text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2483/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούτρα, περί αναιρέσεως της 2339/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 21/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η αγορά και πώληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε .Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (άρθρο 23 ΚΝΝ), ο δράστης των παραπάνω τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια. Η έννοια της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως της πράξεως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ, κατά την οποία κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου , η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών με τις επιβαρυντικές πιο πάνω περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στις περιστάσεις αυτές. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των νομικών διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται επί πλέον η αναφορά πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στις παραπάνω έννοιες των επιβαρυντικών περιστάσεων. Επίσης η πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής , υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα , δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. ΙI. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2339/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "Στις 14/11/2003 αξιοποιώντας σχετικές πληροφορίες οι Αστυνομικές Αρχές, παρουσία δικαστικού λειτουργού διενήργησαν κατ' οίκον έρευνα, στην επί της οδού ..... του ..... οικία του κατηγορουμένου (Χ). Όταν ο κατηγορούμενος αντελήφθη την παρουσία των αστυνομικών επιχείρησε να διαφύγει από την πίσω πόρτα της οικίας του... στην έρευνα βρέθηκαν, α) 213,2 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, β) 96,5 γραμμάρια ηρωΐνης και γ) 80 γραμμάρια κοκαΐνης. Οι παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ανευρέθηκαν μετά επισταμένη έρευνα και με τη συνδρομή εκπαιδευμένου σκύλου της Αστυνομίας, αφού ήταν επιμελώς κρυμμένες στο πόδι της σιδερώστρας, στο πόδι του τραπεζιού και σε κουτί μπαταρίας βρύσης, διαιρεμένες σε μικροποσότητες. Επίσης βρέθηκε μια ζυγαριά ακριβείας. Τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ο κατηγορούμενος τις είχε αγοράσει το τελευταίο πριν από τη σύλληψή του χρονικό διάστημα, από άγνωστα πρόσωπα αντί αγνώστου τιμήματος με σκοπό την εμπορία. Ο κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει ειδική υποδομή, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των αδικημάτων της αγοράς και κατοχής με σκοπό την εμπορία, καθόσον είχε διαμορφώσει ειδικούς χώρους φύλαξης των ναρκωτικών ουσιών (πόδι της σιδερώστρας κλπ) που δύσκολα θα μπορούσαν να βρεθούν χωρίς τη συνδρομή αστυνομικού σκύλου, διέθετε την παραπάνω ζυγαριά με την οποία ζύγιζε επακριβώς τις αγορασθείσες ποσότητες και στις Αστυνομικές Αρχές είχε δηλώσει άλλη διεύθυνση κατοικίας (στην .....) προκειμένου οι κινήσεις του να μην γίνονται εύκολα αντιληπτές, και ανενόχλητος να αγοράσει και να κατέχει ναρκωτικές ουσίες. Περαιτέρω το γεγονός ότι είχε αγοράσει και κατείχε διαφόρων ειδών ναρκωτικές ουσίες (ηρωΐνη, κοκαΐνη, κατεργασμένη κάνναβη) αποδυναμώνει πλήρως τον ισχυρισμό του ότι τις πιο πάνω ναρκωτικές ουσίες τις είχε για προσωπική του χρήση. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι χρώσταγε χρήματα σε ομοεθνείς του, οι οποίοι του προμήθευαν μη ναρκωτικές ουσίες γι' αυτό δέχθηκε να φυλάξει τις ναρκωτικές ουσίες στην οικία του κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ο ισχυρισμός του αυτός και εντάσσεται στο πλαίσιο των υπερασπιστικών ισχυρισμών του να αποδίδει τις ποινικές του ευθύνες που προκύπτουν σε βάρος του και να τις μεταθέσει αορίστως σε άγνωστους ομοεθνείς του. Η όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει στην παραπάνω οικία καταδεικνύει όχι μόνο ότι ενεργούσε για δικό του λογαριασμό, με την αγορά και την κατοχή των πιο πάνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, αλλ' ότι (ο κατηγορούμενος) αποσκοπούσε στον πορισμό εισοδήματος και είχε σταθερή ροπή στη διάπραξη εγκλημάτων αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως στοιχείο της προσωπικότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πιο πάνω αδικημάτων. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..... και ..... και δεν αντικρούονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Συνεπώς ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και συνήθεια κατά τα εις το διατακτικό αναλυτικά αναφερόμενα θα πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ)... ". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, για αγορά και κατοχή απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, πράξεις που τέλεσε, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α, 94 παρ.1, ΠΚ, άρθ., 5 παρ.1 περ. β και ζ και άρθρο 8 του ν. 1729/87, όπως ισχύουν, (ήδη άρ. 20 παρ.1 περ. β και ζ, και 23 του ΚΝΝ 3459/2006), ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα έξι ετών και χρηματική ποινή 40.000 ευρώ. III. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για τις πράξεις της κατ' επάγγελμα αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς την θεμελίωση της επιβαρυντικής περίστασης του άρ. 8 του ν. 1729/87, της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πιο πάνω πράξεων, η αιτιολογία της αποφάσεως δεν εξαντλείται στα τυπικά στοιχεία του νόμου, αλλά, επιπλέον, εκτίθενται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την περί της συνδρομής της επιβαρυντικής αυτής περίστασης κρίση του Εφετείου (ειδική υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, με σκοπό πορισμό εισοδήματος, καθόσον είχε διαμορφώσει ειδικούς χώρους φύλαξης των ναρκωτικών , που δύσκολα μπορούσαν να βρεθούν , ύπαρξη ζυγαριάς ακριβείας , δήλωση στις αστυνομικές αρχές διαφορετικής διεύθυνσης κατοικίας, προκειμένου να μη γίνουν αντιληπτές οι κινήσεις του κλπ). Επομένως, ο δεύτερος, από το άρ.510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος της ένδικης αιτήσεως, κατά το σκέλος αυτού που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IV. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό της μη συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως και ότι παρά το νόμο, καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 8 του ν.1729/1987, ενώ θα έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίπτωση του από το πρωτόδικο Δικαστήριο η διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987 (Βασικά εγκλήματα), όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, έχοντας, ως εκ τούτου, διαφορετική ποινική μεταχείριση. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Επομένως, το δικάσαν Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σχετικώς και μάλιστα αιτιολογημένα, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρ. 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος της ένδικης αιτήσεως που πλήττει για έλλειψη αιτιολογίας την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν διέλαβε ιδιαίτερη αιτιολογία επί του ανωτέρω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ανεξαρτήτως αυτού, όπως, προαναφέρθηκε και όπως προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο αιτιολόγησε τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις της κατοχής και αγοράς ναρκωτικών με την επιβαρυντική περίσταση του άρ. 8 του ν. 1729/87, της κατ' επάγγελμα τελέσεως (όχι όμως και της κατά συνήθεια τελέσεως, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια), απορρίπτοντας, κατά το μέρος αυτό, τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος. V. Ως προς την επιβαρυντική περίσταση, της κατά συνήθεια τελέσεως των ίδιων πράξεων (η συνδρομή της οποίας ή όχι ασκεί επιρροή στη βαρύτητα των εν λόγω πράξεων και εντεύθεν στην ποινή), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι ο αναιρεσείων, από την επανειλημμένη τέλεση παρόμοιων αξιοποίνων πράξεων, απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του ως άνω άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ. Αντίθετα, κατά εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά, δεν είχε προηγηθεί των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, οποιαδήποτε άλλη τέλεση παρόμοιας ή άλλης αξιόποινης πράξεως (γεγονός που, προφανώς, συντέλεσε στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου). Ετσι, ο ίδιος πιο πάνω δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ως προς την αντίστοιχη αιτίαση, είναι βάσιμος. VI. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ο αναιρεσείων, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς ισχυρισμούς ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίοι όμως στο σύνολό τους αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, πλην του αιτήματος για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρ.84 παρ.2α του ΠΚ, αίτημα το οποίο και έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση. Σαφή δε και ορισμένο λόγο για την αναγνώριση και άλλων ελαφρυντικών δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υποβλήθηκε. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για απόρριψη χωρίς αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VΙΙ. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος, πρέπει, για να είναι σαφής και ορισμένος, να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή, σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ή επί παραβιάσεως εκ πλαγίου της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης, σε τι συνίστανται οι ασάφειες ή τα λογικά κενά, και τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας, ποιά είναι η αληθής έννοια της διατάξεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, αναφέρει, τον προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και τις περιπτώσεις εφαρμογής του, χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε μνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που να φέρεται ότι παραβιάστηκε στην προκειμένη περίπτωση, και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. VIII. Μετά από αυτά και την παραδοχή ως βάσιμου του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής της ποινής, απορριπτομένης της αιτήσεως κατά τα λοιπά. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται εν μέρει την από 3-12-2005 (αρ. πρωτ. 10752/3-12-07) αίτηση αναιρέσεως του X και αναιρεί εν μέρει την 2339/10-10-2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, καθώς και ως προς την περί της ποινής διάταξή της. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3-12-2005 (αρ. πρωτ. 10752/3-12-07) αίτηση αναιρέσεως του X για αναίρεση της 2339/10-10-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση Νόμου περί Ναρκωτικών. Αιτιολογία αγοράς και κατοχής ναρκωτικών. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κατά συνήθεια ή της τελέσεως της πράξεως. Αιτιολογημένη ως προς την κατ’ επάγγελμα. Αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί. Δεν απαιτείται αιτιολογία. Αναιρεί εν μέρει για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίπτωση και ως προς την ποινή. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2482/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις του αιτούντος Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Φωτιάδου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 7423/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2008 αίτησή του και την αναστολή εκτελέσεως της ποινής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2008 αίτησή του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 523/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 339/23.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, την από 26-3-2008 αίτηση του καταδικασμένου Χ για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 7423/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για κλοπή, διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εξύβριση και διατάραξη θρησκευτικών συναθροίσεων και εκθέτω τα εξής: Ι. Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την παραπάνω καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έγινε αμετάκλητη μετά την έκδοση της 944/05 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα υπ' αυτού αίτηση αναιρέσεως, στηρίζεται κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε, είναι νομότυπη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. II. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. (βλ. ΑΠ 680/2007 ). ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 7423/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτήν για τις παραπάνω πράξεις γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: Στο ..... και στην περιοχή "....." είναι κτισμένο ένα εκκλησάκι, προς τιμήν του Αγίου Σάββα. Την ιδιοκτησία του ναού αυτού διεκδικεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος, εκ του λόγου τούτου έχει έλθει κατ'επανάληψη σε προστριβές με κατοίκους της περιοχής και ιερείς, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ανήκει στο κοινό και στην Εκκλησία της Ελλάδος, και κατ'επέκταση, βρίσκεται υπό την εποπτεία του Τοπικού Ενοριακού Ναού (Αγ. Γλυκερίας). Οι προστριβές αυτές είχαν (και έχουν) ως αποτέλεσμα, την δημιουργία πολλών δικών (αστικών και ποινικών). Παραπέρα, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος την 14-8-1998, στον ανωτέρω τόπο, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται από τον Π.Κ. και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικώτερα: α) με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους, αφήρεσε ξένα κινητά πράγματα και συγκεκριμένα: 1) το παγκάρι του ως άνω Ι. Ναού, με το εκ δρχ. 8.000-10.000 χρηματικό ποσό που περιείχε, 2) τα βαρίδια από τις δύο καμπάνες, πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια να τις καταστήσει άχρηστες και τα οποία (αφαιρεθέντα πράγματα) παράνομα ιδιοποιήθηκε β) με πρόθεση κατέστρεψε ξένα πράγματα, ....................................................., τα οποία χρησίμευαν για κοινό όφελος και ειδικότερα κατέστρεψε: 1) Το δίκτυο μεταφοράς νερού από την δεξαμενή που έχει τοποθετηθεί στον χώρο του Ι. Ναού, σπάζοντάς το και βγάζοντας αυτό από τη θέση του, 2) ένα ηλεκτρικό ψυγείο, μικρού μεγέθους και 3) τις κλειδαριές των θυρών του Ναού. Τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτουν από τις μαρτυρικές καταθέσεις, ενισχύονται δε και από την όλη μέχρι τότε συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, διεκδικεί τον άνω Ι. Ναό, ως ιδικόν του και επιδιώκει με κάθε μέσον την απομάκρυνση από αυτόν των ενοριτών και ιερέων. Σε τέτοιου είδους πράξεις, άλλωστε που φανερώνουν πρόθεση του δράστη να εκδηλώσει δικαιώματα κυριότητας επί του χώρου όπου ο ναός, αλλά και δικαιώματα επ'αυτού του ναού δεν είχε λόγο να προβεί άλλος ενορίτης, δοθέντος ότι οι λοιποί κάτοικοι της περιοχής θεωρούν ότι ο άνω Ι. Ναός ανήκει στην Εκκλησία της Ελλάδος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά τον άνω τόπο και χρόνο: α) προσέβαλε την τιμή άλλων, με λόγια και ειδικότερα προσέβαλε την τιμή των εγκαλούντων Ψ1, Ψ2 και Ψ3, μελών του εξωραϊστικού Συλλόγου ..... "Η ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ", αναγράφοντας τις υβριστικές φράσεις στους τοίχους του Ι. Ναού Αγίου Σάββα "έξω οι ψεύτες - Διάβολοι - Το ξεχάσατε διάβολοι" εννοώντας αυτούς, προδήλως, με τους οποίους είχε έλθει σε ρήξη και προστριβές β) την 14-8-1998, παραμονές του δεκαπενταύγουστου, προσπάθησε κακόβουλα να εμποδίσει και με πρόθεση διέπραξε μία ανεκτή, κατά το Σύνταγμα, θρησκευτική συνάθροιση για λατρεία και τελετή. Συγκεκριμένα, με τις παραπάνω πράξεις του, είχε ως αποτέλεσμα τη μη λειτουργία του Ναού για μερικές ημέρες, μέχρι την αντικατάσταση των ζημιών. Πρέπει, επομένως να κηρυχθεί ένοχος για όλες τις πράξεις. Κατά τη γνώμη όμως του Προεδρεύοντος, θα έπρεπε να κηρυχθεί αθώος των δύο πρώτων πράξεων, λόγω αμφιβολιών καθόσον δεν επιβεβαιώθηκε με αυτόπτη μάρτυρα το όλο αποδεικτικό ..........................εκ μέρους του κατηγορουμένου τέλεσής της. (βλ. απόφαση). Το νέο αποδεικτικό στοιχείο που επικαλείται στην υπό κρίση αίτηση ο αιτών είναι το υπ'αριθμ. 7/23-11-1999 πρακτικό το Ιερού Ναού Αγίας Γλυκερίας, με το οποίο ζητείται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, να χαρακτηρίσει και επισήμως το Ναΐδριο του Αγίου Σάββα, ως Παρεκκλήσιο του Ιερού Ναού της Αγίας Γλυκερίας (βλ. έγγραφο). Όμως από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτει, σε συνδυασμό και με τα αποδεικτικά μέσα που είχε εκτιμήσει το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αιτών ήταν αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Γιατί και από το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, προκύπτει ότι το Ναΐδριο, λειτουργούσε ως Παρεκκλήσιο, επί σειρά ετών με την ευθύνη των εκπροσώπων του παραπάνω Ιερού Ναού, ούτε αναιρούνται οι παραδοχές της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης σε σχέση με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, που θεμελίωνε υποκειμενικά και αντικειμενικά τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβρισης και διατάραξης θρησκευτικής συναθροίσεως για τις οποίες καταδικάστηκε. IV. Από τα ανωτέρω στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη μόνα τους και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθμ. 7423/2003 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος, δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων οι επικαλούμενοι λόγοι από τον αιτούντα για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθεί κατ ουσίαν η ως άνω αίτηση και παράλληλα να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα (άρθρ. 583 ΚΠΔ). V. Mε την από 31-3-2008 αυτοτελή αίτηση, που κατέθεσε στις 16-5-2008, ο Χ, ζητά την αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω 7423/2003 αμετάκλητη απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (βλ. αίτηση). Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη (άρθρο 529 ΚΠΔ) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, πλην όμως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού προϋπόθεση για την παραδοχή της, είναι η πρόβλεψη ευδοκίμηση της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, που δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση, αφού ήδη προτείνω την απόρριψή της ως ουσιαστικά αβάσιμης (βλ. και ΑΠ 187/2007). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί η από 26-3-2008 αίτηση του καταδικασμένου Χγια επανάληψη της διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 7423/2003 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΙΙ. Να απορριφθεί η από 31-3-2008 αίτηση του ίδιου καταδικασμένου για αναστολή εκτέλεσης της ίδιας αυτής αμετάκλητης απόφασης. Και ΙΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 13-6-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Π.Δ προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρα 525 επ.ΚΠΔ, έχει ως προϋπόθεση ότι εκτίεται από αυτόν η ποινή που του επιβλήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 31-3-2008 αίτησή του, ο Χ ζητεί να ανασταλεί, κατ' άρθρο 529 Κ.Π.Δ, η εκτέλεση της 7423/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε συνολική φυλάκιση 6 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Συνεπώς, εφόσον η ποινή που επιβλήθηκε στον αιτούντα, όχι μόνον δεν εκτίεται, αλλά ανεστάλη επί τριετία, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ.2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για τα αυτά αξιόποινα αδικήματα, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς , η υπό κρίση από 26/3/2008 αίτηση του Χ, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη 7423/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών σε συνολική ποινή φυλάκιση 6 μηνών, για τα αναφερόμενα στην αίτηση πλημμελήματα, ισχυριζόμενος, ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σε αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. I ΙΙ. Από παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την 7423/2003 αμετάκλητη ήδη απόφασή του, καταδίκασε τον αιτούντα σε συνολική ποινή φυλάκιση 6 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής, διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβρισης και διατάραξης θρησκευτικών συναθροίσεων. Ειδικότερα, ο αιτών Χ κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία, του ότι στην Αθήνα στις 14-8-1998, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, και ειδικότερα: α) με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους, αφήρεσε ξένα κινητά πράγματα και συγκεκριμένα: 1) το παγκάρι (έπιπλο) του Ι. Ναού του Αγίου Σάββα, που βρίσκεται στο ..... στην περιοχή ".....", με το εκ δρχ. 8.000-10.000 χρηματικό ποσό που περιείχε, 2) τα βαρίδια από τις δύο καμπάνες, πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια να τις καταστήσει άχρηστες και τα οποία (αφαιρεθέντα πράγματα) παράνομα ιδιοποιήθηκε β)με πρόθεση κατέστρεψε ξένα πράγματα, τα οποία χρησίμευαν για κοινό όφελος και ειδικότερα κατέστρεψε: 1) Το δίκτυο μεταφοράς νερού από την δεξαμενή που έχει τοποθετηθεί στον χώρο του Ι. Ναού, σπάζοντάς το και βγάζοντας αυτό από τη θέση του, 2) ένα ηλεκτρικό ψυγείο, μικρού μεγέθους και 3) τις κλειδαριές των θυρών του Ναού. Όλα τα παραπάνω ανήκαν στην ιδιοκτησία του Ι. Ναού του Αγίου Σάββα. Β) Στον ίδιο τόπο και χρόνο α) προσέβαλε την τιμή άλλων, με λόγια και ειδικότερα προσέβαλε την τιμή των εγκαλούντων Ψ1, Ψ2 και Ψ3, μελών του εξωραϊστικού Συλλόγου Γαλατσίου "Η ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ", αναγράφοντας τις υβριστικές φράσεις στους τοίχους του Ι. Ναού Αγίου Σάββα "έξω οι ψεύτες -Διάβολοι - Το ξεχάσατε διάβολοι" β) την 14-8-1998, παραμονές του δεκαπενταύγουστου, προσπάθησε κακόβουλα να εμποδίσει και με πρόθεση διέπραξε μία ανεκτή, κατά το Σύνταγμα, θρησκευτική συνάθροιση για λατρεία και τελετή. Και μέσα στην εκκλησία ενήργησε υβριστικά ανάρμοστες πράξεις. Συγκεκριμένα, με τις παραπάνω πράξεις του (κλοπή, διακεκριμένη φθορά, εξύβριση), είχε ως αποτέλεσμα τη μη λειτουργία του Ναού για μερικές ημέρες, μέχρι την αντικατάσταση των ζημιών. Την ιδιοκτησία του πιο πάνω ναού αυτού, όπως δέχθηκε η εν λόγω απόφαση, διεκδικεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος, εκ του λόγου τούτου έχει έλθει κατ' επανάληψη σε προστριβές με κατοίκους της περιοχής και ιερείς, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ανήκει στο κοινό και στην Εκκλησία της Ελλάδος, και κατ' επέκταση, βρίσκεται υπό την εποπτεία του Τοπικού Ενοριακού Ναού (Αγ. Γλυκερίας). ΙV. Το νέο αποδεικτικό στοιχείο, που επικαλείται στην υπό κρίση αίτηση ο αιτών, είναι το 7/23-11-1999 πρακτικό του Ιερού Ναού Αγίας Γλυκερίας, με το οποίο ζητείται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, να χαρακτηρίσει και επισήμως το Ναΐδριο του Αγίου Σάββα, ως Παρεκκλήσιο του Ιερού Ναού της Αγίας Γλυκερίας. Ειδικότερα ο αιτών εκθέτει στην κρινόμενη αίτησή του ότι οι μηνυτές του εξαπάτησαν το Δικαστήριο προσκομίζοντας την ..... και την από 11-8-98 βεβαίωση, έγγραφα τα οποία αναγνώστηκαν και έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, "με τα οποία ισχυρίζοντο ότι ο Ι. Ναός του Αγίου Σάββα αποτελεί παρεκκλήσιον", όμως , όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, από το προσκομιζόμενο από αυτόν πιο πάνω νέο αποδεικτικό στοιχείο, δηλαδή το ..... πρακτικό το Ιερού Ναού Αγίας Γλυκερίας, αποδεικνύεται ότι τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι μηνυτές "είναι ψευδούς περιεχομένου", και κατ' ακολουθίαν, "αφού λοιπόν δεν αποτελούσε ποτέ παρεκκλήσιόν τους, δηλ. ιδιοκτησία τους ο Ι. Ναός Αγίου Σάββα, δεν μπορεί να ευσταθείσουν οι κατηγορίες περί κλοπής - διακεκριμένης φθοράς ξένης περιουσίας, εξύβρισης και θρησκευτικής παρενοχλήσεως. Από την παραδεκτή επισκόπηση του εν λόγω εγγράφου, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι γινόταν χρήση του όρου "παρεκκλήσιον" για το Ναΐδριο του Αγίου Σάββα, χωρίς να αναφέρεται απόφαση περί του καθορισμού αυτού, ως παρεκκλησίου του Ιερού Ναού της Αγίας Γλυκερίας, και απλώς εζητείτο από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών να χαρακτηρίσει και επισήμως το Ναΐδριο του Αγίου Σάββα, ως Παρεκκλήσιο του πιο πάνω Ιερού Ναού. Σε καμία δε περίπτωση δεν προκύπτει εξ αυτού του εγγράφου ότι το εν λόγω Ναϊδριο ανήκε στην ιδιοκτησία του αιτούντος. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία διώκεται η επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 4 ΚΠΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού το 7/23-11-1999 πρακτικό το Ιερού Ναού Αγίας Γλυκερίας, συνιστά μεν νέα απόδειξη, πλην όμως η απόδειξη αυτή εκτιμώμενη είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δεν καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι οι καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πραγματικά διέπραξε. Οι λοιπές αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. V. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-3-2008 αίτηση του με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 7423/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και την από 31-3-2008 αίτηση αυτού για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας καταδικασθέντος για κλοπή, διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εξύβριση και διατάραξη θρησκευτικών συναθροίσεων, με την επίκληση νέων αποδείξεων. Αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής κατά διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ. Έχει ως προϋπόθεση ότι εκτίεται από τον αιτούντα η ποινή που του επιβλήθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναστολής ποινής που έχει ανασταλεί η εκτέλεση. Έννοια νέων γεγονότων και αποδείξεων. Αιτιάσεις που επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απαράδεκτες. Απορρίπτει αίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2481/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1902/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2006/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 341/25.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 262/ 15-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Σταμάτη Τερεζάκη του Νικολάου, δυνάμει της από 12-11-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ'αριθμ. 1902/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα : 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3857/2006 βούλευμά του παρέπεμψε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού, δια βλάβης τρίτου, περιουσιακού οφέλους, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 δραχμών. Κατά του βουλεύματος αυτού η παραπεμφθείσα αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ήσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ' αριθ. 1902/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με την κρινόμενη αίτησή της, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την 7η Νοεμβρίου 2007, η δε αίτηση ασκήθηκε την 15-11-2007, δηλαδή μέσα στην δεκαήμερη προθεσμία του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ' αριθμ. 262/15-11-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, διότι παραπέμπει την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιτότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντως αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 1230/2007). Η πλαστογραφία, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 α' Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2721/1999, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του κακουργήματος και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν, ως άμεσο αποτέλεσμα της πράξεώς του, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ή διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τελικώς ο σκοπός του οφέλους ή της βλάβης τρίτου. Στην περίπτωση τελέσεως της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 Π.Κ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 εδάφιο πρώτο Ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Αν όμως οι μερικότερες πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξεως, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 Π.Κ., καθόσον η νέα ρύθμιση που προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη (βλ. ΑΠ 5/2002, ΑΠ 1855/2006). 3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις του τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005, ΑΠ 114/2004), β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006) και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364 2006). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας (δεν ελήφθη απολογία της κατηγορουμένης διότι αυτή φυγοδικεί και για τον λόγο αυτό η κύρια ανάκριση περατώθηκε με την έκδοση εντάλματος συλλήψεως), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη Χ είχε ιδρύσει και εκπροσωπούσε ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος μια σειρά εταιρειών που ανήκαν στον Όμιλό της, μεταξύ των οποίων τις εταιρείες "ADVANCED BUSINESS SERVICES - Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών ..... - Σύμβουλοι Επιχειρήσεων Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ABS .....", "PROSPECT - Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης - Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "PROSPECT Αισθητική Α.Ε." (σχετικές οι υπ' αριθμ. ....., ....., ..... και ..... αντιστοίχων πρακτικών του Δ.Σ. της Εταιρίας "ABS ....." οι υπ' αριθμ. πρωτ. ....., ....., ....., ....., 7-5-2003, 12-5-2003, 12-5-2003, 30-5-2003, αντιστοίχων πρακτικών του Δ.Σ. της Ανωνύμου Εταιρείας, "PROSPECT Αισθητική Α.Ε.", μετά των από 30-6-2001 και 28-11-2001 αποφάσεων Γενικής Συνελεύσεως της ιδίας εταιρείας. Από την Μάρτιο του 1993 έως Ιούνιο 2003 είχε προσλάβει και απασχολούσε ως υπάλληλο γραφείου σε μία εκ των εταιρειών του Ομίλου της με την επωνυμία "Ι.Ι.Ε.Κ. ..... Α.Ι.Τ.Ε.Σ. Α.Ε." την εν λόγω εγκαλούσα, καταβάλλοντάς της μηνιαίο μισθό, καθώς και τις αντίστοιχες ασφαλιστικές της εισφορές, όπως άλλωστε εμφαίνεται από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις ενσήμων του Ι.Κ.Α. των ετών από Μάρτιο 1993 έως Ιούνιο 1995, του ατομικού δελτίου εισφορών μισθολογικής περιόδου από 1-7-2000 έως 1-12-2001 και του αποσπάσματος ατομικού λογαριασμού ασφαλίσεως από 10/2000 έως 12/2002 και από 1/2003 έως 3/2003, καθώς επίσης τις αποδείξεις πληρωμής των μηνών Νοεμβρίου 2002, Δεκεμβρίου 2002 και Δώρου Χριστουγέννων 2002. Στα προαναφερθέντα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου των Ανωνύμων Εταιρειών "ΑBS ....." και PROSPECT Αισθητική Α.Ε." η ίδια η εγκαλούσα εμφανίζεται ως μέλος-σύμβουλος του εν λόγω καταστατικού οργάνου της πρώτης εταιρείας, κατά το έτος 1998, 1999, 2000 και ως Αντιπρόεδρος αυτής στα πρακτικά του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας με ημερομηνίες 19-12-2000 και 10-12-2001 και από το Μάιο του έτους 2002 ως μέλος της δεύτερης εταιρείας. Όμως όπως διατείνεται στην υπό κρίση έγκληση η Α, ουδέποτε άσκησε διαχειριστικές εξουσίες στις ως άνω εταιρείες και ότι όλες οι σχετικές ενέργειες της κατηγορουμένης έγιναν εν πλήρει αγνοία της και χωρίς καμία ενημέρωσή της. Μάλιστα προσκομίζει και σχετικό απόσπασμα εκ του βιβλιαρίου του Ι.Κ.Α., αφού φέρεται ότι κατά το Δεκέμβριο 2000 απουσίαζε εκ της εργασίας της, ευρισκομένη σε κατάσταση λοχείας, από 24-11-2000 έως 18-1-2001 και ως εκ τούτου υπήρχε πραγματική αδυναμία να ασκεί οιαδήποτε καθήκοντα που ορίζονται στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Προς επίρρωση τούτων στις ένορκες καταθέσεις τους οι μάρτυρες, οι οποίοι εργάσθηκαν στις επιχειρήσεις της κατηγορουμένης και γνώριζαν το είδος της παρεχομένης από την εγκαλούσα εργασίας, αναφέρουν μεταξύ των άλλων ότι: (ο μεν Β στην από 4-11-2005 ένορκη κατάθεσή του) "Εγώ ήμουν λογιστής στον όμιλο των επιχειρήσεων της κ. Χ ... η μηνύτρια δεν είχε καμία συμμετοχή στη Διοίκηση των ως άνω επιχειρήσεων, φέρεται ως αντιπρόεδρος μόνο κατ' όνομα, δεν έθετε υπογραφές στα διάφορα έγγραφα αυτών... επίσης δεν έθετε υπογραφές στα πρακτικά του Δ.Σ., άλλωστε ποτέ δεν συνεδρίαζε το Δ.Σ. ούτε γινόταν γενικές συνελεύσεις... ". (Ο δε Γ στην από 8-11-2005 ένορκη κατάθεσή του αναφέρει ότι) "Εργαζόμουν μαζί με τη μηνύτρια στην εταιρεία Π.Ε.Κ. ..... Α.Ι.Τ.Ε.Σ. Α.Ε.". Γνωρίζω ότι με τη μηνύτρια στην εταιρεία ΠΕΚ ..... Α.Ι.Τ.Ε.Σ. Α.Ε.". Γνωρίζω ότι η μηνύτρια δεν γνώριζε ότι η μηνυομένη την εμφάνιζε ως Αντιπρόεδρο του Δ.Σ... δεν είχαν ακούσει ποτέ ότι η μηνύτρια ήταν μέλος του Δ.Σ., ούτε είχαν ακούσει να γίνονται συνεδριάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων. Τις αποφάσεις τις λάμβανε κατά κύριο λόγο η μηνυομένη". Εκ των ανωτέρω διαλαμβανομένων συνάγεται ότι η αναγραφή του ονόματος της εγκαλούσης ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου των ανωτέρω εταιρειών, η οποία έγινε εν πλήρει αγνοία της ήταν μόνο τυπική και για λόγους νομοτύπου συγκροτήσεως αυτού, αλλά όχι ουσιαστική, αφού τη μόνιμη εκπροσωπευτική εξουσία είχε η κατηγορουμένη, η οποία δέσμευε τις εταιρείες στις συναλλαγές προς τρίτους με την υπογραφή της. Άλλωστε, όπως οι ως άνω μάρτυρες καταθέτουν στην πραγματικότητα, ουδέποτε συγκλήθηκε και λειτούργησε Διοικητικό Συμβούλιο ή Γενική Συνέλευση και κατά συνέπεια τυχόν εκπροσωπευτικές εξουσίες προς τρίτα πρόσωπα που φέρονται επίσης ως μέλη των καταστατικών οργάνων, παραχωρούντο από την ίδια την κατηγορουμένη. Παρά ταύτα η τελευταία, εκμεταλλευόμενη την έλλειψη, οποιασδήποτε συμμετοχής της μηνύτριας και την έλλειψη γνώσεως αυτών σχετικά με τη διοίκηση των επιχειρήσεών της, κατάρτισε τον ισολογισμό της εταιρείας "ADVANCED BUSINESS SERVICES" της 30ης Ιουνίου 2001 εταιρικής χρήσεως, από 1-7-2000 έως 30-6-2001 και την 31-10-2001, όπου κάτωθι της θέσεως "Η Αντιπρόεδρος του Δ.Σ." ανέγραψε το ονοματεπώνυμο της εγκαλούσης κι έθεσε την δήθεν υπογραφή της, ενεργώντας και πάλι αυθαιρέτως και δίχως οιαδήποτε βούληση ή έγκριση της φερομένης ως υπογράφουσας. Οι ισχυρισμοί της τελευταίας, ότι η τεθείσα στο εν λόγω έγγραφο υπογραφή είναι παντελώς διάφορη προς τη δική της ενισχύονται κι από ορισμένον έγγραφο της δικογραφίας, όπου έχει τεθεί η γνήσια υπογραφή της, η οποία εμφανίζει σημαντικές διαφορές, συγκριτικά με την πλαστή όπως στις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής μισθού όπου η μηνύτρια υπογράφει κάτωθι της ενδείξεως "η λαβούσα" ή στην από 22-2-2006 έκθεση ανωμοτί εξετάσεως ενώπιον του Ανακριτού. Εξ άλλου η κατηγορουμένη ακολουθώντας την αυτή τακτική, κατήρτισε αντίγραφο πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εταιρείας με ημερομηνίες 12-2-1998, 31-12-1999, 9-2-2000, 29-12-2000 και 10-12-2001 και της δεύτερης εταιρείας με ημερομηνίες 16-5-2002, 7-5-2003 και 12-5-2003, αναγράφοντας με μηχανικό μέσο επί αυτών το ονοματεπώνυμο της μηνύτριας στη θέση της υπογραφής, με τρόπο, που να προκύπτει με σαφήνεια εξ αυτών ότι η τελευταία συμμετείχε με την ιδιότητα του μέλους ή αντιπροέδρου του Δ.Σ. Τον προαναφερθέντα προσεκόμισε προς δημοσίευση στο Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (σχετ. το υπ' αριθμ. 1389/2002 Τεύχος Αν. Εταιρειών και Εταιρειών Περ. Ευθύνης) καθώς και σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες (Νομαρχία, Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία για τη φορολογία των εμπορικών εταιρειών), ενώ τα πρακτικά κατέθεσε τόσο προς τη Νομαρχία Αθηνών, προκειμένου να καταχωρηθούν στο Φύλλο Εφημερίδος της Κυβέρνησης, όσο και σε άλλες υπηρεσίες ή οργανισμούς (Δ.Ο.Υ., Ι.Κ.Α.), όπως εκ του νόμου ήταν υπόχρεη. Η κατάρτιση των ως άνω πλαστών εγγράφων, από την κατηγορούμενη, ενισχύεται εκ του γεγονότος ότι είχε κατά κύριο λόγο την διαχειριστική εξουσία των εταιρειών του ομίλου και ότι ουδέποτε είχαν συγκληθεί, σύμφωνα με τα καταστατικά αυτών των εταιρειών, διοικητικά συμβούλια ή γενικές συνελεύσεις, ώστε να ληφθούν αποφάσεις ή να τεθούν υπογραφές από τα υπόλοιπα του φερομένου ως μέλη. Προς τα ανωτέρω διαπιστωθέντα, συνηγορούν και οι προαναφερθείσες από 4-11-2005 και 8-11-2005 ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίοι επισημαίνουν ότι η μηνύτρια δεν είχε θέση ποτέ υπογραφή στα διάφορα πρακτικά των καταστατικών οργάνων των εταιρειών, αφού ποτέ δεν συνεδρίαζαν τα όργανα αυτά, αλλά τα σχετικά αντίγραφα πρακτικών τα συνέτασσε και τα επικύρωνε η ίδια η κατηγορούμενη. Εν τέλει την εναντίωση της μηνύτριας στις έννομες ενέργειες της κατηγορουμένης μαρτυρεί η από 20-5-2003 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκλησή της, τις οποίες επέδωσε αρμοδίως στην ίδια την κατηγορουμένη ατομικώς και ως νόμιμη εκπρόσωπο των επίμαχων εταιρειών (σχετ. οι υπερ. ....., ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας .....) που είχε ως συνέπεια την τυπική έξοδό της από την εταιρεία "PROSPECT ΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στην οποία φέρεται ότι υπήρξε μέλος από 15-5-2002 έως 29-5-2003 (σχετ. το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών). Άμεσος σκοπός της κατηγορουμένης ήταν να παραπλανά σχετικά με το γεγονός - το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες - ότι η εγκαλούσα τυγχάνει μέλος ή αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, τους αρμοδίους υπαλλήλους της Νομαρχίας Αθηνών, της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αλλά και διαφόρους συναλλασσόμενους και εταιρικούς πιστωτές, σχετικά με τη νόμιμη υποχρέωσή της προς εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων και ασφαλιστικών εισφορών. Πράγματι, όπως προκύπτει κι από σχετικά έγγραφα που επισυνάπτονται στη δικογραφία, ήδη από έτους 2000, άρχισαν να κοινοποιούνται προς τη μηνύτρια σειρά εγγράφων περί οφειλών των ως άνω εταιρειών προς Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών και προς το Ι.Κ.Α. Αθηνών και ειδικότερα : α) Οφειλή ποσού 83.357, 57 ευρώ πλέον προσαυξήσεων στην Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, λόγω συμμετοχής της στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ανωνύμου Εταιρίας "ABS A.E." (σχετ. η υπαρ. 12304/6-4-2005 ατομική ειδοποίηση ληξιπροθέσμων χρεών και του σχετικού πίνακα χρεών). β) Οφειλή ποσού 47.069, 40 ευρώ πλέον προσαυξήσεων στο Ι.Κ.Α. Αθηνών, λόγω της συμμετοχής της στο Διοικητικό Συμβούλιο της ιδίας ως άνω εταιρίας (σχετ. το από 20-1-2000 του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. προς Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών). γ) Οφειλή ποσού 16.124.242 δραχμών και ήδη 47.319,86 ευρώ πλέον προσαυξήσεων στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, λόγω της δήθεν συμμετοχής της στο Δ.Σ. της εταιρείας "PROSPECT A.E." (σχετ. η υπ' αριθμ. ..... ατομική ειδοποίηση ληξιπροθέσμων χρεών και του σχετικού πίνακα περί αυτών. Το σύνολο των ανωτέρω οφειλών υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ κι ως προς τη μερικοτέρα πράξη της πλαστογραφίας που τελέστηκε, σύμφωνα με τα ανωτέρω την 12-2-1998, ήτοι προ της ισχύος του Ν. 2721/99 δεν προέκυψε ποσό μικρότερο των 73.000 ευρώ, κατά το ποσό δε αυτό επήλθε σημαντική βλάβη στην εγκαλούσα, καθώς η περιουσία της επιβαρύνεται και δεσμεύεται κατά αυτό με αντίστοιχη σκοπούμενη περιουσιακή ωφέλεια της κατηγορουμένης, η οποία θα απαλλαγεί της υποχρεώσεως προς εκπλήρωση των εν λόγω εταιρικών υποχρεώσεων εάν η μηνύτρια καταβάλει το αντίστοιχο ποσό. Ο εν λόγω επιδιωκόμενος σκοπός της επιδιώκεται άλλωστε και εκ του γεγονότος ότι έχει ήδη αποχωρήσει από την Ελληνική Επικράτεια, προς άγνωστη χώρα του εξωτερικού και μέχρι σήμερα δεν έχει εμφανισθεί, προκειμένου να αναλάβει τις εταιρικές ευθύνες, αφού βρίσκεται στο εξωτερικό. 5. Με βάση όλα αυτά τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 3857/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 98 και 216 παρ. 1 και 3 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα ρητώς ετίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το συνολικό περιουσιακό όφελος το οποίο σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της η αναιρεσείουσα, δια βλάβης της εγκαλούσας Α, υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 73.000 ευρώ, υφίσταται δε άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της καταρτίσεως των ανωτέρω πλαστών εγγράφων και του σκοπού προσπορισμού του εν λόγω περιουσιακού οφέλους, ενώ είναι αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο η εγκαλούσα ειδοποιήθηκε για την καταβολή του εν λόγω ποσού. Περαιτέρω σαφής είναι η παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος, η οποία ως προς το σημείο αυτό δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ότι η αναιρεσείουσα με την τέλεση, στις 12-2-1998, της μερικότερης πράξεως της πλαστογραφίας σκόπευε επίσης να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 δραχμών και συνεπώς η εν λόγω μικρότερη πράξη της πλαστογραφίας φέρει τον χαρακτήρα του κακουργήματος. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 262/15-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατά του υπ' αριθμ. 1902/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1902/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 3857/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού, δια βλάβης τρίτου, περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. (άρθρ.14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 216 παρ.1 και 3 Π.Κ. όπως η παρ.3 συμπληρ. με άρθρο 1 παρ.7α του ν.2408/1996 και αντικ. από άρθρ. 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999) πράξεις που φέρονται απ' αυτή τελεσθείσες στην ..... τις 12-2-1998,31-12-1999,9-2-2000,29-12-2000 και 10-12-2001 εις βάρος της μηνύτριας Α. Για τους λόγους που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως ορθούς, νομίμους και βασίμους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται εξ ολοκλήρου για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού οι περιεχόμενοι σ' αυτή λόγοι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' και δ' ΚΠΔ και συγκεκριμένα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 216 παρ.1 και 3 Π.Κ. είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και αναφέρονται διεξοδικώς στην εισαγγελική πρόταση διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα ως άνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού, δια βλάβης τρίτου, περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις, για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 216 παρ.1 και 3 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε σωστά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 262/15-11-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση του υπ' αριθμόν 1902/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπομπή σε εισαγγελική πρόταση. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2479/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 20087 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 673/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 331/19.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: I) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 58/2008 βούλευμα δέχθηκε εφέσεις πολιτικώς εναγουσών κατά του 3979/2005 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα και τον Χ1, πολιτικό μηχανικό, κάτοικο Αθηνών, για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση (βλ. βουλεύματα). II) Το παραπεμπτικό αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως τόσο στον κατηγορούμενο, όσο και στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Κουτρομάνου (βλ. από 8-2-2008 και 7-4-2008 αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως). Την 19-2-2008, ημέρα Τρίτη, εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ1 και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η 37/19-2-2008 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). Η αναίρεση αυτή είναι εμπρόθεσμη, αφού κατά τον χρόνο άσκησης (18-2-2008), δεν είχε επιδοθεί ακόμα νομίμως το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα, αφού η επίδοση στον αντίκλητο έγινε όπως προαναφέρω στις 7-4-2008. III) Στην 37/19-2-2008 έκθεση αναίρεσης ο κατηγορούμενος αναιρεσείων διαλαμβάνει δύο (2) λόγους αναίρεσης και συγκεκριμένα: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την μη παράθεση των αποδεικτικών μέσων και β) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την μη παράθεση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία παραπέμπεται και συγκεκριμένα των άρθρων 45 και 386 Π.Κ. (βλ. έκθεση αναίρεσης). Ως προς τον β' λόγο η κρινομένη αναίρεση είναι απαράδεκτη, αφού ο προβαλλόμενος λόγος είναι μη νόμιμος. Γιατί η παράλειψη αναγραφής στο παραπεμπτικό βούλευμα του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αποτελούσε κατά το παρελθόν αυτοτελή λόγο αναίρεσης, που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 484 §1δ' Κ.Π.Δ., πλην όμως καταργήθηκε με το άρθρο 42 Ν.3160/2003 (ΦΕΚ Α' 165/30-6-2003). Πρέπει συνεπώς ως προς τον β' λόγο, η κρινομένη αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 §1 Κ.Π.Δ.). Αντιθέτως η αναίρεση πρέπει να εξεταστεί ουσιαστικά ως προς τον α' λόγο, που προβλέπεται από το άρθρο 484 §1δ' Κ.Π.Δ., όπως ήδη ισχύει, αφού ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως και στρέφεται κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο για κακούργημα. IV) Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και τώρα στοιχ. δ') του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτούν ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ' αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλ' αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε το Συμβούλιο την παραπεμπτική κρίση του (Α.Π. 93/2006). Πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα (Α.Π. 2367/2005). V) Στην προκειμένη περίπτωση από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, συμπεριέλαβε και δικές του αιτιολογίες, χωρίς όντως αναφορά των αποδεικτικών μέσων που εκτίμησε, όμως παραπέμπει και στηρίζει την παραπεμπτική του κρίση στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών, αφού αναφέρει ότι "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην Εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων ..., πρέπει να εξαφανιστεί το προσβαλλόμενο 3979/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να παραπεμφθούν κ.λ.π. ..." (βλ. σκεπτικό). Στο σκεπτικό εξάλλου της Εισαγγελικής πρότασης ρητώς αναφέρονται ως προς το κρίσιμο ζήτημα τα εξής: "... Επειδή από τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα, λαμβανόμενα τα στοιχεία αυτά υπόψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους και αξιολογούμενα κατά το μέτρο της αξιοπιστίας των εξετασθέντων προσώπων και της ακρίβειας των εγγράφων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ..." (βλ. β' όψη 5ου φύλλου του βουλεύματος). Συνεπώς είναι αβάσιμος ο α' λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστικό Συμβούλιο, δεν έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την 251/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η απόφαση αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των "εγγράφων" που αξιολογήθηκαν και δεν υπήρχε ανάγκη ή υποχρέωση του Συμβουλίου, να προσδιορίσει τι ακριβώς προκύπτει από κάθε ένα από τα αξιολογηθέντα έγγραφα. Πρέπει συνεπώς η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί , ως προς τον α' λόγο, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση, ότι είναι βάσιμος κάποιος από τους λόγους αναίρεσης, που αυτεπαγγέλτως ερευνώνται. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω I) Να απορριφθεί ως μερικώς απαράδεκτη και μερικώς ουσιαστικά αβάσιμη η 37/2008 αναίρεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 κατά του 58/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και II) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 9-6-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τα αποδεικτικά μέσα , πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς θεμελιώνεται από το Συμβούλιο Εφετών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής αυτών στην εφαρμοσθείσα από το Συμβούλιο ουσιαστική ποινική διάταξη, καθώς και εκείνες που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη συντάσσεται το Συμβούλιο . Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και δέχθηκε κατ' ουσία την από 20.1.2006 έφεση των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών κατά του υπ' αριθ. 3979/2003 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Για να καταλήξει στο περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη αποδεικτικό πόρισμά του, το Συμβούλιο με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση αναφέρει, ότι έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα ,λαμβανόμενα τα στοιχεία αυτά υπόψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους και αξιολογούμενα κατά το μέτρο της αξιοπιστίας των εξετασθέντων προσώπων και της ακρίβειας των εγγράφων". Επισημαίνεται ότι στην ανωτέρω ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που κατ' αυτήν θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος. Έτσι το Δικαστικό Συμβούλιο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε υπόψη του και την 251/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η απόφαση αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των ''εγγράφων'' που αξιολογήθηκαν και δεν υπήρχε ανάγκη ή υποχρέωση τούτου ,να προσδιορίσει τι ακριβώς προκύπτει από κάθε ένα από τα αξιολογηθέντα έγγραφα . Είναι συνεπώς αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστικό Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω απόφαση. Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1δ' Κ.Π.Δ. διότι δεν αναγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 386 Π.Κ. που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία παραπέμπεται είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού μετά την κατάργηση με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 3160/2003 της περιπτώσεως δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 484 του Κ.Π.Δ. ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 37/19-2-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2478/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλουτόγλου, περί αναιρέσεως της 559/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1170/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠΔ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή τη δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο ΙΙ.-'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 559/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά."... Ο κατηγορούµενος είναι νοσηλευτικός υπάλληλος και εργάζεται στο Γενικό Νοµαρχιακό Νοσοκοµείο Λάρισας "Κουτλιµπάνειο". Με τρόπο που δεν έγινε γνωστός ήλθε σε επαφή µε διάφορους τσιγγάνους από τους οικισµούς ..... και ....., στους οποίους εµφανίσθηκε απατηλά ότι είναι ιατρός και ως εκ τούτου ήταν σε θέση να τους προµηθεύσει ιατρικά πιστοποιητικά, στα οποία να βεβαιώνεται ότι ο καθένας απ' αυτούς πάσχει από διάφορες ψυχικές ασθένειες, προκειµένου εκείνοι µε τη σειρά τους να τα υποβάλλουν στην οικεία υπηρεσία της Πρόνοιας Τρικάλων και να λάβουν το προβλεπόµενο από το νόµο για τέτοιες περιπτώσεις µηνιαίο χρηµατικό επίδοµα. Για κάθε "βεβαίωση" που συνέτασσε και εξέδιδε ο κατηγορούµενος, ο οποίος ως εκ της ιδιότητός του είχε προµηθευτεί από το Νοσοκοµείο Λάρισας τα σχετικά έντυπα ιατρικών βεβαιώσεων προς συµπλήρωση, εισέπραττε αµοιβή από κάθε τσιγγάνο ποσό 50 -100 €. Έτσι κατά το χρονικό διάστηµα από 20.2.2002 µέχρι 7.10.2002 και σε µερικότερους χρόνους που δεν προέκυψαν κατάρτισε συνολικά 78 ξεχωριστά πλαστά έγγραφα (ιατρικά πιστοποιητικά) για ισάριθµους τσιγγάνους, από τα οποία τα 28 φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από το "Κέντρο Ψυχικής Υγείας Κατερίνης" και 50 φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από το "ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΕIΟ" Ψυχιατρικό Νοσοκοµείο Αττικής. Με αυτά πιστοποιούνταν ότι στο µεν "Κέντρο Ψυχικής Υγείας Κατερίνης" εξετάσθηκαν οι αναφερόµενοι κατωτέρω "ασθενείς" από τον ιατρό ....., στο δε "ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΕΙΟ" Ψυχιατρικό Νοσοκοµείο Απικής ότι εξετάσθηκαν από τον ιατρό ..... οι επίσης κατωτέρω "ασθενείς". Σε όλα βεβαιώνεται ότι οι εξετασθέντες ευρέθησαν πάσχοντες από διάφορες ψυχικές ασθένειες. Ο κατηγορούµενος, αφού συµπλήρωνε το περιεχόµενο κάθε πιστοποιητικού, έθετε σ' αυτό τη σφραγίδα και τα ονόµατα του αντίστοιχου από τους ανωτέρω ιατρούς και κατ' απoµίµηση την υπογραφή του. Ειδικότερα, εξέδωσε τα εξής πλαστά πιστοποιητικά: Α) ως δήθεν εκδοθέντα παρά του "Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης", τα οποία ανέγραφαν ως εξετασθέντες τους εξής τσιγγάνους: ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ...... Β) ως δήθεν εκδοθέντα παρά του "ΔΡΟΜΟΚΑίΤΕIΟΥ" Ψυχιατρικού Νοσοκοµείου Απικής, τα οποία ανέγραφαν ως εξετασθέντες τους εξής τσιγγάνους: ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... . Στη σύνταξη και έκδοση των ανωτέρω πιστοποιητικών προέβη µε σκοπό να παραπλανήσει µε τη χρήση τους τα µέλη της Πρωτοβάθµιας Υγειονοµικής Επιτροπής της Ν.Α. Τρικάλων αναφορικά µε το γεγονός ότι τα προαναφερόµενα πρόσωπα, στα οποία αφορούσαν, πάσχουν από σοβαρές ψυχικές ασθένειες που για το καθένα σηµειώνεται αντίστοιχα και ότι ακολούθως δικαιούνται να λάβουν από την Πρόνοια µηνιαίο χρηµατικό επίδοµα, δηλαδή για γεγονός που έχει έννοµες συνέπειες. Περί του ότι τα πιστοποιητικά αυτά είναι πλαστά και δεν έχουν εκδοθεί από τα προαναφερόµενα νοσηλευτικά ιδρύµατα δεν υπάρχει καµία αµφιβολία, αφού ακόµη και ο κατηγορούµενος δεν προβάλλει ισχυρισµό περί γνησιότητάς τους. Το κρίσιµο δε γεγονός ότι αυτός που τα συνέταξε και τα εξέδωσε, συµπληρώνοντας το περιεχόµενό τους και θέτοντας κατ' αποµίµηση την υπογραφή του αντίστοιχου ιατρού, είναι ο κατηγορούµενος προκύπτει µετά βεβαιότητος, εκτός από τη συνδυαστική εκτίµηση όλων των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και από τη σαφή και πειστική κατάθεση του µάρτυρα κατηγορίας Α που είναι τσιγγάνος και διαµεσολαβητής µεταξύ της κοινότητας των τσιγγάνων και ενός δηµοσίου προγράµµατος. Αυτός βεβαιώνει ότι ήλθε σε επαφή µε όλους τους τσιγγάνους που κατά τα προαναφερόµενα "εξασφάλισαν" ένα τέτοιο πλαστό πιστοποιητικό και όλοι του υπέδειξαν ως πηγή τους την οικία του κατηγορουµένου στη ....., καθώς και ότι ως "ιατρό" που τους χορήγησε τα πλαστά πιστοποιητικά αναγνώρισαν τον κατηγορούµενο. Η σαφής αυτή κατάθεση από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν καταρρίφθηκε. Και είναι µεν αλήθεια ότι στην από 19.3.2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της η ..... καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα πλαστά πιστοποιητικά "χαράχθηκαν στο σύνολό τους από το ίδιο πρόσωπο" αλλά "ο Χ με υψηλή πιθανότητα δεν χάραξε κανένα απ' αυτά. Ωστόσο, το συμπέρασμά της αυτό, για το οποίο όπως και η ίδια εξηγεί δεν είναι βεβαία, συνιστά ένα "μετά πιθανότητος συμπέρασμα" διότι η σύγκριση δεν έγινε με τα πρωτότυπα των πλαστών εγγράφων αλλά με φωτoαντίγραφα. Γι' αυτό το συμπέρασμά της δεν γίνεται αποδεκτό από το δικαστήριο, αφού έρχεται σε αντίθεση με άλλα σαφέστερα και βεβαιότερα αποδεικτικά στοιχεία. Εφόσον λοιπόν υπάρχουν ικανές αποδείξεις για τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα και το δικαστήριο διαμόρφωσε εξ αυτών πλήρη δικανική πεποίθηση, κρίνει ότι δεν συντρέχει καμία ανάγκη για να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις με την εξέταση των μαρτύρων (ψυχιάτρων) που προτείνει οι κατηγορούμενος ή με την επανάληψη της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Γι' αυτό τα σχετικά αιτήματα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι τα ανωτέρω πιστοποιητικά που συνέταξε δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' ΠΚ διότι α) στη δικογραφία βρίσκονται σε φωτοτυπίες, β) δεν έχουν αριθμό πρωτοκόλλου της υπηρεσίας που φέρεται ότι τα εξέδωσε, γ) δεν αναφέρεται σ' αυτά το ειδικότερα τμήμα της υπηρεσίας, η ταχυδρομική διεύθυνσή της και το τηλέφωνό της, ούτε η υπαλληλική ιδιότητα του υπογράφοντος, δ) δεν βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του υπογράφοντος από το διευθυντή του, ε) δεν αναφέρεται η αρχή, στην οποία απευθύνεται και στ) η περιγραφή της πάθησης έχει ελλείψεις, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν διότι τα επίμαχα έγγραφα συντάχθηκαν απ' αρχής "εν πρωτοτύπω" και τα ευρισκόμενα στη δικογραφία είναι φωτοαντίγραφα αυτών, παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη του δικαστηρίου. Με αυτά τα στοιχεία τα επίμαχα πιστοποιητικά συνιστούν έγγραφα τελείως καταρτισμένα και φέρουν όλους τους εξωτερικούς τύπους ενός εγγράφου. Τα υπόλοιπα στοιχεία και υπό την εκδοχή ότι λείπουν δεν αναιρούν τη φύση αυτών ως εγγράφων κατά την έννοια των άρθρων 13 γ' και 216 παρ. 1 ΠΚ, αφού συνιστούν γραπτά με σαφές νοηματικό περιεχόμενο και αναφέρουν τον φερόμενο ως συντάκτη και εκδότη τους ιατρό, του οποίου η υπoγραφή υπάρχει κατ' απομίμηση. Τα αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (πρωτόκολλο, τηλέφωνα κ.λπ.) δεν είναι αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία. Επίσης, οι ισχυρισμοί του ότι δεν αιτιολογείται η ύπαρξη και άλλων συνεργών, αναγκαίων κατ' αυτόν για τη διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος, πρέπει να απορριφθούν διότι στηρίζονται στην αναληθή προϋπόθεση ότι τις πράξεις του τέλεσε από κοινού με άλλους, ενώ ουδέποτε του αποδόθηκε τέτοια κατηγορία. Τέλος, τα επίμαχα πιστοποιητικά ήταν πρόσφορα να αποδείξουν το έχον έννομη σημασία γεγονός ότι ο κάθε "εξετασθείς" πάσχει από ψυχική νόσο, χωρίς να απαιτείται επί πλέον να επήλθε όντως και παραπλάνηση της Αρχής, για την οποία προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν. Τέλος η κατάρτισή τους από τον κατηγορούμενο δεν έγινε αποκλειστικά ( βλ. ΑΠ 494/1975) ) με σκοπό "να διευκολυνθεί η άμεση συντήρηση, η κίνηση ή η κοινωνική πρόοδος" των ανωτέρω τσιγγάνων χωρίς επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου (βλ. ΑΠ 800/1983), αλλά με σκοπό κυρίως αυτός μεν να εισπράξει την αμοιβή του για κάθε ένα, οι δε δήθεν εξετασθέντες απ' αυτόν τσιγγάνοι να παραπλανήσουν το Ελληνικό Δημόσιο και να εισπράξουν το προβλεπόμενο για τους ψυχοπαθείς επίδομα της Πρόνοιας. Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της πράξης του είναι το αδίκημα του άρθρου 217 ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πρέπει λοιπόν ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, όπως στο διατακτικό, αλλά να του αναγνωρισθεί, όπως και πρωτοδίκως του αναγνωρίσθηκε, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α Π.Κ....". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο τον κήρυξε ένοχο, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του Π.Κ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της πράξεως της κατάρτισης των πλαστών ιατρικών βεβαιώσεων, οι σκέψεις από τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι πλαστά και συντάκτης αυτών ο αναιρεσείων, αναφέρεται στην απόφαση ο σκοπός παραπλάνησης από την χρήση των πλαστών ιατρικών βεβαιώσεων και επαρκώς εξηγείται γιατί οι πλαστές ιατρικές βεβαιώσεις πληρούν την έννοια του εγγράφου κατά το άρθρο 13 γ'του Π.Κ. Περαιτέρω αξιολογείται και το πόρισμα της αναφερόμενης έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και επαρκώς εξηγείται γιατί το δικαστήριο δεν δέχεται το συμπέρασμα αυτής, ότι, δηλαδή, συντάκτης των πλαστών εγγράφων δεν είναι ο κατηγορούμενος. Τέλος, με επαρκή αιτιολογία απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια νέας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν οι από αυτόν προταθέντες μάρτυρες, αφού δέχεται το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που εκτίμησε έχει μορφώσει δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 24/12-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 559/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία πλημμεληματική κατ’ εξακολούθηση. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2476/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ περί αναιρέσεως της 669/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 228/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες αναγόμενες στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι'αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. ΙΙ.-'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 669/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά: Με την υπ' αριθ. πρωτ. 13670/882/24-5-2001 απόφαση του Δημάρχου Πειραιώς, ορίστηκε αρμόδια για να παραλαμβάνει και να προωθεί στη συνέχεια στην Περιφέρεια τις αιτήσεις για τις άδειες παραμονής και ανανέωσης στους αλλοδαπούς για το Δήμο του Πειραιώς, η Διεύθυνση Ειδικής Υπηρεσίας (Δημοτική Αστυνομία) διευθύντρια της οποίας ήταν κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από τις αρχές του Ιουνίου 2001 μέχρι και το τέλος Φεβρουαρίου 2002 η κατηγορουμένη Χ. Κατά το χρονικό διάστημα από 2-6-2001 έως 2-8-2001 οι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Ειδικής Υπηρεσίας που ορίστηκαν αρμόδιοι για το παραπάνω έργο (κατηγορουμένη Χ, ....., ....., ..... και .....), με το από 29-5-2001 υπηρεσιακό σημείωμα του Γενικού Γραμματέα του Δήμου Πειραιώς, στεγάστηκαν στο κτίριο επί της οδού Ερμουπόλεως στα Καμίνια όπου και τηρούσαν Ειδικό Βιβλίο Πρωτοκόλλου αποκλειστικά και μόνον για τους αλλοδαπούς. Στη συνέχεια οι ως άνω υπάλληλοι επέστρεψαν στο κτίριο της οδού Ευριπίδου αρ. 66 στο οποίο και στεγάζεται η Διεύθυνση Ειδικής Υπηρεσίας και εκεί πλέον χρησιμοποιούσαν το Γενικό Πρωτόκολλο της Ειδικής Υπηρεσίας στο οποίο κατεχωρείτο οποιαδήποτε πράξη αφορούσε τις επιμέρους υπηρεσίες που υπάγονταν στη Διεύθυνση Ειδικής Υπηρεσίας συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων των αλλοδαπών. Την 13-5-2002 προσήλθε στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής, η Ουκρανή υπήκοος Α και κατέθεσε ότι προσέφυγε στον ..... Σουδανό υπήκοο γνωστό με το προσωνύμιο "....." επί της οδού ..... στον Πειραιά, προκειμένου να τακτοποιήσει με την κατοχή εγγράφων τα παιδιά της Α-1 και Α-2, ότι του ζήτησε για την εργασία αυτή τριακόσιες πενήντα χιλιάδες (350.000) δραχμές κατά άτομο και της υποσχέθηκε ότι όλα θα γίνουν νόμιμα και ότι προς τούτο την πήγα και τη σύστησε στη Διευθύντρια του Τμήματος Αλλοδαπών της Διεύθυνσης της Δημοτικής Αστυνομίας Πειραιώς και ότι η τελευταία την διαβεβαίωσε ότι δεν θα έχει κανένα πρόβλημα με τον ".....". Μετά από ένα μήνα ο ..... της παρέδωσε τρεις (3) βεβαιώσεις οι οποίες ανέγραφαν τα στοιχεία των παιδιών της που προαναφέρθηκαν και βεβαίωναν ότι αυτά είχαν καταθέσει αίτηση συνοδευόμενη από τα νόμιμα δικαιολογητικά για την έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής τις οποίες υπέγραφε η κατηγορουμένη. Η Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής ζήτησε από το Δήμο Πειραιώς να της παραδοθούν όλα τα δικαιολογητικά των φακέλλων των αλλοδαπών υπηκόων Α, Α-1 και Α-2. Το γραφείο της Γενικής Διευθύντριας του Δήμου Πειραιώς μετά από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει κάποιο παραστατικό έγγραφο η αίτηση για προσωρινή άδεια παραμονής για τους ως άνω αλλοδαπούς. Τέτοιες βεβαιώσεις τις οποίες υπέγραφε η κατηγορουμένη Χ με την ιδιότητά της ως Διευθύντρια της Ειδικής Υπηρεσίας του Δήμου Πειραιώς και στις οποίες βεβαιωνόταν ότι είχαν κατατεθεί σε σχετικές αιτήσεις συνοδευόμενες από τα αντίστοιχα νόμιμα δικαιολογητικά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν υποβληθεί στην Ειδική Υπηρεσία του Δήμου Πειραιώς οι αντίστοιχες αιτήσεις και τα απαιτούμενα νόμιμα δικαιολογητικά, είχαν χορηγηθεί και στους αλλοδαπούς υπηκόους ....., υπήκοο Αλβανίας και στον ....., υπήκοο Μολδαβίας. Τις μεσημβρινές ώρες της 18-4-2002, η Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής έκανε νομότυπη έρευνα στο γραφείο τακτοποίησης αλλοδαπών που διατηρούσε τότε ο ..... επί της οδού ..... στον Πειραιά όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν διαβατήρια τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα δώδεκα (12) διαβατήρια αλλοδαπών, έγγραφα που αφορούσαν αιτήσεις, δύο (2) βεβαιώσεις απασχόλησης εργοδότη, δύο (2) πιστοποιητικά υγείας, μία (1) βεβαίωση ΑΦΜ, μία ασφαλιστική ταυτότητα μία (1) αίτηση προς την Νομαρχία Αθηνών, ένδεκα (11) αιτήσεις προς τη Νομαρχία Πειραιώς, οκτώ (8) βιβλιάρια υγείας, πέντε (5) βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών, λευκές βεβαιώσεις με φωτογραφίες ασυμπλήρωτες, πέντε (5) αιτήσεις προς τη Διεύθυνση Εργασίας Πειραιώς, επτά (7) υπεύθυνες δηλώσεις κατοικίας, μία (1) προσωρινή άδεια και ένα (1) αντίγραφο γραμματίου είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας με στοιχεία Χ, καθώς και φωτοτυπίες που αφορούσαν πέντε (5) διαβατήρια, δεκαπέντε (15) πιστοποιητικά, πέντε (5) πράσινες κάρτες και τρεις (3) βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών. Κατά την ως άνω έρευνα, εντός του γραφείου του ....., ευρέθηκε και η κατηγορουμένη Χ, διευθύντρια τότε της Ειδικής Υπηρεσίας του Δήμου Πειραιώς. Η τελευταία στον Πειραιά, στις 17-12-2001, 4-1-2002, 9-1-2002, 18-1-2002 και 26-2-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος όντας υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α ΠΚ που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων με πρόθεση ψεδώς βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνος, ενεργώντας με πρόθεση, τυγχάνοντας διευθύντρια της Ειδικής Υπηρεσίας του Δήμου Πειραιώς που στα καθήκοντά της αναγόταν η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων και συγκεκριμένα η έκδοση και η σύνταξη βεβαιώσεων ότι αλλοδαπή υπήκοοι είχαν καταθέσει στο Δήμο Πειραιώς αίτηση και τα νόμιμα δικαιολογητικά για την έκδοση προσωρινής εξάμηνης άδειας παραμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2910/2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος από πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοια δημόσια έγγραφα ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα εξέδωσε την από 17-12-2001 βεβαίωση που αφορούσε την ....., υπήκοο Αλβανίας, την από 4-1-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον ....., υπήκοο Γεωργίας, την από 9-1-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον ....., υπήκοο Αλβανίας, την από 18-1-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον ....., υπήκοο Μολδαβίας, την από 26-2-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον Α-1, υπήκοο Ουκρανίας, την από 26-2-2002 βεβαίωση που αφορούσε την Α, υπήκοο Ουκρανίας και την από 26-2-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον Α-2, υπήκοο Ουκρανίας, βεβαιώνοντας από πρόθεση στις βεβαιώσεις αυτές ψευδής ότι οι προαναφερόμενοι αλλοδαποί έχουν καταθέσει αίτηση και τα νόμιμα δικαιολογητικά για την έκδοση προσωρινής εξάμηνης άδειας παραμονής τους στη χώρα μας]. Η κατηγορουμένη μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αμφισβητώντας για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου τη γνησιότητα των υπογραφών της επί των ως άνω βεβαιώσεων, ζήτησε την αναβολή της δίκης προκειμένου να διεξαχθεί για το ζήτημα αυτό γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι το δικαστήριο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μορφώνει πλήρη δικανική πεποίθηση ότι οι άνω επίδικες βεβαιώσεις φέρουν την γνησία υπογραφή της κατηγορουμένης Χ. Η μάρτυς Β, Γενική Διευθύντρια κατά το επίδικο χρονικό διάστημα του Δήμου Πειραιώς, εξεταζομένη ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ρητά κατέθεσε ότι γνωρίζει την υπογραφή της κατηγορουμένης και ότι και στις επτά (7) επίδικες βεβαιώσεις η υπογραφή έχει χαραχθεί από την ίδια. Η δε κατηγορουμένη τέτοιον ισχυρισμό ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε ούτε κατά την απολογία της υποστήριξε. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έγινε διάρρηξη στο γραφείο της και εκλάπη όγκος φακέλλων από το γραφείο της λόγος για τον οποίον δεν έχουν ευρεθεί τα δικαιολογητικά, που συνόδευαν τις αιτήσεις των προαναφερομένων αλλοδαπών για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι επίδικες βεβαιώσεις. Το δικαστήριο δεν κρίνει πειστικό τον ισχυρισμό αυτό της κατηγορουμένης διότι α) η εξετασθείσα στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου Γενική Διευθύντρια τότε του Δήμου Πειραιώς Β, ρητά κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη δεν έκανε αναφορά ότι έγινε διάρρηξη στο γραφείο της β) η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι διαμαρτυρήθηκε προφορικά για το γεγονός αυτό στο Δήμαρχο Πειραιώς. Όμως, αν αλήθευε το γεγονός να έχει κλαπεί από το γραφείο της "όγκος φακέλλων όπως η ίδια υποστηρίζει, ώφειλε να έχει κάνει έγγραφη αναφορά στην Προϊσταμένη της αρχή με συγκεκριμένα στοιχεία για μια τέτοια κλοπή, αφού αυτή ως Διευθύντρια της Ειδικής Υπηρεσίας του Δήμου Πειραιώς, έφερε την ευθύνη για την τύχη των φακέλλων αυτών γ) με την υπ' αριθ. πρωτ. ..... πορισματική έκθεση ένορκης διοικητικής εξέτασης που διενήργησε η Γενική Διευθύντριας του Δήμου Πειραιώς Β, προτείνεται η παραπομπή της κατηγορουμένης στο αρμόδιο Πειθαρχικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο για τις δικές του ενέργειες με την κρίση ότι η συμπεριφορά της κατηγορουμένης εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 166 ν. 1188/1981 και δ) η μάρτυς Β ρητά κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ότι η κατηγορουμένη εξέδωσε ψευδώς τις επίδικες βεβαιώσεις χωρίς να λάβει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά από τους προαναφερομένους αλλοδαπούς. Πρέπει επομένως η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση. Πρέπει όμως να αναγνωρισθεί στην κατηγορουμένη η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ διότι αυτή έχωσα λευκό ποινικό μητρώο, έζησε ως το χρόνο τελέσεως της ως άνω πράξεως έντιμο ατομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο... ". Περαιτέρω, το δικαστήριο με ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε αίτημα της κατηγορουμένης να προσέλθει και να εξετασθεί ως μάρτυρας η αλλοδαπή Α, με την ακόλουθη αιτιολογία. "... Κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν θεωρείται αναγκαία η προσέλευση και η εξέταση της μη γνωστοποιηθείσης ως μάρτυρος Ουκρανής υπηκόου Α εν όψει του ότι το δικαστήριο δύναται να μορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση από την εξέταση των ως άνω μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και συνεπώς το ως άνω αίτημα της κατηγορουμένης είναι απορριπτέο ως αβάσιμο..." Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο την κήρυξε ένοχη, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή της αναιρεσείουσας, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του Π.Κ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι η κατηγορούμενη ήταν υπάλληλος στον Δήμο Πειραιώς και με την ιδιότητα της Διευθύντριας της ειδικής υπηρεσίας του Δήμου ήταν λειτουργικά αρμόδια να συντάσσει και να εκδίδει βεβαιώσεις για την κατάθεση από αλλοδαπούς υπηκόους των κατά το νόμο δικαιολογητικών για την εν συνεχεία και με βάση τις συντασσόμενες βεβαιώσεις, έκδοση από τις αρμόδιες υπηρεσίες άδειας προσωρινής παραμονής στην χώρα, ότι στις περιπτώσεις των αναφερομένων προσώπων εν γνώσει της ότι δεν είχαν κατατεθεί τα απαραίτητα δικαιολογητικά, συνέταξε αντίστοιχο αριθμό βεβαιώσεων στις οποίες ψευδώς βεβαίωνε περί του αντιθέτου. Περαιτέρω, διαλαμβάνονται στην απόφαση οι σκέψεις από τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι πλαστά κατά το περιεχόμενο και ότι συντάκτης των βεβαιώσεων είναι η αναιρεσείουσα. Τέλος, με επαρκή αιτιολογία απορρίπτεται το αίτημα της κατηγορουμένης για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί η από αυτή προταθείσα μάρτυρας, αφού δέχεται το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που εκτίμησε έχει μορφώσει δικανική πεποίθηση για την ενοχή της κατηγορουμένης. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 5/23-1-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.669/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής βεβαίωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2475/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ηλιάδη, περί αναιρέσεως της ΒΤ2481/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1096/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ . Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απηγγέλθη απόντος εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται διά της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΒΤ-2481/2008 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 1584/10-7-2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ΒΜ-5308/27-9-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως για παράβαση του άρθρου 25 του Ν. 1882/90 (μη έγκαιρη καταβολή χρεών προ το Δημόσιο), με την ακόλουθη αιτιολογία "Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στον εκκαλούντα στις 5-9-2005 (βλ.αποδεικτικό) και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 10-7-2007 (βλ. εφετήριο),δηλαδή μετά είκοσι δύο (22) μήνες περίπου από την επίδοση της εκκαλουμένης και πάντως, πολύ μετά την πάροδο της 30ήμερης νόμιμης προθεσμίας, χωρίς ο εκκαλών να αποδεικνύει ύπαρξη ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί τη μεγάλη αυτή καθυστέρηση. Ειδικότερα τα όσα διατείνεται ο συνήγορός του ότι είναι κάτοικος ΗΠΑ από τριακονταετίας περίπου και επομένως είναι αποκομμένος από τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα καταρρίπτεται αμέσως από το γεγονός της αναπτύξεως εκ μέρους του εκκαλούντος, έστω και με πρόσωπα που ενεργούσαν κατ' εντολή του, συναλλακτικών δραστηριοτήτων στον Πειραιά εντός του έτους 2002, οπότε και φέρεται ότι τελέσθηκε η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της καταβολής οφειλών στο Δημόσιο (βλ. εκκαλουμένη). Επί πλέον ο εκκαλών δεν ενημέρωσε τις αρμόδιες ελληνικές αρχές περί μεταβολής της κατοικίας του ούτε διόρισε αντίκλητο στην Ελλάδα, μολονότι είναι προφανές να γνώριζε την ύπαρξη δικαστικής εκκρεμότητας στο πρόσωπό του και τούτος είναι ο λόγος αναζητήσεως της εκκαλουμένης από το συνήγορό του, ως ο τελευταίος συνομολογεί. Τέλος το αίτημα για να κρατηθεί η υπόθεση για να προσέλθει μάρτυς του εκκαλούντος θα έπρεπε να υποβληθεί στην αρχή της διαδικασίας και όχι μετά τη (δυσμενή για τον εκκαλούντα) εισαγγελική πρόταση, πέραν του ότι ο πιο πάνω μάρτυρας και η κατάθεσή του αφορούν την ουσία της υποθέσεως. Με τα δεδομένα αυτά η έφεση κρίνεται εκπρόθεσμη και για το λόγο αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα κατ' αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ)". Από την 1584/25-5-2005 έκθεση εφέσεως που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, τα εξής: " Ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης την ύπαρξη της οποίας πληροφορήθηκε για πρώτη φορά το απόγευμα της 2ας Ιουλίου 2007 μετά από τηλεφωνική επικοινωνία του με τον υπογράφοντα πληρεξούσιο δικηγόρο του ". Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ο ήδη αναιρεσείων, διά του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε στο Δικαστήριο, δήλωσε ότι "Εγώ ο ίδιος ,κάνοντας έρευνα για την ποινική κατάσταση του εντολέα μου διαπίστωσα την ύπαρξη της καταδικαστικής αυτής απόφασης .Αμέσως επικοινώνησα τηλεφωνικά μαζί του γιατί ο ίδιος είναι μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ, τον ενημέρωσα και αυτός μου έστειλε το πληρεξούσιο για την άσκηση εφέσεως. Πολύ παλιά έμενε στην ..... αλλά από 30ετίας είναι μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ. Στη διεύθυνση της ..... που κλητεύθηκε υπήρχε ένα μαγαζί που έκλεισε το 1997. Ουδέποτε είχε λάβει γνώση της κλήσης ή του κοινοποιήθηκε απόφαση, εγώ διεπίστωσα την σε βάρος του καταδικαστική απόφαση". Με όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων στην πιο πάνω 1584/2005 έφεσή του δεν προβάλλει ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, ούτε και λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως (η επίκληση μόνο ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας). Εξάλλου, στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης ΒΜ 5308/2004 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά στις 5/9/2005, η οποία προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής του αστυφύλακα ..... το οποίο αναφέρεται στα πρακτικά πως αναγνώσθηκε, και αυτό αποτελεί και παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 10-7-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς να αναφέρει το έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Εφόσον δε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν επικαλείτο με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, ούτε επικαλείτο λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογία για την εγκυρότητά της επιδόσεως ή για την ύπαρξη ή όχι λόγου ανώτερης βίας. Και ήταν εντελώς περιττές οι αναφορές της αιτιολογίας, σε σχέση τόσο με την ύπαρξη πράγματι άγνωστης, κατά το χρόνο της επίδοσης, διαμονής του κατηγορούμενου, όσο και την αβασιμότητα της αιτιάσεως αυτού που προβλήθηκε στο ακροατήριο, για την εξέταση μάρτυρα ως προς την ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Εξάλλου, οι συναφείς αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το αίτημά του να κρατηθεί η υπόθεση για 5 έως 10 λεπτά προκειμένου να προσέλθει μάρτυρας που θα δικαιολογούσε το εκπρόθεσμο της έφεσης και ούτε απάντησε σε αυτό το αίτημα, είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες, διότι η αιτιολογία σε σχέση με ζήτημα που θα εξεταζόταν ο μάρτυρας ήταν, όπως αναφέρθηκε περιττή . Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ούτε και έλλειψη ακροάσεως με το να μη λάβει υπόψη το αίτημα του αναιρεσείοντος να κρατηθεί η υπόθεση για 5-10 λεπτά προκειμένου να προσέλθει μάρτυρας που θα κατέθετε για το άκυρο της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και να μη απαντήσει στο αίτημα αυτό και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α,Β και Δ ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 13/5-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της Β.Τ.2481/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως εφετείο. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2474/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Στέφανο Παύλου και Αστέριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 540/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον C, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 19 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1045/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από την έλλειψη τη προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ. η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διάκρισης αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια, ή δέχεται και τα δύο είδη ,δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή.. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 540/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούμενος είναι ιατρός μαιευτήρας και διατηρεί ιδιωτική μαιευτική κλινική στην πόλη της Καρδίτσας με τη μορφή ομόρρυθμης εταιρίας της οποίας τυγχάνει εταίρος και ο A, επίσης μαιευτήρας. Παρακολουθούσε την εγκυμοσύνη της B, 32 ετών, κατοίκου εν ζωή ....., συζύγου του πολιτικώς ενάγοντα Ψ. Η παραπάνω διήνυε τον ένατο μήνα της κύησης και βρισκόταν ήδη σε "παράταση" 4-5 ημερών δηλ. είχε παρέλθει η πιθανή ημερομηνία τοκετού. Την 27-7-2001 και περί ώρα 19.00 το απόγευμα η παραπάνω συνοδευόμενη από το σύζυγό της επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στην κλινική του. Ο τελευταίος της χορήγησε κολπικό δισκίο προσταγλαδίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων τοκετού λόγω της ως άνω παράτασης και της επέτρεψε να αναχωρήσει από την κλινική και να επιστρέψει στην οικία της, να επανέλθει δε με την έναρξη των ωδίνων. Περί ώρα 24.00 (μεσάνυχτα) άρχισαν οι ωδίνες του τοκετού. Η επίτοκος συνοδευόμενη από το σύζυγο της και την κουνιάδα της Γ, αναχώρησε από την οικία της στην ..... και περί ώρα 2.30 της 2001 έφθασε στην κλινική του κατηγορούμενου όπου και έγινε εισαγωγή από την νοσηλεύτρια Δ. Η τελευταία της μέτρησε την πίεση και τους σφυγμούς, οι οποίοι βρέθηκαν φυσιολογικοί. Ταυτόχρονα ο αναισθησιολόγος Ε της έκανε ένεση Βuscopan ως σπασμολυτικό του τραχήλου και της τοποθέτησε ορό για να έχει στη διάθεση του έτοιμη φλέβα. Η πρώτη εξέταση της επιτόκου από τον κατηγορούμενο έλαβε χώρα περί ώρα 2.50. Η επίτοκος του παραπονέθηκε ότι αισθανόταν έντονους πόνους, οι οποίοι ήσαν διαφορετικοί από τους πόνους που είχε αισθανθεί στους δύο προηγούμενους τοκετούς της (βλ. καταθέσεις συζύγου, κουνιάδας νοσηλεύτριας και της ιατροδικαστού .....). Την καθησύχασε λέγοντας της, ότι πρόκειται για ωδίνες τοκετού. Άφησε δε την νοσηλεύτρια να παρακολουθεί την επίτοκο, η οποία παραπονιόταν συνεχώς στη νοσηλεύτρια, η οποία την καθησύχαζε. Ο κατηγορούμενος περαιτέρω επισκέφθηκε την επίτοκο για δεύτερη φορά περί ώρα 3.15 η οποία του επανέλαβε ότι αισθανόταν τους έντονους, ασυνήθεις και συνεχείς πόνους διαφορετικούς από τις προηγούμενες γέννες. Ο κατηγορούμενος και πάλι την καθησύχασε λέγοντας της ότι επίκειται ο τοκετός και προέβη σε κολπική εξέταση (όχι άλλη εξέταση) και τεχνητή ρήξη του θυλακίου ( "της έσπασε τα νερά") προκειμένου να επιταχύνει τον τοκετό. Περί ώρα 3.25 η επίτοκος παρουσίασε δύσπνοια, κυάνωση και σπασμούς. Ειδοποιήθηκε ο κατηγορούμενος και ο αναισθησιολόγος Ε, οι οποίοι προσέτρεξαν και προσπάθησαν βοηθούμενοι και από τον μαιευτήρα Α να τοποθετήσουν αεραγωγό στην ασθενή για τη χορήγηση οξυγόνου σ' αυτή (βλ. καταθέσεις συζύγου, κουνιάδας, ότι τη στιγμή εκείνη αναζητούσαν οξυγόνο που έφεραν, από άλλη αίθουσα). Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο χειρουργείο, όπου ο αναισθησιολόγος προέβη σε διασωλήνωση της ασθενούς και παροχή οξυγόνου. Ακολούθως η επίτοκος διακομίστηκε διασωληνωμένη και σχεδόν νεκρή, στο Νομαρχιακό Νοσοκομείο Καρδίτσας όπου περί ώρα 4.30, απεβίωσε και διαπιστώθηκε θάνατος της. Από τη νεκροψία που διενεργήθηκε στη συνέχεια, προέκυψε ότι ο θάνατος της, οφειλόταν σε ολιγαιμικό shock λόγω πρόωρης κεντρικής αποκόλλησης του πλακούντας. Ο θάνατος της είναι συνάρτηση και του αίματος που χάθηκε κατά την αποκόλληση αλλά και της απότομης απώλειας αυτού (βλ. σχετική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής σε συνδυασμό με την κατάθεση της ιατροδικαστού τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο παρών δικαστήριο). Το ότι η αποκόλληση του πλακούντος ήταν κεντρική αποδεικνύεται α) από την μη ύπαρξη εμφανούς αιμορραγίας, από τα γεννητικά όργανα της επιτόκου, β) από τη ραγδαία επιδείνωση της κατάστασής της και γ) από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της ιατροδικαστού που διενήργησε την νεκροψία σε συνδυασμό με την κατάθεση της (αλλά και τις προηγούμενες καταθέσεις της). Το αναγραφόμενο στην έκθεση ιστολογικής εξέτασης ότι πρόκειται για περιφερική αποκόλληση πλακούντoς ελέγχεται ως ανακριβές, διότι δεν συμφωνεί με τα συμπτώματα που δίνει κλινικά η περιφερική αποκόλληση, δηλ. εμφανής αιμορραγία. Πράγματι αν επρόκειτο για περιφερική αποκόλληση θα έπρεπε να εκδηλωθεί αιμορραγία που δεν εκδηλώθηκε εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων. Η πρόωρη αποκόλληση στην περιφέρεια του πλακούντoς είναι συχνή και καλύπτει μία κλίμακα μικρών ή μεγαλύτερων αιμορραγιών, ενώ στην κεντρική αποκόλληση του πλακούντος η ποσότητα αίματος από τα γεννητικά όργανα της γυναίκας είναι μικρή σε σχέση με τα συμπτώματα της δηλ. τη μεγάλη εσωτερική αιμορραγία, η οποία δεν φαίνεται. Το αποτέλεσμα του θανάτου της επιτόκου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν το οποίο ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε οφείλεται σε αμέλεια του (μη ενσυνείδητη) καθόσον διαπιστώθηκε ότι α) δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια που κατά την αντικειμενική κρίση όφειλε να καταβάλλει ως κάθε μετρίως συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος με βάση τους νομικού κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν και την κοινή πείρα και λογική β) τις προσωπικές περιστάσεις και ικανότητες του (ως εκ του επαγγέλματος του) ,όφειλε και μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε χωρίς να το έχει προβλέψει και γ) ότι η αμελής του συμπεριφορά συνίσταται σε πλείστες παραλείψεις που συνδέονται αντικειμενικά αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της επιτόκου. Ειδικότερα: α) ενώ της χορήγησε κολπικό δισκίο προσταγλαδίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων της επέτρεψε να αναχωρήσει για την οικία της από την κλινική (27-7-2001 και ώρα 19.00), ενέργεια παρακινδυνευμένη (εν όψει και της μεγάλης απόστασης από την οικία της στην ..... μέχρι την κλινική στην Καρδίτσα) και των παρενεργειών ενίοτε του ως άνω υπόθετου δεδομένου ότι η γυναίκα ήταν τριτότοκος, δηλ. θα μπορούσε να γεννήσει αιφνιδίως ακόμη και στην οικία της αβοήθητη και χωρίς ιατρική υποστήριξη. Επιπρόσθετος λόγος που έπρεπε να παραμείνει στην κλινική είναι και το γεγονός ότι η πρόκληση τεχνιτών ωδίνων σε τριτότοκο ενέχει κινδύνους (ρήξη μήτρας, αποκόλληση πλακούντα κ.λ.π) και ενδείκνυται η παραμονή στην κλινική για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενου, β) αν και η επίτοκος από την πρώτη εξέταση (2.50) του είχε παραπονεθεί ότι αισθανόταν έντονους συνέχεις πόνους όχι περιοδικούς, που δεν έμοιαζαν με αυτούς των δύο προηγούμενων τοκετών της ενόψει του ότι η πρόωρη κεντρική αποκόλληση του πλακούντας εμφανίζει έντονο άλγος στην κοιλιακή χώρα καθώς και αύξηση του μεγέθους της μήτρας, η οποία είναι σκληρή και ευαίσθητη στην πίεση και αλλοιώσεις των παλμών του εμβρύου, το γεγονός αυτό δεν το αξιολόγησε ούτως ώστε να καταβάλει την οφειλόμενη προσοχή που θα κατέβαλε κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος μαιευτήρας ιατρός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις και έπρεπε να υποπτευθεί ότι κάτι άλλο συμβαίνει ενόψει του γεγονότος ότι η παραπάνω θα γινόταν μητέρα και για τρίτη φορά και γνώριζε τις ωδίνες τοκετού. Έτσι επαναπαύτηκε ότι πρόκειται για συνήθεις πόνους τοκετού και δεν ενήργησε σύμφωνα με τις γενικώς παραδεδεγμένες στις περιπτώσεις αυτές μεθόδους, (παρέλειψε δηλ. να προβεί) σε ψηλάφηση της κοιλίας της επιτόκου για να διαπιστώσει εάν υπήρχε ομαλή συσταλτικότητα της μήτρας και στη συνέχεια να προβεί σε άμεση διενέργεια υπερηχογραφήματος για να διαπιστώσει εάν υπάρχει ή όχι οπισθοπλακουντικό αιμάτωμα, με συνέπεια να χαθεί κρίσιμος χρόνος. Ο κατηγορούμενος, αν και έμπειρος μαιευτήρας, επέδειξε ολιγωρία στη διάγνωση, ενώ έπρεπε ψηλαφητά να αντιληφθεί ότι η μήτρα ήταν επώδυνη και μεγαλύτερη του κανονικού και έντονα συσπασμένη. Επιπλέον δεν υπήρχε ο απαιτούμενος επαρκής εξοπλισμός στην αίθουσα τοκετού, δηλ. δεν γινόταν χρήση καρδιοτοκογράφου, δηλ. συσκευής από την οποία ο γιατρός παρακολουθεί την υπερτονικότητα (μόνιμη έντονη σύσπαση) της μήτρας και την αλλοίωση των εμβυϊκών παλμών με συνέπεια να μην προβεί και σε καρδιοτοκογραφία για να διαπιστώσει τα ως άνω (κατάσταση εμβρύου και τονικότητα της μήτρας). Έτσι ο κατηγορούμενος δεν διέγνωσε και δεν αξιολόγησε έγκαιρα ότι η επίτοκος είχε υποστεί πρόωρη κεντρική αποκόλληση του πλακούντα, ώστε να προβεί στην μόνη ενδεδειγμένη λύση για την αντιμετώπιση της, ήτοι στην άμεση μετάγγιση αίματος και έγκαιρη περαιτέρω διενέργεια καισαρικής τομής για τη σωτηρία ης επιτόκου και του εμβρύου. Ο κατηγορούμενος και κατά την πρώτη και κατά τη δεύτερη εξέταση της επιτόκου αρκέσθηκε σε απλή γυναικολογική εξέτασή της, ενώ όφειλε και μπορούσε ενόψει του ως άνω εντόνου και συνεχούς και ασυνήθους πόνου της στις συνεχείς εκκλήσεις της, να υποπτευθεί και να διαγνώσει την πιθανή αιτία, πρόωρης αποκόλλησης του πλακούντα, η οποία εάν δεν αντιμετωπισθεί εγκαίρως, υπάρχει κίνδυνος σοβαρών επιπλοκών (ολιγαιμικού shock, διάχυτης ενδαγγειακής πήξης κ.λ.π), έτσι, όπως προειπώθηκε, διέρρευσε αρκετός και κρίσιμος χρόνος, μισής και πλέον ώρας, από την πρώτη εξέταση, χωρίς να προβεί στις ενδεδειγμένες επιστημονικές προαναφερόμενες ενέργειες (μετάγγισης αίματος και καισαρικής τομής) με δυσμενές επακόλουθο συνεπεία των παραλείψεων του να αποβιώσει η επίτοκος από ολιγαιμικό shock, που οφείλετο στην πρόωρη κεντρική αποκόλληση του πλακούντος και όχι ότι αυτή απεβίωσε από εμβολή δια αμνιακού υγρού, όπως αναγράφεται στην από 26-11-2007 έκθεση ιατροδικαστικής γνωμοδότησης του ιατροδικαστή ..... την οποία συνέταξε κατ' εντολή του κατηγορουμένου Χ μετά από παρέλευση ετών από το χρόνο θανάτου της επιτόκου (28-7-2001) και αφού μελέτησε, όπως σε αυτή αναφέρει, τα σχετικά έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας που του τέθηκαν υπόψη του και δεν ταυτίζεται με την έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής και την έκθεση ιστολογικής εξέτασης που συντάχθηκαν (22-12-2001 και 31-10-2001 αντίστοιχα). Ειδικότερα καθόσον στην ιστολογική εξέταση δεν ανευρέθη στους πνεύμονες αμνιακό υγρό ή λέπια κεράτινης που η περίπτωση αυτή πιστοποιεί την αιτία θανάτου από αμνιακή εμβολή παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο. Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επερχόταν εάν ο κατηγορούμενος δεν παρέλειπε τις παραπάνω οφειλόμενες ενέργειες. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου: α) ότι βρέθηκε προ τετελεσμένου και αιφνίδιου γεγονότος και ότι δεν μπορούσε να διενεργήσει καισαρική τομή, γιατί δεν το επέτρεπαν οι ζωτικές λειτουργίες της επιτόκου, δεν ευσταθεί, καθόσον ολιγώρησε στη διάγνωση με την κακή εκτίμηση της κατάσταση της η οποία απαιτούσε έγκαιρη και γρήγορη αντιμετώπιση. Δεν υποπτεύθηκε δηλαδή, ότι κάτι το ύποπτο συμβαίνει, απώλεσε πολύτιμο χρόνο με αποτέλεσμα να του ξεφύγει η κατάσταση και φυσικά μετά να ήταν αργά για να αντιδράσει β) ότι ο θάνατος της επίτοκης (Β) προκλήθηκε από εμβολή αμνιακού υγρού, γεγονός για το οποίο δεν θα μπορούσε να έχει καμία ευθύνη. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός διαψεύδεται και τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον από την ιστολογική εξέταση προκύπτει ότι δεν βρέθηκε αμνιακό υγρό, ή λέπια κεράτινης στους πνεύμονες της θανούσας, που να δικαιολογεί πνευμονική εμβολή, όπως έχει προεκτεθεί. Η ανεύρεση αιμορραγικού αμνιακού υγρού, μπορεί κατά την ίδια έκθεση ιστολογική και κατά τους εξετασθέντες ιατρούς μάρτυρες (βλ. καταθέσεις αυτών) να εξηγηθεί από αποκόλληση πλακούντας. Δεν υπήρξε όμως η αιτία του θανάτου της επιτόκου. Συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για της πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άνευ συνειδήσεως), δια παραλείψεως, παρά υπόχρεου τελεσθείσα, όπως η πράξη αυτή του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και εξειδικεύεται στο διατακτικό της παρούσας είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση η οποία απορρέει από το σύμπλεγμα των νομικών του καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του (ως υπαιτίου) δηλαδή με την ιδιότητα του ως θεράποντος μαιευτήρας ιατρού της θανούσας, επιτόκου Α και εγγυητού της σωματικής της ακεραιότητας και υγείας καθ' όλη τη διάρκεια του σταδίου της εγκυμοσύνης της έως πέρατος του τοκετού". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1β, 28 , 302 παρ.1, Π.Κ., ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. ΙΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης) και παρέθεσε αναλυτικώς τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά, ενώ ορθώς εφήρμοσε και την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ), χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία της διατάξεως αυτής, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεδομένου ότι η αμέλειά του, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης συνίσταται στο ότι αυτός έχοντας την ιδιότητα του ιατρού μαιευτήρα-γυναικολόγου, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται γυναικολογική, μαιευτική κλινική, μολονότι εγνώριζε ότι η 32χρονη έντοκος Β, σύζυγος Ψ, της οποίας είχε αναλάβει την παρακολούθηση και ήλεγχε την εξέλιξη του κυοφορούμενου τέκνου της, είχε εισαχθεί περί την ώρα 02.30' πρωινή της 28ης /7/2001 στο μαιευτήριο του, μετά την υπό αυτού τούτου προώθηση (τεχνικώς) των ωδίνων του τοκετού, αυτός Α) παρέλειψε το ουσιώδες και επιβαλλόμενο εκ του ιατρικού του επαγγέλματος καθήκον αμέσου, συνεχούς, πυκνής εξετάσεως και παρακολουθήσεως της άνω επιτόκου, καθόσον μετά την εισαγωγή της στην κλινική του, δεν παρέμεινε, ως όφειλε συνεχώς κοντά της ελέγχοντας την πορεία του τοκετού της, παρά τα έκδηλα ανησυχητικά συμπτώματα (δύσπνοια, αναπνευστική κυάνωση, σπαστική κατάσταση μαιευτηρίου), το οποίο μάλιστα διαπίστωσε προσωπικά ότι παρουσίασε η επίτοκος και Β) Κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, δεν φρόντισε αμέσως και έγκαιρα για την διερεύνηση της αιτίας των προδρόμων συμπτωμάτων, ενδεικτικών της περιπτώσεως κεντρικής αποκολλήσεως του πλακούντος και την δραστική καταπολέμηση τους, δια της μεταγγίσεως αίματος και αμέσου εκ μέρους του αποπερατώσεως του τοκετού δια καισαρικής τομής ή εκ της κολπικής οδού δι' επεμβάσεως, παρότι επιβαλλόταν η άμεση κλινική και ακόλουθα παρακλινική εξέταση της κυοφορούσας για να διαπιστωθεί η ακριβής αιτία, αλλά, αντιθέτως, εφησύχασε και αρκέσθηκε σε απλή κλινική εξέταση, παρά τις συνεχείς οχλήσεις των συνοδευόντων την επίτοκο συγγενών της. Η αμελής αυτή συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν του επέτρεψε ν' αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αρχικά (δύσπνοια, μούδιασμα δεξιού χειρός, σπασμοί των μαιευτήρων μυών), συμπτώματα τα οποία επιδεινώθηκαν και η επίτοκος χειροτέρευσε εμφανίζοντας έντονη δύσπνοια, κυάνωση, έναρξη μυδριάσεως, ελάττωση των καρδιακών τόνων, πτώση της περιφερειακής πιέσεως, σφυγμό μικρό και ταχύ και έλλειψη επαφής με το περιβάλλον, συμπτώματα δηλαδή ενδεικτικά εσωτερικής αιμορραγίας και δη του συνδρόμου βαρείας κυκλοφοριακής διαταραχής (μαιευτική καταπληγία ή shock), στο οποίο περιήλθε η επίτοκος από την κεντρική αποκόλληση πλακούντoς, την οποία επιπόλαια δεν είχε καθόλου διαγνώσει ο κατηγορούμενος και δεν είχε εφαρμόσει την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, με αποτέλεσμα αυτή να αποβιώσει. IV. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος προς παρεμπόδισή της επελεύσεως του θανάτου της παθούσας απορρέει, κατά τις σαφείς παραδοχές της αποφάσεως στο γεγονός ότι αυτός, με την ιδιότητα του ως θεράποντος μαιευτήρας ιατρού της θανούσας, επιτόκου Β ανέλαβε την ιατρική παρακολούθηση της εγκυμοσύνης έως πέρατος του τοκετού, και εντεύθεν, όπως είναι αυτονόητο, την αποτροπή του θανάτου αυτής από ιατρικό σφάλμα. Ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται από την γενόμενη αναφορά στην απόφαση ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου απορρέει "από το σύμπλεγμα των νομικών του καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του (ως υπατίου)", αφού ρητώς διευκρινίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ως "ορισμένη έννομη σχέση", νοείται η ιδιότητα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος "ως θεράποντος μαιευτήρας ιατρού της θανούσας", δηλαδή η υφιστάμενη συμβατική σχέση. Επομένως, ο πρώτος, με στοιχείο Α από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, ότι η απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας "αναφορικά με την αντικειμενική συνδρομή της παραβάσεως "ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως", κατά τους όρους του άρθρου 15 ΠΚ.", καθώς και ο συναφής δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 15 του ΠΚ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνεύοντας την έννοια της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως κατά το άρθρο 15 ΠΚ, θεωρεί ότι η "έννομη σχέση" απορρέει από την "υπαιτιότητα" του αναιρεσείοντος, και επιπλέον επισωρεύει ανεπιτρέπτως, δύο νομικές βάσεις της "ιδιαίτερης νομικής σχέσεως", δηλαδή τόσο την συμβατική σχέση του θεράποντος ιατρού, όσο και την "εγγυητική θέση" (που αποκλείει την συμβατική σχέση), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. V. Με τον πρώτο, υπό το στοιχείο Β λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, καθώς και με τον πρώτο με στοιχείο Γ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο "ουδόλως διατυπώνει μείζονα πρόταση στον δικανικό συλλογισμό του, και ουδόλως εντεύθεν διακρίνει, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι πραγματώθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ συνειδητής και ασυνείδητης αμέλειας, κατά τρόπο που καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη και εν πάση περιπτώσει προκαλώντας έλλειψη νομίμου βάσεως". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς τη συνδρομή του είδους της αμέλειας του υπατίου (μη συνειδητής ή ενσυνείδητης), δεν απαιτείται η διατύπωσης "μείζονας πρότασης", αλλά αρκεί να εκτίθεται στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση και τα περιστατικά που αιτιολογούν την παραδοχή αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο ήδη αναιρεσείων "από αμέλεια του, δηλαδή από παράλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος ιατρός της ιδίας με αυτόν ειδικότητας και τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής τέχνης, καθώς και τα υπάρχοντα "in concreto" δεδομένα, αφετέρου θα μπορούσε με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να τηρήσει και ν' αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα (θάνατος άλλου), το οποίο από επιπολαιότητα, ολιγωρία και αδράνειά του (προεγχειρητική) καθόλου δεν προέβλεψε ως δυνάμενο να προκληθεί υπ' αυτού (άνευ συνειδήσεως αμέλεια)", κατά τα λεπτομερώς περαιτέρω, εκτιθέμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως, με σαφήνεια και πληρότητα εκθέτει τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης). Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της αποφάσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Mε τον δεύτερο, με στοιχείο Δ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτίασεις της "έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη των καταλυτικών της κατηγορίας ισχυρισμών για την αληθή αιτία θανάτου". Ειδικότερα προβάλλει, ότι με η προσβαλλόμενη απόφαση "εντελώς αφοριστικά και αυθαίρετα απορρίπτεται ο βασικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, καταλυτικός της κατηγορίας για την αληθή αίτια του θανάτου της άτυχης γυναίκας, επελθόντος εξ εμβολής αμνιακοΰ υγρού" και ότι έπρεπε η πληττόμενη απόφαση να αιτιολογήσει "γιατί απορρίπτει την προβληθείσα και τεκμηριωθείσα αποδεικτικώς επιστημονική θέση, ότι "η ανεύρεση αμνιακού υγρού στους πνεύμονες αποδεικνύει πλήρως την εμβολή ως αιτία θανάτου ενώ η μη ανεύρεσή του δεν την αποκλείει". Ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει αρνητικούς της κατηγορίας σε ισχυρισμούς, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο θάνατος της επιτόκου δεν επήλθε από την αιτία που αναφέρεται στην απόφαση , αλλά για άλλη, για την οποία αυτός δεν ευθύνεται, ούτε να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο, αντίθετο, ούτε να προβεί σε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αρκεί να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα - και εκείνα που ειδικώς αναφέρει ο αναιρεσείων στους προσθέτους λόγους του - αιτιολογεί με πληρότητα την κρίση του ότι ο θάνατος της επιτόκου οφειλόταν σε ολιγαιμικό shock λόγω πρόωρης κεντρικής αποκόλλησης του πλακούντος και όχι ότι αυτή απεβίωσε από εμβολή δια αμνιακού υγρού, όπως ο κατηγορούμενος υποστηρίζει. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και αυθαίρετη, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου η αναφορά στο πιο πάνω σκεπτικό ότι η χορήγηση του κολπικού δισκίου προσταγλαδίνης, το οποίο της είχε χορηγήσει ο αναιρεσείων για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων, είναι "ενέργεια παρακινδυνευμένη", καθώς και η αναφορά ότι το δισκίο αυτό "ενίοτε" προκαλεί "παρενέργειες", δεν συνιστά υποθετική ή ενδοιαστική κρίση, όπως ο αναιρεσείων αιτιάται. Κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, η θανούσα επίτοκος, μετά την χορήγηση του εν λόγω δισκίου έπρεπε να παραμείνει στη κλινική, προς αντιμετώπιση εγκαίρως κάθε ενδεχόμενου, διότι ο κατηγορούμενος όφειλε και ηδύνατο να προβλέψει ότι υπήρχε κίνδυνος αποκόλλησης του πλακούντα εξαιτίας της προκλήσεως σε τρίτοκο - με το χορηγηθέν δισκίο προσταγλαδίνης - τεχνητών ωδίνων. Όπως δε αυτονοήτως συνάγεται από τις παραδοχές αυτές, η αμέλεια του κατηγορουμένου δεν συνίσταται στη χορήγηση της προσταγλαδίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων, αλλά στην παράληψη αυτού να κρατήσει η παθούσα στην κλινική μετά τη χορήγηση του εν λόγω φαρμάκου, ενόψει, πλην, άλλων και του πιθανού κινδύνου αποκολλήσεως του πλακούντος, ενέργεια η οποία, εάν είχε γίνει, θα απέτρεπε το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα, αφού έτσι θα ήταν εφικτή η έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του συμβάντος. Οι λοιποί δε αναφερόμενοι στην απόφαση λόγοι για τους οποίους ο αναιρεσείων δεν έπρεπε να αφήσει την παθούσα να αναχωρήσει για την οικία της μετά την χορήγηση του δισκίου, (να γεννήσει αιφνιδίως στην οικία της κλπ), δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, πλην όμως αναφέρονται στην απόφαση αφηγηματικώς, προκειμένου να επισημανθεί η εν γένει αμελής, έναντι της παθούσας, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της απόφασης, ως προς τη συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αμέλειας και του αιτιώδους συνδέσμου, στηρίζεται σε υποθετική και ενδοιαστική κρίση, είναι αβάσιμες, ανεξαρτήτως του ότι αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η περί συνδρομής των στοιχείων της αμέλειας του κατηγορουμένου κρίση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην πιο πάνω παράλειψη, αλλά πρωτίστως στην περιγραφόμενη στην απόφαση αυτού ολιγωρία του κατηγορουμένου ως προς την διάγνωση της παθήσεως της επιτόκου και συγκεκριμένα στην παράλειψη αυτού να προβεί στις απαραίτητες και παραδεδεγμένες στις περιπτώσεις εξετάσεις που λεπτομερώς αναφέρονται στην απόφαση (ψηλάφηση της κοιλίας της επιτόκου κλπ), παράλειψη η οποία στηρίζει αυτοτελώς την περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αμέλειας, και του αιτιώδους συνδέσμου της παραλείψεως αυτής με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα. Συνακόλουθα, ο δεύτερος με στοιχείο Δ ( Δ1 και Δ2), από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς την απόρριψη των καταλυτικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, για την αληθή αιτία θανάτου και ως προς τις αμελείς παραλείψεις αυτού και τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο αυτών με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι οι χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτόν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Συνεπώς, είναι προφανές, ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία ή σχεδιάγραμμα, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκοπήσεως του εγγράφου τούτου από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή του εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση της υποθέσεως. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και "....15) νομολογία, 16) δέκα (10) φωτογραφίες, ....18) απόσπασμα δελτίου ειδήσεων του ΜΕGA CHANEL....... δ) η έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονας ...." . Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων και των φωτογραφιών αυτών, ενόψει και τη αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους ("ποιο ήταν το περιεχόμενο τους, τι παριστούν οι φωτογραφίες από ποιον λήφθηκαν και προσκομίστηκαν, πότε συντάχθηκε η έκθεση κλπ), αφού, με την γενόμενη ανάγνωση των εγγράφων και την επισκόπησή των φωτογραφιών, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη τους τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσειόντος κρίση του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα, που επιδείχθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικώς, ως προς τα αναφερόμενα μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και εκείνων με αριθμό 15, με την αναφορά ότι πρόκειται για "νομολογία", η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των εγγράφων αυτών, που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα, δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι από εκείνα που δημιουργούν την ακυρότητα αυτή όταν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να αναγνωσθούν, αφού τέτοια έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ είναι μόνο όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής. VIII. Από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 366 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στα πρακτικά συνεδρίασης του Ποινικού Δικαστηρίου καταχωρίζεται σε συντομία, εκτός άλλων, και η απολογία του κατηγορουμένου, χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση ιδιαίτερα των ερωτήσεων, που υποβάλλονται στον κατηγορούμενο μετά το πέρας της απολογίας του αρχικά από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον Εισαγγελέα και τους δικαστές και συνέχεια από τους υπόλοιπους διαδίκους και τους συνηγόρους του, οι οποίοι υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, καθώς επίσης και πλήρων των απαντήσεων που δίδει ο κατηγορούμενος στις ερωτήσεις αυτές, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να καταχωριστεί ορισμένη απάντησή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "μετά την απολογία του κατηγορουμένου, η Πρόεδρος του υπέβαλε ερωτήσεις και κατόπιν έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και στους δικαστές, για να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, εάν είχαν. Ο Εισαγγελέας και οι δικαστές υπέβαλαν ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο και εκείνος απάντησε, όπως αναφέρεται στην απολογία. Μετά η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στους πληρεξούσιους της πολιτικής αγωγής για να απευθύνουν, μέσω της Προέδρου, ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο και αυτοί υπέβαλαν ερωτήσεις". Το ότι η επισήμανση αυτή του γεγονότος της υποβολής ερωτήσεων προς τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, στις οποίες ασφαλώς αυτός απάντησε, αφού δεν αναγράφεται, σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ. 3 εδ. τελ. Κ.Π.Δ., στα πρακτικά σχετική άρνησή του, γίνεται μετά το κείμενο της απολογίας, που έχει καταχωριστεί στα πρακτικά, δεν σημαίνει ότι στο κείμενο της απολογίας δεν έχουν περιληφθεί σε συντομία οι σχετικές απαντήσεις του κατηγορουμένου στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν σ' αυτόν, ούτε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτές ως μέρος της απολογίας του. Και ναι μεν, στην ως άνω επισήμανση, ως προς τις ερωτήσεις που υπέβαλαν, μέσω του Προέδρου, ο πολιτικώς ενάγων, και οι συνήγοροι δεν αναγράφεται η φράση ότι "ο κατηγορούμενος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία", φράση η οποία επισημαίνεται στις ερωτήσεις που υπέβαλαν ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας και οι Δικαστές, όμως από μόνη τη διατύπωση αυτή δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν απάντησε στις ερωτήσεις των διαδίκων και των συνηγόρων τους, ούτε ότι οι απαντήσεις του δεν καταχωρήθηκαν σε συντομία στο κείμενο της απολογίας του ή πολύ περισσότερο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως μέρος της απολογίας του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, τελευταίος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται "απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), προκληθείσα από την μη χορήγηση του λόγου στον κατηγορούμενο, επί ερωτήσεων της πολιτικής αγωγής, και από την τυχόν λήψη υπόψη (ερωτήσεων και) απαντήσεων που δεν καταχωρήθηκαν ποτέ στα πρακτικά, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΧ. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 23/28-5-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως και τους από 19-9-2008 προσθέτους λόγους του Χ για αναίρεση της 540/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (ιατρού μαιευτήρα). Πότε υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης. Αιτιολόγηση συνδρομής στοιχείων του άρθ. 15 ΠΚ). Δεν είναι αναγκαία η ειδική μνεία του άρθρου 15 ΠΚ. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του γιατρού. Αιτιολόγηση ως προς το είδος αμέλειας συνειδητής και ασυνείδητης. Λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των καταλυτικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για την αληθή αιτία θανάτου και ως προς τις αμελείς παραλείψεις και τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο. Λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα από την μη χορήγηση του λόγου στον κατηγορούμενο, επί ερωτήσεων της πολιτικής αγωγής, και από την τυχόν λήψη υπόψη (ερωτήσεων και) απαντήσεων που δεν καταχωρήθηκαν ποτέ στα πρακτικά. Η απολογία του κατηγορούμενου καταχωρίζεται σε συντομία στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση ιδιαίτερα των ερωτήσεων. Εφόσον δεν αναγράφεται στα πρακτικά σχετική άρνησή του κατηγορούμενου να απαντήσει θεωρείται ότι απάντησε στις ερωτήσεις. Έγγραφα. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των εγγράφων αυτών, που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα. Ταυτότητα εγγράφων. Ανάγνωση εγγράφων νομολογίας. Τα έγγραφα αυτά δεν είναι από εκείνα που δημιουργούν την ακυρότητα, όταν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να αναγνωσθούν, αφού τέτοια έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ είναι μόνο όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2473/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντιζέ, περί αναιρέσεως της 393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 992/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 393/2008 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούµενος στις 22-8-2003 και περί ώρα 10.20 οδηγώντας το µε αριθµό κυκλοφοράς ..... ΙΧΦ αυτοκίνητό του εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ....., διπλής κατεύθυνσης με διαχωριστική γραµµή, µε κατεύθυνση προς τα ....., έχων πρόθεση να εισέλθει αριστερά σε αγροτικό δρόµο για να κατευθυνθεί σε αγρόκτηµά του που είχε στην περιοχή αυτή. Από έλλειψη όµως της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και µπορούσε να καταβάλλει δεν κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτή στα οχήµατα που ακολουθούσαν µε άναµµα του δεξιού δείκτη πορείας του οχήµατός του (φλας) αλλά µε ελιγµό κινήθηκε ανεπίτρεπτα προς τον άξονα της οδού, χωρίς προηγουµένως να ελέγξει, όπως έπρεπε, την πορεία των οχηµάτων που εκινούντο πίσω από το δικό του, οι οδηγοί των οποίων ήταν ενδεχόµενο να νοµίσουν, αφού µάλιστα δεν είχε ανάψει τον αριστερό δείκτη πορείας, ότι αυτός θα συνέχιζε την πορεία του και έτσι αυτοί να επιχειρήσουν υπέρβαση του οχήµατός του, πράγµα το οποίο και συνέβη, διότι ο Ψ που εκείνη τη στιγµή οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλ. ..... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο σε ικανή απόσταση πίσω από το αυτοκίνητό του κατηγορουµένου επιχείρησε επιτρεπτή υπέρβαση του προπορευόµενου αυτοκινήτου του από αριστερά, ο κατηγορούµενος µε αιφνίδιο ελιγµό αριστερά απέκλεισε την ολοκλήρωση της υπέρβασης της πορείας του αυτοκινήτου του Ψ, ο οποίος αναγκάσθηκε προκειµένου να τον αποφύγει να επιπέσει επ' αυτού, να κινηθεί αριστερά, να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να εκτραπεί της πορείας του και να ανατραπεί. Αποτέλεσµα της ανατροπής αυτής του αυτοκινήτου ήταν να τραυµατισθεί ο οδηγός του Ψ που υπέστη µη κινητικότητα και αισθητικότητα στα κάτω άκρα. Ο κατηγορούµενος µετά το ατύχηµα, αν και υποχρεωµένος να σταθµεύσει στον τόπο του ατυχήµατος, δεν στάθµευσε, ούτε έλαβε µέτρα ασφάλειας για την κυκλοφορία, ούτε έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς του και δεν ειδοποίησε την πλησιέστερη αστυνοµική αρχή παραµένοντας στον τόπο του ατυχήµατος µέχρι την άφιξή της αλλά τράπηκε σε φυγή. Η µάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουµένου (ο ίδιος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο) κατέθεσε ότι ο παθών "εκινείτο στο αντίθετο ρεύµα και ντεραπάρισε και έπεσε στα χωράφια και ότι ο πατέρας της του έδωσε νερό, κινητό όµως δεν είχε ... ", γεγονότα που δεν επαληθεύονται ούτε από την κατ' αντιπαράσταση εξέταση µε τον παθόντα, ούτε από άλλο πειστικό στοιχείο (µάρτυρα ή έγγραφο). Συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται... " Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως Ειδικότερα προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, ακόμη, με τις εκ του πράγματος παραδοχές, προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του παθόντος. Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται εκ του ότι στο μεν σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι ο παθών επιχείρησε να πραγματοποιήσει επιτρεπτή υπέρβαση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται απλώς ότι ο παθών ενεργούσε προσπέραση. Εξάλλου, το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει και τι προέκυψε ειδικώς από καθένα από αυτά, η αιτίαση δε ότι δεν εκτιμήθηκε το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτοψίας είναι απαράδεκτη διότι βάλλει κατά της ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου το οποίο και το έγγραφο αυτό εξετίμησε. Επομένως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για ελλειπή αιτιολογία και για έλλειψη νομίμου βάσεως. ΙΙ.- Από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", προκύπτει ότι, προκειμένου για το Εφετείο Λάρισας, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός, μεγαλύτερος των δεκαπέντε, εφετών και εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του εφέτη που κληρώθηκε και με τη συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση, ότι εκείνοι που μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε, σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη, ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες. Συνεπώς, ο από τα άρθρα 171 παρ. 1α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο, η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του πιο πάνω ν. 1754/1988, διότι προήδρευσε η εφέτης Βασ. Κωστοπούλου, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτήν ότι δεν υπήρχαν, ή απουσίαζαν ή κωλύονταν οι πρόεδροι εφετών οι ή εφέτες που ήταν αρχαιότεροι του προεδρεύσαντος, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 470 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται όμως η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με το νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί ή η επιβολή μέτρου ασφαλείας προβλεπομένου από τον ποινικό κώδικα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 43 του Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ), προκύπτει, εκτός άλλων, ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάζεται για παράβαση του άνω άρθρου 43 του Κ.Ο.Κ το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να διατάξει και την αφαίρεση της αδείας ικανότητος οδήγησης του κατηγορουμένου, εάν δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καταδίκασε αυτόν, παρέλειψε, από προφανή παραδρομή, να διατάξει την αφαίρεση της αδείας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εκδικάζει το ένδικο μέσο της έφεσης του κατηγορούμενου κατά της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως, δεν εμποδίζεται να διατάξει αυτό την αφαίρεση, χωρίς να καθιστά χειρότερη τη θέση αυτού και αναιρετέα την απόφασή του για υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, εκτός άλλων και για την παράβαση του άρθρου 43 του Κ.