Οι ανωτέρω τρεις επιταγές της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ οπισθογραφήθηκαν περαιτέρω από τους κομιστές τους, εν τέλει δε οι δύο πρώτες μεταβιβάστηκαν στην τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias και η τρίτη στην Γενική Τράπεζα με την ρήτρα "αξία λόγω ενεχύρου", σφραγίστηκαν δε όλες τους επί μη πληρωμή, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά την ημέρα της πληρωμής, ενώ για την πρώτη εξ αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4072/2003 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Β) Περαιτέρω ο ίδιος εκκαλών προέβη στη νόθευση των με αριθμούς ....., ....., ..... και ..... επιταγών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τις οποίες είχε υπογράψει η Α εν λευκώ ως εκδότρια, με την συμφωνία να συμπληρωθούν τα ελλείποντα στοιχεία τους από την ίδια, καθόσον συμπλήρωσε τα στοιχεία αυτά χωρίς την εντολή και συναίνεσή της, ως εξής: α) στην με αριθμό ..... επιταγή έθεσε ως τόπο εκδόσεως το ..... και ημερομηνία την 4-12-2002, ποσό πληρωμής το ποσό των 55.000 ευρώ, πληρωτέο σε διαταγή του Ε, την οποία στη συνέχεια κυκλοφόρησε παραδίδοντάς την στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί, β) στην με αριθμό ..... επιταγή έθεσε ως τόπο εκδόσεως το ..... και ημερομηνία την 31-12-2002, ποσό πληρωμής το ποσό των 57.800 ευρώ, πληρωτέο σε διαταγή του Ε, την οποία στη συνέχεια κυκλοφόρησε παραδίδοντάς την στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί, γ) στην με αριθμό ..... επιταγή έθεσε ως τόπο εκδόσεως το ..... και ημερομηνία την 30-1-2003, ποσό πληρωμής το ποσό των 9.543 ευρώ, πληρωτέο σε διαταγή της ιδίας, την οποία στη συνέχεια κυκλοφόρησε οπισθογραφώντάς την υπέρ του ΣΤ, θέτοντας στην θέση του πρώτου οπισθογράφου κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α, δ) στην με αριθμό ..... επιταγή έθεσε ως τόπο εκδόσεως το ..... και ημερομηνία την 28-2-2003, ποσό πληρωμής το ποσό των 29.973,40, πληρωτέο σε διαταγή της ίδιας, στη συνέχεια δε έθεσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α ,μεταβιβάζοντας αυτήν στην εταιρεία με την επωνυμία "N.Π OIL ΕΠΕ", με τελευταίο κομιστή την Τράπεζα Αττικής, στην οποία μεταβιβάστηκε με την ρήτρα "αξία λόγω ενεχύρου", εκδοθείσης γι' αυτήν της υπ' αριθμ. 525/2003 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Γ) στην με αριθμό ..... επιταγή της E.F.G. Eurobank Ergasias, εκδόσεως του Ζ σε διαταγή του ιδίου, με ημερομηνία έκδοσης 31-3-2003, ποσού 40.840 ευρώ, έθεσε στην θέση του δεύτερου οπισθογράφου κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α καθώς και την σφραγίδα της ατομικής της επιχείρησης, χωρίς την συναίνεση ή την έγκρισή της, μεταβιβάζοντάς την με την οπισθογράφηση αυτή στην εταιρεία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ -ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", από την οποία μεταβιβάστηκε περαιτέρω στην εταιρεία "N.Π OIL ΕΠΕ", με τελευταίο κομιστή της την Τράπεζα Αττικής στην οποία μεταβιβάστηκε με την ρήτρα "αξία λόγω ενεχύρου", εκδοθείσης γι' αυτήν της υπ' αριθμ. 525/2003 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η έκδοση και κυκλοφορία όλων των ανωτέρω επιταγών δεν αντιπροσώπευε πραγματικές αγορές καυσίμων από την ατομική επιχείρηση της φερομένης ως εκδότριας αυτών Α, αλλά έγινε από τον εκκαλούντα με αποκλειστικό και μόνο σκοπό με την κυκλοφορία τους να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το συνολικό ποσό των επιταγών αυτών, δοθέντος ότι με αυτές καλύφθηκαν προσωπικές του συναλλαγές και υποχρεώσεις. Ο εκκαλών δεν απολογήθηκε κατά την διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως, με συνέπεια αυτή να περατωθεί με την έκδοση σε βάρος αυτού του υπ' αριθμ. 11/2006 εντάλματος συλλήψεως. Και ενώ η δικογραφία εκκρεμούσε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς για την έκδοση βουλεύματος μετά την αρχική περάτωση της κυρίας ανακρίσεως, πέραν από την από 28-12-2006 αίτηση που κατέθεσε στο Συμβούλιο τούτο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του και ισχυριζόταν ότι εσφαλμένως είχε εκδοθεί σε βάρος του ένταλμα συλλήψεως ζητώντας την ανάκλησή του, με το απευθυνόμενο στο αυτό Συμβούλιο από 3-1-2007 υπόμνημα και τα επισυναπτόμενα σε αυτό έγγραφα, διατεινόταν ότι είχε εξοφλήσει ο ίδιος προσωπικά τις επιταγές που σύρονταν στους λογαριασμούς της Ε.Τ.Ε. και της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (παρέλειπε την υπ' αριθμ. .....) και κατείχε τα πρωτότυπα αυτών, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού προσήγαγε φωτοαντίγραφα των επιταγών αυτών καθώς και υπεύθυνη δήλωση συντεταγμένη κατά τους τύπους του Ν. 1599/1986, με την οποία δήλωνε ότι τα προσαγόμενα φωτοαντίγραφα ήταν ακριβή αντίγραφα των πρωτοτύπων (τα οποία κατείχε ο ίδιος, όπως συμπερασματικά και μόνο συναγόταν από το κείμενο της δήλωσης). Όμως η προσαγωγή και επίκληση των φωτοτυπικών αντιγράφων των περί ων ο λόγος επιταγών, χωρίς την προσαγωγή βεβαίωσης οιασδήποτε δημόσιας Αρχής, από την οποία να προκύπτει ότι ο εκκαλών επέδειξε στον υπογράφοντα την βεβαίωση και κατέχει τα πρωτότυπα σώματα των επίμαχων επιταγών, δεν αποδεικνύει και την εξόφλησή τους, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε άνευ ετέρου να οδηγήσει στην άρση του άδικου χαρακτήρα των διωχθεισών εν προκειμένω πράξεων, αλλά θα μπορούσε απλώς να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της κατάφασης ή μη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου. Σημειώνεται εν παρενθέσει ότι είναι αληθώς παράδοξο να έχει ο ίδιος ο εκκαλών εξοφλήσει τις περί ων ο λόγος επιταγές, αφού όπως ήδη σημειώθηκε, ο ίδιος δεν είχε αναλάβει κάποια δέσμευση από αυτές, ούτε ως εκδότης, ούτε ως οπισθογράφος. Εκτός και αν η έκδοση και κυκλοφορία των επιταγών αυτών, οι οποίες συνδέονται με αγοραπωλησίες καυσίμων, υποκρύπτει όχι απόλυτα ορθόδοξες συναλλαγές στον χώρο της εμπορίας των συγκεκριμένων ειδών. Ερμηνεύοντας και αξιολογώντας την αρχική αίτηση, το από 3-1-2007 υπόμνημα και το από 2-2-2007 συμπληρωματικό τοιούτο, ως εμπεριέχοντα αιτήματα για διενέργεια συμπληρωματικής ανάκρισης, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το υπ' αριθμ. 539/2007 βούλευμά του διέταξε όντως περαιτέρω κυρία ανάκριση, προκειμένου κατ' αυτήν να κληθεί ο κατηγορούμενος στη νέα του διεύθυνση ( .....) για να απολογηθεί. Όμως παρά το ότι εκλήθη στην διεύθυνση αυτή (βλ. το σχετικό από 30-6-2007 αποδεικτικό), εν τούτοις δεν προσήλθε. Έτσι η θέση του, που συνίσταται στην άρνηση των κατηγοριών που του αποδίδονται, αποτυπώνεται στις έγγραφες εξηγήσεις που παρέσχε στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξέτασης. Σύμφωνα με αυτές, ουδέν το ψευδές παρέστησε στην μηνύτρια, η οποία δέχθηκε να συνεργασθεί μαζί του καθώς και με την εταιρεία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", έχουσα πλήρη εικόνα της πραγματικής κατάστασης, οι φερόμενες δε ως πλαστές επιταγές ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, είχαν δοθεί από την ίδια στην προαναφερθείσα εταιρεία προς διευκόλυνσή της, οι επιταγές δε αυτές είχαν εξοφληθεί από τον ίδιο και τα πρωτότυπα σώματά τους βρίσκονταν στα χέρια του. Ισχυριζόταν περαιτέρω ότι οι υπ' αριθμ. ....., ..... και ..... επιταγές, που ήταν πληρωτέες στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, είχαν εκδοθεί από την μηνύτρια σε διαταγή της αυτής ως άνω εταιρείας, η πρώτη και η τρίτη ως εγγύηση για την έναρξη της μεταξύ τους εμπορικής σχέσεως, ενώ η δεύτερη σε εξόφληση των υπ' αριθμ. ....., ..... και ..... τιμολογίων της εταιρείας για την αγορά από αυτήν (μηνύτρια) καυσίμων. Κατέληγε εν τέλει ότι οι περισσότερες των επιταγών, περί των οποίων γινόταν λόγος στην αρχική από 20-6-2003 καθώς και την συμπληρωματική από 18-8-2003 μήνυση της Α, είχαν εξοφληθεί από τον ίδιο. Οι ισχυρισμοί αυτοί του εκκαλούντος είναι αβάσιμοι, προκύπτει δε το τοιούτο κυρίως και πρωτίστως από την φυγοδικία του, η οποία αποτελεί αδιάψευστη από την πλευρά του ομολογία ενοχής. Πράγματι, εάν είχε εξοφλήσει, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, και κατείχε τα πρωτότυπα των επιταγών που φέρονται ως πλαστές ή νοθευμένες, θα εμφανιζόταν στην ανάκριση και θα τα επεδείκνυε στην Ανακρίτρια, αποδεικνύοντας έτσι πλήρως τους ισχυρισμούς του. Αντ' αυτού προτίμησε για άλλη μία φορά να φυγομαχήσει φυγοδικών. Τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από την μελέτη των στοιχείων της προκειμένης δικογραφίας που τίθεται ήδη υπό την κρίση του Συμβουλίου σας, θεμελιώνουν πλήρως την έννοια των εγκλημάτων της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση, όχι όμως και εκείνο της απάτης κατ' εξακολούθηση, με την μορφή της αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων, από υπαίτιο ο οποίος, βάσει της εμφανισθείσης από τον ίδιο ψευδούς καταστάσεως που δημιουργούσε την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, είχε ευθύς εξ αρχής ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Μετά ταύτα, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ποσό εις το οποίο απέβλεπεν εξ αρχής με τις μερικότερες πράξεις του ως και την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, πλην των εις τις ίδιες σκέψεις του βουλεύματος και εις το διατακτικό αναφερομένων δύο επιταγών, για τις οποίες έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2, 216 παρ. 1 και 3, 222 ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση η ταυτότητα των εγγράφων που ο κατηγορούμενος το μεν κατήρτισεν εξ υπαρχής, το δε ενόθευσε, προσδιορίζεται εις τι συνίσταται η κατάρτιση ως και η νόθευση υπό την έννοιαν της αλλοιώσεως και μνημονεύονται τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η κατάρτιση και η αλλοίωση, εξειδικεύεται περαιτέρω ο σκοπός της παραπλανήσεως των τρίτων και εκείνος του πορισμού του περιουσιακού οφέλους και της αντιστοίχου ζημίας της παθούσης, η οποία με τις μερικότερες πράξεις απέβλεψε στο συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε με αυτόν πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, σχετικά με την εξόφληση των επιταγών και την κατοχή φωτοτυπικών αντιγράφων αυτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 18/16 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 354/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ. Πότε απόλυτη ακυρότητα. Άρθρο 276 παρ. 1 σε συνδ. με 282 παρ. 1 ΚΠΔ. Όταν επιτρέπεται προσωρινή κράτηση ο ανακριτής μπορεί κατά την κρίση του να εκδώσει ένταλμα συλλήψεως χωρίς να καλέσει τον κατηγορούμενο και ούτω περατούται η ανάκριση. Επομένως είναι άνευ εννόμου επιρροής το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν εκλήθη προς απολογία στη γνωστή στις αρχές διεύθυνση και παραβιάσθησαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση και εκπροσώπηση και άσκηση των δικαιωμάτων του. Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος για πλαστογραφία. Πότε κακουργηματική πλαστογραφία. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2272/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάσσονα Δούμπη, περί αναιρέσεως της 24354/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Αγορανομικού Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Το Μονομελές Αγορανομικού Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 293/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Μετά την κατάργηση με το άρθρο 3 του ν. 1401/1983 της παρ. 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978, που καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικά οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, ευθύνονται πλέον, σύμφωνα με την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα, για κάθε αγορανομική παράβαση στα αναφερόμενα καταστήματα, εργοστάσια, εργαστήρια κλπ και τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης" του καταστήματος, εργοστασίου κλπ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 30 παρ. 12 του αυτού Αγορανομικού Κώδικα, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές, οι μη συμμορφούμενοι με τις υπό της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας εκδιδόμενες οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι τους οποίους πρέπει να πληρούν τα εδώδιμα και ποτά που προσφέρονται προς κατανάλωση, όπως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και τη συντήρηση τους προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών. Εάν δε η παράβαση αυτή, όπως και εκείνες, που προβλέπονται υπό των άρθρων 30, 31 και 32 του αυτού Κώδικα, τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή (άρθρο 33 Αγορανομικού Κώδικα). Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ` αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και όταν, ενώ μία αξιόποινη πράξη τιμωρείται, είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια τελούμενη, δεν εκτίθενται στην καταδικαστική για την πράξη αυτή απόφαση περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου ότι η πράξη αυτή τελέσθηκε από πρόθεση και όχι από αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση το Αγορανομικό Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη με αριθμό 24.354/8-11-2007 απόφασή του, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του, και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 17-9-2005 στη ..... και στο κατάστημα - σούπερ μάρκετ "Δ. ΜΑΣΟΥΤΗΣ Α.Ε." που βρίσκεται επί της οδού ....., ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, διέθεσε στην κατανάλωση συσκευασμένο "Ρυζόγαλο Πολίτικο" σε συσκευασία αποτελούμενη από δύο ρυζόγαλα με ημερομηνία λήξεως 28-9-2005, το οποίο παρουσίαζε έντονη όξινη δυσοσμία και γεύση, ήταν δε έντονα κροκιδομένο, γεγονότα που μαρτυρούσαν την αλλαγή των οργανοληπτικών του ιδιοτήτων. Η δεύτερη κατηγορουμένη εξάλλου, με την ιδιότητά της ως Προέδρου της "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε.", με έδρα τα Κουφάλια Θεσσαλονίκης, προμήθευσε τον πρώτο κατηγορούμενο με το παραπάνω προϊόν, το οποίο διαπιστώθηκε κατόπιν εξετάσεώς του ότι είχε αλλοιωμένους τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες του και συνεπώς ότι ήταν προϊόν μη κανονικό, και ως εκ τούτου χαρακτηρίστηκε ρυπαρό τρόφιμο, και κατατάχτηκε στα επιβλαβή για την υγεία του ανθρώπου τρόφιμα και συνεπώς ήταν ακατάλληλο προς βρώση. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της παραπάνω πράξης". Περαιτέρω, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς επισκοπείται, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη του άρθρου 30 παρ.15 του αγορανομικού κώδικα και ειδικότερα του ότι " ως Πρόεδρος της "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ" με έδρα τα Κουφάλια Θεσσαλονίκης προμήθευσε τον 1ο κατηγορούμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) με το προαναφερθέν προϊόν( Ρυζόγαλο Πολίτικο), το οποίο διαπιστώθηκε κατόπιν εξετάσεως του, ότι είχε αλλοιωμένους τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες του και συνεπώς προϊόν " ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ" και ως εκ τούτου το ανωτέρω προϊόν χαρακτηρίστηκε ρυπαρό τρόφιμο και κατατάχτηκε στα επιβλαβή για την υγεία του ανθρώπου και συνεπώς ήταν ακατάλληλο προς βρώση". Στη συνέχεια το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για την παράβαση του άρθρου 30 παρ.15 του Αγορανομικού Κώδικα, και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 30 ημερών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Από την αντιπαραβολή, όμως, του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, δεν προκύπτει εάν η συγκεκριμένη πράξη τελέστηκε από πρόθεση ή από αμέλεια. Έτσι, όμως, που αποφάνθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο, με τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του, την προβλεπόμενη και επιβαλλόμενη υπό των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την μορφή της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, αφού, ενόψει του ότι το αγορανομικό αυτό αδίκημα τιμωρείται και από αμέλεια, κατά το άρθρο 33 του ως άνω Ν.Δ. 136/1946, με ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη, δεν εκτίθεται στο σκεπτικό ή το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ποία από τις δύο αυτές μορφές υπαιτιότητας δέχθηκε το Δικαστήριο, ούτε εκτίθενται περιστατικά τα οποία να στηρίζουν την κρίση ότι το αδίκημα τούτο τέλεσε η αναιρεσείουσα από πρόθεση ή από αμέλεια. Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, σχετικού λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο οποίος, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως ερευνάται, εφόσον η κρινόμενη αίτηση κρίνεται παραδεκτή (511 ΚΠΔ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 24.354/2007 απόφαση του Μονομελούς Αγορανομικού Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 15 του Αγορανομικού Κώδικα. Δεν αιτιολογείται η παραδοχή εάν τελέστηκε από πρόθεση ή από αμέλεια. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας.
2
Αριθμός 2273/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου, από την άσκηση των καθηκόντων του σε αναίρεση κατά της 785/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδικάσθηκε από το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου στις 17 Σεπτεμβρίου 2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 449/25.09.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 § 4 Κ.Π.Δ., την από 25-9-2008 δήλωση προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου του Αρεοπαγίτη Κων/νου Φράγκου, περί αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του, ως μέλους της σύνθεσης του Ζ' Ποινικού Τμήματος, για την συμμετοχή του στην εκδίκαση της από 26-3-2007 αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησαν οι κατηγορούμενες Χ1, Χ2 και Χ3, κατά της 785/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και σας γνωρίζω ότι επειδή τα αναφερόμενα στην δήλωση είναι νόμιμα και βάσιμα και δικαιολογούν την αποχή του αιτούντος από την εκδίκαση της παραπάνω υπόθεσης, η δήλωση πρέπει να γίνει δεκτή. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να γίνει δεκτή η από 25-9-2008 δήλωση του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου, περί αποχής του από την εκδίκαση της υπόθεσης, που αφορά την από 26-3-2007 αίτηση αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3, κατά της 785/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αθήνα 25 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 25-9-2008 δήλωση του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου, η οποία απευθύνθηκε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, και φρονεί ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας του επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση της από 26-3-2007 αιτήσεως αναιρέσεως των κατηγορουμένων- αναιρεσειουσών, Χ1, Χ2 και Χ3, κατά της υπ' αριθμό 785/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο κατά το άρθρο 23 παρ. 4 Κ.Π.Δ., και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα, λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του αναφερόμενου στο άρθρο 15 εδ. 1 του Κ.Π.Δ., λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Μετά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως των: (α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, που έλαβε χώρα κατά τη συνεδρίαση της 17-9-2008, κατά της υπ' αριθμό 785/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Φράγκος, υπέβαλε προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, την από 25-9-2008 δήλωση αποχής. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενό της, ο συγκεκριμένος δικαστικός λειτουργός, που ορίστηκε εισηγητής της υπόθεσης, μετά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τη μελέτη της, διαπίστωσε ότι υφίστανται στο πρόσωπό του σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, που επιβάλουν την αποχή του από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Συγκεκριμένα οι λόγοι που επικαλείται συνίστανται στο γεγονός, ότι η θυγατέρα του ως άνω δικαστικού λειτουργού, ....., η οποία τυγχάνει δικηγόρος Αθηνών, παρέχει τις νομικές υπηρεσίες της στο δικηγορικό γραφείο του ....., ο οποίος κατά τη σχετική δήλωση αποχής, συστεγάζεται στον ίδιο εργασιακό χώρο και στο ίδιο δικηγορικό γραφείο του ....., κείμενο επί της οδού ..... αριθμός ... . Με τον τελευταίο ο παραστάς συνήγορος των αναιρεσειουσών, δικηγόρος Αθηνών ....., βρίσκεται σε στενή επαγγελματική σχέση και συνεργασία. Το γεγονός μόνο τούτο, ήτοι της συστεγάσεως του Δικηγόρου ....., στον ίδιο χώρο με τον δικηγόρο ....., με τον οποίο ο ως άνω συνήγορος των αναιρεσειουσών, ....., συνδέεται με στενή επαγγελματική συνεργασία, χωρίς, όμως, να πιθανολογείται έστω οποιαδήποτε άλλη σχέση ή συνεργασία με τη θυγατέρα του δηλούντος την αποχή ως άνω δικαστικού λειτουργού, δεν δικαιολογεί τη βασιμότητα αυτής. Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα, οι προβαλλόμενοι λόγοι αποχής, του ως άνω δικαστικού λειτουργού, δεν συνιστούν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 Κ.Π.Δ., που επιβάλλουν την αποχή του, από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ως άνω δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 25-9-2008 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου. Αποφαίνεται ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός, Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Φράγκος, δεν πρέπει να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1, Χ2 και Χ3, κατά της αριθ. 785/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδικάστηκε την 17-9-2008, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δήλωση αποχής (άρθρο 23 ΚΠΔ) μέλους του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, λόγω του ότι η θυγατέρα του, δικηγόρος Αθηνών, συστεγάζεται στον ίδιο εργασιακό χώρο με τον παραστάντα συνήγορο των αναιρεσειουσών, χωρίς να υφίσταται μεταξύ του οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση και συνεργασία. Δεν συνιστούν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας. Απορρίπτει τη δήλωση αποχής.
Αποχής δήλωση
Αποχής δήλωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2271/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1483-1584/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 21 Σεπτεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 600/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 470 του Κ.Π.Δ, με την οποία ορίζεται ότι στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν επί εφέσεως του καταδικασθέντος πρωτοδίκως, το Εφετείο καθιστά χείρονα τη θέση του. Αυτό συμβαίνει, ακόμη, και όταν το Εφετείο, που επιλήφθηκε εφέσεως του Εισαγγελέα, εκτιμώντας τις αποδείξεις, προσδίδει στην πράξη βαρύτερο χαρακτηρισμό, με την προσθήκη επιβαρυντικών περιστάσεων, πέραν εκείνων που με την έφεσή του ζήτησε ο Εισαγγελέας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Χ, με την υπ' αριθμό 1071/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ένοχος, ως τοξικομανής των πράξεων: α) της αγοράς ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την εμπορία, ποσότητας 6.100 γραμμαρίων ηρωίνης β) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, γ) της πώλησης κατ' εξακολούθηση της ίδιας ποσότητας, και δ) της διαθέσεως ναρκωτικών ουσιών, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, ήτοι της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων και με περιστάσεις, που μαρτυρούν ότι ο δράστης είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο άτομο, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμό 537/12-10-2005 έφεσή του, παραπονούμενος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αλλά και ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό 576/21-10-2005 έφεσή του. Με την έφεσή του ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για τους παρακάτω λόγους, οι οποίοι κατά πιστή μεταφορά έχουν ως εξής: " Ότι το Δικαστήριο εάν εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις που συγκεντρώθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, θα έπρεπε να δεχθεί ότι από την επανειλημμένη τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων, καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς τους, προκύπτει αναμφισβήτητα σκοπός εκείνου για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων της εμπορίας ναρκωτικών ουσιών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το γεγονός αυτό καθαρά προκύπτει από τις ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών που αγόρασε, κατείχε, διέθεσε και πωλούσε, από τον καταμερισμό των ποσοτήτων ηρωϊνης που κατείχε σε δέκα επτά (17) αυτοτελείς συσκευασίες, έτοιμες προς περαιτέρω διάθεση και την ύπαρξη και χρήση ιδιαιτέρων χώρων αποκρύψεώς τους. Αλλωστε η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των πράξεων αυτών καταδεικνύεται και από την κατά σύστημα πώληση και διάθεση των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών στους συγκατηγορουμένους του Α και Β, ενώ συνελήφθη να πωλεί και ποσότητα 505 γραμμαρίων ηρωϊνης στον αστυνομικό Γ, ο οποίος παρίστανε τον υποψήφιο αγοραστή. Χαρακτηριστικό τέλος είναι και το γεγονός ότι με την υπ' αριθ. 40/2003 αναγνωσθείσα στο ακροατήριο απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών για παρόμοιες πράξεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών (πέντε μικροδεμάτων ηρωϊνης, 4.040 δισκίων του ναρκωτικού έκσταση, επτά τεμαχίων χάρτου εμποτισμένου με LSD κ.λ.π.), καθώς και πωλήσεως άλλων ανεξακριβώτων δισκίων έκσταση και ποσοτήτων κοκαϊνης, από τις οποίες αποκόμισε κέρδος που υπερβαίνει το ποσό των 13.600.000 δραχμών, που κατασχέθηκαν στα χέρια του, πράξεις που είχε ο ίδιος ομολογήσει ενώπιον του δικαστηρίου. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καταδήλως και χωρίς καμία αμφιβολία μαρτυρούν τον σκοπό του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω εντελώς εσφαλμένα δέχθηκε το δικαστήριο ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος Χ είναι πρόσωπο που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, αφού, όπως ανεπιφύλακτα καταδεικνύεται από την υπ' αριθ. ..... ιατροδικαστική έκθεση του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο οποίο προσήχθη ο εν λόγω κατηγορούμενος μετά τη σύλληψή του, από την γενόμενη εξέτασή του δεν διαπιστώθηκαν φαινόμενα στερήσεως, όπως κοιλιακά άλγη, αϋπνίες, μυαλγίες, καταρροή κ.λ.π., ενώ δεν φέρει παλιές θρομβώσεις ή πρόσφατες φλεβοκεντρήσεις και συνεπώς δεν μπορεί αυτός να χαρακτηρισθεί ως εξαρτημένος χρήστης κατά την έννοια του άρθρου 13 Ν. 1729/1987. Οι ιατρικές γνωματεύσεις που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για να καταλήξει εσφαλμένως στην αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή ο εν λόγω Χ είναι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, δεν εξεδόθησαν κατά τη διαδικασία του άρθρου 13 Ν 1729/1987, δηλαδή από ειδικά δημόσια κέντρα απεξάρτησης, η από ψυχιατρικές κλινικές και εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας ΑΕΙ της χώρας ή Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες. Αντιθέτως η μη ληφθείσα υπόψη υπ' αριθ. ..... ιατροδικαστική έκθεση είναι η μοναδική που εξεδόθη από τέτοιο εργαστήριο. Ούτε, τέλος, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εξαρτημένου χρήστη με την υπ' αριθ. 40/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσ/νίκης πρέπει να ληφθεί σοβαρώς υπόψη, δεδομένου του μακρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε. Επομένως θα έπρεπε το δικαστήριο να δεχθεί την ύπαρξη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου Χ, της παραπάνω επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 8 Ν. 1729/1987, δηλαδή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των ανωτέρω εγκλημάτων, καθώς και ότι δεν είναι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Δεχόμενο δε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά θα έπρεπε περαιτέρω να του επιβάλλει την προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 Ν 1729/19897 ποινή της ισοβίου καθείρξεως, καθώς και της αναφερόμενης στη διάταξη αυτή χρηματικής ποινής, αφού δεν του αναγνώρισε ελαφρυντικά". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον εκκαλούντα-αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων: α) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση και μάλιστα ποσότητας 6.100 γραμμαρίων ηρωίνης και β) της άμεσης συνέργειας σε πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και δη ποσότητας 505 γραμμαρίων ηρωίνης, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ του Π.Κ. Το ίδιο Δικαστήριο, επίσης, δέχθηκε ότι στο πρόσωπό του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν συντρέχει η, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ν.1729/1987, ιδιότητα του τοξικομανούς, όπως είχε δεχθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ δέχθηκε κατά πλειοψηφία των (4) μελών του, ότι στο πρόσωπο του καταδικασθέντος και ήδη αναιρεσείοντος, συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση, του ιδιαίτερα επικίνδυνου ατόμου, χωρίς να γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε μνεία ή αναφορά για τη συνδρομή ή μη των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων, για τις οποίες, εκτός άλλων ασκήθηκε η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως 16 ετών. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της εκθέσεως εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας και ζητήθηκε η εξαφάνιση για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου τούτο να ερευνήσει: α) τη συνδρομή στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, και δη αυτής της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων, και όχι αυτής της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του δράστη, και β) της μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, ότι δηλαδή δεν είναι εξαρτημένο από τις ναρκωτικές ουσίες άτομο. Από την ίδια, επίσης, έκθεση της εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι δεν προσβλήθηκε η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που αυτή δέχθηκε, ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικινδύνου ατόμου, ανεξάρτητα του ότι η τελευταία αυτή περίσταση είχε περιληφθεί στη σχετικη ποινική δίωξη και με την οποία άλλωστε αυτός παραπέμφθηκε. Αντίθετα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά πλειοψηφία, ότι στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος συντρέχει η ως άνω επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικινδύνου ατόμου, χωρίς να γίνεται στην απόφαση οποιαδήποτε μνεία ή αναφορά για τη συνδρομή ή μη των λοιπών επιβαρυντικών περιστάσεων. 'Ετσι, όμως, κρίνοντας το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατέστησε χείρονα τη θέση του αναιρεσείοντος και υπερέβη την εξουσία του, αφού το Δικαστήριο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, έκρινε πέραν των ορίων εκείνων, που με την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών, προσβλήθηκε η απόφαση το Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ, σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει, η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, η οποία περιέχει τουλάχιστο έναν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση στο σύνολό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 1483-1484/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί, εφόσον είναι εφικτό, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Κατοχή και άμεση συνέργεια σε πώληση. Χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, από το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση μετά από έφεση του Εισαγγελέα, δέχθηκε τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του ιδιαίτερα επικίνδυνου ατόμου, χωρίς κατά το κεφάλαιο αυτό να έχει εκκληθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Αναιρεί στο σύνολο και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Κατηγορούμενος.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2270/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Zύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 22142/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1693/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική και αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του ν.1325/1972. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας της εκδόσεως αυτής είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδαφ. α' και δ' του ίδιου νόμου η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η σημειούμενη επί της επιταγής ως ημέρα εκδόσεως αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων διατάξεων, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ' αυτήν ως χρονολογία εκδόσεώς της. Εξ' άλλου, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορούμενη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι στην Αθήνα στις 5-4-2005 τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στο διατακτικό της παρούσας οκτώ επιταγές ποσού εκάστης 17.608 ευρώ, πληρωτέες από την Τράπεζα NOVA BANK σε διαταγή της, με ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2005, 30-8-2005, 30-12-2005, 30-4-2006, 30-8-2006, 30-12-2006, 30-4-2007 και 30-8-2007, τις οποίες μετεβίβασε με οπισθογράφηση στο Ψ και τις οποίες ο τελευταίος εμφάνισε έγκαιρα την 5-4-2005, και δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε η πιο πάνω εκδότρια- κατηγορούμενη που τις εξέδωσε". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 2 ετών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του Π.Κ. και 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, που εφάρμοσε. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής, διότι, δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής των επίμαχων επιταγών, είναι αβάσιμη, αφού, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά αυτή στη "γνώση", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος. Η ύπαρξη του δόλου στο έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια, όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, δεν αξιώνονται επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δε διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του αιτήματός της περί αναβολής της προόδου της δίκης, προκειμένου να κληθούν τόσο ο εγκαλών, όσο και ο μάρτυρας ....., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Τούτο, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε σ' αυτή, την απαιτούμενη δικαιολογία αφού δέχθηκε τα εξής: "Το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη και λήπτη της επιταγής. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξης, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη και δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανυπάρκτου ή του παράνομου της αιτίας. Κατόπιν αυτών το αίτημα του κατηγορουμένου για την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για να εμφανιστούν και τιμωρηθούν οι απολιπόμενοι μάρτυρες που γνωρίζουν να καταθέσουν για την αιτία έκδοσης των επιταγών και αν αυτές οφείλονται με βάση αυτή ή όχι, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο". Ετσι, που αποφάνθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην ειρημένη προπαρασκευαστική απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, στις οποίες στηρίχθηκε το άνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην προεκτεθείσα κρίση του για απόρριψη του άνω περί αναβολής της δίκης αιτήματος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι περί των αντιθέτων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ του ίδιου Κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. 'Ετσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του και καταδίκη του αναιρεσείοντος και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέροντα στα πρακτικά της, περιλαμβάνονται και η με αριθμό 129401/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα πρακτικά και τα αναγνωσθέντα έγγραφά της, όπως αυτά αναφέρονται στη σελίδα 6 αυτής, στην οποία γίνεται μνεία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εν λόγω (εκκαλουμένης) αποφάσεως, ότι αναγνώστηκαν οι φωτοτυπίες των οκτώ (8) επίδικων επιταγών. Με την καταχώριση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, για την ανάγνωση των οποίων, άλλωστε, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση, δε δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, όπως και δεν ήταν αναγκαία οποιαδήποτε άλλη αναφορά σχετική με τα πρόσθετα στοιχεία αυτών, όπως ο συντάκτης τους, ή ο τόπος και ο χρόνος εκδόσεώς τους, αφού με την ανάγνωσή τους προσδιορίστηκε η ταυτότητά τους και κατά το περιεχόμενό τους, οπότε ο εκπροσωπών την απολιπομένη κατηγορούμενη συνήγορος, είχε την δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, ''αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ίδιο δικαστήριο, αφού επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορούμενης. Έτσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να προβεί χωρίς καμιά αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη ποινής των δυο (2) ετών, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 22.142/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη Χ ποινής φυλακίσεως των δυο (2) ετών. Και Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί επιταγών, με την επίκληση: α) του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς τη γνώση του εκδότη, για την ύπαρξη διαθεσίμων ή μη κεφαλαίων, η οποία δεν είναι αναγκαία να δικαιολογείται. Απορρίπτει την αναίρεση (όμοια και η ΑΠ 1210/2007) και β) της απολύτου ακυρότητας. Υπάρχει αιτιολογία και ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Δέχεται αναίρεση κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 99 ΠΚ, γιατί μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως των 2 ετών, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.
0
Αριθμός 2269/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (ορισθείσα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 5860/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε, όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.7.2007 αίτησή της αναιρέσεως και στο από 11.3.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1339/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και 'όταν μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν παραδοχές της, στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, παρατηρείται ασάφεια ή αντίφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση 5860/2007 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε η με αριθμό εκθέσεως 2369/2007 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 5563/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κηρύξει αθώα την αναιρεσείουσα των πράξεων της χρήσεως πλαστού εγγράφου και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Με την έφεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, για την έρευνα της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, είχε ζητήσει η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα τη μεταρρύθμιση του αιτιολογικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, επειδή θίγει την υπόληψή της χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για τη δικαιολόγηση της αθωώσεώς της (άρθρο 486 παρ. 1 εδ. α' περ. β' ΚΠοινΔ). Δέχθηκε, ειδικότερα, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, επαναλαμβάνοντας και ενσωματώνοντας έτσι στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του την αιτιολογία της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως, τα ακόλουθα: "Από την υπ' αριθ. 5563/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δείκνυται ότι μ' αυτή έγινε δεκτό ότι η κατηγορουμένη (εκκαλούσα) υπέβαλε προς το ΔΙΚΑΤΣΑ την από 1.10.1998 αίτησή της με τα σχετικά δικαιολογητικά, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ισοτιμία του τίτλου σπουδών του κρατικού Πανεπιστημίου ..... με αριθμό ..... . Στη συνέχεια η κατηγορουμένη, με την από 11.11.1998 αίτησή της ζήτησε να της επιστραφούν τα σχετικά δικαιολογητικά. Ακολούθως, με νέα αίτησή της που υπέβαλε στο ΔΙΚΑΤΣΑ την 21.3.2001 ζήτησε εκ νέου την αναγνώριση της ισοτιμίας του ανωτέρω τίτλου. Το ΔΙΚΑΤΣΑ από την πρώτη αίτηση ζήτησε από το ανωτέρω Πανεπιστήμιο τη βεβαίωση γνησιότητας του παραπάνω τίτλου. Σύμφωνα με το από 4.12.1998 έγγραφο του Πανεπιστημίου ....., το τελευταίο ενημέρωσε το ΔΙΚΑΤΣΑ ότι ο ανωτέρω τίτλος σπουδών, που η κατηγορουμένη είχε υποβάλει σ' αυτό για αναγνώριση, ουδέποτε είχε καταχωρηθεί. Στο έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται ότι ο επίδικος τίτλος σπουδών είναι πλαστός και ότι οι αναγραφόμενες σ' αυτόν υπογραφές των αρμοδίων οργάνων δεν ήταν γνήσιες, όπως συμβαίνει σε ανάλογη περίπτωση που έχουν σχέση με πλαστότητα τίτλων σπουδών. Σύμφωνα, όμως, με τα προσκομιζόμενα από τον πληρεξούσιο της κατηγορουμένης και αναγνωσθέντα έγγραφα σε επικυρωμένα αντίγραφα α) από 21.9.2005 ..... βεβαίωση αρχείου του ως άνω Πανεπιστημίου ....., β) φωτοτυπία του επιδίκου διπλώματος και γ) προσάρτημα στο επίδικο δίπλωμα με αναλυτική βαθμολογία, προκύπτει ότι πράγματι στην κατηγορουμένη απονεμήθηκε το ανωτέρω δίπλωμα, το οποίο όμως δεν βρέθηκε λόγω απώλειας εγγράφων για 10 έτη. Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι με βάση τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτουν αμφιβολίες στο δικαστήριο αυτό για τη γνησιότητα ή μη του προαναφερθέντος διπλώματος και κατά συνέπεια για το δόλο της κατηγορουμένης και ως εκ τούτου αυτή πρέπει να κηρυχθεί αθώα των αποδιδομένων κατηγοριών της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Η εκκαλουμένη που έκρινε έτσι τελειωτικά (άρθρο 370 ΚΠΔ) και απεφάνθη την αθώωση της κατηγορουμένης διέλαβε αιτιολογία που δεν θίγει την υπόληψή της και δεν υπόκειται σε έφεση. Επομένως η υπό κρίση έφεση της κατηγορουμένης κατά της άνω απόφασης που δεν υπόκειται σε έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει συμφέροντος". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απορριπτική της εφέσεως κρίση του, καθόσον το πόρισμά του ότι η αιτιολογία της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως δεν θίγει την υπόληψη της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας το στήριξε στις ενσωματωθείσες στην αιτιολογία του παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως, οι οποίες, όμως, είναι αντιφατικές και έτσι είναι αντιφατική και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού δέχεται συγχρόνως την ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνδρομή των όρων της αντικειμενικής υποστάσεως των ανωτέρω εγκλημάτων και την ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το δόλο της αναιρεσείουσας, ενώ η αθώωση λόγω αμφιβολιών ως προς το δόλο προϋποθέτει τη συνδρομή των όρων της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Επομένως, ενόψει και του ότι η έλλειψη εννόμου συμφέροντος, για την οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η έφεση της αναιρεσείουσας, δεν δημιουργεί τυπικό απαράδεκτο του ενδίκου αυτού μέσου, ο έλεγχος της ανωτέρω αιτιολογίας ως προς το έννομο συμφέρον της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας επιβάλλεται και άρα παραδεκτώς προβάλλεται ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω της ανωτέρω αντιφατικότητας, συναφής λόγος της αιτήσεως και εκείνος των παραδεκτώς ασκηθέντων, με το από 13.3.2008 δικόγραφο, προσθέτων λόγων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, οι οποίοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5860/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας, με την έννοια της αντιφάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε έφεση της αναιρεσειούσης κατηγορουμένης, με την οποία ζητήθηκε η μεταρρύθμιση του αιτιολογικού της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως επειδή θίγει την υπόληψη της εκκαλούσας χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την αιτιολόγηση της αθωώσεώς της.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2267/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια και Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2303/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1954/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 78/13.2.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 264/16-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθ. 2303/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 3010/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, κατ'εξακολούθηση. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 2303/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τον αντίκλητό του την 7-11-2007, με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις επιταγές των άρθρων 155 παρ. 2 και 273 ΚΠΔ, η δε αίτηση ασκήθηκε την 16-11-2007 αυτοπροσώπως από τον ίδιο ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 264/16-11-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικώς οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η έλλειψη ακροάσεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996 και το άρθρο 14 παρ. 3α' και 3β' του Ν. 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στον δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου και δ) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου μία τουλάχιστον από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Υποκειμενικώς απαιτείται να υπάρχει δόλια προαίρεση του δράστη, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά τα άρθρα 713 και 719 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό. Για τον λόγο αυτό, σε περίπτωση μη αποδόσεως στον εντολέα και παράνομης ιδιοποιήσεως όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, τελείται το έγκλημα της υπεξαιρέσεως του άρθρου 373 ΠΚ. Τέλος το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο υπαίτιος επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, με την οποία εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται η χωρίς δικαίωμα ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος (ΑΠ 973/2007, ΑΠ 1882/2006, ΑΠ 1571/2006, ΑΠ 1364/2006, ΑΠ 960/2006). 3.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το συμβούλιο όλα στο σύνολό τους. Περαιτέρω η αναφορά στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι το συμβούλιο κατέληξε στην παραπεμπτική κρίση του, αφού, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, έστω και αν αυτή δόθηκε χωρίς όρκο. Πράγματι η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα μόνο από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος, είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, η οποία δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο ή το συμβούλιο (ΑΠ 533/2007, ΑΠ 502/2007). Περαιτέρω δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 291/2007, ΑΠ 544/2005, ΑΠ 114/2004). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006). Εξάλλου η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δεν είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο ή το συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συμψηφισμού ανταπαιτήσεως του υπαιτίου σε αξιώσεις που έχει κατά του παθόντα από την πράξη της υπεξαιρέσεως, καθώς και ο περί δικαιώματος επισχέσεως (ΑΠ 1666/2006, ΑΠ 2507/2003). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παράβαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, τα εξής: Ο κατηγορούμενος είναι πωλητής εις την εγκαλούσαν εταιρείαν και είναι εντεταλμένος όπως εισπράττει διάφορα χρηματικά ποσά δια λογαριασμόν της εγκαλούσης από τους πελάτας αυτής. Συνεπώς οτιδήποτε απέκτησεν ο κατηγορούμενος εις τα πλαίσια των ανωτέρω αρμοδιοτήτων του, δεν το απέκτησεν κατά κυριότητα, μη αποδίδων δε τούτο εις την εγκαλούσαν εταιρείαν διαπράττει ως έχων κατά τα ανωτέρω την ιδιότητα του εντολοδόχου υπεξαίρεσιν εις βαθμόν κακουργήματος. Ακολούθως εκ του συλλεγέντος καθ' άπασαν την προδικασίαν αποδεικτικού υλικού (ως εγγράφων και μαρτύρων) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Κτιριακές Εφαρμογές ΕΠΕ" έχει ως αντικείμενον την εισαγωγήν, εξαγωγήν και πώλησιν ιατρικών εργαλείων και μηχανημάτων, κτηνιατρικών ειδών, ενδυμάτων, παιδικών ειδών, δερματίνων ειδών, όπως δομικών υλικών και ειδών διατροφής, και εργασίας ανακαινίσεων και παντός είδους εργασίας οικοδομικών, αρχιτεκτονικών και διακοσμητικών εφαρμογών, την εισαγωγήν και εμπορίαν εξοπλισμού ξενοδοχείων, εστιατορίων και εν γένει κέντρων και χώρων εστιάσεως και αναψυχής, ως και την αντιπροσώπευσιν οίκων της αλλοδαπής εις την Ελλάδα. Ο κατηγορούμενος Χ απασχολείται εις την εγκαλούσαν εταιρείαν ως πωλητής εις το κατάστημα της εις ..... και συγκεκριμένως από του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2004 είχε ανατεθεί εις αυτόν η εντολή λιανικής πωλήσεως επίπλων από το ανωτέρω κατάστημα με την δυνατότητα εισπράξεως του τιμήματος υπό του ιδίου δια λογαριασμόν της εγκαλούσης εταιρείας και την υποχρέωσιν αποδόσεως αυτού εις το ταμείον της τελευταίας κατά το τέλος εκάστου μηνός. Επειδή κατά τον έλεγχον του ταμείου της εταιρείας διεπιστώνονταν μεγάλα υπόλοιπα εις του λογαριασμούς των πελατών, διενεργήσθηκε ενδελεχής έλεγχος και διεπιστώθηκε ότι πολλοί πελάται, οι οποίοι εφέροντο να οφείλουν διάφορα χρηματικά ποσά εις την εταιρείαν είχαν εξοφλήσει την οφειλήν των, πλην όμως τα χρήματα ουδέποτε απεδόθησαν εις το ταμείον της εταιρείας, αλλά έγιναν αντικείμενον παρανόμου ιδιοποιήσεως υπό του κατηγορουμένου, το δε συνολικόν χρηματικόν ποσόν ανήρχετο εις 45.254,80 Ε. Ειδικώτερον ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-04 μέχρι και τη 8-11-04 είχε λάβει εις την κατοχήν του από πωλήσεις δια λογαριασμόν της εγκαλούσης εταιρείας και δεν είχεν αποδώσει εις αυτήν τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Κατά την 17-5-04 το ποσό των 2.000 Ευρώ, το οποίον είχε εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 2) Κατά την 22-6-04 ως και την 21-7-04 το ποσόν των 1.000 και 1.600 Ευρώ, αντιστοίχως, το οποίον είχεν εισπράξει από την πελάτη της εταιρείας ....., ως τίμημα από την πώλησιν εις αυτήν συνθέσεως και απορροφητήρων κουζίνας. 3) Κατά την 1-7-2004 το ποσόν των 1.100 Ε, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτη της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 4) Κατά την 8-7-2004 και 23-7-04 το ποσόν των 1.200 και 1.200 Ευρώ αντιστοίχως, το οποίον είχε εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος από την πώλησιν εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 5) Κατά την 2-8-2004 το ποσό των 3.000 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από την πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος από την πώλησιν εις αυτήν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 6) Κατά την 5-8-2004 το ποσόν των 1.000 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από την πελάτην της εταιρείας ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτήν επίπλων κουζίνας. 7) Κατά την 12-8-2004 το ποσόν των 8.400 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν κουζίνας και συνθέσεως. 8) Κατά την 13-9-2004 το ποσόν των 1.800 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 9) Κατά την 14-9-2004, 16-9-2004 ως και κατά την 28-9-2004 τα ποσά των 720, 2.000 και 2.000 Ευρώ αντιστοίχως, τα οποία είχε εισπράξει από τον πελάτη της εταιρείας ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 10) Κατά την 1-10-2004 το ποσόν των 1.100 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 11) Κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 το ποσόν των 1468 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 12) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 1.670 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 13) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 1.000 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 14) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 250 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 15) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 5.400 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 16) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 1.500 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 17) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 2.680 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. Περαιτέρω εκ της διενεργηθείσης ερεύνης διεπιστώθη ότι κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 παρέλαβεν ο κατηγορούμενος από προμηθευτάς της εγκαλούσης εταιρείας διάφορα εμπορεύματα, συνολικής αξίας 2.666,80 Ευρώ, χωρίς να αποδώσει εις το ταμείον της εγκαλούσης το ως άνω χρηματικό ποσόν, το οποίον επίσης παρεκράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Ακολούθως οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εγκαλούσης εκάλεσαν τον κατηγορούμενον προς παροχήν εξηγήσεων δια την παράνομον συμπεριφορά του. Ο κατηγορούμενος απεδέχθη την πράξιν του και υπεσχέθη ότι θα προσπαθήσει να επιστρέψει τα χρήματα το συντομώτερον δυνατόν υπογράφων συγχρόνως και την από 15-11-2004 δήλωσιν, πλην όμως ουδέποτε επέστεψεν τα χρήματα ή τμήμα αυτών εις την εγκαλούσαν εταιρείαν. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος αιφνιδίως μεταβάλλει στάσιν και αρνείται την κατηγορίαν ισχυριζόμενος ότι ουδέν χρηματικόν ποσόν ιδιοποιήθη και ότι η από 15-11-04 υπ' αυτού υπογραφείσα δήλωσις περί αναγνωρίσεως της οφειλής του οφείλεται εις εκβιαστικήν συμπεριφοράν εις βάρος του εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας. Ο τοιούτος όμως ισχυρισμός του κατηγορουμένου κρίνεται ουδόλως πειστικός, καθ 'όσον δεν υποστηρίζεται υπό αποδεικτικών στοιχείων. Εκ των ως άνω αναφερομένων προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθη παρανόμως το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας χρηματικόν ποσόν των 45.254,80 Ευρώ, το οποίον είχε λάβει εις την κατοχή του από πελάτας της εγκαλούσης εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Κτιριακές Εφαρμογές ΕΠΕ", εις την οποίαν ειργάζετο ως υπάλληλος αρμόδιος δια την πώλησιν εμπορευμάτων δια λογαριασμόν της ως άνω εταιρείας, με την εντολήν εισπράξεως του τιμήματος αυτών δια λογαριασμόν της εταιρείας και την απόδοσιν των λαμβανομένων ποσών εις το ταμείον της εγκαλούσης. Όθεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του κατηγορουμένου Χ δια την πράξιν της υπεξαιρέσεως εις βαθμόν κακουργήματος κατ' εξακολούθησιν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εμπεπιστευμένων εις τον υπαίτιον λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και πρέπει ούτος να παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως ορίζεται και εις το διατακτικό του υπ'αριθμόν 3010/2006 προσβαλλομένου βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου των εις Αθήνας Πλημμελειοδικών. Κατά συνέπειαν η από 15-12-2006 έφεσις του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμόν 3010/2006 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου των εις Αθήνας Πλημμελειοδικών πρέπει να γίνει μεν τύποις δεκτή, πλην όμως να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, να διαταχθεί δε η άμεσος εκτέλεση του ανωτέρω βουλεύματος ως προς όλας αυτού τας διατάξεις. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις, ερευνώντας το αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν του, δέχθηκε και τα εξής: "........ δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνισή του στο ημέτερο Συμβούλιο, αφού αυτός (εκκαλών) τόσο με την έφεσή του, όσο και με το από 7-4-2006 απολογητικό υπόμνημά του αναπτύσσει πλήρως και λεπτομερώς τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του για την παραπάνω πράξη και κατόπιν αυτών η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα......". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27, 98 και 375 παρ. 1,2 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) Δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο, ούτε η αναφορά και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά. Β) Δεν υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια από την περιγραφή της τελευταίας μερικότερης πράξεως της υπεξαιρέσεως, σύμφωνα με την οποία (περιγραφή): "Περαιτέρω εκ της διενεργηθείσης ερεύνης διεπιστώθη ότι κατά του μήνα Οκτώβριο του 2004 παρέλαβεν ο κατηγορούμενος από προμηθευτάς της εγκαλούσης εταιρείας διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας 2.666,80 ευρώ, χωρίς να αποδώσει εις το ταμείον της εταιρείας το ως άνω χρηματικόν ποσό, το οποίο επίσης παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως", αφού, όπως σαφώς συνάγεται από την περικοπή αυτή, αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν το τίμημα πωλήσεως των εμπορευμάτων αυτών, ανερχόμενο στο ποσό των 2.666,80 ευρώ γ) Ο εσφαλμένος υπολογισμός του συνολικού ποσού που φέρεται να υπεξαίρεσε ο αναιρεσείων (45.254,80 ευρώ, ενώ από την ορθή πρόσθεση των επί μέρους ποσών των μερικοτέρων πράξεων της υπεξαιρέσεως προκύπτει ότι το πραγματικώς υπεξαιρεθέν ποσό ανέρχεται σε 44.754,80 ευρώ) δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, αφού αναφέρεται σε αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. δ) Στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος δεν διαλαμβάνονται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων οι χωρίς όρκο καταθέσεις του ....., νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας. Όμως από την αναφορά στο εν λόγω σκεπτικό της περικοπής: "Ακολούθως εκ του συλλεγέντος καθ'άπασαν την προδικασίαν αποδεικτικού υλικού (ως εγγράφων και μαρτύρων) προέκυψαν κ.λ.π.", προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και οι καταθέσεις αυτές, αφού ο ανωτέρω πολιτικώς ενάγων εξετάσθηκε ως μάρτυρας, η δε αναφορά στο προοίμιο της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος ως αποδεικτικών μέσων των καταθέσεων των μαρτύρων, αναμφίβολα σημαίνει ότι σ'αυτές (καταθέσεις) περιλαμβάνονται και οι χωρίς όρκο καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας ..... . Περαιτέρω στο ίδιο προοίμιο του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν διαλαμβάνεται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, και η απολογία του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου. Όμως από το σύνολο της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού καθίσταται αναμφίβολο ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έλαβε υπόψη του και το εν λόγω αποδεικτικό μέσο. Πλέον συγκεκριμένα εκτίθενται στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος οι εξής περικοπές: "Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος αιφνιδίως μεταβάλει στάσιν και αρνείται την κατηγορίαν, ισχυριζόμενος ότι ουδέν χρηματικόν ποσόν ιδιοποιήθη και ότι η από 15-11-2004 υπ'αυτού υπογραφείσα δήλωσις περί αναγνωρίσεως της οφειλής του οφείλεται εις εκβιαστικήν συμπεριφοράν εις βάρος του εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας. Ο τοιούτος όμως ισχυρισμός του κατηγορουμένου κρίνεται ως ουδόλως πειστικός, καθ'όσον δεν υποστηρίζεται υπό αποδεικτικών στοιχείων" και ".......αφού αυτός (εκκαλών) τόσο με την έφεσή του, όσο και με το από 7-4-2006 απολογητικό υπόμνημά του αναπτύσσει πλήρως και λεπτομερώς τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του για την παραπάνω πράξη και κατόπιν αυτών η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη". Από τις περικοπές αυτές του αιτιολογικού του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει αδιστάκτως ότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε έλαβε υπόψη του και την απολογία του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου. Περαιτέρω όμως, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως και ειδικότερα, από το απολογητικό υπόμνημα καθώς και το δικόγραφο της εφέσεώς του, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον εκ του άρθρου 325 Α.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό και συγκεκριμένα ότι δεν είχε πρόθεση υπεξαιρέσεως του ανωτέρω ποσού, δεδομένου ότι έκανε επίσχεση για έξοδα που κατέβαλε κατά τη διαχείριση του καταστήματος πωλήσεως της εγκαλούσας εταιρείας, καθώς και για τους μισθούς και τα συμφωνηθέντα ποσοστά 3,5% επί των πωλήσεων, παραθέτει δε και διάφορα έγγραφα που δικαιολογούν κατά τους ισχυρισμούς του τα πραγματοποιηθέντα από αυτόν έξοδα, τα οποία συνίστανται στις αμοιβές τεχνιτών, ειδικευμένων στην τοποθέτηση των επίπλων, στην αμοιβή αρχιτέκτονα, στις δαπάνες αγοράς εμπορευμάτων, στους τρέχοντες λογαριασμούς (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ). Τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου απέρριψε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή του. 'Ετσι όμως το προσβαλλόμενο βούλευμα υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως ο προβλεπόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτύ, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνει δεκτή η υπ'αριθμ. 264/16-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 2303/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) να αναιρεθεί το ανωτέρω προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Αθήνα 7 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά τους Ν. 1408/1996 και 2721/1999, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει μία από τις ειδικές και περιοριστικά στη διάταξη αυτή προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστεύσεως, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στην κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου, λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο μισθωτός, στα καθήκοντα της εργασίας του οποίου περιλαμβάνεται (και) η είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων του εργοδότη του από τρίτους πελάτες του και η υποχρέωση αποδόσεως των εισπραχθέντων σ' εκείνον, ο οποίος παρακρατά και ιδιοποιείται τα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εισπραχθέντα για λογαριασμό του εργοδότη του χρηματικά ποσά. Περαιτέρω το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται, εν όλω ή εν μέρει, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και το Συμβούλιο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό εβάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσεως του Συμβουλίου. Απαιτείται, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις η λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 2303/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος αφού απέρριψε αίτημα αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του στο Συμβούλιο και επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος είναι πωλητής εις την εγκαλούσαν εταιρείαν και είναι εντεταλμένος όπως εισπράττει διάφορα χρηματικά ποσά δια λογαριασμόν της εγκαλούσας από τους πελάτες αυτής... Εκ του συλλεγέντος καθ' άπασαν την προδικασίαν αποδεικτικού υλικού (ως εγγράφων και μαρτύρων) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Κτιριακές Εφαρμογές ΕΠΕ" έχει ως αντικείμενον την εισαγωγήν, εξαγωγήν και πώλησιν ιατρικών εργαλείων και μηχανημάτων, κτηνιατρικών ειδών, ενδυμάτων, παιδικών ειδών, δερματίνων ειδών, όπως δομικών υλικών και ειδών διατροφής, και εργασίας ανακαινίσεων και παντός είδους εργασίας οικοδομικών, αρχιτεκτονικών και διακοσμητικών εφαρμογών, την εισαγωγήν και εμπορίαν εξοπλισμού ξενοδοχείων, εστιατορίων και εν γένει κέντρων και χώρων εστιάσεως και αναψυχής, ως και την αντιπροσώπευσιν οίκων της αλλοδαπής εις την Ελλάδα. Ο κατηγορούμενος Χ απασχολείται εις την εγκαλούσαν εταιρείαν ως πωλητής εις το κατάστημα της εις ..... και συγκεκριμένως από του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2004 είχε ανατεθεί εις αυτόν η εντολή λιανικής πωλήσεως επίπλων από το ανωτέρω κατάστημα με την δυνατότητα εισπράξεως του τιμήματος υπό του ιδίου δια λογαριασμόν της εγκαλούσης εταιρείας και την υποχρέωσιν αποδόσεως αυτού εις το ταμείον της τελευταίας κατά το τέλος εκάστου μηνός. Επειδή κατά τον έλεγχον του ταμείου της εταιρείας διεπιστώνονταν μεγάλα υπόλοιπα εις του λογαριασμούς των πελατών, διενεργήθηκε ενδελεχής έλεγχος και διεπιστώθηκε ότι πολλοί πελάται, οι οποίοι εφέροντο να οφείλουν διάφορα χρηματικά ποσά εις την εταιρείαν είχαν εξοφλήσει την οφειλήν των, πλην όμως τα χρήματα ουδέποτε απεδόθησαν εις το ταμείον της εταιρείας, αλλά έγιναν αντικείμενον παρανόμου ιδιοποιήσεως υπό του κατηγορουμένου, το δε συνολικόν χρηματικόν ποσόν ανήρχετο εις 45.254,80 Ε. Ειδικώτερον ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-04 μέχρι και τη 8-11-04 είχε λάβει εις την κατοχήν του από πωλήσεις δια λογαριασμόν της εγκαλούσης εταιρείας και δεν είχεν αποδώσει εις αυτήν τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Κατά την 17-5-04 το ποσό των 2.000 Ευρώ, το οποίον είχε εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 2) Κατά την 22-6-04 ως και την 21-7-04 το ποσόν των 1.000 και 1.600 Ευρώ, αντιστοίχως, το οποίον είχεν εισπράξει από την πελάτη της εταιρείας ....., ως τίμημα από την πώλησιν εις αυτήν συνθέσεως και απορροφητήρων κουζίνας. 3) Κατά την 1-7-2004 το ποσόν των 1.100 Ε, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτη της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 4) Κατά την 8-7-2004 και 23-7-04 το ποσόν των 1.200 και 1.200 Ευρώ αντιστοίχως, το οποίον είχε εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος από την πώλησιν εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 5) Κατά την 2-8-2004 το ποσό των 3.000 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από την πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος από την πώλησιν εις αυτήν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 6) Κατά την 5-8-2004 το ποσόν των 1.000 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από την πελάτην της εταιρείας ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτήν επίπλων κουζίνας. 7) Κατά την 12-8-2004 το ποσόν των 8.400 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν κουζίνας και συνθέσεως. 8) Κατά την 13-9-2004 το ποσόν των 1.800 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 9) Κατά την 14-9-2004, 16-9-2004 ως και κατά την 28-9-2004 τα ποσά των 720, 2.000 και 2.000 Ευρώ αντιστοίχως, τα οποία είχε εισπράξει από τον πελάτη της εταιρείας ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 10) Κατά την 1-10-2004 το ποσόν των 1.100 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 11) Κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 το ποσόν των 1468 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 12) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 1.670 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 13) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 1.000 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 14) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 250 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 15) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 5.400 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως υπόλοιπον τιμήματος εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 16) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 1.500 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. 17) Κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 το ποσόν των 2.680 Ευρώ, το οποίον είχεν εισπράξει από τον πελάτην της εταιρείας ονόματι ....., ως τίμημα εκ της πωλήσεως εις αυτόν επίπλων κουζίνας και συνθέσεως. Περαιτέρω εκ της διενεργηθείσης ερεύνης διεπιστώθη ότι κατά τον μήνα Οκτώβριον του έτους 2004 παρέλαβεν ο κατηγορούμενος από προμηθευτάς της εγκαλούσης εταιρείας διάφορα εμπορεύματα, συνολικής αξίας 2.666,80 Ευρώ, χωρίς να αποδώσει εις το ταμείον της εγκαλούσης το ως άνω χρηματικό ποσόν, το οποίον επίσης παρεκράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Ακολούθως οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εγκαλούσης εκάλεσαν τον κατηγορούμενον προς παροχήν εξηγήσεων δια την παράνομον συμπεριφορά του. Ο κατηγορούμενος απεδέχθη την πράξιν του και υπεσχέθη ότι θα προσπαθήσει να επιστρέψει τα χρήματα το συντομώτερον δυνατόν υπογράφων συγχρόνως και την από 15-11-2004 δήλωσιν, πλην όμως ουδέποτε επέστεψεν τα χρήματα ή τμήμα αυτών εις την εγκαλούσαν εταιρείαν. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος αιφνιδίως μεταβάλλει στάσιν και αρνείται την κατηγορίαν ισχυριζόμενος ότι ουδέν χρηματικόν ποσόν ιδιοποιήθη και ότι η από 15-11-04 υπ' αυτού υπογραφείσα δήλωσις περί αναγνωρίσεως της οφειλής του οφείλεται εις εκβιαστικήν συμπεριφοράν εις βάρος του εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας. Ο τοιούτος όμως ισχυρισμός του κατηγορουμένου κρίνεται ουδόλως πειστικός, καθ 'όσον δεν υποστηρίζεται υπό αποδεικτικών στοιχείων. Εκ των ως άνω αναφερομένων προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθη παρανόμως το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας χρηματικόν ποσόν των 45.254,80 Ευρώ, το οποίον είχε λάβει εις την κατοχή του από πελάτας της εγκαλούσης εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Κτιριακές Εφαρμογές ΕΠΕ", εις την οποίαν ειργάζετο ως υπάλληλος αρμόδιος δια την πώλησιν εμπορευμάτων δια λογαριασμόν της ως άνω εταιρείας, με την εντολήν εισπράξεως του τιμήματος αυτών δια λογαριασμόν της εταιρείας και την απόδοσιν των λαμβανομένων ποσών εις το ταμείον της εγκαλούσης. Όθεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του κατηγορουμένου Χ δια την πράξιν της υπεξαιρέσεως εις βαθμόν κακουργήματος κατ' εξακολούθησιν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εμπεπιστευμένου εις τον υπαίτιον λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και πρέπει ούτος να παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως ορίζεται και εις το διατακτικό του υπ'αριθμόν 3010/2006 προσβαλλομένου βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου των εις Αθήνας Πλημμελειοδικών. Κατά συνέπειαν η από 15.12.2006 έφεσις του εκκαλούντος κατηγορουμένου... κατά του 3060/2006 βουλεύματος... πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος... ". Ακολούθως το Συμβούλιο, με δικές του σκέψεις, κατά την έρευνα του υποβληθέντος από τον εκκαλούντα - αναιρεσείοντα αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν του, δέχθηκε τα εξής " ...δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνισή του στο ημέτερο Συμβούλιο, αφού αυτός (εκκαλών) τόσο με την έφεσή του, όσο και με το από 7.4.2006 απολογητικό υπόμνημά του, αναπτύσσει λεπτομερώς τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του για την παραπάνω πράξη...". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα συλλεγέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1, 2 ΠΚ, την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: 1) από την αναφορά, κατά το είδος του, του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων, μεταξύ των αποτελούντων το "συλλεγέν κατά την προδικασία αποδεικτικό υλικό" που μνημονεύεται στην ανωτέρω εισαγγελική πρόταση, προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων άρα και εκείνη του εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας ....., η οποία δόθηκε ανομωτί και η οποία δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, μη αποτελούσα ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, 2) από την προαναφερθείσα περικοπή των σκέψεων του Συμβουλίου, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος αυτοπρόσωπης ενώπιόν του εμφανίσεως του αναιρεσείοντος, αλλά και από την περικοπή της ενσωματωθείσης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, κατά την οποία "εν συνεχεία ο κατηγορούμενος αιφνιδίως μεταβάλλει στάσιν και αρνείται την κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι ουδέν χρηματικόν ποσόν ιδιοποιήθη και ότι η από 15-11-2004 υπ' αυτού υπογραφείσα δήλωσις περί αναγνωρίσεως της οφειλής του οφείλεται εις εκβιαστικήν συμπεριφοράν εις βάρος του εις μέρους των νομίμων εκπροσώπων της εγκαλούσης", προκύπτει αναμφίβολα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και τη μη ειδικώς μνημονευόμενη μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη απολογία του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, 3) δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, 4) δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από τον τρόπο που περιγράφεται στο σκεπτικό του βουλεύματος η τελευταία μερικότερη πράξη της κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο "κατά το μήνα Οκτώβριο του 2004 παρέλαβε ο κατηγορούμενος από προμηθευτάς της εγκαλούσης εταιρείας διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας 2.666,80 ευρώ, χωρίς να αποδώσει εις το ταμείον της εταιρείας το ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο επίσης παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως", διότι από την περιγραφή αυτή, συνδυαζόμενη με τα συμφραζόμενά της και ιδίως με το αναφερόμενο στην αρχή της παραθέσεως των μερικοτέρων πράξεων, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παρακράτησε τα εισπραχθέντα από πωλήσεις για λογαριασμό της εγκαλούσας χρηματικά ποσά, σαφώς συνάγεται ότι παραδοχή του Συμβουλίου είναι η υπό του αναιρεσείοντος παρακράτηση και ιδιοποίηση του τιμήματος που εισέπραξε από την πώληση των εμπορευμάτων, τα οποία φέρεται κατά τη μερικότερη αυτή πράξη ότι παρέλαβε για λογαριασμό της εγκαλούσας, ισόποσον της μνημονευομένης αξίας τους και 5) δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναιρέσεως η αιτίαση ότι εσφαλμένα υπολογίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα το άθροισμα των φερομένων ως υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών σε 45.254,80 ευρώ αντί του ορθού των 4.754,80 ευρώ, καθόσον με την αιτίαση αυτή, προβαλλόμενη υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως του βουλεύματος, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠοινΔ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος (τελευταίος) λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά την ανωτέρω έννοια απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του τέταρτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό και ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι εδικαιούτο να αρνηθεί την απόδοση στην εγκαλούσα των χρημάτων που εισέπραξε για λογαριασμό της από πελάτες της, κατ' ενάσκηση δικαιώματος επισχέσεως, ως έχων απαίτηση εναντίον της για την πληρωμή των ποσών που δαπάνησε για έξοδα του καταστήματός της, όπου αυτός απασχολείτο, ανερχομένων σε 13.027,43 ευρώ. Από την ανωτέρω επισκόπηση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με το απολογητικό του υπόμνημα και με την έφεσή του, προέβαλε ότι, όπως εδικαιούτο από τη συνδέουσα αυτόν και την εγκαλούσα σύμβαση, αφήρεσε από τις εισπράξεις που έκανε τα ποσά που κατέβαλε σε τρίτους για έξοδα του καταστήματος της εγκαλούσας στο ....., όπου απασχολείτο, τα οποία παρέθεσε λεπτομερώς και αθροίζονται σε 17.266,50 ευρώ, ισχυρισθείς περαιτέρω ότι "συμψήφισε" το ποσόν που δεν απέδωσε στην εγκαλούσα με ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του εναντίον της από την πληρωμή των ανωτέρω εξόδων και ότι "ο συμψηφισμός αμοιβαίων και ομοειδών αξιώσεων αποκλείει το παράνομο της ιδιοποιήσεως και δεν στοιχειοθετείται υπεξαίρεση". Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και συγκεκριμένα του ύψους του ποσού της φερομένης ως τελεσθείσης από τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως. Ειδικότερα δεν συνιστά την ένσταση επισχέσεως εκ του άρθρου 325 ΑΚ, για αναιτιολόγητη απόρριψη της οποίας παραπονείται ο αναιρεσείων κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος με τον ανωτέρω τέταρτο λόγο της αιτήσεως (ή του συμψηφισμού εκ του άρθρου 440 ΑΚ), προεχόντως διότι τόσον το δικαίωμα επισχέσεως όσον και ο συμψηφισμός προϋποθέτουν ανταπαίτηση ανήκουσα στον οφειλέτη της κυρίας απαιτήσεως, ενώ ο αναιρεσείων, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην έφεση και το απολογητικό του υπόμνημα, δεν έχει ανταπαίτηση κατά της εγκαλούσας για τα δαπανηθέντα ως έξοδα του καταστήματός της, αφού αυτά πληρώθηκαν απ' αυτόν όχι εξ ιδίων χρημάτων του αλλά από τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας από πελάτες της. Επομένως, ο ως άνω τέταρτος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, που πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού του και δη ενστάσεως επισχέσεως, όπως προεκτέθηκε, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 2303/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2008.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος από εντολοδόχο. Στοιχεία. Πότε είναι αιτιολογημένο το βούλευμα. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αναιρεσείοντος μισθωτού, ο οποίος ιδιοποιήθηκε το ποσό των 45.254,80 ευρώ, που εισέπραξε στα πλαίσια της εργασίας του από οφειλέτη του εργοδότη του για λογαριασμό του τελευταίου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 2268/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της με αριθμό 82/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 5 Αυγούστου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 920/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή κατά το άρθρο 397 του Π.Κ., ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη....Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών, το οποίο διώκεται κατ' έγκληση, μπορεί να τελεσθεί με τέσσαρες τρόπους, ήτοι α) με τη βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών. Ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται σπουδαίως, αλλά μόνο κατά το φαινόμενο. Οι παραπάνω τρόποι τέλεσης του αδικήματος δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους η απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, η οποία είναι αληθινή δικαιοπραξία και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως η εικονική δικαιοπραξία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρείς μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους. Τέλος, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει στη δικαστική απόφαση, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οικονομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικώς, η απόφαση για έγκλημα κατ' έγκληση διωκόμενο, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει την ανωτέρω αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση της πράξης που τελέσθηκε και για το πρόσωπο του δράστη ή ενός από τους συμμετόχους του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 82/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, ενώ έπαυσε οριστικά, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 32 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, η κατά της συγκατηγορουμένης του ασκηθείσα ποινική δίωξη για άμεση συνέργεια στην ως άνω αξιόποινη πράξη, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση κατ' αυτού απαιτήσεως 17.900.000 δραχμών, επιδιωκόμενης με τις υπ' αρ. 12.379/1999 και 7844/1999 Διαταγές Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μεταβίβασε το αναφερόμενο στο διατακτικό ακίνητο στη δεύτερη κατηγορουμένη - μητέρα του (για την οποία η ποινή έχει παραγραφεί κατ' άρθρο 32 Ν. 3346/05). Αυτό αποτελούσε και τη μόνη εμφανή περιουσία του και η υπό του πρώτου κατηγορουμένου μεταβίβαση προς τη δεύτερη έγινε δολίως, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση απαιτήσεων κατ' αυτού. Πρέπει, κατόπιν τούτων, να κηρυχθεί ένοχος, στο δε διατακτικό, το οποίο συμπληρώνει το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κηρύσσεται ένοχος διότι, το αναφερόμενο μοναδικό του ακίνητο, το μεταβίβασε στη μητέρα του με εικονική δικαιοπραξία και συγκεκριμένα με το υπ' αρ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση του δανειστή - εγκαλούντος Ψ, προερχόμενη από της προαναφερθείσες Διαταγές Πληρωμής. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε, αναφορικά με την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 397 Π.Κ., για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, την επιβαλλόμενη από τις μνησθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη σαφώς αναφέρεται σε κατάρτιση εικονικής δικαιοπραξίας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενο κάνει λόγο, τόσο για κατάρτιση αληθινής δικαιοπραξίας, όσο και για κατάρτιση (ψευδούς) εικονικής δικαιοπραξίας, με συνέπεια να δημιουργείται αντίφαση στις παραδοχές της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Αβασίμως, επίσης, υποστηρίζεται ότι, για την πληρότητα της αιτιολογίας, θα έπρεπε να αναφέρεται η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι, όπως σαφώς τονίζεται στην προσβαλλόμενη, το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε, ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη και συνεπώς, η ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή επήλθε από την κατάρτιση και μόνο της εικονικής δικαιοπραξίας. Η αναφορά αυτή θα είχε σημασία μόνο στην περίπτωση που ο οφειλέτης είχε και υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία, η οικονομική αξιολόγηση των οποίων θα καθιστούσε εφικτή ή μη την ικανοποίηση του δανειστή. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όμως, σε σχέση με το δεύτερο μέρος του και το μοναδικό λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αναφορικά δηλαδή με το εμπρόθεσμο ή μη της υποβληθείσας έγκλησης, ενόψει του ότι από το χρόνο τελέσεως της πράξεως του εγκλήματος, ήτοι την 6.2.2001, μέχρι την εγχείριση της έγκλησης στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε στις 15.1.2002, είχε παρέλθει τρίμηνο, έπρεπε να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο ο εγκαλών δανειστής έλαβε γνώση της πράξεως και του προσώπου του αναιρεσείοντα ή της συγκατηγορουμένης μητέρας του, με συνέπεια, η έλλειψη αυτή της αναφοράς, να στερεί την προσβαλλόμενη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του κυρίου δικογράφου και τον μοναδικό τοιούτο του προσθέτου δικογράφου της αίτησης του αναιρεσείοντα είναι βάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, κατά τούτο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 82/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στα εγκλήματα που η ποινική δίωξη ασκείται έπειτα από την υποβολή έγκλησης, αυτή συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Στην προβαλλόμενη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο παθών έλαβε γνώση της τελεσθείσας πράξης καθώς και τον υπαίτιο ή κάποιον από τους συμμετόχους, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την τέλεση της πράξης προκειμένου να κριθεί το εκπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του άρθρου 397 ΠΚ, διότι δεν υπάρχει αναφορά πότε έλαβε γνώση της εικονικής δικαιοπραξίας ο παθών, καθόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της ως άνω άδικης πράξης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Έγκληση, Καταδολίευση δανειστών.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2266/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Χ, δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 56/28.12.2007 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας. Ο Εισαγγελέας Εφετών Καλαμάτας, με την ως άνω διάταξή του αποφάσισε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων ζητεί τώρα την αναίρεση της διάταξης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 539/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 283/23.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ'αριθμ. 9/29-1-2008 έκθεση προσφυγής (η οποία πρέπει να εκτιμηθεί ως αίτηση αναιρέσεως) του Χ, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, κατά της υπ'αριθμ. 56/28-12-2007 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε η υπ'αριθμ. 358/2006 προσφυγή του κατά της υπ'αριθμ. 85/2006 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 482 και 504 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι επιτρέπεται στους διαδίκους η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των βουλευμάτων του Δικαστικού Συμβουλίου και κατά των αποφάσεων μόνο στις οριζόμενες από τα άρθρα αυτά περιπτώσεις. Κατά της Διατάξεως όμως του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία απορρίπτεται η προσφυγή του εγκαλούντα εναντίον της Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, που εκδίδεται κατά το άρθρο 47 Κ.Π.Δ., δεν προβλέπεται η άσκηση κανενός ενδίκου μέσου και συνεπώς ούτε και της αναιρέσεως (ΑΠ 430/2007, ΑΠ 512/2006). Επομένως η επιγραφόμενη ως "προσφυγή" υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (όπως ορθώς πρέπει να εκτιμηθεί), η οποία στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 56/2007 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 9/29-1-2008 "προσφυγή" (κατ'ορθή εκτίμηση αναίρεση) του Χ, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, κατά της υπ'αριθμ. 56/2007 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 22 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΣτέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αναιρεσείοντα που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και έπειτα αποχώρησαν, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 482 και 504 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι επιτρέπεται στους διαδίκους η άσκηση αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων του δικαστικού συμβουλίου και κατά των αποφάσεων μόνο στις οριζόμενες στα άρθρα αυτά περιπτώσεις. Εξάλλου, από τα άρθρα 47 και 48 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η απορριπτική της έγκλησης διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών είναι δεκτική προσβολής με προσφυγή στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, ενώ η επ' αυτής εκδιδόμενη από τον τελευταίο διάταξη δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο ή βοήθημα, διότι δεν υπάρχει στο νόμο σχετική περί τούτου πρόβλεψη. Επομένως, η κρινόμενη "προσφυγή" του Χ, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμώμενη, κατά της 56/28-12-2007 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε η 358/2006 προσφυγή αυτού κατά της 85/2006 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που απέρριψε την από 2-6-2005 έγκλησή του κατά των ....., ..... και άλλων τριάντα τεσσάρων προσώπων, που διαλαμβάνονται στην έγκληση αυτή, μη προβλεπομένη, κατά τα προεκτεθένα, από τον νόμο, είναι απαράδεκτη. Ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, κατά της πιο πάνω προσφυγής, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, αφού τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό τη ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Συνεπώς, οι περί του αντίθετου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 9/29-1-2008, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμώμενη, προσφυγή του Χ, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, κατά της 56/28-12-2007 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2003. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσφυγή, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμώμενη, κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, κατά της πιο πάνω προσφυγής, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Απορρίπτει.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
2
Αριθμός 2264/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του με αριθμό 2202/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2063/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 276/20.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 247/5-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Αναστάσιο Ιωάννου Φεράκη, δυνάμει της προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης από 1-11-2007 εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 2202/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1190/2005 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ' αριθμ. 1005/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση επικαλούμενος έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1384/2007 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), με την οποία κρίθηκε ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το υπ' αριθμ. 1005/2006 βούλευμά του, διέλαβε σ' αυτό ελλειπείς αιτιολογίες σχετική με τα στοιχεία του αποδιδομένου στον αναιρεσείοντα εγκλήματος της τοκογλυφίας σε βαθμό κακουργήματος, καθ' όσον, ειδικότερα, στο εν λόγω υπ' αριθμ. 1005/2006 βούλευμα δεν αναφέρονται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από τον αναιρεσείοντα της αποδιδόμενης σ' αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξεως. Για τον λόγο αυτό αναιρέθηκε στο σύνολό του το τότε προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1005/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου εξεδόθη το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2202/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο επικυρώθηκε και πάλι στο σύνολό του, δηλαδή και ως προς την συνδρομή των ανωτέρω επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας, το πρωτόδικο υπ' αριθμ. 1190/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του ανωτέρω υπ' αριθμ. 2202/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 4-12-2007, η δε αίτηση ασκήθηκε την 5-11-2007, δηλαδή πριν από τη νόμιμη επίδοσή του. Η κατά την 26-10-2007 επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος στον Αναστάσιο Φεράκη, αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια, διότι δεν έλαβε χώρα επίδοση του βουλεύματος αυτού στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ' αριθμ. 247/5-11-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και περαιτέρω να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2. Από τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 1 και 2 εδ. α' ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι σ' αυτές προβλέπονται δύο αυτοτελείς και διακεκριμένες πράξεις τοκογλυφίας. Ειδικότερα, στην πρώτη παράγραφο προβλέπεται η υπό στενή έννοια αισχροκέρδεια ή καταπλεονέκτηση, η οποία συνίσταται, πλην άλλων, στην κατά τη σύναψη πιστωτικής δικαιοπραξίας εκμετάλλευση της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας, της κουφότητας, της απειρίας ή της ψυχικής εξάψεως εκείνου που λαμβάνει την πίστωση. Στην δε παράγραφο 2 εδ. α' προβλέπεται η κυρίως τοκογλυφία, η οποία συνίσταται στη συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου κατά τη σύναψη, παράταση προθεσμίας ή ανανέωση συμβάσεως δανείου χρημάτων και όχι άλλης πιστωτικής δικαιοπραξίας, χωρίς να προσαπαιτείται στην περίπτωση αυτή η εκμετάλλευση της ανάγκης κλπ. του λαμβάνοντος το δάνειο (ΑΠ 967/2004). Περαιτέρω, το έγκλημα της κυρίως τοκογλυφίας, όπως συνάγεται από το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ, θεωρείται συντελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμποσούνται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ενιαίως στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως περιουσίας, δεν είναι αναγκαίο να επέλθει πραγματική ουσιαστική βλάβη στον φερόμενο ως παθόντα, ήτοι δεν επιβάλλεται η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Θεωρείται, περαιτέρω, λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νομίμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη εισπράξεως αυτών. Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δηλαδή η με συνομολόγηση, με λήψη ή με επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική συρροή και όχι φαινομένη, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος κατά την έννοια του άρθρου 98 ΠΚ, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 ΠΚ και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του δόλου του κατηγορουμένου (ΑΠ 1056/2006). Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παραγράφων 1 και 2, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Έτσι, επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της τοκογλυφίας συντρέχει και όταν αυτό πραγματώνεται με περισσότερους από έναν από τους αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 404 ΠΚ τρόπους τελέσεώς του. Κατά συνήθεια τέλεση του ίδιου εγκλήματος νοείται, η από την κατ' επανάληψη τέλεσή του, συναγωγή συμπεράσματος, ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας (ΑΠ 974/2006, ΑΠ 480/2006, ΑΠ 957/2005). 3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005, ΑΠ 114/2004), β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006) και γ) είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006). Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει και για την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως, όταν από το νόμο ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση αυτής και το Δικαστήριο (ή το Συμβούλιο) δέχεται είτε τη μία από αυτές, είτε και τις δύο χωριστά (ΑΠ 974/2006, ΑΠ 789/1999). Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφηρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα "από το περιεχόμενο της εγκλήσεως, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκλησή τους σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου" προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο εγκαλών Ψ, προκειμένου να αντιμετωπίσει κατεπειγούσης φύσεως επιχειρηματικές ανάγκες, έλαβε έντοκα δάνεια από τον κατηγορούμενο Χ. Συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του έτους 1990 δανείστηκε ποσό 5.000.000 δρχ. με τοκογλυφικό τόκο 400.000 δρχ. το μήνα και μέχρι το τέλος του έτους 1992 είχε καταβάλλει ποσό τοκογλυφικών τόκων 14.400.000 δρχ. Την 8.1.1993 δανείστηκε ποσό 5.000.000 δρχ. με τοκογλυφικό τόκο 800.000 δρχ. το μήνα και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2000 είχε καταβάλλει ποσό 76.200.000 δρχ. Στα μέσα Δεκεμβρίου 2000 δανείστηκε ποσό 10.000.000 δρχ. με τοκογλυφικό τόκο 1.000.000 δρχ. το μήνα και μέχρι την 19.4.2001 είχε καταβάλλει ποσό 4.000.000 δρχ. Την 19.4.2001 δανείστηκε ποσό 10.000.000 δρχ. με τοκογλυφικό τόκο 1.000.000 δρχ. το μήνα και μέχρι την 30.4.2003 είχε καταβάλλει ποσό 12.200.000 δρχ. Για την εξασφάλιση του ποσού που δανειζόταν ο εγκαλών εξέδιδε ως εγγύηση μία μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, την οποία ανανέωνε κάθε φορά που έληγε ο χρόνος πληρωμής της. Στην επιταγή ενσωματώνονταν κάθε φορά το ποσό του νέου δανείου και έτσι με την χορήγηση του δανείου των 10.000.000 δρχ. εκδόθηκε μεταχρονολογημένη επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος με αριθμό ....., λήξεως 30.4.2003, για κεφάλαιο 88.041 ευρώ (30.000.000 δρχ.). Περαιτέρω σε κάθε ανανέωση της επιταγής ο κατηγορούμενος αξίωνε και ελάμβανε από τον εγκαλούντα υπεύθυνη δήλωση στην οποία ανέγραφε ότι δήθεν το ποσό του δανείου ήταν άτοκο και ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να το επιστρέψει στο χρόνο λήξεως κάθε μεταχρονολογημένης επιταγής. Ο εγκαλών αρνήθηκε να ανανεώσει την επιταγή μετά την πληρωμή των τόκων του Απριλίου 2003, υποστηρίζοντας ότι έχει εξοφλήσει κεφάλαιο και τόκους, ενημέρωσε δε σχετικά τον κατηγορούμενο με την από 9.3.2003 εξώδικη δήλωση του ζητώντας την επιστροφή της επιταγής. Ο κατηγορούμενος εζήτησε και εκδόθηκε η με αριθμό 4127/2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση την ανωτέρω επιταγή, επιδιώκοντας να εισπράξει το ήδη εξοφληθέν κεφάλαιο. Επομένως κατά το χρονικό διάστημα από την 3.6.1999 μέχρι την 14.5.2003 συμφώνησε και έλαβε από τον εγκαλούντα για ποσό δανείου 10.000.000 δρχ., περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου δηλαδή α) για το χρονικό διάστημα από 3.6.1999 μέχρι την 16.12.2000 εισέπραξε 6.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. μηνιαίως επί 6 μήνες) αντί του θεμιτού 948.000 δρχ. (6 μήνες επί 1,58% το μήνα με ετήσιο νόμιμο επιτόκιο 19%), β) για το χρονικό διάστημα από 17.12.2000 μέχρι την 14.5.2003 εισέπραξε 41.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. μηνιαίως επί 41 μήνες) αντί του θεμιτού 5.200.000 δρχ. (41 μήνες επί 52% - μέσος όρος του αναλογούντος τόκου με διακυμάνσεις αυτό το χρονικό διάστημα από 16,50% μέχρι 10,50%). Εξάλλου ο κατηγορούμενος επεδίωξε την εκπλήρωση των τοκογλυφικών ωφελημάτων που πήγασαν από την απαίτηση αυτή και ενσωματώθηκαν στην με αριθμό ..... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, λήξεως την 30.4.2003 με την έκδοση της με αριθμό 4127/2003 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ. 3 του άρθρου 404 ΠΚ. Τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι απαιτούμενες κατά το άρθρο 13 στ' ΠΚ αναγκαίες προϋποθέσεις για την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι: 1) ο κατηγορούμενος συμφώνησε την χορήγηση τεσσάρων δανείων και πήρε για τον εαυτό του όπως εκτέθηκε ανωτέρω περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ το θεμιτό ποσοστό τόκου, 2) εισέπραττε κάθε μήνα τον αναλογούντα αθέμιτο τόκο, αποκτώντας ένα σταθερό και μεγάλο εισόδημα, 3) διαμόρφωσε την απαραίτητη υποδομή, με σύστημα και μέθοδο, αφού αξίωνε και ελάμβανε σε κάθε χορήγηση δανείου, υπεύθυνη δήλωση με την καταχώρηση ότι το δάνειο είναι άτοκο, 4) ενσωμάτωσε σε αξιόγραφο (επιταγή) τοκογλυφικά ωφελήματα και ταυτόχρονα εξασφάλιζε το κεφάλαιο του εκάστοτε χορηγουμένου δανείου, που έτσι φέρονταν, παρά τις καταβολές, διαρκώς ανεξόφλητο, 5) απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας του με την διαρκή και επαναλαμβανόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του που εξικνείται μέχρι την έκδοση διαταγής πληρωμής προκειμένου να καταστεί εφικτή η είσπραξη περαιτέρω τοκογλυφικών ωφελημάτων". Συνεπώς δια του εκκαλουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με αριθμό 1190/2005 ορθώς ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί ως υπαίτιος τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και γι' αυτό η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 14, 26, 27 και 404 παρ. 1, 2 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητος ο ακριβής προσδιορισμός των συγκεκριμένων ημερομηνιών καταβολής των δανείων καθώς και καταβολής των τοκογλυφικών τόκων, ούτε ο προσδιορισμός του τόπου και του τρόπου των εν λόγω καταβολών. Περαιτέρω, ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της τοκογλυφίας, το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη και σαφή αιτιολογία στήριξε την κρίση του αυτή παραθέτοντας συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, συνιστώμενα στο ότι: 1) Συμφώνησε στη χορήγηση τεσσάρων δανείων και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ το θεμιτό ποσοστό τόκου, 2) εισέπραττε κάθε μήνα τον αναλογούντα αθέμιτο τόκο, αποκτώντας ένα σταθερό και μεγάλο εισόδημα, 3) διαμόρφωσε την απαραίτητη υποδομή, με σύστημα και μέθοδο, αφού αξίωνε και ελάμβανε σε κάθε χορήγηση δανείου υπεύθυνη δήλωση με την καταχώρηση ότι το δάνειο είναι άτοκο, 4) ενσωμάτωσε σε αξιόγραφο (επιταγή) τοκογλυφικά ωφελήματα και ταυτόχρονα εξασφάλιζε το κεφάλαιο του εκάστοτε χορηγουμένου δανείου, που έτσι φερόταν, παρά τις καταβολές, διαρκώς ανεξόφλητο και 5) απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, με τη διαρκή και επαναλαμβανόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του, εξικνείται μέχρι την έκδοση διαταγής πληρωμής, προκειμένου να καταστεί εφικτή η είσπραξη περαιτέρω τοκογλυφικών ωφελημάτων. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, κατά το μέρος με το οποίο, υπό επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, επιχειρείται η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικώς αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) να απορριφθεί η υπ' αριθ. 247/5-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθμ. 2202/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 25-1-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 παρ.1 ΠΚ "όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσής της ή παράτασης της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για την εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή, κατά δε την παρ.2 αυτού με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α) όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, β) όποιος απαλλοτριώνει παραπέρα ή δίνει ως ενέχυρο κάποια απαίτηση που απέκτησε και που είναι του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 ή στην παρ. 2 στοιχ. α' ή επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Κατά την παράγραφο 3 αυτού, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ.1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 404 παρ. 2 περ. α' Π.Κ. προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας, θεωρείται συντελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμποσούνται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ενιαίως στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως περιουσίας, δεν είναι αναγκαίο να επέλθει πραγματική ουσιαστική βλάβη στον φερόμενο ως παθόντα, ήτοι δεν επιβάλλεται η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Θεωρείται, περαιτέρω, λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νομίμους, χωρίς ν'απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη αυτών. Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δηλαδή με συνομολόγηση, με λήψη ή με επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον, πραγματωθούν, σε αληθή πραγματική συρροή δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή κατ'εξακολούθηση εγκλήματος κατά την έννοια του άρθρου 98 ΠΚ, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 ΠΚ και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του κατηγορουμένου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης απαιτείται επανειλημμένη τέλεση αντικειμενικώς, ενώ, από υποκειμενικής πλευράς, απαιτείται σκοπός πορισμού εισοδήματος. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το συγκεκριμένο έγκλημα, ενώ στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα, το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενυπάρχει οπωσδήποτε το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως του εγκλήματος αυτού. Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης ως κατά συνήθεια τέλεση νοείται η από την κατ'επανάληψη τέλεση αυτής συναγωγή συμπεράσματος ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος. ΙΙ. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ.2202/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματούμενη εισαγγελικά πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι από το σύνολο του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα επόμενα. "... Ο εγκαλών Ψ, προκειμένου να αντιμετωπίσει κατεπειγούσης φύσεως επιχειρηματικές ανάγκες, έλαβε έντοκα δάνεια από τον κατηγορούµενο Χ. Συγκεκριµένα τον Ιανουάριο του έτους 1990 δανείστηκε ποσό 5.000.000 δρχ. µε τοκογλυφικό τόκο 400.000 δρχ. το µήνα και µέχρι το τέλος του έτους 1992 είχε καταβάλλει ποσό τοκογλυφικών τόκων 14.400.000 δρχ. Την 8.1.1993 δανείστηκε ποσό 5.000.000 δρχ. µε τοκογλυφικό τόκο 800.000 δρχ. το µήνα και µέχρι τον Δεκέµβριο του 2000 είχε καταβάλλει ποσό 76.200.000 δρχ. Στα µέσα Δεκεµβρίου 2000 δανείστηκε ποσό 10.000.000 δρχ. µε τοκογλυφικό τόκο 1.000.000 δρχ. το µήνα και µέχρι την 19.4.2001 είχε καταβάλλει ποσό 4.000.000 δρχ. Την 19.4.2001 δανείστηκε ποσό 10.000.000 δρχ. µε τοκογλυφικό τόκο 1.000.000 δρχ. το µήνα και µέχρι την 30.4.2003 είχε καταβάλλει ποσό 12.200.000 δρχ. Για την εξασφάλιση του ποσού που δανειζόταν ο εγκαλών εξέδιδε ως εγγύηση µία µεταχρονολογηµένη τραπεζική επιταγή, την οποία ανανέωνε κάθε φορά που έληγε ο χρόνος πληρωµής της. Στην επιταγή ενσωµατώνονταν κάθε φορά το ποσό του νέου δανείου και έτσι µε την χορήγηση του δανείου των 10.000.000 δρχ. εκδόθηκε µεταχρονολογηµένη επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος µε αριθµό ....., λήξεως 30.4.2003, για κεφάλαιο 88.041 ευρώ (30.000.000 δρχ.). Περαιτέρω σε κάθε ανανέωση της επιταγής ο κατηγορούµενος αξίωνε και ελάµβανε από τον εγκαλούντα υπεύθυνη δήλωση στην οποία ανέγραφε ότι δήθεν το ποσό του δανείου ήταν άτοκο και ότι αναλάµβανε την υποχρέωση να το επιστρέψει στο χρόνο λήξεως κάθε µεταχρονολογηµένης επιταγής. Ο εγκαλών αρνήθηκε να ανανεώσει την επιταγή µετά την πληρωµή των τόκων του Απριλίου 2003, υποστηρίζοντας ότι έχει εξοφλήσει κεφάλαιο και τόκους, ενηµέρωσε δε σχετικά τον κατηγορούµενο µε την από 9.3.2003 εξώδικη δήλωση του, ζητώντας την επιστροφή της επιταγής. Ο κατηγορούµενος εζήτησε και εκδόθηκε η µε αριθµό 4127/2003 διαταγή πληρωµής του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών µε βάση την ανωτέρω επιταγή, επιδιώκοντας να εισπράξει το ήδη εξοφληθέν κεφάλαιο. Εποµένως. κατά το χρονικό διάστηµα από την 3.6.1999 µέχρι την 14.5.2003 συµφώνησε και έλαβε από τον εγκαλούντα για ποσό δανείου 10.000.000 δρχ., περιουσιακά ωφελήµατα που υπερβαίνουν το κατά νόµο θεµιτό ποσοστό του τόκου δηλαδή α) για το χρονικό διάστηµα από 3.6.1999 µέχρι την 16.12.2000 εισέπραξε 6.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. µηνιαίως επί 6 µήνες) αντί του θεµιτού 948.000 δρχ. (6 µήνες επί 1,58% το µήνα µε ετήσιο νόµιµο επιτόκιο 19%), β) για το χρονικό διάστηµα από 17.12.2000 µέχρι την 14.5.2003 εισέπραξε 41.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. µηνιαίως επί 41 µήνες) αντί του θεµιτού 5.200.000 δρχ. (41 µήνες επί 52% - µέσος όρος του αναλογούντος τόκου µε διακυµάνσεις αυτό το χρονικό διάστηµα από 16,50% µέχρι 10,50%). Εξάλλου ο κατηγορούµενος επεδίωξε την εκπλήρωση των τοκογλυφικών ωφεληµάτων που πήγασαν από την απαίτηση αυτή και ενσωµατώθηκαν στην µε αριθµό ..... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, λήξεως την 30.4.2003 µε την έκδοση της µε αριθµό 4127/2003 διαταγής πληρωµής του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούµενος τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ. 3 του άρθρου 404 ΠΚ. Τα συγκεκριµένα πραγµατικά περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι απαιτούµενες κατά το άρθρο 13 στ' ΠΚ αναγκαίες προϋποθέσεις για την συνδροµή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελµα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήµατος της τοκογλυφίας είναι: 1) ο κατηγορούµενος συµφώνησε την χορήγηση τεσσάρων δανείων και πήρε για τον εαυτό του, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, περιουσιακά ωφελήµατα που υπερβαίνουν κατά πολύ το θεµιτό ποσοστό τόκου, 2) εισέπραττε κάθε µήνα τον αναλογούντα αθέµιτο τόκο, αποκτώντας ένα σταθερό και µεγάλο εισόδηµα, 3) διαµόρφωσε την απαραίτητη υποδοµή, µε σύστηµα και µέθοδο, αφού αξίωνε και ελάµβανε σε κάθε χορήγηση δανείου, υπεύθυνη δήλωση µε την καταχώρηση ότι το δάνειο είναι άτοκο, 4) ενσωµάτωσε σε αξιόγραφο (επιταγή) τοκογλυφικά ωφελήµατα και ταυτόχρονα εξασφάλιζε το κεφάλαιο του εκάστοτε χορηγουµένου δανείου, που έτσι φέρονταν, παρά τις καταβολές, διαρκώς ανεξόφλητο, 5) απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήµατος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας του µε την διαρκή και επαναλαµβανόµενη αξιόποινη συµπεριφορά του που εξικνείται µέχρι την έκδοση διαταγής πληρωµής προκειµένου να καταστεί εφικτή η είσπραξη περαιτέρω τοκογλυφικών ωφεληµάτων....". Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ, και 404 παρ.2 σε συνδ. με παρ. 1,3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει πλήρης αιτιολογία, αφού για κάθε επί μέρους πράξη εκτίθεται α) το χρηματικό ποσό που χορήγησε στον εγκαλούντα ως δάνειο τα β) το ποσό το οποίο συνομολόγησε και έλαβε στο αναφερόμενο χρονικό διάστημα, και γ) το νόμιμο ποσοστό τόκου κατά το διάστημα αυτό. Εξ άλλου στο βούλευμα προσδιορίζεται η χρονική διάρκεια των δανείων για τα οποία ο κατηγορούμενος συνομολόγησε και έλαβε αθέμιτους τόκους και για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται η ακριβής ημερομηνία συνομολόγησης των δανειακών συμβάσεων και καταβολής του δανείσματος στον εγκαλούντα ούτε και η ακριβής ημερομηνία εισπράξεως των τοκογλυφικών τόκων. Συνεπώς, ο για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα στοιχεία της πράξεως πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το βούλευμα διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης της τοκογλυφίας και συνεπώς οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις προβαλλόμενες με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Τέλος, και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, με την επίκληση και την αντίθετη από αυτόν αξιολόγηση αποδεικτικού μέσου (της πολιτικής υπ' αριθμ. 2491/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών) πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.247/5-11-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2202/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Τοκογλυφία κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία του βουλεύματος. Απόρριψη αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εξακολουθούν έγκλημα, Τοκογλυφία.
0
Αριθμός 2265/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρώ Βιδάλη, περί αναιρέσεως της 26815/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος. ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1175/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του ΑΝ 1846/195, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951,ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Ειδικότερα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επίσης, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 26815/2008 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: ".... Oι κατηγορούμενοι στην Αθήνα κατά το από 9/2000 έως 1/2001 χρονικό διάστημα, ως νόμιμοι εκπρόσωποι και δη ο μεν πρώτος ως Πρόεδρος του ΔΣ ο δε δεύτερος ως Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑTΤΙC ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, παρότι απασχόλησαν 14 εργαζομένους μισθωτούς με συνολικό ύψος αποδοχών 31.138.709 δραχμών και είχαν νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς το ΙΚΑ για την ασφάλιση του προσωπικού τους ασφαλιστικές εισφορές συνολικού ύψους 10.346.200 δραχμών μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, εντούτοις: α) καθυστέρησαν να καταβάλουν εργοδοτικές εισφορές ποσού 6.897.407 δραχμών, τις οποίες δεν κατέβαλαν στο ΙΚΑ μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές, και 2) ενώ παρακράτησαν εργατικές εισφορές των εργαζομένων στην ίδια εταιρεία ύψους 3.448.733 δραχμών, με σκοπό να τις αποδώσουν στον παραπάνω Οργανισμό (ΙΚΑ), δεν τις κατέβαλαν μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και έτσι έγιναν υπαίτιοι υπεξαίρεσης του ποσού αυτού. Για τη μη καταβολή των ανωτέρω ποσών συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ..... ΠΕΕ από το ΙΚΑ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας, επικυρώθηκε η από 13-5-2002 σύμβαση ρύθμισης χρεών των πιστωτών της εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία ΑΤΙC ΑΕ" και η τελευταία υπήχθη στις ρυθμίσεις του άρθρου 44 του Ν 1892/1990 (βλ. υπ' αριθμ. 6746/2002 απόφ. του Εφετείου Αθηνών και την από 13-5-2002 σύμβαση ρύθμισης χρεών). Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων του ΙΚΑ κατά της ανωτέρω εταιρείας συνολικού ύψους 1.605.294,04 ευρώ χορηγήθηκε η υπ' αριθμ. ..... ισόποση εγγυητική επιστολή της Αυστριακής Τράπεζας WINTER UND CO AG . Η εγγυητική αυτή επιστολή κατατέθηκε εις χείρας της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, η οποία ανέλαβε την επιμέλεια εκτέλεσης των όρων της από 13-5-2002 συμφωνίας των πιστωτών, ενώ η οφειλέτρια εταιρεία "ΑΤΙC ΑΕ" γνωστοποίησε αμέσως στο ΙΚΑ την κατάθεση της εγγυητικής επιστολής (βλ. από 3-7-2002 εξώδικη γνωστοποίηση-παράδοση εγγυητικής επιστολής με φωτοτυπίες δύο εγγυητικών επιστολών και ..... έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .....). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ΑΤΕ δεν παρέδωσε το πρωτότυπο της εγγυητικής επιστολής στο ΙΚΑ, ότι δεν κατέβαλε κανένα ποσό στο τελευταίο προς εξόφληση της προαναφερόμενης απαίτησης του και ότι παρήλθε άπρακτος ο χρόνος, για τον οποίο δόθηκε η εγγυητική επιστολή χωρίς να επιδιωχθεί η κατάπτωση της από το ΙΚΑ. Έτσι δεν εκπληρώθηκαν οι όροι υπό τους οποίους επικυρώθηκε η σύμβαση των πιστωτών μέσα στο συμφωνηθέντα από αυτούς χρόνο και γι' αυτό το λόγο η υπ' αριθμ. 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 1639/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (βλ. 1639/2007 απόφ. Εφετείου Αθηνών). Ήδη το ΙΚΑ έχει ασκήσει την από 20-7-2005 αγωγή αποζημίωσης κατά της ΑΤΕ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητεί την επιδίκαση του ποσού του 1.605.294,04 ευρώ, το οποίο δεν κατέστη δυνατό να εισπράξει από υπαιτιότητα της εναγομένης για τους λόγους που εκθέτει στο εισαγωγικό της δικόγραφο (βλ. από 20-7-2005 αγωγή). Εφόσον όμως δεν κατέπεσε η εγγυητική επιστολή και η προθεσμία για την οποία δόθηκε παρήλθε άπρακτη, δεν τίθεται ζήτημα εξόφλησης της επίδικης οφειλής από την εταιρεία "ΑTIC ΑΕ" και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών ο δόλος των κατηγορουμένων για τη μη έγκαιρη καταβολή των επιδίκων εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ δεν αναιρείται και η ποινική ευθύνη τους υφίσταται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων, για τις οποίες κατηγορούνται, απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών τους ως αβασίμων, ενώ δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη η έκβαση της από 20-7-2005 αγωγής του ΙΚΑ κατά της ΑΤΕ και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της υπό κρίση υπόθεσης για το λόγο αυτό. Πρέπει όμως να τους αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β του ΠΚ, διότι αποδείχθηκε ότι τέλεσαν τις πράξεις τους από μη ταπεινά αίτια, αφού αφενός μεν επεχείρησαν να εξασφαλίσουν τις απαιτήσεις του ΙΚΑ με τη χορήγηση της εγγυητικής επιστολής αφετέρου δε η παράλειψη της κατάπτωσης της εγγυητικής δεν οφείλεται σε δική τους συμπεριφορά". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, όπως και τον συγκατηγορούμενό του Χ2, του ότι στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ως εργοδότες, με την έννοια των νομίμων εκπροσώπων της πιο πάνω αναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, πρόεδρος της οποίας ήταν ο αναιρεσείων, Α) Ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν τις βαρύνουσες τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) 6.897.407 δραχμών, δεν τις κατέβαλαν στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σε ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και Β) Ενώ παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους ατόμων (εργατικές), ποσού 3.448.733 δραχμών, με σκοπό να τις αποδώσουν στον ανωτέρω οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν μέσα σε ένα μήνα από τότε που, κατέστησαν απαιτητές. Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ), οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/52 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών για κάθε πράξη και συνολική τεσσάρων μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προ 4,40 ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΙC AE", από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για την πληρωμή εισφορών. Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται για την επάρκεια της αιτιολογίας και το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός των μισθωτών, ο χρόνος που εργάστηκε ο καθένας από αυτούς, το είδος της παρεχόμενης εργασίας, το ύψος των αποδοχών τους, τα καταβληθέντα ποσά των εισφορών και το απομένον υπόλοιπο, καθώς και άλλα στοιχεία της εργασιακής τους σχέσης με την επιχείρηση του εργοδότη τους και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Ειδικότερα είναι αβάσιμη προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 27 αρ. 4 και του άρθρου 26 παρ. 4 και 11 του ΑΝ 1846/51. Όπως ο αναιρεσείων αναφέρει στην αίτησή του, εσφαλμένα ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν οι διατάξεις αυτές, διότι από αυτές προκύπτει, ότι για να είναι έγκυρη και να αποτελεί τίτλο εκτελεστό η εκδιδόμενη πράξη επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) θα πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη "αναγράφοντας είτε στο σώμα αυτής είτε στην έκθεση ελέγχου η οποία τη συμπληρώνει έγκυρα, με σαφήνεια και κάθε δυνατή πληρότητα όλα τα στοιχεία, τα οποία έλαβε υπόψη του το ασφαλιστικό όργανο που θεμελιώνουν την υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο αξίωση του ΙΚΑ, ειδικότερα "το ονοματεπώνυμο των εργαζομένων, τον τόπο και το χρόνο απασχόλησης, το είδος της παρεχομένης εργασίας τις αποδοχές αυτών το ποσό των εισφορών και τον υπόχρεο για την καταβολή των εισφορών". Πράγματι οι πιο πάνω διατάξεις αφορούν την Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) (πότε συντάσσεται, τι πρέπει να περιέχει κλπ) και δεν πρόκειται για ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία των οποίων ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης. Ούτε, άλλωστε, η αναφορά των πιο πάνω στοιχείων της Πράξης Επιβολής Εισφορών αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Περαιτέρω αβάσιμες είναι ο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 26 παρ.1 του ΠΚ, καθώς και τις αναφερόμενες στην αίτηση λοιπές διατάξεις, άλλως, όπως υποστηρίζει, η απόφαση στερείται της απαιτουμένης κατά το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. ειδικής κι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο των παραπάνω πράξεων, διότι, όπως αναφέρει, "δεν παραθέτει ούτε διευκρινίζει αν αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή αμέλεια". Στο σκεπτικό, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ειδική μνεία του δόλου του αναιρεσείοντος. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι, όπως κατά λέξη αναφέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση "απέρριψε σιγή τον ορισμένο αυτόν ισχυρισμό μας, παρ' ότι πρόκειται για ισχυρισμό ελλείψεως υπαιτιότητας από το άρθρο 336 ΑΚ και υπάρξεως ειδικής συμφωνίας για το χρόνο και τρόπο καταβολής των οφειλομένων εισφορών με την αιτιολογία ότι.....", όπως και οι συναφείς αιτιάσεις ότι "απέρριψε τον ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό μας περί εξοφλήσεως των εισφορών μας", είναι αβάσιμες και απορριπτέες, αφενός, διότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί "ελλείψεως υπαιτιότητας", και περί "εξοφλήσεως", δεν είναι αυτοτελείς, ώστε η απόρριψη αυτών να απαιτεί ειδική αιτιολογία, αλλά πρόκειται για απλούς υπερασπιστικούς, αρνητικούς της κατηγορίας, ισχυρισμούς και, αφετέρου, διότι οi εν λόγω ισχυρισμoί δεν απορρίφθηκαν σιγή, αλλά με την αναφερόμενη στην απόφαση αιτιολογία. Οι προβαλλόμενες δε περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η αναφερόμενη στην απόφαση αιτιολογία, που αφορά την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών είναι "ανεπαρκής" και "δεν είναι νόμιμη και ορισμένη", για τους αναφερόμενους στην αίτηση λόγους, πλήττουν απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και κακής ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ποινικών διατάξεων, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4/6/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 5187/12-6-2008) του Χ1 για αναίρεση της 26815/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός των μισθωτών, ο χρόνος που εργάστηκε ο καθένας από αυτούς, το είδος της παρεχόμενης εργασίας. Το ύψος των αποδοχών τους, τα καταβληθέντα ποσά των εισφορών και το απομένον υπόλοιπο, καθώς και άλλα στοιχεία της εργασιακής τους σχέσης με την επιχείρηση του εργοδότη τους. Οι διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 4 του ΑΝ 1846/51 κα του άρθρου 26 παρ. 4 και 11 του ΑΝ 1846/51 αφορούν την Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ), και δεν πρόκειται για ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία των οποίων ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Αιτιολογία του δόλου. Οι ισχυρισμοί περί «ελλείψεως υπαιτιότητας», και περί «εξοφλήσεως», δεν είναι αυτοτελείς, ώστε η απόρριψη αυτών να απαιτεί ειδική αιτιολογία, αλλά πρόκειται για απλούς υπερασπιστικούς αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Όχι αιτιολογία αυτών. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Δόλος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2263/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη, περί αναιρέσεως της 869/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 26 Αυγούστου 2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1831/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ'αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτή σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. 'Οταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. 'Αρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ'αυτή ειδική και αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, αφού η πράξη αυτή μπορεί, όπως αναφέρθηκε, να τελεστεί ακόμη και με ενδεχόμενο δόλο ο οποίος βέβαια, όταν συντρέχει, απαιτείται να αιτιολογείται ειδικά. Δεν απαιτείται δηλαδή στην περίπτωση που διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο δράστης ενήργησε από πρόθεση, ειδικότερη αιτιολόγηση των στοιχείων της γνώσης, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972. Περαιτέρω, στην παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, ορίζεται ότι, το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως η πλήρης αποζημίωση του κομιστή δεν ταυτίζεται απλώς με την πληρωμή της επιταγής, αλλά είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής, δεν συνιστά δε αποζημίωση κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η ανανέωση του ενσωματούμενου στην επιταγή χρέους με την παράδοση στον κομιστή, έστω και σε χρόνο προγενέστερο της εμφανίσεως της επιταγής, άλλου αξιογράφου, εφόσον δεν αποδεικνύεται η πλήρης καταβολή του ποσού του αξιογράφου αυτού. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν περιέχονται σ'αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον τις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ'είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ".... Ο κατηγορούµενος υπό την ιδιότητά του ως πρόεδρος του Δ.Σ. του Αγροτικού Συνεταιρισµού ....., στη ..... στις 30-12-2003, εξέδωσε την υπ' αριθµ. ..... τραπεζική επιταγή ποσού 17.226 ευρώ σε διαταγή της ..... Ο.Ε εν γνώσει ότι δεν είχε τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά τον χρόνο πληρωµής αντίστοιχα διαθέσιµα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias, αφού ειδικότερα όταν ο νόµιµος τελευταίος κοµιστής της επιταγής αυτής Α την 5-1-2004 νοµίµως και εµπροθέσµως εµφάνισε αυτήν προς πληρωµή στην παραπάνω Τράπεζα, δεν ξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίµων κεφαλαίων του εκεί τηρούµενου λογαριασµού όψεως του άνω συνεταιρισµού, ενώ ακόµη µέχρι σήµερα όπως αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά µέσα δεν κατεβλήθη κάποιο ποσό στον εγκαλούντα για την εξόφληση της επιταγής αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω Δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 αφού δε αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών , την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής, διότι, δεν εκτίθεται σ'αυτή ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής της επίμαχης επιταγής, είναι αβάσιμη, αφού, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά αυτή στη "γνώση", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, για την οποία αρκεί η μνεία ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε εκ προθέσεως. Εξάλλου, με την αναφορά στο διατακτικό της αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος " με πρόθεση εξέδωσε επιταγή ..." δεν δημιουργείται ασάφεια από την μη αναφορά της ιδιότητας υπό την οποία εξέδωσε την επιταγή, αφού στο σκεπτικό της αποφάσεως το δικαστήριο ρητώς δέχεται ότι την επιταγή την εξέδωσε ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος του συνεταιρισμού και πρόδηλο είναι ότι με αυτήν την ιδιότητα κηρύσσεται ένοχος στο διατακτικό. Περαιτέρω, τον διατυπωθέντα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η ένδικη επιταγή αντικαταστάθηκε με ισόποση συναλλαγματική λήξεως την 30-6-2004, παρότι ως ισχυρισμός εξαλείψεως του αξιοποίνου δεν προβλήθηκε νομίμως, αφού ο κατηγορούμενος δεν επεκαλείτο ότι η συναλλαγματική εξοφλήθηκε πλήρως, το δικαστήριο τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε με την παραδοχή ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε για την εξόφληση της επιταγής. Κατά συνέπεια ο για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ.1 εδ..Δ' του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, πρώτος και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 364 Κ.Π.Δ. στο ακροατήριο διαβάζονται, εκτός των άλλων και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 141 και 142 του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν, εκτός των άλλων, τις προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων που υποβάλλονται προφορικώς ή εγγράφως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του αυτού για την ανάγνωση εγγράφων, ή δεν απαντήσει, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του έγγραφης αίτησης, για την ανάγνωση του εγγράφου, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειάς τους, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα, ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Π.Δ. Με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο που δίκασε δεν ανέγνωσε την υπ' αριθμ. ..... απόδειξη μεταβιβάσεως επιταγών που ήταν ουσιώδης, κατ' αυτόν, για την έκβαση της δίκης Από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι ο αιτών αλλά ούτε και η συνήγορος αυτού, υπέβαλε αίτημα για την ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου, η δε επίκληση του ανωτέρω εγγράφου δεν εμπεριέχει αναγκαίως και αίτημα αναγνώσεως αυτού. Χωρίς την προϋπόθεση αυτή, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη, δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακρόασης του αναιρεσείοντα, συνεπαγόμενη ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-9-2007 αίτηση και τους από 26-8-2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.869/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αιτιολογημένη καταδίκη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δεν συνιστά πλήρη αποζημίωση συνεπαγόμενη εξάλειψη του αξιοποίνου η ανανέωση του χρέους με αντικατάσταση της επιταγής και παράδοση ισόποσης συναλλαγματικής, η οποία δεν εξοφλήθηκε. Έλλειψη ακροάσεως από τη μη ανάγνωση εγγράφων επέρχεται μόνον όταν από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακροάσεως έλλειψη, Τραπεζική επιταγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2262/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 975/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 584/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙ. Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του Ν 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμά στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) ...β) ...γ).... Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 25, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές κ.λ.π. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθησαν τα ακόλουθα: "... Με την υπ' αριθμ. ..... απόφαση του προέδρου του ΕΟΜΜΕΧ, εγκρίθηκε η υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 1892/1990 επένδυσης της επιχείρησης "..... ΑΒΕΕ", που αναφέρεται σε µονάδα κοπής και κατεργασίας λευκών µαρµάρων στον Άγιο Γεώργιο Βοιωτίας, ύψους παραγωγικής επένδυσης 70.000.000 δρχ και η επένδυση ολοκληρώθηκε µε την υπ' αριθµ. ..... απόφαση του προέδρου του Δ.Σ /ΕΟΜΜΕΧ στο ύψος των 69.500.000 δρχ. Ακολούθως η ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε τµήµα χρηµατοπαραγωγικών έργων έλεγξε την ανωτέρω επιχείρηση, διαπίστωσε ότι αυτή δεν λειτουργεί και ότι, όπως της δήλωσε ο φερόµενος ως κύριος µέτοχος της επιχείρησης Α, οι µετοχές της εταιρίας είχαν µεταβιβασθεί µε το από 18-7-1997 προσύµφωνο µεταβιβάσεως µετοχών Α.Ε. και το από 20-2-1999 ιδιωτικό συµφωνητικό µεταβίβασης µετοχών µη εισηγµένων σε τρίτα πρόσωπα, δηλαδή στους Χ, στη σύζυγό του Β και στην από τον Χ εκπροσωπούµενη ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "..... Α.Ε". Οι νέοι µέτοχοι προέβησαν σε τροποποιήσεις άρθρων του καταστατικού και συγκεκριµένα στην αλλαγή επωνυµίας από ..... ΑΒΕΕ σε "..... Βιοµ. Μαρµάρου ΑΒΕΕ", στην αλλαγή σκοπού της εταιρίας και στην αύξηση του µετοχικού κεφαλαίου. Σύµφωνα όµως µε το άρθρο 18 του Ν. 1892/1990, επιχειρήσεις των οποίων επενδύσεις είχαν υπαχθεί στο νόµο αυτό δεν µπορούν προτού παρέλθει δεκαετία από την ηµεροµηνία δηµοσίευσης της απόφασης ολοκλήρωσης της επένδυσης, να διακόψουν τη λειτουργία τους η, χωρίς προηγούµενη έγκριση του προέδρου του ΕΟΜΜΕΧ, να µεταβιβασθούν εκουσίως κατά κυριότητα η επικαρπία ή οι µέτοχοι αυτών να µεταβιβάσουν εκούσια µετοχές ή να µεταβάλουν τη νοµική µορφή τους, 'ή να µεταβιβάσουν εκουσίως πάγια περιουσιακά στοιχεία που είχαν συµπεριληφθεί στην επένδυση. Γι' αυτό δηλαδή, λόγω της παράβασης του άρθρου 18 του Ν. 1892/90, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, και µετά από την από 21-3-2002 οµόφωνη γνωµοδότηση της επιτροπής της παραγράφου 19 (γ) του άρθρου 8 του Ν. 2601/98 για την ανάκληση της υπ' αρ. ..... απόφασης του προέδρου ΕΟΜΜΕΧ, εξεδόθη η από 4-4-2002 απόφαση του προέδρου του ΕΟΜΜΕΧ µε την οποία ανεκλήθη η προαναφερθείσα απόφαση και διετάχθη η επιστροφή στο Δηµόσιο της καταβληθείσας επιχορήγησης µε τους νόµιµους τόκους. Η αξία δε της οφειλής αuτής προς το Δηµόσιο της εταιρίας "..... Βιοµηχανία Μαρµάρων ΑΒΕΕ" είναι το άθροισµα της καταβληθείσας επιχορήγησης (71.385,65 ευρώ) και των τόκων επ' αυτού του ποσού (70.570,66 ευρώ), δηλαδή σuνολικά 141.957,31 ευρώ. Επίσης στην ανωτέρω απόφαση αναγράφεται ότι για το διάστηµα από 5-4-2002 µέχρι συµπληρώσεως του χρηµατικού καταλόγου οι τόκοι θα υπολογισθούν από την υπηρεσία. Η οφειλή βεβαιώθηκε στη Δ.Ο.Υ στις 18-6-2002 παρά ταύτα ο κατηγορούµενος ουδέν ποσό κατέβαλε. Ειδικότερα την 1-12-02 παραβίασε την προθεσµία καταβολής κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, χρεών προς το Δηµόσιο που εισπράττονται από τις δηµόσιες οικονοµικές υπηρεσίες, τα οποία είναι βεβαιωµένα και ληξιπρόθεσµα, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δηµόσιο για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των 4 µηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, το συνολικό ποσό των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, συµπεριλαµβανοµένων τόκων και προσαυξήσεων. Συγκεκριµένα ο κατηγορούµενος παραβίασε την προθεσµία καταβολής οφειλής των ληξιπρόθεσµων χρεών του, τα οποία είναι βεβαιωµένα στη Δ.Ο.Υ Λειβαδιάς συνολικού ποσού 211.502,28 ευρώ, συµπεριλαµβανοµένων νόµιµων προσαυξήσεων. Ο αριθµός και η ηµεροµηνία βεβαίωσης, το οικονοµικό έτος και τα είδη του φόρου η ανάλυση του ποσού, το απαιτητό µέρος για κάθε ένα και σε σύνολο, ο τρόπος πληρωµής, ο αριθµός ληξιπρόθεσµων δόσεων και οι ηµεροµηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης έχουν ως εξής... ". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από το νόμο και το Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι το ποσό των 211.502,28 είναι χρέος προς το Δημόσιο της εταιρίας "..... Βιοµηχανία Μαρµάρων ΑΒΕΕ" δεν εκτίθενται στο σκεπτικό αυτής τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει η νομική θέση του κατηγορουμένου στην παραπάνω ανώνυμη εταιρία ώστε να ανακύπτει υποχρέωση αυτού να καταβάλλει το εταιρικό χρέος, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το εν λόγω χρέος δεν ήταν ατομική οφειλή του κατηγορουμένου προς το Δημόσιο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στη πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 975/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία. Δεν διευκρινίζεται η κατά το χρόνο βεβαιώσεως χρέους ανωνύμου εταιρίας προς το Δημόσιο, η ιδιότητα του κατηγορουμένου στην εταιρία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2261/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κοπακάκη, περί αναιρέσεως της 72338/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 147/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ.3 εδ.α', 489 παρ.1 εδ. β' και 504 παρ.1 του Κ.Π.Δ σαφώς προκύπτει ότι εάν έχει ασκηθεί έφεση από τον κατηγορούμενο κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον κατά της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδιδόμενης αποφάσεως, τυχόν δε ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως και κατά της πρωτόδικης αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Συνεπώς, η υπό κρίση υπ' αριθμ. 18/5-12-2007 αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη τόσο κατά της υπ' αριθμ. 72.338/2006 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όσο και κατά της εκκληθείσας υπ' αριθμ. 13.635/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που πλήττει και την τελευταία απόφαση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 του ΚΠΔ στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι να περιέχεται νόμιμος λόγος αναιρέσεως εκ των περιοριστικώς διαλαμβανομένων στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα και σε κάθε περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, άλλως η αίτηση κατά το άρθρο 476 παρ.1 είναι απαράδεκτη. Στην προκείμενη υπόθεση, με την ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θήρας συνταγείσα υπ' αριθμ. 18/5-12-2007 αίτηση, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 72.338/2006 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεσή του κατ' της υπ' αριθμ. 13.635/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τελευταία, καταδικάσθηκε, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο (άρθρο 25 του Ν. 1882/1990).Στην κρινόμενη αίτηση, οι λόγοι αναιρέσεως διατυπώνονται επακριβώς ως ακολούθως "... Πρώτον. Κακώς εδικάσθην ως αγνώστου διαμονής, εφ' όσον ήτο γνωστή η κατοικία μου ως προέδρου της Κοινότητος ..... . Δεύτερον. Το δικαστήριο κακώς προχώρησε εις εκδίκαση της υποθέσεως ελλέιψει της καθ' ύλην αρμοδιότητός του παρά αυτό δια την περίπτωσιν. Τρίτον. Διότι ελλείπει από την απόφαση η ειδική αιτιολογία που επιβάλλει το Σύνταγμα. Τέταρτον. Δεν εφήρμοσε και δεν έλαβε παντάπασιν υπόψιν του τον επιεικέστερο νόμο εκτός των άλλων τον συγκεκριμένον ήτοι τον 3346/2005 και ειδικότερα τα άρθρα 31 και 32 αυτού....". Με το άνω περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά τους τρείς πρώτους λόγους, ως αυτοί διατυπώνονται, είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι δεν γίνεται σ' αυτήν σαφής και ορισμένη αναφορά σε πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις επικαλούμενες πλημμέλειες της αποφάσεως. Ειδικώς, όμως, για την έλλειψη αιτιολογίας, η προσβαλλόμενη απόφαση που δίκασε ερήμην του κατηγορουμένου και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή του, έχει την κατά το Σύνταγμα και τον Νόμο ειδική αιτιολογία, αφού από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι αναφέρεται σ' αυτήν η ημέρα επιδόσεως της κλήσης προς εμφάνιση στον μη εμφανισθέντα κατηγορούμενο, το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσης και η ιδιότητα του ενεργήσαντος την επίδοση. Κατά μεν το άρθρο 501 παρ.3 του Κ.Π.Δ εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδαφ. β'και γ', το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως, κατά δε το άρθρο 370 εδαφ. β του ίδιου κώδικα η ποινική δίκη τελειώνει με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, έχει παραγραφεί το αξιόποινο της πράξης. Η πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, προβλεπόμενη από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως χωρίς περιορισμό ως προς το ανώτατο όριο της ποινής, εντεύθεν δε δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 του Ν. 3346/2005 το οποίο καθιδρύει την εξάλειψη του αξιοποίνου και την υφ' όρον παραγραφή των πράξεων εκείνων για τις οποίες ο νόμος απειλεί φυλακίσεως μέχρι ενός έτους. Περαιτέρω, ενόψει της ποινής των τεσσάρων (4) μηνών την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε μετά την ισχύ του Ν. 3346/2005 (19-6-2005), δεν είχε νομική δυνατότητα κατά το άρθρο 32 του νόμου αυτού και σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 501 παρ.3 να προχωρήσει στην έκδοση αποφάσεως περί παύσης της ποινικής δίωξης, αφού η προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 32 καθιδρύει την υφ' όρον παραγραφή της ποινής και όχι της πράξης. Συνεπώς και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται (κατ' εκτίμηση) η απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά άρθρο 583 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χγια αναίρεση της υπ' αριθμ. 72.338/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αίτηση αναιρέσεως με την οποία πλήττεται απόφαση τόσον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όσο και εκείνου που δίκασε σε πρώτο βαθμό. Απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Απαράδεκτη εν μέρει (αόριστη) κατά της αποφάσεως του εφετείου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Αβάσιμος ο λόγος με τον οποίο βάλλεται η απόφαση ότι δεν έπρεπε να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, αλλά έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του Ν. 3346/2005 και κατά τα άρθρα 501 παρ. 3 και 370 παρ. 3 εδαφ. β΄ ΚΠΔ να παραγράψει. Απορρίπτει.
Παραγραφή υφ' όρο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραγραφή υφ' όρο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2259/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταμάτη, περί αναιρέσεως της 3174/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8, Ψ9, Ψ0, Ψ11, Ψ12, Ψ13, Ψ14, Ψ15, Ψ16, Ψ17, Ψ18 και Ψ19, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 105/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Στη διάταξη του άρθρου 11 παρ.6 του Ν. 2168/1993 ορίζεται ότι "κατά τη διενέργεια εκσκαφών μέσα σε κατοικημένες περιοχές γενικά και σε περιοχές όπου υπάρχουν οικοδομές, απαγορεύεται η χρήση εκρηκτικώv υλώv, εκτός εάν πρόκειται για έδαφος που δεν είναι δυνατόν να εκσκαφεί με σύγχρονα τεχνικά μέσα. Αυτό πιστοποιείται με υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντος διπλωματούχου μηχανικού, ο οποίος αναλαμβάνει και την ευθύνη για την ασφαλή χρήση των εκρηκτικών υλών και καθορίζει στη δήλωσή του τα ληπτέα προφυλακτικά μέτρα για το κοινό και για τις γειτονικές οικοδομές. Στην περίπτωση αυτήν, η άδεια αγοράς, μεταφοράς και κατανάλωσης των ανωτέρω υλών, χορηγείται από την αρμόδια αστυνομική αρχή, μετά προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας πολεοδομίας. Κατά δε την παρ.7 του ίδιου άρθρου, οι παραβάτες του παρόντος άρθρου, καθώς και της προβλεπόμενης από την παρ. 1 του άρθρου αυτού υπουργικής απόφασης τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 εδ. β' ΠΚ, "Όποιος με πρόθεση προξενεί έκρηξη με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως με τη χρήση εκρηκτικών υλών, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 100.000 μεταλλικών δραχμών (290 ευρώ) αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο ή κίνδυνος σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, το οποίο αποτελεί έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση εκρήξεως με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως με τη χρήση εκρηκτικών υλών και από αυτήν (έκρηξη) πρόκληση κινδύνου για άνθρωπο ή σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, υποκειμενικώς δε, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός, τη γνώση από το δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της εκρηκτικής ιδιότητας της χρησιμοποιούμενης ύλης και της καταλληλότητας αυτής (προσφορότητας - πιθανότητας) να προκαλέσει με την έκρηξη κίνδυνο για άνθρωπο ή σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας και, αφετέρου, τη θέληση ή αποδοχή να προκαλέσει έκρηξη και εξ αυτής διακινδύνευση των ανωτέρω εννόμων αγαθών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 271 του ΠΚ η εξ αμελείας τέλεση της πράξεως του προηγουμένου άρθρου τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως. Αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 Π.Κ. υπάρχει, όταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ο δράστης αφενός μεν δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου δε είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη του. ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παράγρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα - και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3.174/2007 αποφάσεώς του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Στα πλαίσια εκτελέσεως του έργου "Εγνατία οδός Κάθετοι άξονες-Περιφερειακή οδός Θεσ/νίκης- Ανισόπεδοι κόμβοι 45,47,48,49 και συνδετήρια οδός Κ4-Κ5(57,1-57,2) από την ανάδοχο εργοληπτική εταιρία "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." έλαβε χώρα στις 22-2-2003 και περί ώρα 12.30, έκρηξη προκειμένου να εξορυχθούν βραχώδη τμήματα από τα σημεία διέλευσης της κατασκευαζομένης οδού, στην περιοχή λατομείου "ΤΙΤΑΝ"- Ν. Ευκαρπίας. Την έκρηξη αυτή προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ) ενεργώντας ως γομωτής, πυροδότης και ομόρρυθμος εταίρος της εταιρίας "..... ΟΕ", ενεργώντας για λογαριασμό της παραπάνω εργολήπτριας εταιρίας (ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε). Όμως η περιοχή στην οποία έλαβε χώρα η παραπάνω έκρηξη (με χρήση δυναμίτιδος, ζελατοδυναμίτιδας, καψύλια κοινά, καψύλια ANFO) ήτο κατοικημένη, αφού εγγύτατα του σημείου πραγματοποιήσεώς της υπήρχαν πολλές οικίες κατοικούμενες (οικισμός ..... Θεσσαλονίκης). Σημειωτέον δε ότι δεν απεδείχθη ότι ήτο αδύνατη η εκσκαφή με σύγχρονα τεχνικά μέσα. Άλλωστε δεν υπήρχε πιστοποίηση, με υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντος διπλωματούχου μηχανικού ότι πρόκειται για έδαφος, που δεν είναι δυνατόν να εκσκαφεί με σύγχρονα τεχνικά μέσα και ανάληψη ευθύνης εκ μέρους του ως άνω μηχανικού για την ασφαλή χρήση των εκρηκτικών υλών και καθορισμός στη δήλωσή του των ληπτέων προφυλακτικών μέτρων για το κοινό και τις οικοδομές. Έτσι λοιπόν, ο παραπάνω κατηγορούμενος πραγματοποίησε παρανόμως, κατά παράβαση του άρθρου 11 παρ. 6 Ν. 2168/1993, έκρηξη στην παραπάνω περιοχή. Περαιτέρω απεδείχθη ότι μολονότι, ο χώρος των παραπάνω εκρήξεων ευρίσκετο στην προαναφερθείσα κατοικημένη περιοχή, και ο αυτός κατηγορούμενος μπορούσε να προβλέψει ή αν τελικά προέβλεπε - λόγω της πείρας του στη χρήση εκρηκτικών υλών λόγω της ειδικότητάς του - ήτο εξαιρετικά πιθανό να προκύψει από την παραπάνω ενέργειά του οπωσδήποτε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα (κατοικίες) και ανθρώπους, αμελώς φερόμενος, πραγματοποίησε τις εκρήξεις αυτές, με αποτέλεσμα να εκτιναχθούν τεμάχια βράχων και να καταπέσουν στον προαναφερθέντα οικισμό και να προκαλέσουν τις λεπτομερώς στο διατακτικό διαλαμβανόμενες βλάβες στα εκεί περιγραφόμενα ιδιωτικά κλπ. κτίσματα και αυτοκίνητα, μεταξύ των οποίων και σ' εκείνα των πολιτικώς εναγόντων και, επιπλέον, να προκληθεί κοινός κίνδυνος στους κατοίκους της περιοχής. Κατά συνέπεια θα πρέπει ο κατηγορούμενος αυτός να κηρυχθεί ένοχος τόσο της πράξεως της παράβασης του άρθρου 11 παρ. 6, 7 Ν. 2168/93, όσο και εκείνης της εξ αμελείας προκλήσεως εκρήξεως (Π.Κ 270,271), όπως εδέχθη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο τόσο για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 11 παρ.6 του Ν. 2168/1993 όσο και για εκείνη της έκρηξης από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή 600 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την πρώτη πράξη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 11 παρ.6 του Ν. 2168/1993 την οποία εφήρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας το δικαστήριο δεν ήταν αναγκαίο στην απόφασή του να κάνει συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων. Η προβαλλόμενη αιτίαση ότι το δικαστήριο εκ των αναγνωσθέντων εγγράφων δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, μεταξύ άλλων α) το υπ' αριθμ. πρωτ...... έγγραφο της εταιρίας ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε και β) την υπ'αριθμ. ..... άδεια αγοράς-μεταφοράς εκρηκτικών υλών η οποία εκδόθηκε από την Διεύθυνση Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, είναι αβάσιμη. Το δικαστήριο εκτίμησε και τα έγγραφα αυτά μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και με την παραδοχή του ότι δεν υπήρχε πιστοποίηση επιβλέποντος διπλωματούχου μηχανικού για το αδύνατο της εκσκαφής με σύγχρονα τεχνικά μέσα, αξιολόγησε το άνω έγγραφο της Εγνατίας Οδού και έκρινε ότι το περιεχόμενό του δεν συνιστά την κατά το νόμο πιστοποίηση. Οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, επιχειρείται η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικώς αποδίδεται στην απόφαση σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Αναφορικά όμως με την πράξη της έκρηξης από αμέλεια, για την οποία επίσης κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, για το υποκειμενικό στοιχείο της αμέλειας, ελλειπή αιτιολογία. Ειδικότερα, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως προσδιορίζεται, με την έκθεση πραγματικών περιστατικών, εις τι συνίσταται η αμελής συμπεριφορά την οποία δέχεται το δικαστήριο ότι επέδειξε ο κατηγορούμενος, αλλά απλώς διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε έκρηξη "αμελώς φερόμενος". Συνεπώς, για την πράξη αυτή, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ.1 εδαφ. Δ του Κ.Π.Δ λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο για την πράξη της έκρηξης από αμέλεια, συνακολούθως δε και κατά τη διάταξη αυτής περί της επιβολής συνολικής ποινής, παραπεμφθεί δε κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 515 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3174/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς α) την καταδικαστική διάταξή της για την πράξη της έκρηξης από αμέλεια και β) τη διάταξή της περί επιβολής συνολικής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο κατά το άνω μέρος της, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Παράβαση άρθρου 11 παρ. 6 του Ν. 2168/1993. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Έκρηξη από αμέλεια (άρθρα 270, 272 ΠΚ). Αναίρεση για ελλιπή αιτιολογία. Δεν εκτίθενται παντάπασι στην καταδικαστική απόφαση πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Έκρηξη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2260/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανταζή, περί αναιρέσεως της 863/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 128/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 § 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 321 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών για δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου, για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και για χρέη γενικά προς το Δημόσιο και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση του δράστη να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υποχρέου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα η διάταξη αυτή προβλέπει δύο περιπτώσεις αξιοποίνων πράξεων, ήτοι τη μη καταβολή χρέους σε δόσεις, όταν έχει γίνει σχετική ρύθμιση και τη μη καταβολή εφάπαξ καταβλητέου χρέους. Η κάθε μία από αυτές απαιτεί διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση του αδικήματος. Στην πρώτη περίπτωση για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως και τη δημιουργία ποινικής ευθύνης του οφειλέτη του Δημοσίου απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία και της τρίτης δόσεως του χρέους χωρίς πληρωμή. Στη δεύτερη συντελείται το έγκλημα κα ο υπόχρεος υπέχει ποινική ευθύνη μετά την πάροδο δύο μηνών από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Κρίσιμο επομένως και ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση του εγκλήματος του άρ. 25 του Ν. 1882/1990 είναι το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό του χρέους και η μη καταβολή αυτού εντός ορισμένης προθεσμίας μετά τη λήξη του χρόνου καταβολής. Με την αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Επομένως στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον προκειμένου περί χρεών καταβλητέων εφάπαξ ή με δόσεις να προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής των χρεών ή της κάθε δόσης ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και πότε συμπληρώθηκε η καθυστέρηση των δύο μηνών στην πρώτη περίπτωση ή της τρίτης δόσης στην δεύτερη περίπτωση ,μετά την πάροδο των οποίων χωρίς την εξόφληση του χρέους ή της τρίτης δόσης τελείται η αξιόποινη πράξη του ως άνω άρθρου. Τα ίδια, σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα, προβλέπονται και από το άρθρο 6 § 3 εδαφ. α και β της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα στοιχεία αυτά, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 § 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 9.2.2004 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου που συνεδρίαζε στο Κιάτο κατά τη δικάσιμο τούτου στις 5.12.2005, προκειμένου να δικαστεί για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 Π.Κ. και άρθρ. 25 παρ. 1, 2 και 3 ν.1882/1990, όπως αντικ. με αρθρ.23 παρ.1,2 ν.2523/1997. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω Δικαστηρίου από το συνήγορό του πρόβαλε ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτόν από 9.2.2004 κλητηρίου θεσπίσματος σύμφωνα με το άρθρο 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ, για τον λόγο ότι δεν προσδιοριζόταν ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής του οφειλομένου από αυτόν προς το Δημόσιο ποσού. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 1717/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αποδοθείσας σε αυτόν αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1 Π.Κ. και 25 παρ.1, 2 και 3 ν.1882/1990,όπως αντικ. με αρθρ.23 παρ.1,2 ν.2523/1997). Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, με λόγο της οποίας παραπονέθηκε, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της νομοτύπως προβληθείσας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ενστάσεώς του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά το άρθρ. 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ. Από την επισκόπηση του αντιτύπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 § 5 του ΚΠΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει, ότι τούτο, σε σχέση με τον χρόνο και τον τρόπο καταβολής του οφειλομένου από τον αναιρεσείοντα προς το Δημόσιο ποσού, διέλαβε στο περιεχόμενό του ότι, ".... ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Κιάτου διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου προερχόμενα από βεβαιωμένα ληξιπρόθεσμα χρέη εναντίον του από φορολογικές υποχρεώσεις του ηθελημένα δεν κατέβαλε α) ποσό 1.040.567,23 ευρώ που αφορά δάνεια ή επιρριπτομένους φόρους, β) ποσό 2.812.797,48 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής για τα παραπάνω χρέη του που καταβάλλονται εφάπαξ". Ενόψει τούτων είναι προφανές, ότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν αναφερόταν, όπως έπρεπε, α) ποίο από τα ανωτέρω ποσά ήταν καταβλητέο εφάπαξ και ποίο σε δόσεις και β)ποίος ο χρόνος καταβολής του εφάπαξ ποσού και ποίος της τρίτης δόσεως στοιχεία τα οποία είναι ουσιώδη για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος. Άρα, το επιδοθέν στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο από 9.2.2004 κλητήριο θέσπισμα ήταν άκυρο και έπρεπε να κηρυχθεί τέτοιο, κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό τούτου. Όμως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 863/2007 παρεμπίπτουσα απόφασή του όπως τα πρακτικά αυτής συμπληρώθηκαν με την 3662/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου , απέρριψε ως αβάσιμη την εν λόγω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία ο αναιρεσείων εγκαίρως είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό και μετά την απόρριψή της κατ' ουσίαν, την επανέφερε στο Δικαστήριο αυτό με την έφεση. Ακολούθως, το Δικαστήριο τούτο προχώρησε, με βάση το ανωτέρω άκυρο κλητήριο θέσπισμα, στη συζήτηση της υποθέσεως και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το πλημμέλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Έτσι, όμως, που αποφάνθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, έσφαλε, δεδομένου ότι εμφιλοχώρησε σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία δεν καλύφθηκε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως κατ 'ουσίαν βάσιμη και να αναιρεθούν οι ταυτάριθμες, παρεμπίπτουσα και οριστική, αποφάσεις του, κατά το βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ), το οποίο αφού διακριβώσει προηγουμένως την ακριβή ημερομηνία τελέσεως του εγκλήματος ενόψει του ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι τελέστηκε το έτος 2003 και αφού λάβει υπόψη του τις διατάξεις των άρθρων 86 παρ. 1 και 2 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" και 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997 (Α.Π.1848/2008) αποφανθεί περί της παραγραφής ή μη του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και σε περίπτωση μη παραγραφής να διατάξει την διαβίβαση της υπόθεσης στον αρμόδιο Εισαγγελέα προς σύνταξη και επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 863/2007 οριστική και την ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Άκυρο κλητήριο θέσπισμα διότι δεν περιέχεται ο ακριβής καθορισμός της πράξης. Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Κλητήριο θέσπισμα.
0
Αριθμός 2257/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 557-557α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1964/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ'άρθρον 57 παρ.1 ΚΠΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ'αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ.3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που (να) ιδρύει των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότης προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος υπό τις βασιζούσης το δεδικασμένο αποφάσεως και γ) ταυτότης πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστου, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προεκλήθη από αυτή. Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθ'ημέραν βίου, υφ'οιονδήποτε νομικόν χαρακτηρισμόν και αν εκρίθη κατ'ουσίαν, έστω και αν ούτος επιτρεπτώς μετεβλήθη. και τούτο διότι και υπό έτερον νομικόν χαρακτηρισμόν πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός (idem factum) και όχι το αυτό έγκλημα (idem crimen). Δια την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότης τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένον ότι αύτη άπαξ ετελέσθη π.χ. ανθρωποκτονία ορισμένου προσώπου. Στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητος των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διαρκείας στην τέλεση αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δια της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 557-557α/30-3-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που δίκασε κατ'έφεση, κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 5.000 €, μετατραπείσα προς 4,40€ ημερησίως για το αδίκημα της μαστροπείας κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία κατ'άρθρον 349 παρ.3 ΠΚ και δη, όπως εξ αυτής προκύπτει, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού ότι "στον Πειραιά στις 8-4-2001 κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία προήγαγε στην πορνεία γυναίκα που προηγουμένως δεν εκπορνευόταν και ειδικότερα προήγαγε προς την κατά συνήθεια παροχή σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων και χρημάτων την αλλοδαπή Α, γεν. στη ..... το 1979, δημοσιεύοντας σχετική αγγελία στην εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ" από την 8-1-2001, όπου παρέθεσε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου ..... και το κείμενο "Γυναικάρες πραγματικές κούκλες 19 χρονες-20χρονες από Ρωσία-Ιταλία-Ελλάδα: Αναζητούν γνωριμίες και πραγματοποιούν όλα για σένα" και στις κλήσεις των πελατών απέστελε την ως άνω αλλοδαπή δια του με αριθ.κυκλοφορίας ..... ΙΧ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Β στο ξενοδοχείο "....." που βρίσκεται επί των οδών ..... και ..... στον ....., όπου και συνελήφθη η ανωτέρω αλλοδαπή και ο οδηγός από έφοδο της Αστυνομίας. Την δε πράξη του αυτή τελεί κατ'επάγγελμα, ήτοι επανειλημμένως με σκοπό προσπορίσεως από αυτήν εισοδήματος συνεχούς και σημαντικού και από κερδοσκοπία, ήτοι εξ αιτίας προσπορίσεως χρηματικού κέρδους". Νυν ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δια του μόνου λόγου της αναιρέσεώς του προβάλλει την ύπαρξη του δεδικασμένου, επικαλούμενος ότι έχει παύσει υφ'όρον η εναντίον του δίωξη για την άνω πράξη, υπό τον χαρακτηρισμόν της διευκολύνσεως αλλοτρίας, ακολασίας και δη της Α, εις ην (πράξη) επιτρεπτώς μετεβλήθη η άνω αρχικώς εισαχθείσα κατηγορία, δια της αμετακλήτου υπ'αριθμ. 9969/18-10-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για να κριθεί το βάσιμο ή μη του λόγου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ, δια της υπ'αριθμ. 40882/30-4-2001 αποφάσεως του (Αυτοφώρου) Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με το από 27-4-2001 κλητήριο θέσπισμα εκηρύχθη ένοχος του ότι στην Αθήνα, και εκτός της άλλης κατηγορίας "(Α) από του μηνός Οκτωβρίου 2000 μέχρι τη 19-4-2001 με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατ'επάγγελμα και κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας διευκόλυνε με οποιονδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων και δη των αλλοδαπών Α, Γ κλπ. για τις οποίες έκλεινε ραντεβού με άνδρες (και αστυνομικό) σε ξενοδοχεία μέσω αγγελιών σε εφημερίδες, του γραφείου του και του τηλεφώνου του". Περαιτέρω δια της υπ'αριθμ. 9969/2005 της 18-10-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έπαυσεν η ποινική δίωξη γι'αυτήν, υφ' όρον, κατ'άρθρον 31 παρ.1 Ν. 3346/2005, η απόφαση δε αυτή κατέστη αμετάκλητος, όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ. πρωτ. ..... πιστοποιητικό του Γραμματέως του Αρείου Πάγου. 'Όμως, ούτω, δεν υπάρχει ταυτότης πράξεως, κατά τόπον τελέσεως αυτής, αφού η προσβαλλομένη απόφαση αφορά πράξη τελεσθείσα στον Πειραιά, η επικαλουμένη δε αμετάκλητος απόφαση αφορά τοιαύτη τελεσθείσα στην Αθήνα, πέραν του ότι η πληττομένη απόφαση περιλαμβάνει (και) έτερα συγκεκριμένα περιστατικά, που δεν περιέχει η υπ'αριθμ. 9969/2005 τοιαύτη και δη τα αυτοκίνητο και αριθμό και οδηγό με το οποίο μετεφέρετο η ανωτέρω, ξενοδοχείο στον Πειραιά και οδό αυτού, όπου μετέβαινε αυτή, εντεύθεν δε, δεν υπάρχει δεδικασμένο εκ του άρθρου 57 ΚΠΔ. Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και πρέπει να απορριφθεί, απορριπτομένης αυτής εις το σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 557-557α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεδικασμένο (άρθρο 57 ΚΠΔ). Απαιτείται αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα που να αποφαίνεται για την βασιμότητα της κατηγορίας ή παύει την ποινική δίωξη, ταυτότητα προσώπου και ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος έστω και αν στην πράξη δοθεί διάφορος χαρακτηρισμός. Στην ταυτότητα πράξεως περιλαμβάνεται και η ταυτότης χρόνου και τόπου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει εάν είναι αποδεδειγμένο ότι η πράξη ετελέσθη άπαξ. Προηγούμενη καταδίκη για διευκόλυνση αλλοτρίας ακολασίας (με αμετάκλητη απόφαση) κατ’ επιτρεπτή μεταβολή από μαστροπεία, με τα ίδια περιστατικά κωλύει την εκ νέου δίωξη λόγω δεδικασμένου. Εφόσον υπάρχει και ταυτότης τόπου και χρόνου. Απορρίπτει ένσταση δεδικασμένου διότι η προσβαλλομένη αναφέρεται εις άλλον τόπον, εκείνον της προηγουμένης αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Δεδικασμένο
Δεδικασμένο.
0
Αριθμός 2256/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 27/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 818/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 377/12.10.2007 πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1.-Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 484, 485 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθ. 35/26-3-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ελένη Σαρπασίδου του Χαραλάμπου, δυνάμει του υπ'αριθ. ..... πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Σούρμπα-Σερέτη και στρέφεται κατά του υπ'αριθ. 27/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 6-12-2006 αίτηση του αναιρεσείοντα για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των υπ'αριθμ. 2682/1998, 1020/1997, 1018/1997, 249/1998, 547/1998, 623/1998, 3095/1998, 1655/2000, 2233/1999, 1654/2000, 2019/2002, 1623/1999, 1957/1997, 2904/2000, 2906/2000 και 2905/2000 αμετακλήτων αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες έχει καταδικασθεί στις αναφερόμενες σ'αυτές ποινές για τις αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως του άρθρου μόνου ΑΝ 690/1945, του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 ΑΝ 86/1967 και του άρθρου 25 Ν.1882/1990. 2.- Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 484 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., αφού α) ασκήθηκε στις 26-3-2007 ημέρα Δευτέρα, με δήλωση στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται ο τόπος της κατοικίας του, για την οποία δήλωση συνετάγη η υπ'αριθ. 35/26-3-2007 έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε την 14-3-2006 στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, επακολούθησε δε την 19-4-2007 η επίδοσή του και στην διορισθείσα αντίκλητό του Ελένη Σαρπασίδου και β) διαλαμβάνονται σ'αυτή οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', ε' και ζ' Κ.Π.Δ.). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και στη συνέχεια να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και αν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεώτερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις, ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ'εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους, για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Τέλος η απόφαση αυτή του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και εναντίον της οποίας επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα, κατά τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου Κώδικα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας που υποβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα γεγονότα ή οι αποδείξεις, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε αδίκως για βαρύτερο έγκλημα, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1095/2006). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Ο αιτών, ο οποίος σημειωτέον ειδοποιήθηκε για τη συνεδρίαση του Συμβουλίου, όπου εκπροσωπήθηκε από συνήγορο που, κατέθεσε σχετικά υπόμνημα και ακούστηκε (άρθρο 528 παρ. 1α ΚΠΔ), εκθέτει, ότι καταδικάστηκε με τις αποφάσεις του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης: Α) Με την 2682/1998 απόφαση καταδικάστηκε ως επιχειρηματίας, νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Βουλγαράκης-Μπετόν Έβρου ΑΕ", παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος που εδρεύει στην ....., για μη καταβολή εισφορών του ΤΕΒΕ κατά το διάστημα 1-3/1996 και 11-12/1996 έως 1-3-1997 και με την 1957/1997 απόφαση καταδικάστηκε ως εργοδότης της ίδιας εταιρίας για παρ. α.ν. 690/1945 κατά το διάστημα από 1-5-1997 έως 30-6-1997, ενώ είχε λήξει η θητεία του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, του οποίου υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος. Β) Με τις 1018/1997 και 1020/1997 αποφάσεις καταδικάστηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα (παρ. α.ν. 690/1945) και μάλιστα κατά της πρώτης τούτων άσκησε έφεση η οποία με την 537/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αλεξ/πολης απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και για το ίδιο διάστημα, δηλαδή τα έτη 1995 και 1996 και με τις 249/1998, 547/1998 και 623/1998 αποφάσεις καταδικάστηκε τρεις φορές για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και Εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ κατά το διάστημα από το Νοέμβριο 1993 μέχρι τον Ιούλιο 1996, παρότι οι πρώτες δύο αφορούσαν χρονικά διαστήματα που περιλαμβάνονταν στην τρίτη τούτων. Γ) Με τις 1020/1997 και 3095/1998 αποφάσεις καταδικάστηκε για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ και κατ' αυτών άσκησε εφέσεις, αλλά απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες, ενώ με τη δεύτερη τούτων του επιβλήθηκε ανύπαρκτη ποινή 150.000 δραχμών, η οποία έχει αναγραφεί στο απόσπασμα της, αλλά όχι και στο αντίγραφο της απόφασης. και Δ) Με τις 1655/2000, 2233/1999, 1654/2000, 2019/2002, 1623/1999, 2904/2000, 2906/2000 και 2905/2000 αποφάσεις καταδικάστηκε χωρίς σ' αυτές να αναφέρονται βασικά στοιχεία των πράξεων που του αποδόθηκαν και ειδικότερα, καταδικάστηκε, α) με την 1655/2000 απόφαση για παρ. αρθρ. 25 ν. 1882/1990 κατά το διάστημα από το 1994 έως 27-2-1998, φερόμενος ως επιχειρηματίας και χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή η ιδιότητά του, δηλαδή αν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος κάποιας εταιρίας και ποίας, αν η παράβαση αφορούσε προσωπικά χρέη αυτής και αναφέρονται χρέη για τέλη κυκλοφορίας, εισφορές αυτοκινήτων και τέλη χρήσης μηχανημάτων έργων, χωρίς να μνημονεύεται ποιά οχήματα και μηχανήματα αφορούσαν αυτά, β) με την 2233/1999 απόφαση για παράβαση ομοίως αρθρ. 25 ν. 1882/1990 κατά την 28-6-1994, επίσης χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή ποια οχήματα αφορούσαν τα φερόμενα ως χρέη της εταιρίας, γ) με την 1654/2000 απόφαση για την αυτή παράβαση στις 31-10-1995, χωρίς αναφορά της αιτίας γέννησης της οφειλής του για λοιπούς φόρους, η δε έφεση που άσκησε απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δ) με την 2019/2002 απόφαση για παρ. των ίδιων ως άνω διατάξεων στις 26-2-1999, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή αν το χρέος, που φέρεται ότι δεν κατέβαλε και αφορούσε τέλη κυκλοφορίας, ήταν ληξιπρόθεσμο και αν παραβιάστηκε κάποια προθεσμία καταβολής, η δε έφεση που άσκησε απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, ε) με την 1623/1999 απόφαση για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ στις 28-2-1997, ως εργοδότης επιχείρησης, χωρίς αναφορά ότι υφίστατο η εταιρία, στ) με την 2904/2000 για μη καταβολή εισφορών προς το ΤΕΒΕ κατά το διάστημα από 1-4-1997 έως 31-12-1997, χωρίς να αναφέρεται ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, ζ) με την 2906/2000 απόφαση για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ από το Νοέμβριο 1996 έως τον Ιούλιο 1997, χωρίς να προσδιορίζεται η επιχείρηση στην οποία αναφερόταν και η) με την 2905/2000 απόφαση για μη καταβολή εισφορών επίσης προς το ΙΚΑ κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο 1997 έως το Μάρτιο 1997, χωρίς να εκτίθεται σ' αυτή συγκεκριμένο πρόσωπο εργαζομένου και χωρίς αυτός να είναι εργοδότης της επιχείρησης. Πλην, όμως, υπό τα εισφερθέντα με την αίτηση στοιχεία και τις αιτιάσεις προς υποστήριξη του αιτήματος του αιτούντος, το συμβούλιο άγεται στην κρίση, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας. Τούτο δε, επειδή όσο αφορά τις ως άνω υπό στοιχείο Α' αποφάσεις, εφόσον η εταιρία εξακολουθούσε να λειτουργεί και μετά την 31-12-1996 και δεν είχε εκλεγεί νέο διοικητικό συμβούλιο αυτής, εκείνος συνέχισε στην εν τοις πράγμασι λειτουργούσα εταιρία, να ασκεί τις αρμοδιότητες που είχε και προηγουμένως του Προέδρου και Δ/ντος συμβούλου της και έτσι είχε ευθύνες για τις ενέργειες, για τις οποίες και του αποδόθηκαν κατηγορίες, σε κάθε δε περίπτωση τα περιστατικά αυτά ερευνήθηκαν από το δικαστήριο που δίκασε, αφού υπεισήλθε στην ουσία και δεν προέκυψαν νέα γεγονότα, άγνωστα στους δικαστές. Όσο αφορά τις υπό στοιχείο Β' αποφάσεις, δηλαδή ότι καταδικάστηκε για το ίδιο αδίκημα με περισσότερες αποφάσεις, είχε στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα από το άρθρο 550 του ΚΠΔ προσφυγής, επί αμφιβολίας γι' αυτό, στο αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 565 του ΚΠΔ, ήτοι στο μονομελές Πλημ/κείο Αλεξ/πολης. Επίσης, ως προς τις υπό στοιχείο Γ' αποφάσεις, δεν επικαλείται την αποκάλυψη νέων στοιχείων, που ομοίως ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τα οποία, αν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, θα γινόταν φανερό ότι είναι αθώος (άρθρο 525 παρ. 1 περ, 2 ΚΠΔ), ενώ για την χαρακτηριζόμενη από εκείνον "ανύπαρκτη" ποινή 150.000 δραχμών, που δεν του είχε επιβληθεί και που προκύπτοντας από το απόσπασμα της απόφασης, το οποίο χρησιμοποίησε για τη συγχώνευση ποινών του, ελήφθη υπόψη από το αρμόδιο δικαστήριο, είχε το δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση με αφαίρεση, εφόσον ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του, του εγγράφου αυτού από το κατ' άρθρο 145 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ δικαστήριο, το τριμελές πλημ/κείο Αλεξ/πολης, που αποφάσισε για την έφεση του με την 418/2000 απόφαση αυτού. Τέλος, όσο αφορά τις υπό στοιχείο Δ' αποφάσεις, δηλαδή ότι τα στοιχεία των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων, όπως παρατίθενται σ' αυτές, είναι ελλειπείς και συνεπώς, και οι αιτιολογίες αυτών είναι ελλείπεις, τούτο, αποτελώντας λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ., του παρείχε τη δυνατότητα να ασκήσει αναίρεση και όχι αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Συνακόλουθα, πρέπει και κατά τη σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, στης οποίας τις νομικές και πραγματικές σκέψεις αναφέρεται κατά τα λοιπά το συμβούλιο, ν' απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική κρίση του, ειδικά δε αιτιολογεί γιατί δεν καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αναιρεσείων είναι αθώος των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε. Ειδικότερα το Συμβούλιο αιτιολογημένα δέχθηκε ότι η εταιρεία εξακολουθούσε να λειτουργεί και μετά τη λήξη της θητείας του διοικητικού της συμβουλίου, εκείνος δε (αναιρεσείων) συνέχισε στην εν τοις πράγμασι λειτουργούσα εταιρεία να ασκεί τις αρμοδιότητες που είχε και προηγουμένως, δηλαδή αυτές του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της και έτσι είχε ευθύνες για τις ενέργειες για τις οποίες και του αποδόθηκαν οι κατηγορίες, σε κάθε δε περίπτωση τα περιστατικά αυτά ερευνήθηκαν από το δικαστήριο που δίκασε, αφού υπεισήλθε στην ουσία και δεν προέκυψαν νέα γεγονότα, άγνωστα στους δικαστές. Περαιτέρω το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα γεγονός ότι καταδικάσθηκε για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις με περισσότερες αποφάσεις, δεν εμπίπτει σε κανέναν από τους περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ αναφερόμενους λόγους επαναλήψεως διαδικασίας. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 484 παρ. 1, 510 παρ. 1 Ε' και Η' και 525 παρ. 1 ΚΠΔ καθώς και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και ειδικότερα διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν θεώρησε ως νέα αποδεικτικά στοιχεία και δεν αξιολόγησε ως τέτοια: α) Το υπ'αριθ. ..... καταστατικό της ΑΕ, όπου αναφέρεται ότι η εν λόγω εταιρεία πήρε αριθμό μητρώου, β) τα αναφερόμενα στο άρθρο 7 του ανωτέρω καταστατικού, γ) την υπ'αριθ. ..... βεβαίωση της Διευθύνσεως Εμπορίου 'Εβρου και δ) την υπ'αριθ. 3090/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, πρέπει να απορριφθούν, ανεξάρτητα από κάθε άλλο, ως απαράδεκτοι, διότι αφορούν σε παραβίαση δικονομικών και όχι ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, μη τασσομένη μάλιστα με ποινή ακυρότητας και δεν εμπίπτουν σε κανένα από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως. Τέλος οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος, με το οποίο πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν επίσης ως απαράδεκτοι. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 35/26-3-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ'αριθ. 27/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 2-10-2007. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστού ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απήγγειλε την καταδίκη και 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, 5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στην συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με τον θεσμό του δεδικασμένου κ.τ.λ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλανών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει μεταξύ άλλων και ότι 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και στρατιωτικού, εφ' όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 4) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνο προκειμένου περί αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας, ορίζονται περιοριστικώς υπό του άρθρου 525, εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες στους δικαστές, που, εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, έστω και δι' εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Δεν θεωρούνται όμως άγνωστα γεγονότα εκείνα δια των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπ' όψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικασταί, αφού με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιον ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, αλλ' επιδιώκεται η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπ' όψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Τέλος κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 ιδίου Κώδικος η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε, περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απηγγέλθη από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί το οποίο αποφασίζει αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και αιτούντα. Κατά της αποφάσεως του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485. Η τελευταία αυτή απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, υποβληθείσης ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το συμβούλιο έκρινε, ότι τα γεγονότα ή οι αποδείξεις είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 27/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, το οποίον απέρριψε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και κατά του οποίου ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως με λόγους έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και υπερβάσεως εξουσίας (άρθρα 584 παρ. 1 στοιχ. β', ε'και ζ' Κ.Π.Δ.), το πληττόμενο βούλευμα, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τόσο με αναφορά επιτρεπτή στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, τα εξής: Συγκεκριμένα, ο αιτών, ο οποίος, σημειωτέον, ειδοποιήθηκε για τη συνεδρίαση του Συμβουλίου, όπου εκπροσωπήθηκε από συνήγορο που κατέθεσε σχετικά υπόμνημα και ακούστηκε (άρθρο 528 παρ. 1α ΚΠΔ), εκθέτει, ότι καταδικάστηκε με τις αποφάσεις του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης: Α) Με την 2682/1998 απόφαση καταδικάστηκε ως επιχειρηματίας, νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος, και διευθύνων σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Βουλγαράκης-Μπετόν Έβρου ΑΕ", παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος που εδρεύει στην ..... για μη καταβολή εισφορών του ΤΕΒΕ κατά το διάστημα 1-3/1996 και 11-12/1996 έως 1-3-1997 και με την 1957/1997 απόφαση καταδικάστηκε ως εργοδότης της ίδιας εταιρίας για παρ. α.ν. 690/1945 κατά το διάστημα από 1-5-1997 έως 30-6-1997, ενώ είχε λήξει η θητεία του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ. του οποίου υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, Β) Με τις 1018/1997 και 1020/1997 αποφάσεις καταδικάστηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα (παρ. α.ν. 690/1945) και μάλιστα κατά της πρώτης τούτων άσκησε έφεση η οποία με την 537/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αλεξ/πολης απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και για το ίδιο διάστημα, δηλαδή τα έτη 1995 και 1996 και με τις 249/1998, 547/1998 και 623/1998 αποφάσεις καταδικάστηκε τρεις φορές για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και Εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ κατά το διάστημα από το Νοέμβριο 1993 μέχρι τον Ιούλιο 1996, παρότι οι πρώτες δύο αφορούσαν χρονικά διαστήματα που περιλαμβάνονταν στην τρίτη τούτων, Γ) Με τις 1020/1997 και 3095/1998 αποφάσεις καταδικάστηκε για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ και κατ' αυτών άσκησε εφέσεις, αλλά απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες, ενώ με τη δεύτερη τούτων του επιβλήθηκε ανύπαρκτη ποινή 150.000 δραχμών, η οποία έχει αναγραφεί στο απόσπασμά της, αλλά όχι και στο αντίγραφο της απόφασης και Δ) Με τις 1655/2000, 2233/1999, 1654/2000, 2019/2002, 1623/1999, 2904/2000, 2906/2000 και 2905/2000 αποφάσεις καταδικάστηκε χωρίς σ' αυτές να αναφέρονται βασικά στοιχεία των πράξεων που του αποδόθηκαν και ειδικότερα, καταδικάστηκε, α) με την 1655/2000 απόφαση για παρ. αρθρ. 25 ν. 1882/1990 κατά το διάστημα από το 1994 έως 27-2-1998, φερόμενος ως επιχειρηματίας και χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή η ιδιότητα του, δηλαδή αν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος κάποιας εταιρίας και ποίας, αν η παράβαση αφορούσε προσωπικά χρέη αυτής και αναφέρονται χρέη για τέλη κυκλοφορίας, εισφορές αυτοκινήτων και τέλη χρήσης μηχανημάτων έργων, χωρίς να μνημονεύεται ποια οχήματα και μηχανήματα αφορούσαν αυτά, β) με την 2233/1999 απόφαση για παράβαση ομοίως αρθρ. 25 ν. 1882/1990 κατά την 28-6-1994, επίσης χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή ποια οχήματα αφορούσαν τα φερόμενα ως χρέη της εταιρίας, γ) με την 1654/2000 απόφαση για την αυτή παράβαση στις 31-10-1995, χωρίς αναφορά της αιτίας γέννησης της οφειλής του για λοιπούς φόρους, η δε έφεση που άσκησε απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δ) με την 2019/2002 απόφαση για παρ. των ίδιων ως άνω διατάξεων στις 26-2-1999, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή αν το χρέος, που φέρεται ότι δεν κατέβαλε και αφορούσε τέλη κυκλοφορίας, ήταν ληξιπρόθεσμο και αν παραβιάστηκε κάποια προθεσμία καταβολής, η δε έφεση που άσκησε απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, ε) με την 1623/1999 απόφαση για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ στις 28-2-1997, ως εργοδότης επιχείρησης, χωρίς αναφορά ότι υφίστατο η εταιρία, στ) με την 2904/2000 για μη καταβολή εισφορών προς το ΤΕΒΕ κατά το διάστημα από 1-4-1997 έως 31-12-1997, χωρίς να αναφέρεται ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, ζ) με την 2906/2000 απόφαση για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ από το Νοέμβριο 1996 έως τον Ιούλιο 1997, χωρίς να προσδιορίζεται η επιχείρηση στην οποία αναφερόταν και η) με την 2905/2000 απόφαση για μη καταβολή εισφορών επίσης προς το ΙΚΑ κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο 1997 έως το Μάρτιο 1997, χωρίς να εκτίθεται σ' αυτή συγκεκριμένο πρόσωπο εργαζομένου και χωρίς αυτός να είναι εργοδότης της επιχείρησης. Πλην, όμως, υπό τα εισφερθέντα με την αίτηση στοιχεία και τις αιτιάσεις προς υποστήριξη του αιτήματος του αιτούντος, το συμβούλιο άγεται στην κρίση, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας. Τούτο δε, επειδή όσο αφορά τις ως άνω υπό στοιχείο Α' αποφάσεις, εφόσον η εταιρία εξακολουθούσε να λειτουργεί και μετά την 31-12-1996 και δεν είχε εκλεγεί νέο διοικητικό συμβούλιο αυτής, εκείνος συνέχισε στην εν τοις πράγμασι λειτουργούσα εταιρία, να ασκεί τις αρμοδιότητες που είχε και προηγουμένως του Προέδρου και Δ/ντος συμβούλου της και έτσι είχε ευθύνες για τις ενέργειες, για τις οποίες και του αποδόθηκαν κατηγορίες, σε κάθε δε περίπτωση τα περιστατικά αυτά ερευνήθηκαν από το δικαστήριο που δίκασε, αφού υπεισήλθε στην ουσία και δεν προέκυψαν νέα γεγονότα, άγνωστα στους δικαστές. Όσο αφορά τις υπό στοιχείο Β' αποφάσεις, δηλαδή ότι καταδικάστηκε για το ίδιο αδίκημα με περισσότερες αποφάσεις, είχε στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα από το άρθρο 550 του ΚΠΔ προσφυγής, επί αμφιβολίας γι' αυτό, στο αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 565 του ΚΠΔ, ήτοι στο μονομελές πλημ/κείο Αλεξ/πολης. Επίσης, ως προς τις υπό στοιχείο Γ' αποφάσεις, δεν επικαλείται την αποκάλυψη νέων στοιχείων, που ομοίως ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τα οποία, αν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, θα γινόταν φανερό ότι είναι αθώος (άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ), ενώ για την χαρακτηριζόμενη από εκείνον "ανύπαρκτη" ποινή 150.000 δραχμών, που δεν του είχε επιβληθεί και που προκύπτοντας από το απόσπασμα της απόφασης, το οποίο χρησιμοποίησε για τη συγχώνευση ποινών του, ελήφθη υπόψη από το αρμόδιο δικαστήριο, είχε το δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση με αφαίρεση, εφόσον ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του, του εγγράφου αυτού από το κατ' άρθρο 145 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ δικαστήριο, το τριμελές πλημ/κείο Αλεξ/πολης, που αποφάσισε για την έφεσή του με την 418/2000 απόφαση αυτού. Τέλος, όσο αφορά τις υπό στοιχείο Δ' αποφάσεις, δηλαδή ότι τα στοιχεία των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων, όπως παρατίθενται σ' αυτές, είναι ελλειπή και συνεπώς, και οι αιτιολογίες αυτών είναι ελλειπείς, τούτο, αποτελώντας λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, του παρείχε τη δυνατότητα να ασκήσει αναίρεση και όχι αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Συνακόλουθα, πρέπει και κατά τη σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, στης οποίας τις νομικές και πραγματικές σκέψεις αναφέρεται κατά τα λοιπά το συμβούλιο, ν' απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση και ειδικότερα αιτιολογείται διατί δεν καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο αναιρεσείων είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες κατεδικάσθη με τις ανωτέρω αποφάσεις, διατί τα επικαλούμενα περιστατικά δεν είναι νέα και, εις πάσα περίπτωση, ερευνήθησαν από τα δικαστήρια που εδίκασαν και κατεδίκασαν τον αναιρεσείοντα ως και ότι το ότι κατεδικάσθη για το ίδιο αδίκημα με περισσότερες αποφάσεις και το ότι του επεβλήθη "ανύπαρκτη" ποινή δεν εμπίπτει εις κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους εις τα άρθρο 525 παρ. 1 λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., 484 παρ. 1, 510 παρ. 1 Ε' και Η' Κ.Π.Δ. και ο τρίτος λόγος για αρνητική υπέρβαση εξουσίας διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν θεώρησε ως νέα αποδεικτικά στοιχεία και δεν τα αξιολόγησε ως τοιαύτα α) το υπ' αριθμ. ..... καταστατικό της ΑΕ, όπου αναφέρεται ότι η εταιρία πήρε αριθμό μητρώου, β) τα αναφερόμενα εις το άρθρο 7 του καταστατικού, γ) την από 1.11.2006 και αριθμ. πρωτ. ..... βεβαίωση της Διεύθυνσης Εμπορίου Ν.Έβρου και δ) την υπ' αριθμ. 3090/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, το μεν διότι αφορούν σε παραβίαση δικονομικών και όχι ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, το δε διότι εις ουδένα των περιοριστικώς εις το άρθρο 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αναφερομένων λόγων αναιρέσεως εμπίπτουν. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς επιχειρείται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος των καταδικαστικών αποφάσεων αυτοί είναι επίσης απαράδεκτοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 27/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Μόνο για τους περιοριστικούς εις το άρθρο 525 ΚΠΔ αναφερόμενους λόγους. Κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται αναίρεση. Ποιες νέες «αποδείξεις» και «γεγονότα». Αιτιολογία απορριπτικής αποφάσεως. Απαράδεκτοι οι λόγοι που επιχειρούν από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της καταδικαστικής αποφάσεως, διότι η επανάληψη είναι έκτακτη διαδικασία και όχι ένδικο μέσο.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
1
Αριθμός 2255/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Δημάδη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του με αριθμό 1766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1873/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 119/11.3.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ. την υπ' αρ. 242/2-11-2007 (ενώπιον του Γραμμ. του Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αρ. 1766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 1007/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπως δικασθεί για απάτη κατά συρροή από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια το συνολικό δε όφελος, με αντίστοιχη ζημία των παθόντων υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών (15.000 Ευρώ) ήτοι παραβ. αρ. 13 στ', 94 §1, 386 §§1 και 3α Π.Κ. Μετά από έφεση που άσκησε κατά του άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος, εκδόθηκε το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απερρίφθη κατ' ουσίαν η κριθείσα έφεσή του ως και το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου. Το εν λόγω βούλευμα επεδόθη στον κατηγορούμενο (δια θυροκολλήσεως) την 23-10-2007 εις δε τον αντίκλητο δικηγόρο του την 22-10-2007 (βλ. αποδεικτικά). Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (αρ. 473 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.) και περιέχει (άρ. 474 §2 Κ.Π.Δ.) συγκεκριμένο λόγο ήτοι ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το απολογητικό του υπόμνημα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχεται καμία απολύτως σκέψη για το εάν το διαμέρισμα και οι αποθήκες που βρίσκονταν στο στάδιο του σκελετού στερούνταν αξίας και άρα αν απεκλείετο εντελώς ή εμειώνετο η ζημία των εγκαλούντων. Εις δε την σελ. 4 της αιτήσεως αναιρέσεως ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι υφίσταται έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας από την μη εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρα Α. Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσίαν. II) Η απαιτούμενη από τα άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005). Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π.Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732). ΙΙΙ) Η διάταξη του άρθρου 386 §1 Π.Κ. ορίζει ότι: "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε την §3α ιδίου άρθρου αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 Ευρώ). Από την διάταξη της παραγράφου 1 προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις του δράστη (Α.Π. 430/2000 Ποιν.Δικ/σύνη 7/2000 σελ.790, Α.Π. 985/2000 Π.Χρ. ΝΑ/232, Α.Π. 1034/2000 Π.Χρ. ΝΑ/253). Η βλάβη αποτελεί προϋπόθεση τελέσεως της απάτης (Α.Π. 1924/97 Π.Χρ. ΜΗ/648), ως τέτοια νοείται η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης (Α.Π. 79/2001 Π.Χρ. ΝΑ/891). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π. σε Συμβ. 5/2001 Π.Χρ. ΝΑ/591). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει ο δόλος να περιλαμβάνει όχι μόνο τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προαναφέρθηκαν, αλλά και τη μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διατάξεως "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παραστάσεως αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος (Α.Π. 172/2002 Ποιν.Δικ/σύνη 2002/844 που αποκλείει τον ενδεχόμενο δόλο, ενώ αντιθέτως Τούσης-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 386, αρ. 26 δέχονται ενδεχόμενο δόλο ως προς όλα τα στοιχεία). Από την διάταξη του αρ. 13 στοιχ. στ' Π.Κ. προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλαδή τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μία φορά, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει ο άνω σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 480/98 Π.Χρ. ΜΜ/1093, Α.Π. 372/99 Π.Χρ. Ν/26, Α.Π. 1307/2002 Π.Χρ. ΝΓ/497). Δεν είναι αναγκαίο ο δράστης να έχει διαπράξει περισσότερες πράξεις (Α.Π. 1166/91 Π.Χρ. ΜΒ/130, Α.Π. 1375/89 Π.Χρ. Μ/649), δεν πρέπει όμως ο δράστης να ενήργησε ευκαιριακά, αλλά με βάση σχέδιο. IV) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Αντεισαγγελέως Εφετών εδέχθη ότι: α) Από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αλλά και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμώ και προς την απολογία του κατηγορουμένου και τα περιστατικά της εγκλήσεως, προέκυψαν τα κάτωθι εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά: Με το ..... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νας Παπαζαφειροπούλου, οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, αγόρασαν ένα διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας, κειμένης στην ....., στην οδό ..... αριθμ. ..., κατά πλήρη συγκυριότητα, σύννομη και συγκατοχή, κοινά, αδιαίρετα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα εξ αυτών, αντί τιμήματος 23.724.750 δραχμών, μετά δύο αποθηκών υπογείου. Η ως άνω πολυκατοικία, κατά τον χρόνο της καταρτίσεως του ..... συμβολαίου, δεν ήταν ακόμη έτοιμη και βρισκόταν στο στάδιο του σκυροδέματος μέχρι και του τρίτου ορόφου και κατασκευή ξυλοτύπου του τετάρτου ορόφου. Την πολυκατοικία δε αυτή είχε αναλάβει να ανοικοδομήσει σε οικόπεδο της Β, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, εργολαβικώς, με το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος και των αποθηκών, διαβεβαίωσε τους εγκαλούντες ότι ήταν φερέγγυος, με μεγάλη ακίνητη περιουσία, ότι είχε τα απαιτούμενα κεφάλαια για την αποπεράτωση της ημιτελούς οικοδομής στην οποία βρισκόταν το διαμέρισμα που επρόκειτο να αγοράσουν και ότι είχε μεγάλη κατασκευαστική εμπειρία, επειδή είχε -σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του- κατασκευάσει μεγάλο αριθμό πολυκατοικιών στις γύρω περιοχές. Τους έδειξε μάλιστα και κάποιες πολυκατοικίες στην ..... και στη ....., ισχυριζόμενος ότι τις είχε κατασκευάσει ο ίδιος, καθώς και μία οικία στη ....., την οποία έδειξε στον εγκαλούντα Ψ1, ισχυριζόμενος ότι του ανήκε κατά κυριότητα. Οι διαβεβαιώσεις αυτές όμως ήσαν ψευδείς. Ούτος δεν είχε ακίνητη περιουσία και ως εκ τούτου δεν υπήρχε εκ μέρους του η δυνατότητα να ικανοποιηθούν απαιτήσεις τρίτων σε βάρος του από οποιαδήποτε αιτία. Επίσης το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα οικονομικής ρευστότητας και ως εκ τούτου δεν είχε τη δυνατότητα να αποπερατώσει τη συγκεκριμένη ημιτελή οικοδομή, ο ίδιος δε, δεν είχε ανεγείρει οποιαδήποτε πολυκατοικία, αλλά μόνο ο αποβιώσας πατέρας του, ο οποίος ήταν επί σειρά ετών κατασκευαστής και είχε ανεγείρει μεγάλο αριθμό πολυκατοικιών στις γύρω περιοχές. Με αυτές τις εν γνώσει του παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών, έπεισε τους εγκαλούντες να αγοράσουν τις ως άνω αναφερόμενες ημιτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμέρισμα και αποθήκες) και να του καταβάλουν έναντι του τιμήματος το ποσό των 21.900.000 δραχμών ως εξής: Κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου κατέβαλαν εις αυτόν 5.000.000 δραχμές τοις μετρητοίς και 10.300.000 δραχμές με τραπεζικές επιταγές μεταχρονολογημένες, οι οποίες πληρώθηκαν κανονικά κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα. Επίσης 4.000.000 δραχμές κατέβαλαν στον ανωτέρω στις 5-10-2001, 800.000 δραχμές στις 8-10-2001, 800.000 δραχμές στις 19-10-2001 και 1.000.000 δραχμές στις 25-10-2001. Το συνολικό αυτό ποσό των 21.900.000 δραχμών ο εκκαλών κατηγορούμενος ενσωμάτωσε στην περιουσία του και απεκόμισε ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων, δεδομένου ότι μετά την κατάρτιση του συμβολαίου και την καταβολή του ποσού αυτού, εγκατέλειψε την πολυκατοικία, ευρισκομένη στο προαναφερθέν στάδιο οικοδομικών εργασιών και δεν εκτέλεσε καμία απολύτως εργασία. Τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προκύπτουν αβίαστα από τις ανωμοτί καταθέσεις των εγκαλούντων-πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων και τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμώ και προς την απολογία του κατηγορουμένου. Ειδικώς η μάρτυς Β (οικοπεδούχος) καταθέτει μεταξύ άλλων: "... με έπεισε ότι είναι κατασκευαστής πολυκατοικιών και ότι δεν διατρέχω κανένα κίνδυνο ... Μου έδειξε και μια πολυκατοικία στην ....., η οποία κατοικείτο και μου είπε ότι εκείνος την είχε φτιάξει ... όταν έπεσαν και τα μπετά του δευτέρου ορόφου σταμάτησε κάθε εργασία με διάφορες δικαιολογίες και στο τέλος εξαφανίστηκε. Έχει πουλήσει όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας με προσύμφωνα αλλά τα χρήματα που έχει εισπράξει, δεν τα έχει ρίξει στην οικοδομή αλλά τα έχει φάει". Ο δε μάρτυς Γ καταθέτει μεταξύ άλλων: "... Πριν οι μηνυτές υπογράψουν το συμβόλαιο, μας πήγε εμένα και το μηνυτή στην ..... ο μηνυόμενος και μας έδειξε δύο πολυκατοικίες, οι οποίες δεν είχαν ακόμα αποπερατωθεί και μας είπε ότι οι πολυκατοικίες αυτές κατασκευάζονταν από αυτόν... πήγε το μηνυτή στη ..... και του έδειξε ένα ακίνητο, λέγοντας του ότι είναι δικό του και ότι κατοικεί σ' αυτό ... την πολυκατοικία την έφτασε μέχρι το δεύτερο όροφο και μετά την εγκατέλειψε και εξαφανίστηκε. Τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των μηνυτών τις πούλησε και σε άλλους με προσύμφωνο". Ωσαύτως και από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος προέβαινε σε καταρτίσεις προσυμφώνων και εισέπραττε προκαταβολές όπως λ.χ. στην περίπτωση του Δ, από τον οποίο εισέπραξε 10.000.000 δραχμές κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2001, καταρτίζοντας σχετικό προσύμφωνο το δε ποσό αυτό ενσωμάτωσε επίσης στην περιουσία του με αντίστοιχη ζημία του Δ, ενώ είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει ημιτελή την πολυκατοικία και δη στο προαναφερθέν στάδιο εργασιών. Υπό τα δεδομένα αυτά φρονώ ότι προκύπτουν κατά του κατηγορουμένου-εκκαλούντος αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη για την οποία διώκεται. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του απ' αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε ο απατώμενος ή τρίτος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. Αθέμιτη δε παρασιώπηση συνιστά η παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, όταν από το νόμο ή τη σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργεια του δράστη υπάρχει υποχρέωση ανακοίνωσης αυτών. Τέτοια υποχρέωση μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 του ΑΚ επιβαλλόμενη, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη συμπεριφορά στο συμβαλλόμενο. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικ. από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και όταν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000,00 ευρώ). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' Π.Κ. που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 625/2005 ΠΧ ΝΣΤ/21, ΑΠ 382/2006 ΠΧ ΝΣΤ/898). Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη (άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ). Η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως δεν πρέπει να είναι τυχαία και ασυνδέτως επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά, αλλά να προκύπτει από αυτήν σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (Α.Π. 692/2000 ΠΧ ΝΑ/47, ΑΠ 822/2000 ΠΧ ΝΑ/135). Εν προκειμένω η όλη εγκληματική δραστηριότητα του εκκαλούντος κατηγορουμένου, προς την οποία προκύπτει σταθερή ροπή του ως στοιχείο της προσωπικότητας του, αποσκοπούσε στην παράνομη απόκτηση εισοδήματος, λόγω των ιδιαίτερα οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα να συντρέχει περίπτωση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος της απάτης. Το ποσό των 21.900.000 δραχμών κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία των εγκαλούντων, κατ' αντικειμενική κρίση είναι ιδιαίτερα μεγάλο και υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000,00 ευρώ). Ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου στην έκθεση εφέσεώς του ότι οι εγκαλούντες γνώριζαν την κακή οικονομική του κατάσταση και παρά ταύτα προέβησαν στην κατάρτιση του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, δεν ευρίσκει έρεισμα στο προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό. Άλλωστε με τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις παραπλάνησε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και άλλους (Β, Δ), γεγονός που καταδεικνύει ότι τους ισχυρισμούς αυτούς χρησιμοποιούσε έναντι πάντων. Υπό τα δεδομένα αυτά φρονώ ότι ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε ότι προκύπτουν κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη για την οποία διώκεται και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την πράξη αυτή. Η ασκηθείσα έφεση κατά του βουλεύματος αυτού πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του, β) Το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιό Σας, πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ούτος με τα απολογητικά του υπομνήματα και τους λόγους εφέσεώς του, έχει αναπτύξει πλήρως τους ισχυρισμούς του, οι οποίοι δεν χρειάζονται πλέον οιαδήποτε διασάφηση και δεν συντρέχει λόγος να επαναλάβει αυτούς και ενώπιόν Σας. V) Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 §3 Συντάγματος και αρ. 139 Κ.Π.Δ.) αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (αρ. 13στ' 94 § 1, 386 §§1 και 3α Π.Κ.) για την οποία εκρίθη παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά στην άνω ουσιαστική ποινική διάταξη την οποία ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Το βούλευμα προσδιορίζει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κ.λ.π.) και δεν ήταν απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους, ενόψει και της διατάξεως του αρ. 177 Κ.Π.Δ., που εισάγει την αρχή της ηθικής αποδείξεως (Συμβ. Α.Π. 550/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1087). Όταν αναφέρεται πως ελήφθη υπόψη η απολογία του κατηγορουμένου σαφώς εννοείται ότι ελήφθησαν υπόψη όλοι οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί που διατυπώνονται και στα σχετικά συνοδεύοντα ή επιστηρίζοντα την απολογία υπομνήματα, έγγραφα, και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Το βούλευμα αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της κακουργηματικής απάτης της παρ. 3α αρ. 386 Π.Κ., τι και πότε εξακολουθητικά παρέστησε (εν γνώσει της αναληθείας) ψευδώς ο κατηγορούμενος στους εγκαλούντες σχετικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα και εμπειρία, την μεγάλη οικονομική του επιφάνεια, τα εξασφαλισμένα κεφάλαια, με τα οποία αποπεράτωνε την οικοδομή στο επί της οδού ..... στην ....., οικόπεδο ιδιοκτησίας της Β, πως ήταν φερέγγυος, ενώ η αλήθεια την οποία εγνώριζε ήταν πως δεν ήταν επιτυχημένος εργολάβος οικοδομών, δεν είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ούτε εξασφαλισμένα κεφάλαια, ούτε ήταν φερέγγυο πρόσωπο που είχε ανεγείρει πολλές οικοδομές. Έτσι οι εγκαλούντες επείσθησαν και αγόρασαν με συμβολαιογραφικά έγγραφα κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου έκαστος ένα διαμέρισμα 4ου ορόφου εμβαδού 72,70 τ.μ. Π.2 θέσης σταθμεύσεως και δύο αποθήκες του υπογείου για συνολικό τίμημα 45.000.000 δρχ. από το οποίο ποσό 22.724.750 δρχ., ενώ ποσό 21.900.000δρχ. οι εγκαλούντες το κατέβαλαν σ' αυτόν μετρητοίς, εξ ημισείας, ως ειδικότερα εκτίθεται, με διαδοχικές τμηματικές καταβολές το οποίο ενοσφίσθη ο κατηγορούμενος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εγκαλούντων διότι δεν αποπεράτωσε την οικοδομή αλλά την εγκατέλειψε και δεν επέστρεψε τα χρήματα. Παραθέτει αποσπάσματα καταθέσεων μαρτύρων, αντικρούει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, προσδιορίζει την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως ως και τα στοιχεία της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και αιτιολογεί την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου. Τέλος δεν δημιουργεί λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση και έλλειψη αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων (Συμβ. Α.Π. 869/2003 Π.Δ/σύνη 2003/1153) ως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω 1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 242/2-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αρ. 1766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 14-12-2007. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε γενικά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ (ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποίαν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1766/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απερρίφθη η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 1007/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί να δικασθεί για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 €). Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του, (από) το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, αλλά και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμώ και προς την απολογία του κατηγορουμένου και τα περιστατικά της εγκλήσεως εδέχθη ότι απεδείχθησαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το ..... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/να Παπαζαφειροπούλου, οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, αγόρασαν ένα διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας, κειμένης στην ....., στην οδό ..... αριθμ. ..., κατά πλήρη συγκυριότητα, σύννομη και συγκατοχή, κοινά, αδιαίρετα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα εξ αυτών, αντί τιμήματος 23.724.750 δραχμών, μετά δύο αποθηκών υπογείου. Η ως άνω πολυκατοικία, κατά τον χρόνο της καταρτίσεως του ..... συμβολαίου, δεν ήταν ακόμη έτοιμη και βρισκόταν στο στάδιο του σκυροδέματος μέχρι και του τρίτου ορόφου και κατασκευή ξυλοτύπου του τετάρτου ορόφου. Την πολυκατοικία δε αυτή είχε αναλάβει να ανοικοδομήσει σε οικόπεδο της Β, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, εργολαβικώς, με το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος και των αποθηκών, διαβεβαίωσε τους εγκαλούντες ότι ήταν φερέγγυος, με μεγάλη ακίνητη περιουσία, ότι είχε τα απαιτούμενα κεφάλαια για την αποπεράτωση της ημιτελούς οικοδομής στην οποία βρισκόταν το διαμέρισμα που επρόκειτο να αγοράσουν και ότι είχε μεγάλη κατασκευαστική εμπειρία, επειδή είχε - σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του - κατασκευάσει μεγάλο αριθμό πολυκατοικιών στις γύρω περιοχές. Τους έδειξε μάλιστα και κάποιες πολυκατοικίες στην ..... και στη ....., ισχυριζόμενος ότι τις είχε κατασκευάσει ο ίδιος, καθώς και μία οικία στη ....., την οποία έδειξε στον εγκαλούντα Ψ1, ισχυριζόμενος ότι του ανήκε κατά κυριότητα. Οι διαβεβαιώσεις αυτές όμως ήσαν ψευδείς. Ούτος δεν είχε ακίνητη περιουσία και ως εκ τούτου δεν υπήρχε εκ μέρους του η δυνατότητα να ικανοποιηθούν απαιτήσεις τρίτων σε βάρος του από οποιαδήποτε αιτία. Επίσης το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα οικονομικής ρευστότητας και ως εκ τούτου δεν είχε τη δυνατότητα να αποπερατώσει τη συγκεκριμένη ημιτελή οικοδομή, ο ίδιος δε, δεν είχε ανεγείρει οποιαδήποτε πολυκατοικία, αλλά μόνο ο αποβιώσας πατέρας του, ο οποίος ήταν επί σειρά ετών κατασκευαστής και είχε ανεγείρει μεγάλο αριθμό πολυκατοικιών στις γύρω περιοχές. Με αυτές τις εν γνώσει του παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών, έπεισε τους εγκαλούντες να αγοράσουν τις ως άνω αναφερόμενες ημιτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμέρισμα και αποθήκες) και να του καταβάλουν έναντι του τιμήματος το ποσό των 21.900.000 δραχμών ως εξής: Κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου κατέβαλαν εις αυτόν 5.000.000 δραχμές τοις μετρητοίς και 10.300.000 δραχμές με τραπεζικές επιταγές μεταχρονολογημένες, οι οποίες πληρώθηκαν κανονικά κατά την εμφάνιση τους στην πληρώτρια Τράπεζα. Επίσης 4.000.000 δραχμές κατέβαλαν στον ανωτέρω στις 5-10-2001, 800.000 δραχμές στις 8-10-2001, 800.000 δραχμές στις 19-10-2001 και 1.000.000 δραχμές στις 25-10-2001. Το συνολικό αυτό ποσό των 21.900.000 δραχμών ο εκκαλών κατηγορούμενος ενσωμάτωσε στην περιουσία του και απεκόμισε ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων, δεδομένου ότι μετά την κατάρτιση του συμβολαίου και την καταβολή του ποσού αυτού, εγκατέλειψε την πολυκατοικία, ευρισκομένη στο προαναφερθέν στάδιο οικοδομικών εργασιών και δεν εκτέλεσε καμία απολύτως εργασία. Τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προκύπτουν αβίαστα από τις ανωμοτί καταθέσεις των εγκαλούντων-πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων και τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμώ και προς την απολογία του κατηγορουμένου. Ειδικώς η μάρτυς Β (οικοπεδούχος) καταθέτει μεταξύ άλλων: "... με έπεισε ότι είναι κατασκευαστής πολυκατοικιών και ότι δεν διατρέχω κανένα κίνδυνο...Μου έδειξε και μια πολυκατοικία στην ....., η οποία κατοικείτο και μου είπε ότι εκείνος την είχε φτιάξει ... όταν έπεσαν και τα μπετά του δευτέρου ορόφου σταμάτησε κάθε εργασία με διάφορες δικαιολογίες και στο τέλος εξαφανίστηκε...Έχει πουλήσει όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας με προσύμφωνα αλλά τα χρήματα που έχει εισπράξει, δεν τα έχει ρίξει στην οικοδομή αλλά τα έχει φάει". Ο δε μάρτυς Γ καταθέτει μεταξύ άλλων: "...Πριν οι μηνυτές υπογράψουν το συμβόλαιο, μας πήγε εμένα και το μηνυτή στην ..... ο μηνυόμενος και μας έδειξε δύο πολυκατοικίες, οι οποίες δεν είχαν ακόμα αποπερατωθεί και μας είπε ότι οι πολυκατοικίες αυτές κατασκευάζονταν από αυτόν ... πήγε το μηνυτή στη ..... και του έδειξε ένα ακίνητο, λέγοντας του ότι είναι δικό του και ότι κατοικεί σ' αυτό ... την πολυκατοικία την έφτασε μέχρι το δεύτερο όροφο και μετά την εγκατέλειψε και εξαφανίστηκε. Τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των μηνυτών τις πούλησε και σε άλλους με προσύμφωνο". Ωσαύτως και από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος προέβαινε σε καταρτίσεις προσυμφώνων και εισέπραττε προκαταβολές όπως λ.χ. στην περίπτωση του Δ, από τον οποίο εισέπραξε 10.000.000 δραχμές κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2001 καταρτίζοντας σχετικό προσύμφωνο το δε ποσό αυτό ενσωμάτωσε επίσης στην περιουσία του με αντίστοιχη ζημία του Δ, ενώ είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει ημιτελή την πολυκατοικία και δη στο προαναφερθέν στάδιο εργασιών. Υπό το δεδομένα αυτά προκύπτουν κατά του κατηγορουμένου-εκκαλούντος αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη για την οποία διώκεται. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του απ' αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε ο απατώμενος ή τρίτος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. Αθέμιτη δε παρασιώπηση συνιστά η παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, όταν από το νόμο ή τη σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργεια του δράστη υπάρχει υποχρέωση ανακοίνωσης αυτών. Τέτοια υποχρέωση μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 του ΑΚ επιβαλλόμενη, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη συμπεριφορά στο συμβαλλόμενο. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ.α' του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικ. από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και όταν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000,00 ευρώ). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο παρ.1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 625/2005 ΠΧ ΝΣΤ/21, ΑΠ 382/2006 ΠΧ ΝΣΤ/898). Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη (άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ). Η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως δεν πρέπει να είναι τυχαία και ασυνδέτως επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά, αλλά να προκύπτει από αυτήν σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του (ΑΠ 692/2000 ΠΧ ΝΑ/47, ΑΠ 822/2000 ΠΧ ΝΑ/135). Εν προκειμένω η όλη εγκληματική δραστηριότητα του εκκαλούντος κατηγορουμένου, προς την οποία προκύπτει σταθερή ροπή του ως στοιχείο της προσωπικότητας του, αποσκοπούσε στην παράνομη απόκτηση εισοδήματος, λόγω των ιδιαίτερα οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα να συντρέχει περίπτωση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος της απάτης. Το ποσό των 21.900.000 δραχμών κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία των εγκαλούντων, κατ' αντικειμενική κρίση είναι ιδιαίτερα μεγάλο και υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000, 00 ευρώ). Ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου στην έκθεση εφέσεώς του ότι οι εγκαλούντες γνώριζαν την κακή οικονομική του κατάσταση και παρά ταύτα προέβησαν στην κατάρτιση του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, δεν ευρίσκει έρεισμα στο προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό. Άλλωστε με τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις παραπλάνησε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και άλλους (Β, Δ), γεγονός που καταδεικνύει ότι τους ισχυρισμούς αυτούς χρησιμοποιούσε έναντι πάντων. Υπό τα δεδομένα αυτά ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε ότι προκύπτουν κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη για την οποία διώκεται και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την πράξη αυτή. Η ασκηθείσα έφεση κατά του βουλεύματος αυτού πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την άνω πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα το βούλευμα προσδιορίζει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κ.λ.π., χωρίς να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά τού τί προκύπτει εξ ενός εκάστου αυτών? το γεγονός ότι εξαίρει ορισμένα και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων, με περικοπές, Β και Γ, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα, και δη η κατάθεση του μάρτυρος Ε (και η οποία δεν εξετιμήθη κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του), όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ως και η απολογία του νυν αναιρεσείοντος με το υπόμνημά του στην ανάκριση, όπως επίσης αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επίσης το βούλευμα αναφέρει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης και δη τα ψευδή γεγονότα τα οποία ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων εν γνώσει του παρέστησεν ως αληθινά, από τα οποία και παρεπλανήθη ο εγκαλών, η εξ αυτών βλάβη αυτού και το παράνομο περιουσιακό όφελος του αναιρεσείοντος, από την πώληση του ημιτελούς διαμερίσματος και των δύο αποθηκών του υπογείου, ανερχόμενο στο καταβληθέν από τον εγκαλούντα ποσόν των 21.900.000 δραχμών, χωρίς κατ' ουδέν να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκθέτει εάν ταύτα στερούνται αξίας ή εις τι ύψος ανέρχεται και εάν εξ αυτού μειώνεται η ζημία και το όφελος που απεκόμισε ο αναιρεσείων με την είσπραξη υπ' αυτού του άνω ποσού, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Μετά ταύτα ο σχετικός μόνος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο βούλευμα, εκ των άνω επικαλουμένων ελλείψεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2.11.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση διατακτικού με αιτιολογικό. Δεν απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των παρόντων αποδεικτικών μέσων. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ’ όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Υπάρχει αιτιολογία και με την παραπομπή στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, εφ’ όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης. Απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στοιχεία. Ψευδή γεγονότα. Βλάβη. Γνώση. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.