Ο.Κ και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε, από προφανή παραδρομή του, με την εκκληθείσα από τον ως άνω κατηγορούμενο απόφασή του, να διατάξει, όπως όφειλε, την αφαίρεση της αδείας ικανότητος οδήγησης, το Εφετείο Λάρισας , που δίκασε την έφεση αυτού και διέταξε αυτό την ως άνω αφαίρεση της αδείας, δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση αυτού, ούτε υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' Κ.Π.Δ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 18/22-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Σε δικαστήρια στα οποία για τη συγκρότηση της σύνθεσης του δικαστηρίου διενεργείται κλήρωση, δεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι ο δικαστής που προεδρεύει μετέχει στη σύνθεση επειδή κωλύεται ο Πρόεδρος ούτε αναφέρεται ότι είναι αρχαιότερος των δικαστών. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διατάσσει την αφαίρεση της αδείας ικανότητας οδηγού την οποία από παραδρομή παρέλειψε να διατάξει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν χειροτερεύει τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και δεν υπερβαίνει την εξουσία του. Απόρριψη σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2472/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 2728/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2008 και 19 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 976/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτηση αναίρεσης του πρώτου των αναιρεσειόντων και β) να γίνει εν μέρει δεκτή εκείνη του δευτέρου εξ αυτών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες 14/28-1-2008 και από 19-2-208 (αρ. πρωτ. 1474/08) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 αντίστοιχα, για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ.α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 5-6-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Αλικαρνασού ....., ο αναιρεσείων Χ1, κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασού κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί δια του συνηγόρου του στην αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση (17/10/2008). Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την συνεδρίαση αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτησή του αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο εν λόγω αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 ( άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η αγορά και πώληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων [45 ΠΚ], συνεπώς και του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Υπάρχει δε συγκατοχή όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και η δυνατότητα σε όλους τους δράστες - συναυτουργούς άσκησης αυτής της φυσικής εξουσίασης με τη δυνατότητα διαπιστώσεως οποτεδήποτε της ύπαρξής της, και της κατά τη βούλησή τους διάθεσής της, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο προσδιορισμός και της εκτάσεως της φυσικής εξουσίασης που καθένας έχει επί των ουσιών αυτών. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, αρκεί ότι συμφωνήθηκε τίμημα και [δ] της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε , στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2728/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού , που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "........Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 κατά το από 1-2-2004 έως 9-7-2004 χρονικό διάστημα και σε ημερομηνία δεν εξακριβώθηκε επακριβώς, Α) αγόρασαν από κοινού από πρόσωπο τα στοιχεία του οποίου δεν έγιναν γνωστά κατά την ανάκριση με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες κατά την έννοια του νόμου ναρκωτικές ουσίες και άγνωστες κατά την ανάκριση ποσότητες, τουλάχιστον, όμως τις εξής: α) ηρωίνη συνολικού βάρους 6.078 γραμμαρίων σε στερεά μορφή (βράχο) συσκευασμένη σε 17 ανισοβαρείς τυποποιημένες συσκευασίες και περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία. β) κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 410 γραμ., συσκευασμένη σε δυο ανισοβαρείς τυποποιημένες συσκευασίες περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία και γ) 2.066 δισκία ΧΤC χρώματος λευκού, συσκευασμένη σε μια νάιλον σακούλα που έφεραν το λογότυπο της COVA COLA. Β) Στο ..... την 8-7-2004 κατείχαν από κοινού απαγορευμένες κατά την έννοια του νόμου ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα: α) κατείχαν από κοινού 520 γραμ. ηρωίνη, συσκευασμένη σε ένα τυποποιημένο, δέμα περιτυλιγμένο με κολλητική ταινία, το οποίο έφεραν εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος κατ/νος, Χ1, ιδιοκτησίας του Α, β) κατείχαν από κοινού, εντός του διαμερίσματος που βρίσκεται επί της οδού ..... στο ....., το οποίο είχε μισθώσει προ πενταμήνου ο δεύτερος εκ των κατηγορουμένων Χ2 και χρησιμοποιούσαν ως κρύπτη (καβάτζα), τις απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες βα) ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 5.558 γραμ. σε στερεή μορφή (βράχο) συσκευασμένη σε 16 ανισοβαρείς τυποποιημένες συσκευασίες και περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία ββ) κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 410 γραμ. συσκευασμένη σε δύο ανισοβαρείς τυποποιημένες συσκευασίες και περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία και βγ) 2.066 δισκία ΧΤC χρώματος λευκού, συσκευασμένη σε μια νάιλον σακούλα που έφεραν το λογότυπο της COCA COLA. Τις ποσότητες αυτές προόριζαν να πωλήσουν σε τρία πρόσωπα, έναντι αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος. ..... Το αίτημα για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε Π.Κ. ήτοι της μεταγενέστερης της πράξης καλής συμπεριφοράς που ζήτησαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού προϋποθέτει καλή συμπεριφορά, μετά την πράξη, στην κοινωνία η οποία να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή εξαναγκασμού περιστατικά που δεν συντρέχουν εν προκειμένω αφού οι κατ/νοι όλο αυτό το διάστημα βρίσκονται στη φυλακή και η συμπεριφορά τους δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης...". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ2 κρίθηκε ένοχος: 1) για από κοινού αγορά απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, ήτοι, κοκαΐνης και ηρωίνης, 2) για από κοινού κατοχή απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών, πράξεις που τέλεσε, ως υπότροπος, και ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, ΠΚ, άρθ., 5 παρ.1 περ. β και ζ και άρθρο 8 του ν. 1729/87, όπως ισχύουν, (ήδη άρ 20 παρ.1 περ. β και ζ, και 23 του ΚΝΝ 3459/2006), ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. V. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την πράξη της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών (εκτός από την αιτιολογία ως προς συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια), αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατοχής από κοινού ναρκωτικών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές , τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα η κατοχή των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα με την έννοια ότι είχε αυτά στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να τα διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση, σαφώς προκύπτει από τις περιγραφόμενες στην απόφαση συνθήκες υπό τις οποίες τα ναρκωτικά βρέθηκαν στην κατοχή του, χωρίς να απαιτείται, επιπλέον, η ειδική μνεία της δυνατότητας αυτής. Εξάλλου, ως προς την από κοινού κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη, για την αιτιολόγηση της κατοχής αυτής, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, ούτε απαιτείται η αναφορά των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Επίσης δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των συγκεκριμένων εγκλημάτων και, επομένως, εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι είχε την φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών (520 γραμ. ηρωίνης), που βρέθηκαν στο αναφερόμενο στην απόφαση αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγκατηγορούμενός του, καθώς και εκείνων που βρέθηκαν στο διαμέρισμα της οδού ....., το οποίο, όπως ισχυρίζεται, εσφαλμένα, επίσης, δέχθηκε η απόφαση ότι το είχε εκείνος, ενώ από την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι βρισκόταν στην κατοχή του συγκατηγορουμένου του, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ , πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως (κατά το 6ο και 7ο σκέλος αυτού) και δεύτερος (κατά το 3ο και 4ο σκέλος αυτού, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης (άρ. 5 παρ.1 ζ του ν. 1729/87), σχετικά με την πράξη της από κοινού κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της πιο πάνω περίπτωσης ε του άρ. 84 παρ.2 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμό για την αναγνώριση σ' αυτόν των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς, με το εξής περιεχόμενο "Όπως αποδεικνύεται από την με αριθμ. πρωτ. 53465/31-10-07 βεβαίωση των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού, την οποία προσκομίζω και επικαλούμαι, η διαγωγή μου υπήρξε καλή και τήρησα όλους τους σωφρονιστικούς κανόνες από τις 15-7-04 έως και σήμερα. Παρά τις δύσκολες συνθήκες κράτησης και τη δικαιολογημένη πίκρα και απελπισία μου για την εμπλοκή μου σε αυτή την υπόθεση, ήμουν υπάκουος στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και εφάρμοσα όλους τους κανόνες που επιβάλλει ο σωφρονιστικός κώδικας καθόλη τη διάρκεια των 3 1/2 σχεδόν ετών από τη σύλληψή μου. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να αποδείξω την καλή συμπεριφορά μου και στην κοινωνία, αφού εξαναγκάστηκα να παραμείνω προσωρινά κρατούμενος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης μου". Με αυτό το περιεχόμενο ο προταθείς ισχυρισμός, για τη χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού, είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τον θεμελιώνει. Συγκεκριμένα η αναφορά και μόνο ότι ο αναιρεσείων συμμορφώθηκε στους κανονισμούς της φυλακής, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών καλής συμπεριφοράς, πέραν της συνήθους συμπεριφοράς που υποχρεούνται οι κρατούμενοι στις φυλακές να τηρούν, συμμορφούμενοι στους σχετικούς κανονισμούς της φυλακής, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον περί καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, επομένως, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας κατ' ουσία, τον ισχυρισμό αυτό, με αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο αιτιολογία. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως (κατά το 11ο σκέλος αυτού) και δεύτερος (κατά το 6ο σκέλος αυτού), για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρ. 84 παρ.2ε του ΠΚ ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VII. Στο άρθρο 17 παρ.2 του ν.1729/1987 (άρ. 35 παρ.2 του ΚΝΝ 3459/06), ορίζεται ότι για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού σε ποινή καθείρξεως, το Δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι'αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ.1 του άρθρου αυτού. Για την εκτέλεση της απέλασης εφαρμόζεται το άρθρο 74 του Ποινικού Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ισόβια απέλαση αλλοδαπού, που έχει καταδικασθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (ν. 1729/1987, όπως ισχύει), αποτελεί παρεπόμενη ποινή και είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, εκτός αν για την παραμονή του στη χώρα συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, τους οποίους, ως εξαίρεση του υποχρεωτικού κανόνα, ο καταδικασθείς οφείλει κατά τρόπο ορισμένο να επικαλεσθεί πριν από την απόφαση για την επιβολή της εν λόγω παρεπόμενης ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ2 με το σχετικό λόγο αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεώς του αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι χωρίς αιτιολογία διέταξε την απέλασή του. 'Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εν λόγω αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε σπουδαίους λόγους που να δικαιολογούν την παραμονή του στη Χώρα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε υποχρέωση, επιβάλλοντας την παρεπόμενη ποινή της ισόβιας απελάσεως, να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογία περί μη συνδρομής σπουδαίων λόγων για την παραμονή του αναιρεσείοντος στη Χώρα, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Κατ'ακολουθίαν τούτων, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως (κατά το 12ο σκέλος αυτού) της κρινόμενης αιτήσεως του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ2, αναφορικά με την επιβολή της ισόβιας απελάσεώς του από τη Χώρα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. VIII. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και για την πράξη της αγοράς, ναρκωτικών ουσιών, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής τους. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την πράξη της αγοράς των ναρκωτικών ουσιών, ουδόλως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε. Περιορίζεται απλώς να επαναλάβει κατά λέξη το διατακτικό, στο οποίο όμως, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω πράξη της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, ούτε λεπτομερές είναι ούτε εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Το μόνο δε περιστατικό, το οποίο εκτίθεται είναι, ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του -και μάλιστα εφάπαξ- τις αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών, υπό συνθήκες που δεν προσδιορίζονται αλλά και σε τόπο που δεν αναφέρεται και σε χρόνο που ενέχει ασάφεια, αφού αυτός προσδιορίζεται κατά το διάστημα από 1/2/2004 έως 9/7/2004, ενώ κατά τις παραδοχές της απόφασης, το μεγαλύτερο μέρος της αγορασθείσας ποσότητας (5558+520=6.078 γραμμάρια) βρέθηκε ήδη στην συγκατοχή του αναιρεσίοντος στις 8/7/2004, ενώ ουδόλως γίνεται αναφορά ότι συμφωνήθηκε τίμημα για την αγορά αυτή (έστω σε άγνωστο ύψος). Επομένως, είναι βάσιμος, ως προς την ανωτέρω πράξη, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των πιο πάνω ποινικών διατάξεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, με τις διαλαμβανόμενες στον 1ο, 2ο, 4ο και 5ο σκέλος του 1ου λόγου και στο 1ο και 2ο σκέλος του δεύτερου λόγου, πιο πάνω αιτιάσεις, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αιτιάσεων που αναφέρονται στην πράξη αυτή. ΙΧ. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (άρθρο 23 ΚΝΝ), ο δράστης των παραπάνω τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια της ειδικής υποτροπής, που θεσπίσθηκε με τη διάταξη αυτή και η οποία ισχύει πέραν της γενικής υποτροπής, ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της εν λόγω διάταξης και συντρέχει όταν ο δράστης τέλεσης πράξης παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών είχε καταδικασθεί προηγουμένως αμετακλήτως για παράβαση του ίδιου νόμου σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Η έννοια της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ή της τελέσεως της πράξεως και της ιδιαίτερης επικινδυνότητας ορίζεται, αντίστοιχα, στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ και ζ, του ΠΚ, κατά τις οποίες κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης, όταν από την βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρεί την αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες των άρθρων 8 ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ ' του Π.Κ. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των νομικών διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται επί πλέον η αναφορά πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στις παραπάνω έννοιες των επιβαρυντικών περιστάσεων, στην περίπτωση δε της ειδικής υποτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, πρέπει να αναφέρονται οι προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες και να προσδιορίζεται, αν αυτές είναι για κακούργημα ή πλημμέλημα, και ο χρόνος που έλαβαν χώρα (εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή πενταετίας αντίστοιχα). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, και αναφέρθηκε πιο πάνω, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις ως άνω παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' υποτροπή, κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων αυτών και της ιδιαίτερης επικινδυνότητας, με την εξής αιτιολογία "...Τις ανωτέρω πράξεις τέλεσαν οι κατηγορούμενοι κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα, από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (ζυγαριά, εντοιχισμένο χρηματοκιβώτιο) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους ενώ από την βαρύτητα των ανωτέρω πράξεων, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσης τους, τα αίτια που τους ώθησαν και την προσωπικότητά τους προκύπτει αντικοινωνικότητα αυτών και σταθερή ροπή τους στη διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον, ώστε να χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα επικίνδυνοι δράστες. Επί πλέον ο 2ος Χ2 είναι υπότροπος, καθόσον έχει καταδικαστεί αμετάκλητα, για παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών, σε κάθειρξη 11 ετών για κατοχή ηρωίνης βάρους 11,5 κιλών". Η αιτιολογία αυτή, αναφορικά με τη συνδρομή των πιο πάνω επιβαρυντικών περιστάσεων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την συνδρομή των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων, αλλά παρατίθενται μόνο τα τυπικά στοιχεία του νόμου. Η ειδικότερη δε, εντός παρενθέσεως, διευκρίνιση, ότι η υποδομή, στην οποία θεμελιώνεται η επιβαρυντική περίσταση της επάγγελμα τέλεσης των πράξεων, συνίσταται στη ύπαρξη ζυγαριάς και εντοιχισμένου χρηματοκιβώτιου, είναι ασαφής και ελλιπής, κυρίως, διότι τόσο η ζυγαριά όσο και το εντοιχισμένο χρηματοκιβώτιο, αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης αποκλειστικά σε σχέση με την πράξη της πώλησης ναρκωτικών που διέπραξε μόνο ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Χ1 (ο οποίος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, κατά την πώληση των ναρκωτικών χρησιμοποιούσε τη ζυγαριά και στο χρηματοκιβώτιο είχε κρύψει το τίμημα των πωλήσεων). Τέλος η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της καθ' υποτροπή τέλεσης των εν λόγω πράξεων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, προεχόντως, διότι δεν αναφέρεται ο χρόνος που έλαβε χώρα η προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη του αναιρεσείοντος, για παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών, (εντός της προηγούμενης δεκαετίας, εφόσον πρόκειται για κακούργημα). Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις πιο πάνω παραδοχές της, δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη και επιπλέον στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 20 παρ.1 εδ. β και 23 του ΚΝΝ 3459/06. Γι' αυτό, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε, 1ος λόγος αναιρέσεως, ως προς το 9ο και 10ο σκέλος του και ο 2ος λόγος ως προς το 5ος σκέλος του, είναι βάσιμοι. Χ. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, α) κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της από κοινού αγοράς ναρκωτικών ουσιών και β) κατά το μέρος που δέχθηκε τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων για τις πράξεις της κατοχής και της αγοράς ναρκωτικών ουσικών, και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής της ποινής, απορριπτομένης της αιτήσεως κατά τα λοιπά. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Επίσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς τον Χ1, που καταδικάστηκε ως συναυτουργός του αναιρεσείοντος, για την πιο πάνω πράξη της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών και του οποίου η συνεκδικαζόμενη αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, καθόσον οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και να αναιρεθεί και ως προς αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την πράξη της από κοινού αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων (πλην της υποτροπής που δεν τον αφορά) καθώς και, ως προς την ποινή που επιβλήθηκε για όλες τις πράξεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις 14/28-1-2008 και από 19-2-2008 (αρ. πρωτ. 1474/08) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 αντίστοιχα, για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 14/28-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ1 στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Δέχεται εν μέρει την από 19-2-2008 (αρ. πρωτ. 1474/08) αίτηση αναιρέσεως του Χ2 και αναιρεί εν μέρει την 2728/7-11-2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την πράξη της αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ως την συνδρομή των αναφερομένων στο σκεπτικό επιβαρυντικών περιστάσεων, καθώς και ως προς την περί της ποινής διάταξή της. Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 19-2-2008 αίτησης (δήλωσης) αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2 για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ως προς τον συναυτουργό των πράξεων της από κοινού κατοχής και αγοράς Χ1, ως προς την πράξη της από κοινού αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, καθώς και, ως προς την περί της ποινής διάταξή της και αναιρεί εν μέρει και ως προς αυτόν την πιο πάνω απόφαση. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19-2-2008 αίτησης (δήλωσης) αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2 για αναίρεση της 2728/7-11-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Απορρίπτει αναίρεση του πρώτου ως ανυποστήρικτη. Αιτιολογία αγοράς και κατοχής ναρκωτικών. Αιτιολογία δόλου και συγκατοχής. Επίκληση ελαφρυντικών 84 παρ.2 ε΄ (της καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη) Αοριστία ισχυρισμών. Εκ περισσού αιτιολογία απορρίψεως. Ισόβια απέλαση καταδικασθέντος κατ’ αρ.17 παρ. 2 Ν. 1729/87 - αρ. 35 ΚΝΝΝ. Πότε απαιτείται αιτιολογία. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την πράξη της αγοράς ναρκωτικών (μη αναφορά του τόπου τελέσεως, κλπ.) Επιβαρυντικές περιπτώσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/87. Έννοια της ειδικής υποτροπής της κατ’ επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως της πράξεως και της ιδιαίτερης επικινδυνότητας. Αιτιολογία συνδρομής επιβαρυντικών περιπτώσεων. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς τον συμμέτοχο. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2471/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουλό, περί αναιρέσεως της 685/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 887/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, πωλεί, αγοράζει, ή κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται η κάνναβις και η κοκαΐνη, κατά το άρθρο 4 Πιν. Α' περ. 6, και Πιν. Β' περ. 3 του ίδιου πιο άνω νόμου. Ως πώληση ή ως αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος. Η κατοχή εξάλλου, πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. ΙΙ.- Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγορά από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Δεν απαιτείται επίσης και ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για τις πράξεις της κατά αγοράς, κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης ναρκωτικών ουσιών και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης έξι [6] ετών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ. Το Πενταμελές Εφετείο, για να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα επόμενα: Στις 20/4/2005 αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης ναρκωτικών Αθηνών, μετά από πληροφορίες που αναφέρονταν στην διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο, τον σταμάτησαν όταν βγήκε από την οικία του και από έρευνα που διενήργησαν διαπίστωσαν ότι είχε στην κατοχή του, πάνω του ένα αυτοσχέδιο νάϋλον σακκουλάκι που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη 1,2 γραμμαρίων και ένα κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε για διευκόλυνση της εμπορίας ναρκωτικών ουσιών. Μετά από αυτό διενήργησαν έλεγχο στην κατοικία του, που βρίσκεται στο ..... (.....) και βρήκαν μέσα σ' αυτή α) 1 σπιρτόκουτο που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη 7,5 γραμ. β) ένα αυτοσχέδιο νάϋλον σακκουλάκι που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη 0,7 γρ. και το ποσό των 2.130 ευρώ, δηλαδή ποσό τέτοιο του οποίου η προέλευση δεν δικαιολογείται από την εργασία του. Στην από 20/4/2005 προανακριτική κατάθεσή του ο κατηγορούμενος, που εξετάστηκε με διερμηνέα, ομολόγησε σαφώς ότι ήταν χρήσης και ότι, προκειμένου να ανεύρει χρήματα, αναγκαία, για την εγχείρηση καρδιάς της ασθενούσας μητέρας του, αναγκάστηκε να πωλεί χασίς και κοκαΐνη και έτσι να κερδίζει χρήματα για την κάλυψη των αναγκών αυτών. Συγκεκριμένα μάλιστα παραδέχθηκε ότι στις 19/4/05 επώλησε στον ..... σε φίλη του με το όνομα ..... (.....) κοκαΐνη 10 γραμ. και εισέπραξε το ποσό των 450 ευρώ από αυτήν. Τούτο, αμφισβήτησε ενώπιον του τακτικού Ανακριτή, του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του παρόντος, ισχυριζόμενος ότι η παραπάνω φίλη του τον κατηγόρησε ψευδώς, προκειμένου να τον εκδικηθεί για το χωρισμό τους. Τούτο όμως δεν είναι αληθές, αφού ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, σε προγενέστερο χρόνο συνομολόγησε την τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης, η οποία, καθώς και οι άλλες επί μέρους πράξεις πώλησης, επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι βρέθηκε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό που αναφέρεται παραπάνω, η προέλευση του οποίου δεν δικαιολογείται να είναι προϊόν της εργασίας του. Αποδείχθηκε συνεπώς ότι ο κατηγορούμενος δίχως να είναι τοξικομανής προέβη στην αγορά των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρονται στο διατακτικό, αντί αγνώστου τιμήματος και από άγνωστα πρόσωπα, τις οποίες και κατείχε, εξουσιάζοντας αυτές, ελέγχοντας οποιαδήποτε στιγμή την ύπαρξη τους και διαθέτοντας αυτές κατά βούληση σε τρίτους. Στην αγορά και κατοχή τους προέβη, προκειμένου να τις διαθέσει σε τρίτους και όχι για δική του χρήση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται και γιαυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του. Ακόμη αποδείχθηκε ότι επανειλημμένα κατά το χρόνο και στον τόπο που αναφέρονται στο διατακτικό, πώλησε σε τρίτους άγνωστα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων όμως και η ..... τις ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, που αναφέρονται στο διατακτικό, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού, όσον αφορά την κάνναβη, τουλάχιστον όμως 45 ευρώ για την κοκαΐνη, ανά γραμμάρια και συνολικά 2130 ευρώ, το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων, να αναγνωριστεί όμως ότι στο πρόσωπό του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο δεν πρέπει να δεχθεί ότι στο πρόσωπό του συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των, αφού δεν αποδείχθηκε ότι προέκυψε σκοπός για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών... ". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 εδάφ. β', ζ', 2 ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Έφ' όσον δε ως αγορά ναρκωτικής ουσίας θεωρείται, ως προεκτέθηκε, η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του ΑΚ δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητού και το ύψος του τιμήματος αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου δεδομένου ότι η παραδοχή αυτής ότι τις ουσίες αυτές τις αγόρασε από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία και μόνον αυτά τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω εγκλημάτων. Περαιτέρω αμέσως αλλά και με τις εκ του πράγματος παροδοχές, επαρκώς αιτιολογείται για την πράξη της κατοχής η φυσική εξουσίαση του κατηγορουμένου επί των ναρκωτικών ουσιών. Εξάλλου για την επάρκεια της αιτιολογίας αναφορικά με τον δόλο, το δικαστήριο δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει στην αιτιολογία της αποφάσεως ειδική σκέψη, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει σε περιστατικά την πραγμάτωση των οποίων δέχεται το δικαστήριο. ΙΙΙ.- Η κατά τις άνω διατάξεις αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η αόριστη προβολή των ισχυρισμών αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά και να απαντήσει σ' αυτούς. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, προκειμένου να γίνει μεταβολή της κατηγορίας και να τύχει ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης, ότι την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας την οποία αγόρασε και κατά τη σύλληψή του κατείχε την προμηθεύτηκε αποκλειστικά και μόνο για δική του χρήση, δεν αποτελεί απλή άρνηση της κατηγορίας της αγοράς και κατοχής, αλλά αυτοτελή ισχυρισμό για τον οποίο το δικαστήριο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον όμως αυτός προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αναπτύσσοντας την υπεράσπιση του τελευταίου, για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, ζήτησε "να θεωρηθεί ότι ήταν προμήθεια και κατοχή για δική του χρήση". Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως ακριβώς προβλήθηκε ήταν παντελώς αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του επαρκή αιτιολογία. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [ άρθ. 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-4-2008 αίτηση του του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 685/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έννοια αγοράς, κατοχής, πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Αόριστη προβολή ισχυρισμού προμήθειας προς ιδίαν χρήση. Όχι υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
0
Αριθμός 2469/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κουτουλάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2036/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Δεκεμβρίου 2007, δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 10/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά της υπ' αριθμ. 2.036/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήθηκαν α) η υπ'αριθμ. πρωτ. 10.782/4-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και β) η υπ' αριθμ. πρωτ. 10.781/4-12-2007 αίτηση της Χ2. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν. ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Δικαστήριο, μεταξύ των άλλων εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν, ανέγνωσε και ".. την από 3-5-2003 έκθεση ένορκης εξετάσεως μάρτυρα..." χωρίς άλλο προσδιορισμό της ταυτότητας του εγγράφου αυτού, δεδομένου ότι την ίδια ημερομηνία (3-5-2003) εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στην προανάκριση τόσο ο Α όσο και ο Β. Η αιτίαση είναι αβάσιμη και ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε από την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου με τα άνω στοιχεία. Τούτο δε διότι, αφού, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι στο ακροατήριο του δικαστηρίου εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο Β, πρόδηλο είναι ότι η αναγνωσθείσα κατάθεση αναφέρεται σε εκείνη του μάρτυρα Α. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, να αντιληφθεί περί ποίας καταθέσεως επρόκειτο και να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α) ... β') πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές και γ') κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο ", ενώ κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου " με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή (10.000.000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ.), τιμωρείται ο παραβάτης (μεταξύ άλλων και) του άρθρου 5, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν ενεργεί με το σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανηλίκους ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο ανήλικα πρόσωπα κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων ή μετέρχεται κατά την τέλεση των πράξεων αυτών ή προς το σκοπό διαφυγής του, τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ...". Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη, προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητας του δράστη" και κατά το εδ. ζ' του ίδιου άρθρου 13 του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2479/1997, "ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης, όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του, προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον". IV.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται, για την ύπαρξη των επιβαρυντικών περιστάσεων, τη συνδρομή των οποίων δέχθηκε το δικαστήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, η ύπαρξη του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και η παραδοχή από το δικαστήριο μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον ορισμένως και παραδεκτώς προβάλλονται. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό υπ' αριθμ. 2.036/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για την από κοινού α) κατοχή ποσότητας 1.841 γραμμαρίων ηρωΐνης β) αποθήκευση ποσότητας 1.590 γραμμαρίων γ) μεταφορά 251,02 γραμμαρίων. Επί πλέον, ο κατηγορούμενος X1 καταδικάσθηκε και για την αγορά της άνω ποσότητας των 1.841 γραμμαρίων. Για τον ίδιο κατηγορούμενο και μόνο για αυτόν, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τις πράξεις της κατοχής, αποθήκευσης και μεταφοράς τις τέλεσε κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και ως ιδιαίτερα επικίνδυνος. Για τις άνω πράξεις επέβαλε στον αναιρεσείοντα X1 ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και στην αναιρεσείουσα X2 κάθειρξη έξη (6) ετών και χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ. Για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, το δικαστήριο, από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα. "... Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού, και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν τα ακόλουθα εγκλήματα ήτοι. Α) στο 19ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Σπάρτης-Γυθείου κατελήφθησαν την 3-5-2003 εντός του αναφερομένου στο διατακτικό αυτοκινήτου, του οποίου οδηγός ήταν ο πρώτος αυτών, να κατέχουν και να μεταφέρουν ηρωΐνη συνολικού μικτού βάρους 251,02 γραμ. περίπου σε 4 συσκευασίες, με σκοπό την εμπορία, εκ των οποίων τη μία, βάρους 0,200 γραμ. περίπου είχε στο παντελόνι του ο πρώτος, τις δε λοιπές 3 είχε κρύψει στο σώμα της η δεύτερη. Β) Σε αποθήκη της επί της οδού ..... οικίας τους αποθήκευσαν και κατείχαν από κοινού εντός του χρονικού διαστήματος από 15-4-2003 έως 3-5-2003 ηρωΐνη συνολικού μικτού βάρους 1.590 γραμ. συσκευασμένη, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται. Από την επανειλημμένη διάπραξη των εγκλημάτων του, σαφώς συνάγεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει αποκτήσει ροπή προς κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεσή τους, όπως και για πορισμό εισοδήματος, είναι δε ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης. Γ) Περαιτέρω, ο εν λόγω κατηγορούμενος, στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής και σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε, πάντως όμως, εντός του χρονικού διαστήματος από 15-4-2003 έως 3-5-2003, αγόρασε από άγνωστο άτομο άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, τουλάχιστον όμως αγόρασε ηρωϊνη συνολικού μικτού βάρους 1.841 γραμ. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των παραπάνω εγκλημάτων που διέπραξαν, αναγνωριζομένου σ' αυτούς του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ., όχι όμως και εκείνων του αυτού άρθρου παρ. 2δ' και ε' Π.Κ. αφού δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους, ούτε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, ενώ από μόνη της η συμπεριφορά αυτού ως κρατουμένου στις φυλακές, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δεν μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από αυτές....". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον αφορά τη τέλεση των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής, αποθήκευσης και μεταφοράς ναρκωτικής ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων από δράστες μη τοξικομανείς, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της κατοχής παρατίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν την φυσική εξουσία επί της ναρκωτικής ουσίας, αφού δέχεται ότι μέρος αυτής, κατά τη γενόμενη αστυνομική έρευνα, βρέθηκε στην τσέπη του πρώτου κατηγορουμένου και στο εσώρουχο της δεύτερης, το δε υπόλοιπο το φύλασσαν αποθηκευμένο σε χώρο της κατοικίας τους. Επομένως, κατά τούτο, οι αιτιάσεις και των δύο αναιρεσειόντων με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. για ελλειπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμες. Η αιτιολογία όμως της αποφάσεως σε σχέση με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων της κατοχής, αποθήκευσης και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από δράστη που είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, την οποία επίσης δέχθηκε το δικαστήριο για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο X1, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού απλά μνημονεύονται στο σκεπτικό της αποφάσεως οι νομικοί αυτοί όροι (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης) και ουδεμία γίνεται αναφορά περιστατικών τα οποία να οδηγούν σε κρίση, για τέλεση της πράξεως, είτε κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, υπό την έννοια που αναφέρθηκε αρχικά, η δε παραδοχή της αποφάσεως περί "επανειλημμένης τέλεσης των εγκλημάτων του " είναι ελλειπής αφού το δικαστήριο δεν δέχεται συνδρομή των εκ του άρθρου 98 Π.Κ. όρων του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, ούτε δέχεται τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε πότε στο παρελθόν δράστης ομοίων αδικημάτων. Συνεπώς, κατά το σκέλος αυτό, ο για έλλειψη αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου αυτού είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ο αυτός κατηγορούμενος X1, ως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε ζητήσει, [πέραν της ελαφρυντικής περιστάσεως εκ του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ η οποία και πράγματι αναγνωρίσθηκε από το δικαστήριο ότι συντρέχει στο πρόσωπο και των δύο κατηγορουμένων], να αναγνωρισθούν και οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ειλικρινούς μετάνοιας (παρ. 2δ') και της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς για μακρό χρονικό διάστημα. Για την συνδρομή της πρώτης των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, επικαλέσθηκε, κατά πιστή μεταφορά από τα πρακτικά ".. κάλεσε τους προανακριτικούς υπαλλήλους εντός της αποθήκης που βρίσκεται κοντά στην οικία του, τους παρέδωσε τις ναρκωτικές ουσίες, ομολόγησε τις πράξεις που τον βαρύνουν και διευκόλυνε τη βεβαίωση του εγκλήματος και την κατάσχεση των ναρκωτικών ουσιών... .". Ο ισχυρισμός αυτός αορίστως και απαραδέκτως προβλήθηκε, αφού η έρευνα προς ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών και η κατάσχεση αυτών ανάγονται σε εκτέλεση υπηρεσιακού καθήκοντος των προανακριτικών για τη βεβαίωση του εγκλήματος και δεν συνιστούν κατά τους όρους του άρθρου 84 παρ. 2δ' συμπεριφορά δηλωτική ειλικρινούς μετάνοιας. Εξάλλου για τη δεύτερη ελαφρυντική περίσταση, η επίκληση ότι "καθ' όλο το χρονικό διάστημα της κράτησής του επέδειξε καλή συμπεριφορά και ο ποινικός του φάκελλος ήταν καθαρός" δεν πληροί το πραγματικό της διατάξεως της παρ. 2ε' αφού, από μόνη της η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ως κρατουμένου στις Φυλακές και για μόνο το χρονικό διάστημα της κράτησής του, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης τούτου, μετά την πράξη του, δεν μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια για τις άνω ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία και κατά τούτο οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου X1 είναι αβάσιμες. Περαιτέρω και η κατηγορουμένη X2 ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς για μακρό χρονικό διάστημα, επικαλούμενη, κατά τα εκ των πρακτικών προκύπτοντα, ότι μετά την αποφυλάκισή της [κατά παραδοχή αιτήσεως αναστολής της πρωτόδικης αποφάσεως] εργάζεται ανελλειπώς ως οικιακή βοηθός σε οικίες Ελλήνων, ότι για την εργασία της αυτή είναι ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, ότι στηρίζει οικονομικά τους γονείς της που στερούνται ιδίων πόρων και ότι γενικώς δεν έχει έκτοτε επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική και κολάσιμη συμπεριφορά. Τον ισχυρισμό αυτόν, επαρκώς θεμελιούμενο με τα άνω προτεινόμενα πραγματικά περιστατικά, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε με ελλειπή αιτιολογία με μόνη την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα με την πράξη. Συνεπώς, κατά το σκέλος αυτό, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως της αναιρεσείουσας X2, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού της. V. Μετά από αυτά, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθόσον αφορά την ενοχή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για όλες τις πράξεις, για τις οποίες το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του κήρυξε αυτούς ενόχους. Όμως, οι ίδιες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτές και αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση α) για μεν τον αναιρεσείοντα X1 κατά τη διάταξη αυτής με την οποία δέχθηκε ως προς αυτόν τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 συνακολούθως δε και κατά την περί ποινής διάταξη αυτής β) για δε την αναιρεσείουσα- κατηγορουμένη X2 ως προς την διάταξη με την οποία απορρίφθηκε ο εκ του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Π.Κ. αυτοτελής ισχυρισμός αυτής, αλλά και κατά περί της ποινής διάταξη. Κατά το αναιρούμενο μέρος της, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2.036/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο κατά τις διατάξεις αυτής με τις οποίες δέχθηκε Α) για τον αναιρεσείοντα X1 και για τις πράξεις για τις οποίες τον κήρυξε ένοχο, τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 και Β) για την αναιρεσείουσα X2, την μη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Ποινικού Κώδικα και Γ) κατά τη διάταξη αυτής περί της επιβολής ποινής και στους δύο αναιρεσείοντες. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και. Απορρίπτει κατά τα λοιπά, τις εν αρχή αιτήσεις αναιρέσεως των X1 και της X2 Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008 . Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά, κατοχή, αποθήκευση, μεταφορά ηρωίνης. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για τις άνω πράξεις. Ελλιπής αιτιολογία για τη συνδρομή στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987. Ελλιπής αιτιολογία και για την απόρριψη ισχυρισμού της δεύτερης κατηγορούμενης για συνδρομή στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 Ε΄ του ΠΚ. Μερική αναίρεση για τις άνω διατάξεις και για την περί ποινής διάταξη. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας αναγνωσθέντος εγγράφου. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα εκ της αιτίας αυτής.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2468/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομμάτη, περί αναιρέσεως της 1486/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 5 Μαρτίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1669/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομιστούν κρίσιμα για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται ή να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. ΙI. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1486/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε, ένοχος για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, πράξεις που τέλεσε κατ' επάγγελμα, και του επιβλήθηκε ποινή ισοβίου καθείρξεως και χρηματική ποινή 60.000 ευρώ, είχε ζητήσει κατά την ακροαματική διαδικασία, την αναβολή της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις. Ειδικότερα δια του πληρεξούσιου του δικηγόρου, ζήτησε α) να προσκομιστεί αρμοδίως έγγραφο της χημικής υπηρεσίας για ποσοτικό έλεγχο των ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης) για την αγορά, κατοχή και πώληση των οποίων είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, με σκοπό τον ακριβή προσδιορισμό της περιεκτικότητας - καθαρότητας και κατά συνέπεια, το βαθμό βλαπτικότητας των ουσιών αυτών , προκειμένου να διαπιστωθεί η χαμηλή, όπως υποστήριζε, περιεκτικότητα της ηρωίνης που είχε κατασχεθεί στα χέρια του, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε πέσει θύμα παγιδεύσεως και β) να κληθεί και καταθέσει η μάρτυρας ....., κρατούμενη στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, ένορκη κατάθεση της οποίας προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναγνώστηκε, η οποία, όπως ο αναιρεσείων ισχυριζόταν, "μετά λόγου δικής της γνώσεως, αναφέρεται (με λεπτομέρειες, μάλιστα) στο χρονικό της παγιδεύσεως αυτής, προκειμένου, με θύμα εμένα, να τύχει των ευεργετικών διατάξεων του νόμου (άρθρο 24) μεγαλοδιακινητής ναρκωτικών", υποστηρίζοντας περαιτέρω, ότι από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία θα βελτίωναν τη θέση του, διότι ευχερώς θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι ο ρόλος του στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν ήταν παρά "ευκαιριακός - ερασιτεχνικός, χωρίς να συντρέχουν στο πρόσωπό του τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα δράσεως". Το πρώτο από τα πιο πάνω αιτήματα, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να διεξαχθεί ποσοτική ανάλυση των ναρκωτικών, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την εξής αιτιολογία: "... Το δε αίτημα αναβολής για τον ακριβή προσδιορισμό της περιεκτικότητας - καθαρότητας των ναρκωτικών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι σύμφωνα με τις εκθέσεις εξέτασης της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών (Τμήματος Ναρκωτικών), στα δείγματα, που εξετάσθηκαν, βρέθηκε ηρωίνη και κοκαΐνη. Η νέα χημική εξέταση των παρακρατηθέντων δειγμάτων, δεν είναι αναγκαία διότι η καθαρότητα και η περιεκτικότητα της ηρωίνης και κοκαΐνης ενδιαφέρει για την εκτίμηση του, από το άρθρο 12 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2161/1993, αυτοτελούς ισχυρισμού ότι η προμήθεια και η κατοχή των ναρκωτικών έγινε για την για δική του αποκλειστικά χρήση του δράστη, που δεν προβλήθηκε. Εκτός από αυτά, η πρόσμιξη της ηρωίνης με άλλες ουσίες μπορεί να επηρεάζει την καθαρότητα και την ποιότητα της εντεύθεν και την τιμή της πώλησης της, αλλά καμία επιρροή δεν ασκεί ως προς τη θεμελίωση των εν λόγω αξιόποινων "πράξεων (ΑΠ 1425/06), αλλά αρκεί ότι η ουσία αυτή, έστω και μη υψηλής καθαρότητας, είναι ναρκωτική υπό την έννοια ότι δρα επί του κεντρικού νευρικού συστήματος και προκαλεί εξάρτηση από αυτή. Άλλωστε, τα ναρκωτικά αυτά, αποπειράθηκε να πωλήσει ο κατηγορούμενος, χωρίς καμία διαφοροποίηση της τιμής πώλησης από το βαθμό καθαρότητας και περιεκτικότητας τους". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής του αιτήματος της αναβολής της δίκης για τον προαναφερόμενο λόγο είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της περί ενοχής του κατηγορουμένου αποφάσεως, σε σχέση με την πιο πάνω αναφερόμενη στο δεύτερο αίτημα αυτού για την αναβολή της δίκης, ένορκη βεβαίωση της ....., εκτίθενται τα εξής. "Η ένορκη βεβαίωση της ..... είναι αναξιόπιστη, αναληθής και μεθοδευμένη από τον ίδιο, για να αποσείσει τις ευθύνες του, εμφανιζόμενος δήθεν ενήργησε τη διακίνηση των ναρκωτικών μετά από εκβιασμό για τη ζωή της κόρης του". Όμως, το Πενταμελές Εφετείο, αξιολογώντας την αξιοπιστία της ....., στο περί της ενοχής του κατηγορουμένου σκεπτικό του, δεν απαντά στο αίτημα αυτού για την αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί η πιο πάνω μάρτυρας για το ειδικώς προσδιοριζόμενο στην αίτησή του ζήτημα. Εξάλλου, με την εκδοχή ότι το Δικαστήριο απέρριψε (εμμέσως) το σχετικό αίτημα με την αιτιολογία ότι η εν λόγω μάρτυρας είναι αναξιόπιστη, η αιτιολογία αυτή δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, έστω και αν η απόφαση αυτή αφήνεται στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Αυτό δε διότι, ενώ η αίτηση του κατηγορούμενου αναιρεσείοντα, ήταν, όπως αναφέρθηκε, αρκούντως ορισμένη, δεν αιτιολογείται στην απόφαση, γιατί το Δικαστήριο θεωρεί την μάρτυρα αναξιόπιστη και από ποια πραγματικά περιστατικά προέκυψε η αναξιοπιστία της και, συνεπώς, η κρίση ότι ήταν περιττή η κλήτευσή της και η εξέτασή της. Η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανεπάρκεια δηλαδή της αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απορριπτικής του αιτήματος αναβολής, για κρείσσονες αποδείξεις, απόφασης του Δικαστηρίου, προβάλλεται με τον πρώτο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη σχετική απορριπτική διάταξή της. Συνακολούθως δε, πρέπει να αναιρεθεί η ίδια απόφαση και ως προς τη διάταξή της, με την οποία, εξετάζοντας κατ'ουσίαν την υπόθεση, έκρινε ένοχο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, διότι, με το να αποφανθεί κατά τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, κατά τον εμπεριεχόμενο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, βάσιμο περί τούτου λόγο αναίρεσης. ΙΙΙ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αρχή του σκεπτικού της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου, όπου μνημονεύονται, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτό κατέληξε στην περί ενοχής του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις καταθέσεις "των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης". Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση της των πρακτικών της δίκης, προέκυψε ότι κατ' αυτήν εξετάστηκαν μόνο δύο μάρτυρες, χαρακτηριζόμενοι στα πρακτικά ως μάρτυρες κατηγορίας, οι αστυνομικοί ..... (υπαστυνόμος) και ..... (αρχιφύλακας). Η αναγραφή στα πρακτικά ότι εξετάστηκαν και μάρτυρες υπερασπίσεως δε δύναται να αποδοθεί σε από προφανή παραδρομή μη διόρθωση (διαγραφή) του σχετικού μέρους του εντύπου της αποφάσεως, δεδομένου, ότι και στο κυρίως σώμα του σκεπτικού της αποφάσεως γίνεται λόγος για μάρτυρες του κατηγορουμένου και ειδικότερα ότι "ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις αυτοβούλως ως φυσικός αυτουργός και όχι δήθεν ότι έπεσε θύμα παγίδας συμπατριωτών του, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο ίδιος και κατέθεσαν οι μάρτυρες του". Αλλά και στο σκεπτικό της μειοψηφίας (για τη χορήγηση ελαφρυντικών) γίνεται ειδικός λόγος για εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως. Συγκεκριμένα η μειοψηφούσα γνώμη προκειμένου να στηρίξει την κρίση της για την αναγνώριση στον κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου, αναφέρει: "βλ. ιδιαίτερα καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως". Επομένως, λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη, ότι ούτε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετάστηκαν μάρτυρες υπερασπίσεως (ώστε να υποτεθεί ότι πρόκειται για τις καταθέσεις αυτών, που αναφέρονται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της δίκης εκείνης), υπάρχει ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα ως προς τις μαρτυρικές καταθέσεις, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως, κατά τον βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ. περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, δεύτερο λόγο αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων (του κυρίως δικογράφου και των προσθέτων λόγων). ΙV. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1486/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Αιτιολογία παρεμπίπτουσας απόφασης που απορρίπτει αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Απορρίπτει το ένα από τα δύο αιτήματα χωρίς αιτιολογία. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας. Επίκληση στην απόφαση κατ’ επανάληψη, ότι λήφθηκαν υπόψη στην περί ενοχής κρίση καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, χωρίς να προκύπτει ότι εξετάστηκαν τέτοιοι μάρτυρες. Ασάφεια ως προς την αιτιολογία. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Αναβολής αίτημα, Μάρτυρες.
0
Αριθμός 2467/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 644/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 315/9-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 6/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X κατά του υπ'αριθμ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Σύρου και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χίου με το υπ'αριθμ. 88/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου που θα ορίσει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία επήλθε ο θάνατος του παθόντος (άρθρο 306 § § ια και 2β Π.Κ.). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων την υπ'αριθμ. 5/2007 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε τοπροσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με το οποίο έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία. Κατά το εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο (άρθρα 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § ια Κ.Π.Δ., όπως η παρ. 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν.3160/2003), διότι ναι μεν ασκήθηκε στις 3-4-2008, ενώ επιδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα στη σύνοικο πεθερά του αναιρεσείοντος A στις 4-3-2008, ήτοι μετά τη δεκαήμερη προθεσμία του άρθρου 473 § 1 Κ.Π.Δ., πλην όμως συνεπεία της άννοιας από την οποία πάσχει η πεθερά του (δείτε την από 24-3-2008 βεβαίωση του ιατρού παθολόγου της Χίου .....), το λησμόνησε και δεν ανεκοίνωσε ούτε παρέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα στον αναιρεσείοντα, γεγονός που αποτελεί εν προκειμένω γεγονός ανωτέρας βίας για τον τελευταίο. (Δείτε και ΑΠ 848/2005 Π.Χρ.ΝΣΤ/37). 'Ελαβε δε γνώση του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων στις 25-3-2008 όταν τυχαία το ανεύρε στην οικία του και άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στις 3-4-2008. Διαλαμβάνονται δε περαιτέρω στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτοί της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 306 § § ια και 2β Π.Κ., της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484 § ια, β και δ' Κ.Π.Δ.). Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 § ιβ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο (δείτε και ΑΠ 431/07 Π.Χρ. ΝΖ/502). Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών ( ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 π.Χρ.ΝΖ/33, ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627). Από τις διατάξεις των άρθρων 192 και 204 § § 1 και 2 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι εκείνος που ενεργεί την ανάκριση δεν είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στους διαδίκους τους πραγματογνώμονες που διορίζει σε περίπτωση που επιβάλλεται άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, όπως και στην περίπτωση που διατάσσεται από αυτόν η διενέργεια προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, κατά το άρθρο 187 του ιδίου Κώδικα (ΑΠ 1808/1988 ΝοΒ 1989/479). Κατά το άρθρο 306 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο, που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή, να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του Π.Κ., αν από την έκθεση προκληθεί από αμέλεια του δράστη βαριά βλάβη της υγείας του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν δε προκληθεί θάνατος, κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Από τη διάταξη της παρ. 1 προκύπτει, ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, συγκροτείται με δύο τρόπους: α) με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί αυτός αβοήθητος (έκθεση σε στενή έννοια) και β) με την άφεση αβοήθητου του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία κ.λ.π. του δράστη. Η έννοια των φράσεων του νόμου "καθιστά αβοήθητο", "αφήνει αβοήθητο" σημαίνει ότι και στις δυο αυτές περιπτώσεις δημιουργείται κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος ή επιτάσεως του επισυμβάντος κινδύνου. Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της έκθεσης σε στενή έννοια, υπάρχει, όταν με θετική ενέργεια (ή παράλειψη), το θύμα μεταφέρεται από μία σχετικά ασφαλή θέση σε μία ανασφαλή, χωρίς να απαιτείται τοπική μετακίνηση του θύματος, και έτσι εκτίθεται σε κίνδυνο η ζωή και η υγεία του (βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, Εγκλήματα διακινδύνευσης της ανθρώπινης ζωής, σελ. 68 έκδοση 1974). Η αβοήθητη θέση, στην οποία περιάγεται το θύμα, συνίσταται στη δημιουργία όρων με τους οποίους αρχίζει μια αυτοδύναμη διαδικασία που θα οδηγήσει σε βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής ή της υγείας, αν δεν ανακοπεί με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως είναι αδιάφορο, εάν το θύμα τελικά διασωθεί με την παρέμβαση τρίτων ή από τύχη. Και τούτο, γιατί στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, στα οποία εντάσσεται και η έκθεση, η συμπεριφορά του δράστη εξαντλείται στην πρόκληση του κινδύνου και δεν συνδέεται με την επέλευση της βλάβης. Απαιτείται, ακόμη, να συντρέχει και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος, ο οποίος θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι, αν δεν ελάμβανε χώρα η ενέργεια του δράστη ή δεν παραλειπόταν η επιβεβλημένη ενέργειά του, τότε το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα, δηλαδή η κατάσταση κινδύνου, στη μεν έκθεση σε στενή έννοια, δεν θα επερχόταν, στην δε έκθεση σε ευρεία έννοια, η οποία τελείται με παράλειψη, η υπάρχουσα ήδη κατάσταση κινδύνου, θα ήρετο. Για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της έκθεσης, απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο έστω και ενδεχόμενο (Α.Π. 500/2003 Ποιν.Χρ. ΝΓ/122 κ.ά.), να γνωρίζει, δηλαδή, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι ο παθών, στην πρώτη περίπτωση (έκθεση σε στενή έννοια) περιάγεται με την ενέργειά του σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του, στη δεύτερη δε περίπτωση, ότι ο παθών βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του και θέλει ή αποδέχεται, στην πρώτη περίπτωση να προβεί στην ενέργεια (ή την παράλειψη) από την οποία δημιουργείται η ως άνω κατάσταση κινδύνου, στη δεύτερη δε περίπτωση, να παραλείψει να προβεί στη λυτρωτική για τον παθόντα ενέργεια, οσάκις ο δράστης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος, ενώ για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, απαιτείται περαιτέρω υποκειμενικώς, πλην του ως άνω βασικού δόλου ως προς την έκθεση και αμέλεια του δράστη, ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα (άρθρ. 28 Π.Κ.) του θανάτου ή της βαριάς βλάβης της υγείας του παθόντος. (Συμ. Α.Π. 1959/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ/2007 σ. 201). Περαιτέρω, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατόν το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο ποινικός κώδικας ακολούθησε την θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, αφενός μεν ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατόν το εγκληματικό αποτέλεσμα, συνεπεία της ενεργείας του ή της παραλείψεώς του, αφετέρου δε ότι το αποδέχθηκε. Η συνδρομή όμως του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται από τον βαθμό της πιθανότητας με την οποία προεβλέφθη το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από την διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατόν, προχώρησε στην πράξη του, δίχως να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση. Η έννοια του δόλου, είτε άμεσου, είτε ενδεχόμενου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος. Τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι στενώς συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ τους και δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, από τυχόν παραλείψεις του δράστη ή ελλείψεις ενός πράγματος, για να μεταβάλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαρειά ή ελαφριά παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμελείας. Προσαπαιτείται επίσης και διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθησε από την συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψε και εντεύθεν επεδοκίμασε. Επί τη βάσει των προδιαληφθέντων, δεν συντρέχει περίπτωση ενδεχόμενου δόλου, όταν δεν δύναται, κατ'αντικειμενική κρίση, να καταφαθεί και το βουλητικό στοιχείο προθέσεως, όπως συμβαίνει, όταν δεν προκύπτει οποιοδήποτε λογικό κίνητρο του υπαίτιου προς διάπραξη ενός εκ δόλου εγκλήματος (Α.Π. 1269/2006, 2032/2004, 1661/2004, Ποιν. Δικ. 2006 με παρατηρήσεις Κ. Βαθιώτη, Ποιν. Χρ. ΝΕ/734, Πράξη και Λόγος Π.Δ. 2004 σελ. 379 αντιστ. κ.ά, Κ. Βαθιώτη, Ναυάγιον ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: Η αρχή του τέλους (ή το τέλος μιάς νέας αρχής) δια τον ενδεχόμενον δόλον, Ποιν. Χρ. ΜΕ/363 επ., πρόταση Αντεισαγγελέα Α.Π. Α. Ζύγουρα στην υπ'αριθμ. 1959/2006 (Σε Συμβούλιο) απόφαση του Α.Π.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 του Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε ενσυνείδητη και μη συνειδητή. Ενσυνείδητη αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης, λόγω μη καταβολής της προσήκουσας προσοχής, προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί, διότι είτε ελπίζει (ενσυνείδητη αμέλεια α' βαθμού, βλ. Α.Π. 1519/1987 Ποιν. Χρ. ΛΗ', σ.211), είτε πιστεύει (ενσυνείδητη αμέλεια β'βαθμού) ότι δεν θα επέλθει. Μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν προέβλεψε καθόλου το εγκληματικό αποτέλεσμα (Α.Π. 300/1998 Ποιν.Χρ. ΜΗ', 909, Α.Π. 1600/1996 Ποιν. Χρ. ΜΖ', 870, Α.Π. 1124/1995 Ποιν.Χρ. ΜΣΤ', 490 Ι. Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο-2004, 311, Πολ. Τσιρίδης, ο ενδεχόμενος δόλος- θεωρία και Πρακτική, Ποιν. Χρ. ΜΒ', 961 επ.). Επομένως, ο ενδεχόμενος δόλος διαφέρει από τη συνειδητή αμέλεια, κατά το ότι στη δεύτερη ο δράστης, παρόλο που προβλέπει ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της πράξης του, ελπίζει ή πιστεύει ότι θα το αποφύγει, δηλαδή δεν αποδέχεται το αποτέλεσμα αλλά ενεργεί "εξ αφροντιστίας". Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό πρόταση του παρ' αυτώ εισαγγελέα, δέχθηκε ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση (και την συμπληρωματική) και την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση, και ειδικότερα από τις ληφθείσες, κατά την διενέργεια αυτών, μαρτυρικές καταθέσεις, την από 17/2/2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ..... και ....., σε συνδυασμό με όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 13/2/2005 και περί ώρα 11.00 το Ε/Γ-Ο/Γ "....." (νηολογίου Πειραιά .....) με πλοίαρχο τον κατηγορούμενο X κατέπλευσε στον λιμένα Ψαρών, εκτελώντας προγραμματισμένο δρομολόγιο Χίος-Ψαρά. Περί ώρα 12.00 της ίδιας ημέρας εξεδόθη δελτίο καιρού της ΕΜΥ (άνεμοι ΝΔ 7-8 BF), βάσει δε αυτού ο Λ/Σ Ψαρών απαγόρευσε τον απόπλου του ως άνω πλοίου. Στις 14/2/2005 οι άνεμοι ενισχύθηκαν σε ΝΔ 8-9 BF, ενώ από τις 23.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας η έντασή τους αυξήθηκε σε Ν-ΝΔ 9-10 BF. Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών το πλήρωμα ήταν σε κατάσταση ετοιμότητας και η πρόσδεση του πλοίου ενισχυόταν με πρόσθετους κάβους καθόλη τη διάρκεια της νύκτας. Ο B που ήταν ναυτολογημένος στο εν λόγω πλοίο ως μηχανοδηγός Β', αφού τελείωσε τη βάρδια του (20.00 - 24.00), εξήλθε του πλοίου, αφού πήρε άδεια από τον κατηγορούμενο X, και πήγε στην οικογενειακή του εστία στα Ψαρά (όπου και είχε γεννηθεί) για να διανυκτερεύσει εκτός πλοίου μέχρι την επόμενη το πρωί (της 15ης-2-2005), οπότε και θα αναλάμβανε βάρδια από τις 08.00 το πρωί έως τις 12.00. Περί την 01.00 ώρα της 15/2/2005 έσπασε ο πρώτος κάβος στην πρύμνη και όλο το πλήρωμα κινητοποιήθηκε ευρισκόμενο στις θέσεις του, ενισχύοντας περαιτέρω τους κάβους πρόσδεσης, καθώς και οι καιρικές συνθήκες γίνονταν ολοένα και πιο δυσχερείς και υπήρχε ιδιαίτερα υψηλός κυματισμός (τα κύματα έφθαναν τα 10 μέτρα). Το πρωί της 15/2/2005 και περί ώρα 08.00 ο B επιχείρησε να φθάσει στο πλοίο "....." που παρέμενε δεμένο στο λιμάνι των Ψαρών, έχοντας μάλιστα προηγουμένως επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον πλοίαρχο, ο οποίος του ζήτησε να τους φέρει ερχόμενος στο πλοίο προμήθειες φαγητού, γιατί δεν είχαν κατορθώσει να αποβιβαστούν στο λιμάνι. Ωστόσο, η ένταση των κυμάτων ήταν τέτοια που δεν επέτρεψε στον B να φτάσει στην προβλήτα του λιμανιού και, γι'αυτό το λόγο, επέστρεψε στο καφενείο της παραλίας και από εκεί επικοινώνησε μέσω του κινητού του τηλεφώνου με τον κατηγορούμενο πλοίαρχο και τον ενημέρωσε ότι ήταν αδύνατη η προσέγγιση στο πλοίο. Εν τω μεταξύ (και όσο περίμενε ο θανών B στο καφενείο της παραλίας αναμένοντας τη βελτίωση των καιρικών συνθηκών που θα επέτρεπαν την πρόσβαση στην προβλήτα του λιμανιού και την επιβίβαση στο πλοίο) οι άνεμοι, αντί να εξασθενούν, γίνονταν ισχυρότεροι, με αποτέλεσμα να γίνεται θραύση (σταδιακά) και άλλων κάβων του πλοίου και στην πρύμνη και στην πλώρη, οι οποίοι αντικαθίσταντο με άλλους από το πλήρωμά του, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και δυο συρματόσκοινα που επίσης έσπασαν. Ο κατηγορούμενος πλοίαρχος ήλθε τότε σε επικοινωνία με τους τοπικούς φορείς του νησιού ζητώντας οποιαδήποτε δυνατή βοήθεια. Για το σκοπό αυτό γύρω στις 10.00 το πρωί της 15/2/2005 είχε επιχειρηθεί με όχημα Φ/Γ ιδιώτη να μεταφερθούν στο πλοίο συρματόσκοινα προς ενίσχυση των κάβων, αλλά αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθόσον λόγω της κακοκαιρίας και του έντονου κυματισμού, το όχημα δεν κατέφερε να εισέλθει από τον καταπέλτη του πλοίου και κατόπιν τούτου έφυγε. Στη συνεχεία, περί ώρα 10.55 π.μ. ώρα, ο ίδιος ο πλοίαρχος (όπως ισχυρίσθηκε) μαζί με ένα μέλος του πληρώματος (το ναύτη Γ 61 ετών) κατέβηκαν για να δέσουν τους κάβους, αλλά η θαλασσοταραχή ήταν τόσο έντονη, ώστε ο ναύτης να πέσει και να "στραμπουλίξει" το δεξί του πόδι, ο ίδιος δε ο πλοίαρχος σημείωσε στο ημερολόγιο γέφυρας ότι λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών δεν κατέστη δυνατόν να μεταφερθεί ο ανωτέρω ναύτης στο Αγροτικό Ιατρείο Ψαρών, αλλά δόθηκαν οι πρώτες βοήθειες από το Λ/Σ Ψαρών μέσω VHF. Μετά και την προαναφερθείσα ανεπιτυχή προσπάθεια προσδέσεως του πλοίου με πρόσθετους κάβους, λόγων των αντίξοων και επικίνδυνων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, ο κατηγορούμενος πλοίαρχος X ειδοποίησε τηλεφωνικά τόσο τις τοπικές αρχές του νησιού όσο και τις Λιμενικές Αρχές ζητώντας βοήθεια, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο γέφυρας, στο οποίο αναφέρεται ότι ο πλοίαρχος ζήτησε βοήθεια γύρω στις 13.30 το μεσημέρι της 15/2/2005 από λιμενικές αρχές και τοπικούς παράγοντες, η οποία όμως δεν του παρασχέθηκε, όπως ο ίδιος σημειώνει, ενώ κατά τις 13.40 ώρα το πλοίο πλέον συγκρατούνταν από έναν κάβο. Εν τω μεταξύ, στο λιμένα των Ψαρών και σε ασφαλή απόσταση από το πλοίο είχαν συγκεντρωθεί κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούσαν τις προσπάθειες του πληρώματος του πλοίου να το συγκρατήσουν στη θέση του και να αποφευχθεί η προσάραξη του στα αβαθή του λιμανιού. Παρ'όλη αυτήν την κατάσταση και ενώ υπήρχε διαρκής επιδείνωση των καιρικών συνθηκών και οι άνεμοι είχαν πλέον φθάσει τα 11 BF (βλ. ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου) και είχε γίνει πλέον σαφές και εμπράκτως σε όλους, ιδιαιτέρα δε στον έμπειρο κατηγορούμενο πλοίαρχο, ότι κανένας δεν θα επιχειρούσε να τους βοηθήσει διότι το πρωτοφανές φαινόμενο της κακοκαιρίας είχε δημιουργήσει συνθήκες που δεν επέτρεπαν σε κανέναν να πλησιάσει το πλοίο χωρίς κίνδυνο της ζωής του, περί ώρα 14.00' στις 15/2/2005 ο πλοίαρχος X τηλεφώνησε στον θανόντα B και επίμονα του ζήτησε να βοηθήσει από ξηράς στην ενίσχυση πρόσδεσης των κάβων, γιατί το πλοίο ήταν πλέον έρμαιο των κυμάτων. Ο τελευταίος αρχικά αρνήθηκε, γνωρίζοντας τη μεγάλη επικινδυνότητα του σχετικού εγχειρήματος, την αρχική δε αυτή άρνησή του ενίσχυαν και με τις προς τούτο συμβουλές τους όσοι βρίσκονταν πλησίον του και παρακολουθούσαν τα διαδραματιζόμενα, οι οποίοι τον απέτρεπαν να προβεί σε μία τέτοια επικίνδυνη ενέργεια για την ίδια του τη ζωή (βλ. καταθέσεις όλων των παρευρισκομένων, ήτοι Δ - καβοδέτη, Ε-ναυτικού, Ζ-ναυτικού, Η-συνταξιούχου NAT). Όμως, μετά από όλες τις επανειλημμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που είχε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος φορτικά τον πίεζε, επισείοντας μέχρι και το ενδεχόμενο απόλυσής του, αν δεν πλησιάσει προς το πλοίο για να δέσει κάβους, ο Β θεώρησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να εκτελέσει την εντολή που του είχε δώσει ο πλοίαρχος, διότι πλέον κινδύνευε να χάσει την εργασία του. Στην τελευταία τους τηλεφωνική επικοινωνία, ο B φάνηκε ταραγμένος και πιεσμένος, γεγονός για το οποίο καταθέτουν όσα πρόσωπα ήταν κοντά του, στα οποία, εξομολογήθηκε ότι δεχόταν πιέσεις να πάει στο πλοίο και να δέσει κάβους, ενώ όλοι του συνιστούσαν να το αποφύγει λόγω του ότι αναπόδραστα θα εξέθετε σε κίνδυνο την ζωή του. Την επικοινωνία αυτή και την κλήση για βοήθεια την αποδέχθηκε ως γεγονός και ο ίδιος ο πλοίαρχος (ο οποίος όμως προσθέτει ότι ζήτησε τη συνδρομή του θανόντος μόνον όταν οι καιρικές συνθήκες θα του επέτρεπαν να την παράσχει με ασφάλεια) αλλά και όσοι κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης του (βλ. σχετικά και το ημερολόγιο γέφυρας, στο οποίο φαίνεται ότι μίλησαν τόσο την πρώτη φορά που πλησίασε το πλοίο, όσο και πριν από τη δεύτερη μοιραία για τον θανόντα φορά, κατά την οποία ο πλοίαρχος ισχυρίζεται, αντιθέτως, ότι τον απέτρεψε). Επισημαίνεται, ότι λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, μετά από την πρωινή αποτυχημένη προσπάθεια του ιδιωτικού Φ/Γ αυτοκινήτου να προσεγγίσει το πλοίο για να ενισχύσει την προσπάθεια καβοδέτησης, καμμία άλλη βοήθεια δεν είχε προσφερθεί από κάποια δημόσια ή δημοτική αρχή, αλλά ούτε και ο καβοδέτης των πλοίων Δ ήθελε να πλησιάσει, διότι σχημάτισε τη γνώμη ότι υπήρχε κίνδυνος να χάσει τη ζωή του (βλ. την από 22/2/2005 προανακριτική του κατάθεση). 'Ετσι και παρά τις αποτρεπτικές για το εγχείρημα συστάσεις των φίλων και των παρευρισκομένων, οι οποίοι εφοβούντο και θεωρούσαν ότι ήταν άκρως επικίνδυνα με τέτοιας έντασης ανέμους και κύματα που έφθαναν και τα δεκαπέντε μέτρα, ο θανών, υπό το κράτος της ψυχολογικής πίεσης και του φόβου απώλειας της εργασίας του, κατευθύνθηκε τελικά προς το πλοίο με σκοπό να προσπαθήσει να ενισχύσει τους κάβους. Στην αρχή ο B επιχείρησε να προσεγγίσει το πλοίο χωρίς όμως να το κατορθώσει λόγω των εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών (υψηλός κυματισμός που υπερέβαινε και την προβλήτα - βλ. αναφορά Λιμεναρχείου Χίου της 19/5/2005). Στη συνεχεία επιχείρησε για δεύτερη φορά να προσεγγίσει το πλοίο και, αφού φόρεσε το αδιάβροχο του και δέθηκε με ένα λεπτό σχοινάκι στη μέση του (για μεγαλύτερη ασφάλεια) προχώρησε προς την προβλήτα και πέτυχε να δέσει ένα πρυμναίο κάβο και στη συνέχεια προσπάθησε να δέσει και ένα δεύτερο κάβο. Όμως, κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής προσπάθειας ένα κύμα με τεράστια δύναμη ήρθε και τον πέταξε κάτω στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμανιού, επιφέροντας μάλιστα σοβαρές και μοιραίες σωματικές βλάβες, εν συνεχεία δε ένα άλλο κύμα τον παρέσυρε στη θάλασσα στο εσωτερικό μέρος του λιμανιού των Ψαρών. Οι κάτοικοι που βρίσκονταν στο λιμάνι εκείνη την στιγμή τον είδαν για λίγο να κολυμπάει και ακολούθως να παρασύρεται από τα κύματα με μεγάλη ταχύτητα μακριά από το πλοίο προς τον εσωτερικό μόλο του λιμένα. Από την ξηρά οι κάτοικοι των Ψαρών προσπάθησαν να τον σώσουν ρίχνοντάς του κουλούρα με σκοινί και ένας από αυτούς ο Θ έπεσε στη θάλασσα για να τον βοηθήσει. Αφού τον έφτασε, διαπίστωσε ότι είχε αρχίσει να βουλιάζει γιατί είχε χάσει τις αισθήσεις του και τον έπιασε από το αδιάβροχο που φορούσε, όμως ισχυρά ρεύματα παρέσυραν και τους δύο μέχρι που βούτηξε στη θάλασσα και ένας άλλος Ψαριανός. ο Ι κρατώντας ένα σκοινί και αφού έδεσαν τον B κατάφεραν να τον τραβήξουν στη στεριά. Αρχικά τον μετέφεραν αναίσθητο στην προκυμαία και από εκεί τον μετέφεραν με ασθενοφόρο στο Αγροτικό Ιατρείο Ψαρών, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Όπως προέκυψε από την με ημερομηνία 17/2/2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ..... και ..... ο θάνατος του B οφείλεται σε εγκεφαλική αιμορραγία προερχόμενη από κάταγμα της βάσης κρανίου, το οποίο προκλήθηκε από σφοδρή πρόσκρουση στη μετωπορινική χώρα. Συνεπώς ο θάνατος δεν προήλθε από πνιγμό, αλλά οφείλεται στη βίαιη πρόσκρουση του θανόντος στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμανιού συνεπεία του χτυπήματος που δέχθηκε από τα τεράστια κύματα στην προσπάθειά του να δέσει το δεύτερο κάβο. Ο κατηγορούμενος πλοίαρχος ως παλιός και έμπειρος ναυτικός, όταν τηλεφώνησε στον B και του έδωσε την εντολή (επισείοντας και τον κίνδυνο απόλυσής του) να πλησιάσει το πλοίο για να ενισχύσει τους κάβους, είχε επίγνωση ότι το εγχείρημα αυτό ήταν άκρως επικίνδυνο για τη ζωή του τελευταίου, διότι τα κύματα ξεπερνούσαν τα δέκα (10) μέτρα και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τον χτυπήσουν και να τον παρασύρουν στη θάλασσα, εντεύθεν δε να περιέλθει σε κατάσταση αβοήθητη έναντι κινδύνου για τη ζωή του, εν τούτοις αποδέχθηκε την αβοήθητη αυτή κατάσταση και το ενδεχόμενο κινδύνου για τη ζωή του θανόντος (δόλος διακινδύνευση), με την έννοια, ότι συγκατατέθηκε σ'αυτά, αδιαφορήσας παντελώς για την επέλευσή του, έστω και αν δεν το επιθυμούσε, ελπίζοντας μόνο, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι δεν θα επέλθει. Στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά τον εξώθησε το αίσθημα ανασφάλειας για τον ίδιο και το πλοίο του, που αισθάνθηκε, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, καμμία αρχή (δημόσια ή δημοτική) ή ιδιώτης δεν προσφέρθηκε ή έστω δεν δέχθηκε να τον βοηθήσει, ενόψει των προαναφερθέντων κινδύνων και η επιθυμία της αποτροπής επέλευσης ζημιών στο πλοίο από ενδεχόμενη προσάραξή του στα αβαθή του λιμένα των Ψαρών. Επομένως η έκθεση, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, οφείλεται σε πρόθεση του ανωτέρω κατηγορουμένου υπό την μορφή του ενδεχόμενου δόλου. Αλλά το ως άνω βαρύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή ο θάνατος του B, που επήλθε από την πράξη αυτή του κατηγορουμένου, δεν περιείχετο στην πρόθεσή του, οφείλεται όμως σε συνειδητή αμέλειά του, δηλαδή σε έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό την παραπάνω ιδιότητά του (ως πλοιάρχου), τις προσωπικές του ικανότητες και εμπειρίες να καταβάλει, συνεπεία της οποίας, μετά την χρονική στιγμή της αποτυχημένης πρώτης προσπάθειας προσέγγισης του πλοίου από τον θανόντα λόγω του έντονου κυματισμού της θάλασσας (ύψος κυμάτων που υπερέβαινε τα δέκα και έφθαναν τα δεκαπέντε μέτρα που χτυπούσαν την προβλήτα υπερβαίνοντάς την), παρέλειψε να συστήσει στον θανόντα να μην ξαναπροσπαθήσει και μάλιστα επανειλημμένα (μία φορά δένοντας ένα πρυμναίο κάβο και την δεύτερη (και μοιραία) προσπαθώντας να τοποθετήσει και δεύτερο κάβο στη δέστρα που είχε αμέσως προηγουμένως τοποθετήσει κάτω από το πλοίο για να το σταθεροποιήσει) παρόλο που προέβλεψε ότι μπορούσαν τα τεράστια κύματα που χτυπούσαν την προβλήτα του λιμανιού να τον παρασύρουν και να προσκρούσει σ'αυτήν (προβλήτα), με μοιραία επακόλουθα τον θάνατό τους όπως τελικά συνέβη, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα X, με τον σχετικό της εφέσεώς του λόγο, ότι ουδέποτε άσκησε ψυχολογική βία με τη μορφή της απειλής απόλυσης και ότι ουδέποτε ζήτησε φορτικά από τον παθόντα να προσεγγίσει το πλοίο για να ενισχύσει τους κάβους, εν μέσω θαλασσοταραχής, αλλ' αντιθέτως ο θανών B ενήργησε κατ'αυτόν τον τρόπο από φιλοτιμία και υπερβάλλοντα ζήλο για να σώσει το πλοίο, κρίνεται ως αβάσιμος. Οι καταθέσεις των μελών του πληρώματος που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της (αστυνομικής) προανάκρισης, οι οποίες περισσότερο ή λιγότερο επιβεβαιώνουν τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του (δηλαδή ο κατηγορούμενος ουδέποτε πίεσε τον θανόντα και ότι του επέστησε την προσοχή να έλθει στο πλοίο μόνο αν οι συνθήκες το επιτρέπουν) εκτιμώνται ως μειωμένης αξιοπιστίας λόγω της προφανούς οικονομικής εξάρτησης και της σχέσης ιεραρχίας (πλοιάρχου προς πλήρωμα) που τους συνέδεε με τον κατηγορούμενο. 'Αλλωστε αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις καταθέσεις προσώπων που βρίσκονταν κοντά στον θανόντα από το πρωί της 15/2/2005 έως την στιγμή που διαπιστώθηκε ο θάνατός του και τα οποία ήταν ο ΙΑ, Θ, ΙΒ, ΙΓ και ΙΔ. 'Ολοι οι προαναφερθέντες, κατέθεσαν ότι ασκήθηκε τηλεφωνικώς από τον κατηγορούμενο στον θανόντα έντονη ψυχολογική πίεση να φύγει από τον ασφαλή χώρο του καφενείου της παραλίας (όπου βρισκόταν περιμένοντας να βελτιωθούν οι καιρικές συνθήκες) και να προσεγγίσει το πλοίο για να εξασφαλίσει την ενίσχυση των κάβων παρά τις επικίνδυνες καιρικές συνθήκες και τον έντονο κυματισμό που μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου. Επιπροσθέτως, ο ανωτέρω υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου καταρρίπτεται και από την ίδια την προηγούμενη του μοιραίου εγχειρήματος συμπεριφορά του θανόντος, δεδομένου ότι αν και αυτός είχε κατέβει από το πρωί στην παραλία με σκοπό να επιβιβασθεί και να αναλάβει τη βάρδια του, δεν το έπραξε όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν ηπιότερες (το πρωί ήταν λιγότερα τα μποφόρ και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 09.00-12.00 το πρωί της 15/2/2005 ήταν 9-10 ΒF, όπως προκύπτει και από το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου). Συνεπώς αντιβαίνουν στους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής να δεχθεί κανείς ότι επέλεξε ωθούμενος μόνο από τη φιλοτιμία του να ενεργήσει με δική του πρωτοβουλία απερίσκεπτα, τη χρονική στιγμή που πλέον οι καιρικές συνθήκες δεν μπορούσαν να είναι χειρότερες (όταν τα μποφόρ είχαν φτάσει τα 10-11, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο γέφυρας για το χρονικό διάστημα από 12.00-14.30' της ίδιας ημέρας) και πλέον γίνει αντιληπτό και σαφές ότι ούτε οι τοπικές αρχές ούτε το λιμενικό σώμα θα προέβαινε σε οποιαδήποτε ενέργεια παροχής βοήθειας στο πλοίο που κινδύνευε, παρόλο που επανειλημμένα τους είχε ζητηθεί από τον πλοίαρχο, διότι ήταν βέβαιο ότι όποιος το επιχειρούσε κινδύνευε να σκοτωθεί, γεγονός που και ο κατηγορούμενος γνώριζε ως έμπειρος πλοίαρχος. 'Ετσι είναι πρόδηλο ότι ο θανών έλαβε εντολή από τον πλοίαρχο του πλοίου να το πράξει και εκτέλεσε την εντολή φοβούμενος τις συνέπειες (πιθανής απολύσεως από την εργασία του) που θα είχε ενδεχόμενη άρνησή του. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο έτερος λόγος εφέσεώς του, κατά τον οποίο ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν έλαβε τα προσήκοντα μέτρα για την ασφαλή προσέγγιση του B προς το πλοίο, καθόσον τούτο ήταν εξ αντικειμένου αδύνατο το σωσίβιο θα δυσχέραινε την κίνησή του, αν δε του πετούσαν και άλλο σχοινί από το πλοίο για να δεθεί, δεν θα μπορούσε, ενώ προσπαθούσε να δέσει τον κάβο, δεδομένου ότι σε τέτοια περίπτωση δεν έπρεπε να του δοθεί εντολή πρόσδεσης πρόσθετων κάβων. Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις, προκύπτουν, υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας (ανωτέρω υπό στοιχεία Ι) έννοια, επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορούμένου για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της έκθεσης (με στενή έννοια από την οποία προκλήθηκε θάνατος ανθρώπου (άρθρ. 1,5,14,16,17,18, 26 § ια, 27, 29, 51, 52, 60, 63, 65, 79, 306 § § 2β-1 περ. α' Π.Κ.), για την οποία και παραπέμπεται για να δικασθεί με το εκκαλούμενο βούλευμα, ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία στο ακροατήριο. 'Ετσι κρίνοντας το εκκαλούμενο βούλευμα, στις κρίσεις του οποίου αναφερόμαστε συμπληρωματικά, δεν έσφαλε ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων, γι'αυτό και η υπό κρίση έφεση θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως επαναδιατυπωθεί, όπως στο διατακτικό, η σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου - εκκαλούντα κατηγορία, καθόσον δεν επέρχεται μεταβολή κατηγορίας, όταν στα πλαίσια του ακριβέστερου προσδιορισμού της πράξεως αλλάξει ο τρόπος τελέσεώς της χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα αυτής και επί του προκειμένου της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης και γνήσιο πολύτροπο υπαλλακτικά μικτό (Α.Π. 332/2000 Ποιν.Χρ. Ν/891). Επίσης πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του εκκαλούντα X για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Σας δεδομένου ότι διεξοδικώς επαρκώς έχει εκθέσει τις απόψεις του με την απολογία του, τα έγγραφα που κατέθεσε και με την έκθεση εφέσεως, στην οποία αναλυτικά και με πληρότητα και σαφήνεια αναπτύσσονται οι απόψεις τους για την υπεράσπισή του από την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία (Συμβ. Εφ. Αθ. 779/99 Υπερ. 1999, 1401, Συμβ. Α.Π. 350/95 Ποιν.Χρ. 1195σ.720, Συμβ. Α.Π. 1104/95 Π.Χρ. 1996, σ. 244 κ.α.). Τα δικαστικά έξοδα ύψους 210 ευρώ πρέπει να επιβληθούν στον ως άνω εκκαλούντα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 306 § § ια και 2β Π.Κ. και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα να δικασθεί για την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αξιόποινη πράξη της έκθεσης που είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντος B. Το βαρύτερο δε αυτό αποτέλεσμα του θανάτου δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οφείλεται στην ενσυνείδητη αμέλεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Ακόμη διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση και δι'αυτής στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και οι σκέψεις του δια των οποίων αποφάνθηκε την απόρριψη της ανωτέρω εφέσεως του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης. Από τα αναφερόμενα δε και περιγραφόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματικά περιστατικά και δη αυτό του θανάτου του παθόντος, επιβάλλονταν η άμεση ενέργεια της νεκροψίας και νεκροτομής του πτώματος του παθόντος B που αποτελεί πραγματογνωμοσύνη (δείτε υπ'αριθμ. 9/2003 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Π.Χρ. ΝΔ/954), και η σύνταξη της από 17-2-2005 έκθεσης νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ..... και ..... και δεν ήταν υποχρεωτική για τον διορίσαντα τους ιατρούς αυτούς (πραγματογνώμονες), προανακριτικό υπάλληλο ΙΕ, Αντιπλοίαρχο, κεντρικό Λιμενάρχη της Χίου, η γνωστοποίηση του διορισμού των παραπάνω ιατρών, πραγματογνωμόνων, στον αναιρεσείοντα. Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, αβάσιμη ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Περαιτέρω να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, καθόσον αυτός με το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσής του πλήρως εξέθεσε τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ'αριθ. 6/3-4-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X κατά του υπ'αριθμ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα και να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας. Αθήνα 23 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την πραγματική επίδοσή του στο δικαιούμενο σε αναίρεση. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησής του γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ως ανώτερη βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Ως ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο που οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και που δεν μπορούσε αυτός με οποιονδήποτε τρόπο να το υπερνικήσει. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο με αριθ. 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της η υπ' αριθ. 5/2.11.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του με αριθ. 88/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χίου. Όπως δε προκύπτει από το από 4 Μαρτίου 2008 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Χίου ....., αντίγραφο του προσβαλλόμενου ως άνω με αριθ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου παραδόθηκε στα χέρια της συνοίκου πεθεράς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου A στις 4.3.2008, ενώ η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του στις 3 Απριλίου 2008, όπως προκύπτει από την οικεία με αριθ. 6/2008 και από 3.4.2008 έκθεση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αιγαίου ....., δηλαδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας από την κατά τα άνω κατά την 4.3.2008 επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος στην σύνοικο πεθερά του .Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει τη μη εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δικόγραφο της αίτησης αυτής, ισχυρίζεται εν συνόλω τα εξής: "Ο ίδιος κατά το χρονικό διάστημα από 22-2-2008 έως 24-3-2008 ήταν ναυτολογημένος ως πλοίαρχος Α' τάξεως στο υπό διαχείρηση της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου Α.Ε., Ε/Γ-Ο/Γ ....., το οποίο εκτελούσε δρομολόγια εκτός της Χίου, όπου η μόνιμη κατοικία του. Η πεθερά του η οποία παρέλαβε το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ και εμφανίζει διαταραχές μνήμης, προσανατολισμού και αστάθειας βάδισης, βρίσκεται δε υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή .Έλαβε δε ο ίδιος γνώση για πρώτη φορά μετά τις 25.3.2008 όταν μετά από μία μικρή διακοπή της εργασίας του βρέθηκε στη Χίο και τυχαία βρήκε το ως άνω βούλευμα ". Προσκομίζει δε ο αναιρεσείων, για την τεκμηρίωση των παραπάνω ισχυρισμών του, τα εξής αποδεικτικά στοιχεία: 1) Την από 24.3.2008 βεβαίωση της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου Α.Ε. στην οποία βεβαιώνεται ότι ο αναιρεσείων από 22.2.2008 έως 24.3.2008 είναι ναυτολογημένος ως πλοίαρχος Α' τάξεως στο υπό τη διαχείρησή της Ε/Γ-Ο/Γ ....., Ν.Π. ..... και 2) την από 24-3-2008 ιατρική βεβαίωση την οποία υπογράφει ο ιατρός ..... και στην οποία αναφέρεται ότι "Η A παρουσιάζει από διετίας προιούσα άννοια με διαταραχές μνήμης προσανατολισμού και συμπεριφοράς .Βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή και συνεχή ιατρική παρακολούθηση".Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται η βασιμότητα του προβαλλομένου από τον αναιρεσείοντα λόγου ανώτερης βίας, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης. Μετά από όλα αυτά, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί εμπροθέσμως γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή . Κατά το άρθρο 192 του ΚΠΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμα τους και στους διαδίκους, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο, ή αν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 187 του ιδίου Κώδικα, (που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας). Τούτο απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των άρθρων 191 και 192 του ΚΠΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαιρέσεως του πραγματογνώμονα και επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 204 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η παράλειψη της γνωστοποιήσεως αυτής στον κατηγορούμενο, αναγόμενη στην υπεράσπιση του και στην άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων του, που του παρέχονται από το νόμο, δημιουργεί, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το πληττόμενο 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, απορρίφθηκε η έφεση του παραπάνω κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθ. 88/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Χίου, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου που θα ορίσει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία επήλθε ο θάνατος του παθόντος (άρθρα 26 παρ.1, 27, 29, 51, 52, 60, 63, 79, 306παρ.2β-1 περ.α' του ΠΚ). Όπως από το βούλευμα αυτό προκύπτει, το Συμβούλιο συνεξετίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την από 17-2-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του πτώματος του παθόντος B των ιατρών ..... και ..... που διατάχθηκε κατά το στάδιο της προανακρίσεως από τον προνακριτικό υπάλληλο ΙΕ, Αντιπλοίαρχο, κεντρικό Λιμενάρχη Χίου. Όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα ο διορισμός και τα ονόματα των ως άνω πραγματογνωμόνων, για να παρασχεθεί σ' αυτόν η δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, όπως για υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως και για διορισμό τεχνικού συμβούλου. Συνεπώς, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να εκτίθενται και οι λόγοι που ενδεχομένως η γνωστοποίηση της δεν ήταν υποχρεωτική υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠΔ και πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση, στη σύνθεση του οποίου δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που έκριναν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση βουλεύματος για το λόγο ότι λήφθηκε υπόψη πραγματογνωμοσύνη χωρίς να γνωστοποιηθεί το όνομα του πραγματογνώμονα στον κατηγορούμενο.
Πραγματογνωμοσύνη
Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πραγματογνωμοσύνη.
2
Αριθμός 2466/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - ιδιοκτήμονος Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROMAG A.E.", μετονομασθείσα ήδη σε "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Δάφνη Αττικής, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 890/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 96/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 281/20.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ. και άρθρου 14 §4 του Συντάγματος την υπ' αρ. 33/24-12-07 (ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Θεσσαλονίκης) αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο EUROMAG Α.Ε. ήδη μετονομασθείσας σε "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ευαγγ. Βλασόγιαννη, κατά του υπ' αρ. 890/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τ' ακόλουθα: I) Κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κιλκίς κατεσχέθησαν από αστυνομικά τμήματα του Νομού έντυπα ήτοι εφημερίδες μεταξύ των οποίων HOT PRESS, Το μήλο της Κυριακής που ανήκουν εις την αναιρεσείουσα εταιρεία, ως και φύλλων ετέρων εφημερίδων που ανήκουν σε άλλες εταιρείες, επειδή στις εφημερίδες υπήρχαν για διανομή ταινίες σε CD και DVD με πορνογραφικό υλικό. Ευθύς μετά την κατάσχεση ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Κιλκίς, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 §4 του Συντάγματος εισήγαγε την υπόθεση στο οικείο δικαστικό συμβούλιο με την υπ' αρ. 40/2007 πρότασή του, προκειμένου τούτο ν' αποφανθεί για την διατήρηση ή την άρση της κατασχέσεως και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς με το υπ' αρ. 43/07 βούλευμά του διέταξε την διατήρηση της κατασχέσεως με την αιτιολογία ότι τα έντυπα με τους ψηφιακούς δίσκους εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 29 §1, 30 Ν.5060/31 (η ισχύς του οποίου έχει διατηρηθεί με το αρ. 1 §1 Ν.2243/94) διότι οι κατασχεθείσες ταινίες έχουν πορνογραφικό περιεχόμενο, ότι στο εξώφυλλο ορισμένων εφημερίδων απεικονίζεται το εξώφυλλο των ψηφιακών δίσκων με τέτοιο περιεχόμενο αφού περιγράφουν ερωτικές περιπτύξεις και συμπλέγματα ετεροφυλικών και ομοφυλοφιλικών ερωτικών συνομιλιών. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος η Euromag Α.Ε. άσκησε έφεση (ως προς τα έντυπα που την αφορούσαν) η οποία απερρίφθη με το υπ' αρ. 890/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης). II) Το ανωτέρω βούλευμα επεδόθη: α) Την 17-11-07 προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με θυροκόλληση (βλ. σχετικό αποδεικτικό της κ. ..... επιμελήτριας δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών) β) Την 14-12-07 στον Σταμ. Κανταρτζή αντίκλητο δικηγόρο της εταιρείας (αποδεικτικό ..... επιμελήτριας δικαστηρίων). Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της "Euromag Ανώνυμη Εκδοτική Εκτυπωτική Εταιρεία" την 24-12-07 (ημέρα Δευτέρα) ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης συνταχθείσας σχετικής εκθέσεως. Κατά συνέπεια είναι νομότυπη (αρ. 474 §1 Κ.Π.Δ.) και εμπρόθεσμη (αρ. 473 §1 Κ.Π.Δ.) καθ' όσον το έγκλημα των άρθρων 29 και 30 του Ν.5060/1931 περί ασέμνων δεν υπάγεται στα δια του Τύπου τελούμενα αδικήματα (Α.Π. 1124/99 Π.Χρ. 2000/542, Α.Π. 423/2001 Ποιν.Λογ. 2001/538, Π.Χρ. 2002/21) και η προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως είναι 10ήμερη και όχι πενθήμερη ως απαιτείται για τα δια του Τύπου τελούμενα (αρ. 1 §3 Ν.2243/94). Είναι επίσης παραδεκτή (αρ. 474 §2 Κ.Π.Δ.) ως περιέχουσα συγκεκριμένο λόγο ήτοι, εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων διότι οι κατασχέσεις πάσχουν ακυρότητα επειδή έγιναν με βάση γενικού περιεχομένου και αόριστη παραγγελία του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κιλκίς, η οποία δόθηκε στις αιτούμενες αρχές σε εκτέλεση της υπ' αρ. 8/26-4-2007 παραγγελίας του Εισαγγελέως Αρείου Πάγου και ελλείπει η ειδική παραγγελία του Εισαγγελέως που απαιτείται κατά το άρθρο 14 §3 του Συντάγματος αφού έγιναν με προφορική παραγγελία του Εισαγγελέα ο οποίος έδωσε την εντολή για κατάσχεση αφού ενημερώθηκε για το περιεχόμενο των εφημερίδων και των μαζί με αυτές διανεμομένων κινηματογραφικών ταινιών, υποστηρίζεται ότι δεν είναι άσεμνο το περιεχόμενο των ψηφιακών δίσκων δεν υφίσταται προσβολή δημοσίας αιδούς διότι η δημοσιότητα δεν ήταν άμεση, αφού η πρόσβαση στο περιεχόμενο αποτελούσε προσωπική επιλογή του αγοραστή της εφημερίδας με τους ψηφιακούς δίσκους, ενώ ο ανήλικος αγοραστής δεν μπορούσε νομίμως να έχει την αντίστοιχη πρόσβαση, η ειδική για κάθε περίπτωση παραγγελία του εισαγγελέως θα πρέπει να είναι έγγραφη και αιτιολογημένη βεβαιώνοντας ότι συντρέχουν για την συγκεκριμένη κατάσχεση οι συνταγματικοί όροι επιβολής της. Μια προφορική γενική παραγγελία κατασχέσεως εντύπων προς τις προανακριτικές αρχές με την οποία επαφίεται σ' αυτές η διακρίβωση και η κρίση της συνδρομής των όρων του Συντάγματος για την κατάσχεση εντύπων ακόμη και όταν προσδιορίζει το προς κατάσχεση έντυπο και περιγράφει γενικώς το περιεχόμενό του, δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, διότι δεν είναι προϊόν κρίσεως και αποφάσεως του εισαγγελέως αλλά των αστυνομικών οργάνων, τα οποία εξέτασαν και έκριναν ως κατασχετέα τα κατασχεθέντα. II) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 9/2001), όταν δηλ. το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87 Π.Χρ. 1987/05). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π.Χρ. 1986/368, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50). IV) Κατά την διάταξη του άρθρου 14 §3 "Η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν από την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, με παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία: α, β, γ, δ) για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα την δημόσια αιδώ στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος", ενώ κατά την διάταξη της παραγράφου 4 ιδίου άρθρου: Σ' όλες τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ο εισαγγελέας, μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες από την κατάσχεση, οφείλει να υποβάλλει την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο, και αυτό, μέσα σε άλλες εικοσιτέσσερις ώρες, οφείλει να αποφασίσει για την διατήρηση ή την άρση της κατάσχεσης, διαφορετικά η κατάσχεση αίρεται αυτοδικαίως. Τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης επιτρέπονται στον εκδότη της εφημερίδας ή άλλου εντύπου που κατασχέθηκε και στον εισαγγελέα (Α. Καρρά Ποιν.Δικον.Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 537-538). Από την διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 14 §3 του Συντάγματος, ουδόλως συνάγεται ότι η παραγγελία του εισαγγελέως πρωτοδικών για την κατάσχεση εντύπου με άσεμνο περιεχόμενο πρέπει να είναι γραπτή, αλλά είναι δυνατόν να είναι προφορική και η ενέργειά του να έχει προέλθει ακόμη από κάθε είδηση που περιήλθε σ' αυτόν είτε άμεσα είτε έμμεσα π.χ. τηλεφώνημα (Βλ. Καρρά ενθ' ανωτέρω σελ. 279 παράγρ. 316) και σκοπός της κατασχέσεως είναι η εξασφάλιση των χρησίμων για την δικαιοσύνη πειστηρίων αλλά και για την προστασία της δημοσίας αιδούς. Εξ άλλου κατά το άρθρο 29 §1 του Ν.5060/1931 που επαναφέρθηκε σε ισχύ με τον Ν.10/1975 και εξακολουθεί να ισχύει, κατ' άρθρο μόνο του Ν.2243/94, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες ποινές "όστις προς τον σκοπό εμπορίας ή διανομής ή δημοσίας εκθέσεως παρασκευάζει, αποκτά, κατέχει, μεταφέρει, εισάγει εις το κράτος ή εξάγει ή καθ' οιονδήποτε τρόπον τίθησιν εις κυκλοφορίαν έγγραφα, έντυπα, συγγράμματα, σχέδια, εικόνας, ζωγραφίας, εμβλήματα, φωτογραφίας, κινηματογραφικάς ταινίας ή άλλα αντικείμενα άσεμνα οιουδήποτε είδους, όστις μεταχειρίζεται οιονδήποτε μέσον δημοσιότητος προς διευκόλυνσιν της κυκλοφορίας ή του εμπορίου των αυτών ασέμνων αντικειμένων...", κατά δε το άρθρο 30 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 3 Ν.1291/82 και εξακολουθεί να ισχύει κατ' άρθρον μόνο του Νόμου 2243/94 άσεμνα κατά τις περιπτώσεις του προηγουμένου άρθρου θεωρούνται τα χειρόγραφα, έντυπα, εικόνες και λοιπά αντικείμενα όταν σύμφωνα με το κοινό αίσθημα προσβάλλουν την αιδώ...". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα για το οποίο τιμωρείται όποιος, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που μπορούν να εναλλαχθούν, προς τον σκοπό εμπορίας ή δημόσιας εκθέσεως μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο δημοσιότητας προς διευκόλυνση της κυκλοφορίας ή του εμπορίου των παραπάνω ασέμνων αντικειμένων, δηλαδή αντικειμένων που κατά το κοινό αίσθημα, ήτοι το αίσθημα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών, προσβάλλει την αιδώ, με την έννοια του δυσάρεστου συναισθήματος και αποστροφής που προκαλούν τέτοια αντικείμενα, όπως είναι και η δια των εφημερίδων με την μορφή διαφημίσεων ψηφιακών δίσκων CD, DVD ενσωματωμένων στο έντυπο σε δημόσια έκθεση (προσιτό ακόμη και σε ανήλικους προς αγορά λόγω μη υφισταμένης απαγορεύσεως αλλά και της μη ικανότητας διακρίσεως εκ μέρους των πωλητών της ηλικίας τους) με περιγραφή γενετησίων αποκαλύψεων κατά φύση και παρά φύση ως και ομοφυλοφιλικών ερωτικών πράξεων προς ερωτική διερέθιση, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσβληθεί η αιδώς ενός ή περισσοτέρων προσώπων, καθορισμένων ή όχι, αφού πρόκειται για έγκλημα αφηρημένης διακινδυνεύσεως και αρκεί ότι η εκάστοτε παράσταση και περιγραφή που αποτελεί το άσεμνο αντικείμενο μπορεί να προκαλέσει ντροπή σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων, έτσι ώστε ο καθένας να ντρέπεται τον άλλο και όλοι μαζί να θέλουν να απαλλαγούν από αυτό (Α.Π. 1055/98 Π.Χρ. 1999/584). V) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωθείσα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, εισαγγελική πρόταση εφ' όσον η τελευταία περιλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π.Δ/σύνη 2004/617, Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/32), μετά την έκθεση του νομικού μέρους εδέχθη ότι: Για να χαρακτηρισθούν ως άσεμνα τα προαναφερόμενα αντικείμενα πρέπει να είναι αντικειμενικά πρόσφορα για την προσβολή της αιδούς. Ως μέτρο χρησιμεύει η αιδώ, του μέσου συνετού ανθρώπου και όχι οι ευπαθείς φαντασίες των σεμνότυφων, ούτε οι αμβλυμμένες αισθήσεις των εκφυλισμένων. Τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται από τα άσεμνα αντικείμενα είναι η προσωπική ελευθερία και η ανηλικότητα. Τα έννομα αυτά αγαθά προσβάλλονται όταν κάποιος υποχρεώνεται να βλέπει το αντικείμενο που τον κάνει να ντρέπεται, κατά τη δική του απόλυτα σεβαστή υποκειμενική αντίληψη, πράγμα που συμβαίνει με τη δημόσια έκθεση των ασέμνων αντικειμένων, καθώς και όταν τα αντικείμενα αυτά προσφέρονται σε ανήλικα άτομα, έστω και με τη θέλησή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της οικείας δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία είναι εκδότρια των εφημερίδων "Το μήλο της Κυριακής" και "HOTPRESS", οι οποίες κυκλοφορούν σε όλη την Ελλάδα. Εδώ και αρκετό καιρό, μαζί με τις εφημερίδες αυτές διανέμονται και κινηματογραφικές ταινίες (DVD) πορνογραφικού κατά κανόνα περιεχομένου. Με τις από 19-5-2007 τρεις εκθέσεις κατάσχεσης του Αστυνόμου Α' ....., διοικητή του Α.Τ. Δροσάτου Κιλκίς, κατασχέθηκαν σε διάφορα σημεία πώλησης 11 συνολικά φύλλα της εφημερίδας HOTPRESS, κάθε ένα από τα οποία περιείχε 3 DVD με τις ταινίες "Ο Μονομάχος 3 - σεξουαλική πολιορκία", "Η πρώτη μου φορά" και "Φλογερά παιχνίδια". Άλλα 12 φύλλα της παραπάνω εφημερίδας με τις προαναφερόμενες ταινίες κατασχέθηκαν με τις από 19-5-2007 τρεις εκθέσεις κατάσχεσης του αστυνόμου Α' ....., διοικητή του Α.Τ. Ν.Σάντας Κιλκίς. Όμοιες κατασχέσεις πραγματοποιήθηκαν και σε φύλλα της εφημερίδας "Το μήλο της Κυριακής". Ειδικότερα: α) Με τις από 20-5-2007 11 εκθέσεις κατάσχεσης του αρχιφύλακα του Τ.Α. Κιλκίς ..... κατασχέθηκαν σε διάφορα σημεία διανομής 126 συνολικά φύλλα της εφημερίδας, κάθε ένα από τα οποία περιείχε τις κινηματογραφικές ταινίες (DVD) "Η τέχνη του στοματικού έρωτα" και "Νύχτες της Τσάινα Μπλου" και β) Με τις από 20-5-2007 τρεις εκθέσεις κατάσχεσης του Αστυνόμου Α' ....., διοικητή του Α.Τ. Ν.Σάντας Κιλκίς, κατασχέθηκαν σε διάφορα σημεία διανομής 23 συνολικά φύλλα με τις πιο πάνω ταινίες. Όλες οι προαναφερθείσες κινηματογραφικές ταινίες, που διανέμονταν μαζί με τις δύο εφημερίδες, είναι καθαρά πορνογραφικού περιεχομένου, αφού περιέχουν ερωτικές περιπτύξεις, και συμπλέγματα ετεροφυλικών και ομοφυλοφιλικών ερωτικών συνομιλιών. Η διανομή των ταινιών μαζί με τις εφημερίδες, ως ενιαίο σύνολο, η με σχετικές φωτογραφίες διαφήμιση αυτών στα πρωτοσέλιδά τους, η δημόσια έκθεση προς πώληση των εφημερίδων και η δυνατότητα πώλησης αυτών και σε ανηλίκους, αφού καμία αντίθετη μνεία δεν γινόταν σ' αυτές και επίσης κατασχεθείσες ταινίες είναι άσεμνα αντικείμενα, με την έννοια του άρθρου 29 του Ν.5060/1931. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με την έφεσή της ότι οι επιβληθείσες κατασχέσεις πάσχουν ακυρότητα γιατί έγιναν με βάση γενικού περιεχομένου και αόριστη παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς, η οποία εκδόθηκε στις αιτούμενες αρχές σε εκτέλεση της με αριθμό 8/26-4-2007 παραγγελίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με συνέπεια να ελλείπει η ειδική παραγγελία του Εισαγγελέα, που απαιτείται κατά το άρθρο 14 παρ. 3 του Συντάγματος για το επιτρεπτό της κατάσχεσης εφημερίδων και εντύπων. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις υποβλητικές αναφορές των αστυνομικών αρχών οι οποίες προέβησαν στις κατασχέσεις, οι τελευταίες έγιναν ύστερα από ειδική προφορική παραγγελία του Εισαγγελέα, ο οποίος έδωσε την εντολή για κατάσχεση αφού ενημερώθηκε για το περιεχόμενο των εφημερίδων και των μαζί με αυτές διανεμομένων κινηματογραφικών ταινιών. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ορθά επιβλήθηκαν οι κατασχέσεις και ορθά διατάχθηκε η διατήρηση αυτών με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και να επιβληθούν στην εκκαλούσα τα ύψους 255 ευρώ δικαστικά έξοδα. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ορθώς απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά του υπ' αρ. 43/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς διότι αφ' ενός εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οδήγησαν στην κατάσχεση των διαλαμβανομένων σ' αυτό εντύπων με τους ψηφιακούς δίσκους (CD DVD) και αφ' ετέρου για το ουσία βάσιμο της κατασχέσεως προέβη σε ορθή ερμηνεία, εφαρμογή των διατάξεων των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αρ. 29 και 30 του Ν.5060/1931 σε συνδυασμό και με άρθρο 14 §3δ του Συντάγματος. Ειδικότερα: Επισημαίνει ότι οι κατασχέσεις επεβλήθησαν κατόπιν ειδικής προφορικής παραγγελίας του εισαγγελέως, ο οποίος έδωσε εντολή για κατάσχεση αφού ενημερώθηκε για το περιεχόμενο των εφημερίδων και των μαζί με αυτές διανεμομένων κινηματογραφικών ταινιών. Θα πρέπει να σημειωθεί, σύμφωνα και με το εκτεθέν ήδη νομικό μέρος, η παραγγελία του εισαγγελέως πρωτοδικών για κατάσχεση εντύπου, κινηματογραφικής ταινίας κ.λ.π. σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 14 §3 του Συντάγματος μπορεί να είναι και προφορική και είναι νομικά αβάσιμος ο σχετικά προβαλλόμενος λόγος. Περαιτέρω προσδιορίζει και υπάγει το περιεχόμενο των ταινιών, που κατεσχέθησαν μαζί με τις εφημερίδες στις οποίες ήταν ενσωματωμένες, στην έννοια του ασέμνου κατ' αρ. 29 Ν.5060/31 αφού αναφέρει ότι αυτές ήταν καθαρά πορνογραφικού περιεχομένου επειδή περιείχαν ερωτικές περιπτύξεις, και συμπλέγματα ετεροφυλικών και ομοφυλοφιλικών ερωτικών συνομιλιών. Η διανομή των ταινιών μαζί με τις εφημερίδες, ως ενιαίο σύνολο, η διαφήμιση αυτών με σχετικές φωτογραφίες στα πρωτοσέλιδά τους, η δημόσια έκθεση αυτών προς πώληση και η δυνατότητα αγοράς αυτών και από ανηλίκους αφού καμία αντίθετη μνεία δεν γινόταν σ' αυτές και επίσης κατασχεθείσες ταινίες είναι άσεμνα. Επίσης ορθώς αντικρούει και τον ισχυρισμό που είχε προβληθεί δια της εφέσεως περί αοριστίας της παραγγελίας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κιλκίς, διότι, πράγματι από τις υποβλητικές αναφορές των αστυνομικών αρχών οι οποίες προέβησαν στις κατασχέσεις προκύπτει η ειδική προφορική παραγγελία του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κιλκίς. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει ν' απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 33/24-12-07 (ενώπιον του Γραμμ. Τμ. Βουλευμάτων Εφετείου Θεσσαλονίκης) αίτηση αναιρέσεως της "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο EUROMAG Α.Ε. ήδη μετονομασθείσα σε "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά του υπ' αρ. 890/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα 12-5-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 14 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 1 ότι καθένας μπορεί να εκφράζει και διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, στην παρ. 2 ότι ο τύπος είναι ελεύθερος και ότι η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται, στη δε παρ.3 ότι η κατάσχεση εφηµερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν από την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή, απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, µε παραγγελία του εισαγγελέα, µετά την κυκλοφορία:α) ... β) ... γ).. δ) για άσεµνα δηµοσιεύµατα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δηµόσια αιδώ, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόµος. Εξάλλου κατά το αρ. 29 παρ. 1 του Ν. 5060/1931 που επαναφέρθηκε σε ισχύ με τον Ν. 10/1975 και εξακολουθεί να ισχύει, κατ' άρθρο μόνο του Ν. 2243/1994, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες ποινές "όποιος προς το σκοπό εμπορίας ή διανομής ή δημοσίας εκθέσεως παρασκευάζει, αποκτά, κατέχει, μεταφέρει, εισάγει εις το κράτος ή εξάγει ή καθ' οιονδήποτε τρόπον θέτει σε κυκλοφορία έγγραφα, έντυπα, συγγράμματα, σχέδια, εικόνας, ζωγραφιάς, εμβλήματα, φωτογραφίας, κινηματογραφικός ταινίας ή άλλα αντικείμενα άσεμνα οιουδήποτε είδους, όποιος μεταχειρίζεται οιονδήποτε μέσον δημοσιότητας προς διευκόλυνση της κυκλοφορίας ή του εμπορίου των αυτών ασέμνων αντικειμένων...", κατά δε το αρ. 30 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 3 του Ν. 1291/82 και εξακολουθεί να ισχύει, κατ' άρθρο μόνο του Ν. 2243/94 ".. άσεμνα κατά τις περιπτώσεις του προηγουμένου άρθρου θεωρούνται τα χειρόγραφα, έντυπα, εικόνες και λοιπά αντικείμενα, όταν σύμφωνα με το κοινό αίσθημα προσβάλλουν την αιδώ...". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα για το οποίο τιμωρείται όποιος, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που μπορούν να εναλλαχθούν, προς το σκοπό εμπορίας ή δημόσιας έκθεσης μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο δημοσιότητας προς διευκόλυνση της κυκλοφορίας ή του εμπορίου των παραπάνω άσεμνων αντικειμένων, δηλαδή των αντικειμένων που κατά το κοινό αίσθημα, ήτοι το αίσθημα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών, προσβάλλει την αιδώ, με την έννοια του δυσάρεστου συναισθήματος και της αποστροφής που προκαλούν τέτοια αντικείμενα, όπως είναι και η κατοχή πορνογραφικών εικόνων με σκοπό την εμπορία ή η δια των εφημερίδων και για τη διαφήμιση αυτών κυκλοφορία ψηφιακών δίσκων με τη μορφή CD ή DVD, πορνογραφικού περιεχομένου, που διανέμονται μαζί με το έντυπο οι οποίοι με τον τρόπο αυτό καθίστανται προσιτοί στους αναγνώστες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσβληθεί η αιδώς ενός ή περισσοτέρων προσώπων, καθορισμένων ή όχι, αφού πρόκειται για έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης και αρκεί ότι η εκάστοτε παράσταση και περιγραφή που αποτελεί το άσεμνο αντικείμενο μπορεί να προκαλέσει ντροπή σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων, έτσι ώστε ο καθένας να ντρέπεται τον άλλο και όλοι μαζί να θέλουν να απαλλαγούν από αυτό. Κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας, με ίδιες σκέψεις και με παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: "... Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία είναι εκδότρια των εφημερίδων "Το μήλο της Κυριακής" και "HOTPRESS", οι οποίες κυκλοφορούν σε όλη την Ελλάδα. Εδώ και αρκετό καιρό, μαζί με τις εφημερίδες αυτές διανέμονται και κινηματογραφικές ταινίες (DVD) πορνογραφικού κατά κανόνα περιεχομένου. Με τις από 19-5-2007 τρεις εκθέσεις κατάσχεσης του Αστυνόμου Α' ....., διοικητή του Α.Τ. Δροσάτου Κιλκίς, κατασχέθηκαν σε διάφορα σημεία πώλησης 11 συνολικά φύλλα της εφημερίδας HOTPRESS, κάθε ένα από τα οποία περιείχε 3 DVD με τις ταινίες "Ο Μονομάχος 3 - σεξουαλική πολιορκία", "Η πρώτη μου φορά" και "Φλογερά παιχνίδια". Άλλα 12 φύλλα της παραπάνω εφημερίδας με τις προαναφερόμενες ταινίες κατασχέθηκαν με τις από 19-5-2007 τρεις εκθέσεις κατάσχεσης του αστυνόμου Α' ....., διοικητή του Α.Τ. Ν. Σάντας Κιλκίς. Όμοιες κατασχέσεις πραγματοποιήθηκαν και σε φύλλα της εφημερίδας "Το μήλο της Κυριακής". Ειδικότερα: α) Με τις από 20-5-2007 11 εκθέσεις κατάσχεσης του αρχιφύλακα του Τ.Α. Κιλκίς ..... κατασχέθηκαν σε διάφορα σημεία διανομής 126 συνολικά φύλλα της εφημερίδας, κάθε ένα από τα οποία περιείχε τις κινηματογραφικές ταινίες (DVD) "Η τέχνη του στοματικού έρωτα" και "Νύχτες της Τσάινα Μπλου" και β) Με τις από 20-5-2007 τρεις εκθέσεις κατάσχεσης ίου Αστυνόμου A' ....., διοικητή του Α.Τ. Ν. Σάντας Κιλκίς, κατασχέθηκαν σε διάφορα σημεία διανομής 23 συνολικά φύλλα με τις πιο πάνω ταινίες. Όλες οι προαναφερθείσες κινηματογραφικές ταινίες, που διανέμονταν μαζί με τις δυο εφημερίδες, είναι καθαρά πορνογραφικού περιεχομένου, αφού περιέχουν ερωτικές περιπτύξεις, και συμπλέγματα ετεροφυλικών και ομοφυλοφιλικών ερωτικών συνομιλιών. Η διανομή των ταινιών μαζί με τις εφημερίδες, ως ενιαίο σύνολο, η με σχετικές φωτογραφίες διαφήμιση αυτών στα πρωτοσέλιδα τους, η δημόσια έκθεση προς πώληση των εφημερίδων και η δυνατότητα πώλησης αυτών και σε ανηλίκους, αφού καμία αντίθετη μνεία δεν γινόταν σ' αυτές, καθιστούν έκδηλο ότι τόσο οι κατασχεθείσες εφημερίδες όσο και οι περιεχόμενες σ' αυτές και επίσης κατασχεθείσες ταινίες είναι άσεμνα αντικείμενα, με την έννοια του άρθρου 29 του Ν. 5060/1931. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με την έφεσή της ότι οι επιβληθείσες κατασχέσεις πάσχουν ακυρότητα γιατί έγιναν με βάση γενικού περιεχομένου και αόριστη παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς, η οποία εκδόθηκε στις αιτούμενες αρχές σε εκτέλεση της με αριθμό 8/26-4-2007 παραγγελίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με συνέπεια να ελλείπει η ειδική παραγγελία του Εισαγγελέα, που απαιτείται κατά το άρθρο 14 παρ. 3 του Συντάγματος για το επιτρεπτό της κατάσχεσης εφημερίδων και εντύπων. 0 ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις υποβλητικές αναφορές των αστυνομικών αρχών οι οποίες προέβησαν στις κατασχέσεις, οι τελευταίες έγιναν ύστερα από ειδική προφορική παραγγελία του Εισαγγελέα, ο οποίος έδωσε την εντολή για κατάσχεση αφού ενημερώθηκε για το περιεχόμενο των εφημερίδων και των μαζί με αυτές διανεμομένων κινηματογραφικών ταινιών. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ορθά επιβλήθηκαν οι κατασχέσεις και ορθά διατάχθηκε η διατήρηση αυτών με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και να επιβληθούν στην εκκαλούσα τα ύψους 255 ευρώ δικαστικά έξοδα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 και 30 του Ν. 5060/1931 και τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3δ' του Συντάγματος, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το βούλευμα προσδιορίζει εκ ποίων στοιχείων καταλήγει σε κρίση ότι ήταν άσεμνο και υπάγει το περιεχόμενον των ταινιών οποίες ήταν ενσωµατωµένες, στην έννοια του ασέµνου κατ' αρ. 29 Ν. 5060/31 αφού αναφέρει ότι αυτές ήταν καθαρά πορνογραφικού περιεχοµένου επειδή περιείχαν ερωτικές περιπτύξεις, και συµπλέγµατα ετεροφυλικών και οµοφυλοφιλικών ερωτικών συνοµιλιών. Δέχεται περαιτέρω ότι η διανοµή των ταινιών µαζί µε τις εφηµερίδες, ως ενιαίο σύνολο, η διαφήµιση αυτών µε σχετικές φωτογραφίες στα πρωτοσέλιδά τους, η δηµόσια έκθεση αυτών προς πώληση και η δυνατότητα αγοράς αυτών και από ανηλίκους αφού καµία αντίθετη µνεία δεν γινόταν σ' αυτές, προσδίδουν στις κατασχεθείσες ταινίες τον χαρακτήρα του ασέμνου αντικειμένου. Τέλος, από τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 14 § 3 του Συντάγµατος, ουδόλως συνάγεται ότι η παραγγελία του εισαγγελέως πρωτοδικών για την κατάσχεση εντύπου µε άσεµνο περιεχόµενο πρέπει να είναι γραπτή, ως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά είναι δυνατόν να είναι προφορική και η ενέργειά του να έχει προέλθει ακόµη από κάθε είδηση που περιήλθε σ' αυτόν είτε άµεσα είτε έµµεσα και σκοπός της κατασχέσεως είναι η εξασφάλιση των χρησίµων για την δικαιοσύνη πειστηρίων, πρωτίστως δε η προστασία της δηµοσίας αιδούς. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με τον μόνο λόγο της οποίας αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ είναι αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 33/24-12-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΔΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση του υπ' αριθμ. 890/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατάσχεση εντύπου. Αναίρεση από την εκδότρια του εντύπου ανώνυμη εταιρία κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών με το οποίο διατηρήθηκε η κατάσχεση. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τύπος, Κατάσχεση εντύπου.