0
Αριθμός 2250/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κουρμπέλη, περί αναιρέσεως της 523/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27.6.2007 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 10.9.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1347/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ. 2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 του Ν. 2408/1996), 321 παρ.1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει δε να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά, υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο, δεδομένου ότι "το αντίτυπο" που επιδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πανομοιότυπο αντίγραφο του πρωτοτύπου εγγράφου, σύμφωνα και με την έννοια της λέξης "αντίτυπο" που χρησιμοποιείται στο νόμο. Άλλωστε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 εδ. ε' ΚΠΔ απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόχειρη τοιαύτη. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων είχε προτείνει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία, μετά την απόρριψή της με την πρωτόδικη απόφαση, επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και διατύπωσε εκ νέου και ενώπιον αυτού, αλλά με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της τελευταίας, ο αναιρεσείων είχε ισχυρισθεί ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, επειδή αυτό που επιδόθηκε στον ίδιο δεν έφερε την ιδιόχειρη υπογραφή του εισαγγελέα, αλλά την υπογραφή του αποτυπούμενη με μηχανικό μέσο. Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αρκεί, για το κύρος του αντιτύπου του κλητηρίου θεσπίσματος, που επιδίδεται στον κατηγορούμενο, υπογραφή του Εισαγγελέα με μηχανικό μέσο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και απορρίπτοντας με πλήρη αιτιολογία, ως αβάσιμη την προταθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ πλημμέλεια, για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παρέλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Πολ.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά σ' αυτή τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο σχετικό πόρισμα ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά. μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με περισσότερες από μία πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων κατά τους σ' αυτή αναφερόμενους χρόνους μετέβαινε σε εμπορικά καταστήματα των περιοχών ....., ....., ....., ....., ..... και πόλεως ....., και εμφανιζόμενος στους διατηρούντες σ' αυτά και κατονομαζόμενους τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διάφορες εμπορικές επιχειρήσεις, κατά το πλείστον εμπορίας γυναικείων ενδυμάτων, εμπόρους τους παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι αυτός είναι καλλιτεχνικός πράκτορας και εκπρόσωπος διασήμων στην Ελλάδα μοντέλων όπως της ..... και της ..... και ασχολείται με τη διοργάνωση καλλιτεχνικών επιδείξεων και ότι διοργανώνει στην περιοχή ..... επίδειξη μόδας με τη συμμετοχή των παραπάνω μοντέλων αλλά και άλλων έξι (6) επώνυμων μοντέλων, προτείνοντας σ' αυτούς (ιδιοκτήτες των καταστημάτων) να συμμετάσχουν στην διοργανωμένη απ' αυτόν ως άνω εκδήλωση ως χορηγοί της επίδειξης καταβάλλοντας ορισμένο χρηματικό ποσό με αντάλλαγμα την διαφήμιση των καταστημάτων τους τόσον κατά τη διάρκεια της επίδειξης όσον και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις ο κατηγορούμενος, δημιουργώντας στους ως άνω εμπόρους την εντύπωση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, έχοντας όμως ο ίδιος ειλημμένη την απόφαση της μη εκπληρώσεως τούτων, έπεισε αυτούς να συμβληθούν μαζί του και να συνάψουν με αυτόν ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία ο κατηγορούμενος συμφωνούσε με τους εμπόρους αυτούς να συμμετάσχουν ως χορηγοί της ως άνω επίδειξης, καταβάλλοντας όμως σ' αυτόν ως αντάλλαγμα της διαφήμισης των καταστημάτων τους, ως προκαταβολή ορισμένα χρηματικά ποσά. Έτσι, τους έπεισε να του καταβάλουν τα χρηματικά ποσά των 20.000, 40.000, 50.000, 50.000, 40.000, 30.000, 80.000, 10.000 και 25.000 δρχ., αντίστοιχα. Οι ως άνω παραστάσεις όμως ήσαν ψευδείς, αφού ούτε διοργανωτής επιδείξεων ήταν ο κατηγορούμενος ούτε είχε προγραμματίσει επίδειξη μόδας στον ως άνω τόπο και χρόνους, παραπείσθηκαν δε οι παθόντες ως άνω έμποροι και κατέβαλαν τα προαναφερόμενα ποσά των προκαταβολών με ζημία τους και αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου. Έτσι, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με τον προπεριγραφό-μενο τρόπο, έβλαψε από πρόθεση στους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους την περιουσία των ανωτέρω ατόμων με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με αντίστοιχο δικό του παράνομο περιουσιακό όφελος. Χαρακτηριστικό της δράσεως του κατηγορουμένου στις ενέργειές του να πείσει τα παραπάνω άτομα να του καταβάλουν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά για να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψει αντιστοίχως την περιουσία των ατόμων αυτών ήταν ότι σ' αυτούς επιδείκνυε και αφίσες δήθεν εκδηλώσεων που αυτός είχε πραγματοποιήσει, στις οποίες (αφίσες) απεικονίζονται τα μοντέλα που ψευδώς ανέφερε στους εξαπατωμένους ότι συνεργάζονταν μ' αυτόν. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε την ποινή φυλάκισης των δέκα οκτώ μηνών. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη με την πιο πάνω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1 ΠΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 98 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που παριστούσε τα παραπάνω ψευδή περιστατικά είχε ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει τις αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις του με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος. Είναι, συνεπώς, αβάσιμος και απορριπτέος ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, ούτε κάποιος πρόσθετος λόγος, δεδομένου ότι οι στο από 10.9.2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων που κατατέθηκε εμπρόθεσμα στην Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 14.9.2007, αναφερόμενοι λόγοι ταυτίζονται απόλυτα με αυτούς που αναφέρονται στο αναιρετήριο, πρέπει να απορριφθούν τόσον η αίτηση αναίρεσης, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα αναφερόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.6.2007 αίτηση του Χ, ως και τους στο από 10.9.2007 δικόγραφο προσθέτους λόγους του, για αναίρεση της υπ' αριθ. 523/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο αν δεν φέρει ιδιόγραφη υπογραφή του Εισαγγελέα, αλλά υπογραφή αποτυπωμένη με μηχανικό μέσο.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Κλητήριο θέσπισμα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2245/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παλιοτζίκα, περί αναιρέσεως της 16/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 2 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1014/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 16/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των ενόρκως στο ακροατήριο εξετασθέντων μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, και την όλη αποδεικτική διαδικασία ότι αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι "ο κατηγορούμενος 1) Στις ..... Βελγίου στις 4-10-2001 και στο συνοριακό σημείο εξόδου ..... του ..... στις 9-10-2001 αντίστοιχα, από κερδοσκοπία και με σκοπό τη συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης περιουσίας, αποδέχθηκε στην κατοχή του και κατέστησε εαυτόν δικαιούχο περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα (κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) και συγκεκριμένα, στους πιο πάνω τόπους και χρόνους, μολονότι γνώριζε ότι το με αριθμό πλαισίου ..... E.I.X. αυτοκίνητο μάρκας AUDI RS 4 Avant, έτους κατασκευής 2001, χρώματος μαύρου, αξίας 35.000.000 δραχμών, είχε κλαπεί την 14-8-2001 στη ..... από την ιδιοκτήτρια εταιρία αυτού με την επωνυμία ....., από άγνωστους δράστες και είχε υποστεί αλλοίωση του πιο πάνω αριθμού πλαισίου του με κατάλληλη επεξεργασία, ώστε να εμφανίζεται ως ....., αγόρασε, αποδέχθηκε στην κατοχή του και κατέστησε εαυτόν δικαιούχο αυτού του αυτοκινήτου την 4-10-2001 στις ....., από τους άγνωστους δράστες της κλοπής, με υπόδειξη του Α, α.λ.σ., ο οποίος τον εφοδίασε με τις με αριθμό ..... προσωρινές πινακίδες κυκλοφορίας, τη με αριθμό ..... προσωρινή άδεια κυκλοφορίας των Ολλανδικών Αρχών και τη με αριθμ. ..... κάρτα διεθνούς ασφάλισης, που έλαβε ο πιο πάνω Α μετά από εξαπάτηση των Ολλανδικών Αρχών, ως προς τη γνησιότητα της ..... άδειας κυκλοφορίας του πιο πάνω αυτοκινήτου, η οποία στην πραγματικότητα ήταν πλαστή και στη συνέχεια, την 9-10-2001 οδήγησε το πιο πάνω αυτοκίνητο στο Συνοριακό Σημείο εξόδου ....., προκειμένου να μεταβεί στη Ρωσία μέσω Τουρκίας. Τα πιο πάνω έπραξε με σκοπό τη συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, αξίας 35.000.000 δραχμών και από κερδοσκοπία, η οποία συνίσταται στο να μεταπωλήσει το όχημα αυτό στη Ρωσία, όπου αυτός ασχολείται ως μάνατζερ πωλήσεων αυτοκινήτων. 2) Στη συνέχεια και με σκοπό να προσπορίζει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, με συνολική ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, προσερχόμενος στο συνοριακό σημείο διελεύσεως ..... στις 9-10-2001, προκειμένου να εξέλθει στην Τουρκία, οδηγώντας το πιο πάνω αυτοκίνητο, χρησιμοποίησε ψευδείς βεβαιώσεις για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με τον αναληθές περιστατικό που αναφέρεται σ' αυτές και συγκεκριμένα, επέδειξε στους αρμόδιους αστυνομικούς και τελωνειακούς υπαλλήλους τη με αριθμό 0068787 προσωρινή άδεια κυκλοφορίας, τις με αριθμό ..... προσωρινές πινακίδες κυκλοφορίας του πιο πάνω αυτοκινήτου, των Ολλανδικών Αρχών, καθώς και τη με αριθμό ..... κάρτα διεθνούς ασφάλισης, των οποίων την έκδοση είχε επιτύχει ο Α μετά από εξαπάτηση των Ολλανδικών Αρχών, ως προς τη γνησιότητα της ..... άδειας κυκλοφορίας του πιο πάνω αυτοκινήτου, η οποία στην πραγματικότητα ήταν πλαστή και έπραξε αυτό για να προσπορίζει στον εαυτό του το περιουσιακό όφελος κτήσης του Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου μάρκας AUDI RS 4 Avant, το οποίο προσπάθησε να εξάγει στην Τουρκία, βλάπτοντας την ιδιοκτήτρια αυτού εταιρία ....., με συνολική ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. 3) Στον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο (στο συνοριακό σημείο διελεύσεως ....., την 9-10-2001), εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα, προσερχόμενος στο συνοριακό σημείο διελεύσεως ....., στις 9-10-2002, προκειμένου να εξέλθει στην Τουρκία, οδηγώντας το προαναφερόμενο αυτοκίνητο AUDI RS 4 Avant, το οποίο παρουσίασε με τον πλαστό αριθμό πλαισίου ....., επέδειξε τη με αριθμό .....άδεια κυκλοφορίας του πιο πάνω αυτοκινήτου, η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις Βελγικές Αρχές και η οποία ήταν πλαστή, καθόσον καταρτίστηκε από άγνωστους δράστες, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της και σε άγνωστους δράστες της κλοπής του πιο πάνω αυτοκινήτου το παράνομο περιουσιακό όφελος της κτήσεως αυτού, βλάπτοντας την ιδιοκτήτρια εταιρία ....., με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό 73.000 ευρώ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν τόσο από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας τελωνειακών υπαλλήλων, όσο και από την ανάγνωση των εγγράφων. Δεν αναιρούνται δε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ), αφού από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, επαγγελματική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο των πράξεων α) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, β) της χρησιμοποίησης υφαρπαγεισών ψευδών βεβαιώσεων και γ) της χρήσης πλαστών εγγράφων με σκοπό το όφελος με βλάβη τρίτου, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών και 3 μηνών. Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1 εδ α', 27 παρ.1 και 2, 51,53, 83, 84 παρ.2α του Π.Κ, 1, 2 παρ. 1,4,5 του Ν. 2331/2005 σε συνδυασμό με το άρθρο 372 παρ.1 του Π.Κ, 220 και 216 παρ.2-3 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση της περιουσίας του, δέχθηκε στην κατοχή του και κατέστησε τον ίδιο τον εαυτό του δικαιούχο αντικειμένου που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ενώ αυτός γνώριζε ότι το με στοιχεία AUDI RS Avant Ε.Ι.Χ αυτοκίνητο αξίας 35.000.000 δραχμών, είχε κλαπεί την 14-8-2001 στη ..... από άγνωστους δράστες από την ιδιοκτήτρια εταιρεία και ότι είχε αλλοιωθεί ο αριθμός του πλαισίου, παρόλα αυτά προέβη για λογαριασμό του στην αγορά του ως άνω αυτοκινήτου την 4-10-2001, στις ....., ενώ παράλληλα φρόντισε να εφοδιαστεί και με τα απαραίτητα συνοδευτικά του οχήματος δικαιολογητικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένης της άδειας κυκλοφορίας, η οποία ήταν πλαστή, με τη διαμεσολάβηση τρίτου αλλοδαπού προσώπου. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, την 9-10-2001, οδήγησε ο ίδιος το συγκεκριμένο όχημα στο συνοριακό σημείο εξόδου των ..... του ....., με απώτερο σκοπό να μεταβεί δια μέσου της Τουρκίας στη Ρωσία, όπου επρόκειτο να το μεταπωλήσει, ενόψει της επαγγελματικής του ιδιότητας ως μάνατζερ πωλήσεων αυτοκινήτων. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων είχε σκοπό μόνο να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου, με την από μέρους του χρήση, κατά τη διέλευσή του από το συνοριακό σημείο των ..... του ....., την 9-10-2001, ψευδών βεβαιώσεων και με απώτερο σκοπό την εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών, αφού, εμφάνισε συγκεκριμένα πλαστά έγγραφα συνοδευτικά του οχήματος, ως αληθινά με αποτέλεσμα να προκληθεί βλάβη στην περιουσιακή κατάσταση της ιδιοκτήτριας εταιρείας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος μεν που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ κατά το μέρος που με την αιτίαση του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι το αιτιολογικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμος, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται, όπως εν προκειμένω, στην επανάλειψη του διατακτικού της αποφάσεως το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, για τους οποίους το δικαστήριο δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Τέλος, οι, δι' ιδίου δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, δηλαδή δεν ασκήθηκαν εντός προθεσμίας 15 ημερών, πριν την ημέρα συζήτησης της αναιρέσεως, (17-9-2008), που στην προκείμενη περίπτωση έπρεπε να είχαν κατατεθεί μέχρι την 1-9-2008 και όχι την 2-9-2008, που κατατέθηκαν, όπως προκύπτει από τη σχετική επ' αυτών επισημείωση. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-5-2006 και με αριθμό καταθέσεως 20/2006 αίτηση του Χ και τους επ' αυτής από 2-9-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 16/23-02-2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει αιτιολογία. Απορρίπτει την αναίρεση. Απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Πρόσθετοι λόγοι.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2244/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 591/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 293/30.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την υπ'αριθμ. 43/3-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, οδ. ..... αριθμ. ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Φώτιο Μήτση, δυνάμει της από 2-3-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ'αριθμ. 207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 2142/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το υπ'αριθμ. 207/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 20-2-2008 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 Κ.Ποιν.Δ. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, στις 20-2-2008, επιδόθηκε και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Φώτιο Μήτση, η δε αίτηση ασκήθηκε την 3-3-2008, ημέρα Δευτέρα, ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικ. Σωφρόνη, συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 43/3-3-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβης ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Περιουσιακό δε όφελος υπάρχει όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του ιδίου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεως οποιουδήποτε εξ αυτών και είναι παράνομο το όφελος όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντα. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1023/2006). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ, 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο Π.Χρ., ΜΖ, 33). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από την ανωμοτί κατάθεση του εγκαλούντα Ψ, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ, που είχε ήδη παλαιότερα γνωριστεί με τον εγκαλούντα Ψ, στον οποίο είχε συστηθεί ως μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος, και με αποκλειστικό σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προέβη στις παρακάτω ενέργειες: Το Δεκέμβριο του έτους 2002, πλησίασε τον εγκαλούντα ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ως διευθύνων σύμβουλος της νεοσύστατης ανώνυμης εταιρείας "ΑΓΚΡΙΦΑΡΜ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΛΛΑΣ" με έδρα το Καλαμάκι Κορινθίας και εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που ο εγκαλών επέδειξε στο πρόσωπό του, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σ'αυτόν (εγκαλούντα) ότι η εν λόγω εταιρεία πρόκειται να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και να εισαχθεί στο χρηματιστήριο, ότι η αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας θα ήταν επωφελής επένδυση, διότι πρόκειται για επιχείρηση φερέγγυα κι επικερδή και ότι έχει τη δυνατότητα να μεσολαβήσει προκειμένου ο εγκαλών να αγοράσει μετοχές της εν λόγω εταιρείας, αξίας 145.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό έπεισε τον εγκαλούντα να του παραδώσει τμηματικά, στο χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2002 έως Ιανουάριο 2003 το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 145.000 ευρώ με αποκλειστικό σκοπό να λάβει το αντίστοιχο ποσό μετοχών, με προοπτική να προβεί η εν λόγω εταιρεία σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και να εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Ο εγκαλών καταγγέλει στη συνέχεια ότι αυτός κατέβαλε τμηματικά το άνω χρηματικό ποσό δίχως να λάβει τα σώματα των τίτλων ή κάποιο ανάλογο παραστατικό, αφού κατά τους ισχυρισμούς του δεν είχαν ακόμη τυπωθεί. Ο ίδιος εγκαλών στην από 5-1-2006 έκθεση ανωμοτί εξέτασής του ενώπιον του ανακριτή ισχυρίζεται ότι έλαβε και αποδείξεις από τον κατηγορούμενο, όπου φέρεται ότι έδινε τα χρήματα αυτά σε κάλυψη τμήματος του μετοχικού κεφαλαίου, τις οποίες αποδείξεις κατόπιν επέστρεψε στον κατηγορούμενο προκειμένου αυτός να τις αντικαταστήσει με έξι (6) συναλλαγματικές αποδοχής της εταιρείας του ενώ δεν προσκομίζονται παραστατικά τραπεζών ή αντίστοιχο βιβλιάριο κινήσεως τραπεζικού λογαριασμού από τα οποία να προκύπτει η εκταμίευση του χρηματικού ποσού 145.000 ευρώ γιατί ο τηρούμενος από τον εγκαλούντα λογαριασμός στην Εθνική Τράπεζα ήταν όψεως και όχι ταμιευτηρίου ως προς τον οποίο το πιστωτικό ίδρυμα δηλώνει δυσχέρεια ευρέσεως αντιστοίχων παραστατικών των ετών 2003-2004. Μετά από μερικούς μήνες όταν ο εγκαλών απαίτησε να του παραδοθούν οι τίτλοι των μετοχών ο κατηγορούμενος εξήγησε σ'αυτόν ότι η εν λόγω επένδυση είχε ματαιωθεί επειδή δήθεν οι άγγλοι συνεταίροι δεν συναινούσαν στην μεταβίβαση των μετοχών προς τρίτους, ενώ απέκρυψε εν γνώσει του την αλήθεια την οποία ως μέτοχος, μέλος και διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας εξ υπαρχής γνώριζε, και φυσικά παντελώς αγνοούσε ο παθών, δηλαδή ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόθεση εισαγωγής αυτής στο Χρηματιστήριο και μεταβίβασης μετοχών αφού όπως συνάγεται η εταιρεία που ο κατηγορούμενος εκπροσωπούσε ήταν νεοσυσταθείσα και ουδεμία σχετική απόφαση διοικητικού συμβουλίου ή γενικής συνελεύσεως κατά τις διακρίσεις του καταστατικού διαπιστώθηκε να έχει ληφθεί για αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου. Αν ο εγκαλών γνώριζε την αλήθεια, ουδέποτε αυτός θα κατέβαλε στον κατηγορούμενο το προρρηθέν ποσόν. Είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος-εκκαλών τον παρέπεισε και τον παραπλάνησε με την συμπεριφορά του όπως άνω περιγράφεται. Κατόπιν των παραπάνω εξελίξεων ο μηνυτής απαίτησε από τον κατηγορούμενο την επιστροφή των χρημάτων που είχε παραδώσει προς αυτόν για την αγορά των μετοχών που θα προέκυπταν από την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου αλλά ο κατηγορούμενος δηλώνοντας του αδυναμία επιστροφής αυτών του παρέδωσε τις ως άνω έξι συναλλαγματικές αποδοχής της εταιρείας που νομίμως εκπροσωπούσε λήξεως 30-9-2003, 30-10-2003, 30-11-2003, 30-1-2004, 30-2-2004 και 30-3-2004 ποσών 10.000, 20.000, 20.000, 30.000, 30.000 και 15.000 Ευρώ αντίστοιχα και συνολικά ποσόν 125.000 Ευρώ καλύπτοντας μερικώς μόνο την απαίτηση αφού όπως διατείνεται ο ίδιος ο εγκαλών, ο κατηγορούμενος δεν είχε επαρκή αριθμό εντύπων ώστε να συμπληρώσει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό διαβεβαιώνοντάς τον ότι προ της λήξης της πρώτης συναλλαγματικής θα του απέδιδε τις 20.000 ευρώ μετρητά. Όπως προκύπτει από τα σώματα των συναλλαγματικών που προσαρτώνται στην δικογραφία, έχει συμπληρωθεί επ'αυτών η ημερομηνία λήξης, το ποσό των συναλλαγματικών τα στοιχεία που αποδέκτη με την επωνυμία την έδρα, το ΑΦΜ και το τηλέφωνο της εν λόγω εταιρείας καθώς και μία υπογραφή κάτω από τη θέση με την ένδειξη "δεκτή". Απουσιάζουν όμως εντελώς τα στοιχεία του εκδότη του εις διαταγή δικαιούχου αυτών καθώς και η ημερομηνία εκδόσεως αυτών. Ο κατηγορούμενος και οι προτεινόμενοι από αυτόν μάρτυρες ευθύς εξ αρχής ισχυρίζονται ότι η υπογραφή επί των συναλλαγματικών είναι πλαστή και ουδεμία ομοιότητα φέρει με την γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου ενώ τα ελλιπή στοιχεία στα ανωτέρω αξιόγραφα τα έχει θέσει ο ίδιος ο εγκαλών χωρίς τη συναίνεση του κατηγορουμένου. Ούτε όμως ο κατηγορούμενος ούτε οι προταθέντες μάρτυρές του, δίνουν επαρκείς και σαφείς εξηγήσεις για ποιό λόγο ο κάτοχος αυτών των συναλλαγματικών να συμπληρώσει ελλιπώς κι ακύρως τα στοιχεία τους αφού με τον τρόπο αυτό δεν αποκτούσε το δικαίωμα να αξιώσει την είσπραξή τους, ενώ είχε την δυνατότητα να συμπληρώσει ορθά όλα τα ουσιώδη στοιχεία τους ώστε εγκύρως στη συνέχεια να απαιτήσει τα εκ των εγκύρων συναλλαγματικών απορρέοντα δικαιώματα και αξιώσεις. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2142/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3β ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς αναφέρει ότι ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου της νεοσύστατης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΚΡΙΦΑΝ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΛΛΑΣ" παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ ότι η εν λόγω εταιρεία επρόκειτο να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και να εισαχθεί στο χρηματιστήριο, ότι η αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρίας θα ήταν επωφελής επένδυση, διότι επρόκειτο για επιχείρηση φερέγγυα και επικερδή και ότι είχε τη δυνατότητα να μεσολαβήσει προκειμένου ο εγκαλών Ψ να αγοράσει μετοχές της εν λόγω εταιρίας αξίας 145.000 ευρώ, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η εταιρία αυτή δεν επρόκειτο να εισαχθεί στο χρηματιστήριο, ούτε ήταν δυνατό να γίνει αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της διότι δεν είχε ληφθεί σχετική απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο ή από την Γενική συνέλευση των μετόχων κατά τις διακρίσεις και ορισμούς του καταστατικού της και έτσι με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισε τον εγκαλούντα και του παρέδωσε τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2002 έως και Ιανουάριο του έτους 2003 το συνολικό ποσό των 145.000 ευρώ, ποσό το οποίο ούτε επένδυσε στην αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρίας ούτε του το απέδωσε, ζημιώνοντας τον κατ'αυτό με αντίστοιχη ισόποση δική του ωφέλεια. Την κρίση του αυτή στήριξε το Συμβούλιο Εφετών όχι μόνο στην ανωμοτί κατάθεση του εγκαλούντος αλλά στη συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, είναι δε αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι με την απόρριψη των ισχυρισμών του με την αιτιολογία "ούτε όμως ο κατηγορούμενος ούτε οι προταθέντες μάρτυρες του δίνουν επαρκείς εξηγήσεις για πιο λόγο ο κάτοχος αυτών των συναλλαγματικών να συμπληρώσει ελλιπώς και ακύρως τα στοιχεία τους αφού με τον τρόπο αυτό δεν αποκτούσε το δικαίωμα να αξιώσει την είσπραξή τους, ενώ είχε τη δυνατότητα να συμπληρώσει ορθά όλα τα ουσιώδη στοιχεία τους ώστε εγκύρως στη συνέχεια να απαιτήσει τα εκ των εγκύρων συναλλαγματικών απορρέοντα δικαιώματα και αξιώσεις" μετατίθεται το βάρος της αποδείξεως από τον εγκαλούντα σ'αυτόν (αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο) και παραβιάζεται έτσι το τεκμήριο της αθωότητας του, καθόσον η παράδοση των συναλλαγματικών επακολούθησε της τέλεσης από αυτόν της απάτης και δεν μετετέθη έτσι το βάρος της αποδείξεως της τέλεσης της απάτης στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα. Συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 43/3-3-2008 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατοίκου ....., κατά του αριθμ. 207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 12-5-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 43/3-3-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αριθμό 207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 2142/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξης της κακουργηματικής απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ(386 παρ.1,3 του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό δε και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ή του δικαστηρίου) της ουσίας, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, και συγκεκριμένα από την ανώμοτη κατάθεση του εγκαλούντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ, που είχε ήδη παλαιότερα γνωριστεί με τον εγκαλούντα Ψ, στον οποίο είχε συστηθεί ως μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος, και με αποκλειστικό σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προέβη στις παρακάτω ενέργειες: Το Δεκέμβριο του έτους 2002, πλησίασε τον εγκαλούντα ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ως διευθύνων σύμβουλος της νεοσύστατης ανώνυμης εταιρείας "ΑΓΚΡΙΦΑΡΜ ΙΧΥΘΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΛΛΑΣ" με έδρα το Καλαμάκι Κορινθίας και εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που ο εγκαλών επέδειξε στο πρόσωπο του, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σ'αυτόν (εγκαλούντα) ότι η εν λόγω εταιρεία πρόκειται να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και να εισαχθεί στο χρηματιστήριο, ότι η αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας θα ήταν επωφελής επένδυση, διότι πρόκειται για επιχείρησηφερέγγυα κι επικερδή και ότι έχει τη δυνατότητα να μεσολαβήσειπροκειμένου ο εγκαλών να αγοράσει μετοχές της εν λόγωεταιρείας, αξίας 145.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό έπεισε τον εγκαλούντα να του παραδώσει τμηματικά, στο χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2002 έως Ιανουάριο 2003. το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 145.000 ευρώ με αποκλειστικό σκοπό να λάβει το αντίστοιχο ποσό μετοχών, με προοπτική να προβεί η εν λόγω εταιρεία σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και να εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Ο εγκαλών καταγγέλει στη συνέχεια ότι αυτός κατέβαλε τμηματικά το άνω χρηματικό ποσό δίχως να λάβει τα σώματα των τίτλων ή κάποιο ανάλογο παραστατικό, αφού κατά τους ισχυρισμούς του δεν είχαν ακόμη τυπωθεί. Ο ίδιος εγκαλών στην από 5-1-2006 έκθεση ανωμοτί εξέτασης του ενώπιον του ανακριτή ισχυρίζεται ότι έλαβε και αποδείξεις από τον κατηγορούμενο, όπου φέρεται ότι έδινε τα χρήματα αυτά σε κάλυψη τμήματος του μετοχικού κεφαλαίου τις οποίες αποδείξεις κατόπιν επέστρεψε στον κατηγορούμενο προκειμένου αυτός να τις αντικαταστήσει με έξι (6) συναλλαγματικές, αποδοχής της εταιρείας του, ενώ δεν προσκομίζονται παραστατικά τραπεζών ή αντίστοιχο βιβλιάριο κινήσεως τραπεζικού λογαριασμού, από τα οποία να προκύπτει η εκταμίευση του χρηματικού ποσού 145.000 ευρώ, γιατί ο τηρούμενος από τον εγκαλούντα λογαριασμός στην Εθνική Τράπεζα ήταν όψεως, και όχι ταμιευτηρίου, ως προς τον οποίο το πιστωτικό ίδρυμα δηλώνει δυσχέρεια ευρέσεως αντιστοίχων παραστατικών των ετών 2003-2004. Μετά από μερικούς μήνες, όταν ο εγκαλών απαίτησε να του παραδοθούν οι τίτλοι των μετοχών, ο κατηγορούμενος εξήγησε σ'αυτόν ότι η εν λόγω επένδυση είχε ματαιωθεί, επειδή δήθεν οι Αγγλοι συνεταίροι δεν συναινούσαν στην μεταβίβαση των μετοχών προς τρίτους, ενώ απέκρυψε εν γνώσει του την αλήθεια την οποία ως μέτοχος, μέλος και διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας εξ υπαρχής γνώριζε, και φυσικά παντελώς αγνοούσε ο παθών, δηλαδή ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόθεση εισαγωγής αυτής στο Χρηματιστήριο και μεταβίβασης μετοχών, αφού όπως συνάγεται η εταιρεία που ο κατηγορούμενος εκπροσωπούσε ήταν νεοσυσταθείσα και ουδεμία σχετική απόφαση διοικητικού συμβουλίου ή γενικής συνελεύσεως κατά τις διακρίσεις του καταστατικού διαπιστώθηκε να έχει ληφθεί για αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου. Αν ο εγκαλών γνώριζε την αλήθεια, ουδέποτε αυτός θα κατέβαλε στον κατηγορούμενο το προρρηθέν ποσόν. Είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος-εκκαλών τον παρέπεισε και τον παραπλάνησε με την συμπεριφορά του όπως άνω περιγράφεται. Κατόπιν των παραπάνω εξελίξεων ο μηνυτής απαίτησε από τον κατηγορούμενο την επιστροφή των χρημάτων που είχε παραδώσει προς αυτόν για την αγορά των μετοχών που θα προέκυπταν από την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, αλλά ο κατηγορούμενος δηλώνοντας του αδυναμία επιστροφής αυτών του παρέδωσε τις ως άνω έξι συναλλαγματικές, αποδοχής της εταιρείας, που νομίμως εκπροσωπούσε, λήξεως 30-9-2003, 30-10-2003, 30-11-2003, 30-1-2004, 30-2-2004 και 30-3-2004, ποσών 10.000, 20.000, 20.000, 30.000, 30.000 και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικά ποσού 125.000 ευρώ, καλύπτοντας μερικώς μόνο την απαίτηση, αφού, όπως διατείνεται ο ίδιος ο εγκαλών, ο κατηγορούμενος δεν είχε επαρκή αριθμό εντύπων, ώστε να συμπληρώσει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό διαβεβαιώνοντας τον ότι προ της λήξης της πρώτης συναλλαγματικής θα του απέδιδε τις 20.000 ευρώ μετρητά. Όπως προκύπτει από τα σώματα των συναλλαγματικών που προσαρτώνται στην δικογραφία, έχει συμπληρωθεί επ' αυτών η ημερομηνία λήξης, το ποσό των συναλλαγματικών, τα στοιχεία που αποδέκτη με την επωνυμία, την έδρα το ΑΦΜ και το τηλέφωνο της εν λόγω εταιρείας, καθώς και μία υπογραφή κάτω από τη θέση με την ένδειξη "δεκτή". Απουσιάζουν όμως εντελώς τα στοιχεία του εκδότη, του εις διαταγή δικαιούχου αυτών, καθώς και η ημερομηνία εκδόσεως αυτών. Ο κατηγορούμενος και οι προτεινόμενοι από αυτόν μάρτυρες ευθύς εξ αρχής ισχυρίζονται ότι η υπογραφή επί των συναλλαγματικών είναι πλαστή και ουδεμία ομοιότητα φέρει με την γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου, ενώ τα ελλιπή στοιχεία στα ανωτέρω αξιόγραφα τα έχει θέσει ο ίδιος ο εγκαλών, χωρίς τη συναίνεση του κατηγορουμένου. Ούτε όμως ο κατηγορούμενος, ούτε οι προταθέντες μάρτυρες του, δίνουν επαρκείς και σαφείς εξηγήσεις για ποιο λόγο ο κάτοχος αυτών των συναλλαγματικών να συμπληρώσει ελλιπώς και ακύρως τα στοιχεία τους, αφού με τον τρόπο αυτό δεν αποκτούσε το δικαίωμα να αξιώσει την είσπραξη τους, ενώ είχε την δυνατότητα να συμπληρώσει ορθά όλα τα ουσιώδη στοιχεία τους, ώστε εγκύρως στη συνέχεια να απαιτήσει τα εκ των εγκύρων συναλλαγματικών απορρέοντα δικαιώματα και αξιώσεις". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα κατά του υπ' αριθ. 2142/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εν λόγω εκκαλούμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, και 386 παρ.1 και 3β του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, με πληρότητα και σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι το Συμβούλιο Εφετών, εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο ο αναιρεσείων παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα, σε γνώση της αναληθείας, συγκεκριμένα περιστατικά που προέκυψαν. Ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, που συνδεόταν με τον εγκαλούντα με φιλική σχέση, με την ιδιότητα που αυτός (αναιρεσείων) είχε, με αυτή δηλαδή του Δ/ντος Συμβούλου της πρόσφατα συσταθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΚΡΙΦΑΝ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΛΛΑΣ", τον διαβεβαίωσε ότι η ως άνω εταιρεία αμέσως πρόκειται να προβεί σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, και ότι επίκειται επίσης, η εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και ότι η από μέρους αυτού (εγκαλούντος) αγορά μετοχών θα ήταν επωφελής, αφού, η ως άνω εταιρεία τυγχάνει οικονομικά ισχυρή και επικερδής. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων τον διαβεβαίωσε, ότι έχει τη δυνατότητα να τον εφοδιάσει με τον αντίστοιχο αριθμό μετοχών. 'Ετσι, τον παρέπεισε να του καταβάλει τμηματικά στο χρονικό διάστημα, από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002 έως και τον Ιανουάριο του επόμενου έτους, το συνολικό ποσό των 145.000 ευρώ. Επίσης, διεξοδικά αναφέρονται στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα και τα περιστατικά εκείνα, που συνέχονται με την παραπλάνηση του εγκαλούντος, που έλαβε χώρα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθώς και με το ύψος του τιμήματος που συμφωνήθηκε σε 145.000 ευρώ, για την αγορά των μετοχών. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική αιτιολογία, αναφέρεται και στο υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αν και γνώριζε εξαρχής ότι δεν είχε ληφθεί σχετική απόφαση από τη Γενική Συνέλευση της εταιρείας για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, ούτε για την εισαγωγή της εταιρείας αυτής στο Χρηματιστήριο Αξιών, παρέπεισε τον εγκαλούντα, ο οποίος παραπλανήθηκε από τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του με αποτέλεσμα να του καταβάλει το ως άνω ποσό και στη συνέχεια με τον τρόπο αυτό, να ζημιωθεί η περιουσία του κατά το ισόποσο των 145.000 ευρώ, το οποίο αποκόμισε αυτός και ωφελήθηκε ο αναιρεσείων παρανόμως. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, επί της ουσίας, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 43/3-3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμό 207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη τετελεσμένη από δράστη που διαπράττει κατ’ επάγγελμα και συνήθεια. Αναίρεση βουλεύματος με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αιτιάσεις: α) για επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων, β) ότι το Συμβούλιο έκανε καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, γ) αιτιολογείται πλήρως η επιβαρυντική περίσταση του κατ’ επάγγελμα και συνήθεια. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελική Πρόταση.
1
Αριθμός 2241/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2653/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..... και συγκατηγορούμενο τον ....... Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.2.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 366/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 275/20.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αριθμ. 1/18-2-2008 αίτησή της κατηγορουμένης Χ1, η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό της από τον παραστάντα κατά τη συζήτηση συνήγορο υπερασπίσεώς της Αριστείδη Φατούρο, δικηγόρο Αγρινίου και στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 2653/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός μηνός, με τριετή αναστολή, για την πράξη της εξυβρίσεως κατ' εξακολούθηση, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 18 Ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, όταν δεν ασκείται με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι δεκαήμερη, αρχόμενη από την έκδοση της αποφάσεως, παρόντος διαδίκου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η εν λόγω προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της καθαρογραφημένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων τελεσιδίκων αποφάσεων της τρίτης παραγράφου του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1052/2007, ΑΠ 2078/2006). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη ως άνω υπ' αριθμ. 2653/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, η οποία εξεδόθη παρούσης της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, καταχωρήθηκε στο βιβλίοκαθαρογραφημένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ την 28-1-2008, όπως αυτό προκύπτει από την με ημερομηνία ..... υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέα του Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία είναι καταχωρημένη στο σώμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Παρά ταύτα όμως η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, για την οποία συνετάγη η υπ'αριθ. 1/18-2-2008 έκθεση ενώπιον του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αγρινίου, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 18/2/2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 ΚΠΔ δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καταχωρήθηκε την 28/1/2008, αλλά άλλη άγνωστη ημερομηνία, για την απόδειξη μάλιστα του οποίου η αναιρεσείουσα δεν προσάγει κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΠροτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 1/18-2-2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 2653/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17 Απριλίου 2008 Στέλιος Κ. Γκρόζος Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 18 Ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, όταν δεν ασκείται με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι δεκαήμερη, αρχόμενη από τη δημοσίευση της αποφάσεως, παρόντος του διαδίκου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον, δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η εν λόγω προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της καθαρογραφημένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων τελεσιδίκων αποφάσεων της τρίτης παραγράφου του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1052/2007, ΑΠ 2078/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη ως άνω υπ' αριθμ. 2653/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, η οποία δημοσιεύθηκε παρούσης της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, καταχωρήθηκε στο βιβλίο καθαρογραφη-μένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ την 28-1-2008, όπως αυτό προκύπτει από την με ημερομηνία .... υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως του Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία είναι καταχωρημένη στο σώμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Παρά ταύτα, όμως, η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, για την οποία συνετάγη η υπ'αριθ. 1/18-2-2008 έκθεση ενώπιον του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αγρινίου, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 18/2/2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 ΚΠΔ δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καταχωρήθηκε την 28/1/2008, αλλά άλλη άγνωστη ημερομηνία, για την απόδειξη μάλιστα του οποίου η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, ενώ δεν προσβάλλεται για πλαστότητα η ως άνω υπηρεσιακή βεβαίωση καταχωρήσεως της αρμοδίας Γραμματέως. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 1/18.2.2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 2653/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, γιατί από τότε που καταχωρήθηκε η καθαρογραμμένη προσβαλλόμενη απόφαση στο ειδικό βιβλίο (28-1-2008) μέχρι την ημέρα ασκήσεώς της στο γραμματέα του εκδόντος δικαστηρίου (18-2-2008) μετά πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 473 ΚΠΔ, χωρίς να επικαλείται κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα, το οποίο και δεν συνιστά ο απλός ισχυρισμός, ότι η απόφαση καταχωρήθηκε ενωρίτερα από την σημειούμενη ημερομηνία (ΑΠ 308/2008).
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2242/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..... ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2740/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 372/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 272/20.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 6/30-1-2008 αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νομίμως, κατά του υπ'αριθμ. 2740/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεσή της κατά του υπ'αριθμ. 2042/2007 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Με τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1 Ν.3160/2003, η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 31 αυτού, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 30-6-2003 (ΦΕΚ 165/306/2003, Τεύχος Α), αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, τα άρθρα 476 παρ. 2 και 481 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. 'Ετσι μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση του άρθρου 476 παρ. 2 Κ.Π.Δ. δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Μετά δε την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση και του άρθρου 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ. εξέλιπε πλέον το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, το οποίο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη ή την παύει οριστικά ή προσωρινά. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται η άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2042/2007 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου Χ, για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω απαλλακτικού βουλεύματος άσκησε η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο με το υπ'αριθμ. 2740/2007 βούλευμά του απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε στο σύνολό του το πρωτόδικο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την κρινόμενη υπ'αριθμ. 6/30-1-2008 αίτηση αναιρέσεως. Αφού όμως η αναίρεση αυτή ασκήθηκε μετά την ημερομηνία ενάρξεως του Ν.3160/2003, από την οποία, με την κατά τα άνω επελθούσα νομοθετική μεταβολή, εξέλιπε πλέον το με το προϊσχύον νομικό καθεστώς δικαίωμα στον αναιρεσείοντα πολιτικώς ενάγοντα να ζητήσει την αναίρεση του προσβαλλομένου υπ'αριθμ. 2740/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η αίτηση αυτή (αναιρέσεως) είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν έχει πλέον το δικαίωμα για την άσκησή της και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση αναιρέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα. Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη υπ'αριθμ. 6/30-1-2008 αίτηση αναιρέσεως της ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 476 και 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 6/30-1-2008 αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας "..... ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, κατά του υπ'αριθμ. 2740/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 παρ.1 ΚΠΔ, πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από το άρθρο 41 παρ.1 του Ν 3160/30-6-2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων, περιλάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ.2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου β) αποφαίνονταν ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση, όμως, της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, από το άρθρο 41 παρ.1 του Ν.3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003), να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ.α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμό 2042/2007 βούλευμα, που εξέδωσε, έκρινε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ, για την πράξη της κακουργηματικής απάτης με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού, η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "..... ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε" δια του νομίμου εκπροσώπου της, άσκησε την με αριθμό 419/26-7-2007 έφεσή της. Επί της εφέσεώς της αυτής, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αριθμό 2740/2007, άσκησε η πολιτικώς ενάγουσα, την υπ' αριθμό 6 από 30-1-2008 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το βούλευμα, για τους αναφερόμενους στην αναίρεση λόγους, και ειδικότερα για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ.). Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 (ΦΕΚ Α'/65 της 30-6-2003), από τη χρονολογία ισχύος του παραπάνω νόμου, δεν προβλέπεται πλέον η δυνατότητα του πολιτικώς ενάγοντος να ασκεί αναίρεση κατά βουλευμάτων. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (30-6-2003), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε, από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ίδιου Κώδικα). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμό 6 από 30-1-2008, αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε", για αναίρεση του υπ' αριθμό 2740/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 2242/2008 σελ. 717
Απαράδεκτη η αναίρεση από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά βουλεύματος μετά την 30-6-2003 (ν. 3160 άρθρο 41 παρ. 1). Απορρίπτει αναίρεση.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2240/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότση, περί αναιρέσεως της 373/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαϊου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 10 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 965/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχείο δ', ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση, και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Στην κρινόμενη με αριθμό 45/9-5-2008 έκθεση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 373/3-3-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε φυλάκιση 10 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη των ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων κατ' εξακολούθηση, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους παρακάτω λόγους: "1. Η έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα ( άρθρ. 510 παρ.1 Δ, άρθρ. 93 του Συντάγματος, 139 Κ.Ποιν.Δικ, 221 παρ.1 και 259 Π.Κ,), λ.χ. δεν αναφέρεται ποιών ασφαλισμένων ήσαν παραποιημένα τα ατομικά στοιχεία, ποιοι ασφαλισμένοι με ορθά στοιχεία είχαν άγνοια. Και 2. απέρριψε την ένστασή μου περί αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ αυτό είναι όλως αόριστο άρθρο 6 παρ.3 εδ.α και β ΕΣΔΑ, (άρθρα 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 2 παρ.15 ν. 2408/1996, 321 παρ.1 στοιχ. δ, ε και 4 Κ.Π.Δ)". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί γενικά και αόριστα οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι επ' αυτής από 10-9-2008 πρόσθετοι λόγοι, αφού προϋπόθεση της έρευνας αυτών, είναι το παραδεκτό ενός τουλάχιστο λόγου του κυρίου δικογράφου, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 45 από 9 Μαϊου 2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, και τους επ' αυτής από 10-9-2008 πρόσθετους λόγους, κατά της υπ' αρ. 373/3-3-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απαράδεκτη. Απορρίπτει αναίρεση. Παρέλκει η έρευνα των πρόσθετων λόγων.
Πρόσθετοι λόγοι
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Πρόσθετοι λόγοι.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2238/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Θεοδώρα Γκοϊνη, Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Καραδήμο, περί αναιρέσεως της 6812/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 110/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1α του ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναιρέσεως κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι από τους περιοριστικά διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί, διαφορετικά, η αίτηση τυγχάνει απαράδεκτη. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία της, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (Ολ. ΑΠ 19/2001, ΟλΑΠ 2/2002 και ΟλΑΠ 9/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι? "1) Δεν έχει ειδική και ανεπτυγμένη αιτιολογία, όπως επιβάλουν τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. 2) Δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και συνιστούν τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, που προβλέπουν και τιμωρούν τα άρθρα 314 παρ. 1, 5 και 9 Π.Δ. 152/78 και 86 Π.Δ. 1434/1934. 3) Δεν περιέχει τις αποδείξεις στις οποίες στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην παραπάνω ποινική διάταξη". Έτσι όμως όπως έχουν διατυπωθεί οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως δεν είναι ούτε σαφείς ούτε ορισμένοι, αφού δεν αναφέρουν τις συγκεκριμένες ελλείψεις. Με αυτούς επαναλαμβάνεται απλώς η έννοια του λόγου αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αυτή έχει διαπλασθεί από τη νομολογία, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία για συγκεκριμένη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση. Επίσης δεν εκτίθενται στη συνταχθείσα έκθεση με πληρότητα και σαφήνεια οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και οι πλημμέλειες που αποδίδονται ως προς τις αποδείξεις. Ως προς αυτές (αποδείξεις) αρκεί να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος (κατά κατηγορίες), χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται η κάθε παραδοχή. Επομένως είναι αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως εναντίον αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου συνιστά η υπέρβαση εξουσίας. Τέτοια περίπτωση συνιστά εκτός των άλλων και η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, όπως όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετατρέπει σε χρηματική κατά το άρθρο 82 του ΠΚ την επιβληθείσα με αυτήν στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία όμως πρωτοδίκως είχε ανασταλεί κατά το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα, αφού το μέτρο της αναστολής είναι ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής. Πράγματι η αναστολή της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι μέτρο επιεικείας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζον έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 55719/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν είχε καταδικασθεί για σωματική βλάβη από αμέλεια, από υπόχρεο, σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού καταδίκασε αυτόν για την πράξη αυτή και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, τη μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Έτσι όμως κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος κατά το άρθρο 470 ΚΠοινΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠοινΔ). Επομένως είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος υπάγεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ και όχι στο Ε', όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος, και δη κατά τη διάταξή της αυτή και μόνον η προσβαλλομένη απόφαση, και να διαταχθεί από τον Άρειο Πάγο η επί τριετία αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως του ενός (1) έτους, που επιβλήθηκε με αυτήν στον αναιρεσείοντα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 517 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, χωρίς να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για νέα συζήτηση, αφού δεν απαιτείται έρευνα και βεβαίωση πραγματικών γεγονότων, δεδομένου ότι για όλα αυτά είχε κρίνει το σε πρώτο βαθμό δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που είχε απαγγείλει την αναστολή. Κατά τα λοιπά δε πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 6812/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αναστέλλει την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα Χ με την ανωτέρω απόφαση ποινή φυλακίσεως του ενός έτους για μία τριετία. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτησή του για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο. Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι οι αόριστοι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ΄ ΚΠΔ, αφού δεν αναφέρουν τις συγκεκριμένες ελλείψεις. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντα κατά παράβαση του άρθρου 470 ΚΠΔ, διότι, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους με αναστολή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από έφεση που άσκησε ο ίδιος, τη μετέτρεψε. Αναστέλλει την επιβληθείσα ποινή ο Άρειος Πάγος, αφού δεν απαιτείται έρευνα και βεβαίωση πραγματικών γεγονότων.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Αναίρεση μερική, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2237/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1622/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 243/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 197/17-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. την από 27-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1622/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών απέρριψε ως ανυποστήρικτη την υπ'αριθμ. 1110/2005 έφεση του ανωτέρω κατά της υπ'αριθμ. 1073/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για χρήση πλαστού εγγράφου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 § 2 Κ.Π.Δ. η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης με δήλωση που επιδίδεται στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, μόνο όταν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σ'αυτόν ανάλογο ποινή, και όχι κατά αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη (ΑΠ 134/04, ΑΠ 491/02). Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση, υπογραφόμενη από τον δικηγόρο Ιωάννη Καρακουλάκη, άνευ μάλιστα πληρεξουσίου ή άλλης γραπτής εξουσιοδότησης του Χ, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1622/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ'αριθμ. 1110/2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 1073/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορριπτέα (ΑΠ 766/01, ΑΠ 295/01, ΑΠ 669/01, ΑΠ 155/03, ΑΠ 817/02). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 27-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1622/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 10 Απριλίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "Με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή ή δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1....". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής απόφασης ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον στην καταδικαστική απόφαση ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή. Συνεπώς η απόφαση με την οποία το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ.2 και 473 παρ.2 ΚΠΔ συνάγεται ότι η άσκηση αναίρεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο για λογαριασμό του κατηγορουμένου χωρίς την ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου του τελευταίου προς τον ασκήσαντα αυτή (αναίρεση) δεν είναι δυνατή αν πρόκειται για μη καταδικαστική απόφαση. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε (μεταξύ άλλων περιπτώσεων) χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1622/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 1073/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση. Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της παραπάνω μη καταδικαστικής, κατά, τα προεκτεθέντα, απόφασης του Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιά, που ασκήθηκε με επίδοση δηλώσεως του αναιρεσείοντος, υπογραφόμενη από τον δικηγόρο Χ, χωρίς πληρεξούσιο ή άλλη γραπτή εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1622/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008 Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση για αναίρεση απόφασης που απορρίπτει έφεση ως ανυποστήρικτη. Δεν είναι δυνατή η άσκηση αναίρεσης από δικηγόρο χωρίς ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου αν πρόκειται για μη καταδικαστική απόφαση.
Πληρεξουσιότητα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
0
Αριθμός 2236/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση τον αναιρεσείοντα - κατηγορουμένο Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, περί αναιρέσεως της 861/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 335/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Η πιο πάνω διάταξη του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ., όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 εδ.α' του ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, τόσο από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, όσο και από λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος των από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές εφόσον πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, ή τα δυο εκατομμύρια δραχμές, αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, και συνεπώς, αν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών, μικρότερων εκείνων που ορίζονται, κατά περίπτωση, με το νόμο αυτό, πρέπει, εφόσον εκδικάζεται η υπόθεση μετά την ισχύ του, να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος, β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ακόμη, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για καθεμιά από τις δύο άνω κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο για την στήριξη της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του υπάρχει και όταν η αντίφαση αυτή δημιουργείται μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικών περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής, αρκεί τα τελευταία να αποτελούν παραδοχές από κοινού με εκείνες του σκεπτικού. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως προς αυτήν. Κατ'εξαίρεση υπάρχει ανάγκη τέτοιας ειδικής αιτιολογίας ως προς τον δόλο, όταν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 881/2007 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, στα ..... στις 1-10-2000 με την ιδιότητά του ως του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΑΕ" με πρόθεση παρέβη την προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένο στην αρμόδια ΔΟΥ Γιαννιτσών και συγκεκριμένα δεν κατέλαβε το ποσό των 151.231,46 ευρώ, εφάπαξ καταβλητέο την 31-7-2000, το οποίό αφορά σε λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Κατ'ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 25 παρ.1 περ.γ', 2 ν. 1882/1990 ως αντικατ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Μ'αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού Α) προσδιορίζονται όλα τα κρίσιμα στοιχεία για να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ήτοι α) η ΔΟΥ Γιαννιτσών, ως αρχή η οποία προέβη στη βεβαίωση του χρέους, προκύπτουσα αδιστάκτως παρά τη μη ρητή αναφορά της, κυρίως από το στο διατακτικό αναφερόμενο ως τόπο τελέσεως του εγκλήματος της μη καταβολής χρέους προς το Δημόσιο, β) το ύψος του χρέους, ανερχόμενο κατά τις παραδοχές σε 151.231,46 ευρώ. Η στο διατακτικό αναγραφή και άλλου χρέους ύψους 101.767,83 ευρώ, δεν προσδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως, στις παραδοχές της, αλλ'οφείλεται σε προφανή παραδρομή, όπως αυτό προκύπτει αβίαστα από το ότι σ'αυτό αναγράφεται ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται όσο το στο αιτιολογικό αναφερόμενο ποσό των 151.231,46 ευρώ, αντίφαση που θα δημιουργείτο ενδεχομένως, αν στο συνολικό άθροισμα των ποσών του διατακτικού περιλαμβανόταν και το ποσό των 101.767,83 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής του ως άνω χρέους (εφάπαξ) δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του (31-7-2000) ε) η μη πληρωμή του ως άνω εφάπαξ καταβαλλόμενου ποσού πέραν των δύο μηνών με την αναφορά στο διατακτικό ως χρόνου τέλεσης της πράξης την 1-10-2000 και στ) ότι το χρέος αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Κατά συνέπεια, εν όψει των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 περ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεων των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, και μη παράθεσης πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν τον δόλο του αναιρεσείοντα, που υποστηρίζει τ'αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερη αναφορά περιστατικών στην προσβαλλόμενη απόφαση για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων δεν απαιτείτο, αφού ο δόλος αυτού ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 ΠΚ δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε. Εξ άλλου η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση ου άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως, ή στη μείωση της ποινής. Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του Π.Κ. το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του ισχυρισμός για την αναγνώριση μίας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψη του. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης δεν αρκεί μόνο η απλή παράθεση του κειμένου του νόμου που τον προβλέπει αλλά απαιτείται να γίνεται και συγκεκριμένος προσδιορισμός της επικαλούμενης έλλειψης ή παράβασης. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε" πρέπει, για να είναι αυτός ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται, σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από αυτή. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλο, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε ενώπιον του κατ'έφεση δικάζοντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 25 ΠΚ προβάλλοντας τα εξής: "Οι προϋποθέσεις που το Ελληνικό Δημόσιο επιδότησε την ΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ, την οποία εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος, δεν επακολούθησαν, άλλως εξέλειπαν και αυτό γιατί, κατά το στάδιο της εργολαβικής παραδόσεως και παραλαβής του έργου από τον κατηγορούμενο, ο εργολάβος έκανε εικονική μεταβίβαση, η οποία και ακυρώθηκε, από μεν το Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, με την υπ' αριθμ. 79/2002 απόφασή του, και από το Εφετείο Θεσ/νίκης, με την υπ' αριθμ. 1054/2005 απόφασή του. Η επιδότηση του Ελληνικού Δημοσίου, δόθηκε για την κατασκευή του εργοστασίου επεξεργασίας οπωροκηπευτικών και για να επιστραφεί στο δημόσιο, μετά την παραγωγική λειτουργία του. Ο κατηγορούμενος, νομίμως ενεργών, εκτέλεσε την παραπάνω απόφαση του Εφετείου, με την με αρ. ..... έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης της δικ. επιμελήτριας ....., πλην όμως, δε μπόρεσε να εγκατασταθεί και εκμεταλλευτεί το εργοστάσιο, διότι, αυτοί που το αγόρασαν εικονικά, το μίσθωσαν για 8 έτη στην ΓΑΙΑ ΠΕΛΛΑΣ ΕΠΕ και συνεπώς, αποδοτέο ήτανε στο δημόσιο, το μίσθωμα, έναντι του χρέους. Κατόπιν αυτού, προέβη σε κατάσχεση του μισθώματος εις χείρας τρίτου, και σε συνεργασία με την Δ.Ο.Υ Γιαννιτσών, το μίσθωμα κατατίθεται από τη μισθώτρια, άνευ μεσολαβήσεως του κατηγορουμένου, στο Δημόσιο Ταμείο, με αποτέλεσμα να μειώνεται το χρέος, ενώ οι μέχρι τούδε καταβολές, έχουν ξεπεράσει τις 56.000 ευρώ και με αυτόν το ρυθμό, θα συνεχίσει η καταβολή". Σε περίπτωση δε ενοχής, ζήτησε τα ελαφρυντικά που αναφέρονται στο άρθρο 84 παρ. 1 ΠΚ και ειδικότερα εδ' α) προτέρου έντιμου βίου, β) ότι δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια, αλλά από ένδεια δ) ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεως του, και ε) ότι μετά τη πράξη συμπεριφέρθηκε καλά για το εναπομείναν χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα. 'Ολοι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι. Ειδικότερα α) όσον αφορά τον επί του άρθρου 25 ΠΚ επιχειρούμενο να θεμελιωθεί, αυτοτελή ισχυρισμό, καθόσον τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν είναι επαρκή για την εφαρμογή του, αφού, εκτός των άλλων δεν προσδιορίζεται ποιος είναι ο παρών και αναπότρεπος κίνδυνος προς αποτροπή του οποίου ο αναιρεσείων έβλαψε το Ελληνικό Δημόσιο, αρνούμενος τη καταβολή του σ'αυτό οφειλόμενου χρέους. Τα παραπάνω επικαλούμενα περιστατικά εμπίπτουν στη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2β του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση της ώθησης στη πράξη από μη ταπεινά αίτια, την οποία και δέχθηκε το Δικαστήριο ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και επέβαλε για τον λόγο αυτό μειωμένη ποινή σ'αυτόν. β) Αόριστοι είναι και οι επιχειρούμενοι να θεμελιωθούν στις διατάξεις του άρθρου 84 παρ.2 α, (προτέρου εντίμου βίου), 2 δ (ειλικρινούς μεταμέλειας), 2 ε (καλής συμπεριφοράς μετά τη πράξη) με την επίκληση μόνο της διάταξης του νόμου, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν καθένα απ'αυτούς. Εν όψει αυτών το Δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε υποχρέωση να τους ερευνήσει ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψη τους, και σιωπηρά απορρίπτοντάς τους δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 510 περ. Β, Δ πλημμέλειες της έλλειψης ακρόασης και έλλειψης αιτιολογίας και είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζονται τ'αντίθετα. Απορριπτέος εξ άλλου ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας είναι και ο από το άρθρο 510 περ. Ε' σχετικός λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού ο αναιρεσείων αναλίσκεται απλώς σε νομική ανάπτυξη των απόψεών του, αλλά και ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και κατά τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση αναίρεσης αντιφατικά ως προς τον από το άρθρ. 510 περ.Β προβαλλόμενο λόγο, το δικαστήριο δεν ερεύνησε τους ισχυρισμούς του, και δεν υπάρχουν παραδοχές αυτού επ'αυτών ώστε να έχει εφαρμογή ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τελευταίος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, όσον αφορά το ύψος της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ποινής με την ειδικότερη αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αν το δικαστήριο της ουσίας, επιβάλλοντας στον τελευταίο ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, δεχόμενο τα ελαφρυντικό του άρθρου 84 2β, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997 η οποία προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με κάθε είδους προσαύξηση υπερβαίνει τα 4.500.000 δρχ. (13.206 €) η πράξη επισύρει ποινή φυλάκισης έξι μηνών τουλάχιστον, ή την διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η οποία επισύρει, αν το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, ποινή φυλάκισης ενός τουλάχιστον έτους, και τούτο διότι εν όψει της διάταξης του άρθρου 83 περίπτ. δ' η οποία ορίζει ότι "σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν εμπίπτει στις α, β και γ του ως άνω άρθρου περιπτώσεις, ο δικαστής μειώνει τη ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριο του είδους της ποινής, και συνεπώς, ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το ύψος του οφειλόμενου στο Δημόσιο χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, η επιβληθείσα ποινή των πέντε μηνών κείται μέσα στα πλαίσια των ύψους της ποινής που ορίζουν ως ελάχιστο όριο αμφότερες οι προμνησθείσες διατάξεις. Μετά από αυτά πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο. 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 861/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ι. Χρέη προς το Δημόσιο. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του εγκλήματος. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία. ΙΙ. Αοριστία λόγου αναίρεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. ΙΙΙ. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Αόριστη η επίκληση μόνο της διατύπωσης των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ. Άρθρο 25 ΠΚ. Στοιχεία του ορισμένου. IV. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης και έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2230/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 57772/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 145/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 217/23-4-08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§1 και 4, 138 §2β, 476 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αρ. 131/21-12-07 (ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) αναίρεση του Χ, που ασκήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου κ. Αναγνωστόπουλου κατά της υπ' αρ. 57772/05 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος με την υπ' αρ. 60830/04 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών για παράνομη είσοδο στην χώρα (αρ. 50 §1α Ν.2910/01). Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η οποία είχε προσδιοριστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στην δικάσιμο της 5-10-2005, οπότε και απερρίφθη ως ανυποστήρικτη. Η ανωτέρω απόφαση μετά την καταχώρησή της την 27-2-06 εις το ειδικό βιβλίο (αρ. 473 §3 Κ.Π.Δ.) επεδόθη εις τον κατηγορούμενο την 11-6-2007 με θυροκόλληση (βλ. σχ. αποδεικτικό) και εις τον αντίκλητο δικηγόρο του Ι. Ιωσηφέλλη την 23-11-2007. Την 21-12-2007 ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κ. Αναγνωστόπουλου άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως επικαλούμενος υπέρβαση εξουσίας (510 §1Η Κ.Π.Δ.) διότι η απόφαση θα έπρεπε να είχε τεθεί εις το αρχείο σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.3346/2005. Κατά την διάταξη του άρθρου 473 §1 Κ.Π.Δ. όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Στην υπό κρίση περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση επεδόθη δια θυροκολλήσεως εις τον αναιρεσείοντα την 11-6-2007 εις την δηλωθείσα διεύθυνση (βλ. έκθεση συλλήψεως και βεβαιώσεως πλημμελήματος και μισθωτήριο κατοικίας) και εις τον αντίκλητο δικηγόρο του Ι. Ιωσηφέλλη (που τον υπερασπίστηκε κατά την πρωτόδικο συζήτηση της υποθέσεως και αναφέρεται εις την έκθεση εφέσεως) την 23-11-2007, άσκησε δε εκπροθέσμως την αναίρεση την 21-12-2007, χωρίς να επικαλείται οιονδήποτε λόγον ανωτέρας βίας για το εκπρόθεσμο της ασκήσεως. Επειδή κατά την διάταξη του αρ. 476 §1 Κ.Π.Δ. όταν το ένδικο μέσο ... ασκήθηκε εκπρόθεσμα ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Επειδή κατά τα εκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, δυναμένου να προσφύγει για την μη εκτέλεση της ποινής εις το αρμόδιο δικαστήριο κατ' αρ. 565 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως η υπ' αρ. 131/21-12-2007 (ασκηθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) αναίρεση του Χ, κατά της υπ' αρ. 57772/05 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος Αθήνα 26-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ.1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ.18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχομένη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του συμβουλίου τούτου, αν και ο αντίκλητος δικηγόρος του ειδοποιήθηκε από το γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν, κατά της υπ' αριθμ. 57772/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άσκησε ενώπιον του γραμματέως του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, την από 21-12-2007 αίτηση αναιρέσεως, ενώ αυτή (προσβαλλομένη απόφαση), επεδόθη δια θυροκολλήσεως, την 11-6-2007 εις τον αναιρεσείοντα στην δηλωθείσα διεύθυνση (βλέπε την έκθεση συλλήψεως και βεβαιώσεως πλημμελήματος και μισθωτήριο κατοικίας) και στον αντίκλητο δικηγόρο του Ι. Ιωσηφέλλη, που τον υπερασπίστηκε κατά την πρωτόδικη συζήτηση της υποθέσεως και αναφέρεται στην έφεση, την 23-11-2007, άσκησε δε εκπροθέσμως την αναίρεση την 21-12-2007, δίχως να επικαλείται οιονδήποτε λόγον ανωτέρας βίας για το εκπρόθεσμο της ασκήσεως, όπως προκύπτει από την ίδια την έκθεση αναιρέσεως. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1, 513 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 131/21-12- 2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 57772/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αναίρεση γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2229/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) χ1, 2) χ2, 3) χ3, 4) χ4, 5) χ5, 6) χ6, 7) χ7, 8) χ8, 9) χ9, 10) χ10, 11) χ11 και 12) χ12, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη, για αναίρεση της με αριθμό 1195/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ψ1 και 2) ψ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2008 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 359/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Κατά δε το άρθρο 13 στοιχ. α' του ΠΚ, υπάλληλος είναι εκείνος στο οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Τέλος κατά το άρθρο 263Α του ΠΚ, για την εφαρμογή (μεταξύ των άλλων αναφερόμενων σ' αυτό διατάξεων) και του άρθρου 259 του ΠΚ υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13, οι δήμαρχοι και οι πρόεδροι κοινοτήτων κλπ. Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α του ΠΚ και συνεπώς και Πρόεδρος Κοινότητας, απαιτούνται: α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση της παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι μεταξύ της πράξης και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μια τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος τρόπος περιποίησης του σκοπουμένου οφέλους ή της βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο ή και με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις οπό τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχιμόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινικήδιάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1195/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετίαν ως προς όλους, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι πολιτικώς ενάγοντες αγόρασαν το έτος 1999 κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα ακίνητο εκτάσεως 9,5 στρεμμάτων περίπου προκειμένου να εγκαταστήσουν σ' αυτό επιχείρηση εκτροφής και πάχυνσης κοτόπουλων, το οποίο βρίσκεται στη θέση .... του χωριού ...... του Δήμου ...... . Ακολουθώντας την προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία για την ίδρυση και λειτουργία πτηνοτροφικών εγκαταστάσεων (απόφαση ΥΙΒ/2000/26/4-5-1995 των Υπουργών Υγείας και ΠΕΧΩΔΕ), υπέβαλαν στις αρμόδιες υπηρεσίες μελέτες και φάκελο και έλαβαν τις απαιτούμενες εγκρίσεις από το τμήμα Περ/κου και Χωρ/κου σχεδιασμού της Περιφέρειας Κρήτης, της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων του Νομαρχιακού Συμβουλίου Χανίων και της Γενικής Δ/νσης της Περιφέρειας Κρήτης, όλα δε τα πιο πάνω έγγραφα και αποφάσεις υπέβαλαν στο Δήμο .....προκειμένου αυτός να τα διαβιβάσει στην αρμόδια Δ/νση Υγείας. Οι κατηγορούμενοι όμως ως όργανα του Δήμου και δη ο 1ος από αυτούς ως Δήμαρχος, ο 2ος ως πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου (ΔΣ) και οι λοιποί ως μέλη του ΔΣ, απέρριψαν με την .... απόφαση του ΔΣ την αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας, επειδή κατά το σκεπτικό τους οι γεωτρήσεις για πόσιμο νερό της περιοχής απέχουν ελάχιστα από τον τόπο εγκατάστασης της μονάδας. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε κατόπιν προσφυγής των πολιτικώς εναγόντων. Ο Δήμος όμως με την ..... απόφαση του απέρριψε και πάλι νέα αίτηση τους. Αίτηση δε του Δήμου να ανακληθεί η χορηγηθείσα προέγκριση εγκατάστασης απορρίφθηκε από την Περιφέρεια Κρήτης. Η ίδια αυτή υπηρεσία με το ..... έγγραφο της προς τον Δήμο, του επισημαίνει ότι βάσει της προαναφερόμενης ΥΑ (άρθρο 14) υπάρχει δέσμευση αυτού να εκδώσει την άδεια λειτουργίας αφού υπάρχει καταφατική γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής. Παρά ταύτα οι κατηγορούμενοι, με τις πιο πάνω ιδιότητες τους, με πρόθεση παρέβηκαν την υποχρέωση τους αυτή και στις 28-3-2001 εξέδωσαν την απόφαση .... του ΔΣ με την οποία απέρριψαν την αίτηση των πολιτικώς εναγόντων. Τούτο έπραξαν με σκοπό να βλάψουν τους πολιτικώς ενάγοντες οι οποίοι δεν κατάφεραν να εγκαταστήσουν την πτηνοτροφική μονάδα, παρά τα έξοδα στα οποία είχαν προς τούτο υποβληθεί, υποχρεώθηκε μάλιστα ο Δήμος να τους αποζημιώσει με την οριστική απόφαση 20/2006 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων. Ο σκοπός τους δε αυτός αποδεικνύεται από την επανειλημμένη άρνηση τους να χορηγήσουν την αιτούμενη άδεια, παρά την απόρριψη της προσφυγής τους και την σύσταση της Περιφέρειας Κρήτης ότι έχουν υποχρέωση να δεχθούν την αίτηση. Ο ισχυρισμός τους ότι μόνος σκοπός της κατά παράβαση του νόμου άρνησης τους ήταν να προστατεύουν την περιοχή τους από την επιβάρυνση πού θα δεχόταν αυτή και μάλιστα ο υδροφόρος ορίζοντας της, από την εγκατάσταση της μονάδας δεν ευσταθεί. Τούτο επειδή γνώριζαν ότι η μονάδα δεν διέθετε σφαγείο, ώστε να έχει υγρά απόβλητα που θα απορροφούνται από το έδαφος, ενώ γνώριζαν επίσης ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε απορριφθεί αρμοδίως κατά τα ανωτέρω όταν ζήτησαν από την Περιφέρεια Κρήτης την ανάκληση της απόφασης προέγκρισης εγκατάστασης. Η από ....... έκθεση πραγματογνωμοσύνης πού διενεργήθηκε με επιμέλεια τους και μετά πέντε έτη αφότου ανέκυψε το θέμα, από πραγματογνώμονα πού διόρισε το ΤΕΕ Δ. Κρήτης, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν στην περιοχή περισσότερες υδατοδεξαμενές, φρεάτια ύδρευσης και γεωτρήσεις από εκείνα πού αποτυπώνονται στις μελέτες πού υπέβαλαν οι πολιτικώς ενάγοντες, δεν ισχυροποιεί τον ισχυρισμό τους, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, η μονάδα δεν θα παρήγαγε υγρά απόβλητα που θα επιβάρυναν τον υδροφόρο ορίζοντα. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Σημειωτέον ότι δεν λαμβάνονται υπόψη τα κατατεθέντα από τον .........., ο οποίος εμφανίστηκε μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορουμένους, επειδή η έφεση του απορρίφθηκε με την απόφαση 705/2005 του Δικαστηρίου τούτου". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άδικης πράξης της παράβασης καθήκοντος, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 26 παρ. 1, 27, 259 Π.Κ. που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, εξειδικεύεται πλήρως η ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως υπαλλήλων, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263 Α Π.Κ., όπως, επίσης, σαφώς προσδιορίζεται και η πρόθεση των τελευταίων, με την προηγηθείσα συμπεριφορά τους, η οποία προέκυψε από την επανειλημμένη απόρριψη της αίτησης των πολιτικώς εναγόντων, να βλάψουν τους αιτούντες, καθώς και ότι η βλάβη αυτών τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προαναφερθείσα ενέργεια των κατηγορουμένων, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει τί προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο, αφού, από τη μνεία γενικώς των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, σαφώς προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι πρώτος. δεύτερος και τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ.). είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως, μπορεί να εκπροσωπηθεί δια συνηγόρου, ο οποίος ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως, αυτή, δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ίδιου Κώδικα απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντήσει στις ερωτήσεις αντί γι' αυτόν. Συνεπώς, εφόσον, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε τελευταία το λόγο και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων χ9 και χ12, ήτοι στους Δημήτριο Ποντικάκη και Προκόπη Βαρδουλάκη, αντίστοιχα, στους οποίους είχε επιτρέψει το δικαστήριο να εκπροσωπήσουν τους, ως άνω, απόντες κατηγορουμένους, οι οποίοι (συνήγοροι) και ανέπτυξαν τις απόψεις τους ως προς την ενοχή των τελευταίων και την ποινή, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως από το γεγονός ότι, δεν δόθηκε ειδικά ο λόγος στους συνηγόρους προκειμένου να απολογηθούν για λογαριασμό των εκπροσωπουμένων κατηγορουμένων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της κοινής ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται, από τους εκπροσωπηθέντες κατά τα άνω στην έκκλητη δίκη, εφ' ής η προσβαλλόμενη απόφαση, κατηγο-ρουμένους, τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποίησής του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 Κ.Π.Δ. ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρ. 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρ. 183 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 "οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κ.λ.π. οφείλουν να αποζημιώσουν το Δήμο ή την Κοινότητα για κάθε θετική ζημία που προξένησαν εις βάρος της περιουσίας τους από δόλο ή βαριά αμέλεια". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρ. 36 παρ. 3 του Ν.2800/2000 "κατά την αληθή έννοια του άρ. 183 του Π.Δ. 410/1995 "Περί δημοτικού και κοινοτικού κώδικα", η αστική ευθύνη των οργάνων των πρωτοβαθμίων Ο.Τ.Α. που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, περιορίζεται μόνο στην υποχρέωση προς αποζημίωση των οικείων νομικών προσώπων, για κάθε θετική ζημία που προξενήθηκε εις βάρος της περιουσίας τούτων από δόλο ή βαριά αμέλειά τους, δεν υπέχουν δε ατομική ευθύνη τα ίδια όργανα, προς αποζημίωση τρίτων". Περαιτέρω, με το άρ. 64 παρ. 2 Κ.Π.Δ., ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρ. 89 παρ. 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικώς σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο κατά το άρθρο 63 νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη ή παράλειψη, χαρακτηριζόμενη ως ποινικό αδίκημα, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων σε βάρος των ως άνω αιρετών οργάνων των Ο.Τ.Α., προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον, αφού τα όργανα αυτά δεν ευθύνονται προσωπικά για την προκληθείσα ζημία σε τρίτο, το δικαίωμα δε αυτό είναι αυτοτελές και διακεκριμένο και ανήκει στον αμέσως εκ του αδικήματος παθόντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, οι αμέσως εκ του αδικήματος παθόντες, συνεπεία της επανειλημμένης απόρριψης των αιτήσεών τους για εγκατάσταση πτηνοτροφείου, ήτοι ο ψ1 και η ψ2, παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες προς υποστήριξη και μόνον της εναντίον των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων κατηγορίας, οι οποίοι, ως αιρετά όργανα του Δήμου ...... Χανίων, ήταν εκείνοι που απέρριπταν τις αιτήσεις των ως άνω πολιτικώς εναγόντων, παρά τις περί του αντιθέτου συστάσεις της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Κρήτης. Η παράσταση αυτή των πολιτικώς εναγόντων, ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, ήταν σύννομη, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον πέμπτο και τελευταίο λόφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την αναφερόμενη παράσταση, η οποία δημιούργησε τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι εφόσον αυτοί (κατηγορούμενοι) ευθύνονται έναντι του Δήμου, οι πολιτικώς ενάγοντες έπρεπε να στραφούν εναντίον του Δήμου .... Χανίων και όχι να παρασταθούν στην ως άνω δίκη εναντίον τους ως πολιτικώς ενάγοντες, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ένας έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (Κ.Π.Δ. 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιανουαρίου 2008 κοινή αίτηση των 1)χ1, 2) χ2, 3) χ3, 4) χ4, 5) χ5, 6) χ6, 7) χ7, 8) χ8, 9) χ9, 10) χ10, 11) χ11 και 12) χ12, για αναίρεση της υπ' αρ. 1195/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και Καταδικάζει κάθε ένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Παράβαση καθήκοντος από αιρετά όργανα των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. Ποιός δικαιούται να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Οι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους μη εμφανισθέντες κατηγορουμένους, δεν αποκτούν και την ιδιότητα των τελευταίων. Και συνεπώς δεν μπορούν να απολογηθούν για λογαριασμό τους, με συνέπεια να μην επέρχεται ακυρότητα. Αιτιολογείται η απόφαση και σωστά ερμηνεύεται η διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Παράβαση καθήκοντος.
0
Αριθμός 2231/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λοζίου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, που δεν παρέστησαν, περί αναιρέσεως του με αριθμό 596/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαΐου 2008 και 24 Απριλίου 2008 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 844/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 334/20.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις με αριθ. 90/12-5-2008 και 87/5-5-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2, κατά του υπ'αριθ. 596/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διά του οποίου παρεπέμφθησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για να δικασθούν ως υπαίτιοι ο μεν πρώτος εξ αυτών α) για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συρροή από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος του Δημοσίου από την οποία το όφελος που επεδίωξε και επέτυχε ο δράστης και η αντίστοιχη ζημία που επροξενήθη εις το Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. και είναι ιδιαίτερα μεγάλη και β) Απάτη επί Δικαστηρίω κατά συρροή από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος του Δημοσίου από την οποία το όφελος που επεδίωξε και επέτυχε ο δράστης και η αντίστοιχη ζημία που επροξενήθη εις βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. και γ) Ηθική αυτουργία στην πράξιν της ψευδορκίας, ο δε δεύτερος α) για 'Αμεση συνέργεια στην πράξιν της απάτης κατά συρροή από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποίαν το όφελος που επεδίωξε και επέτυχε ο δράστης και η αντίστοιχη ζημία που επροξενήθη εις βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και β) Ψευδορκία μάρτυρος κατά συρροή (άρθρ. 46 παρ. 1α, β, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1, 3, 386 παρ. 1, 3, 224 παρ. 1, 2 Π.Κ., ως το άρθρ. 216 και 386 αντικ., αντιστοίχως, με τις παραγρ. 7 και 11 άρθρ. 1 ν. 2408/96 και τις παρ. 2 και 4 του άρθρ. 14 ν. 2721/99 και άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 1608/1950) και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά το άρθρ. 308 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., όπως συνεπληρώθη διά του άρθρ. 5 παρ. 7 ν. 1738/1987, εις τα εγκλήματα τα οποία προβλέπονται υπό του άρθρ. 1 του ν. 1608/50, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως κηρύσσεται υπό του Συμβουλίου Εφετών. Προς τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη εις τον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνη ότι η ανάκρισις δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει διά προτάσεώς του εις το Συμβούλιο Εφετών που αποφασίζει αμετακλήτως ακόμη και διά τα συναφή πλημμελήματα. Η διάταξις αυτή εθεσπίσθη προς αποτροπή της ματαιώσεως υπό του επιδιωκομένου υπό του νόμου σκοπού της ταχείας εισαγωγής εις το ακροατήριο των υποθέσεων που προβλέπει ο ν. 1608/1950 (Α.Π. 1503/2006 Ποιν. Δικ. 2006 σελ. 357 κ.ά.). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, να αποφαίνεται σε μιά τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από τον χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της εδόθη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, με την άσκηση της ποινικής διώξεως και από τον Ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ησκήθη, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται, και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο (Α.Π. 1040/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 129). ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 596/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εξεδόθη μετά την άσκησιν εις βάρος των αναιρεσειόντων, ποινικής διώξεως, μεταξύ των άλλων, και διά τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος κατά συρροήν εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικού ποσού που υπερβαίνει το τοιούτο των 5.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) και απάτης επί δικαστηρίω κατά συρροή και άμεσης συνέργειας εις ταύτην από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από την οποίαν το όφελος που επεδίωξε και επέτυχε ο δράστης και η αντίστοιχη ζημία εις το Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. και είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με την συνδρομή δηλαδή του άρθρ. 1 ν. 1608/50, μετά δε την περάτωση της κυρίας ανάκρισης που ενηργήθη σχετικώς και επερατώθη νομίμως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών εις το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντας, εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), προκειμένου να δικασθούν για τις προαναφερόμενες πράξεις, τις οποίες θεώρησε ως στρεφομένας εις βάρος του Δημοσίου, η ζημία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και επομένως θεώρησε ότι συντρέχουν αι προϋποθέσεις του άρθρ. 1 ν. 1608/50. 'Ετσι η δυνατότητα αναιρέσεως του βουλεύματος αυτού, δηλαδή το αμετάκλητο ή μη του βουλεύματος, θα κριθή, σύμφωνα με όσα αναφέρθησαν, εκ των πράξεων για τις οποίες ησκήθη η ποινική δίωξις και παρεπέμφθησαν οι κατηγορούμενοι. Και εφ'όσον η ποινική δίωξις ησκήθη με την συνδρομή του ν. 1608/50, το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση. Επομένως αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, ως στρεφομένας κατά του παραπάνω αμετακλήτου βουλεύματος, είναι απαράδεκτες, και ως τοιαύτες πρέπει να απορριφθούν κατ'άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθούν, ως απαράδεκτες, αι υπ'αριθ. 90/12-5-2008 και 87/5-5-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 κατά του υπ'αριθ. 596/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήναι 27 Μαΐου 2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι αντίκλητοι των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την προσθήκη του εδαφίου αυτού με το άρθρο 5 παρ. 7 Ν. 1738/19876, στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 Ν. 1608/1950, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην ταχεία εκκαθάριση των προβλεπομένων στο Ν. 1608/1950 εγκλημάτων, προκύπτει ότι αν έχει προηγηθεί κυρία ανάκριση για κακούργημα, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 Ν. 1608/1950, όπως ήδη ισχύει, η οποία περατώθηκε με παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 596/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών για να δικαστούν, εκτός των άλλων πράξεων, και για τις περιγραφόμενες σ'αυτό κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε και πέτυχε ο δράστης και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, της απάτης επί δικαστηρίου και άμεσης συνέργειας σε αυτήν από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε και πέτυχε ο δράστης και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, είναι απαράδεκτες κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., αφού στρέφονται κατά αμετακλήτου βουλεύματος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (Κ.Π.Δ. 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αρ. 90/12.5.2008 και 87/5.5.2008 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα, κατά του υπ' αρ. 596/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε έναν έκαστο των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ & ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950.
Καταχραστές Δημοσίου
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Καταχραστές Δημοσίου.
0
Αριθμός 2227/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάππο, για αναίρεση της 26/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 537/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή το αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 του Κ.Π.Δ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στον ισχυρισμό αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 26/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, ο μεν Χ1 σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών, για διακεκριμένη κλοπή, τετελεσμένη και σε απόπειρα, ο δε Χ2 σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών για απλή συνέργεια σε απόπειρα διακεκριμένης κλοπής, ανασταλείσαν επί τριετίαν ως προς αμφοτέρους, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, εργάτης της ολυμπιακής Αεροπορίας στο διαμέρισμα αποσκευών του Κρατικού Αερολιμένα Αθηνών, στις 5.12.1997 και περί ώρα 14,00, άνοιξε παράνομα τη βαλίτσα του επιβάτη ..... που αμέσως θα αναχωρούσε για Αγγλία με σκοπό να αφαιρέσει από αυτή, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, κινητά πράγματα, που υπήρχαν μέσα αυτή. Είχε ανοίξει ο ίδιος τη βαλίτσα, και όχι δήθεν ανοίχθηκε μόνη της, και μέσα σε αυτή υπήρχε ένα κομπιούτερ. Καθώς έψαχνε έγινε αμέσως αντιληπτός από το μάρτυρα αστυνομικό ....., που τον συνέλαβε. Και ενώ, ο μάρτυρας αστυνομικός πλησίαζε τον πρώτο κατηγορούμενο, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, υπάλληλος της βρετανικής εταιρίας Ασφάλειας με την επωνυμία "IAS"(security), που ήταν πλησίον του και ο οποίος επόπτευε το χώρο, ώστε να τον ειδοποιήσει σε περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητων ατόμων, παρέχοντας με την παρουσία του υλική και ψυχική συνδρομή για την τέλεση της πράξης κλοπής, του είπε "Έρχεται, κλείσε την", δηλαδή τον ειδοποίησε για τον κίνδυνο ότι έρχεται αστυνομικός και να κλείσει τη βαλίτσα γρήγορα για να μην αντιληφθεί τη διαπραττόμενη κλοπή ο αστυνομικός, που είχε πολιτική περιβολή, αλλά γνώριζε την ιδιότητά του (αστυνομικός ασφάλειας αεροδρομίου). Ο πρώτος κατηγορούμενος σάστισε και έτρεμε από το φόβο του μόλις είδε το μάρτυρα αστυνομικό, διότι συνειδητοποίησε ότι έγινε αντιληπτή η πράξη του (απόπειρα κλοπής). Κατά τη σύλληψή του και τη σωματική του έρευνα διότι αρνήθηκε ότι είχε κλεμμένα πράγματα, μέσα στην τσέπη του βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα δακτυλίδι γυναικείο χρυσό με λευκές πέτρες βάρους 10,4 γραμμαρίων, που, προηγουμένως, είχε αφαιρέσει, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, από αποσκευή άγνωστου επιβάτη. Οι ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου (αρνητικοί της κατηγορίας), δεν είναι αληθείς. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του, ότι η βαλίτσα άνοιξε από μόνη της και προσπαθούσε να την κλείσει, δεν είναι αληθής, διότι αυτός ερευνούσε με προσοχή την βαλίτσα για να κλέψει τα πράγματά της και ο δεύτερος κατηγορούμενος εκτελούσε χρέη φρουρού (τσίλιες). Επίσης, δεν είναι αληθής, ούτε άλλος ισχυρισμός του ότι το δακτυλίδι έπεσε τυχαίως από μια βαλίτσα και αυτός το έβαλε στην τσέπη του για να το παραδώσει στην υπηρεσία του μετά το πέρας εργασίας, διότι αυτός έκρυψε το δακτυλίδι στην τσέπη του για να το κλέψει, όπως συνάγεται από την όλη συμπεριφορά του, έτρεμε από το φόβο του, μόλις τον έλεγξε ο αστυνομικός. Ούτε είναι αλήθεια ότι η Υπηρεσία του είχε δώσει στο προσωπικό να κρατούν τα ευρήματα και να τα παραδίδουν σε αυτή μετά το πέρας της εργασίας του, ούτε, άλλωστε, πρόβαλε, κατά τη σύλληψή του, τέτοια δικαιολογία, ούτε ζήτησε τη μαρτυρία της Υπηρεσίας του. Ούτε είναι αλήθεια ότι κρίθηκε αθώος από το Συμβούλιο Απολύσεων, αλλά αναβλήθηκε η λήψη αποφάσεως επί της κατηγορίας. Το ίδιο αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου δήθεν ότι απλώς υπέδειξε, κατά καθήκον, στον πρώτο κατηγορούμενο να κλείσει τη βαλίτσα. Σύμφωνα με αυτά : α) ο πρώτος κατηγορούμενος, τέλεσε, κατ' εξακολούθηση, τις πράξεις της απόπειρας κλοπής ξένων κινητών πραγμάτων από την αποσκευή της βαλίτσας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 42 § 1 ΠΚ, διότι η πράξη του περιέχει αρχή εκτέλεσης, που είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αλλά και η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται κατά την κοινή αντίληψη τμήμα αυτής, που οδηγεί αμέσως στην πράξη, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 747/00 ΠΧρ 51 69) και της κλοπής του δακτυλιδιού και β) ο δεύτερος κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απλής συνέργειας στην πράξη της απόπειρας απάτης του πρώτου κατηγορουμένου φυσικού αυτουργού, διότι, κατά την τέλεση της πράξης αυτής, πρόσφερε σε αυτόν θετική υλική και ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρασχέθηκε σε αυτόν, με γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της τελέσεως απ' αυτόν ορισμένης άδικης πράξεως και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος (ΣυμβΑΠ 540/06). Οι κλοπές αυτές, είναι διακεκριμένες κλοπές, διότι τα πράγματα αυτά ήταν τοποθετημένα σε χώρο προορισμένο για μεταφορά πραγμάτων με δημόσιο συγκοινωνιακό μέσο (αεροπλάνο)". Με αυτά που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων της διακεκριμένης κλοπής, τετελεσμένης και σε απόπειρα και της απλής συνέργειας σε απόπειρα διακεκριμένης κλοπής, για τις οποίες, με τις προαναφερθείσες διακρίσεις, καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1, 98, 372 παρ. 1α και 374 περ. γ' του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επιμέρους αιτιάσεις, σημειώνεται ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, αναφορικά με την άδικη πράξη που αποδίδεται στο δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 και είναι αυτή της απλής συνέργειας σε απόπειρα διακεκριμένης κλοπής, καθόσον, στο αιτιολογικό, με πλήρεις σκέψεις και αιτιολογίες, εξειδικεύεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης αυτής, η δε αναφορά, στο τέλος του αιτιολογικού, ότι ο αναφερόμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας σε απόπειρα απάτης του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή και αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι, στο διατακτικό, το οποίο συμπληρώνει το αιτιολογικό, ο αναφερόμενος σαφώς κηρύσσεται ένοχος απλής συνέργειας σε απόπειρα διακεκριμένης κλοπής του Χ1. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς, του μεν πρώτου, "ότι το δακτυλίδι το βρήκε πεσμένο από σακ βουαγιάζ άλλης πτήσης και το έβαλε στην τσέπη του με σκοπό να το παραδώσει στην υπηρεσία του και ότι η βαλίτσα είχε κατέβει από τις κυλιόμενες σκάλες ανοικτή, λόγω μπλοκαρίσματος των λωρίδων της και άνοιξε μόνη της, ότι έσπρωξε το περιεχόμενό της ώστε να καταλάβει ισομερώς το εσωτερικό της και ότι επιχείρησε με την προτροπή του δεύτερου να την κλείσει", αμφοτέρων δε "ότι ο δεύτερος είπε στον πρώτο, κλείσε τη βαλίτσα έρχεται, εννοώντας, φεύγει η πτήση", αυτοί δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμός και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους, ανεξαρτήτως του ότι, η αιτιολογία για τους αρνητικούς αυτούς ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή των αναιρεσειόντων. Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός λόγος της κοινής ένδικης αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (Κ.Π.Δ 583 παρ. 1 ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 687/2007 κοινή αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αρ. 26/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει ένα έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διακεκριμένες κλοπές, τετελεσμένες και σε απόπειρα. Απλή συνέργεια σε απόπειρα διακεκριμένης κλοπής. Αιτιολογία. Έννοια αυτοτελών και αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Κλοπή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2199/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1593/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1823/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 270/20.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αριθμ. 212/2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, την οποία άσκησε στο όνομά του και για λογαριασμό του ο δικηγόρος Αθηνών Διονύσιος Μουζάκης, δυνάμει της από 16-10-2007 εξουσιοδοτήσεως του ιδίου (κατηγορουμένου), το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Γιώτσα, κατά του υπ' αριθμ. 1593/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 1973/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τοκογλυφία τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση και από υπαίτιο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (αρ. 13 περ. στ', 98 και 404 παρ. 2, 3 Π.Κ., όπως αντικ. με αρ. 14 ν. 2721/99). Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1593/2007 βούλευμα, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση αυτού και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων, με την κρινομένη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε στις 17-10-2007 νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφ' όσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον ίδιο στις 11-10-2007, ενώ στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Γιώτσα στις ... (βλ. σχετικά αποδεικτικά) και περιέχει ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ). Το βούλευμα δε αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για κακούργημα (αρ. 462, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α, 2 ΚΠΔ). Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 παρ. 2 στοιχ. α' και β' του Π.Κ. με τις ίδιες ποινές (δηλ. της παρ. 1 - φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή) τιμωρείται: α) όποιος ανεξάρτητα από τους πάνω όρους (της παρ. 1), κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και β) όποιος ....... Επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Κατά δε την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 14 παρ. 8β του ν. 2721/99 και ισχύει από 3-6-99, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας, που υπερβαίνει το νόμιμο τόκο, θεωρείται συντελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή τη μεταγενέστερη παράταση ή την ανανέωση ή και την προεξόφληση του δανείου, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμποσούνται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ενιαίως στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως περιουσίας, δεν είναι αναγκαίο να επέλθει πραγματικά ουσιαστική βλάβη στον φερόμενο ως παθούντα, ήτοι δεν επιβάλλεται η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Θεωρείται δε λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων (συναλλαγματικών ή επιταγών), τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νομίμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη αυτών. Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δηλαδή με συνομολόγηση, με λήψη ή με επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον, πραγματωθούν, σε αληθή πραγματική συρροή και με τη μορφή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος κατά την έννοια του άρθρου 98 Π.Κ., εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ'Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλαδή τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μια φορές, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρ. 98 ΠΚ) το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενυπάρχει οπωσδήποτε το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει ο άνω σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διατάραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη (ΑΠ 829/06 Π.Χρ. ΝΖ 229, ΑΠ 1660/06 Π.Χρ. ΝΖ 739, ΑΠ 858/05 Ποιν. Λόγος 3/05 σελ. 808, ΑΠ 561/02 Π.Χρ. ΝΓ' 38). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' (νέα αρίθμηση) του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στα σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος του βουλεύματος, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο εκκαλών για την παροχή στους εγκαλούντες δανείου ύψους 50.000 ευρώ, συμφώνησε και παρέλαβε από τους μηνυτές τον μήνα Φεβρουάριο 2002 πέντε επιταγές και στις 7-3-2002 δύο επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του πρώτου μηνυτή Ψ1 σε διαταγή του δεύτερου μηνυτή Ψ2, συνολικού ποσού 77.088 ευρώ, τις οποίες θα προεξοφλούσε, παρακρατώντας προκαταβολικά ως τόκους το ποσό των 27.088 ευρώ και συγκεκριμένα παρέλαβε το μήνα Φεβρουάριο 2002 τις με αριθμούς ...., ...., ...., ..... μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως αντίστοιχα 30-6-2002, 31-7-2002, 15-7-2002, 30-8-2002 και 15-9-2002 και ποσού αντίστοιχα η κάθε μία 10.272, 10.272, 8.000, 12.000 και 16.000 ευρώ και τις 7-3-2002 τις με αριθμούς .... και .... μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως αντίστοιχα 30-9-2002 και 30-9-2002 και ποσού η κάθε μία 10.272 ευρώ. Το ως άνω ποσό των τόκων, που ανέρχεται σε ποσοστό 5% μηνιαίως επί του ποσού κάθε επιταγής, υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου, που κυμαινόταν από 9-11-2001 έως 5-12-2002 σε 9,25% ετησίως. Περαιτέρω ο εκκαλών με την από 10-12-2002 αίτηση του προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 62/2002 διαταγής πληρωμής με βάση την ανωτέρω με αριθμό ..... επιταγή. Κατά της διαταγής πληρωμής οι μηνυτές άσκησαν αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ανακοπή, οι οποίες απορρίφθηκαν. Εξ άλλου όσον αφορά την με αριθμό ..... επιταγή ο εκκαλών τη μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΙΜΠΑΛΑ ΑΕ", η οποία πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 1153/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' αυτής οι μηνυτές άσκησαν ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την 482/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εκκαλών εκμεταλλευόμενος την ανάγκη των μηνυτών για εξεύρεση χρημάτων, προέβη στη συνομολόγηση τοκογλυφικού δανείου, αλλά και στη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων με την παραλαβή και προεξόφληση των ως άνω επιταγών που ενσωματώνουν αθέμιτους τόκους, και επί πλέον επεδίωξε την είσπραξη αυτών με την έκδοση των ως άνω διαταγών πληρωμής, τέτοιες δε πράξεις διαπράττει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δεδομένου ότι δάνειζε χρηματικά ποσά με τους ίδιους όρους και σε άλλα πρόσωπα, όπως το Γ1 και προεξοφλούσε μεταχρονολογημένες επιταγές, παρακρατώντας αθέμιτο ποσοστό τόκου, από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Συνεπώς συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για την πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, γι' αυτό και το εκκαλούμενο βούλευμα που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο για να δικαστεί για τη πράξη αυτή, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα όσα αντίθετα αυτός ισχυρίζεται πρέπει να απορριφθούν. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως αβάσιμη στην ουσία της την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, διέλαβε σ' αυτό την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιοποίνου πράξεως της τοκογλυφίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση και από υπαίτιο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 404 παρ. 2, 3 ΠΚ (όπως το τελ. αντικ. με αρ. 14 παρ. 8β του ν. 2721/99). Τις εν λόγω δε διατάξεις το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς αναφέρει ότι ο αναιρεσείων συνομολόγησε, κατά την παροχή δανείου ύψους 50.000,00 Ευρώ τοκογλυφικούς τόκους ύψους 27.088,00 που ανέρχονται σε ποσοστό 5% μηνιαίως επί του ποσού κάθε επιταγής, που παρέλαβε από τους παθόντες. Επίσης προσδιορίζει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου, που κυμαινόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε 9,25% ετησίως, ενώ αιτιολογεί πλήρως με ειδική σκέψη τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της ως άνω πράξεως της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω α) να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 212/2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 1593/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα, 21-1-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 212/17 Οκτωβρίου 2007, αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμό 1593/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμό 1973/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της κακουργηματικής τοκογλυφίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση,( άρθρα 463,473 παρ.1, 474,482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος, κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β' του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα μηνών και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και, ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή αξιογράφων, που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται και η είσπραξη του αναφερόμενου σ' αυτά ποσού. Ακόμη, κατά την έννοια της προδιαληφθείσας διατάξεως του άρθρου 404 παρ. 3 του ΠΚ, κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι πράττει ο υπαίτιος της τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Προς τούτο, αρκεί και η τέλεση μιας μόνον πράξεως, όταν, από αυτήν, ενόψει και της διάρκειας των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος, βάσει σχεδίου. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, κατά συνήθεια τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, με δικές του σκέψεις, αλλά και με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών για την παροχή στους εγκαλούντες δανείου ύψους 50.000 ευρώ, συμφώνησε και παρέλαβε από τους μηνυτές τον μήνα Φεβρουάριο 2002 πέντε επιταγές και στις 7-3-2002 δύο επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του πρώτου μηνυτή Ψ1 σε διαταγή του δεύτερου μηνυτή Ψ2, συνολικού ποσού 77.088 ευρώ, τις οποίες θα προεξοφλούσε, παρακρατώντας προκαταβολικά ως τόκους το ποσό των 27.088 ευρώ και συγκεκριμένα παρέλαβε το μήνα Φεβρουάριο 2002 τις με αριθμούς ..., ..., ...., .... μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως αντίστοιχα 30-6-2002, 31-7-2002, 15-7-2002, 30-8-2002 και 15-9-2002 και ποσού αντίστοιχα η κάθε μία 10.272, 10.272, 8.000, 12.000 και 16.000 ευρώ και τις 7-3-2002 τις με αριθμούς .... και .... μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως αντίστοιχα 30-9-2002 και 30-9-2002 και ποσού η κάθε μία 10.272 ευρώ. Το ως άνω ποσό των τόκων, που ανέρχεται σε ποσοστό 5% μηνιαίως επί του ποσού κάθε επιταγής, υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου, που κυμαινόταν από 9-11-2001 έως 5-12-2002 σε 9,25% ετησίως. Περαιτέρω ο εκκαλών με την από 10-12-2002 αίτηση του προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 62/2002 διαταγής πληρωμής με βάση την ανωτέρω με αριθμό .... επιταγή. Κατά της διαταγής πληρωμής οι μηνυτές άσκησαν αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ανακοπή, οι οποίες απορρίφθηκαν. Εξ άλλου όσον αφορά την με αριθμό ..... επιταγή ο εκκαλών τη μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΙΜΠΑΛΑ ΑΕ", η οποία πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 1153/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' αυτής οι μηνυτές άσκησαν ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την 482/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εκκαλών εκμεταλλευόμενος την ανάγκη των μηνυτών για εξεύρεση χρημάτων, προέβη στη συνομολόγηση τοκογλυφικού δανείου, αλλά και στη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων με την παραλαβή και προεξόφληση των ως άνω επιταγών που ενσωματώνουν αθέμιτους τόκους, και επί πλέον επεδίωξε την είσπραξη αυτών με την έκδοση των ως άνω διαταγών πληρωμής, τέτοιες δε πράξεις διαπράττει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δεδομένου ότι δάνειζε χρηματικά ποσά με τους ίδιους όρους και σε άλλα πρόσωπα, όπως το Γ1 και προεξοφλούσε μεταχρονολογημένες επιταγές, παρακρατώντας αθέμιτο ποσοστό τόκου, από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Συνεπώς συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για την πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, γι' αυτό και το εκκαλούμενο βούλευμα που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο για να δικαστεί για τη πράξη αυτή, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα όσα αντίθετα αυτός ισχυρίζεται πρέπει να απορριφθούν. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξεως της κακουργηματικής τοκογλυφίας. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 και 404 παρ. 2α και 3 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα, δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον του κατηγορία, για την πράξη αυτή. Πράγματι, αναφέρεται αναλυτικά στο προσβαλλόμενο βούλευμα, η συνομολόγηση του δανείου από 50.000 ευρώ, μεταξύ των μηνυτών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν άμεσα οικονομικά προβλήματα, και του αναιρεσείοντος, καθώς και το ύψος των τοκογλυφικών ωφελημάτων συνολικού ποσού 27.088 ευρώ, που καθορίστηκαν σε ποσοστό 5% μηνιαίως, ήτοι σε ποσοστό 60% ετησίως, αντί του ανωτάτου επιτρεπομένου ποσοστού 9, 25% ετησίως, όπως, επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων έναντι του ποσού του δανείου ύψους 50.000 ευρώ, παρέλαβε από τους μηνυτές επιταγές συνολικής αξίας 77.088 ευρώ. Αιτιολογείται, ακόμη ότι η διαφορά των 27.088 ευρώ, πέραν του ποσού του δανείου αντιπροσώπευε τα τοκογλυφικά ωφελήματα, τα οποία θα παρακρατούσε από την προεξόφληση των επιταγών, ενώ ακόμη ο ίδιος επιδίωξε και πέτυχε την έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής (υπ' αριθμ. 62/2002), όπως πέτυχε την έκδοση αντίστοιχης διαταγής, και ετέρα τρίτη κομίστρια αντίστοιχης επιταγής, στην οποία ο αναιρεσείων την είχε μεταβιβάσει, λόγω οπισθογραφήσεως, ενώ οι ανακοπές που ασκήθηκαν κατ' αυτών απορρίφθηκαν αντίστοιχα. Το βούλευμα, επίσης, διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετική με την από μέρους του αναιρεσείοντος τέλεση κατ' επάγγελμα της πράξεως αυτής, αφού απέβλεπε στον πορισμό παράνομου εισοδήματος, με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων σε ποσοστό, 5% μηνιαίως, που υπερέβαινε το ποσοστό του ισχύοντος κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, νόμιμου τόκου, έχοντας προς τούτο αναπτύξει βάσει σχεδίου του, την κατάλληλη και αναγκαία υποδομή για την τέλεση της πράξεως αυτής, πέραν και από το γεγονός ότι ανάλογη δραστηριότητα επέδειξε ο αναιρεσείων και με άλλο, εκτός των εγκαλούντων, πρόσωπο το Γ1. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτησή αυτή στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την υπ' αριθμό 212/17-10-2007, αίτηση του του Χ1, για αναίρεση κατά του υπ' αριθμό 1593/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τοκογλυφία. Αναίρεση βουλεύματος με την επίκληση του λόγου της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπάρχει αιτιολογία. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τοκογλυφία.
0
Αριθμός 2198/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζαννετή, για αναίρεση της με αριθμό 5569/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 27/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς· ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και εκείνος της πραγματικής πλάνης, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμ. 5569/2007 απόφαση του, το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών καταδίκασε τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, για παράβαση του άρθρου 167 παρ. 1 του ΠΚ. Ως αιτιολογία της αποφάσεως του, το δικαστήριο διέλαβε τα εξής, κατά λέξη: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως, στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα θεμελιούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξεως της αντιστάσεως πραγματικά περιστατικά, τα οποία σαφώς προκύπτουν από τις πειστικές και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων κατηγορίας .... και ......, υπαλλήλων της Επιθεώρησης Εργασίας, οι οποίες (κατάθεσεις) δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξεως της αντιστάσεως που κατηγορείται ότι διέπραξε, απορριπτόμενου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί πραγματικής πλάνης...". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και εντελώς τυπική, αφού δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για το έγκλημα της αντίστασης του κατηγορουμένου κατά των υπαλλήλων της Επιθεώρησης εργασίας, για το οποίο κηρύχθηκε αυτός ένοχος, ούτε το νόμιμο της ενέργειας των άνω υπαλλήλων και αν έγινε χρήση βίας ή απειλή βίας κατ' αυτών και με ποιά μορφή αυτή εκδηλώθηκε, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στη διάταξη που εφαρμόστηκε, και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο, άλλωστε, δεν παραπέμπει το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επίσης, ουδόλως αιτιο-λογείται η απόρριψη του παραδεκτά προβληθέντος εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο αυτοτελούς ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης του. Επομένως, κατά παραδοχή των συναφών από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5569/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αντίσταση. Αναιρείται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο για την κατηγορία, όσο και για τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου (ΑΠ 247/2008). Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αντίσταση κατά της αρχής, Πλάνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2197/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1777/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Αθανάσιο Βε του Γεωργίου. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2009/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 185/14-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας σύμφωνα με το άρθρο 485 §1, τη νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 462, 463, 465 §1, 473, 474, 482 §1Α και 484 Κ.Π.Δ.) ασκηθείσα από την κατηγορουμένη Χ, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθυμίου Μικρού, κατοίκου Αθηνών, με σχετική δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, υπ' αρ. 189/10-9-2007 αίτηση αναίρεσης κατά του υπ' αριθμ. 1777/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτια (α) πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με σκοπό οφέλους, από την οποία η ζημία που απειλήθηκε σε βάρος του Ν.Π.Δ.Δ. υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ή 150.000 € και (β) άμεση συνέργεια σε απάτη από κοινού σε βάρος Ν.Π.Δ.Δ. με σκοπό οφέλους, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε σε βάρος του Ν.Π.Δ.Δ. υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ή 150.000 € (άρθρ. 1, 12, 13, 14-18, 26 §1, 27 §1, 45, 46 §1,3 , 51, 52, 59, 94 §1, 79, 60, 216 §1-3, 263α, 386 §1-3 Π.Κ., όπως ισχύουν, σε συνδ. με το άρθρ. 1 §1 Ν. 1608/1950 ως ισχύει σήμερα) και εκθέτω τα ακόλουθα: Όπως ορίζεται στη διάταξη του αρ. 308 §1γ',δ' Κ.Π.Δ. "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρ. 1 Ν. 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα". Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην ταχεία εκκαθάριση των προβλεπομένων στο άρθρ. 1 του Ν. 1608/50 εγκλημάτων, προκύπτει ότι αν έχει προηγηθεί κυρία ανάκριση για κακουργήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρ. 1 του Ν. 1608/50, η οποία περατώθηκε με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (βλ. Α.Π. 969/2000 Ποιν. Δικ/νη 2000/1177 κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο 1777/07 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η αναιρεσείουσα έχει παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις σε βαθμό κακουργήματος, με τη συνδρομή των διατάξεων του Ν.1608/50. Πρέπει κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως στρεφομένη κατά βουλεύματος που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 476 §1 και 583 §1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρ. 189/10-9-2007 αίτηση αναίρεσης της Χ κατά του υπ' αριθμ. 1777/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 20/2/2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδάφ. γ ΚΠοινΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την προσθήκη του εδαφίου αυτού με το άρθρο 5 παρ. 7 Ν. 1738/1987, στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 Ν. 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην ταχεία εκκαθάριση των προβλεπομένων στο νόμο 1608/1950 εγκλημάτων, προκύπτει ότι αν έχει προηγηθεί κυρία ανάκριση για κακούργημα, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 Ν. 1608/1950, όπως ήδη ισχύει, η οποία περατώθηκε με παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Στην προκειμένη υπόθεση, η αναιρεσείουσα Χ με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1777/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτια: (α) πλαστογραφίας με χρήση εις βάρος της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης Αττικής, ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, αλλά και εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό οφέλους, από την οποία η ζημία που απειλήθηκε εις βάρος του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ή 150.000 € και (β) άμεση συνέργεια σε απάτη από κοινού εις βάρος του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό οφέλους, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε εις βάρος του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ή 150.000 € (άρθρ. 1, 12, 13, 14-18, 26 §1, 27 §1, 45, 46 §1,3 , 51, 52, 59, 94 παρ. 1, 79, 60, 216 παρ. 1-3, 263α,386 παρ. 1-3 του ΠΚ, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με το άρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει). Με βάση τα αναπτυχθέντα στη μείζονα σκέψη το προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αμετάκλητο. Άρα, η κατ' αυτού αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 189/10-9-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1777/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση και άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη εις βάρος ΝΠΔΔ, αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ άρθρο 1 του Ν. 1608/1950, δια του οποίου περατώθηκε η κύρια ανάκριση για τα εν λόγω εγκλήματα, διότι κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Απορρίπτει.