0
Αριθμός 2465/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - ιδιοκτήμονος Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROMAG A.E.", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 268/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1626/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 100/21.02.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 14 § § 3δ', 4 του Συντάγματος και 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 16/2007 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROMAC", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 268/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: Με το υπ'αριθμ. 436/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς διατηρήθηκε η κατάσχεση των εντύπων που αναφέρονται στην από 20-5-2007 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως της Υποδ/νσης Ασφαλείας Πειραιώς και ειδικά 4580 φύλλων, της εβδομαδιαίας εφημερίδας με τον τίτλο "το μήλο της Κυριακής με αριθμό 85" και τέσσαρα DVD με τους τίτλους "ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΤΣΑΙΝΑ ΜΠΛΟΥ", "Η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ του ΣΕΧ", "ΤΟ ΤΡΙΓΩΝΟ ΤΩΝ ΒΕΡΜΟΥΔΩΝ" και "FASTERN MASSAG" ως εμπίπτοντα στις διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του Ν.5060/1931 περί ασέμνων. Κατά του βουλεύματος αυτού, η εκδότρια της εφημερίδας "το μήλο της Κυριακής" ως άνω εταιρεία άσκησε την υπ'αριθμ. 29/29-5-2007 έφεσή της, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη με το υπ'αριθμ. 268/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Κατά του τελευταίου βουλεύματος η δικηγόρος Αθηνών Ειρήνη Κοντονάσιου άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως, για λογαριασμό της ανωτέρω εκδότριας του εντύπου ετιαρείας, δυνάμει το από 7-9-2007 πρακτικού του Δ.Σ. αυτής, την κρινομένη υπ'αριθμ. 16/2007 αίτηση αναίρεσης, η οποία περιέχει ως λόγους αναίρεσης την παράνομη απόρριψη της έφεσης κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτης και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρ. 484 § 1 στοιχ. β' και ε' Κ.Π.Δ.). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 268/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που το εξέδωσε, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση της ένδικης έφεσης, των εγγράφων της δικογραφίας και του σχετικού υπομνήματος της εκκαλούσας εταιρείας, τα ακόλουθα: "Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίον ρητά από το νόμο παρέχεται το δικαίωμα αυτό. Σύμφωνα δε με την διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του Συντάγματος, η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν από την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή, απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, με παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία:α)...β)...γ).. δ) για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δημόσια αιδώ, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Κατά δε την διάταξη της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου του Συντάγματος, σ' όλες τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ο εισαγγελέας, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την κατάσχεση, οφείλει να υποβάλει την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο, και αυτό, μέσα σε άλλες είκοσι τέσσερις ώρες, οφείλει να αποφασίσει για τη διατήρηση ή την άρση της κατάσχεσης, διαφορετικά η κατάσχεση αίρεται αυτοδικαίως. Τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης επιτρέπονται στον εκδότη της εφημερίδας ή άλλου εντύπου που κατασχέθηκε και στον εισαγγελέα. Από τον τρόπο διατύπωσης της τελευταίας αυτής διατάξεως (παρ 4 του άρθρου 14 του Συντάγματος) και το περιεχόμενο της, προκύπτει ότι η τασσόμενη βραχύχρονη προθεσμία ενεργείας του Εισαγγελέα περιορίζεται μόνο στην από της επιβολής της κατάσχεσης υποβολή της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και την υπ' αυτού εντός της αυτής προθεσμίας απόφανση. Αντίθετα, το δεύτερο εδάφιο αναφέρεται αποκλειστικά στην άσκηση των ενδίκων μέσων χωρίς να παραπέμπει στο προηγούμενο εδάφιο, ώστε να κριθεί ότι η εξαιρετική αυτή βραχύχρονη προθεσμία έχει εφαρμογή και επί εφέσεως και αναιρέσεως και μάλιστα είτε ασκηθούν αυτά από τον Εισαγγελέα είτε από τον εκδότη του κατασχεθέντος εντύπου, ενώ τέτοια πρόθεση τόσο κεφαλαιώδους σημασίας θα εκδηλωνόταν με ρητή νομοθετική επιταγή, η οποία εφόσον ελλείπει, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 462-481) Πρβλ ΑΠ 1096/1980 ΠΧ ΛΑ 178, Αθανασίου Κονταξή ΤΥΠΟΣ και ΔΙΚΑΙΟ, έκδοση 1989, 314. Κατά την ως άνω δε διάταξη (του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. β' του Συντάγματος) ένδικα μέσα κατά του βουλεύματος του δικαστικού συμβουλίου, που αποφαίνεται για τη διατήρηση ή άρση της κατάσχεσης, στις περιπτώσεις που κατ' εξαίρεση επιτρέπεται αυτή έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ο εκδότης της εφημερίδας που κατασχέθηκε ή άλλου εντύπου (βλ ΑΠ 1057/1995 ΠΧ 1996,95) και ο Εισαγγελέας. Επειδή εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι" αντιπροσώπου απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο της ασκήσεως του, σχετική προς τούτο εντολή, η οποία να έχει δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο ή το επικυρωμένο αντίγραφο του στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, πρέπει δε να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική σύμφωνα με τον ποινικό νόμο, ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση κατά της οποίας παρέχεται πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου.(ΑΠ 886/2006 ΠΧ ΝΖ 245) Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 465 παρ 1γ ΚΠΔ, στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος καθώς και κατά αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε 20 ημέρες από την άσκηση του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ 1. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των άρθρων 341, 430 και 501 παρ 1 εδ τελευταίο. Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ.3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης και εν γένει επιδίωξης του σκοπού αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται προφανώς και η απόφαση για ανάληψη δικαστικού αγώνα καθώς και για την συνέχιση του, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [Ολ. ΑΠ 1096/76 ΠΧ, 1977, 370]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής (ΑΠολ 4/2006, ΑΠ ολ 5/2006, ΑΠολ 6/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ) γιατί ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος, οι οποίοι διορίζονται για τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων επ" ονόματι της Α.Ε., δεν είναι όργανα διοικήσεως, αλλ' ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι αυτής πράξεις, που αποφασίσθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, ή από τα υποκατάστατα αυτού όργανα, των οποίων η εκτέλεση μόνο ανατέθηκε σ' αυτούς. (ΑΠ 581/2005 Ποιν Λογ 2005, 526, ΑΠ 352/03 Ποιν Λογ 2003, 311). Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, ή για την κατάθεση ενδίκου μέσου. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασης του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, την άσκηση ενδίκου μέσου για λογαριασμό της κλπ, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, ή στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ. (ΑΠολ 4/2006, ΑΠ ολ 5/2006, ΑΠολ 6/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 581/2005 Ποιν Λογ 2005, 526). Η γενική δε πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ένδικων μέσων, εφ' όσον αυτό μνημονεύεται ρητά., δηλαδή, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας, όταν το πρόσωπο που ασκεί το ένδικο μέσο, εξουσιοδοτείται γι' αυτό - για την άσκηση ένδικων μέσων γενικά - με ρητή μνεία, με πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που επέχει θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, ή αν στο ίδιο το καταστατικό της εταιρίας μνημονεύεται ρητά και η άσκηση ένδικων μέσων γενικά, ως πράξη την οποία μπορεί να ενεργήσει το πρόσωπο που έχει την εξουσία να εκπροσωπήσει την εταιρία ενώπιον των δικαστηρίων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. (βλ ΑΠ 886/06 όπως πιο πάνω, ΑΠ 845/06 ΠΧ ΝΖ 235). Για να κριθεί δε η νομιμοποίηση του φυσικού προσώπου που ασκεί ένδικο μέσο ως εκπρόσωπος ΑΕ απαιτείται η προσάρτηση στη σχετική έκθεση του καταστατικού της εταιρίας, χωρίς την οποία το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο (βλ ΑΠ 1559/86 Νοβ 1986,1641) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το υπ' αριθμ. 436/21-5-2007 βούλευμα του αποφάνθηκε ότι διατηρεί την κατάσχεση των εντύπων που αναφέρονται στην από 20-5-07 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Πειραιώς και ειδικά τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα (4580) τεμαχίων σε συσκευασία, αποτελούμενων από το φύλλο 85 της εφημερίδας "ΤΟ ΜΗΛΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ" και τέσσερα DVD με τους τίτλους "ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΤΣΑΪΝΑ ΜΠΛΟΥ", "Η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΞ", "ΤΟ ΤΡΙΓΩΝΟ ΤΩΝ ΒΕΡΜΟΥΔΩΝ" και "EASTERN MASSAGE". Εκδότρια της ως άνω εφημερίδας είναι η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Κατά του ως άνω βουλεύματος, που επιδόθηκε στην τελευταία (στον εντεταλμένο σύμβουλο και υπεύθυνο κατά νόμο A όπως δηλώνεται στη δεύτερη σελίδα του υπ' αριθ 85 φύλλου της εν λόγω εφημερίδας)στις 23-5-07, άσκησε η δικηγόρος Αθηνών Ειρήνη Κοντονάσιου, με δήλωση της στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, την κρινόμενη υπ' αριθμ. 29/29-5-07 έφεση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ 29/29-5-07 έκθεση του πιο πάνω γραμματέα. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η ανωτέρω ενεργεί ως πληρεξούσια δικηγόρος της ως άνω εταιρείας βάσει του υπ' αριθ ..... πληρεξουσίου του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας. Στο υπ' αριθ ..... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δερτούζου, το οποίο μνημονεύεται και προσαρτάται στην έκθεση, αναφέρεται ότι εμφανίστηκε στην ως άνω συμβολαιογράφο ο BΝ, "ο οποίος ενεργεί στο παρόν όχι για τον εαυτό του ατομικά αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ...ότι στο παρόν ο εμφανισθείς εκπροσωπεί και δεσμεύει με την υπογραφή του την ως άνω ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από της 23/5/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, επικυρωμένο αντίγραφο των πρακτικών της οποίας προσαρτάται στο παρόν", ότι η ανωτέρω εταιρεία, όπως νόμιμα εκπροσωπείται στο παρόν, ζήτησε τη σύνταξη του παρόντος, με το οποίο δήλωσε ότι διορίζει ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της τους: 1) Ειρήνη ΚΟΝΤΟΝΑΣΙΟΥ του Χαραλάμπους, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών ... 2) Ιωάννη ΜΠΑΒΕΑ του Χρήστου, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών .... προς τους οποίους χορηγεί την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα (ενεργώντας είτε από κοινού είτε ο καθένας μεμονωμένα): Να ασκήσουν για λογαριασμό της εντολέως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής διατάξεως, όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα και ειδικότερα της εφέσεως κατά του υπ' αριθ 435/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς ......". Αλλά όμως δεν έχει προσαχθεί ούτε έχει προσαρτηθεί στην έκθεση εφέσεως αντίγραφο του καταστατικού της εκκαλούσας εταιρίας, το οποίο αποτελεί σημείο αναφοράς των εξουσιών που παρέχονται στον B και στο οποίο κατ'ανάγκη πρέπει να ανατρέξει κανείς (πρβλ. ΑΠ 1559/1986 (σε Συμβ) και πρότ. Αντεισ. Σπ. Σταμούλη ΝοΒ 34. 1640, Εισαγγ Πρόταση στην ΑΠ 110/1988 ΠΧ 1988, 589, Εφετ Αθηνών 1438/1988 Δ/ΝΗ 1989, 230, ΑΠ 352/03 Ποιν Λογ 2003, 311 και Αθαν Κονταξή, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, 2006, Τόμος β, σελ 2650), ούτε αντίγραφο των πρακτικών της από 23-5-07 αποφάσεως του ΔΣ αυτής, προκειμένου να διαπιστωθεί ποια ήταν τα πρόσωπα που απαρτίζουν το ΔΣ της εταιρείας, αν υπάρχει πρόβλεψη για τα ως άνω θέματα, αν ο ανωτέρω ενήργησε ως υποκατάστατος του ΔΣ, (οπότε δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του), ή ως τρίτος, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, οπότε απαιτείται, ενόψει του ότι αυτός είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ. Έτσι όμως δεν είναι δυνατόν να ερευνηθεί αν προβλέπεται (επιτρέπεται) από το καταστατικό η ανάθεση της εκπροσώπησης της ως άνω εταιρείας σε ένα ή και περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ΔΣ ή όχι και ειδικότερα η άσκηση όλων των εξουσιών τις οποίες το ίδιο διαγράφει για το Διοικητικό Συμβούλιο και αν σ' αυτές περιλαμβάνεται ρητά, έστω και με γενική μνεία, η άσκηση ενδίκων μέσων. Συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, (πρβλ ΑΠ 1216/06 και ΑΠ 1176/06 Ποιν Δικ 2007, 43 και 44, ΑΠ 581/05, ΑΠ 1559/86 όπως πιο πάνω),να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ, όπως αντικ με άρθρο 55 παρ 1 ν 3160/03) και να διαταχθεί η εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με το να απορρίψει ακολούθως την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτη δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 484 § 1 Κ.Π.Δ. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως για παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. Τέλος, ο έτερος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 465 § 1, 96 § 2 και 42 § 2 Κ.Π.Δ., είναι απαράδεκτος, αφού δεν πρόκειται περί ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά περί διατάξεων καθαρώς δικονομικών. Κατ'ακολουθία αυτών, η κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ'αυτήν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) να απορριφθεί η υπ αριθμ. 16/2007 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROMAC", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά του υπ'αριθμ. 268/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 16 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Βλάσσης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύµφωνα µε την διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του Συντάγµατος, η κατάσχεση εφηµερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν από την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή, απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, µε παραγγελία του εισαγγελέα, µετά την κυκλοφορία:α) ... β) ... γ)... δ) για άσεµνα δηµοσιεύµατα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δηµόσια αιδώ, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόµος. Κατά δε την διάταξη της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου του Συντάγµατος, σε όλες τις περιπτώσεις της προηγούµενης παραγράφου ο εισαγγελέας, µέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την κατάσχεση, οφείλει να υποβάλει την υπόθεση στο δικαστικό συµβούλιο, και αυτό, µέσα σε άλλες είκοσι τέσσερις ώρες, οφείλει να αποφασίσει για τη διατήρηση ή την άρση της κατάσχεσης, διαφορετικά η κατάσχεση αίρεται αυτοδικαίως. Τα ένδικα µέσα της έφεσης και της αναίρεσης επιτρέπονται στον εκδότη της εφηµερίδας ή άλλου εντύπου που κατασχέθηκε και στον εισαγγελέα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1 και 474 του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου µέσου με αντιπρόσωπο απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο της ασκήσεώς του, που γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα, σχετική προς τούτο εντολή, η οποία να έχει δοθεί είτε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο είτε µε απλή έγγραφη δήλωση, µε βεβαιωµένη, στην τελευταία περίπτωση, τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δηµόσια, δηµοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και να προσαρτάται το πληρεξούσιο ή η έγγραφη δήλωση στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου µέσου. Εξάλλου, από τις αλληλοσυμπληρούμενες διατάξεις των 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 3 του κ.ν 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών" προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ.), το οποίο ενεργεί συλλογικά, επιτρέπεται όμως να μεταβιβάσει το δικαίωμα οργανικής εκπροσώπησης της εταιρείας σε μέλη του ή σε τρίτα πρόσωπα, αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάστηκε το εν λόγω δικαίωμα, είναι υποκατάστατος του Δ.Σ. και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της Α.Ε. Η υποκατάσταση αυτή στη σχετική εξουσία του Δ.Σ. είναι εντελώς διαφορετική από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 211 επ. και 713 επ. Α.Κ. σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής, διότι ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος, οι οποίοι διορίζονται για τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων επ' ονόματι της Α.Ε., δεν είναι όργανα διοίκησης, αλλά ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι αυτής πράξεις που αποφασίστηκαν από το Δ.Σ. της εταιρείας ή από τα υποκατάστατα αυτού όργανα, των οποίων (πράξεων) η εκτέλεση μόνο ανατέθηκε σε αυτούς. Επομένως, αν το Δ.Σ., ανώνυμης εταιρείας ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο την εντολή και του χορήγησε την πληρεξουσιότητα να ασκήσει ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος, απαιτείται το πρακτικό του Δ.Σ., που περιέχει την απόφασή του για ανάθεση της εντολής και χορήγηση της πληρεξουσιότητας να προσαρτάται στην δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Δ.Σ. της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠΔ. Οι απαιτήσεις, όμως, του άρθρου 42 παρ. 1γ' Κ.Π.Δ. για βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα, αναφέρονται στην περίπτωση που η πληρεξουσιότητα παρέχεται με απλή έγγραφη δήλωση, όχι όμως και όταν αυτή παρέχεται με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον κατά τα άρθρα 484 παρ. 1στ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία ενώ στη δεύτερη (περίπτωση) παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην κρινόμενη υπόθεση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με καθολική αναφορά στην ενσωματούμενο σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα επόμενα. "... Το Συµβούλιο Πληµµελειοδικών Πειραιώς, µε το υπ' αριθµ. 436/21-5-2007 βούλευµά του αποφάνθηκε ότι διατηρεί την κατάσχεση των εντύπων που αναφέρονται στην από 20-5-07 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Πειραιώς και ειδικά τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα (4580) τεµαχίων σε συσκευασία, αποτελούµενων από το φύλλο 85 της εφηµερίδας "ΤΟ ΜΗΛΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ" και τέσσερα DVD µε τους τίτλους "ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΤΣΑΪΝΑ ΜΠΛΟΥ", "Η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΞ", "ΤΟ ΤΡΙΓΩΝΟ ΤΩΝ ΒΕΡΜΟΥΔΩΝ" και "EASTERN MASSAGE". Εκδότρια της ως άνω εφηµερίδας είναι η ανώνυµη εταιρεία. µε την επωνυµία EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Κατά του ως άνω βουλεύματος που επιδόθηκε στην τελευταία (στον εντεταλμένο σύµβουλο και υπεύθυνο κατά νόµο A, (όπως δηλώνεται στη δεύτερη σελίδα του υπ' αριθ. 85 φύλλου της εν λόγω εφηµερίδας) στις 23-5-07, άσκησε η δικηγόρος Αθηνών Ειρήνη Κοντονάσιου, µε δήλωσή της στον αρµόδιο γραµµατέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, την κρινόµενη υπ' αριθµ. 29/29-5-07 έφεση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 29/29-5-07 έκθεση του πιο πάνω γραµµατέα. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η ανωτέρω ενεργεί ως πληρεξουσία δικηγόρος της ως άνω εταιρείας βάσει του υπ' αριθ. ..... πληρεξουσίου του νοµίµου εκπροσώπου της εταιρείας. Στο υπ' αριθ. ..... πληρεξούσιο της συµβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δερτούζου, το οποίο µνηµονεύεται και προσαρτάται στην έκθεση, αναφέρεται ότι εµφανίστηκε στην ως άνω συµβολαιογράφο ο B, "ο οποίος ενεργεί στο παρόν, όχι για τον εαυτό του ατοµικά αλλά ως νόµιµος εκπρόσωπος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύµβουλος της ανώνυµης εταιρείας µε την επωνυµία EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ότι στο παρόν ο εµφανισθείς εκπροσωπεί και δεσµεύει µε την υπογραφή του την ως άνω ανώνυµη εταιρεία, δυνάµει της από της 23/5/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Συµβουλίου, επικυρωµένο αντίγραφο των πρακτικών της οποίας προσαρτάται στο παρόν", ότι η ανωτέρω εταιρεία, όπως νόµιµα εκπροσωπείται στο παρόν, ζήτησε τη σύνταξη του παρόντος, µε το οποίο δήλωσε ότι διορίζει ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της τους: 1) Ειρήνη ΚΟΝΤΟΝΑΣΙΟΥ του Χαραλάµπους, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών 2) Ιωάννη ΜΠΑΒΕΑ του Χρήστου, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών προς τους οποίους χορηγεί την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωµα (ενεργώντας είτε από κοινού είτε ο καθένας µεµονωµένα): Να ασκήσουν για λογαριασµό της εντολέως σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής διατάξεως, όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα µέσα και ειδικότερα της εφέσεως κατά του υπ' αριθ. 435/2007 βουλεύµατος του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών Πειραιώς....". Αλλά όµως δεν έχει προσαχθεί ούτε έχει προσαρτηθεί στην έκθεση εφέσεως αντίγραφο του καταστατικού της εκκαλούσας εταιρίας, το οποίο αποτελεί σηµείο αναφοράς των εξουσιών που παρέχονται στον B και στο οποίο κατ' ανάγκη πρέπει να ανατρέξει κανείς (πρβλ. ΑΠ 1559/1986 (σε Συµβ) και πρότ. Αντεισ. Σπ. Σταµούλη ΝοΒ 34.1640, Εισαγγ. Πρόταση στην ΑΠ 110/1988 πχ 1988, 589, Εφετ Αθηνών 1438/1988 ΔΙ/ΝΗ 1989, 230, ΑΠ 352/03 Ποιν. λογ. 2003, 311 και Αθαν Κονταξή, Κώδικας Ποινικής Δικονοµίας, 2006, Τόµος β, σελ. 2650), ούτε αντίγραφο των πρακτικών της από 23-5-07 αποφάσεως του Δ.Σ. αυτής, προκειµένου να διαπιστωθεί ποια ήταν τα πρόσωπα που απαρτίζουν το Δ.Σ. της εταιρείας, αν υπάρχει πρόβλεψη για τα ως άνω θέµατα, αν ο ανωτέρω ενήργησε ως υποκατάστατος του Δ.Σ., (οπότε δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των µελών του), ή ως τρίτος, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190120, οπότε απαιτείται, ενόψει του ότι αυτός είναι απλός πληρεξούσιος εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συµβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου µέσου, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των µελών του διοικητικού συµβουλίου της εταιρείας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ. Έτσι όµως δεν είναι δυνατόν να ερευνηθεί αν προβλέπεται (επιτρέπεται) από το καταστατικό η ανάθεση της εκπροσώπησης της ως άνω εταιρείας σε ένα ή και περισσότερα πρόσωπα, µέλη του Δ.Σ. ή όχι και ειδικότερα η άσκηση όλων των εξουσιών τις οποίες το ίδιο διαγράφει για το Διοικητικό Συµβούλιο και αν σ' αυτές περιλαµβάνεται ρητά, έστω και µε γενική µνεία, η άσκηση ενδίκων µέσων. Συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.... ". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς ότι δηλαδή, η ασκηθείσα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος έφεση από τη δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Κοντονάσιου, με την ιδιότητα της εντολοδόχου της άνω ανώνυμης εταιρίας, δυνάμει του αναφερομένου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, έπρεπε για να είναι παραδεκτή να συνοδεύεται και να έχει προσαρτηθεί στην έκθεση εφέσεως αντίγραφο του καταστατικού της εταιρίας καθώς και αντίγραφο πρακτικού της από 23-5-2007 αποφάσεως του Δ.Σ. αυτής, και με την παραδοχή αυτή απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, αρνητικώς υπερέβη την εξουσία του με το να μην ερευνήσει κατ' ουσία την έφεση αφού, κατά τα προεκτεθέντα, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από ανώνυμη εταιρία με συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν μπορεί να γίνει λόγος για βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών των εντολέων (μελών του Δ.Σ.) της εκκαλούσης ανώνυμης εταιρείας, η οποία (βεβαίωση της γνησιότητος των υπογραφών) απαιτείται μόνον όταν η πληρεξουσιότης δοθεί με απλή έγγραφη δήλωση ούτε για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου ήταν αναγκαίο στην συντασσόμενη έκθεση να προσαρτάται πέραν του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και αντίγραφο του καταστατικού της εταιρίας.. Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως (ως εκτιμάται) είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, παραπεμφεί δε η υπόθεση στο ίδιο συμβούλιο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 268/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατάσχεση εντύπου. Έφεση από την εκδότρια του εντύπου ανώνυμη εταιρία κατά βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με το οποίο διατηρήθηκε η κατάσχεση. Απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, διότι η έφεση ασκήθηκε από δικηγόρο χωρίς στην έκθεση εφέσεως, πέραν του συμβολαιογραφικού προς αυτή πληρεξουσίου, να προσαρτάται αντίγραφο του καταστατικού της εταιρίας και πρακτικό του Δ.Σ. αυτής από το οποίο να προκύπτουν οι εξουσίες εκείνου που δίδει την πληρεξουσιότητα. Αναίρεση του βουλεύματος για αρνητική υπέρβαση εξουσίας.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Τύπος, Ανώνυμη εταιρία, Κατάσχεση εντύπου.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2464/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 3048, 3203/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 880/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3048-3203/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κρίθηκε ένοχος για αγορά κατοχή και πώληση κατ'έξακολούθηση της ιδίας ποσότητος ναρκωτικών ουσιών και για τις πράξεις τους αυτές καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως 12 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Δεν αναφέρεται δε καθόλου το Δικαστήριο και στην από 30-4-2003 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστού ....., ο οποίος είχε ορισθεί πραγματογνώμονας, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠΔ και σε εκτέλεση της ..... παραγγελίας της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών να αποφανθεί εάν ο αναιρεσείων τυγχάνει τοξικομανής με την έννοια της παρ.1 του άρθρου 15 του ν. 2161/1993, είχε συντάξει την αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Η έκθεση δε αυτή πραγματογνωμοσύνης, δεν μνημονεύεται και δεν αξιολογείται ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας, ούτε γίνεται αναφορά των πορισμάτων της, ώστε να δύναται να συναχθεί, κατά τρόπο αναμφίβολο, έστω και έμμεσα, ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του. Ενόψει αυτών, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όπως ήταν υπόχρεο, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του και το αποδεικτικό αυτό μέσο της πραγματογνωμοσύνης και ειδικότερα την πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ. Επομένως, ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3048-3203/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για αγορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών, αφού δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης που είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται ειδικά. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2462/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 1853/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ2 και 2. Χ3. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 17 Ιουλίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1737/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, για τον παραπάνω σκοπό, εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τρίτο απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η ύπαρξη πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και το σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, εάν η πλαστογραφία γίνεται για άλλον σκοπό, εκτός του υπό του άρθρου 217 ΠΚ διαγραφομένου, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα υπό του άρθρου τούτου (μαρτυρικά και πιστοποιητικά), εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 και όχι η εξαιρετική του άρθρου 217 ΠΚ. Το βασικό διακριτικό γνώρισμα μεταξύ πλαστογραφίας της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ, και της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 217 ΠΚ, συνίσταται στο ότι, αφενός μεν στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. γ του ΠΚ, έγγραφα, αλλά εξ αυτών μόνο τα πιστοποιητικά, τα μαρτυρικά ή και κάθε άλλο έγγραφο, το οποίο δύναται συνήθως να χρησιμεύσει, ως τέτοιο, και αφετέρου, ως προς τον σκοπό για τον οποίο τελείται τούτο. Δηλαδή ο σκοπός για τον οποίον τελείται η ως άνω αξιόποινη πράξη, πρέπει να αποβλέπει μόνο στην άμεση συντήρηση, την κίνηση ή τέλος την κοινωνική πρόοδο του δράστη ή κάποιου άλλου, χωρίς η ωφέλεια ή η ζημία που προέρχεται από την πράξη αυτή να έχουν την σημασία, την οποία έχουν για τη θεμελίωση της παραβάσεως της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ, και τούτο γιατί η ζημία και η ωφέλεια από την πράξη του άρθρου 217 ΠΚ, έχουν δευτερεύουσα στην περίπτωση αυτή σημασία και γι' αυτό δεν ανήχθησαν αυτά από το νόμο σε συστατικά στοιχεία της πράξεως αυτής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στ Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των παρισταμένων κατηγορουμένων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3 (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), ήταν υπεύθυνος του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία -NOYVEAUX- που βρίσκεται στην οδό ..... στη ..... . Στο εν λόγω κατάστημα κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό της παρούσας χρόνους εργάζονταν ως υπάλληλοι, οι πέμπτος έως και δεκάτη πέμπτη των κατηγορουμένων(μη διάδικοι στην παρούσα δίκη). Στο εν λόγω κατάστημα λόγω των πολλών υγειονομικών ελέγχων στην καφετέρια από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, ο τρίτος κατηγορούμενος ζήτησε από τους εν λόγω εργαζομένους να του προσκομίσουν δύο φωτογραφίες και τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, προκειμένου να μεριμνήσει για τον εφοδιασμό τους με το απαραίτητο για την παροχή της εργασίας τους βιβλιάριο υγείας. Οι εργαζόμενοι, με σκοπό να εφοδιασθούν με το απαιτούμενο για την εργασία τους βιβλιάριο υγείας και χωρίς να γνωρίζουν τον τρόπο και τη διαδικασία εκδόσεώς του, παρέδωσαν στον τρίτο κατηγορούμενο τις φωτογραφίες και τα στοιχεία ταυτότητάς τους. Στο κατάστημα σύχναζε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος, σε σχετική συζήτηση, δήλωσε στον τρίτο κατηγορούμενο ότι γνώριζε τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, που εργαζόταν ως αγροτικός ιατρός στο Κέντρο Υγείας ....., είχε αποσπασθεί στο Τμήμα Υγιεινής ..... και μπορούσε να βοηθήσει στην ταχεία έκδοση των βιβλιαρίων υγείας. Για το σκοπό αυτό ο τρίτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα (φωτογραφίες και τα στοιχεία των εργαζομένων) και αυτός τα παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο. Στη συνέχεια ο τελευταίος κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνους κατάρτισε τα σημειούμενα ένδεκα (11) πλαστά ατομικά βιβλιάρια υγείας στο όνομα των εργαζομένων (τέταρτου έως και δέκατου τέταρτου κατηγορουμένων), χωρίς αρθμό μητρώου, αναγράφοντας σ' αυτά στην ένδειξη "στοιχεία κατόχου" τα στοιχεία των εργαζομένων και τις αναφερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως, θέτοντας στις ενδείξεις "κλινική εξέταση", "Ο Προϊστάμενος", που βρίσκεται κάτω από την ένδειξη "ανανέωση", και "Ο Προϊστάμενος της Υγειονομικής Υπηρεσίας", που βρίσκεται κάτω από την ένδειξη "Υπογραφή κατόχου", κατ' απομίμηση την σφραγίδα του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ" και κατ' απομίμηση την σφραγίδα και την υπογραφή των αναφερομένων ιατρών, χωρίς την προηγούμενη εντολή ή συναίνεσή τους, καθώς και τη δική του υπογραφή ή σφραγίδα, ενώ δεν υπηρετούσε στο ως άνω Νοσοκομείο. Μετά την παραλαβή του βιβλιαρίου υγείας ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ4 μετέβη στο ΙΖ Α.Τ. Θεσσαλονίκης, για να καταθέσει τα δικαιολογητικά και να του εκδοθεί άδεια εργασίας ως σερβιτόρου. Κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών από τον αστυνομικό ..... έγινε αντιληπτό ότι το βιβλιάριο υγείας δεν είχε σφραγίδα ευανάγνωστη και αριθμό μητρώου. Στη συνέχεια επικοινώνησε με τη Διεύθυνση Υγιεινής ..... και από τον σχετικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι τα επίδικα πλαστά βιβλιάρια είχαν κατασκευασθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος υπηρετούσε ως αγροτικός ιατρός στο Κέντρο Υγείας ..... και είχε αποσπασθεί στο Τμήμα Υγιεινής ..... . Οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 ομολογούν την παράδοση των δικαιολογητικών στον πρώτο κατηγορούμενο και την άμεση συνδρομή τους στην εκτέλεση της πλαστογραφίας εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, ισχυρίζονται δε βάσιμα ότι δεν γνώριζαν τη διαδικασία. Περαιτέρω, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου ισχυρίσθηκε ότι ο πελάτης του πεπλανημένα πίστευε ότι μπορούσε, ως ειδικευόμενος ιατρός σε κρατικό νοσοκομείο, να εκδώσει τα βιβλιάρια υγείας, καθόσον με την ιδιότητα αυτή είχε εκδώσει πληθώρα βιβλιαρίων υγείας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, αφενός μεν διότι δεν αποδείχθηκε και αφετέρου διότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τη νόμιμη διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση των βιβλιαρίων υγείας από τα αρμόδια όργανα, καθώς και την πλαστογραφία εκ μέρους του της υπογραφής και της σφραγίδας των αναφερομένων στα βιβλιάρια ιατρών. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση (και όχι της πλαστογραφίας πιστοποιητικού, όπως ισχυρίσθηκε ο συνήγορός του), οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 της πράξεως της άμεσης συνέργειας στην εν λόγω πράξη της πλαστογραφίας με χρήση και αθώοι οι λοιποί κατηγορούμενοι των πράξεων που κατηγορούνται". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της πλημμεληματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί ενοχής κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98 και 216 παρ. 1, του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε κι εφάρμοσε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, αφού τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά συνιστούν κατάρτιση πλαστών εγγράφων, δια της χρήσεως των οποίων μπορούσε να παραπλανηθεί άλλος. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων κατάρτισε έντεκα (11) πλαστά ατομικά βιβλιάρια υγείας με τα στοιχεία των εργαζομένων τετάρτου έως και δεκάτου τετάρτου των κατηγορουμένων, αναγράφοντας ο ίδιος στα αντίστοιχα βιβλιάρια υγείας τα στοιχεία ταυτότητας τους, συμπληρώνοντας ταυτόχρονα και τις ημερομηνίες εκδόσεως αυτών, ενώ παράλληλα ο ίδιος ο αναιρεσείων, κάτω από τις σημειούμενες σε αυτά ενδείξεις " ανανέωση", και "ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας", έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή άλλου συναδέλφου του ιατρού και συγκεκριμένα του στρατιωτικού ιατρού ....., που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσε στο 424 ΓΣΝ Θεσσαλονίκης, καθώς και τη σφραγίδα του Νοσοκομείου Άγιος Παύλος, χωρίς την προηγούμενη συναίνεση ή έγκριση του συναδέλφου του ιατρού, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, δεν πρόσφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση με την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι πρόθεση του αναιρεσείοντος, ήταν να παραπλανήσει άλλους και συγκεκριμένα τις αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες, για κάποιο γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ότι οι κάτοχοι των βιβλιαρίων υγείας, χωρίς να έχουν υποβληθεί στις αναγκαίες υγειονομικές εξετάσεις, να εμφανίζονται ως υγιή άτομα, τα οποία μπορούσαν να εργασθούν και να έρχονται σε επαφή με το ευρύτερο κοινό, χωρίς οποιοδήποτε κίνδυνο για την υγεία τους. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς αφενός μεν ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως και δη η γνώση της πλαστότητας των καταρτισθέντων πλαστών εγγράφων και αφετέρου ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, ως προς τα προαναφερόμενα σ' αυτά γεγονότα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινής πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ την οποία εφάρμοσε σωστά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά συνιστούν κατάρτιση πλαστών εγγράφων, δια της χρήσεως των οποίων μπορούσε να παραπλανηθεί άλλος περί του ότι ο κάθε κάτοχος του πλαστού ατομικού βιβλιαρίου υγείας, ήταν ο εικονιζόμενος σ' αυτό, που συγκέντρωνε στο πρόσωπό του, τις προϋποθέσεις εκείνες που αφορούσαν την υγιεινή κατάστασή του και του παρείχαν τη δυνατότητα ακινδύνως για το συναλλασσόμενο με αυτό κοινό, να εργάζεται σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, και τα οποία (περιστατικά), αποτελούν γεγονότα δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες. Εξ' άλλου, στην προκειμένη περίπτωση που η χρήση του πλαστού εγγράφου έγινε για τον σκοπό, που στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, 2 του ΠΚ, και όχι εκείνη του άρθρου 217 ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικού), αφού από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν η πλαστογραφία πιστοποιητικού γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του εις το άρθρο 217 ΠΚ διαλαμβανομένου, τότε και αν ακόμη αφορά έγγραφα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό (πιστοποιητικά κλπ), εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 και όχι η εξαιρετική του άρθρου 217 ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και οι αντίστοιχοι δεύτερος και τρίτος των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1α ΠΚ, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και ο πρώτος των πρόσθετων λόγων, περί συγγνωστής νομικής πλάνης (31 παρ. 2 του Π.Κ.), σύμφωνα με τον οποίο, ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα, ως ειδικευόμενος ιατρός στο Νοσοκομείο ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Θεσσαλονίκης, να προβαίνει στην έκδοση αντίστοιχων ατομικών βιβλιαρίων υγείας, από μόνο το γεγονός ότι και κατά το πρόσφατο παρελθόν, ως αγροτικός ιατρός στη Διεύθυνση Υγιεινής της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, είχε ανάλογη δυνατότητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-9-2007 αίτηση του Χ και τους επ' αυτής από 21-7-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1853/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως, άρθρο 216 παρ.1 ΠΚ. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας. Ορθή εφαρμογή του άρθρου 216 και όχι του 217 ΠΚ. Απορρίπτει τον ισχυρισμό για συγγνωστή νομική πλάνη. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πλάνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2461/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισητητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φραγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 3466/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1378/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με την νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος μνημονεύει, και ειδικότερα, "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την β' πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "ΔΟΡΥΦΟΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕ", της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος, στη ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως αναφέρονται στον πίνακα χρεών της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 34.733.035 δρχ., που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αν και τα χρέη αυτά είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκιση 12 μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, διαλαμβάνεται ότι "ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-1999 έως 1-7-1999, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφ' άπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά τα 4.500.000 δρχ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "ΔΟΡΥΦΟΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕ", όπου τυγχάνει Δ/νων Σύμβουλος, στην ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδικού βιβλίου .....) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 18/5/01 μηνυτήριο αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό δραχμών 34.733.035 δεν αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις "για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από τη λήξη της καταβολής". Ετσι, όμως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Ειδικότερα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) δεν προσδιορίζεται ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επιμέρους χρέους και η λήξη του χρόνου καταβολής του, για δε τα χρέη που ήταν καταβλητέα σε δόσεις δεν προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής κάθε δόσης, γ) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς τη φύση των χρεών, γιατί ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι πρόκειται για ληξιπρόθεσμα χρέη, στο διατακτικό αντίθετα γίνεται αναφορά για χρέη τα οποία έπρεπε να καταβληθούν σε δόσεις, όπως, επίσης, στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και στο διατακτικό της, δεν γίνεται σχετική αναφορά στο χρόνο κατά τον οποίο αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον, οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 12, 18 ΠΚ και άρθρο 25 παρ. 1, γ 2,3 του Ν. 1882/1990, όπως αντ. με άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 2523/1997), φέρονται ότι τελέσθηκαν στο χρονικό διάστημα από 31-3-1999 έως 1-7-1999, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 8-10-2008, εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (30-10-2008), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Αρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ'Κ.Π.Δ.), πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις παραπάνω πράξεις κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του ίδιου Κώδικα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 3466/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος Χ για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-1999 έως 1-7-1999. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία του αδικήματος. Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Αναιρεί και ΠΟΠΔ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
0
Αριθμός 2460/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 431/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1490/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους [και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους] και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 431/2007 απόφασή του, δέχθηκε ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ ορίζει ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, συνάγεται ότι το ευμενέστερο του ενός ή του άλλου ποινικού κανόνα θα κριθεί στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα. Παλαιότερα, η κρατούσα στη νομολογία γνώμη δεχόταν ότι δεν επιτρέπεται ο συνδυασμός δύο διαφορετικών νόμων που ίσχυσαν και η επιλογή των ηπιότερων διατάξεων που περιέχονται στον καθένα από αυτούς, γιατί τότε κατασκευάζεται νέος νόμος που δεν υπάρχει και ο δικαστής στην περίπτωση αυτή νομοθετεί (ΑΠ 56/1989 ΠοινΧρ 1 989, 695, ΑΠ 820/1988 ΠοινΧρ 1988, 896). Ήδη, όμως, γίνεται δεκτή και από τον Άρειο Πάγο η γνώμη ότι είναι δυνατόν για έγκλημα που τελέσθηκε υπό την ισχύ παλαιότερου και εκδικάζεται υπό την ισχύ νεότερου νόμου να εφαρμόζεται αφενός ό,τι απαιτεί ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου ό,τι προβλέπει άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή (ΑΠ 557/2004 ΠοινΔικ 2004, 880), δηλαδή ότι, όπως υποστηρίζουν από παλαιότερα στη θεωρία και περιορισμένα στη νομολογία, δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς χωρίς αυτό να συνιστά επέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο έργο της νομοθετικής, αφού, ο δικαστής εφαρμόζει δύο υφισταμένους νόμους και δεν δημιουργεί τρίτο ενδιάμεσο (Κ. Σταμάτη, ΠοινΔικ 1978, 403, Μανωλεδάκη Β Ι., Γενική θεωρία του Ποινικού Δικαίου, 1976, σελ. 116 επ., ο ίδιος, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 1992, σελ. 78, ΕφΑΘ 986/1989 ΝοΒ 1989, 798). Ανεπίτρεπτη, λοιπόν, κατ' άρθρο 26 του Συντάγματος, επέμβαση του δικαστή στο έργο της νομοθετικής εξουσίας συντρέχει στην περίπτωση που αυτός δημιουργεί μία νέα διάταξη, επιλέγοντας στοιχεία της από ένα νόμο που ίσχυε στο χρόνο από την τέλεση έως την εκδίκαση της υποθέσεως και στοιχεία της από ένα άλλο νόμο της ίδιας χρονικής περιόδου, όπου ως διάταξη νοείται η γενική και αφηρημένη ρύθμιση μιας αυτοτελούς παραμέτρου του ποινικού κολασμού (π.χ. ρύθμιση για στοιχειοθέτηση εγκλήματος, ρύθμιση για την ποινή, ρύθμιση για τον τρόπο δίωξης). Μπορεί, δηλαδή, να προκριθεί και να εφαρμοστεί ως ευμενέστερη μία διάταξη που απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, μη συντρέχοντα στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του ιδίου κατά τα λοιπά, νομοτυπικά στοιχεία εγκλήματα που τιμωρούνταν από ένα άλλο νόμο, αλλά δεν επιτρέπεται ένας συνδυασμός στοιχείων αντικειμενικών υποστάσεων εγκλημάτων, που προβλέπονται από διαφορετικούς νόμους, που θα έχει ως συνέπεια τη διάπλαση από το δικαστή μιας εντελώς νέας αντικειμενικής υπόστασης που ουδέποτε καταγράφηκε νομοθετικά ως στοιχειοθετούσα έγκλημα. Ειδικότερα, ως ευμενέστερος μπορεί να κριθεί ο νόμος που θα έχει ευνοϊκότερα για τον κατηγορούμενο αποτελέσματα στην επιμέτρηση της ποινής, κατ' εφαρμογή των στοιχείων που υποχρεωτικά λαμβάνονται υπόψη σε αυτή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ. Περαιτέρω, το άρθρο 98 του ΠΚ ορίζει ότι: "Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Ήδη, με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/3.6.1999, προστέθηκε στο ανωτέρω άρθρο δεύτερη παράγραφος που ορίζει ότι: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου, απαραίτητος όρος εφαρμογής του είναι οι επιμέρους πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος να, έχουν αφ' εαυτές αξιόποινο χαρακτήρα. Ακόμα, και μετά την πρόσφατη προσθήκη της δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 98 του ΠΚ, διατηρείται ως προαπαιτούμενο η αυτοτελής ποινική αξιολόγηση των μερικότερων πράξεων, μόνο που προβλέπεται επιπλέον, ότι με τη συνδρομή του στοιχείου της σκοπούμενης δράσης επιτείνεται η ποινική ευθύνη του δράστη, καθώς αυξάνονται τα απειλούμενα πλαίσια ποινής για την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, πέραν από τα προβλεπόμενα για τη βαρύτερη από τις επιμέρους πράξεις, σε αντίθεση με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του ιδίου άρθρου, όπου τα πλαίσια ποινής για την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος παραμένουν τα προβλεπόμενα για την βαρύτερη από τις επιμέρους πράξεις. Ειδικότερα, σε κατ' εξακολούθηση μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 25 του Ν 1882/1990, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/28.1.2004, για τη στοιχειοθέτηση τη ποινικής ευθύνης του δράστη το κάθε ένα χρέος έπρεπε να υπερβαίνει το όριο εκείνο που καθιστούσε αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής (βλ. ΑΠ 913/2004 ΠοινΔικ 2004, 1067, ΑΠ 694/2004 ΠοινΔικ 2004,896), δηλαδή, εφόσον τα διακεκριμένα μεταξύ τους χρέη είχαν αυτοτελή ύπαρξη και άρα αυτοτελή προθεσμία καταβολής τους δεν μπορούσαν να συναθροισθούν και να ληφθεί υπόψη εάν το συνολικό ποσό τους υπερέβαινε ή όχι τα ελάχιστα όρια που έτασσε ο νομοθέτης για την ποινική υπόσταση του υπόψη αδικήματος, παρά μόνο να ληφθούν υπόψη το καθένα από μόνο του, οπότε σε αυτή την περίπτωση, αν ήταν μικρότερα του ελαχίστου ορίου δεν μπορούσαν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 25 Ν 1882/1990 (Συμβ. Πλημ. Πειρ. 73/2002 ΠοινΔικ 2003, 1223). Ήδη, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/28.1.2004, το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου Δικαίου, τις επιχειρήσει και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β)...". Με τη νέα αυτή ρύθμιση η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πια να θεμελιώνεται εφάπαξ η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο των 10.000 ευρώ, ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανώτερου των 10.000 ευρώ [χωρίς όμως συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα (βλ. Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 1992, σελ. 233), γι' αυτό και γίνεται λόγος περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος]. Υπό την αμέσως προϊσχύσασα μορφή του, όπως θεσπίστηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, το ίδιο άρθρο όριζε ότι: "Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής κατά τις διατάξει που ισχύουν κάθε φορά των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή προκείμενου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών τα έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισα: α) Τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενος ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές [3.000 ευρώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. α' Ν 2948/20011, όταν πρόκειται για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές [6.000 ευρώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. β' Ν 2948/2001], όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τεσσάρων (4) μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό τα ληξιπρόθεσμα για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές [6.000 ευρώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. β' Ν 2948/2001], όταν πρόκειται για δάνεία και παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές [9.000 ευρώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. γ' Ν 2948/2001], γ)...". Σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, δεν μπορεί η νεότερη νομοθετική ρύθμιση να κριθεί γενικά και εκ των προτέρων ως ευμενέστερη για τον οφειλέτη του Δημοσίου, επειδή αυξάνεται πια το όριο ποινικής ευθύνης στο ποσό των 10.000 ευρώ, αφού απαξιολογείται πια η συνολική συμπεριφορά, η οποία υπό τους όρους της προγενέστερης μορφής θα μπορούσε να μην κολάζεται ποινικά στην περίπτωση που καμία από τις επιμέρους πράξεις δεν ήταν αξιόποινη. Επιβάλλεται, δηλαδή η κρίση περί τα ευμενέστερα διάταξης υπό τις περιστάσεις τα κάθε συγκεκριμένα περίπτωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, και τον 18/05 πίνακα χρεών, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι: Βεβαιώθηκαν σε βάρος του κατηγορουμένου τα εξής χρέη, υπέρ του Δημοσίου τα οποία είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα, όπως ειδικότερα στα διατακτικό της παρούσας αναφέρεται, καθυστερώντας την καταβολή τους πέραν των 4 μηνών, από την λήξη τους 1) ποσό 134,04€, που βεβαιώθηκε την 2-7-2003, πλέον προσαυξήσεως ποσού 40,75€, 2) ποσό 439,26€ που βεβαιώθηκε την 31-3-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 80,82€, 3) ποσό 439,26 που βεβαιώθηκε την 31-3-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 80,82€, 4) ποσό 836.755,24 που βεβαιώθηκε με την ..... βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Αλεξάνδρειας την 7-4-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 141.411,64, αφορούσε απαίτηση του δημοσίου από ποινική υπόθεση και ήταν απαιτητό σε μία δόση την 28-5-2004, 5) ποσό 127,35€ που βεβαιώθηκε την 9-7-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 15,80€, 6) ποσό 296,41 που βεβαιώθηκε την 9-7-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 36,75 €, 7) ποσό 317,00 € που βεβαιώθηκε την 12-7-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 39,31 €, δ) ποσό 317,00 που βεβαιώθηκε την 12-7-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 39,31 €, 9) ποσό 317,00€ που βεβαιώθηκε την 17-8-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 34,56 €, 10) ποσό 210€ που βεβαιώθηκε την 17-11-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 8,40 €, 11) ποσό 81,24€ που βεβαιώθηκε την 25-11-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 5,20€, όπως τα επί μέρους ποσά και η αιτία της οφειλής αναλύονται στο περιλαμβανόμενο στο διατακτικό της παρούσης πίνακα χρεών. Έναντι των χρεών του, υπ' αριθμ. 1-11, που ήταν καταβλητέα εφάπαξ, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό. Για τη μη καταβολή τους συντάχθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αλεξάνδρειας ο ..... πίνακας χρεών του κατηγορουμένου, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου, όπου ήταν εγγεγραμμένες όλες οι υπ' αριθμ. 1-11 καταχωρίσεις. Ενόψει όμως ότι το υπό 1 χρέος αφορά διάστημα πριν τις 28-1-2004 (οπότε και τροποποιήθηκε το άρθρο 25 Ν. 1882/1990 με το άρθρο 34 Ν. 3220/2004), και το ποσό των 174€ που οφείλεται για αυτό (πριν τις 28-1-2004) δεν είναι πάνω από το όριο αξιοποίνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 23§1 Ν. 2523/1997, δεν θεμελιώνεται γι' αυτό, το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο και πρέπει κατ'εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου να κηρυχθεί αθώος ως προς το ποσό αυτό. Κατά τα λοιπά επειδή αποδείχθηκε ότι αυτός παραβίασε την προθεσμία καταβολής των οφειλομένων προς το Δημόσιο, όπως ανωτέρω και στο διατακτικό της παρούσης αναφέρονται πέραν των 4 μηνών από τη λήξη τους, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται, ότι πρόκειται για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ και ο αναιρεσείων δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό, και ότι παραβίασε την προθεσμία καταβολής των οφειλόμενων προς το Δημόσιο, όπως και στο διατακτικό της παρούσης αναφέρονται, πέραν των 4 μηνών από τη λήξη τους, δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν ο ακριβής χρόνος καταβολής κάθε επί μέρους ποσού, ώστε να κριθεί, αν το ποσό της καθυστέρησης κάθε ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, υπερβαίνει το ποσό που απαιτούσε το άρθρο 25 § 1 ν. 1882/90, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 23 § 1 ν. 2523/97, σύμφωνα με το οποίο λαμβάνεται υπόψη χωριστά κάθε καθυστερούμενη καταβολή και όχι, όπως συμβαίνει μετά την αντικατάσταση του αρθρ. 25 του ν. 1882/90 με τη δυσμενέστερη στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του αρθρ. 34 § 1 ν. 3320/2004, όπου προβλέπεται ότι η πράξη τιμωρείται εφόσον "το συνολικό χρέος από κάθε αιτία" υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, η προσβαλλομένη απόφαση με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών της ΔΟΥ Αλεξανδρείας, δέχεται, σύμφωνα με τον οικείο πίνακα χρεών, ότι τα αναφερόμενα σ' αυτόν με στοιχεία 2-11, χρέη βεβαιώθηκαν και ήσαν ληξιπρόθεσμα ως ακολούθως: 1) το υπ' αριθμό 2 χρέος έχει βεβαιωθεί την 31-3-2004 και ήταν καταβλητέο την 30-4-2004, 2) το υπ' αριθμό 3 χρέος έχει βεβαιωθεί την 31-3-2004 και ήταν καταβλητέο την 30-4-2004, 3) το υπ' αριθμό 4 χρέος έχει βεβαιωθεί την 7-4-2004 και ήταν καταβλητέο την 28-5-2004, 4) το υπ' αριθμό 5 χρέος έχει βεβαιωθεί την 9-7-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-8-2004, 5) το υπ' αριθμό 6 χρέος έχει βεβαιωθεί την 9-7-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-8-2004, 6) το υπ' αριθμό 7 χρέος έχει βεβαιωθεί την 12-7-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-8-2004, 7) το υπ' αριθμό 8 χρέος έχει βεβαιωθεί την 12-7-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-8-2004, 8) το υπ' αριθμό 9 χρέος έχει βεβαιωθεί την 12-8-2004 και ήταν καταβλητέο την 30-9-2004, 9) το υπ' αριθμό 10 χρέος έχει βεβαιωθεί την 17-11-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-12-2004, και 10) το υπ' αριθμό 11 χρέος έχει βεβαιωθεί την 25-11-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-12-2004. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύεται ότι από του χρόνου που καθένα από τα πιο πάνω χρέη, κατέστη ληξιπρόθεσμο μέχρι του χρόνου ασκήσεως της ποινικής δίωξης, δεν παρήλθε το ελάχιστο χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) μηνών, μετά την παρέλευση του οποίου και μόνο αρχίζει η υποχρέωση καταβολής και αντίστοιχα αποτελεί την αφετηρία έναρξης της ποινικής του ευθύνης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στα ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 431/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 2458/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αιτούντων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που δεν παρέστησαν στο Συμβούλιο, 1) για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση για επανάληψη διαδικασίας και την από 31 Μαρτίου 2008 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής του εκ των αιτούντων Χ1, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2122/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 128/12-3-2008 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "I) Εισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 525 §1, 529 Κ.Π.Δ., την από 14-12-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 3) Χ3 περί: α) Επαναλήψεως υπέρ αυτών της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ' αρ. 43/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη ο 1ος σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρος (όχι για συκοφαντική δυσφήμηση ως εσφαλμένως αναγράφεται στην αίτηση) και ηθική αυτουργία σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις, οι 2ος και 3ος σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών έκαστος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, β) αναστολής εκτελέσεως κατ' αρ. 529 Κ.Π.Δ. των ανωτέρω ποινών και εκθέτω τα ακόλουθα: II) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5). Εξ άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347). III) Εις την υπό κρίση υπόθεση με την υπ' αρ. 43/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατεδικάσθησαν κατά πλειοψηφία ένοχοι: 1) Ο Χ1 για α) ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, β) ψευδορκία μάρτυρος (και όχι για συκοφαντική δυσφήμηση ως εσφαλμένως αναγράφεται στην υπό κρίση αίτηση) γ) ηθική αυτουργία σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, 2) Ο Χ2 για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, 3) Ο Χ3 για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών. Ακολούθως με την υπ' αρ. 2015/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθησαν οι αναιρέσεις των καταδικασθέντων για μεν τον 1ο διότι ο πρώτος λόγος ήταν αόριστος και ο δεύτερος αβάσιμος και για τους 2ο και 3ο ως ανυποστήρικτες. Η καταδίκη τους αφορά εις το ότι ο 1ος ψευδώς ισχυρίστηκε σε μηνύσεις του και εβεβαίωσε ενόρκως ψευδώς κατά του εγκαλέσαντος Ψ1 και οι λοιποί στις καταθέσεις τους (με προτροπή του 1ου) ότι: 1) Τον Ι.Ν. ... ανήγειρε το έτος 1983 ο Π1 πατέρας των δύο πρώτων εξ αυτών και επεκτάθηκε το έτος 1983 στο ίδιο σημείο. 2) Η έκταση και ο Ι.Ν. ... είναι ιδιοκτησία τους και όχι του Ελληνικού Δημοσίου ως δήθεν δασική αναδασωτέα. 3) Ο Ι.Ναός ... ανήκει στο παλαιό εορτολόγιο και όχι στην Εκκλησία της Ελλάδος του νέου ημερολογίου ως δήθεν παρεκκλήσιο του ενοριακού Ιερού Ναού.... IV) Οι αιτούντες προς επίρρωση των ισχυρισμών τους επικαλούνται ότι τον Ι.Ναό ... ανήγειρε ο Π1 (πατέρας των δύο πρώτων των αιτούντων) το 1983 (και κατά συνέπεια όχι ορθώς κατεδικάσθησαν για τις προαναφερθείσες πράξεις). Το γεγονός αυτό προκύπτει από τα εξής: α) Από την δημόσια διαθήκη του που συνετάγη το 1988 και δημοσιεύθηκε με την απόφαση 1208/92 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου τους άφηνε κληρονομιά τον Ι.Ναό. β) Από την φωτοερμηνεία του Τοπογράφου Μηχανικού Μ1 έτους 2003 (σχετ. 4) έγγραφα που είχαν προσκομίσει στο Εφετείο ως αναγνωστέα 27 και 81. Μετά την έκδοση της 43/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών έγινε νέα φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο - Τοπογράφο - Μηχανικό Μ2 (σχετ. 5) η οποία συμφωνεί με την πρώτη του Μ1 και αποδεικνύεται ότι το οικόπεδο στο οποίο ανηγέρθη ο Ι.Ναός ... ήταν περιφραγμένο από το 1973, δεν ήταν δασική έκταση, αλλά βραχώδης από το 1937. Ο Ι.Ν. το 1989 φαίνεται 30 τμ. Και το 1998 60 τμ. στο ίδιο σημείο, αφού είχε γίνει επέκτασή του το 1993 στο οικόπεδό τους. Ότι το οικόπεδο όπου ανηγέρθη ο Ι.Ν. Αγ. ... δεν είναι του Ελληνικού Δημοσίου προκύπτει από την δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Π1 (σχετ. 3), την απόφαση υπ' αρ. 1664/2001 του Ειρηνοδικείου Αθηνών (σχ. 6) με την οποία ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ. Δασών και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Ν. ... αναγνωρίζοντας τους κληρονόμους Π1 ιδιοκτήτες του Ι.Ναού .... Προκειμένου να ανατρέψουν την άνω απόφαση οι αντίδικοί τους προσεκόμισαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση των εφέσεών τους ψευδείς φωτοερμηνείες παραπλανώντας την δικαστή η οποία εξέδωσε σε βάρος τους την υπ' αρ. 2033/2002 (σχετ. 7) απόφαση η οποία επεκύρωσε το αναφερόμενο πρωτόκολλο δεχθείσα ότι η έκταση του Ι.Ναού ήταν δήθεν δασική - αναδασωτέα και ανήκει δήθεν στο Ελληνικό Δημόσιο. Η απόφαση αυτή προσκομίστηκε στο δικαστήριο (Εφετείο) με αριθμό 35 και όχι 44 ως εσφαλμένως αναγράφεται στην σελ. 4 της υπό κρίση αιτήσεως. γ) Ο 1ος εξ αυτών κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά στις 8-11-2007 (σχ. 8). δ) Κατά της αποφάσεως 2033/2002 έχουν καταθέσει αίτηση αναψηλαφήσεως (σχ. 9) η οποία συζητήθηκε στις 9-11-2007 και αναμένεται έκδοση αποφάσεως. ε) Το ότι ο Ι.Ν. ... ανήκει στην Εκκλησία του παλαιού εορτολογίου και όχι στην Εκκλησία της Ελλάδος του νέου ημερολογίου προκύπτει από: εα) την διαθήκη του Π1 (σχ. 3), εβ) την υπ' αρ. 1664/2001 και 2033/2002 αποφάσεως (αντιστοίχως) του Ειρηνοδικείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγ) την απόφαση 60611/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (σχ. 10) όπου αθωώθηκαν επί μηνύσεως του Ψ2 Προϊσταμένου του ως άνω Ι.Ν. ... την οποία είχαν προσκομίσει και στο Εφετείο. στ) Κατά του Ελληνικού Δημοσίου οι δύο πρώτοι των αιτούντων έχουν καταθέσει αναγνωριστική αγωγή κυριότητας (σχ. 13) η οποία θα εξεδικάζετο στις 8-5-07, αλλά κατόπιν παρεμβάσεως του αντιδίκου τους Δήμου Γαλατσίου θα εκδικασθεί στις 6-5-08. V) Τα στοιχεία τα οποία προσεκόμισαν και επικαλούνται οι αιτούντες δεν μπορεί να εκληφθούν ως νέα ικανά να ανατρέψουν την κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αρ. 43/2007 απόφαση κάνοντας φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι ή καταδικάστηκαν άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσαν. Ειδικότερα: 1) Ως προς την επικαλουμένη δημόσια διαθήκη του πατέρα τους που συνετάγη το 1988 και δημοσιεύθηκε με την απόφαση 1208/92 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τους άφηνε κληρονομιά τον Ι.Ν. ..., αυτό δεν αποτελεί νέο στοιχείο, διότι από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου ως εκτίθεται κατωτέρω έχει κριθεί πως η επίδικη έκταση όπου κατασκευάστηκε ο Ι.Ν. ... εκρίθη ως ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στον δικαιοπάροχο (διαθέτη) πατέρα των δύο πρώτων. 2) Με την υπ' αρ. 1664/01 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ. Δασών και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Ν. Αγ. ... αναγνωρίζοντας τους κληρονόμους του Π1 ιδιοκτήτες του Ι.Ν. .... Ασκηθείσας εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αρ. 2033/2002 απόφασή του (που ανεγνώσθη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών) εξαφάνισε την υπ' αρ. 1664/2001 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγιναν δεκτές οι εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Ι.Ν. Αγ.... και απερρίφθη η ανακοπή των αδελφών Χ1-Χ2 κατά του Π.Δ.Α. Εις το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής (2033/02) αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:"... Η επίδικη αυτή έκταση, η οποία έχει έδαφος βραχώδες ... εφάπτεται με το σχέδιο πόλεως ... αποτελεί δασική έκταση (βλ. την από 18-12-2000 έκθεση αυτοψίας του Δασοπόνου ...). Την έκταση αυτή κατέλαβε ο πατέρας των ανακοπτόντων και οι ίδιοι οι ανακόπτοντες, κατά το χρονικό διάστημα 1973 έως και 1995 και προέβησαν σε περίφραξη, περιμάντρωση και τσιμεντοποίηση τμήματος αυτής, στην συνέχεια δε στον εν λόγω χώρο ανεγέρθηκε ο Ιερός Ναός του ..., για την ανέγερση του οποίου, ερίζουν τόσο οι ανακόπτοντες όσο και ο εξωραϊστικός Σύλλογος .... Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η έκταση αυτή ανήκει στην κυριότητά τους, αφού περιήλθε στον πατέρα τους Π1 ... Όμως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν πιθανολογήθηκε ότι η επίδικη έκταση ευρίσκεται εντός της πιο πάνω ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων, όπως οι ίδιοι αβάσιμα ισχυρίζονται. Ειδικότερα αυτοί ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους Π1 είχε ανεγείρει από το έτος 1983, στον επίδικο χώρο, που ήταν εντός της ιδιοκτησίας του, τον Ι.Ν. του ... και προσκομίζουν την υπ' αρ. ... άδεια της Πολεοδομίας Αθηνών , σύμφωνα με την οποία η άδεια αφορούσε ανέγερση ναού επιφανείας 21,46 τμ. Όμως, όπως πιθανολογήθηκε ο εν λόγω ναός ο οποίος έχει σήμερα επιφάνεια 60 τμ., δεν κτίσθηκε στο σημείο αυτό για το οποίο υπήρχε άδεια, αφού κατά την αυτοψία που έκαναν υπάλληλοι της πολεοδομίας Αθηνών στον εν λόγω χώρο, διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω άδεια δεν έχει ισχύ, γιατί ποτέ δεν υλοποιήθηκε, αντιθέτως δε διαπιστώθηκε η ανέγερση του Ναού εκτός του οικοπέδου που εμφαίνεται στα σχέδια ... Εξ άλλου όπως προκύπτει από την αρ. ... απόφαση της επιτροπής της παρ. 4 του αρ. 4 του Π.Δ. 267/1998, η εν λόγω επιτροπή απεφάνθη ότι ο ναός και η αίθουσα έχουν κατασκευασθεί σε εκτός σχεδίου δασική περιοχή, σε θέση διαφορετική απ' αυτή που προβλεπόταν στην αρ. ... οικοδομική άδεια ... Ακόμη όπως προκύπτει από το από Μάιο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του Ο.Τ. ... περιοχής..., που έχει συνταχθεί από την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών αυτού, ο επίδικος χώρος με τον ιερό ναό είναι εκτός της ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων (βλ. σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα). Τούτο ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ενόψει των παραπάνω δεν πιθανολογείται κυριότητα των ανακοπτόντων στην εν λόγω έκταση. Πέραν όμως τούτου, η εν λόγω έκταση με βάση την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1937, 1953, 1965 και 1979 καλυπτόταν κατά τα παραπάνω έτη ... και ήταν δασική έκταση (βλ. σχετική τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του Τοπογράφου Μηχανικού ...) ... Έτσι (φύλλο 9 σελ. α της 2033/2002 αποφάσεως) η εν λόγω έκταση ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και περιήλθε σ' αυτό με βάση την από 9-7-1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα ... πρωτόκολλα του Λονδίνου, εφ' όσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν πιθανολογήθηκε κυριότητα των ανακοπτόντων σ' αυτή ...". 3) Όσον αφορά: α) την μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλε ο Χ1 ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στις 8-11-2007 με αρ. πρ. 9957 εναντίον εκείνων, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, προσεκόμισαν τις ψευδείς φωτοερμηνείες για να παραπλανήσουν την δικαστή που εξέδωσε την 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) την αίτηση αναψηλαφήσεως κατά της αποφάσεως αυτής (που συζητήθηκε στις 9-11-07, γ) την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των δύο πρώτων εκ των αιτούντων που πρόκειται να συζητηθεί την 6-5-2008, παρατηρούμε ότι επ' αυτών δεν υφίσταται αμετάκλητη δικαστική κρίση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής εκτίμηση στην παρούσα διαδικασία. Το βασικό ζητούμενο στην υπό κρίση διαδικασία είναι εάν ο Ι.Ν. ... περιοχής ... ανηγέρθη από τον πατέρα των δύο πρώτων εκ των αιτούντων και εάν ευρίσκεται ή όχι εντός του οικοπέδου αυτών. Σε περίπτωση που όντως η κατασκευή του έγινε από τον πατέρα τους εντός της ιδιοκτησίας τους τότε θα εκρίνετο η υπό κρίση αίτηση ως βάσιμη διότι η καταδίκη τους για τις αναφερόμενες (στην υπ' αρ. 43/07 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) πράξεις θα ήταν εσφαλμένη. Από τα ήδη εκτεθέντα στοιχεία που ήταν γνωστά στο δικάσαν δικαστήριο είναι σαφές ότι δεν υφίστανται νέα τοιαύτα ικανά που να κάνουν φανερό ότι οι αιτούντες ήταν αθώοι. VI) Επικαλούνται οι αιτούντες ότι εις το δικαστήριο ετέθη υπόψη η από έτος 2003 έκθεση φωτοερμηνείας του Τοπογράφου - Μηχανικού Μ1 η οποία δέχεται ότι η ανέγερση έλαβε χώρα εντός της εκτάσεως των αδελφών Χ1-Χ2. Εφ' όσον υποστηρίζουν ότι τούτο ετέθη υπόψη του δικαστηρίου δεν θεωρείται νέο στοιχείο. Περαιτέρω προσεκόμισαν και επικαλούνται την από μήνα Ιούνιο 2007 έκθεση φωτοερμηνείας της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Μ2 η οποία συμφωνεί με αυτήν του Μ1 που ετέθη υπόψη του δικαστηρίου και δέχεται ότι: α) το οικόπεδο επί του οποίου ανηγέρθη ο Ι.Ν. ... ήταν περιφραγμένο από το 1973 και ουδέποτε ήταν δασική έκταση αλλά ανέκαθεν, βραχώδες από το έτος 1937. β) Ο Ι.Ναός το 1989 φαίνεται 30 τμ. και το έτος 1998 φαίνεται 60 τμ. στο ίδιο σημείο, αφού είχε γίνει επέκτασή του το 1993 και ευρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου των δύο πρώτων αιτούντων (κορυφή βράχου). Η κατά τα άνω δεύτερη πραγματογνωμοσύνη δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια κάποιας δικαστικής εντολής ενόψει αστικής ή ποινικής δίκης. Περαιτέρω έρχεται σε σαφή αντίθεση με τις παραδοχές της υπ' αρ. 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είναι προγενέστερη, αμετάκλητη και έλαβε υπόψη της έγγραφα της Πολεοδομίας των Τεχνικών Υπ. του Δήμου Γαλατσίου, καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως και έγγραφα (φωτοερμηνείες κ.λ.π.) του αρμόδιου Δασαρχείου. Περαιτέρω οι αιτούντες με την υπ' αρ. 60611/05 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απηλλάγησαν αναλόγων κατηγοριών (ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος κ.λ.π.) με παθόντα τον Ψ2 σχετικά με το αυτό επίδικο (βλ. απόφαση που προσεκόμισαν). Από την απόφαση αυτή δεν προκύπτει ότι η υπ' αρ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προδήλως έσφαλε. Συνεπώς οι δύο αμέσως ανωτέρω ισχυρισμοί χωρίς έτερα στοιχεία, όπως λ.χ. θετική υπέρ των αιτούντων απόφαση επί της αναψηλαφήσεως και αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του επιδίκου, δεν μπορεί να κριθούν ως νέα στοιχεία που καθιστούν φανερό ότι ήταν αθώοι και η καταδίκη όχι ορθή. Κατ' ακολουθία αυτών θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί, όπως επίσης να απορριφθεί και η αίτηση για αναστολή εκτελέσεως των ποινών που τους επεβλήθησαν με την 43/07 απόφαση λόγω του αβασίμου (κατ' ουσία της αιτήσεως) και επιβληθούν σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω 1) Να απορριφθεί η από 14-12-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 περί επαναλήψεως υπέρ αυτών της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ' αρ. 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, 2) Να απορριφθεί η αίτηση των ανωτέρω για αναστολή εκτελέσεως (κατ' άρ. 529, Κ.Π.Δ.) της επιβληθείσας εις έκαστον ποινής, 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αιτούντων. Αθήνα 29-2-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ. 3 του ιδίου Κώδικος, το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ιδίου Κώδικος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία και χρονολογία ..., ..., ... αποδεικτικά επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... το πρώτο και ... τα δύο έτερα, οι αιτούντες εκλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου. Πλην ούτοι δεν ενεφανίσθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) και κατά συνέπεια πρέπει η κρινομένη αίτηση να συζητηθεί ερήμην των αιτούντων. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση αριθμ. 2, κατά την οποίαν, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως, είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπ' όψη των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω κατά την περίπτωση 4 της αυτής διατάξεως (525 παρ. 1), η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπό του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως εάν αυτό συνετελέσθη πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά απ' αυτή, αρκεί, εάν συνετελέσθη πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι αυτό (αθωωτικό δεδικασμένο) ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μη μπορεί να ληφθεί απ' αυτό υπ' όψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μην μπορεί να προβληθεί, γιατί εάν ήτο γνωστό έπρεπε να είχε προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως ή ότι ο καταδικασθείς δεν έλαβε γνώση της δίκης, εις την οποίαν συνετελέσθη η αμετάκλητη καταδίκη, ώστε να μπορεί να το προβάλλει. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει α) το αθωωτικό δεδικασμένο να ήτο άγνωστο στους δικάσαντες και τον καταδικασθέντα και β) να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 57 παρ.1 Κ.Π.Δ. όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες δια της υπ' αριθμ. 43/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατεδικάσθησαν αμετακλήτως, ο πρώτος για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία ως και ηθική αυτουργία σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις, οι δεύτερος και τρίτος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, αφού η κατά της άνω αποφάσεως αναίρεση απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 2015/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Νυν ζητούν, με την κρινομένη από 13.12.2007 αίτησή των, την επανάληψη της διαδικασίας, (η οποία επερατώθη με την άνω 43/2007 απόφαση), επικαλούμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεώς των, κατά ιστορικό και αίτημα ότι από τα προσκομιζόμενα νέα στοιχεία γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, παραδεκτώς δε εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (εν Συμβουλίω), (άρθρ. 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ.1 Κ.Π.Δ.) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στην δικογραφία εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Δια της υπ' αριθμ. 43/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη δια της απορρίψεως της κατ' αυτής αναιρέσεως δια της υπ' αριθμ. 2015/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι αιτούντες κατεδικάσθησαν ως εξής: Ο Χ1 μεν σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, οι δε Χ2 και Χ3 σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ο πρώτος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση που ετέλεσε στην ... την 6.6.2000 και 7/7/2000 δια των αντιστοίχων μηνύσεών του, μεταξύ άλλων και κατά του Ψ1 της ψευδορκίας την 6.6.2000 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις, οι δεύτερος και τρίτος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως την 16.6.2000 και 31.7.2000 και ταύτα πάντα σχετικά με το ιδιοκτησιακό και θρησκευτικό καθεστώς του Ι.Ν. του ... στην περιοχή .... Ειδικότερα Α) ο πρώτος αιτών Χ1 εκηρύχθη ένοχος του ότι στην ... 1) εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτές και ειδικότερα εγχείρισε - κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών τις από 6.6.2000 και 7.7.2000 αντίστοιχες μηνύσεις του μεταξύ άλλων και κατά του ήδη εγκαλούντα, Ψ1, με τις οποίες καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ως αυτουργό ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης αντίστοιχα. Συγκεκριμένα στην πρώτη των ως άνω μηνύσεων του ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς για τον εγκαλούντα ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος όταν ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών κατέθεσε ψευδώς στις 25.5.2000 ότι "1) τον Ι.Ναό του ...που βρίσκεται στην περιοχή ... τον έκτισαν οι κάτοικοι της περιοχής το 1993 - 1995, 2) ότι η έκταση όπου έχει ανεγερθεί ο Ι.Ναός είναι δημόσια, 3) ότι ο Ναός του ... είναι του Νέου Ημερολογίου, 4) ότι στο ίδιο σημείο δεν υπήρχε ποτέ Ι.Ναός" (Η ετέρα μήνυση που αφορά ψευδή γεγονότα και υπεβλήθη υπό του εγκαλούντος Χ1 στρέφεται κατά των ..., ..., ..., ..., Ψ1, ..., Ψ2, ...). Όλα αυτά ήταν όμως ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους των μηνύσεών του, ήθελε δε με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντα για τις ανωτέρω πράξεις. Την αναλήθεια δε των διαλαμβανομένων στις άνω μηνύσεις του αποδέχτηκαν και τα υπ'αριθμ 1604/2001 και 3079/2001 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών που αποφάνθηκαν να μη γίνει κατηγορία κατά του τότε κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντος διότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης αντίστοιχα, 2) ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα υποβάλλοντας την υπό στοιχ. Αα από 6.6.2000 μήνυση ενώ τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτής εβεβαίωσε ένορκα το περιεχόμενό της, 3) Στις 16.6.2000 και 31.7.2000 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν και ειδικότερα με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του, Χ2 και Χ3 την απόφαση να εκτελέσουν τις παρακάτω περιγραφόμενες υπό στοιχ. Β' και Γ' αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση. Περαιτέρω Β) ο δεύτερος αιτών Χ2 εκηρύχθη ένοχος του ότι στην... στις 16.6.2000 και 31.7.2000 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα και ειδικότερα ενώ εξεταζόταν, ως μάρτυρας, χωρίς όρκο, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της διενεργούμενης προανάκρισης, μετά από τις ως άνω υπό στοιχ Αα' μηνύσεις που είχε υποβάλει ο συγκατηγορούμενος αδελφός του, Χ1, εναντίον του ήδη εγκαλούντος, κατέθεσε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας τους μεταξύ άλλων τα παρακάτω, ήτοι στις 16-6-2000 ότι: "....διεκδικεί μαζί και με άλλους του Συλλόγου ... τον ναό του ... ο οποίος είναι χτισμένος από τον πατέρα μας Π1 στο οικόπεδο μας με άδειες από την Αρχιεπισκοπή των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών και την Πολεοδομία. Συγκεκριμένα ο εν λόγω ναός κτίσθηκε το 1983 και το 1993 ανακαινίσθηκε και επεκτάθηκε λειτουργούσε δε με ιερείς του παλαιού ημερολογίου μέχρι την κατάληψή του από τα μέλη του ανωτέρω Συλλόγου και τους ιερείς του νέου ημερολογίου παρά το γεγονός ότι έχουμε καταφύγει στα δικαστήρια και έχουμε δικαιωθεί. Επίσης είναι ψέματα τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες και σκοπός τους είναι να πάρουν την εκκλησία και το οικόπεδο μας..." και στις 31-7-2000 μεταξύ άλλων ότι: "...Αναφέρει ψευδώς ότι η έκταση μέσα στην οποία είναι ο Ιερός Ναός του ... είναι του Δημοσίου, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτή είναι ιδιοκτησία δική μας, του μηνυτή και των δύο αδελφών του, την οποία κληρονομήσαμε από τον πατέρα μας...Επίσης η αλήθειαείναι ότι ο Ι. Ν. κτίστηκε, από τον πατέρα μας από το 1983 (άρχισε να κτίζεται). Υπάρχουν και αεροφωτογραφίες γι' αυτό...", ενώ η αλήθεια που γνώριζε είναι ότι οεπίδικος Ι.Ναός του ... ανεγέρθη κατά τα έτη 1993-1995 από κατοίκους της περιοχής ... στην εκτός σχεδίου περιοχή του "..." επί δημόσιας δασικής - αναδασωτέας έκτασης και όσα κατέθεσε ο εγκαλών εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 25-5-2000-ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών ήταν αληθή, Γ) Ο τρίτος των κατηγορουμένων, Χ3, στις 16-6-2000 και 31-7-2000 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα κατά την εξέταση του ως μάρτυρας, χωρίς όρκο, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της αυτής ως άνω προανάκρισης, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής περιστατικά τα οποία ήταν ψευδή, αυτός δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, ήτοι στις 16-6-2000 ότι: "......Το αληθές είναι ότι ο Σύλλογος ... με χίλια ψεύδη επιχειρεί να πάρει από τους οπαδούς του παλαιού ημερολογίου τον Ιερό Ναό του .... Ο εν λόγω ναός έχω προσωπική αντίληψη ότι χτίστηκε το 1983 από τον αείμνηστο Π1, πατέρα του μηνυτή, με σκοπό να εξυπηρετεί τους πιστούς του παλαιού ημερολογίου, στο οικόπεδό του, το οποίο είναι ιδιωτικό και βρίσκεται εντός του δημοσίου κτήματος .... Ο εν λόγω ναός κτίστηκε με άδεια της Πολεοδομίας και έγκριση του τότε Αρχιεπισκόπου Παλαιοημερολογιτών ... εις εκπλήρωση ευγνωμοσύνης του Π1 που θεραπεύτηκε από καρκίνο από τον 'Αγιο. Το 1993 έγινε επέκταση του ναού στο ίδιο ακριβώς σημείο με τη συμβολή πολλών χριστιανών της περιοχής του παλαιού και του νέου ημερολογίου. Ο ναός λειτουργούσε από το 1983 μέχρι το 1998 με ιερείς του παλαιού εορτολογίου ώσπου κατελήφθη βιαίως από μέλη του Συλλόγου ... και λειτουργεί παρανόμως παρόλο που εμείς έχουμε δικαιωθεί από όλα τα δικαστήρια. Πιστεύω όμως απόλυτα ότι συντόμως θα αποδοθεί ο ναός στους πιστούς του παλαιού ημερολογίου που είμαστε και οι νόμιμοι δικαιούχοι και όλοι οι μάρτυρες που έχουν καταθέσει τα αντίθετα ψεύδονται..." και στις 31-7-2000 μεταξύ άλλων ότι: "Τον μηνυτή απλώς γνωρίζω ως συνεκκλησιαζόμενο από πολλά χρόνια, όπως και τον πατέρα του, ο οποίος έκτισε μόνος του τον Ι.Ν ... σε ιδιόκτητη έκταση από το έτος 1983, εις εκπλήρωση τάματος, δεδομένου ότι ο '... του έσωσε τη ζωή. Αυτά τα γνωρίζω διότι ο ίδιος ο πατέρας του μηνυτή μού τα διηγείτο τότε...", ενώ η αλήθεια που γνώριζε είναι ότι εν λόγω Ι.Ναός του ...ανεγέρθη κατά τα έτη 1993-1995 από κατοίκους της περιοχής ... στην εκτός σχεδίου περιοχή του "..." επί δημόσιας δασικής - αναδασωτέας έκτασης και όσα κατέθεσε ο εγκαλών εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 25-5-2000 ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών ήταν αληθή. Ήδη οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν ως νέα στοιχεία α) τα υπ' αριθμ. 1208/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια των οποίων εδημοσιεύθη η υπ' αριθμ. 215/27.4.1988 δημοσία διαθήκη του πατρός των Χ1-Χ2, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Ιω. Καρτσούνη και εις την οποίαν αναφέρεται ότι "η υπάρχουσα εκκλησία "..." που βρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου να περιέλθει στα παιδιά μου", β) την έκθεση φωτοερμηνείας του Τοπογράφου Μηχανικού Μ1 έτους 2003, γ) την υπ' αριθμ. 1664/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ηκυρώθη το Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Διευθυντού Δασών Αθηνών, κατά των τότε ανακοπτόντων και νυν αιτούντων αδελφών Χ1-Χ2, δ) την υπ' αριθμ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία εξεδόθη κατόπιν εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου επί της αμέσως ανωτέρω ειρηνοδικειακής αποφάσεως, η οποία επικύρωσε το άνω πρωτόκολλο και ε) την υπ' αριθμ. 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όπου "αθωώθηκαν αμετακλήτως σε ψευδομήνυση του Ψ2 προϊσταμένου του ως άνω Ι.Ν....", όπως κατά λέξη αναφέρουν οι αιτούντες. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω αμετακλήτου αποφάσεως, με την οποίαν επερατώθη η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, τα επικαλούμενα ως νέα στοιχεία ή αποδείξεις δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς, οι οποίοι εδίκασαν τους αιτούντας, αλλ' είχαν υποβληθεί εις την κρίση των. Ειδικότερα ανεγνώσθησαν και ελήφθησαν υπ' όψη τα υπ' αριθμ. 1208/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 25) η έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας Μ1 από τον Φεβρουάριο 2003, για την οποίαν επικαλούνται οι αιτούντες ότι την είχαν προσκομίσει στο Εφετείο, η υπ' αριθμ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 35) μετ' έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1664/2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εξ άλλου με την υπ' αριθμ. 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι αιτούντες εκρίθησαν αθώοι Α) ο Χ1, (μετ' άλλων κατηγορουμένων), εκρίθη αθώος, μεταξύ άλλων, για τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος. Ειδικότερα εκρίθη αθώος για το ότι 1) κατεμήνυσε κατ' εξακολούθηση ψευδώς την 23.12.1999, 6.4.2000, 8.5.2000, 10.7.2000 για συκοφαντική δυσφήμηση τον Αρχιμανδρίτη Ψ2, προκειμένου να επιτύχει την άσκηση της ποινικής διώξεώς του για τα αδικήματα αυτοδικίας και της απλής συνεργείας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ισχυριζόμενος, πλην άλλων, εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ναός του ...ήτο κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του, 2) κατέθεσεν ως μάρτυρας ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς κατ' εξακολούθηση την 23.12.1999, 6.4.2000, 13.6.2000, 8.5.2000, 10.7.2000 και εβεβαίωσε ψευδώς ότι το περιεχόμενο των άνω μηνύσεών του ήτο αληθές και 3) προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του να ψευδορκήσουν και να καταθέσουν, πλην άλλων, ψευδώς ότι ο ναός του ... ήτο κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του, Β) ο Χ2 (εκρίθη αθώος) μεταξύ άλλων, και για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος και ειδικότερα του ότι την 3.2.2000 κατέθεσεν εν γνώσει του ψευδώς ότι τον άνω ναό έκτισε ο πατέρας του μέσα στα όρια της ιδιοκτησίας του, την οποία κληρονόμησαν με τον συγκατηγορούμενο αδελφό του, Γ) ο Χ3 (εκρίθη αθώος) για το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ειδικότερα του ότι την 31.7.2000 κατέθεσε ως μάρτυς χωρίς όρκο, ενώπιον του 1ου Πταισματοδίκου Αθηνών, ψέματα εν γνώσει της αναληθείας, ότι ο πατέρας του μηνυτού είχε κτίσει το ναό σε ιδιόκτητη έκταση σε εκπλήρωση τάματος. Όμως, εν προκειμένω, από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 43/2007 αμετακλήτου αποφάσεως ως και της αποφάσεως αυτής, 60611/2005, σχετικά με τις πράξεις για τις οποίες ηθωώθησαν οι νυν αιτούντες αμετακλήτως, προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ίδιες με εκείνες κατά την έννοια του άρθρου 57 Κ.Π.Δ., για τις οποίες αυτοί κατεδικάσθησαν, επίσης αμετακλήτως με την άνω 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, πλην άλλων και προεχόντως διότι διαφέρει το πρόσωπο του παθόντος. Περαιτέρω όσον αφορά μεν την φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο - Τοπογράφο - Μηχανικό Μ2 του μηνός Ιουνίου 2007, αυτή, ναι μεν προσκομίζεται νυν, όμως εφ' όσον, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, συμφωνεί με την ανωτέρω του Μ1, η οποία κατά τα αναφερθέντα, ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο, δεν είναι νέο στοιχείο, όσον δε αφορά την από 8.11.2007 μήνυση του εκ των αιτούντων Χ1 και την από 5.7.2007 αίτηση αναψηλαφήσεως των εκ των αιτούντων αδελφών Χ1-Χ2 και του ετέρου αδελφού των Χ4 περί αναψηλαφήσεως της υπ'αριθμ. 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συζητηθείσα την 9.11.2007, αυτά δεν είναι νέα στοιχεία τα οποία είτε (από) μόνα τους, είτε σε συνδυασμό και με τα ήδη προσκομισθέντα κάνουν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι, ενώ επ' αυτών δεν προσκομίζονται αποφάσεις, οι οποίες να εκτιμηθούν εάν είναι πράγματι νέες αποδείξεις. Και δεν είναι, τέλος, νέο στοιχείο η από 25.10.2006 αναγνωριστική αγωγή κυριότητος του Χ4 κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Οι λοιπές αιτιάσεις της κρινομένης αιτήσεως επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και εντεύθεν απορριπτέες, αφού όπως εξετέθη, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν είναι ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία. Μετά ταύτα πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Ακόμη το αίτημα των Χ1 και Χ3 περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως, που επεβλήθη αμετακλήτως εις αυτούς δια της υπ'αριθμ. 43/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, των 12 μηνών (συνολικώς) και 5 μηνών, αντιστοίχως, είναι απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, διότι κατ' άρθρον 529 Κ.Π.Δ. η προβλεπομένη αναστολή για τον αιτούντα έχει ως προϋπόθεση ότι η επιβληθείσα ποινή εκτίεται, ενώ εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση, η ποινή για τους νυν αιτούντας, τότε κατηγορουμένους, έχει μετατραπεί (προς 4,40 ευρώ ημερησίως). Τέλος το αυτό αίτημα του Χ1 είναι επίσης απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, εφ'όσον η επιβληθείσα εις αυτόν ποινή των 5 μηνών όχι μόνον δεν εκτίεται, αλλ' ανεστάλη επί τριετίαν, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση (43/2007). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ' αριθμ. 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, η οποία επεβλήθη με την άνω απόφαση. Και Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται εις διακόσια είκοσι (220) ευρώ, δι' έναν έκαστον αυτών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Απορρίπτει αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 2457/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αιτούντων: 1)Χ1, 2) Χ2 και 3)Χ3 που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, 1)για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και 2)για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες, ζητούν τώρα: α)την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση τους και 2)την αναστολή εκτελέσεως της ποινής του εκ των αιτούντων Χ1, με την από 31 Μαρτίου 2008 αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2121/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 127/12-3-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 525 παρ. 1, 529 Κ.Π.Δ. την από 13-12-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 περί: α) επαναλήψεως υπέρ αυτών της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη ο 1ος σε συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών (για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις), οι 2ος και 3ος σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών έκαστος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, β) της αναστολής εκτελέσεως κατ'αρ. 529 Κ.Π.Δ. των ανωτέρω ποινών, και εκθέτω τ'ακόλουθα: ΙΙ. Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5). Εξ'άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347). ΙΙΙ) Εις την υπό κρίση υπόθεση, με την 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατεδικάσθησαν κατά πλειοψηφία: 1) ο Χ1 για α) ψευδή καταμήνυση κατ'εξακολούθηση, β) συκοφαντική δυσφήμηση, γ) ηθική αυτουργία σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατ'εξακολούθηση σε συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, 2) ο Χ2 για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε φυλάκιση 5 μηνών, 3) ο Χ3 για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε φυλάκιση 5 μηνών. Ακολούθως με την υπ'αρ. 1878/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η σχετική αναίρεση για τυπικούς λόγους (ως προς τον 1ο άσκηση από πληρεξούσιο που δεν είχε ειδική πληρεξουσιότητα, ως προς τους 2ο 3ο επειδή δεν παρέστησαν). Η καταδίκη τους αφορά εις το ότι ο 1ος ψευδώς ισχυρίστηκε σε μηνύσεις του κατά του εγκαλέσαντος Ψ1 και οι λοιποί στις καταθέσεις τους (με προτροπή του 1ου) ότι: 1) Το Ι.Ν. ... ανήγειρε το έτος 1983 ο Π1 πατέρας των δύο πρώτων εξ αυτών και επεκτάθηκε το έτος 1983 στο ίδιο σημείο. 2) Η έκταση και ο Ι.Ν. ... είναι ιδιοκτησία τους και όχι του Ελλ. Δημοσίου ως δήθεν δασική-αναδασωτέα. 3) Ο Ι.Ν. ... ανήκει στο παλαιό εορτολόγιο και όχι στην Εκκλησία της Ελλάδος του νέου ημερολογίου ως δήθεν παρεκκλήσιο του Ενοριακού Ι.Ν. ... ΙV) Οι αιτούντες προς επίρρωση των ισχυρισμών τους επικαλούνται ότι τον Ι. Ναό ...ανήγειρε ο Π1 (πατέρας των δύο πρώτων των αιτούντων) το 1983 (και κατά συνέπεια όχι ορθώς κατεδικάσθησαν για τις προαναφερθείσες πράξεις). Το γεγονός αυτό προκύπτει από τα εξής: α) Από την δημόσια διαθήκη του που συνετάγη το 1988 και δημοσιεύθηκε με την απόφαση 1208/92 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου τους άφηνε κληρονομιά τον Ι.Ναό. β) Από την φωτοερμηνεία του Τοπ. Μηχανικού Μ1 έτους 2003 (σχετ. 4) έγγραφα που είχαν προσκομίσει στο Εφετείο ως αναγνωστέα 27 και 81. Μετά την έκδοση της 42/8-1-2007 αποφάσεως του Εφετείου έγινε νέα φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο-Τοπογράφο-Μηχανικό Μ2 (σχετ. 5) η οποία συμφωνεί με την πρώτη του Μ1 και αποδεικνύεται ότι το οικόπεδο στο οποίο ανηγέρθη ο Ι. Ναός Αγ. ... ήταν περιφραγμένο από το 1973, δεν ήταν δασική έκταση αλλά βραχώδης από το 1937. Ο Ι. Ν. το 1989 φαίνεται 30 τ.μ. και το 1998 60 τ.μ. στο ίδιο σημείο, αφού είχε γίνει επέκτασή του το 1993 στο οικόπεδό τους. Ότι το οικόπεδο όπου ανηγέρθη ο Ι. Ν. Αγ. ... δεν είναι του Ελλ. Δημοσίου προκύπτει από την δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Π1 (σχετ. 4), την απόφαση υπ'αρ. 1664/2001 του Ειρην. Αθηνών (σχετ. 6) με την οποία ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ. Δασών και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Ν. ... αναγνωρίζοντας τους κληρονόμους Π1 ιδιοκτήτες του Ι.Ναού Αγ. .... Προκειμένου να ανατρέψουν την άνω απόφαση οι αντίδικοί τους προσεκόμισαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση των εφέσεών τους ψευδείς φωτοερμηνείες παραπλανώντας την δικαστή και εξέδωσε σε βάρος τους την υπ'αρ. 2033/2002 (σχετ. 7) απόφαση η οποία επεκύρωσε το αναφερόμενο πρωτόκολλο δεχθείσα ότι η έκταση του Ι.Ναού ήταν δήθεν δασική-αναδασωτέα και ανήκει δήθεν στο Ελληνικό Δημόσιο. Η απόφαση αυτή προσκομίστηκε στο Εφετείο, αναγνωστέα 44, το οποίο τους κατεδίκασε βάσει της παραπάνω αποφάσεως. γ) Ο 1ος εξ αυτών κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά στις 8-11-2007 (σχ. 8). δ) Κατά της αποφάσεως 2033/2002 έχουν καταθέσει αίτηση αναψηλαφίσεως (σχ. 9) η οποία συζητήθηκε στις 9-11-2007 και αναμένεται έκδοση αποφάσεως. ε) Το ότι ο Ι.Ν. Αγ. ... ανήκει στην εκκλησία του παλαιού εορτολογίου και όχι στην εκκλησία της Ελλάδος του νέου ημερολογίου προκύπτει από: εα) την διαθήκη του Π1 (σχ. 3), εβ) τις υπ'αρ. 1664/2001 και 2033/2002 αποφάσεις (αντιστοίχως) του Ειρηνοδικείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγ) την απόφαση 60611/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (σχετ. 10) όπου αθωώθηκαν επί μηνύσεως του Ψ2 προϊσταμένου του ως άνω Ι.Ν. ... την οποία είχαν προσκομίσει και στο Εφετείο, αναγνωστέα 30. στ) Κατά του Ελληνικού Δημοσίου οι δύο πρώτοι των αιτούντων έχουν καταθέσει αναγνωριστική αγωγή κυριότητος (σχ. 12) η οποία θα εξεδικάζετο την 8-5-2005 αλλά κατόπιν παρεμβάσεως του αντιδίκου τους Δήμου Γαλατσίου θα εκδικασθεί στις 6-5-2008 (σχ. 13). V. Τα στοιχεία που προσεκόμισαν και επικαλούνται οι αιτούντες δεν είναι στην ουσία νέα, αφού: α) δεν υφίστανται έτερες δικαστικές αποφάσεις και δη αμετάκλητες, εκτός από αυτές που ελήφθησαν υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών για την έκδοση της υπ'αρ. 42/2007 αποφάσεως, οι οποίες θα μπορούσαν να ανατρέψουν την προαναφερθείσα απόφαση. β) Η επικαλουμένη από μήνα Ιούνιο 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης (φωτοερμηνείας) του επιδίκου της Αγρονόμου-Τοπογράφου-Μηχανικού Μ2 είναι μεταγενέστερη της κρινομένης αποφάσεως και ευνοϊκή για τους αιτούντες αφού δέχεται ότι ο Ι. Ν. Αγ. ... είναι εντός της ιδιοκτησίας των δύο πρώτων, πλην όμως ταυτίζεται με αυτήν του Αγρονόμου Τοπογράφου Μ1 υπό χρονολογία 2003, η οποία ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο ως αναγνωστέο με αύξ. αριθμό 81 (πλείονα κατωτέρω παρ. 2). γ) Ως προς τις εκκρεμείς μήνυση, αναγνωριστική αγωγή, αίτηση αναψηλαφίσεως της 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν υφίστανται αμετάκλητες αποφάσεις ώστε να υπάρξουν κριτήρια ελέγχου της βασιμότητας των ισχυρισμών των αιτούντων και προκύψει ότι υφίσταται νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις. Πιο συγκεκριμένα: 1) ως προς το στοιχ. 1 την επικαλουμένη δημόσια διαθήκη του πατέρα τους που συνετάγη το 1988 και δημοσιεύθηκε με την απόφαση αρ. 1208/92 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τους άφηνε κληρονομιά τον Ι.Ναό Αγ ... : Τούτο δεν αποτελεί νέο στοιχείο (γεγονός ή απόδειξη) ικανό να ανατρέψει την κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών διότι ως εκτίθεται κατωτέρω (παρ. 3) από πολιτικό δικαστήριο έχει κριθεί πως η επίδικη έκταση όπου κατασκευάστηκε ο Ι.Ν. Αγ. ... κρίνεται ως ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στον δικαιοπάροχο (διαθήκη) πατέρα των δύο πρώτων των αιτούντων. (Το άνω έγγραφο φέρει αριθμό αναγνωστέου εγγράφου 27 στην υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών). 2) Επί της φωτοερμηνείας του Τοπ. μηχανικού Μ1 έτους 2003 η οποία προσκομίσθηκε και ελήφθη υπόψη από το Εφετείο με αύξ. Αριθμό 81. Επικαλούνται οι αιτούντες το γεγονός ότι μετά την έκδοση της υπ'αρ. 42/8-1-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πραγματοποιήθηκε νέα φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο Τοπογράφο-μηχανικό Μ2 τον Ιούνιο 2007 η οποία συμφωνεί με την πρώτη του Μ1 ότι: α) το οικόπεδο επί του οποίου ανηγέρθη ο Ι.Ν. Αγ. ... ήταν περιφραγμένο από το 1973 και ουδέποτε ήταν δασική έκταση αλλά ανέκαθεν βραχώδες από το έτος 1937 β) ο Ι. Ναός το 1989 φαίνεται 30 τμ. και το έτος 1998 φαίνεται 60 τμ. στο ίδιο σημείο, αφού είχε γίνει επέκτασή του το 1993 και ευρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου των δύο πρώτων αιτούντων (κορυφή βράχου). Η κατά τα άνω δευτέρα πραγματογνωμοσύνη (δείτε προσκομισθέν αντίγραφό της) δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια κάποιας δικαστικής εντολής στα πλαίσια αστικής ή ποινικής δίκης και σε καταφατική περίπτωση ποιά είναι ακριβώς η διαφορά ως και εάν υπάρχουν παρατηρήσεις τυχόν τεχνικών συμβούλων και έρχεται σε σαφή αντίθεση με τις παραδοχές της 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είναι προγενέστερη και αμετάκλητη. Περαιτέρω εφ'όσον η πραγματογνωμοσύνη της Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Μ2 ταυτίζεται με εκείνην του Μ1 , η οποία ελήφθη υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (αρ. αποφ. 42/2007) με αύξοντα αριθμό αναγνωστέου εγγράφου 81, τότε στην ουσία δεν υφίσταται έτερο νέο στοιχείο. 3) Ως προς την επίκληση της υπ'αρ. 1664/2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ.Δασών και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Ν. Αγ. ... αναγνωρίζοντας τους κληρονόμους του Π1 ιδιοκτήτες του Ι.Ν. Αγ. ...: Με την υπ'αρ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που ελήφθη υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με αυξ. αρ. 44 σελ. 22 αποφ. 42/07), εξαφανίστηκε η υπ'αρ. 1664/2001 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγιναν δεκτές οι εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.Ν. ...και απερρίφθη η ανακοπή των αδελφών Χ1- Χ2 κατά του Π.Δ.Α. Εις το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής (2033/02) αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: ".....Όμως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν πιθανολογήθηκε ότι η επίδικη έκταση ευρίσκεται εντός της πιο πάνω ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων, όπως οι ίδιοι αβάσιμα ισχυρίζονται... Όμως, όπως πιθανολογήθηκε, ο εν λόγω ναός, ο οποίος σήμερα έχει επιφάνεια 60 τμ. δεν κτίστηκε στο σημείο αυτό για το οποίο υπήρχε άδεια, αφού κατά την αυτοψία που έκαναν υπάλληλοι της Πολεοδομίας Αθηνών στον εν λόγω χώρο, διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω άδεια δεν έχει ισχύ, γιατί ποτέ δεν υλοποιήθηκε, αντιθέτως δε διαπιστώθηκε η ανέγερση του Ναού εκτός του οικοπέδου που εμφαίνεται στα σχέδια της υπ'αρ. ...οικοδομικής άδειας (βλ. τα... έγγραφα της Πολεοδομίας Αθηνών). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την αρ. ... απόφαση της επιτροπής της παρ. 4 του αρ. 4 του Π.Δ. 267/19...8, η εν λόγω επιτροπή απεφάνθη ότι ο ναός και η αίθουσα έχουν κατασκευασθεί σε εκτός σχεδίου δασική περιοχή, σε θέση διαφορετική απ'αυτή που προβλεπόταν στην αρ...οικοδομική άδεια... Επίσης στα σχέδια της με αριθμό ...οικοδομικής αδείας που έλαβε ο πατέρας των ανακοπτόντων, προκειμένου στο ακίνητό του να ανεγείρει διώροφη οικοδομή, δεν απεικονίζεται το κτίσμα του Ιερού Ναού, όπως θα έπρεπε... Ακόμη, όπως προκύπτει από το από Μάϊο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του Ο.Τ. ... περιοχής '..., που έχει συνταχθεί από την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών αυτού, ο επίδικος χώρος με τον Ιερό Ναό είναι εκτός της ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων... Τούτο ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ενόψει όλων των παραπάνω δεν πιθανολογείται κυριότητα των ανακοπτόντων στην εν λόγω έκταση... 'Ετσι η εν λόγω έκταση ανήκει κατά κυριότητα, όπως και τα δημόσια εν γένει κτήματα στο Ελληνικό Δημόσιο και περιήλθε σ'αυτό με βάση την από 9-7-1832 συνθήκη...". 4) Όπως προκύπτει από τον κατάλογο αναγνωστέων εγγράφων της υπ'αρ. 42/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ανεγνώσθησαν συνολικώς 81 έγγραφα, τα οποία το δικαστήριο εξετίμησε μαζί με λοιπά αναφερόμενα (σελ. 32) αποδεικτικά μέσα και ήχθη σε καταδίκη του αιτούντος. Μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων είναι και όλα όσα επικαλούνται πλην της από μήνα Ιούνιο 2007 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της Αγρονόμου-Τοπογράφου-Μηχανικού Μ2, η οποία μόνη δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο ικανό να οδηγήσει σε κρίση για επανάληψη της διαδικασίας εφ'ης εξεδόθη η υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως ειδικότερα ανωτέρω στην παράγραφο 2 εκτίθεται. 5) 'Οσον αφορά την μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλε ο Χ1 ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στις 8-11-2007 με αρ. πρωτ. 9957 εναντίον εκείνων που κατά τους ισχυρισμούς του προσεκόμισαν τις ψευδείς φωτοερμηνείες για να παραπλανήσουν την δικαστή που εξέδωσε την 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αίτηση αναψηλαφίσεως κατά της αποφάσεως αυτής (που συζητήθηκε στις 9-11-2007), την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των δύο πρώτων εκ των αιτούντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, παρατηρούμε ότι επ'αυτών δεν υφίσταται αμετάκλητη δικαστική κρίση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εκτίμησή τους στην παρούσα διαδικασία. VI) Κατά συνέπεια επειδή στην ουσία οι αιτούντες δεν υπέδειξαν νέα γεγονότα ούτε προσεκόμισαν νέες αποδείξεις, αλλά αυτά που επικαλούνται ερευνήθηκαν από το δικαστήριο, θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών να απορριφθεί, όπως επίσης να απορριφθεί και η αίτηση για αναστολή εκτελέσεως των ποινών που τους επεβλήθησαν με την άνω απόφαση λόγω του αβασίμου αυτής και επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. VIΙ) Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να απορριφθεί η από 13-12-2007 αίτηση των 1)Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 περί επαναλήψεως υπέρ αυτών της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. 2) Να απορριφθεί η αίτηση των ανωτέρω για αναστολή εκτελέσεως (κατ'αρ. 529 ΚΠΔ) της επιβληθείσας εις έκαστον ποινής. 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αιτούντων. Αθήνα 22 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο528 § 1 ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 § 3 του ιδίου Κώδικος το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ιδίου Κώδικος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία και χρονολογία ..., ..., ... αποδεικτικά επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... το πρώτο και ...τα δύο έτερα, οι αιτούντες εκλητεύθησαν νομίμως και εμπροθέσμως για την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου. Πλην ούτοι δεν ενεφανίσθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) και κατά συνέπεια πρέπει η κρινομένη αίτηση να συζητηθεί ερήμην των αιτούντων. Κατά το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση αριθμ. 2, κατά την οποίαν, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως, είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπ' όψη των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω κατά την περίπτωση της αυτής διατάξεως (525 § 1), η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως εάν αυτό συνετελέσθη πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά απ' αυτή αρκεί, εάν συνετελέσθη πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι αυτό (αθωωτικό δεδικασμένο) ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μη μπορεί να ληφθεί απ' αυτό υπ' όψη και στον καταδικασθέντα, ώστε να μην μπορεί να προβληθεί, γιατί εάν ήτο γνωστό έπρεπε να είχε προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως ή ότι ο καταδικασθείς δεν έλαβε γνώση της δίκης, εις την οποίαν συνετελέσθη η αμετάκλητη καταδίκη, ώστε να μπορεί να το προβάλλει. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει α)το αθωωτικό δεδικασμένο να ήτο άγνωστο στους δικάσαντας και τον καταδικασθέντα και β)να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 57 § 1 ΚΠΔ όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες δια της υπ' αριθμ. 42/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατεδικάσθησαν αμετακλήτως, ο πρώτος για ψευδή καταμήνυση συκοφαντική δυσφήμηση ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις οι δεύτερος και τρίτος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, αφού η κατά της άνω αποφάσεως αναίρεση απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 1878/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Νυν ζητούν, με την κρινομένη από 11/12/2007 αίτησή των, την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την άνω 42/2007 απόφαση, επικαλούμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεώς των, κατά ιστορικό και αίτημα ότι από τα προσκομιζόμενα νέα στοιχεία γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, παραδεκτώς δε εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (εν Συμβουλίω), (άρθρ. 527 §§ 1 και 3 και 528 § 1 ΚΠΔ) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στην δικογραφία εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Δια της υπ' αριθμ. 42/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η οποία κατέστη αμετάκλητη δια της απορρίψεως της κατ' αυτής αναιρέσεως δια της υπ' αριθμ. 1878/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι αιτούντες κατεδικάσθησαν ως εξής: Ο Χ1 μεν σε συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, οι δε Χ2 και Χ3 σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ο πρώτος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση που ετέλεσε στην ...την 7/12/1999, 5/4/2000, 8/5/2000 6/6/2000 και 7/7/2000 δια των αντιστοίχων μηνύσεών του, μεταξύ άλλων και κατά του Ψ1 της συκοφαντικής δυσφημήσεως την 5/4/2000 και 6/6/2000 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις, οι δεύτερος και τρίτος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως την 16/6/2000 και ταύτα πάντα σχετικά με το ιδιοκτησιακό και θρησκευτικό καθεστώς του Ι.Ν. του Αγίου ... στην περιοχή .... Ειδικότερα ο πρώτος αιτών Χ1 εκηρύχθη ένοχος του ότι στην .... Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές και ειδικότερα εγχείρισε-κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών τις από 7-12-99, 5-4-2000, 8-5-2000, 6-6-2000, και 7-7-2000 αντίστοιχες μηνύσεις του μεταξύ άλλων και κατά του ήδη εγκαλούντα, Ψ1, με τις οποίες καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ως αυτουργό αυτοδικίας, ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Συγκεκριμένα στην τέταρτη (από 6-6-2000) των ως άνω μηνύσεων του ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς για τον εγκαλούντα ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα όταν ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών κατέθεσε ψευδώς στις 25-5-2000 ότι "1)τον Ι.Ν. του Αγ. ... που βρίσκεται στην περιοχή ... τον έκτισαν οι κάτοικοι της περιοχής το 1993-1995, 2)ότι η έκταση όπου έχει ανεγερθεί ο Ι. Ναός είναι δημόσια, 3)ότι ο Ι. Ναός του Αγ. ... είναι του Νέου Ημερολογίου, 4)ότι στο ίδιο σημείο δεν υπήρχε ποτέ Ι. Ναός".(Οι λοιπές μηνύσεις που αφορούν ψευδή γεγονότα και υπεβλήθησαν από τον εγκαλούντα Χ1 στρέφονται η πρώτη κατά της Φ1, ..., ..., Ψ1 δευτέρα και η τρίτη κατ' αυτών και των ..., ...,... και Ψ2 (αυτού του τελευταίου για απάτη) και η πέμπτη κατά των ..., ..., Φ1, Ψ1, ..., ..., Ψ2 και ...). Όλα αυτά ήταν όμως ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους των μηνύσεών του, ήθελε δε με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντα για τις ανωτέρω πράξεις. Την αναλήθεια δε των διαλαμβανομένων στην πρώτη (από 7-12-99), τέταρτη (από 6-6-2000) και πέμπτη (7-7-2000) των ως άνω μηνύσεων του αποδέχτηκαν και τα υπ' αριθμ 1128/2001 1604/2001 και 3079/2001 αντίστοιχα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που αποφάνθηκαν να μη γίνει κατηγορία κατά του τότε κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντα διότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του για τις. πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ενώ οι λοιπές (από 5-4-2000 και 8-5-2000) πιο πάνω μηνύσεις του κατηγορουμένου απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμες με τις υπ' αριθμ. 208/2000 και 134/2000 διατάξεις του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών αντίστοιχα. 2)Στις 6-4-2000 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, εν γνώσει του ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ψευδή και ειδικότερα υποβάλλοντας την δεύτερη των ως άνω υπό στοιχ. Αα' μηνύσεων του (από 5-4-2000) ισχυρίστηκε ενώπιον τουλάχιστον των προανακριτικών υπαλλήλων, τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, ήτοι μεταξύ άλλων ότι ο εγκαλών συνεχίζει να καταλαμβάνει παράνομα τον παραπάνω ναό, να του υποβάλει ψευδείς μηνύσεις προσκομίζοντας πλαστά τοπογραφικά, να μην συμμορφώνεται στις δικαστικές αποφάσεις κλπ, τα οποία ήταν ψευδή και γνώριζε ο κατηγορούμενος την αναλήθεια τους, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. 3) ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ειδικότερα υποβάλλοντας την από 6-6-2000 μήνυσή του ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς για τον εγκαλούντα ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα όταν ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών κατέθεσε ψευδώς στις 25-5-2000 ότι : 1)τον Ι. Ναό του Αγ. ... που βρίσκεται στην περιοχή ... τον έκτισαν οι κάτοικοι της περιοχής το 1993-1995, 2)ότι η έκταση όπου έχει ανεγερθεί ο Ι. Ναός είναι δημόσια, 3)ότι ο Ι. Ναός του Αγ. ... είναι του Νέου Ημερολογίου 4) ότι στο ίδιο σημείο δεν υπήρχε ποτέ Ι. Ναός. 4) Στις 16.6.2000 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν και ειδικότερα με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του, Χ2 και Χ3 την απόφαση να εκτελέσουν τις παρακάτω περιγραφόμενες υπό στοιχ. Α' και Β' αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση. Περαιτέρω Α) ο δεύτερος αιτών Χ2 εκηρύχθη ένοχος του ότι την 16/6/2000 στην ... ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα και ειδικότερα ενώ εξεταζόταν, ως μάρτυρας, χωρίς όρκο, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της διενεργούμενης προανάκρισης, μετά από τις ως άνω υπό στοιχ Αα' μηνύσεις που είχε υποβάλει ο συγκατηγορούμενος αδελφός του, Χ1, εναντίον του ήδη εγκαλούντα, κατέθεσε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας τους μεταξύ άλλων τα παρακάτω, ήτοι στις 16-6-2000 ότι: "....διεκδικεί μαζί και με άλλους του Συλλόγου ... τον ναό του Αγίου .... ο οποίος είναι χτισμένος από τον πατέρα μας Π1 στο οικόπεδό μας με άδειες από την Αρχιεπισκοπή των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών και την Πολεοδομία. Συγκεκριμένα ο εν λόγω ναός κτίσθηκε το 1983 και το 1993 ανακαινίσθηκε και επεκτάθηκε λειτουργούσε δε με ιερείς του παλαιού ημερολογίου μέχρι την κατάληψή του από τα μέλη του ανωτέρω Συλλόγου και τους ιερείς του νέου ημερολογίου παρά το γεγονός ότι έχουμε καταφύγει στα δικαστήρια και έχουμε δικαιωθεί. Επίσης είναι ψέματα τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες και σκοπός τους είναι να πάρουν την εκκλησία και το οικόπεδο μας..." και Β)ο τρίτος αιτών Χ3 εκηρύχθη ένοχος του ότι ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως 'μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα κατά την εξέτασή του ως μάρτυρας, χωρίς όρκο, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της αυτής ως άνω προανάκρισης, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής περιστατικά τα οποία ήταν ψευδή, αυτός δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, ήτοι στις 16-6-2000 ότι: "...Το αληθές είναι ότι ο Σύλλογος ... με χίλια ψεύδη επιχειρεί να πάρει από τους οπαδούς του παλαιού ημερολογίου τον Ιερό Ναό του Αγίου ... Ο εν λόγω ναός έχω προσωπική αντίληψη ότι χτίστηκε το 1983 από τον αείμνηστο Π1 πατέρα του μηνυτή, με σκοπό να εξυπηρετεί τους πιστούς του παλαιού ημερολογίου, στο οικόπεδό του, το οποίο είναι ιδιωτικό και βρίσκεται εντός του δημοσίου κτήματος ... . Ο εν λόγω ναός κτίστηκε με άδεια της Πολεοδομίας και έγκριση του τότε Αρχιεπισκόπου Παλαιοημερολογιτών ... εις εκπλήρωση ευγνωμοσύνης του Π1 που θεραπεύτηκε από καρκίνο από τον 'Αγιο... Το 1993 έγινε επέκταση του ναού στο ίδιο ακριβώς σημείο με τη συμβολή πολλών χριστιανών της περιοχής του παλαιού και του νέου ημερολογίου. Ο ναός λειτουργούσε από το 1983 μέχρι το 1998 με ιερείς του παλαιού εορτολογίου ώσπου κατελήφθη βιαίως από μέλη του Συλλόγου ... και λειτουργεί παρανόμως παρόλο που εμείς έχουμε δικαιωθεί από όλα τα δικαστήρια. Πιστεύω όμως απόλυτα ότι συντόμως θα αποδοθεί ο ναός στους πιστούς του παλαιού ημερολογίου που είμαστε και οι νόμιμοι δικαιούχοι και όλοι οι μάρτυρες που έχουν καταθέσει τα αντίθετα ψεύδονται...". Ήδη οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν ως νέα στοιχεία α)τα υπ' αριθμ. 1208/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια των οποίων εδημοσιεύθη η υπ' αριθμ. ... δημοσία διαθήκη του πατρός των Χ1 και Χ2, ενώπιον του Συμ/φου Αθηνών Μιχαήλ Ιω. Καρτσούνη και εις την οποίαν αναφέρεται ότι "η υπάρχουσα εκκλησία "Άγιος ..." που βρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου να περιέλθει στα παιδιά μου" β)την έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου Μηχανικού Μ1 έτους 2003 γ)την υπ' αριθμ. 1664/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ηκυρώθη το Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Διευθυντού Δασών Αθηνών, κατά των τότε ανακοπτόντων και νυν αιτούντων αδελφών Χ1-Χ2 δ)την υπ' αριθμ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη κατόπιν εφέσεως του Ελλ. Δημοσίου επί της αμέσως ανωτέρω ειρηνοδικειακής αποφάσεως η οποία επικύρωσε το άνω πρωτόκολλο και ε)την υπ' αριθμ. 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όπου "αθωώθηκαν αμετακλήτως σε ψευδομήνυση του Ψ2 προϊσταμένου του ως άνω Ι.Ν. ...", όπως κατά λέξη αναφέρουν οι αιτούντες. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω αμετακλήτου αποφάσεως, με την οποίαν επερατώθη η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, τα επικαλούμενα ως νέα στοιχεία ή αποδείξεις δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς, οι οποίοι εδίκασαν τους αιτούντας, αλλ' είχαν υποβληθεί εις την κρίση των. Ειδικότερα ανεγνώσθησαν και ελήφθησαν υπ' όψη τα υπ' αριθμ. 1208/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 27), η έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας Μ1 από τον Φεβρουάριο 2003 (υπ' αριθμ. 81), η υπ' αριθμ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 44 & 50) μετ' έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1664/2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εξ άλλου με την υπ' αριθμ. 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι αιτούντες εκρίθησαν αθώοι, Α)ο Χ1 μεταξύ άλλων για τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος. Ειδικότερα εκρίθη αθώος για το ότι: 1)Κατεμήνυσε κατ' εξακολούθηση ψευδώς την 23/12/1999, 6/7/2000, 8/5/2000 για συκοφαντική δυσφήμηση τον Αρχιμανδρίτη Ψ2 προκειμένου να επιτύχει την άσκηση της ποινικής διώξεώς του για το αδίκημα της αυτοδικίας και της απλής συνεργείας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση ισχυριζόμενος, πλην άλλων εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ναός του Αγ. ... ήτο κτισμένος εκτός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του 2)κατέθεσεν ως μάρτυς ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς κατ' εξακολούθηση την 23/12/1999, 6/4/2000, 13/1/2000, 8/5/2000, 10/7/2000 και εβεβαίωσε ψευδώς ότι το περιεχόμενο των άνω μηνύσεών του ήτο αληθές και 3)προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του να ψευδορκήσουν και να καταθέσουν, πλην άλλων, ψευδώς ότι ο Ναός του Αγίου ... ήτο κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του. Β)ο ... (εκρίθη αθώος) μεταξύ άλλων και για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος και ειδικότερα του ότι την 3/2/2000 κατέθεσεν εν γνώσει του ψευδώς ότι τον άνω ναό έκτισε ο πατέρας του μέσα στα όρια της ιδιοκτησίας του, την οποία κληρονόμησαν με τον συγκατηγορούμενο αδελφό του Γ) ο Χ3 (εκρίθη αθώος) για το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ειδικότερα του ότι την 31/7/2000 κατέθεσε ως μάρτυς χωρίς όρκο, ενώπιον του 1ου Πταισματοδικείου Αθηνών, ψέματα εν γνώσει της αναληθείας ότι ο πατέρας του μηνυτού είχε κτίσει το ναό σε ιδιόκτητη έκταση σε εκπλήρωση τάματος. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 42/2007 αμετακλήτου αποφάσεως, η απόφαση αυτή, 60611/2005, δεν είναι νέα, διότι ανεγνώσθη (υπ' αριθμ. 30) και ελήφθη υπ' όψη από τους δικάσαντας, ενώ από τα άνω εκτεθέντα, σχετικά με τις πράξεις για τις οποίες ηθωώθησαν οι νυν αιτούντες αμετακλήτως, προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ίδιες με εκείνες, κατά την έννοια του άρθρου 57 ΚΠΔ, για τις οποίες αυτοί κατεδικάσθησαν, επίσης αμετακλήτως με την άνω 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, πλην άλλων και προεχόντως διότι διαφέρει το πρόσωπο του παθόντος. Περαιτέρω όσον αφορά μεν την φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο-Τοπογράφο-Μηχανικό Μ2, του μηνός Ιουνίου 2007, αυτή, εφ' όσον, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, συμφωνεί με την ανωτέρω του Μ1 η οποία κατά τα αναφερθέντα, ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο με την ανάγνωσή της (υπ' αριθμ. 81), δεν είναι νέο στοιχείο, όσον δε αφορά την από 8/11/2007 μήνυση του εκ των αιτούντων Χ1 και την από 5/7/2007 αίτηση αναψηλαφήσεως των εκ των αιτούντων αδελφών Χ1-Χ2 και του ετέρου αδελφού των Χ4 περί αναψηλαφήσεως της υπ' αριθμ. 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζητηθείσα την 9/11/2007 αυτά δεν είναι νέα στοιχεία τα οποία είτε (από) μόνα τους, είτε σε συνδυασμό και με τα ήδη προσκομισθέντα κάνουν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι, ενώ επ' αυτών δεν προσκομίζονται αποφάσεις οι οποίες να εκτιμηθούν εάν είναι πράγματι νέες αποδείξεις. Δεν είναι, τέλος, νέο στοιχείο ή από 25/10/2006 αναγνωριστική αγωγή κυριότητος του Χ4 κατά του Ελληνικού Δημοσίου και η οποία, εις πάσαν περίπτωση, ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο (υπ' αριθμ. αναγνωσθέντος εγγράφου 61). Οι λοιπές αιτιάσεις της κρινομένης αιτήσεως επιδιώκουν του από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και εντεύθεν απορριπτέες αφού, όπως εξετέθη, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν είναι ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Μετά ταύτα πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ). Ακόμη το αίτημα των Χ1 και Χ3 περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως, που επεβλήθη αμετακλήτως εις αυτούς δια της υπ' αριθμ. 42/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, των 14 μηνών (συνολικώς) και 5 μηνών αντιστοίχως είναι απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, διότι κατ' άρθρον 529 ΚΠΔ, η προβλεπομένη αναστολή για τον αιτούντα έχει ως προϋπόθεση ότι η επιβληθείσα ποινή εκτίεται, ενώ εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση, η ποινή για τον νυν αιτούντα, τότε πρώτο κατηγορούμενο, έχει μετατραπεί (προς 4,40 € ημερησίως). Τέλος το αυτό αίτημα του Χ2 είναι επίσης απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, εφ' όσον η επιβληθείσα εις αυτόν ποινή όχι μόνον δεν εκτίεται αλλ' έχει ανασταλεί επί τριετίαν, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση 42/2007). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ' αριθμ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, η οποία επεβλήθη με την άνω απόφαση. Και Καταδικάζει τους αιτούντας στο δικαστικά έξοδα που ανέρχονται εις διακόσια είκοσι (220) ευρώ, δι' έναν έκαστον αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Απορρίπτει αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 2456/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινιδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Παπαηλιού (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, για αναίρεση της με αριθμό 92/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 555/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση για τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα έλαβεν υπ' όψη του "τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας και υπεράσπισης στο Δικαστήριο αυτό, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και γενικά την όλη αποδεικτική διαδικασία", ήτοι αναφέρει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι ανάγκη να εκθέτει τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Το ότι γίνεται λόγος περί "μάρτυρος" υπερασπίσεως και όχι περί "μαρτύρων", αφού όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά εξετάσθησαν δύο μάρτυρες υπερασπίσεως, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη οι καταθέσεις αμφοτέρων αυτών, διότι ουδεμία εξαιρείται και η αναφορά "ενός μάρτυρος" υπερασπίσεως οφείλεται εις προφανή παραδρομή. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι αναφέρει ένα μόνο μάρτυρα υπερασπίσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη δημοσία και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 ιδίου Κώδικος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρον 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 δτοιχ. Α' λόγον αναιρέσεως. Η ακυρότητα αυτή όμως δεν επέρχεται αν τα έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί υπ' όψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το δικαστήριο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων από την οποία η ζημιά που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. με αντίστοιχο δικό του όφελος. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 5.4.1999 ο Ψ διαπίστωσε ότι η μοτοσυκλέτα που εκτίθετο προς πώληση στο κατάστημα πωλήσεως μοτοσυκλετών του Ξ, που βρίσκεται επί της οδού .... στα ...., είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με τη μοτοσυκλέτα της ιδιοκτησίας του, που είχε κλαπεί στις 28.1.1999, από την οδό .... στην ...., όπου ήταν σταθμευμένη. Μετά από ειδοποίηση, τα αστυνομικά όργανα πραγματοποίησαν έλεγχο στο κατάστημα, ιδιοκτησίας του Ξ και προέβησαν στην κατάσχεση της παραπάνω μοτοσυκλέτας, γιατί διαπίστωσαν ότι αυτή, η οποία εφέρετο ότι είναι εισαγωγής Γερμανίας με αριθμό πλαισίου .... και κινητήρα 3ΤΒ0058, στην πραγματικότητα ήταν η υπ'αριθμ. .... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, της ιδιοκτησίας του ...., η οποία είχε κλαπεί στις 2.2.1999 από την οδό ... στην ...., όπου ήταν σταθμευμένη και της οποίας είχε παραποιηθεί ο αριθμός πλαισίου και κινητήρα, ενώ είχαν τοποθετηθεί σ'αυτήν και πρόσθετα εξαρτήματα, που ανήκαν στην υπ'αριθμ. ..... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εργοστασίου YAMAHA τύπου ΧΤ-600, χρώματος κόκκινου - μαύρου, ιδιοκτησίας του Ψ, που είχε κλαπεί, όπως προαναφέρθηκε στις 28.1.1999 από την οδό ..... Την παραπάνω μοτοσυκλέτα είχε πωλήσει στον Ξ ο κατηγορούμενος αντί του τιμήματος του 1.250.000 δρχ., γεγονός που δεν αμφισβήτησε ο τελευταίος. Ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας ότι αυτή προερχόταν από κλοπή, για να πείσει τον Ξ να την αγοράσει, όπως και έγινε, παραποίησε τους αριθμούς πλαισίου και κινητήρα και παρέστησε σ'αυτόν ψευδώς ότι την είχε νομίμως στην κατοχή του προς πώληση και ότι αυτή ήταν εισαγωγής Γερμανίας επιδεικνύοντας πλαστά έγγραφα. Στην πράξη του αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού ωφελήθηκε ο ίδιος το τίμημα του 1.250.000 δρχ. επιφέροντας αντίστοιχη ζημία στον Ξ, ο οποίος είχε αγοράσει τη μοτοσυκλέτα, αφού αυτή κατασχέθηκε και αποδόθηκε στον ιδιοκτήτη της. Σε έρευνα που επακολούθησε στο επί της οδού .... στο ..... κατάστημα, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε πωλήσει στον έμπορο μοτοσυκλετών Ζ, ο οποίος ήταν συγκατηγορούμενός του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για λαθρεμπορία και έπαυσε η εναντίον του ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, τις πιο κάτω μοτοσυκλέτες: 1) την υπ' αριθμ. .... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, χρώματος λευκού, εργοστασίου YAMAHA, τύπου ΧΤ-600 με αριθμούς πλαισίου .... και κινητήρα ....., που στην πραγματικότητα επρόκειτο για την υπ' αριθμ. .... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδίου εργοστασίου, τύπου και χρώματος, με αριθμούς πλαισίου .... και κινητήρα ...., ιδιοκτησίας ...., η οποία είχε κλαπεί στις 8.7.1997 από την οδό .... στο ...., όπου ήταν σταθμευμένη, 2) την υπ' αριθμ. ..... δίκυκλή μοτοσυκλέτα, χρώματος μαύρου, εργοστασίου HONDA, τύπου AFRICA TWIN XPV 750, με αριθμούς πλαισίου ..... και κινητήρα ....., που στην πραγματικότητα επρόκειτο για την υπ' αριθμ. ..... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδίου εργοστασίου, τύπου και χρώματος με αριθμό πλαισίου ....., ιδιοκτησίας ...., η οποία είχε κλαπεί στις 3.8.1997 από την οδό .... στην ...., όπου ήταν σταθμευμένη και 3) την υπ' αριθμ. .... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εργοστασίου HONDA, τύπου AFRICA TWIN XRV 750, με αριθμούς πλαισίου ..... και κινητήρα ....., που στην πραγματικότητα επρόκειτο για την μοτοσυκλέτα με άγνωστο αριθμό κυκλοφορίας, ιδίου εργοστασίου και τύπου με αριθμό πλαισίου ....., η οποία είχε κλαπεί από την ιδιοκτησία αγνώστου. Ο Ζ αγνοώντας ότι οι μοτοσυκλέτες αυτές προέρχονταν από κλοπές, τις μεταβίβασε σε τρίτους και συγκεκριμένα την πρώτη στη ...., τη δεύτερη στον ... και αυτός εν συνεχεία στον .... και την τρίτη στο ...., ο τελευταίος δε στον ..., αντί του τιμήματος του 1.350.000 δρχ., 2.250.000 δρχ. και 2.000.000 δρχ., αντίστοιχα, στα χέρια των οποίων και κατασχέθηκαν για να αποδοθούν τελικά στους παθόντες. Δεν αποδείχθηκε ότι τις μοτοσυκλέτες αυτές είχε κλέψει ο κατηγορούμενος. Αυτός όμως εγνώριζε ότι αυτές προέρχονται από κλοπές, γι' αυτό και προέβη στην παραποίησή τους, δεδομένου ότι στο κατάστημά του βρέθηκε μηχάνημα "πόντες" που είναι κατάλληλο για τη χάραξη αριθμών και γραμμάτων, με το οποίο παραποιούσε τους αριθμούς πλαισίου και κινητήρα των κλεμμένων μοτοσυκλετών, ώστε να εξαφανίζεται η ταυτότητά τους και να μην αναγνωρίζονται από τους αγοραστές, εν προκειμένω δε από το Ζ, τον οποίο, προκειμένου να πείσει να τις αγοράσει, του παρέστησε ψευδώς ότι βρίσκονται νόμιμα στην κατοχή του και ότι τις είχε αγοράσει από τη Γερμανία επιδεικνύοντάς του πλαστά έγγραφα. Στις ενέργειές του αυτές προέβη με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίσταται στο εισπραχθέν τίμημα αυτών προξενώντας αντίστοιχη ζημία στους παθόντες, αφού οι μοτοσυκλέτες κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν στους ιδιοκτήτες τους. Επίσης την 13.4.1999 κατασχέθηκε η .... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μάρκας YAMAHA XT-600, η οποία είχε κλαπεί την 24.11.1998 από την οδό ... στην περιοχή των .... στην ...., όπου την είχε σταθμεύσει ο ιδιοκτήτης της .... Και αυτή είχε παραποιημένο τον αριθμό πλαισίου και διακινήθηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι την είχε εισάγει από το εξωτερικό με έγγραφα, που αποδείχθηκε τελικά ότι ήταν πλαστά και έπεισε έτσι τον Φ να την αγοράσει καταβάλλοντάς του ως τίμημα το ποσό του 1.000.000 δρχ., το οποίο ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε παράνομα, με αντίστοιχη ζημία του παθόντος, αφού μετά τη διαπίστωση της παράνομης προέλευσής τους αναγκάσθηκε αυτός να την αποδώσει στο νόμιμο κάτοχό της...". Εξ αυτών όλων προκύπτει ότι εις όσα σημεία αναφέρεται η επίδειξη "πλαστών εγγράφων" από τον κατηγορούμενο εις τους παθόντες Ξ, Ζ και Φ, αυτό γίνεται ιστορικά και διηγηματικά, χωρίς αυτά τα έγγραφα να έχουν ληφθεί αμέσως υπ' όψη από το άνω Πενταμελές Εφετείο Αθηνών για τον σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του, για την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, για την οποία και κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων. Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίον "η αναιρεσιβαλλομένη, προκειμένου να κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα, φαίνεται ότι έλαβε υπ' όψη της έγγραφα, τα οποία ουδέποτε ανεγνώσθησαν", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό τους και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία? και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ.Α.Π. 2/2005). Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2α', δ' και ε' Π.Κ., δηλαδή ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, είναι δε ορισμένοι οι ισχυρισμοί αυτοί όταν περιλαμβάνουν τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή των, έντιμη ζωή σε όλες τις άνω εκφάνσεις εκδηλούμενη με θετική συμπεριφορά, ειλικρινή μετάνοια της επιδίωξη άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως με συγκεκριμένες πράξεις και γενικά καλή συμπεριφορά στην κοινωνία που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη και να είναι αποτέλεσμα ελευθέρας βουλήσεως και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος προς της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας ανέπτυξε προφορικώς και υπέβαλεν εγγράφως τον αυτοτελή ισχυρισμό, έχοντα, κατά λέξη, ως εξής: "Η τελευταία από τις πράξεις που μου αποδίδονται, φέρεται ότι "τελέσθηκε" την 31/3/1999. Από τότε μέχρι σήμερα πέρασαν οκτώ (8) χρόνια. Και σ'αυτό το μεγάλο διάστημα δεν απασχόλησα τις διωκτικές αρχές και το ποινικό μου μητρώο εξακολουθεί να είναι ΛΕΥΚΟ. Και πέραν τούτου, από την πρώτη στιγμή που απεκαλύφθη, ότι οι μοτοσυκλέττες ήταν κλεμμένες, έδειξα ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξα να άρω ή να μειώσω τις συνέπειες της πράξεώς μου, δηλαδή έσπευσα να εξοφλήσω αυτούς οι οποίοι ζημιώθηκαν. Είναι, δηλαδή, σαφές ότι συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την "πράξη" μου". Οι ισχυρισμοί αυτοί στοιχειοθετούν τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α'και δ' Π.Κ., οι οποίες και εγένοντο δεκτές, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση. Όμως ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 84 παρ. 2ε' Π.Κ. ήτο, όπως προεβλήθη, αόριστος, χωρίς τα αναγκαία, δηλαδή, δι'αυτόν περιστατικά και το δικαστήριο, εντεύθεν, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πέραν του ότι ως εκ περισσού απήντησε. Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίον υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην απόρριψη του αιτήματος περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε'Π.Κ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 92/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απαιτείται η αναφορά κατ’ είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Αρκεί να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά κατ’ επιλογήν. Άρθρα 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ. Η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο επάγεται ακυρότητα κατ’ άρθρον 171 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Η ακυρότητα δεν επέρχεται αν το έγγραφο που δεν ανεγνώσθη δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά αναφέρεται απλώς ιστορικά και διηγηματικά. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οίος είναι και ο περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 παρ. 2α, δ, ε ΠΚ. Πότε ορισμένος ο ισχυρισμός άρθρου 84 παρ. 2ε΄ ΠΚ, ώστε το δικαστήριο να υποχρεούται να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Όταν αόριστος, δεν υποχρεούται να απαντήσει. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Ισχυρισμός αυτοτελής.