Πλαστογραφία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Καταχραστές Δημοσίου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2196/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοίνη, Ανδρέα Τσόλια (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαγουδάκη, περί αναιρέσεως της 621/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 134/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 8α του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν.δ. 8/1973 "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας. Συνεπώς για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλεπόμενου πλημμελήματος της ανεγέρσεως από πρόθεση αυθαιρέτου κτίσματος απαιτούνται, εκτός των άλλων α) ιδιότητα του δράστη ως ιδιοκτήτη και ανέγερση απ' αυτόν εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως κτίσματος χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τα στοιχεία αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων στην απόφασή του αυτή κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης κτίσματος που ανήγειρε στη θέση ....., δυνάμει της ..... οικοδομικής αδείας της Πολεοδομίας Κυκλάδων, την 1-11-2001, προέβη στην κατασκευή ισογείων χώρων αντί υπογείων, που προβλέπονταν από την παραπάνω άδεια, κατά παράβασή της και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στην περιοχή ....., την 1 Νοεμβρίου 2001, επί ακινήτου κειμένου εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, ηθελημένα προέβη στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος επ' αυτού και συγκεκριμένα προέβη στην κατασκευή ισογείου χώρου καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμό ..... οικοδομικής αδείας, όπου προβλέπονταν υπόγειο, χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής". Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παραβιάσεως του άρθρου 17 παρ. 1 και 8α του Ν. 1337/1983, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες έτσι ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε ως προς το κεφάλαιο περί ενοχής. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις-λόγους αναιρέσεως πρώτο, δεύτερο και τρίτο, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο παραβάσεως της ως άνω διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983 από δόλο, αφού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο επιτρεπτά συμπληρώνει το αιτιολογικό, διαλαμβάνεται ότι "ηθελημένα προέβη στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος...". Η αναφορά στην περί επιμετρήσεως της ποινής αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, εκτός από το αναγκαίο "το είδος του δόλου" "και το βαθμό της αμελείας του κατηγορουμένου", οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή. Στο προΐμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως μεταξύ των άλλων αναφερομένων σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Έτσι, χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη και η αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 211/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Ορθώς ελήφθη υπόψη η αναγνωσθείσα από 1-11-2001 έκθεση αυτοψίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ακυρώθηκε. Πράγματι, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ανάγνωση στο ακροατήριο, χωρίς εναντίωση, όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση οποιουδήποτε άκυρου εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητείται η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως γιατί δεν εμπίπτει σε καμιά από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ περιπτώσεις λόγων αναιρέσεως. Επομένως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ., κατά δε το άρθρο 22 του ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της, ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του ως ισχύει άρθρου 17 παρ. 8α ν. 1337/83 συνάγεται, ότι δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον αυτός που από πρόθεση προβαίνει στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας.....). Τέλος, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το δικαστήριο της ουσίας κατά την από αυτό επιμέτρηση κάθε μιας από τις ανωτέρω ποινές, είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την περί επιβολής ποινής διάταξή του προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο. Εξάλλου κατά το άρθρο 79 ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, με την προπαρατεθείσα και ως ισχύει τοιαύτη του άρθρου 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983, κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα, για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικά παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει τη σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται, οπότε, σε ανυπαρξία τέτοιας αιτιολογίας καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινών τμήμα της τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία των ανωτέρω και από τον αναιρεσείοντα κατασκευασθέντων ισογείων χώρων, αντί των υπογείων, ούτε περί του αν έτσι ο αναιρεσείων υποβαθμίζει ή όχι και αν ναι σε ποιο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής του, με αποτέλεσμα, μόνον κατά την εν λόγω περί ποινής διάταξή της ως προς το αμέσως παραπάνω αδίκημα η πληττόμενη απόφαση να καταστεί κατά τούτο αναιρετέα, κατά τον βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μερικώς και μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμ. 621/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου και μόνο ως προς το περί ποινής μέρος της. Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας. Ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης κτίσματος, καταδικάστηκε γιατί προέβη στην κατασκευή ισογείων χώρων αντί υπογείων. Από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι ελήφθησαν υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι ελήφθη υπόψη και η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Δεν ιδρύει λόγω αναιρέσεως η ανάγνωση, χωρίς εναντίωση, εκθέσεως αυτοψίας που ακυρώθηκε. Αναφορικά με τη μορφή της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος ρητή είναι η παραδοχή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο επιτρεπτώς συμπληρώνει το αιτιολογικό, ότι η πράξη τελέστηκε από πρόθεση. Η αναφορά στην περί επιμετρήσεως της ποινής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων «… το βαθμό της αμέλειας του κατηγορουμένου…» οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ποινή γιατί δεν περιέχει καμία αιτιολογία ούτε για την αξία του ανεγερθέντος από τον αναιρεσείοντα κτίσματος, ούτε περί του αν το τελευταίο υποβαθμίζει το φυσικό περιβάλλον, όπως απαιτείται ειδικώς από το άρθρο 17 παρ. 8α΄ του Ν. 1337/1983. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κτίσμα αυθαίρετο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2195/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αλέξανδρο Νικάκη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοϊνη, Ανδρέα Τσόλια (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαγουδάκη, περί αναιρέσεως της 620/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 133/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 8α του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν.δ. 8/1973 "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας. Συνεπώς για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλεπόμενου πλημμελήματος της ανεγέρσεως από πρόθεση αυθαιρέτου κτίσματος απαιτούνται, εκτός των άλλων α) ιδιότητα του δράστη ως ιδιοκτήτη και ανέγερση απ' αυτόν εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως κτίσματος χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τα στοιχεία αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων στην απόφασή του αυτή κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης κτίσματος που ανήγειρε στη θέση ....., δυνάμει της ..... οικοδομικής αδείας της Πολεοδομίας Κυκλάδων, την 1-11-2001, προέβη στην κατασκευή ισογείων χώρων αντί υπογείων, που προβλέπονταν από την παραπάνω άδεια, κατά παράβασή της και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στην περιοχή ....., την 1 Νοεμβρίου 2001, επί ακινήτου κειμένου εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, ηθελημένα προέβη στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος επ' αυτού και συγκεκριμένα προέβη στην κατασκευή ισογείου χώρου καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμό ..... οικοδομικής αδείας, όπου προβλέπονταν υπόγειο, χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής". Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παραβιάσεως του άρθρου 17 παρ. 1 και 8α του Ν. 1337/1983, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες έτσι ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε ως προς το κεφάλαιο περί ενοχής. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις-λόγους αναιρέσεως πρώτο, δεύτερο και τρίτο, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο παραβάσεως της ως άνω διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983 από δόλο, αφού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο επιτρεπτά συμπληρώνει το αιτιολογικό, διαλαμβάνεται ότι "ηθελημένα προέβη στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος...". Η αναφορά στην περί επιμετρήσεως της ποινής αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, εκτός από το αναγκαίο "το είδος του δόλου" "και το βαθμό της αμελείας του κατηγορουμένου", οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή. Στο προΐμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως μεταξύ των άλλων αναφερομένων σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Έτσι, χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη και η αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 211/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Ορθώς ελήφθη υπόψη η αναγνωσθείσα από 1-11-2001 έκθεση αυτοψίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ακυρώθηκε. Πράγματι, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ανάγνωση στο ακροατήριο, χωρίς εναντίωση, όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση, οποιουδήποτε άκυρου εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητείται η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως γιατί δεν εμπίπτει σε καμιά από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ περιπτώσεις λόγων αναιρέσεως. Επομένως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ., κατά δε το άρθρο 22 του ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της, ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του ως ισχύει άρθρου 17 παρ. 8α ν. 1337/83 συνάγεται, ότι δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον αυτός που από πρόθεση προβαίνει στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας.....). Τέλος, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το δικαστήριο της ουσίας κατά την από αυτό επιμέτρηση κάθε μιας από τις ανωτέρω ποινές, είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την περί επιβολής ποινής διάταξή του προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο. Εξάλλου κατά το άρθρο 79 ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, με την προπαρατεθείσα και ως ισχύει τοιαύτη του άρθρου 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983, κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα, για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικά παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει τη σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται, οπότε, σε ανυπαρξία τέτοιας αιτιολογίας καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινών τμήμα της τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία των ανωτέρω και από τον αναιρεσείοντα κατασκευασθέντων ισογείων χώρων, αντί των υπογείων, ούτε περί του αν έτσι ο αναιρεσείων υποβαθμίζει ή όχι και αν ναι σε ποιο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής του, με αποτέλεσμα, μόνον κατά την εν λόγω περί ποινής διάταξή της ως προς το αμέσως παραπάνω αδίκημα η πληττόμενη απόφαση να καταστεί κατά τούτο αναιρετέα, κατά τον βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μερικώς και μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμ. 620/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου και μόνο ως προς το περί ποινής μέρος της. Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας. Ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης κτίσματος, καταδικάστηκε γιατί προέβη στην κατασκευή ισογείων χώρων αντί υπογείων. Από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι ελήφθησαν υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι ελήφθη υπόψη και η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Δεν ιδρύει λόγω αναιρέσεως η ανάγνωση, χωρίς εναντίωση, εκθέσεως αυτοψίας που ακυρώθηκε. Αναφορικά με τη μορφή της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος ρητή είναι η παραδοχή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο επιτρεπτώς συμπληρώνει το αιτιολογικό, ότι η πράξη τελέστηκε από πρόθεση. Η αναφορά στην περί επιμετρήσεως της ποινής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων «… το βαθμό της αμέλειας του κατηγορουμένου…» οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ποινή γιατί δεν περιέχει καμία αιτιολογία ούτε για την αξία του ανεγερθέντος από τον αναιρεσείοντα κτίσματος, ούτε περί του αν το τελευταίο υποβαθμίζει το φυσικό περιβάλλον, όπως απαιτείται ειδικώς από το άρθρο 17 παρ. 8α΄ του Ν. 1337/1983. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κτίσμα αυθαίρετο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2193/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοΐνη, Ανδρέα Τσόλια (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυράτση, περί αναιρέσεως της 15454/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1014/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί στο σύνολό της η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠοινΔ "με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο, μεταξύ άλλων και όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Εξαιρέσεις από την απαγόρευση αυτή εισάγουν ειδικοί ποινικοί νόμοι, όπως το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", σύμφωνα με το οποίο "οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο".Εξάλλου, με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004 "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις", (ΦΕΚ 254/14.12.2004), ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού (174 του Ν. 2960/2001), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο, εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο ....., υπάλληλος της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ο οποίος κατά την προδικασία συμμετείχε στη σύνταξη της από 6-10-2004 εκθέσεως ελέγχου, παρά την εναντίωση που πρόβαλε ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, ο οποίος τον εκπροσωπούσε νομίμως, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 211 εδ. α ΚΠοινΔ. Το Δικαστήριο, αν και με άλλη αιτιολογία, ότι "δεν διενήργησαν ειδικά προανακριτικά καθήκοντα", απέρριψε την εναντίωση αυτή του αναιρεσείοντος και προέβη στην εξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Η διάταξη του άρθρου 174 του Ν. 2960/2001, κατά το χρόνο εξετάσεως του μάρτυρα αυτού ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (5-3-2007), ετύγχανε ανάλογης εφαρμογής και για την προκείμενη (φορολογικής φύσεως) υπόθεση, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14-12-2004. Επομένως δεν έλαβε χώρα ακυρότητα από την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα, ο δε μοναδικός λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-5-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15454/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σχετική ακυρότητα. Απορρίπτεται ο περί σχετικής ακυρότητας λόγος αναιρέσεως λόγω εξέτασης μάρτυρα της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ο οποίος συνέταξε έκθεση ελέγχου για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφού για την προκείμενη φορολογικής φύσεως υπόθεση τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/2004, η διάταξη του άρθρου 174 του Ν. 2960/2001, η οποία εισάγει εξαίρεση από την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 211 του ΚΠΔ.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Κατηγορούμενος, Μάρτυρες.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2192/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγγελο Κωνσταντινίδη, περί αναιρέσεως της 118/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα). Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χάνο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 223/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, επί των περιπτώσεων για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των οποίων απαιτείται ειδικός δόλος, όπως επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, και συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 229, και 362, 363 ΠΚ), όπου απαιτείται όπως ο δράστης τελεί εν γνώσει του ψεύδους του σχετικού γεγονότος, υπάρχει η ως άνω αιτιολογία εάν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές αυτό γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος και κατηγορία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, κατά τον στο διατακτικό τόπο και χρόνο: 1) Εν γνώσει του κατάγγειλε ψευδώς στο υποκατάστημα ΙΚΑ ..... ότι δήθεν απασχολήθηκε σε διάφορα δημόσια και ιδιωτικά έργα που εκτελέστηκαν από τον εργολάβο και ήδη εγκαλούντα Ψ κατά το από 16-12-1998 έως 13-12-2000 χρονικό διάστημα και ότι ασφαλίστηκε μόνο για 296 ημερομίσθια αντί των 864 που υποτίθεται ότι εργάστηκε ζητώντας με την εν λόγω καταγγελία του διαφορά 568 ημερομισθίων, ενώ το αληθές είναι ότι στις εργασίες του εγκαλούντος πραγματοποίησε μόνο 296 ημερομίσθια με αποτέλεσμα ο εγκαλών να υποστεί από το ΙΚΑ τις νόμιμες συνέπειες και 2) Εν γνώσει της αναληθείας τελών ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο ενώπιον τρίτων, γεγονός ψευδές δυνάμενο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και συγκεκριμένα με τα παραπάνω τα οποία κατάγγειλε, γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και των οποίων έλαβαν γνώση οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ΙΚΑ ....., έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού ο τελευταίος εμφανιζόταν να μην τηρεί τις νόμιμες υποχρεώσεις στον ανωτέρω εργαζόμενό του. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα στο διατακτικό...". Στη συνέχεια με βάση όσα αναφέρθηκαν κήρυξε αυτόν ένοχο για το ότι: "Κατά τους κάτωθι αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: 1) Στη ....., την 15-12-2000, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι ' αυτήν και ειδικότερα, εν γνώσει του κατήγγειλε ψευδώς στο υποκατάστημα ΙΚΑ ....., ότι δήθεν απασχολήθηκε σε διάφορα δημόσια και ιδιωτικά έργα που εκτέλεσε ως εργολάβος ο εγκαλών Ψ, κάτοικος ....., κατά το χρονικό διάστημα από 16-2-98 έως και 13-12-2000 και ότι ασφαλίστηκε μόνο για 296 ημερομίσθια εκ του συνόλου των 864 που υποτίθεται ότι εργάσθηκε, ζητώντας με την καταγγελία του αυτή διαφορά 568 ημερομισθίων. Η αλήθεια όμως είναι ότι απασχολήθηκε στις εργασίες του εγκαλούντα και εκτέλεσε 296 ημερομίσθια και μόνο, με αποτέλεσμα να υποστεί ο εγκαλών από το ΙΚΑ τις νόμιμες συνέπειες. 2) Στη ....., την 15-12-2000, εν γνώσει της αναληθείας τελών ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονός ψευδές δυνάμενο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και συγκεκριμένα με τα όσα ψευδή εν γνώσει του κατήγγειλε, τα οποία αναφέρονται στην υπό στοιχ. 1 πράξη του κατηγορητηρίου και των οποίων έλαβαν γνώση οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ΙΚΑ ....., έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του ως άνω εγκαλούντος, αφού τον εμφάνιζαν ως εργοδότη που δεν τηρούσε τις νόμιμες υποχρεώσεις απέναντι στον εργαζόμενό του". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 παρ. 1 Π.Κ.) και της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 362, 363 Π.Κ.) και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 1500 δραχμές την ημέρα. 3.- Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς δε αντιφάσεις και λογικά κενά, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα εκτίθενται όλα τα περιστατικά που θεμελιώνουν το ψευδές του γεγονότος που αποτέλεσε στοιχείο των ανωτέρω πράξεων. Ως προς τη γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναλήθειας του ισχυρισμού του, που αφορά όλες τις επίμαχες πράξεις, υπάρχει πλήρης αιτιολογία για τη θεμελίωση του άμεσου αυτού δόλου, αφού ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός του στη μήνυση, περί του χρόνου απασχολήσεώς του, του οποίου έλαβαν γνώση οι υπάλληλοι του ΙΚΑ ....., στηρίζεται σε προσωπική του πεποίθηση και αντίληψη. Για την ψευδή καταμήνυση δεν απαιτείται και όντως τιμωρία, αλλ' αρκεί ο σκοπός ποινικής δίωξης. Επομένως το γεγονός ότι δεν αναφέρονται οι συνέπειες είναι αδιάφορο. Εξάλλου η καταγγελία στο αρμόδιο υποκατάστημα ΙΚΑ συνιστά όντως σε βάρος του καταγγελλομένου αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο583 παρ.1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ.118/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας. Ψευδής καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Αιτιολογείται ο δόλος όταν πρόκειται περί ιδίας συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Για την ψευδή καταμήνυση δεν απαιτείται και όντως τιμωρία, αλλ’ αρκεί ο σκοπός ποινικής δίωξης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δόλος.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2191/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελένη Σπίτσα (η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Δερμιτζάκη, περί αναιρέσεως της 6390/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μαριόλα. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 45/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας? α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "Στην ....., στις 9-11-2000, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η προξενηθείσα, δε, ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ήλθε σε επαφή με τον εγκαλούντα Ψ και του παρέστησε ψευδώς ότι είναι μεγάλος επιχειρηματίας, μηχανικός, εργολήπτης δημοσίων έργων, με τεχνικό γραφείο μεταλλικών κατασκευών και ότι έχει τη δυνατότητα να κατασκευάσει με μεταλλική κατασκευή το καταστραφέν από πυρκαγιά κατάστημά του στην ....., με άριστα υλικά και να προβεί στην επίβλεψη αυτού, έναντι 14.000.000 δρχ., τα οποία υλικά και περιέγραψε ως ένα μεταλλικό σκελετό από κολώνες ΗΕΑ 120, ζεύκτρα ΙΡΝ 200, τεγίδες οροφής C 140 γαλβάνιζε, 2 δοκούς παταριού ΙΡΝ 260, τεγίδες παταριού ΙΡΝ 80. Τα ως άνω ήταν ψευδή, καθώς δεν ήταν μεγάλος επιχειρηματίας, ούτε εργολήπτης δημοσίων έργων, δεν διατηρούσε τεχνικό γραφείο μεταλλικών κατασκευών, αλλά ήταν υπάλληλος στο τεχνικό γραφείο του Α και δεν είχε τις τεχνικές γνώσεις επίβλεψης και κατασκευής του ως άνω έργου, ούτε είχε στην κατοχή του τα ως άνω υλικά κατασκευής, αλλά κατείχε υλικά, τα οποία δεν ήταν τα δέοντα σε ποιότητα και ποσότητα, ούτε ο τρόπος κατασκευής ήταν ο αρμόζων, η συνολική τους, δε, αξία δεν ξεπερνούσε τις 300.000 δρχ. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις, παρέπεισε τον ως άνω εγκαλούντα και του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 10.500.000 δρχ., προκειμένου να του τοποθετήσει τα ως άνω υλικά και να κατασκευάσει το κατάστημά του, καθώς επίσης να προβεί στην επίβλεψη, πράξη στην οποία δεν θα προέβαινε, αν γνώριζε ότι δεν ήταν επιχειρηματίας, μηχανικός με δικό του τεχνικό γραφείο και ότι τα υλικά, που θα του τοποθετούσε, δεν ήταν τα δέοντα και η αξία τους δεν υπερέβαινε τις 300.000 δρχ. και η κατασκευή δεν ήταν η αρμόζουσα, χωρίς στατική μελέτη πολιτικού μηχανικού, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγκαλών με το ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, με αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου. Ο εγκαλών Ψ είχε έναν κινηματογράφο χειμερινό στην ..... . Ήθελε να κατασκευάσει ένα πατάρι και σκεπή. Κάλεσε τον κατηγορούμενο. Του συστήθηκε ως μηχανικός. Ο εγκαλών ήλθε στην Αθήνα. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα τα βάλει στο κομπιούτερ και θα βγάλει τα μέτρα και τα σίδερα. Την κατασκευή και την επίβλεψη ανέλαβε να την έκανε ο κατηγορούμενος, ο οποίος θα έφερνε δικό του συνεργείο για την κατασκευή. Ο κατηγορούμενος ήλθε στην ..... . Είδε το οίκημα. Συμφώνησαν στο ποσό των 14.000.000 δρχ. για την κατασκευή του έργου. Ο εγκαλών του έδωσε 7.000.000 δραχμές σε μετρητά, ως προκαταβολή. Μετά του έδωσε 3.500.000 δρχ. για τα υλικά. Συνολικά, του έδωσε 10.500.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος του παρέδωσε απόδειξη για το ποσό των 7.000.000 και των 3.500.000 δρχ. Έγινε το έργο. Ο κατηγορούμενος έφερε συνεργείο. Όταν ο εγκαλών στη συνέχεια, προχώρησε στο επόμενο στάδιο κατασκευής και πήγε να ρίξει μπετόν, έπεσε και κάθισε. Η τιμή ήταν για άριστα υλικά. Όταν έγινε η ζημία, ο εγκαλών αντελήφθη ότι τα υλικά δεν ήταν τα δέοντα σε ποσότητα και ποιότητα, ούτε ο τρόπος κατασκευής ήταν ο αρμόζων. Η κατασκευή αυτή δεν σήκωνε το βάρος της. Κατόπιν, ο εγκαλών κατασκεύασε το ίδιο έργο με μηχανικό και εργολάβο και του κόστισε επιπλέον το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν μηχανικός. Το έκανε για να γλιτώσει τα λεφτά του μηχανικού. Τα υλικά δεν ήταν καλά. Η τιμή τους ήταν υπερβολική. Ο κατηγορούμενος έφερε στην ..... της ..... συνεργείο 8 ατόμων. Τις οδηγίες τις έδινε ο κατηγορούμενος. Τα χρήματα για την κατασκευή του έργου τα έλαβε ο κατηγορούμενος. Τα σίδερα λύγισαν. Την προσφορά την έδωσε στον εγκαλούντα ο κατηγορούμενος στην Αθήνα σε μάντρα σιδηρικών, που διατηρούσε. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον εγκαλούντα ότι ήταν μηχανικός και εργολήπτης δημοσίων έργων. Δεν έλαβε θέση ο κατηγορούμενος για τα σχέδια του πρώτου μηχανικού, αλλά ανέφερε στον εγκαλούντα ότι θα τα έκανε πιο στέρεα. Εάν έλεγε στον εγκαλούντα ότι δεν ήταν μηχανικός δεν θα του έδινε τη δουλειά. Στο κτίριο αυτό πήγαινε πολύς κόσμος. Ήταν κινηματογράφος και είχε και μαγαζιά. Το βάρος της πλάκας, του είπε ότι σήκωνε 700 με 800 κιλά ανά τετραγωνικό. Ο εγκαλών τοποθέτησε βάρος 200 κιλά. Δεν υπάρχει ειδικό συνεργείο τέτοιο στη ....., γι αυτό ο εγκαλών πήγε στην Αθήνα. Ο μηχανικός Β του σύστησε τον κατηγορούμενο Χ. Τα χρήματα τα έδωσε ο εγκαλών από τον Οκτώβριο του 2000. Στην προσφορά δεν ήταν ο Α. Ο μηχανικός Β δεν είχε πει στον εγκαλούντα για τον Α, μόνο για τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος έφερε στο κατάστημα του εγκαλούντα τα σίδερα κολλημένα και βαμμένα. Ο πραγματογνώμονας ....., Πολιτικός Μηχανικός, ο οποίος διορίσθηκε με το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο του ΤΕΕ Τμήματος Β.Α. Αιγαίου, μετά από την υπ' αριθμ. ..... σχετική αίτηση του εγκαλούντα Ψ, στην από Νοεμβρίου 2001 πραγματογνωμοσύνη του, αναφέρει τα ακόλουθα: Το εν λόγω έργο είναι επισκευή κτιρίου παλαιού κινηματογράφου, στην ..... της ..... . Το κτίσμα στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί ως νυχτερινό κέντρο διασκέδασης και μετά καταστράφηκε από φωτιά. Πρόκειται για κτίσμα λιθόκτιστο. Για την επισκευή του κτιρίου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ..... Οικοδομική Άδεια. Η συγκεκριμένη άδεια προέβλεπε την κατασκευή μεταλλικής στέγης, με επικάλυψη από πανέλα πολυουρεθάνης και παταριού με βοηθητική χρήση. Η στατική μελέτη της οικοδομικής άδειας προέβλεπε τη διαμόρφωση της στέγη με ζευκτά (επίπεδα δικτυώματα). Αντί των ζευκτών, κατασκευάστηκαν πλαίσια από ολόσωμες δοκούς ΙΡΝ 220 (ζυγώματα). Ο υπογράφων ζήτησε τη νέα στατική μελέτη, βάσει της οποίας έγινε η αλλαγή. Κατά δήλωση και των δύο αντιδίκων μερών, δεν συντάχθηκε στατική μελέτη για τον υπολογισμό της ολόσωμης κατασκευής. Δηλαδή, η αλλαγή των ζευκτών σε ολόσωμες, καθώς και οι συνδέσεις των κόμβων έγιναν κατ' εκτίμηση και χωρίς υπολογισμούς. Τα ζυγώματα της στέγης στηρίζονται τόσο πάνω στους περιμετρικούς λιθόκτιστους τοίχους, όσο και στις κολώνες τύπου ΗΕΑ 120, που ανεβαίνουν από το πατάρι. Το πατάρι αποτελείται από εσχάρα σιδηροδοκών με κύριες δοκούς τύπου ΙΡΝ 260 και δευτερεύουσες τεγίδες ΙΡΕ 80. Οι τεγίδες είναι τοποθετημένες ανομοιόμορφα, χωρίς σταθερή απόσταση μεταξύ τους και χωρίς καθετότητα με τις κύριες δοκούς. Μετά τη σκυροδέτηση του δαπέδου του παταριού με πλάκα πάχους 8 εκ. επί λαμαρίνας, τόσο οι τεγίδες, όσο και κάποιες από τις κύριες δοκούς παρουσίασαν μεγάλο βέλος κάμψης (>4 εκ.). Η κάμψη των κυρίων δοκών οδήγησε και τις αντίστοιχες κολώνες σε σημαντική απόκλιση από την κατακόρυφο. Η θεμελίωση των στύλων στήριξης του .παταριού έγινε με μεμονωμένα πέδιλα, διαστάσεων 60 * 60 * 60 εκ. από οπλισμένο σκυρόδεμα, χωρίς την παρεμβολή συνδετήριων δοκών. Όπως και η στέγη, το πατάρι κατασκευάστηκε χωρίς τη σύνταξη στατικής μελέτης. Κατόπιν των ανωτέρω, μπορούμε να συμπεράνουμε τα κάτωθι: 1) Επειδή η όλη κατασκευή (στέγη και πατάρι) κατασκευάστηκε χωρίς εγκεκριμένη ή άλλη στατική μελέτη και χωρίς κανένα στοιχειώδη υπολογισμό στατικό και αντισεισμικό, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος επάρκειας των διατομών και των συνδέσεων. Για να είναι δυνατός ένας τέτοιος έλεγχος, απαιτείται πλήρης στατική μελέτη ελέγχου της επάρκειας της κατασκευής, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, μελέτη που δεν είναι στο αντικείμενο της παρούσας πραγματογνωμοσύνης. 2} Δεν εφαρμόσθηκε η στατική μελέτη της οικοδομικής άδειας. 3} Η θεμελίωση των στύλων του παταριού γίνεται με μεμονωμένα πέδιλα, χωρίς την απαραίτητη παρεμβολή συνδετήριων δοκών για την αντισεισμική θωράκιση της κατασκευής. 4) Μία από τις κεντρικές κύριες δοκούς του παταριού είναι "ματιστή", δηλαδή αποτελείται από δύο τμήματα μετωπικά συγκολλημένα, χωρίς την παρεμβολή λάμας ή κοχλίωσης, ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης συνέχεια της δοκού. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται και το μεγαλύτερο βέλος κάμψης μετά τη φόρτιση του παταριού, λόγω σκυροδέτησης του δαπέδου. 5) Οι διατομές στύλων και κυρίων δοκών του παταριού είναι δυσανάλογου μεγέθους, (υπερδιπλάσιο στατικό ύψος δοκών από τις κολώνες), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη για ενίσχυση του κόμβου ένωσής τους. Τέτοια ενίσχυση έχει γίνει στον καρφιά της στέγης και στις στηρίξεις των ζυγωμάτων της. 6) Μεταξύ των στύλων του παταριού δεν έχουν τοποθετηθεί πλευρικοί σύνδεσμοι ακαμψίας, και7) Μεταξύ των πλαισίων της στέγης δεν έχουν τοποθετηθεί χιαστί αντιανεμικοί σύνδεσμοι. Ο Πολιτικός Μηχανικός Γ στην από 6-5-2001 τεχνική περιγραφή του αναφέρει ότι μετά από αυτοψία, που έγινε στο κτίριο του Ψ, καταγράφονται τα εξής: 1) Στο δάπεδο, το οποίο υπάρχει με φέροντα οργανισμό από μεταλλικά προφίλ, όλες παντελώς οι διατομές είναι ανεπαρκείς στατικά. 2) Ειδικότερα, οι δοκοί οι βασικοί δεν είναι διαστασιολογημένοι σωστά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να παραλάβουν ούτε το ίδιο βάρος. 3) Χρειάζεται ολική αντικατάσταση του δαπέδου. Να σημειωθεί εδώ ότι ο κατηγορούμενος στην προσφορά του προς τον εγκαλούντα στη σφραγίδα του στο τέλος αυτής αναφέρει: "Επίβλεψη-Κατασκευή Χ, Εργολήπτης Δημοσίων Έργων" και υπογράφει ο ίδιος, ενώ αυτός ήταν υπάλληλος στο τεχνικό γραφείο του Α και δεν ήταν εργολήπτης δημοσίων έργων. Το ως άνω συνολικό χρηματικό ποσό το παρέλαβε ο κατηγορούμενος και όχι ο Α και τις αποδείξεις είσπραξης ο κατηγορούμενος, όταν τις παρέδωσε στον εγκαλούντα, τις είχε εκ των προτέρων έτοιμες και υπογεγραμμένες για να μην μπορεί ο εγκαλών να διαπιστώσει ποιος πραγματικά υπέγραψε αυτές και αν οι εν λόγω αποδείξεις είσπραξης προέρχονται από το Α ή από τον κατηγορούμενο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην ....., στις 9-11-2000, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η προξενηθείσα, δε, ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ήλθε σε επαφή με τον εγκαλούντα Ψ και του παρέστησε ψευδώς ότι είναι μεγάλος επιχειρηματίας μηχανικός, εργολήπτης δημοσίων έργων, με τεχνικό γραφείο μεταλλικών κατασκευών και ότι έχει τη δυνατότητα να κατασκευάσει με μεταλλική κατασκευή το καταστραφέν από πυρκαγιά κατάστημά του στην ....., με άριστα υλικά και να προβεί στην επίβλεψη αυτού, αλλά ήταν υπάλληλος στο τεχνικό γραφείο του Α, έναντι 14.000.000 δρχ., τα οποία υλικά και περιέγραψε ως ένα μεταλλικό σκελετό από κολώνες ΗΕΑ 120, ζεύκτρα ΙΡΝ 200, τεγίδες οροφής C 140 γαλβάνιζε, 2 δοκούς παταριού ΙΡΝ 260, τεγίδες παταριού ΙΡΝ 80. Τα ως άνω ήταν ψευδή, καθώς δεν ήταν μεγάλος επιχειρηματίας, ούτε μηχανικός, ούτε εργολήπτης δημοσίων έργων, δεν διατηρούσε τεχνικό γραφείο μεταλλικών κατασκευών και δεν είχε τις τεχνικές γνώσεις επίβλεψης και κατασκευής του ως άνω έργου, ούτε είχε στην κατοχή του τα ως άνω υλικά κατασκευής, αλλά κατείχε υλικά, τα οποία δεν ήταν τα δέοντα σε ποιότητα και ποσότητα, ούτε ο τρόπος κατασκευής ήταν ο αρμόζων, η συνολική τους, δε, αξία δεν ξεπερνούσε τις 300.000 δρχ. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις, παρέπεισε τον ως άνω εγκαλούντα και του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 10.500.000 δρχ., προκειμένου να του τοποθετήσει τα ως άνω υλικά και να κατασκευάσει το κατάστημά του, καθώς επίσης να προβεί στην επίβλεψη, πράξη στην οποία δεν θα προέβαινε, αν γνώριζε ότι δεν ήταν επιχειρηματίας, μηχανικός, με δικό του τεχνικό γραφείο, ότι τα υλικά, που θα του τοποθετούσε, δεν ήταν τα δέοντα, η αξία τους δεν υπερέβαινε τις 300.000 δρχ. και η κατασκευή δεν ήταν η αρμόζουσα, χωρίς στατική μελέτη πολιτικού μηχανικού, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγκαλών με το ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, με αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου". Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο αφενός μεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την υπό των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 386 παρ. 1β,α του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλο τρόπο, παραβίασε. Ως προς τις περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις παρατηρούνται τα εξής: Από το σύνολο των ως άνω παραδοχών του σκεπτικού, σε συνδυασμό με το διατακτικό, αιτιολογείται ο σκοπός του αναιρεσείοντος να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, είναι δε αβάσιμη η αιτίαση υπό στοιχείο α που υποστηρίζει τα αντίθετα. Αιτολογείται το ποσό της ζημίας, ανερχόμενο στο ποσό των 10.500.000 δρχ. και ότι η ζημία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, είναι δε αβάσιμη η αιτίαση υπό στοιχείο β που υποστηρίζει τα αντίθετα. Αναφορικά με τα υλικά αξίας 300.000 δρχ. δέχεται κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της ότι δεν ήταν τα δέοντα σε ποιότητα, με την περαιτέρω παραδοχή ότι η κατασκευή "έπεσε και κάθησε". Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά, με τις αιτιάσεις υπό στοιχεία γ' και δ', με τις οποίες ο αναιρεσίων υποστηρίζει ότι τα υλικά τα οποία υποσχέθηκε στον εγκαλούντα να τοποθετήσει, τοποθετήθηκαν, και δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η διαφοροποίηση των υλικών αυτών που υποσχέθηκε να τοποθετήσει και αυτών που τοποθέτησε, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ουσιαστικού Δικαστηρίου. Συνεπώς αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Κατ' ακολουθία τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6390/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη από κοινού ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας. Στοιχεία. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ΄. Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι οι λοιποί λόγοι, οι οποίοι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2194/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αλέξανδρο Νικάκη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοϊνη, Ανδρέα Τσόλια (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραβαγγέλη, περί αναιρέσεως της 11/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαϊου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1227/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίας, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητα η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Η παραπάνω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην απόσβεση του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Για το παραδεκτό των αυτοτελών ισχυρισμών επιβάλλεται να προτείνονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του, προκειμένου να κριθεί το ουσία βάσιμο αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 308 §3 ΠΚ ο υπαίτιος της σωματικής βλάβης από πρόθεση μπορεί να απαλλαχθεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση, εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξηςτου παθόντος εναντίον του, που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται δυνητικός προσωπικός λόγος απαλλαγής του υπαίτιου σωματικής βλάβης από πρόθεση. Εάν η τελεσθείσα από τον παθόντα πράξη δεν έχει τον παραπάνω χαρακτήρα, αλλά είναι απλώς άδικη και του προκάλεσε οργή που τον παρέσυρε στην σωματική βλάβη δεν χωρεί απαλλαγή του υπαιτίου, μπορεί όμως να τύχει εφαρμογής η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 §2γ' ΠΚ . Στην προκείμενη περίπτωση από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα "αποδείχτηκε ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στο κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση του παθόντος. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο εγκαλών Ψ κατά το παρελθόν ήρθε σε προστριβή με τον πατέρα του κατηγορουμένου, Χ, και σε επεισόδιο που συνέβη στις 19-7-2002 στους ....., ο εγκαλών εξύβρισε τον πατέρα του κατηγορουμένου, τον απείλησε και επεχείρησε να τον χτυπήσει, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του γιατί τον συγκράτησαν παριστάμενα στο επεισόδιο άτομα, για τις πράξεις του δε αυτές καταδικάστηκε με την 1666/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας σε συνολική ποινή φυλάκισης 50 ημερών. Τρεις ημέρες μετά το παραπάνω επεισόδιο, ήτοι στις 22-7-2002 ο κατηγορούμενος συνάντησε έξω από το καφενείο των ..... τον εγκαλούντα και του ζήτησε το λόγο για το παραπάνω επεισόδιο με τον πατέρα του. Η συζήτηση μεταξύ των δύο εξελίχθηκε σε καυγά και ειδικότερα κατηγορούμενος και εγκαλών αλληλοεξυβρίσθησαν και ο καυγάς μετατράπηκε τελικά σε ξυλοδαρμό, ήτοι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε πρώτος στον εγκαλούντα και τον χτύπησε με γρόνθους και λακτίσματα στο πρόσωπο και στα κάτω και άνω άκρα του σώματος, με αποτέλεσμα να του προξενήσει εκδορές στη μετωπιαία χώρα, στο αριστερό ημιθωράκιο, στη δεξιά άκρα χείρα και κάταγμα έξω σφυρού. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση, εξαιτίας προηγούμενης συμπεριφοράς του παθόντος εναντίον του σκληρής και βάναυσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία. Και συγκεκριμένα, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης δεν προέκυψε ότι πρώτος ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίθεση από τον εγκαλούντα. Εξάλλου η προηγηθείσα κατά τρεις ημέρες συμπεριφορά του εγκαλούντος σε βάρος του πατέρα του κατηγορουμένου, δεν αποτελεί λόγο εφαρμογής του άρθρου 308 παρ. 3 ΠΚ, αφού δεν πρόκειται για αμέσως προηγούμενη πράξη που τέλεσε ο παθών σε βάρος του κατηγορουμένου. Θα πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί ότι στην πράξη ωθήθηκε από οργή που του προκάλεσε η προηγούμενη συμπεριφορά του παθόντος απέναντι στον πατέρα του. Εξάλλου, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε άμυνα υπερασπίζοντας τον εαυτό του από άδικη επίθεση εκ μέρους του εγκαλούντος και πρέπει να απορριφθεί ο προβληθείς κατά τα άνω αυτοτελής ισχυρισμός". Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο απέρριψε τους υποβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμούς και κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στους ....., την 22-7-2002, ενεργώντας από κοινού με τον Χ, προξένησε σε άλλον βλάβη της υγείας του, και συγκεκριμένα χτύπησε τον Ψ με σφοδρότατους γρόνθους και ισχυρότατα λακτίσματα στο πρόσωπο και στα κάτω και άνω άκρα του σώματός του, με αποτέλεσμα να του προξενήσει εκδορές στη μετωπιαία χώρα, στο αριστερό ημιθωράκιο (στο ύψος της 4ης-5ης πλευράς) και στη δεξιά άκρα χώρα και κάταγμα έξω σφυρού", με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2γ ΠΚ. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την απορριπτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού της δικαιολογημένης αγανακτήσεως, αφού εκθέτει τις αποδείξεις στις οποίες το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του αυτή, δεχόμενο, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, ότι από την αξιολόγηση αυτών (αποδείξεων) δεν αποδείχτηκε ότι αμέσως προ του επεισοδίου προηγήθηκε ιδιαιτέρως σκληρή ή βάναυση συμπεριφορά του παθόντα, αλλά αντίθετα δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, πλέον των άλλων και ότι απλώς "ο κατηγορούμενος και ο εγκαλών αλληλοεξυβρίστηκαν και ο καυγάς μετατράπηκε τελικά σε ξυλοδαρμό...". Κατά συνέπεια αφενός μεν αιτιολογημένα απορρίφτηκε ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 308 παρ. 3 του ΠΚ, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει και επιπλέον να διαλάβει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 22 ΠΚ τοιούτος, που προτείνονται στο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν αυτοί δεν περιέχουν και συγκεκριμένη αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που τους θεμελιώνουν. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το ανωτέρω Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας απέρριψε, με ελλιπή αιτιολογία, τον περί αμύνης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, δήλωσε, ότι "υπέστη από τον εγκαλούντα μία απολύτως άδικη και παρούσα επίθεση, και προκειμένου να προστατέψει τον εαυτό του αμύνθηκε", χωρίς, όμως, να επικαλεσθεί άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό και δη την ύπαρξη παρούσας επίθεσης εναντίον του από τον εγκαλούντα και ότι η προσβολή του τελευταίου ήταν αναγκαία προς υπεράσπισή του. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα. Ανεξάρτητα όμως από αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένα, ως εκ περισσού, απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, εκτός από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου λόγους μπορούν να προταθούν σε ότι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ λόγος κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, εκτός από την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ποσού σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, επιδίκασε στον παραστάντα ως πολιτικώς ενάγοντα Ψ και τόκους επί του ποσού αυτού από 10-1-2007 μέχρι την εξόφληση, χωρίς να έχει υποβληθεί από τον πολιτικώς ενάγοντα αντίστοιχο αίτημα για την επιδίκασή τους, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως. Επομένως είναι ουσιαστικά βάσιμος ο τρίτος από τα άρθρα 510 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος της που επιδίκασε τόκους επί της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως και πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και μη συντρεχούσης περιπτώσεως παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση, να απαλειφθεί η σχετική διάταξή της με την παρούσα απόφαση. Κατά τα λοιπά δε η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 11/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας κατά τη διάταξή της που επιδίκασε τόκους επί της επιδικασθείσης στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ χρηματικής ικανοποιήσεως. Απαλείφει την ανωτέρω διάταξη της ίδιας αποφάσεως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 23-5-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της ιδίας (11/2007) αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Απλή σωματική βλάβη με πρόθεση από κοινού. Η ένσταση περί σκληρής και βάναυσης συμπεριφοράς απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ’ ουσία. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ. Ο ισχυρισμός του άρθρου 22 ΠΚ περί άμυνας είναι αόριστος. Αλυσιτελής ο ισχυρισμός περί ελλείψεως αιτιολογίας. Το Δικαστήριο εκ περισσού την αιτιολόγησε. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα εκτός από χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και νόμιμους τόκους επί του ποσού αυτού, που δεν ζητήθηκαν και απαλείφεται η σχετική διάταξη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση μερική, Σωματική βλάβη απλή, Πολιτική αγωγή, Τόκοι, Άμυνα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2190/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Θεοδώρα Γκοϊνη, Αναστάσιο Λιανό (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελένη Σπίτσα (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της 180/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαϊου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1003/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠοινΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που του επιβλήθηκε πρωτοδίκως, έστω και εσφαλμένα. Έτσι, επί συρροής δύο εγκλημάτων, αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε εσφαλμένα μία ποινή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, να επιβάλλει δύο ποινές. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 937/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για δύο αδικήματα, (λαθρεμπορία και παράβαση αγορανομικής διατάξεως), στην αυτή ποινή φυλακίσεως των δέκα (10) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική και προσδιόρισε το ποσό που αναλογεί για κάθε ημέρα προς 4,40 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσίων άσκησε έφεση. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, δήλωσε ότι του έχει επιβληθεί μία ποινή 10 μηνών, ενώ οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται είναι δύο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις δύο αυτές πράξεις στην αυτή ποινή, όπως και πρωτόδικα, αιτιολόγησε δε τούτο στη σελίδα 12, "έχοντας υπόψη τα ως άνω στοιχεία, δηλαδή την επιβολή ποινής φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και για τις δύο πράξεις που κατηγορείται, ήτοι της λαθρεμπορίας και της παράβασης αγορανομικής διατάξεως, και για τις οποίες επιβλήθηκε μία (η ίδια) ποινή από το πρωτόδικο δικαστήριο, χωρίς τούτο να καθιστά χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, που καταδικάστηκε και για τις δύο πράξεις στην αυτή ποινή". Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 470 εδ. α ΚΠοινΔ, δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει έννομο συμφέρον για την επιβολή δύο ποινών. Για τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠοινΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και υπερβάσεως εξουσίας, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-5-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 180/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορούμενου συνιστά υπέρβαση εξουσίας. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου επειδή καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για δύο πράξεις σε μία ποινή, για τις οποίες επιβλήθηκε μία (η ίδια) ποινή από το πρωτόδικο Δικαστήριο (άρθρ. 470 εδ. α΄ ΚΠΔ). Απορρίπτει.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Κατηγορούμενος.
0
Αριθμός 2187/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 8/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 429/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, με αριθμό 229/6-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας μετά της σχετικής δικογραφίας την με αριθ. 29/7-2-2008 έκθεση Αναιρέσεως του Χ, που ησκήθη δια δηλώσεώς του ενώπιον του Διευθυντού του Νοσοκομείου Κρατουμένων των Φυλακών Κορυδαλλού, κατά της υπ'αριθ. 8/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου απερρίφθη η από 17-9-2007 αίτησίς του περί επαναλήψεως της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 52533/1996 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δια της οποίας κατεδικάσθη σε συνολική ποινή φυλάκισης 22 μηνών που μετετράπη προς 1.500 δρχ. και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει στην δήλωση της άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρ. 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την δήλωση για αναίρεση. Κατ'ακολουθία των ως άνω, λόγοι που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο και δη σε υπόμνημα δεν λαμβάνονται υπ'όψιν από το Δικαστήριο, ενώ η απλή συρραφή του υπομνήματος στην έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ'αυτό λόγους στην έκθεση και πολύ περισσότερο όταν το υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέα ενώπιον του οποίου ησκήθη το ένδικο μέσο της αναίρεσης. (Α.Π. 450/2006 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 977). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση υπ'αριθ. 29/19-2-2008 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ'αριθ. 8/28-1-2008 απόφασις του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποίαν απερρίφθη, ως αβάσιμη, η από 17-9-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναλήψεως της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 52533/1996 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δια της οποίας κατεδικάσθη σε συνολική ποινή φυλάκισης 22 μηνών που μετετράπη προς 1.500 δρχ. Η αναίρεση ησκήθη με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στον Διευθυντή του Νοσοκομείου Κρατουμένων της Φυλακής Κορυδαλλού, όπου κρατείται, αναφέρονται δε σ'αυτή, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, επακριβώς, τα εξής: "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά του υπ'αριθ. 8/28-1-2008 βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Αθήνας για τους λόγους που αναφέρει στο συνημμένο υπόμνημά του .....". Με αυτό όμως το περιεχόμενο η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται ουδείς εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς εις το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγων αναίρεσης. Εν όψει δε τούτων οι λόγοι που αναφέρονται στο από 8-2-2008 έγγραφο υπόμνημα του αναιρεσείοντος δεν λαμβάνονται υπ'όψιν από το Δικαστήριο και η απλή συρραφή του εν λόγω υπομνήματος στην υπό κρίσιν έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχομένους σ'αυτό (υπόμνημα) λόγους στην έκθεση αναίρεσης και πολύ περισσότερο αφού το εν λόγω έγγραφο υπόμνημα δεν φέρει την σφραγίδα της υπηρεσίας ούτε την υπογραφή του Διευθυντού της ως άνω Δικαστικής Φυλακής ενώπιον του οποίου ησκήθη το ένδικο μέσο της υπό κρίσιν αναίρεσης. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αναίρεση και να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπ'αριθ. 29/19-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ'αριθ. 8/28-1-2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήναι την 24η Απριλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 509 παρ.1α και 474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από εκείνον που κρατείται στις φυλακές, μπορεί να γίνει και στον διευθύνοντα τη φυλακή, με δήλωση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, όπου διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου και που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται. Οι διατάξεις δε αυτές που προβλέπουν ρητώς τον τρόπο με τον οποίο ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως από τον κρατούμενο στις φυλακές, ως ειδικές, κατισχύουν της γενικής διατάξεως του άρθρου 74 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία οι αιτήσεις και δηλώσεις των κρατουμένων υποβάλλονται σε έγγραφο που εγχειρίζεται στον διευθυντή του καταστήματος, όπου κρατούνται, ο οποίος και συντάσσει σχετική έκθεση. Συνεπώς από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 148 επ. ΚΠΔ, με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος σύνταξης των εκθέσεων, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν μπορεί να ασκηθεί με δικόγραφο, το οποίο έχει κατατεθεί στον διευθυντή των φυλακών, όπου κρατείται ο αναιρεσείων, παρά μόνο με έκθεση που συντάσσεται ενώπιόν του και στην οποία πρέπει να μνημονεύονται οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης πρέπει στη δήλωση της άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση. Επομένως, λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο και δη σε υπόμνημα δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ενώ η απλή συρραφή του υπομνήματος στην έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ' αυτό λόγους στην έκθεση και πολύ περισσότερο όταν το υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ , όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται για την άσκησή του από το νόμο, τότε το αρμόδιο να κρίνει γι' αυτό Συμβούλιο ή Δικαστήριο το απορρίπτει, ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη 4/7-2-2008 (29/19-2-2008 ) αίτηση, ο αναιρεσείων Χ άσκησε αναίρεση με δήλωσή του ενώπιον της Διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων των Φυλακών Κορυδαλλού, κατά της 8/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 17-9-2007 αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η 52533/1996 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δια της οποίας καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 22 μηνών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την έκθεση αναίρεσης, ο αναιρεσείων κρατούμενος παρουσιάστηκε στις 7/2/2008 στην πιο πάνω Διευθύντρια και δήλωσε ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά του αρ. 8/28-1-08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθήνας για τους λόγους που αναφέρει στο συνημμένο υπόμνημά του". Στην πιο πάνω έκθεση φέρεται επισυναπτόμενο χειρόγραφο έγγραφο, με ημερομηνία 11/2/2008, που χαρακτηρίζεται ως "Αίτηση αναίρεσης-Υπόμνημα", στην πρώτη σελίδα του οποίου έχει τεθεί (ενδεχομένως από το Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού) ημερομηνία 11/2/08, ενώ στην τελευταία ο αναιρεσείων έχει θέσει ημερομηνία 8/2/2008. Το γεγονός όμως ότι η έκθεση αναίρεση συντάχθηκε ενώπιον της Διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων της Φυλακής Κορυδαλλού στις 7/2/2008, αποκλείει να είχε επισυναφθεί το έγγραφο αυτό κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεση αναίρεσης ενώπιον της πιο πάνω Διευθύντριας. Επιπλέον το εν λόγω έγγραφο- υπόμνημα δεν φέρει την σφραγίδα της υπηρεσίας ούτε την υπογραφή της Διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων ενώπιον της οποίας ασκήθηκε το ένδικο μέσο της υπό κρίση αναίρεσης, ώστε να θεωρηθεί ότι ενσωματώθηκε το έγγραφο αυτό στην έκθεση αναίρεσης. Έτσι, με το πιο πάνω περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτη, αφού ουδείς λόγος αναίρεσης διαλαμβάνεται σε αυτήν ούτε μπορούν να συμπληρωθούν οι ελλείποντες λόγοι με στοιχεία που βρίσκονται σε άλλο έγγραφο, έξω από την ένδικη δήλωση αναίρεσης. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του ότι οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο από 8-8-2005 έγγραφο υπόμνημα του αναιρεσείοντος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, πρέπει να παρατηρηθεί, ότι ούτε στο εν λόγω υπόμνημα διαλαμβάνονται λόγοι αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ειδικότερα ο αναιρεσείων, αναφέρει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, πλην όμως δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή (δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως από το Συμβούλιο και η αποχή αυτού να αποφανθεί επί του αιτήματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα, μέχρι να υποβληθεί σχετική έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα, παρά την εν μέρει αντίθετη πρόταση του τελευταίου). Όλες δε οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν, κατά λοιπά, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών, συνεπεία των οποίων ο αναιρεσείων, κατά τους ισχυρισμούς του, έχει καταδικασθεί αδίκως και, επομένως, απαραδέκτως προβάλλονται. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 4/7-2-2008 ( 29/19-2-08) αίτηση- έκθεση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση του 8/2008 βουλεύματος (απόφασης) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης κρατουμένου στις φυλακές, που ασκήθηκε με υπόμνημα που επισυνάπτεται στην έκθεση, χωρίς να υπογράφεται από τον Διευθυντή των Φυλακών και χωρίς να περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης. Απορρίπτει.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2188/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9352/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 635/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 288/28.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 42/13-3-2008 έκθεση αναίρεσης του κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας Χ, Γεωργιανού υπηκόου, κατοίκου ....., οδός ..... αρ. ..., κατά της υπ'αριθμ. 9352/21-12-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη της παραγράφου του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 18 του άρθρου 2 του Ν.2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ'αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στο δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ. συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ενώπιον του διευθυντού της Δικαστικής Φυλακής Λάρισας στις 13-3-2008, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε παρόντος αυτού στις 21-12-2007 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 22-2-2008. Συνεπώς η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο 10ήμερης προθεσμίας. Δεν αναφέρεται δε σ'αυτή γεγονός που συνιστά ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της και πρέπει για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη - απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη-απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 42/13-3-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθμ. 9352/21-12-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 15 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από της εκδόσεώς της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 9.352/2007 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε για κλοπή κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 21-12-2007, με παρόντα τον αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 22 Φεβρουαρίου 2008, όπως τούτο προκύπτει από υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα. Ωστόσο ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή της δικαστικής φυλακής Λάρισας, την 13η Μαρτίου 2008, δηλαδή μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ, χωρίς σ' αυτήν (έκθεση αναιρέσεως) να επικαλείται ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί (ως απαράδεκτη) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 42/13-3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9352/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ???????? 2188/2008 σελ.66
Απόρριψη αναιρέσεως ως εκπρόθεσμης.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2186/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 214/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 363/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 257/14.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 1/15-2-2008 (7/2008) δήλωση αναίρεσης του Χ κατά της με αριθμ. 214/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για αγορά και κατοχή ναρκωτικών και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 1 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''&1 Όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. 'Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη , εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του , οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης . ..... &2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 ........... και &3 Η προθεσμία τα για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου......'' κατά δε την δεύτερη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν , κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών , αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση , οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλουμένη κατάσταση ανωτέρας βίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε με δήλωσή του στον διευθυντή της φυλακής όπου κρατείται την με ημερομηνία 11-2-2008 Αίτηση αναίρεσης για την οποία συντάχθηκε η με αριθμ. 7/ 11-2-2008, 1/15-2-2008 έκθεση αναίρεσης με την οποία ζητά την αναίρεση της με αριθμ. 214/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Από δε την με αριθμ 214/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή προκύπτει προκύπτει ότι ο καταθέσας την αίτηση ήταν παρών μετά συνηγόρου τον οποίο του διόρισε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου όταν δημοσιεύτηκε η παραπάνω απόφαση την 1-11-2007, και από την βεβαίωση του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου πού αναγράφεται στο τελευταίο φύλλο της απόφασης προκύπτει ότι αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο τις 7-12-2007. Επομένως η 10ήμερη προθεσμία άρχισε την επομένη ημέρα δηλ. την 8-12-2007 και συμπληρώθηκε και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα είναι εκπρόθεσμη αφού στην αίτησης του δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να της επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Δια ταύτα Προτείνω όπως : Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η αριθμ. 1/15-2-2008 (7/2008) αίτηση αναίρεσης του Χ, κρατουμένου στις φυλακές ..... κατά της με αριθμ. 214/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω Αθήνα την 15-4-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ίδιος ο αναιρεσείων, που είναι κρατούμενος στις φυλακές της ....., τηλεφωνικά, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ.1 και 3 και 507 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά τη δημοσίευσή της, και είναι δέκα ημέρες. Αν ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ.2 και 474 παρ.2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων κατέθεσε με δήλωση του, στον διευθυντή της φυλακής όπου κρατείται, την με ημερομηνία 11-2-2008 αίτηση αναίρεσης, για την οποία συντάχθηκε η 7/ 11-2-2008, έκθεση. Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων ζητούσε την αναίρεση της 214/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για αγορά και κατοχή ναρκωτικών. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ήταν παρών μετά του συνηγόρου του, όταν δημοσιεύτηκε η παραπάνω απόφαση την 1-11-2007. Από την επί της αποφάσεως αυτής βεβαίωση του Γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου, που υπάρχει στο τελευταίο φύλλο, προκύπτει ότι, αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ στις 7-12-2007. Επομένως η 10ήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, που έγινε κατά τον αναφερόμενο στο άρ. 474 παρ.1 εδ. β τρόπο από τον αναιρεσείοντα κρατούμενο στη φυλακή, άρχισε την επομένη ημέρα, δηλαδή την 8-12-2007 και είχε ήδη συμπληρωθεί κατά το χρόνο της ασκήσεώς της (11/2/2008). Στην έκθεση αυτή αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε μετά την οριζόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, δεκαήμερη προθεσμία αναιρέσεως, δεν μνημονεύονται περιστατικά ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε ο αναιρεσείων εμπρόθεσμα την υπό κρίση αίτηση, ούτε γίνεται επίκληση αποδεικτικών μέσων από τα οποία να αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Συνεπώς, η αίτηση αυτή, ως εκπρόθεσμη, είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 7/11-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της με αριθμ. 214/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ????????2186/08 - σελ. 1
Απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη αναίρεση κρατουμένου στις φυλακές. Μη επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Απορρίπτει αναίρεση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2184/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειο Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1818/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1892/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειο Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 243/8-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 1/11/2007, αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθμ. 1818/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος έγινε δεκτή η έφεση της εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης "RAIFFEISEN UND VOLKSBANKEN TOURISTIK GmbH", ως πολιτικώς εναγούσης, κατά του υπ' αριθμ. 1231/2007 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι' απάτη εκ της οποίας η ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Ως γεγονότα, κατά την στην ανωτέρω διάταξη έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ άλλου, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθη σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος, με δόλια παραπλάνηση επιτυγχανομένη είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, είτε με την αθέμιτη απόκρυψη αληθών γεγονότων ή με την παρασιώπηση αυτών. Η δόλια δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικώς τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικώς μεταξύ τους. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθών γεγονότων συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση αληθών γεγονότων πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώση σ' αυτόν, είτε από τον νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του. Έτσι, η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι παραβιάζεται εκ πλαγίου η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρ. 386§1 ΠΚ και στερείται η απόφαση ή το βούλευμα νομίμου βάσεως. Δεν δημιουργείται, όμως, τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι τρόποι, εφ' όσον στο σκεπτικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως αλλ' απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει)τον δόλο του δράστη. Όταν όμως η απόκρυψη αληθών γεγονότων και η αθέμιτη παρασιώπηση τέτοιων γεγονότων χρησιμοποιούνται συγχρόνως, ως τρόποι τελέσεως της απάτης, όχι μόνο ανακύπτει ασάφεια, αλλά δημιουργείται αντίφαση, αφού η μία περίπτωση (απόκρυψη) αποτελεί έγκλημα ενεργείας, ενώ η άλλη (παρασιώπηση) αποτελεί έγκλημα διά παραλείψεως τελούμενο, που προϋποθέτει πάντοτε ιδιαιτέρα υποχρέωση (άρθρ. 15 ΠΚ) προς ανακοίνωση, αυτά δε δεν μπορούν να συνυπάρχουν, αλλά το ένα αποκλείει το άλλο, εκ της φύσεως του πράγματος (βλ. ΑΠ 826/2006). Περαιτέρω, κατά την πάραγρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ή β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Τέλος, κατά μεν το άρθρ. 6§1 ΠΚ οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε, στην δε παράγραφο 263 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα προβλέπεται και τιμωρείται το έγκλημα της απάτης, στον δράστη της οποίας, σε ιδιαιτέρως βαριές περιπτώσεις, επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας, από έξι μήνες μέχρι δέκα έτη. Ιδιαιτέρως δε βαριά περίπτωση απάτης υπάρχει κατά κανόνα, αν ο δράστης προξενεί περιουσιακή ζημία μεγάλης εκτάσεως (παράγρ. 263 Γερμανικού ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη το βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, κατ' είδος προσδιορισμένα, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων, στο ..... - Γερμανίας, την 20-1-2005 παριστάνοντας στον Α, νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "Raiffeisen und Volksbanken Touristik GmbH" που εδρεύει στο ..... Γερμανίας, ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε.", της οποίας ο αναιρεσείων ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ήταν φερέγγυα, με ανοδική πορεία και σε καλή οικονομική κατάσταση, μη αντιμετωπίζουσα κανένα πρόβλημα στην εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων που ανελάμβανε στα πλαίσια της λειτουργίας της, έπεισε αυτόν (Α) και του κατέβαλε, ενεργώντας για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, το ποσό των 200.000 ευρώ, ως προκαταβολή για τις τουριστικές υπηρεσίες (ανεύρεση ξενοδοχείων για διαμονή και εστιατορίων για σίτιση, ανεύρεση ξεναγών και γενικά την οργάνωση της διαμονής των "γκρουπ" τουριστών που η εγκαλούσα έστελνε στην Ελλάδα για διακοπές) που θα παρείχε η εταιρεία με την επωνυμία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε.", εντός του έτους 2005 προς την εγκαλούσα εταιρεία,που είχε ως κύρια δραστηριότητα την παροχή τουριστικών υπηρεσιών. Παρέστησε δε στον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας τα παραπάνω ψευδή πραγματικά περιστατικά, από τα οποία (περιστατικά) όσα ανάγονταν στο μέλλον, συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις, αναφερόμενων στο παρόν γεγονότων (περί της φερεγγυότητας και της καλής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε."), προκειμένου να τον πείσει να του καταβάλει, ενεργώντας για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, το ποσό των 200.000 ευρώ, όπως και πράγματι έγινε, ενώ από την αρχή γνώριζε το αναληθές αυτών και συγκεκριμένα, ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε.", της οποίας ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, δεν ήταν φερέγγυα, είχε πολλά συσσωρευμένα χρέη, ετοιμάζονταν να διακόψει τις δραστηριότητές της και ήταν πολύ πιθανή η κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως, γεγονότα που αθεμίτως απέκρυψε από την αντισυμβαλλόμενη Γερμανική εταιρεία, καθώς και ότι δεν είχε από την αρχή πρόθεση, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι της εγκαλούσας εταιρείας. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό, η εταιρεία με την επωνυμία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε." και ο ίδιος να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, και συγκεκριμένα ανέρχονταν στο ποσό των 200.000 ευρώ, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας, η οποία (ζημία) υπήρξε ιδιαιτέρως μεγάλη. Μετά από αυτά, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, η οποία δέχεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος διά την αποδιδομένη σ' αυτόν ανωτέρω αξιόποινη πράξη και αφού έλαβε υπ' όψη του τα υπομνήματα και κατατεθέντα σχετικά έγγραφα του κατηγορουμένου, εδέχθη την έφεση της πολιτικώς εναγούσης, μεταρρύθμισε το πρωτόδικο βούλευμα και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, διά να δικασθή διά την πράξη αυτή. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη από τα άρθρ. 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρ. 386 ΠΚ και έκρινε αυτό ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Επίσης, τούτο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και δεν παρεβίασε αυτές ούτε εκ πλαγίου. Έτσι, δεν καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα δε, εκ της αναφοράς, ότι ο αναιρεσείων αθεμίτως απέκρυψε αληθή γεγονότα, δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, εν σχέσει προς την παραδοχή ότι η απάτη διά την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων ετελέσθη διά της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, αφού στο διατακτικό σαφώς γίνεται δεκτό ότι μόνο με τον τρόπο αυτό επείσθη ο παραπλανηθείς να προβή στην ζημιογόνο πράξη, η δε ως άνω αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον ανωτέρω τρόπο τελέσεως, αλλά προσδιορίζει τον δόλο του δράστου. Εξ άλλου, και το αναφερόμενο στο σκεπτικό, ότι ο αναιρεσείων ώφειλε "να ανακοινώση την δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του και τον υφιστάμενο κίνδυνο μη εκπληρώσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων, λόγω και της πολυετούς σχέσεως συνεργασίας και εμπιστοσύνης", παρατίθεται όχι ως παραδοχή, ότι η εν προκειμένω απάτη ετελέσθη και δι' αθεμίτου παρασιωπήσεως αληθών γεγονότων, αλλά διηγηματικώς, προς τονισμό του δόλου του κατηγορουμένου. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484§1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία δε, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να απορριφθή η από 1/11/2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αριθμ. 1818/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 28 Δεκεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Η κρινόμενη 240/1-11-2007 έκθεση αναίρεσης του Χ κατά του 1818/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από έφεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά του 1231/2007 απαλλακτικού Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και με το οποίο, μετά την μεταρρύθμιση του παραπάνω πρωτοδίκου βουλεύματος, παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για απάτη, εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ. 1 και 3 στοιχ. β' Π.Κ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. ΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Μετά την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και στην περίπτωση κατά την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ( 73.000 ευρώ). Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 386 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δολία παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, είτε με αθέμιτη παρασιώπηση αυτών. Έτσι η δολία παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιoλογικώς. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος (αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών) συντελείται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει στον ίδιο είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, είτε από προηγουμένη ενέργειά του. Η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Όμως δεν δημιουργείται τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται περισσότεροι από έναν τρόποι, εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή υπάρχουν τουλάχιστον στο παρόν ή συμβαίνουν τη στιγμή της βεβαιώσεως, δηλαδή κάθε συμβάν (κατάσταση, σχέση, συμπεριφορά) που αναφέρεται η προσωπική κατάσταση λ.χ. φερεγγυότητα κλπ του δράστη ή άλλου. Η υπόσχεση εκπληρώσεως παροχής σε μελλοντικό χρόνο συνδυαζόμενη με ψευδή παράσταση ενός εσωτερικού γεγονότος ως αληθινού, όπως είναι η ενδιάθετη πρόθεση του δράστη να μην εκτελέσει την συμβατική υποχρέωσή του στο μέλλον, δεν εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος και άρα με αυτήν δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης, αφού στη περίπτωση αυτή ανακύπτει μόνον αστική διαφορά, για το λόγο ότι η υπόσχεση εκπληρώσεως παροχής στο μέλλον με την πρόθεση αθετήσεως της, δεν έχει εξωτερική υπόσταση και δεν υποπίπτει στις αισθήσεις εκείνου προς τον οποίο δίνεται. Όταν όμως οι υποσχέσεις και οι συμβατικές υποχρεώσεις συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του. Περαιτέρω, κατά μεν το αρθρ. 6§1 ΠΚ οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε, στην δε παράγραφο 263 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα προβλέπεται και τιμωρείται το έγκλημα της απάτης, στον δράστη της οποίας, σε ιδιαιτέρως βαριές περιπτώσεις, επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας, από έξι μήνες μέχρι δέκα έτη. Ιδιαιτέρως δε βαριά περίπτωση απάτης υπάρχει κατά κανόνα, αν ο δράστης προξενεί περιουσιακή ζημία μεγάλης εκτάσεως (παραγρ. 263 Γερμανικού ΠΚ). Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί , βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Λόγο αναίρεσης , κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ..β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντος, έγγραφα της δικογραφίας, απολογία κατηγορουμένου και υπομνήματα), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "...Η εγκαλούσα Γερμανική εταιρεία "Raiffeisan and Volksbanken Touristik GmbH" και η Ελληνική εταιρεία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε." της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος ετύγχανε ο κατηγορούμενος Χ, κατήρτισαν την από 24.1.2005 σύμβαση, δυνάμει της οποίας η Ελληνική εταιρεία ανέλαβε να παράσχει στην αντισυμβαλλόμενη τουριστικές υπηρεσίες για το έτος 2005, για την εξυπηρέτηση των γκρούπ τουριστών, που έστελνε κάθε χρόνο στην Ελλάδα για διακοπές, και ειδικότερα ανέλαβε την ανεύρεση ξενοδοχείων για διαμονή και εστιατορίων για σίτιση, ανεύρεση ξεναγών και γενικά την οργάνωση της διαμονής στην Ελλάδα των τουριστών, η δε εγκαλούσα εταιρεία κατέβαλε, ως προκαταβολή για τις υπηρεσίες αυτές, το ποσό των 200.000 ευρώ, απολαμβάνοντας στο κόστος των προσφερόμενων σ' αυτή υπηρεσιών μείωση ύψους 6%. Πριν τη σύναψη της σύμβασης, στις 20.1.2005, είχε προηγηθεί συνάντηση του πιο πάνω κατηγορουμένου με τον Α στα γραφεία της εγκαλούσας εταιρείας στο ..... της Γερμανίας. Κατά τη συνάντηση ο κατηγορούμενος, προκειμένου να πείσει τον Α να υπογράψει τη σύμβαση και να του εμβάσει το ποσό της προκαταβολής των 200.000 ευρώ, τον διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε.", την οποία ο ίδιος εκπροσωπούσε, ήταν μια εύρωστη οικονομική επιχείρηση, με ανοδική πορεία, δεν παρουσίαζε οικονομικά προβλήματα και ήταν φερέγγυα, ώστε μπορούσε ανά πάσα στιγμή, να ανταποκρίνεται στις συμβατικές της υποχρεώσεις, διαθέτουσα την απαραίτητη υποδομή και τις οικονομικές της δυνατότητες γι' αυτό. Μετά τις προαναφερθείσες διαβεβαιώσεις πείστηκαν οι εκπρόσωποι της εγκαλούσας εταιρείας και αφενός μεν υπέγραψαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, την από 24.1.2005 σύμβαση, αφετέρου δε, σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, κατέθεσαν σε λογαριασμό της μηνυόμενης εταιρείας τραπεζικό έμβασμα ύψους 200.000 ευρώ, το οποίο άμεσα εισέπραξε ο κατηγορούμενος και η εταιρεία του. Μετά τη λήψη του εμβάσματος η εταιρεία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε." δεν παρέσχε καμιά υπηρεσία από τις συμφωνηθείσες προς την εγκαλούσα Γερμανική εταιρία, ούτε καν ήλθε σε επαφή μαζί της σχετικά με το θέμα της εκτέλεσης των υποχρεώσεών της εκ της συμβάσεως. Επίσης στις οχλήσεις της τελευταίας για επιστροφή του προκαταβληθέντος ως άνω ποσού των 200.000 ευρώ δεν έλαβε καμιά απάντηση ούτε από τον κατηγορούμενο ούτε από κάποιον άλλον εκπρόσωπο της εταιρείας. Όπως ισχυρίζεται ο Α, ως εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας στη μήνυσή της και επιβεβαιώνει στη συμπληρωματική ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος στις κατ' ιδίαν συναντήσεις και διαπραγματεύσεις που είχε μαζί του, τον εξαπάτησε, γιατί ήδη κατά τον χρόνο των επίμαχων διαπραγματεύσεων, η εταιρεία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε.", που εκπροσωπούσε, ήταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, είχε ήδη δανεισθεί υπέρογκα χρηματικά ποσά από Τράπεζα και ιδιώτες και ετοιμαζόταν να "κλείσει", αφού δεν υπήρχε δυνατότητα να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, η πρόθεση δε του κατηγορουμένου από την αρχή, ήταν να καρπωθεί η εταιρεία του τα εισπραχθέντα ως προκαταβολή χρήματα, χωρίς να εκπληρώσει καμιά από τις αναληφθείσες έναντι της εγκαλούσας συμβατικές υποχρεώσεις, γεγονότα που διαπίστωσε η τελευταία εκ των υστέρων, δηλαδή ότι αυτή ("ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε.") από το παρελθόν και δη προ του έτους 2005 ταλανιζόταν από σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ετοιμαζόταν να κλείσει. Τα γεγονότα αυτά δεν ανακοίνωσε στους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρείας ο κατηγορούμενος, όπως όφειλε, από την αρχή με βάση τις αρχές της χρηστοήθειας, της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 197 και 200 του Α.Κ.), προκειμένου να τα σταθμίσουν και αξιολογήσουν, οπότε με βεβαιότητα δεν θα υπέγραφαν την προεκτεθείσα σύμβαση, από την οποία η εταιρεία τους ζημιώθηκε τουλάχιστον κατά το ποσό των 200.00 ευρώ (πλέον των δικαστικών εξόδων που κατέβαλαν για την επιδίωξή τους δικαστικώς με αγωγή, κατάθεση μηνύσεως κ.λ.π.), με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του κατηγορουμένου και της εταιρείας του. Επισημαίνεται ότι η εταιρεία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε." κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμ. 1617/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που όριζε ως χρόνο παύσεως πληρωμών την 19.4.2005, δηλαδή περίπου 2 1/2 μήνες αργότερα μετά τη λήψη της προκαταβολής των 200.000 ευρώ, κατόπιν μάλιστα αιτήσεως άλλου δανειστή αυτής, ήτοι της εταιρείας ".....", γεγονός που καταδεικνύει ότι πράγματι, στο αμέσως προηγούμενο της πτώχευσης χρονικό διάστημα, είχε οικονομικά προβλήματα και σωρευμένα χρέη σε δανειστές της και ενισχύει αντικειμενικά τον ισχυρισμό του Α, νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρείας, περί της αφερεγγυότητας της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας και της ειλημμένης από την αρχή αποφάσεως του κατηγορουμένου, να καρπωθεί παράνομα το ποσό της προκαταβολής, αφού η εταιρεία του δεν είχε έκτοτε την δυνατότητα να τηρήσει τις συμβατικές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρχε απάτη, γιατί η εταιρεία του ήταν φερέγγυα, η αδυναμία της να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρέωσεις οφείλεται στην οικονομική της δυσπραγία, η οποία ήταν αποτέλεσμα της ξαφνικής διακοπής συνεργασίας που είχε με τη Γερμανική εταιρεία ".....", η οποία και συντηρούσε το βασικό κύκλο εργασιών της, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 μέχρι 15.3.2005, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως (24.1.2005) κατέβαλε σε προμηθευτές της και σε Τράπεζες το ποσό των 5.461.037, 64 ευρώ συνολικά και ότι η συνεργασία της με την εγκαλούσα εταιρεία ξεκίνησε πριν από 23 έτη, ενώ τα τελευταία οκτώ έτη μονίμως αυτή της κατέβαλε προκαταβολές διαφόρων χρηματικών ποσών έναντι των υπηρεσιών που θα της παρείχε. Οι παραπάνω υπερασπιστικοί ισχυρισμοί, όμως, βασίμως σφόδρα αμφισβητούνται, με πειστικά επιχειρήματα που προβάλλει η πλευρά της εκκαλούσας εταιρείας και ενισχύονται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Κατ' αρχάς ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεώς του με την ".....", που επικαλείται ότι συνέβη τον Μάρτιο του 2005, προκειμένου να διακριβωθεί ο λόγος της "αιφνίδιας" καταγγελίας, που ίσως να οφειλόταν στην αποκρυβείσα από την εγκαλούσα κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του και την εντεύθεν αδυναμία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις. Περαιτέρω, η άρνηση παροχής των συμφωνηθεισών τουριστικών υπηρεσιών άρχισε από τον επόμενο μήνα (Φεβρουάριο του 2005) της λήψεως της προκαταβολής με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες, δηλαδή πριν ακόμη την επικαλούμενη, ως οικονομικά καταστροφική διακοπή της συνεργασίας με την "....." (βλ. την από 27.9.2006 αγωγή της εγκαλούσας εταιρείας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Τέλος, ενόψει της μεταβάσεως του κατηγορουμένου στο ....., η οποία σημειωτέον δεν δικαιολογείται επαρκώς, προκειμένου μόνον να υπογραφεί η επίμαχη σύμβαση, όφειλε ούτος να ανακοινώσει την δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του και τον υφιστάμενο κίνδυνο μη εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων λόγω και της πολυετούς σχέσεως συνεργασίας και εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και όχι να διαβεβαιώσει τους εκπροσώπους της για τα αντίθετα, προκειμένου να αποσπάσει την ως άνω προκαταβολή....". IV. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής απάτης, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ( άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 386 παρ. 3β-1 του Π.Κ., όπως το τελευταίο άρθρο αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 263 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα). Έτσι, αφού δέχθηκε την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, μεταρρύθμισε το πρωτόδικο βούλευμα και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, για να δικασθεί για την πιο πάνω πράξη. Το Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση του αυτή, αφού, με την αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση, εξετίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης αυτής πράξεως , τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, και 386 παρ.3β-1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο και συνεπώς δεν καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, οι πιο πάνω παραδοχές του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος παραδεκτώς συμπληρώνονται από εκείνες του διατακτικού, η συμπλεκτική δε διατύπωση στο διατακτικό της αποφάσεως ότι η εξαπάτηση έγινε "με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών", δηλαδή με τους πιο πάνω πρώτο και δεύτερο προβλεπόμενους νόμιμους τρόπους με καθένα από τους οποίους μπορεί να τελεστεί η απάτη, δεν δημιουργεί ασάφεια ή σύγχυση σε ό,τι αφορά την παραδοχή της για τον τρόπο πραγματοποίησης της εξαπάτησης. Και αυτό διότι από το περιεχόμενό της αποφάσεως προκύπτει ότι έχει σαφήνεια η παραδοχή, ότι η προκειμένη εξαπάτηση του παθόντος έγινε από τον αναιρεσείοντα μόνο με την εν γνώσει του παράσταση προς τον παθόντα των ψευδών γεγονότων που προαναφέρθηκαν σαν αληθινών, η δε συμπλεκτική διατύπωση και του πιο πάνω δευτέρου τρόπου δεν έχει αντίκρυσμα στα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Συμβούλιο ότι αποδείχτηκαν για τη νομική και ουσιαστική θεμελίωση της απάτης, η δε ως άνω αναφορά του άλλου τρόπου δεν διαφοροποιεί τον ανωτέρω τρόπο τελέσεως, αλλά προσδιορίζει τον δόλο του δράστου. Ομοίως το αναφερόμενο στο σκεπτικό, ότι ο αναιρεσείων ώφειλε "να ανακοίνωση την δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του και τον υφιστάμενο κίνδυνο μη εκπληρώσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων, λόγω και της πολυετούς σχέσεως συνεργασίας και εμπιστοσύνης", παρατίθεται όχι ως παραδοχή, ότι η εν προκειμένω απάτη τελέσθηκε και με αθέμιτη παρασιώπηση αληθών γεγονότων, αλλά διηγηματικώς, προς τονισμό του δόλου του κατηγορουμένου. Επομένως είναι αβάσιμες, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι προβαλλόμενες με τους δεύτερο και τρίτο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ ΚΠΔ, λόγους αναίρεσης, αιτιάσεις, για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καθόσον υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού, ως προς τον τρόπο τελέσεως της απάτης, διότι, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, "το διατακτικό του βουλεύματος αναφέρει ως τρόπο τελέσεως της φερόμενης απάτης την ψευδή παράσταση γεγονότων ως αληθών, ενώ στο σκεπτικό όμως αναφέρεται ότι υπάρχει εκ μέρους του αθέμιτη παρασιώπηση γεγονότων, ότι ,δηλαδή, αυτός όφειλε αυτό "να ανακοινώσει την δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του και τον υφιστάμενο κίνδυνο μη εκπληρώσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων κλπ". Επίσης οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα, με τον πρώτο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις, για εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ., κατά τις οποίες οι κατά τις παραδοχές του βουλεύματος ψευδείς παραστάσεις, (ότι η εταιρεία "ΠΛΩΤΙΝ ΤΡΑΒΕΛ Α.Ε." ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα κλπ ), συνιστούν αξιολογικές κρίσεις και όχι γεγονότα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, αφού η ψευδής παράσταση αναφέρεται σε ενεστώτα και παρόντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή στην οικονομική ικανότητα της εκπροσωπούμενης από τον αναιρεσείοντα εταιρείας, η οποία αποδείχθηκε ψευδής. Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές του βουλεύματος, τις υποσχέσεις του ο αναιρεσείων ότι θα πράξει όσα τελικά δεν έπραξε, τις συνόδευσε, προκειμένου να εξαπατήσει τον εγκαλούντα, με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις ψευδών γεγονότων , δηλαδή ότι η πιο πάνω εταιρεία ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα (ενώ ήδη ετοιμαζόταν να διακόψει τη δραστηριότητά της λόγω των πολλών συσσωρευμένων χρεών), που αποτελούν πραγματικά περιστατικά αναφερόμενα στο παρόν. Συνεπώς , πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι τρεις πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, ακολούθως δε πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 240/1-11-2007 έκθεση αναίρεσης του Χ για αναίρεση του 1818/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα , στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Κακουργηματική απάτη. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης, όπου το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Αιτιολογία βουλεύματος. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής άρθρου 386. Η δολία παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικώς. Η παραδοχή των δύο ή και των τριών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Δεν δημιουργείται τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται περισσότεροι από ένα τρόποι, εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Έννοια «γεγονότων». Οι ψευδείς παραστάσεις, ότι ο αναιρεσείων είναι «αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας» κλπ συνιστούν κατ’ αρχήν αξιολογικές κρίσεις και όχι γεγονότα, ή αποτελούν διαβεβαιώσεις για περιστατικά αναγόμενα στο μέλλον. Όταν όμως συνοδεύονται με ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2183/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο, περί αναιρέσεως της 6025/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Χ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 664/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως, εάν κριθεί απαράδεκτη, να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, το οποίο προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, εξαιτίας της παραλείψεως, ισοδυναμεί νομικώς με την δι` ενεργείας παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη στο νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του τελευταίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος. Προϋποτίθεται ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση αυτής έγινε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 6025/2007 αποφάσεως , τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι Χ1 (ήδη αναιρεσείων) και Χ2, στα ..... στις 9 και 10-12-2000, από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω του επαγγέλματος τους ως ιατρών να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι κατωτέρω παραλείψεις τους και επέφεραν το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, στις 9-12-2000 και περί ώρα 16:00, διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στα εξωτερικά ιατρεία επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου Αμαλία Φλέμιγκ που είχε γενική εφημερία, η Α, προερχόμενη από το Κέντρο Υγείας Μαρκοπούλου όπου είχε μεταφερθεί περί ώρα 14:30 από την αδελφή της Ψ επειδή αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και είχε πάρει οκτώ (8) κουτιά ασπιρίνες, δηλαδή 160 δισκία ασπιρίνες. Στο Κέντρο Υγείας Μαρκοπούλου της είχαν παρασχεθεί οι πρώτες βοήθειες από τον μάρτυρα ιατρό Β, ο οποίος της έκανε πλύση στομάχου με ρινογαστρικό σωλήνα και την έστειλε στο ως άνω νοσοκομείο που εφημέρευε με ενημερωτικό συνοδευτικό σημείωμα που έγραφε "φαρμακευτική δηλητηρίαση με σκοπό την αυτοκαταστροφή (9 κουτιά ασπιρίνες)" καθώς επίσης και τις πρώτες βοήθειες που της παρεσχέθησαν στο Κέντρο Υγείας Μαρκοπούλου, στα βιβλία του οποίου καταχωρήθηκαν τα ίδια. Όταν η δηλητηριασθείσα έφθασε στο ως άνω εφημερεύον νοσοκομείο, εξετάστηκε από την δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία ήταν ειδικευόμενη ιατρός παθολόγος και η οποία έλαβε το ιστορικό της ασθενούς, παρήγγειλε αιματολογικές εξετάσεις, γενικές και αερίων αίματος, της έκανε καρδιογράφημα και έκρινε ότι έπρεπε να εισαχθεί στην Α' Παθολογική Κλινική του ως άνω εφημερεύοντος νοσοκομείου λόγω φαρμακευτικής δηλητηρίασης, παραγγέλοντας να της τοποθετηθεί και φυσιολογικός ορός. Η ως άνω κατηγορουμένη ιατρός, σε πρόχειρο σημείωμα που τοποθέτησε στο φάκελο της ως άνω δηλητηριασθείσας ασθενούς, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και που μπορούσε να καταβάλει κατά τη λήψη του ιστορικού της ασθενούς και τη μελέτη του ενημερωτικού σημειώματος που τη συνόδευε από το Κέντρο Υγείας Μαρκοπούλου στο νοσοκομείο, ανέγραψε ότι η ως άνω δηλητηριασθείσα ασθενής έλαβε 8 δισκία ασπιρίνης, αναφέροντας συγκεκριμένα την ξενόγλωσση σύντμηση "tabl.", δηλαδή δισκία, ενώ αν λάμβανε το ιστορικό της ως άνω δηλητηριασθείσας ασθενούς με την προσοχή που όφειλε και που μπορούσε να καταβάλει ως ιατρός, θα είχε σημειώσει στο ιστορικό της και στο πρόχειρο σημείωμα που τοποθέτησε στο φάκελλό της ότι αυτή είχε λάβει οκτώ (8) κουτιά ασπιρίνες, δηλαδή εκατόν εξήντα (160) ασπιρίνες και όχι οκτώ (8) ασπιρίνες, οπότε και λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως της θα έπρεπε να σημάνει συναγερμός στο νοσοκομείο, να εισαχθεί η ασθενής σε μονάδα εντατικής νοσηλείας, να της γίνει άμεσα ειδική τοξικολογική εξέταση αίματος για να διαπιστωθεί πόσες ποσότητες σαλικυλικών ουσιών είχε στο αίμα της και να της γίνει αμέσως αιμοκάθαρση, ως η μόνη ενδεδειγμένη ιατρική πράξη για την αντιμετώπιση της δηλητηριάσεώς της. Παραταύτα, η δεύτερη κατηγορουμένη και ειδικευόμενη τότε ιατρός, όχι μόνον από αμέλεια της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και που μπορούσε να καταβάλει, ανέγραψε εσφαλμένα στο πρόχειρο σημείωμα που έβαλε στο φάκελλό της ασθενούς ότι αυτή πήρε μόνον 8 ασπιρίνες και όχι 160 ασπιρίνες, αλλά δεν φρόντισε να ενημερώσει και τον ειδικευμένο παθολόγο ιατρό που εφημέρευε, δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) και επιμελητή της Α' Παθολογικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου, παρά μόνον εισήγαγε την δηλητηριασθείσα ασθενή στην Α' Παθολογική Κλινική του ως άνω νοσοκομείου. Έτσι, η δηλητηριασθείσα ασθενής εισήχθη στην Α' Παθολογική Κλινική περί ώρα 16:50 της 9-12-2000, όπου την ευθύνη κατά την διάρκεια της εφημερίας της ημέρας εκείνης και μέχρι ώρα 8:00 της 10-12-2000 είχε ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων), ιατρός παθολόγος, επιμελητής Α', χωρίς την επισήμανση προς αυτόν της βαρύτητας του περιστατικού και με την συνοδεία σημειώματος εσφαλμένη αναγραφή της ληφθείσας ποσότητας ασπιρινών, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπισθεί καθόλου από αυτόν το περιστατικό. Όμως, ο πρώτος κατηγορούμενος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως ιατρός ειδικευμένος και υπεύθυνος της Α' Παθολογικής Κλινικής του ως άνω εφημερεύοντος νοσοκομείου να διαπιστώσει την εγκυρότητα της διάγνωσης της ειδικευόμενης ιατρού, να διαβάσει το φάκελλο που συνόδευε την εισαγωγή της ασθενούς στην κλινική που ήταν υπεύθυνος, να επισκεφθεί την ασθενή και να διενεργήσει τον δικό του ιατρικό έλεγχο στην ασθενή που εισήχθη στην κλινική που ήταν υπεύθυνος, εντούτοις βασίστηκε στην εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης της ασθενούς από την ειδικευόμενη ιατρό και δεν εξέτασε ο ίδιος την δηλητηριασθείσα ασθενή, ούτε διάβασε τον ιατρικό της φάκελο που συνόδευε την εισαγωγή της στην κλινική, οπότε θα διάβαζε και το σημείωμα του ιατρού του Κέντρου Υγείας Μαρκοπούλου που υπήρχε σ' αυτόν και τα αποτελέσματα των εξετάσεων των αερίων αίματος της ασθενούς που έδειχναν παθολογικές τιμές και σήμαιναν την παρουσίαση μεταβολικής οξέωσης, πράγμα που αν έκανε θα διαπίστωνε την σοβαρότητα της κατάστασης και θα προέβαινε στις προαναφερόμενες ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις και ιδιαιτέρα στη μόνη ενδεδειγμένη ιατρικά ενέργεια της αιμοκάθαρσης. Την ίδια αδιαφορία και αμελή συμπεριφορά επέδειξε ο πρώτος κατηγορούμενος και υπεύθυνος επιμελητής και όταν στις 7:00 η ώρα το πρωί της επόμενης ημέρας η δεύτερη κατηγορουμένη και ειδικευόμενη ιατρός του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι η ως άνω ασθενής έχει νευρική διέγερση, οπότε αρκέστηκε στο να της δώσει τηλεφωνικά οδηγία για τη χορήγηση ηρεμιστικού. Συνέπεια των ως άνω παραλείψεων αμφοτέρων των κατηγορουμένων ιατρών ήταν η δηλητηριασθείσα ασθενής να περιπέσει από 09:00 μέχρι 10:00 ώρα της 10-12-2000 σε κώμα, οπότε για πρώτη φορά ενημερώθηκε ο ειδικευμένος επιμελητής ιατρός της επόμενη βάρδιας που αντικατάστησε τον πρώτο κατηγορούμενο για την ακριβή ποσότητα των ασπιρινών που έλαβε η ασθενής και παρήγγειλε αμέσως να γίνει ειδική εξέταση έρευνας σαλικυλικών στο αίμα της σε άλλο νοσοκομείο και προσπάθησε μαζί με άλλους ιατρούς να διατηρήσουν την αναπνευστική και καρδιακή λειτουργία της ασθενούς, πλην όμως η τελευταία απεβίωσε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας με αιτία θανάτου της σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας που διενεργήθηκε την φαρμακευτική δηλητηρίαση με λήψη σαλικυλικών (ασπιρινών). Οι ως άνω παραλείψεις αμφοτέρων των κατηγορουμένων, όπως αυτές προσδιορίσθηκαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω για τον καθένα απ' αυτούς, οι οποίες έγιναν κατά παράβαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης που είχαν ως ιατροί να αποτρέψουν το αποτέλεσμα του θανάτου της ως άνω ασθενούς, υποχρέωση που πηγάζει τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από την έννομη σχέση τους ως νοσοκομειακών ιατρών που εφημέρευαν σε κρατικό νοσοκομείο, είχαν ως επκόλουθο της αμελούς συμπεριφοράς τους την παράλειψή τους να διενεργήσουν άμεσα και έγκαιρα αιμοκάθαρση στην δηλητηριασθείσα ασθενή, η οποία αν γινόταν θα είχε επιφέρει την θεραπεία της και είχαν όλες μαζί οι ως άνω παραλείψεις τους ως αποτέλεσμα τον θάνατο της ασθενούς, ο οποίος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ως άνω παραλείψεις των κατηγορουμένων ιατρών και αποτελεί επακόλουθό τους, το αποτέλεσμα δε αυτό του θανάτου της ως άνω ασθενούς, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και που μπορούσαν να καταβάλουν ως ιατροί, δεν το προέβλεψαν, παρόλο που όφειλαν και μπορούσαν να το πράξουν . Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που κατηγορούνται ότι διέπραξαν, σύμφωνα με το διατακτικό. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, μέχρι τότε που τέλεσαν την ως άνω αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι αυτό πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π. Κ. και να γίνει δεκτό ότι μέχρι της τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξης έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Εφετείο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα (ιατρό), για ανθρωποκτονία από αμέλεια, διέλαβε στην απόφασή του την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη του αναιρεσείοντος , τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του ΠΚ που εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα: Αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις που περιέχονται στην αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος πρέπει επίσης να λεχθούν τα εξής: Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, με πληρότητα και σαφήνεια εκθέτει τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι ο αναιρεσείων ιατρός αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως ιατρός και υπεύθυνος της Α' Παθολογικής κλινικής του εφημερεύοντος νοσοκομείου Αμαλία Φλέμινγκ να διαπιστώσει την εγκυρότητα της διάγνωσης της ειδικευομένης ιατρού, να διαβάσει το φάκελλο που συνόδευε την εισαγωγή της ασθενούς στην κλινική που ήταν υπεύθυνος, να επισκεφθεί την ασθενή και να διενεργήσει τον δικό του ιατρικό έλεγχο στην ασθενή που εισήχθη στην κλινική που ήταν υπεύθυνος, εντούτοις βασίστηκε στην εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης της ασθενούς από την ειδικευόμενη ιατρό και δεν εξέτασε ο ίδιος την δηλητηριασθείσα ασθενή ,ούτε διάβασε τον ιατρικό της φάκελλο που συνόδευε την εισαγωγή της στην κλινική, οπότε θα διάβαζε και το σημείωμα του ιατρού του κέντρου υγείας Μαρκοπούλου που υπήρχε σ' αυτόν και τα αποτελέσματα των εξετάσεων των αερίων αίματος της ασθενούς που έδειχναν παθολογικές τιμές και σήμαιναν την παρουσίαση μεταβολικής οξέωσης, πράγμα που αν έκανε θα διαπίστωνε την σοβαρότητα της κατάστασης και θα προέβαινε στις προαναφερόμενες ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις και ιδιαίτερα στην μόνη ενδεδειγμένη ιατρική ενέργεια της αιμοκάθαρσης. Την ίδια αδιαφορία και αμελή συμπεριφορά επέδειξε ο κατηγορούμενος υπεύθυνος επιμελητής και όταν στις 7:00 η ώρα το πρωί της επομένης ημέρας η ειδικευομένη ιατρός του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι η ασθενής έχει νευρική διέγερση, οπότε αρκέστηκε να της δώσει τηλεφωνικά οδηγία για τη χορήγηση ηρεμιστικού, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει 1) ποία ήταν τα αποτελέσματα των εξετάσεων αερίων του αίματος της ασθενούς που περιείχοντο στον ιατρικό της φάκελλο , 2) αν η νευρική κρίση παρέπεμπε σε λήψη μεγάλου αριθμού δισκίων ασπιρίνης ή ήταν απλώς νευρική διέγερση ενός ατόμου, 3) αν υπήρχε δυνατότητα να λειτουργήσει το νοσοκομείο χωρίς την εμπιστοσύνη των ιατρών ως προς τις ιατρικές πράξεις που προβαίνουν. Αναφέρει επίσης ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα ο ίδιος να προβεί στον ιατρικό έλεγχο της ασθενούς ως και από πού επήγαζε η ιδιαίτερη υποχρέωση, που είχε ο εν λόγω αναιρεσείων, να μη προβεί στην ανωτέρω υπαίτια παράλειψη, και συγκεκριμένα αναφέρει ότι απέρρεε τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από την έννομη σχέση του ως νοσοκομειακού ιατρού που εφημέρευε σε κρατικό νοσοκομείο. Με τις παραδοχές δε αυτές είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της σωστής εφαρμογής του άρθρου 15 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αντίστοιχα, δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης, α) για έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 15 του ΠΚ, με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω των προβαλλομένων από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω αντίθετων αιτιάσεων, είναι αβάσιμοι, ενώ ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήσσεται η ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί οι αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6025/2007 απόφασης του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2185/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..... κατά την πρώτη αίτηση αναιρέσεως και ..... κατά τη δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 3607/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και 2845/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Ιανουαρίου 2008 και 22 Απριλίου 2008 αιτήσεις του αναιρέσεως, καθώς και στο από 21 Απριλίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων της από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτησής του, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 360/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 327/17.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) τις από 25-1-2008 και 22-4-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..... (περιοχή .....) κατά την πρώτη αίτηση και ....., οδ. ..... αριθμ. ..., κατά τη δεύτερη αίτηση, που υπογράφεται η πρώτη τούτων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Γεώργιο Καλλιπολίτη και ασκήθηκε η δεύτερη με δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών, από τον ως άνω πληρεξούσιό του δικηγόρο Γεώργιο Καλλιπολίτη, ο οποίος είχε την προς τούτο εντολή, όπως προκύπτει από την από 11-4-2008 εξουσιοδότηση που έχει προσαρτηθεί στην αριθμ. 38/22-4-2008 έκθεση αναίρεσης και στρέφονται κατά της αριθμ. 2845/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 1648/7-12-2005 έφεσή του κατά της αριθμ. 3607/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για διακεκριμένες κλοπές κατ'εξακολούθηση, η πρώτη δε τούτων (αίτηση αναίρεσης) στρέφεται και κατά της ως άνω με αριθμό 3607/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Επειδή κατά το άρθρο 509 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. "και στην αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474", κατά δε το άρθρο 474 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ'εκείνο που τη διευθύνει. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται". Από τη διάταξη αυτή προσδιορίζονται αποκλειστικώς τα αρμόδια όργανα ενώπιον των οποίων θα συνταχθεί η έκθεση αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεως του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ήδη ισχύει, προκύπτει ότι ως δήλωση κατοικίας ή διαμονής, στην οποία επιδίδονται εγκύρως στον κατηγορούμενο, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνεται αμετάκλητη και εκτελεστή, όλα τα έγγραφα της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Αν ο επιδίδων δεν βρει για οποιονδήποτε λόγο τον κατηγορούμενο στην κατά τα παραπάνω δηλωθείσα διεύθυνση και δεν βρεθεί σύνοικός του στη διεύθυνση αυτή, επικολλά το έγγραφο στη θύρα της οικίας και αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου επιδίδεται στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του κατηγορουμένου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 2 του K.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση καθόσον αφορά την από 25-1-2008 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αριθμ. 2845/2007 και 3607/2005 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, Γεώργιο Καλλιπολίτη και απευθύνεται "ενώπιον του Αρείου Πάγου" παραδόθηκε στην αστυφύλακα του Τμήματος Ασφαλείας Μαρκοπούλου ....., για περαιτέρω διαβίβαση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, συντάχθηκε δε από την αστυφύλακα αυτή, κάτω από την αίτηση, η από 27-1-2008 έκθεση εγχειρίσεως, η οποία υπογράφηκε από τον εγχειρίσαντα αυτήν πληρεξούσιο δικηγόρο ως και από την αστυφύλακα και τον δεύτερο ανακριτικό υπάλληλο. Η αίτηση όμως αυτή δεν ασκήθηκε κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 509 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και συνεπώς εφόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, απορριπτομένων, μετά ταύτα και των από 21-4-2008 προσθέτων λόγων επίσης ως απαραδέκτων, αφού απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό αυτών είναι η παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Επίσης, ως προς την προσβαλλομένη με αριθμό 3607/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως κατ'αυτής, εφόσον έχει ασκηθεί έφεση κατ'αυτής και έχει εκδοθεί η αριθμ. 2845/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη και υπόκειται αυτή, πλέον ως τελειωτική της κατηγορίας απόφαση (ΑΠ 1568/2006, ΑΠ 78/2005, ΑΠ 1870/2001 κ.α.) σε αναίρεση και συνεπώς και για το λόγο αυτό η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος της με το οποίο πλήττεται η ανωτέρω απόφαση, είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 463, 504 παρ. 1, 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Καθόσον αφορά την από 22-4-2008 αίτηση του ιδίου αναιρεσείοντος η προσβαλλομένη με αριθμό 2845/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο στις 30-11-2007 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, στις 31-12-2007 και στον αντίκλητό του δικηγόρο Γεώργιο Κάβουρα στην οδό ..... αριθ. ... στην ....., στις 18-12-2007 (βλ. τα από 31-12-2007 και 18-12-2007 αποδεικτικά του αστυφύλακα του Α.Σ. Π. Ράφτη ..... και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων ....., αντίστοιχα). Πρέπει να σημειωθεί ότι το κύρος της επίδοσης δεν επηρεάζεται από ποια, θυροκόλληση ή επίδοση στον αντίκλητο, προηγήθηκε της άλλης (ΑΠ 1936/2007, ΑΠ 679/1997 ΠΧ, ΜΗ, 166, ΑΠ 514/97 ΠΧ, ΜΗ, 120, ΑΠ 513/97 ΠΧ, ΜΗ, 119). 'Ετσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως κατά της επιδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της χρονικώς δεύτερης ως άνω επιδόσεως (31-12-2007) - Συμ. ΑΠ 2124/2005 Πράξ. Λογ. ΠΔ 2006, 50 επ, 51, ΑΠ 730/2002 ΠΧ, ΝΓ, 223) έληξε στις 10-1-2008, ενώ η κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 22-4-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας - Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ'ακολουθίαν η κρινόμενη αυτή δεύτερη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 25-1-2008 και 22-4-2008 δύο αιτήσεις αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..... (περιοχή .....) κατά την πρώτη και κατοίκου ....., οδ. ..... αριθμ. ..., κατά τη δεύτερη, κατά των αριθμ. 2845/2007 και 3607/2005 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, αντίστοιχα, απορριπτομένων ως απαραδέκτων και των από 21-4-2008 προσθέτων λόγων. Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17 Ιουνίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 25-1-2008 και 22-4-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Χ η πρώτη των οποίων στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 2845/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών,με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η με αριθμ. 1648/2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ.3607/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και κατά της τελευταίας και η δεύτερη κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ., με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή εις τον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, η αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται μόνο κατά τους προαναφερόμενους τρόπους. Εξάλλου από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 509 παρ.2 του ΚΠΔ, που ορίζει ότι, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων, πρέπει να είναι το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η από 25-1-2008 πρώτη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλλιπολίτη και απευθύνεται "ενώπιον του "Αρείου Πάγου" παραδόθηκε στην αστυφύλακα του Τμήματος Ασφαλείας Μαρκοπούλου ....., για περαιτέρω διαβίβαση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, συντάχθηκε δε από την αστυφύλακα αυτή, κάτω από την αίτηση, η από 27-1-2008 έκθεση εγχειρίσεως, η οποία υπογράφηκε από τον εγχειρίσαντα πληρεξούσιο δικηγόρο ως και από την αστυφύλακα και τον δεύτερο ανακριτικό υπάλληλο. Η αίτηση αυτή, η οποία ασκήθηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι από 21-4-2008 πρόσθετοι λόγοι που προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα με δικόγραφό του, το οποίο κατατέθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 21 Απριλίου 2008. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ.1, 473 παρ.1 και 3 και 474 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά αποφάσεως, δια δηλώσεως στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, όταν ο δικαιούμενος είναι απών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημέρες και αν η επίδοση έγινε στην αλλοδαπή ή σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής, τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, είτε από την καταχώρηση της καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αναλόγως του ποια είναι μεταγενέστερη, η επίδοση δηλαδή ή η καταχώρηση. Εξάλλου κατά το άρθρο 273 παρ.1 εδάφ. γ' και 498 ΚΠοινΔ επί ασκήσεως εφέσεως, όπου ο εκκαλών δηλώνει την κατοικία ή διαμονή του κάθε έγγραφο της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως είναι και η κλήση του εκκαλούντος προς εμφάνισή του στο δικαστήριο για την υποστήριξη της έφεσής του θεωρείται ότι επιδίδεται εγκύρως αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής που του δηλώθηκε με την έφεση και αν ακόμη ο εκκαλών κατά το χρόνο επίδοσης της κλήσης είχε μεταβάλει τη δηλωθείσα κατοικία και διαμονή, εκτός αν είχε δηλώσει αρμοδίως τη μεταβολή αυτή πριν από την επίδοση. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 155 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν ο εκκαλών μεταβάλει τη διεύθυνση της κατοικίας του, που είχε δηλώσει με την έφεσή του χωρίς να προβεί αρμοδίως σε δήλωση για τη μεταβολή αυτή, η επίδοση προς αυτόν της κλήσεως του Εισαγγελέα για να εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου για την υποστήριξη της έφεσης, γίνεται, από εκείνον που κάνει την επίδοση, με θυροκόλληση της κλήσης στην οικία που είχε δηλωθεί με την έφεσή ως κατοικία, καθώς και επίδοση της ίδιας κλήσεως προς τον διορισθέντα αντίκλητο. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Τότε μόνο συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση αναίρεσης, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς της, γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση η με αριθμό 2845/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που προσβάλλεται με την δεύτερη αίτηση αναιρέσεως καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου την 30η Νοεμβρίου 2007 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση στη δηλωθείσα με την έφεση διεύθυνση της κατοικίας του (..... άνευ αριθμού στο ..... ) την 31η Δεκεμβρίου 2007 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργιο Κάβουρα την 18η Δεκεμβρίου 2007 στη διεύθυνση που προέκυπτε από την έκθεση εφέσεως, ήτοι επί της οδού ..... αριθμ. ... των ..... (βλ.τα από 31-12-2007 και 18-12-2007, αντίστοιχα αποδεικτικά του αστυφύλακα του Α.Σ. Π. ΡΑΦΤΗ ..... και της επιμελήτριας Δικαστηρίων .....). Το κύρος της επιδόσεως δεν επηρεάζεται στην προκειμένη περίπτωση που η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε πρώτον στον αντίκλητο δικηγόρο του εκκαλούντος κατηγορουμένου και στη συνέχεια δια θυροκολλήσεως στον ίδιον. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον που είναι προδήλως να προηγείται η θυροκόλληση της επιδόσεως προς τον αντίκλητο, αφού ο δικαστικός επιμελητής δεν γνωρίζει, κατά κανόνα, αν την επίδοση θα ενεργήσει με θυροκόλληση και κινδυνεύει, αν ακολουθήσει αντίστροφη σειρά, να ενεργήσει περιττή επίδοση (αυτή προς τον αντίκλητο, αν ευρεθούν τα πρόσωπα της παρ. 1 εδαφ. β' του άρθρου 155 ΚΠοινΔ και παραλάβουν το έγγραφο). Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 22-4-2008, ήτοι πολύ μετά την παρέλευση της πιο πάνω δεκαήμερης προθεσμίας από της επιδόσεως της πληττόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα, αφού προηγουμένως είχε καταχωρισθεί στο ως άνω ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ χωρίς στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ ακολουθίαν πρέπει, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 25-1-2008 και 22-4-2008 αιτήσεις και τους από 21-4-2008 πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..... (περιοχή .....) κατά την πρώτη και ..... (..... αριθμ. ...) κατά τη δεύτερη για αναίρεση των 2845/2007 και 3607/2005 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ???????? 2185/2008 σελ.77
Απαράδεκτες οι αναιρέσεις: η πρώτη διότι δεν ασκήθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ και η δεύτερη ως εκπρόθεσμη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2182/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου του ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 14055/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 204/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 330 ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι η αντικειμενική υπόσταση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παράνομης βίας συνίσταται στον εξαναγκασμό άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες δεν υφίσταται υποχρέωση αυτού με την χρησιμοποίηση από το δράση σωματικής βίας ή απειλής ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης με αριθ 14055/2007 απόφασεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας ως Εφετείο, την εξέδωσε και με την οποία κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για παράνομη βία από κοινού, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα λεπτομερώς κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Το σωματείο εργαζομένων της εταιρίας "...-.... Θεσσαλονίκης" με την επωνυμία ".....", είχε νόμιμα προκηρύξει 24ωρες απεργιακές κινητοποιήσεις για την 31-8-2001, την 28-9-2001 και την 11-10-2001. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις σκοπό είχαν να αποτρέψουν τη συρρίκνωση του τμήματος διανομής του εργοστασίου "....-.... Θεσσαλονίκης", στην πόλη της Θεσσαλονίκης, την οποία οι εργαζόμενοι υποστήριζαν, με το από 13-8-2001 ψήφισμα τους, ότι η εταιρία επιχειρεί είτε με υπερβολικές παροχές προς τους εργολάβους-χονδρεμπόρους είτε με τη δημιουργία παρακαταθηκών και την απευθείας αποστολή εμπορευμάτων από άλλες εγκαταστάσεις της, σε αλυσίδες καταστημάτων και σε πελάτες της στη Βόρεια Ελλάδα, οι οποίοι μέχρι τότε εξυπηρετούνταν από τους εργαζόμενους της εταιρίας στο τμήμα διανομής του εργοστασίου της Θεσσαλονίκης. Στα πλαίσια των απεργιακών κινητοποιήσεων οι εργαζόμενοι και μέλη του ως άνω εργασιακού σωματείου, συνεργαζόμενοι με άλλους εργαζόμενους σε άλλες εταιρίες εμφιάλωσης και διανομής ποτών και με μέλη του Συνδικάτου Πωλητών-Οδηγών και Βοηθών Εμφιαλωμένων Ποτών Βορείου Ελλάδος, συγκρότησαν επιτροπές προκειμένου να μεταβούν σε ομοειδείς επιχειρήσεις, διακίνησης δηλαδή ποτών μέσω των οποίων η παραπάνω εταιρία "....-..... Θεσσαλονίκης", διακινούσε τα προϊόντα της, προκειμένου να τους πείσουν να μη διακινούν κατά τις ημέρες της απεργίας τα προϊόντα της άνω εταιρίας. Μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών που συνεργάζονταν με την εργοδότρια εταιρία των απεργών-εργαζομένων, ήταν και η επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος , Ψ1, με την επωνυμία "ΠΟΤΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΕ", που έχει την έδρα της στο Λάκκωμα Χαλκιδικής. Στα πλαίσια των παραπάνω απεργιακών κινητοποιήσεων οι κατηγορούμενοι, εργαζόμενοι στην παραπάνω εταιρία και μέλη του σωματείου με την επωνυμία ".....", που είχε προκηρύξει τις απεργιακές κινητοποιήσεις, μετέβησαν την 28-9-2001 και ενώ είχε ήδη προκηρυχθεί νομίμως απεργία, στο χώρο έξω από την επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος, με σκοπό να αποτρέψουν τη διακίνηση μέσω της επιχείρησης αυτής εμπορευμάτων της εργοδότριας εταιρίας της. Πλην όμως, οι κατηγορούμενοι και περίπου άλλα 30 άγνωστα άτομα που είχαν συγκεντρωθεί έξω από την επιχείρηση, δεν περιορίστηκαν σε ειρηνική διαμαρτυρία και μέσα στα πλαίσια των απεργιακών τους κινητοποιήσεων και απέκλεισαν την είσοδο της επιχείρησης εντός της οποίας βρίσκονταν ο Ψ1 και τουλάχιστον άλλοι δύο εργαζόμενοι (.... και ....) και παράλληλα πετούσαν πέτρες και άλλα αντικείμενα προς το μέρος του, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ελαφρά στο κεφάλι, σπάζοντας με τα αντικείμενα που έρριπταν τους υαλοπίνακες της εισόδου του κτιρίου, που απέχει 8-10 μέτρα από την κεντρική είσοδο όλης της επιχείρησης, και εκστομίζοντας σε βάρος του απειλητικές φράσεις κατά της ζωής του, όπως ότι, "θα τον καθαρίσουν, θα του πάρουν το λαρύγγι Αλβανικά και που θα πάει, έχει παιδάκια" εξαναγκάζοντας έτσι τον εγκαλούντα να παραμείνει αποκλεισμένος στον χώρο της επιχείρησης φοβούμενος για την σωματική του ακεραιότητα, για την ζωή του. Μάλιστα η ένταση των επεισοδίων έλαβε μεγάλες διαστάσεις και η υπάρχουσα στο χώρο μικρή αστυνομική δύναμη (δύο ατόμων), αναγκάσθηκε να ζητήσει ενισχύσεις, που πράγματι προσήλθαν και μόνο έτσι δόθηκε τέλος στην παραπάνω κατάσταση. Η εκτροπή των παραπάνω κατηγορουμένων στις παραπάνω αναφερόμενες παράνομες ενέργειες που τέλεσαν από κοινού, ενεργώντας δηλαδή με κοινό δόλο και μετά από συναπόφαση με σκοπό να εξαναγκάσουν τον παθόντα Ψ1 σε πράξη που δεν είχε υποχρέωση, δηλαδή να τον εξαναγκάσουν να παραμείνει κλεισμένος στο χώρο της επιχείρησης του, προκύπτει πέρα από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του ιδίου και από την κατάθεση του μάρτυρα ......., που δεν ήταν μεν παρών κατά την 28-9-2001, πλην όμως την επομένη ημέρα όταν προσήλθε στην εργασία του πληροφορήθηκε όσα είχαν διαδραματιστεί την προηγούμενη, ενώ διαπίστωσε και ο ίδιος την ύπαρξη σπασμένων τζαμιών και λίθων που υπήρχαν διάσπαρτοι σε σημεία της κεντρικής εισόδου της άνω επιχείρησης. Οι καταθέσεις αυτές δεν αναιρούνται από την κατάθεση των μαρτύρων υπεράσπισης, οι οποίες κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι μεροληπτικές και εμφορούνται από διάθεση υποστήριξης των θέσεων των κατηγορουμένων, οι οποίοι παντελώς αρνήθηκαν την κατηγορία που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, εφόσον αποδείχθηκαν τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της κατηγορίας που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Σημειώνεται ότι, το αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν οι μάρτυρες-αστυνομικοί που ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, είναι απορριπτέο, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία και ουσιώδης η μαρτυρία των ανωτέρω προσώπων, μπορεί δε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή ή μη των κατηγορουμένων από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία.". Με βάση δε τα περιστατικά αυτά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα. ΙΙΙ. Στην αιτιολογία όμως αυτή υπάρχει ασάφεια σχετικά με το τι σκόπευαν οι κατηγορούμενοι με τη χρησιμοποίηση της σωματικής βίας, αφού αλλού γίνεται δεκτό ότι σκόπευαν τη μη διακίνηση μέσω της επιχείρησης του πολιτικώς ενάγοντος, κατά τις ημέρες της απεργίας τους, των εμπορευμάτων της εργοδότριας εταιρείας του και αλλού ότι σκόπευαν να εξαναγκάσουν τον παθόντα Ψ1 να παραμείνει κλεισμένος στο χώρο της επιχείρησής του. Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ) παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Τέλος δεν προκύπτει ότι οι άλλοι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 οι οποίοι με την ίδια απόφαση καταδικάσθηκαν για παράνομη βία από κοινού, δεν έχουν ασκήσει αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως. Έτσι περίπτωση αποφάνσεως του Δικαστηρίου αυτού περί επεκτατικού και γι' αυτούς αποτελέσματος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 469Κ.Π.Δ.) δεν συντρέχει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 14055/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για παράνομη βία από κοινού. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βία παράνομη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2179/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά, περί αναιρέσεως της 186-187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Σπανού. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 762/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 του ΚΠΔ (αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια), ή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 του ΚΠΔ (προδικαστικά ζητήματα στην ποινική δίκη), η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση όμως ότι έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και είναι παραδεκτή, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως (για ελλιπή αιτιολογία), ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει παντάπασι στην αίτηση, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και ιδρύεται εκ τούτου, ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 186-187/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, καταδικάσθηκε για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα σε συνολική ποινή φυλάκισης (18) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ο τελευταίος κατά την έναρξη της διαδικασίας υπέβαλε αίτημα για την αναβολή της δίκης, που είχε ως εξής "... Ο δικηγόρος μου Διονύσιος Κότσιφας δεν μπορεί να έρθει στο Δικαστήριο. Ζητώ την αναβολή της δίκης γιατί περιμένουμε να εκδοθεί και η απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία σχετίζεται μ' αυτή την απόφαση". Η αίτηση όμως αυτή του κατηγορούμενου, έτσι όπως είχε υποβληθεί, χωρίς δηλαδή να αναφέρονται, αφενός, οι λόγοι για τους οποίους ο δικηγόρος του αδυνατούσε να προσέλθει στο Δικαστήριο και, αφετέρου, χωρίς να διευκρινίζεται η υπόθεση που εκκρεμούσε στο Αρειο Πάγο και κατά ποιο τρόπο σχετιζόταν με την εκδικαζόμενη, ήταν απαράδεκτη, ως αόριστη και το Δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει σε αίτηση που είχε υποβληθεί απαραδέκτως, εκ περισσού δε απάντησε, απορρίπτοντας αυτή, κατ' ουσία, με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, για το λόγο ότι ο δικηγόρος του Διονύσιος Κότσιφας δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο για να τον υπερασπιστεί και ότι αναμένει να εκδοθεί απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει αποδεικτικό μέσο που να δικαιολογεί την εν λόγω αναβολή". Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη της αιτήσεως της κατηγορούμενης για αναβολή της δίκης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, την γνώση του δράστη με την έννοια της πλήρους βεβαιότητας, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Επίσης από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, κατά το οποίο, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη να αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. 'Οταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφημήσεως ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 186-187/2008 απόφασής του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...... ο κατηγορούμενος, που ήταν υποδιευθυντής στο κατάστημα της Τράπεζας Πίστεως στην ....., με την από 10.1.2001 κατάθεσή του ενώπιον του υπαστυνόμου Α' του Α.Τ. ..... ....., ανέφερε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας, ότι οι εκκαλούντες Ψ1 και Ψ2 (πατέρας και γιος, αντίστοιχα) τέλεσαν εις βάρος του την αξιόποινη πράξη της εκβίασης. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ανέφερε στην πιο πάνω κατάθεσή του, μεταξύ άλλων, και τα εξής : "... Εκβιάζομαι από τον Ψ2 και τον πατέρα του Ψ1, οι οποίοι σε διάστημα δύο (2) χρόνων περίπου μου έχουν αποσπάσει χρηματικό ποσό διακοσίων εξήντα οκτώ εκατομμυρίων δραχμών προκειμένου να μην παραδώσω πινακίδα πωλήσεων μετοχών που του έχω παραδώσει και τα οποία είναι εικονικά, στην διοίκηση της Τράπεζας Πίστεως όπου εργάζομαι, με τον Ψ2 έχω ραντεβού την 21 ώρα σήμερα προκειμένου να του παραδώσω όπως αξιώνει εκβιαστικά δύο επιταγές συνολικού ποσού 120.000.000 δραχμών με αντάλλαγμα την παράδοση από αυτόν των παραπάνω εικονικών πινακίδων. Το ραντεβού μου είναι στην καφετέρια πρώην "....." που βρίσκεται στην οδό ..... και ..... γωνία. Σας παραδίδω δύο αντίγραφα των επιταγών που θα παραδώσω σε φωτοτυπία. Άλλο δεν έχω να προσθέσω και ζητώ την βοήθεια σας για να μην υποκύψω στους εκβιασμούς των ανωτέρω με αποτέλεσμα να χάσω τη δουλειά μου, εκβιάζομαι επίσης και φοβάμαι για τη ζωή της οικογενείας μου. Σας παραδίδω σε φ/φα τις υπ'αριθμ. ..... και ..... επιταγές Τράπεζας Πίστεως αξίας 120.000.000 δραχμών. Σύνολο, τα πρωτότυπα των οποίων θα παραδώσω στον Ψ2. Τα χρήματα που αναγράφονται στις επιταγές είναι χωρίς αντίκρισμα. Οι επιταγές είναι από γνήσιο μπλοκ επιταγών σε κοινό λογαριασμό με την σύζυγο μου Α .....", "... σε συνέχεια της από 10-1-2001 και ώρα 20.15 καταθέσεως μου, διευκρινιστικά προσθέτω ότι μετά από συννενόηση με Αστυνομικούς της υπηρεσίας σας πήγα στο ραντεβού μου με τον Ψ2 την 20.00 ώρα σήμερα. Συναντηθήκαμε έξω από την καφετέρια που αναφέρω στην κατάθεση μου και του παρέδωσα ένα λευκό κλειστό φάκελλο που περιείχε τις προαναφερόμενες επιταγές. Αυτός αφού άνοιξε το φάκελλο ενώπιον μου και βεβαιώθηκε για τις επιταγές τις έβαλε στην τσέπη του, του ζήτησα να μου δώσει τα πινάκια και αυτός μου απήντησε ότι θα μου τα παραδώσει αφού εισπράξει τα χρήματα και εγώ δέχθηκα, μετά από αυτό έκανα νεύμα στους Αστυνομικούς που ήταν πλησίον και αφού απομακρύνθηκα από αυτόν επενέβησαν και τον συνέλαβαν. Με τον Ψ2 και τον πατέρα του Ψ1 γνωριστήκαμε πριν τρία χρόνια περίπου, ως πελάτες στην τράπεζα που εργάζομαι. Ο πατέρας Ψ1 έπαιζε χρηματιστήριο. Ως υποδιευθυντής που είμαι στην τράπεζα μου ζήτησε να αγοράσω για λογαριασμό του μετοχές κάθε νέας εταιρείας που εισάγεται στο χρηματιστήριο. Εγώ ελάμβανα από τον πατέρα το αντίτιμο των μετοχών που αγόραζα (υποθετική αγορά) και του απέδιδα το ποσό το υποτιθέμενο πώλησης, βάζοντας τα χρήματα από την τσέπη μου. Αυτή επομένως ήταν η παρανομία μου, η υποτιθέμενη αγορά και πώληση μετοχών, η οποία αν αποκαλύπτετο θα με έδιωχναν από τη δουλειά μου. Κάποια στιγμή ο γιος Ψ2 κατάλαβε την παρανομία και άρχισε να με εκβιάζει. Με τις απειλές "πρόσεχε έχεις γυναίκα και παιδιά και θα σε καταγγείλω στην υπηρεσία σου να χάσεις τη δουλειά σου" μου απέσπασε συνολικά ποσό 238.000.000 δραχμών, τελευταία φορά μου πήρε μετρητά 10.000.000 δραχμές την 29-12-2000. Ο πατέρας Ψ1 με την απειλή ότι θα με καταγγείλει στην υπηρεσία μου, μου απέσπασε 30.000.000 δραχμές με τραπεζική επιταγή πριν ένα χρόνο περίπου. Ειδικά τα χρήματα που μου πήραν με τρεις επιταγές οι ανωτέρω μπορώ να τις βρω ...". Όμως η αλήθεια είναι, ότι ο κατηγορούμενος στις αρχές του 1996 πρότεινε στον εγκαλούντα Ψ1 να επενδύσει τα χρήματα του στο χρηματιστήριο και δη σε μετοχές εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο για να επιτύχει μεγαλύτερα κέρδη. Ο τελευταίος εμπιστεύθηκε τον κατηγορούμενο και άρχισε να του παραδίδει διάφορα χρηματικά ποσά, χωρίς μάλιστα να ζητεί παραστατικά, με την συμφωνία ο κατηγορούμενος να τα τοποθετεί κατά την κρίση του επωφελώς σε αγοραπωλησίες μετοχών. Κατά το χρονικό διάστημα 1996 μέχρι 1999 ο εν λόγω εγκαλών (Ψ1) κατέβαλε στον κατηγορούμενο σταδιακά το συνολικό ποσό των 220.000.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος καθησύχαζε τον ως άνω εγκαλούντα ότι τα χρήματα του είχαν επενδυθεί επωφελώς και του αποφέρουν ικανοποιητικά κέρδη, ενώ στην πραγματικότητα σε ουδεμία επένδυση είχε προβεί και απέβλεπε στην υπεξαίρεση των χρημάτων του εγκαλούντος. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1999 ο ανωτέρω εγκαλών ζήτησε από τον κατηγορούμενο παραστατικά των χρηματιστηριακών συναλλαγών των χρημάτων που του είχε εμπιστευθεί και ο κατηγορούμενος του εγχείρισε πέντε (5) πινακίδια τίτλων της εταιρείας "Άλφα Χρηματιστηριακή Α.Ε.", τα οποία όμως ήταν πλαστά, όπως διαπίστωσε ο εγκαλών Ψ2. Ο κατηγορούμενος αναγκάσθηκε πλέον να επιστρέψει μέρος των χρημάτων που είχε λάβει και συγκεκριμένα επέστρεψε το ποσό των 100.000.000. δραχμών με τρεις επιταγές που εξοφλήθηκαν κανονικά μέχρι το τέλος του 2000 και υποσχέθηκε ότι θα καταβάλει και τα υπόλοιπα. Την 3.1.2001 ο κατηγορούμενος ειδοποίησε τον εγκαλούντα Ψ2 να μεταβεί στην Τράπεζα και να αναλάβει το ποσό των 120.000.000 δραχμών. Το ποσό αυτό ο κατηγορούμενος είχε υπεξαιρέσει από το λογαριασμό του πελάτη της Τράπεζας Β. Λόγω του μεγάλου ύψους του ποσού που επρόκειτο να αναλάβει ο εγκαλών Ψ2, οι υπάλληλοι της Τράπεζας θέλησαν να ελέγξουν το υπόλοιπο κι έτσι αποκαλύφθηκε αμέσως η υπεξαίρεση εις βάρος του Β, ενώ έγινε η αφορμή να διενεργηθεί λεπτομερής έλεγχος από επιθεωρητές της Τράπεζας και τότε διεπιστώθηκε ότι επί σειρά ετών ο κατηγορούμενος είχε υπεξαιρέσει σημαντικά ποσά εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών από διάφορους πελάτες της Τράπεζας (και για τις οποίες πράξεις παραπέμφθηκε να δικασθεί, ήδη δε έχει καταδικασθεί σε πρώτο βαθμό με την 351-353 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού σε ποινή καθείρξεως). Ενόψει της νέας τροπής που έλαβε η υπόθεση του εγκαλούντος Ψ1 μετά την αποκάλυψη της υπεξαιρέσεως εις βάρος του Β, ο κατηγορούμενος μεθόδευσε εναντίον των εγκαλούντων κατηγορία για εκβίαση. Ειδικότερα, την 10.1.2001 κανόνισε τηλεφωνική συνάντηση με τον εγκαλούντα Ψ2 για να του επιστρέψει δήθεν τα χρήματα κι ενώ του παρέδιδε δύο επιταγές συνολικού ποσού 120.000.000 δρχ., συγχρόνως είχε καταγγείλει στην αστυνομία ότι η συναλλαγή αυτή ήταν προϊόν εκβίασης εκ μέρους του εγκαλούντα Ψ2 και άνδρες του τμήματος ασφαλείας ..... συνέλαβαν τον τελευταίο όταν έπαιρνε επιταγές και τις κατέσχεσαν (ας σημειωθεί ότι κατά τον εγκαλούντα Ψ1 και το περιβάλλον του το περιστατικό αυτό οδήγησε στην αυτοκτονία τον εγκαλούντα Ψ2 μετά πάροδο μερικών μηνών και δη την 31.8.2001). Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου περί εκβιάσεως δεν αποδεικνύεται από κανένα βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο (με το 73/2004 βούλευμα το Συμβούλιο Πλημ/κων Αμαλιάδας έπαυσε την ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος Ψ1 για το αδίκημα της εκβιάσεως λόγω θανάτου αυτού και αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος Ψ2 για το αδίκημα της εκβιάσεως ελλείψει ενδείξεων ενοχής). Κατά συνέπεια, η πιο πάνω από 10.1.2001 μήνυση του ήδη κατηγορουμένου είναι ψευδής, πράγμα το οποίο γνώριζε ο ίδιος, την κατέθεσε δε αυτός σκοπεύοντας να προκαλέσει την καταδίωξη των άνω εγκαλούντων για την αποδιδόμενη σ' αυτούς από τον ίδιο αξιόποινη πράξη της εκβίασης. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος με την ανωτέρω μήνυση του, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ποινικής διώξεως εναντίον των μηνυτών για εκβίαση, ισχυρίσθηκε ψευδώς για τους εγκαλούντες και εν γνώσει της αναληθείας τους τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν ανωτέρω, τα οποία περιήλθαν εν γνώσει των υπαλλήλων των αρμοδίων Αρχών που διενήργησαν την προανάκριση και τα οποία ήσαν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους στη μικρή κοινωνία της ....., είχε δε θέληση να ισχυρισθεί ενώπιον τούτων τα βλαπτικά αυτά γεγονότα. Τέλος, εξεταζόμενος ο ίδιος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής (Αστυνομικό Τμήμα .....), που είναι αρμόδια για την εξέταση του, βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της ανωτέρω μηνύσεως, εν γνώσει της αναληθείας αυτού. ...". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των πιο πάνω πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα. Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 94 παρ.1, 224 παρ.2- 1, 229 παρ. 1 362, 363 ΠΚ ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως (18) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. ΙΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων , καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να είναι αναγκαία η αξιολόγηση και συσχέτιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης ,με τον οποίο ο αναιρεσείων, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά της αντικειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων, δια των οποίων κηρύχθηκε αυτός ένοχος και , επί πλέον, ότι "στο σκεπτικό , δεν γίνεται, όπως έπρεπε, συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των από αυτά προκυψάντων πραγματικών περιστατικών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , διότι όπως ισχυρίζεται, το σκεπτικό αυτής αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, είναι αβάσιμες. Το σκεπτικό της απόφασης επαναλαμβάνει μεν κατά σημαντικό μέρος το διατακτικό κατά τα αναφερόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως εκτίθενται σε αυτό αναλυτικά και με πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή, ως προς αυτά, η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, χωρίς παράλληλα το σκεπτικό δεν εξαντλείται μόνο στα αναφερόμενα στο διατακτικό περιστατικά. Εξάλλου ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία, ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής (171 παρ.2 ΚΠΔ) διότι, όπως κατά λέξη αναφέρει ο αναιρεσείων "ο Ψ1, παρεστάθη δι εαυτόν - όπως προκύπτει από την απόφασιν - πρακτικά - και ουχί δια τον Ψ2. Ούτω δεν τηρήθηκαν αι προϋποθέσεις δια την παράστασιν την πολιτικής αγωγής, αι οποίαι ορίζονται υπό της Δικονομίας και του Α.Κ", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού, δεν εκτίθεται σε αυτή σε τι συνίσταται η ακυρότητα της παράστασης του Ψ1, ως πολιτικώς ενάγοντος, δεδομένου, ότι και αυτός, κατά τις παραδοχές της απόφασης, φέρεται ως άμεσα παθών. Ομοίως, ως αόριστος, πρέπει να απορριφθεί και προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Β του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμάται, για έλλειψη ακροάσεως, διότι, όπως εκτίθεται στην κρινόμενη αίτηση, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσίων υπέβαλε, "ισχυρισμούς και αιτήσεις, αι οποίαι έμειναν αναπάντητοι", αφού δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ από τα πρακτικά της δίκης ουδόλως προκύπτει ότι αυτός στερήθηκε δικονομικών δικαιωμάτων του. Πρέπει δε να παρατηρηθεί σχετικά, ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, μετά την απόρριψη του απαραδέκτως υποβληθέντος αιτήματος αναβολής, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ρώτησε τον κατηγορούμενο, αν θα διορίσει συνήγορο υπερασπίσεως και αυτός δήλωσε ότι θα παρασταθεί αυτοπροσώπως. ΙV. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ.583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε (186, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 26/7-4-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 186-187/29-1-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ,που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Στοιχεία εγκλημάτων. Απόρριψη αιτήματος αναβολής. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2178/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πρωτέκδικο, περί αναιρέσεως της 64026/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 753/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2408/96, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ, 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του Κ.Π.Δ., αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αιτών στον κατηγορούμενο, καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτή αρχίζει η κυρία διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κυρία διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, με την 23668/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με απούσα την αναιρεσείουσα, καταδικάσθηκε αυτή σε ποινή φυλάκισης δύο ετών για την πλημμεληματική πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (αρ. 25 ν.1882/90) κατά το χρονικό διάστημα από 1/11/98 έως 30/4/2001. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την 4477/27-3-2007 έφεση, στην οποία δεν προέβαλε με λόγο έφεσης ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, με βάση το οποίο καταδικάστηκε αυτή πρωτοδίκως. Κατά την εκδίκαση της έφεσης η αναιρεσείουσα, αφού άρχισε η συζήτηση της υπόθεσης και έγινε δεκτή αίτημα αυτής να κριθεί η έφεση αυτή ως εμπρόθεσμη (διότι εσφαλμένα της επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως αγνώστου διαμονής), προέβαλε στη συνέχεια δια της συνηγόρου της ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και εξαλείψεως του αξιοποίνου της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης λόγω παραγραφής, ως εξής "Μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως μου ως εμπροθέσμου και, συνεπώς, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, πρέπει να κηρυχθεί η οριστική παύση της εναντίον μου ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής, δοθέντος ότι για τους ίδιους ακριβώς λόγους, για τους οποίους η έφεση μου έγινε δεκτή ως εμπρόθεσμη, είναι άκυρη και η επίδοση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, δηλαδή του κλητηρίου θεσπίσματος, συνεπεία δε της ακυρότητας αυτής, δεν επήλθε αναστολή τη παραγραφής, η οποία συμπληρώθηκε το αργότερο μέχρι 30.04.06, ενόψει του ότι η τελευταία μερικότερη πράξη του κατηγορητηρίου φέρεται τελεσθείσα στις 30.04.01". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία. "Το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στην νυν εκκαλούσα στις 4-12-2002 ως αγνώστου διαμονής με τελευταία γνωστή τότε διεύθυνση την οδό ..... στην ....., όπου και η έδρα της επιχείρησης της εκκαλούσας, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτή όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του αρμόδιου προς επίδοση οργάνου. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εκκαλούσα είχε από τότε δηλώσει νόμιμα στις αρμόδιες αρχές την αλλαγή διεύθυνσης ούτως ώστε να αναζητηθεί από την οικεία Δ.Ο.Υ στη διεύθυνση της κατοικίας της και στην συνέχεια από τις αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι ορθώς τότε το κλητήριο θέσπισμα είχε επιδοθεί σ'αυτήν ως αγνώστου διαμονής και συνεπώς δεν τίθεται θέμα μη διακοπής της παραγραφής της πράξεως της, απορριπτόμενης όθεν της περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος και κατ'ακολουθία παραγραφής της πράξεως της ενστάσεως ως αβάσιμης". ΙΙ. Η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από τη διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Β' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι, ενώ είχε υποβάλει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών το πιο πάνω αίτημα "για την κήρυξη ως άκυρης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής της πράξης", αυτό δεν απάντησε στο αίτημά της "για την κήρυξη ως άκυρης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της εξάλειψης του αξιόποινου λόγω παραγραφής, αλλά απέρριψε ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία ουδέποτε υπεβλήθη, και για τον λόγο αυτό ιδρύθηκε λόγος αναιρέσεως λόγω ελλείψεως ακροάσεως" (170 παρ.2 ΚΠΔ). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον πιο πάνω ισχυρισμό- αίτημα της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας "για την κήρυξη ως άκυρης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος", είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται, ότι τον ισχυρισμό αυτόν είχε περιλάβει η αναιρεσείουσα στην έκθεση της έφεσής της, όπως θα έπρεπε. Εξάλλου, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί με λόγο εφέσεως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν, αλλά ούτε και στον ισχυρισμό της παραγραφής, αφού, λόγω της πιο πάνω ελλείψεως, ήταν και αυτός ο ισχυρισμός αόριστος. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο απάντησε σε αυτόν. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το πιο πάνω περιεχόμενο του σκεπτικού της απορριπτικής του ισχυρισμού παρεμπίπτουσας απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε την εγκυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος "και κατ' ακολουθία της παραγραφής της πράξεως", όπως ρητώς σε αυτό αναφέρεται. Είναι δε προφανές ότι το Δικαστήριο, όταν απορρίπτει την "ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος", εννοεί την ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αυτή η ακυρότητα προβλήθηκε από την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα και αυτή η ακυρότητα ερευνήθηκε και κρίθηκε από το Δικαστήριο. Άλλωστε ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας ήταν της παραγραφής, λόγω μη εγκύρου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και αυτόν τον ισχυρισμό απέρριψε το Δικαστήριο με την πιο πάνω απόφασή του. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών , παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων και η: "1) Η παραπάνω απόφαση με τα πρακτικά και τα έγγραφα... ". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού (όπως και των λοιπών), ενόψει και της αριθμήσεώς του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του. Τούτο δε διότι η προσδιοριζόμενη ως "παραπάνω απόφαση", δεν είναι άλλη από την προσβαλλόμενη με την έφεση 23668/2003 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού ουδεμία άλλη, πλην αυτής, μνημονεύεται "παραπάνω" στα πρακτικά της δίκης . Άλλωστε με την ανάγνωση του κειμένου της η εν λόγω απόφαση κατέστη γνωστή και κατά το περιεχόμενό της στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως και των υπολοίπων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του το ως άνω αριθμούμενο έγγραφο και ο σχετικός δεύτερος, από τη διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Α' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος από την αυτή διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Α' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο "το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έλαβε υπόψη του έγγραφα (πίνακα χρεών και μηνυτήρια αναφορά), που δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο (σελ. 9) με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας". Ειδικότερα, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα στην κρινόμενη αίτησή της, το Δικαστήριο την κήρυξε ένοχη, "... ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της στην ΔΟΥ Μοσχάτου διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς περιγράφονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αριθμός ειδικού βιβλίου 9/02) και συνοδεύει ως αναπόσταστο μέρος αυτή την από 4/2/2002 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ... ". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα πιο πάνω έγγραφα αναγνώσθηκαν, αφού ρητώς τούτο αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως (όπου μνημονεύεται ότι "... με βάση τον πίνακα χρεών που αναγνώστηκε... "), επιπλέον δε, στα πρακτικά της δίκης, αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η πρωτόδικη απόφαση "με τα πρακτικά και τα έγγραφα". Μεταξύ δε των αναγνωσθέντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη έγγραφα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης εκείνης, ήταν και "η μηνυτήρια αναφορά της ΔΟΥ Μοσχάτου", που "συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος" ο "πίνακας χρεών", όπως βεβαιώνεται στο πιο άνω διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνεπώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ορθώς έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά. ΙV. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ.583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/2/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ.1429/14-2-08) της Χ για αναίρεση της 64026/19.11.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο δεν απάντησε σε ισχυρισμούς για ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και παραγραφής. Ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προτείνεται με λόγο έφεσης. Λόγοι αναιρέσεως για λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Απόρριψη λόγων ως αβασίμων. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακροάσεως έλλειψη
Φοροδιαφυγή, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ακροάσεως έλλειψη.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2177/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αζαριάδη, περί αναιρέσεως της 8350/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 728/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990. θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών για δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου, για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και για χρέη γενικά προς το Δημόσιο και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση του δράστη να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υποχρέου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος. Ετσι, για κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές, απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης. Με την αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ είναι: 1) Η αρχή που προέβη στην βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο χρόνος δε αυτός δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος μνημονεύει, αποδείχθηκαν τα εξής: " ο κατηγορούμενος, δεν κατέβαλε εμπροθέσμως στην ΔΟΥ Ε' Αθηνών, τα βεβαιωθέντα σε βάρος του, με αρ. 16,17,18,19 και 20 χρέη του ιδίου πίνακα, που αφορούν παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους και ποσά αντίστοιχα 73.486,56, 78.899,11, 12.722,37, 76.729,11 και 99.641,72 ευρώ και συνολικά 341.478,87 ευρώ και τα με αρ. 21,22,23,24 και 25 χρέη του ιδίου πίνακα, που αφορούν λοιπούς φόρους και ποσά αντίστοιχα 53.023,63, 87.107,78, 106.866,33, 62.864,08 και 29.525,35 ευρώ και συνολικά 339.387,17 ευρώ, για τα οποία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) του ότι: Στην Αθήνα στους κατωτέρω χρόνους με πολλές πράξεις τέλεσε πολλά εγκλήματα και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 έως 1-5-2003 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στην μη καταβολή 3 συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους τα 9.000 ευρώ ή 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά τα 14.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, στη Δ.Ο.Υ. Ε' Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ ( αρ. ειδ. Βιβλίου .....) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από ..... μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ ηθελημένα δεν κατέβαλε α) ποσό ευρώ 341.478,87 που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους β) ποσό ευρώ 339.387,17 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ. Όμως, η κατά τα άνω, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία είναι ελλειπής και ασαφής. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό α) ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης των χρεών β) ποιο το ειδικότερο ύψος των χρεών από παρακρατούμενους, επιρριπτόμενους και λοιπούς φόρους ήταν καταβλητέο εφάπαξ και ποιο καταβλητέο σε δόσεις γ) ο χρόνος καταβολής των τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί του καταβαλλόμενου σε δόσεις και ο χρόνος του εφάπαξ καταβλητέου ποσού που ηθελημένα ο αναιρεσείων φέρεται ότι δεν κατέβαλε δ) κατά τρόπο αντιφατικό αναφέρεται για όλο το ποσό των καθυστερούμενων χρεών παραβίαση πληρωμής τριών συνεχών δόσεων και συγχρόνως καθυστέρηση καταβολής πέραν του διμήνου. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτου λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8350/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2175/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Καλαφάτη, περί αναιρέσεως της 69610/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 514/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, επομένως και για έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6 & 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Στην έννοια όμως της ανώτερης βίας, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση της εκκαλούμενης απόφασης από μέρους του εκκαλούντος, γιατί στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογούντα την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 69610/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτήν, απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την έφεση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης (η οποία είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη από το συνήγορό της, Χαράλαμπο Καλαφάτη), κατά της υπ' αριθμό 52614/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η εκκαλούσα είχε καταδικασθεί για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 1.500 δρχ. ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή 900.000 δραχμών, με την εξής αιτιολογία: Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..... που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 23-10-2001 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αρχιφύλακα του ΑΤ Βάρης ....., η εκκαλουμένη, με αριθ. 52614/2000 ερήμην της εκκαλούσας εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε σ' αυτήν ως άγνωστης διαμονής, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα στην τελευταία γνωστή στην επιδούσα αρχή διεύθυνσή της στην οδό ..... στη ...... στην οποία της είχε επιδοθεί στις 20-9-1996, με θυροκόλληση και το κλητήριο θέσπισμα για την εκδίκαση της υπόθεσης (βλ. το από 20-9-1996 σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή .....). Η ασκηθείσα απ' αυτήν (εκκαλούσα) έφεση, έλαβε χώρα στις 17-4-2007, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης, κατ' άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ προθεσμίας άσκησής της. Η εκκαλούσα, όπως προκύπτει από την με αρ. 5241/07 έκθεση εφέσεως και από όσα προφορικά ανέφερε στο ακροατήριο ο συνήγορος υπεράσπισής της που την εκπροσωπεί, επικαλείται ακυρότητα της επίδοσης σ' αυτήν της εκκαλουμένης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και ειδικότερα ότι ήταν γνωστή στην επιδούσα αρχή η διεύθυνση της κατοικίας της (οδός ..... στο .....) την οποία γνωστοποίησε την 4-2-2000 στο ΑΤ Βάρης με την από 4-2-2000 δήλωση αρ. 8 Ν. 1599/86. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα η εκκαλούσα (..... στη .....) αποτελούσε την τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας της στην επιδούσα εισαγγελική Αρχή, καθόσον σ' αυτήν όπως προεκτέθηκε επιδόθηκε και το κλητήριο θέσπισμα καθώς και η με αρ. 301920 κλήση που της επιδόθηκε την 5-1-2000 και την οποία παρέλαβε ο σύνοικός της ....., με την οποία κλήθηκε να εμφανιστεί στο Κ' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών προς συζήτηση της υπόθεσης την 7-2-2000 (βλ. το από 5-1-2000 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα .....), στην οποία δικάσιμο εμφανίστηκε στο ως άνω Δικαστήριο η εκκαλούσα. Πράγματι η εκκαλούσα την 4-2-2000 δήλωσε στο ΑΤ Βάρης ότι διαμένει πλέον επί της ..... στο ..... . Ετσι την 2-7-2001 το ΑΤ Βάρης διαβίβασε προς επίδοση την εκκαλούμενη απόφαση στο ΑΤ Αλίμου (β) αρ. πρωτ. 1016/93/870 σχετικό έγγραφο. Την επίδοση αυτή ανέλαβε ο αστυφύλακας του ΑΤ Αλίμου ....., ο οποίος όπως αναφέρει στην από 14-7-2001 βεβαίωση από την έρευνά του καλώς εξακρίβωσε ότι η Χ δεν κατοικούσε στην οδό ..... εδώ και δέκα χρόνια ποτέ. Ετσι το ΑΤ Αλίμου επέστρεψε στο ΑΤ Βάρης την εκκαλουμένη προς επίδοση (βλ. το με αρ. πρωτ. 1016/93/628 σχετικό έγγραφο). Στη συνέχεια όπως προκύπτει από την από 22-10-2001 βεβαίωση του αρχιφύλακα ..... του ΑΤ Βάρης, μετά από νέο έλεγχο που πραγματοποίησε και πάλι στην οδό ....., διαπίστωσε ότι η εκκαλούσα δεν κατοικούσε πλέον στην διεύθυνση αυτή και δεν κατέστη δυνατό να πληροφορηθεί τη νέα διεύθυνση της κατοικίας της, μάλιστα συνομίλησε με την ....., η οποία του δήλωσε ότι είχε μισθώσει την ως άνω οικία από την Χ και ότι δεν γνώριζε τη νέα διεύθυνσή της ούτε το τηλέφωνό της και ότι έχει τοποθετήσει δικό της (της Χ) ξεχωριστό γραμματοκιβώτιο για την αλληλογραφία της την οποία παραλαμβάνει κατά διαστήματα. Ενόψει των ανωτέρω, δεδομένου ότι κατά τα προεκτεθέντα, στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή ήταν άγνωστη η διεύθυνση της κατοικία της εκκαλούσας κατά τον ως άνω χρόνο επίδοσης σ' αυτήν της εκκαλούμενης απόφασης, εξ' άλλου η ίδια επικαλείται ότι τη νέα ως άνω διεύθυνση (.....) τη γνωστοποίησε στην επιδούσα Εισαγγελική αρχή, όπως όφειλε για τη συγκεκριμένη υπόθεση ανεξαρτήτως αν ήταν ή όχι η πραγματική της κατοικία στην ως άνω διεύθυνση) και ορθά επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση στην εκκαλούσα ως άγνωστης διαμονής. Εφόσον, επομένως, η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠΔ 476 παρ. 1) και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα. Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν, ο χρόνος επιδόσεως στην εκκαλούσα της εκκαλούμενης αποφάσεως, εκείνος της ασκήσεως της εφέσεως, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, διέλαβε δε η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία επί του προβληθέντος με την έφεση λόγου ακυρότητας της επιδόσεως, κατά τον οποίο η εκκαλουμένη της είχε επιδοθεί ακύρως, ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτή, κατά το χρόνο επιδόσεως της πρωτοβάθμιας απόφασης, ήταν γνωστής διαμονής, ως διαμένουσα στην οδό ..... στο ...... Η αιτιολογία αυτή, σε σχέση με το ότι η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν άγνωστης διαμονής, δεν ήταν απαραίτητη, αφού η αναιρεσείουσα στην ασκηθείσα έφεσή της δεν αναφέρει, ότι την τελευταία γνωστή διαμονή της στην οδό ..... του ..... είχε δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διαμονή της αυτή στην Εισαγγελική Αρχή, περιορισθείσα στην αόριστη αναφορά σ' αυτήν, ότι η διαμονή της στην ανωτέρω διεύθυνση ήταν γνωστή στις Αρχές έχοντας μάλιστα προβεί και σε σχετική δήλωση, χωρίς όμως και να τις προσδιορίζει. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 32/5-3-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 69610/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2174/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργακά, περί αναιρέσεως της 918/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 208/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 349 §1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικατ. από το άρθρο 16 του Ν. 3336/2005, το δικαστήριο, μετ' από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για τον λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση, ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις μόνο αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Εξάλλου η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 του ΚΠΔ (αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια) παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση όμως ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και είναι παραδεκτή, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως (για ελλιπή αιτιολογία). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 918/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, έφεση του κατηγορούμενου αναιρεσείοντος, κατά της 1620/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 € ημερησίως, για παράβαση του άρ. 25 ν. 1882/1990, κατά την έναρξη της διαδικασίας εμφανίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου η δικηγόρος Α, η οποία, ως άγγελος της συνηγόρου του κατηγορούμενου Β, ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων (αρθ. 349 Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα αυτή δήλωσε στο δικαστήριο ότι "η συνήγορος του κατηγορούμενου Β, δεν δύναται να παραστεί ενώπιον του σημερινού δικαστηρίου, διότι παρίσταται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων στη ..... για άλλη υπόθεση της και ζήτησε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης". Από το περιεχόμενο της πιο πάνω δηλώσεως προκύπτει ότι η δικηγόρος Α, εμφανίστηκε ως άγγελος όχι του κατηγορουμένου, (για να δηλώσει αυτός κώλυμα στο πρόσωπό του ή στο πρόσωπο της πληρεξουσίας δικηγόρου του για να εμφανισθεί στο Δικαστήριο), αλλά ως άγγελος της φερόμενης ως πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου, έγγραφο - αίτηση της οποίας προσκόμισε. Η τελευταία, κατά τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση, επρόκειτο να ζητήσει από το Δικαστήριο να της επιτρέψει την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου (κατά τα άρ.340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ). Όμως η εν λόγω δικηγόρος δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κώλυμα που αφορά αποκλειστικά την ίδια, πριν της επιτραπεί από το Δικαστήριο η εκπροσώπηση αυτή. Συνεπώς, εφόσον δεν υποβλήθηκε παραδεκτώς το πιο πάνω αίτημα αναβολής της δίκης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Εντούτοις, ως εκ περισσού, απέρριψε τη αίτημα αυτό με παρεμπίπτουσα αυτού απόφαση, στην οποία, αφού ανέφερε όσα ορίζονται στην πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη του άρ.349 παρ.1 του ΚΠΔ, διέλαβε στο σκεπτικό αυτής και τα εξής "...Στη περίπτωση που πρόκειται μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου εμφανίστηκε η δικηγόρος Αλεξανδρούπολης Α, ως άγγελος της δικηγόρου του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης Β και υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης λόγω κωλύματος αυτής, η οποία όπως η ίδια δήλωσε, είναι πληρεξούσια του κατηγορουμένου και κωλύεται να παραστεί στη δίκη και να τον εκπροσωπήσει, αφού, όπως η ίδια εκθέτει στην από 20-9-2007 αίτηση της προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, συμμετέχει ως συνήγορος υπεράσπισης σε ποινική υπόθεση κατηγορουμένου στο Τριμελές Εφετείο Ρόδου. Το Δικαστήριο κρίνει, ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής κατ' άρθρο 349 §1 Κ.Π.Δ. Την κρίση του αυτή στηρίζει στο ότι, η υπό κρίση υπόθεση αναβλήθηκε ήδη από το παρόν Δικαστήριο μία φορά, επίσης για κώλυμα της ιδίας συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου (βλ. την με αριθμ. 398/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου). Στη σημερινή δικάσιμο, η ίδια δικηγόρος ζήτησε (μέσω αγγέλου), όπως προαναφέρθηκε, εκ νέου αναβολή για αόριστο χρόνο, καθόσον είναι συνήγορος υπεράσπισης κατηγορουμένου στο Τριμελές Εφετείο Ρόδου, η οποία όμως υπόθεση δεν αναφέρει πότε θα τελειώσει, ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες. Ήδη δε από το χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος (30-8-2003, πάροδος δύο μηνών από 30-6-2003, καθόσον η καταβολή του οφειλόμενου προς το Δημόσιο χρέους ήταν εφάπαξ) παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ήδη χώρησε, μία αναβολή, μόνο στον παρόντα βαθμό. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί το σχετικό αίτημα αναβολής". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Δικαστήριο, στην απορριπτική του αιτήματος της πληρεξούσιας του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης απόφασή του, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε, στην απορριπτική του παραπάνω αιτήματος, παρεμπίπτουσα απόφασή του. Ειδικότερα εκτίθεται στην απόφαση ότι το αίτημα για αναβολή για αόριστο χρόνο υποβάλλεται όχι από τον κατηγορούμενο, αλλά από την πληρεξούσια δικηγόρο του, η οποία ζητούσε την αναβολή διότι παρίστατο ως συνήγορος υπεράσπισης άλλου κατηγορουμένου στο Τριμελές Εφετείο Ρόδου, ενώ η υπόθεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου είχε αναβληθεί ήδη μία φορά, επίσης για κώλυμα της ιδίας συνηγόρου, χωρίς να αναφέρει πότε θα τελειώσει η υπόθεση, ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα, διακοπής της δίκης έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες. Η τελευταία αναφορά ήταν απαραίτητη, διότι , κατά την μνημονευόμενη και στη αιτιολογία της προσβαλλόμενης παρεμπίπτουσας απόφασης διάταξη του αρ. 349 παρ.1 ΚΠΔ, δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση, ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Εξάλλου το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης πιο πάνω απόφασή του, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τόσο την ενώπιον αυτού κατάθεση της εμφανισθείσας, ως άγγελος της δικηγόρου Β, δικηγόρου Αλεξανδρούπολης Α, όσο και την αναγνωσθείσα από 20-9-2007 αίτηση της δικηγόρου Β (άλλα έγραφα δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν ούτε εξετάστηκαν μάρτυρες), όπως αυτό προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό της απόφασης όπου γίνεται αναφορά των αποδεικτικών αυτών μέσων. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας, διότι "δεν λαμβάνει υπόψη την κατάθεση (ως αγγέλου) της κ. Α, Δικηγόρου Αλεξανδρούπολης, καθώς και τα προσκομισθέντα έγγραφα... ", είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της πιο πάνω αποφάσεως. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης απορρίψεως του πιο πάνω αιτήματος, απαραδέκτως προβάλλονται καθόσον πλήττουν την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, μετά την απόρριψη του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, που αφορά την παρεμπίπτουσα απορριπτική του αιτήματος αναβολής της δίκης απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει την έφεση του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, απορριπτομένου ως αβασίμου και του, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της εκδικαζόμενης αιτήσεως, εμπεριεχόμενου σε αυτή σχετικού από το άθρο 510 παρ. 1 περ. Η του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 106/15-10-2007 αίτηση του Χ κατά της 918/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αιτιολογίας αποφάσεως που απορρίπτει αίτημα αναβολής και απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την αναβολή ο πληρεξούσιος δικηγόρος για κώλυμα που αφορά τον ίδιο προσωπικά και όχι τον κατηγορούμενο, πριν επιτραπεί από το Δικαστήριο η δια πληρεξουσίου παράσταση. Αιτιολογημένη η απόφαση που απορρίπτει το αίτημα αναβολής. Απορρίπτει την αναίρεση.
Συνήγορος κατηγορουμένου
Συνήγορος κατηγορουμένου, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2173/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, περί αναιρέσεως της 55/2207 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και στην από 7 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του δεύτερου αναιρεσείοντος, καθώς και στο από 27 Αυγούστου 2008,δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτού, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1639/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και β) να απορριφθεί ως αβάσιμη εκείνη του δεύτερου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται (514 εδ.α.ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 24/10/2007 αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέα της Κλειστής Φυλακής ..... ....., ο αναιρεσείων Χ1, κρατούμενος στη Κλειστή Φυλακή ....., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί δια του συνηγόρου του στη συνεδρίαση της 7/3/2008. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, αναβλήθηκε, με την 585/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της αιτήσεως με αίτημα της πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, για τη συζήτηση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτησή του αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Χ1, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων [45 ΠΚ], συνεπώς και του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Υπάρχει δε συγκατοχή όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και η δυνατότητα σε όλους τους δράστες - συναυτουργούς άσκησης αυτής της φυσικής εξουσίασης με τη δυνατότητα διαπιστώσεως οποτεδήποτε της ύπαρξής της, και της κατά τη βούλησή τους διάθεσής της, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο προσδιορισμός και της εκτάσεως της φυσικής εξουσίασης που καθένας έχει επί των ουσιών αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 55/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 14-1-2005, άνδρες του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων, αξιοποιώντας πληροφορία που είχε περιέλθει στην Υπηρεσία τους, ότι δύο συγκεκριμένα φορτηγά αυτοκίνητα εισάγουν από την Αλβανία στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, εντόπισαν τα εν λόγω αυτοκίνητα να είναι σταθμευμένα το ένα στη γέφυρα ..... και το άλλο σ' ένα βενζινάδικο στην ....., οπότε άρχισαν την παρακολούθηση τους. Την 19-1-2005, δηλαδή ύστερα από πέντε ημέρες, είδαν τους κατηγορουμένους να πλησιάζουν το πρώτο από τα παραπάνω αυτοκίνητα προκειμένου να εισέλθουν σ' αυτό, ο δεύτερος από τη θέση του οδηγού και ο πρώτος από τη θέση του συνοδηγού. Τη χρονική αυτή στιγμή επενέβησαν οι ανωτέρω άνδρες και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους. Το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο έφερε τις σφραγίδες του Τελωνείου της ....., που είχαν αφαιρεθεί από το άλλο αυτοκίνητο, το οποίο όντως είχε υποστεί τελωνειακό έλεγχο και είχαν τοποθετηθεί στο πρώτο αυτοκίνητο, δίνοντας την εντύπωση ότι και τούτο είχε υποβληθεί στο σχετικό έλεγχο. Όμως, οι παραπάνω άνδρες δεν παραπλανήθηκαν από την ως άνω μεταφορά των σφραγίδων από το ένα αυτοκίνητο στο άλλο και με τη βοήθεια σκύλου της δίωξης ναρκωτικών, καθώς και των υπαλλήλων του Τελωνείου ....., εντόπισαν στο συγκεκριμένο αυτό φορτηγό αυτοκίνητο μέσα στην καρότσα του ποσότητα 506 κιλών και 900 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που ήταν συσκευασμένη σε 424 δέματα και τοποθετημένη σε 17 σάκους. Το ως άνω αυτοκίνητο είναι ιδιοκτησίας του Α, ο οποίος μέχρι σήμερα διαφεύγει τη σύλληψή του και είχε δώσει εντολή στους κατηγορουμένους να το μεταφέρουν μαζί με το φορτίο στην Αθήνα. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι δεν γνώριζαν ότι στο παραπάνω αυτοκίνητο βρισκόταν τέτοια ναρκωτική ουσία και ότι βρέθηκαν στο μέρος εκείνο γιατί ο ως άνω ιδιοκτήτης του είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον πρώτο και ανέλαβε την υποχρέωση να μεριμνήσει για τη μεταφορά του στην Αθήνα, οπότε ανατέθηκε απ' αυτόν η οδήγηση του στο δεύτερο κατηγορούμενο. Τ' ανωτέρω όμως υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους κρίνονται αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα, καθόσον αποδείχτηκε ότι αυτοί γνώριζαν ότι εντός του ως άνω αυτοκινήτου υπήρχε η προαναφερόμενη ναρκωτική ουσία και ανέλαβαν την μεταφορά της στην Αθήνα, όπως είχαν συμφωνήσει με τον ιδιοκτήτη του εν λόγω αυτοκινήτου, διακινδυνεύοντας τη σύλληψή τους, δεδομένου ότι το κέρδος τους από τη διακίνηση της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας θα ήταν μεγάλο, γιατί διαφορετικά, δηλαδή αν αγνοούσαν την ύπαρξη των ναρκωτικών, δεν θα αναλάμβαναν τη μεταφορά του ως άνω αυτοκινήτου στην Αθήνα, αφού είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν προηγουμένως το φορτίο του, αυτοί όμως δεν προέβησαν σε κανένα έλεγχο, που σημαίνει ότι γνώριζαν το είδος του μεταφερόμενου φορτίου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχτούν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικής ουσίας, για τις οποίες κατηγορούνται, χωρίς τις ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 84 παρ.2α και 2ε Π.Κ., απορριπτόμενων ως αβασίμων των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών τους, καθόσον α) δεν αποδείχτηκε ότι αυτοί έζησαν μέχρι το χρόνο που τέλεσαν τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, το δε λευκό ποινικό μητρώο τους από μόνο του, χορηγηθέν από τις Αλβανικές Αρχές, χωρίς την συνεπικουρία άλλων ικανών προς τούτο αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποδεικνύει οπωσδήποτε και ότι αυτοί είχαν πρότερο έντιμο βίο, ενόψει μάλιστα του είδους και της βαρύτητας των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν και β) κατά την έννοια της δεύτερης ως άνω διατάξεως (84 παρ.2 ε ΠΚ) η καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους, απαιτείται σε ελεύθερη στην κοινωνία διαβίωση, ενώ αυτοί από την τέλεση των πράξεων τους και μέχρι σήμερα κρατούνται στις φυλακές, όπου όντως η συμπεριφορά τους είναι καλή, πλην όμως αυτή δεν αρκεί για τη χορήγηση του παραπάνω ελαφρυντικού ...". Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα, του ότι " ...Στην ....., την 19η Ιανουαρίου 2005, από κοινού και χωρίς να είναι τοξικομανείς με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: 1) Κατείχαν ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την πώληση και συγκεκριμένα κατείχαν ποσότητα πεντακοσίων έξι (506) κιλών και εννιακοσίων (900) γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής καννάβεως συσκευασμένη σε 494 δέματα και τοποθετημένη σε 17 σάκους, εντός του υπ' αρίθ. ..... Ι.Χ φορτηγού αυτοκίνητου. 2) Μετέφεραν με αυτοκίνητο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα μετέφεραν με το υπ' αριθ. ..... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, την προαναφερθείσα ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, με προορισμό άγνωστη περιοχή της Ελληνικής Επικράτειας". Για τις πράξεις του δε αυτές, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, ΠΚ, άρθ. 4 παρ. 1, 3 Πιν. Α6, 5 παρ.1 περ. ζ, και παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ν. 1729/87, όπως αυτό ισχύει (ήδη άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του ΚΝΝ 3459/06), οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος αναιρεσείων, καταδικάστηκαν σε ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή 150.000 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 περ. ζ του ν. 1729/1987, όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Αναφορικά με την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό γίνεται αναφορά ότι βρέθηκαν στην κατοχή του αναιρεσείοντος, υπό τις αναφερόμενες στο σκεπτικό συνθήκες, οι πιο πάνω ναρκωτικές ουσίες, τις οποίες αυτός κατείχε με την έννοια ότι είχε αυτές στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να τις διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας και η αναφορά των επιπλέον στοιχείων και περιστατικών που εκθέτει ο αναιρεσείων στον πρώτο λόγο αναίρεσης. Κατοχή αποτελεί και η περιέλευση στα χέρια του δράστη, των ναρκωτικών, που δεν ανήκουν στον ίδιο, αλλά αυτός απλώς τα κατέχει, με μόνο σκοπό την παράδοση αυτών στον ιδιοκτήτη ή στον αγοράστη που θα του υποδειχθεί. Δηλαδή η απαιτούμενη φυσική εξουσίαση και δυνατότητα διάθεσης των ναρκωτικών δεν προϋποθέτει ο κάτοχος να είναι ταυτόχρονα και κύριος αυτών. Εξάλλου η κατοχή των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα με την έννοια ότι είχε αυτά στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να τα διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση, σαφώς προκύπτει από τις περιγραφόμενες στην απόφαση συνθήκες υπό τις οποίες τα ναρκωτικά βρέθηκαν στην κατοχή του, χωρίς να απαιτείται, επιπλέον, η ειδική μνεία της δυνατότητας αυτής. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών (άρ. 5 παρ.1 ζ του ν. 1729/87), διότι, όπως αιτιάται, ενώ γίνεται δεκτό στο σκεπτικό της απόφασης, "ότι ο αναιρεσείων εδέχθη την μεταφορά ξένου (όχι ιδικού του) φορτίου από την Αλβανία στην Ελλάδα κατόπιν προτάσεως του ιδιοκτήτη του φορτηγού, εν συνεχεία θεωρεί προφανώς, αλλά όλως αντιφατικώς, ότι ο αναιρεσείων κατείχε το παράνομο φορτίο, ήτοι κατά την δική του βούληση θα ηδύνατο να το διαθέσει από μόνος του" και ότι εκ τούτου "εμφιλοχωρεί αντίφαση εις το σκεπτικό της αποφάσεως", ενώ "ουδόλως γίνεται λόγος για φυσική εξουσίαση του φορτίου από τον αναιρεσείοντα", είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. δ και ε ΚΠΔ. πρώτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρ. 5 παρ.1 ζ του ν. 1729/87), σχετικά με την πράξη της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αναφορικά με την πράξη της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι υπάρχει ελλιπής και εσφαλμένη αιτιολογία, αλλά και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως προς το αδίκημα αυτό (άρ. 5 παρ.1 ζ του ν. 1729/87), καθόσον, όπως υποστηρίζει, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση "όχι μόνον δεν ετελέσθη το αδίκημα της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών αλλά ούτε καν υπήρξε αρχή εκτελέσεως του ως άνω αδικήματος", άλλως ότι έγινε απόπειρα τελέσεως αυτού. Ειδικότερα, ενώ στο διατακτικό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η πράξη της μεταφοράς είχε ολοκληρωθεί, στο σκεπτικό δέχθηκε, αντιφατικώς, ότι " α) τα φορτηγά ήταν ήδη σταθμευμένα και υπό παρακολούθηση από την Αστυνομία και β) ότι οι άνδρες του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών επενέβησαν και συνέλαβαν τους δράστες - κατηγορουμένους πριν αυτή ξεκινήσουν το ταξίδι τους για την Αθήνα", δηλαδή γίνεται δεκτό, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι η πράξη της μεταφοράς δεν ολοκληρώθηκε, αφού ανακόπηκε με την επέμβαση των ανδρών του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Όπως γίνεται δεκτό στο διατακτικό της απόφασης, που συμπληρώνει το σκεπτικό, χωρίς να δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση, οι κατηγορούμενοι μετέφεραν με το πιο πάνω φορτηγό αυτοκίνητο την ποσότητα των ναρκωτικών σε άγνωστη περιοχή της ελληνικής επικράτειας. Με όσα εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης δεν γίνεται δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι θα έκαναν έναρξη της μεταφοράς κατά το χρόνο που έγινε η σύλληψή τους, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρέσεων, αλλά απλώς περιγράφονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η σύλληψη αυτού και του συγκατηγορουμένου του. Από την αναφορά δε των περιστατικών προέκυπτε η εμπλοκή των κατηγορουμένων με την πιο πάνω ποσότητα ναρκωτικών και ειδικότερα ότι αυτοί ήταν εκείνοι που τα μετέφεραν και τα κατείχαν. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιορίζεται ο τόπος εκκίνησης και προορισμού του δράστη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. δ και ε ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρ. 5 παρ.1 ζ του ν. 1729/87 και 42 του ΠΚ, αναφορικά και με την πράξη της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ., ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, όπως και του συγκατηγορουμένου του, κατά την αγόρευσή τους, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, "ανέπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την αθώωση των κατηγορουμένων, άλλως να τους αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και ε του ΠΚ". Με αυτό το περιεχόμενο οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρ. 84 παρ. 2 περ. ε του ΠΚ, για την απόρριψη του οποίου μόνο ο αναιρεσείων προβάλλει τη αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής αποφάσεως, ουδέν περιστατικό αυτός επικαλέστηκε, για να στηρίξει τον περί της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας κατ' ουσία αυτόν με αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο αιτιολογία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και ο πρόσθετος αυτής λόγος να απορριφθούν, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: 1) την από 9/9/2007 αίτηση αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 8175/17-9-2007) του Χ1 και 2) την 134/7-9-2007 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 27/8/2008 (με ημερομηνία καταθέσεως 1/9/2008), προσθέτων αυτής λόγων, του Χ2, για αναίρεση της 55/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Παράβαση Νόμου περί Ναρκωτικών. Ερήμην του πρώτου αναιρεσείοντος. Συζήτηση μετά από αναβολή με αίτημα του αναιρεσείοντος. Αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Απορρίπτει αναίρεση του πρώτου ως ανυποστήρικτη. Αιτιολογία κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών. Η επιβαλλόμενη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. ΠΚ., ισχυρισμό. Επίκληση ελαφρυντικών 84 παρ. 2ε (της καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη). Αοριστία ισχυρισμών. Εκ περισσού αιτιολογία απορρίψεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
Αριθμός 2172/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Πέτρου-Πέτρουλα, για αναίρεση της 1791/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Παρασκευάς Κατσάρας. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1247/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης , προκαλείται, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία στο ακροατήριο, ήτοι μόνο για έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως προς άσκηση πολιτικής αγωγής (άρθρα 63 και 64 ΚΠΔ), καθώς επίσης και για παράβαση της τηρητέας, ως προς το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 του ΚΠΔ διαδικασίας. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του αρ. 63 παρ.1 του ΚΠΔ, "η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο, από τους δικαιούμενους κατά τον αστικό κώδικα". Εξάλλου, με τη σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα, αυτή μεν αποκτά την κυριότητά τους, ο καταθέτης δε το ενοχικό δικαίωμα ανάληψή τους. Έτσι, στην περίπτωση υπεξαιρέσεως χρημάτων που έχουν κατατεθεί σε Τράπεζα, η υπεξαίρεση τελείται σε βάρος της Τράπεζας και όχι του καταθέτη. Συνεπώς δεν νομιμοποιείται ο καταθέτης για παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά η Τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγω αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι , εφόσον αυτή φέρεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, με την ιδιότητα της υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στο Υποκατάστημα ....., απέσπασε την υπογραφή των αναφερόμενων σε αυτήν πελατών-καταθετών της Τράπεζας σε παραστατικό αναλήψεως, χωρίς αυτοί να αντιληφθούν την ενέργεια της και ότι έτσι ιδιοποιήθηκε παράνομα από τον λογαριασμό που αυτοί διατηρούσαν στην Τράπεζα το ποσό των 8.804,11+1.800 ευρώ, καθώς επίσης ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα από τον αποταμιευτικό λογαριασμό άλλου πελάτη της Τράπεζας το ποσόν 1.100 ευρώ, ως αμέσως ζημιωθέντες εκ των αποδιδόμενων σε αυτήν πράξεων φέρονται οι εν λόγω τρεις πελάτες της Τράπεζας, οι οποίοι και μόνον θα ενομιμοποιούντο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και όχι η Τράπεζα που παραστάθηκε. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, σύμφωνα με την πιο πάνω σκέψη, και συνεπώς, ο από το άρθρο 510 §1 περίπτ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα λόγω ανεπίτρεπτου παραστάσεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ως πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Κατά το άρθρο 258 ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατ' άρθρ. 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται, όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), δηλαδή βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, υπό την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο. Επίσης απαιτείται ο δράστης να είναι υπάλληλος -υπό την έννοια του άρθρου 263 Α του Π.Κ., δηλαδή και όποιος υπηρετεί μόνιμα ή πρόσκαιρα σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή- και να κατέχει το πράγμα λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας έστω και αν είναι αναρμόδιος. Προκειμένου δε περί χρημάτων σε τράπεζα, η παράνομη ιδιοποίηση συντελείται όχι μόνον με την ανάληψη αυτών, αλλά και με τη λογιστική μεταφορά σε λογαριασμό του δράστη ή τρίτου προσώπου. Υποκειμενικά, εξάλλου, απαιτείται η ύπαρξη δόλου που ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το έλαβε στην κατοχή του υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση αυτού να το ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γένει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών, ενώ ποινή κάθειρξης μέχρι 10 ετών επιβάλλεται στις αναφερόμενες στην παρ. 3 περιπτώσεις. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 379 και του άρθρου 393 παρ. 1 ΠΚ, το αξιόποινο του εγκλήματος της απάτης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. Απαιτείται η απόδοση ή ικανοποίηση να έγινε εκουσίως και αυθορμήτως, δηλαδή η προς ματαίωση της τελεσθείσας πράξεως απόφαση να απέρρευσε από ιδία του πράττοντος προαίρεση και να μην προεκλήθη εκ λόγω εξωτερικών και ανεξαρτήτως της θελήσεώς του, όπως είναι η από άλλους γνώση της τελεσθείσας πράξης και του υποκειμένου της, και η ανακοίνωσή της στον παθόντα, διότι σ' αυτή την περίπτωση το κινήσαν τη βούληση αίτιο είναι η αποφυγή της βέβαιης δικαστικής δίωξης που πρόκειται να επακολουθήσει και όχι η μεταμέλεια του ενόχου. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 έδ. β' προκύπτει ότι υπάρχει περίπτωση έμπρακτης μετάνοιας ως λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, όπως περιγράφεται στο άρθρο 379 ΠΚ και επί των εγκλημάτων που προβλέπονται στ' άρθρα 386, 387, 389, 390, 391 και 392 του ΠΚ, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 393 του ΠΚ όπως αντικατ. από το άρθρο 27 του Ν. 3346/2005, "ο υπαίτιος των άρθρων 382 παρ. 1 και 2 στοιχ. γ', 386, 386 Α, 388, 390, εφόσον δεν τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, 404 παρ. 1 και 2 και 405 παρ. 1 του Π.Κ. απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με την ελεύθερη θέλησή του, ικανοποίησε πλήρως τον ζημιωθέντα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του''. Κατά συνέπεια, από αντιδιαστολή προς τα προαναφερθέντα, προκύπτει ότι στις ανωτέρω ρυθμίσεις δεν υπάγεται -εκτός των άλλων- και το έγκλημα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία (άρθρ. 258 ΠΚ). Ειδικά δε το τελευταίο έγκλημα δεν υπάγεται ούτε στη βασική διάταξη (περί έμπρακτης μετάνοιας) του άρθρου 379 Π.Κ. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων, 375 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 94 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι κάθε μια από τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται σε αυτές (υπεξαίρεσης και απάτης) απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και συνεπώς, αν ο δράστης τους είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο αυτών εγκλημάτων, εφόσον καθένα από αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού αντικειμένου. Αν όμως και τα δύο στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου, υφίσταται μεταξύ τους φαινομένη συρροή, οπότε, αν μεν ο δράστης υπεξαιρεί το ξένο κινητό πράγμα και ακολούθως επιχειρεί απατηλές πράξεις προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως ή διατήρηση της κατοχής του υπεξαιρεθέντος, υπάρχει φαινομένη συρροή υπεξαιρέσεως και μη τιμωρητής μεταγενεστέρας πράξεως απάτης, αν δε ο δράστης απέκτησε με απάτη το ιδιοποιούμενο πράγμα, δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι απορροφάται από την απάτη. Δηλαδή, εάν ο δράστης δεν απέκτησε δι' απάτης την κυριότητα του πράγματος, όπως τούτο συμβαίνει επί δοθέντων χρημάτων προς εκτέλεση εντολής, τότε υπάρχει μόνον υπεξαίρεση, απορροφημένης της απάτης. Εξ άλλου, ως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 371 παρ. 3 του ΚΠΔ, το δικαστήριο έχει την εξουσία να προβεί στον ορθό χαρακτηρισμό της πράξεως με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και χωρίς να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας κατά την ασκηθείσα ποινική δίωξη. Δεν αποκλείεται, καίτοι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη, να υπάρξει καταδίκη για υπεξαίρεση, ή και αντίστροφα, εφόσον τα επί μέρους περιστατικά δικαιολογούν την μεταβολή αυτή της κατηγορίας και εφόσον ο νομικός αυτός χαρακτηρισμός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, ενώ κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, οι συνήγοροι της κατηγορουμένης, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξαν την υπεράσπιση και κατέθεσαν τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς. " Η πράξη που αποδίδεται στην κατηγορουμένη φέρει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του υπό του άρθρου 386 ΠΚ προβλεπομένου αδικήματος της απάτης .Και τούτο διότι η παραπλάνηση η οποία φέρεται ότι έλαβε χώρα σε βάρος των τριών πελατών της Τράπεζας (δια αποσπάσεως υπογραφών τους σε αντίστοιχα αναληπτήρια), αποτελεί την παράσταση των ψευδών γεγονότων εκ των οποίων φέρεται πεισθείσα η Τράπεζα περί της γενομένης αναλήψεως των αντιστοίχων ποσών από τους λογαριασμούς των εν λόγω πελατών. Δοθέντος όμως ότι το ποσό κατά το οποίο φέρεται ως ζημιωθείσα η εγκαλούσα Τράπεζα ( 8804,11,+ 800 + 1100) = 10704,11 ευρώ) αποδόθηκε μετά των τόκων εξ ολοκλήρου δια παρακαταθέσεως ποσού 10.904 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εκδοθέντος του υπ' αρ. ..... γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης και θα πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 393 παρ.2 η κατηγορουμένη να απαλλαγεί από κάθε ποινή . Εξ άλλου κατ' άρθρο 379 ΠΚ, εφ' όσον στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη θεωρηθεί ως υπεξαίρεση, το αξιόποινο έχει εξαλειφθεί δια της παρακατάθεσης στις 16.7.2003, ενώ η απολογία μας έλαβε χώρα 26.5.04". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του , δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, απεδείχθησαν τα ακόλουθα περιστατικά: " Η κατηγορουμένη ήταν υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος στο Υποκατάστημα ..... . Την 8-1-2002 προσήλθε στη θυρίδα της κατηγορουμένης η πελάτης της τράπεζας Α και διενήργησε τέσσερις καταθέσεις από 1:26:29 έως τις 11:34:01, συνολικού ποσού 1.594,53 ευρώ σε λογαριασμούς συγγενικών προσώπων. Στη συνέχεια, αφού ακολούθησαν δύο άλλες συναλλαγές, διενεργήθηκε από τον προαναφερόμενο λογαριασμό της Α ανάληψη ποσού 8.804,11 ευρώ, χωρίς να χρησιμοποιηθεί το βιβλιάριο του άνω λογαριασμού, ενώ η άνω πελάτης είχε ήδη αναχωρήσει από την Τράπεζα. Η ανάληψη των χρημάτων αυτών έγινε από την κατηγορουμένη. Ειδικότερα όταν η Α ζήτησε την ενημέρωση του βιβλιαρίου της κατά την ανωτέρω συναλλαγή, της έδωσε (η κατηγορουμένη) ένα ένταλμα να υπογράψει και της ζήτησε και την ταυτότητά της. Εκείνη υπέγραψε το ένταλμα χωρίς να προσέξει περί τίνος επρόκειτο. Την δε ταυτότητά της την έδωσε επειδή πίστευε ότι ήταν απαραίτητη λόγω αλλαγής του νομίσματος σε ευρώ. Έτσι η κατηγορουμένη απέσπασε την υπογραφή της σε παραστατικό ανάληψης και ιδιοποιήθηκε παράνομα το παραπάνω ποσό των 8.804,11 ευρώ. Επίσης την 24-5-2002 προσήλθε στο ίδιο υποκατάστημα και στη θυρίδα της κατηγορουμένης ο πελάτης της Τράπεζας Β για να πραγματοποιήσει ανάληψη 800 ευρώ από το ποσό της συνάψεως ύψους 845 ευρώ. Έτσι παρέδωσε στην κατηγορουμένη το βιβλιάριό του, προκειμένου να καταχωρηθεί το ποσό της σύναψης των 845 ευρώ και ανέλαβε τα 800 ευρώ. Μετά τρεις ημέρες από τη σύζυγο του ανωτέρω σε έλεγχο του βιβλιαρίου διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη κατά την παραπάνω συναλλαγή είχε καταχωρήσει ποσό ανάληψης από αυτόν 1.800 ευρώ αντί των 800 ευρώ. Δηλαδή η κατηγορουμένη συμπλήρωσε το ποσό των 1.800 ευρώ στο σχετικό έντυπο και το έδωσε στον ανωτέρω πελάτη για να το υπογράψει. Αυτός το υπέγραψε χωρίς να προσέξει το ποσό που ανέγραψε. Έτσι έλαβε μόνο 800 ευρώ και απεχώρησε. Με την πράξη της αυτή η κατηγορουμένη απέσπασε την υπογραφή του και ιδιοποιήθηκε παράνομα από το λογαριασμό του που διατηρεί αυτός στην τράπεζα το ποσό των 1.000 ευρώ. Τέλος στις 25-6-2002 προσήλθε στη θυρίδα της κατηγορουμένης ο Γ, Ρουμάνος υπήκοος και κατέθεσε στον αποταμιευτικό λογαριασμό του το ποσό των 1.100 ευρώ. Πλην η κατηγορουμένη του έδωσε να υπογράψει ένα μπλε παραστατικό, το οποίο όμως αυτός δεν πρόσεξε ότι ήταν παραστατικό που χρησιμοποιείται για ανάληψη και υπέγραψε συμπληρώνοντας και το ποσό των 1.100 ευρώ και παράλληλα του ζήτησε και το διαβατήριό του. Έτσι την 1-7-2002 η κατηγορουμένη ανέλαβε το πιο πάνω ποσό χωρίς την προσκόμιση του βιβλιαρίου, αφού την ημερομηνία αυτή ο πιο πάνω πελάτης δεν είχε προσέλθει στην τράπεζα για ανάληψη και έτσι το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τούτο προκύπτει σαφώς από την κασσέτα του βίντεο της ημέρας εκείνης της τράπεζας, σύμφωνα με την οποία δεν προσήλθε αυτός στην τράπεζα την 1-7-2002, ούτε κάποιος εξουσιοδοτημένος από αυτόν φίλος του. Με αυτά τα δεδομένα, η κατηγορουμένη διέπραξε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η πράξη της φέρει το χαρακτήρα του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος είναι αβάσιμος. Διότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η απάτη είναι συντιμωρητή προτέρα πράξη και απορροφάται από την υπεξαίρεση, ως το αναγκαίο μέσο για την τέλεση αυτής. Συνακόλουθα, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός για εφαρμογή του άρθρου 393 § 2 ΠΚ περί απαλλαγής από την ποινή, διότι παρακατάθεσε τα παραπάνω ποσά στο Τ.Π.Δ. Επίσης πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός της για εξάλειψη του αξιοποίνου για τον ίδιο λόγο, δεδομένου ότι η κατάθεση έλαβε χώρα πριν την απολογία της, διότι η διάταξη του άρθρ. 379 Π.Κ. δεν έχει εφαρμογή στην υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αφού δεν ορίζεται ρητά στο νόμο. Τέλος, πρέπει να της αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 § 2α' και δ' Π.Κ., διότι μέχρι την τέλεση του άνω εγκλήματος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνικά ζωή και επιπλέον έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να αίρει τις συστάσεις της πράξης του, καταβάλλοντας τα ποσά που υπεξαίρεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για να εισπραχθούν από την παθούσα τράπεζα." Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη αναιρεσείουσα για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 13γ, 258 ΠΚ), ενώ της αναγνωρίσθηκαν τα ελαφρυντικά του αρθ. 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ και το Δικαστήριο της επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών , η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. ΙV.Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για το αν έγινε ορθά η υπαγωγή των περιστατικών ,που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στη διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ. Ειδικότερα , υπάρχει ασάφεια σχετικά με το αν δέχεται το Δικαστήριο ότι η αναιρεσείουσα ιδιοποιήθηκε τα χρήματα και στη συνέχεια επιχείρησε απατηλές πράξεις προς συγκάλυψη της υπεξαίρεσης ή διατήρησης της κατοχής των ιδιοποιηθέντων χρημάτων, οπότε υφίσταται στην περίπτωση αυτή το αδίκημα της υπεξαίρεσης, διότι η μεταγενέστερη πράξη της απάτης δεν τιμωρείται, αφού απορροφάται από την υπεξαίρεση, ή αν δέχεται ότι η κατηγορουμένη απέκτησε με την απατηλή συμπεριφορά της τα χρήματα και ακολούθησε η ιδιοποίησή τους, οπότε δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι αυτή απορροφάται από την απάτη. Περαιτέρω υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές, διότι ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα διέπραξε το αδίκημα της υπεξαίρεσης στην συνέχεια απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ότι η πράξη φέρει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, δέχθηκε αντιφατικά , ότι η απάτη προηγήθηκε της υπεξαίρεσης. Τυχόν δε παραδοχή ότι η απάτη προηγήθηκε της υπεξαίρεσης ( οπότε δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση , διότι αυτή απορροφάται από την απάτη), έχει ως συνέπεια ότι θα πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα του αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 393 παρ.2 του ΠΚ, με βάση την παραδοχή αυτή. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 258, 375 και 386 του ΠΚ, και ειδικότερα για παραβίαση εκ πλαγίου των διατάξεων αυτών, λόγω των πιο πάνω ασαφειών και αντιφάσεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1791/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία ιδιαίτερα μεγάλου ποσού. Στοιχεία αδικήματος. Πολιτική αγωγή. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως χρημάτων που έχουν κατατεθεί σε Τράπεζα δεν νομιμοποιείται ο καταθέτης για παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά η Τράπεζα. Πραγματική η συρροή υπεξαίρεσης με την απάτη αν τελέστηκαν από το ίδιο πρόσωπο. Εάν όμως στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου, υφίσταται μεταξύ τους φαινομένη συρροή. Εάν ο δράστης απέκτησε το πράγμα με απάτη, η υπεξαίρεση απορροφάται από αυτή. Αναιρεί για έλλειψη νόμιμης βάσης διότι υπάρχει ασάφεια σχετικά με το αν δέχεται το Δικαστήριο ότι η αναιρεσείουσα ιδιοποιήθηκε τα χρήματα και στη συνέχεια επιχείρησε απατηλές πράξεις προς συγκάλυψη της υπεξαίρεσης ή αν δέχεται ότι η κατηγορουμένη απέκτησε τα χρήματα με την απατηλή συμπεριφορά της και ακολούθησε η ιδιοποίησή τους.
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία
Απάτη, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Πολιτική αγωγή, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Συρροή εγκλημάτων.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2163/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη, Αναστάσιο Λιανό (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή και Αντώνιο Αθηναίο (που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, περί αναιρέσεως της 2022/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τασσιόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1148/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρ. 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου 474 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει, επί αποφάσεως που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, από της καταχωρίσεώς της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορούμενος. Εξάλλου, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρ. 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Τέλος, εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, όταν υπάρχει λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος. Σ' αυτή την περίπτωση όμως εκείνος που ασκεί το εκπρόθεσμο ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια του άρθρ. 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, να παραθέσει στη σχετική έκθεση ή αίτηση τα πραγματικά περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά (ΟλΑΠ 15/1987). Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό ΒΤ 2022/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο στις 3-5-2007, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμόδιου γραμματέα σ' αυτή. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο αναιρεσείων παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο. Ακολούθως δε, η κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 24-5-2007, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή της εικοσαήμερης προθεσμίας. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται στην έκθεση αναιρέσεως ότι η αναίρεσή του είναι εμπρόθεσμη για το λόγο ότι "δεν κατατέθηκε χθες 23-5-2007 επειδή ο δικηγόρος μου προσβλήθηκε από οξεία νευραλγία τριδύμου, με αποτέλεσμα να χάσει την επαφή του με το περιβάλλον από 12.00 μεσ. έως 16.00 περίπου". Δεν γίνεται όμως επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία πιστοποιείται η συνδρομή του επικαλουμένου λόγου του εκπροθέσμου. Συνεπώς ο σχετικός περί ανώτερης βίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αυτεπαγγέλτως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-5-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της ΒΤ 2022/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, όταν υπάρχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, οπότε πρέπει να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2162/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ιωάννη Παπουτσή (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σίδερη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, για αναίρεση της με αριθμό 2175/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο 14ο χιλ. της οδού Θεσσαλονίκης - Λαγκαδά και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 298/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ.1 ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων την συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο, και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από το διευθύνοντα τη συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο στο τέλος και αν δεν ζητήσει αυτός τούτο. Η παράβαση των ανωτέρω και ειδικώς, προκειμένου για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία δίνεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α του ΚΠοινΔ, ο οποίος, κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, καθώς διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η διευθύνουσα τη συζήτηση, μετά από τη δευτερολογία του Εισαγγελέα σε σχέση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο της κατηγορουμένης των ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ.2 περ. α', β' και ε' ΠΚ δεν έδωσε το λόγο στον Παναγιώτη Πανταζή, πληρεξούσιο υπερασπίσεως της αναιρεσείουσας, ο οποίος την εκπροσωπούσε, έτσι ώστε να ακουστεί τελευταία η άποψη της υπεράσπισης της κατηγορουμένης επί της αποδιδόμενης σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορίας και επί των αυτοτελών ισχυρισμών. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ο από τα άρθρα 171 παρ.1 στοιχείο δ και 510 παρ.1 στοιχ Α του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, οπότε παρέλκει, μετά ταύτα, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο εκδόσαν την απόφαση αυτή Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2175/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυτη ακυρότητα. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω απόλυτης ακυρότητας, διότι μετά τη δευτερολογία του Εισαγγελέα επί των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων δεν δόθηκε ο λόγος στον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου, που τον εκπροσωπούσε, έτσι ώστε να ακουστεί τελευταία η άποψη του κατηγορουμένου επί της κατηγορίας και των αυτοτελών ισχυρισμών.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορούμενος.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2160/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Λάλα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 312/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, με αριθμό 266/20-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας μετά της σχετικής δικογραφίας τις με αριθμ.2/25-1-2008 και 3/25-1-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2, που ησκήθησαν δια δηλώσεως του πληρεξουσίου Δικηγόρου των, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά της υπ'αριθμ. 2925//5-9-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δια της οποίας απερρίφθησαν, ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς των, αι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθμ. 6653/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης δια της οποίας κατεδικάσθησαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 21 μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δρχ. για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών εις το ΙΚΑ και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Από τις διατάξεις των άρθρ. 148 έως 153, 474 § 2, 476 § 2 και 509 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 484 και 510 Κ.Π.Δ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αλλιώς η αίτηση είναι απαράδεκτη. Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως (Α.Π. 786/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ' σελ. 219, Α.Π. 450/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ/977). ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ αριθμ. 2925/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, έχουν ασκηθεί με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου των, που περιελήφθη στις με αριθμ. 2/25-1-2008 και 3/25-1-2008 εκθέσεις του γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας, αλλά δεν περιέχουν κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, απλώς δε αναφέρεται σ'αυτές ότι ".....ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμ. 2925/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ. Λάρισας με την οποία έχει απορριφθεί έφεση κατά της υπ'αριθμ. 6653/2001 αποφάσεως του Μον. Πλημ. Λάρισας για παράβαση του α.ν. 86/67 για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεσθεί προσθέτως αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους οι οποίοι και αναφέρονται στη συνημμένη αίτηση αναιρέσεως". Στις ανωτέρω εκθέσεις φέρεται προσηρτημένη "Αίτηση Αναίρεσης", φέρουσα την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, μόνον εις εκείνην του πρώτου εκ των αναιρεσειόντων ενώ η δευτέρα δεν φέρει ούτε την υπογραφή τούτου, δεν φέρει όμως αυτή υπογραφή του γραμματέα, ούτε υπάρχει υπηρεσιακή σφραγίδα, συνδέουσα αυτήν με το σώμα των εκθέσεων αναιρέσεως. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω προσαρτημένη "αναίρεση" αποτελεί μέρος των υπό κρίσιν εκθέσεων αναιρέσεως. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως, ως ασκηθείσαι χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρ. 476 § 1, 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, αι υπ'αριθ. 2/25-1-2008 και 3/25-1-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2, κατά της υπ'αριθμ. 2925/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήναι τη 8 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου), πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 ίδιου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474, 509 και 510 ΚΠΔ, η έκθεση αναιρέσεως που δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αιτήσεως που κατήρτισε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ' αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, οπότε δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς της εκθέσεως στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση της αιτήσεως στο αναιρετήριο και συγκρότηση έτσι ενιαίου δικογράφου. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 , με τις ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου Λάρισας συνταγείσες υπ' αριθμ. 2 και 3/25-1-2008 εκθέσεις τους, ζητούν την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2925/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας "για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεστεί προσθέτως, αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους, οι οποίοι αναφέρονται στη συνημμένη αίτηση αναίρεσης ". Είναι σαφές, όμως, ότι στις ως άνω, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ, συνταχθείσες εκθέσεις δεν διατυπώθηκε κανένας αναιρετικός λόγος, ενώ από την επιτρεπτή επισκόπηση της συνημμένης "αιτήσεως αναιρέσεως", προκύπτει ότι αυτή έχει υπογραφεί μόνο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς να έχει γίνει πράξη εγχειρίσεως και χωρίς να υπάρχει υπογραφή του αρμοδίου δικαστικού υπαλλήλου, ενώπιον του οποίου φέρεται ότι συντάχθηκε η αίτηση αναιρέσεως, και η σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής υπηρεσίας. Επομένως, η αίτηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματωμένη στο παραπάνω αναιρετήριο και δεν συγκροτεί ενιαίο με αυτό δικόγραφο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, ως μη περιέχουσες κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα αναιρεσείοντα (583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμούς 2 και 3 από 25 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις του Χ1 και Χ2 , για αναίρεση της υπ' αριθ. 2925/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για τον καθένα απ' αυτούς σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση, λόγω ανυπαρξίας λόγων αναιρέσεως και αοριστίας των επικαλούμενων λόγων στην οικεία έκθεση. Η παραπομπή στο δικόγραφο της συνημμένης έκθεσης αναιρέσεως, που έχει υπογραφεί μόνο από τον πληρεξούσιο συνήγορο, χωρίς την υπογραφή και σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ενσωματωθεί στην έκθεση το δικόγραφο της αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2161/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ιωάννη Παπουτσή (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σιδέρη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αννα Τσώχου, περί αναιρέσεως της 14748/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1182/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτος η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν, με τις αποφάσεις αυτές, το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία η αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι αίτηση αναιρέσεως εναντίον αποφάσεως, που δεν απαγγέλθηκε ανέκκλητα, δεν επιτρέπεται και στην περίπτωση που έγινε αυτή τελεσίδικη, δηλαδή ανέκκλητη, γιατί παρήλθε η προθεσμία της έφεσης ή με παραίτηση από την έφεση που έκανε ο αναιρεσείων κατ' αυτής. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 στοιχ. β' ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 45 του Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι ο καταδικασθείς δικαιούται σε άσκηση εφέσεως κατ' αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, εκτός άλλων, εάν με αυτήν καταδικάστηκε σε φυλάκιση υπερβαίνουσα τις εξήντα ημέρες. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 2 ΠΚ, επί των προσκαίρων ποινών της ελευθερίας, η ημέρα υπολογίζεται σε 24 ώρες, η εβδομάδα σε επτά ημέρες, ο μήνας και το έτος κατά το ημερολόγιο που ισχύει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν κάποιος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός μηνός και άρχισε η εκτέλεση αυτής την 1η Φεβρουαρίου, αυτός θα εκτίσει ποινή φυλακίσεως είκοσι οκτώ ή είκοσι εννέα ημερών, εάν το έτος είναι δίσεκτο. Εάν η εκτέλεση της ανωτέρω ποινής φυλακίσεως έγινε την 1η Μαΐου, αυτός θα εκτίσει ποινή φυλακίσεως τριάκοντα και μίας ημερών. Κατ' ακολουθίαν, ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, της οποίας η εκτέλεση αρχίζει κατά τη διάρκεια του μήνα Μαΐου είναι ποινή φυλακίσεως 61 (31+30) ημερών και συνεπώς, απόφαση Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που επιβάλλει τέτοια ποινή, υπόκειται σε έφεση. Εξάλλου, κατά ο άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης, για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 14748/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-5-2007, και με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση του νόμου 5960/1933 περί επιταγών, με το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 παρ. 2β ΠΚ, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφομένη κατά αποφάσεως, που όπως απαγγέλθηκε, υπερβαίνει τις 60 ημέρες και εντεύθεν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, υπόκειται σε έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, οι δε από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, όπως αλυσιτελής είναι και ο ισχυρισμός του ότι η άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεώς του δηλώνει εμμέσως πλην σαφώς την παραίτησή του από το ένδικο μέσο της εφέσεως. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-6-2007 αίτηση του Πασχάλη Χαβουζούδη του Γεωργίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14748/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, η οποία υπόκειται σε έφεση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2159/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2926/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 311/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, με αριθμό 267/20-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας μετά της σχετικής δικογραφίας τις με αριθμ.4/25-1-2008 και 5/25-1-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2, που ησκήθησαν δια δηλώσεως του πληρεξουσίου Δικηγόρου των, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά της υπ'αριθμ. 2926//5-9-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης, ως δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δια της οποίας απερρίφθησαν, ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς των, αι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθμ. 5328/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης δια της οποίας κατεδικάσθησαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δρχ. για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών εις το ΙΚΑ και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Από τις διατάξεις των άρθρ. 148 έως 153, 474 § 2, 476 § 2 και 509 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 484 και 510 Κ.Π.Δ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αλλιώς η αίτηση είναι απαράδεκτη. Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως (Α.Π. 786/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ' σελ. 219, Α.Π. 450/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ/977). ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ αριθμ. 2926/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, έχουν ασκηθεί με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου των, που περιελήφθη στις με αριθμ. 4/25-1-2008 και 5/25-1-2008 εκθέσεις του γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας, αλλά δεν περιέχουν κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, απλώς δε αναφέρεται σ'αυτές ότι ".....ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμ. 2926/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ. Λάρισας με την οποία έχει απορριφθεί η έφεσίς του κατά της υπ'αριθμ. 5328/2000 αποφάσεως του Μον. Πλημ. Λάρισας, για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεσθεί προσθέτως αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους οι οποίοι αναφέρονται στη συνημμένη αίτηση αναιρέσεως". Στις ανωτέρω εκθέσεις φέρεται προσηρτημένη "Αίτηση Αναίρεσης", φέρουσα την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, δεν φέρει όμως αυτή υπογραφή του γραμματέα, ούτε υπάρχει υπηρεσιακή σφραγίδα, συνδέουσα αυτήν με το σώμα των εκθέσεων αναιρέσεως. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω προσαρτημένη "αναίρεση" αποτελεί μέρος των υπό κρίσιν εκθέσεων αναιρέσεως. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως, ως ασκηθείσαι χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρ. 476 § 1, 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, αι υπ'αριθ. 4/25-1-2008 και 5/25-1-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2, κατά της υπ'αριθμ. 2926/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήναι τη 8 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου), πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 ίδιου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474, 509 και 510 ΚΠΔ, η έκθεση αναιρέσεως που δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αιτήσεως που κατήρτισε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ' αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, οπότε δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς της εκθέσεως στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση της αιτήσεως στο αναιρετήριο και συγκρότηση έτσι ενιαίου δικογράφου. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, με τις ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου Λάρισας συνταγείσες υπ' αριθμ. 4 και 5/25-1-2008 εκθέσεις τους, ζητούν την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2926/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας "για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεστεί προσθέτως, αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους, οι οποίοι αναφέρονται στη συνημμένη αίτηση αναίρεσης ". Είναι σαφές, όμως, ότι στις ως άνω, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ, συνταχθείσες εκθέσεις δεν διατυπώθηκε κανένας αναιρετικός λόγος, ενώ από την επιτρεπτή επισκόπηση της συνημμένης "αιτήσεως αναιρέσεως", προκύπτει ότι αυτή έχει υπογραφεί μόνο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς να έχει γίνει πράξη εγχειρίσεως και χωρίς να υπάρχει υπογραφή του αρμοδίου δικαστικού υπαλλήλου, ενώπιον του οποίου φέρεται ότι συντάχθηκε η αίτηση αναιρέσεως, και η σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής υπηρεσίας. Επομένως, η αίτηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματωμένη στο παραπάνω αναιρετήριο και δεν συγκροτεί ενιαίο με αυτό δικόγραφο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, ως μη περιέχουσες κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα αναιρεσείοντα.(583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμούς 4 και 5 από 25 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις του Χ1 και Χ2 , για αναίρεση της υπ' αριθ. 2926/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για τον καθένα απ' αυτούς σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση λόγω ανυπαρξίας λόγων αναιρέσεως και αοριστίας των επικαλούμενων λόγων στην οικεία έκθεση. Η παραπομπή στο δικόγραφο της συνημμένης έκθεσης αναιρέσεως, που έχει υπογραφεί μόνο από τον πληρεξούσιο συνήγορο, χωρίς την υπογραφή και σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ενσωματωθεί στην έκθεση το δικόγραφο της αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2155/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 και 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, υπηκόου Λιθουανίας, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φωτόπουλο, κατά της υπ' αριθ. 964/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αποφάσισε την εκτέλεση του από 15.6.2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, που εκδόθηκε από την Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λιθουαννίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την με αριθμό και ημερομηνία 5/29.8.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως του ως άνω Δικαστηρίου Ναούμας Γράβα, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1443/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη έφεση και να εκτελεστεί το από 15.6.2007 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης των αρχών της Λιθουανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Επομένως, η υπό κρίση υπ' αριθμ. 5/29-8-2008 έφεση του εκζητουμένου Χ, ασκηθείσα ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης και στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμ. 964/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε την 28-8-2008 και με την οποία τούτο απεφάσισε την εκτέλεση του από 15-6-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να γίνει τυπική δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν. II.- Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12)μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών. Τέλος, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α' του Ελληνικού ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 375 του Π.Κ προκύπτει ότι για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση της υπεξαιρέσεως απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο αυτής να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό εν όλω ή εν μέρει ξένο, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, γ) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή αυτού, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στο δράστη από το νόμο, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο πιο πάνω άρθρο (παρ. 2) διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. III.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφαση του διέταξε την εκτέλεση του από 15-6-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Λιθουανίας. Το ως άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε με βάση την από 18-9-2006 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Βισάκγινας προκειμένου να ασκηθεί κατά του εκκαλούντος - εκζητουμένου ποινική δίωξη για την κατωτέρω αξιόποινη πράξη, ως επακριβώς προδιορίζεται στο ένταλμα: "... Ο Χ, όντας πρόεδρος του οικοδομικού συνεταιρισμού γκαραζιών "..." του ...: 1.- Την 1 Απριλίου του 1995 έλαβε 8.800 Λίτας από την ... (...) για οικοδομή γκαραζιού, αλλά υπεξαίρεσε το ποσό αυτό προξενώντας στην ... υλική ζημιά 8.800 Λίτας. 2.- Την 1 Απριλίου του 1995 έλαβε 8.800 Λίτας από τον ... (...) για οικοδομή γαραζιού, αλλά υπεξαίρεσε το ποσό αυτό προξενώντας στον ... υλική ζημιά 8.800 Λίτας. 3.- στις 25 Νοεμβρίου του 1996 έλαβε 4.400 Λίτας από τον ... (... ) για οικοδομή γκαραζιού, αλλά υπεξαίρεσε το ποσό αυτό προξενώντας στον ... υλική ζημιά 4.400 Λίτας. 4.- στις 10 Οκτωβρίου του 1996 έλαβε 3.200 Λίτας από τον ... (... ) για οικοδομή γκαραζιού, ύστερα επέστρεψε 1.840 Λίτας και υπεξαίρεσε το υπόλοιπο ποσό των 1.360 Λίτας προξενώντας στον ... υλική ζημιά 1.360 Λίτας. 5.- στις 10 Μαΐου του 1997 έλαβε 2.400 Λίτας από τον ... (... ) για οικοδομή γκαραζιού, αλλά υπεξαίρεσε το ποσό αυτό προξενώντας στον ... υλική ζημιά 2.400 Λίτας. 6.- στις 15 Ιουνίου του 1997 έλαβε 8.800 Λίτας από τον ... (... ) για οικοδομή γκαραζιού, αλλά υπεξαίρεσε το ποσό αυτό προξενώντας στον ... υλική ζημιά 8.800 Λίτας. 7.- στις 24 Ιουνίου του 1997 έλαβε 2.000 Λίτας από τον ... (... ) για οικοδομή γκαραζιού, αλλά υπεξαίρεσε το ποσό αυτό προξενώντας στον ... υλική ζημιά 2.000 Λίτας. 8.- στις 15 Απριλίου του 1995 έλαβε 32.000 Λίτας από τον πρόεδρο του συνεταιρισμού γκαραζιών "..." του ... , ... (... ) για οργάνωση σχεδίου γκαραζιών και διάθεση εκτάσεως γης, και στις 17 Ιουνίου του 1995 έλαβε 80.000 Λίτας από τον πρόεδρο του συνεταιρισμού γκαραζιών ... ... (... ) για έργα σχετικά με το σχέδιο γκαραζιών, κοπή δέντρων καθώς και για υποβολή προϋπολογισμού και προκαταβολή στον εργολάβο ΑΕ "...", αλλά υπεξαίρεσε μέρος από το ποσό που του είχαν εμπιστευθεί, δηλαδή 70.800 Λίτας, προξενώντας στους συνεταιρισμούς γκαραζιών "..." και "..." υλική ζημιά ύψους 70.800 Λίτας και υπεξαιρώντας ιδιοκτησία μεγάλης αξίας -107.360 Λίτας. Για τις πράξεις αυτές ο ... θεωρείται ύποπτος για τέλεση αξιόποινης πράξης, η οποία προβλέπεται στο αρ. 184, παρ. 2 του ΠΚ της Δημοκρατίας της Λιθουανίας...". Η αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης πράγματος μεγάλης αξίας προβλέπεται, κατά τα αναφερόμενα στο υπό εκτέλεση ένταλμα, από το άρθρο 184 παρ.2 του Ποινικού Κώδικα της Λιθουανίας και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι επτά (7) ετών, δεν περιλαμβάνεται όμως μεταξύ των πράξεων εκείνων για τις οποίες κατά το άρθρο 10 αρ.2 του Ν.3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του εντάλματος χωρίς τον διττό έλεγχο του αξιοποίνου. Εντεύθεν ανακύπτει η ανάγκη ελέγχου του διττού αξιοποίνου της πράξεως σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 5 και 10 παρ.1α του άνω νόμου. Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στο άνω ένταλμα του εκζητούντος Κράτους περιγραφή των συνθηκών τελέσεως του εγκλήματος και των εν γένει στο ένταλμα αυτό αναφερομένων, σαφώς προκύπτει ότι το χρηματικό ποσό το οποίο ο εκζητούμενος φέρεται ότι έλαβε από καθένα των άνω προσώπων, το εισέπραξε ως αμοιβή για την μελλοντική εκτέλεση έργου, τα χρήματα δε αυτά, ανεξάρτητα από την μη εκτέλεση της συμβάσεως, περιήλθαν στην κυριότητα αυτού και ενσωματώθηκαν στην περιουσία του και δεν συνιστούν πράγμα ξένο ως προς αυτόν. Συνακόλουθα και ανεξάρτητα από την αξίωση την οποία τυχόν έχουν από τη μη εκτέλεση της συμβάσεως οι φερόμενοι ως παθόντες, η αποδιδόμενη στον εκζητούμενο συμπεριφορά, κατά τους κανόνες του Ελληνικού δικαίου, δεν στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόστασή του από το άρθρο 375 του Π.Κ προβλεπομένου εγκλήματος της υπεξαίρεσης. Συνεπώς, και σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 εδ.α' του Ν.3251/2004, ελλείποντος του στοιχείου του διττού αξιοποίνου, δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης. Το πρωτόδικο δικαστήριο που έκρινε αντιθέτως, έσφαλε, και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και αποφανθεί το δικαστήριο τούτο ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 964/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να εκτελεσθεί το από 15-6-2007 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης το οποίο εκδόθηκε από τη Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λιθουανίας σε βάρος του Χ για την εις βάρος του άσκηση ποινικής δίωξης για την πράξη της υπεξαίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση. Εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης. Ζητείται η εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Λιθουανίας. Το ένταλμα εκδόθηκε κατά Λιθουανού υπηκόου προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για υπεξαίρεση. Έφεση κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία διατάχθηκε η εκτέλεση του εντάλματος. Έλεγχος του διττού αξιοποίνου γιατί η πράξη της υπεξαίρεσης δεν εμπίπτει στα περιοριστικά αναφερόμενα στο άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3251/2004 εγκλήματα. Τα εκτιθέμενα στο ένταλμα σύλληψης δεν στοιχειοθετούν κατά το ημεδαπό ποινικό δίκαιο το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και απόφανση ότι δεν πρέπει να εκτελεσθεί το ένταλμα.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 2153/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της 2146/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 478/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 476 (παρ. 14 § 2) προκύπτει ότι όταν το ένδικο μέσο, ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να υποβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών εμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2146/2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών που την εξέδωσε, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί έφεσης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας 31647/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός σε φυλάκιση 8 μηνών για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών ΤΕΒΕ, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε στις 23/11/2000, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη με την εξής αιτιολογία: Επειδή, όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επίδοσης της ......., Αστ/κα του Α.Τ. Ηρακλείου, η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον ίδιο τον εκκαλούντα την ανωτέρω ημερομηνία, και δεδομένου ότι ο τελευταίος άσκησε την έφεσή του την 31-5-2007 (βλ. υπ' αριθμ. 7446/2007 έκθεση έφεσης), δηλαδή μετά την πάροδο της... κατ' άρθρ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ δεκαήμερης προθεσμίας, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της. Μ' αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, από την έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών προκειμένου να αιτιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του είχε προβάλει ότι για λόγους ανωτέρας βίας είχε απωλέσει την προθεσμία της εφέσεως. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (αρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτός και σε καταφατική περίπτωση, να κριθεί η (τυχόν εν μέρει) παραγραφή ή όχι του αξιοποίνου των αποδιδόμενων στην αναιρεσείουσα πράξεων, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την προσβαλλόμενη 2146/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεκτή αναίρεση διότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου άσκησης της έφεσης του αναιρεσείοντα χωρίς να διαλαμβάνει καμία αιτιολογία επί του λόγου έφεσης κατά της απορριπτικής. Ερήμην του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου πρωτόδικης απόφασης, ότι από ανωτέρα βία δεν άσκησε εμπρόθεσμα την έφεσή του. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για να κρίνει αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά και σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η τυχόν εν μέρει παραγραφή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
1