0
Αριθμός 2455/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, για αναίρεση της με αριθμό 47/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, ως σύνδικο της πτωχεύσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ", που παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.769/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και την αυτοπροσώπως, ως δικηγόρο, παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Η κατά τ' άνω αιτιολογία, ειδική και εμπεριστατωμένη, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου? είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένως στην απόρριψή τους. Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί εμπράκτου μετανοίας, η δε υπό του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του επίκληση του ισχυρισμού τούτου έχει ως συνέπεια την εξάλειψη του αξιοποίνου των εγκλημάτων της κλοπής και της υπεξαιρέσεως. Ούτω κατ' άρθρο 379 παρ. 1 Π.Κ. το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τις αρχές για την πράξη του, απέκτησε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο ... . Απαιτείται, επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός και να προκύπτει, εντεύθεν, υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, όχι μόνο η επίκληση "της εμπράκτου μετανοίας", αλλά πρέπει, για την θεμελίωση του άνω ισχυρισμού, να γίνει επίκληση των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, ήτοι ότι έλαβε χώραν η απόδοση του πράγματος ή εντελής ικανοποίηση του ζημιουμένου με την έννοια της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας του παθόντος, η οποία μπορεί να γίνει και με κάθε δικαιοπραξία μεταξύ παθόντος και δράστου, κατά την οποίαν συμφωνείται η ικανοποίηση του πρώτου, η απόδοση ή ικανοποίηση να έγινε με τη θέληση του δράστου και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές, δηλαδή οικειοθελώς και χωρίς επίδραση εξωτερικών αιτίων ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και όχι υπό την πίεση του παθόντος και την απειλή αποκαλύψεως της πράξεως, απώτατο χρονικό σημείο δε της εμπράκτου μετανοίας είναι το αργότερο μέχρι να κληθεί ο δράστης προς εξέταση από την αρχή, κατά την προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση ή κυρία ανάκριση από γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο ή ανακριτή ως κατηγορουμένου και όχι μετά την κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 47/2007, προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας, εκηρύχθη ένοχος του ότι "όντας κύριος μέτοχος και έχοντας στην κατοχή και ιδιοκτησία του το 82% των μετοχών της ευρισκομένης ήδη σε κατάσταση πτωχεύσεως ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ Α.Β.Ε.Ε" και έδρα τον ..... (οδ. ..... αρ. ... και .....), εξουσιοδοτήθηκε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας κατά τη συνεδρίασή του της 23-1-1998 να διαχειριστεί κατά την απόλυτη κρίση του εξωδίκως ή δικαστικώς και να διαπραγματευθεί με την ασφαλιστική εταιρεία "ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ" την αποζημίωση που αυτή όφειλε στην εταιρεία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ" για την καταστροφή των μεταφερομένων με το πλοίο M/V ..... 186.910 χιλιόγραμμων σταφυλιών, δηλαδή μεταξύ άλλων εξουσιοδοτήθηκε να εισπράξει για λογαριασμό της εταιρείας και το ποσό της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, το οποίο ορίσθηκε σε 166.640.575 δραχμές, Το ποσό αυτό ύστερα από εντολή του εισέπραξε αντ' αυτού και για λογαριασμό της εταιρείας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ" ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Α και αυθημερόν, στις 19-2-1998, το σύνολο του ποσού της ασφαλιστικής αποζημιώσεως καταχωρήθηκε στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Στην πραγματικότητα όμως στο ταμείο της εταιρείας εισήλθε μέρος μόνο της ασφαλιστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα ποσό 118.087.632 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο δηλαδή ποσό 48.552.943 δραχμών, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το ιδιοποιήθηκε αυτός (κατηγορούμενος) παράνομα, στην κατοχή του οποίου περιήλθε μέσω του Α αμέσως μετά την είσπραξή του για λογαριασμό της δικαιούχου εταιρείας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ". Ο κατηγορούμενος δε όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι από την 19.2.1998 κατέβαλε εξ ιδίων στην εταιρεία έως 18.05.1998 ποσόν 33.401.895 δρχ. και η εταιρεία "SEAGULL MARITIME" 6.103.230 δρχ. ενώ τον Δεκέμβριο του 1999, προ οιασδήποτε ενεργείας των Αρχών σχετικά με την υπό κρίση "υπεξαίρεση" κατέβαλε εξ ιδίων 72.000.000 δρχ. σε παραγωγούς της ..... πιστωτές της "ΠΑΣΧΑΛΗΣ Α.Β.Ε.Ε." και εξοφλήθηκαν αξιώσεις τους κατά της εταιρείας αυτής (που ήδη είχε πτωχεύσει και παύσει να λειτουργεί). Τα ποσά αυτά υπερκαλύπτουν το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσόν των 48.552.943 δρχ. και, σε κάθε περίπτωση, αίρουν το αξιόποινο της - φερομένης ως γενομένης - "υπεξαιρέσεως" κατ' αρθρ. 379 Π.Κ. χωρίς, ήτοι, να επικαλεσθεί συγκεκριμένα περιστατικά, ως κατά τ' ανωτέρω απαιτείται. Τούτο αφού κατ'ουδέν ισχυρίζεται ότι ακριβώς κατέβαλε τα άνω ποσά προς εντελή ικανοποίηση της ζημιωθείσης και πότε έγινε αυτό σαφώς και συγκεκριμένως ή ότι τα κατέβαλε κατόπιν συμφωνίας του με την εταιρία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ", ώστε να ικανοποιηθεί πλήρως η τελευταία, ενώ δεν εκτίθεται ποία η σχέση αυτής με την καταβαλούσα εταιρία "SEAGULL ΜΑΡΙΤΙΜΕ" και διατί η τοιαύτη καταβολή, καίτοι δεν έγινε από τον υπαίτιο, αποτελεί ικανοποίηση της "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ". Εντεύθεν και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω αόριστο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πέραν του ότι (το δικαστήριο) ως εκ περισσού απήντησε στον τοιούτο ισχυρισμό και δή: "Περαιτέρω, οι επικαλούμενες από τον κατηγορούμενο καταβολές προς την εταιρεία "Πασχάλης ΑΒΕΕ" μετά την 16-2-1998, ήτοι μετά την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, από τον ίδιο μεν, ποσών 33.401.895 και 72.000.000 σε παραγωγούς της ..... και από την ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία "Seagull Maritime", ποσού 6.103.230 δραχμών, και αληθείς αν υποτεθούν δεν συνδέονται με τη διαχείριση του ποσού της ασφαλιστικής αποζημίωσης που ανατέθηκε στον κατηγορούμενο από το ΔΣ της εταιρείας "Πασχάλης ΑΒΕΕ", το οποίο και περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου και αφορά η κατηγορία. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τα ανωτέρω ποσά με δική του ελεύθερη βούληση αλλά λόγω αποκαλύψεως της τελέσεως της άνω αξιόποινης πράξης και υπό το κράτος πιέσεων και απειλών των πιστωτών της εταιρείας "Πασχάλης ABΕΕ", έτσι ώστε δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 379 ΠΚ". Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, υποστηρίζων την αναιτιολόγητη απόρριψή του εκ του άρθρου 379 Π.Κ. ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. κατά τον οποίον "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αφ' ενός δέχεται ότι εδικαιούτο και πράγματι εδικαιούτο να συμψηφίσει κατ' άρθρον 440 επ. Α.Κ. ποσόν 81.630.000 δραχμών που είχε εισφέρει στην εταιρία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ" για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, η οποία, ωστόσο δεν επηκολούθησε, αλλά δίχως οιαδήποτε σκέψη ή αιτιολογία δεν εξήτασε τον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό του και αποδειχθέντα, από τα προσκομισθέντα θεωρημένα από τη σύνδικο βιβλία της εταιρείας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ", ότι εδικαιούτο να συμψηφίσει περαιτέρω ποσά ύψους 100.000.000 δραχμών αλλά και το ποσόν ύψους 419.000.000 δραχμών που είχαν καταβληθεί για αυξήσεις κεφαλαίου της εταιρείας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ" που δεν επηκολούθησαν", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση του λόγου της κακής εφαρμογής του άρθρου 375 Π.Κ. πλήττεται η ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου και επιχειρείται από τον αναιρεσείοντα διάφορος εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) ως και τα έξοδα της πολιτικώς εναγούσης εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οίος είναι και ο εκ του άρθρου 379 ΠΚ, στο αδίκημα της υπεξαιρέσεως ο εκ του άρθρου 375 ΠΚ. Πότε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 379 ΠΚ. Πότε ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός, ώστε το δικαστήριο να υποχρεούται να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Όταν αόριστος, δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει. Απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως όταν πλήττει την ουσία της υποθέσεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 2453/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 16.011/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της, καθώς και στο από 24 Οκτωβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 431/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παραγ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει ναπεριέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τηθεμελίωση των δύο πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέσηεξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους άνωΟργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ'αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη η ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 16.011/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-01 έως 1-3-02 ήταν μέλος του ΔΣ της ανώνυμης εταιρίας "ΣΟΥΒΕΝΙΡ ΑΕ", με αντικείμενο εμπορίας παραγωγή ειδών λαϊκής τέχνης, η οποία εταιρία απασχολούσε εργαζομένους. Με την ιδιότητα της αυτή δεν κατέβαλε ασφαλιστικές εισφορές αυτών που απασχολήθηκαν στην παραπάνω εταιρία προς το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ειδικότερα δεν κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 12/00 έως ΔΧ/2001 τις βαρύνουσες την ίδια ως άνω εταιρία ασφαλιστικές εισφορές ποσού 10.277,77 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ήμερα για τις δημόσιες υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μήνα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, β) τις παρακρατηθείσες με σκοπό να τις αποδώσει ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση ποσού 5.138,88 ευρώ, στον παραπάνω Οργανισμό, μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, παρακρατώντας αυτές παράνομα. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή στην εταιρία δεν αποδεικνύεται βάσιμος, αφού ο μαρτυράς της αναφέρει μεν ότι μία ή δύο φορές μόνο την είδε στην εταιρία, αλλά αυτός δεν εργαζόταν σε καθημερινή βάση. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, να της αναγνωρισθεί, όμως, το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρ. 84 παρ. 2 ΠΚ), αφού προέκυψε ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων δεν κατέβαλε τις εισφορές, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη μερική εξόφληση μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη (Χ) του ότι: "Στη ..... την 1.2.2001 έως και 1-2-2002 σαν εργοδότης της επιχείρησης "ΣΟΥΒΕΝΙΡ Α.Ε." καθυστέρησε την αγορά ενσήμων για καταβολή εισφοράς των μισθωτών που απασχόλησε κατά την χρονική περίοδο από 12/2000 μέχρι Δ.Χ./2001 (ΠΕΕ ή ΚΔ 410/03 ποσό 15.416,65 ευρώ) στην επιχείρησή της σε εξαρτημένη με αμοιβή εργασία, προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ δηλ. στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προς το οποίο έπρεπε να καταβάλει για την ασφάλιση του προσωπικού τις παρακάτω εισφορές (μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία) τέλεσε τις παρακάτωαξιόποινες πράξεις δηλαδή: Α) Ενώ είχε τη νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις βαρύνουσες αυτόν τον ίδιο ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) ποσού 10.277,77 ευρώ δεν τις κατέβαλε στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σ'ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές. Β) Ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ποσού 5.138,88 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλε μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και έτσι έγινε υπαίτιος για υπεξαίρεση των ποσών αυτών και πρέπει να τιμωρηθεί". Με αυτές τις παραδοχές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν η από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη, καθόσον προκύπτει ασάφεια, αφού, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ανώνυμη εταιρία, η οποία κατά νόμο (άρθρο 18 ν.2190/1920) εκπροσωπείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο που ενεργεί συλλογικώς, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν η αναιρεσείουσα κατά το καταστατικό της εταιρίας "ΣΟΥΒΕΝΙΡ Α.Ε." ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εκπροσωπούσε την εν λόγω εταιρία κατά τον ενδιαφέροντα πιο πάνω κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή της να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως, στο ΙΚΑ, μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας αυτής δεν παρείχε στην αναιρεσείουσα άνευ άλλου εξουσία εκπροσωπήσεώς της. Επιπλέον η ασάφεια αυτή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός με τις ανωτέρω πλημμέλειες λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. και πρέπει, ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, αυτόν της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα), να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 16.011/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 1 ΑΝ 86/ 1967. Ασάφεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως αφού δεν διευκρινίζεται, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότρια ΑΕ που εκπροσωπείται κατά νόμο (άρθρο 18 N. 2190/20) από το ΔΣ, που ενεργεί συλλογικώς, αν η αναιρεσείουσα κατά το καταστατικό της ΑΕ ή με απόφαση του ΔΣ εκπροσώπησε την εταιρία, μόνη δε ιδιότητά της ως μέλους του ΔΣ δεν παρείχε εξουσία εκπροσωπήσεως της εν λόγω εταιρίας. Δεκτός σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ & Ε΄ ΚΠΔ και πρόσθετος λόγος. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ανώνυμη εταιρία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2451/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Γιαλαόγλου, περί αναιρέσεως της 52/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον από 5 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετο λόγο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 512/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, "εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικώς, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων) και τη θέληση ή την αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ.1 του ν. 5960/1933,μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα. Άρα για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα, δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σε αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη, πριν από την τροποποίησή της με το άνω άρθρο 1 του ν.δ.1325/1972. Εξάλλου με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου, ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει η εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 5,6/2006). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος όμως του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Επίσης, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, ή και περί μη νομίμου υποβολής της απαιτουμένης κατά νόμο εγκλήσεως, εφόσον βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι για έκδοση ακαλύπτων επιταγών, από κοινού και κατ'εξακολούθηση, ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, δια του συνηγόρου τους, αρνήθηκαν τις κατηγορίες και πρόβαλαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, περί του ότι α) η εγκαλούσα ΑΤΕ δεν είχε δικαίωμα εγκλήσεως γιατί αυτή ήταν όχι τελευταία, αλλά εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών και τελευταία εξ οπισθογραφήσεως κομίστρια, ήταν η Τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS EFG", β) ότι ο υποβαλών την έγκληση ως Διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της εγκαλούσας τράπεζας Ψ, κατέθεσε τις εναντίον τους εγκλήσεις, όχι νομότυπα, ενεργήσας ως εντολοδόχος του Δ.Σ. της τράπεζας και όχι ως υποκατάστατος αυτού και ως όργανο εκπροσωπήσεως, ενώ στο προσκομισθέν πρακτικό του Δ.Σ. δεν υπάρχει ειδική εντολή σε αυτόν για υποβολή εγκλήσεως σε βάρος των κατηγορουμένων, στο δε προσαρτηθέν απόσπασμα του πρακτικού του Δ.Σ., ως πληρεξούσιο έγγραφο, δε βεβαιώνεται όπως έπρεπε και η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων μελών του ΔΣ της τράπεζας από δικηγόρο ή δημόσια αρχή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αυτοτελές αιτιολογικό αυτής, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρεπτά κατ' είδος αναφέρει, σε σχέση, με τους προβληθέντες από τους κατηγορουμένους, αυτοτελείς ισχυρισμούς περί του ότι η εγκαλούσα ΑΤΕ δεν είχε από το νόμο δικαίωμα εγκλήσεως και ότι δεν έγινε νομότυπα και εμπρόθεσμα η υποβολή της εγκλήσεως, τα παρακάτω: "Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/72), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α'του ν. 2408/1996, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε, ενώ, κατά το εδάφιο γ' αυτής, ορίστηκε ότι, για τις πράξεις έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για τις οποίες, κατά τη δημοσίευση του νόμου (4-6-1996), έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δεν δηλώσει ότι επιθυμεί τη συνέχισή της. Η δήλωση γίνεται στις αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 42 ΚΠΔ. Τέλος, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999, το τελευταίο αυτό εδάφιο γ' του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996 αντικαταστάθηκε και ορίστηκε ότι η διαδικασία για τις παραπάνω πράξεις συνεχίζεται, "αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ, με εκείνη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, αν η πιο πάνω δήλωση δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου (3-6-1999), δηλαδή μέχρι τις 3-12-1999, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της έγκλησης γίνονται στις Αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του ΚΠΔ. (Ας σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη εξάμηνη προθεσμία παρατάθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 2743/1999, μέχρι τις 26-12-1999, λόγω των σεισμών της 7-9-1999). Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης, καθόσον αφορά την παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/33, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συνολικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [Ολ. ΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ. Τα ίδια ισχύουν και για την κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2721/1999, δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατά του οποίου, αρχικά, η δίωξη αυτή είχε ασκηθεί αυτεπαγγέλτως, αφού η εν λόγω δήλωση ισοδυναμεί (προσομοιάζει ουσιαστικά) με την υποβολή έγκλησης (Ολ. ΑΠ 4/2006 και 6/2006 "ΝΟΜΟΣ"). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1251 και 1255 Α.Κ. προκύπτει ότι με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής - κομιστής του τίτλου, αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης απ' αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα είσπραξης του τίτλου και μάλιστα στο όνομα του. Από τα παραπάνω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 ν. 5960/1933, όπως ισχύει, σαφώς προκύπτει ότι ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και μη πληρωμής της, δικαιούται σε υποβολή έγκλησης για την από αυτές προβλεπόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη (Α.Π. 1054/2004 Ποιν. Δικ. 2004 1108, Α.Π. 2304/2004 "ΝΟΜΟΣ"), αφού ασκεί ίδιον δικαίωμα εκ του τίτλου, διότι κατά το άρθρο 1255 Α.Κ. έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος την επιταγή και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος (Ολ. Α.Π. 18/2004 "ΝΟΜΟΣ"). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών ασκήθηκε κατόπιν των με ημερομηνίες 9-9-2004 και 29-11-2004 εγκλήσεων της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένης. Οι επιταγές αυτές είναι οι ακόλουθες επιταγές της "EUROBANK A.E.", που εκδόθηκαν στην ....., εκ μέρους της εταιρίας "ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.Β.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένης, εις διαταγήν της εταιρίας "ΘΡΑΚΗ Α.Ε.": 1) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 8-6-2004, ποσού 35500.00 ευρώ, 2) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 11-6-2004, ποσού 32000.00 ευρώ, 3) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 24-6-2004, ποσού 42500.00 ευρώ, 4) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 29-6-2004, ποσού 32500.00 ευρώ, 5) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 20-8-2004, ποσού 25400.00 ευρώ, 6) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 3-9-2004, ποσού 24800.00 ευρώ, 7) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 8-9-2004, ποσού 24300.00 ευρώ, 8) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 10-9-2004, ποσού 24600.00 ευρώ, 9) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 14-9-2004, ποσού 25500.00 ευρώ, και 10) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 17-9-2004, ποσού 24500.00 ευρώ. Από τα σώματα όλων των άνω επιταγών προκύπτει ότι η λήπτρια αυτών "ΘΡΑΚΗ Α.Ε." τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία στη συνέχεια ως τελευταία νόμιμη κομίστρια αυτών, ασκώντας το δικαίωμα εισπράξεως τους με βάση το ενέχυρο στο όνομα της, όπως προεκτέθηκε, εμφάνισε προς πληρωμή έκαστη επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα "EUROBANK A.E.", και τούτο βεβαιώνεται αρμοδίως επί του σώματος αυτών από την άνω πληρώτρια τράπεζα. Από τα ίδια σώματα των επιταγών δεν προκύπτει μεταβίβαση αυτών με οπισθογράφηση από την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." στην τράπεζα "EUROBANK A.E.", και ότι συνεπώς η τελευταία έγινε με τον τρόπο αυτό νόμιμη κομίστρια αυτών, η οποία, μόνη αυτή είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, ενώ το δικαίωμα αυτό δεν είχε η "ΑΤΕ", η οποία ήταν εξ αναγωγής κομίστρια, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι. Συνεπώς, εφ' όσον η νόμιμη κομίστρια των επιταγών είναι η "ΑΤΕ", ενώ η EUROBANK A.E." δεν έγινε ποτέ νόμιμη κομίστρια αυτών, αλλά ήταν μόνο η πωλήτρια τράπεζα, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η "ΑΤΕ" δεν είχε δικαίωμα υποβολής των ένδικων εγκλήσεων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ακολούθως, προέκυψε ότι η εγκαλούσα "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", υπέβαλε τις προαναφερθείσες δύο εγκλήσεις, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον Διευθυντή του Κεντρικού Καταστήματος Ψ, τις οποίες υπέγραψε ο παραπάνω ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, και στη συνέχεια εγχείρισε την μεν με ημερομηνία 9-9-2004 στον Ανθυπαστυνόμο ..... του Α.Τ. Συντάγματος προς διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κομοτηνής, την δε με ημερομηνία 21-11-2004 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σε αμφότερες τις άνω εγκλήσεις υποβλήθηκαν συνημμένα: α) αντίγραφο του καταστατικού της Α.Τ.Ε., β) το ΦΕΚ με αριθμό φύλλου ...../1991, γ) το με αριθμό ..../2004 πρακτικό του Δ.Σ. της Α.Τ.Ε., δ) το ΦΕΚ με αριθμό φύλλου ...../2004, ε) το ΦΕΚ με αριθμό φύλλου ...../2004 και στ) το με αριθμό πρωτοκόλλου ...../2004 έγγραφο της ΑΤΕ (πράξη διορισμού του Ψ ως Διευθυντή του καταστήματος της "ΑΤΕ" στο Κεντρικό κατάστημά της). Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του καταστατικού της "ΑΤΕ Α.Ε." "Η τράπεζα διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από εννέα μέχρι 13 συμβούλους", ενώ στο άρθρο 23 αυτού ορίζεται ότι "1. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη Διοίκηση και εκπροσώπηση της Τράπεζας καθώς και στη διαχείριση της περιουσίας της ... 2. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του σε ένα ή περισσότερα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή σε Διευθυντές ή υπαλλήλους της Τράπεζας ... ". Περαιτέρω, στο άρθρο 24 παρ. 2 του άνω καταστατικού ορίζεται ότι "Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την τράπεζα και έχει τις αρμοδιότητες που ενδεικτικά ορίζονται στο παρόν καταστατικό, στον οργανισμό προσωπικού και στις λοιπές κείμενες διατάξεις ... Υποβάλλει μηνύσεις και εγκλήσεις για λογαριασμό της Τράπεζας ... ". Από το με αριθμό ...../2004 πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας, που προσαρτήθηκε στις ένδικες δύο εγκλήσεις, σε ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών, επικυρωμένο από τη δικηγόρο ....., προκύπτει ότι το Δ.Σ., κατά τη συνεδρίαση της 28-4-2004, στην οποία συμμετείχε ο Πρόεδρος αυτού Α και τα άλλα εννέα αναφερόμενα μέλη, αποφάσισε ομόφωνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του καταστατικού της, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "1. Εκχωρεί στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας αυτού στους Αντιπροέδρους όλες τις αρμοδιότητες του που απορρέουν από το άνω άρθρο 23 του καταστατικού. Ο πρόεδρος του Δ.Σ., με απόφαση του αναθέτει στους Αντιπροέδρους καθώς και στους Προϊσταμένους Υπηρεσιακών Μονάδων της Τράπεζας συγκεκριμένες αρμοδιότητες από τις πιο πάνω εκχωρηθείσες, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 2 του καταστατικού ... 3. Ο πρόεδρος του Δ.Σ. μπορεί να εξουσιοδοτεί δικηγόρους με ειδική πληρεξουσιότητα να εκπροσωπούν την Τράπεζα, ή τρίτους, προκειμένου να διεκπεραιώνουν συγκεκριμένες εργασίες στο όνομα και για λογαριασμό της ΑΤΕ ... 8. Η Τράπεζα εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από τον Πρόεδρο και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του από τους Αντιπροέδρους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 24 του καταστατικού. Αν επιβάλλεται να γίνει αυτοπρόσωπη εμφάνιση του νομίμου εκπροσώπου της Τράπεζας ενώπιον Δικαστηρίου, ή άλλης Δικαστικής Αρχής, ή προκειμένου περί δόσεως όρκων, κατάθεσης μήνυσης ή έγκλησης και παραίτησης απ' αυτές, δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων στην προδικασία και στα ακροατήρια και παραίτησης απ' αυτήν, άσκησης ενδίκων μέσων κατά ποινικών αποφάσεων και βουλευμάτων και παραίτησης απ' αυτά, καθώς και σε όλες γενικά τις περιπτώσεις που απαιτούν την ενώπιον Δικαστηρίου, Εισαγγελικής ή άλλης Δικαστικής Αρχής προσωπική εμφάνιση, την Τράπεζα εκπροσωπούν νόμιμα, πλην του Προέδρου και των Αντιπροέδρων και κάθε Προϊστάμενος ή Αναπληρωτής Προϊστάμενος Κεντρικής Υπηρεσίας και για τις υποθέσεις των περιφερειακών Καταστημάτων και ο Διευθυντής του καταστήματος ή ο αναπληρωτής του ... ". Το ανωτέρω πρακτικό του Δ.Σ., με θητεία αυτού (Δ.Σ.) μέχρι στις 30-6-2007 δημοσιεύτηκε ολόκληρο στο ΦΕΚ με αριθμό φύλλου ...../2004. Τέλος, από το με αριθμό ...../2004 έγγραφο της "ΑΤΕ" (τμήμα απασχόλησης προσωπικού) προκύπτει ότι ο Ψ με την με αριθμό ...../2004 πράξη του Δ.Σ. τοποθετήθηκε ως Διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος αυτής και ανέλαβε τα ως άνω καθήκοντά του στις 25-5-2004 (βλ. το με την ίδια ημερομηνία έγγραφο του κεντρικού καταστήματος). Από τα προαναφερθέντα προέκυψε ότι ο Ψ, που υπόγραψε και ενεχείρισε αρμοδίως, όπως ειδικότερα προεκτέθηκε, τις δύο ένδικες εγκλήσεις της "ΑΤΕ Α.Ε.", ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ενήργησε ως υποκατάστατος του Δ.Σ. αυτής, δηλαδή ως όργανο της τελευταίας, αφού του ανατέθηκε, κατά τα ανωτέρω, από το Δ.Σ. της εγκαλούσας η δικαστική εκπροσώπηση αυτής, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή του Κεντρικού Καταστήματος, και ως τέτοιος δεν είχε ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας, ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. και όχι ως εντολοδόχος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι. Επομένως, οι άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί μη νομότυπης υποβολής των ένδικων εγκλήσεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του βασίμου ή μη των, σχετικά με τους πιο πάνω απορριφθέντας αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προβαλλομένων, για ελλιπή αιτιολογία, υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, αναιρετικών λόγων, η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών, ασκήθηκε εναντίον των αναιρεσειόντων κατόπιν των από 9-9-2004 και 29-11-2004 εγκλήσεων της στην Αθήνα εδρεύουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης, εγκλήσεις, οι οποίες υπογράφηκαν και υποβλήθηκαν από τον Ψ, Διευθυντή του κεντρικού της καταστήματος της εγκαλούσας, ως νόμιμο εκπρόσωπο της τράπεζας, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε προς υποβολή των συγκεκριμένων εγκλήσεων, αλλά και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, με το με αριθ. 8/28-4-2004 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής (εγκαλούσας ΑΤΕ). Ο εν λόγω πληρεξούσιος με τις εγκλήσεις συνυπέβαλε αρμοδίως, εκτός των άλλων, απόσπασμα πρακτικών της από 20-12-1999 συνεδριάσεως του Δ.Σ. της εγκαλούσας ΑΕ, τα υπ' αριθμ. ...../1991 και ...../2004 ΦΕΚ (Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης), όπου καταχωρείται η ανακοίνωση περί της νομίμου εκπροσωπήσεως της εταιρίας, το με αριθ. ...../2004 έγγραφο διορισμού του εν λόγω υπαλλήλου στη θέση του Διευθυντού στο κεντρικό κατάστημα Αθηνών της ΑΤΕ, καθώς και αντίγραφο του κωδικοποιημένου καταστατικού της εταιρίας ΑΤΕ. Από το προαναφερόμενο πρακτικό και το καταστατικό που προσκομίζονται σε ακριβές απόσπασμα και από το βιβλίο των πρακτικών, επικυρωμένο από τη δικηγόρο ......, προκύπτει, ότι το Δ.Σ. της ανωτέρω Α.Ε. κατά τη συνεδρίασή του της 28-4-2004, που συμμετείχε ο πρόεδρος του Δ.Σ. και άλλα εννέα μέλη αυτού, ομοφώνως αποφασίζει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 234 παρ.2 του καταστατικού της τράπεζας, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "εκχωρεί στον πρόεδρο του Δ.Σ. ... και τους αντιπροέδρους τις αρμοδιότητες του άρθρου 23. Αν επιβάλλεται να γίνει αυτοπρόσωπη εμφάνιση του νομίμου εκπροσώπου της τράπεζας ενώπιον Δικαστηρίου, ή άλλης Δικαστικής Αρχής ή προκειμένου περί κατάθεσης μηνύσεως ή εγκλήσεως, δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κ.λ.π., την τράπεζα εκπροσωπούν, εκτός από τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους και ο Διευθυντής του καταστήματος ή ο αναπληρωτής του ... ". Το ανωτέρω πρακτικό δημοσιεύτηκε ολόκληρο στο με αριθμό ...../2004 ΦΕΚ. Από το με αριθ. ...../2004 έγγραφο της ΑΤΕ, προκύπτει ότι ο Ψ με την ...../2004 πράξη του ΔΣ τοποθετήθηκε ως Διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της ΑΤE και ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 25-5-2004. Επομένως, ο ανωτέρω Διευθυντής της ΑΤΕ, που υπέγραψε και εγχείρισε αρμοδίως τις δύο ένδικες εγκλήσεις της ΑΤΕ κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΤΕ και ενήργησε ως υποκατάστατος του ΔΣ αυτής, την εντολή του οποίου και εκτέλεσε κατά τα παραπάνω, ως Διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της ΑΤΕ και όχι ως εντολοδόχος του ΔΣ και άρα δεν είχε ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως, ούτε βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, κατά τα άρθρα 42 παρ.1γ και 46 του ΚΠοινΔ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη ως παραπάνω αιτιολογία, απέρριψε τους περί απαραδέκτου την ποινικής διώξεως αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, λόγω μη νομίμου υποβολής της εγκλήσεως, ορθά έκρινε και το νόμο εφάρμοσε, δεν υπερέβη την εξουσία του και οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε και Η του ΚΠοινΔ, σχετικοί τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1251 του ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "Ενέχυρο τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία, με το άρθρο δε 1255 ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "ενεχύραση τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής-κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ενώ ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης από αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση και ασκεί με βάση το ενέχυρο ίδιο εκ του τίτλου δικαίωμα εισπράξεως της ενσωματωμένης στον τίτλο απαιτήσεως και μάλιστα στο όνομά του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία, όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι, όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου, σύμφωνα με το άρθρο 1255 ΑΚ. Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος, αφού η απαίτηση του ενεχυρούχου δανειστή δεν θίγεται. Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται και από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Τούτο δε, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της. (ΟλΑΠ 23,24/2007). Τέλος, η υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μη δικαιούμενο σε αυτή (μη νόμιμο κομιστή), ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, για υπέρβαση εξουσίας, σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, με βάση αυτή, απάγγειλε καταδίκη για το καταγγελλόμενο έγκλημα. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου τούτου της αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκυρη έγκληση, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την ένδικη επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί του αυτοτελούς ισχυρισμού της ελλείψεως δικαιώματος εγκλήσεως της ΑΤΕ και επί της ουσίας της υποθέσεως, δέχθηκε, κατά την ενέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα παρακάτω: "Από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων και από την όλη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από το με ημερομηνία 12-9-2003 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ, ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.Β.Ε.", που δημοσιεύτηκε στο με αριθμό ...../2003 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), την άνω εταιρία εκπροσωπούν: α) ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος Β, με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία και β) από κοινού ο Αντιπρόεδρος Χ1 (δεύτερος κατηγορούμενος) και το μέλος του Δ.Σ. Χ2 (πρώτος κατηγορούμενος), με θητεία του Δ.Σ. μέχρι 30-6-2008. Σύμφωνα με το από 14-4-2004 πρακτικό του Δ.Σ. της άνω εταιρίας, που δημοσιεύτηκε στο με αριθμό ...../2004 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) την εταιρία εκπροσωπούν και δεσμεύουν: α) Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος Γ με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία και από κοινού ο ορισθείς ως γενικός διευθυντής της εταιρίας Χ1 (δεύτερος κατηγορούμενος) και ο Χ2 (πρώτος κατηγορούμενος) με διπλή υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία, με θητεία του Δ.Σ. μέχρι 31-12-2008. Στα πλαίσια αυτής της εκπροσώπησης της άνω εταιρίας οι κατηγορούμενοι, εκ των οποίων ο πρώτος Χ2 είναι εμπορικός διευθυντής και ο δεύτερος Χ1, γενικός Διευθυντής της, εξέδωσαν στην ....., από κοινού, με διπλή υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία, για λογαριασμό της άνω εταιρίας, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας με την επωνυμία "ΓΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Β.Ε.Ε.", τις παρακάτω επιταγές, ενώ γνώριζαν ότι η άνω εκδότρια εταιρία δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα "EUROBANK A.E." και ειδικότερα στον λογαριασμό από τον οποίο ήταν πληρωτέες, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής αυτών. Ειδικότερα, εξέδωσαν στην ....., υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα τους, από κοινού, τις ακόλουθες επιταγές της "ΕUROBANK A.E.", εις διαταγήν της εταιρίας "ΘΡΑΚΗ Α.Ε.", η οποία στη συνέχεια τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην εγκαλούσα "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένη: 1) στις 8-6-2004, την με αριθμό ....., ποσού 35500.000 ευρώ, 2) στις 11-6-2004, την με αριθμό ....., ποσού 32000.00 ευρώ, 3) στις 24-6-2004, την με αριθμό ....., ποσού 42500.00 ευρώ, 4) στις 29-6-2004, την με αριθμό ....., ποσού 32500.00 ευρώ, 5) στις 20-8-2004, την με αριθμό ....., ποσού 25400.00 ευρώ, 6) στις 3-9-2004, την με αριθμό ....., ποσού 2480.00 ευρώ, 7) στις 8-9-2004, την με αριθμό ....., ποσού 24300.00 ευρώ, 8) στις 10-9-2004 την με αριθμό ....., ποσού 24600.00 ευρώ, 9) στις 14-9-2004, την με αριθμό ....., ποσού 25500.00 ευρώ, και 10) στις 17-9-2004, την με αριθμό ....., ποσού 24500.00 ευρώ. Τις επιταγές αυτές εμφάνισε η εγκαλούσα, νόμιμα εκπροσωπουμένη, ως νόμιμη κομίστρια, νομότυπα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, στις 9-6-2004, 15-6-2004, 25-6-2004, 30-6-2004, 25-8-2004, 6-9-2004, 13-9-2004, 15-9-2004 και 17-9-2004, πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό από όπου ήταν πληρωτέα έκαστη, όπως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις της πληρώτριας τράπεζας στο σώμα έκαστης επιταγής. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, από κοινού, κατ' εξακολούθηση, να τους αναγνωριστεί, όμως, το ελαφρυντικό του ότι στις άνω πράξεις τους κινήθηκαν από αίτια μη ταπεινά (άρθρο 84 παρ. 2β Π.Κ.), το οποίο ήδη έχει αναγνωριστεί πρωτοδίκως με την με αριθμό 4082/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, καθόσον η μη αναγνώριση του, αποτελεί κατ' άρθρο 470 Κ.Π.Δ. χειροτέρευση της θέσης αυτών". Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, από κοινού και κατ'εξακολούθηση και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών σε καθένα, ποινή της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τριετία. Με βάση αυτά που αναπτύχθηκαν στην οικεία πιο πάνω νομική σκέψη, την επισκόπηση των ενδίκων επιταγών και τις άνω παραδοχές του δικαστηρίου επί των αυτοτελών ισχυρισμών και επί της ουσίας της υποθέσεως, προκύπτει ότι τις εν λόγω δέκα τραπεζικές επιταγές, εκδοθείσες από κοινού από τους κατηγορουμένους, ως νομίμους εκπροσώπους της εταιρείας " ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΒΕΕ", σε διαταγή της εταιρείας "ΘΡΑΚΗ ΑΕ", η τελευταία εταιρία ως λήπτρια, τις μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην εγκαλούσα ΑΤΕ, η οποία ασκώντας το δικαίωμα εισπράξεώς τους με βάση το ενέχυρο στο όνομά της, τις παρέδωσε στην πληρώτρια ως άνω τράπεζα προς είσπραξη μόνο και κατάθεση τον ποσών σε τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό της, πλην αυτές εμφανισθείσες εμπρόθεσμα εντός του νομίμου οκταημέρου από της εκδόσεως εκάστης, σφραγίστηκαν και δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο εμφάνισης. Συνεπώς νόμιμη κομίστρια των εν λόγω ακαλύπτων επιταγών και δικαιούχος των εξ αυτών απορρεόντων δικαιωμάτων, ως ενεχυρούχος δανείστρια, είναι η εγκαλούσα εταιρία ΑΤΕ και όχι η πληρώτρια τράπεζα "EUROBANK ΑΕ ", η οποία, ενεργούσε ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, ήταν επιφορτισμένη μόνο με την είσπραξη των παραδοθεισών σε αυτή επιταγών και την εν συνεχεία πίστωση του εισπραχθησομένου ποσού στον σε αυτή τηρούμενο λογαριασμό της εγκαλούσας. Επομένως σε υποβολή της εγκλήσεως νομιμοποιείτο να προβεί η ζημιωθείσα εγκαλούσα κομίστρια τράπεζα ΑΤΕ και όχι η " EUROBANK ΑΕ". Εντεύθεν ο πιο πάνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση και για υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο έκρινε και καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υπήρχε η απαιτούμενη κατά νόμο νόμιμη έγκληση, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με βάση τις παραπάνω παρατεθείσες παραδοχές, τόσο στο αιτιολογικό που απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, όσο και στο κύριο επί της ουσίας αιτιολογικό του, το δικαστήριο επί της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω, στη νομική σκέψη, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 98 του ΠΚ και 79 παρ.1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972, που εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει ότι η ΑΤΕ, ήταν η νόμιμη κομίστρια των επιταγών κατά το χρόνο εμφανίσεως προς πληρωμή και δικαιούχος κατά νόμο σε έγκληση, ζημιωθείσα κατά τα ποσά των επιταγών αυτών που ουδέποτε εισέπραξε, αναφέρει σε διαταγή τίνος εκδόθηκαν από τους κατηγορουμένους οι επιταγές, πώς απέκτησε την ιδιότητα του κομιστή η εγκαλούσα τράπεζα, αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν από κοινού, τις άνω δέκα επιταγές, με διπλή υπογραφή τους κάτω από την εταιρική επωνυμία της εταιρείας "ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΒΕΕ", της οποίας ήσαν νόμιμοι εκπρόσωποι, ενώ γνώριζαν ότι η άνω εκδότρια εταιρεία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής τους και δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Άρα και οι συναφείς δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως και ο πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-1-2007 αίτηση αναιρέσεως και τον από 5-9-2008 πρόσθετο λόγο αυτής, των Χ1 και Χ2 κατά της με αριθμό 52/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακαλύπτων επιταγών. 1) Η εγκαλούσα ΑΤΕ είχε το δικαίωμα εγκλήσεως γιατί ήταν τελευταία από οπισθογράφηση κομίστρια των ακάλυπτων επιταγών και δη κομίστρια δικαιούχος προς είσπραξη, ως ενεχυρούχος δανείστρια και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΟλΑΠ 23, 24/2007, ΑΠ 119/08, 822, 1249, 1254, 1620/07). 2) Η έγκληση της παθούσας ΑΤΕ, ως ανώνυμης εταιρείας, από το Διευθυντή του κεντρικού της καταστήματος, κατά τα άρθρα 18, 22 του Ν. 2190/1920 και το καταστατικό της, είναι νόμιμη, γιατί ενεργεί ο εν λόγω ως υποκατάστατος του ΔΣ της ΑΕ, ως όργανο εκπροσώπησης της εταιρείας και με βάση πρόβλεψη του καταστατικού, όχι ως τρίτος εντολοδόχος του ΔΣ και επομένως δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως του ΔΣ και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ της ΑΤΕ. Άρα είναι νόμιμη και νομότυπα έγινε υπό του άνω Διευθυντού η υποβολή εγκλήσεως ως και η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής της ΑΤΕ στο ποινικό δικαστήριο και απορριπτέοι οι λόγοι αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου (ΑΠ 1460/07). 3) Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο για τη συνδρομή του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, όσο και για την απόρριψη από το Δικαστήριο των ως παραπάνω υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2450/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της 2593/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 329/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής ή διενέργειας πραγματογνωμοσύνης. Επίσης, ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και το αίτημα για την αναγνώριση κάποιας από τις ενδεικτικώς στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ αναφερόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του κατέθεσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, μετά από προφορική ανάπτυξη, το παρακάτω γραπτό αίτημα αναβολής και τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπό του, εκτός άλλων και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ : "Α. Όπως αναμφισβήτητα προκύπτει από την σχηματισθείσα σε βάρος μου δικογραφία, βάσει της οποίας εξεδόθη σε βάρος μου η υπ' αριθμ. 2174/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθήνας, η έφεση κατά της οποίας συζητείται ενώπιον Υμών κατά την σημερινή δικάσιμο, ήδη κατά το στάδιο της ανακρίσεως, αλλά και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και με τους λόγους εφέσεώς μου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, υποβλήθηκε νομίμως και προσηκόντως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο μου το αίτημά μου περί ποιοτικού προσδιορισμού της ευρεθείσας στην κατοχή μου ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, από την πρώτη στιγμή ισχυρίζομαι ότι η ατυχής εμπλοκή μου στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι αποτέλεσμα υποκινούμενων ενεργειών έτερων αδικημάτων, οι οποίοι επιθυμώντας να αποσείσουν τις ευθύνες σε βάρος τους και να τύχουν των ευεργετικών διατάξεων του Νόμου Περί Ναρκωτικών, με ενέπλεξαν στην συγκεκριμένη υπόθεση αδίκως, με αποτέλεσμα να είμαι το θύμα και όχι ο θύτης όλων όσων μου αποδίδονται. Επειδή αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί ζωτικής σημασίας για εμέ το να κατορθώσω να αποδείξω τους ανωτέρω αληθείς ισχυρισμούς μου περί της υποκινούμενης εμπλοκής του ονοματός μου στην συγκεκριμένη υπόθεση, ήδη από το στάδιο της ανακρίσεως αιτούμαι τον ακριβή προσδιορισμό της περιεκτικότητας της καθαρής ποσότητας ηρωΐνης στην ευρεθείσα στην κατοχή μου ποσότητα που κατασχέθηκε, καθώς από την επίσημη έκθεση εξετάσεως δείγματος αυτής από το Γενικό Χημείο του Κράτους δεν προσδιορίζεται επακριβώς το είδος και η ποσότητα της μπεζ σκόνης στην οποία ανιχνεύθηκε ηρωΐνη. Επειδή βάσει της ως άνω αναφερόμενης έκθεσης εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους με αριθμό πρωτ/λου ..... της 11ης/06/2004, η ναρκωτική ποσότητα που ευρέθη στην κατοχή μου ήταν "σκόνη σε συσσωματώματα μπεζ χρώματος, βάρος δείγματος συνολικό μικτό 5127 γραμμ.", επομένως δεν ήταν καθαρή ηρωΐνη. Επειδή αν αποδειχθεί ότι βάσει ποιοτικού προσδιορισμού η καθαρή ηρωΐνη ήταν ελάχιστη σε σχέση με το σύνολο της ποσότητας της κατασχεθείσας ουσίας, αυτομάτως θα αναδειχθεί περίτρανα ο ισχυρισμός μου ότι οι συγκεκριμένες ποσότητες παραδόθησαν εις εμέ με σκοπό και μόνο να με ενοχοποιήσουν για τόσο απαξιωτικές πράξεις όπως αυτές που μου αποδόθησαν και για τις οποίες μου επεβλήθη πρωτοδίκως η δυσβάσταχτη ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Επειδή, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η καθαρή ποσότητα ηρωΐνης ήταν μικρή - ελάχιστα μόνο γραμμάρια - σε σχέση με το σύνολο της αμφιβόλου ποιότητας μπεζ ουσίας. Επειδή, σε περίπτωση που δεν ληφθεί υπόψη το ανωτέρω αίτημά μου ουσιαστικά θα απολέσω τον πιο βασικό υπερασπιστικό ισχυρισμό μου κατά σαφή παράβαση του άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ζητώ όπως αναβάλλεται την εκδίκαση της συγκεκριμένης υποθέσεως προκειμένου να δώσετε αρμοδίως εντολή στην αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους για τον ποιοτικό προσδιορισμό της ποσότητας της ναρκωτικής ουσίας δείγματος που υπάρχει διαθέσιμο προς αποκάλυψη της πραγματικής αλήθειας. Β. ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΟ ΤΟΥ άρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ. Σε κάθε περίπτωση συντρέχει στο πρόσωπό μου και το ελαφρυτνικό του άρθρ. 84, παρ. 2α, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου, καθώς όπως προκύπτει και από το δελτίο εγκληματικότητάς μου το οποίο και εμπεριέχεται στην παρούσα δικογραφία πριν την συγκεκριμένη εμπλοκή μου δεν ήμουν ούτε καν σεσημασμένος και ουδέποτε απασχόλησα τις Αστυνομικές και Δικαστικές για απαξιωτικές πράξεις, καθώς διαβιούσα καθ' όλα νόμιμα διάγοντας ευυπόληπτο βίο και απολαμβάνοντας κοινωνική και επαγγελματική αναγνώριση. Μέχρι την εμπλοκή μου στην συγκεκριμένη υπόθεση έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή. Αυτό δε αποδεικνύεται τόσο από το Δελτίο Ποινικού Μητρώου μου, αλλά και από το πλήθος των επισυναπτόμενων σχετικών μου εγγράφων και δη τα ως άνω αναφερόμενα ένσημά μου". Ακολούθως, το Δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα παρακάτω: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Τον Απρίλιο του 2004 είχαν περιέλθει στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές πληροφορίες ότι στη λεωφόρο ..... κάποιο άτομο με το όνομα "Α" που κυκλοφορεί με αυτοκίνητο μάρκας, SEAT IBIZA, διακινεί ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Μετά από παρακολούθηση διαπιστώθηκε, στις 12/5/2004 και περί ώρα 23.30' ένα αυτοκίνητο με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά και με αριθμ. κυκλοφορίας ....., σταμάτησε στον παράδρομο της λεωφόρου ..... στο ύψος του Αστυνομικού δίπλα, από ένα κόκκινο αυτοκίνητο και όταν οι αστυνομικές δυνάμεις επιχείρησαν να ακινητοποιήσουν τα δύο οχήματα ο οδηγός του κόκκινου αυτοκινήτου, τα στοιχεία του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν κάνοντας όπισθεν απομακρύνθηκε με μεγάλη ταχύτητα, με κίνδυνο να συγκρουσθεί με το αστυνομικό όχημα, ενώ ο οδηγός του SEAT IBIZA που ήταν ο κατηγορούμενος εγκλωβίσθηκε και δεν κατάφερε να διαφύγει. Σε έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ανευρέθηκαν: 1) 500 γραμμάρια ηρωΐνη (πακέτο) τοποθετημένα στο κάθισμα του συνοδηγού, 2) επτά (7) πακέτα ηρωΐνης συνολικού βάρους 3.500 γραμμ. και 3) 522 γραμμ. ηρωΐνης στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου του. Επίσης βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου δυό (2) κινητά τηλέφωνα μάρκας SAMSUNG και NOKIA και το χρηματικό ποσό των 1027 ευρώ. Στη συνέχεια (13/5/2004) σε αποθήκη της επί της οδού ..... πολυκατοικίας, όπου διαμένει ο κατηγορούμενος με την οικογένειά του, βρέθηκε, καθ' υπόδειξή του, συνολική ποσότητα 1.084 γραμμαρίων ηρωΐνης, συσκευασμένη σε δύο πακέτα από νάϋλον ταινία και μία ηλεκτρονική ζυγαριά μάρκας SOEHNLE με ενδείξεις από ο έως 2000 γραμμάρια. Ο κατηγορούμενος ουδεμία πειστική εξήγηση έδωσε για την κατοχή της συνολικής ποσότητας των 5.132,2 γραμμαρίων ηρωΐνης, όσα δε ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος φύλασσε απλώς τα ναρκωτικά, τα οποία του είχε δώσει προς τούτο κάποιος Αλβανός με το όνομα "Β", ο οποίος του έδινε εντολή πότε και πού θα παραδώσει συγκεκριμένες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, χωρίς ο ίδιος να λαμβάνει χρήματα ή άλλα ανταλλάγματα εκβιάζοντας του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα κάνουν κακό στην οικογένειά του, δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής, αφού δεν ανέφερε συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι συγκεκριμένο πρόσωπο προέβαινε στις ως άνω πράξεις τις οποίες ο ίδιος αποδίδει στον "Β" και ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος εξαιτίας του οποίου ο ίδιος ενέδιδε στους "εκβιασμούς" του "Β". Οσα περαιτέρω διατείνεται ο κατηγορούμενος ότι ο "Β ο Αλβανός", ο οποίος του έκανε παρέα στο περίπτερο του πατέρα του, όπου εργαζόταν, που είχε δώσει προς φύλαξη ένα σακ-βουαγιάζ, χωρίς να του πει τι περιέχει μέσα, το οποίο όταν το μετέφερε στο σπίτι του διαπίστωσε ότι περιέχει 10 κιλά χασίς και το πέταξε στα σκουπίδια και ότι στη συνέχεια, άλλος "Β" Αλβανός από τις φυλακές Κορυδαλλού, του είπε ότι πρέπει να "πληρώσει" τα 10 κιλά χασίς που πέταξε, με τη φύλαξη άλλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών δεν κρίνονται πειστικά και αποτελούν υστερογενή υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου προς δικαιολόγηση της κατοχής της μεγάλης ως άνω ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, η οποία δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το τελευταίο δίμηνο πριν από τη σύλληψή του, στην Αθήνα, πούλησε σε άγνωστα πρόσωπα, άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (ηρωϊνης) αυτές άγνωστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος οπωσδήποτε όμως αντί του ποσού των 1027 ευρώ, το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του κατά την ώρα την σύλληψής του. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ετήσιες αποδοχής του κατηγορουμένου ως μισθωτού, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό της εφορίας για το έτος 2004, ανέρχονταν στο ποσό των 5.407,70 ευρώ. Η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο απασχόλησή του στο περίπτερο του πατέρα του δεν αποδείχθηκε, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα που είχε μαζί του κατά το χρόνο της σύλληψής του αποτελούσαν εισπράξεις του περιπτέρου. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος α) αγόρασε τις ποσότητες ηρωΐνης που βρέθηκαν στην κατοχή του αντί συγκεκριμένου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος και β) τέλεσε τις ως άνω πράξεις (κατοχής & πώλησης ναρκωτικών ουσιών) κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Μόνη η κατοχή ζυγαριά και δύο κινητών από τον κατηγορούμενο, ο οποίος μέχρι η σύλληψή του, δεν είχε εμπλακεί σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών ουσιών και γενικώς δεν είχε επιδείξει παραβατική συμπεριφορά σχετιζόμενη με ναρκωτικά δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι τέλεσε τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού από κανένα άλλο στοιχείο δεν προκύπτει ότι είχε διαμορφώσει σχετική υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ως άνω πράξεων. Γεγονός που συνηγορεί στη μη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των ως άνω πράξεων από τον κατηγορούμενο αποτελεί το ότι ο τελευταίος δεν λάμβανε στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης που προσιδιάζουν σε κατ' επάγγελμα και συνήθεια δράττει, κατά τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, αφού μετακινείτο με το αυτοκίνητό του, έχοντας μάλιστα τοποθετήσει, στη θέση του συνοδηγού 500 γραμμάρια ηρωΐνης και σε αποθήκη της οικίας του 1.084 γραμμάρια ηρωΐνης, την οποία υπέδειξε στις αστυνομικές αρχές όταν συνελήφθη. Περαιτέρω το αίτημα του κατηγορουμένου για ποιοτικό προσδιορισμό της ποσότητας των ουσιών που βρέθηκε στην κατοχή του από το Γενικό Χημείο του Κράτους θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, καθόσον από την εξέταση που έγινε από το ΓΧΚ στη "σκόνη" που βρέθηκε στην κατοχή του, "ανιχνεύθηκε ηρωΐνη". Τούτο αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των αδικημάτων της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών χωρίς να απαιτείται από το νόμο ο ποιοτικός προσδιορισμός ως στοιχείο αυτής (αντικειμενική υπόσταση), ούτε επιδρά στο ύψος της επιβλητέας ποινής (Ολ. ΑΠ 1276/1993, ΝοΒ 42,235). Συνεπώς ο κατηγορούμενος θα πρέπει, Α) να κηρυχθεί αθώος της πράξης της αγοράς 5.132,2 γραμμ. ηρωΐνης, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε το τελευταίο εξάμηνο πριν από τη σύλληψή του και Β) να κηρυχθεί ένοχος του ότι με πρόθεση με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, χωρίς να έχει αποκτήσει την εξής της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, β1) της κατοχής απαγορευμένης από το νόμο ναρκωτικής ουσίας (ηρωΐνη), κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης άγνωστη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών οπωσδήποτε όμως κατείχε, στις 12/5/2004, 4.052,2 γραμ. ηρωΐνης με σκοπό την εμπορία και στις 13/5/2004, 1.084 γραμμ. ηρωΐνης με σκοπό την εμπορία και συνολικά κατείχε με τον ως άνω σκοπό ποσότητα 5.132,2 γραμμαρίων ηρωΐνης και β2) της πώλησης απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών (ηρωΐνης), κατά το τελευταίο δίμηνο πριν από τη σύλληψή του (12/5/2004), σε ημερομηνίες που δεν διακριβώθηκαν πώλησε σε άγνωστα πρόσωπα άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (ηρωΐνης), αντί άγνωστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος κάθε φορά, οπωσδήποτε όμως αντί του ποσού των 1.027 ευρώ. Εξάλλου το αίτημα του κατηγορουμένου να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ'και ε'του Π.Κ. θα πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου δεν συντρέχουν κατ' ουσίαν. Συγκεκριμένα από την όλη δράση του κατηγορουμένου δύο (2) τουλάχιστον μήνες πριν από τη σύλληψή του, δεν προκύπτει ότι έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογεινειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2α'Π.Κ.). Επιπλέον, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, ο τελευταίος με την 46216/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών κρίθηκε ένοχος, για παράβαση του νόμου 2170/1993 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 20 ημερών που μετατράπηκε. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια ο κατηγορούμενος, ούτε επιδίωξε να αρκεί να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, καθόσον δεν κατονόμασε τα πρόσωπα τα οποία τον προμήθευαν με ναρκωτικές ουσίες, αλλά με γενικόλογες αναφορές περί "Β" (Αλβανών) προσπάθησε να συσκοτίσει τις έρευνες. Μόνο το γεγονός ότι υπέδειξε (στις 13/5/2004) στις αστυνομικές αρχές την ποσότητα των 1084 γραμμαρίων ηρωΐνης που είχε στην κατοχή του και μέσα στην αποθήκη της οικίας του, όπου διέμενε με τους γονείς του, δεν αρκεί κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου για να θεωρηθεί ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια (άρθρο 84 παρ. 2 δ'Π.Κ.). Τέλος, δεν συντρέχει κατ' ουσίαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε'του Π.Κ. της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, καθόσον από τη σύλληψή του (12/5/2004) και εντεύθεν κρατείται στις φυλακές (αρχικά προσωρινά και στη συνέχεια με βάση την εκκαλούμενη απόφαση). Η καλή διαγωγή του κατηγορουμένου και η συμμόρφωσή του στους κανονισμούς υπηρεσίας στις φυλακές δεν αρκεί, αφού η διαγωγή αυτή δεν αναφέρεται στη συμπεριφορά του στην κοινωνία, σε πλήρη ελευθερία δράσης (Α.Π. 1474/2002 Π.Χρ.ΝΓ', 523)". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να επανεξετασθεί ποιοτικά από το Γενικό Χημείο του Κράτους η κατασχεθείσα ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, όπως και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α, δ και ε του ΠΚ, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο κατοχής και πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας ηρωϊνης και του επέβαλε ποινή καθείρξεως 17 ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που ισχύει, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται ο λόγος για τον οποίο δεν συντρέχει ανάγκη αναβολής και διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης από το Γενικό Χημείο του Κράτους για τον ποιοτικό προσδιορισμό της κατασχεθείσας στην κατοχή του κατηγορουμένου ποσότητας 5.132,2 γραμ. ηρωϊνης, ως εκ του ότι από την ίδια αναγνωσθείσα έκθεση εξετάσεως της άνω ουσίας από το Γενικό Χημείο του Κράτους, βεβαιώνεται ότι ανευρέθη η ναρκωτική ουσία ηρωϊνη, ενώ με εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι αυτός δεν ήταν κάτοχος και απλώς ενέδιδε σε εκβιασμό τρίτου δράστη και ότι τρίτοι δράστες τον παγίδευσαν για να αποσείσουν τις δικές τους ευθύνες, περιστατικά που επικαλείται και συνδέει ο αναιρεσείων με τον ισχυρισμό ότι στην κατασχεθείσα ναρκωτική ουσία υπάρχει πολλή σκόνη και β) επαρκώς και ειδικώς αιτιολογημένα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δε συνέτρεχε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, έλλειψη ακροάσεως και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ως εκ της απορρίψεως των εν λόγω αιτημάτων αυτού, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Άρα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-2-2008 Αίτηση - Δήλωση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 2593/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών. 1) Β΄ Λόγος. Έλλειψη ακροάσεως άρθρο 510 παρ.1Β΄, Δ΄ ΚΠΔ, διότι το Δικαστήριο χωρίς ειδική αιτιολογία απέρριψε αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή και διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης από ΓΧΚ, για τον ποιοτικό προσδιορισμό της ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, ηρωίνης, που βρέθηκε σε σκόνη στην κατοχή του, προς επίρρωση υπερασπιστικού ισχυρισμού του ότι δεν ήταν κάτοχος και τον παγίδευσαν έτεροι δράστες για να αποσείσουν τις δικές τους ευθύνες. Απορρίπτει ουσία αβάσιμο, γιατί αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα αυτό το Δικαστήριο. 2) Α΄ Λόγος - α΄ σκέλος - άρθρο 510 παρ.1Δ΄ του ΚΠΔ, για χωρίς ειδική αιτιολογία απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για αναγνώριση σε αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος (ΑΠ 809/2008). Απορρίπτει.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη, Ακροάσεως έλλειψη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2452/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 2439/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1850/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.10 ν. 2408/96, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση, ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. "Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β',δ' ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δε συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠοινΔ, δε χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει αντίθετα όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων που τηρείται και καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 232 παρ.2 του ΚΠοινΔ.(ΑΠ1125/2008,617/2006). Στην προκειμένη υπόθεση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό για πλημμεληματική απάτη, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως, μετά την εμφάνιση του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του και ενόψει του ότι επρόκειτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και να εξεταστεί ως μάρτυρας, ο εγκαλών ... υπήκοος ήτοι πρόσωπο που δε γνώριζε την ελληνική γλώσσα, όπως δήλωσε, το Δικαστήριο και όχι ο διευθύνων τη συζήτηση, διόρισε ως διερμηνέα, "όπως τα άρθρα 233,234 του ΚΠοινΔ ορίζουν", την ευρισκόμενη στο ακροατήριο Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μαρίνα Φίλου, η οποία δήλωσε ότι γνωρίζει τη Γερμανική γλώσσα και ορκίστηκε στο Ιερό ευαγγέλιο κατά το άρθρο 236 ΚΠοινΔ, κ.λ.π. Η διάταξη αυτή του Δικαστηρίου, για τον διορισμό διερμηνέα κατά το άρθρο 233 του ΚΠοινΔ, όπως ρητά ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο (20-6-2007) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στον οποίον και πράγματι προκύπτει ότι ήταν εγγεγραμμένη η πιο πάνω διερμηνέας. Επομένως, αφού η διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και δίχως να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δε δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό από το σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει το λόγο προηγουμένως στους διαδίκους, πράγμα που ήταν υποχρεωμένος να κάνει, κατά τα προεκτεθέντα, μόνον στην περίπτωση διορισμού διερμηνέα εκτός πίνακα. Το γεγονός δε ότι ο διορισμός της παραπάνω διερμηνέως έγινε εκ περισσού από το Δικαστήριο και όχι από μόνο τον αρμόδιο προς τούτο διευθύνοντα τη συζήτηση Δικαστή, δεν παραλλάσσει τα παραπάνω και ουδεμία ακυρότητα επιφέρει. Άρα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ενώ, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του δευτέρου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, απαιτείται η προξενηθείσα ζημία να είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πράγμα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως, πλην όμως, η κρίση του αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως, μελλοντικής εκπληρώσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτούμενων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε, ότι κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε στον εγκαλούντα ..., ως φερέγγυος εργολάβος οικοδομών, που διαθέτει εμπειρία και γνώσει στην ανέγερση οικοδομών και αφού ανέφερε σ' αυτόν ότι είχε τη δυνατότητα να κατασκευάσει και εν συνεχεία να του μεταβιβάσει μία εξοχική κατοικία, κειμένη στην περιοχή ..., εμβαδού 100 τ.μ., έπεισε τον τελευταίο, παραπλανώντας τον κατά τούτο, και του απέσπασε ως προκαταβολή το ποσό των 39.619,5 ευρώ, το οποίο αυτός, με αντίστοιχη ιδιαίτερα μεγάλη τούτου (εγκαλούντος), προσπορίσθηκε. Το ανωτέρω όμως γεγονός, δηλαδή της δυνατότητας του να προβεί στην κατασκευή και μεταβίβαση της οικίας, ήταν ψευδές και ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχε επίγνωση της αναληθείας αυτού, αφού ο κατηγορούμενος ουδέποτε προέβη στην κατασκευή και μεταβίβαση της εξοχικής κατοικίας στον εγκαλούντα, ο οποίος, εάν γνώριζε την πραγματικότητα, δηλαδή την αδυναμία του κατηγορουμένου να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης αγοραπωλησίας και τη πληρωμή σ' αυτόν του παραπάνω χρηματικού ποσού που κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως προκαταβολή. Επομένως εφόσον στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της απάτης που του αποδίδεται πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στα ... κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2001, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προκάλεσε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα εμφανίσθηκε στο εγκαλούντα ..., ως φερέγγυος εργολάβος οικοδομών, που διαθέτει εμπειρία και γνώσει στην ανέγερση οικοδομών, και αφού ανέφερε σ' αυτόν ότι είχε τη δυνατότητα να κατασκευάσει και εν συνεχεία να του μεταβιβάσει μία εξοχική κατοικία, κειμένη στην περιοχή ..., εμβαδού 100 τ.μ., έπεισε τον τελευταίο, παραπλανώντας τον κατά τούτο, και του απέσπασε ως προκαταβολή το ποσό των 39.619,5 ευρώ, το οποίο αυτός, με αντίστοιχη ιδιαίτερα μεγάλη τούτου ζημία (εγκαλούντος) προσπορίσθηκε. Το ανωτέρω όμως γεγονός, της δυνατότητας του δηλαδή να προβεί στην κατασκευή και μεταβίβαση της οικίας, ήταν ψευδές και ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχε επίγνωση της αναληθείας, ενώ ο εγκαλών, εάν γνώριζε την πραγματικότητα, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης αγοραπωλησίας". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, επέβαλε στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο, ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της απάτης με προκληθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27,386 παρ.1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ, δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω είναι απορριπτέες ως αβάσιμες οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) ότι στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι μάρτυρες κατηγορίας, όχι όμως και η μη αναφερόμενη και δοθείσα στο ακροατήριο κατάθεση του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος, διότι η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας), ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεσή του. Πράγματι, από το αιτιολογικό της αποφάσεως, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη της και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τον οποία μάλιστα αναφέρει και ως μάρτυρα κατηγορίας. β) ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, ενώ δεν εξετάστηκαν τέτοιοι μάρτυρες στο ακροατήριο, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι στο αιτιολογικό πράγματι αναφέρεται ότι το Δικαστήριο συνεκτιμά τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και υπερασπίσεως, που όμως δεν εξετάστηκαν, πλην τούτο οφείλεται σε προφανή παραδρομή, λόγω μη διαγραφής της αντίστοιχης φράσεως από το χρησιμοποιούμενο οικείο έντυπο πρακτικών, γ) ότι το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, διότι κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, το αιτιολογικό αλληλοσυμπληρώνονται με το διατακτικό και όταν το διατακτικό περιέχει με πληρότητα και αναλυτικά όλα τα αναγκαία στοιχεία της πράξεως, η αντιγραφή αυτού στο αιτιολογικό, δε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, προσδιορίζονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως το ψευδές γεγονός, της δήθεν δυνατότητας του κατηγορουμένου να προβεί στην κατασκευή οικίας εμβαδού 100 τ.μ. στα ... και να προβεί στη μεταβίβαση αυτής στον εγκαλούντα, ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτής, ο δε εγκαλών εάν γνώριζε την αδυναμία του κατηγορουμένου να προβεί στα παραπάνω, δε θα προέβαινε στην κατάρτιση της ενοχικής συμβάσεως αγοραπωλησίας και την πληρωμή στον κατηγορούμενο ποσού 39.619,50 ευρώ, ως προκαταβολής, ποσό που επί αντίστοιχη ζημία του, προσπορίστηκε ο κατηγορούμενος και είναι ιδιαίτερα μεγάλο, ως και ότι ο κατηγορούμενος, εμφανισθείς στον εγκαλούντα αλλοδαπό ως φερέγγυος εργολάβος οικοδομών, που διαθέτει εμπειρία και γνώση στην ανέγερση οικοδομών, πράγμα ψευδές, παραπλάνησε τον εγκαλούντα, έχοντας εξ υπαρχής ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την αναληφθείσα ως άνω υπόσχεσή του να ανεγείρει οικοδομή και να την μεταβιβάσει μετά στον εγκαλούντα. Ήτοι δεν υπάρχει καμία ασάφεια ούτε αντίφαση ή λογικό κενό στο αιτιολογικό και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-10-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμ. 2439/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη. Πρώτος λόγος: Απόλυτη ακυρότητα. Άρθρα 138,171 παρ.1β,δ, 139, 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ διότι διορίστηκε διερμηνέας για τον αλλοδαπό μάρτυρα - πολιτικώς ενάγοντα, από το δικαστήριο και όχι από τον διευθύνοντα, κατ’ άρθρο 233 ΚΠΔ, προσώπου εκτός του ειδικού πίνακα, χωρίς να αιτιολογηθεί ειδικά η εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση ανάγκης διορισμού εκτός πίνακα και γιατί δε δόθηκε προηγούμενα ο λόγος στον εισαγγελέα και τον κατηγορούμενο, για να εκφράσουν τη γνώμη τους (ΑΠ 1000/05, 1406/03). Απορρίπτεται ο λόγος αυτός, διότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο διόρισε διερμηνέα του μάρτυρος τη δικηγόρο Μ.Φ. «όπως τα άρθρα 233, 234 του ΚΠΔ ορίζουν», άρα συνεπάγεται ότι διόρισε διερμηνέα, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα, πρόσωπο από τον καταρτισθέντα αρμοδίως κατά το άρθρο 233 παρ.2 ΚΠΔ από το Συμβούλιο Πλημ/κων Θεσ/κης και τηρούμενο στο δικαστήριο πίνακα διερμηνέων, από δε τον ισχύοντα κατά το χρόνο ορισμού (20-6-2007), πίνακα διερμηνέων, που καταρτίστηκε με το με αριθμ. 1133/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Θεσ/κης για το δικαστικό έτος 2007, προκύπτει ότι η εν λόγω διορισθείσα διερμηνέας περιλαμβάνεται σε αυτόν. Άρα, αφού η διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, το δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό, ούτε και είχε υποχρέωση να δώσει το λόγο προηγουμένως στον εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ενώ δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, η διάταξη του διευθύνοντος όταν διορίζει διερμηνέα από τον οικείο πίνακα διερμηνέων. Επίσης, ουδεμία ακυρότητα επέρχεται, από το γεγονός, ότι εκ περισσού στο διορισμό προέβη το δικαστήριο και όχι μόνος, όπως είχε δικαίωμα ο διευθύνων τη συζήτηση. Δεύτερος λόγος: Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για την ενοχή, τυπική αιτιολογία με αντιγραφή διατακτικού (άρθρο 510 παρ.1Δ΄ ΚΠΔ). Ουσία αβάσιμος. Η αντιγραφή στο σκεπτικό του διατακτικού, στο οποίο περιέχονται αναλυτικά όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αδίκημα, δε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 22/2008). Τρίτος λόγος: Το δικαστήριο, α) έλαβε υπόψη του καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, ενώ δεν εξετάστηκε κανείς υπερασπίσεως. Απορρίπτεται λόγω παραδρομής προφανούς, β) αναγράφει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, όχι όμως ειδικά και του πολιτικώς ενάγοντος. Απορρίπτεται διότι στους μάρτυρες περιλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων, που δε συνιστά η κατάθεσή του ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Όχι απόλυτη ακυρότητα, ούτε λόγος ελλιπούς αιτιολογίας. Αβάσιμος (ΑΠ 13/2008). γ) Ασάφειες - Αντιφάσεις, ως προς το γεγονός, αν συντελέστηκε ή επρόκειτο να συντελεσθεί η αγοραπωλησία. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Πολιτική αγωγή, Διερμηνέα διορισμός.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2449/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημήτραινα, περί αναιρέσεως της 3663/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "SANYOCOM AEBE", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1259/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 17 κεφ. Β' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), όπως αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3327/2005, σε όσα Πρωτοδικεία και Εφετεία υπηρετούν περισσότεροι από δεκαπέντε (15) δικαστές και στις εισαγγελίες τους, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο καταρτίζει πίνακα με τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών... και με βάση τους πίνακες αυτούς γίνεται κλήρωση των συνθέσεων.. τακτικών και αναπληρωματικών δικαστικών ....... και κληρώνονται οι πρόεδροι και συμπάρεδροι (παρ. 3,4,5). Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5 για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά. ( παρ.7). Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως (παρ. 10). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης (στο οποίο προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε δικαστών) συγκροτείται από την προεδρία του Προέδρου Πλημμελειοδικών και των δύο Πλημμελειοδικών, ως μελών, που έχουν κληρωθεί, και με τη συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και ότι η αναπλήρωση αυτών γίνεται από τους κληρωθέντες αναπληρωματικούς, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση ότι εκείνοι που μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν ή αναπληρωματικοί των κληρωθέντων τακτικών αλλ' ούτε και ο λόγος της αναπληρώσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (υπό στοιχ. 1Α λόγος) προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, η σύνθεση του Δικαστηρίου δεν είναι νόμιμη και δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ.1 α και 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ, διότι παρά την δημοσιευθείσα υπηρεσία των δικαστών του δικαστηρίου του οποίου οι συνθέσεις καταρτίζονται με κλήρωση και τη ρητή πρόβλεψη σχετικώς με τους αναπληρωτές κατά σειρά αρχαιότητας, στη σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου συμμετείχε ως μέλος, όπως στην απόφαση αναγράφεται, " η Πλημ/κης Μαρία Κουκουδέα στη θέση της κληρωθείσας Πλημ/κη Αικατερίνης Πατσιαρά, λόγω προαγωγής της τελευταίας", χωρίς να γίνεται ρητή μνεία για το ότι η αντικατάσταση αυτή έγινε από αναπληρωματικό δικαστή, που ορίστηκε κατά την άνω διαδικασία των κληρώσεων και που πράγματι είχε κληρωθεί. Ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, εκτός του ότι δεν υπάρχει υποχρέωση κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, να αναγράφεται στην απόφαση, σε σχέση με τον αναπληρωματικό σύνεδρο ότι προέρχεται από τον πίνακα και ότι είχε κληρωθεί εκείνη την ημέρα ως αναπληρωτής και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, σε κάθε δε περίπτωση, δεν προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως του δικάσαντος Δικαστηρίου ότι πρότεινε η αναιρεσείουσα οποιαδήποτε ακυρότητα πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ούτε επικαλείται ότι προβλήθηκε τέτοια ένσταση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ 2, 333 και 369 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι ο διευθύνων τη συζήτηση πρέπει να δίνει αυτεπαγγέλτως το λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, και αν ακόμη δεν ζητήθηκε από αυτούς, και μάλιστα έτσι ώστε αυτός να έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει ο τελευταίος, διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, λαμβανόμενη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο , σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 περ. δ του ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους, όταν αυτοί το ζητήσουν για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, δεν είναι υποχρεωμένο εξ επαγγέλματος, στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, που ζήτησε και έλαβε το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, να δώσει και πάλι το λόγο, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δε ζήτησε να λάβει εκ νέου το λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο(Β. σκέλος) της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί, ενώ η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, δια του συνηγόρου της, είχε υποβάλει στο Δικαστήριο αυτοτελή ισχυρισμό εξάλειψης του αξιοποίνου, λόγω μη υποβολής νομότυπης και εμπρόθεσμης έγκλησης, η διευθύνουσα τη συζήτηση, αφού έδωσε το λόγο στο Εισαγγελέα και στο συνήγορο πολιτικής αγωγής, στη συνέχεια απέρριψε τον ισχυρισμό του, χωρίς να δώσει και πάλι το λόγο τελευταία στο συνήγορο υπερασπίσεως, για να αντικρούσει την απορριπτική εισαγγελική πρόταση. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ή ο συνήγορός της είχαν ζητήσει από την διευθύνουσα να λάβουν εκ νέου το λόγο, μετά το λόγο του εισαγγελέα και της πολιτικής αγωγής και πριν από την απαγγελία της απορριπτικής του αυτοτελούς ισχυρισμού της παρεμπίπτουσας αποφάσεως και επομένως η διευθύνουσα τη δίκη δεν είχε υποχρέωση να δώσει εκ νέου το λόγο στο συνήγορο της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, (Γ' σκέλος), η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ακόμη ότι υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, εκ του ότι στο αιτιολογικό αναφέρεται και το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα στο σκεπτικό της αποφάσεώς του διαλαμβανόμενα, από τα αποδεικτικά μέσα, εκτός άλλων, και "από την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο κλπ ", ενώ, κατά την αποδεικτική διαδικασία, εξετάστηκε η πολιτικώς ενάγουσα και μόνον ένας μάρτυρας κατηγορίας και όχι περισσότεροι". Από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πράγματι εξετάσθηκε η πολιτικώς ενάγουσα και μόνον ένας μάρτυρας κατηγορίας και στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι το Δικαστήριο συνεκτιμά τις μαρτυρίες "των μαρτύρων κατηγορίες που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο", τούτο όμως και δη η χρήση του πληθυντικού αριθμού, είναι προφανές ότι οφείλεται σε παραδρομή από τη χρήση σχετικού εντύπου και ουδεμία αντίφαση δημιουργείται εκ τούτου. Επομένως και ο σχετικός ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ. Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 3663/2007 απόφαση του δικάσαντος κατ'έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, η οποία έχει ανασταλεί για τρία (3) χρόνια, για έκδοση κατ'εξακολούθηση 11 ακάλυπτων επιταγών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την περί ενοχής πρόταση του Εισαγγελέως της έδρας και την αγόρευση του συνηγόρου της πολιτικής αγωγής, προέβαλε τον παρακάτω αυτοτελή περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμό: "Ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ΘεσσαλονίκηςΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΑΝΗΣ (ο οποίος αναπτύχθηκε προφορικά και δόθηκε γραπτά προς καταχώρηση στα πρακτικά) Της Χ, 20.3.2007 Ι. Η μεταχρονολογημένη επιταγή Είναι γνωστό ότι η μεταχρονολόγηση της επιταγής επιτρέπει να λειτουργήσει η τελευταία ως όργανο πίστεως και, όπως έχει προσφυώς επισημανθεί, όταν λειτουργεί ως όργανο (: μέσο) πίστης, κάποτε στο ποσό της συνυπολογίζεται υπέρογκος - συνήθως τοκογλυφικώς - τόκος. Στο χώρο της θεωρίας του ποινικού δικαίου, μάλιστα, υποστηρίχθηκε ότι η μεταχρονολογημένο επιταγή, με την αλλοιωμένη τούτη λειτουργία της (: από μέσο πληρωμής σε μέσο πίστης), είναι το εργαλείο δουλειάς των τοκογλύφων, εξοπλισμένο παράταιρα με βαρειά ποινική κύρωση και ότι, σε τελευταία ανάλυση η ενδεχόμενη αποποινικοποίηση της θα έπρεπε για το λόγο αυτό να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής συζήτησης. Η εκτροπή τούτη από την κατά προορισμό λειτουργία της ως οργάνου πληρωμής με τα προβλήματα που τη συνοδεύουν, καθώς και η συχνότητα εμφάνισης του φαινομένου αυτού στην πράξη προσδιορίζουν και την ανάγκη ιδιαίτερης μνείας στο ειδικότερο αυτό θέμα. Είναι επίσης γνωστό ότι ο λήπτης μεταχρονολογημένης επιταγής, στο χρόνο που μεσολαβεί από την πραγματική έκδοση μέχρι την αναγραφόμενη ως ημερομηνία έκδοσης, αφενός γνωρίζει την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (: αν ο εκδότης είχε χρήματα δεν θα έδινε μεταχρονολογημένη επιταγή) και αφετέρου, μετά από στάθμιση των συμφερόντων του, συμφώνησε στη διαχείριση της περιουσίας του με τον τρόπο αυτό (: θα εισπράξει τα χρήματα του μέσα σε οκτώ ημέρες από την ημερομηνία εκείνη που αναγράφεται ως ημερομηνία έκδοσης). Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και η μη πληρωμή της σε χρόνο μεταγενέστερο της πραγματικής έκδοσης, αλλά προγενέστερο της αναγραφόμενης ως τέτοιας, είναι μεν από την πλευρά του εμπορικού δικαίου νοητή και έχει νομικό έρεισμα (: πληρωτέα εν όψει - κατά την ημέρα εμφανίσεως), ωστόσο, από την πλευρά του ποινικού δικαίου δεν καταφάσκεται στην πράξη του εκδότη τελικό άδικο αναφορικά με το στοιχείο της έλλειψης αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων (: παράλειψη δημιουργίας τους), ακριβώς διότι ο λήπτης εξαρχής συναίνεσε στην έλλειψη τους σε τέτοιο (: προγενέστερο της αναγραφόμενης ημερομηνίας) χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή. Κατά συνέπεια και η πλάνη του εκδότη ως προς τη συναίνεση του λήπτη είναι πλάνη νομική. Το αν η νομική αυτή πλάνη θα είναι ή όχι συγγνωστή είναι κάτι που δεν μπορεί να κριθεί εκ των προτέρων, ούτε αφηρημένα, αλλά μόνο στο χρόνο που τελέστηκε η πράξη με βάση τις δυνατότητες του δράστη τη στιγμή εκείνη και μοντέλο σύγκρισης το "μέσο άνθρωπο" τοποθετημένο στον ίδιο χρόνο και στις ίδιες συνθήκες. Συμπερασματικά πάντως μπορεί να ειπωθεί ότι η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι στην πραγματικότητα μία περίπτωση έκδοσης επιταγής από το δράστη σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Η διαφοροποίηση που υπάρχει εδώ σε σχέση με την αντίστοιχη βασική αντικειμενική υπόσταση είναι ότι η έκδοση της επιταγής καθίσταται πλήρης (: με την έννοια όχι απλά και μόνο της κατάρτισης, αλλά και της κυκλοφορίας του τίτλου) στη μελλοντική ημερομηνία (μεταχρονολογημένη), η οποία, με βάση τη συμφωνία εκδότη-λήπτη, αναγράφεται στην επιταγή. Με άλλα λόγια η κατάρτιση του τίτλου μπορεί να πραγματοποιήθηκε στο παρελθόν (: ημερομηνία πραγματικής έκδοσης), όμως η πραγματική κυκλοφορία της επιταγής στον εξωτερικό κόσμο συμφωνείται μεταξύ εκδότη και λήπτη ότι θα πραγματοποιηθεί στο μέλλον (: ημερομηνία που αναγράφεται στην επιταγή), οπότε και η έκδοση μιας τέτοιας επιταγής θα γίνει πλήρης στην ημερομηνία που συμφωνήθηκε να αναγραφεί στην επιταγή. Εύλογα, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του εκδότη να αποτρέψει το αποτέλεσμα της μη πληρωμής της (: με τη δημιουργία αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων) αρχίζει από το σημείο που η έκδοση της επιταγής γίνεται με την παραπάνω έννοια πλήρης, δηλαδή από την ημερομηνία που αναγράφεται σε τούτη ως ημερομηνία έκδοσης της και όχι από την πραγματική ημερομηνία έκδοσης της και διαρκεί οκτώ ημέρες. ΙΙ. Οι συγκεκριμένες επιταγές με την υπ' αριθμ. 23442/06 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκα για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών όπως ειδικότερα από απόψεως τόπου, χρόνου και λοιπών περιστάσεων αναφέρεται στο διατακτικό της εκκαλουμένης. Ολες οι επίδικες επιταγές, δηλαδή και οι 11, εκδόθηκαν από εμένα πραγματικά την 25-4-2001 και σφραγίστηκαν αυθημερόν. Όπως, όμως, προκύπτει από τη σε βάρος μου υποβληθείσα μήνυση και όπως αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο και από τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως που αναγνώστηκαν και πρωτοδίκως και τα έντεκα φωτοαντίγραφα των επίδικων επιταγών, όλες οι παραπάνω επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες με αντίστοιχες φερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως: α) την 30 Απριλίου 2001 οι τρεις από αυτές (αριθμοί επιταγών ....., ..... και .....), β) την 15 Μαΐου 2001 η με αριθμό ....., γ) την 25 Μαΐου 2001 η με αριθμό ....., δ) την 30 Μαΐου 2001 η με αριθμό ....., ε) την 15 Ιουνίου 2001 η με αριθμό ....., στ) την 25 Ιουνίου 2001 η με αριθμό ....., ζ) την 30 Ιουνίου 2001 η με αριθμό ....., η) την 15 Ιουλίου 2001 η με αριθμό ..... και θ) την 31 Ιουλίου 2001 η με αριθμό ....., άπασες σε διαταγή SANYO COM A.E. από το έτος 1999 ήταν γνωστό στην εταιρία ότι κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως και των 11 επιταγών, δεν υπήρχαν δικά μου αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της Τράπεζας Εργασίας, επί του οποίου σύρονταν οι επιταγές. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος που η εγκαλούσα εταιρία μου πούλησε εμπορεύματα λαμβάνοντας μεταχρονολογημένες επιταγές και όχι επιταγές με αναγραφόμενη την πραγματική ημερομηνία εκδόσεως τους (: 25-4-2001). Ενόψει των ανωτέρω πίστευα δικαιολογημένα ότι υπάρχει συναίνεση του λήπτη της επιταγής, ως προς το χρόνο εμφάνισης και πληρωμής των επιταγών αυτών. Η πλάνη μου αυτή είναι νομική πλάνη και πρέπει να κριθεί συγγνωστή ενόψει του ότι στο χρόνο που αυτή τελέστηκε είχαν ήδη συνεργασία με τη SANYO COM A.E. από το έτος 1999 και μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα αποδείξει ότι ήμουν οικονομικά φερέγγυα επιδίωξα όμως με τις συγκεκριμένες επιταγές να αυξήσω το χρόνο πίστωσης μου, κάτι το οποίο έμπρακτα απέδειξε ότι αποδέχτηκε η εγκαλούσα, δίνοντας μου εμπορεύματα και παραλαμβάνοντας τις μεταχρονολογημένες αυτές επιταγές. Δηλαδή, έκανα μία πράξη την οποία θα έπραττε και ο μέσος συναλλασσόμενος έμπορος - υπό τις αυτές συνθήκες σειράς συναλλαγών στις οποίες μέχρι τότε ανταποκρίνεται με φερεγγυότητα - και για το λόγο αυτό πρέπει να κριθεί η σχετική πλάνη μου συγγνωστή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΖΗΤΩ Να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός μου. Να μην μου καταλογιστεί η συγκεκριμένη πράξη, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης κατ' άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ". Το δικαστήριο ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με το παρακάτω σκεπτικό: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη στη Θεσσαλονίκη στις 25-4-2001 εξέδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές μη πληρωθείσες από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως των επιταγών και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτών. Συγκεκριμένα εξέδωσε: 1) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 40.000.000 δραχμών, την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 30.000.000 δραχμών και την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτές χρόνο εκδόσεως την 30-4-2001, 2) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτήν χρόνο εκδόσεως 15-5-2001, 3) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 10.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτήν χρόνο εκδόσεως την 25-5-2001, 4) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτήν χρόνο εκδόσεως την 30-5-2001, 5) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτήν χρόνο εκδόσεως την 15-6-2001, 6) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 10.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτήν χρόνο εκδόσεως την 25-6-2001, 7) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτήν χρόνο εκδόσεως την 30-6-2001, 8) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 25.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτήν χρόνο εκδόσεως την 15-7-2001 και 9) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 25.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενο σ' αυτήν χρόνο εκδόσεως την 31-7-2001. Ολες οι άνω επιταγές εκδόθηκαν εις διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας SANYO COM. AE σε αντικατάσταση άλλων προγενέστερων επιταγών, που δεν είχαν πληρωθεί (βλ. κατάθεση μάρτυρος Α) και ήταν πληρωτέες από την Τράπεζα Εργασίας Α.Ε. (Υποκατάστημα Διοικητηρίου 18). Αυτές εμφανίστηκαν (όλες) προς πληρωμή από την εγκαλούσα στις 25-4-2001 και δεν πληρώθηκαν γιατί στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της κατηγορούμενης δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, γεγονός που γνώριζε αυτή κατά τον χρόνο εκδόσεως και της πληρωμής των επιταγών, όπως και η ίδια ομολογεί με την προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί συγγνωστής νομικής πλάνης, για τον οποίο θα γίνει λόγος αμέσως πιο κάτω. Αποδείχθηκε εξάλλου από την κατάθεση της μάρτυρος Α ότι η κατηγορουμένη ήταν πελάτισσα της εγκαλούσας εταιρίας από το έτος 1999 και μάλιστα από τους πιο καλούς πελάτες της, καθώς η επιχείρησή της ήταν εύρωστη και φερέγγυα και ποτέ προηγουμένως δεν υπήρξε πρόβλημα με την πληρωμή των επιταγών, ενώ η μη πληρωμή των προαναφερομένων οφείλεται σε οικονομική καταστροφή της, στην οποία συνετέλεσε και η μη είσπραξη εκ μέρους της (κατηγορουμένης) απαιτήσεών της από πελάτες της αλλοδαπής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσής της ή κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που δίνει την έννοια του δόλου, προκύπτει ότι για την πραγμάτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται: α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, β) μη πληρωμή αυτής από την πληρώτρια τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της προς πληρωμή, γ) έλλειψη πρόβλεψης (αντικρύσματος) κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής αυτής και δ) δόλος για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη πρόβλεψης. Η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και μεταχρονολογημένη, δηλαδή να φέρει ημερομηνία έκδοσης μεταγενέστερη από την πραγματική. Στην περίπτωση αυτή, κατά την αληθινή έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 79, 28 και 29 εδ. α'και δ' του ίδιου Ν. 5960/1933, το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από την πρώτη απ' αυτές ως άνω έγκλημα, συντελείται όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμή και δεν πληρωθεί ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής έκδοσης και την ημέρα κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία προς εμφάνιση, δηλαδή, κατ' άρθρο 56 του ν. 5960/1933, από την επόμενη της πραγματικής έκδοσης της επιταγής μέχρι και την όγδοη ημέρα από την επόμενη της ημέρας που αναγράφεται σε αυτήν ως ημέρα έκδοσής της (Ολ. ΑΠ 123/1981, Ολ. ΑΠ 46/1980). Αν κατά το χρόνο αυτό ο εκδότης της μεταχρονολογημένης επιταγής δεν έχει κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά το χρόνο αυτό τελεί το ανωτέρω έγκλημα (ΑΠ 1575/2005 ΠοινΛογ. 2005. 1401, ΑΠ 1328/2004 ΠοινΛογ. 2004.1603). Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 31 ΠΚ, "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε, λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία χαρακτηρίζει την πλάνη αυτή, όχι ως περίπτωση αποκλεισμού της υπαιτιότητας, όπως συμβαίνει επί της πραγματικής πλάνης, που αποκλείει το δόλο του πράττοντος, αλλά ως περίπτωση ανθρωπίνως μη φευκτής υπαιτιότητας, δηλαδή ως λόγο συγγνώμης του υπαιτίως πράξαντος, νομική συγγνωστή πλάνη υφίσταται, όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράτει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνος δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση αποκλείουσα το αξιόποινον. Κατά τη διάταξη αυτή επιβάλλεται, όπως, η πλάνη προς αποκλεισμόν του αξιοποίνου να είναι συγγνωστή. Είναι δε συγγνωστή η περί τούτου πλάνη, οσάκις ο δράστης όχι μόνον αγνοεί, αλλά και δεν ηδύνατο να γνωρίζει τον άδικο της πράξεως του χαρακτήρα, λαμβανομένων προς τούτο υπ' όψη των πνευματικών και επαγγελματικών ικανοτήτων του, προσέτι δε και της προσπάθειας, που κατέβαλε αυτός για να πληροφορηθεί περί του επιτρεπτού της πράξεώς του από ειδήμονες, πράγμα που συμβαίνει στην περίπτωση, κατά την οποία ο δράστης ευλόγως επίστευσε ότι εδικαιούτο να προβεί στην υπ' αυτού τελεσθείσα πράξη από εσφαλμένη αντίληψη ή ερμηνεία των εκτός κυρίως του ποινικού δικαίου διατάξεων, παρασυρθείς από συμβουλή νομικού στον οποίο προσέφυγε. Πλανάται δηλαδή ως προς τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του, αφού υπολαμβάνει πεπλανημένως, ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη του, την πλάνη του δε αυτή δεν μπορούσε να διαγνώσει, έστω και αν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή (ΑΠ 128/2006 ΠοινΧρ. 2006. 710, ΑΠ 763/1994 Νοβ. 1995.436). Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού, για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός (ΑΠ 975/2006, 831/2006 δημ. στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη δια του συνηγόρου της πρόβαλε, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και την περί ενοχής πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, καθώς και μετά την αγόρευση του συνηγόρου της πολιτικής αγωγής, Α.Ε. από το έτος 1999 ήταν γνωστό στην εταιρία ότι κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως και των 11 επιταγών, δεν υπήρχαν δικά μου αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της Τράπεζας Εργασίας, επί του οποίου σύρονταν οι επιταγές. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος που η εγκαλούσα εταιρία μου πούλησε εμπορεύματα λαμβάνοντας μεταχρονολογημένες επιταγές και όχι επιταγές της ίδιας ημέρας, δηλαδή με άλλες ημερομηνίες και όχι επιταγές με αναγραφόμενη την πραγματική ημερομηνία εκδόσεως τους (: 25-4-2001). Ενόψει των ανωτέρω πίστευα δικαιολογημένα ότι υπάρχει συναίνεση του λήπτη της επιταγής, ως προς το χρόνο εμφάνισης και πληρωμής των επιταγών αυτών. Η πλάνη μου αυτή είναι νομική πλάνη και πρέπει να κριθεί συγγνωστή ενόψει του ότι στο χρόνο που αυτή τελέστηκε είχα ήδη συνεργασία με τη SANYO COM A.E. από το έτος 1999 και μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα αποδείξει ότι ήμουν οικονομικά φερέγγυα επιδίωξα όμως με τις συγκεκριμένες επιταγές να αυξήσω το χρόνο πίστωσης μου, κάτι το οποίο έμπρακτα απέδειξε ότι αποδέχτηκε η εγκαλούσα, δίνοντας μου εμπορεύματα και παραλαμβάνοντας τις μεταχρονολογημένες αυτές επιταγές. Δηλαδή, έκανα μια πράξη την οποία θα έπραττε και ο μέσος συναλλασσόμενος έμπορος - υπό τις αυτές συνθήκες σειράς συναλλαγών στις οποίες μέχρι τότε ανταποκρίνεται με φερεγγυότητα - και για το λόγο αυτό πρέπει να κριθεί η σχετική πλάνη μου συγγνωστή". Ο ισχυρισμός αυτός κατ' αρχήν είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος από απόψεως χρόνου προβολής του, καθόσον για τη θεμελίωσή του επικαλείται η κατηγορουμένη, δια του συνηγόρου υπεράσπισής της, πραγματικά περιστατικά, που δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και της πολιτικής αγωγής, ώστε να τύχουν της δέουσας διερεύνησης κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Πλέον αυτού τα άνω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν την έννοια της νομικής συγγνωστής πλάνης, όπως η έννοια αυτής στη νομική σκέψη διαγράφεται, αφού δεν επικαλείται η κατηγορουμένη πλάνη συνισταμένη σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνος δικαίου, ούτε επικαλείται ότι όχι μόνον αγνοούσε, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της, ενόψει και των πνευματικών και επαγγελματικών ικανοτήτων της, στοιχεία που, ας σημειωθεί, δεν προσδιορίζει, αν και θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, ούτε επικαλείται ότι παρά την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή που κατέβαλε, δεν μπόρεσε να διαγνώσει την πλάνη της. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός της ως νομικά αβάσιμος και να κηρυχθεί αυτή ένοχη της πράξης για την οποία κατηγορείται, αναγνωριζομένου σ' αυτήν του ελαφρυντικού, ότι ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης της από αίτια μη ταπεινά (άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ)". Ομως, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης, δεν ήταν ορισμένος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, αφού δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν ειδικές συνθήκες συναφείς με την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, τη γνώση και την ικανότητά της, ώστε με τη στάθμιση και αυτών να σχηματίσει το Δικαστήριο πεποίθηση ότι, παρά την καταβολή της επιβαλλόμενης επιμέλειας δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς της. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στον εν λόγω αόριστο ισχυρισμό, παρά ταύτα, εκ περισσού διέλαβε στην απόφασή του το παραπάνω αιτιολογικό που περιέχει πλήρη και σαφή αιτιολογία και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό. Έτσι, τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με το συναφή δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, για αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού της περί συγγνωστής νομικής πλάνης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου, ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει η εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (Ολ.ΑΠ 5, 6/2006). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος όμως του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Τέλος, η υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μη δικαιούμενο σε αυτή (μη νόμιμο κομιστή), ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, για υπέρβαση εξουσίας, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, με βάση αυτή, απάγγειλε καταδίκη για το καταγγελλόμενο έγκλημα. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου τούτου της αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκυρη έγκληση, ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί την ένδικη επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ'εξακολούθηση, ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, δια του συνηγόρου της, αρνήθηκε τις κατηγορίες και πρόβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό, περί του ότι ο υποβαλών την εναντίον της έγκληση Ψ, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας εταιρείας "ΣANYO ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ Α.Ε.", κατέθεσε την εναντίον της έγκληση, όχι νομότυπα, ενεργήσας ως απλός πληρεξούσιος και εντολοδόχος του Δ.Σ. αυτής και όχι ως υποκατάστατος αυτού και ως όργανο εκπροσωπήσεως, ενώ στο προσκομισθέν πρακτικό του Δ.Σ. δεν υπάρχει ειδική εντολή σε αυτόν για υποβολή εγκλήσεως σε βάρος των κατηγορουμένων, στο δε προσαρτηθέν απόσπασμα του πρακτικού του Δ.Σ., ως πληρεξούσιο έγγραφο, δε βεβαιώνεται όπως έπρεπε και η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων μελών του ΔΣ της εγκαλούσας από δικηγόρο ή δημόσια αρχή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεώς του, στο αιτιολογικό, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρεπτά κατ' είδος αναφέρει τα παρακάτω, σε σχέση με τον προβληθέντα από την κατηγορουμένη, αυτοτελή ως άνω ισχυρισμό: "Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 15 του καταστατικού της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας SANYOCOM AEBE "το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί αποκλειστικά και μόνο εγγράφως, να αναθέτει με αποφάσεις του την άσκηση όλων ή μερικών εκ των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του (εκτός από αυτές που απαιτούν συλλογική ενέργεια), καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρίας, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης. Από της συστάσεως της εταιρίας (ΦΕΚ 772/1998) και μέχρι την 29-8-2006, έλαβαν χώρα διαδοχικά οκτώ τροποποιήσεις του καταστατικού, που όμως δεν έθιξαν το άρθρο 15, το οποίο ουδέποτε τροποποιήθηκε (βλ. την υπ' αριθμ. ..... βεβαίωση της Διεύθυνσης ΑΕ & ΕΜΠΟΡΙΟΥ της Νομαρχίας Αθηνών). Το Διοικητικό Συμβούλιο της εγκαλούσας εταιρίας με το υπ' αριθμ. ..... πρακτικό ανέθεσε στον Ψ (που δεν είναι μέλος του ΔΣ) την άσκηση της αρμοδιότητάς του για υποβολή εγκλήσεως σε βάρος της κατηγορουμένης για την πράξη για την οποία κατηγορείται, την οποία αυτός υπέβαλε την 7-5-2001 και προσαρτήθηκε σ' αυτήν (έγκληση) το άνω πρακτικό. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι ο Ψ ενήργησε κατά την υποβολή της έγκλησης ως υποκατάστατο όργανο της εγκαλούσας εταιρίας με βάση του άρθρου 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 κα το άρθρο 15 του καταστατικού της και επομένως δεν ήταν αναγκαία η επικύρωση του πρακτικού και η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου από αρμόδιο προς τούτο όργανο, ούτε ήταν αναγκαία η απόδειξη, κατά την υποβολή της έγκλησης, της ιδιότητας του Ψ ως υποκατάστατου οργάνου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, με την προσάρτηση στην έγκληση του καταστατικού της, εφόσον η ιδιότητα αυτή αμφισβητηθείσα, μπορούσε να αποδειχθεί και αποδείχθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα του βασίμου ή μη του άνω αναιρετικού λόγου, η ποινική δίωξη εναντίον της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών, των οποίων τελευταία κομίστρια ήταν η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " SANYO COM AEBE ", για λογαριασμό της οποίας άσκησε αρμοδίως την από 7-5-2001 έγκληση, ο Ψ, ο οποίος δεν είναι μεν μέλος του ΔΣ της εταιρείας, αλλά, με βάση ρητή πρόβλεψη του άρθρου 15 του αναγνωσθέντος καταστατικού αυτής, σύμφωνα με το οποίο το ΔΣ αυτής, μπορούσε να αναθέσει σε τρίτο, μη μέλος του ΔΣ, την εκπροσώπηση της εταιρείας, όπως έπραξε με το με αριθ. 44/30-4-2001 προσαρτηθέν στην έγκληση πρακτικό αυτού, με το οποίο και του ανέθεσε του εν λόγω τρίτου προσώπου, την υποβολή της συγκεκριμένης εγκλήσεως σε βάρος της κατηγορουμένης. Επομένως συνάγεται ότι ο Ψ, κατά την υποβολή της εγκλήσεως, ενήργησεν ως υποκατάστατο όργανο του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρείας και όχι ως απλούς εντολοδόχος αυτού και άρα δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, η επικύρωση του άνω πρακτικού του ΔΣ και η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ από δικηγόρο ή δημόσια αρχή, κατά τα άρθρα 42 παρ.1γ και 46 του ΚΠοινΔ. Το πιο πάνω Δικαστήριο επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη ως άνω αιτιολογία, ορθά απέρριψε τον περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, λόγω μη νομίμου και νομοτύπου υποβολής της άνω εγκλήσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ τελευταίος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν τούτων, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. 57/2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθ. 3663/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτων επιταγών. 1) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όχι κακή σύνθεση του δικαστηρίου, εκ του ότι δεν αναγράφεται ότι η Πλημμελειοδίκης που αναπλήρωσε την κωλυόμενη τακτική Πλημμελειοδίκη, ήταν αναπληρώτρια με κλήρωση, γιατί αυτό δεν είναι αναγκαίο κατά το νόμο. 2) Απορριπτέος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, για το λόγο του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο της αναιρεσείουσας τελευταία και πάλι, μετά την αγόρευση και την πρόταση του εισαγγελέως και του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, επί υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού νομικής πλάνης, που απορρίφθηκε, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο συνήγορος που υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό, δε ζήτησε και πάλι το λόγο να αγορεύσει, η δε διευθύνουσα τη δίκη αρνήθηκε να του τον δώσει, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένη να του δώσει το λόγο χωρίς αίτημα (ΑΠ 1337/2007, 1596/2005) 3) Απορριπτέος ο λόγος αναίρεσης ότι αναιτιολόγητα απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης, διότι ήταν αόριστος και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει σε αόριστο ισχυρισμό, παρά ταύτα με πλήρη και σαφή αιτιολογία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός αυτός (ΑΠ 1121/2007, 1678/2003, 2317/2003). 4) Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος υπέρβασης εξουσίας, για μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως, διότι ο υποβαλών Γ.Π. ήταν υποκατάστατος τρίτος κατ΄ εξουσιοδότηση του ΔΣ, βάσει καταστατικής πρόβλεψης και όχι απλός πληρεξούσιος και επομένως δεν ήταν αναγκαία η επικύρωση του πρακτικού και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ (ΑΠ 1460/2007).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία, Πλάνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2448/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βαρβάρα Κριτσωτάκη - Εισηγήτρια (η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιγνάτιο Παππά, περί αναιρέσεως της 644/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1141/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής του. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνου της άσκησης αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ` αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 644/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 3177/1997 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του ν. για επιταγές (άρθρ. 79 ν. 5960/1933) σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών. Από τη σχετική υπ` αριθ. 8/18-1-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ....., (.....), προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή ότι, "λόγω ανώτερης βίας που διήρκεσε από την επίδοση της απόφασης μέχρι την ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως, δεν μπόρεσε να ασκήσει τα επιτρεπόμενα κατ' αυτής ένδικα μέσα, καθόσον ως διαμένων μόνιμα στη ..... και στην παραπάνω διεύθυνση, ουδέποτε πληροφορήθηκε την άσκηση κατ' αυτού της συγκεκριμένης ποινικής δίωξης και ουδέποτε έλαβε γνώση τόσο της εκδίκασης της εν λόγω ποινικής του υπόθεσης κατά την 30-5-1997, όσο και της εκδοθείσας και προσβαλλόμενης παραπάνω απόφασης, δεδομένου ότι η κλήση και η προσβαλλόμενη απόφαση έχουν επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι εκείνος είχε την παραπάνω γνωστή διεύθυνση στη .....". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή του, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ` οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά πλειοψηφία τα εξής: "Όπως προκύπτει από την ανάγνωση της υπ' αριθμ. 8/18-1-2007 έκθεση εφέσεως κατά της παραπάνω απόφασης σε συνδυασμό με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ο εκκαλών προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης του, προέβαλε ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης η οποία επιδόθηκε μετά από άκαρπη αναζήτηση του, στην οδό ..... (εννοείται ο αριθμός ...) στην ....., διότι αυτός είχε γνωστή διαμονή στην ....., στην πόλη ..... . Όμως, από το από 24-6-1998 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ..... του Α.Τ. Καρδίτσας, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στον εγκαλούντα ως αγνώστου διαμονής, καθώς ο ως άνω αστυνομικός αναζήτησε αυτόν στην οδό ..... (εννοείται ο αριθμός ...) στην ....., τελευταία γνωστή στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση του από τη μηνυτήρια αναφορά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ", βάσει της οποίας διώκεται ποινικώς ο εκκαλών για την ως άνω αξιόποινη πράξη και διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών δεν βρίσκονταν εκεί και ότι είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Έτσι ο αστυνομικός, αφού βεβαίωσε το άγνωστο της διαμονής του εκκαλούντος, επέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ..... σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 156 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. Ο εκκαλών ούτε αναφέρει στην έφεση του ή στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ούτε αποδεικνύεται ότι είχε δηλώσει τη νέα του διεύθυνση στη ....., στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Επομένως η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής στις 24-6-1998 είναι έγκυρη και νόμιμη. Απορριπτέος είναι δε και ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης λόγω ανωτέρας βίας, διότι δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, αλλά ακυρότητα επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία (ακυρότητα) δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας. Εξάλλου και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η επίδοση σ' αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήταν γνωστής, συνιστά ανώτερη βία συνεπεία της οποίας δεν έλαβε γνώση της σε βάρος του άσκησης της ποινικής δίωξης και στη συνέχεια δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα έφεση κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, και πάλι η έφεση του είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ενώ από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι έλαβε γνώση τουλάχιστον στις 27-9-2006, ημέρα κατά την οποία άσκησε την υπ' αριθμ. 57/27-9-2006 αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας κατά της εκκαλούμενης η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 169/6-10-2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, στην υπ' αριθμ. 8/18-1-2007 έκθεση εφέσεως του δεν αναφέρει τους λόγους που τον εμπόδισαν να ασκήσει την έφεση μετά την απόρριψη της αίτησης ακυρώσεως διαδικασίας και τον εξανάγκασαν να την ασκήσει μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος τριών και πλέον μηνών, ήτοι στις 18-11-2007. Κατά συνέπεια η έφεση κατ' αυτής που ασκήθηκε μετά την παρέλευση των τριάντα (30) ημερών που τάσσεται με το άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., ήτοι στις 18-1-2007 είναι κατά την άποψη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου απορριπτέα ως εκπρόθεσμη, όπως απορριπτέοι είναι και οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του εκκαλούντα. Μετά δε την απόρριψη της υπό κρίση εφέσεως ως εκπρόθεσμης παρέλκει η έρευνα του αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντα περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος του, λόγω μη υποβολής έγκλησης". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας απόφασεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ` αυτήν εκτίθεται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο άσκησης της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του στη ..... και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στη ....., εκ περισσού δε εξετάστηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε επίσης εκ περισσού, και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής ανώτερης βίας. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Ποιν Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τα προβαλλόμενα με τον ίδιο λόγο, όπως εκτιμώνται, ότι η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν άκυρη, διότι αυτή έπρεπε να θυροκολληθεί στη "δηλωθείσα και γνωστή διεύθυνση του επί της οδού .....", κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 ΚΠοινΔ ανεξαρτήτως του ότι δεν προβλήθηκαν με την έφεση και επομένως δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το Τριμελές Πλημμελειδικείο Καρδίτσας, η προσβαλλόμενη απόφαση του οποίου ελέγχεται αναιρετικά για την ορθότητα της κρίσεώς της, ως προς την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, με βάση τα δια του εφετηρίου ως άνω προβληθέντα, είναι μη νόμιμα, διότι η θυροκόλληση του επιδοτέου εγγράφου δεν προβλέπεται σε κάθε περίπτωση μη ανευρέσεως του προς ον η επίδοση, συνοίκων του κ.λ.π. αλλά μόνον αν ο επιχειρών την επίδοση βεβαιώσει ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση είναι η κατοικία του εν λόγω προσώπου, ενώ στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ανωτέρω αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ....., ο εν λόγω αστυνομικός μετέβη κατά την 24-6-1998, για να επιδόσει στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα την 3177/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, στην επί της οδού ..... της ..... κατοικία του, στην ίδια δηλαδή, διεύθυνση που ισχυρίζεται αυτός ανωτέρω ως διεύθυνση της κατοικίας του κατά το χρόνο της εν λόγω επιδόσεως και "αφού δεν βρήκε αυτού ο οποίος είναι απών από τον τόπο της κατοικίας του και ήδη άγνωστης διαμονής" και περαιτέρω "αφού διαπίστωσε ύστερα από έρευνα ότι δεν υπάρχει στην κατοικία αυτή ή άλλου πρόσωπο σχετικό από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠοινΔ για να επιδώσει την απόφαση" επέδωσε την απόφαση αυτή στο Δήμαρχο ....., δηλαδή βεβαιώνεται αντιθέτως ότι στην οδό ..... δεν είχε κατοικία κατά τον ως άνω χρόνο ο αναιρεσείων. Εξάλλου, μετά την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω μη υποβολής εγκλήσεως και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέος είναι και ο λόγος αυτός. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση 644/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο πρέπει να διαλαμβάνεται ο χρόνος της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Αιτιολογημένη απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν άκυρη διότι έπρεπε να θυροκολληθεί στη δηλωθείσα διεύθυνση, ανεξαρτήτως του ότι δεν προβλήθηκε με την έφεση και δεν απετέλεσε αντικείμενο έρευνας από το Δικαστήριο, είναι μη νόμιμος, διότι η θυροκόλληση δεν προβλέπεται στην ένδικη περίπτωση, αφού ο επιχείρων την επίδοση βεβαίωσε ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση δεν ήταν η κατοικία του προς ον η επίδοση. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2446/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιγνάτιο Παππά, για αναίρεση της με αριθμό 643/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.134/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν.3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρεί-ται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 643/2007 απόφασή του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε, κατά πλειοψηφίαν, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 1699/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του ν. για επιταγές (αρθρ. 79 ν. 5960/1933) σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική 100.000 δραχμών. Από τη σχετική υπ' αριθ. 6/18-1-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος Γερμανίας, (.....), προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλει με αυτή ότι "λόγω ανώτερης βίας που διήρκεσε από την επίδοση της απόφασης μέχρι την ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως, δεν μπόρεσε να ασκήσει τα επιτρεπόμενα κατ' αυτής ένδικα μέσα, καθόσον, ως διαμένων μόνιμα στη Γερμανία και στην παραπάνω διεύθυνση, ουδέποτε πληροφορήθηκε την άσκηση κατ' αυτού της συγκεκριμένης ποινικής δίωξης και ουδέποτε έλαβε γνώση τόσο της εκδίκασης της εν λόγω ποινικής του υπόθεσης κατά την 23-5-1997, όσο και της εκδοθείσας και προσβαλλόμενης παραπάνω απόφασης, δεδομένου ότι η κλήση και η προσβαλλόμενη απόφαση έχουν επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι εκείνος είχε την παραπάνω γνωστή διεύθυνση στη Γερμανία". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεση του ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεση του, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ'οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά πλειοψηφίαν τα εξής: "Όπως προκύπτει από την ανάγνωση της υπ' αριθμ. 6/18-1-2007 έκθεση(ς) εφέσεως κατά της παραπάνω απόφασης σε συνδυασμό με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ο εκκαλών προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης του, προέβαλε ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης η οποία επιδόθηκε μετά από άκαρπη αναζήτησή του, στην οδό ..... (εννοείται ο αριθμός ...) στην ....., διότι αυτός είχε γνωστή διαμονή στην Γερμανία, στην πόλη ..... . (Όμως, από το από 18-2-1998 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ..... του Α.Τ. Καρδίτσας, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στον εγκαλούντα ως αγνώστου διαμονής, καθώς ο ως άνω αστυνομικός αναζήτησε αυτόν στην οδό ..... (εννοείται ο αριθμός ...) στην ....., τελευταία γνωστή στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή διεύθυνσή του από τη μηνυτήρια αναφορά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ", βάσει της οποίας διώκεται ποινικώς ο εκκαλών για την ως άνω αξιόποινη πράξη και διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών δεν βρίσκονταν εκεί και ότι είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Έτσι ο αστυνομικός, αφού βεβαίωσε το άγνωστο της διαμονής του εκκαλούντα επέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου Καρδίτσας σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 156 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. Ο εκκαλών ούτε αναφέρει στην έφεσή του ή στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ούτε αποδεικνύεται ότι είχε δηλώσει τη νέα του διεύθυνση στη Γερμανία, στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Επομένως η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής στις 18-2-1998 είναι έγκυρη και νόμιμη. Απορριπτέος είναι δε και ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης λόγω ανωτέρας βίας, διότι δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, αλλά ακυρότητα επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία (ακυρότητα) δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας. Εξάλλου και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η επίδοση σ' αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήταν γνωστής, συνιστά ανώτερη βία συνεπεία της οποίας δεν έλαβε γνώση της σε βάρος του άσκησης της ποινικής δίωξης και στη συνέχεια δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα έφεση κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, και πάλι η έφεσή του είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ενώ από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι έλαβε γνώση τουλάχιστον στις 27-9-2006, ημέρα κατά την οποία άσκησε την υπ' αριθμ. 58/27-9-2006 αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας κατά της εκκαλούμενης η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 170/6-10-2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, στην υπ' αριθμ. 6/18-1-2007 έκθεση εφέσεώς του δεν αναφέρει τους λόγους που τον εμπόδισαν να ασκήσει την έφεση μετά την απόρριψη της αίτησης ακυρώσεως διαδικασίας και τον εξανάγκασαν να την ασκήσει μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος τριών και πλέον μηνών, ήτοι στις 18-11-2007. Κατά συνέπεια η έφεση κατ' αυτής που ασκήθηκε μετά την παρέλευση των τριάντα (30) ημερών που τάσσεται με το άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., ήτοι στις 18-1-2007 είναι κατά την άποψη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου απορριπτέα ως εκπρόθεσμη, όπως απορριπτέοι είναι και οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του εκκαλούντα. Μετά δε την απόρριψη της υπό κρίση εφέσεως ως εκπρόθεσμης παρέλκει η έρευνα του αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντα περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος του, λόγω μη υποβολής έγκλησης". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας αποφάσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθεται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο άσκησης της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του στη Γερμανία και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στη Γερμανία, εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε, επίσης, εκ περισσού, και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής ανώτερης βίας. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.ΠοινΔ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τα προβαλλόμενα με τον ίδιο λόγο, όπως εκτιμώνται, ότι η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν άκυρη, διότι αυτή έπρεπε να θυροκολληθεί στη "δηλωθείσα και γνωστή διεύθυνσή του επί της οδού .....", κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 ΚΠοινΔ ανεξαρτήτως του ότι δεν προβλήθηκαν με την έφεση και επομένως δεν απετέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, η προσβαλλόμενη απόφαση του οποίου ελέγχεται αναιρετικά για την ορθότητα της κρίσεώς της, ως προς την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, με βάση τα δια του εφετηρίου ως άνω προβληθέντα, είναι μη νόμιμα, διότι η θυροκόλληση του επιδοτέου εγγράφου δεν προβλέπεται σε κάθε περίπτωση μη ανευρέσεως του προς όν η επίδοση, συνοίκων του κ.λ.π., αλλά μόνον αν ο επιχειρών την επίδοση βεβαιώσει ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση είναι η κατοικία του εν λόγω προσώπου, ενώ στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ανωτέρω αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ....., ο εν λόγω αστυνομικός μετέβη, κατά την 18.2.1998, για να επιδώσει στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα την 1699/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, στην επί της οδού ..... της ..... κατοικία του, στην ίδια, δηλαδή, διεύθυνση που ισχυρίζεται αυτός ανωτέρω ως διεύθυνση της κατοικίας του κατά το χρόνο της εν λόγω επιδόσεως και "αφού δεν βρήκε αυτόν ο οποίος είναι απών από τον τόπο της κατοικίας του και ήδη άγνωστης διαμονής" και περαιτέρω "αφού διαπίστωσε ύστερα από έρευνα ότι δεν υπάρχει στην κατοικία αυτή ή αλλού πρόσωπο σχετικό από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠοινΔ για να επιδώσει την απόφαση" επέδωσε την απόφαση αυτή στο Δήμαρχο Καρδίτσας, δηλαδή βεβαιώνεται, αντιθέτως, ότι στην οδό ..... δεν είχε κατοικία κατά τον άνω χρόνο ο αναιρεσείων. Εξάλλου, μετά την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω μη υποβολής εγκλήσεως και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέος είναι και ο λόγος αυτός. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 643/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο πρέπει να διαλαμβάνεται ο χρόνος της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Αιτιολογημένη απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν άκυρη διότι έπρεπε να θυροκολληθεί στη δηλωθείσα διεύθυνση, ανεξαρτήτως του ότι δεν προβλήθηκε με την έφεση και δεν απετέλεσε αντικείμενο έρευνας από το Δικαστήριο, είναι μη νόμιμος, διότι η θυροκόλληση δεν προβλέπεται στην ένδικη περίπτωση, αφού ο επιχείρων την επίδοση βεβαίωσε ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση δεν ήταν η κατοικία του προς ον η επίδοση. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2447/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιγνάτιο Παππά, περί αναιρέσεως της 642/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1140/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν.3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ` αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 642/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 1792/1997 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την παράβαση του ν. για επιταγές (άρθρ. 79 ν. 5960/1933) σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή 200.000 δραχμών. Από τη σχετική υπ` αριθ. 7/18-1-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ....., (.....), προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή ότι, "λόγω ανώτερης βίας που διήρκεσε από την επίδοση της απόφασης μέχρι την ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως, δεν μπόρεσε να ασκήσει τα επιτρεπόμενα κατ' αυτής ένδικα μέσα, καθόσον, ως διαμένων μόνιμα στη ..... και στην παραπάνω διεύθυνση, ουδέποτε πληροφορήθηκε την άσκηση κατ' αυτού της συγκεκριμένης ποινικής δίωξης και ουδέποτε έλαβε γνώση τόσο της εκδίκασης της εν λόγω ποινικής του υπόθεσης κατά την 30-5-1997, όσο και της εκδοθείσας και προσβαλλόμενης παραπάνω αποφάσεως, δεδομένου ότι η κλήση και η προσβαλλόμενη απόφαση έχουν επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι εκείνος είχε την παραπάνω γνωστή διεύθυνση στη .....". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή του, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ` οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά πλειοψηφία τα εξής: "Όπως προκύπτει από την ανάγνωση της υπ' αριθμ. 7/18-1-2007 έκθεση εφέσεως κατά της παραπάνω απόφασης σε συνδυασμό με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ο εκκαλών προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης του, προέβαλε ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης αποφάσεως η οποία επιδόθηκε μετά από άκαρπη αναζήτηση του, στην οδό ..... (εννοείται ο αριθμός ...) στην ....., διότι αυτός είχε γνωστή διαμονή στην ....., στην πόλη ..... . Όμως, από το από 22-9-1997 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ..... του Α.Τ. Καρδίτσας, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στον εγκαλούντα ως άγνωστης διαμονής, καθώς ο ως άνω αστυνομικός αναζήτησε αυτόν στην οδό ..... (εννοείται ο αριθμός ...) στην ....., τελευταία γνωστή στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση του από τη μηνυτήρια αναφορά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ", βάσει της οποίας διώκεται ποινικώς ο εκκαλών για την ως άνω αξιόποινη πράξη και διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών δεν βρίσκονταν εκεί και ότι είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Έτσι ο αστυνομικός, αφού βεβαίωσε το άγνωστο της διαμονής του εκκαλούντος, επέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ..... σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 156 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. Ο εκκαλών ούτε αναφέρει στην έφεση του ή στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ούτε αποδεικνύεται ότι είχε δηλώσει τη νέα του διεύθυνση στη ....., στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Επομένως η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης προς αυτόν ως άγνωστης διαμονής στις 22-9-1997 είναι έγκυρη και νόμιμη. Απορριπτέος είναι δε και ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης λόγω ανωτέρας βίας, διότι δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, αλλά ακυρότητα επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία (ακυρότητα) δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας. Εξάλλου και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η επίδοση σ' αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήταν γνωστής, συνιστά ανώτερη βία συνεπεία της οποίας δεν έλαβε γνώση της σε βάρος του άσκησης της ποινικής δίωξης και στη συνέχεια δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα έφεση κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, και πάλι η έφεση του είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ενώ από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι έλαβε γνώση τουλάχιστον στις 27-9-2006, ημέρα κατά την οποία άσκησε την υπ' αριθμ. 59/27-9-2006 αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας κατά της εκκαλούμενης η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 171/6-10-2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, στην υπ' αριθμ. 7/18-1-2007 έκθεση εφέσεώς του δεν αναφέρει τους λόγους που τον εμπόδισαν να ασκήσει την έφεση μετά την απόρριψη της αίτησης ακυρώσεως διαδικασίας και τον εξανάγκασαν να την ασκήσει μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος τριών και πλέον μηνών, ήτοι στις 18-11-2007. Κατά συνέπεια η έφεση κατ' αυτής που ασκήθηκε μετά την παρέλευση των τριάντα (30) ημερών που τάσσεται με το άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., ήτοι στις 18-1-2007 είναι κατά την άποψη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου απορριπτέα ως εκπρόθεσμη, όπως απορριπτέοι είναι και οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του εκκαλούντα. Μετά δε την απόρριψη της υπό κρίση εφέσεως ως εκπρόθεσμης παρέλκει η έρευνα του αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντα περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος του, λόγω μη υποβολής έγκλησης". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας αποφάσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ` αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο άσκησης της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του στη ..... και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στη ....., εκ περισσού δε εξετάστηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε επίσης εκ περισσού, και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής ανώτερης βίας. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Ποιν Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τα προβαλλόμενα με τον ίδιο λόγο, όπως εκτιμώνται, ότι η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν άκυρη, διότι αυτή έπρεπε να θυροκολληθεί στη "δηλωθείσα και γνωστή διεύθυνση του επί της οδού .....", κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 ΚΠοινΔ ανεξαρτήτως του ότι δεν προβλήθηκαν με την έφεση και επομένως δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το Τριμελές Πλημμελειδικείο Καρδίτσας, η προσβαλλόμενη απόφαση του οποίου ελέγχεται αναιρετικά για την ορθότητα της κρίσεώς της, ως προς την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, με βάση τα δια του εφετηρίου ως άνω προβληθέντα, είναι μη νόμιμα, διότι η θυροκόλληση του επιδοτέου εγγράφου δεν προβλέπεται σε κάθε περίπτωση μη ανευρέσεως του προς ον η επίδοση, συνοίκων του κ.λ.π. αλλά μόνον αν ο επιχειρών την επίδοση βεβαιώσει ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση είναι η κατοικία του εν λόγω προσώπου, ενώ στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ανωτέρω αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ....., ο εν λόγω αστυνομικός μετέβη κατά την 22-9-1997, για να επιδόσει στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα την 1799/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, στην επί της οδού ..... της ..... κατοικία του, στην ίδια δηλαδή, διεύθυνση που ισχυρίζεται αυτός ανωτέρω ως διεύθυνση της κατοικίας του κατά το χρόνο της εν λόγω επιδόσεως και "αφού δεν βρήκε αυτού ο οποίος είναι απών από τον τόπο της κατοικίας του και ήδη άγνωστης διαμονής" και περαιτέρω "αφού διαπίστωσε ύστερα από έρευνα ότι δεν υπάρχει στην κατοικία αυτή ή άλλου πρόσωπο σχετικό από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠοινΔ για να επιδώσει την απόφαση" επέδωσε την απόφαση αυτή στο Δήμαρχο ....., δηλαδή βεβαιώνεται αντιθέτως ότι στην οδό ..... δεν είχε κατοικία κατά τον ως άνω χρόνο ο αναιρεσείων. Εξάλλου, μετά την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω μη υποβολής εγκλήσεως και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέος είναι και ο λόγος αυτός. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 642/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο πρέπει να διαλαμβάνεται ο χρόνος της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Αιτιολογημένη απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν άκυρη διότι έπρεπε να θυροκολληθεί στη δηλωθείσα διεύθυνση, ανεξαρτήτως του ότι δεν προβλήθηκε με την έφεση και δεν απετέλεσε αντικείμενο έρευνας από το Δικαστήριο, είναι μη νόμιμος, διότι η θυροκόλληση δεν προβλέπεται στην ένδικη περίπτωση, αφού ο επιχείρων την επίδοση βεβαίωσε ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση δεν ήταν η κατοικία του προς ον η επίδοση. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2443/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργανά, περί αναιρέσεως της 851/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 944/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 333 παρ.1 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος ζητήσει και λάβει το λόγο για να υποβάλει αίτηση ή ένσταση για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται και μετά από αυτόν λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή άλλος διάδικος, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δεν υποχρεούται να δώσει εκ νέου το λόγο στον κατηγορούμενο, εκτός αν τον ζητήσει ο ίδιος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί, ενώ ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε υποβάλει δια του συνηγόρου του στο Δικαστήριο ένσταση παραγραφής του αδικήματος ,ο διευθύνων τη συζήτηση, αφού έδωσε το λόγο στο Eισαγγελέα και αυτός επιφυλάχθηκε να προτείνει, στη συνέχεια το Δικαστήριο, απέρριψε την ένστασή του, χωρίς ο διευθύνων τη συζήτηση, να δώσει και πάλι το λόγο στον Εισαγγελέα να προτείνει επί της ενστάσεως και στο συνήγορό του, για να αντικρούσει την απορριπτική εισαγγελική πρόταση. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο Eισαγγελέας της έδρας επιφυλάχθηκε μεν να προτείνει επί της άνω υποβληθείσας ενστάσεως παραγραφής, αργότερα όμως μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, του δόθηκε ο λόγος, όπως και στο συνήγορο υπερασπίσεως, ερωτηθέντες από τον διευθύνοντα, αν χρειάζονται κάποια διασάφηση ή συμπλήρωση και αυτοί απάντησαν αρνητικά, τέλος δε, ο εισαγγελέας λαβών και πάλι το λόγο, πρότεινε την αθώωση του κατηγορουμένου, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι εμμέσως και σιωπηρά πρότεινε την απόρριψη της άνω ενστάσεως παραγραφής και στη συνέχεια έλαβε το λόγο και αγόρευσε ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, απέρριψε την ένσταση παραγραφής ως ουσία αβάσιμη και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, χωρίς να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει να λάβει εκ νέου το λόγο ειδικά για να αναπτύξει την άνω ένστασή του, πράγμα βεβαίως που είχε τη δυνατότητα και προφανώς έπραξε, όταν του δόθηκε ως άνω ο λόγος, πριν από την απαγγελία της απορριπτικής του αιτήματός του αποφάσεως και την κήρυξη ως ενόχου του κατηγορουμένου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. H ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την προσβαλλόμενη 851/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, πλημμεληματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία από κοινού. Το Δικαστήριο όμως που εξέδωσε την απόφαση αυτή, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα με αριθ. ..... ,..... ΧΕΠ (χρηματικά εντάλματα πληρωμής) και το από 15-2-2001 έγγραφο της Σχολής Καλών Τεχνών, από τα οποία όμως, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα δύο πρώτα (ΧΕΠ),δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, το από 15-2-2001 όμως έγγραφο της Σχολής Καλών Τεχνών, το οποίο φέρει τον αριθμό ....., αναγνώσθηκε. Επίσης, από το αιτιολογικό της ιδίας αποφάσεως, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω δύο εγγράφων ενταλμάτων, ....., ....., προέκυπτεν από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα από το ως άνω αναγνωσθέν ..... έγγραφο της Σχολής Καλών Τεχνών, που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Δικαστήριο, με συνέπεια να αναφέρονται αυτά στο αιτιολογικό απλώς ιστορικά. Έτσι, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και ο σχετικός περί τούτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 περ.β του Π.Κ. υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α και 263α του ίδιου Κώδικα, έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη η οποία εκδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει τα χρήματα ή το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), και ότι έλαβε ή κατέχει τούτο υπό την υπαλληλική του ιδιότητα ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Όταν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας αυτού, διότι τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, επί συνδρομής της οποίας προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία και θεμελιώνουν την ύπαρξη ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που διώχθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα, για το οποίο και καταδικάστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να υπάρχει και όταν απορρίπτονται παραδεκτά υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι και προβληθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, το σε δεύτερο βαθμό δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθμ. 851/2008 αποφάσεώς του, δέχθηκε τα παρακάτω. "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορούμενων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου διαιτέρως μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, απεδείχθη, ότι ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα κατά το από 15-2-2001 έως 30-4-2001 χρονικό διάστημα, ως υπάλληλος παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα, τα οποία κατείχε λόγω αυτής της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ με την ιδιότητα του υπαλλήλου της Ν.Π.Δ.Δ. και συγκεκριμένα ως υπεύθυνος του Τμήματος προμηθειών και της εν γένει διαχείρισης διαδικασιών της έκδοσης των χρηματικών του σχετικού προπληρωμής (χ+π), της διαχείρισης των απαραιτήτων παραστατικών - δικαιολογητικών της διενεργηθείσας δαπάνης για την οριστική έγκριση της δαπάνης από το Ελεγκτικό Συνέδριο και την κατάθεση του τυχόν υπολοίπου χρηματικού ποσού του ΧΕΠ σε τραπεζικό λογαριασμό της ως άνω Σχολή, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως το συνολικό ποσό 6.680.800 δραχμών η 19.606.16 ευρώ, που αφορούν τη διαχείριση των υπ' αριθμ. ....., ....., και ..... ΧΕΠ (βλ. το από 15-2-07 έγγραφο της Σχολής Καλών Τεχνών) το οποίο δεν απέδωσε στη σχολή αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το εν λόγω ποσό για καμμία νόμιμη δαπάνη διετέθη. Το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η ένσταση παραγραφής που προβάλλει ο κατηγορούμενος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία, γιατί χρόνος τελέσεως της πράξεως που του αποδίδεται είναι το χρονικό διάστημα από 15-2-01 έως 30-4-01, που ο κατηγορούμενος εκδήλωσε πρόθεση ιδιοποιήσεως του προαναφερομένου ποσού, και έκτοτε μέχρι σήμερα δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα οκταετίας. Το αίτημα του κατηγορουμένου για χορήγηση ελαφρυντικών, προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρα 842α, ) είναι απορριπτέο ως αβάσιμο και αφού, όπως προκύπτει από το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου το οποίο αναγκάσθηκε αυτός έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθμ. 77779/01 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση 8 μηνών για παράβαση του Ν 1337/83 και με την 3791/05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση σε φυλάκιση 15 μηνών χορηγηθείσης αναστολής επί τριετία δεν αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Τέλος, το αίτημα του κατηγορουμένου να διατηρηθεί η χορηγηθείσα σ' αυτόν, με την 3791/3-3-65, τριετής αναστολή, πρέπει να απορριφθεί διότι το αδίκημα το οποίο δικάσθηκε (πλημμέλημα), εντός του χρόνου της αναστολής δεν είναι ελαφράς φύσεως (άρθρ. 258 β'ΠΚ). Ο δεύτερος κατηγορούμενος, δεν απεδείχθη ότι πράγματι ασκούσε διαχείριση ή ήταν πραγματικός υπόλογος". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε τον περί παραγραφής αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κήρυξε αυτόν ένοχο υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα φυλακίσεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.α, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 258 περ. β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ, δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ιδιαίτερα δε αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος και δη υπεύθυνος του τμήματος προμηθειών και της εν γένει διαχείρισης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, που είναι ΝΠΔΔ, ότι υπό την άνω ιδιότητά του περιήλθεν στην κατοχή του το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 6.680.800 δραχμών που ανήκε στο άνω ΝΠΔΔ, ποσό το οποίο δεν απέδωσε όπως όφειλε ως εκ της υπηρεσίας του, αλλά παρεκράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, με αποδειχθέντα χρόνο τελέσεως, όχι τον Δεκέμβριο του 1999 που διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά από 15-2-2001 έως 30-4-2001, που εκδήλωσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος την πρόθεσή του εμπράκτως για ιδιοποίηση του παραπάνω ποσού και έκτοτε μέχρι σήμερα δεν έχει παρέλθει οκταετία και το αδίκημα δεν έχει παραγραφεί. Επομένως ο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, οι δε αιτιάσεις ότι χρόνος τελέσεως είναι ο μήνας Δεκέμβριος 1999 και όχι το διάστημα από 15-2-2001 έως 30-4-2008, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 82 παρ.1,2,3,4 του ΠΚ, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, το δε κατώτατο ποσό μετατροπής και τα όρια του ποσού αυτού καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών και μπορεί να αυξομοιώνεται. Με την από 20-2-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικ/νης και Οικονομικών, με αρ. 134423 α /8-2-1992(ΦΕΚ Β 11-1993), η μετατροπή της κάθε ημέρας φυλακίσεως υπολογίζεται σε ποσό από 4,40 έως 59 ευρώ και δυνάμει της νέας κοινής Υ.Α. 585/Β 776/19-6-2006 από 28-6-2006 η μετατροπή υπολογίζεται για κάθε ημέρα φυλάκισης σε ποσό από 5 έως 59 ευρώ, δηλαδή το Δικαστήριο, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου καθορίζει, μέσα σε αυτό το πλαίσιο το ποσό της μετατροπής. Επομένως, αφού στην προκειμένη περίπτωση η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως των δύο ετών, μετατράπηκε από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το ισχύον κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του πλαίσιο, προς 5 ευρώ την ημέρα, όπως είχε μετατραπεί και στον πρώτο βαθμό, σύμφωνα με την αποδειχθείσα οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο σύννομα και με πλήρη αιτιολογία έκρινε και ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως, "για παράβαση του άρθρου 1 ΠΚ, διότι το Δικαστήριο μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως σε χρηματική προς 5 ευρώ την κάθε ημέρα , ενώ θα έπρεπε να την μετατρέψει προς 4,40 ευρώ, ποσό που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της με αριθ. 851/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Άρθρο 258 περ.β΄ ΠΚ. 1) Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί α) δε δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα που αρχικά επιφυλάχθηκε και μετά στο συνήγορο υπερασπίσεως, να ομιλήσουν επί υποβληθείσας ενστάσεως παραγραφής, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος, αλλά και διότι ο διευθύνων, δεν υποχρεούται να δώσει και πάλι το λόγο στο συνήγορο, μετά τον εισαγγελέα, αν δεν το ζητήσει (ΑΠ 1540/2007, 1596/ 2005). β) Δεν αναγνώσθηκαν κάποια έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη, διότι το περιεχόμενο των ληφθέντων υπόψη και μη αναγνωσθέντων εγγράφων, που ιστορικά αναφέρονται και μόνο στο σκεπτικό, προκύπτει από άλλο αναγνωσθέν έγγραφο (ΑΠ 13/08 και 109, 113, 118, 199/08 Συμβ.). 2) Έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτεται διότι υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής και για την ενοχή. 3.) Απορρίπτει λόγο αναιρέσεως ότι η ποινή φυλακίσεως μετατράπηκε προς 5 ευρώ αντί 4,40 που ανερχόταν κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος, ως αόριστο, άλλως ως αβάσιμο, διότι η κατ’ άρθρο 82 ΠΚ μετατροπή γίνεται με τον ισχύοντα κατά το χρόνο επιβολής και απότισης της ποινής νόμο, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 2 ΠΚ, περί ηπιότερου νόμου, ανεξάρτητα δε τούτου η κοινή υπουργική απόφαση καθορίζει πλαίσιο ποσού μετατροπής, από 4,40 έως 58,69 ευρώ και το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με βάση την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου, προσδιορίζει το συγκεκριμένο εκάστοτε ποσό της μετατροπής (Γνωμοδ. Εισ. ΑΠ 5/93 ΠΧ ΜΓ.1053).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2442/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, περί αναιρέσεως της 4555/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 22 Νοεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1075/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν, 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου, 3) εμπρόθεσμη εντός 8ημέρου από της εκδόσεως εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στο πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις και το σκοπό της διάταξης του ως άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή, ότι, επί έμμεσης αντιπροσώπευσης, δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρυσμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής εκ μέρους εντολοδόχου, αυτουργός του εγκλήματος είναι ο εντολοδόχος (αντιπρόσωπος), ο δε εντολέας (αντιπροσωπευόμενος) μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνος ως ηθικός αυτουργός ή ως συνεργός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Η επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το ίδιο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 4555/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, που δίκασε κατ'έφεση, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε φυλάκιση 18 μηνών, που μετετράπη σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα, για έκδοση δύο ακάλυπτων επιταγών, κατ'εξακολούθηση, τις οποίες εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος του καταναλωτικού πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ - CONSUM", αφού απορρίφθηκε ως αβάσιμος, ο δια του εκπροσωπούντος τον απόντα κατηγορούμενο συνηγόρου προβληθείς ισχυρισμός περί μερικής εξοφλήσεως του οφειλομένου ποσού των επιταγών, ως και το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης, για να προσκομίσει ο κατηγορούμενος, όπως αναφέρεται στα επισκοπούμενα πρακτικά, "τα απαραίτητα έγγραφα και την συμβολαιογραφική βεβαίωση που θα τεκμηριώσει τα λεχθέντα". Από τα ίδια επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης αυτής, προκύπτει ότι το Δικαστήριο στο αιτιολογικό του, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ενέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη συζήτηση της υπόθεσης, σημειωμένου ότι δεν υπάρχει απολογία του κατηγορούμενου λόγω της εκπροσώπησής του από συνηγόρους (βλ. ΑΠ 1245/2005 Ελλ. Δνη 2005-1591) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου (Προέδρου του Δ.Σ.) του καταναλωτικου πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ο ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ - CONSUM COOP" εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, ποσών 44.020,54 και 51.735,43 ευρώ, με ημερομηνίες εκδόσεως 22-1-2002 και 23-1-2002 αντίστοιχα, της Παγκρήτιας Συνεταιριστικής Τράπεζας, σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΠΤΙΜΑ Α.Ε.". Οι εν λόγω επιταγές εμφανίστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα από την εγκαλούσα εταιρία μέσα στη νόμιμη οκταήμερη προθεσμία, ήτοι στις 23-1-2002 από τον ....., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό αυτής, όπως προκύπτει από τα σώματα αυτών, όμως δεν πληρώθηκαν εξαιτίας ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια αυτών στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα, γνώριζε δε ο κατηγορούμενος την εν λόγω έλλειψη κατά το χρόνο εκδόσεως αλλά και πληρωμής αυτών (επιταγών). Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής ως προς τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί μερικής εξοφλήσεως των επιταγών και του αιτήματος αυτού περί αναβολής της δίκης για προσκόμιση συμβολαιογραφικού εγγράφου που θα αποδεικνύει τον ισχυρισμό του: Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 79 Ν. 5960/33, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. β του Ν. 2408/1006 "το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Ετσι και αληθής υποτιθέμενος ο εν λόγω ισχυρισμός του σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξάλειψη του αξιοποίνου και γι' αυτό το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα αναβολής της δίκης για την εν λόγω αιτία. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση) και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, με το ελαφρυντικό όμως του άρθρου 84/29 ΠΚ, διότι από τις ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ωθήθηκε στην τέλεση της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως από αίτια μη ταπεινά. Σημειώνεται ότι από την ανάγνωση στο ακροατήριο της εκκαλούμενης απόφασης προκύπτει ότι ο ως άνω Συνεταιρισμός έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμ. 7459/24-12-2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Ετσι, με βάση τους χρόνους τελέσεως της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως από τον κατηγορούμενο και του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως που κήρυξε την πτώχευση δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιρροή της τελευταίας στην τέλεση ή μη της αξιόποινης πράξης από τον κατηγορούμενο (βλ. ΑΠ 1180/2005 Ποιν. Χρ. 2006. 157), σημειουμένου ότι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν προβλήθηκε κάποιος αυτοτελής ισχυρισμός από πλευράς του κατηγορουμένου". Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο για το τελεσθέν αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, όσο και για την απόρριψη του υποβληθέντος ως άνω αιτήματος αναβολής της δίκης, ανεξάρτητα του ότι το αίτημα τούτο ήταν αόριστο, αφού δεν προσδιορίζοντο ποία συγκεκριμένα έγγραφα και ποία συμβολαιογραφική βεβαίωση κατείχεν ο κατηγορούμενος, που θα τεκμηρίωναν κατ' αυτόν τον ισχυρισμό περί μερικής εξοφλήσεως των επιταγών ως και το λόγο για τον οποίο δεν τα προσκόμισε κατά τη δίκη αυτή και εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως, της κρινόμενης αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω η πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν υποβληθεί και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, που παραδεκτά υπέβαλεν ο αναιρεσείων, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα διότι ο πιο πάνω καταναλωτικός πιστωτικός συνεταιρισμός για λογαριασμό του οποίου, ως εκπρόσωπός του, εξέδωσε τις εν λόγω δύο ακάλυπτες επιταγές, τελούσε σε κατάσταση πτωχεύσεως, δυνάμει της 7459/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με χρόνο παύσεως των πληρωμών του την 1-1-2001 και έτσι αδυνατούσε να εξοφλήσει τις επιταγές αυτές και κατ'ακολουθίαν η πράξη δεν θα έπρεπε να του καταλογισθεί, το δε αυτοτελή αυτό ισχυρισμό απέρριψε το Δικαστήριο. Όμως, από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος, δια του παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, δεν πρόβαλε ουδένα σχετικό με την πτώχευση του άνω συνεταιρισμού ισχυρισμό και τη νομική αδυναμία πληρωμών αυτού και το δικαστήριο δεν ήταν επομένως υποχρεωμένο να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν υποβλήθηκε σε αυτό και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, παρά ταύτα από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο, ενώ σημειώνει στο αιτιολογικό του ότι δεν έχει υποβληθεί σχετικός ισχυρισμός, αιτιολογεί επαρκώς και με σαφήνεια ότι " από την αναγνωσθείσα εκκαλούμενη απόφαση προκύπτει ότι ο εν λόγω συνεταιρισμός έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ'αριθ. 7459/24-12-2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, αλλά με βάση τους χρόνους τελέσεως της εν λόγω αξιόποίνου πράξεως από τον κατηγορούμενο (22, 23-1-2002) και το χρόνο δημοσιεύσεως της άνω αποφάσεως, δε μπορεί να γίνει λόγος για επιρροή της πτωχεύσεως στην τέλεση ή μη της αξιόποινης πράξης από τον κατηγορούμενο". Άρα και ο παραπάνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. 43/1-6-2006 αίτηση αναιρέσεως και τον από 22-1-2007 πρόσθετο λόγο αυτής κατά της με αριθ. 4555/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτων επιταγών. 1) Απορρίπτεται λόγος αναιρέσεως. Υπάρχει ειδική αιτιολογία και στην παρεμπίπτουσα απόφαση περί απορρίψεως υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης, καίτοι το αίτημα αυτό ήταν αόριστο και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει. 2) Απορρίπτεται ο πρόσθετος λόγος για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού πτώχευσης και εκ τούτου αδυναμίας εξοφλήσεως των ενδίκων επιταγών, διότι δεν είχε υποβληθεί τέτοιος ισχυρισμός, αλλά και παρά ταύτα το Δικαστήριο αιτιολογημένα έχει απορρίψει αυτόν (ΑΠ 1491/2008, ΑΠ 400/2004, 565, 950/2007).
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Τραπεζική επιταγή, Πρόσθετοι λόγοι.
2
Αριθμός 2441/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ανδρέου, περί αναιρέσεως της 105/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.10.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1979/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ.1α του ΠΚ που ορίζει ότι "Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", 310 παρ.1 του ίδιου Κώδικα που ορίζει ότι "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών" και 29 του ΠΚ που ορίζει ότι "Στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη", συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του τιμωρούμενου σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της βαριάς σωματικής βλάβης, η οποία σύμφωνα με την παράγρ.2 του άρθρου 310 ΠΚ υπάρχει ιδίως, αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του, απαιτείται: α) πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου β) δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του άλλου και γ) η πράξη να είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, το αποτέλεσμα δε αυτό να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα (άρθρ. 93 παρ.3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρ. 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις(αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Προκειμένου για το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης πρέπει επί πλέον για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως να αιτιολογείται και ο δόλος του δράστη, ήτοι ο σκοπός αυτού που κατευθύνεται στην παραγωγή της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του άλλου, ο οποίος μπορεί να είναι και ενδεχόμενος, που όμως πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς στην απόφαση, καθώς επίσης να αναφέρεται σε αυτή ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα που επήλθε, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου και να καθορίζεται ποιο είδος αμελείας (συνειδητής ή μη) συνέτρεξε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ ιδρύεται και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, περίπτωση της οποίας είναι και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής που συντρέχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών (μετ. Χαλκίδας), με την προσβαλλόμενη με αριθ. 105/2007 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω. "Από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν από τον πολιτικώς ενάγοντα, επισκοπήθηκαν από το Δικαστήριο, επιδείχθηκαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης και στους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων και από όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης σκύλου, ράτσας λυκόσκυλου. Το ότι είναι ο ιδιοκτήτης του σκύλου τούτου, καταθέτουν με σαφήνεια όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, αλλά και η σύζυγός του, που καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος διαμένει σε μονοκατοικία με κήπο στην περιοχή ....., ενώ ο παθών, Ψ, καθώς και οι λοιποί εξετασθέντες μάρτυρες, κατηγορίας και υπεράσπισης, κατοικούν σε γειτονικές μονοκατοικίες. Κατά την 21-2-2003, μεσημβρινή ώρα, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το IX αυτοκίνητό του, εξήλθε από την πόρτα του γκαράζ της μονοκατοικίας του, αφήνοντας, με πρόθεση, ανοικτή για λίγο την πόρτα αυτού, αφού στάθμευσε με αυτό στη ράμπα εξόδου και για άγνωστο λόγο σταμάτησε πάνω σ' αυτήν, αφήνοντας αναγκαστικά την πόρτα ανοικτή, χωρίς να φροντίσει να περιορίσει το σκύλο του, ώστε να μην εξέλθει. Από αυτήν, ξαφνικά, διέφυγε ο σκύλος του -λυκόσκυλο- που δεν ήταν δεμένος και άρχισε να περιφέρεται ελεύθερος, έξω από την ιδιοκτησία του, στο δρόμο. Εκείνη την ώρα διερχόταν πεζός ο Ψ, στον οποίο ο σκύλος επιτέθηκε με μεγάλη σφοδρότητα και του προκάλεσε δήγματα ΔΕ μηρού, ΔΕ αντιβραχίου και πολλαπλά δήγματα στην κοιλιακή χώρα, μήκους 0,5 έως 6 εκατοστών, (βλ. αναγνωσθείσα βεβαίωση ΓΕΝ Χαλκίδας). Ο κατηγορούμενος, παρότι γνώριζε ότι ο σκύλος του θα εξέλθει από την πόρτα του γκαράζ και θα κυκλοφορεί ελεύθερος, καθώς και ότι ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος διότι είχε προκαλέσει επανειλημμένως σωματικές βλάβες σε τρίτους, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, έτσι ώστε να μην μπορεί ο σκύλος του να κυκλοφορεί ελεύθερα και χωρίς επιτήρηση έξω από την ιδιοκτησία του, σε κοινόχρηστους γενικά χώρους, όπου διέρχονται αυτοκίνητα, πεζοί, ηλικιωμένοι και ανήλικοι, ούτε και φρόντισε, ενόψει της εξόδου του σκύλου του από την ιδιοκτησία του, να του προσαρμόσει φίμωτρο. Ο κατηγορούμενος, γνώριζε πολύ καλά, από προηγούμενα περιστατικά που είχε προκαλέσει ο σκύλος του και την συμπεριφορά του ζώου, ότι αφήνοντας ελεύθερο το σκύλο του και χωρίς φίμωτρο θα προκαλούσε σε περιοίκους ή διερχόμενους σωματικές βλάβες, αφού ο σκύλος ήταν επιθετικός με τους διερχόμενους ανθρώπους, κίνδυνο ορατό και γνωστό σ' αυτόν τον οποίο αποδέχθηκε, δηλαδή ότι αυτός ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος, αποδεικνύοντας ότι είχε πρόθεση να τον αφήσει ελεύθερο, ώστε να μην πλησιάζουν ξένοι στην ιδιοκτησία του, στους οποίους γνώριζε μετά βεβαιότητας ότι θα προκαλούσε σωματικές βλάβες. Η έννοια της πρόθεσης εδώ νοείται με αυτήν του ενδεχόμενου δόλου, αφού γνώριζε ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν περιστατικά που τυποποιούν το αντικειμενικό της πράξεως της απλής σωματικής βλάβης, περιστατικά τα οποία αποδέχεται κατά το άρθρο 27 παρ. 1 εδ. Β, σε συνδυασμό με το άρθρο 308 παρ. 1 ΠΚ. Όμως ως προς την επελθούσα τελικά σωματική βλάβη που είναι βαρεία, κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 310 ΠΚ, ο κατηγορούμενος τέλεσε αυτήν εξ αμελείας του, κατά το άρθρο 29 του ιδίου κώδικα. Το είδος δε της αμελείας είναι αυτό της άνευ συνειδήσεως υπό την έννοια του ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε ότι εκ της απλής σωματικής βλάβης, ήταν δυνατόν να υπάρξει το βαρύτερο αποτέλεσμα που περιγράφεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 310 ΠΚ (ΑΠ 1651/2006 ΝοΒ 54. 1558). Ειδικότερα η μάρτυς Α, σύζυγος του παθόντος, καταθέτει ότι ο σκύλος αυτός α) σχεδόν πάντοτε κυκλοφορούσε ελεύθερος, παρά τις συστάσεις που είχαν κάνει επανειλημμένα στον κατηγορούμενο, β) επιτέθηκε άλλη φορά και στην ίδια, γ) κατά την 21.2.2003 επιτέθηκε στο σύζυγό της με μεγάλη μανία και τον δάγκωσε στην πυελική χώρα, κοντά στα γεννητικά του όργανα και δ) ότι αυτός κινδύνευσε να πεθάνει από αιμορραγία, γιατί τα τραύματα ήταν πολλά και πλησίον της μηριαίας και της κοιλιακής αορτής. Όπως καταθέτει τα τραύματα αυτά δεν ήταν δυνατόν να συρραφτούν, διότι προερχόταν από τον συγκεκριμένο σκύλο, ο οποίος, όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό που αναγνώσθηκε, δεν ήταν εμβολιασμένος (βλ. το από 22-2-2003 πιστοποιητικό κτηνιάτρου ....., που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, δημόσια) και τα τραύματα έπρεπε να παραμείνουν ανοικτά και να επουλωθούν σιγά-σιγά, για να μην πάθει γάγγραινα ο παθών. Επίσης ο μάρτυς Β καταθέτει ότι σε προγενέστερο χρόνο και ο ίδιος, διερχόμενος από το σημείο εκείνο με το μηχανάκι του, δέχθηκε σφοδρή επίθεση από τον σκύλο του κατηγορουμένου, που πάλι κυκλοφορούσε από πρόθεση ελεύθερος, χωρίς επιτήρηση, εποπτεία και φίμωτρο από τον ιδιοκτήτη του. Και ο μάρτυς αυτός νοσηλεύθηκε, όπως ο παθών σε νοσοκομείο, αλλά απέσυρε τη μήνυση που είχε καταθέσει, διότι ο κατηγορούμενος τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα τον αποζημιώσει. Επίσης καταθέτει ότι ο συγκεκριμένος σκύλος επιτέθηκε σε έναν ξάδελφό του και στο παιδί που μετέφερε πίτσες, ενώ ήταν ανεμβολίαστος και μόλις μετά την επίθεση στον κατηγορούμενο το πήγαν σε γιατρό. Η μάρτυς Γ, γειτόνισσά τους, καταθέτει ότι το σκυλί επιτέθηκε σε φίλους τους που είχαν έρθει με μοτοσικλέτα για επίσκεψη καθώς και ότι, παρότι επανειλημμένως έκαναν συστάσεις στον κατηγορούμενο και την οικογένειά του, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, όπως όφειλε από το νόμο, ώστε να μην κινδυνεύουν οι πολίτες, αυτοί, από πρόθεση αδιαφόρησαν επιδεικτικά, με συνέπεια την τελευταία επίθεση στον παθόντα. Από όλα τα προμνημονευθέντα στην αρχή του παρόντος σκεπτικού αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι την συγκεκριμένη επίθεση από το σκύλο δέχθηκε ο παθών, στο δρόμο, σε μικρή απόσταση από την οικία του κατηγορουμένου και όχι μέσα σ' αυτήν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Από πουθενά δεν αποδείχθηκε ότι ο παθών πήγε να χωρίσει το σκυλί του κατηγορουμένου από το δικό του σκυλί, μέσα στην αυλή του κατηγορουμένου και γι' αυτό του επιτέθηκε το σκυλί του τελευταίου, δηλαδή ότι αυτός ο ίδιος προκάλεσε τον τραυματισμό του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός βρισκόταν στο δρόμο, αιμόφυρτος, όπου τον βρήκαν οι διερχόμενοι, ενώ ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του, παρακολουθούσαν το περιστατικό από μακριά, χωρίς να επεμβαίνουν για να περιορίσουν το σκύλο τους και κατά συνέπεια τις σωματικές βλάβες του παθόντα. Το τελευταίο αυτό κατατεθέν περιστατικό ενισχύει την άποψη του δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την πράξη της απλής σωματικής βλάβης εκ προθέσεως υπό την ειδικότερη μορφή του ενδεχομένου δόλου, το δε βαρύτερο επελθών αποτέλεσμα αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι οφείλεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια αυτού, υπό την έννοια της μη προβλέψεως του επελθόντος τελικώς αποτελέσματος. Από τις αναγνωσθείσες ιατρικές βεβαιώσεις καθώς και από την εξέταση της μάρτυρος Α, αποδείχθηκε πλήρως ότι από την επίθεση του σκύλου ο παθών υπέστη τις βλάβες του σώματός του που ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω και οι οποίες έγιναν σε τέτοια σημεία του σώματός του, που κινδύνευσαν ζωτικές του λειτουργίες. Ότι έγινε μερική συρραφή αυτών, λόγω υψηλού κινδύνου επιμολύνσεως και του δόθηκε φαρμακευτική αγωγή. Τις πρωινές ώρες της 22.2.2003, την 02.30 και λόγω της μεγάλης αιμορραγίας από τα τραύματά του, ο παθών, εισήχθη και πάλι στο ΓΕΝ Χαλκίδας λόγω καταπληξίας (από την αιμορραγία) και έμεινε στο νοσοκομείο νοσηλευόμενος. Η αποθεραπεία του αποδείχθηκε ιδιαιτέρως μακρόχρονη και επίπονη. Από τα αποδειχθέντα περιστατικά τελέσεως της πράξεως της σωματικής βλάβης, από το είδος και την έκταση των τραυμάτων που προκλήθηκαν και τις συνέπειες αυτών, προκύπτει ότι πρόκειται για βαρεία σωματική βλάβη, διότι προξένησε στον παθόντα και κίνδυνο ζωής, λόγω της επελθούσας καταπληξίας εκ της αιμορραγίας, εξαιτίας της οποίας εισήλθε επειγόντως στο νοσοκομείο, αλλά και βαριά και μακροχρόνια ασθένεια, που εμπόδισε τον παθόντα σημαντικά για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του. (βλ. σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο). Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται, και όχι της πταισματικής παραβάσεως του άρθρου 435 του ΠΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο συνήγορος που τον εκπροσωπεί. Τέλος το αίτημα για χορήγηση του αιτουμένου ελαφρυντικού απορρίπτεται, αφού αυτό το αίτημα δεν υπεβλήθη κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, επικουρικά δε ως αβάσιμο, αφού από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά του. Τέλος, κατά την παρ. 1 περ. β του άρθρου 31 του ν. 3346/2005, η ισχύς του οποίου αρχίζει από 17.6.2005, ορίζεται ότι παραγράφεται το αξιόποινο και άρθρου 7, 14 ΠΔ 400/1983, παύει η δίωξη των ακολούθως αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, υφ' όρον των πλημμελημάτων κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη με αριθμό 1045/2003 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, για τη πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο εκκαλών, της παραβάσεως του άρθρου 7, 14 ΠΔ 400/1983, όπως νυν ισχύει, απειλείται ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους. Συνεπώς συντρέχει νόμιμος λόγος παραγραφής του αξιόποινου της πράξεως αυτής και παύσεως της διώξεως". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος του εγκαλούντος Ψ και επέβαλεν σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, όπως πιο πάνω στη νομική σκέψη εκτίθεται, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στην απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε για τη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της βαριάς σωματικής βλάβης και ειδικότερα τα περιστατικά που συγκροτούν το δόλο (ενδεχόμενο) του δράστη που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, σε βαθμό πλημμελήματος, για την οποία και καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, αναφέρονται δε και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε από το Δικαστήριο η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω διαλαμβάνεται στην απόφαση σαφώς ότι το επελθόν ως άνω βαρύτερο αποτέλεσμα οφειλόταν σε αμέλεια και δη άνευ συνειδήσεως αμέλεια του κατηγορουμένου, ειδικότερα δε ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, τα οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβει, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, ως ιδιοκτήτης του σκύλου ράτσας λυκόσκυλου που ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος, αφού είχε προκαλέσει και στο παρελθόν επανειλημμένως σωματικές βλάβες σε τρίτους και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος που πηγάζει από την εκτιθέμενη με σαφήνεια συνολική προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου του κατηγορουμένου, που δημιούργησε τον κίνδυνο, εξερχόμενος από το γκαράζ της μονοκατοικίας του, ανοίγοντας και αφήνοντας την πόρτα ανοικτή, χωρίς να περιορίσει το σκύλο του, ώστε να μη μπορεί να εξέλθει και να κυκλοφορεί ελεύθερος και χωρίς επιτήρηση έξω από την ιδιοκτησία του σε κοινόχρηστους χώρους όπου κυκλοφορούν πεζοί, όπως ο παθών που δήχθηκε από το σκύλο αυτό στο δρόμο, χωρίς εποπτεία και χωρίς να του έχει βάλει φίμωτρο, ενώ γνώριζε καλά από προηγούμενα περιστατικά που είχε προκαλέσει ο σκύλος του σε περιοίκους, ότι ήταν επιθετικός με τους διερχόμενους και ιδιαίτερα επικίνδυνος. Επίσης προσδιορίζονται στην απόφαση αναλυτικά, με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τα οποία προκύπτει ότι η τελεσθείσα πράξη του δήγματος του σκύλου, ιδιοκτησίας και ευθύνης του κατηγορουμένου, προξένησε στον παθόντα, από το δήγμα στην πυελική χώρα, τη συγκεκριμένη σωματική βλάβη, που είχε ως επακόλουθο τη βαρεία σωματική βλάβη του παθόντος, διότι προξένησε σε αυτόν σωρευτικά κίνδυνο ζωής, λόγω της επελθούσας καταπληξίας από την μεγάλη αιμορραγία και του υψηλού κινδύνου επιμολύνσεως που διέτρεξε, γιατί τα τραύματα επιβαλλόταν ιατρικά να παραμείνουν ανοικτά και να μη συρραφούν, για πρόληψη της γάγγραινας που κινδύνευε να υποστεί, ως και βαριά και μακροχρόνια ασθένεια, που εμπόδισε τον παθόντα σημαντικά για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, λόγω της ιδιαιτέρως επίπονης και μακροχρόνιας αποθεραπείας του, από δε τη σωρευτική ως πιο πάνω αναφορά του κινδύνου ζωής του παθόντος που προκλήθηκε, ως και της βαριάς και μακροχρόνιας ως άνω ασθένειας αυτού, δε δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση ως προς το είδος της διακινδύνευσης. Αναφέρονται επίσης καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκε και στηρίχθηκε το Δικαστήριο, ειδικά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, για τη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος, από δε την αξιολογική εκτίμηση ή έξαρση ορισμένων ειδικά αναφερομένων από αυτά στο αιτιολογικό, δε συνάγεται ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση, ούτε ότι εξαιρέθηκαν και δεν συνεκτιμήθηκαν όλα και δη και οι καταθέσεις των μαρτύρων Δ, Ε και ΣΤ, καθώς και το διεθνές πιστοποιητικό εμβολιασμού του σκύλου του κατηγορουμένου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, το ως άνω Δικαστήριο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη κατά τα προεκτεθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 15,26 παρ.1 ,27 παρ.1 ,28,29, 308 παρ.1,310 παρ.1,2 του ΠΚ, χωρίς καμία εκ πλαγίου παράβαση και οι προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως σχετικοί από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως , είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επομένως, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της με αριθ. 105/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βαριά σωματική βλάβη από δήγμα σκύλου του κατηγορουμένου. 1. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως αβάσιμος. 2. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 15, 27, 28, 310 παρ.1 ΠΚ ως αβάσιμος. Όχι αντίφαση από την στο σκεπτικό σωρευτική αναφορά κινδύνου ζωής του παθόντα ως και βαριάς και μακροχρόνιας ασθένειας, ενώ ασάφεια δημιουργείται από τη διαζευκτική αναφορά τούτων (ΑΠ 77/1998, 806/2008).
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη βαριά.
1
Αριθμός 2440/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 6065/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.10.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1833/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6065/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά, στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 18.12.2002, καίτοι εργολάβος οικοδομών, ο οποίος είχε αναλάβει την εκτέλεση εργασιών αλλαγής θέματος διαφημιστικής πινακίδος η οποία ευρίσκετο επί της ταράτσας του βιομηχανικού κτιρίου (παλαιά εργοστασίου .....) επί της Λεωφ. ....., ως υπερβολάβος της διαφημιστικής εταιρείας "MASTER POSTER AE", εργασίες στις οποίες προέβη χρησιμοποιώντας ως εργάτη τον Α και άλλους δύο εργάτες, δεν έλαβε όμως, όπως είχε υποχρέωση, προστατευτικού στερεού κιγκλιδώματος για προστασία έναντι πτώσης ή τη χρήση από τους εργαζομένους με ασφαλιστικές ζώνες, με αποτέλεσμα ο παραπάνω εργαζόμενος να απωλέσει την ισορροπία του και να πέσει επί του οδοστρώματος και να τραυματισθεί βαρύτατα και εκ του τραυματισμού αυτού ως μόνης ενεργού αιτίας να επέλθει ο θάνατος αυτού, γεγονός το οποίο θα απεφεύγετο αν είχαν ληφθεί προς τούτο τα προσήκοντα προστατευτικά μέτρα τα οποία προβλέπονται από το π.δ. 305/96". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα, στις 18/12/2002, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, επέφερε τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα το οποίο παρήχθη από την παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα, ενώ ήταν εργολάβος οικοδομών, έχων αναλάβει την εκτέλεση εργασιών αλλαγής θέματος διαφημιστικής πινακίδας κειμένης επί της ταράτσας βιομηχανικού κτιρίου (παλαιό εργοστάσιο .....) επί της Λεωφ. ..... ως υπεργολάβος της διαφημιστικής εταιρίας "MASTER - POSTER Α.Ε.", εργασίες στις οποίες προέβη χρησιμοποιώντας ως εργάτη τον Α (και άλλους δύο εργάτες), δεν μερίμνησε, όπως όφειλε (Π.Δ. 305/96-Παράρτ. IV-Μέρος Β-Τμ. Π-παρ. 5) για την τοποθέτηση πέριξ του ως άνω χώρου εργασίας προστατευτικού στερεού κιγκλιδώματος για προστασία έναντι πτώσης ή την χρήση από τους εργαζομένους ζωνών ασφαλείας, με αποτέλεσμα ο ως άνω Α, χάνοντας την ισορροπία του να πέσει από την ταράτσα στο οδόστρωμα (από ύψος 10 μέτρων) και να τραυματισθεί θανάσιμα, υποστάς βαρείες κακώσεις κοιλίας και κρανιοεγκεφαλικές, από τις οποίες ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού αμέσως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1 β, 28, 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια του αναιρεσείοντος εργολάβου, ήτοι ποία συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα όφειλε να πάρει ως εργολάβος που είχεν αναλάβει με σύμβαση το συγκεκριμένο έργο αλλαγής θέματος ανηρτημένης διαφημιστικής πινακίδας, κειμένης σε ταράτσα παλαιού κτιρίου, προς προστασία των υπ' αυτού προσληφθέντων και χρησιμοποιουμένων εργατών, όπως του θανόντος αλλοδαπού και δη ότι δεν μερίμνησε, όπως είχεν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από το ισχύον Π.Δ. 305/1996- Παραρτ. 4- Μέρος Β-Τμ. ΙΙ- παρ. 5, για την τοποθέτηση πέριξ του χώρου των πινακίδων στέρεων προστατευτικών κιγκλιδωμάτων ή χρήση από τους εργαζομένους και του θύματος ζωνών ασφαλείας, αναφέρει δε και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των αναφερομένων παραλείψεων, ως μόνης ενεργού αιτίας και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάσιμου τραυματισμού του εργάτη, από την πτώση του στο οδόστρωμα, λόγω απώλειας της ισορροπίας του, γεγονός που θα αποφευγόταν, αν ο κατηγορούμενος είχε λάβει, όπως όφειλε, τα παραπάνω επιβαλλόμενα, από το ρητά μνημονευόμενο στο αιτιολογικό της αποφάσεως Π.Δ. 305/1996, προσήκοντα προστατευτικά μέτρα. Επίσης δεν υπάρχει καμία αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της με αριθ. 6065/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Εργολάβος έργου διαφημιστικών πινακίδων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, γιατί ως εργολάβος έργου αλλαγής θέματος υπερυψωμένης διαφημιστικής πινακίδας, δεν έλαβε τα απαιτούμενα από το Π.Δ. 305/1996, όπως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, συγκεκριμένα προστατευτικά μέσα (κιγκλιδώματα, ζώνες) ασφαλείας για τους παρ’ αυτού χρησιμοποιημένους στο έργο εργάτες, το δε επελθόν αποτέλεσμα του θανατηφόρου ατυχήματος τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την άνω αμελή συμπεριφορά του κατηγορούμενου (ΑΠ 533/2005). Έννοια άρθρων 15, 28, 302 του Π.Κ. (ΑΠ 221/2008, 2024/2007, 177/2006).
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
Αριθμός 2438/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 825/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 858/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, καταδικαστικής ή αθωωτικής, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δε συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπεί το Δικαστήριο, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη με αριθμό 825/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος ο αναίρεσε ίων κατηγορούμενος για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που περιέχονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη διαδικασία". Όμως, περί της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ....., που διενεργήθηκε σε εκτέλεση της 3320/2005 παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού και συμπεριλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα και η οποία, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη διάταξη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν αναφέρεται καθόλου το Δικαστήριο, δεν γίνεται καμία μνεία αυτής, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλ' ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε και στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως βασίμως ισχυρίζεται ο αναίρεσε ίων κατηγορούμενος. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 825/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο αιτιολογικό το Δικαστήριο, δε μνημονεύει ότι έλαβε υπόψη του και την αναγνωσθείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που το ίδιο είχε διατάξει με παρεμπίπτουσα απόφασή του και που αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ, και η οποία θα έπρεπε να μνημονεύεται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ώστε να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του, δίχως να μπορεί να καλυφθεί αυτή η παράλειψη από τη φράση “από τα αναγνωσθέντα έγγραφα”, που αναφέρεται στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1877/2008, 1377/2007, 212, 268, 320/2006). Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.
1
Αριθμός 2439/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της 61, 62/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 832/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. στ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων(290.000) ευρώ, όποιος καλλιεργεί ή συγκομίζει, μεταξύ άλλων και οποιοδήποτε φυτό του γένους κάνναβης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η καλλιέργεια φυτών ινδικής κάνναβης τελείται με την επιχείρηση από το δράστη, χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, πράξεων που ανάγονται στη γεωργική παραγωγή της ναρκωτικής αυτής ουσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η τοποθέτηση σπόρων στο έδαφος, το οποίο έχει προς τούτο κατάλληλα προπαρασκευαστεί και η περιποίηση γενικώς των δενδρυλλίων που έχουν βλαστήσει για την ταχύτερη και καλύτερη ανάπτυξή τους, όπως επίσης στην έννοια της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη εγκληματικής πράξεως της καλλιέργειας εντάσσονται, εκτός από τις καθαρώς υλικές πράξεις, και η συστηματική παρακολούθηση της ανάπτυξης των φυτών, η επίβλεψη και ο έλεγχος της καλλιέργειας αυτών, η παροχή οδηγιών για την καλύτερη ανάπτυξη και περιποίησή τους. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ του ιδίου ν. 1729/1987, τιμωρείται ομοίως και όποιος κατέχει ναρκωτικά. Ως κατοχή ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (αρθρ. 4 Πιν. Α περ. 6 του ν. 1729/1987), νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη κατά τρόπο, που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τα διαθέσει κατά βούληση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 61,62/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ στη δασική περιοχή ..... του Δ.Δ. ..... του Δήμου ..... κατά το από 1-5-2005 έως 18-10-2005 χρονικό διάστημα Α) καλλιεργούσε ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης (πότιζε, σκάλιζε, λίπαινε) και ειδικότερα 1) ένα δενδρύλλιο ινδικής κάνναβης ύψους 0,70 εκατοστών που εφάπτονταν στο τοίχο της οικίας του, 2) σε χώρο που είχε ειδικά διαμορφώσει με εκχέρσωση και καθαρισμό από κάθε άλλη βλάστηση: α) τέσσερα (4) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης ύψους 3 έως 4 μέτρων και β) τριανταπέντε (35) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης ύψους 4 έως 6 μέτρων. Β) προέβη στη συγκομιδή ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα περισυνέλεξε από τα δενδρύλλια που καλλιεργούσε στους ειδικά διαμορφωμένους ως άνω χώρους (υπό στοιχ. Α2) ποσότητα ινδικής κάνναβης 12 κιλών και 800 γραμμαρίων. Γ) κατείχε με την έννοια ότι είχε στη φυσική του εξουσία και μπορούσε να διαθέσει κατά τη βούλησή του την προαναφερθείσα ποσότητα των 12 κιλών και 800 γραμμαρίων από τα οποία: α) τα πέντε (5) κιλά ήταν τοποθετημένα σε πρόχειρο παράπηγμα που είχε κατασκευάσει και στο οποίο είχε τοποθετήσει νάυλον πανί, που είχε προσδέσει στα δένδρα του δάσους, σε ύψος 2 μέτρων από το έδαφος σχηματίζοντας υπόστεγο ενώ κάτω από το πανί είχε προσδέσει σύρμα όπου είχε αναρτήσει την ως άνω ποσότητα, β) από τα έξι (6) κιλά τα πέντε (5) ήταν κρεμασμένα σε πρόχειρο παράπηγμα που είχε κατασκευάσει από νάυλον και το 1 κιλό ήταν μέσα σε ένα πλαστικό δοχείο και τρία χάρτινα κουτιά και γ) το 1 κιλό και 800γραμμάρια βρίσκονταν μέσα σε πλαστικό βαρέλι χωρητικότητος 22 λίτρων και Δ)εκχέρσωσε παράνομα δύο τεμάχια δασικής έκτασης επιφάνειας 5X6 μέτρων το πρώτο και 10Χ 3, 5 μέτρων το δεύτερο στα οποία καλλιέργησε τα ως άνω 4 και 35δενδρύλλια ινδικής κάνναβης αντίστοιχα. Την ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου περί του ότι τις άνω πράξεις διέπραξε ο κατηγορούμενος Χ συνάγει από την δέουσα συνεκτίμηση των εξής ιδία στοιχείων: 1) από το γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή όπως κατέθεσαν και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας (αστυνομικοί) ο πρώτος κατηγορούμενος Α, ο οποίος και τους υπέδειξε τη φυτεία στο δάσος, τους είπε ότι αυτή ήταν του δεύτερου κατηγορουμένου. Τούτο σχεδόν επιβεβαίωσε ο πρώτος κατηγορούμενος και με την απολογία του στο ακροατήριο με μόνη τη διαφορά ότι προσπάθησε να ανασκευάσει κατά ένα μέρος, λέγοντας ότι τους είπε "μήπως είναι του Χ;" 2) Ότι στην ίδια περιοχή και σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου από τη φυτεία ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε έντονη παρουσία ασχολούμενος με τη φροντίδα και καλλιέργεια χωραφιών. 3) Ότι το λάστιχο ποτίσματος της φυτείας που βρέθηκε, εκτεινόμενο έφθανε στη βάνα αγωγού ύγρευσης από την οποία ο κατηγορούμενος Χ πότιζε τα χωράφια που ο ίδιος καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν στην ίδια περιοχή. 4) Ότι το μονοπάτι που οδηγούσε στο μέρος που βρέθηκε η συγκομισθείσα ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης "ξηραντήριο" διερχόταν μέσα από τα χωράφια που καλλιεργούσε στην τοποθεσία αυτή ο κατηγορούμενος Χ. Κατ' ακολουθίαν ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις που διέπραξε, με την ελαφρυντική δε περίσταση του άρθρου 84§2α Π.Κ., η οποία του αναγνωρίσθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αυτός μέχρι τον χρόνο τέλεσης τούτων έζησε επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, Χ, του ότι: "στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, χωρίς να είναι τοξικομανής, δηλαδή να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, με πρόθεση τέλεσε την αντικειμενική υπόσταση των παρακάτω εγκλημάτων τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α) Στη δασική περιοχή ..... του Δ.Δ. ..... του Δήμου ....., μεταξύ του χρονικού διαστήματος από 1-5-2005 έως 18-10-2005, προέβη, στην καλλιέργεια ναρκωτικών ουσιών, από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, καλλιεργούσε: (α) ένα (1) δενδρύλλιο ινδικής κάνναβης ύψους εβδομήντα (0,70) εκατοστών, το οποίο εφάπτονταν με τοίχο της οικίας του και (β) σε χώρους που είχε ειδικά διαμορφώσει και συγκεκριμένα είχε εκχερσώσει και καθαρίσει από κάθε άλλη βλάστηση καλλιεργούσε: (ι) τέσσερα (4) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης ύψους τριών (3) έως τεσσάρων (4) μέτρων και (ιι) τριάντα πέντε (35) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης ύψους τεσσάρων (4) έως έξι (6) μέτρων. Τα ανωτέρω δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, τα καλλιεργούσε και τα φρόντιζαν (πότισμα, σκάλισμα, λίπανση), με σκοπό την εμπορία. Β) Στην δασική περιοχή ..... του Δ.Δ. ..... του Δήμου ....., σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε επακριβώς, πλην όμως περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από 1-5-2005 έως 18-10-2005, με πρόθεση προέβη στη συγκομιδή ναρκωτικών ουσιών, από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο περισυνέλεξε από δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, που προέρχονταν από καλλιέργειες ευρισκόμενες στους ανωτέρω (οπό στοιχείο Α περ. β), ειδικά διαμορφωμένους χώρους, ποσότητα ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους δώδεκα (12) κιλών και οκτακοσίων (800) γραμμαρίων, με σκοπό την εμπορία. Γ) Στην δασική περιοχή ..... του Δ.Δ. ..... του Δήμου ....., στις 18-10-2005, κατείχε ναρκωτικές ουσίες, από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατείχε, κορφάδες (φούντα) ινδικής κάνναβης προς αποξήρανση βάρους δώδεκα (12) κιλών και οκτακοσίων (800) γραμμαρίων, εκ των οποίων (α) τα πέντε (5) κιλά ήταν τοποθετημένα σε πρόχειρο παράπηγμα που είχε κατασκευάσει και στο οποίο είχε τοποθετήσει νάιλον πανί, το οποίο είχαν προσδέσει στα δέντρα του δάσους, σε ύψος δύο (2) μέτρων από το έδαφος σχηματίζοντας υπόστεγο, ενώ κάτω από το πανί είχε προσδέσει σύρμα όπου είχε αναρτήσει την ως άνω ποσότητα, (β) από τα έξι (6) κιλά, τα πέντε (5) ήταν κρεμασμένα σε σύρματα σε πρόχειρο παράπηγμα που είχε κατασκευάσει από νάιλον και το ένα (1) κιλό ήταν μέσα σε ένα πλαστικό δοχείο και τρία χάρτινα κουτιά και (γ) το ένα (1) κιλό και οκτακόσια (800) γραμμάρια, βρίσκονταν μέσα σε πλαστικό βαρέλι χρώματος κόκκινου με μαύρο καπάκι χωρητικότητας είκοσι δύο (22) λίτρων. Τις ως άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, τις κατείχε με σκοπό την εμπορία. Δ) Στην δασική περιοχή ..... του Δ.Δ. ..... του Δήμου ....., σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε επακριβώς, πλην όμως περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από 1-5-2005 έως 18-10-2005, εκχέρσωσε παράνομα δύο τμήματα δασικής έκτασης, επιφάνειας 5X6 μέτρων το πρώτο και 10X3,5 μέτρων το δεύτερο, τα οποία τμήματα καλλιέργησαν παράνομα από κοινού, σε χρονικό διάστημα που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί, πλην όμως περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από 1-5-2005 έως 18-10-2005, με τέσσερα (4) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης στον πρώτο χώρο και με τριάντα πέντε (35) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης το δεύτερο, με σκοπό την εμπορία". Στη συνέχεια δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α'ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και τριών (3) μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 α', 94 παρ.1 του ΠΚ, 4 παρ.1,3 Πιν.Α6, 5 παρ. 1 περ. ζ'και στ', 5 παρ.2 του ν.1729/1987, όπως ισχύουν και 71 παρ.1,3 του ν.998/1979, όπως ισχύει, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται οι συγκεκριμένες καλλιεργητικές πράξεις στις οποίες προέβαινε ο αναιρεσείων (σπορά, λίπανση και περιποίηση εν γένει των φυτών ινδικής κάνναβης), ότι από τα κατασχεθέντα δενδρύλλια τα οποία καλλιεργούσε ο ίδιος, το ένα ύψους 0,70 εκατ. βρισκόταν έξω και σε επαφή με τον τοίχο της οικίας του στο χωριό ....., τα δε υπόλοιπα δενδρύλλια, τα 4 ύψους 3-4 μέτρων και τα 35 ύψους 4-6 μέτρων αντίστοιχα, τα καλλιεργούσε σε ειδικά από αυτόν διαμορφωμένο με παράνομη εκχέρσωση και καθαρισμό δύο ομόρων τεμαχίων, δασικής εκτάσεως, στη δασική περιοχή ".....", κειμένων πλησίον, σε απόσταση 1 χιλιομέτρου, από καλλιεργούμενα χωράφια του ιδίου, ότι ο αναιρεσείων πότιζε τα φυτά αυτά από βάνα αγωγού υδρεύσεως των άνω χωραφιών του, από τα οποία και εκκινούσε το ανευρεθέν από τις αστυνομικές αρχές πλαστικό λάστιχο ποτίσματος, που έφθανε μέσα στα πιο πάνω δασοτεμάχια όπου καλλιεργούσε τα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης και ότι το μονοπάτι που οδηγούσε στο εκεί κοντά κατασκευασμένο από τον αναιρεσείοντα πρόχειρο παράπηγμα- ξηραντήριο, όπου και βρέθηκαν προς αποξήρανση τα συγκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα 12.800 γραμμάρια ινδικής κάνναβης, διερχόταν μέσα από τα παραπάνω χωράφια αυτού, ήτοι εξειδικεύονται οι πράξεις καλλιέργειας, η συγκομιδή, η εποπτεία και η κατοχή των ναρκωτικών αυτών από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος και τα είχε στη φυσική του εξουσία και μπορούσε να τα αναλάβει και να τα διαθέσει κατά τη βούλησή του. Το Δικαστήριο δε, όπως προκύπτει από το άνω αιτιολογικό του, στήριξε την παραπάνω κρίση του παραδεκτά και στην απολογία του αθωωθέντος στη δίκη αυτή συγκατηγορουμένου του, Α, όχι όμως αποκλειστικά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, πράγμα βεβαίως που δεν επιτρέπεται κατά το άρθρο 211 Α του ΚΠοινΔ, αλλά και στα παραπάνω αναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ευρήματα της Αστυνομικής Αρχής. Ήτοι εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είναι ο δράστης των διωκομένων εγκλημάτων, για τα οποία και καταδικάστηκε ως άνω. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-4- 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61,62/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καλλιέργεια, συγκομιδή και κατοχή ινδικής κάνναβης. Έννοια αυτών. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο μοναδικός σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
0
Αριθμός 2437/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στύλα, περί αναιρέσεως της 3076/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, ατομικά και ως ασκούντα την γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης του Ψ2, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μακρή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1821/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ.3 του ν.2172/1993, απόλυτη ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή ασκείται από εκείνον που έχει το σχετικό δικαίωμα κατά το αστικό δίκαιο και αν είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία από το νόμιμο αντιπρόσωπο του. Αν πρόκειται για ανήλικο, η πολιτική αγωγή ασκείται για λογαριασμό του, σύμφωνα με το άρθρο 1510 του ΑΚ, και από τους δύο γονείς που έχουν τη γονική μέριμνα, από κοινού. Αν η γονική μέριμνα έχει παύσει λόγω θανάτου, κηρύξεως σε αφάνεια ή εκπτώσεως του ενός γονέα, η γονική μέριμνα ασκείται αποκλειστικά από τον άλλο γονέα, ο οποίος, αν συντρέχει περίπτωση, ασκεί την για λογαριασμό του παθόντος ανηλίκου πολιτική αγωγή. Μόνος επίσης μπορεί να ασκήσει την πολιτική αγωγή για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου του ο ένας γονέας, αν ο άλλος αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία ή όταν υπάρχει διάσταση των γονέων. Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεως της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 παρ.2 του ΚΠοινΔ, αυτός που δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τον Αστικό Κώδικα, μπορεί να υποβάλει την απαίτηση του ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Η μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ποινικό Δικαστήριο δήλωση και παράσταση πολιτικής αγωγής ως και εκείνη που γίνεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι ανεπίτρεπτη και αν δεν απορριφθεί και δεν αποβληθεί ο πολιτικώς ενάγων πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Τέτοια περίπτωση δήλωσης και παράστασης πολιτικής αγωγής για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο ποινικό Δικαστήριο υπάρχει και όταν πρωτοδίκως παρέστη κάποιο φυσικό πρόσωπο ως πολιτικώς ενάγον, όχι ατομικώς για τον εαυτό του, αλλά ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό του παθόντος από την επίμαχη αξιόποινη πράξη ανήλικου τέκνου του, στο οποίο και επιδικάζεται η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ κατ'έφεση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δηλώνει παράσταση και παρίσταται το ίδιο το φυσικό πρόσωπο, το πρώτον και ατομικώς για τον εαυτό του και επιδικάσθηκε σ' αυτό ατομικώς χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, που υπέστη αυτό από την αξιόποινη πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια 8395/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, πρωτοδίκως παρέστη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την επίμαχη αξιόποινη πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας του Ψ2, που δεν είχε συμπληρώσει το 12° έτος της ηλικίας της, ο Ψ1, όχι ατομικώς για τον εαυτό του, αλλά αποκλειστικά για λογαριασμό της άνω κόρης του, ως ασκών τη γονική μέριμνα, χωρίς μάλιστα να δικαιολογεί γιατί παρίσταται μόνος, χωρίς τη σύζυγο και μητέρα της ανήλικης και επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ποσού 3.000 ευρώ. Κατά την εκδίκαση όμως εφέσεως του αναίρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη προσβαλλόμενη 3076/2005 απόφαση του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ο ίδιος ως άνω πατέρας πολιτικώς ενάγων, δήλωσε παράσταση και παρέστη ως πολιτικώς ενάγων "ατομικά και ως ασκών τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Ψ2 κατά του εναγομένου κατηγορουμένου" και δήλωσεν ότι "ζητεί να υποχρεωθεί να τους καταβάλει ο κατηγορούμενος 3.000 ευρώ σαν χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που τους προκάλεσε το αδίκημα". Το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, παρά τις προβληθείσες ενστάσεις του κατηγορουμένου, για αποβολή της πολιτικής αγωγής, για τους λόγους ότι η πολιτική αγωγή δεν ασκήθηκε από κοινού και από τους δύο γονείς, χωρίς δικαιολόγηση της απουσίας της μητέρας και γιατί εμφανίζεται ο πατέρας της ανηλίκου και ατομικά, φέροντας και τον εαυτό του ως παθόντα, απέρριψεν τις ενστάσεις αυτές, δέχθηκε την άνω παράσταση πολιτικής αγωγής, των δύο πλέον εναγόντων ως νόμιμη και επιδίκασε και στους δύο πλέον πολιτικώς ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση ποσού 3.000 ευρώ. Έτσι όμως που ασκήθηκε η δήλωση πολιτικής αγωγής ατομικά το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από τον πατέρα της ανήλικης παθούσας, χωρίς μάλιστα να είναι παθών από το άνω αδίκημα και ο ίδιος, όσον και η παράσταση της ανήλικης ως πολιτικώς ενάγουσας, εκπροσωπούμενης, από μόνο τον πατέρα της, χωρίς στη δήλωση να αιτιολογείται για ποίο λόγο δεν παρέστησαν και οι δύο γονείς για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους, ως από κοινού ενασκούντες τη γονική μέριμνα επ'αυτής, εφόσον δεν αποβλήθηκε η πολιτική αγωγή αυτή και έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, επήλθε, κατά τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, στο ακροατήριο, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 3076/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών. Αναιρεί την απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί ο δηλώσας παράσταση πολιτικής αγωγής πατέρας της ανήλικης κάτω των 12 ετών, α) παρέστη στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, αιτούμενος χρηματική ικανοποίηση, μόνος για λογαριασμό της παθούσας ανήλικης θυγατέρας του, χωρίς να δικαιολογεί το λόγο που δεν ασκεί την πολιτική αγωγή από κοινού με τη μητέρα, ως έχοντες εκ του νόμου από κοινού τη γονική μέριμνα και εκπροσώπηση της ανήλικης (ΑΠ 1001, 1535, 1690/2007, 1988/2004) και β) παρέστη, το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ατομικά ως πολιτικώς ενάγων, πράγμα που είναι ανεπίτρεπτο (ΑΠ 192/2008). Μόνη παθούσα στο 337 ΠΚ, είναι η ανήλικη (ΑΠ 1737/90). Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας.
0
Αριθμός 2436/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 45/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 408/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 264/20.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 32/19-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του με αριθμ. 45/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 603/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 2894/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο με δήλωσή του προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένο λόγο της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 εδ. ε. και δ ΚΠΔ). Ο οποίος συνίσταται στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας στο σύνολο του άλλα και στο μέρος το αναφερόμενο στην κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Κατά το άρθρο 404 ΠΚ όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8 του ν. 2721/1999, (ΦΕΚ 112Α 3-6-1999) στις παραγράφους 1, 2 περ. α' αντιστοίχως, ότι "όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης .... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή", ότι "με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α) όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου". Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών, και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 404 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, προκύπτει, ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας, που υπερβαίνει το νόμιμο τόκο, θεωρείται συντελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως, και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμποσούνται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ενιαίως στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως περιουσίας, δεν είναι αναγκαίο να επέλθει πραγματική ουσιαστική βλάβη στον φερόμενο, ως παθόντα, ήτοι δεν επιβάλλεται η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Θεωρείται, τέλος, λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νομίμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή η επιδίωξη αυτής. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 24 Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' εδ. α' Π.Κ., προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού δηλαδή τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μία φορές, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (Π.Κ. 98), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος. Εξάλλου κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. (ΑΠ 1277/1998 ΠΧ ΜΘ-113, Α Π 1799 ΑΠ 1603/1996 Π Χ ΜΖ-1019 ). Εξ ετέρου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει και για την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξης , όταν από το νόμο ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση της πράξεως και τη δέχεται το δικαστήριο. Πρέπει δε να διευκρινίζεται και να προκύπτει σαφώς από την απόφαση αν το δικαστήριο δέχεται και τις δύο αυτές επιβαρυντικές περιπτώσεις ή μόνο τη μία εξ αυτών και ποία. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντα, ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική τοκογλυφία συνισταμένη στο ότι ο αναιρεσείων συμφώνησε με τον εγκαλούντα και του δάνεισε ποσό 4.000.000 δρχ. για ένα έτος και εισέπραξε για το δάνειο αυτό τοκογλυφικά ωφελήματα τον Νοέμβριο του 1999 ποσό 1.920.000 τουτέστιν με ποσοστό τόκου 48% ετησίως αντί του νομίμου 19%. Περαιτέρω με την μέθοδο της προεξόφλησης αξιογράφων, επιταγών (σπάσιμο επιταγών) και προεξόφληση συναλλαγματικών σε πάνω από 20 περιπτώσεις οι οποίες αναφέρονται λεπτομερώς κατά τα στοιχεία τους στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο αναιρεσείων προέβη σε προεξόφληση αξιογράφων και με ποσοστό τόκου προεξόφλησης πολύ μεγαλύτερου του νομίμου, τα ποσοστά, και τα αντίστοιχα ποσά αναφέρονται λεπτομερώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα, και εισέπραξε από την τοκογλυφική του δραστηριότητα ποσά άνω των 455.327 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή του κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση του άρθρου 404 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα γιατί προκύπτουν λεπτομερώς τόσο οι τοκογλυφικές πράξεις , όσο και τα ποσοστά τόκου κατά περίπτωση όπως και τα τοκογλυφικά ωφελήματα τα οποία εισέπραξε ο αναιρεσείων τόσο κατά περίπτωση όσο και κατά το σύνολο. Απορριπτομένων των αιτιάσεων του αναιρεσείοντα περί του ότι στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται περιστατικά για την συγκεκριμενοποίηση της τοκογλυφικής του δραστηριότητας όσο και για την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης αυτής καθ' όσον από αναφερθέντα αριθμό των τοκογλυφικών πράξεων που υπερβαίνουν όπως αναφέρθηκε και παραπάνω τις είκοσι περιπτώσεις προέκυψε ανενδοίαστα η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης αυτής και από την οποία ο αναιρεσείων είχε σταθερό και συνεχές εισόδημα. Δια ταύτα Προτείνω Α. Να απορριφθεί η με αριθμ. 32/19-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του με αριθμ. 45/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 15-4-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η με αρ. 32/19-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, στρεφόμενη κατά του με αρ. 45/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεσή του κατά του με αρ. 2894/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ.α' και 484 παρ.1 του ΚΠοινΔ), γιαυτό δε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα της. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδ.α' του ΠΚ., τοκογλυφία διαπράττει και όποιος, κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον, περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.8 εδ. β' του ν.2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ.1 και 2 κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή με προεξόφληση αξιόγραφων, ως και η παραλαβή αξιόγραφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται να επακολουθεί και η είσπραξη του αναγραφόμενου σε αυτά ποσού. Κατ' επάγγελμα δε θεωρείται ότι πράττει ο δράστης τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Τούτο δε συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (ΠΚ 98), γιατί ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά και όταν τελεί μία πράξη, αλλά από την τέλεση αυτής, ενόψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος βάσει σχεδίου. Δεν απαιτείται δε προηγούμενη καταδίκη του δράστη νια το αδίκημα αυτό. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, κατά συνήθεια τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Είναι δε επιτρεπτή η σώρευση και των δύο αυτών επιβαρυντικών περιστάσεων. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα και στην οποία αναφέρονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών γνώρισε τον μηνυτή το 1997, όταν του εκμίσθωσε ένα διαμέρισμά του στην ..., το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τον Ψ ως γραφείο της επαγγελματικής του δραστηριότητος. Στη συνέχεια ακολούθησε σειρά δανειοδοτήσεων από τον εκκαλούντα προς τον μηνυτή, για την οποία δανειοδότηση ο μεν πρώτος υποστηρίζει ότι λάμβανε το νόμιμο τόκο, ενώ ο δεύτερος ότι για τη δανειοδότηση αυτή πλήρωνε τόκο 4% το μήνα, γεγονός που επιβεβαιώνει κατά βάση και ο μάρτυρας Ζ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εκκαλούντα, όπως αυτοί προκύπτουν από τα στοιχεία που ο ίδιος προσκόμισε και ιδίως από την από 28-7-2003 μήνυσή του κατά του Ψ, το 1998 δάνεισε στον μηνυτή το ποσό των 4.000.000 δρχ. το οποίο και επέστρεψε ο τελευταίος με αξιόγραφο, με το νόμιμο τόκο περί το τέλος του 1999. Ακολούθησε νέα δανειοδότηση του μηνυτή από τον εκκαλούντα το 1999 με το ποσό των 10.000.000 δρχ. το οποίο και επεστράφη με αξιόγραφα και με το νόμιμο τόκο το 2000, για οποίο και επεστράφη με αξιόγραφα και να ακολουθήσει νέο δάνειο το 2001,ύψους 70.000.000 δρχ. το οποίο και επεστράφη με αξιόγραφα και με το νόμιμο τόκο, από τον Ψ. Όπως δε με σαφήνεια αναφέρει ο τελευταίος στην από 28-7-2003 μήνυσή του κατά του Ψ, τον Οκτώβριο του 2002 ο τελευταίος του ζήτησε νέο μεγαλύτερο δάνειο και μάλιστα ότι του είπε να του δανείσει όχι μόνο τις δικές του οικονομίες αλλά να του βρει χρήματα και από άλλους. Πράγματι ο εκκαλών δανείστηκε χρήματα και από το οικογενειακό του περιβάλλον για να δανείσει με τη σειρά του - μαζί με τις δικές του οικονομίες - τον Ψ. Το τελευταίο αυτό δάνειο ήταν συνολικού ύψους 329.487,00 ευρώ και για την πληρωμή του ο τελευταίος παρέδωσε στον εκκαλούντα αξιόγραφα τα οποία ήταν πλαστά και φυσικά δεν πληρώθηκαν ποτέ, παρά το γεγονός ότι ο ανωτέρω Ψ παραδέχθηκε με επιστολή του προς τον εκκαλούντα την τελευταία αυτή οφειλή του. Με βάση την τελευταία αυτή συμπεριφορά του ο ανωτέρω Ψ,παραπέμφθηκε με το υπ' αρ. 2198/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία και ότι η κρινόμενη σε βάρος του μήνυση για τοκογλυφία αποτελεί στην ουσία ισχυρισμό που αποβλέπει στην υπεράσπιση του για τις ανωτέρω πράξεις. Υποστηρίζει δε ο εκκαλών ότι ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε ως ψευδής με το υπ' αρ. 2198/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και προς απόδειξη του δικού του ισχυρισμού, ότι δηλαδή δεν έλαβε ποτέ τους τοκογλυφικούς τόκους που το εκκαλούμενο βούλευμα αναφέρει, ζητά να ανοιχθούν οι λογαριασμοί του στα πιστωτικά ιδρύματα για να διαπιστωθεί ότι ουδέποτε έλαβε τους τοκογλυφικούς αυτούς τόκους. Αξιολογώντας τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, καταλήγομε στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του εκκαλούντα, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι πληρεί την ειδική υπόσταση της πράξης της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 13γ', στ', 14, 26§1,27§1 98 και 404§§3, 2-1 ΠΚ, όπως το άρθρο 404 αντικ. με το άρθρο 14 Ν. 2721/1999), πράξη, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 1999 έως το τέλος του 2002, δεδομένου ότι και ο ίδιος δεν αρνείται την δανειοδότηση και την δια των αξιόγραφων εξόφληση, γεγονός το οποίο δείχνει ότι έλαβε, αλλά και απέβλεπε σε τοκογλυφικά ωφελήματα. Το προαναφερθέν συμπέρασμα καθίσταται περισσότερο επαρκές και από τον ισχυρισμό του ίδιου του εκκαλούντα, ο οποίος στην από 28-7-2003 μήνυση του κατά του Ψ αναφέρει ότι δανείσθηκε και από τρίτους για να δανείσει τον μηνυτή, ενέργεια που ευθέως παραπέμπει σε πρακτικές προσώπων που επιδιώκουν τοκογλυφικά ωφελήματα. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι δεν έλαβε το ποσό των 329.487,00 ευρώ και επομένως ούτε και τοκογλυφικούς τόκους για το ανωτέρω ποσό δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε, ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται και η παραλαβή αξιόγραφων στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη του αναφερόμενου σ' αυτά ποσού. Με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν μέχρι εδώ συνάγεται ότι ορθά το συμβούλιο πλημμελειοδικών τον παρέπεμψε με το εκκαλούμενο βούλευμα - στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι - δεδομένου ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις κατά του εκκαλούντα για την πράξη που κατηγορείται και παραπέμπεται". Στην εν λόγω ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση γίνεται πλήρης έκθεση των κρίσιμων γεγονότων και διαλαμβάνονται οι σκέψεις οι οποίες στηρίζουν τη δευτεροβάθμια κρίση του Συμβουλίου Εφετών και περαιτέρω γίνεται επιτρεπτά (ΑΠ 807/2008) συμπληρωματική αναφορά και στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο πρωτόδικο με αριθμό 2894/2007 Βούλευμα Εισαγγελικής πρότασης, που έχει ως εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ είναι σήμερα ηλικίας 66 ετών και τυγχάνει από το έτος 1997 συνταξιούχος τεχνικός υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, έχει δε πολυμελή οικογένεια (τέσσερα τέκνα). Επιπλέον, έχει στην ιδιοκτησία του ένα ισόγειο διαμέρισμα 94 μ2 κείμενο στην ..., επί της οδού ..., το οποίο από του έτους 1997 συνεχώς εκμίσθωνε κατ' ουσίαν προς τον εγκαλούντα Ψ (καθώς ως μισθωτές εμφανίζονταν αρχικά ο ανηψιός του εγκαλούντος ... και εν συνεχεία η εταιρεία "Reference Α.Ε.", την οποία πράγματι διοικούσε ο εγκαλών), προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιεί ως στούντιο οπτικοακουστικών έργων και μεταγλωττισμού. Λόγω της μακράς διάρκειας της μισθώσεως μεταξύ των διαδίκων αναπτύχθηκε προσωπική-φιλική σχέση, στα πλαίσια της οποίας, ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε περί τα τέλη του έτους 1998 ότι ο εγκαλών αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες είχαν εκείνο τον καιρό ενταθεί. Τότε, ο κατηγορούμενος προσφέρθηκε να του δανείσει χρηματικό ποσό 4.000.000 δρχ. για ένα χρόνο (ήτοι αποδοτέο τον Νοέμβριο του έτους 1999), εντόκως με μηνιαίο επιτόκιο 4% και άρα ετήσιο 48% αν και το ποσοστό νόμιμου και άρα θεμιτού δικαιοπρακτικού τόκου, όπως το ανώτατο όριο του καθοριζόταν νομοθετικά με την ΠΣΝΠ 12 ΦΕΚ Α. 5, ανερχόταν για το διάστημα αυτό σε ποσοστό 19%, πράγμα το οποίο και γνώριζε ο κατηγορούμενος. Το παραπάνω ποσό των 4.000.000 δρχ. πράγματι έλαβε ο εγκαλών υπό την μορφή δανείου, κατά τον μήνα Νοέμβριο 1998 και το απέδωσε τον μήνα Νοέμβριο 1999, αποδίδοντας ως τόκο το υπέρογκο χρηματικό ποσό των 1.920.000 δρχ. ή 9.634,63 ευρώ, το οποίο υπερέβαινε τον νόμιμο τόκο των 776.000 δρχ. ή 2.347,76 ευρώ κατά 1.120.000 δρχ. ή 7.286,87 ευρώ, ποσό που συνιστά τοκογλυφικό τόκο και το οποίο ο κατηγορούμενος αποκόμισε παρανόμως ως περιουσιακό ωφέλημα. Περαιτέρω προέκυψε, ότι ο εγκαλών κατά τα έτη 1999 έως 2002 είχε συνεργασία με τους τηλεοπτικούς σταθμούς ΑLΤΕR και ΑLΡΗΑ, οι οποίοι του παρέδιδαν χάριν καταβολής επιταγές δικής τους εκδόσεως ή πελατών τους. Καθώς ο εγκαλών αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες και βρισκόταν σε ανάγκη ρευστών μετρητών, απευθυνόταν "με βάση την συνεργασία τους" (βλ. σχετ. έγκληση σελ. 3, στ. 10) στον κατηγορούμενο ο οποίος του προεξοφλούσε ("έσπαγε" κατά το κοινώς λεγόμενο, βλ. σχετ. και την από 15-2-2006 κατάθεση του μάρτυρα Ζ, ο οποίος επιβεβαιώνει τα ανωτέρω και την από 23-3-2006 κατάθεση της μάρτυρα ..., αδελφής του κατηγορουμένου η οποία λέει πως οι επιταγές που δίδονταν ήταν πλαστές-άρα δίδονταν) τις επιταγές αυτές για τις οποίες εισέπραττε τόκο 4% μηνιαίως ήτοι 48% ετησίως (βλ. σχετ. έγκληση σελ. 3 και την από 15-2-2006 κατάθεση του μάρτυρα Ζ). Αναλυτικά, προέκυψε ότι ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο προς προεξόφληση ως παροχή ή ανανέωση δανείου τις κατωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενες επιταγές (για όσες εξ αυτών κατέστη δυνατό από την διενεργηθείσα ανάκριση να διακριβωθούν τα στοιχεία τους) και ο τελευταίος έλαβε σε εξόφληση των χρηματικών αυτών δανείων τα κατωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα ποσά: Α/ΑΗμερομηνίασυνομολόγησηςΠοσό επιταγής ή συναλλαγμα-τικήςΠοσό τόκωνπου έλαβε ο κτγρ σε δρχ και ευρώΕισπραχθείς τοκογλυ-φικός τόκος (πλέον δικαιοπρα-κτικού σε ευρώ 111ος 199810.000.000 δρχ.(άγνωστος αριθμός) επιτ.εκδ. ΑLPHA και ALTER4.800.000 δρχ (έλαβε τον 11ο 1999)9.547,51 ... δρχ.(επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)2.400.000 δρχ.(έλαβε την 31.10.1999)4.171,30 ... δρχ.(επιταγή εκδόσεως ΑLPHA)200.000 δρχ. 4... ευρώ (επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)1.200 ευρώ 734,32 6... .281,73 ευρώ (επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)... (επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)...2(επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)2.817 ...(επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)..(επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA) ..(επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)2.330 ...(επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)1.700 ...(επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)3.500 ...(επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA) ... (επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)... (επιταγή εκδόσεως πελάτη ΑLPHA)...(επιτ. εκδ.εγκ/ντος) ... (επιτ. εκδ.εγκ/ντος) 526 403,921812.1.200110.266(επιτ. εκδ.εγκ/ντος) ... (επιτ. εκδ.εγκ/ντος) 3.2282.486 ... (αγν.αριθμός επιταγών εκδ.εγκ/ντος και πελατών ALPHA) 422.607341.482,5621τέλη ... (10 συν/κες αποδοχής ALPHA και 4 επιταγές) 65.762 ΣΥΝΟΛΟ 448.040,91 ευρώ Κατά συνέπεια, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 1999 μέχρι τέλη 2002, ο κατηγορούμενος δια της μεθόδου της παροχής και ανανέωσης χρηματικών δανείων σε μετρητά και με την προεξόφληση επιταγών εκδόσεως του εγκαλούντος ή τρίτων, τις οποίες ο εγκαλών μεταβίβαζε σε αυτόν, εισέπραξε το ποσό των 455.327,78 ευρώ (ήτοι 7.286,87 + 448.040,91 ευρώ) που στο σύνολό του αποτελούσε τοκογλυφικούς τόκους επί των ανωτέρω λεπτομερώς αναφερομένων ποσών δανείου, δεδομένου ότι ο νόμιμος τόκος για το χρονικό διάστημα, από 14.01.1999 έως 06.12.2002 διαμορφωνόταν ως εξής: Από Έως Επιτόκιο Πράξη14.01.1999 16.01.2000 19% Π.Σ.Ν.Π.12.12.01.9917.01.2000 26.01.2000 16,50% Π.Υ.Σ. 1/14.1.200027.01.2000 08.03.2000 16% Π.Σ.Ν.Π.29/26.1.200009.03.2000 19.04.2000 15,25% Π.Σ.Ν.Π.31/7.3.200020/04/200028/06/2000 14,50% Π.Σ.Ν.Π 35/18.4.200029/06/200005/09/2000 14% Π.Σ.Ν.Π. 36/28.6.200006/09/200014/11/2000 13, 25% Π.Σ.Ν.Π. 39/5.9.200015/11/200028/11/2000 12,75% Π.Σ.Ν.Π. 40/14.11.200029/11/200012/12/2000 12,25% Π.Σ.Ν.Π. 42/28.11.200013/12/200026/12/2000 11,50% Π.Σ.Ν.Π. 44/12.12.200027/12/200010/05/2001 10,75% Π.Σ.Ν.Π. 47/27.12.200011/05/200130/08/2001 10,50% Π.Υ.Σ. 1/14.1.200031/08/200117/09/2001 10, 25% 18/09/200108/11/2001 9,75% Απόφ.ΔΣ της ΕΚΤ 17.9.200109/11/200105/12/2002 9,25% Απόφ.ΔΣ της ΕΚΤ 8.11.2001Από 6.12.2002 8,75% Απόφ.ΔΣ της ΕΚΤ 5.12.2002 Θα πρέπει δε να σημειωθεί, ότι από την επισκόπηση της καταστάσεως αξιογράφων (βλ. σχετ. την προσκομιζόμενη κατάσταση) που δόθηκαν από τον τηλεοπτικό σταθμό ΑLΡΗΑ στον εγκαλούντα χάριν καταβολής παρατηρείται ότι όλες οι δοθείσες επιταγές παραδίδονταν εν συνεχεία στον κατηγορούμενο προς προεξόφληση, οι δε δανεισμοί με την παραπάνω μέθοδο ήταν τακτικοί και με μεγάλη συχνότητα, πράγμα που καθιστά ουσιαστικά βάσιμους τους σχετικούς ισχυρισμούς του εγκαλούντος περί διαδοχικών παρατάσεων των χρόνων καταβολής και συνομολογήσεων νέων ποσών τοκογλυφικών τόκων. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ενισχύονται ιδιαιτέρως με την από 15-2-2006 κατάθεση του μάρτυρα Ζ, ο οποίος αν και δεν ήταν παρών στις άνω συμφωνίες και δόσεις των επιταγών, εντούτοις φαίνεται να έχει καλή γνώση των τεκταινομένων καθώς κατά τα λεγόμενα του διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εγκαλούντα και επισκεπτόταν συχνά την επιχείρηση του, στην οποία εργαζόταν ο φίλος του .... Λόγω της φιλικής σχέσης και της συχνής επαφής των δύο, γνώριζε τα οικονομικά προβλήματα του εγκαλούντος αλλά και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος του δάνειζε μεγάλα χρηματικά ποσά προεξοφλώντας ("σπάζοντας", όπως λέει χαρακτηριστικά) επιταγές σε αυτόν με μηνιαίο τόκο ....... πάνω". Εξάλλου, υπέρ της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών του εγκαλούντος συνηγορεί και το γεγονός ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου (συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος με τέσσερα τέκνα) δεν δικαιολογούν την τόσο μεγάλη οικονομική του δυνατότητα, την δυνατότητά του δηλαδή να δανείζει σε κάποιο τρίτο πρόσωπο με το οποίο δεν διατηρεί κανένα τόσο στενό προσωπικό δεσμό που να του επιβάλει τέτοια συμπεριφορά τέτοια μεγάλα χρηματικά ποσά, που συνιστούν όπως ισχυρίζεται ο ίδιος στην απολογία του τους κόπους μιας ζωής, την στιγμή μάλιστα που γνωρίζει πολύ καλά την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το πρόσωπο αυτό. Επιπροσθέτως, κατά την κρίση μας κλονίζεται η αξιοπιστία των από 21-3-2006 και 23-3-2006 καταθέσεων των μαρτύρων ... και ..., οι οποίοι καταθέτουν ότι ο κατηγορούμενος δεν εισέπραττε τοκογλυφικά ωφελήματα καθώς μεταξύ του πρώτου εξ αυτών και του εγκαλούντος εκκρεμεί αστική διαφορά (βλ. σχετ. κατάθεση του, όπου αναφέρει ότι ο εγκαλών τον εξαπάτησε και του οφείλει 26 εκ. δρχ. και όπου εξαρχής τονίζει ότι δεν δίνει την περί ης ο λόγος κατάθεση για να τον εκδικηθεί) και η δεύτερη τυγχάνει συγγενής εξ αίματος (αδελφή) του κατηγορουμένου και δεν επικαλείται κάποιο περιστατικό από το οποίο να προκύπτει προσωπική γνώση κάποιου στοιχείου. Θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί, ότι ουδεμία επιρροή ασκούν στο αποδεικτικό υλικό οι περιεχόμενοι στο από 29-1-2007 υπόμνημα ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι κάποιες εκ των δοθεισών επιταγών ήταν πλαστές καθώς το γεγονός αυτό δεν αποκλείει την συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, ενσωματωμένων στις επιταγές αυτές, αδιάφορου όντως του ζητήματος της περαιτέρω λήψης ή δυνατότητας δικαστικής επιδίωξης των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Αντιθέτως φρονούμε, ότι συντρέχουν εν προκειμένω τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διωκομένου εγκλήματος, όπως αυτά καταγράφονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας προτάσεως και περαιτέρω ότι, η επανειλημμένη τέλεση της πράξης από τον κατηγορούμενο, όπως αυτή περιγράφηκε ήδη συνηγορεί υπέρ της κατάφασης, όχι μιας συγκυριακής εγκληματικής συμπεριφοράς, αλλά ενός οργανωμένου σχεδιασμού διαρκούς επανάληψης τοκογλυφικών πράξεων που θα του παρείχαν κάποιο εισόδημα, ενώ παράλληλα προκύπτει και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του, αν κανείς λάβει υπόψη, αφενός τη διάρκεια των εγκληματικών του πράξεων και αφετέρου τα υψηλά ποσά που συνομολόγησε και εισέπραξε". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξεως της κακουργηματικής τοκογλυφίας. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 και 404 παρ.2 α και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νόμιμα βάσης. Ειδικότερα το Συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον του κατηγορία, για την πράξη αυτή. Πράγματι, αναφέρεται αναλυτικά στο προσβαλλόμενο βούλευμα, η συνομολόγηση του δανείου, ποσού 4.000.000 δραχμών, κατά μήνα Νοέμβριο του 1998 προς τον εγκαλούντα, με διάρκεια ενός έτους και ποσοστό τόκου 4% μηνιαίως ή 48% ετησίως, αντί του ισχύοντος τότε νομίμου επιτοκίου εκ 19% ετησίως, σύμφωνα με την ΠΣΝΠ 12/1999-ΦΕΚ Α5, με τοκογλυφικά ωφελήματα για το πιο πάνω χρονικό διάστημα ύψους 1.920.000 δραχμών, που εισέπραξε από τον εγκαλούντα ο δανειστής κατηγορούμενος, αντί του νομίμου ποσού των 776.000 δραχμών, ότι στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από Νοεμβρίου του 1999 έως τα τέλη του 2002, συνομολόγησε νέα δάνεια με τον εγκαλούντα, με ίδιο ποσοστό τόκου προς 4% μηνιαίως, με τη μέθοδο της προεξόφλησης αξιόγραφων, και δη τραπεζικών επιταγών εκδόσεως τρίτων και συναλλαγματικών αποδοχής τρίτων, σε είκοσι μία ακόμα περιπτώσεις, που αναλύονται και εξειδικεύονται στο βούλευμα, κατά χρόνο, ποσό, διάρκεια, παραδοθέντα και προεξοφληθέντα αξιόγραφα και εισπραχθέντα ποσά παράνομων τοκογλυφικών ωφελημάτων, με παράθεση των ποσοστών νόμιμου τόκου διαδοχικά, όπως ίσχυσαν με βάση τις ΠΥΣ και ΠΣΝΠ και των διαφορών των παράνομα εισπραχθέντων αντίστοιχα τοκογλυφικών ωφελημάτων. Το βούλευμα επίσης, διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετική με την εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου τέλεση, α) κατ' επάγγελμα της πράξεως αυτής, αφού απέβλεπε στον πορισμό παράνομου εισοδήματος, με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων σε ποσοστό 4% μηνιαίως, που υπερέβαινε το ποσοστό του ισχύοντος κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, νομίμου τόκου, έχοντας προς τούτο αναπτύξει βάσει σχεδίου του, την κατάλληλη και αναγκαία υποδομή για την τέλεση της πράξεως αυτής και β) κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη ως άνω τέλεση της πράξεως της τοκογλυφίας, προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 32/19-2-2008 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για αναίρεση του με αριθμό 45/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τοκογλυφία κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Υπάρχει ειδική αιτιολογία της πράξης κατ’ εξακολούθηση και της συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων. Δυνατή η σώρευση και των δύο επιβαρυντικών περιστάσεων. Η προεξόφληση επιταγών και συναλλαγματικών τρίτων συνιστά χρηματικό δάνειο. Τοκογλυφικά ωφελήματα είναι και οι τόκοι που ενσωματώνονται στα αξιόγραφα. Επιτρεπτή η συμπληρωματική και όχι καθολική αναφορά και στην εισαγγελική πρόταση του πρωτόδικου βουλεύματος, στην οποία αναφέρεται η εισαγγελική πρόταση στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 807/2008).
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση, Τοκογλυφία.
0
Αριθμός 2431/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μυλωνόπουλο και 2) Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπατσώρη, περί αναιρέσεως της 592-593/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την υπό εκκαθάριση εταιρεία με την επωνυμία ".... ΟΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη από τους νομίμως διορισθέντες συνεκκαθαριστές ... και ...., κατοίκους ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνου. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6.8.2007 και 30.8.2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως και στο από 19.10.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1505/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθ. 592-593/2007), οι αιτήσεις αναιρέσεως από 6.8.2007 του Χ και από 30.8.2007 του Ζ, όπως η πρώτη έχει διαμορφωθεί με τους παραδεκτώς ασκηθέντες, δια του από 19.10.2007 δικογράφου, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 2578/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, εκτός άλλων, και οι ήδη αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, για τις πράξεις της απιστίας ο Ζ και της ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας ο Χ. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως και κατά το μέρος της που αφορά στους ανωτέρω κατηγορουμένους άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, την οποία δέχθηκε τυπικώς το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το οποίο στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον μεν Ζ απόπειρας απιστίας, τον δε Χ άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απιστίας του Ζ και επέβαλε σ' αυτούς ποινές φυλακίσεως ενός έτους, ανασταλείσα, στον Ζ και 18 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, στον Χ. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό εκθέσεως 13/13.7.2005, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του προβαλλομένου και με τις δύο αιτήσεις λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση "καθόσον το Δικαστήριο έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ κατ' ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού έπρεπε να κηρύξει ενόχους τους παραπάνω κατηγορουμένους των προαναφερομένων πράξεων. Ειδικότερα, από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και ιδίως από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ...., ..., ...., ...., Λ και Κ, σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδείχθηκε σε βαθμό δικανικής πεποιθήσεως ότι ο Ζ, δικηγόρος ...., ενώ ήταν εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση, λόγω πτωχεύσεως των μελών εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", δυνάμει της υπ' αριθ. 57/ΕΜ/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέρροιας, έχοντας την επιμέλεια και διαχείριση της υπό εκκαθάριση εταιρείας, με γνώση ζημίωσε την περιουσία αυτής και συγκεκριμένα μεταβίβασε με το υπ' αριθ. 390/20-1-2000 προσύμφωνο πώλησης της συμβολαιογράφου Όλγας Γιαμά (Βέρροιας) ποσοστό 29, 946/256 ακινήτου της εταιρείας εκτάσεως αρχικής 23,394 τ.μ. που βρίσκεται στην "..." της ... και με την υπ' αριθ. 413/4-2-2000 πράξη εκχώρησης δικαιωμάτων εκ προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου ποσοστό 113/256 του ακινήτου της στην ίδια περιοχή εκτάσεως 9.795,31 τ.μ. έναντι των αναγραφομένων ποσών 30.000.000 και 15.839.000 δρχ. αντίστοιχα στην Α.Ε. Κονσερβοποιία Βέρροιας Εισαγωγές - Εξαγωγές με διακριτικό τίτλο KONVERI, με αντέγγραφο δε το πραγματικό τίμημα του ακινήτου υπερέβαινε τις 240.000 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι το συνολικό τίμημα ξεπερνούσε το 1.000.000.000 δρχ. ζημιώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο της περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας κατά 450.000.000 δρχ. ο δε Χ ως Πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και εκπρόσωπος της αγοράστριας Α.Ε. συνέπραξε στην κατάρτιση των δύο προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων και στην συνέχεια προέβη με αυτοσύμβαση στην σύνταξη των υπ' αριθ. 453/28-2-2000 και 454/28-2-2000 συμβολαίων της ιδίας συμβολαιογράφου, με τα οποία η KONVERI απέκτησε κυριότητα των παραπάνω ποσοστών επί των εν λόγω ακινήτων. Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε ότι ενεργώντας έτσι οι δύο κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι προξενούσαν ζημία μισού δισεκατομμυρίου δρχ. στην υπό εκκαθάριση Ο. Ε. και ήθελαν να προξενήσουν αυτήν την ζημία. Συνεπώς η συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου (Ζ) στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πλημμελήματος της απιστίας (αρθρ. 390 Π.Κ., όπως ίσχυε πριν από τον ν. 3242/2004), η δε συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου (Χ) συνιστά άμεση συνδρομή στον πρώτο κατά την διάρκεια της πράξης δηλαδή άμεση συνέργεια σε απιστία κατά την έννοια των άρθρων 46 παρ. 1β, 390 Π.Κ. Συνακόλουθα πρέπει το Πενταμελές Εφετείο, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο την παρούσα έφεση, να κηρύξει τους δύο κατηγορουμένους ενόχους κατά τα ήδη εκτεθέντα και να επιβάλλει σ' αυτούς την ανάλογη ποινή". Έτσι όπως διατυπώθηκε η έφεση αυτή, ενόψει και του λόγου απαλλαγής των κατηγορουμένων με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε ότι ο εκκαθαριστής της εταιρείας κατηγορούμενος Ζ δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε υπό την πίεση των ανθρώπων της KONVERI και με πρόθεση να βλάψει την περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ'αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλούμενης αθωωτικής αποφάσεως και προσδιορίζονται οι λόγοι, για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα και στην απαλλαγή των κατηγορουμένων. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, οι δε περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, πρώτος της αιτήσεως του Ζ και δεύτερος της αιτήσεως του Χ, όπως διαμορφώθηκε ο τελευταίος με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, πρόσθετο λόγο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 390 Π.Κ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση, με το άρθρο 36 παρ. 2 Ν. 2172/1993, της περιεχόμενης αρχικώς σ' αυτό λέξεως "πρόθεση" με τη λέξη "γνώση" και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 15 Ν. 3242/2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία του εν λόγω εγκλήματος είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, δια καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική. Τέτοια ενέργεια είναι και η πώληση από τον εκκαθαριστή λυθείσης ομόρρυθμης εταιρείας ακινήτου της εταιρείας με τίμημα κάτω της πραγματικής του αξίας. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων κλπ., βλάβη δε (ζημία) της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεώς της από τον δράστη και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση αυτής. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η απλή συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος δόλος. Δράστης, επομένως, είναι εκείνος ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος είτε επιδιώκει, είτε προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση ζημίας στην υπό διαχείριση ξένη περιουσία και αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξεως που διέπραξε και στην εκτέλεση της πράξεως αυτής, κατά δε το άρθρο 49 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπου ο νόμος, για να είναι μία πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στον δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ. 1 μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)' αν όμως υπάρχουν μόνο σ' αυτούς που είναι συμμέτοχοι κατά τα άρθρα 46 παρ. 1 και 47, τότε οι τελευταίοι τιμωρούνται ως αυτουργοί και ο δράστης ως συνεργός. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, που έγκειται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής στον δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση άδικης πράξεως και στη γνώση ότι παρέχει αυτήν στην εκτέλεση άδικης πράξεως, ο άμεσος δε συνεργός του αυτουργού απιστίας διαχειριστή μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη αν δεν έχει και αυτός την ιδιότητα του διαχειριστή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Οι αδελφοί Κ και Λ κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, από άλλη εμπορική τους δραστηριότητα, που προκλήθηκε κατ' έτος 1995 και έτσι, ακολούθησε η λύση της ομόρρυθμης εταιρείας ".... Ο. Ε.", της οποίας ήταν ομόρρυθμα μέλη. Ακολούθησε το στάδιο της εκκαθαρίσεως και με την υπ' αριθ. 57/ΕΜ/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βερροίας, διορίσθηκε εκκαθαριστής της ο πρώτος κατηγορούμενος και δικηγόρος Πρωτοδικείου Βερροίας. Ο τελευταίος, που επιλέχθηκε ύστερα από πρόταση του μάρτυρα και τότε δικηγόρου των ομορρύθμων εταίρων της Ψ, πληροφορήθηκε ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της υπό εκκαθάριση εταιρίας ήταν το μεγάλης οικονομικής αξίας αστικό ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή .... και ήταν γνωστό με την ονομασία "....", στο οποίο η εταιρία αυτή ήταν συγκυρία με άλλα φυσικά πρόσωπα στα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης. Η οριστική τιμή μονάδας του ακινήτου αυτού, που από πολλών ετών βρισκόταν σε διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτριώσεως καθορίσθηκε δικαστικώς στο ποσό των 210.000 δρχ. ανά τ.μ. και περί τα τέλη του έτους 1999 υπήρχαν πολιτικές διαβεβαιώσεις για το ότι τελικά, το Ελληνικό Δημόσιο θα πλήρωνε στους ιδιοκτήτες αποζημιώσεις ύψους 240.000 δρχ. ανά τ.μ. Οι πολιτικές αυτές διαβεβαιώσεις ακολούθησαν τις σοβαρές εξαγγελίες στα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, του τότε Πρωθυπουργού της Χώρας ... και οι διαβεβαιώσεις αυτές έλαβαν σάρκα και οστά κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000, όταν υλοποιήθηκε από το Δημόσιο η εκταμίευση της αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας ανήλθε στο συνολικό ποσό του 1.200.000 ευρώ. Ωστόσο, όμως, όλως αιφνιδίως και εν αγνοία πολλών ενδιαφερομένων και κυρίως των ομορρύθμων εταίρων Κ και Λ της συνιδιοκτήτριας Ο.Ε. της πιο πάνω εδαφικής εκτάσεως, αποκαλύφθηκε τελικά, ότι προηγήθηκε προσύμφωνο πωλήσεως (υπ' αριθ. 390/20-1-2000 της συμβολαιογράφου Βερροίας Όλγας Γιαμά) και ακολούθησε η υπ' αριθ. 413/4-2-2000 πράξη εκχώρησης δικαιωμάτων εκ προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου, προκειμένου το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της υπό εκκαθάριση εταιρείας να μεταβιβασθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο, που ενεργούσε με την ιδιότητα του εκκαθαριστή της πιο πάνω Ο.Ε., στην Α.Ε. και με την επωνυμία "Κονσερβοποιΐα Βέρροιας Εισαγωγές-Εξαγωγές με τον διακριτικό τίτλο KONVERI" έναντι εμφανούς τιμήματος 45.839.000 δρχ. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι επίκειται η καταβολή της αποζημιώσεως που ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση της απαλλοτριώσεως και ότι το ποσό της ήταν υπερδιπλάσιο εκείνου, που συμφώνησε να λάβει ως τίμημα από την πώληση που επεχείρησε να πραγματοποιήσει. Γνώρισε επομένως και ότι έτσι θα επέλθει ζημία κατά το αντίστοιχο χρηματικό ποσό στην Ο.Ε., της οποίας ήταν εκκαθαριστής και συνεκδοχικά στους αδελφούς Κ & Λ, οι οποίοι τελούσαν εν αγνοία των ενεργειών του πρώτου των κατηγορουμένων. Το γεγονός δε αυτό γνώριζε και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, ο οποίος έσπευσε να συμβληθεί στα προηγούμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, με γνώση ότι ζημιώνει την πιο πάνω Ο.Ε. και τα προαναφερόμενα ομόρρυθμα μέλη της. Συνεπώς και σύμφωνα με τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, δεν επήλθε τελικά η ζημία στην υπό εκκαθάριση εταιρία και τους εταίρους της, για τον λόγο ότι δεν επακολούθησε και η καταβολή της αποζημιώσεως, λόγω της δικαστικής εμπλοκής της υποθέσεως. Ωστόσο όμως, υπάρχει αρχή εκτελέσεως πράξεως (αδικήματος) της απιστίας, το οποίο αποπειράθηκε να τελέσει ο πρώτος κατηγορούμενος με την άμεση συνδρομή του δευτέρου από αυτούς, το οποίο όμως δεν ολοκληρώθηκε, για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως των κατηγορουμένων και ειδικότερα, διότι από τις διαμαρτυρίες των ενδιαφερομένων απετράπη η καταβολή της αποζημιώσεως, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κονσερβοποιία Βέρροιας Εισαγωγές - Εξαγωγές με τον διακριτικό τίτλο KONVERI" και η αντίστοιχη προς την διαφορά του μεταξύ τιμήματος και αποζημιώσεως ποσού ζημία της Ο.Ε. και των ομορρύθμων μελών της. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δόλος του πρώτου κατηγορουμένου να προκαλέσει ζημία στους παθόντες, αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και του μάρτυρα ...., που ενημέρωσε επανειλημμένα τον πρώτο κατηγορούμενο, για τις προσπάθειές του να αυξηθεί η τιμή μονάδος απαλλοτριώσεως και για το γεγονός ότι επίκειται η ολοκλήρωση της απαλλοτριώσεώς του. Ο δόλος δε του πρώτου κατηγορουμένου ενισχύεται και από τα επόμενα σοβαρά και αναμφισβήτητα πραγματικά γεγονότα: α) ότι αν και επρόκειτο για την πώληση μεγάλης οικονομικής αξίας ακινήτου, η κατάρτιση των αναγκαίων για την μεταβίβασή του συμβολαιογραφικών συμβάσεων, έγινε με πλήρη μυστικότητα και εν αγνοία των αδελφών Κ & Λ, για το συμφέρον των οποίων υποτίθεται ότι ενεργούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, στους οποίους κατά τον λόγο της εταιρικής τους μερίδος θα περιερχόταν τελικά ό,τι θα απέμενε μετά την εξόφληση των προς τρίτους χρεών τους (Α.Κ. 782). Το γεγονός άλλωστε ότι αρκετούς μήνες πριν, που υπερβαίνουν το εξάμηνο, οι προσωπικές σχέσεις του τελευταίου με τους αδελφούς Κ & Λ δεν ήταν ούτε ομαλές, ούτε εγκάρδιες, το παραδέχθηκε και ο ίδιος στην απολογία του β) ότι ενώ ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος μερίμνησε για τον εξοπλισμό του με αντέγγραφα, για την απόδειξη του εκτός συμβολαίου τεραστίου μέρους του τιμήματος, δεν επικαλέσθηκε κανένα έγγραφο που να διασφαλίζει και την θέση των αδελφών Κ & Λ και να αποδεικνύει την γνώση της πωλήσεως που θα επακολουθούσε. Πιο συγκεκριμένα, αν οι τελευταίοι γνώριζαν ότι πρόκειται να πουληθεί το ακίνητο τους θα φρόντιζαν για λόγους στοιχειώδους προνοίας με κάποιο έγγραφο, να εξασφαλίσουν στοιχειωδώς την δυνατότητα αποδείξεως αυτών που απετέλεσαν την βάση της ιδιαίτερης συμφωνίας τους, με τον πρώτο κατηγορούμενο, για την περίπτωση αθετήσεως των συμφωνηθέντων και γ) ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας με μεγάλη μυστικότητα, απέφυγε κάθε δημοσιότητα με ανακοινώσεις δια μέσου του ημερησίου και εβδομαδιαίου τύπου, προκειμένου να προκληθεί αγοραστικό ενδιαφέρον από ευρύτερο κοινό και η επίτευξη μεγαλύτερου τιμήματος. Τέλος δε, η γνώση του δευτέρου κατηγορουμένου για την πρόθεση του πρώτου και η απόφαση του να παράσχει άμεση συνδρομή, κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως, με την συνυπογραφή των προαναφερομένων συμβολαιογραφικών εγγράφων, ενισχύεται πλην άλλων και από το γεγονός ότι δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της αγοράστριας εταιρίας ήταν ο Ψ, άλλοτε δικηγόρος των ομορρύθμων εταίρων της υπό εκκαθάριση εταιρίας Κ και Λ. Έτσι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, λόγω και της ιδιαίτερης σχέσεως μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του Ψ πληροφορήθηκε και γνώριζε ότι επίκειται η ολοκλήρωση της απαλλοτριώσεως με την καταβολή υπερδιπλασίου ποσού αποζημιώσεως από εκείνο που συμφώνησαν ως καταβλητέο τίμημα αγοράς από την εταιρεία του, γι' αυτό άλλωστε και έσπευσε να ενσωματώσει στην περιουσία της εταιρείας αυτής το συγκεκριμένο ακίνητο. Σύμφωνα με όσα γίνονται πιο πάνω δεκτά, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που αναφέρονται στο διατακτικό .......... και συγκεκριμένα της απόπειρας απιστίας ο πρώτος και ο δεύτερος της άμεσης συνδρομής στην πράξη που αποπειράθηκε να τελέσει ο πρώτος". Ακολούθως, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες απόπειρας απιστίας τον Ζ, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απιστίας αυτή του Χ και συγκεκριμένα Α) τον Ζ διότι "Στη ... την 20-1-2000 και 4-2-2000 με γνώση αποπειράθηκε να ζημιώσει την περιουσία άλλου της οποίας βάσει του νόμου είχε την επιμέλεια ή διαχείριση και ειδικότερα ενώ ήταν εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση λόγω πτώχευση(ς) των ομορρύθμων μελών εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε", δυνάμει της υπ' αριθμ. 57/ΕΜ/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και είχε την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρίας με γνώση αποπειράθηκε να ζημιώσει την περιουσία αυτής. Ειδικότερα με το υπ' αριθμ. 390/20-1-2000 προσύμφωνο πώλησης της συμβολαιογράφου Βέροιας Όλγας Γιαμά υποσχέθηκε τη μεταβίβαση ποσοστού 29,946/256 ενός ακινήτου της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας εκτάσεως αρχικής 23.394 τ.μ. που βρίσκεται στην .... της ..... και με την 413/4.2.2000 πράξη εκχώρησης δικαιωμάτων εκ προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου ποσοστό 113/255 ενός άλλου ακινήτου στην ίδια περιοχή εκτάσεως 9.795,31 έναντι των αναγραφομένων ποσών 30.000.000 και 15.839.000 δρχ. αντίστοιχα στην ΑΕ Κονσερβοποιία Βέροιας εισαγωγές -εξαγωγές με διακριτικό τίτλο KONVERΙ και με αντέγγραφο το πραγματικό τίμημα ανήλθε στα 550.000.000 δρχ. αν και γνώριζε ότι το ύψος της αγοραίας αξίας των ακινήτων ξεπερνούσαν τις 240.000 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο ήτοι το συνολικό τίμημα ξεπερνούσε το 1.000.000.000 δρχ. και ότι η ζημία που θα επερχόταν στην υπό εκκαθάριση Ο.Ε. και τους ομορρύθμους εταίρους της, θα ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 450.000.000 δρχ. Πλην όμως απέτυχε να ολοκληρώσει την πράξη του, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, και ειδικότερα διότι απετράπη η καταβολή του ποσού της αποζημιώσεως, λόγω της δικαστικής εμπλοκής της υποθέσεως". Και Β) τον Χ διότι "Στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο με πρόθεση παρέσχε σε άλλον άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια της πράξεώς του και κατά την εκτέλεσή της και συγκεκριμένα τελώντας σε γνώση ότι επίκειται η ολοκλήρωση της απαλλοτριώσεως των ακινήτων που αναφέρονται πιο πάνω και ότι το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως θα ήταν υπερδιπλάσιο, προσυμφώνησε την αγορά τους έναντι τιμήματος 550.000.000 δρχ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της με την επωνυμία ανώνυμης εταιρείας "ΑΕ Κονσερβοποιία Βέροιας εισαγωγές - εξαγωγές" με διακριτικό τίτλο KONVERΙ και συνυπέγραψε τα συμβολαιογραφικά αυτά έγγραφα, παρέχοντας έτσι άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Ζ να εκτελέσει την αδικοπραξία της απόπειρας απιστίας που περιγράφεται πιο πάνω". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτήν τελικά καταδικάσθηκε ο κάθε αναιρεσείων-κατηγορούμενος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1β' και 390 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Ζ είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας ".... ΟΕ", ως εκκαθαριστής αυτής διορισμένος με δικαστική απόφαση και ότι με ενέργειές του εξωτερικές και δικαιοπρακτικές, ήτοι με τη σύνταξη των μνημονευομένων συμβολαιογραφικών εγγράφων, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, παρέβη τους κανόνες της επιμελούς διαχειρίσεως με το να συμφωνήσει το αναφερόμενο τίμημα, ουσιωδώς υπολειπόμενο του πραγματικού, για τη μεταβίβαση, δια των άνω συμβολαίων, του περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, σαφώς προσδιοριζομένου στο μνημονευόμενο στο διατακτικό ιδανικό ποσοστό επί του όλου ακινήτου της εκεί αναφερόμενης αξίας, υπερδιπλάσιας του ποσού που συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως τίμημα από την KONVERI. Περαιτέρω, παρατίθενται περιστατικά και επί τούτων συλλογισμοί, από τα οποία προκύπτει η γνώση του ως άνω αναιρεσείοντος, ότι από τις ανωτέρω ενέργειές του, για τις οποίες δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποτελούν αρχή εκτελέσεως της πράξεως της απιστίας, θα επήρχετο ζημία τουλάχιστον 450.000.000 δρχ. στην υπό εκκαθάριση εταιρεία, ήτοι η γνώση του περί του δικαστικού καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το υπόψη (μείζον) ακίνητο εκ 210.000 δρχ. ανά τ.μ. και περί εκπεφρασμένης πολιτικής βουλήσεως να καταβληθεί σχετικώς τέτοια τιμή μονάδος εκ 240.000 δρχ. ανά τ.μ. Ακόμη, αιτιολογείται επαρκώς η ύπαρξη του δόλου του αναιρεσείοντος Χ, με την παραδοχή ότι ηθελημένη αυτός συμμετέσχε, ως αντισυμβαλλόμενος του αναιρεσείοντος Ζ, στην κατάρτιση των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, γνωρίζοντας κατά τους χρόνους υπογραφής τούτων ότι ο αντισυμβαλλόμενός του ενεργούσε εν γνώσει του ότι θα επήρχετο ζημία στην περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας και με την περαιτέρω παραδοχή ότι τη γνώση αυτή αντλούσε ο αναιρεσείων Χ από πληροφορίες που είχε, για το ύψος της επικείμενης να καταβληθεί αποζημιώσεως, από τον δικηγόρο της αγοράστριας KONVERI, που αυτός (Χ) εκπροσωπούσε, Ψ, για τον οποίο σαφώς δέχεται η απόφαση ότι είχε πληροφορηθεί σχετικώς από τον αναιρεσείοντα Ζ, με τον οποίο συνεδέετο και τον είχε υποδείξει για εκκαθαριστή της ΟΕ. Το Δικαστήριο, εξάλλου, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα Ζ, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το είδος τους, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική επί μέρους αξιολόγηση και συσχετισμός μεταξύ τους, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, ενώ, περαιτέρω, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, στην οποία αφορούν όλοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ζ, με τους οποίους, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και ειδικότερα υπό την επίκληση ότι το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο "απέφυγε τη στάθμιση και αξιολογική και συγκριτική συσχέτιση" των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων, πλήττεται ως εσφαλμένη η εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, πρώτος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως του Χ, πρώτος, τρίτος και δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του πρόσθετοι λόγοι του ιδίου και δεύτερος της αιτήσεως του Ζ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως του Χ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ως εκ της μη αναφοράς σ' αυτήν του άρθρου 49 παρ. 1 περ. 1 ΠΚ και της εντεύθεν ασάφειας αν εφαρμόσθηκε ή όχι η εν λόγω διάταξη. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορισθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στο πρόσωπο του ανωτέρω αναιρεσείοντος εφαρμόσθηκε η εν λόγω διάταξη υπό την έννοια της επιβολής μειωμένης ποινής ενόψει του ότι το τελευταίο εναπόκειται στην ευχέρεια του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 6 Αυγούστου 2007 και 30 Αυγούστου 2007 αιτήσεις των Χ και Ζ, αντιστοίχως, όπως η πρώτη διαμορφώθηκε με τους από 19 Οκτωβρίου 2007 προσθέτους λόγους, περί αναιρέσεως της 592-593/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως. Η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως τέτοιας εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο και να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Απορρίπτεται ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως με την οποία κρίθηκε παραδεκτή, ως περιέχουσα την αξιούμενη αιτιολογία, έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως. Απιστία και άμεση σ’ αυτήν συνέργεια. Στοιχεία. Η ζημιογόνος πράξη του διαχειριστή της ξένης περιουσίας πρέπει να είναι εξωτερική και συγχρόνως δικαιοπρακτική. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για απιστία του αναιρεσείοντος, ο οποίος ως εκκαθαριστής λυθείσης ομόρρυθμης εταιρείας, διορισθείς με δικαστική απόφαση, πώλησε ακίνητο της εταιρείας με τίμημα κάτω της πραγματικής αξίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για άμεση στην άνω απιστία συνεργεία του αντισυμβληθέντος αγοραστή στην ανωτέρω σύμβαση πωλήσεως. Ο άμεσος συνεργός του αυτουργού απιστίας διαχειριστή, μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη, αν δεν έχει και αυτός την ιδιότητα του διαχειριστή.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Απιστία.
0
Αριθμός 2430/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (ορισθείσα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πελέκη, περί αναιρέσεως της 478/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1022/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 111 παρ. 8 και 9 παρ. 1 ΚΠοινΔ, το Τριμελές Εφετείο δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, κατά δε το άρθρο 112 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δικάζει τα πλημμελήματα, εξαιρουμένων των αναφερομένων σ' αυτό, μεταξύ των οποίων και τα πλημμελήματα των προσώπων που απολαύουν ιδιάζουσας δωσιδικίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 7 του ίδιου ως άνω άρθρου 111, τα οποία δικάζονται σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Εφετείο και σε δεύτερο βαθμό από το Πενταμελές Εφετείο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 119 ΚΠοινΔ, την αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξεως από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του Εισαγγελέα. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου προς εκδίκαση των εφέσεων κατ' αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνον στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο τελευταίο αυτό δικαστήριο και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, μετά την εκδίκαση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό, υπήχθη σε καθεστώς ιδιάζουσας δωσιδικίας, εκ του νόμου ή εκ του πράγματος, της οποίας αν απελάμβανε κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως ή κατά το χρόνο εκδικάσεώς της σε πρώτο βαθμό, τούτο θα είχε ως συνέπεια την εισαγωγή της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο και, μετά από άσκηση εφέσεως, στο Πενταμελές Εφετείο. Και τούτο, διότι αφενός δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση και αφετέρου δεν προβλέπεται σε καμία περίπτωση η εκδίκαση εφέσεως κατ' αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από το Πενταμελές Εφετείο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, κατά τον οποίο το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 478/2007 καταδικαστική απόφαση, επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της όμοιας 332/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην να δικάσει την έφεση αυτή, για την οποία αρμόδιο καθ' ύλην ήταν το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, επειδή ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο εκδικάσεώς της, την 17.4.2007, είχε υπαχθεί στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 111 παρ. 7 ΚΠοινΔ, ως δήμαρχος ....., σύμφωνα με το ισχύον από 8.6.2006 άρθρο 145 παρ. 1 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", κατά το οποίο οι δήμαρχοι υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 259 ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, όπως διευρύνθηκε με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, και τέτοιος θεωρείται και ο δήμαρχος, απαιτούνται α) παράβαση από τον υπάλληλο του υπηρεσιακού καθήκοντος που επιβάλλεται σ' αυτόν από το νόμο ή έχει καθορισθεί με διοικητικές πράξεις ή απορρέει από ιδιαίτερες οδηγίες των προϊσταμένων του ή ενυπάρχει σ' αυτή την ίδια τη φύση της υπηρεσίας του, β) δόλος του δράστη, που ενέχει τη θέλησή του να παραβεί το καθήκον της υπηρεσίας του και γ) σκοπός, επιπλέον, του δράστη να προσπορίσει δια της παραβάσεως, στον εαυτό του ή σε άλλον, παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια, ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς, όμως να απαιτείται περαιτέρω και η επίτευξη του σκοπού αυτού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 254 ΠΚ, υπάλληλος για τον οποίο υπάρχει νόμιμος λόγος να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση και που εν γνώσει του αποσιωπά το περιστατικό αυτό και ενεργεί σ' αυτήν την υπόθεση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν η αποσιώπηση έγινε με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια του ίδιου ή άλλου ή τη βλάβη άλλου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει αφενός μεν ότι δράστης του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως είναι υπάλληλος, αφετέρου δε ότι προς στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτούνται α) διάταξη νόμου που να εξαιρεί τον υπάλληλο στη συγκεκριμένη υπόθεση, β) αποσιώπηση από τον υπάλληλο του λόγου εξαιρέσεως εν γνώσει του ότι υπάρχει τέτοιος λόγος και ενέργειά του στην υπόθεση και γ) η αποσιώπηση να έγινε με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας του ίδιου του δράστη ή άλλου ή προς βλάβην άλλου, αδιαφόρως αν ο σκοπός αυτός πραγματώθηκε. Η ιδιότητα του υπαλλήλου στη διάταξη του άρθρου 254 ΠΚ λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, ήτοι εκείνου στον οποίο έχει νόμιμα ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, και όχι με τη διευρυμένη έννοια του άρθρου 263α ΠΚ, κατά ρητή επιταγή της οποίας τα πρόσωπα που θεωρούνται απ' αυτήν ως υπάλληλοι μπορούν να τελέσουν τα αναφερόμενα σ' αυτήν υπηρεσιακά εγκλήματα, στα οποία δεν περιλαμβάνεται και αυτό του άρθρου 254 ΠΚ. Ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 254 ΠΚ θεωρείται και ο δημοτικός σύμβουλος, νομίμως εκλεγείς ως μέλος του δημοτικού συμβουλίου και μετέχων στις συνεδριάσεις του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1 και 119 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα που ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω χρόνο (π.δ. 410/1995 - ήδη άρθρο 99 του Ν. 3436/2006 Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), συνάγεται ότι ο δημοτικός σύμβουλος δεν δικαιούται να μετάσχει στη συζήτηση θέματος ή στη λήψη αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου εφόσον συγγενής του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι το δεύτερο βαθμό εξαρτά, από τη συζήτηση ή την απόφαση, υλικό συμφέρον. Τέλος, κατ' εξακολούθηση έγκλημα, κατά το άρθρο 98 ΠΚ, είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με ταυτότητα αποφάσεως προς τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Οι μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος διατηρούν την αυτοτέλειά τους, γι' αυτό η ειδικότερη εξειδίκευσή τους στην απόφαση, από απόψεως χρόνου τελέσεώς τους, είναι αναγκαία αν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή την παραγραφή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παράβαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Ενόψει αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος, ειδικότερα, αποφάσεως, αλλά και για το εφικτόν του ελέγχου από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση, πλην άλλων, και πόθεν προκύπτει το καθήκον του υπαλλήλου, το οποίο αυτός παρέβη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Λάρισας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών ανασταλείσα και ειδικότερα για το ότι: "Α) Στο διάστημα από 30.12.2000 έως το Δεκέμβριο του 2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Ειδικότερα, ως Δήμαρχος ....., υπάλληλος κατά το άρθρο 263α Π.Κ., και ενώ γνώριζε ότι ο Α, αδερφός της γυναίκας του, είχε καταλάβει δημοτική έκταση 3,30 τμ στο ΟΤ-..... του σχεδίου πολεοδομικής μελέτης ....., δεν προέβη σε καμιά νόμιμη ενέργεια προς άρση της κατάληψης της δημοτικής έκτασης, με σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στον καταλαβόντα τη δημοτική έκταση, Α, παρά τις αντίθετες υποδείξεις της Δ/νσης Τοπ. Αυτ/σης Ν. Τρικάλων με τα υπ' αριθ. ....., ....., ....., ..... έγγραφά της. Β) Στις 3-6-2003, ενώ ήταν υπάλληλος για τον οποίο υπήρχε νόμιμος λόγος να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση, εν γνώσει του αποσιώπησε το περιστατικό αυτό και ενήργησε σε αυτήν την υπόθεση με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια άλλου. Ειδικότερα, με την ιδιότητά του ως δημοτικού συμβούλου του Δήμου ....., μετείχε στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, παρά το ότι κρινόταν ένσταση του Α, αδερφού της γυναίκας του, και θα έπρεπε για αυτό το λόγο να εξαιρεθεί, ψηφίζοντας υπέρ της αποδοχής της ένστασης του παραπάνω και συγκεκριμένα να παραμείνει το ΟΤ ..... οικοδομήσιμο, με σκοπό να ωφεληθεί αθέμιτα ο Α, ο οποίος επιδίωκε να χαρακτηριστεί το ΟΤ ..... οικοδομήσιμο και να κριθεί νόμιμο το κτίσμα που είχε οικοδομήσει επ' αυτού". Στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως το Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στους ..... ..... κατά τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: α) κατά το από 30.12.2000 έως Σεπτέμβριο 2002 χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως Δήμαρχος ....., θεωρούμενος ως υπάλληλος κατά τη διάταξη του άρθρου 263α ΠΚ, ενώ γνώριζε ότι ο Α, κουνιάδος του (αδελφός της συζύγου του) είχε καταλάβει δημοτική έκταση 3,30 τ.μ του ΟΤ ..... του σχεδίου πολεοδομικής μελέτης ....., δεν προέβη σε καμία νόμιμη ενέργεια (έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κατ' άρθρο 1 παρ.1 ν.δ. 31/68 σε συνδ. με α.ν. 268/68 ή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κ.λ.π.) προς άρση της παράνομης κατάληψης, με σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στον καταλαβόντα παρανόμως την άνω έκταση Α, παρά τις αντίθετες υποδείξεις της Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων, σύμφωνα με τα υπ' αριθ. ....., ....., ....., ..... έγγραφά της. β) στις 3-6-2003 κατά την συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ....., όπου συνεζητείτο ένσταση του άνω συγγενούς του εξ αγχιστείας (κουνιάδου του), ως Δημοτικός Σύμβουλος, υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 263 α ΠΚ, αποσιώπησε εν γνώσει του το κώλυμα που είχε σύμφωνα με τα άρθρο 99 σε συνδυασμό με το άρθρο 119 ΠΔ 410/95 και δεν εξαιρέθηκε αλλά παρέμεινε και ψήφισε υπέρ της αποδοχής της ένστασης του άνω συγγενούς του, η δε αποσιώπηση του άνω κωλύματος έγινε με σκοπό να ωφεληθεί αθέμιτα ο Α, ο οποίος επεδίωκε να χαρακτηρισθεί το ΟΤ ..... οικοδομήσιμο και να κριθεί νόμιμο κτίσμα που είχε οικοδομήσει επ' αυτού. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι δεν απέκρυψε τη συγγένειά του ούτε η ψήφος του έκρινε το αποτέλεσμα, δεν αναιρεί την ποινική του ευθύνη, αφού "ενήργησε" στην υπόθεση και με σκοπό να ωφελήσει αθέμιτα τον αδελφό της συζύγου του. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως για την οποία καταδικάσθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ως άνω άρθρου 254 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα και σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του αντιθέτου λεκτέα τα εξής: α) διαλαμβάνεται ρητώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως η διάταξη του άρθρου 99 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995), από την οποία, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 119 του ίδιου Κώδικα, επεβάλλετο πράγματι στον αναιρεσείοντα δημοτικό σύμβουλο να μη μετάσχει στη συνεδρίαση και απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ..... κατά τη συζήτηση, στις 3.6.2003, ενστάσεως του αδελφού της συζύγου του Α, αφού δια των διατάξεων αυτών ορίζετο, αντιστοίχως, ότι "ένας κοινοτικός σύμβουλος δεν μπορεί να πάρει μέρος στη συζήτηση ενός θέματος ή στην κατάρτιση μιας αποφάσεως του κοινοτικού συμβουλίου, αν ο ίδιος ή συγγενής του έως το δεύτερο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έχει υλικό συμφέρον" και "οι διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 5, 94 παρ. 2, 3 ...... 99 ...... εφαρμόζονται ανάλογα και στους δήμους ......", 2) με το να δεχθεί το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου ως δημοτικός σύμβουλος, στην πραγματικότητα δέχθηκε την ιδιότητα αυτή με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, το οποίο και μόνον απαιτείτο και εμπεριέχεται στη διάταξη του άρθρου 263α ΠΚ που μνημόνευσε στην απόφαση, η παράθεση της οποίας, αν και δεν περιλαμβάνει και το έγκλημα του άρθρου 254 ΠΚ μεταξύ των εγκλημάτων τα οποία μπορούν να τελέσουν τα πρόσωπα που αναφέρει και θεωρούνται απ' αυτήν ως υπάλληλοι κατά διεύρυνση της έννοιας του υπαλλήλου που θεσπίζει το άρθρο 13 στοιχ. α' ΠΚ, δεν καθιστά εκ τούτου εσφαλμένη την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά, ήτοι ότι ο αναιρεσείων ήταν υπάλληλος ως δημοτικός σύμβουλος, στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 254 ΠΚ, 3) από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και "των εγγράφων που αναγνώσθηκαν", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που φέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, άρα και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ..... Έκθεση αυτοψίας του μηχανικού ..... και ..... Πρακτικό του Δημοτικού Συμβουλίου, μνημονευόμενα στα πρακτικά με αύξοντες αριθμούς αναγνωσθέντων εγγράφων 4 και 7 (το δεύτερο ως ταυτάριθμη απόφαση του ΔΣ του Δήμου .....), μη συναγομένου του αντιθέτου από τη μη ειδική μνεία και αξιολόγηση αυτών στην αιτιολογία της αποφάσεως και 4) για την πραγμάτωση του υπόψη εγκλήματος δεν απαιτείται και η επίτευξη του σκοπού του δράστη, δηλαδή της αθέμιτης ωφέλειας του ίδιου ή άλλου ή της βλάβης άλλου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, προβάλλων έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως της αποφάσεως λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της βλάβης του Δήμου ..... επ' ωφελεία του Α. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως, κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδίκη του αναιρεσείοντος για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, με τις ίδιες ως άνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσεως, κατά το μέρος της που αφορά στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, καθόσον δεν καθορίζεται σ' αυτήν, σαφώς και με πληρότητα, πόθεν απέρρεε το καθήκον του αναιρεσείοντος να ενεργήσει προς άρση της καταλήψεως των 3,30 τ.μ. δημοτικής εκτάσεως από τον Α, ήτοι αν απέρρεε από διάταξη νόμου, διοικητική πράξη, οδηγία των προϊσταμένων του ή από τη φύση της υπηρεσίας, αλλά και, ακόμη, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι η φράση του σκεπτικού και του διατακτικού "παρά τις αντίθετες υποδείξεις της Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων σύμφωνα με τα υπ' αριθ. ....., ....., ....., ..... έγγραφά της" εννοεί ότι το καθήκον του αναιρεσείοντος απέρρεε από οδηγία των προϊσταμένων του προς αυτόν, περιληφθείσα στα εν λόγω έγγραφα, διότι δεν προσδιορίζεται ποιές ακριβώς ενέργειες του είχαν υποδειχθεί με τα έγγραφα αυτά, σε σχέση με την κατάληψη της ως άνω εδαφικής εκτάσεως. Και ναι μεν μνημονεύονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, ως δέουσες ενέργειες, η έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως δεν διευκρινίζεται αν οι ενέργειες αυτές είναι και οι υποδειχθείσες στον αναιρεσείοντα με τα ως άνω έγγραφα. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως, κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδίκη του αναιρεσείοντος για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και κατά τη διάταξή της περί συνολικής ποινής. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, κατά το ίδιο ως άνω μέρος της και για παραβίαση εκ πλαγίου, με εσφαλμένη εφαρμογή, της διατάξεως του άρθρου 98 ΠΚ, καθόσον, ενώ δέχεται την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος τελεσθείσα δια παραλείψεως, η συνιστώσα την οποία παράλειψη οφειλομένης ενεργείας διήρκεσε, κατά τα δεκτά γενόμενα, κατά το διάστημα από 30.12.2000 έως το Δεκέμβριο 2002, κατά το οποίο όφειλε ο αναιρεσείων να ενεργήσει, παραδοχή που υποδηλώνει τέλεση μιας πράξεως, συγχρόνως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για κατ' εξακολούθηση τέλεση του εν λόγω εγκλήματος δια παραλείψεως, διαλαμβάνοντας ρητώς και εφαρμογή του άρθρου 98 ΠΚ, δημιουργουμένης έτσι ασάφειας ως προς την ταυτότητα της πράξεως, ενόψει και του ότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων που απαρτίζουν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Αναιρουμένης κατά τα προδιαληφθέντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 478/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος της περί καταδίκης του αναιρεσείοντος Χγια παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και κατά τη διάταξή της περί συνολικής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15 Μαΐου 2007 αίτηση του Χπερί αναιρέσεως της ίδιας (478/2007) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου προς εκδίκαση εφέσεων κατ’ αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου στηρίζεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η υπόθεση εκδικάσθηκε πρωτοδίκως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και δεν επηρεάζεται από το ότι ο κατηγορούμενος μετά την εκδίκαση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό υπήχθη σε καθεστώς ιδιάζουσας δωσιδικίας, της οποίας αν απελάμβανε κατά το χρόνο της πράξεως ή εκδικάσεώς της σε πρώτο βαθμό η υπόθεση θα εισήγετο στο Τριμελές Εφετείο και κατ’ έφεση στο Πενταμελές Εφετείο. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου προς εκδίκαση εφέσεως κατ’ αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου επειδή ο κατηγορούμενος κατά την εκδίκαση της εφέσεως είχε με νόμο υπαχθεί, ως δήμαρχος, σε ιδιάζουσα δωσιδικία. Παράβαση καθήκοντος. Υποκείμενο και στοιχεία. Ανάγκη να καθορίζεται στην απόφαση και το πόθεν προκύπτει το καθήκον του υπαλλήλου, το οποίο αυτός εκ προθέσεως παραβίασε. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν καθορίζεται πόθεν απέρρεε το καθήκον του αναιρεσείοντος δημάρχου να ενεργήσει κατά του καταλαβόντος δημοτική εδαφική έκταση. Αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως. Υποκείμενο και στοιχεία. Έννοια υπαλλήλου. Θεωρείται και ο δημοτικός σύμβουλος. Ο σκοπός του δράστη δεν απαιτείται και να επιτευχθεί. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως του δημοτικού συμβούλου που μετέσχε στη συζήτηση και απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Δήμου επί θέματος εκ του οποίου εξαρτούσε υλικό συμφέρον ο αδελφός της συζύγου του. Αναιρεί κατά το μέρος της περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για παράβαση καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση και κατά τη διάταξή της περί συνολικής ποινής. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική, Παράβαση καθήκοντος, Αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως, Αναρμοδιότητα καθ'ύλη.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2429/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαραγκό, 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ρουμελιώτη και 3. Χ3, που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Πουλαντζά, Ανδρέα Γαβαλά και Ιωάννη Γιαννίδη, περί αναιρέσεως της 694/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Μιχάλη Δελημανώλη του Ιωάννη, κάτοικο Νικαίας Αττικής, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Σεπτεμβρίου 2008, 17 Σεπτεμβρίου 2008 και 15 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, και στο από 15 Οκτωβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων του τρίτου των αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1549/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν ως αβάσιμες οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι του τρίτου των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες 1) από 3/9/2008 (με αρ.πρωτ. 7683/18-9-08), 2) από 17/9/2008 (με αρ.πρωτ. 7677/18-9-08) και 3) από 15/9/2008 (με αρ.πρωτ. 7641/17-9-08) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση της 694/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Οι από 15/10/2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του Χ3, που ασκήθηκαν με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 15-10-2008 (βλ. πράξη καταθέσεως επί του δικογράφου των προσθέτων λόγων), πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, ως εκπροθέσμως ασκηθέντες, αφού δεν ασκήθηκαν δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της υποθέσεως ημέρα (24/10/2008), όπως ορίζεται στο άρθρο 509 παρ.2 του ΚΠΔ. ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα,σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Διαφορετικά, αν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της απόφασης δεν συνάγεται με τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, υπάρχει έλλειψη της κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενης αιτιολογίας της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που την εξέδωσε, έκρινε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ), που τέλεσαν στον Πειραιά, ο πρώτος στις 13-12-2000, η δεύτερη στις 5-2-2001 και ο τρίτος στις 17-7-2001 και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, τον καθένα, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Ειδικότερα, η από πρόθεση παράβαση των καθηκόντων της Υπηρεσίας των κατηγορουμένων συνίστατο στο ότι Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ως υπάλληλος της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Νομαρχίας Πειραιά, ενώ γνώριζε ότι το ακίνητο που αγόρασε ο Α, με το ..... συμβόλαιο, δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 4 του από 13-3-81 Π.Δ. για την κατά παρέκκλιση αρτιότητά του, εν τούτοις εξέδωσε στο όνομα του Α την ..... άδεια οικοδομής για την ανέγερση στο ακίνητο αυτό, ισογείου με υπόγειο κτηρίου εστίασης. Β) Η κατηγορουμένη Χ2, με την ιδιότητα της αρχιτέκτονος - μηχανικού και Προϊσταμένης του Τμήματος Χορήγησης Αδειών της διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Πειραιώς, εξέδωσε το με αριθμό πρωτ. ..... έγγραφο που απηύθυνε προς το Α.Τ. Μεσαγρού, με το οποίο ανεκάλεσε το με αριθμ. πρωτ. ..... προγενέστερο έγγραφό της προς το ανωτέρω Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο είχε ζητήσει μετά από αίτηση του Β την διακοπή των εκτελούμενων στο ακίνητο του Α οικοδομικών εργασιών δυνάμει της ..... οικοδομικής άδειας και επέτρεψε τη συνέχιση των εργασιών αυτών από το Α, αποφανθείσα περί του σύννομου της αδείας και για την κατά παρέκκλιση αρτιότητα του ακινήτου, ενώ γνώριζε ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αφού το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Και Γ) Ο Χ3 με την ιδιότητά του ως Διευθυντής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Πειραιώς, ενώ εγνώριζε ότι το πιο πάνω ακίνητο, που αγόρασε ο Α, δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 4 του από 13-3-81 Π.Δ. για την κατά παρέκκλιση αρτιότητα του, ζήτησε να επιτραπεί η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στο εν λόγω ακίνητο, βάσει της ..... οικοδομικής άδειας, γνωρίζοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις. Την πιο πάνω δε γνώση τους όλοι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, αντλούσαν από τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην απόφαση - και για τον καθένα εξ αυτών - έγγραφα, καθώς και σε προηγούμενες ενέργειες των ιδίων, ενήργησαν δε με σκοπό να προσπορίσουν στον Α παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην ανέγερση από αυτόν οικοδομής επί του οικοπέδου αυτού. ΙΙΙ. Το Τριμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στη πιο πάνω κρίση του, δεχόμενο μεταξύ άλλων, και τα εξής "Το ενιαίο ακίνητο της Γ, κείμενο στη θέση "....." του προϋφισταμένου της 16-8-1923 οικισμού της ..... ..... Αίγινας, το οποίο διαιρέθηκε επί του από Απριλίου 1980 τοπογραφικού διαγράμματος του Αγρονόμου Τοπογράφου Γρηγορίου ....., ως προς τα αποχωρισθέντα τμήματα αυτού με αριθμούς 3 και 4, κατατμήθηκε κατά το χρόνο που επήλθε η μεταβίβαση των ανωτέρω τμημάτων ακινήτου στο Α, ήτοι εκείνου της μεταγραφής στο οικείο Υποθηκοφυλακείο του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αίγινας Γεωργίας Ψάλτη - Γραμματοπούλου, δυνάμει του οποίου του μεταβιβάστηκε η κυριότητα από τους αδελφούς Γ αιτία πωλήσεως. Κατά συνέπεια το ακίνητο τούτο δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 εδ. α' του άρθρου 4 του Π.Δ/τος της 2/13-3-1981 κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ως άνω Π.Δ/τος, ήτοι δεν έχει επ' αυτού εφαρμογή ή παρ.2 περ. α' του άρθρου 4 του εν λόγω Π.Δ/τος, "κατά την οποία κατά παρέκκλιση ... Θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα οικόπεδα τα οποία έχουν κατά την ημέρα δημοσιεύσεως του παρόντος Δ/τος ελάχιστον εμβαδόν τριακόσια (300) μ2". Συνακόλουθα, άρτιο και οικοδομήσιμο θα ήταν σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ 1 εδ. α' Π.Δ/τος της 2/13-3-1981, εφόσον θα είχε ελάχιστο εμβαδόν δύο χιλιάδες (2000) τετρ. μέτρα και πρόσωπο επί υφισταμένου κοινοχρήστου χώρου. Όμως ούτε το ανωτέρω εμβαδόν είχε, αφού η έκταση του ήταν μόλις 768,80 τετρ. μέτρα, ούτε πρόσωπο επί υφισταμένου κοινοχρήστου χώρου. Και βέβαια εφόσον δεν εκέκτητο την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι αυτήν του ελάχιστου εμβαδού, παρίσταται χωρίς ιδιαίτερη σημασία το εάν πληρούσε και τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι του εάν είχε πρόσωπο επί υφισταμένου κοινοχρήστου χώρου. Όμως επειδή επί πολύ ενασχολήθηκε η Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Πειραιά με το θέμα τούτο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι φανερό ότι δεν πληρούσε ούτε αυτή την προϋπόθεση, αφού η οδός, πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων στην οποία κατά το συμβόλαιο αγοράς είχε πρόσωπο επί πλευράς μήκους 13,50 και 15,50 μέτρων, σχηματίσθηκε για πρώτη φορά στο από Απριλίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ, το οποίο είναι εκείνο που συνόδευε και το συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου, με προφανή σκοπό τη δημιουργία ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας και άρα η μεταβίβαση του (ακίνητα) έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 20 παρ.1 ν.δ. 17.7/16-8-1923. Ενόψει δ' αυτού, ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή ή ενώπιον συμβολαιογράφου δήλωση των πωλητών του ακινήτου ότι αναγνωρίζουν και επικυρώνουν την άτυπη δωρεά των "κομματιών γης" που η μητέρα τους Γ έκανε στην Κοινότητα ..... δωρεά μάλιστα που από κανένα αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε ότι είχε γίνει και δήλωση η οποία έγινε σε χρόνο που αυτοί τυπικά τουλάχιστον είχαν αποξενωθεί από το όλο κτήμα... Για όλα δε τα ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εφαρμογή του άρθρου 6 παρ 1 Ν.720/1977 που οι επιθεωρητές ελεγκτές κάνουν λόγο στην από 25-10-2002 έκθεση τους και για ταύτα επίσης δεν είναι τυχαίο το ότι στο συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου του Α αναφέρεται τούτο (ακίνητο) ως "αγρός". Η δε αναγνώριση με απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ..... της επίμαχης οδού ως Κοινοτικής, πέραν του ότι δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο δημιουργίας Κοινοτικής Οδού, σε κάθε περίπτωση, κατά τα προλεχθέντα, ακυρώθηκε με απόφαση της Διεύθυνσης Εσωτερικών της Νομαρχίας Πειραιά. Και βέβαια ούτε για "εν τοις πράγμασι" κοινόχρηστη οδό δύναται να γίνεται λόγος, ενόψει της παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 20 παρ 1 του δ/τος 17.7/16-8-1923... ". Επίσης, κατά την παράθεση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και των εγγράφων που αντάλλαξαν οι αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να διευκρινισθεί το ζήτημα αν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο το επίμαχο οικόπεδο και αν καλώς εκδόθηκε η πιο πάνω άδεια οικοδομής και αν έπρεπε να επιτραπεί ή όχι η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα εξής " ...Η Διεύθυνση Πολεοδομίας Νομαρχίας Πειραιά/Τμήμα Δ (Τμήμα χορήγησης Αδειών) με το υπ' αριθ. Πρωτ. ..... έγγραφο της προς το Συμβούλιο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (Σ.Χ.Ο.Π) σε εκτέλεση του προαναφερθέντος εγγράφου έστειλε σ' αυτό φάκελο με στοιχεία, κάνοντας μνεία του διαγράμματος που συνοδεύει την ..... έκθεση κληρώσεως και του διαγράμματος που συνοδεύει το ..... συμβόλαιο ήτοι του τοπογραφικού διαγράμματος του Δ (από Απριλίου 1980) και επισημαίνοντας ότι " ...Στο διάγραμμα αυτό εμφανίζεται ακόμη η περιμετρική προς τις παραπάνω ιδιοκτησίες οδός, προς Β και μόνον αυτή. Οι δρόμοι που εμφανίζονται στο διάγραμμα που συνοδεύει το αρ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Κοντού, δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα όπως προκύπτει από το διάγραμμα αυτό και τα συμβόλαια που σας διαβιβάζουμε συνημμένα. Κατά συνέπεια προκύπτει ότι σχηματίστηκαν ιδιωτικοί δρόμοι από τον ιδιοκτήτη της έκτασης", ζητούσε την έκδοση απόφασης σε εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου 20 ΝΔ 17-7-1923. Το Ν.ΣΧΟΠ επιλήφθηκε του θέματος στη συνεδρίαση της 24-4-1987 και σύμφωνα με ομόφωνη γνωμοδότηση του ανέβαλε τη λήψη απόφασης και επέστρεψε το φάκελο στο Α' τμήμα (Τοπογραφικό) της Διεύθυνσης Πολεοδομίας προκειμένου αυτό " ...να αναζητήσει περισσότερα στοιχεία, π.χ αεροφωτογραφίες σε διάφορες εποχές μετά το 1923, διαγράμματα που συνοδεύουν τίτλους ιδιοκτησίας, γνωμάτευση Υπ. Γεωργίας, Δασαρχείου κλπ για να σχηματισθεί ολοκληρωμένη άποψη για το συγκεκριμένο θέμα". Το σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο πρωτοκολλήθηκε στο Α' τμήμα στις 28-4-1987 με αριθμό πρωτοκόλλου ..... και χρεώθηκε σε υπάλληλο του Τμήματος. Όμως, σύμφωνα με το βιβλίο πρωτοκόλλου δεν προκύπτει να έγιναν περαιτέρω ενέργειες, ενώ ούτε το Ν.ΣΧΟΠ προκύπτει να ασχολήθηκε περαιτέρω με το θέμα (βλ. την από 25-10-2002 Έκθεση Επιθεώρησης Ελέγχου στη Δ/νση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιά, των Επιθεωρητών - Ελεγκτών, ΣΤ και Ζ και του βοηθού Επιθεωρητή - Ελεγκτή Η) ... ". Τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε τη κρίση του το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, της παράβασης καθήκοντος, για το οποίο έκρινε ενόχους και καταδίκασε τους ήδη αναιρεσείοντες, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αυτής, "από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά, όμως, της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, πλην άλλων και τα εξής αριθμούμενα έγγραφα " ...44. Το με αριθ. Πρωτ. ..... έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος. 45 H με αριθ. Πρωτ. ΝΣΧΟΠ ..... γνωμοδότηση της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος. 46. Το με αριθ. Πρωτ. ..... έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος... ". Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων αυτών προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης προκύπτουν τα εξής. 1) Το με α.α. 46 αναγνωσθέν έγγραφο, αφορά το με αριθ. Πρωτ. ..... έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Πειραιώς προς το ΝΣΧΟΠ με θέμα "ΕΙΣΗΓΗΣΗ για την εφαρμογή του άρθρου 20 παρ.4 του από 17-7-23 Ν.Δ/τος, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 411 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Π.Δ. 14-27/7/99 ΦΕΚ 580 Δ) για τις ιδιοκτησίες δικαιοπαρόχων κληρονόμων Γ, στη θέση ..... ..... Αίγινας". Στο εν λόγω έγγραφο, ως προς μεν το ιστορικό της υποθέσεως, η Δ/νση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Πειραιώς αναφέρεται στα όσα εκτίθενται στην παράγραφο Ε 1.1 (σελ. 8-15) της από 25-10-02 έκθεσης επιθεώρησης - ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, ως προς δε τα συμπεράσματα και τις απόψεις της επί του θέματος αυτού αναφέρεται σε όσα αναγράφονται στην παράγραφο Ε 1.2 (σελ. 15-18) της αυτής από 25-10-2002 εκθέσεως, με ιδιαίτερη επισήμανση στις παρ. 3 (τελευταίο εδάφιο), 4 και 5 της από 25-10-02 έκθεσης, τις οποίες η Δ/νση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Πειραιώς, όπως αναφέρει στο προαναφερόμενο έγγραφό της, θεωρεί ότι αποτελούν εισήγησή της προς το Συμβούλιο (ΝΣΧΟΠ) "για την εξέταση του θέματος, που αφορά στο σύννομο ή μη των τίτλων ιδιοκτησίας (σύμφωνα με το (γ) σχετ.), καθώς και στη νομιμότητα ή μη του σχηματισμού κοινοχρήστων χώρων (δρόμων), σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν.1577/85-(ΓΟΚ/85), όπως ισχύει". Τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία, κατά τους κατηγορουμένους, στηρίζουν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους (κατά τους οποίους αυτοί ενήργησαν συννόμως και σε κάθε περίπτωση ότι ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο του αδικήματος για το οποίο αυτοί καταδικάστηκαν), δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, αν και αναγνώστηκαν. Ειδικότερα, το φερόμενο στα πρακτικά της δίκης με α.α. 45 έγγραφο, που αφορά την γνωμοδότηση του ΝΣΧΟΠ (με αριθ. Πρωτ. ΝΣΧΟΠ ..... έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος), είναι σαφές ότι δεν λήφθηκε υπόψη, αφού με την παραδοχή του το Τριμελές Εφετείο, ότι για τελευταία φορά "Το Ν.ΣΧΟΠ επιλήφθηκε του θέματος στη συνεδρίαση της 24-4-1987 και σύμφωνα με ομόφωνη γνωμοδότηση του ανέβαλε τη λήψη απόφασης και επέστρεψε το φάκελο στο Α' τμήμα (Τοπογραφικό) της Διεύθυνσης Πολεοδομίας προκειμένου να αναζητήσει περισσότερα στοιχεία... και σύμφωνα με το βιβλίο πρωτοκόλλου δεν προκύπτει να έγιναν περαιτέρω ενέργειες, ενώ ούτε το Ν.ΣΧΟΠ προκύπτει να ασχολήθηκε περαιτέρω με το θέμα... ", το Δικαστήριο φέρεται να αγνοεί το εν λόγω έγγραφο, από το οποίο προκύπτει ότι το ΝΣΧΟΠ ασχολήθηκε με το θέμα. Ομοίως είναι σαφές ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ούτε αξιολόγησε και τα άλλα δύο αναγνωσθέντα έγγραφα, ήτοι το με αριθ. πρωτ. ..... έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος... ". (σχετ.46). και το με αριθ. πρωτ. ..... έγγραφο της αυτής Υπηρεσίας Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος, όπου εμπεριέχεται η πραναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς (σχετ. 44), αφού με τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι έγιναν περαιτέρω ενέργειες επί του ερευνομένου στην απόφαση θέματος. ΙΙΙ. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ο λόγος αυτός, της έλλειψης αιτιολογίας, ο οποίος προβάλλεται και από τους λοιπούς αναιρεσείοντες (αλλά με άλλες αιτιάσεις) και ο οποίος, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως ερευνάται, εφόσον οι κρινόμενες αιτήσεις κρίνονται παραδεκτές (511 ΚΠΔ), πρέπει να γίνει δεκτός και για τους αναιρεσείοντες αυτούς και να αναιρεθεί, ως προς όλους, η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 694/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και, Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ανωτέρω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008 Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση καθήκοντος (άρ. 259 Π.Κ.) υπαλλήλων Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιώς. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί διότι δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο έγγραφα που αναγνώστηκαν. Αυτεπάγγελτη έρευνα λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Παράβαση καθήκοντος.
0
Αριθμός 2427/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 866/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2034/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 273/20.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 866/2007 βούλευμά του αφού έκανε τυπικά δεκτή την υπ'αριθμ. 101/2007 έφεση του Χ κατά του υπ'αριθμ. 464 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην αναίρεση 467)/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (όπως τούτο διορθώθηκε, σε σχέση με το όνομα του άνω κατηγορουμένου, με το υπ'αριθμ. 657/2007 βούλευμα του αυτού συμβουλίου) απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν εν μέρει και έκανε αυτή δεκτή στην ουσία της εν μέρει για την πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία και έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη. Ειδικώτερα: Με το υπ'αριθμ. 464/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε ο Χ στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού εγγράφου και δη της από 5-7-2001 σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης και της από 21-3-2002 διαθήκης του Α) μετά χρήσεως, από την οποία και δη το πρώτο έγγραφο σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη των κληρονόμων και της ΟΕ με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ....." το μηνιαίο ποσό των 15.000 ευρώ και το ετήσιο ποσό των 176.082,17 ευρώ για 12 έτη. Συγκεκριμένα του ότι Α. "στην ..... την 5.7.2001 σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, αλλά και με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του εν συνεχεία αναφερομένου πλαστού εγγράφου άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες κατήρτισε πλαστό έγγραφο και ακολούθως έκανε χρήση αυτού, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Ειδικότερα, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο κατήρτισε πλαστή σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης επί της οποίας έθεσε κατ' απομίμηση και άνευ της συναινέσεως την υπογραφή του νυν αποβιώσαντος αδελφού του Α, ως δήθεν συμβαλλομένου σε αυτή υπό την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ..... Ο.Ε", κατά το περιεχόμενο της οποίας εφέρετο, ότι η ως άνω εταιρεία εκμίσθωσε σε αυτόν εγκαταλελειμμένο πτηνοτροφείο, κείμενο στη κτηματική περιφέρεια του δήμου ..... σε αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας της συνολικής εκτάσεως περίπου 61 στρεμμάτων με κτιριακές και μηχανολογικές εγκαταστάσεις και εν γένει εξοπλισμό πτηνοτροφικής μονάδας, έναντι ετήσιου μισθώματος 3.000 €, σύμφωνα δε με τους κύριους διαλαμβανόμενους στο συμφωνητικό όρους, η διάρκεια της μίσθωσης οριζόταν σε 12 έτη με ημεροχρονολογία έναρξης την 01-01-2002 και λήξης την 31-12-2013, με περαιτέρω δικαίωμα μονομερούς από το μισθωτή παρατάσεως της για 12 επιπλέον έτη, στον οποίο παρεχόταν και το δικαίωμα υπεκμίσθωσης σε τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και παραχώρησης με οποιονδήποτε τρόπο της χρήσης του σε οποιονδήποτε τρίτο. Του ανωτέρω πλαστού εγγράφου έκανε και χρήση και συγκεκριμένα το προσεκόμισε ως συνημμένο κατά τη κατάθεση της από 27-02-2004 μηνύσεως του ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, αλλά και την 07-04-2003, χρόνο κατά τον οποίο, ενώπιον του Υ/Α του Α.Τ Θηβών ..... αιτήθηκε τη ποινική δίωξη της μητέρας του Β και της αδελφής του Γ, σκόπευε δε δια της εν γένει χρήσεως του να παραπλανήσει κάθε τρίτο πρόσωπο σχετικά με το γεγονός, ότι ετύγχανε μισθωτής της ανωτέρω εκτάσεως δυνάμει έγκυρης σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης και επιπροσθέτως να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τη περιουσία της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας αλλά και των εγκαλούντων ως κληρονόμων του Α, το όφελος δε τούτο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, αφού η μισθωτική αξία της εκτάσεως ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 15.000 €, ετησίως δε στο ποσό των 176.082,17 €. Β. Στην ..... την 21.3.2002 κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, στη συνεχεία δε έκανε χρήση του εγγράφου αυτού. Συγκεκριμένα κατήρτισε την από 21.3.2002 πλαστή διαθήκη ως δήθεν προερχομένη από τον αποβιώσαντα την 26.11.2002 αδελφό του Α, επί της οποίας έθεσε υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής του τελευταίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης το κείμενο της οποίας ο κατηγορούμενος είχε γράψει με ηλεκτρονικό μέσο και ως εκ τούτου ήταν άκυρη, αφού δεν μπορούσε να ισχύσει ως ιδιόγραφη, δημόσια η μυστική λόγω της μη τήρησης των προϋποθέσεων των διατάξεων 1718, 1724 και 1738 του ΑΚ, ο ως άνω Α φερόταν να εγκαθιστά τον ως άνω κατηγορούμενο κληρονόμο του σε χρηματιστηριακούς τίτλους και καταθέσεις του, στο 1/3 της ψιλής κυριότητας του ποσοστού του επί πολυώροφης οικοδομής και της επικαρπίας ολοκλήρου του ποσοστού του επί της ίδιας οικοδομής που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ..., ως επίσης και στο ποσοστό του επί του κείμενου στην περιοχή των ..... πτηνοτροφείου. Ακολούθως ο εν λόγω κατηγορούμενος στις 27.2.2004 έκανε χρήση της πιο πάνω πλαστής διαθήκης, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ως συνημμένη στην με ίδια ημεροχρονολογία μήνυση που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών σε βάρος των εγκαλούντων Δ, Γ και Ε, της συμβολαιογράφου Αθηνών ΣΤ και άλλων προσώπων, με την οποία κατήγγειλε αυτούς ότι την 1.5.2002 η τελευταία με τη συμμετοχή και των υπολοίπων συνέταξε την 17598 δημοσία διαθήκη του Α, αν και γνώριζαν πως ο διαθέτης ήταν ανίκανος προς σύνταξη διαθήκης λόγω σοβαρής ασθενείας του η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του. Δια της καταρτίσεως της ανωτέρω από 21.3.2002 πλαστής διαθήκης και της χρήσεως αυτής κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ο κατηγορούμενος σκόπευε να παραπλανήσει τις εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές και κάθε τρίτο πρόσωπο σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα σχετικά με το γεγονός ότι η διαθήκη αυτή αν και άκυρη, ως μη συνταχθείσα συμφωνά με τους νομίμους τύπους, εξέφραζε την αυθεντική τελευταία βούληση του Α, συμφωνά με την οποία δεν είχε καμία πρόθεση να αποκλείσει τον ίδιο και την οικογένεια του από την κληρονομιά του και ότι ως εκ τούτου η προαναφερομένη 17598/2002 δημοσία διαθήκη του, με την οποία τον απέκλειε από την κληρονομιά του ήταν προϊόν εξαπατήσεως του από τους ως άνω εγκαλούντες" πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 216 παρ. 1, 3α, 51 ΠΚ (ηα) και 216 παρ. 1, 52 ΠΚ (ηβ). 'Ητοι η πρώτη σε βαθμό κακουργήματος, η δεύτερη σε βαθμό πλημμελήματος. Κατά του άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ'αριθμ. 101/2007 έφεση και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 866/2007 βούλευμά του, αφού έκανε αυτή τυπικά δεκτή, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας που τελέστηκε σε βαθμό πλημμελήματος στις 21-3-2002 λόγω παραγραφής και απέρριψε την έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη για τις άλλες πράξεις (πλαστογραφία μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος και χρήση πλαστού σε βαθμό πλημμελήματος). Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 27-8-2007 (βλ. το από 27-8-2007 αποδεικτικό του επιμελητή .....)- στην "σύνοικο σύζυγό του" και κατ'αυτού άσκησε δια πληρεξουσίου, δυνάμει της από 1-9-2007 εξουσιοδοτήσεως του στην οποία το γνήσιο της υπογραφής του βεβαιώνεται αυθημερόν από τον δικηγόρο Χρήστο Ρηγόπουλο, - ενώπιον του γραμματέα του τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών στις 10-9-2007 την υπ'αριθμ. 183/2007 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναίρεσης έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - όπως εκτίθεται πιο κάτω. Η παράλειψη αναγραφής στην έκθεση αναίρεσης της ημέρας δεν παράγει ακυρότητα (153 ΚΠΔ). Ενόψει τούτων, και των άρθρων 462, 463, 465, 473, 474, 477, 478, 482, 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία. ΙΙ) Επειδή το συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του - και με καθολική - επιτρεπτή από το νόμο- αναφορά στις σκέψεις της προτάσεως του παρ'αυτώ Εισαγγελέα δέχθηκε ότι: "από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό και με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία και τα απολογητικά υπομνήματα του εκκαλούντος κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα, κρίσιμα και ουσιώδη, πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών- κατηγορούμενος Χ τυγχάνει αδελφός της εγκαλούσας Γ και θείος των λοιπών εγκαλούντων Ε και Δ. Κατά το έτος 1971 ο εκκαλών, ο αδελφός του Α και ο πατέρας τους Ζ είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..... και υιοί Ο.Ε.", με ποσοστό 33% έκαστος, που σκοπό είχε την ωοπαραγωγή, αναπαραγωγή νεοσσών και κάθε άλλη συναφή εργασία. Η εταιρεία αυτή, προς επίτευξη του προαναφερομένου σκοπού της, αγόρασε ένα αγροτεμάχιο στη θέση ..... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..... . Κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1994 αποχώρησε από την εταιρεία ο πατέρας και παρέμειναν τα δυο αδέλφια, με ποσοστό 50% έκαστο. Η εταιρεία, με νέα πλέον επωνυμία "Αφοι ..... Ο.Ε", φέρεται να σταμάτησε τη λειτουργία της το έτος 1996. Έκτοτε οι σχέσεις των δύο αδελφών δεν ήσαν καλές. Ο Α, έχοντας προσβληθεί από καρκίνο του προστάτη και της ουροδόχου κύστης, χειρουργηθείς από το έτος 2000 στις ΗΠΑ, με την από 24-6-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του είχε διαθέσει την περιουσία του και ταυτόχρονα είχε αποκλείσει από την κληρονομιά τον εκκαλούντα, τη σύζυγο του Η και τα τέκνα τους. Ο ανωτέρω στις 5-7-2004 προέβη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θ σε δήλωση, κωδίκελο, συνισταμένη στο ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος στις 9-6-2001 του ζήτησε την αστυνομική του ταυτότητα, προκειμένου να προβεί σε διακοπή της τηλεφωνικής σύνδεσης της εταιρείας τους στη ....., την οποία, διακοπή, δεν έκανε, δήλωνε δε ότι υποπτευόταν πως ο ανωτέρω χρησιμοποίησε την ταυτότητα του για σύνταξη πράξεως, με την οποία αλλοιωνόταν η περιουσιακή του κατάσταση προς όφελος του, προβαίνοντας σε πλαστογράφηση της υπογραφής του και κατέληγε ότι δεν αναγνωρίζει ως έγκυρη καμία τέτοια πράξη που χρονολογείται μετά την 9-6-2001. Τελικά ο Α, ο οποίος δεν είχε παντρευτεί και ούτε είχε αποκτήσει παιδιά, απεβίωσε στο ..... στις 26-11-2002. Έκτοτε μεταξύ εκκαλούντος και των ως άνω εγκαλούντων υφίσταται σφοδρή δικαστική διαμάχη σχετικά με τη κληρονομιά του αποβιώσαντος. Ο εκκαλών, στην ..... στις 5-7-2001, γνωρίζοντας ότι ο αποβιώσας αδελφός του έπασχε από ανίατη και μάλιστα με μη αναστρέψιμα αποτελέσματα ασθένεια, καθόσον ο καρκίνος είχε κάνει μετάσταση στους λεμφαδένες και σε άλλα σημεία του σώματος του, κατάρτισε μία, υπό ιδίαν ημερομηνία, σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης και έθεσε χωρίς εντολή αλλά ούτε και κάποιο άλλο προς τούτο δικαίωμα κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω, ως δήθεν συμβαλλομένου σε αυτήν με την ιδιότητα του ως ομόρρυθμου μέλους της εταιρείας "Αφοι ..... Ο.Ε". Σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, στην οποία μισθωτής ήταν ο ίδιος ο εκκαλών, η ως άνω εταιρεία, εκμίσθωνε σ' αυτόν ένα ακίνητο κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της ....., αποτελούμενο από ένα αγρόκτημα έκτασης εξήντα ενός (61) στρεμμάτων, τρεις (3) πλήρεις πτηνοτροφικούς θαλάμους εκτροφής και αναπαραγωγής πουλερικών μετά του μηχανολογικού εξοπλισμού τους, μία αποθήκη και παρασκευαστήριο πτηνοτροφιών, δύο (2) πλήρεις κατοικίες εργατών, ένα υδατόπυργο, ένα συγκρότημα άντλησης νερού με γεώτρηση και τρία (3) ισόγεια διαμερίσματα, έναντι ετησίου μισθώματος 3.000 ευρώ ή 1.022.250 δραχμών, με διάρκεια της μίσθωσης δώδεκα έτη, χορηγείτο δε σ' αυτόν με τον όρο 2.2 το δικαίωμα μονομερούς παράτασης της μίσθωσης για δώδεκα επιπλέον έτη και με τον όρο 4.2 παρείχετο σ' αυτόν το δικαίωμα να υπεκμισθώνει το μίσθιο σε τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, να παραχωρεί με οποιονδήποτε τρόπο τη χρήση αυτού προς οποιονδήποτε τρίτο και να συστήνει εταιρείες προς εκμετάλλευσή του. Ο εκκαλών, προβαίνοντας στην κατάρτιση της ως άνω πλαστής σύμβασης, σκοπούσε να παραπλανήσει με τη χρήση της άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα τους τρίτους ότι η σύμβαση αυτή είχε υπογραφεί από τον Α ως, δήθεν, συμβαλλόμενο με την ιδιότητα του ομόρρυθμου μέλους της εταιρείας "Αφοι ..... Ο.Ε", ότι ο ίδιος ετύγχανε μισθωτής της ανωτέρω εκτάσεως δυνάμει έγκυρης σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης, και επιπροσθέτως να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας αλλά και των εγκαλούντων, ως κληρονόμων του Α, το δε συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, αφού η μισθωτική αξία της εκτάσεως ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 15.000 ευρώ και ετησίως στο ποσό των 176.082, 17 ευρώ. Ακολούθως ο εκκαλών έκανε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου και συγκεκριμένα, στα πλαίσια της δικαστικής διαμάχης του με τους ως άνω εγκαλούντες, επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτό αφενός μεν στις 7-4-2003, όταν, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Υ/Α του Α.Τ Θηβών ....., ζήτησε την ποινική δίωξη και κατά νόμο τιμωρία της μητέρας του Β και της εγκαλούσας, αδελφής του, Γ για υφαίρεση (κλοπή), αφετέρου δε στις 27-2-2004, όταν υποβάλλοντας ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών την υπό ιδίαν ημερομηνία έγκληση του, ζήτησε την ποινική δίωξη και κατά νόμο τιμωρία, μεταξύ άλλων, της συμβολαιογράφου Αθηνών ΣΤ και των εγκαλούντων, καταγγέλλοντας ότι η εν λόγω συμβολαιογράφος, με τη συμμετοχική δράση των λοιπών εγκαλουμένων, την 1-5-2002 συνέταξε την υπ' αριθ. ..... δημόσια διαθήκη του Α, αν και γνώριζαν ότι ο διαθέτης ήταν ανίκανος, ευρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του. Στην τελευταία περίπτωση ο εκκαλών επικαλέστηκε και προσκόμισε επίσης την από 21-3-2002 διαθήκη, ως δήθεν προερχομένη από τον αποβιώσαντα αδελφό του Α. Η διαθήκη αυτή ήταν πλαστή, αφού ο ίδιος στην ..... στις 21-3-2002 είχε προβεί στη σύνταξη της και είχε θέσει επ' αυτής υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής του ως άνω αδελφού του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, το κείμενο της οποίας ο εκκαλών είχε γράψει με ηλεκτρονικό μέσο και ως εκ τούτου ήταν άκυρη, αφού δεν μπορούσε να ισχύσει ως ιδιόγραφη, δημοσία η μυστική λόγω της μη τήρησης των προϋποθέσεων των διατάξεων 1718, 1724 και 1738 του ΑΚ, ο Α φερόταν να εγκαθιστά τον εκκαλούντα κληρονόμο του σε χρηματιστηριακούς τίτλους και καταθέσεις του, στο 1/3 της ψιλής κυριότητας του ποσοστού του επί πολυώροφης οικοδομής και της επικαρπίας ολοκλήρου του ποσοστού του επί της ίδιας οικοδομής που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..... και ....., ως επίσης και στο ποσοστό του επί του κείμενου στην περιοχή των ..... πτηνοτροφείου. Σκοπός του εκκαλούντος, παρά τα όσα περί του αντιθέτου αβασίμως ισχυρίζεται, ήταν με τη χρήση της πλαστής αυτής διαθήκης, όπως άλλωστε σκοπούσε και με την κατάρτιση της, να παραπλανήσει τις εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές και κάθε τρίτο πρόσωπο σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα σχετικά με το γεγονός ότι η διαθήκη αυτή, αν και άκυρη, ως μη συνταχθείσα κατά τους νομίμους τύπους, εξέφραζε την αυθεντική τελευταία βούληση του αδελφού του Α, σύμφωνα με την οποία δεν είχε πρόθεση να αποκλείσει τον ίδιο και την οικογένεια του από την κληρονομιά του και ότι, ως εκ τούτου, η προαναφερομένη, υπ' αριθ. 17598/2002, δημοσία διαθήκη του, με την οποία τον απέκλειε από την κληρονομιά του ήταν προϊόν εξαπατήσεως του από τους ως άνω εγκαλούντες. Ισχυρίζεται ο εκκαλών -κατηγορούμενος ότι το από 5-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως υπεγράφη από αυτόν και το παρέδωσε στον αδελφό του με την παράκληση, αφού το υπογράψει ως συνδιαχειριστής της εκμισθώτριας εταιρείας, να το καταθέσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Περιστερίου, η οποία βρισκόταν πλησίον της οικίας του, καθώς επίσης ότι την από 21-3-2002 διαθήκη την ανακάλυψε μπροστά στα μάτια της μητέρας του πίσω από ένα κρεβάτι στην οικία του αδελφού του και τέλος ότι η γνησιότητα της υπογραφής του τελευταίου είχε θεωρηθεί με αυτοπρόσωπη παρουσία του στο ΚΕΠ Περιστερίου αλλά και την επίδειξη της αρ. ..... ταυτότητας του. Περαιτέρω, ο εκκαλών προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι στην περίπτωση του 5-7-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως συντελέσθηκε το αδίκημα της πλαστογραφίας, το συνολικό όφελος δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε 503.000 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από τις δηλώσεις μεγάλης ακίνητης περιουσίας της εταιρείας κατά τα έτη 2000-2005, τις οποίες μετ' επικλήσεως προσκόμισε, καταλήγει δε ότι το ετήσιο τεκμαρτό μίσθωμα υπολογίζεται σύμφωνα με τις φορολογικές διατάξεις σε ποσοστό 3% ετησίως της αντικειμενικής αξίας, κατά συνέπεια ανέρχεται στο ποσό των 15.090 ευρώ (503.000 ευρώ Χ 3%) ετησίως, πλην όμως με την υπάρχουσα κατάσταση η εμπορική αξία του συγκεκριμένου ακινήτου υπολείπεται της αντικειμενικής του αξίας λόγω παλαιότητας και θέσεως και το μηνιαίο μίσθωμα δεν ξεπερνά το ποσό των 300 ευρώ. Επί των ως άνω ισχυρισμών του εκκαλούντος λεκτέα τα ακόλουθα: Ο εκκαλών, όπως προαναφέραμε, δεν είχε καλές σχέσεις με τον αδελφό του Α. Μάλιστα από τον τελευταίο είχαν εκφρασθεί υπόνοιες στο προαναφερόμενο κωδίκελο ότι πιθανόν ο εκκαλών, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του, να προέβη σε πλαστογράφηση της υπογραφής του. Περαιτέρω ο εκκαλών ήταν ο μόνος που είχε συμφέρον για την κατάρτιση τόσο του από 5-7-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως όσο και της από 21-3-2002 διαθήκης. Η ....., ειδική δικαστική γραφολόγος, η οποία διενήργησε γραφολογική έρευνα στα ανωτέρω έγγραφα και συνέταξε την από 22-7-2004 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπάρχουσες σ' αυτά υπογραφές τού Α είναι πλαστές και η πλαστογράφηση έγινε από άτομο που είχε στη διάθεση του ή γνώριζε τον τρόπο ανάπτυξης της υπογραφής του. Ο εκκαλών, είναι φανερό ότι, εξαιτίας της συγγένειας και της επαγγελματικής σχέσης που είχε με τον αδελφό του, γνώριζε τον τρόπο ανάπτυξης της υπογραφής του αδελφού του, γεγονός άλλωστε που επιβεβαίωσε προανακριτικά, εξεταζόμενος ενόρκως στις 22-7-2004, ο μάρτυρας Ε. Στις 9-6-2001, όπως προαναφέραμε, ο εκκαλών είχε ζητήσει την ταυτότητα του αδελφού του και, κάνοντας χρήση αυτής, πέτυχε είτε λόγω ομοιότητας του με αυτόν, όπως αναφέρει ο ανωτέρω μάρτυρας, είτε λόγω φόρτου εργασίας των αρμοδίων υπαλλήλων να βεβαιωθεί αφενός μεν από υπάλληλο του Δήμου Περιστερίου το γνήσιο της υπογραφής του αδελφού του στην από 5-7-2001 σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως, αφετέρου δε από υπάλληλο της ΔΟΥ Α' Περιστερίου η κατάθεση, δήθεν, προσωπικώς από τον αδελφό του της από 21-3-2002 διαθήκης στην υπηρεσία του. Το γεγονός, ότι ο Α είχε καταθέσει τα έτη 2000 και 2001 σε συμβολαιογράφο δυο διαθήκες, αποκλείει την περίπτωση, ως γνώστης του τρόπου σύνταξης έγκυρης διαθήκης, να προέβαινε στις ως άνω άστοχες ενέργειες. Περαιτέρω το συνολικό όφελος που επεδίωξε ο εκκαλών με την κατάρτιση της πλαστής σύμβασης επαγγελματικής μισθώσεως υπερβαίνει, σε κάθε περίπτωση, κατά πολύ το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ, δοθέντος ότι, όπως αναφέρουν οι εγκαλούντες, η μισθωτική αξία του ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 15.000 ευρώ μηνιαίως αλλά και η διάρκεια της ήταν δωδεκαετής με δικαίωμα του μισθωτή, εκκαλούντος, να προβεί σε μονομερή παράταση της για άλλη μια δωδεκαετία. Επισημαίνουμε ότι, σε όλη αυτή τη διάρκεια της μίσθωσης ο εκκαλών θα εκμεταλλευόταν κατά τον πλέον επικερδή γι' αυτόν τρόπο το μίσθιο, χωρίς καμία παρέμβαση της εκμισθώτριας εταιρείας, αφού σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο, και συγκεκριμένα το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 και 575 του ΑΚ, βασική υποχρέωση της τελευταίας απέναντι σ' αυτόν ήταν να εγκαταλείψει το μίσθιο καθ 'όλη τη διάρκεια του χρόνου της μίσθωσης, προσέτι δε να μην επιχειρεί πράξεις που μπορούν να στερήσουν από αυτόν τη χρήση του μισθίου ή να διαταράξουν την κατοχή του ή να υποσκάψουν τον επιδιωκόμενο σκοπό της μίσθωσης. Τέλος, ο υπό του εκκαλούντος επικαλούμενος υπολογισμός του μισθώματος με βάση την αντικειμενική αξία του μισθίου δεν είναι σύμφωνος με τα κρατούντα στις συναλλαγές, όπου η διαμόρφωση του μισθώματος γίνεται υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης και κατά τις διαπραγματεύσεις λαμβάνεται υπόψη, κατά κανόνα, η αγοραία αξία του μισθίου, η οποία πολλές φορές είναι πολλαπλάσια της αντικειμενικής. Η άποψη του εκκαλούντος ότι το μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως στηρίζεται στα εντελώς αόριστα στοιχεία της παλαιότητας και της θέσεως του μισθίου, αντικρούεται δε ακόμη και από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αυτού, υπό ημερομηνία 19-11-2004, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, ακόμη και αν ήθελε παραβλεφθεί η περίπτωση το αναφερόμενο σ' αυτό μίσθωμα να είναι εικονικό, φέρεται να υπεκμίσθωσε στις 20-6-2004 στον Ι τους δύο μόνο από τους τρεις πτηνοτροφικούς θαλάμους μετά του μηχανολογικού εξοπλισμού τους αντί του ποσού των 600 ευρώ μηνιαίως. Κατόπιν αυτών, φανερό είναι ότι, οι ως άνω ισχυρισμοί του εκκαλούντος στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας."Στη συνέχεια, διατύπωσε τη διαλαμβανόμενη στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος σε βάρος του κατηγορούμενου Χ κατηγορία της χρήσεως πλαστού, από επιβαρυντική περίσταση σε αυτοτελή πλέον πράξη, ως ακολούθως: "Στην ..... στις 27-2-2004 εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, επικαλέστηκε και προσκόμισε την από 21-3-2002 διαθήκη, ως δήθεν προερχομένη από τον αποβιώσαντα την 26.11.2002 αδελφό του Α, ενώ την είχε συντάξει ο ίδιος στην ..... και είχε θέσει επ' αυτής υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής του αδελφού του, ως συνημμένη στην από 27-2-2004 μήνυση που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ζητώντας την ποινική δίωξη και κατά νόμο τιμωρία, μεταξύ, άλλων, της συμβολαιογράφου Αθηνών ΣΤ και των εγκαλούντων Γ, Ε και Δ, καταγγέλλοντας ότι η εν λόγω συμβολαιογράφος, με τη συμμετοχική δράση των υπολοίπων, την 1-5-2002 συνέταξε την υπ. αρ. ..... δημόσια διαθήκη του Α, αν και γνώριζαν ότι ο διαθέτης ήταν ανίκανος, ευρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, το κείμενο της οποίας είχε γράψει με ηλεκτρονικό μέσο και ως οικογένειά του από την κληρονομιά του και ότι, ως εκ τούτου, η προαναφερομένη, υπ' αριθ. ..... δημοσία διαθήκη του, με την οποία τον απέκλειε από την κληρονομιά του ήταν προϊόν εξαπατήσεώς του από τους ως άνω εγκαλούντες" και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα κατά το μέρος που αφορά τις ως άνω παραπεμπτικές διατάξεις. ΙΙΙ) Ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναίρεση που στρέφεται κατά του άνω βουλεύματος προβάλλει ως λόγους αναίρεσης κατ' αυτού: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι δεν εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο πλαστογράφησε το μισθωτήριο και την άκυρη διαθήκη - από ποιά στοιχεία, έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις είναι πλαστογράφος. Δεν εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν υποκειμενικά την υπόσταση των εγκλημάτων και τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την κρίση αυτή και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις σχετικές διατάξεις και ειδικά δεν αναφέρεται στην απολογία και στο συνοδευτικό υπόμνημα. Επίσης δεν έλαβε υπόψη, το αίτημά του να γίνει μέσα στα πλαίσια της ανάκρισης νόμιμη γραφολογική εξέταση των εγγράφων τα οποία θεωρούνται πλαστογραφημένα. Δεν αιτιολογεί από ποια στοιχεία προέκυψε το ύψος της βλάβης-ωφέλειας, αφού δεν απεδείχθη ότι υπερέβαινε σε κάθε περίπτωση το ποσό των 73.000 ευρώ και δέχεται χωρίς αποδεικτικό στοιχείο ότι η μηνιαία μισθωτική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε ποσό 15.000 ευρώ, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι είναι συνιδιοκτήτης κατά 50% και ότι το τεκμαρτό μίσθωμα υπολογίζεται σε ποσοστό 3% επί της αντικειμενικής αξίας. β) Εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης δηλαδή του άρθρου 216 ΠΚ, αφού η άκυρη διαθήκη δεν παράγει έννομες συνέπειες με την έννοια του άρθρου 216 ΠΚ και συνεπώς δεν συνιστά το έγκλημα αυτό. Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 2 Συντ. και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας συνιστά λόγον αναίρεσης (484 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ), όταν εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο -βλ. ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 65/2007, ΑΠ 48/2007, ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 1999/2006 κ.α.- Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα δεν απαιτείται χωριστή αναφορά ή αναλυτική παράθεση του καθενός και τί από αυτό συνήγαγε το συμβούλιο, αλλ' αρκεί η μνεία του είδους αυτών (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του (βλ. ΑΠ 48/2007, ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 1331/2006, ΑΠ 1101/2006 κ.α.), -νοείται να γίνεται μνεία όλων των υπαρχόντων νομίμων αποδεικτικών μέσων - χωρίς να απαιτείται και συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση αυτών (βλ. ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 1331/2006, ΑΠ 628/2006 κ.α.)- προφανώς αυτό γίνεται προ της αποδοχής της τοιαύτης ή τοιαύτης κρίσεως, αλλά απλώς δεν απαιτείται αυτό να διατυπώνεται ειδικά στο βούλευμα - ή να γίνεται σχολιασμός των μαρτυρικών καταθέσεων ή των υπερασπιστικών επιχειρημάτων κλπ. Εξ άλλου, και δεδομένου ότι και αυτό το άρθρο 177 ΚΠΔ καθιερώνει την αρχή της ηθικής αποδείξεως καθών οι αποδείξεις στην ποινική διαδικασία εκτιμώνται ελευθέρως κατ' ιδίαν πεποίθηση και κρίση από το συμβούλιο και ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο ουσίας (τρίτου βαθμού) αλλά ελέγχει με την αναίρεση μόνον τη νομικήν ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως και την τήρηση ωρισμένων δικονομικών διατάξεων μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανακρίσεως, τουτέστιν πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο, έπεται κατ'ανάγκη ότι κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει το βούλευμα για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1880/2005 στο τέλος) ή αντικρούουν την υπό του βουλεύματος γενομένη ύπαρξη αυτών είναι απαράδεκτος (ΑΠ 829/2006, ΑΠ 1615/2005 κ.α. Μπουρόπουλος υπό 484 σελ. 195-6), ή ότι τα δεκτά γενόμενα δεν ερείδονται επί των αποδεικτικών μέσων (βλ. ΑΠ 1542/2006, ΑΠ 380/2006 ή ότι αντιτίθεται σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα ή προκύπτουν τα ακριβώς αντίθετα (βλ. ΑΠ 2148/2005). Ούτε απαιτείται να αναφέρεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή (ΑΠ 567/2006, ΑΠ 561/2006 κ.α.). Το υπόμνημα δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο και δη ούτε καν έγγραφο (βλ. ΑΠ 896/2001 Ποινικός Λόγος σελ. 1050, ΑΠ 100/2004 Ποινικός Λόγος σελ. 150 στο τέλος). Για την ύπαρξη της άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αρκεί η εξ ολοκλήρου παραπομπή του συμβουλίου στην πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα και δη την ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, αφού με την υιοθέτηση αυτής αυτή καθίσταται τμήμα του ιδίου του βουλεύματος, το οποίο και κατέληξε στην αυτή κρίση και συνεπώς, ενόψει και της ιδιότητάς του Εισαγγελέα ως δικαστικού λειτουργού με τις εντεύθεν συνέπειες, η επανάληψη από αυτό (συμβούλιο) των αυτών περιστατικών, συλλογισμού κλπ δεν έχει κανένα νόημα και είναι ανώφελη (βλ. ΑΠ 658/2006, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 570/2006 ΑΠ 244/2006 κ.α.). Εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο με το βούλευμά του αποδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει (βλ. ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 259/2006, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2/2000 ολ., ΑΠ 3/97 ολ. κ.α.) ή, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 582/2001, ΑΠ 1527/2000 κ.α., ΑΠ 815/2006, ΑΠ 431/2007, βλ. και Χωραφά Ποινικό Δίκαιο (1987) σελ. 27 σημ. 2). Εκ της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου εξυπακούεται λογικώς πάντοτε υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών σε ψευδή τινα έννοια αυτού. 'Ετσι η εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή κρίνεται εκ των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών. Στη περίπτωση της έλλειψης νόμιμης βάσης η εκ πλαγίου παράβαση του νόμου ελέγχεται εάν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται κατά τρόπον πλήρη όπως απαιτεί η οικεία διάταξη. 'Ετσι ενώ προηγείται της έρευνας της ευθείας εφαρμογής-ερμηνείας του νόμου, έπεται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία αναφέρεται στον τρόπον σχηματισμού της πεποίθησης του δικαστού περί την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ τελεί πλαστογραφία "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Εξ άλλου κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. α ΠΚ - όπως είχε συμπληρωθεί με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/96 και αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2721/99 και ήδη ισχύει - "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον, περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών" (= 73.000 ευρώ). Από τις άνω διατάξεις που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον (ή η νόθευση γνησίου εγγράφου), υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού (ή νοθευμένου) εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν η παραπλάνηση επιτεύχθηκε (βλ. ΑΠ 1757/2001, ΑΠ 890/2001, βλ. και ΑΠ 156/2007, ΑΠ 195/2007, ΑΠ 1504/2004, ΑΠ 1827/2003 κ.α.). Οι άνω έννομες συνέπειες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως (ΑΠ 156/2007). Ενώ για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης στην παρ. 3 εδ. α του άνω άρθρου βαρύτερης μορφής της πράξης που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνον το ποσό των 25.000.000 δραχμών (βλ. ΑΠ 195/2007), χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς (η παραπλάνηση και) το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη του τρίτου (βλ. ΑΠ 184/2002, ΑΠ 195/2007, ΑΠ 725/2000, ΑΠ 924/2001, Μπουρόπουλος υπό 216 σελ. 240, Μυλωνόπουλος Ποινικό Δίκαιο (2005) σελ. 97). Ως χρήση νοείται, εφόσον ο νόμος δεν καθορίζει ειδικό τρόπο, κάθε ενέργεια που καθιστά το πλαστό έγγραφο προσιτό σε κείνον του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση με την παροχή σ'αυτόν της δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του εγγράφου (-βλ. ΑΠ 967/2006, ΑΠ 1228/89, ΑΠ 329/98 κ.α.) π.χ. με την προσαγωγή του εγγράφου στον Εισαγγελέα-δικαστήριο? Δεν απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος (βλ. ΑΠ 967/2006, ΑΠ 395/93, ΑΠ 329/98, ΑΠ 1984/2004, ΑΠ 916/2004, ΑΠ 670/2001, ΑΠ 164/2001 κ.α.). Οι άνω διατάξεις προβλέπουν δύο ξεχωριστές αξιόποινες πράξεις, την κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου (η πρώτη παράγραφος) και τη χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου (η δεύτερη παράγραφος). Ο νόμος ανάγει σε αυτοτελές έγκλημα τη χρήση του πλαστού-νοθευμένου εγγράφου εφόσον γίνεται από τρίτο πρόσωπο και όχι από τον αυτουργό της πλαστογραφίας (εφόσον, βέβαια, ο τρίτος διατελεί σε γνώση της πλαστότητας), όταν όμως η χρήση γίνεται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας αποτελεί επιβαρυντική περίσταση και όχι αυτοτελές έγκλημα (βλ. το τελ. εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216 ΠΚ), εφόσον όμως, τιμωρείται και το βασικό έγκλημα, δηλ. η πλαστογραφία. Εάν η τελευταία δεν τιμωρείται για οποιονδήποτε λόγο (βλ. ΑΠ 603/2005, ΑΠ 78/2004, ΑΠ 217/2003, ΑΠ 177/2003 κ.α.) π.χ. παραγραφή (βλ. ΑΠ 1703/2001, ΑΠ 994/97, ΑΠ 780/96, ΑΠ 1559/87 κ.α. Μπουρόπουλο υπό 216 σελ. 238), τότε η χρήση και στην περίπτωση αυτή ανακτά την αυτοτέλειά της και τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα, έστω και αν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας (βλ. ΑΠ 1284/92 Ολ. ΑΠ 217/2003, ΑΠ 78/2004 κ.α.), οποτεδήποτε και αν γίνει (η χρήση), δηλ. προ της προ ή μετά την παραγραφή της πλαστογραφίας, αφού ο νόμος δεν διακρίνει. Όπως ελέχθη το έγγραφο (πλαστό-νοθευμένο) πρέπει να είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία (βλ. και ΑΠ 1509/98, ΑΠ 1072/88). Να μπορεί = δύναται - λέγει το άρθρο 216 ΠΚ -το έγγραφο να αποδείξει γεγονός το οποίο να έχει έννομες συνέπειες. 'Ετσι δεν απαιτείται να προκαλεί ή να δύναται να προκαλεί αμέσως την επέλευση των εννόμων συνεπειών, αλλά αρκεί και εμμέσως προς τούτο. 'Ετσι δεν απαιτείται να είναι συντεταγμένο κατά νόμο (Μπουρόπουλος υπό 216 σελ. 229, ΑΠ 261/58, πρβλ Ζησιάδη Γεν Μ ιδίως Μυλωνόπουλο Ειδικό Ποινικό (2005) σελ. 16, α σελ. 146, ΑΠ 1261/2001, ΑΠ 806/2000, ΑΠ 2242/2002 Cramer σε Schonke-Schroder (1977) σελ. 1980 Νο9, Welzel-Das Deutche-Strafrecht (1969) σελ. 404). 'Ετσι εφόσον το έγγραφο είναι πρόσφορο για απόδειξη είναι αδιάφορο αν είναι έγκυρο ή άκυρο, αν έχει συνταχθεί νόμιμα ή όχι ή παρέχει άμεση και πλήρη απόδειξη - βλ. και Κωνσταντινίδη -έγγραφο (2000) σελ. 76, Δέδε - ο.π. σελ. 58 ΑΠ 759/72, ούτε απαιτείται να είναι εξ υπαρχής συντεταγμένο κατ' αποδεικτικό τύπο. Το πλαστό έγγραφο δεν απαιτείται να είναι το μοναδικό μέσο παραπλάνησης (βλ. Μυλωνόπουλο σελ. 80. Το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο αρκεί να μπορεί (ή να είναι προωρισμένο) να αποδείξει γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες. Η για το έγγραφο απαιτουμένη αποδεικτική ικανότητα θεωρείται υπάρχουσα όταν τούτο μπορεί να συνεπιδράσει στο σχηματισμό μιας πεποίθησης, χωρίς και να απαιτείται όπως μόνο του πραγματοποιεί την πλήρη απόδειξη (βλ. ΑΠ 5/59 ΠΧρ Θ 157, Δέδες, Ειδικό Ποινικό-Εγκλήματα περί τα υπομνήματα - (1977) σελ. 157-8 Μυλωνόπουλος ο.π. σελ. 17, Μπουρόπουλος υπό 216 σελ. 229, Γάφος Ειδικό Ποινικό Τεύχος β σελ. 76 και ΠΧρ β σελ. 3) και να δύναται να χρησιμοποιηθεί τούτο προς απόδειξη μόνο του γεγονότος εκείνου για το οποίο προοριζόταν από τον εκδότη, αλλ' αρκεί, κατά την έννοια του νόμου, αφενός μεν όπως τούτο εκ της εκτιμήσεως αυτού και μετ' άλλων αποδεικτικών μέσων άγει στον σχηματισμό πεποιθήσεως περί του αποδεικτέου θέματος (γεγονότος) και αφετέρου να δύναται να χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη σημαντικού γεγονότος δυναμένου να έχει έννομες συνέπειες και όταν ακόμη το γεγονός τούτο είναι διάφορο εκείνου στην απόδειξη του οποίου απέβλεπε ο καταρτίσας (ή νοθεύσας) το πλαστό έγγραφο (βλ. ΑΠ 5/59, ΑΠ 1552/88, ΑΠ 1066/78, ΑΠ 906/93, ΑΠ 759/72 κ.α, Ζησιάδη Γενικό Ποινικό τομ. Α σελ. 146 Κωνσταντινίδη-Η έννοια και λειτουργία του εγγράφου (2000) σελ. 75-6 Cramer σε s/s 25 εκδ. (1997) παρ. 267 Νο 11 σελ. 1980-1. Δεν απαιτείται το έγγραφο να χρησιμεύει προς απόδειξη μόνο εκείνου του γεγονότος προς απόδειξη του οποίου προωρίζετο Τούση-Γεωργίου ΠΚ (1967) σελ. 558 Νο6, Δέδες οπ σελ. 58, Κωνσταντινίδης ο.π. σελ. 76 Ζησιάδης ο.π. σελ. 146, αλλ' αρκεί η αφηρημένη αποδεικτική ικανότητα αυτού δηλ. για οποιοδήποτε γεγονός και εφόσον, εννοείται, συσχετισθεί προς απόδειξη κάποιου γεγονότος αφού το έγγραφο προστατεύεται ως αποδεικτικό μέσο και όχι αφηρημένα ως έγγραφο. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση-προκαταρκτική εξέταση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά τα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν αυτά στην οικεία διάταξη και δη του άρθρου 216 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικώτερα το προσβαλλόμενο βούλευμα σαφώς δέχεται ότι ο αναιρεσείων αφού στην ..... στις 5-7-2001 ο ίδιος κατάρτισε με την αυθαίρετη θέση της υπογραφής του αδελφού του Α και σύνταξη του κειμένου το από 5-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, έκανε χρήση αυτού - στα πλαίσια της δικαστικής διαμάχης με τους κληρονόμους του αδελφού του- στις 27-2-2004 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, όπου και υπέβαλε μήνυση κατά της μητέρας του και της αδελφής του και το επεσύναψε σ'αυτή, αλλά και ενώπιον του Α/Τ Θηβών στις 7-4-2003, με σκοπό να αποδείξει ότι ήταν μισθωτής της ανωτέρω εκτάσεως δυνάμει έγκυρης σύμβασης και -επιπρόσθετα- να προσπορίσει στον εαυτό του συνολικό παράνομο περιουσιακόν όφελος άνω των 73.000 ευρώ (και δη 12 Χ 176.082,17 ευρώ) με αντίστοιχη βλάβη των κληρονόμων του Α. Επίσης σαφώς δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων, αφού στην ..... στις 21-3-2007 κατάρτισε την από 21-3-2002 διαθήκη ως προερχόμενη από τον αδελφό του Α, στην οποία έθεσε αυθαίρετα την υπογραφή του τελευταίου, προσεκόμισε αυτή, έκανε δηλαδή χρήση, στην ..... στις 27-2-2004 όταν υπέβαλε σχετική μήνυση -κατά της μητέρας του και αδελφής του και συμβολαιογράφου Αθηνών ΣΤ περί πλαστότητας της υπ'αριθμ. ..... δημόσιας διαθήκης που συνέταξε η τελευταία και συνυπέβαλε προς απόδειξη αυτού του γεγονότος την άνω διαθήκη και δη ότι ο διαθέτης δεν θα βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική κατάσταση που να μπορεί να εκφράσει ελεύθερη βούληση τον τότε χρόνο. Και να μεν δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα όταν η συνταχθείσα από τον αναιρεσείοντα διαθήκη δεν ισχύει ως ιδιόγραφος τοιαύτη διότι δεν έχει συνταχθεί δια χειρός του διαθέτη, πλην όμως, αυτή χρησιμοποιήθηκε, όχι ως διαθήκη, αλλά για απόδειξη του γεγονότος ότι ο φερόμενος διαθέτης τον άνω χρόνο συντάξεως της δημόσιας διαθήκης στερείτο της δυνατότητας συντάξεως δημόσιας διαθήκης αλλά η τελευταία ήταν προϊόν εξαπατήσεώς του από τους μηνυόμενους. Το ότι, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων κατάρτισε τα ανωτέρω έγγραφα αυτό σημαίνει ότι ήταν εν γνώσει της πλαστότητας αυτών, αλλά και του παρανόμου του σκοπού του. Επίσης σαφώς δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων κατάρτισε τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να απαιτείται να αναφέρει με ποιό τρόπο τα κατάρτισε, από πού ειδικώτερα προέκυψα αυτό ούτε από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε το ύψος της βλάβης, - το οποίο και εξειδικεύει και δη ως μισθωτική αξία αφού όλα αυτά ανάγονται σε εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται αναιρετικά? Επίσης αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που υπάρχουν στη δικογραφία και δη και την απολογία και τα υπομνήματα? Εξ άλλου καθόλου δεν απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, αφού ούτε ο ίδιος αναφέρει πότε και πού υπέβαλε τέτοιο αίτημα. Τέλος, ενόψει των ανωτέρω, ορθά δέχθηκε ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 216 ΠΚ σε σχέση με την κατάρτιση της από 21-3-2002 διαθήκης σε συνδυασμό με το σκοπό χρήσεώς της. 'Ετσι οι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και αβάσιμοι. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 183/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 866/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 11 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η θεμελιούμενη με τον τρόπο αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιας δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειρότερους δικαστές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού, στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό, που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο με αριθμ. 866/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έκανε τυπικά δεκτή την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντά έφεση κατά του πρωτοδίκου με αριθ. 464/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως τούτο διορθώθηκε με το με αριθμό 656/2007 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου και στη συνέχεια δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη, εν μέρει, κατ' ουσίαν, έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας που τελέστηκε σε βαθμό πλημμελήματος στις 21-3-2002 και απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τα λοιπά, δηλαδή κατά το μέρος του βουλεύματος με το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί για πλαστογραφία με χρήση, τελεσθείσα από δράστη που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον με αντίστοιχο όφελος ή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 45, 216 παρ. 1, 3 Π.Κ). Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα του εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του. τα ακόλουθα περιστατικά: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ τυγχάνει αδελφός της εγκαλούσας Γ και θείος των λοιπών εγκαλούντων Ε και Δ. Κατά το έτος 1971 ο* εκκαλών, ο αδελφός του Α και ο πατέρας τους Ζ είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..... και υιοί Ο.Ε.", με ποσοστό 33% έκαστος, που σκοπό είχε την ωοπαραγωγή, αναπαραγωγή νεοσσών και κάθε άλλη συναφή εργασία. Η εταιρεία αυτή, προς επίτευξη του προαναφερομένου σκοπού της, αγόρασε ένα αγροτεμάχιο στη θέση ..... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..... . Κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1994 αποχώρησε από την εταιρεία ο πατέρας και παρέμειναν τα δυο αδέλφια, με ποσοστό 50% έκαστο. Η εταιρεία, με νέα πλέον επωνυμία "Αφοι ..... Ο.Ε", φέρεται να σταμάτησε τη λειτουργία της το έτος 1996. Έκτοτε οι σχέσεις των δύο αδελφών δεν ήσαν καλές. Ο Α, έχοντας προσβληθεί από καρκίνο του προστάτη και της ουροδόχου κύστης, χειρουργηθείς από το έτος 2000 στις ΗΠΑ, με την από 24-6-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του είχε διαθέσει την περιουσία του και ταυτόχρονα είχε αποκλείσει από την κληρονομιά τον εκκαλούντα, τη σύζυγο του Η και τα τέκνα τους. Ο ανωτέρω στις 5-7-2004 προέβη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θ σε δήλωση, κωδίκελο, συνισταμένη στο ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος στις 9-6-2001 του ζήτησε την αστυνομική του ταυτότητα, προκειμένου να προβεί σε διακοπή της τηλεφωνικής σύνδεσης της εταιρείας τους στη ....., την οποία, διακοπή, δεν έκανε, δήλωνε δε ότι υποπτευόταν πως ο ανωτέρω χρησιμοποίησε την ταυτότητα του για σύνταξη πράξεως, με την οποία αλλοιωνόταν η περιουσιακή του κατάσταση προς όφελος του, προβαίνοντας σε πλαστογράφηση της υπογραφής του και κατέληγε ότι δεν αναγνωρίζει ως έγκυρη καμία τέτοια πράξη που χρονολογείται μετά την 9-6-2001. Τελικά ο Α, ο οποίος δεν είχε παντρευτεί και ούτε είχε αποκτήσει παιδιά, απεβίωσε στο ..... στις 26-11-2002. Έκτοτε μεταξύ εκκαλούντος και των ως άνω εγκαλούντων υφίσταται σφοδρή δικαστική διαμάχη σχετικά με τη κληρονομιά του αποβιώσαντος. Ο εκκαλών, στην ..... στις 5-7-2001, γνωρίζοντας ότι ο αποβιώσας αδελφός του έπασχε από ανίατη και μάλιστα με μη αναστρέψιμα αποτελέσματα ασθένεια, καθόσον ο καρκίνος είχε κάνει μετάσταση στους λεμφαδένες και σε άλλα σημεία του σώματος του, κατάρτισε μία, υπό ιδίαν ημερομηνία, σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης και έθεσε χωρίς εντολή αλλά ούτε και κάποιο άλλο προς τούτο δικαίωμα κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω, ως δήθεν συμβαλλομένου σε αυτήν με την ιδιότητα του ως ομόρρυθμου μέλους της εταιρείας "Αφοι ..... Ο.Ε". Σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, στην οποία μισθωτής ήταν ο ίδιος ο εκκαλών, η ως άνω εταιρεία, εκμίσθωνε σ' αυτόν ένα ακίνητο κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της ....., αποτελούμενο από ένα αγρόκτημα έκτασης εξήντα ενός (61) στρεμμάτων, τρεις (3) πλήρεις πτηνοτροφικούς θαλάμους εκτροφής και αναπαραγωγής πουλερικών μετά του μηχανολογικού εξοπλισμού τους, μία αποθήκη και παρασκευαστήριο πτηνοτροφιών, δύο (2) πλήρεις κατοικίες εργατών, ένα υδατόπυργο, ένα συγκρότημα άντλησης νερού με γεώτρηση και τρία (3) ισόγεια διαμερίσματα, έναντι ετησίου μισθώματος 3.000 ευρώ ή 1.022.250 δραχμών, με διάρκεια της μίσθωσης δώδεκα έτη, χορηγείτο δε σ' αυτόν με τον όρο 2.2 το δικαίωμα μονομερούς παράτασης της μίσθωσης για δώδεκα επιπλέον έτη και με τον όρο 4.2 παρείχετο σ' αυτόν το δικαίωμα να υπεκμισθώνει το μίσθιο σε τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, να παραχωρεί με οποιονδήποτε τρόπο τη χρήση αυτού προς οποιονδήποτε τρίτο και να συστήνει εταιρείες προς εκμετάλλευσή του. Ο εκκαλών, προβαίνοντας στην κατάρτιση της ως άνω πλαστής σύμβασης, σκοπούσε να παραπλανήσει με τη χρήση της άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα τους τρίτους ότι η σύμβαση αυτή είχε υπογραφεί από τον Α ως, δήθεν, συμβαλλόμενο με την ιδιότητα του ομόρρυθμου μέλους της εταιρείας "Αφοι ..... Ο.Ε", ότι ο ίδιος ετύγχανε μισθωτής της ανωτέρω εκτάσεως δυνάμει έγκυρης σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης, και επιπροσθέτως να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας αλλά και των εγκαλούντων, ως κληρονόμων του Α, το δε συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, αφού η μισθωτική αξία της εκτάσεως ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 15.000 ευρώ και ετησίως στο ποσό των 176.082, 17 ευρώ. Ακολούθως ο εκκαλών έκανε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου και συγκεκριμένα, στα πλαίσια της δικαστικής διαμάχης του με τους ως άνω εγκαλούντες, επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτό αφενός μεν στις 7-4-2003, όταν, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Υ/Α του Α.Τ Θηβών ....., ζήτησε την ποινική δίωξη και κατά νόμο τιμωρία της μητέρας του Β και της εγκαλούσας, αδελφής του, Γ για υφαίρεση (κλοπή), αφετέρου δε στις 27-2-2004, όταν υποβάλλοντας ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών την υπό ιδίαν ημερομηνία έγκληση του, ζήτησε την ποινική δίωξη και κατά νόμο τιμωρία, μεταξύ άλλων, της συμβολαιογράφου Αθηνών ΣΤ και των εγκαλούντων, καταγγέλλοντας ότι η εν λόγω συμβολαιογράφος, με τη συμμετοχική δράση των λοιπών εγκαλουμένων, την 1-5-2002 συνέταξε την υπ' αριθ. ..... δημόσια διαθήκη του Α, αν και γνώριζαν ότι ο διαθέτης ήταν ανίκανος, ευρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του. Στην τελευταία περίπτωση ο εκκαλών επικαλέστηκε και προσκόμισε επίσης την από 21-3-2002 διαθήκη, ως δήθεν προερχομένη από τον αποβιώσαντα αδελφό του Α. Η διαθήκη αυτή ήταν πλαστή, αφού ο ίδιος στην ..... στις 21-3-2002 είχε προβεί στη σύνταξη της και είχε θέσει επ' αυτής υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής του ως άνω αδελφού του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, το κείμενο της οποίας ο εκκαλών είχε γράψει με ηλεκτρονικό μέσο και ως εκ τούτου ήταν άκυρη, αφού δεν μπορούσε να ισχύσει ως ιδιόγραφη, δημοσία η μυστική λόγω της μη τήρησης των προϋποθέσεων των διατάξεων 1718, 1724 και 1738 του ΑΚ, ο Α φερόταν να εγκαθιστά τον εκκαλούντα κληρονόμο του σε χρηματιστηριακούς τίτλους και καταθέσεις του, στο 1/3 της ψιλής κυριότητας του ποσοστού του επί πολυώροφης οικοδομής και της επικαρπίας ολοκλήρου του ποσοστού του επί της ίδιας οικοδομής που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..... και ....., ως επίσης και στο ποσοστό του επί του κείμενου στην περιοχή των ..... πτηνοτροφείου. Σκοπός του εκκαλούντος, παρά τα όσα περί του αντιθέτου αβασίμως ισχυρίζεται, ήταν με τη χρήση της πλαστής αυτής διαθήκης, όπως άλλωστε σκοπούσε και με την κατάρτιση της, να παραπλανήσει τις εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές και κάθε τρίτο πρόσωπο σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα σχετικά με το γεγονός ότι η διαθήκη αυτή, αν και άκυρη, ως μη συνταχθείσα κατά τους νομίμους τύπους, εξέφραζε την αυθεντική τελευταία βούληση του αδελφού του Α, σύμφωνα με την οποία δεν είχε πρόθεση να αποκλείσει τον ίδιο και την οικογένεια του από την κληρονομιά του και ότι, ως εκ τούτου, η προαναφερομένη, υπ' αριθ. 17598/2002, δημοσία διαθήκη του, με την οποία τον απέκλειε από την κληρονομιά του ήταν προϊόν εξαπατήσεως του από τους ως άνω εγκαλούντες. Ισχυρίζεται ο εκκαλών -κατηγορούμενος ότι το από 5-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως υπεγράφη από αυτόν και το παρέδωσε στον αδελφό του με την παράκληση, αφού το υπογράψει ως συνδιαχειριστής της εκμισθώτριας εταιρείας, να το καταθέσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Περιστερίου, η οποία βρισκόταν πλησίον της οικίας του, καθώς επίσης ότι την από 21-3-2002 διαθήκη την ανακάλυψε μπροστά στα μάτια της μητέρας του πίσω από ένα κρεβάτι στην οικία του αδελφού του και τέλος ότι η γνησιότητα της υπογραφής του τελευταίου είχε θεωρηθεί με αυτοπρόσωπη παρουσία του στο ΚΕΠ Περιστερίου αλλά και την επίδειξη της αρ. ..... ταυτότητας του. Περαιτέρω, ο εκκαλών προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι στην περίπτωση του 5-7-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως συντελέσθηκε το αδίκημα της πλαστογραφίας, το συνολικό όφελος δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε 503.000 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από τις δηλώσεις μεγάλης ακίνητης περιουσίας της εταιρείας κατά τα έτη 2000-2005, τις οποίες μετ' επικλήσεως προσκόμισε, καταλήγει δε ότι το ετήσιο τεκμαρτό μίσθωμα υπολογίζεται σύμφωνα με τις φορολογικές διατάξεις σε ποσοστό 3% ετησίως της αντικειμενικής αξίας, κατά συνέπεια ανέρχεται στο ποσό των 15.090 ευρώ (503.000 ευρώ Χ 3%) ετησίως, πλην όμως με την υπάρχουσα κατάσταση η εμπορική αξία του συγκεκριμένου ακινήτου υπολείπεται της αντικειμενικής του αξίας λόγω παλαιότητας και θέσεως και το μηνιαίο μίσθωμα δεν ξεπερνά το ποσό των 300 ευρώ. Επί των ως άνω ισχυρισμών του εκκαλούντος λεκτέα τα ακόλουθα: Ο εκκαλών, όπως προαναφέραμε, δεν είχε καλές σχέσεις με τον αδελφό του Α. Μάλιστα από τον τελευταίο είχαν εκφρασθεί υπόνοιες στο προαναφερόμενο κωδίκελο ότι πιθανόν ο εκκαλών, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του, να προέβη σε πλαστογράφηση της υπογραφής του. Περαιτέρω ο εκκαλών ήταν ο μόνος που είχε συμφέρον για την κατάρτιση τόσο του από 5-7-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως όσο και της από 21-3-2002 διαθήκης. Η ....., ειδική δικαστική γραφολόγος, η οποία διενήργησε γραφολογική έρευνα στα ανωτέρω έγγραφα και συνέταξε την από 22-7-2004 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπάρχουσες σ' αυτά υπογραφές τού Α είναι πλαστές και η πλαστογράφηση έγινε από άτομο που είχε στη διάθεση του ή γνώριζε τον τρόπο ανάπτυξης της υπογραφής του. Ο εκκαλών, είναι φανερό ότι, εξαιτίας της συγγένειας και της επαγγελματικής σχέσης που είχε με τον αδελφό του, γνώριζε τον τρόπο ανάπτυξης της υπογραφής του αδελφού του, γεγονός άλλωστε που επιβεβαίωσε προανακριτικά, εξεταζόμενος ενόρκως στις 22-7-2004, ο μάρτυρας Ε. Στις 9-6-2001, όπως προαναφέραμε, ο εκκαλών είχε ζητήσει την ταυτότητα του αδελφού του και, κάνοντας χρήση αυτής, πέτυχε είτε λόγω ομοιότητας του με αυτόν, όπως αναφέρει ο ανωτέρω μάρτυρας, είτε λόγω φόρτου εργασίας των αρμοδίων υπαλλήλων να βεβαιωθεί αφενός μεν από υπάλληλο του Δήμου Περιστερίου το γνήσιο της υπογραφής του αδελφού του στην από 5-7-2001 σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως, αφετέρου δε από υπάλληλο της ΔΟΥ Α' Περιστερίου η κατάθεση, δήθεν, προσωπικώς από τον αδελφό του της από 21-3-2002 διαθήκης στην υπηρεσία του. Το γεγονός, ότι ο Α είχε καταθέσει τα έτη 2000 και 2001 σε συμβολαιογράφο δυο διαθήκες, αποκλείει την περίπτωση, ως γνώστης του τρόπου σύνταξης έγκυρης διαθήκης, να προέβαινε στις ως άνω άστοχες ενέργειες. Περαιτέρω το συνολικό όφελος που επεδίωξε ο εκκαλών με την κατάρτιση της πλαστής σύμβασης επαγγελματικής μισθώσεως υπερβαίνει, σε κάθε περίπτωση, κατά πολύ το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ, δοθέντος ότι, όπως αναφέρουν οι εγκαλούντες, η μισθωτική αξία του ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 15.000 ευρώ μηνιαίως αλλά και η διάρκεια της ήταν δωδεκαετής με δικαίωμα του μισθωτή, εκκαλούντος, να προβεί σε μονομερή παράταση της για άλλη μια δωδεκαετία. Επισημαίνουμε ότι, σε όλη αυτή τη διάρκεια της μίσθωσης ο εκκαλών θα εκμεταλλευόταν κατά τον πλέον επικερδή γι' αυτόν τρόπο το μίσθιο, χωρίς καμία παρέμβαση της εκμισθώτριας εταιρείας, αφού σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο, και συγκεκριμένα το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 και 575 του ΑΚ, βασική υποχρέωση της τελευταίας απέναντι σ' αυτόν ήταν να εγκαταλείψει το μίσθιο καθ 'όλη τη διάρκεια του χρόνου της μίσθωσης, προσέτι δε να μην επιχειρεί πράξεις που μπορούν να στερήσουν από αυτόν τη χρήση του μισθίου ή να διαταράξουν την κατοχή του ή να υποσκάψουν τον επιδιωκόμενο σκοπό της μίσθωσης. Τέλος, ο υπό του εκκαλούντος επικαλούμενος υπολογισμός του μισθώματος με βάση την αντικειμενική αξία του μισθίου δεν είναι σύμφωνος με τα κρατούντα στις συναλλαγές, όπου η διαμόρφωση του μισθώματος γίνεται υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης και κατά τις διαπραγματεύσεις λαμβάνεται υπόψη, κατά κανόνα, η αγοραία αξία του μισθίου, η οποία πολλές φορές είναι πολλαπλάσια της αντικειμενικής. Η άποψη του εκκαλούντος ότι το μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως στηρίζεται στα εντελώς αόριστα στοιχεία της παλαιότητας και της θέσεως του μισθίου, αντικρούεται δε ακόμη και από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αυτού, υπό ημερομηνία 19-11-2004, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, ακόμη και αν ήθελε παραβλεφθεί η περίπτωση το αναφερόμενο σ' αυτό μίσθωμα να είναι εικονικό, φέρεται να υπεκμίσθωσε στις 20-6-2004 στον Ι τους δύο μόνο από τους τρεις πτηνοτροφικούς θαλάμους μετά του μηχανολογικού εξοπλισμού τους αντί του ποσού των 600 ευρώ μηνιαίως. Κατόπιν αυτών, φανερό είναι ότι, οι ως άνω ισχυρισμοί του εκκαλούντος στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας." Στη συνέχεια, διατύπωσε τη διαλαμβανόμενη στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος σε βάρος του κατηγορούμενου Χ κατηγορία της χρήσεως πλαστού, από επιβαρυντική περίσταση σε αυτοτελή πλέον πράξη, ως ακολούθως: "Στην ..... στις 27-2-2004 εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, επικαλέστηκε και προσκόμισε την από 21-3-2002 διαθήκη, ως δήθεν προερχομένη από τον αποβιώσαντα την 26.11.2002 αδελφό του Α, ενώ την είχε συντάξει ο ίδιος στην ..... και είχε θέσει επ' αυτής υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής του αδελφού του, ως συνημμένη στην από 27-2-2004 μήνυση που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ζητώντας την ποινική δίωξη και κατά νόμο τιμωρία, μεταξύ, άλλων, της συμβολαιογράφου Αθηνών ΣΤ και των εγκαλούντων Γ, Ε και Δ, καταγγέλλοντας ότι η εν λόγω συμβολαιογράφος, με τη συμμετοχική δράση των υπολοίπων, την 1-5-2002 συνέταξε την υπ. αρ. ..... δημόσια διαθήκη του Α, αν και γνώριζαν ότι ο διαθέτης ήταν ανίκανος, ευρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, το κείμενο της οποίας είχε γράψει με ηλεκτρονικό μέσο και ως εκ τούτου ήταν άκυρη, αφού δεν μπορούσε να ισχύσει ως ιδιόγραφη, δημοσία η μυστική λόγω της μη τήρησης των προϋποθέσεων των διατάξεων 1718, 1724 και 1738 του ΑΚ, ο ως άνω Α φερόταν να τον εγκαθιστά κληρονόμο του σε χρηματιστηριακούς τίτλους και καταθέσεις του, στο 1/3 της ψιλής κυριότητας του ποσοστού του επί πολυώροφης οικοδομής και της επικαρπίας ολοκλήρου του ποσοστού του επί της ίδιας οικοδομής που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..... και ....., ως επίσης και στο ποσοστό του επί του κείμενου στην περιοχή των ..... πτηνοτροφείου. Με την χρήση της πλαστής ως άνω διαθήκης σκοπούσε, όπως άλλωστε και με την κατάρτισή της, να παραπλανήσει τις εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές και κάθε τρίτο πρόσωπο σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα σχετικά με το γεγονός ότι η διαθήκη αυτή, αν και άκυρη, ως μη συνταχθείσα κατά τους νομίμους τύπους, εξέφραζε την αυθεντική τελευταία βούληση του αδελφού του Α, σύμφωνα με την οποία δεν είχε πρόθεση να αποκλείσει τον ίδιο και την οικογένειά του από την κληρονομιά του και ότι, ως εκ τούτου, η προαναφερομένη, υπ' αριθ. 17598/2002, δημοσία διαθήκη του, με την οποία τον απέκλειε από την κληρονομιά του ήταν προϊόν εξαπατήσεώς του από τους ως άνω εγκαλούντες" και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, κατά το μέρος που αφορά τις ως άνω παραπεμπτικές διατάξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1, 3β Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η ταυτότητα των πλαστών εγγράφων, που ο κατηγορούμενος κατάρτισε, ο τρόπος κατάρτισής των, η χρήση των από τον κατηγορούμενο, το περιεχόμενό των, ο σκοπός της κατάρτισης και της χρήσης των εγγράφων αυτών και το συνολικό όφελος που επιδίωξε να προσπορίσει στον εαυτό του με τις παράνομες ενέργειές του και ακόμη μνημονεύονται τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτουν τα παραπάνω, δοθέντος ότι στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρονται με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς ασάφεια και αντιφάσεις τα περιστατικά της δράσης του κατηγορουμένου στην τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και εξειδικεύεται ο σκοπός της παραπλάνησης των τρίτων και εκείνος του πορισμού οφέλους, αφού, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, 1) ο ίδιος κατάρτισε, με την αυθαίρετη θέση της υπογραφής του αδελφού του Α και σύνταξη του κειμένου, το από 5-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, έκανε χρήση αυτού στις 27.2.2004 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, όπου υπέβαλε μήνυση κατά της μητέρας και της αδελφής του και το επισύναψε σ' αυτή, αλλά και ενώπιον του Α/Τ Θηβών στις 7.4.2003, με σκοπό να αποδείξει ότι ήταν μισθωτής της εκτάσεως που αναφέρεται σ' αυτό, δυνάμει έγκυρης σύμβασης μίσθωσης και να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη των κληρονόμων του Α και 2) στις 21.3.2002 κατάρτισε την από 21.3.2002 διαθήκη, ως προερχομένη από τον αδελφό του Α, στην οποία έθεσε κατ' απομίμηση, την υπογραφή του τελευταίου, προσκόμισε αυτήν στις 27.2.2004, όταν υπέβαλε μήνυση κατά της μητέρας, της αδελφής του και της συμβολαιογράφου Αθηνών ΣΤ, περί πλαστότητας της υπ' αριθ. ..... δημόσιας διαθήκης, που συνέταξε η τελευταία και, συνυπέβαλε προς απόδειξη αυτού του γεγονότος την παραπάνω διαθήκη. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1δ' του ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλεται αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για τον πρόσθετο λόγο ότι αναφέρεται καθ' ολοκληρίαν στην εισαγγελική πρόταση και δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του, καθώς και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1β του ΚΠΔ για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 παρ. 1, 3 ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι με το δικόγραφο της αναιρέσεως λόγοι, που αναφέρονται στη μη αποδοχή του αιτήματος του αναιρεσείοντος, για τη διενέργεια γραφολογικής εξέτασης και στη μη απόδειξη του ύψους του οφέλους είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται με αυτόν το αντικείμενο της γραφολογικής εξέτασης και δεν γίνεται επίκληση ότι το σχετικό αίτημα προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο και ο δεύτερος είναι απαράδεκτος, αφού ανάγεται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, ως προς τον λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 484 παρ. 1β του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, όσον αφορά, ειδικότερα, την κατάρτιση της άκυρης διαθήκης, αφού, σύμφωνα με τις αιτιάσεις του κατηγορουμένου, ως άκυρη, δεν είναι δυνατόν να επιφέρει έννομο αποτέλεσμα, πρέπει να σημειωθεί, ότι, εφόσον το έγγραφο είναι πρόσφορο για απόδειξη, είναι αδιάφορο αν είναι έγκυρο ή άκυρο, αν έχει ή όχι συνταχθεί νόμιμα ή παρέχει άμεση ή έμμεση απόδειξη, ούτε απαιτείται να είναι συντεταγμένο εξ υπαρχής, κατ' αποδεικτικό τύπο. Στην προκειμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε ότι "με τη χρήση της πλαστής ως άνω διαθήκης σκοπούσε, όπως άλλωστε και με την κατάρτισή της, να παραπλανήσει τις Εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές και κάθε τρίτο πρόσωπο σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα με το γεγονός ότι η διαθήκη αυτή, αν και άκυρη, ως μη συνταχθείσα κατά τους νομίμους τύπους, εξέφραζε την αυθεντική τελευταία βούληση του αδελφού του Α, σύμφωνα με την οποία δεν είχε πρόθεση να αποκλείσει τον ίδιο και την οικογένειά του από την κληρονομιά του και ότι, ως εκ τούτου, η προαναφερόμενη, υπ' αριθμ. ..... δημόσια διαθήκη του, με την οποία τον απέκλειε από την κληρονομιά του, ήταν προϊόν εξαπατήσεώς του από τους εγκαλούντες." Επομένως, ορθώς τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και, 13γ του ΠΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε και είναι απορριπτέος είναι ο προαναφερόμενος λόγος της αναίρεσης. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 183/2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χγια αναίρεση του 866/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Έγγραφο και το άκυρο, αν η κατάρτιση του είναι δυνατόν να έχει κάποιο έννομο αποτέλεσμα. Δυνατή η καθολική αναφορά του βουλεύματος στην εισαγγελική πρόταση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Εισαγγελική Πρόταση.
1
Αριθμός 2425/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 117/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1927/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού με αριθμό 510/18-12-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων την από 1/16 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά της υπ'αριθμ. 117/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως και περί αναστολής εκτελέσεως των δια της ανωτέρω αποφάσεως επιβληθεισών σ'αυτόν ποινών, εκθέτω τα εξής: Ο αιτών κατεδικάσθη, διά της ανωτέρω αποφάσεως, εις συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα ετών, δια α) ηθική αυτουργία εις ψευδή βεβαίωση εις βάρος του δημοσίου κατ'εξακολούθηση, εις βαθμό κακουργήματος και β) πλαστογραφία μετά χρήσεως εις βάρος του δημοσίου κατ'εξακολούθηση, εις βαθμό κακουργήματος, ως και εις χρηματική ποινή εκ 261.729 ευρώ, διά την παραγραφείσα λαθρεμπορία, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία ήσκησε, δια της υπ'αριθμ. 2416/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. 'Ηδη αυτός ζητεί, δια της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας και επικαλείται νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, ισχυριζόμενος ότι δι'αυτών καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος, άλλως, ότι κατεδικάσθη αδίκως δι'εγκλήματα βαρύτερα εκείνων που πράγματι ετέλεσε. Επειδή, κατά το άρθρο 525§1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντιστοιχ.). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών, δια της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, εκηρύχθη ένοχος δια τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και επεβλήθησαν σ'αυτόν οι ανωτέρω ποινές, διότι εις ....., ....., ..... και ....., από 19-12-1992 μέχρι 27-5-1995, α) ως διαχειριστής και στην πραγματικότητα νόμιμος εκπρόσωπος της ομορρύθμου εταιρίας "..... και ..... ΟΕ", πρατηριούχου πετραλαϊκών εταιριών, η οποία είχε σκοπό τον εφοδιασμό πλοίων και θαλαμηγών με πετρελαιοειδή, προεκάλεσε εις 15 τελωνειακούς υπαλλήλους, με πειθώ, φορτικότητα και έναντι μη διακριβωθέντος χρηματικού οικονομικού ανταλλάγματος, την απόφαση να εντάξουν και εκδώσουν μεγάλο αριθμό δελτίων παραλαβής καυσίμων (ΔΠΑ), δια των οποίων εβεβαίωσαν ψευδώς, ότι τα αναφερόμενα σ'αυτά πλοία είχαν εφοδιασθή ατελώς με υγρά καύσιμα από τα ελεύθερα αποθέματα, με τον όρο της "αποκατάστασης", και β) επί αντιγράφων των δελτίων παραλαβής καυσίμων (ΔΠΑ) και των συνοδευόντων αυτά τιμολογίων, έθεσε κατ'απομίμηση και άνευ δικαιώματος, στην θέση "ο παραλαβών πλοίαρχος" ή "ο παραλαβών πελάτης", τις υπογραφές των πλοιάρχων των πλοίων στα οποία δήθεν είχαν παραδοθή υγρά καύσιμα, ώστε να παραπλανήση τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΙΒ Τελωνείου Πειραιώς, ότι πράγματι είχε πωληθή και παραδοθή η αναφερομένη ποσότης υγρών καυσίμων εις πλοία, ατελώς. Ο αιτών ισχυρίζεται, ότι μετά την ως άνω καταδίκη του απεκαλύφθησαν τα εξής, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, νέα γεγονότα και αποδείξεις: Τα από 23-7-2007 και 20-9-2007 έγγραφα της ανωνύμου εταιρίας "SKOLARIKOS PUBLICATIONS", εδρευούσης εις ....., η οποία τηρεί επίσημα αρχεία πλοίων ("HELLENIC YACHT REGISTER") και παρέχει πληροφορίες περί πλοίων κλπ, και αντίγραφο επισήμου βιβλίου αυτής, με τίτλο "2005-2006 SKOLARIKOS HELLENIC YACHT REGISTER", όπου έχουν καταχωρηθή πολλά πλοία. Ειδικότερα, εις το από 20-9-2007 έγγραφο της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας, εκδοθέν κατόπι αιτήσεως του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας, αναφέρονται τα εξής: "Ως προκύπτει εκ των παρ'ημίν τηρουμένων αρχείων "HELLENIC YACHT REGISTER" και εκ του συνόλου των σκαφών που αναζητήθηκαν κατόπιν αιτήσεώς σας, ανευρέθησαν τα κάτωθι ενεργά θαλαμηγά εγγεγραμμένα εις τα Ελληνικά Νηολόγια: 1) ....., 2) ....., 3) ....., 4) ....., 5) ....., 6) ....., 7) ....., 8) ....., 9) ....., 10) ....., 11) ....., 12) ....., 13) ....., 14) ....., 15) ....., 16) ..... 17) ....., 18) ....., 19) ....., 20) ....., 21) ....., 22) ....., 23) ....., 24) ..... . 2. Τα υπολειπόμενα είτε είναι εγγεγραμμένα σε νηολόγια της αλλοδαπής, είτε λόγω των πολλών ετών που έχουν παρέλθει έχουν υποστεί μεταβολές όπως: Μετονομασίες, Αλλαγή σημαίας, Μεταπώληση σε αλλοδαπούς, Διαλύσεις, Ολική Απώλεια κ.ά. 3. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, σας γνωρίζουμε ότι όταν προσορμίζει ένα σκάφος θαλαμηγό μία μαρίνα - λιμένα με σκοπό τον ανεφοδιασμό του, τρόφιμα, καύσιμα, νερό και συνεχίζει τον ναύλο του, δεν υποχρεούται στην δήλωση απόπλου κατάπλου, και ως εκ τούτου στην εγγραφή του εις το εκ της Λιμενικής Αρχής τηρουμένου βιβλίου προς τούτο". Περαιτέρω, στο επικαλούμενο αντίγραφο βιβλίου της ανωτέρω εταιρίας είναι καταχωρημένα και τα ως άνω αναφερόμενα σκάφη, δια δε του από 23-7-2007 εγγράφου της ιδίας εταιρίας, δίδεται στον αιτούντα εξήγηση περί της καθυστερήσεως να του δοθούν οι αιτηθείσες πληροφορίες. Αλλά, με το ως άνω περιεχόμενο, τα επικαλούμενα ως νέα γεγονότα και αποδείξεις, προεκτεθέντα έγγραφα, είτε μόνα των, είτε εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων δια τις οποίες κατεδικάσθη, ούτε ότι αυτός κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε, αφού μόνη η ύπαρξη σκαφών, εκ των φερομένων, δια των ανωτέρω δελτίων παραλαβής καυσίμων, ως εφοδιασθέντων ατελώς με καύσιμα, δεν καθιστά βέβαιον ότι ο ως άνω εφοδιασμός αυτών ήτο πραγματικός και ότι το περιεχόμενο των εν λόγω δελτίων δεν είναι ψευδές, ούτε ότι οι προαναφερόμενες υπογραφές είναι γνήσιες. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος και, επομένως, η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας πρέπει να απορριφθή. Επίσης, πρέπει να απορριφθή και το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως των δια της ανωτέρω αποφάσεως επιβληθεισών στον αιτούντα ποινών, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν καθίσταται φανερή η αθωότης του. Τέλος, πρέπει να καταδικασθή αυτός στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω - Να απορριφθή η από 1/16 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης δια της υπ'αριθμ. 117/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως και περί αναστολής εκτελέσεως των δια της ανωτέρω αποφάσεως επιβληθεισών σ'αυτόν ποινών. Και Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 30 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περιπτ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η υπό κρίση από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αρ. 1178/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών, για α)ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση σε βάρος του Δημοσίου κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος και β) για πλαστογραφία με χρήση σε βάρος του Δημοσίου κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και σε χρηματική ποινή 261.729 Ευρώ, ισχυριζόμενος ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτήν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με τη μνησθείσα απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα-κατηγορούμενο για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και του επέβαλε τις ως άνω ποινές, διότι, στον ....., ....., ..... και ....., κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-1992 έως 27-5-1995, α)ως διαχειριστής και στην πραγματικότητα νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας "..... και ..... Ο.Ε", πρατηριούχου πετρελαϊκών εταιρειών, και η οποία είχε σκοπό τον εφοδιασμό πλοίων και θαλαμηγών με πετρελαιοειδή, προκάλεσε σε 15 τελωνειακούς υπαλλήλους, με πειθώ, φορτικότητα και έναντι μη διακριβωθέντος χρηματικού οικονομικού ανταλλάγματος, την απόφαση να εντάξουν και εκδώσουν μεγάλο αριθμό δελτίων παραλαβής καυσίμων και με τα οποία βεβαίωσαν ψευδώς, ότι τα αναφερόμενα σ' αυτά πλοία είχαν εφοδιασθεί ατελώς με υγρά καύσιμα από τα ελεύθερα αποθέματα, με τον όρο της "αποκατάστασης" και β) πάνω σε αντίγραφα των δελτίων παραλαβής καυσίμων και στα τιμολόγια που τα συνόδευαν, έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς κανένα δικαίωμα, στη θέση "ο παραλαβών πλοίαρχος" ή "ο παραλαβών πελάτης", τις υπογραφές των πλοιάρχων των πλοίων, στους οποίους δήθεν είχαν παραδοθεί υγρά καύσιμα, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΙΒ' Τελωνείου Πειραιώς, ότι πράγματι είχε πωληθεί και συνάμα παραδοθεί η αναφερόμενη ποσότητα υγρών καυσίμων στα πλοία, ατελώς. Ήδη, ο αιτών, προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, τα ακόλουθα έγγραφα: Α)Το από 20-9-2007 έγγραφο της ανώνυμης εταιρείας "SKOLARIKOS PUBLICATIONS", η οποία εδρεύει στον ..... και τηρεί επίσημα αρχεία πλοίων και το οποίο εκδόθηκε έπειτα από αίτηση του αιτούντος. Σ' αυτό αναφέρονται τα ακόλουθα. "Ως προκύπτει εκ των παρ' ημών τηρουμένων αρχείων "HELLENIC YACHT REGISTER" και εκ του συνόλου των σκαφών που αναζητήθηκαν κατόπιν αιτήσεώς σας, ανευρέθησαν τα κάτωθι ενεργά θαλαμηγά εγγεγραμμένα εις τα Ελληνικά Νηολόγια:1) ....., 2) ....., 3) ....., 4) ....., 5) ....., 6) ....., 7) ....., 8) ....., 9) ....., 10) ....., 11) ....., 12) ....., 13) ....., 14) ....., 15) ....., 16) ..... 17) ....., 18) ....., 19) ....., 20) ....., 21) ....., 22) ....., 23) ....., 24) ..... . 2) Τα υπολειπόμενα είτε είναι εγγεγραμμένα σε νηολόγια της αλλοδαπής, είτε λόγω των πολλών ετών που έχουν παρέλθει, έχουν υποστεί μεταβολές όπως: Μετονομασίες, αλλαγή σημαίας, μεταπώληση σε αλλοδαπούς, διαλύσεις ολική απώλεια κ.α. 3) Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, σας γνωρίζουμε ότι όταν προσκομίζει ένας σκάφος θαλαμηγός σε μία μαρίνα-λιμένα με σκ0οπό του ανεφοδιασμό του με τρόφιμα, καύσιμα, νερό κ.λ.π και συνεχίζει τον ναύλο του, δεν υποχρεούται στην δήλωση απόπλου κατάπλου και ως εκ τούτου στην εγγραφή του εις το εκ της Λιμενικής Αρχής τηρούμενο προς τούτο βιβλίο. Β) Το από 23-7-2007 έγγραφο της ίδιας εταιρείας, με το οποίο δίνεται η εξήγηση στον αιτούντα-κατηγορούμενο, γιατί καθυστέρησε η αναφερόμενη εταιρεία να δώσει τις πληροφορίες που της ζητήθηκαν. Όμως, τα επικαλούμενα ως νέα γεγονότα και αποδείξεις ως άνω έγγραφα, με το περιεχόμενο που προπαρατέθηκε, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που εισφέρθηκαν στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε, ούτε ότι αυτός καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Το γεγονός ότι υπήρξαν σκάφη, τα οποία αποτελούν ένα μικρό μέρος των σκαφών εκείνων που οι τελωνειακοί υπάλληλοι, έπειτα από προτροπή του αιτούντα, βεβαίωσαν ψευδώς ότι ανεφοδιάστηκαν ατελώς με καύσιμα, δεν είναι αρκετό να προκαλέσει τη βεβαιότητα ότι ο εφοδιασμός αυτών ήταν πραγματικός και ότι το περιεχόμενο των δελτίων παραλαβής καυσίμων (Δ.Π.Κ.) δεν ήταν ψευδές, ούτε και ότι οι φερόμενες στα δελτία αυτά υπογραφές ήταν γνήσιες. Άλλωστε, όπως σαφώς προκύπτει από το από 20-9-2007 έγγραφο της εταιρείας "SKOLARIKOS HELLENIC YACHT REGISTER", με αυτό βεβαιώνεται μόνον το γεγονός ότι τα αναφερόμενα εκεί είκοσι τέσσερα (24) πλοία, είναι εγγεγραμμένα στα Ελληνικά Νηολόγια και όχι ότι πράγματι αυτά, κατά τον αναφερόμενο στην ανωτέρω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς χρονικό διάστημα, ανεφοδιάσθηκαν ατελώς με καύσιμα. Το γεγονός ότι δεν ήταν υποχρεωμένα (τα πλοία αυτά) σε δήλωση κατάπλου και απόπλου στο βιβλίο της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, αυτό σίγουρα διευκολύνει την τέλεση αξιοποίνων πράξεων και δεν συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου. Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και το περιεχόμενο σ' αυτήν, νόμιμο (άρθρο 529 Κ.Π.Δ) αίτημα, για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης με την οποία περατώθηκε αμετάκλητα η διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, ως άνευ αντικειμένου. Τέλος, ο αιτών, θα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 117/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, καθώς και το σ' αυτή περιεχόμενο αίτημα αναστολής. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Οι επικαλούμενες νέες αποδείξεις δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2426/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 843/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1957/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 278/20-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ'αριθ. 25/12-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κατά του υπ'αριθ. 843/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθ. 34/2007 βούλευμά του παράπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ, καθώς και τους μη ασκήσαντες αναίρεση Α και Β, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι: α) Οι Α και Β των πράξεων της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και β) Η αναιρεσείουσα Χ, της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη. Η έφεσή της αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 843/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κατά του εν λόγω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ με την κρινόμενη αίτησή της η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την 5-11-2007, η δε αίτηση ασκήθηκε την 12-11-2007, δηλαδή μέσα στην δεκαήμερη προθεσμία του άρθρου 473 Κ.Π.Δ, αυτοπροσώπως από την ίδια ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ.25/12-11-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για κακούργημα, επεκτείνεται δε και στα συναφή και συρρέοντα πλημμελήματα (άρθρ. 482 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ.) Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και περαιτέρω να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 α' Π.Κ. όποιος εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέσθηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω κακουργηματική μορφή του απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές, ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροέραιρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς του, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νομίμου απαιτήσεως χρησιμοποίηση του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, παρουσιαζόμενη ως άξια μομφής (ΑΠ. 999/2007, ΑΠ. 1983/2005, ΑΠ 1401/2003). Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και οδηγεί κατ'ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως αν η σωματική βία ή οι απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, που ασκήθηκαν για τον παραπάνω σκοπό, δεν επέφεραν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του δράστη, διότι π.χ. ο τελευταίος εμποδίσθηκε να ολοκληρώσει την πράξη του επειδή προσέτρεχαν τρίτοι προς βοήθεια του θύματος, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν είναι τετελεσμένο και η σωματική βία που ασκήθηκε συνιστά απόπειρα εκβιάσεως, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., εφόσον περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, παραινέσεις κ.λ.π. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής, ανεξαρτήτως αν αυτός ως δράστης παραμένει άγνωστος και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. (ΑΠ 761/2007, ΑΠ 688/2007). Μεταξύ των μέσων, με τα οποία μπορεί να προκληθεί στον φυσικό αυτουργό η απόφαση τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, περιλαμβάνεται η πειθώ και φορτικότητα, οι επίμονες προτροπές, η εκμετάλλευση της ροπής για εύκολο πλουτισμό, η υπόσχεση καταβολής αμοιβής ή οικονομικού ανταλλάγματος, η προσφορά χρηματικών ποσών, συμβουλές και παροτρύνσεις. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ. όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 309 του ίδιου Κώδικα αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 Π.Κ.), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 Π.Κ. σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 Π.Κ. ενώ για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1642/2006). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ όποιος εν γνώσει καταμηνύσει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή παράβαση πειθαρχική, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. 'Ετσι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Τέλος κατά μεν το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ενώ, κατά το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα, εάν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί η διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός (ΑΠ 1096/2007, ΑΠ 271/2007). 3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005, ΑΠ 114/2004). Ειδικότερα στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ'αυτή ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστικό συμβούλιο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφασή του (ΑΠ 740/2004). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο κείμενο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή ή διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006) και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ'ολοκλήρου η συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ, ηλικίας 38 ετών, με επικαλούμενη επαγγελματική της δραστηριότητα την ιδιότητα της λογίστριας, γνωρίζεται με τον παθόντα Γ τον μήνα Απρίλιο του 2005 επισκεπτόμενη τακτικά το κατάστημα ..... στην οδό ..... στη ....., όπου εργαζόταν αυτός. Συνάπτουν ερωτικές σχέσεις οι οποίες διακόπτονται στις 27-4-2005, γιατί όπως επικαλείται η εκκαλούσα-κατηγορουμένη απέκρουσε βίαιη και άκομψη ερωτική του επίθεση. Στις 12-5-2005 καταθέτει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αγωγή για επιδίκαση αποζημίωσης από αδικοπραξία του Γ εναντίον της, αιτούμενη το ποσό των δέκα χιλιάδων επτακοσίων δέκα εννέα (10.719) ευρώ. Ορίσθηκε δε ημερομηνία συζήτησης της παραπάνω αγωγής η 7-11-2005. Πλην όμως προτού κριθεί η απαίτησή της από τα δικαστήρια στις 20-5-2005 και 2-6-2005 από πρόθεση με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις που απηύθυνε στους συγκατηγορουμένους της Α και Β, χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα και καταβολή αμοιβής, προκάλεσε σ'αυτούς την απόφαση να τελέσουν τα αδικήματα της απόπειρας εκβίασης από κοινού κατ'εξακολούθηση και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού κατ'εξακολούθηση σε βάρος του εγκαλούντος Γ. Συγκεκριμένα τις πιο πάνω ημεροχρονολογίες, μετέβησαν στο κατάστημα ..... στην ....., όπου εργαζόταν ο εγκαλών, και τον έπληξαν με μαχαίρι, ειδικό ρόπαλο (κλομπ) γρόνθους και λακτίσματα κυρίως στο κεφάλι και σε όλο του το σώμα, για να του αποσπάσουν παράνομα και να της παραδώσουν το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο παράνομα απαιτούσε απ'αυτόν και με τηλεφωνικές απειλές εναντίον του, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, επιφέροντας έτσι ισόποση περιουσιακή του ζημία, πλην όμως οι συγκατηγορούμενοί της δεν μπόρεσαν τελικά να τον εξαναγκάσουν να τους παραδώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό, επειδή εμποδίστηκαν από άλλους υπαλλήλους του καταστήματος και πελάτες και υποχρεώθηκαν να φύγουν από το κατάστημα. Ο εγκαλών από τα χτυπήματα των συγκατηγορουμένων της υπέστη εξοίδηση των μαλακών μορίων της δεξιάς κροταφικής χώρας, δύο γραμμοειδείς εκχυμώσεις των μαλακών μορίων, εκτεινόμενες κατά την μετωπιαία χώρα, δεξιά εκχύμωση των μαλακών μορίων χροιάς κυανής, κατά την έξω επιφάνεια του άνω τριτημορίου του αριστερού αντιβραχίου, εκχυμωτική εκδορά του δεξιού αγκώνα, εκδορές (δύο) της ραχιαίας επιφάνειας της δεξιάς άκρας χειρός, μήκους 1,5 εκ. και κάκωση κατά την ραχιαία επιφάνεια του μέσου δακτύλου της αριστεράς άκρας χειρός και εκδορές επί θλαστικής κυκλικής εκχυμωτικής βάσεως της αριστεράς κροταφικής χώρας και κάταγμα του 2ου μετακαρπίου, όπου του έγινε ακινητοποίηση με γύψινο νάρθηκα και θλαστική κάκωση μαλακών μορίων του αυχένος ενώ ο τρόπος με τον οποίο επιχείρησαν την πράξη αυτή οι συγκατηγορούμενοί της (δηλαδή το χρησιμοποιηθέν μέσο επιθέσεως, το μαχαίρι και το κλόμπ) μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για βαρύ τραυματισμό του παθόντα. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη Χ στις 4-5-2005 κατέθεσε ενώπιον του Α.Τ. Πλατείας Δημοκρατίας την υπό την ίδια ημεροχρονολογία μήνυσή της κατά του εγκαλούντα Γ, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος την απειλούσε τηλεφωνικά λέγοντάς της "... αφού με πήγες στην Αστυνομία θα το πληρώσεις ακριβά, κανόνισε να μη σε βρω μπροστά μου ..." συνεπεία δε τούτων προσήχθη αυθημερόν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης πλην όμως η δικογραφία ετέθη στο αρχείο κατ'άρθρο 31 Ν. 3346/2005. Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας - κατηγορουμένης δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, πέραν αυτών που η ίδια κατέθεσε στο αστυνομικό τμήμα, - αντίθετα προέκυψε ότι ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα, που σύμφωνα με την μήνυση της κατηγορουμένης διέπραξε την άνω πράξη, βρισκόταν στο κατάστημα ..... επί της οδού ..... όπου εργαζόταν, επιπλέον δε από τις προσκομισθείσες από τον ίδιο καταστάσεις εξερχομένων κλήσεων κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, τόσο από το κινητό του τηλέφωνο, όσο και από την τηλεφωνική συσκευή του άνω καταστήματος δεν αποδεικνύεται τηλεφωνική κλήση προς την κατηγορουμένη. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη στις 12-5-2005 κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία) την υπ'αριθμ. καταθ. ..... αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι ο εγκαλών- εναγόμενος, στις 27-4-2005 αποπειράθηκε να τη βιάσει, ότι την επομένη 28-4-2005 της επιτέθη και της προκάλεσε σωματικές κακώσεις, ότι συνεπεία της προσφυγής της - για την εις βάρος της επίθεση - στην αστυνομία, την απείλησε με τις φράσεις "το ξύλο που έφαγες δεν ήταν τίποτα, αν σε βρω μπροστά μου, θα σε αποτελειώσω" προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία και ότι της έκλεψε το κινητό της τηλέφωνο, ζητώντας από τον εγκαλούντα- εναγόμενο το ποσό των 10.719 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη. Οι παραπάνω όμως ισχυρισμοί της εκκαλούσας-κατηγορουμένης, δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, τουναντίον μάλιστα οι γονείς του εγκαλούντος κατέθεσαν προανακριτικά στις 23-11-2005 ότι ο εγκαλών δεν προέβη σε καμία από τις ανωτέρω - αναφερόμενες στην αγωγή - πράξεις, αντιθέτως η κατηγορουμένη ήταν αυτή που ενοχλούσε επανειλημμένως τον εγκαλούντα, ενώ προς απόδειξη της τελεσθείσας σε βάρος της σωματικής βλάβης, αν και επικαλείται εξέταση της στο Νοσοκομείο " Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" δεν προσκομίζει σχετική ιατρική βεβαίωση. Βάσει των ανωτέρω προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση τόσο το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως όσο και της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ'εξακολούθηση, καθόσον τα ισχυρισθέντα για τον εγκαλούντα γεγονότα ενώπιον τρίτων, δηλαδή στις 4-5-2005 ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. πλατείας Δημοκρατίας, όπου κατέθεσε την προαναφερθείσα μήνυσή της για απειλή - ότι δηλαδή ο εγκαλών της τηλεφώνησε και την απείλησε λέγοντάς της "αφού με πήγες στην αστυνομία θα το πληρώσεις ακριβά και κανόνισε να μην σε βρω μπροστά μου" αλλά και τα αναφερόμενα στην από 12-5-2005 κατατεθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγή της (γνώση της οποίας έλαβαν τόσο ο συντάξας αυτήν δικηγόρος όσο και οι υπάλληλοι της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και ο επιδόσας αυτήν δικαστικός επιμελητής) ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή, μπορούσαν δε αυτά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Με βάση τα δεδομένα αυτά υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης Χ, για τις αποδιδόμενες παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Πρέπει επομένως να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 5/1-2-2007 έφεση κατά του υπ'αριθμ. 34/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και να επικυρωθεί τούτο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 319 παρ. 3 ΚΠΔ. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε και τα εξής: " Πέραν των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση πρέπει να σημειωθεί, όσον αφορά τον περιεχόμενο στην έφεση μεταξύ άλλων ισχυρισμό της εκκαλούσης, ότι δεν υφίστανται σε βάρος της στοιχεία επιβαρυντικής απόδοσης της πρώτης των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα εκβίασης, αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε, καθόσον ο εγκαλών περί αυτού βεβαίωσε στην από 15-7-2005 συμπληρωματική μήνυσή του και στην από 19-5-2006 έκθεση ανωμοτί εξέτασής του στον Ανακριτή, αντίθετα προς τα όσα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αρχικά (15-7-2005) ότι του διεμήνυσε πως δεν θα υπέβαλε εναντίον του μήνυση για σωματικές βλάβες που τις προκάλεσε, αν της έδινε το ποσό των 5.000 ευρώ και κατόπιν (19-5-2006) ότι τον ειδοποίησε να της δώσει ποσό 10.000 ευρώ για να τον αφήσει ήσυχο. Από αυτά που βεβαίωσε ο εγκαλών, σε συνδυασμό, αφενός με το γεγονός που κατετέθη και από μάρτυρες, τους οποίους πρότεινε αυτός, ότι δηλαδή παρουσία τους η κατηγορουμένη σε τηλεφωνικές συνομιλίες της εκτόξευσε εναντίον του σοβαρές απειλές (" .... όχι προειδοποίηση κατ' ευθείαν φάτε τον, στο χώμα ...") και μάλιστα σε έντονο ύφος και με τρόπο που να γίνονται αυτές αντιληπτές από τους παρισταμένους, με σκοπό βεβαίως να μεταφερθούν στον πρώτο και αφετέρου με το ότι επακολούθησε η πρόκληση σε βάρος του σωματικών βλαβών, αφού δεν ενέδωσε στις ειδοποιήσεις της, από τους αγνώστους σ' εκείνον συγκατηγορουμένους της ασφαλώς και μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη στοιχείων και, βάσει αυτών, επαρκών ενδείξεων για την πράξη αυτή. Ενόψει αυτών συνεπώς υφίστανται σοβαρές ενδείξεις για να παραπεμφθεί η κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για τις ως άνω πράξεις που του αποδίδονται. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του Πρωτοδίκου υπ'αριθ. 34/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικίες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 16, 17, 94, 98 229 παρ.1, 308, 309, 362, 363, 385, παρ. 1α'και 380 παρ Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο έκρινε την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. Περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα αποκρούει αιτιολογημένα όλους τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ενώ εξ άλλου κάνει ειδική αναφορά του τρόπου και των μέσων (συνεχείς προτροπές καταβολές, παραινέσεις, πειθώ, φορτικότητα και καταβολή αμοιβής), με τα οποία η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη έπεισε με πρόθεση τους συγκατηγορουμένους της φυσικούς αυτουργούς να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως κατ'εξακολούθηση και των επικινδύνων σωματικών κακώσεων κατ'εξακολούθηση, καθώς και των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό. Οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. 5. Φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή εγκλημάτων του άρθρου 94 ΠΚ, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου υπόκειται εκ πρώτης όψεως σε περισσότερους ποινικούς νόμους, υπό τη λογική και αξιολογική σχέση των οποίων προκύπτει ότι μόνο ένας από τους νόμους αυτούς είναι εφαρμοστέος, οι δε λοιποί αποκλείονται και μόνο φαινομενικά συρρέουν. 'Ετσι φαινομένη συρροή υφίσταται στην περίπτωση που περισσότεροι νόμοι, οι οποίοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση της πράξεως, τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικό. Τότε, σύμφωνα με την αρχή της ειδικότητας, ο ειδικός νόμος, αν δεν διαλαμβάνει ρήτρα επικουρικότητας, αποκλείει την εφαρμογή του γενικού. Αλλά και όταν οι περισσότερες πράξεις που διώκονται ποινικά δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες, γιατί συγκροτούν την έννοια ενός μόνο εγκλήματος, είτε γιατί η μία αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε γιατί χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την εκτέλεσή της, είτε, τέλος, εμφανίζεται ως συνέπεια της προηγούμενης πράξεως, οπότε διώκεται μόνο αυτή, απορροφά δε και την άλλη, εφόσον η τελευταία δεν προσβάλλει διαφορετικό έννομο αγαθό. Όταν όμως με την εγκληματική δραστηριότητα ενός προσώπου προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά που προστατεύονται από διαφορετικούς νόμους, τότε υπάρχει αληθινή συρροή (Ολομέλεια ΑΠ 179/1990). Ενόψει όλων αυτών μπορούν να συρρέουν αληθινά τα εγκλήματα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρ. 309 ΠΚ) και της εκβιάσεως (άρθρ. 385 ΠΚ). Πράγματι το τελευταίο έγκλημα (εκβίαση), περιλαμβανόμενο στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιο του ΠΚ, προστατεύει το έννομο αγαθό της περιουσίας και της ελευθερίας διαθέσεώς της (ΑΠ 155/2006), είναι δε, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, πολύπρακτο, η αντικειμενική του δηλαδή υπόσταση περιλαμβάνει δύο πράξεις, αφενός μεν εκείνη της χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών ενωμένων με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφετέρου δε εκείνη του εξαναγκασμού κάποιου σε πράξη, παράληψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του. Η έννοια όμως της σωματικής βίας, που αποτελεί ένα από τα στοιχεία της εκβιάσεως, δεν περιλαμβάνει, κατ'αρχήν, αναγκαίως και την έννοια της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, η οποία συγκροτεί αυτοτελές έγκλημα, περιλαμβανόμενο στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 308 και 309), στρεφόμενο κατά του εννόμου αγαθού της ακεραιότητας του σώματος και της υγείας, το οποίο και προστατεύει. Συνεπώς η τελευταία (επικίνδυνη σωματική βλάβη) δεν είναι συστατικός όρος του εγκλήματος της εκβιάσεως και δεν υφίστανται φαινομένη συρροή ή συρροή νόμων, αλλά πραγματική συρροή, αφού δεν βρίσκεται σε τέτοια σχέση (συστατικού στοιχείου) με καμία από τις πράξεις που απαρτίζουν το έγκλημα της εκβιάσεως (ΑΠ 2242/2004, ΑΠ 1642/2006 (επί βιασμού), ΑΠ 940/2006 (επί ληστείας), ΑΠ 849/1998 Π.Χ ΜΘ'450, ΑΠ 295/1994 ΠΧ ΜΔ'479, ΑΠ 971/1992 ΠΧ ΜΒ' 707). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, διότι εσφαλμένα παρέπεμψε την αναιρεσείουσα και για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην επικίνδυνη σωματική βλάβη, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, απορροφάται από την ηθική αυτουργία στην απόπειρα εκβιάσεως. 6. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 25/12-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ κατά του υπ'αριθ. 843/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.-Αθήνα 7 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΣτέλιος Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ'αυτή ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστικό συμβούλιο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφασή του. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ, ηλικίας 38 ετών, με επικαλούμενη επαγγελματική της δραστηριότητα την ιδιότητα της λογίστριας, γνωρίζεται με τον παθόντα Γ τον μήνα Απρίλιο του 2005 επισκεπτόμενη τακτικά το κατάστημα ..... στην οδό ..... στη ....., όπου εργαζόταν αυτός. Συνάπτουν ερωτικές σχέσεις οι οποίες διακόπτονται στις 27-4-2005, γιατί όπως επικαλείται η εκκαλούσα-κατηγορουμένη απέκρουσε βίαιη και άκομψη ερωτική του επίθεση. Στις 12-5-2005 καταθέτει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αγωγή για επιδίκαση αποζημίωσης από αδικοπραξία του Γ εναντίον της, αιτούμενη το ποσό των δέκα χιλιάδων επτακοσίων δέκα εννέα (10.719) ευρώ. Ορίσθηκε δε ημερομηνία συζήτησης της παραπάνω αγωγής η 7-11-2005. Πλην όμως προτού κριθεί η απαίτησή της από τα δικαστήρια στις 20-5-2005 και 2-6-2005 από πρόθεση με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις που απηύθυνε στους συγκατηγορουμένους της Α και Β, χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα και καταβολή αμοιβής, προκάλεσε σ'αυτούς την απόφαση να τελέσουν τα αδικήματα της απόπειρας εκβίασης από κοινού κατ'εξακολούθηση και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού κατ'εξακολούθηση σε βάρος του εγκαλούντος Γ. Συγκεκριμένα τις πιο πάνω ημεροχρονολογίες, μετέβησαν στο κατάστημα ..... στην ....., όπου εργαζόταν ο εγκαλών, και τον έπληξαν με μαχαίρι, ειδικό ρόπαλο (κλομπ) γρόνθους και λακτίσματα κυρίως στο κεφάλι και σε όλο του το σώμα, για να του αποσπάσουν παράνομα και να της παραδώσουν το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο παράνομα απαιτούσε απ'αυτόν και με τηλεφωνικές απειλές εναντίον του, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, επιφέροντας έτσι ισόποση περιουσιακή του ζημία, πλην όμως οι συγκατηγορούμενοί της δεν μπόρεσαν τελικά να τον εξαναγκάσουν να τους παραδώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό, επειδή εμποδίστηκαν από άλλους υπαλλήλους του καταστήματος και πελάτες και υποχρεώθηκαν να φύγουν από το κατάστημα. Ο εγκαλών από τα χτυπήματα των συγκατηγορουμένων της υπέστη εξοίδηση των μαλακών μορίων της δεξιάς κροταφικής χώρας, δύο γραμμοειδείς εκχυμώσεις των μαλακών μορίων, εκτεινόμενες κατά την μετωπιαία χώρα, δεξιά εκχύμωση των μαλακών μορίων χροιάς κυανής, κατά την έξω επιφάνεια του άνω τριτημορίου του αριστερού αντιβραχίου, εκχυμωτική εκδορά του δεξιού αγκώνα, εκδορές (δύο) της ραχιαίας επιφάνειας της δεξιάς άκρας χειρός, μήκους 1,5 εκ. και κάκωση κατά την ραχιαία επιφάνεια του μέσου δακτύλου της αριστεράς άκρας χειρός και εκδορές επί θλαστικής κυκλικής εκχυμωτικής βάσεως της αριστεράς κροταφικής χώρας και κάταγμα του 2ου μετακαρπίου, όπου του έγινε ακινητοποίηση με γύψινο νάρθηκα και θλαστική κάκωση μαλακών μορίων του αυχένος ενώ ο τρόπος με τον οποίο επιχείρησαν την πράξη αυτή οι συγκατηγορούμενοί της (δηλαδή το χρησιμοποιηθέν μέσο επιθέσεως, το μαχαίρι και το κλόμπ) μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για βαρύ τραυματισμό του παθόντα. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη Χ στις 4-5-2005 κατέθεσε ενώπιον του Α.Τ. Πλατείας Δημοκρατίας την υπό την ίδια ημεροχρονολογία μήνυσή της κατά του εγκαλούντα Β, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος την απειλούσε τηλεφωνικά λέγοντάς της "....αφού με πήγες στην Αστυνομία θα το πληρώσεις ακριβά, κανόνισε να μη σε βρω μπροστά μου...." συνεπεία δε τούτων προσήχθη αυθημερόν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης πλην όμως η δικογραφία ετέθη στο αρχείο κατ'άρθρο 31 Ν. 3346/2005. Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας - κατηγορουμένης δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, πέραν αυτών που η ίδια κατέθεσε στο αστυνομικό τμήμα, - αντίθετα προέκυψε ότι ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα, που σύμφωνα με την μήνυση της κατηγορουμένης διέπραξε την άνω πράξη, βρισκόταν στο κατάστημα ..... επί της οδού .... όπου εργαζόταν, επιπλέον δε από τις προσκομισθείσες από τον ίδιο καταστάσεις εξερχομένων κλήσεων κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, τόσο από το κινητό του τηλέφωνο, όσο και από την τηλεφωνική συσκευή του άνω καταστήματος δεν αποδεικνύεται τηλεφωνική κλήση προς την κατηγορουμένη. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη στις 12-5-2005 κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία) την υπ'αριθμ. καταθ. ..... αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι ο εγκαλών- εναγόμενος, στις 27-4-2005 αποπειράθηκε να τη βιάσει, ότι την επομένη 28-4-2005 της επιτέθη και της προκάλεσε σωματικές κακώσεις, ότι συνεπεία της προσφυγής της - για την εις βάρος της επίθεση - στην αστυνομία, την απείλησε με τις φράσεις "το ξύλο που έφαγες δεν ήταν τίποτα, αν σε βρω μπροστά μου, θα σε αποτελειώσω" προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία και ότι της έκλεψε το κινητό της τηλέφωνο, ζητώντας από τον εγκαλούντα- εναγόμενο το ποσό των 10.719 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη. Οι παραπάνω όμως ισχυρισμοί της εκκαλούσας-κατηγορουμένης, δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, τουναντίον μάλιστα οι γονείς του εγκαλούντος κατέθεσαν προανακριτικά στις 23-11-2005 ότι ο εγκαλών δεν προέβη σε καμία από τις ανωτέρω - αναφερόμενες στην αγωγή - πράξεις, αντιθέτως η κατηγορουμένη ήταν αυτή που ενοχλούσε επανειλημμένως τον εγκαλούντα, ενώ προς απόδειξη της τελεσθείσας σε βάρος της σωματικής βλάβης, αν και επικαλείται εξέταση της στο Νοσοκομείο " Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" δεν προσκομίζει σχετική ιατρική βεβαίωση. Βάσει των ανωτέρω προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση τόσο το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως όσο και της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ'εξακολούθηση, καθόσον τα ισχυρισθέντα για τον εγκαλούντα γεγονότα ενώπιον τρίτων, δηλαδή στις 4-5-2005 ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. πλατείας Δημοκρατίας, όπου κατέθεσε την προαναφερθείσα μήνυσή της για απειλή - ότι δηλαδή ο εγκαλών της τηλεφώνησε και την απείλησε λέγοντάς της "αφού με πήγες στην αστυνομία θα το πληρώσεις ακριβά και κανόνισε να μην σε βρω μπροστά μου" αλλά και τα αναφερόμενα στην από 12-5-2005 κατατεθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγή της (γνώση της οποίας έλαβαν τόσο ο συντάξας αυτήν δικηγόρος όσο και οι υπάλληλοι της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και ο επιδόσας αυτήν δικαστικός επιμελητής) ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή, μπορούσαν δε αυτά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε και τα εξής: "Πέραν των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση πρέπει να σημειωθεί, όσον αφορά τον περιεχόμενο στην έφεση μεταξύ άλλων ισχυρισμό της εκκαλούσης, ότι δεν υφίστανται σε βάρος της στοιχεία επιβαρυντικής απόδοσης της πρώτης των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα εκβίασης, αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε, καθόσον ο εγκαλών περί αυτού βεβαίωσε στην από 15-7-2005 συμπληρωματική μήνυσή του και στην από 19-5-2006 έκθεση ανωμοτί εξέτασής του στον Ανακριτή, αντίθετα προς τα όσα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αρχικά (15-7-2005) ότι του διεμήνυσε πως δεν θα υπέβαλε εναντίον του μήνυση για σωματικές βλάβες που τις προκάλεσε, αν της έδινε το ποσό των 5.000 ευρώ και κατόπιν (19-5-2006) ότι τον ειδοποίησε να της δώσει ποσό 10.000 ευρώ για να τον αφήσει ήσυχο. Από αυτά που βεβαίωσε ο εγκαλών, σε συνδυασμό, αφενός με το γεγονός που κατετέθη και από μάρτυρες, τους οποίους πρότεινε αυτός, ότι δηλαδή παρουσία τους η κατηγορουμένη σε τηλεφωνικές συνομιλίες της εκτόξευσε εναντίον του σοβαρές απειλές (" ... όχι προειδοποίηση κατ' ευθείαν φάτε τον, στο χώμα ...") και μάλιστα σε έντονο ύφος και με τρόπο που να γίνονται αυτές αντιληπτές από τους παρισταμένους, με σκοπό βεβαίως να μεταφερθούν στον πρώτο και αφετέρου με το ότι επακολούθησε η πρόκληση σε βάρος του σωματικών βλαβών, αφού δεν ενέδωσε στις ειδοποιήσεις της, από τους αγνώστους σ' εκείνον συγκατηγορουμένους της ασφαλώς και μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη στοιχείων και, βάσει αυτών, επαρκών ενδείξεων για την πράξη αυτή. Ενόψει αυτών συνεπώς υφίστανται σοβαρές ενδείξεις για να παραπεμφθεί η κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για τις ως άνω πράξεις που του αποδίδονται. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του Πρωτοδίκου υπ'αριθ. 34/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικίες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 16, 17, 94, 98 229 παρ.1, 308, 309, 362, 363, 385, παρ. 1α'και 380 παρ Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα από την στην αρχή του αιτιολογικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφορά ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του τα κατά το είδος τους αναφερόμενα σ'αυτό αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα όλα τα έγγραφα, τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνήγαγε την παραπεμπτική του κρίση αξιολογώντας όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται σ'αυτό ορισμένα από αυτά, λόγω της βαρύτητας που τους αποδίδει το Συμβούλιο, δεν σημαίνει ότι το τελευταίο δεν έλαβε υπόψη του και τα υπόλοιπα. Περαιτέρω από το αιτιολογικό της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης προκύπτει ότι το Συμβούλιο αν και δεν είχε προς τούτο, υποχρέωση, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες απήντησε στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς που προέβαλε με την έφεσή της η αναιρεσείουσα. Τέλος στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία η αναιρεσείουσα ως ηθικός αυτουργός προκάλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση στους φυσικούς αυτουργούς τις αξιόποινες πράξεις που αυτοί τέλεσαν, με την σ'αυτήν μνεία ότι η αναιρεσείουσα προτού κριθεί η απαιτησή της από τα δικαστήρια στις 20-5-2005 και 2-6-2005 από πρόθεση με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις που απηύθυνε στους συγκατηγορούμενους της Α και Β, χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα και καταβολή αμοιβής προκάλεσε σ'αυτούς την απόφαση να τελέσουν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν σ'αυτό και τα στην αίτηση αναφερόμενα επιπλέον στοιχεία. Συνακόλουθα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ.1 δ ΚΠΔ αντίθετοι πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και δεύτερος λόγος αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος το μεν διότι υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού για την οποία η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, το δε διότι αφορά αιτιάσεις για την μη αιτιολόγηση αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας. ΙΙ. Φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή εγκλημάτων του άρθρου 94 ΠΚ, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου υπόκειται εκ πρώτης όψεως σε περισσότερους ποινικούς νόμους, υπό τη λογική και αξιολογική σχέση των οποίων προκύπτει ότι μόνο ένας από τους νόμους αυτούς είναι εφαρμοστέος, οι δε λοιποί αποκλείονται και μόνο φαινομενικά συρρέουν. 'Ετσι φαινομένη συρροή υφίσταται στην περίπτωση που περισσότεροι νόμοι, οι οποίοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση της πράξεως, τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικό. Τότε, σύμφωνα με την αρχή της ειδικότητας, ο ειδικός νόμος, αν δεν διαλαμβάνει ρήτρα επικουρικότητας, αποκλείει την εφαρμογή του γενικού. Αλλά και όταν οι περισσότερες πράξεις που διώκονται ποινικά δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες, γιατί συγκροτούν την έννοια ενός μόνο εγκλήματος, είτε γιατί η μία αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε γιατί χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την εκτέλεσή της, είτε, τέλος, εμφανίζεται ως συνέπεια της προηγούμενης πράξεως, οπότε διώκεται μόνο αυτή, απορροφά δε και την άλλη, εφόσον η τελευταία δεν προσβάλλει διαφορετικό έννομο αγαθό. Όταν όμως με την εγκληματική δραστηριότητα ενός προσώπου προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά που προστατεύονται από διαφορετικούς νόμους, τότε υπάρχει αληθινή συρροή (Ολομέλεια ΑΠ 179/1990). Περαιτέρω κατά το άρθρο 385 "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος, ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ.1 και 2, αν η πράξη τελέσθηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής", κατά δε το άρθρο 309 του ίδιου Κώδικα "αν η πράξη του άρθρου 308 (απλή σωματική βλάβη) τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ.2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Επομένως μεταξύ του εγκλήματος της εκβίασης και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης υφίσταται αληθή, και όχι φαινομένη συρροή αφού η επικίνδυνη σωματική βλάβη, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της από το άρθρο 308 ΠΚ προβλεπομένης και τιμωρούμενης αξιόποινης πράξης της απλής σωματικής βλάβης, είναι ανεξάρτητη και αυτοτελώς και δεν συνιστά συστατικό στοιχείο ούτε επιβαρυντική περίπτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κακουργηματικής εκβίασης που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 385 παρ.1 περίπτωση β) του ΠΚ, της οποία συστατικό στοιχείο, ως πολυπράκτου εγκλήματος αποτελεί μόνο η απλή σωματική βλάβη, αλλ'ούτε και χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την εκτέλεση της. Κατά συνέπεια το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο δεν δέχθηκε ότι υφίσταται φαινομένη συρροή μεταξύ της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής εκβίασης και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης αλλά αληθής, και παρέπεμψε την κατηγορουμένη για να δικασθεί για ηθική αυτουργία στη απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης και για ηθική αυτουργία στην απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης που τέλεσαν οι ανωτέρω αυτουργοί κατά πραγματική συρροή ορθά ερμηνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αίτησης. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση του με αριθμ. 843/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1. Παραπομπή για ηθική αυτουργία σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης και σε απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης, οι οποίες συρρέουν αληθώς. 2. Στοιχεία για το ορισμένο της ηθικής αυτουργίας. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Απόπειρα, Ηθική αυτουργία, Εκβίαση, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Συρροή εγκλημάτων.
0
Αριθμός 2424/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 2955/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 681/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (ν.3459/2006), το συμβούλιο πλημμελειοδικών μπορεί με βούλευμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, να διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου κάποιας από τις πράξεις του άρθρου 20, εφόσον α) ο υπαίτιος πιθανολογείται ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλεμπόρων ναρκωτικών, β) δεν συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 21 και 23 ..... Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του νόμου (1729/1987), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2161/1993 και το εδ. α' της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.15 του Ν. 2479/1997 "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων δραχμών, τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.... ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά δε το άρθρο 13 περίπτωση στ', η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2955/2007 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης), κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, επέβαλε δε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης δέκα ετών, δεχθέν ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ' Π.Κ. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο αναιρετικού λόγου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 27 παρ. 1 Ν. 3459/2006, υπέβαλε προφορικά και ανέπτυξε αίτημα αναστολής της κατ' αυτού ποινικής δίωξης. Το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πρέπει να διαταχθεί η αναστολή της ποινικής του δίωξης κατ' άρθρο 27 παρ. 1 Ν. 3459/06 για το λόγο ότι αυθορμήτως έδωσε αποκλειστικές και ακριβείς πληροφορίες με αποτέλεσμα τη σύλληψη εμπόρων ναρκωτικών και την εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν. 3459/06, και εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις, την αναστολή της ασκηθείσης ποινικής διώξεως μπορεί να διατάξει μόνο το Συμβούλιο Πλημ/κών με βούλευμα ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέως Πλημ/κων. Μάλιστα ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος με βάση την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. αιτιολογία και δεν υπερέβη την εξουσία του απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντα, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις από τα οποία να προκύπτουν ότι ήλεγξε την επικινδυνότητα και την βαρύτητα της πράξης του κατηγορουμένου και το αποτέλεσμα του ελέγχου του να το συγκρίνει με την προσωπικότητα των συλληφθέντων και την βαρύτητα των πράξεών τους και τη δική τους επικινδυνότητα και με βάση τη σύγκριση αυτών των στοιχείων ν' αποφανθεί αιτιολογημένα, αν οι πράξεις και η επικινδυνότητα των προσώπων που με τη βοήθεια του κατηγορουμένου συνελήφθησαν, ήταν ή όχι μεγαλύτερες εκείνων του κατηγορουμένου" είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία απέρριψε το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος όχι διότι δεν ερεύνησε αν συντρέχουν οι θετικές προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά διότι δέχτηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 και ήδη άρθρου 23 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά και κατά συνέπεια, αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 27 παρ. 1 του νόμου αυτού. Εξάλλου, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το Εφετείο δέχεται ότι δεν είναι αρμόδιο για ν' αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού, αλλά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αφού αρκούσε για την πληρότητα της απορριπτικής κρίσης του η αναφορά ότι ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει. Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 27 του ως άνω Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά "Οι όροι της παρ. 1, αν επιβεβαιωθούν συνιστούν ελαφρυντική περίσταση, ενώ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα δύο (2) έως είκοσι (20) ετών, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επ. του Π.Κ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι μόνο αν επιβεβαιωθούν οι όροι της παρ. 1 μπορεί το δικαστήριο να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, μεταξύ των οποίων (όρων) είναι να συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση της μη συνδρομής των επιβαρυντικών περιπτώσεων που ορίζονται στο άρθρο 23 του ίδιου Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, επιτρεπτά επισκοπούμενα, για τον έλεγχο αναιρετικού λόγου, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα αναστολής της εκτέλεσης της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 του "Κ.Ν περί ναρκωτικών". Το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 εδ. α Ν, 3459/2006, οι όροι της παραγράφου 1, αν επιβεβαιωθούν, συνιστούν ελαφρυντική περίσταση, ενώ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα δύο (2) έως είκοσι (20) ετών, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επομ.) του ΠΚ. Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ανεξάρτητα αν ο κατηγορούμενος βοήθησε με πληροφορίες του στην ανακάλυψη συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών και στη σύλληψη μεγαλεμπόρων ναρκωτικών, πρέπει η αίτηση του για αναστολή εκτέλεσης της ποινής να απορριφθεί, αφού αυτός κηρύχθηκε ένοχος με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 Ν. 1729/1987 όπως ισχύει" (σελ. 27-28). Μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την αξιούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη αφού, κατά την αληθή έννοια αυτής, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, δεν μπορεί να χορηγηθεί στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 23 του Κ.Ν. 3459/2006 αναστολή εκτέλεσης της ποινής, ακόμα και όταν το δικαστήριο καταδίκασε αυτόν με μειωμένη ποινή λόγω συνδρομής στο πρόσωπό του κάποιας από τις στο άρθρο 84 παρ. 2 προβλεπόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, όπως στις προκειμένη περίπτωση και είναι απορριπτέος ο αντίθετος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της αναίρεσης. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον παραπονείται ο αναιρεσείων για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα, χωρίς να προβλέπεται τούτο από την παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 2408/1996, δέχθηκε ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες τέλεσε αυτός τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης του άρθρου 20 του Νόμου περί Ναρκωτικών μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Και τούτο διότι η εν λόγω επιβαρυντική περίπτωση, ναι μεν είχε καταργηθεί με την παραπάνω διάταξη, επαναφέρθηκε όμως σε ισχύ με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 15 εδ. β' του Ν. 2479/1997, η οποία ίσχυε τόσον κατά τον χρόνο της τέλεσης (2.7.2001), όσον και κατά τον χρόνο της εκδίκασης της υπόθεσης (3.12.2007). Τέλος απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την αιτίαση ότι ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό αυτής αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την παραπάνω επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων που προβλέπονται από το άρθρο 20 του Νόμου περί Ναρκωτικών υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος της διάπραξής τους είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, αλλ' απλώς επαναλαμβάνεται η διατύπωση του νόμου. Και τούτο διότι αρκεί για την πληρότητα της απορριπτικής κρίσης του Δικαστηρίου για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής κατ' εφαρμογή της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 27 του ως άνω νόμου, η διαπίστωση από αυτό ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του μια από τις διαζευκτικά από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 (ήδη 23 του Κ.Ν. 3459/2006) καθοριζόμενες επιβαρυντικές περιπτώσεις, όπως είναι η κατ' επάγγελμα τέλεση των αξιόποινων πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, όπως δε από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, υπάρχει πλήρης αιτιολογία, ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των ως άνω εγκληματικών πράξεων. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25.2.2008 αίτηση του απόφαση του Χ, πρώην κατοίκου Αθηνών (...) και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή (Γενικό Κατάστημα Κράτησης) Μαλανδρίνου για αναίρεση της 2955/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα και ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1) Αιτιολογημένη απόρριψη α) του αιτήματος αναστολής της ποινικής δίωξης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν. 3459/2006 και β) του αιτήματος αναστολής εκτέλεσης της ποινής κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου. 2) Υπό την ισχύ του Ν. 2479/1997 (άρθρ. 2 παρ. 15), ο οποίος επανέφερε την επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης ορισμένων αξιοποίνων πράξεων του Νόμου περί ναρκωτικών, υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της απορριπτικής, των ως άνω αιτήσεων, κρίσεως του Δικαστηρίου να αιτιολογείται η συνδρομή της κατ’ επάγγελμα τέλεσης των ως άνω αξιόποινων πράξεων καθόσον η αρνητική προϋπόθεση της μη συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της εν λόγω επιβαρυντικής περίστασης αξιώνει η παραπάνω διάταξη διαζευκτικά με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ’ επάγγελμα τέλεσης των πράξεων αυτών. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
1
Αριθμός 2423/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για αναίρεση της 194/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με συγκατηγορουμένη την ... και πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 347/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναβληθεί η υπόθεση λόγω επέμβασης στο βιβλίο καταχώρησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου που απορρίπτει ως ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως, δεν επιτρέπεται κανένα ένδικο μέσο. Αν, όμως, η απόρριψη δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, αλλά σε υπηρεσιακή παραδρομή, όπως συμβαίνει όταν ο Άρειος Πάγος (σε Συμβούλιο) εξέλαβε ότι η αναίρεση κατά αποφάσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα και την απέρριψε ως απαράδεκτη, ενώ αυτή ήταν εμπρόθεσμη, δεν κωλύεται να ανακαλέσει την απορριπτική απόφασή του, κρίνοντας παραδεκτή την αναίρεση. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, για ανάκληση της υπ' αρ. 2298/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), με την οποία θεωρήθηκε ως εκπρόθεσμη και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, η με αριθμό 1/7-2-2007 αίτηση αναίρεσης εκείνου κατά της υπ' αρ. 194/19-12-2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας, ενώ πράγματι αυτή ήταν εμπρόθεσμη, για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους, εισάγεται παραδεκτώς και νομίμως και πρέπει να εξεταστεί. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αρ. 2298/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η με αριθμό 1/7-2-2007 αίτηση αναίρεσης του αιτούντος-κατηγορουμένου, κατά της υπ' αρ. 194/19-12-2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Λαμίας και συγκεκριμένα διότι σύμφωνα με την με αρ. πρωτ. 93/8-9-2007 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, η απόφαση αυτή καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 24-1-2007, ο δε αναιρεσείων άσκησε την αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, ήτοι την 7η Φεβρουαρίου 2007. Όμως, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αρ. 125/1-2-2008 και 126/1-2-2008 υπηρεσιακές βεβαιώσεις του αρμοδίου γραμματέα του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου, η καταδικαστική αυτή απόφαση καταχωρίσθηκε στις 29-1-2007 και όχι στις 24-1-2007, όπως εκ παραδρομής είχε αναφερθεί στην προηγηθείσα με αρ. πρωτ. 93/8-9-2007 υπηρεσιακή βεβαίωση, και συνεπώς, η κατά την 7-2-2007 ασκηθείσα αναίρεση, ήταν εμπρόθεσμη. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η ανωτέρω αίτηση, να ανακληθεί η προαναφερθείσα απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς όμως, και να εξετασθεί επί της ουσίας η υπ' αρ. 1/7-2-2007 αίτηση αναίρεσης, έως ότου τηρηθεί η νόμιμη προδικασία, οριστεί δηλαδή νέα συζήτηση της αιτήσεως αυτής από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και υποβληθεί επ' αυτής πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αφού κάτι τέτοιο επιτάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 και 138 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ανακαλεί την υπ' αρ. 2298/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Δέχεται τυπικά την με αρ. 1/7-2-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 194/19-12-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Απέχει να αποφανθεί επί της ουσίας έως ότου οριστεί νέα συζήτηση επί της αιτήσεως αυτής και υποβληθεί επ' αυτής πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κρίνεται τυπικά παραδεκτή η αναίρεση. Ανακαλείται η προηγούμενη απόφαση του Αρείου Πάσγου που είχε κηρύξει αυτήν απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Απέχει να αποφανθεί επί της ουσίας της αναίρεσης έως ότου ορισθεί νέα συζήτηση και υπάρξει πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
Αποχή αποφάσεως, Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 2420/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου, για αναίρεση της με αριθμό 54.865/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 681/2007 Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 479 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο (παρ.1), κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ., κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη μπορεί ο εκκαλών κατηγορούμενος να ασκήσει αναίρεση. Ως λόγος αναιρέσεως μπορεί να προβληθεί οποιοσδήποτε από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., συνεπώς και εκείνος για υπέρβαση εξουσίας. Για το αν συντρέχουν τα κατά τα άρθρα 154 παρ. 2, 156 και 161 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα στοιχεία της εγκυρότητας της επίδοσης γίνεται επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο του αποδεικτικού επιδόσεως. Αν διαπιστωθεί ακυρότητα της επιδόσεως τότε η απόφαση που προχώρησε στην απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (άρθρ. 510 παρ 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ.). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 54865/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 126.144/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής κατ' εξακολούθηση. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, όπως διευκρινίσθηκε στο ακροατήριο του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε και προέβαλε ότι το από 2 Ιουνίου 2004 αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, στο οποίο ο ενεργήσας την επίδοση αναφέρει ότι την παρέδωσε στο Δήμαρχο Αθηναίων, υπογράφεται από τον παραλαβόντα αυτό υπάλληλο του Δήμου Α, χωρίς ν' αναφέρεται ούτε κατ' όνομα, ούτε και η ιδιότητά του ως εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου. Όπως, όμως, προκύπτει από το παραπάνω αποδεικτικό επίδοσης, επιτρεπτά επίσης επισκοπούμενο για τον έλεγχο αναιρετικού λόγου, τούτο δεν πάσχει καμμία ακυρότητα, αφού εν όψει του ότι κάτω από τη λέξη "παρέλαβα" και τη λέξη "βεβαίωση για τοιχοκόλληση" υπάρχει το ονοματεπώνυμο και η υπογραφή του ανωτέρω υπαλλήλου του Δήμου Αθηναίων και η σφραγίδα του ανωτέρω Δήμου, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβήτησε ο αναιρεσείων. Εξάλλου, από την αντιγραφή σ' αυτό με έντυπα στοιχεία "παρέδωσα την απόφαση στον Δήμαρχο Αθηνών..... ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο... ή Πρόεδρο της Κοινότητας ή στο Γραμματέα της" προκύπτει αναντίρρητα ότι από προφανή παραδρομή ο διενεργήσας την επίδοση δικαστικός Επιμελητής το μεν δεν διέγραψε την στο έντυπο λέξη "Δήμαρχο", το δε δεν διατύπωσε ορθά σ' αυτό τη φράση "στον ορισμένο από το Δήμαρχο Αθηνών υπάλληλο". Συνακόλουθα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο το οποίο, αν και με διαφορετική αιτιολογία έκρινε ότι το παραπάνω αποδεικτικό επίδοσης δεν έπασχε από ακυρότητα και στην συνέχεια απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός αντίθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 54.865/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ακυρότητα αποδεικτικού επίδοσης ως αγνώστου διαμονής. Δεν είναι έγκυρο το αποδεικτικό επίδοσης, αν από παραδρομή ο δικαστικός επιμελητής δεν διέγραψε μετά τη φράση «παρέδωσα την απόφαση» τη λέξη «Δήμαρχος» και να διαλάβει στο αποδεικτικό τη φράση «Παρέδωσα την απόφαση στον από τον Δήμαρχο ορισθέντα υπάλληλο». Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας δεδομένου ότι το Δικαστήριο που δέχθηκε ως έγκυρο το αποδεικτικό και στη συνέχεια απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση του αναιρεσείοντα δεν υπερέβη την εξουσία του.
Υπέρβαση εξουσίας
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Υπέρβαση εξουσίας, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2413/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλος, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπουρτζούδη, περί αναιρέσεως της 1134/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσερτσίδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1035/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμετόχους της. Η ποινική δίωξη για το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ασκείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 368 παρ.1 Π.Κ., μόνο ύστερα από έγκληση. Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η` ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Τέτοια δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτούμενη έγκληση εμπροθέσμως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση ότι, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος του αδικήματος, της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, διότι ισχυρίσθηκε "ότι ο εγκαλών είναι άνθρωπος εμπαθής και μεροληπτικός ότι ως διοικητής του ΚΕΠΕΠ καλεί υπαλλήλους μόνο του δικού της συλλόγου σε απολογία" και σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 368 παρ.1 ΠΚ, η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης διώκεται μόνο ύστερα από υποβολή έγκλησης, εν τούτοις, όπως προκύπτει από τις δύο εγκλήσεις, που υπέβαλε ο εγκαλών, βάσει των οποίων ασκήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον της, δεν υποβλήθηκε έγκληση για τους ανωτέρω ισχυρισμούς για τους οποίους αυτή καταδικάσθηκε. Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες. Οπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση και των δύο εγκλήσεων, που υπέβαλε ο εγκαλών με ημερομηνία 15-9-2002 και με αριθμούς ΑΕ2006/2093 και ΑΕ2006/2094, η έγκληση που υποβλήθηκε περιλαμβάνει και τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα στην πρώτη έγκληση- μήνυση ο εγκαλών (...) αναφερόμενος στο περιεχόμενο της τηλεοπτικής εκπομπής "ΑΝΟΙΚΤΗ ΓΡΑΜΜΗ" μνημονεύει ότι η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα είπε ότι "....από τη στιγμή που έχει αναλάβει ο κ. ... υπάρχει ένα ανελέητο κυνηγητό προς τα μέλη του συλλόγου μας" και ότι " η δικιά μας καταγγελία είναι η διαφορετική αντιμετώπιση των εργαζομένων που ανήκουν στον ένα σύλλογο και στους εργαζομένους που ανήκουν στον άλλο σύλλογο" και σε ερώτηση του δημοσιογράφου, αν η αναιρεσείουσα καλεί σε απολογία "τους ανθρώπους του άλλου συλλόγου", η αναιρεσείουσα απάντησε αρνητικά, ενώ σε άλλο σημείο του τηλεοπτικού διαλόγου, σχετικά με το αν θα έπρεπε η αναιρεσείουσα να αναφέρει τις γενόμενες κλήσεις σε απολογία, αυτή απάντησε στον εγκαλούντα ότι " ναι, για να δείξω την αμεροληψία σας κ. ...". Εκτίθεται, επομένως, στις πιο πάνω μηνύσεις- εγκλήσεις ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για το γεγονός ότι "καλεί σε απολογία μόνο τους υπαλλήλους του συλλόγου της κατηγορουμένης", την έννοια δε του ισχυρισμού αυτού προσδιορίζει (ότι δηλαδή από εμπάθεια και μεροληψία ο εγκαλών προβαίνει στην πράξη αυτή), ο χαρακτηρισμός ότι "ο εγκαλών είναι άνθρωπος εμπαθής και μεροληπτικός", χαρακτηρισμός που προκύπτει και από το περιεχόμενο των πιο πάνω περιστατικών που αναφέρονται στις εγκλήσεις του μηνυτή. Εφόσον, συνεπώς, εμπεριέχονται στις εγκλήσεις του παθόντος και τα περιστατικά αυτά, που αναφέρονται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πιο πάνω αιτιάσεις της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ένοχη για πράξεις που δεν είχε υποβληθεί η επιβαλλόμενη από το νόμο έγκληση, είναι αβάσιμες. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι ο αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, χωρίς να έχει υποβληθεί η απαιτούμενη προς τούτο έγκληση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και δολία προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Περαιτέρω γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος, μπορεί να γίνει και δια του τύπου, οπότε το έγκλημα συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, μετά την κατάργηση, με το άρθρο μόνο του ν.2243/1994 (που ισχύει από της 30-10-1994), όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων, συντελείται υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που απαιτούνται και για την κοινή συκοφαντική δυσφήμηση. Βάσει αυτών, για να είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, θα πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτοί διατυπώθηκαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Ειδικώς δε πρέπει να αιτιολογείται, ότι, το με την παραπάνω έννοια, γεγονός, το οποίο ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο κατηγορουμένος, είναι ψευδές και ότι είχε γνώση του ψευδούς αυτού. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1134/5-3-2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι: "Το ίδρυμα ΚΕΠΕΠ ..., του οποίου Διοικητής είναι ο εγκαλών, ..., περιθάλπει περί τα 58 παιδιά με βαριές σωματικές και διανοητικές αναπηρίες και έχει περί τους 45 υπαλλήλους, οι οποίοι συνδικαλίζονται μέσω δύο συλλόγων, του "ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ" και του "ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ". Η κατηγορουμένη είναι Πρόεδρος του συλλόγου εργαζομένων του ΚΕΠΕΠ ... "Ο ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ" και με την ιδιότητά της αυτή κλήθηκε, την 31-7-2006 στην εκπομπή με τον τίτλο "ΑΝΟΙΧΤΗ ΓΡΑΜΜΗ" του τηλεοπτικού σταθμού "ΔΙΚΤΥΟ". Μιλώντας στην ανωτέρω εκπομπή ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα ότι δεν υπάρχουν άλλα άρρωστα παιδιά, τα οποία περιθάλπει το ΚΕΠΕΠ, πλην του παιδιού του εγκαλούντος, ότι ο εγκαλών είναι άνθρωπος εμπαθής και μεροληπτικός, ότι ως Διοικητής του ΚΕΠΕΠ καλεί υπαλλήλους μόνο του δικού της συλλόγου σε απολογία. Ωστόσο τα ανωτέρω γεγονότα είναι αναληθή, καθόσον κατά το χρόνο της θητείας του ο εγκαλών έχει καλέσει σε απολογία υπαλλήλους και από το σωματείο "ΑΠΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ", όπως ο ..., η ... και η .... Είναι βέβαια γεγονός ότι ο εγκαλών άσκησε και ασκεί αυστηρότερο πειθαρχικό έλεγχο στους εργαζόμενους του ιδρύματος, απ' ό,τι οι προκάτοχοι του (που ήταν κατά καιρούς είτε ο τοπικός Δήμαρχος είτε ο τοπικός Μητροπολίτης), πολλές φορές παραγνωρίζοντας το ότι το ΚΕΠΕΠ λειτουργεί με πολλά κενά στις οργανικές του θέσεις, με αποτέλεσμα την ανάλογη υπηρεσιακή επιβάρυνση των εργαζομένων του. Η όποια όμως αυστηρότητα του εγκαλούντος στην άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου των εργαζόμενων, πέραν του ότι είχε ως αποτέλεσμα την εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος και το μηδενισμό των θανάτων των τροφίμων του, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι είναι εμπαθής και μεροληπτικός, αφού -όπως αποδείχτηκε (βλ. κατάθεση εγκαλούντος και μάρτυρα κατηγορίας)- αν κάποιος υπάλληλος ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του, διωκόταν πειθαρχικά, ανεξάρτητα από το σύλλογο στον οποίο ανήκε, ενώ υπάρχει σαφής ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο να διώκονται πειθαρχικά μόνο εργαζόμενοι του ενός συλλόγου, όπως ισχυρίστηκε η κατηγορούμενη, και στο να διώκονται πειθαρχικά κυρίως ή συνήθως εργαζόμενοι του ίδιου συλλόγου (βλ. και κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης "... ως επί το πλείστον τα άτομα του συλλόγου "ΓΕΡΩΝ ΠΑΙΣΙΟΣ" κλήθηκαν σε απολογία και λιγότερο τα άτομα του συλλόγου "ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ"..."), το οποίο μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι ο συγκεκριμένος σύλλογος έχει πάγια στάση απέναντι σε αποφάσεις της διοίκησης, των οποίων η παράβαση συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Πέραν τούτων, ακόμη και αν οι εργαζόμενοι άδικα διώκονταν πειθαρχικά, δηλαδή χωρίς να έχουν υποπέσει σε κάποιο παράπτωμα, το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο -όπως αποδείχτηκε- απαρτίζεται από άτομα και από άλλες μονάδες (βλ. κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης) και για το οποίο δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι επίσης δρα επιλεκτικά και μεροληπτικά, θα τα απάλλασσε και δεν θα δημιουργούνταν περαιτέρω θέμα. Ωστόσο, από τη συνεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι οι κρίσεις του ανωτέρω πειθαρχικού συμβουλίου ήταν κυρίως καταδικαστικές και όχι απαλλακτικές, ανεξάρτητα από το σύλλογο στον οποίο ανήκαν οι παραπεμπόμενοι εργαζόμενοι, ενώ η ίδια η κατηγορουμένη στην απολογία της δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει με κατηγορηματικότητα αν ο εγκαλών -ενεργώντας μεροληπτικά- δίωξε πειθαρχικά για συγκεκριμένο παράπτωμα εργαζόμενο μόνο του ενός σωματείου και όχι του άλλου. Ακόμη, όσον αφορά το ζήτημα του αν το εν λόγω ίδρυμα δεχόταν και άλλα -πλην του τέκνου του εγκαλούντος- "εξωτερικά" παιδιά (που δεν διαμένουν δηλαδή στο ΚΕΠΕΠ) για φυσιοθεραπείες, όπως αποδείχτηκε, κατά το χρόνο που πραγματοποίησε τις επίμαχες δηλώσεις της στην τηλεόραση η κατηγορουμένη πράγματι μόνο το τέκνο του εγκαλούντος υποβαλλόταν σε φυσιοθεραπείες στους χώρους του ιδρύματος ως "εξωτερικό", πλην όμως αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του εγκαλούντος (βλ. από 22-8-2006 έγγραφο του ... ιατρού του ΚΕΠΕΠ, στο οποίο αναφέρεται ότι "... σύμφωνα με απόφαση του Δ.Σ. του ΚΕΠΕΠ Σιδηροκάστρου, μετά από αίτηση των γονέων τους, προσφέρονται οι απαραίτητες δυνατές υπηρεσίες σε 4 εξωτερικά παιδιά ΑΜΕΑ από τα τμήματα εργασιοθεραπείας και φυσιοθεραπείας, με διακοπή τους θερινούς μήνες..,"), όπως υπονοείται από την κατηγορουμένη, αλλά στο γεγονός ότι οι εργαζόμενοι διαμαρτυρήθηκαν για το -κατ' αυτούς- εξοντωτικό ωράριο εργασίας (πρωινές και απογευματινές ώρες) που συνεπαγόταν η ενασχόληση με 4 παιδιά και ανακοίνωσαν στον εγκαλούντα ότι μόνο στις 8.00 μπορούν να δέχονται εξωτερικά παιδιά για θεραπείες, καθόσον εκείνη την ώρα δεν κάνουν θεραπείες στα παιδιά του ιδρύματος, συνεπεία δε αυτής της αλλαγής ωραρίου που δεν εξυπηρετούσε πλέον τους γονείς των μέχρι τότε προσαγόμενων "εξωτερικών παιδιών", αυτοί σταμάτησαν να τα μεταφέρουν στο ίδρυμα (βλ. κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης:"... οι γονείς των παιδιών μας είπαν ότι δεν μπορούν να έρχονται αυτήν την ώρα και σταμάτησαν τα παιδιά...". Όλα αυτά τα γεγονότα ήταν γνωστά στην κατηγορουμένη, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας της στο ΚΕΠΕΠ, πλην όμως αυτή, εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών της και με πρόθεση να θίξει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ενώπιον αόριστου αριθμού ατόμων, προέβη στην προαναφερθείσα τηλεοπτική εκπομπή στις επίμαχες δηλώσεις της, καταφερόμενη με σαφήνεια και κατηγορηματικά εναντίον του εγκαλούντος, χωρίς να αφήνει καμία αμφιβολία για την εμπάθεια, τη μεροληπτικοτήτα και τη δόλια προαίρεσή του σε βάρος των εργαζομένων του σωματείου της, τούτο δε έπραξε πιθανότατα λόγω του γεγονότος ότι αυτή βρίσκεται σε προσωπική αντιδικία με το ..., Πρόεδρο του συλλόγου εργαζομένων "ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ", τον οποίο θεωρεί -χωρίς να αποδεικνύει- ότι ευνοεί ο εγκαλών. Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα του αν προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντος, όπως αποδείχτηκε, ή επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή προβλήθηκε μεσημβρινές ώρες, δηλαδή σε ζώνη αυξημένης τηλεθέασης, και έλαβε γνώση των ισχυρισμών της κατηγορουμένης αόριστος αριθμός τηλεθεατών που παρακολουθούσαν την ώρα εκείνη την εκπομπή, με αποτέλεσμα να σχηματίσουν αυτοί αρνητικότατη άποψη για το άτομο του, το οποίο παρουσιαζόταν από την κατηγορούμενη ως εμπαθές και μεροληπτικό, που ασκεί τη διοίκηση του ΚΕΠΕΠ όχι προς το σκοπό του ιδρύματος, αλλά για να εξυπηρετεί αποκλειστικά τα δικά του συμφέροντα και τα άτομα που ο ίδιος ευνοεί. Κατ' αυτόν όμως τον τρόπο θίχτηκε η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντος, ο οποίος υπέστη αντίστοιχη ηθική βλάβη. Σύμφωνα με τα παραπάνω και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την ανωτέρω πράξη" .Για την πράξη της δε αυτή, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1,2, 363 σε συνδυασμό με 362 Π.Κ., η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και καταδικάστηκε δε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. IV. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, αναφέρονται τα περιστατικά που διέδωσε η αναιρεσείουσα για τον εγκαλούντα και ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας, με την έκθεση στο σκεπτικό της των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτής ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και ότι μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Ειδικότερα, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναφερόμενα στην απόφαση δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα ήταν γνωστά στην κατηγορούμενη αναιρεσείουσα, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας της στο ΚΕΠΕΠ, πλην όμως αυτή, εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών της και με πρόθεση να θίξει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος προέβη, ενώπιον αόριστου αριθμού ατόμων, στην προαναφερθείσα τηλεοπτική εκπομπή στις επίμαχες δηλώσεις της και ότι έπραξε τούτο , λόγω του γεγονότος ότι αυτή βρισκόταν σε προσωπική αντιδικία με το ..., Πρόεδρο του συλλόγου εργαζομένων "ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ", τον οποίο θεωρούσε ότι ευνοούσε ο εγκαλών, αιτιολογείται πλήρως ότι τα γεγονότα αυτά ψευδή και συκοφαντικά και ότι ο κατηγορουμένη αναιρεσείουσα τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, εξάλλου, της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορούν τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ύπαρξη και τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε (ότι δεν ήταν δυνατόν να γνώριζε ποιοι καλούνται σε απολογία κλπ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω αβάσιμες είναι οι προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τυγχάνει αναιρετέα λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 362 και 363 Π Κ, διότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ασάφεια, αν οι φράσεις "εμπαθής και μεροληπτικός" είναι γεγονότα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων των ανωτέρω ποινικών διατάξεων. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι οι πιο πάνω φράσεις, δεν τίθενται αυτοτελώς ως αξιολογική κρίση, αλλά συνδέονται και σχετίζονται αμέσως με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ο εγκαλών "καλεί σε απολογία υπαλλήλους μόνο του συλλόγου της αναιρεσείουσας", την έννοια του οποίου και προσδιορίζουν, όπως και πιο πάνω (παρ.Ι), έχει αναφερθεί (δηλαδή, από εμπάθεια και μεροληψία ο εγκαλών προβαίνει στην πράξη αυτή). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, ότι, λόγω της πιο πάνω ασάφειας η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας ότι στο Ίδρυμα δεν περιθάλπονται ως "εξωτερικά" άλλα παιδιά εκτός από το παιδί του εγκαλούντος, δεν ήταν είναι συκοφαντικός, διότι πράγματι κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε η τελεοπτική εκπομπή περιθάλπτετο μόνο ένα παιδί, δεν υποννούσε ότι αυτό οφειλόταν στον εγκαλούντα (όπως δέχθηκε η απόφαση), αλλά σε απόφαση των εργαζομένων στο Ιδρυμα (ΚΕΠΕΠ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. V. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς εναγόντος (άρθρα 186, 176 ΚΠολΔ, 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-5-2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεω (αρ. πρωτ. 4342/16-5-08) της ..., για αναίρεση της 1134/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς εναγόντος που παραστάθηκε, την οποία ορίζει, σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, διότι δεν υπάρχει έγκληση για ορισμένα συκοφαντικά γεγονότα που αναφέρονται στην απόφαση και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το στοιχείο της γνώσεως. Έννοια γεγονότων. Αξιολογικές κρίσεις που συνδέονται με γεγονότα. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
0
Αριθμός 2408/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ - Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων, ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 404/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 265/20.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθμ. 25/4-2-2008 αίτηση - αναίρεσης του ..... κατά του με αριθμ 2753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η με αριθμ. 422/2007 έφεση του αναιρεσείοντα κατά του με αριθμ. 2105/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., για απόπειρα απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση από την οποία μπορούσε να προκληθεί ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και για απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερη μεγάλη ζημία άνω των 15.000ν € τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και άμεση συνέργεια σ' αυτήν και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων άρθρων 463 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "'Ενδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα ........" κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ....... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.....". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκηση της το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο. Τέτοια περίπτωση είναι και ή από μέρους του πολιτικώς ενάγοντα άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο κηρύσσει την ασκηθείσα έφεση του σαν απαράδεκτη για το οποίο στις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης από τον πολιτικώς ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων πολιτικώς ενάγων τόσο ατομικά όσο και σαν νόμιμος εκπρόσωπος των εταιρειών 1) ΕΠΕ Αδελφοί ....., 2) ..... και Σία ΟΕ, και της Κοινοπραξίας των δύο αυτών εταιρειών με την επωνυμία "Αδελφοί ..... - Κοινοπραξία Ανέγερσεως Κτιρίου", άσκησε την με αριθμ. 25/4-2-2008 αναίρεση κατά του με αριθ. 2753/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε την με αριθμ. 422/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 2105/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποία αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., για απόπειρα απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από την οποία μπορούσε να προκληθεί ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και για απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 15.000 € τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και άμεση συνέργεια σ' αυτήν. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 482 και 483 του ΚΠΔ στις οποίες αναφέρονται οι δικαιούμενοι σε άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων σαν δικαιούμενος της άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύτα. Προτείνω όπως Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 25/4-2-2008 αίτηση - αναίρεσης του ..... κατά του με αριθμ. 2753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η με αριθμ. 422/2007 έφεση του αναιρεσείοντα κατά του με αριθμ. 2105/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών σαν απαράδεκτη. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω. Αθήνα την 15-4-2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα και στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν δίδεται πλέον, μετά δηλαδή το ν. 3160/2003, που ισχύει από τη δημοσίευσή του (κατά το άρθρο 61 αυτού) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 30η Ιουνίου 2003, και με τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1 του οποίου, αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 2 και 482 παρ. 1, αντίστοιχα, του ΚΠοινΔ, δικαίωμα αναιρέσεως κατά του βουλεύματος με το οποίο απορρίπτεται το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, ούτε και κατά του απαλλακτικού βουλεύματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, ασκήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2008, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του αναφερόμενου νόμου και στρέφεται κατά του με αριθμό 2753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμ.422/2007 έφεσή του, κατά του με αριθμό 2105/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αποφασίσθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορούμενων ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και .... για τις πράξεις, απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, με απειληθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη άνω των 73.000 Ευρώ και απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 15.000 ευρώ. Εν όψει όμως του ότι, κατά το χρόνο ασκήσεως της άνω αιτήσεως στις 4 Φεβρουαρίου 2008, μετά δηλαδή την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, ο οποίος είναι κρίσιμος για το παραδεκτό της, ο πολιτικώς ενάγων, ενεργών, τόσον ατομικά, όσον και ως νόμιμος εκπρόσωπος των δύο εταιρειών " ΕΠΕ Αδελφοί ..... και ..... και Σία Ο.Ε. " και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Αδελφοί ..... - Κοινοπραξία Ανεγέρσεως Κτιρίου", δεν είχε δικαίωμα αναιρέσεως οιουδήποτε βουλεύματος, η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος δεν παραστάθηκε, καίτοι ειδοποιήθηκε ο διορισθείς αντίκλητος δικηγόρος του, δια του γραμματέως, να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο, (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-2-2008 αίτηση του ..... για αναίρεση του υπ' αριθμό 2753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης απαλλακτικού βουλεύματος από πολιτικώς ενάγοντα. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη, γιατί ο πολιτικώς ενάγων μετά την ισχύ του Ν. 3160/30-6-2003 κατά τα άρθρα 476 παρ. 2 και 482 παρ. 1, 483 Κ.Π.Δ., δεν έχει δικαίωμα να ασκήσεις αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος που απορρίπτει την έφεσή του ή κατά απαλλακτικού για τον κατηγορούμενο βουλεύματος (ΑΠ 1599/2008).
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
0
Αριθμός 2407/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ξενικάκη, περί αναιρέσεως της 12507/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουρούζη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 857/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως α) του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και β) του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 12.507/2005 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επί της οδού ... υπάρχει πενταώροφη πολυκατοικία, η οποία διαθέτει από της κατασκευής της το έτος 1973 ανελκυστήρα προσώπων. Τη συντήρηση του ανελκυστήρα αυτού είχε αναλάβει με σύμβαση με τους ιδιοκτήτες αρχικά ο ... και από το έτος 1993 περίπου ο κατηγορούμενος, που μέχρι τότε εργαζόταν ως υπάλληλος του .... Στις 17.2.2001 οι Ζ, ένοικος της πολυκατοικίας, και η αδελφή της Ψ ευρίσκοντο εντός του θαλάμου του ανελκυστήρα, τον οποίο κάλεσαν στον 4ο όροφο. Κατά την κάθοδό του, ο θάλαμος κατακρημνίστηκε από το ύψος του 3ου περίπου ορόφου στον πυθμένα του φρεατίου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα η Ψ και να τραυματισθεί σοβαρά η Ζ, οι οποίες απεγκλωβίστηκαν με την βοήθεια της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Η ελεύθερη πτώση του θαλάμου οφείλεται στο ότι τα συρματόσχοινα που τον συγκρατούσαν χαλάρωσαν, διέφυγαν από την τροχαλία του κινητήριου μηχανισμού, στη συνέχεια συνάντησαν την τροχαλία παρέκκλισης, έσπασε η μία από τις δύο βίδες που συγκρατούσαν το δεξί τμήμα της τροχαλίας στο μηχανοστάσιο και η τροχαλία αποσπάστηκε από το αριστερό στήριγμα. Κατά την πτώση δεν ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός πέδησης (συσκευή αρπάγης), διότι είχε χαλαρώσει το ελατήριο επαναφοράς του μοχλού. Το αρμόδιο Τμήμα Βιομηχανίας της Νομαρχίας Αθηνών πραγματοποίησε αυτοψία στον χώρο του συμβάντος και στην από 20.2.2001 με αριθμό 597 αναφορά - έκθεσή του, που κοινοποίησε στο Α.Τ. Ν. Σμύρνης, αναφέρει ως διαπιστώσεις του, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "..... Δεν υπήρχαν κουτί συντήρησης, καρτέλα συντήρησης και βιβλιάριο συντηρήσεων ....... Έχει γίνει αλλαγή της μηχανής, της θέσης της μηχανής, μίας τροχαλίας με δύο τροχαλίες στο μηχανοστάσιο, της θέσης της θύρας του τροχαλοστασίου ..... Τα συρματόσχοινα είχαν φύγει από τις τροχαλίες και ήταν μεταξύ θαλάμου - τροχαλοστασίου και αντιβάρου. Απουσίαζε μία από τις δύο βίδες που συγκρατούσαν το δεξιό μέρος της κάτω τροχαλίας παρεκκλίσεως στο μηχανοστάσιο. Με αποτέλεσμα, η τροχαλία αυτή μαζί με τον άξονά της και το δεξί στήριγμα να έχει περιστραφεί με κέντρο τη δεύτερη βίδα του εν λόγω στηρίγματος και να έχει φύγει η τροχαλία από το αριστερό στήριγμα. Ο ρεγουλάτορας ήταν ενσωματωμένος με οροφοδιαλογέα. Η αλυσίδα βρισκόταν πάνω στην τροχαλία της. Ο μοχλός (κοντάκτ) δεν είχε πιάσει για να ενεργοποιηθεί η συσκευή αρπαγής. Ο μοχλός αυτός μπορούσε να μετακινηθεί με το χέρι χωρίς να επανέρχεται αυτόματα στην αρχική του θέση, καθόσον είχε χαλαρώσει το ελατήριο επαναφοράς. Δεν είχε ενεργοποιηθεί η συσκευή αρπαγής. Μία βίδα, ίδια με αυτές που είχαν τα στηρίγματα της τροχαλίας παρεκκλίσεως στο μηχανοστάσιο, βρέθηκε κομμένη σε δύο κομμάτια ..... Η πτώση του θαλάμου οφείλεται στο γεγονός ότι ξέφυγαν τα συρματόσχοινα από τις τροχαλίες λόγω ίσως της μετακίνησης της κάτω τροχαλίας παρεκκλίσεως στο μηχανοστάσιο". Με αίτηση συγγενούς της Ψ, το ΤΕΕ διόρισε πραγματογνώμονα τον ..., μηχανολόγο - ηλεκτρολόγο διπλωματούχο μηχανικό. Αυτός διενήργησε αυτοψία και στην με αριθμό 6089/21.2.2001 έκθεσή του αναφέρει τα εξής: "........ Η πολυκατοικία διαθέτει έναν ανελκυστήρα προσώπων, μηχανοκίνητο ηλεκτρικό κλασσικού τύπου, ονομαστικού φορτίου 300 klg ή 4 άτομα, με τροχαλιοστάσιο στο δώμα και μηχανοστάσιο στο υπόγειο. Ο ανελκυστήρας εγκαταστάθηκε το έτος 1973. Λειτουργούσε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Το έτος 1998, μάλλον, έγινε αντικατάσταση του κινητηρίου μηχανισμού (της μηχανής του), που βρίσκεται στο υπόγειο. Ο κινητήριος μηχανισμός που τοποθετήθηκε διέφερε από τον παλαιότερο, μεταξύ άλλων, στο ότι δεν διέθετε προστατευτικές διατάξεις έναντι εξόδου των συρματόσχοινων από την τροχαλία. Επίσης, για την αντικατάσταση αυτή (σημαντική μετατροπή σύμφωνα με το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 81-1) έπρεπε να είχε γίνει έλεγχος της λειτουργίας του ανελκυστήρα και οι απαραίτητες δοκιμές...... Εκτός από την αλλαγή της μηχανής, έχει γίνει αλλαγή της θέσης της μηχανής, αλλαγή τροχαλιών στο τροχαλιοστάσιο και αλλαγή της θέσης της θύρας του τροχαλιοστασίου. Δεν υπήρχαν, όπως βάσει νόμου έπρεπε, το κουτί συντηρήσεως, η καρτέλα συντηρήσεως και το βιβλιάριο συντηρήσεων. Το συμβάν είναι η ελεύθερη πτώση θαλάμου ανελκυστήρος. Η ελεύθερη αυτή πτώση έγινε γιατί τα συρματόσχοινα που οδηγούν και συγκρατούν τον θάλαμο του ανελκυστήρος φύγαν από τη θέση τους και γιατί ο μηχανισμός πέδησης που προβλέπεται να υπάρχει ως ανεξάρτητο σύστημα ασφαλείας, ώστε να συγκρατεί τον θάλαμο σε περίπτωση ελεύθερης πτώσης δεν λειτούργησε. Τα συρματόσχοινα, είτε γιατί μετακινήθηκε μία τροχαλία, είτε γιατί παρεμβλήθηκε ξένο σώμα στο αντίβαρο κατά την κάθοδό του, είτε για άλλη αιτία που δεν μπορεί να διαπιστωθεί σήμερα, λασκάρησε και έφυγαν αρχικά από την τροχαλία του κινητήριου μηχανισμού. Η τροχαλία αυτή είχε έδραση μόνο από την εσωτερική πλευρά - δεν υπήρχε το εξωτερικό κουζινέτο (Σημείωση: Η τροχαλία του κινητήριου μηχανισμού έχει κατά κανόνα έδραση και από τις δύο πλευρές της. Στην αγορά όμως υπάρχουν και κινητήριοι μηχανισμοί ανελκυστήρων με τροχαλία με μονή έδραση. Αυτό γίνεται για λόγους ευκολίας στη συντήρηση και μικρότερο κόστος κατασκευής. Η χρήση τέτοιων μηχανισμών δεν επιτρέπεται πάντα και όταν χρησιμοποιούνται λαμβάνονται πρόσθετα μέτρα ασφαλείας, που στην δική μας περίπτωση δεν υπήρχαν. Τα συρματόσχοινα στη συνέχεια συνάντησαν την τροχαλία απόκλισης. Αυτή με την πίεση των συρματόσχοινων έφυγε από τη θέση της και τα συρματόσχοινα απελευθερώθηκαν πλήρως. Όταν τα συρματόσχοινα απελευθερώθησαν πλήρως, ο θάλαμος του ανελκυστήρα άρχισε την ελεύθερη πτώση. Ο μηχανισμός πέδησης, λόγω παλαιότητος και ελλιπούς συντήρησης, είτε δεν ενεργοποιήθηκε καθόλου είτε άργησε να ενεργοποιηθεί και όταν ενεργοποιήθηκε ο θάλαμος είχε αναπτύξει ταχύτητα τέτοια, ώστε δεν μπόρεσε να τον συγκρατήσει...... Οι λόγοι της κατακρήμνισης του θαλάμου χωρίζονται σε δύο μέρη: Στους λόγους που οφείλονται στην εγκατάσταση και στις τροποποιήσεις της εγκατάστασης του ανελκυστήρα και στους λόγους που οφείλονται στη συντήρηση του ανελκυστήρα. Η συντήρηση του ανελκυστήρα υπήρξε πλημμελής και για τον λόγο αυτό δεν μπόρεσε ο μηχανισμός πέδησης να συγκρατήσει τον θάλαμο στην ελεύθερη πτώση του". Οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν ότι ο ανελκυστήρας παρουσίαζε προβλήματα στη λειτουργία του και ότι γινόταν πλημμελής συντήρηση αυτού από τον κατηγορούμενο, ο οποίος, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, δεν τηρούσε καρτέλα εγκατάστασης και βιβλίο συντήρησης, ως όφειλε ως συντηρητής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί και εξακριβωθεί η τακτική συντήρησή του και οι παρατηρήσεις για τη λειτουργία του. Ο κατηγορούμενος όφειλε από τη σύμβαση να κάνει άπαξ τουλάχιστον κατά μήνα συντήρηση του ανελκυστήρα και τέτοια συντήρηση δεν προκύπτει ότι έκανε. Από το σύνολο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι η πτώση του θαλάμου του ανελκυστήρα με τα δυσμενή ως άνω και οδυνηρά αποτελέσματα οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πλημμελή συντήρησή του από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να συντηρεί τον ανελκυστήρα, ώστε να λειτουργεί ασφαλώς και ακινδύνως για τους χρησιμοποιούντες αυτόν, υποχρέωση που προέκυπτε από τη σύμβαση που είχε συνάψει με τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν ήλεγξε τη σταθερότητα της τροχαλίας, την κατάσταση και την παλαιότητα των βιδών που συγκρατούσαν το δεξιό τμήμα της τροχαλίας παρέκκλισης, δεν αντικατέστησε τις βίδες με καινούργιες και δεν ήλεγξε τη λειτουργία του μηχανισμού πέδησης και συγκεκριμένα το ελατήριο επαναφοράς του μοχλού του μηχανισμού αυτού, το οποίο είχε χαλαρώσει και δεν αποκατέστησε τη χαλάρωση αυτή, στην οποία οφείλεται η μη λειτουργία του μηχανισμού πέδησης. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η βίδα έσπασε από αστοχία υλικού δεν αποδείχθηκε. Υπό τα περιστατικά αυτά, στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, των πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο και της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 19 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 302 παρ. 1 και 314 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενήργησε, ενώ περαιτέρω αναφέρει και αιτιολογεί την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του, να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και τον επιτακτικό κανόνα από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, ήτοι τη σύμβαση που είχε υπογράψει αυτός (αναιρεσείων) με τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της πολυώροφης οικοδομής. Συγκεκριμένα αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες το επελθόν αποτέλεσμα, αφενός με τη θανάτωση της Ψ, αφετέρου με τον τραυματισμό της αδελφής της Ζ, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πλημμελή συντήρηση του ανελκυστήρα. Τούτο, γιατί ο αναιρεσείων αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να επιμελείται για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία του ανελκυστήρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία του και η ασφαλής μεταφορά των ενοίκων της πολυκατοικίας και των τρίτων προσώπων, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν έλαβε τα προσήκοντα εκείνα μέτρα τα οποία θα εξασφάλιζαν την ομαλή λειτουργία του. Συγκεκριμένα, γιατί, όχι μόνο δεν έλεγξε τη σταθερότητα της τροχαλίας, αλλά ούτε και την λειτουργικότητα και πραγματική κατάσταση των βιδών, που συγκρατούσαν το δεξιό τμήμα της τροχαλίας, όπως, επίσης, ο ίδιος δεν επιμελήθηκε για την αναγκαία αντικατάσταση των βιδών αυτών, με αντίστοιχες καινούργιες, ενώ επίσης δεν έλεγξε τη λειτουργία του μηχανισμού πέδησης και συγκεκριμένα το ελατήριο επαναφοράς του μοχλού του μηχανισμού τούτου, το οποίο είχε χαλαρώσει, χωρίς μάλιστα στη συνέχεια να αποκαταστήσει τη χαλάρωση αυτή, εξαιτίας της οποίας και δεν λειτούργησε ο μηχανισμός πέδησης. Σημειώνεται, επίσης, σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές, ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, αναμφισβήτητα πήγαζε από τη σχετική σύμβαση, που αυτός είχε υπογράψει με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, αυτή του συντηρητή, με τους ενοίκους της πολυώροφης οικοδομής. Επίσης, από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, γίνεται φανερό ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν, σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα σε εκείνη υπό τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, με την έννοια ότι αυτός δεν προέβλεψε το εξ' αυτής επελθόν αποτέλεσμα. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος, με τις οποίες παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα δυο είδη αμέλειας, προσέτι δε ότι δεν προσδιορίζεται η πηγή της νομικής αυτού υποχρεώσεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχεται η απόφαση, ότι το επελθόν αποτέλεσμα της θανατώσεως της Ψ και του τραυματισμού της Ζ, οφείλεται σε μη συνειδητή αμέλεια, του αναιρεσείοντος, ώστε πλέον η απόφαση να μη στερείται της νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη τρεις αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 4121/11-4-2006 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμό 12.507/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (έλλειψη νόμιμης βάσης) και εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ορθά δέχθηκε τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
Αριθμός 2398/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κόκκαλη, περί αναιρέσεως της 728/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Στεφανάδη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1561/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσαχθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, ενώ η μη απάντηση στο αίτημα αυτό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθ. 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και ιδρύει τον από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 728/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τριών (13) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος υπέβαλε προς το Δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, ήτοι προκειμένου να προσκομισθεί ο λογαριασμός των μηνυτών, με κωδικό ....., της Τράπεζας Εργασίας της οδού Μ. Αλεξάνδρου και Κούμα της Λάρισας, από τον οποίο προκύπτει το πραγματικό ποσό που αυτός (κατηγορούμενος) ανέλαβε, προκειμένου να εκτελέσει την προς αυτόν δοθείσα εντολή των τελευταίων. Μετά την υποβολή του ως άνω αιτήματος, το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει. Μετά την εξέταση των μαρτύρων και την ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος επανέφερε το ως άνω αίτημά του. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με τη μνησθείσα απόφασή του, τον κήρυξε ένοχο των ως άνω πράξεων, στο δε διατακτικό, χωρίς να διαλαμβάνονται σκέψεις στο αιτιολογικό, αναφέρει ότι απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης. Έτσι, όμως, η αναφερθείσα απόφαση, στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, ακολούθως δε το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να προβεί στην έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως. Επομένως, οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κ.Π.Δ., είναι βάσιμοι, ενώ είναι αβάσιμος ο συναφής από το αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. λόγος της αναίρεσης, για έλλειψη ακροάσεως, αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής, αφού, το Δικαστήριο, απέρριψε μεν το αίτημα αυτό, πλην, όμως, αναιτιολογήτως, δεν παρέλειψε δηλαδή να απαντήσει στο αίτημα αυτό, οπότε, σύμφωνα ε τη νομική σκέψη που προπαρατέθηκε, θα εδημιουργείτο ο αναφερόμενος λόγος αναίρεσης. Πρέπει, συνεπώς, παρελκούσης της έρευνας των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι εφικτή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 728/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ’ άρ. 352 Κ.Π.Δ. συνιστά λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Δ’ Κ.Π.Δ.. Η εν συνεχεία εκδίκαση της υπόθεσης συνιστά λόγο αναίρεσης εκ του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ Κ.Π.Δ.. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα.
0
Αριθμός 2397/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Tσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί Κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλούμενους τους 1) Χ1, Πρωτοδίκη Αθηνών, 2) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών, 3) Χ3, Εφέτη Αθηνών και 4) Χ4, Πρωτοδίκη Αθηνών. Με εγκαλούντα τον Ψ. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 18 Ιουνίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1107/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 359/7.7.2008 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο Ψ υπέβαλε σε βάρος των 1) Χ3, Προέδρου Πρωτοδικών, ήδη Εφέτη, που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, 2) Χ2, Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, 3) Χ1, Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών και 4) Χ4, Πρωτοδίκη που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, την από 17-2-2003 έγκλησή του για αρπαγή και παράβαση καθήκοντος. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την αριθμ. 58/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, στον οποίο είχε περιέλθει, κατά παραπομπή, με το αριθμ. 1287/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατ'αυτής ο εγκαλών άσκησε, κατ'άρθρο 48 ΚΠΔ, την αριθμ. 48/20-3-2008 προσφυγή του. Με το αριθμ. ..... έγγραφό της η Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητος προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προσφυγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε του ΚΠοινΔ στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠοινΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή ο καταγγελλόμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρέτησης (ΑΠ 440/2006, ΑΠ 311/2001 Π.Δικ. 917, ΑΠ 204/87, ΝοΒ 35-412). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 ΚΠοινΔ την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠοινΔ) εξετάζει και κρίνει Εισαγγελέας Εφετών...... Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών. Κατά συνέπεια, επειδή η εγκαλούμενη Εφέτης Χ3 υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών και ο εγκαλούμενος Αντεισαγγελέας Εφετών υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. β' και 137 ΚΠοινΔ), λόγω συμμετοχής δε (άρθρο 130 ΚΠοινΔ) και για την ενότητα της κρίσης και για τις εγκαλούμενες Πρωτοδίκες Χ1 και Χ4, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές αρχές που θα επιληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 48 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω το Συμβούλιό Σας να διατάξει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο αριθμ. ..... έγγραφο της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά την από 17-2-2003 έγκληση του Ψ κατά των Χ3, Εφέτη Αθηνών, Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και Χ1 και Χ4, Πρωτοδικών, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προσφυγής του εγκαλούντος Ψ κατά της αριθμ. 58/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές.Αθήνα 30 Ιουνίου 2008. Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔικ, συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, από τον Άρε ίο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται, όχι μόνο κατά την κύρια διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η από 17-2-2003 έγκληση του Ψ στρεφόμενη κατά της Προέδρου Πρωτοδικών, ήδη Εφέτη, Χ3, που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών, Χ2, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, της Χ1 και της Χ4, Πρωτοδικών, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, για τις πράξεις της αρπαγής και της παράβασης καθήκοντος, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ.58/2008 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, στον οποίο είχε περιέλθει με το υπ' αριθμ.1287/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθμ.48/20-3-2008 προσφυγή, σύμφωνα με το αρ. 48 Κ.Π.Δ., στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί, όπως προαναφέρθηκε, υπηρετούν στο Εφετείο, την Εισαγγελία Εφετών και το Πρωτοδικείο Αθηνών. Τον κανονισμό αρμοδιότητας ζητεί από τον Άρειο Πάγο ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθ. πρωτ.19855/18-6-2008 αίτηση του, η οποία είναι νόμιμη και, ενόψει των προεκτεθέντων, κατ' ουσία βάσιμη και ως εκ τούτου, κατά παραδοχή αυτής, πρέπει να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί επί της ως άνω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και εφόσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση, να ορισθούν, ως αρμόδιες δικαστικές αρχές, το Εφετείο και το Πρωτοδικείο Πειραιώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει, ως κατά παραπομπή αρμόδιο, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, για να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 48/20-3-2008 προσφυγής του εγκαλούντος Ψ κατά της υπ' αρ.58/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και εφόσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση, ορίζει, ως κατά παραπομπή αρμόδιες τις δικαστικές αρχές του Εφετείου, του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2008 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει αρμόδιες τις δικαστικές αρχές του Εφετείου, του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2399/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ και του αναιρεσείοντος-πολιτικώς ενάγοντος Ψ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 102/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, o αναιρεσείων-κατηγορούμενος Χ ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, καθώς και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων Ψ με την από 19 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, που καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 536/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού με αριθμό 319/10-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, α) την από 15-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 102/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, και β) την από 19-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Ψ, ως πολιτικώς ενάγοντος, κατά του ιδίου, ως άνω, βουλεύματος, εκθέτω τα εξής: Α) Διά του ως άνω εκκαλουμένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 909/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή διά τοκογλυφία κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ'εξακολούθηση. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, την υπέρβαση εξουσίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως των Εφετών και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσονται εν όλω ή εν μέρει και οι κρίσεις των Συμβουλίων (βλ. ΑΠ 1242/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/220). Πρέπει δε η αιτιολογία αυτή να υπάρχη εις όλες τις δικαστικές αποφάσεις, χωρίς εξαίρεση, περιλαμβανομένης και της παρεμπιπτούσης με την οποία απορρίπτεται το αίτημα να κηρυχθή έγγραφο ως πλαστό (βλ. ΑΠ 845/2002). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρ. 309 § 2 Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει ότι μόνο αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αν αρνηθή αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότης (άρθρ. 171 § 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ.), ιδρύουσα τον κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, καθώς και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδρύουσα τον κατά το ίδιο άρθρο, στοιχ. δ', αναιρετικό λόγο, εφ'όσον απορριφθή το ανωτέρω αίτημα χωρίς επαρκή αιτιολογία (βλ. ΑΠ 1567/2002). Εξ άλλου, η κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Δ. διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά τα άρθρα 510 και 484 Κ.Π.Δ. (ΑΠ 874/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/414). Τέλος, κατά το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής συρροής. Δεν απαιτείται δε να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες (βλ. ΑΠ 384/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής, συμπληρωματικώς, στο πρωτόδικο βούλευμα, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, κατ'είδος προσδιοριζομένων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ, ο οποίος ήταν βιοτέχνης και έμπορος ενδυμάτων, έχοντας εγκαταστήσει στον Πειραιά τις επαγγελματικές και βιοτεχνικές του δραστηριότητες, βρέθηκε αντιμέτωπος με προβλήματα υγείας και επαγγελματικών δυσλειτουργιών, προς αντιμετώπιση των οποίων αναγκάσθηκε να προσφύγει στον εξωτραπεζικό δανεισμό από ιδιώτη και συγκεκριμένα από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, Χ, από τον οποίο ζήτησε δάνειο χρηματικού ποσού 3.550.000 δραχμών. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος αυτή την ανάγκη του εγκαλούντος, στις 20-2-2000 δέχθηκε να του δανείσει για ένα χρόνο αυτό το χρηματικό ποσό και συνομολόγησε να λάβει για τον εαυτό του παράνομους και αθέμιτους τόκους που ανέρχονταν σε ποσοστό 8% μηνιαίως και 96% ετησίως (2.882.000 δρχ), αντί του νομίμου κατά την σύναψη της συμβάσεως επιτοκίου της τάξεως του 1,3% μηνιαίως και 16% ετησίως (568.000 δρχ.), δυνάμει της υπ' αριθ. 29/ Π.Σ.Ν.Π.. Έτσι ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων και ο κατηγορούμενος εσύναψαν την σχετική ετήσιας διάρκειας δανειακή σύμβαση, σε εκτέλεση της οποίας ο εγκαλών ενεχείρισε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο δια οπισθογραφήσεως ως προεξόφληση για την κάλυψη του κεφαλαίου τις υπ' αριθμ. ..... και ..... τραπεζικές επιταγές της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος". Για την επιστροφή δε του δανείου αυτού, που έληγε στις 20-2-2001, ο λαμβάνων την πίστωση Ψ (εγκαλών) παρέδωσε στον κατηγορούμενο Χ τις υπ' αριθ. ....., ....., ....., ....., τραπεζικές επιταγές της "ΑΝΖ Grindlays Bank, με ημερομηνία εκδόσεως 28-2-2001, 31-3-2001 και 30-4-2001, χρηματικού ποσού 2.000.000, 2000.000, 2.000.000, 1.000.000 δραχμών αντίστοιχα. Με τον τρόπο αυτό ο εγκαλών επέστρεψε στον Χ το συνολικό ποσό των 7.000.000 δραχμών, που περιλαμβάνει το ανωτέρω κεφάλαιο των 3.550.000 δραχμών, τους νόμιμους τόκους των 568.000 δραχμών και τους ως άνω τοκογλυφικούς τόκους των 2.882.000 δραχμών. Τα ανωτέρω τεκμηριώνονται από τα έγγραφα της δικογραφίας (φωτοτυπίες τραπεζικών επιταγών) και τις καταθέσεις των μαρτύρων Α, Β και Γ, εκ των οποίων ο τελευταίος αποδέχεται το γεγονός ότι εξέδωσε τις ανωτέρω δύο επιταγές συνολικού ποσού 3.550.000 προς τον εγκαλούντα, προκειμένου αυτός να εξοφλήσει τις οφειλές του προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενώ την αποδοχή των επιταγών αυτών δεν αρνείται στην απολογία του και ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά εκθέτει ότι αυτές περιήλθαν εις χείρας του ένεκα ετέρας αιτίας και δη ένεκα εμπορικών οφειλών, κάτι όμως που δεν τεκμηριώνεται σε κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Οι δε ισχυρισμοί του κατηγορουμένου Χ, που με την κρινόμενη έφεση του επικαλείται αρνούμενος την κατηγορία, κρίνονται αβάσιμοι αφού δεν στηρίζονται σε αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών εδέχθη, με τον ως άνω τρόπο, την επανειλημμένη παροχή πιστώσεων του αναιρεσείοντος προς έτερα πρόσωπα με συμφωνημένο υπέρ του δέοντος ποσοστό τόκου. Περαιτέρω, αυτό δέχεται, με δικές του σκέψεις, ότι όσα επικαλείται ο κατηγορούμενος για πλαστότητα των επίμαχων επιταγών, πέραν του ότι δεν κατατείνουν στην άρση του αξιοποίνου του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δεν θεωρούνται βάσιμα, διότι έρχονται σε αντίθεση με τους μέχρι τώρα ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ότι οι επίμαχες δόθηκαν σε αντικατάσταση άλλων έγκυρων επιταγών στα πλαίσια κάποιων εμπορικών συναλλαγών που δεν προσδιορίζονται, συνακολούθως δε, ότι δεν συντρέχει λόγος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος. Εν σχέσει δε προς το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον αυτού, εδέχθη, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, ότι ο αναιρεσείων έχει διεξοδικώς εκθέσει τις απόψεις του στο απολογητικό υπόμνημά του και δεν χρειάζονται άλλες διευκρινίσεις. Μετά από αυτά, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών έκρινε ότι συντρέχουν αποχρώσες ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος, δια την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ'εξακολούθηση, απέρριψε δε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκύρωσε τούτο, ενώ απέρριψε και το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Με τις ανωτέρω παραδοχές, η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στην κρίση περί κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της ως άνω αξιοποίνου πράξεως, επίσης δε και στην απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβούλιο Εφετών, ως και στην απόρριψη του ισχυρισμού αυτού περί πλαστότητος των ανωτέρω επιταγών, αλλά και του αιτήματός του περί διενεργείας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αν και εκ της αναιτιολογήτου απορρίψεως του τελευταίου δεν ιδρύεται, κατά τα προεκτεθέντα, λόγος αναιρέσεως. Εξ άλλου, με τις ως άνω παραδοχές, δεν παρεβιάσθη ούτε εκ πλαγίου η εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρ. 404 § 2 Π.Κ. και, έτσι, δεν καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής αυτής. Επομένως, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ', στ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι, ενώ, κατά τα προεκτεθέμενα, δεν συντρέχει ούτε περίπτωση απολύτου ακυρότητος. Περαιτέρω, η περί αναιτιολογήτου απορρίψεως του αιτήματος γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αιτίαση, ως και οι αιτιάσεις που πλήττουν την ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, είναι απαράδεκτες. Επίσης, απαράδεκτη είναι και η αιτίαση περί παραβιάσεως του άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ, αφού η παράβαση τούτου καθ'εαυτή δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 544/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ/19). Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Τέλος, το αίτημα του ανωτέρω αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθή κατ'ουσίαν, διότι οι περιλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις δεν έχουν ανάγκη προφορικών διευκρινίσεων. Β) Κατά το άρθρ. 482 § 1 Κ.Π.Δ., ως αντικ. δι'άρθρ. 41 § 1 Ν.3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος, εκ των διαδίκων, δικαιούται να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος, υπό τις διακρίσεις που ορίζονται από την εν λόγω διάταξη. Εξ άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 463 εδ. α' Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο δύναται να ασκήση μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίδει ρητώς αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρ. 476 § 1 του ιδίου κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος διά τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (εν συμβουλίω), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγουμένη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από τον γραμματέα της εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος το ένδικο μέσο (ΑΠ 402/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Ψ ησκήθη από τον εν λόγω αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητά του ως πολιτικώς ενάγοντος, και στρέφεται κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθ'ό μέρος δι'αυτού απερρίφθη η έφεση τούτου κατά του προαναφερομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επομένως, η αίτηση αυτή, ασκηθείσα από διάδικο ο οποίος δεν δικαιούται να ασκήση το ένδικο τούτο μέσο κατά του ανωτέρω βουλεύματος, πρέπει να απορριφθή ως απαράδεκτη, κατ'άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ. Επίσης, πρέπει να καταδικασθή ο εν λόγω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τα άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως, α) από 15-2-2008 του Χ, κατοίκου Αθηνών, και β) από 19-2-2008 του Ψ, κατοίκου Πειραιώς, κατά του υπ'αριθμ. 102/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να απορριφθή το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Και Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 16 Μαΐου 2008Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν.3160/30.6.2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιελάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους, του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων που: α) παύουν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, β) αποφαίνονται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή κηρύσσουν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση όμως του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου ι αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (30-6-2003), μόνο ο κατηγορούμενος δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσονται από την εν λόγω διάταξη. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο, μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου, που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση υπ'αριθ. 30/19-2-2008 αίτηση αναίρεσης του Ψ, που δεν εμφανίστηκε ενώπιον του συμβουλίου τούτου, αν και η πληρεξούσια δικηγόρος του ειδοποιήθηκε από το Γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν, ασκείται με την ιδιότητα του ως πολιτικώς ενάγοντος και στρέφεται κατά του υπ'αριθ. 102/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ειδικότερα κατά του μέρους αυτού με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του κατά του υπ'αριθμ. 909/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η αίτηση όμως αυτή, ασκούμενη από διάδικο που δεν δικαιούται να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο πρέπει, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει, υποχρεωτικώς, την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνηση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικώς στο βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ, που διατυπώνεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, με το οποίο ζητεί την εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, προκειμένου να παράσχει διευκρινίσεις για ζητήματα που αφορούν την κατηγορία, πρέπει να απορριφθεί, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναίρεσε ίων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους της αναιρέσεώς του, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο για παροχή διευκρινίσεων. Κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 εδ. α' και β' σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 404 του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β' του Ν. 2721/1999 με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Έτσι, επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της τοκογλυφίας συντρέχει και όταν αυτό πραγματώνεται με περισσότερους από έναν από τους αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 404 Π.Κ. τρόπους τέλεσής του. Κατά συνήθεια τέλεση του ίδιου εγκλήματος νοείται η, από την κατ' επανάληψη τέλεσή του, συναγωγή συμπεράσματος, ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' (πρώην ε') του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του συγκεκριμένου περιστατικού που προέκυψε από το μέσο αυτό, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Ωστόσο πρέπει να συνάγεται, ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά, για να μορφώσει την κρίση του για το ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Αλλά δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η παραπάνω αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα των Εφετών και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσονται εν όλω ή εν μέρει και οι κρίσεις των Συμβουλίων. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις και τα βουλεύματα συμπεριλαμβανομένης και της παρεμπιπτούσης, με την οποία απορρίπτεται ο ισχυρισμός που αναφέρεται στην πλαστότητα εγγράφου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 309 παρ.2 ΚΠΔ σαφώς συνάγεται ότι μόνο αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα(άρθρο 171 παρ,1 εδ. δ' ΚΠΔ) ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, καθώς και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδρύουσα τον από το ίδιο άρθρο στοιχ δ', αναιρετικό λόγο, εφόσον απορριφθεί το αίτημα χωρίς επαρκή αιτιολογία. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο, κατά τα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ, μετά από έγκληση του Ψ για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Σχετικά εκδόθηκε το 909/2007 πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της ως άνω αξιόποινης πράξεως. Με το προσβαλλόμενο δε υπ' αριθμό 102/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ' αυτού έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με το βούλευμα αυτό έγιναν δεκτά, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής, συμπληρωματικώς, στο πρωτόδικο βούλευμα τα εξής: Ο εγκαλών Ψ, ο οποίος ήταν βιοτέχνης και έμπορος ενδυμάτων, έχοντας εγκαταστήσει στον Πειραιά τις επαγγελματικές και βιοτεχνικές του δραστηριότητες, βρέθηκε αντιμέτωπος με προβλήματα υγείας και επαγγελματικών δυσλειτουργιών, προς αντιμετώπιση των οποίων αναγκάστηκε να προσφύγει στον εξωτραπεζικό δανεισμό από ιδιώτη και συγκεκριμένα από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, Χ, από τον οποίο ζήτησε δάνειο χρηματικού ποσού 3.350.000 δραχμών. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος αυτή την ανάγκη του εγκαλούντος, στις 20-2-2000 δέχθηκε να του δανείσει για ένα χρόνο αυτό το χρηματικό ποσό και συνομολόγησε να λάβει για τον εαυτό του παράνομους και αθέμιτους τόκους που ανέρχονταν σε ποσοστό 8% μηνιαίως και 96% ετησίως (2.882.000 δρχ), αντί του νομίμου κατά τη σύναψη της συμβάσεως επιτοκίου της τάξεως του 1,3% μηνιαίως και 16% ετησίως, δυνάμει της υπ'άριθμ. 29 Π.Σ.Ν.Π. Ετσι ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων και ο κατηγορούμενος σύναψαν την σχετική ετήσιας διάρκειας δανειακή σύμβαση, σε εκτέλεση της οποίας ο εγκαλών ενεχείρισε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο δια οπισθογραφήσεως, ως προεξόφληση για την κάλυψη του κεφαλαίου, τις υπ'αριθμ. ..... και ..... τραπεζικές επιταγές της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος". Για την επιστροφή δε του δανείου αυτού, που έληγε στις 20-2-2001, ο λαμβάνων την πίστωση Ψ (εγκαλών) παρέδωσε στον κατηγορούμενο Χ τις υπ'αριθμ. ....., ....., ....., ....., τραπεζικές επιταγές της "ΑΝΖ Grindlays Bank" με ημερομηνία εκδόσεως 28-2-2001,31-3-2001 και 30-4-2001, χρηματικού ποσού 2.000.000, 2.000.000, 2.000.000, 1.000.000 δραχμών, αντίστοιχα. Με τον τρόπο αυτό ο εγκαλών επέστρεψε στον Χ το συνολικό ποσό των 7.000.000 δραχμών, που περιλαμβάνει το ανωτέρω κεφάλαιο των 3.550.000 δραχμών, τους νόμιμους τόκους των 568.000 δραχμών και τους ως άνω τοκογλυφικούς τόκους των 2.882.000 δραχμών. Τα ανωτέρω τεκμηριώνονται από τα έγγραφα της δικογραφίας (φωτοτυπίες τραπεζικών επιταγών) και τις καταθέσεις των μαρτύρων Α, Β και Γ, εκ των οποίων ο τελευταίος αποδέχεται το γεγονός ότι εξέδωσε τις ανωτέρω δύο επιταγές συνολικού ποσού 3.550.000 προς τον εγκαλούντα, προκειμένου αυτός να εξοφλήσει τις οφειλές του προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενώ την αποδοχή των επιταγών αυτών δεν αρνείται στην απολογία του και ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά εκθέτει ότι αυτές περιήλθαν εις χείρας του ένεκα ετέρας αιτίας και δη ένεκα εμπορικών οφειλών, κάτι όμως που δεν τεκμηριώνεται σε κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Οι δε ισχυρισμοί του κατηγορουμένου Χ, που με την κρινόμενη έφεση του επικαλείται αρνούμενος την κατηγορία, κρίνονται αβάσιμοι, αφού δεν στηρίζονται σε αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε την, με τον ως άνω τρόπο, επανειλημμένη παροχή πιστώσεων του αναιρεσείοντος, με συμφωνημένο επιτόκιο, που υπερβαίνει το νόμιμο ποσοστό τόκου. Ακόμα, με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι, όσα επικαλείται ο κατηγορούμενος για πλαστότητα των επίμαχων επιταγών πέραν του ότι δεν κατατείνουν στην άρση του αξιόποινου του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δεν θεωρούνται βάσιμα, διότι έρχονται σε αντίθεση με τους μέχρι τώρα ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ότι οι επιταγές δόθηκαν σε αντικατάσταση άλλων έγκυρων επιταγών στα πλαίσια κάποιων εμπορικών συναλλαγών που δεν προσδιορίζονται. Συνακόλουθα δεν συντρέχει λόγος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος. Τέλος σχετικά με το αίτημα του κατηγορουμένου, αναιρεσειόντος, περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του ενώπιον αυτού, δέχθηκε, αναφερόμενο στην Εισαγγελική πρόταση, ότι ο αναιρεσείων έχει διεξοδικώς εκθέσει τις απόψεις του στο απολογητικό του υπόμνημα και δεν χρειάζονται άλλες διευκρινίσεις. Μετά από αυτά το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι συντρέχουν αποχρώσες ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος, για την παραπομπή του στο ακροατήριο για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, απέρριψε δε κατ' ουσίαν την έφεση και το αίτημα του περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του. Με τις παραδοχές όμως αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με τα στοιχεία του αποδιδόμενου στον αναιρεσείοντα εγκλήματος της τοκογλυφίας σε βαθμό κακουργήματος, καθόσον, ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα, στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στο δι' αυτής πρωτόδικο βούλευμα, δεν αναφέρονται καθόλου περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από τον αναιρεσείοντα της αποδιδόμενης ως άνω αξιόποινης πράξεως, υπό την έννοια που αναφέρθηκε αρχικά, η δε σχετική με το ζήτημα αυτό αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη της φρασεολογίας της διάταξης του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. Ενόψει της πιο πάνω ελλείψεως το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί κατά το μέρος που αναφέρεται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το ως άνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 485 παρ.1 και 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.30/19-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Ψ και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτόν στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Απορρίπτει την αίτηση του Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Δέχεται την υπ'αριθμ.28/15-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Αναιρεί, εν μέρει, και ειδικότερα ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν το υπ' αριθμ. 102/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τοκογλυφία κατ’ επάγγελμα και συνήθεια. Δεν έχει αιτιολογία για το κατ’ επάγγελμα και συνήθεια τέλεσης της πράξης. Αναιρεί και παραπέμπει. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Τοκογλυφία.
0
Αριθμός 2396/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 70/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) ....., 2) ....., 3) ....., 4) ..... και 5) ..... . Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 746/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 313/9.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 2/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 70/14-3-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 § 1 του ιδίου κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν.2928/27-6-2001, "η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του ποινικού κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 70/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, κατά τη διαδικασία του άρθρου 7 του Ν.2928/2001, να δικασθεί και για την αξιόποινη πράξη της συγκρότησης από κοινού εγκληματικής οργάνωσης (άρθρα 45 και 187 § 1 Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν.2928/2001). Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία του άρθρου 7 του Ν.2928/2001 να δικασθεί και για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της συγκρότησης από κοινού εγκληματικής οργάνωσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και πρέπει κατόπιν τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ'άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 2/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 70/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 31 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2928/2001, η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του ποινικού κώδικα κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σαφώς προκύπτει ότι, το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμπεται κάποιος για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της συγκρότησης από κοινού εγκληματικής οργάνωσης (άρθρα 45 και 187 παρ. 1 ΠΚ), δεν υπόκειται σε αναίρεση, όπως δε τονίζεται στην εισηγητική έκθεση του ως άνω Νόμου, με τον τρόπο αυτόν επιταχύνεται η διαδικασία, με την αποφυγή της έκδοσης τριών βουλευμάτων, αλλά και ανατίθεται η τελειωτική κρίση και η ευθύνη για την παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, σε ένα έμπειρο δικαστικό σχηματισμό, όπως είναι το Συμβούλιο Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 70/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικασθεί, εκτός των άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της συγκρότησης από κοινού εγκληματικής οργάνωσης (άρθρα 45 και 187 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001). Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 7 του Ν. 2928/2001, για να δικασθεί και για την αξιόποινη πράξη της από κοινού συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, η ασκηθείσα υπ' αυτού, κατά του ως άνω βουλεύματος, αναίρεση, είναι απαράδεκτη, διότι το βούλευμα αυτό δεν υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/4.4.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 70/4.3.2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση διότι στρέφεται κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα για τα εγκλήματα του άρθρου 187 Π.Κ. (άρ. 7 Ν. 2928/2001). Απορρίπτει.
Οργάνωση εγκληματική
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
0
Αριθμός 2395/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της με αριθμό 1125/2008 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά, με το με αριθμό πρωτοκόλλου 982Π/02.6.2008 έγγραφό του, την διόρθωση - συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 και με αριθμό "91" Πράξη του Προέδρου του Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2478/2002. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 κα ι 2 του ΚΠοινΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μετά της συνημμένης σ' αυτή πράξεως του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού, με την οποία ζητείται η διόρθωση της υπ' αριθ. 1125/2008 απόφασης του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 1704/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο σύνολο της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Από προφανή παραδρομή στο ιστορικό (σελ. 1 σειρά 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, σελ.2 και σειρά 13, 14 και 15) της παραπάνω υπ' αριθ. 1125/2008 αποφάσεως διαλαμβάνονται οι φράσεις 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Βόγλη" αντί του ορθού "Αδάμ Στεφανάδη", 2) "Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Στεφανάδη" αντί του ορθού "Σοφία Βόγλη" και 3) "ότι ο Αντεισαγγελέας πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να γίνει δεκτή, εν μέρει, η αίτηση αναίρεσης της Χ2", αντί του ορθού " ότι ο Αντεισαγγελέας πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση του πρώτου και να απορριφθεί της δεύτερης". Τούτο, εξάλλου, προκύπτει και από τις αιτήσεις αναιρέσεως των παραπάνω. Συνεπώς, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις να διορθωθεί, κατά τα σημεία αυτά, η ως άνω απόφαση του Τμήματος τούτου. Μετά από αυτά και τη νόμιμη κλήτευση των ως άνω αναιρεσειόντων (όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επίδοσης με χρονολογία 1) 12-6-2008, της ....., γραμματέως του Αρείου Πάγου, 2) 10-9-2008, 10-9-2008 του ....., επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά και 3)18-6-2008 του ....., δικαστικού επιμελητή Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου) και τη μη εμφάνισή τους στο ακροατήριο, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση διόρθωσης της πιο πάνω απόφασης, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τη διόρθωση της υπ' αριθ. 1125/2008 αποφάσεως του ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, ώστε, αντί των φράσεων που διαλαμβάνονται στο ιστορικό 1) "Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Βόγλη" (πρώτη σελίδα, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατη τρίτη σειρά), 2)" Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Στεφανάδη" (πρώτη σελίδα, δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη σειρά, δεύτερη σελίδα, πρώτη και δεύτερη σειρά) και 3) "ο Αντεισαγγελέας πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να γίνει δεκτή εν μέρει, η αίτηση αναίρεσης της Χ2" (δεύτερη σελίδα δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη και δέκατη έκτη σειρά) να τεθούν, αντίστοιχα, οι φράσεις 1) "Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Στεφανάδη", 2) "Χ2, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βόγλη" και 3) "ο Αντεισαγγελέας πρότεινε να γίνει δεκτή, εν μέρει, η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της Χ2". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διόρθωση απόφασης.
Αποφάσεως διόρθωση
Αποφάσεως διόρθωση.
0
Αριθμός 2393/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 172/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 35/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 234/08.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιόν σας μετά της σχετικής δικογραφίας την με αριθ. 10/10-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του ..., που ησκήθη, δια δηλώσεώς του, ενώπιον του Διευθυντού των Φυλακών Κέρκυρας, όπου κρατείται, κατά της υπ' αριθ. 172/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ως δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δια της οποίας κατεδικάσθη σε συνολική ποινή κάθειρξης 14 ετών και 3 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 11.500 ευρώ και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 507 §1, 473 §§1,3 και 474 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, δια δηλώσεως είτε στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε είτε ενώπιον του Διευθυντού των φυλακών, όπου κρατείται, είναι δέκα (10) ημερών, αρχομένη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της εις τον έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή δικαιούμενο σε αναίρεση, που ήταν απών κατά την απαγγελία της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία αυτή σε κάθε περίπτωση πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (άρθρ. 473 §3). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 476 §1 του ιδίου κώδικος, το ένδικο μέσο που ησκήθη εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Τότε μόνο συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, όταν στην κατά το άρθρ. 474 Κ.Π.Δ. συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς της, γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθ. 172/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης δια της οποίας κατεδικάσθη ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή κάθειρξης 14 ετών και 3 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 11.500 ευρώ για τις πράξεις της εισαγωγής, απόπειρα πώλησης, κατοχής και αποθήκευσης ναρκωτικών ουσιών, ως και της παρανόμου εισόδου του στην χώρα, εξεδόθη, παρόντος του αναιρεσείοντος, την 27-6-2007 και κατεχωρήθη στο κατ' άρθρ. 473 §3 ειδικό βιβλίο την 4-10-2007 και με αύξ. αριθ. 126. Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη με δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντού των φυλακών Κερκύρας, όπου κρατείται, την 10-12-2007, ήτοι μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των 10 ημερών από της ως άνω εκδόσεως και καταχωρήσεως της πληττομένης αποφάσεως, χωρίς μάλιστα ο αναιρεσείων να επικαλείται στην σχετική έκθεση αναιρέσεως τον λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και χωρίς να προσκομίζει και τα μέσα αποδείξεως τέτοιου λόγου, προκειμένου να κριθεί το δικαιολογημένο της εκπρόθεσμης άσκησής της. Επομένως η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν εις τον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 §1, 583 §1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπ' αριθ. 10/10-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της υπ' αριθ. 172/28-6-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήναι την 24/4/2008Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, ο ίδιος ο αναιρεσείων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 § 1, 473 §§1, 3 και 474 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως δια δηλώσεως είτε στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είτε ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών όπου κρατείται, είναι δέκα (10) ημερών αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή δικαιούμενο σε αναίρεση, που ήταν απών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία αυτή σε κάθε περίπτωση πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά την ΚΠΔ 476 § 1, το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αφού όμως προηγουμένως ο Εισαγγελέας ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο και ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, καταδικάζεται δε εκείνος που άσκησε το ένδικο μέσο στα δικαστικά έξοδα. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην, κατά την ΚΠΔ 474, συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως με αριθμό 172/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 14 ετών και 3 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 11.500 ΕΥΡΩ για τις πράξεις της εισαγωγής, απόπειρας πωλήσεως, κατοχής και αποθηκεύσεως ναρκωτικών ουσιών, καθώς και της παράνομης εισόδου του στη χώρα, εκδόθηκε με παρόντα τον αναιρεσείοντα, στις 28-6-2008 και καταχωρήθηκε στο κατ' άρθρ. 473 § 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 4-10-2007 με αύξ. αριθμό 126. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 10-12-2007 με δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ενώπιον του αναπληρωτή Προϊσταμένου Διευθύνσεως της Κλειστής Φυλακής Κέρκυρας, όπου αυτός ήταν κρατούμενος και συντάχθηκε γι' αυτήν η έκθεση με αριθμό 10/2007. Κατόπιν αυτών, η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, είναι εκπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από την, κατά την ΚΠΔ 473 § 3, καταχώρηση, χωρίς την επίκληση ανωτέρας βίας και των περιστατικών που συνιστούν αυτήν και πρέπει μετά την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο (άρθρο 476 § 1 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ) κατά των επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα και τη μη εμφάνισή του, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 § 1, 513 § 1, 583 § 1).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-12-2007 και με αριθμό καταθέσεως 10/2007 ενώπιον του αναπληρωτή Προϊσταμένου Διευθύνσεως της Κλειστής Φυλακής Κέρκυρας, αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, ..., κατά της 172/28-6-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.- Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως εκπρόθεσμη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2392/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο, περί αναιρέσεως της 7290/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ξανθάκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1983/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παράγραφος 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, λόγω σημαντικών αιτίων. Εξάλλου, η Κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη η ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων), όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα με ίδιο αριθμό απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης κυρίας αποφάσεώς του 7290/07 και συμπροσβάλλεται με την τελευταία, απέρριψε αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε δια των κατ' εντολήν του εμφανισθέντων και για λογαριασμό του ενεργούντων Α και Β, προς το Δικαστήριο για αναβολή της δίκης κατά την ΚΠΔ 349 παράγραφος 1, δηλώνοντας ότι: "ο κατηγορούμενος λόγω επαγγελματικών του υποχρεώσεων αδυνατεί να παραστεί σήμερα σε αυτό το Δικαστήριο και γ' αυτό ζητά την αναβολή", η πρώτη και "ο κατηγορούμενος έχει επαγγελματικές υποχρεώσεις, που δεν του επιτρέπουν να παραστεί σήμερα σε αυτό το Δικαστήριο και γι' αυτό ζητά αναβολή" ο δεύτερος, κατά πρόταση δε του Εισαγγελέα, τα αυτά πρόσωπα εξετάσθηκαν ενόρκως ως μάρτυρες και είπαν "ο κατηγορούμενος μένει στην ..... και δεν μπόρεσε να έλθει σήμερα να δικαστεί σε αυτό το Δικαστήριο λόγω επαγγελματικών του υποχρεώσεων και γι' αυτό ζητά την αναβολή" η πρώτη και ο δεύτερος "ο κατηγορούμενος λόγω επαγγελματικών του υποχρεώσεων αδυνατεί να παραστεί σήμερα σε αυτό το Δικαστήριο και γι' αυτό ζητά την αναβολή". Το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, "από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α και Β οι οποίοι ζήτησαν να αναβληθεί η εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορουμένου υπόθεσης διότι, όπως βεβαίωσαν, η μεν πρώτη, αδυνατεί να εμφανιστεί εξαιτίας, άλλων επαγγελματικών του υποχρεώσεων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει αναλάβει την εκπροσώπηση και υπεράσπισή του, ο δε δεύτερος, ότι αδυνατεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο ο ίδιος ο κατηγορούμενος, εξαιτίας, και αυτός, επαγγελματικών υποχρεώσεων εκτός Αθηνών, το δικαστήριο δεν πείθεται ότι υπάρχει κώλυμα στο πρόσωπο του κατηγορουμένου που δικαιολογεί την κατ' άρθρο 349 Κ.Π.Δ εμφάνισή του στο δικαστήριο, αφού στην περίπτωση αυτή αρκούσε για την υποστήριξη του αιτήματος αναβολής και έπρεπε να προβληθεί το πρώτον, αλλά, ότι το εμπόδιο αφορά τον πληρεξούσιο, δικηγόρο ο οποίος ανέλαβε την εκπροσώπηση και υπεράσπισή του στο δικαστήριο και το οποίο δεν δικαιολογεί κατά τη διάταξή του άνω διατάξεως την αναβολή της υπόθεσης, εφόσον ο πληρεξούσιος δικηγόρος δεν είναι διάδικος κατά την έννοια της άνω διάταξης που η απουσία του η οποία ανακοινώνεται από τρίτο πρόσωπο (όχι τον κατηγορούμενο) να αποτελεί εμπόδιο για την πρόοδο της δίκης. Αντίθετη εκδοχή, δηλαδή, ότι συντρέχει λόγος αναβολής και όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος που έχει αναλάβει δυνάμει εξουσιοδοτήσεως να εμφανιστεί και εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο στην δίκη κωλύεται λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων να εμφανιστεί. Θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη επέκταση της έννοιας των "διαδίκων" που αναφέρονται στην άνω διάταξη και θα δημιουργούσε και άλλες αιτίες αναβολής. Με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει το σχετικό αίτημα για αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης να απορριφθεί και διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής και, αφού ο κατηγορούμενος - εκκαλών ήταν απών κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του, απορρίφθηκε αυτή ως ανυποστήρικτη και συγκεκριμένα, απορρίφθηκε η έφεσή του με αριθμό 2841 και χρονολογία 2.4.2007 κατά της 32750/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως για την πράξη της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Και τούτο διότι, κατά το άρθρο 501 παράγραφος 1 του ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος αναβολής που απαγγέλθηκε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του για αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και τις αποδείξεις που τα στηρίζουν και οδήγησαν στην απορριπτική του ανωτέρω ισχυρισμού κρίση. Ούτε, εξάλλου, αρκεί για την αιτιολόγηση της απορριπτικής του αιτήματος αναβολής κρίσεως η δυνατότητα εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο από συνήγορο, για την οποία γίνεται μνεία στην ως άνω αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, καθόσον αυτός, κατά τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, έχει αναφαίρετο δικαίωμα εμφανίσεως και υπερασπίσεως αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου. Ενόψει αυτών, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος αναβολής, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι παραδεκτός και πρέπει, ως βάσιμος κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτός. Πρέπει να λεχθεί ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο από 19.9.2008 υπόμνημά του, που κατέθεσε στο Δικαστήριο αυτό δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, υποστήριξε και αναφέρει ότι στο Α'βάθμιο Δικαστήριο υπεβλήθη αίτημα αναβολής στο πρόσωπό του (κατηγορουμένου) και ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα αναβολής στο όνομα του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεδομένου ότι τόσο η Α όσο και ο Β υποστήριξαν αίτημα αναβολής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου (βλ. αρχή 2ης σελ. υπομνήματός του). Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της, περί απορρίψεως της εφέσεως του κατηγορουμένου - τότε εκκαλούντος, ως ανυποστήρικτη διότι το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, κατά τον επίσης βάσιμο, εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχείο Η' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, δηλαδή, πρέπει να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519) και να κριθεί η υπόθεση στο σύνολό της. Κατόπιν αυτών, παρέλκει η εξέταση του αναφερομένου σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, άλλου λόγου αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7290/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων κατά την Κ.Π.Δ. 349, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, διαφορετικά ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Επίσης το Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ως ανυποστήρικτη, ενώ δεν απέρριψε αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και έτσι παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ Κ.Π.Δ.. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα.
1
Αριθμός 2394/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Βασιλειάδη και 2) Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείουσες -κατηγορούμενες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29.2.2008 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 627/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 237/8.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω τις υπ' αρ. 1/2008 και 2/2008 αιτήσεις αναίρεσης των (α) Χ και (β) Ψ, αντίστοιχα, κατά του υπ' αρ. 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο τις παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς για να δικαστούν ως υπαίτιες ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (η πρώτη) και ψευδορκία μάρτυρα (η δεύτερη), πράξεις που φέρεται ότι τέλεσαν στην ..., την 7/2/2003 (άρθρ. 26 §1, 27 §1, 46 §1α, 224 §§2-1 Π.Κ.) και εκθέτω τ' ακόλουθα: Κατά το άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκείται από πρόσωπο που δεν έχει σχετικό δικαίωμα. Εξάλλου κατά το άρθρ. 482 §1 Κ.Π.Δ., όπως αυτό αντικ. και ισχύει με το άρθρ. 41 Ν.3160/2003 (ΦΕΚ 165Α/30-6-2003) "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν (α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα... και (β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του." Επομένως, στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναίρεσης μόνον όταν παραπέμπεται για κακούργημα (Α.Π. 1401/04) χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρ. 4, 20 §1 και 25 §1 αυτού), στο άρθρ. 6 §1 της ΕΣΔΑ ή του άρθρ. 14 §5 Διεθνούς Συμφώνου και άρθρ. 2 §1 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. Α.Π. 209/05, Α.Π. 2000/92, Α.Π. 786/93 και Α.Π. 1377/05). Επειδή τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για τα οποία παραπέμπονται στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου οι αναιρεσείουσες είναι πλημμελήματα (άρθρ. 46 §1α, 224 §§2-1 Π.Κ.). Ενόψει των ανωτέρω οι υπό κρίση αναιρέσεις στρέφονται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες, καθώς και οι αντίστοιχες αιτήσεις αυτοπροσώπου εμφανίσεως των αναιρεσειουσών ενώπιον του Συμβουλίου σας προς παροχή διασαφήσεων, διότι αυτές προϋποθέτουν παραδεκτώς ασκηθείσες αναιρέσεις κατά βουλεύματος (Α.Π. 363/84 Π.Χρ. ΛΔ'/827 και Α.Π. 1598/81 Π.Χρ. ΛΒ'/681), άλλωστε οι αναιρεσείουσες θα κληθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 476 Κ.Π.Δ., κατά τη συζήτηση των υπό κρίση αναιρέσεών τους. Τέλος πρέπει να επιβληθούν σ' αυτές τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: (I) Να κηρυχθούν απαράδεκτες (1) οι υπ' αριθμ. 1 και 2/29-2-2008 αιτήσεις αναίρεσης των (α) Χ και (β) Ψ, αντίστοιχα, κατά του υπ' αριθμ. 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και (2) οι από 29/2/2008 αντίστοιχες αιτήσεις περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως των αναιρεσειουσών ενώπιον του Συμβουλίου σας και (II) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειουσών. Αθήνα 30/4/2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο, εκτός άλλων, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, η εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Κατά συνέπεια, στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναιρέσεως, μόνο όταν παραπέμπεται για κακούργημα, χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρα 4, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1), στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ή του άρθρου 14 παρ. 5 Διεθνούς Συμφώνου και άρθρο 2 παρ. ; του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 310, 371 εδ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξαλείφοντας την ποινική δίωξη της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' ΚΠΔ υπό τον όρον, ότι η αναίρεση είναι τυπικά παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα με αριθμό 9/2008 του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, οι αναιρεσείουσες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς για να δικαστούν για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα η πρώτη (Χ) και για ψευδορκία μάρτυρα η δεύτερη από αυτές (Ψ), πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α', 224 παρ. 2-1 ΠΚ). Έτσι, οι κρινόμενες δύο, ξεχωριστές για κάθε κατηγορουμένη, αναιρέσεις, στρέφονται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επίσης, ως απαράδεκτες πρέπει να απορριφθούν οι αντίστοιχες αιτήσεις τους, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αναιρεσειουσών ενώπιον αυτού του Συμβουλίου προς παροχή διασαφήσεων, διότι αυτές προϋποθέτουν παραδεκτώς ασκηθείσες αναιρέσεις κατά βουλεύματος. Τέλος, οι αναιρεσείουσες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: 1) τις με αριθμούς 1 και 2/29.2.2008 ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καστοριάς αναιρέσεις των: α) Χ και β) Ψ, αντίστοιχα, κατά του με αριθμό 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Και 2) τις από 29.2.2008 αντίστοιχες αιτήσεις για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αναιρεσειουσών ενώπιον του Συμβουλίου αυτού. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος καθεμίας των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη. Απορρίπτει αιτήσεις αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
Βούλευμα παραπεμπτικό
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
0
Αριθμός 2391/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κλικίζο, περί αναιρέσεως της ΓΤ387/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1614/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, λόγω σημαντικών αιτίων. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αίτιων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης ΓΤ 387/2007 κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, λόγω ασθενείας του, υποβληθέν από τη συνήγορό του Ευγενία Κακούρη, κατ' εντολήν του, η οποία προσκόμισε την από 15-5-2007 βεβαίωση του ιατρού - καρδιολόγου ....., το από 6-11-2005 πρακτικό εγχειρήσεως του αναιρεσείοντος στο Β' Καρδιοχειρουργικό Τμήμα του Ευαγγελισμού και το από 13-12-2006 πιστοποιητικό νοσηλείας του στο ίδιο νοσοκομείο, τα οποία αναγνώσθηκαν, εξετάσθηκε δε ως μάρτυρας ο Α, ο οποίος κατέθεσε για τον αναιρεσείοντα ότι "έχει πολλά προβλήματα, δεν μπορεί να δουλέψει, είναι πολύ χάλια, εγώ τον πήγαινα στη δικηγόρο να συζητήσουν και στο δρόμο έπαθε υπέρταση και άλγος και τον πήγα στο γιατρό που τον παρακολουθεί, του είπε να μείνει σε ακινησία", ακολούθως δε απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της ΒΜ 2720/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση πέντε (5) ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Η αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απορριπτικής αποφάσεως έχει, κατά λέξη, ως εξής: "το αίτημα της αναβολής της δίκης που υποβλήθηκε... λόγω σημαντικών αίτιων... δεν αποδεικνύεται βάσιμο διότι προσκομίζεται στο δικαστήριο η από 15.5.2007 βεβαίωση ιδιώτη ιατρού, δηλαδή με ημερομηνία δύο ημέρες πριν από τη δικάσιμο, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος - εκκαλών πάσχει από υπερτασική κρίση, προκάρδια άλγη, αρρυθμίες σε έδαφος χειρουργηθείσας στεφανιαίας νόσου προ διετίας, χρήζει δε 5νθημέρου αναπαύσεως και κλινοστατισμού κατ' οίκον. Ωστόσο, αφενός το πρόσωπο που εξετάστηκε ως μάρτυρας δεν προσδιόρισε την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου την ημέρα της δικασίμου, από την οποία να προκύπτει με βεβαιότητα η αδυναμία του κατηγορουμένου να προσέλθει στο δικαστήριο, ούτε από την ανωτέρω βεβαίωση του ιδιώτη ιατρού, προκύπτει κατά τρόπο σαφή, λόγω της υπερτασικής αυτής κρίσης, ότι ο κατηγορούμενος κατά την ημέρα της δικασίμου βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση σε ό,τι αφορά την υγεία του, ώστε να είναι αδύνατη η παρουσία του. Ούτε διαπιστώθηκε αδυναμία του λόγω της ασθένειάς του αυτής, δεδομένου ότι χορήγησε στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του πληρεξουσιότητα να παραστεί και να ζητήσει για λογαριασμό του αναβολή, να της χορηγήσει και έγγραφη πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει στη δίκη. Για τους λόγους αυτούς, λαμβανομένου υπ' όψιν και του χρόνου τέλεσης του αδικήματος και της επικείμενης παραγραφής, πρέπει το αίτημα της αναβολής να απορριφθεί". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε το κατ' ουσίαν αβάσιμο του αιτήματος αναβολής και ειδικότερα δεν εκτίθεται για ποιο λόγο η βεβαιούμενη στην αναγνωσθείσα από 15.5.2007 ιατρική βεβαίωση, κατάσταση του εκκαλουντος, εμφανίζοντος υπέρταση και προκάρδια άλγη - αρρυθμία επί εδάφους χειρουργηθείσης στεφανιαίας νόσου, στον οποίο συστήθηκε από τον καρδιολόγο ιατρό που τον εξήτασε, "πενθήμερη ανάπαυση και κλινοστατισμός", δεν καθιστούσε αδύνατη την εμφάνισή του στο Δικαστήριο και από ποια αποδεικτικά στοιχεία αντικρούεται το περιεχόμενο της ως άνω ιατρικής βεβαιώσεως και η ομοίου περιεχομένου κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα, ενόψει μάλιστα του ότι στην ίδια απόφαση δεν μνημονεύεται κάποιο άλλο αντίμαχο αποδεικτικό μέσο περί της υγείας του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο. Ούτε, εξάλλου, αρκεί για την αιτιολόγηση της απορριπτικής του αιτήματος αναβολής κρίσεως η δυνατότητα εκπροσωπήσεως του εκκαλουντος - κατηγορουμένου στο - ακροατήριο από συνήγορο, για την οποία γίνεται μνεία στην ως άνω αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, καθόσον αυτός, κατά τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, έχει αναφαίρετο δικαίωμα εμφανίσεως και υπερασπίσεως αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ συναφής λόγος της υπό κρίση αιτήσεως και. να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος αναβολής, ακολούθως δε να αναιρεθεί και ως προς την απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτης, διότι το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, κατά τον επίσης βάσιμο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την ΓΤ 387/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων κατά την Κ.Π.Δ. 349, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, διαφορετικά ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Επίσης το Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ως ανυποστήρικτη, ενώ δεν απέρριψε αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και έτσι παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ Κ.Π.Δ.. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα.
1
Αριθμός 2390/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με κατηγορουμένη την Χ. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 17.4.2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 715/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 349/30.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ την υπ'αριθ. 24210/17-4-2008 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητείται η παραπομπή της ποινικής δικογραφίας που έχει σχηματισθεί κατά της Χ, Εφέτη στο Εφετείο Αθηνών, κατηγορουμένης για την πράξη της παραλείψεως υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από αμέλεια (άρθρ. 26 παρ. 1β', 28 ΠΚ και άρθρ. 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1 , 3 παρ. 2, 4 και 5, 4 παρ. 3 εδ. α' και γ' , 5, 9 και 12 Ν. 3213/2003, σε συνδ. άρθρ. 24, 25 και 28 Ν. 2836/2000), από το κατά τόπο αρμόδιο Εφετείο Αθηνών και την αντίστοιχη Εισαγγελία του σε άλλο ισόβαθμο Εφετείο και την αντίστοιχη Εισαγγελία του, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 παρ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιούμενος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο των παραπάνω διατάξεων, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας, που οφείλεται στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής τόσο στο στάδιο της προδικασίας, όσο και σ'αυτό της κύριας διαδικασίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ, την παραπομπή στις πιο πάνω περιπτώσεις μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι'αυτήν, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Εφετείο σε άλλο, ο 'Αρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. α ΚΠΔ (ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 731/21006). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά της Εφέτου Αθηνών Χ ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ποινική δίωξη για την πράξη της παραλείψεως υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως. Στη συνέχεια εξεδόθη το υπ'αριθ. 2278/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο η εν λόγω κατηγορουμένη Χ παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της ανωτέρω πράξεως, τελεσθείσας όμως από αμέλεια. Κατά τον χρόνο εκδόσεως του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος η κατηγορουμένη υπηρετούσε στο Εφετείο Κρήτης, ως Εφέτης. Επακολούθησε όμως μετάθεσή της στο Εφετείο Αθηνών. 'Ετσι κατά την ημέρα εκδικάσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών υπηρετούσε πλέον ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών. Για τον λόγο αυτό με την υπ'αριθ. 746/30-1-2008 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να λάβει χώρα η διαδικασία των άρθρων 136 και 137 ΚΠΔ. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση όπως χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η ανωτέρω ποινική υπόθεση στο ισόβαθμο Εφετείο Πειραιώς και την αντίστοιχη Εισαγγελία του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω το Δικαστήριό σας να διατάξει την παραπομπή της διαλαμβανομένης στην υπ'αριθ. 24210/17-4-2008 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε κατά της Χ, Εφέτου Αθηνών, κατηγορουμένης για την πράξη της παραλείψεως υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από αμέλεια, από το κατά τόπο αρμόδιο Εφετείο Αθηνών και την αντίστοιχη Εισαγγελία του, στο ισόβαθμο Εφετείο Πειραιώς και την αντίστοιχη Εισαγγελία του. Αθήνα 26 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή, για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο των Πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β) το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κυρία διαδικασία αλλά και για την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης, και για την προδικασία, καθώς και για το στάδιο της άσκησης της ποινικής δίωξης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά της Εφέτου, ήδη Αθηνών, Χ, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ποινική δίωξη για την πράξη της παραλείψεως υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως. Στη συνέχεια, εκδόθηκε το με αριθμό 2278/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποιό η εν λόγω κατηγορουμένη παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτια της άνω πράξεως, τελεσθείσας όμως από αμέλεια. Κατά το χρόνο εκδόσεως του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, η κατηγορουμένη υπηρετούσε στο Εφετείο Κρήτης, ως Εφέτης. Επακολούθησε όμως μετάθεσή της στο Εφετείο Αθηνών. Έτσι, κατά την ημέρα εκδικάσεως της υποθέσεώς της στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, υπηρετούσε πλέον ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών. Για το λόγο αυτό με την 746/30.1.2008 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να λάβει χώρα η διαδικασία των άρθρων 136 και 137 ΚΠΔ. Ήδη, με το υπ0' αριθ. 24210/17.4.2008 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προς το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), υποβάλλεται η σχετική δικογραφία κατά της άνω δικαστού κατά τις πιο πάνω διατάξεις και ζητείται η παραπομπή της άνω κατηγορουμένης δικαστικής λειτουργού σε άλλο ισόβαθμο ποινικό δικαστήριο για να δικαστεί για την πράξη της παραλείψεως υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από αμέλεια (άρθρα 26 παρ. 1β', 28 ΠΚ και 1 παρ. 1, και 2 παρ. 1, 3 παρ. 2, 4 και 5, 4 παρ. 3 εδ. α' και γ', 5, 9 και 12 Ν. 3213/2003 σε συνδ. προς άρθρα 24, 25 και 28 Ν. 2429/1996, όπως η παρ. 2 άρθρου 24 αντικ. με άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 2836/2000), γιατί η άνω δικαστής υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας και παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, παραπομπή δε της υποθέσεως από τις αρχές του Εφετείου Αθηνών στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την αναφερόμενη στην υπ' αριθ. 24210/17.4.2008 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ποινική δικογραφία που σχηματίσθηκε κατά της Χ, Εφέτη Αθηνών, κατηγορουμένης για την πράξη της παραλείψεως υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από αμέλεια, από το κατά τόπο αρμόδιο Εφετείο Αθηνών και την αντίστοιχη Εισαγγελία του, στο ισόβαθμο Εφετείο Πειραιώς και την αντίστοιχη Εισαγγελία του. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπομπή δικαστικού λειτουργού για ποινικό αδίκημα από κατά τόπο αρμόδιο Εφετείο στο Εφετείο Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2388/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 168/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 558/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 271/20-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 4/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 168/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ αριθμ. 825/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, από εντολοδόχο (αρ. 98 και 375 § 2 εδ. α', β'-1 Π.Κ.). Μετά από έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 168/2008 βούλευμα, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την υπ'αριθμ. 69/2007 έφεση αυτού και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού επαναδιατύπωσε το διατακτικό του ως εξής:, "ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' Βαθμού τον Χ, Δικηγόρο, κάτοικο ...., για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι : Στη ..., κατά το από 19-5-2005 έως 30-8-2005, χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και δη το χρηματικό ποσό των 94.827 ευρώ, που ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης του ποσού των 73.000 ευρώ, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου της εγκαλούσας. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνους, ως Δικηγόρος της εγκαλούσας, Ψ, η οποία του είχε αναθέσει τη διαδικασία πωλήσεως πατρικού ακινήτου της, ευρισκομένου στον ..., ενώ έλαβε, στις 19-5-2005, από τους αγοραστές του ακινήτου, ως προκαταβολή του τιμήματος αυτού, το ποσό των 20.000 ευρώ, δεν απέδωσε τούτο στην εντολέα του εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα, αλλά το παρακράτησε παράνομα. Ακολούθως, στις 6-7-2005, έχοντας εισπράξει η ως άνω εντολέας του επιταγή, ποσού 30.000 ευρώ, την οποία της είχαν εγχειρίσει οι αγοραστές, προς μερική εξόφληση του τιμήματος του ακινήτου της, με την πρόφαση 3^ι θα κατέθετε για λογαριασμό της τα χρήματα στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, της απέσπασε από το ποσό της επιταγής 20.700 ευρώ, το οποίο, μαζί με το ανωτέρω ποσό των 20.000 ευρώ, κατέθεσε σε δικό του λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα, εκδηλώνοντας έτσι σαφώς τη βούλησή του προς παράνομη ιδιοποίηση του εν λόγω ποσού των 40.700 ευρώ. Επίσης, ενεργώντας πάντοτε με την ίδια ιδιότητα, στις 29-8-2005, κατά την κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξεως εξοφλήσεως του τιμήματος, ενώ οι αγοραστές ενεχείρισαν στην εγκαλούσα, για οπισθογράφηση από την τελευταία, επιταγή ποσού 78.627 ευρώ, προς ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος της ως άνω αγοραπωλησίας, παρέλαβε ο Ίδιος την επιταγή αυτή και αφού την οπισθογράφησε, εν αγνοία της εγκαλούσας, την εισέπραξε, ιδιοποιούμενος παράνομα το ποσό της επιταγής, από το οποίο, στη συνέχεια κατέβαλε στην εγκαλούσα, η οποία αντιμετώπιζε πρόβλημα βιοπορισμού, ποσό 2.000 ευρώ, και στον μεσίτη της αγοραπωλησίας ποσό 2.500 ευρώ, ενώ την επομένη, 30-8-2005, κατέθεσε σε λογαριασμό της εγκαλούσας, στην Αγροτική Τράπεζα, ποσό 20.000 ευρώ, ήτοι από την ως άνω επιταγή των 78.627 ευρώ ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 54.127 ευρώ (78.627-20.000 - 2.000-2.500). Συνολικά δε, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, ιδιοποιήθηκε παράνομα με τους προαναφερόμενους τρόπους το ποσό των 94.827 ευρώ (40.700 + 54.127), το οποίο όφειλε να αποδώσει στην εγκαλούσα, πλην όμως, το ενσωμάτωσε στην περιουσία του και το χρησιμοποίησε για δικές του ανάγκες. Είναι δε το ποσό αυτό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 73.000 ευρώ". Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο στις 13-3-2007 νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε εγκύρως στον αναιρεσείοντα στις 3-3-2008 (βλ. σχετικό αποδεικτικό) και περιέχει ως λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ.). Το βούλευμα δε αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος στο ακροατήριο για κακούργημα (αρ. 412, 463, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1α, 2 Κ.Π.Δ.). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ'ουσία. Από τις διατάξεις των παρ/φων 1 και 2 του άρθρου 375 ΠΚ, όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, β) Η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) Συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά πλέον στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, όπως είναι και εκείνη κατά την οποία το ιδιοποιούμενο πράγμα το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου. Και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, κατά το χρόνο της τέλεσης της, να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Γι αυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Με το άρθρο 14 παρ. 3α και 3β του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, διατηρήθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 375 παρ/φοι 1 και 2 του ΠΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αλλά απλώς στη μεν παρ/φο 1 προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο έγινε κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας μεγαλύτερης από το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), χωρίς άλλο όρο, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παρ/φο 2 προστέθηκε επίσης εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, για το προβλεπόμενο από την παράγραφο αυτήν κακούργημα, αν το συνολικό αντικείμενο της κακουργηματικής αυτής πράξης υπερβαίνει το ίδιο προαναφερόμενο ποσό. Περαιτέρω, σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 Π.Κ. (όπως προσ. με αρ. 14 § 1 ν. 2721/99), λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 678/06, ΑΠ 1419/05). Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 στοιχ. δ' (πρώην ε') του ΚΠΔ, υπάρχει όταν στο βούλευμα του συμβουλίου εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, η οποία συντρέχει όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, μετά από εκτίμηση των κατ'είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα, Ψ, κάτοικος ..., έχοντας συμφωνήσει την πώληση αγροτεμαχίου κυριότητας της/ αντί τιμήματος 129.127 ευρώ, έδωσε στον κατηγορούμενο ..., Δικηγόρο ... τον οποίο γνώριζε από παλαιά, την εντολή να προβεί με την εν λόγω ιδιότητα του, σε όλες τις ενδεδειγμένες εξώδικες ενέργειες για την υλοποίηση της μεταβίβασης του ως άνω ακινήτου στους υποψήφιους αγοραστές, ... και ... και .... Έτσι, ο κατηγορούμενος Δικηγόρος, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, εισέπραξε για λογαριασμό της, στις 19-5-2005, το ποσό των 20.000 ευρώ, που καταβλήθηκε σ' αυτόν από τους παραπάνω αγοραστές, ως προκαταβολή του τιμήματος της συμφωνηθείσας πώλησης. Το γεγονός αυτό, της εισπράξεως του ποσού των 20.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος αρχικά το απέκρυψε από την εγκαλούσα, αλλά τελικά, αναγκάσθηκε να το παραδεχθεί, αφού η τελευταία το πληροφορήθηκε από τους αγοραστές, λίγες ημέρες πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, υποσχέθηκε δε ότι θα της το απέδιδε την ημέρα εκείνη. Στις 7-6-2005 υπογράφηκε το οριστικό συμβόλαιο της πώλησης, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε το ποσό της προκαταβολής, ενώ ζήτησε και έλαβε από τον ανεψιό της εγκαλούσας, ..., 500 ευρώ, για την κάλυψη των εξόδων παραστάσεως του, ως Δικηγόρου της πωλήτριας - εγκαλούσας στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Την ίδια ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου (7-6-2005), οι αγοραστές ενεχείρισαν στην εγκαλούσα τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 30.000 ευρώ, το οποίο αυτή κατέθεσε προσωρινά στην άνω Τράπεζα (υποκατάστημα Επταλόφου Θεσσαλονίκης), με την προοπτική να το μεταφέρει στην Αγροτική Τράπεζα, όπου διατηρούσε λογαριασμό. Τις επόμενες ημέρες, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της εγκαλούσας προς τον κατηγορούμενο, για να της απόδωσει το ληφθέν από αυτόν ποσό της προκαταβολής των 20.000 ευρώ, ο τελευταίος, με διάφορες προφάσεις το παρακρατούσε, υποσχόμενος αορίστως ότι θα της το καταβάλει. Ακολούθως, στις 6-7-2005, ο κατηγορούμενος κατάφερε εντέχνως να αποσπάσει από την εγκαλούσα το ποσό των 21.500 ευρώ εκ των 30.000 που είχε καταπέσει αυτή, όπως προεκτέθηκε, στην Τράπεζα Πειραιώς με την πρόφαση ότι, μαζί με την προκαταβολή των 20.000 ευρώ θα τα κατέθετε για λογαριασμό της στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, στον εκεί υφιστάμενο προσωπικό λογαριασμό της. Ωστόσο, το συνολικό ποσό των 41.500 ευρώ (20.000+21.500) ο κατηγορούμενος και πάλι δεν το κατέθεσε στο λογαριασμό της εγκαλούσας, προσποιηθείς ότι προέκυψε κατεπείγουσα προσωπική του υπόθεση, της υποσχέθηκε δε, για μία ακόμη φορά, ότι θα το κατέθετε μέχρι την 12-7-2005. Όμως, και πάλι δεν έπραξε τούτο, αλλά, όπως προέκυψε, το εν λόγω ποσό των 41.500 ευρώ το κατέθεσε σε προσωπικό του λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα. Η εγκαλούσα, αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, συνεπεία των οποίων και κατέφυγε στην πώληση του άνω μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου, οχλούσε συνεχώς τον κατηγορούμενο για την καταβολή των 41.500 ευρώ, ο δε τελευταίος στις 15-8-2005 της απέδωσε το ποσό των 800 ευρώ. Έτσι, το ποσό το οποίο παρακρατούσε αυτός, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο μέχρι τότε, ανερχόταν σε 40.700 ευρώ (41.500-800). Στις 29-8-2005 οι αγοραστές, έχοντας καταβάλει στην εγκαλούσα 500 ευρώ, πριν από την 19-5-2005, εξόφλησαν πλήρως το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος του ακινήτου, ανερχόμενο σε 78.627 ευρώ (129.127- 50.500 =78.627), με την έκδοση ισόποσης επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος παρευρισκόταν στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Μαριάννας Παπακυριάκου, ισχυρισθείς ότι θέλει να ελέγξει την επιταγή, αφού την παρέλαβε από την εγκαλούσα, η οποία, σημειωτέον ήταν άπειρη περί τις συναλλαγές, εν αγνοία της την οπισθογράφησε και εισέπραξε ο ίδιος το ποσό αυτής. Από το ως άνω ποσό της επιταγής κατέβαλε στον παριστάμενο μεσίτη της αγοραπωλησίας 2.500 ευρώ, ενώ έδωσε και στην εγκαλούσα 2000 ευρώ. Το υπόλοιπο ποσό των 74.127 ευρώ (78.627-4.500), αντί να το καταθέσει στο λογαριασμό της εγκαλούσας στην Αγροτική Τράπεζα, όπως είχε υποχρέωση, αφού μάλιστα παρέλαβε προς τούτο και το βιβλιάριο καταθέσεων της, προκειμένου να προβεί σε άμεση κατάθεση, προφασισθείς και πάλι έκτακτο λόγο, ήτοι ασθένεια της αδελφής του, δεν το κατέθεσε. Στις 30-8-2005 ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα το βιβλιάριο καταθέσεων της, από το οποίο προκύπτει ότι κατέθεσε για λογαριασμό της, την ημέρα εκείνη, 20.000 ευρώ. Έτσι, μέχρι την 30-8-2005, είχε παρακρατήσει, με σαφή πρόθεση υπεξαιρέσεως από το τίμημα του ακινήτου, το ποσό των, 94.827 ευρώ (114.827, που αποτελεί το άθροισμα\ των 4Q7.700 + 74.127 20.000), το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα. Μετά από έντονες και συνεχείς διαμαρτυρίες της εγκαλούσας για την μη απόδοση των χρημάτων της, το Σεπτέμβριο του 2005, αναγκάσθηκε να παραδεχθεί ότι είχε καταναλώσει τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό της εντολέως του για προσωπικές του ανάγκες, επικαλούμενος ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Με βάση τα προεκτεθέντα, ο κατηγορούμενος κατά το από 19-5-2005 έως 30-8-2005 χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, στο πλαίσιο της ως άνω εντολής, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 94.827 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, στις συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες της εγκαλούσας, η οποία τον επισκεπτόταν στο γραφείο του, με την παρουσία και συγγενικών της προσώπων, προκειμένου να πεισθεί να της αποδώσει τα χρήματα της, από το Σεπτέμβριο του 2005 και μετέπειτα, συνέχιζε να της υπόσχεται αορίστως ότι θα της αποδώσει το ως άνω ποσό. Μάλιστα, στις 6-10-2005, σε επίσκεψη του στην κατοικία της αδελφής της, στη ..., αποδέχθηκε σε διαταγή της, συναλλαγματική ποσού 94.870 ευρώ, λήξεως την 11-10-2005. Όμως, και η συναλλαγματική αυτή δεν πληρώθηκε κατά την λήξη της. Γι' αυτό η εγκαλούσα, με άλλο νομικό παραστάτη πλέον, ζήτησε κι εκδόθηκε η υπ1 αριθ. 39268/15-12-2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ποσού 90.127 ευρώ, πλέον τόκων κι εξόδων, (δεδομένου ότι, στις 31-10-2005 ο κατηγορούμενος της απέδωσε το ποσό των 4.743 ευρώ). Την διαταγή πληρωμής η εγκαλούσα επέδωσε στον κατηγορούμενο στις 19-12-2005 (βλ. την υπ' αριθ.1972Δ'/19-12-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...). Επίσης, η εγκαλούσα, εξοργισθείσα από την περιπαικτική και έκνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, υπέβαλε εναντίον του τις από 12-10-2005 και 29-11-2005 αναφορές προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, παραπονούμενη για την προεκτεθείσα συμπεριφορά του Δικηγόρου της-κατηγορουμένου. Τέλος, στις 28-12-2005 κατέθεσε την προκείμενη έγκληση, βάσει της οποίας διατάχθηκε κατ' αρχάς προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ασκήθηκε η ως άνω ποινική δίωξη και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση. Υπό την απειλή επισπεύσεως σε βάρος της περιουσίας του κατηγορουμένου αναγκαστικής εκτελέσεως δυνάμει της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, αλλά και ασκήσεως πειθαρχικής και ποινικής διώξεως σε βάρος του, που η τελευταία πράγματι ασκήθηκε, ο κατηγορούμενος κατέβαλε σταδιακά διάφορα μικροποσά στην εγκαλούσα, από το Σεπτέμβριο του 2005 και μετέπειτα. Τελικά, λίγες ημέρες πριν από την απολογία του στον Ανακριτή, κατέβαλε σχεδόν το σύνολο του παραπάνω υπεξαlρεθέντος ποσού, πλην ενός υπολοίπου του κεφαλαίου, ανερχόμενου σε 577 ευρώ. Απ' όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η σταδιακή, μετά πάροδο έτους και πλέον από της εκδηλώσεως της προθέσεως παρανόμου ιδιοποιήσεως (βλ. και ΑΠ 1419/2005 ΕλΔνη 46.1607) και υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες απόδοση εκ μέρους του κατηγορουμένου του ποσού των 94.250 ευρώ, δεν έγινε εκουσίως και αυθορμήτως, δηλαδή με την ελεύθερη θέληση του και χωρίς να οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούληση του αίτια, αλλ' έγινε εξ ανάγκης, για να αποφύγει, όπως έχει εκτεθεί, τις πειθαρχικές, ποινικές, περιουσιακές και άλλες συνέπειες. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με την έφεση αυτοτελής ισχυρισμός του, περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της άνω πράξεως του, λόγω εμπράκτου μετανοίας, συνεπεία καταβολής του ως άνω υπεξαιρεθέντος ποσού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 379 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 379 ΠΚ, αφού προεχόντως πρόκειται περί κακουργήματος και δεν υπάρχει εντελής ικανοποίηση της παθούσας (ΑΠ 678/2006 oπ. π.). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η παθούσα, καταθέτοντας ενώπιον του Ανακριτή, την 1-12-2006, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της απέδωσε μεν το κεφάλαιο, πλην όμως επανέλαβε τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, χωρίς να αναφέρει κάτι σχετικό με την καταβολή των τόκων υπερημερίας και των εξόδων της, ότι δηλαδή ικανοποιήθηκε πλήρως. Με βάση αυτά, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, το οποίο παρέπεμψε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος της παραπάνω πράξεως, δεν έσφαλε. Πρέπει, όμως, το διατακτικό του βουλεύματος να διατυπωθεί επί το ορθότερο, διότι υπάρχουν κενά σημεία (ΑΠ 916/1984 Ποιν Χρ. ΛΕ'.122) και δεδομένου ότι με αυτό ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για υπεξαίρεση ποσού 77.727 ευρώ, ενώ με το παρόν για υπεξαίρεση ποσού 94.827 ευρώ, χωρίς να επέρχεται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, χειροτέρευση της θέσεώς του, αφού το παρόν Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από τη διάταξη του άρθρου 470 παρ. 1 του Π.Κ. Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να διαταχθεί η εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος με την παρακάτω διατύπωση". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 § ια, 27 § 1, 98 και 375 § 2-1 Π.Κ. (όπως αντικ. η παρ. 2 από το αρ. 1 § 9 του ν.2408/96 και προστ. το τελ. εδ. με το αρ. 14 § 3β του ν.2721/99), τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, όπως επαναδιατυπώθηκε, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Εξάλλου, με ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο προβληθείς από τον αναιρεσείοντα αυτοτελής ισχυρισμός της έμπρακτης μετάνοιας, αφού το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι η σταδιακή, μετά πάροδο έτους και πλέον από της εκδηλώσεως της προθέσεως παρανόμου ιδιοποιήσεως, απόδοση εκ μέρους αυτού του ποσού των 94.250 ευρώ, δεν έγινε εκουσίως και αυθορμήτως, δηλαδή με την ελεύθερη θέλησή του, αλλά έγινε εξ ανάγκης, για να αποφύγει τις πειθαρχικές, ποινικές και περιουσιακές συνέπειες και, ενόψει του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 379 Π.Κ. Κατ'ακολουθία, ο μοναδικός προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που προβλέπεται από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 4/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατά του υπ'αριθμ. 168/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 8 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ.1 εδ.α'του άρθρου 375 ΠΚ. "'Οποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β'του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείρηση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έχει είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση αυτής. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, από τη διάταξη του όρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ" εξακολούθηση που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξϊα του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως προστέθηκε στο όρθρο αυτό με το άρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Όταν το έγκλημα της υπεξαίρεσης έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας αυτού, διότι τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, επί συνδρομής της οποίας προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενα από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιλογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 οτοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που διώχθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα, για το οποίο έγινε η παραπομπή στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠολΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι εκτός των άλλων, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο αυτό, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, η οποία συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικα κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 168/2008 βούλευμά του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανεξέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, ότι προέκυψαν τα διαλαμβανόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχουν ως εξής: "Η εγκαλούσα- πολιτικώς ενάγουσα, ..., έχοντας συμφωνήσει την πώληση αγροτεμαχίου κυριότητάς της αντί τιμήματος 129.127 ευρώ, έδωσε στον κατηγορούμενο ..., Δικηγόρο ..., τον οποίο γνώριζε από παλαιά, την εντολή να προβεί με την εν λόγω ιδιότητά του, σε όλες τις ενδεδειγμένες εξώδικες ενέργειες για την υλοποίηση της μεταβίβασης του ως άνω ακινήτου στους υποψήφιους αγοραστές, ... και ... και .... Έτσι, ο κατηγορούμενος Δικηγόρος, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, εκτέπραξε για λογαριασμό της, στις 19-5-2005, το ποσό των 20.000 ευρώ, που καταβλήθηκε σ' αυτόν από τους παραπάνω αγοραστές, ως προκαταβολή του τιμήματος της συμφωνηθείσας πώλησης. Το γεγονός αυτό, της εισπράξεως του ποσού των 20.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος αρχικά το απέκρυψε από την εγκαλούσα, αλλά τελικά, αναγκάσθηκε να το παραδεχθεί, αφού η τελευταία το πληροφορήθηκε από τους αγοραστές, λίγες ημέρες πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, υποσχέθηκε δε ότι θα της το απέδιδε την ημέρα εκείνη. Στις 7-6-2005 υπογράφηκε το οριστικό συμβόλαιο της πώλησης, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε το ποσό της προκαταβολής, ενώ ζήτησε και έλαβε από τον ανεψιό της εγκαλούσας, ..., 500 ευρώ, για την κάλυψη των εξόδων παραστάσεώς του, ως Δικηγόρου της πωλήτριας - εγκαλούσας στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Την ίδια ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου (7-6-2005), οι αγοραστές ενεχείρισαν στην εγκαλούσα τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 30.000 ευρώ, το οποίο αυτή κατέθεσε προσωρινά στην άνω Τράπεζα (υποκατάστημα Επταλόφου Θεσσαλονίκης), με την προοπτική να το μεταφέρει στην Αγροτική Τράπεζα, όπου διατηρούσε λογαριασμό. Τις επόμενες ημέρες, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της εγκαλούσας προς τον κατηγορούμενο, για να της αποδώσει το ληφθέν από αυτόν ποσό της προκαταβολής των 20.000 ευρώ, ο τελευταίος, με διάφορες προφάσεις το παρακρατούσε, υποσχόμενος αορίστως ότι θα της το καταβάλει. Ακολούθως, στις 6-7-2005, ο κατηγορούμενος κατάφερε εντέχνως να αποσπάσει από την εγκαλούσα το ποσό των 21.500 ευρώ εκ των 30.000 που είχε καταθέσει αυτή, όπως προεκτέθηκε, στην Τράπεζα Πειραιώς με την πρόφαση ότι, μαζί με την προκαταβολή των 20.000 ευρώ θα τα κατέθετε για λογαριασμό της στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, στον εκεί υφιστάμενο προσωπικό λογαριασμό της. Ωστόσο, το συνολικό ποσό των 41.500 ευρώ (20.000+21.500) ο κατηγορούμενος και πάλι δεν τοκατέθεσε στο λογαριασμό της εγκαλούσας, προσποιηθείς ότι προέκυψε κατεπείγουσα προσωπική του υπόθεση, της υποσχέθηκε δε, για μία ακόμη φορά, ότι θα το κατέθετε μέχρι την 12-7-2005. Όμως, και πάλι δεν έπραξε τούτο, αλλά, όπως προέκυψε, το εν λόγω ποσό των 41.500 ευρώ το κατέθεσε σε προσωπικό του λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα. Η εγκαλούσα, αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, συνεπεία των οποίων και κατέφυγε στην πώληση του άνω μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου, οχλούσε συνεχώς τον κατηγορούμενο για την καταβολή των 41.500 ευρώ, ο δε τελευταίος στις 15-8-2005 της απέδωσε το ποσό των 800 ευρώ. Έτσι, το ποσό το οποίο παρακρατούσε αυτός, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο μέχρι τότε, ανερχόταν σε 40.700 ευρώ (41.500-800). Στις 29-8-2005 οι αγοραστές, έχοντας καταβάλει στην εγκαλούσα 500 ευρώ, πριν από την 19-5-2005, εξόφλησαν πλήρως το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος του ακινήτου, ανερχόμενο σε 78.627 ευρώ (129.127- 50.500 =78.627), με την έκδοση ισόποσης επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος παρευρισκόταν στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Μαριάννας Παπακυριάκου, ισχυρισθείς ότι θέλει να ελέγξει την επιταγή, αφού την παρέλαβε από την εγκαλούσα, η οποία, σημειωτέον ήταν άπειρη περί τις συναλλαγές, εν αγνοία της την οπισθογράφησε και εισέπραξε ο ίδιος το ποσό αυτής. Από το ως άνω ποσό της επιταγής κατέβαλε στον παριστάμενο μεσίτη της αγοραπωλησίας 2.500 ευρώ, ενώ έδωσε και στην εγκαλούσα 2000 ευρώ. Το υπόλοιπο ποσό των 74.127 ευρώ (78.627-4.500), αντί να το καταθέσει στο λογαριασμό της εγκαλούσας στην Αγροτική Τράπεζα, όπως είχε υποχρέωση, αφού μάλιστα παρέλαβε προς τούτο και το βιβλιάριο καταθέσεων της, προκειμένου να προβεί σε άμεση κατάθεση, προφασισθείς και πάλι έκτακτο λόγο, ήτοι ασθένεια της αδελφής του, δεν το κατέθεσε. Στις 30-8-2005 ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα το βιβλιάριο καταθέσεων της, από το οποίο προκύπτει ότι κατέθεσε για λογαριασμό της, την ημέρα εκείνη, 20.000 ευρώ. Έτσι, μέχρι την 30-8-2005, είχε παρακρατήσει, με σαφή πρόθεση υπεξαιρέσεως από το τίμημα του ακινήτου, το ποσό των, 94.827 ευρώ (114.827, που αποτελεί το άθροισμα των 40.700 + 74.127-20.000), το οποίο ιδίοποιήθηκε παράνομα. Μετά από έντονες και συνεχείς διαμαρτυρίες της εγκαλούσας για την μη απόδοση των χρημάτων της, το Σεπτέμβριο του 2005, αναγκάσθηκε να παραδεχθεί ότι είχε καταναλώσει τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό της εντολέως του για προσωπικές του ανάγκες, επικαλούμενος ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Με βάση τα προεκτεθέντα, ο κατηγορούμενος κατά το από 19-5-2005 έως 30-8-2005 χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας - ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, στο πλαίσιο της ως άνω εντολής, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 94.827 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα .μεγάλης αξίας και που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, στις συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες της εγκαλούσας, η οποία τον επισκεπτόταν στο γραφείο του, με την παρουσία και συγγενικών της προσώπων, προκειμένου να πεισθεί να της αποδώσει τα χρήματά της, από το Σεπτέμβριο του 2005 και μετέπειτα, συνέχιζε να της υπόσχεται αορίστως ότι θα της αποδώσει το ως άνω ποσό. Μάλιστα, στις 6-10-2005, σε επίσκεψη του στην κατοικία της αδελφής της, στη ..., αποδέχθηκε σε διαταγή της, συναλλαγματική ποσού 94.870 ευρώ, λήξεως την 11-10-2005. Όμως, και η συναλλαγματική αυτή δεν πληρώθηκε κατά την λήξη της. Γι' αυτό η εγκαλούσα, με άλλο νομικό παραστάτη πλέον, ζήτησε κι εκδόθηκε η υπ' αριθ. 39268/15-12-2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ποσού 90.127 ευρώ, πλέον τόκων κι εξόδων, (δεδομένου ότι, στις 31-10-2005 ο κατηγορούμενος της απέδωσε το ποσό των 4.743 ευρώ). Την διαταγή πληρωμής η εγκαλούσα επέδωσε στον κατηγορούμενο στις 19-12-2005 (βλ. την υπ' αριθ.1972Δ719-12-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...). Επίσης, η εγκαλούσα, εξοργισθείσα από την περιπαικτική και έκνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, υπέβαλε εναντίον του τις από 12-10-2005 .και 29-11-2005 αναφορές προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, παραπονούμενη για την προεκτεθείσα συμπεριφορά του Δικηγόρου της-κατηγορουμένου. Τέλος, στις 28-12-2005 κατέθεσε την προκείμενη έγκληση, βάσει της οποίας διατάχθηκε κατ' αρχάς προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ασκήθηκε η ως άνω ποινική δίωξη και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση. Υπό την απειλή επισπεύσεως σε βάρος της περιουσίας του κατηγορουμένου αναγκαστικής εκτελέσεως δυνάμει της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, αλλά και ασκήσεως πειθαρχικής και ποινικής διώξεως σε βάρος του, που η τελευταία πράγματι ασκήθηκε, ο κατηγορούμενος κατέβαλε σταδιακά διάφορα μικροποσά στην εγκαλούσα, από το Σεπτέμβριο του 2005 και μετέπειτα. Τελικά, λίγες ημέρες πριν από την απολογία του στον Ανακριτή, κατέβαλε σχεδόν το σύνολο του παραπάνω υπεξαιρεθέντος ποσού, πλην ενός υπολοίπου του κεφαλαίου, ανερχόμενου σε 577 ευρώ. Απ' όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η σταδιακή, μετά πάροδο έτους και πλέον από της εκδηλώσεως της προθέσεως παρανόμου ιδιοποιήσεως και υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες απόδοση εκ μέρους του κατηγορουμένου του ποσού των 94.250 ευρώ, δεν έγινε εκουσίως και αυθορμήτως, δηλαδή με την ελεύθερη θέλησή του και χωρίς να οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούληση του αίτια, αλλ1 έγινε εξ ανάγκης, για να αποφύγει, όπως έχει εκτεθεί, τις πειθαρχικές, ποινικές, περιουσιακές και άλλες συνέπειες. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με την έφεση αυτοτελής ισχυρισμός του, περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της άνω πράξεως του, λόγω εμπράκτου μετανοίας, συνεπεία καταβολής του ως άνω υπεξαιρεθέντος ποσού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 379 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 379 ΠΚ, αφού προεχόντως πρόκειται περί κακουργήματος και δεν υπάρχει εντελής ικανοποίηση της παθούσας. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η παθούσα, καταθέτοντας ενώπιον του Ανακριτή, την 1-12-2006, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της απέδωσε μεν το κεφάλαιο, πλην όμως επανέλαβε τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, χωρίς να αναφέρει κάτι σχετικό με την καταβολή των τόκων υπερημερίας και των εξόδων της, ότι δηλαδή ικανοποιήθηκε πλήρως. Με βάση αυτά, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, το οποίο παρέπεμψε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος της παραπάνω πράξεως, δεν έσφαλε. Πρέπει, όμως, το διατακτικό του βουλεύματος να διατυπωθεί επί το ορθότερο, διότι υπάρχουν κενά σημεία (ΑΠ 916/1984 Ποιν Χρ. ΛΕ' 122) και δεδομένου ότι με αυτό ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για υπεξαίρεση ποσού 77.727 ευρώ, ενώ με το παρόν για υπεξαίρεση ποσού 94.827 ευρώ, χωρίς να επέρχεται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, χειροτέρευση της θέσεως του, αφού το παρόν Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από τη διάταξη του άρθρου 470 παρ. 1 του Π.Κ. Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να διαταχθεί η εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος με την παρακάτω διατύπωση". Εν όψει αυτών έκρινε το Συμβουλίο εφετών οτι ηροέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 98, 375 παρ. και 2 Π.Κ., όπως το άρθρο αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 2721/1999. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβοΰλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε ως κατ'ουσΐαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, επαναδιατύπωσε σαφέστερα την κατ' αυτού κατηγορία και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την κακουργηματική υπεξαίρεση, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, όπως επαναδιατυπώθηκε, ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, διέλαβε σ'αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικό περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσ/νίκης για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες, ανωτέρω δε παοατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δικηγόρος ... και εντολοδόχος της μηνύτριας, Ψ, με την οποία, έχοντας συμφωνήσει την πώληση του παραπάνω ακινήτου της, αντί τιμήματος 129.127 ευρώ, έδωσε αυτή σε αυτόν την εντολή να προβεί με την πιο πάνω ιδιότητά του σε όλες τις ενδεδειγμένες εξώδικες ενέργειες για την υλοποίηση της μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου της στους υποψήφιους αγοραστές, ..., ... και .... Επίσης, η από τον αναιρεσείοντα είσπραξη του τιμήματος από τους άνω αγοραστές, καθώς και η από μέρους του παράνομη ιδιοποίηση των κινητών αυτών πραγμάτων (χρημάτων), τα οποία όφειλε να αποδώσει στην πωλήτρια. Εξάλλου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικά κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, όπως επαναδιατυπώθηκε, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνων διατάξεων. Εξάλλου, με ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο προβληθείς από τον αναιρεσείοντα αυτοτελής ισχυρισμός της έμπρακτης μετάνοιας, αφού το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι "η σταδιακή, μετά πάροδο έτους και πλέον από της εκδηλώσεως της προθέσεως παρανόμου ιδιοποιήσεως, απόδοση εκ μέρους αυτού του ποσού των 94.250 ευρώ, δεν έγινε εκουσίως και αυθορμήτως, δηλαδή με την ελεύθερη θέλησή του, αλλά έγινε εξ ανάγκης, για να αποφύγει τις πειθαρχικές, ποινικές και περιουσιακές συνέπειες και, ενόψει του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 379 ΠΚ". Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, επικουρικά δε ότι επίσης εσφαλμένα δεν έγινε δεκτή η εισαγγελική πρόταση στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με την οποία προτεινόταν να θεωρηθεί η άνω έφεση, ως κατ'ουσίαν εν μέρει βάσιμη και να μη γίνει κατ'αυτού κατηγορία, λόγω έμπρακτης μετάνοιας σε κακουργηματική μορφή, αλλά κατηγορία σε βαθμό πλημμελήματος για χρηματικό ποσό 534 ευρώ είναι αβάσιμη. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοχ.β' ΚΠΔ για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, αλλά και από το αυτό άρθρο στοιχ. δ' για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2008 αίτηση τους ... για αναίρεση του υπ'αριθμ. 168/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κακουργηματική. Έννοια. Από εντολοδόχο. Πότε εξαλείφεται το αξιόποινο λόγω έμπρακτης μετάνοιας. Απορρίπτει.
Υπεξαίρεση
Βούλευμα παραπεμπτικό, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπεξαίρεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2387/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γκουτίδη περί αναιρέσεως της 500/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 623/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιου άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" είναι το αγαθό, όνομα ή (η) εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό, όνομα η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο, στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 500/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 20-8-2005 ο Χ Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου (1ος κατ/νος) της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΝΚΑΝ ΑΕ", η οποία εκδίδει στην Αθήνα το πανελλαδικής κυκλοφορίας περιοδικό με τον τίτλο "......" δημοσίευσε στο τεύχος ..... μηνός Αυγούστου 2005 του πιο πάνω περιοδικού και δη στο εξώφυλλο αυτού (περιοδικού) την φωτογραφία μιας γυναίκας με μόνη ένδυση τα εσώρουχά της και στο δεξιό μέρος του εξωφύλλου σ' ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο "κλισέ" διαστάσεων 4 χ 6 εκατοστά τύπωσε την φωτογραφία του προσώπου του εγκαλούντος - Α, σε οριζόντια δε κάτω από την φωτογραφία του προσώπου του άνω επιγραφή, κόκκινου χρώματος με λευκή γραφή που έγραφε "Ο ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΟΥ" και στο πάνω μέρος του κλισέ με μεγάλα γράμματα έγραψε "ΔΩΡΟ D.V.D." και από κάτω "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ" και απεικόνιζε και κάποια άλλα πρόσωπα καθώς και μια ημίγυμνη φωτογραφία της ηθοποιού Β, στο κάτω δε μέρος του κλισέ έγραψε με μπλε γράμματα το όνομα σελίδα 5 (εξώφυλλο) του άνω περιοδικού που ανέφερε στο κλισέ "Ελληνικός ερωτικός κινηματογράφος" με ημίγυμνη την φωτογραφία της Β, ενώ αυτή δεν ήταν η πρωταγωνίστρια του έργου αλλά η Γ, και μια γυναίκα ημίγυμνη με το ένα της χέρι να ακουμπά στα γεννητικά της όργανα, σαφώς παραπέμπει σε πορνό περιοδικό και άρα και σε πορνό ταινία, αφού διαφημίζεται μέσω αυτού του περιοδικού. Η ταινία όμως που είχε γυριστεί πριν αρκετά χρόνια με πρωταγωνιστή τον Α δεν ήταν πορνό, αλλά περιπετείας με σκηνές ερωτικές διαρκείας 2,5 λεπτών ενώ η συνολική της διάρκεια ήταν 90 λεπτών. Βλέποντας όμως το περιοδικό αυτό αναρτημένο στα περίπτερα ο καθένας πιστεύει ότι είναι πορνό ταινία και ο Α πρωταγωνιστής της. Το γεγονός αυτό που πληροφορήθηκε από γνωστούς και φίλους ο εγκαλών ενώ βρισκόταν στη ..... λόγω επαγγελματικών του υποχρεώσεων τον Νοέμβριο περίπου του έτους 2005 τον στενοχώρησε καθόσον είχε θιγεί η τιμή και η υπόλειψή του και ήταν άκρως δυσφημιστικό γι' αυτόν. Ο δε κατ/νος εγνώριζε ότι ο ..... δεν ήταν πρωταγωνιστής πορνό ταινιών και ότι βάζοντας την διαφήμιση του πωλουμένου, με το περιοδικό του DVD και το κλισέ αυτό στο εξώφυλλο θα δυσφημιζόταν, γιατί ήταν ψευδές γεγονός". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημ/των), με βάση όσα αναφέρθηκαν, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ για την πιο πάνω πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου και του επέβαλε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων 363, 362 ΠΚ σε συνδ. με άρθρο μόνο του Ν. 2243/1994 και άρθρ. 47 ΑΝ 1092/1938, ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα, ενώ τον υποχρέωσε να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα, Ψ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη 44 ΕΥΡΩ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27, 363-362 ΠΚ σε συνδ. με το άρθρο μόνο του Ν. 2243/1994 και 47 ΑΝ 1092/1938, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του άλλου κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ, οι οποίοι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκαν ενόρκως στο άνω Δικαστήριο, τις αυτές καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, Η, Θ, καθώς και την απολογία του παρόντος δευτέρου κατηγορουμένου. Εντεύθεν δε η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Επίσης, διέλαβε στην απόφασή του, το απαιτούμενο για την πληρότητα της υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος στοιχείο της γνώσεως της αναλήθειας των όλων μειωτικών της τιμής και υπολήψεως του εγκαλούντος με το περιοδικό του διέδωσε, με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας που εξέδιδε το άνω έντυπο, γεγονός από το οποίο συνάγεται, όπως βεβαίωσαν και οι μάρτυρες κατηγορίας σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η γνώση της αναλήθειας του ισχυρισμού του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος αντίστοιχα λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2008 (αρ. πρωτ. 2170/7-3-08) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 500/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και το Δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση. Απορρίπτεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως. Επίσης το ίδιο Δικαστήριο προέβη στην ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 363-363 Π.Κ., ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα στηριζόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος κατ’ ουσία ως αβάσιμος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2386/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Σταμούλη, περί αναιρέσεως της 1876/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 702/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 220 παρ. 1 ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών μέχρι δύο (2) ετών αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται: α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρ. 438 και 439 ΚΠολΔ, έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο, από μόνο του ή σε συσχετισμό προς άλλο να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, εξαιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη θέλησή του να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1876/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος έχει γεννηθεί το 1974 ήταν γραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου Ψυχικού - Αττικής και βρισκόταν νόμιμα εκτός στρατεύματος μέχρι 24-3-2001, καθόσον είχε τύχει αναβολής κατάταξης μέχρι τότε και υποχρεούταν για κατάταξη με την 2001 Δ' ΕΣΣΟ τον Ιούλιο του 2001. Όταν κλήθηκε να παρουσιαστεί στις τάξεις του στρατού και να καταταγεί στις 30-7-2001 στο στρατόπεδο του Κ.Ε.Υ.Π., προσκόμισε και κατέθεσε στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής την υπ' αριθμ. ..... γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, με την οποία αυτή αποφαινόταν ότι αυτός κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι-5), επειδή έπασχε από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού και έτσι πέτυχε να εκδοθεί από το παραπάνω Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής Μεταβολή της Κρίσεως αυτού από καταλλήλου σε ακαταλλήλου για στράτευση. Ωστόσο όπως αποδείχθηκε η παραπάνω υπ' αριθμ. ..... γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, την οποία προσκόμισε αυτός στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής, ήταν πλαστή, καθόσον αυτός ουδέποτε είχε προσέλθει για εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών το έτος 2001, η γνωμάτευση δε της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών με αριθμό ..... αφορούσε τον Α, ο οποίος παρακολουθείτο από το Στρατολογικό Γραφείο Σύρου. Ετσι ο κατηγορούμενος, με την προσκόμιση και την κατάθεση της παραπάνω πλαστής υπ' αριθμ. ..... γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής και την παράσταση στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτού ότι αυτή είναι γνήσια, ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν πλαστή, πέτυχε να τους εξαπατήσει και να υφαρπάσει τη Μεταβολή της Κρίσεως του Στρατολογικού Γραφείου από καταλλήλου σε ακαταλλήλου για στράτευση, πράγμα το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, συνιστάμενες στην αποφυγή εκπληρώσεως της στρατιωτικής του υποχρεώσεως. Αργότερα διαπιστώθηκε η εξαπάτηση αυτή του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής και η Διεύθυνση Στρατολογικού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας ζήτησε από το Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής, να ακυρώσει τη στρατολογική μεταβολή, που αφορούσε την κρίση του κατηγορουμένου ως ακαταλλήλου προς στράτευση, πράγμα το οποίο και έγινε και έτσι ο κατηγορούμενος κλήθηκε και κατετάγη στις τάξεις του στρατεύματος στις 11-11-2005 και εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στο στρατό ξηράς, απολύθηκε δε στις 27-11-2006. Ωστόσο αυτό δεν έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην αξιολόγηση της παραπάνω συμπεριφοράς του ως άδικης ή καταλογιστής ή στην άρση του καταλογισμού αυτής σ' αυτόν. Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, το οποίο του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και όχι του εγκλήματος της απάτης προς αποφυγή της στρατεύσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός, η οποία δεν αποκλείεται να συρρέει με την υφαρπαγή της ψευδούς βεβαιώσεως, αλλά ούτε και της προσποιήσεως ανικανότητας σε ειρηνική περίοδο του άρθρου 43 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός επικουρικά, ζητώντας να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά αυτού για τα εγκλήματα αυτά (της απάτης προς αποφυγής της στρατεύσεως και επικουρικά της παραβάσεως του άρθρου 43 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, ως τιμωρούμενα με φυλάκιση μέχρι ένα έτος". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημ/των), με βάση όσα αναφέρθηκαν, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ για την πιο πάνω πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (220 παρ. 1 ΠΚ) και κατ'εφαρμογήν των διατάξεων αυτών ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 220 παρ. 1 του ΠΚ, και ειδικότερα, στην τελευταία (διάταξη), την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από καθένα από αυτά. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας στις παραδοχές του εκθέτει αναλυτικά τις απαιτούμενες από την ΠΚ 220 παρ. 1 και άνω αναφερόμενες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, αφού εκθέτει αναλυτικά: α) ότι ο κατηγορούμενος πέτυχε να εκδοθεί αναληθής βεβαίωση από το Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής από καταλλήλου προς στράτευση που ήταν, σε ακατάλληλο για στράτευση, αφού στη συνέχεια, μετά την ανακάλυψη της πράξεώς του κλήθηκε και κατετάγη στις τάξεις του στρατεύματος ξηράς στις 11-11-2005 και εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ότε και απολύθηκε στις 27-11-2006, η βεβαίωση δε αυτή ως ακαταλλήλου προς στράτευση θα επέφερε την αλλοίωση της έννομης σχέσεώς του από την υποχρέωσή του προς στράτευση, β) η αναληθής αυτή βεβαίωση προκλήθηκε από το απατηλό μέσο της προσκομιδής στον αρμόδιο υπάλληλο του στρατολογικού γραφείου της με αριθμό ..... πλαστής Γνωμάτευσης Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, δυνάμει της οποίας φερόταν ο κατηγορούμενος ότι κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση (Ι-5), καθόσον η γνωμάτευση αυτή δεν αφορούσε τον ίδιο, που δεν είχε προσέλθει για εξέταση στην άνω Επιτροπή, αλλά αφορούσε το Α, ο οποίος παρακολουθείτο από το Στρατολογικό Γραφείο Εύρου και γ) ο δόλος του κατηγορουμένου, που συνίστατο στη θέλησή του να προκαλέσει την προαναφερόμενη αναληθή βεβαίωση. Ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο της ουσίας υπέβαλε δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, Ι. Σταμούλη, εγγράφως τον ισχυρισμό ότι η πράξη του φέρει τα στοιχεία της απάτης προς αποφυγή στρατεύσεως (ΠΚ 204), άλλως της προσποιήσεως ανικανότητας σε ειρηνική περίοδο (άρθρ. 43 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), ζητώντας να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' άρθρ. 31 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, που απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη ΠΚ 220 παρ. 1, προβάλλει τον αυτό ισχυρισμό κατά την κυρία και επικουρική του βάση. Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει και ως προς το θέμα αυτό πλήρη αιτιολογία έχοντας προβεί σε ορθή κατά τα άνω ερμηνεία και εφαρμογή της άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλο παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2007 (αρ. πρ. 3096/2-4-2007) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 1876/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 220 παρ. 1 Π.Κ. (υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως), δηλαδή, πέτυχε με εξαπάτηση να εκδοθεί από το Στρατολογικό Γραφείο Αν. Αττικής μεταβολή της κρίσεως αυτού ως ακαταλλήλου για στράτευση, προσκομίζοντας Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, δυνάμει της οποίας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση, η οποία όμως ήταν πλαστή και αφορούσε άλλο στρατεύσιμο. Ενώ η πράξη του, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως πλημμέλημα της Π.Κ. 204, άλλως ως παράβαση του άρθρου 43 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Απορρίπτει.
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2378/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2007 δύο αιτήσεις, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 34/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 167/8-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 298 /2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του σαν διαχειριστή ξένης περιουσίας και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία με άλλο και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο με δήλωση του προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 εδ ε και δ ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση ότι: Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 375 & 1-3 ΠΚ και τον παρέπεμψε για να δικαστεί για την κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης η οποία δεν στοιχειοθετείται γιατί λείπει το στοιχείο της παράνομης ιδιοποίησης ξένου πράγματος και β ότι δεν περιέχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία διότι δεν περιέχει περιστατικά και συλλογισμούς από τους οποίους να προκύπτει η κρισιολογία ως προς το ότι προέκυψαν κατά του αναιρεσείοντα επαρκείς ενδείξεις ούτε προκύπτει ότι έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα αφού κατά την παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπ' όψη αναφέρει ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νόμιμα , του πολιτικώς ενάγοντα , η απολογία του κατηγορουμένου και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα λαμβανόμενα υπ' όψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους χωρίς να προκύπτει ποια είναι τα έγγραφα αυτά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375 & 1 ΠΚ όπως ισχύει "τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. 'Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών '' παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη καθ' οιονδήποτε τρόπο . Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα). Τέτοια περίπτωση είναι και τα χρήματα τα οποία περιέρχονται στον δράστη με την εντολή της είσπραξής τους και της απόδοσης τους στον εντολέα αλλά αυτός τα ιδιοποιείται (ΑΠ 277/2007, Α Π 394/2003, ΑΠ 1015/2000). Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά των κατηγορουμένων, του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του οι οποίοι δεν άσκησαν αναιρέσεις , ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση συνισταμένη στο ότι οι αναιρεσείοντες ανέλαβαν την πώληση ενός αυτοκινήτου Ταξί του εγκαλούντα βάσει πληρεξουσίου σε αγοραστή που βρήκαν και στον οποίο πούλησαν το αυτοκίνητο αυτό αντί 123.000 ευρώ από το οποίο ποσό του απέδωσαν το ποσό των 53.000 περίπου και παρακράτησαν το υπόλοιπο. Από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα προέκυψαν τα παρακάτω: Ο εγκαλών στις 7-7-2004 συμφώνησε με την εκ των κατηγορουμένων Χ3, η οποία δεν άσκησε αναίρεση να της πωλήσει το με αριθμ. ..... Δ.Χ. αυτοκίνητο Ταξί αντί τιμήματος 123.257 ευρώ και υπόγραψαν αυθημερόν σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό περί της πώλησης και ότι αυτή θα ολοκληρωνόταν σε επτά ημέρες και για την πώληση αυτή η παραπάνω του κατέβαλλε το ποσό των 3.000 ευρώ . Την επόμενη ημέρα η παραπάνω κάλεσε τον εγκαλούντα στην επιχείρηση της και το ανακοίνωσε ότι βρήκε αγοραστή, με τον οποίο συμφώνησε την πώληση και του κατέβαλλε ποσό 10.000 παρουσιάζοντας του συγχρόνως του δύο άλλους συγκατηγορουμένους της σαν συνεργάτες της οι οποίοι και θα αναλάμβαναν την διαδικασία της μεταβίβασης του αυτοκινήτου και ότι για να έχουν την δυνατότητα αυτή έπρεπε να τους κάνει πληρεξούσιο γεγονός που έγινε και ο εγκαλών τους έκανε το με αριθμ. ..... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο . Με το πληρεξούσιο αυτό οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην μεταβίβαση του παραπάνω αυτοκινήτου στον αγοραστή και εισέπραξαν το τίμημα των 123.000 ευρώ από την πώληση του από το οποίο ποσό στον εγκαλούντα απέδωσαν 53.257 και παρακράτησαν το ποσό των 70.000 ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 παρ. 1β, 2, 45 και 372 παρ. 1β Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα γιατί προκύπτει τόσο η αιτία όσο και το ύψος του ποσού που υπεξαιρέθηκε και το οποίο περιήλθε στην κατοχή του από την πώληση του αυτοκινήτου ταξί την οποία του ανέθεσε ο εγκαλών και το οποίο ποσό έπρεπε να το αποδώσει σ' αυτόν αφού ενήργησε σαν διαχειριστής της περιουσίας του βάσει της εντολής που είχε, απορριπτομένων επίσης των αιτιάσεων του αναιρεσείοντα περί του ότι στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται περιστατικά περί της παράνομης ιδιοποίησης για την οποία κατηγορείται. Επίσης πρέπει ν' απορριφθούν σαν αβάσιμα τα προβαλλόμενα ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα έγγραφα τα οποία το προσβαλλόμενο έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε γιατί το αναφερόμενο στο προσβαλλόμενο περί του ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων , και πολιτικώς ενάγοντα , οι απολογίες των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα δεν δημιουργεί ασάφεια σχετικά με το ποια έγγραφα λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν γιατί με την αναφορά γενικά στα έγγραφα το προσβαλλόμενο εκθέτει κατ' επίταση ότι λήφθηκαν και αξιολογήθηκαν όλα τα έγγραφα που περιέχονταν στην δικογραφία , και ότι όπου απαιτούνταν από τις ανάγκες της δικογραφίας γινόταν ειδική μνεία και αναφορά εγγράφων όπως σε ιδιωτικά συμφωνητικά και πληρεξούσια βάσει των οποίων δόθηκαν οι εντολές για την πώληση και την μεταβίβαση του επιδίκου αυτοκινήτου. Περαιτέρω προβάλλεται η αιτίαση περί του ότι προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπ' όψη και δεν εκτίμησε το γεγονός ότι από τον αναιρεσείοντα έγινε μερική καταβολή και ότι με τον τρόπο αυτό ο αναιρεσείων καταδεικνύει ότι δεν είχε πρόθεση για την παράνομη ιδιοποίηση του υπολοίπου . Πράγματι στο προσβαλλόμενο γίνεται η παραδοχή της καταβολής του μερικού ποσού των 53.000 αλλά περαιτέρω το προσβαλλόμενο κάνει λόγο και αιτιολογεί την πρόθεση του αναιρεσείοντα και των υπολοίπων για την ιδιοποίηση του υπολοίπου των 70.000 ευρώ η ιδιοποίηση του οποίου είναι δυνατή γιατί η καταβολή μέρους από τα εισπραχθέντα από τον διαχειριστή δεν αναιρεί την ιδιοποίηση του υπολοίπου εφ' όσον όπως στην προκειμένη περίπτωση ο διαχειριστής εκδήλωσε την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί το υπόλοιπο μη καταβληθέν ποσό. Διά ταύτα Προτείνω Α. Να απορριφθεί η με με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 5-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στην παρ. 1 του αρ.32 του ΚΠΔ ορίζεται ότι "καμιά απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμιά διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας". Και στην παρ.4 "ο Εισαγγελέας έχει υποχρέωση να υποβάλει πάντοτε προφορικά ή γραπτά, προτάσεις αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση του Δικαστηρίου ή του ανακριτή". Εξάλλου απόλυτη ακυρότητα κατά τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ.2 και 3, 171 παρ.1β, 308 παρ.1, 316 παρ.2 και 485 παρ.1 ΚΠΔ επιφέρει και η έκδοση βουλεύματος χωρίς την προηγούμενη έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα επί της ουσίας της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση οι Χ1 και Χ2 άσκησαν τις με αριθμό 298 και 297/7-12-2007, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες ζητούν την αναίρεση του με αριθμό 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο επικυρώθηκε το 846/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, την οποία τέλεσαν από κοινού με την ιδιότητά τους ως εντολοδόχοι. Ενώπιον του Συμβουλίου τούτου ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, υπέβαλε την 167/8-4-2008 πρότασή του, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της με αριθμό 298/7-12-2007 αίτησης αναίρεσης του Χ1 για τους λόγους που σ'αυτήν αναφέρονται, παρέλειψε όμως να υποβάλει έγγραφη πρόταση και ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 και συνεπώς δεν υπάρχει πρόταση γι'αυτόν. Συνεπώς το Συμβούλιο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην έρευνα της αναίρεσης αυτής και πρέπει να απόσχει μέχρι να υποβληθεί η σχετική πρόταση. Περαιτέρω λόγω της συνάφειας των δύο αναιρέσεων, πρέπει το συμβούλιο να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως και ως προς την αίτηση αναίρεσης του Χ1 προκειμένου να συνεκδικαστεί με την παραπάνω. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί της 297/7-12-2007 αίτησης αναίρεσης, κατά του 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Χ1 μέχρις ότου υποβληθεί στο παρόν Συμβούλιο έγγραφη πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και ως προς αυτήν. Αναβάλλει να αποφανθεί επί της 298/7-12-2007 αίτησης αναίρεσης του Χ1 κατά του ίδιου βουλεύματος, προκειμένου να συνεκδικαστεί με την παραπάνω αίτηση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Απέχει μέχρι να υποβληθεί πρόταση από τον εισαγγελέα για δεύτερη αίτηση αναίρεσης.
Αποχή αποφάσεως
Αποχή αποφάσεως.
0
Αριθμός 2377/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αλέξανδρο Δημάκη και Μάρκο Παπαζήση, για αναίρεση της με αριθμό 29/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2008 κοινή αίτησή τους, καθώς και στο από 16 Σεπτεμβρίου 2008 κοινό δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 339/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 13 του Ν.2671/1998 (ΦΕΚ 289/τευχ. Α728-12-1998) "περί ρυθμίσεως θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις", "ο ΟΣΕ είναι αποκλειστικά υπεύθυνος απέναντι των τρίτων για υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που προξενήθηκαν σ' αυτούς από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του προσωπικού του κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Το προσωπικό καμία αστική ευθύνη δεν έχει έναντι τρίτων, αλλά μόνο έναντι του ΟΣΕ". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2145/1993, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ, η παρά το νόμο παράσταση στο ακροατήριο του πολιτικώς ενάγοντος δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ.1 στ. Α' του ΚΠΔ. Έτσι στην περίπτωση κατά την οποία επιτρέπεται κατά το νόμο στον πολιτικώς ενάγοντα η παράσταση στο ακροατήριο μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, όχι όμως και η επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, το δικαστήριο υποπίπτει στην πιο πάνω πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α', ΚΠΔ, καθώς και σε υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το ίδιο άρθρο στοιχ. Η' του ΚΠΔ, αναιρετικό λόγο, όταν κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος επιδικάσει στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα που διέπραξε υπάλληλος του ΟΣΕ κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου υπαλλήλου του ΟΣΕ κατηγορίας και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση του και η επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, διαφορετικά το δικαστήριο, δεχόμενο την κατά τον τρόπο αυτόν παράσταση και επιδικάζοντας αποζημίωση, υποπίπτει στην πιο πάνω πλημμέλεια. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, ήταν, κατά την αποδιδόμενη σε αυτούς κατηγορία και κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περαστικά, υπάλληλοι του ΟΣΕ και κρίθηκαν ένοχοι του ότι, με συγκλίνουσα αμέλεια, που επέδειξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επέφεραν τον θάνατο της Α. Κατά την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ο Ψ, σύζυγος της θανούσας, όχι μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, αλλά και για την επιδίκαση σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, με το να δεχθεί την κατ' αυτόν τον τρόπο παράσταση της πολιτικής αγωγής και τελικά να επιδικάσει σε βάρος των κατηγορουμένων την αιτηθείσα αποζημίωση (ένα ευρώ με επιφύλαξη) ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που αυτός υπέστη από το αδίκημα, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας. II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει, ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Επίσης, ενόψει της πιο πάνω διάκρισης της αμέλειας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Τέλος, η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. III. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 29/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δια παραλείψεως, (άρθ. 302, 15 του Π.Κ) σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 14.2.2000 και περί ώρα 21.45 η αποτελούμενη από εννιά βαγόνια αμαξοστοιχία του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος [ΟΣΕ] 605 βρισκόταν στην αποβάθρα του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης στην τρίτη γραμμή προκειμένου να εκτελέσει το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Αθήνα με ώρα αναχώρησης την 22.25'. Σταθμάρχης κίνησης της αμαξοστοιχίας ήταν ο Β (που έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα με την ως άνω 2047/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) και συνοδοί της αμαξοστοιχίας ήταν οι εκκαλούντες- κατηγορούμενοι 1] Χ1, 2] Χ2 και 3] Χ3, υπάλληλοι του ΟΣΕ με την ως άνω ιδιότητά τους. Ο πρώτος (Β) έδωσε οδηγίες στους δεύτερους (συνοδούς - εκκαλούντες) για την τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού σχετικά με την απαγόρευση εισόδου ατόμων χωρίς εισιτήρια στα βαγόνια της αμαξοστοιχίας και το κλείσιμο των θυρών των βαγονιών πριν την προγραμματισμένη αναχώρηση της αμαξοστοιχίας, που εξάλλου τους ήσαν γνωστές, όπως και οι απορρέουσες από αυτόν υποχρεώσεις τους για οφειλόμενες ενέργειες προς τήρηση του. Οι συνοδοί αυτοί, που είχαν την ευθύνη και οι τρεις τους για τη τήρηση των άνω διατάξεων σε όλα τα βαγόνια της αμαξοστοιχίας, και είχαν συνεπώς την προαναφερθείσα ως άνω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, 1) να εμποδίσουν την είσοδο εντός των βαγονιών της αμαξοστοιχίας προσώπων που δεν είχαν εισιτήρια, 2) να ενημερώσουν αυτούς, που παρά την απαγόρευση επέτρεψαν την είσοδο στα βαγόνια, να κατέβουν από αυτά εγκαίρως πριν την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας και 3) να κλείσουν, πριν την αναχώρηση, τις πόρτες των βαγονιών, ώστε να μην μπορεί κανείς να τις ανοίξει και να κατεβεί από τα βαγόνια, από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, 1) δεν προέβησαν σε έλεγχο των εισερχομένων στα βαγόνια με αποτέλεσμα να εισέλθουν εντός του τέταρτου βαγονιού η Α, ο πολιτικώς ενάγων, σύζυγος της πρώτης και ο μάρτυς Γ, οι οποίοι δεν είχαν εισιτήρια και απλώς συνόδευαν τον μάρτυρα Δ, γιό των πρώτων, που είχε εισιτήριο, 2) δεν ενημέρωσαν τους πρώτους τρεις, που στερούνταν εισιτηρίων, για την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας ώστε αυτοί να αποβιβασθούναπό το βαγόνι εγκαίρως πριν την αναχώρηση της και 3) δεν έκλεισαν πριν την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας την πόρτα του τέταρτου βαγονιού, ώστε να μην είναι δυνατή η κάθοδος των επιβαινόντων από αυτήν. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς των ανωτέρω τριών συνοδών της αμαξοστοιχίας κατηγορουμένων, αλλά και της αμελούς συμπεριφοράς του σταθμάρχη κίνησης - (που συνίστατο, όπως δέχθηκε αμετάκλητα η 2047/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, στη μη απαγόρευση της εισόδου στα βαγόνια εκείνων που δεν είχαν εισιτήρια και επί πλέον και κυρίως στην μη ανακοίνωση της αναχώρησης της αμαξοστοιχίας από τα μεγάφωνα του σταθμού, ώστε να κατέβουν οι ευρισκόμενοι εντός αυτής που δεν ταξίδευαν και παρά τις απαγορεύσεις είχαν εισέλθει στους χώρους των επιβατών) - ήταν, όταν η αμαξοστοιχία άρχισε να κινείται στην προγραμματισμένη ώρα, οι προαναφερθέντες επιβαίνοντες χωρίς εισιτήρια να μην έχουν αποβιβασθεί έγκαιρα από την αμαξοστοιχία και να βρίσκονται εντός αυτής. Οι τελευταίοι, θορυβηθέντες από το ξεκίνημα της αμαξοστοιχίας, προσέτρεξαν στην πόρτα του βαγονιού προκειμένου να αποβιβασθούν και, επειδή την βρήκαν ανοιχτή προσπάθησαν να κατέβουν από αυτήν. Και ο μεν πολιτικώς ενάγων και ο μάρτυς Γ, κατάφεραν ακινδύνως να κατέβουν από τη θύρα του βαγονιού, η δε Α κατά τη κάθοδο της από τη θύρα έχασε την ισορροπία της επί του κρηπιδώματος, έπεσε στο κενό μεταξύ αυτού και των γραμμών και παρασύρθηκε σε μήκος οκτώ μέτρωνπερίπου από την αμαξοστοιχία, η οποία έβαινε με ταχύτητα 11,230 χλμ/ώρα αντί του κανονικού 10 χλμ/ώρα. Συνεπεία της παράσυρσης αυτής η Α τραυματίσθηκε και υπέστη κατάγματα 5ης και 12ηςπλευρών δεξιά και 4ης έως 12ης αριστερά, ρήξη αορτής, θλάσεις και ρήξεις των πνευμόνων αντίστοιχα προς τα κατάγματα των πλευρών και αιμοθώρακος άμφω, από δε τα τραύματα αυτά επήλθε ο θάνατος της. Να σημειωθεί ότι τον κατά τα άνω υφιστάμενο μεταξύ της επιδειχθείσας από τουςεν λόγω εκκαλούντες -κατηγορουμένους αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδη σύνδεσμο, δεν διέκοψε η συντρέχουσα αμέλεια του προαναφερθέντος Β, ο οποίος και έχει καταδικαστεί με την ως άνω απόφαση για την πράξη της ανθρωποκτονίας της θανούσας από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών με τριετή αναστολή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους στέρησε την απόφαση του από την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, λόγω υπάρξεως στις παραδοχές της ελλείψεων και ασαφειών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 και 28 του Π.Κ. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ευθύνη για την ασφάλιση της θύρας του τέταρτου βαγονιού (επί συνόλου εννέα) της αμαξοστοιχίας από την οποία επιχείρησε να αποβιβασθεί η θανούσα, είχε ανατεθεί και στους τρεις ως άνω αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους συνοδούς της αμαξοστοιχίας ή σε κάποιον ή σε κάποιους από αυτούς και ποιους, αφού δεν προκύπτει ποιός από αυτούς ήταν ο συνοδός του τέταρτου βαγονιού της αμαξοστοιχίας και ποίου ή ποίων η παράλειψη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, ούτε, εξάλλου, προσδιορίζονται στην απόφαση τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τον κανονισμό (δηλαδή τον επιτακτικό κανόνα δικαίου) για την ασφάλεια των επιβατών και οι σχετικές οδηγίες του προϊσταμένου της αμαξοστοιχίας που δόθηκαν στους αναιρεσείοντες - συνοδούς ασφαλείας και σε κάθε περίπτωση, αν η αμαξοστοιχία είχε διαθέσιμο μηχανισμό ασφαλείας κλειδώματος των θυρών, ώστε να μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν οι συνοδοί της. Τέλος δεν αιτιολογεί γιατί η υπαίτια συμπεριφορά της θανούσας δεν διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των συνοδών και του θανάτου της, στην περίπτωση μάλιστα που δεν ήταν υποχρεωμένοι οι συνοδοί να χρησιμοποιούν μηχανισμό ασφαλείας, αλλά να προβαίνουν σε απλό κλείσιμο των θυρών. Έτσι, όμως, από την ασάφεια και τις ελλείψεις αυτές καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων "15 και 302 ΠΚ κατά το βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερο λόγο της αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδαφ. β, 370 εδαφ. β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Ο τελευταίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 370 εδαφ. β του ΚΠΔ. Στην υπόθεση που ερευνάται, η πράξη που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους, φέρεται ότι τελέσθηκε στις 14-2-2000. Από τότε, όπως προκύπτει από το εν χρήση ημερολόγιο, παρήλθε πλήρης οκταετία. Έτσι το αξιόποινο της αναφερόμενης πράξης των κατηγορουμένων, που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, εξαλείφθηκε με παραγραφή. Κατά συνέπεια, πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη αυτών για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τη με αριθμό 13/12-2-2008 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 και τους από 29-8-2008 πρόσθετους λόγους αυτής. Αναιρεί την 29/8-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία από αμέλεια που τελέσθηκε, στη Θεσσαλονίκη, στις 14-2-2000. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας, κατηγορούμενος υπάλληλος του Ο.Σ.Ε. Παράσταση πολιτικής αγωγής μόνο για υποστήριξη κατηγορίας. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακρότητα και υπέρβαση εξουσίας. Παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πολιτική αγωγή.
0
Αριθμός 2373/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μελανίτη, για αναίρεση της 6917/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 680/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ και 914 και 932 του ΑΚ: 1) Απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, συνιστά η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, 2) Η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους κατά τον Αστικό Κώδικα, 3) Κατ' εξαίρεση, εκείνος, που, κατά τον Α.Κ., δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξ αιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να υποβάλει την απαίτηση του στο ποινικό δικαστήριο ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία, 4) Όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει και 5) Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα δημιουργεί η παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντα προσώπου για το οποίο δεν έχει γεννηθεί απαίτηση ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ΚΠΔ ως προς το χρόνο και τον τρόπο άσκησης της πολιτικής αγωγής. Εξ άλλου, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους, στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για ηθική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παράστασης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή απ' αυτό. Κατ' ακολουθίαν τούτων είναι αβάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο υπό στοιχ. Α' σκέλος του, που αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έκρινε απαράδεκτη, ως αόριστη τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής της εγκαλούσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού δεν εξειδικεύεται σε τί συνίσταται αυτή, αν δηλαδή αυτή αναφέρεται στην χρηματική ικανοποίησή της για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις που τέλεσε σε βάρος της ο ίδιος ο αναιρεσείων ή την χρηματική ικανοποίηση για τις πράξεις που τέλεσε σε βάρος της η Α, αφού η παράστασή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τη διαλαμβανόμενη στα πρακτικά δήλωσή της ότι ζητεί την επιδίκαση σ'αυτή για χρηματική ικανοποίησή της, το ποσό των 10 ευρώ με επιφύλαξη, είναι προφανές ότι αφορούσε το ποσό των 10 ευρώ από καθένα από τους κατηγορουμένους, και όχι διαιρετώς ή εις ολόκληρο και από τους δύο, εν όψει του ότι τις σε βάρος της αξιόποινες πράξεις τέλεσαν οι κατηγορούμενοι αυτοτελώς και όχι ως συμμέτοχοι, και συνεπώς ήταν αυτή παθούσα και είχε υποστεί ηθική βλάβη ως αποτέλεσμα των πράξεων αυτών καθ' ενός από τους κατηγορουμένους χωριστά, η δε παράστασή της ως πολιτικώς ενάγουσα στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε κατά την έννοια που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έγινε δεκτή από αυτό, ήτοι για το ποσό των 10 ευρώ από καθένα από τους κατηγορουμένους. Αβάσιμος κατά συνέπεια είναι και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 470 του ίδιου Κώδικα δεύτερος λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας και χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδίκασε σ'αυτόν το ποσό των 10 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση, ενώ κήρυξε αθώα τη δεύτερη κατηγορουμένη, αφού κατά τ' ανωτέρω το ποσό των 10 ευρώ που το Εφετείο επιδίκασε σ'αυτήν αφορούσε το ποσό των 10 ευρώ που ζήτησε από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο. ΙΙ. Κατά το άρθρ. 229 § 1 του ΠΚ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι'αυτό τιμωρείται με φυλάκιση, κατά δε το άρθρο 224 § 1 περίπτ. α' του ίδιου Κώδικα, με φυλάκιση το πολύ δύο ετών τιμωρείται όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση εν γνώσει καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 § 1 και ότι τα κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 § 2. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, εφόσον αυτή υπήρξε παραγωγός αιτία της παραπλάνησης του απατηθέντος, ο οποίος μπορεί να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από τον παθόντα. Επομένως απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ'αυτόν ψευδής ισχυρισμός υποστηριζόμενος από τον δράστη με την εν γνώσει προσκόμιση και επίκληση ψευδών κατά περιεχόμενων αποδεικτικών στοιχείων. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και υπό την μορφή της απόπειρας, όταν ο δικαστής δεν παραπλανήθηκε από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ψευδή αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω, η απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ειδικά ως προς το δόλο υπάρχει ανάγκη τέτοιας αιτιολογίας όταν απαιτούνται, πέραν των περιστατικών που κατά το νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν απαιτείται να έχει τελεστεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Επομένως, για το έγκλημα της απάτης, πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το σκοπό του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, για δε το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το σκοπό του δράστη να προκληθεί δίωξη (ποινική ή πειθαρχική). Ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και του τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά και η συγκριτική αξιολόγησή τους. Πρέπει όμως να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική κρίση του. Για την πλήρη δε αιτιολόγηση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας, όπως αυτό προβλέπεται και τιμωρείται από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση μόνον άτι ο ηθικός αυτουργός με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς επίσης ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ίδιος (ηθικός αυτουργός), πέτυχε το σκοπό του, αλλά πρέπει ακόμη να περιγράφεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία η αξιόποινη πράξη την οποία, με τις προτροπές κλπ του ηθικού αυτουργού διέπραξε ο αυτουργός, αφού προϋπόθεση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας είναι η τέλεση από τον αυτουργό του εγκλήματος στη διάπραξη του οποίου παρακινήθηκε. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 6917/2007 απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα σ'αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: H μηνύτρια Ψ και οι κατηγορούμενοι Χ και η Α, σύζυγος Χ, από του έτους 1984 είχαν φιλικές και κοινωνικές σχέσεις μέχρι την 1-6-1998, όταν στη ..... επισυνέβη οδικό τροχαίο ατύχημα, με εμπλακέντες οδηγούς την Ψ που οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας FIAT, τύπου FIORINO και τον Χ, που οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας RENAULT τύπου CLIO. Αμέσως μετά τη σύγκρουση η μηνύτρια Ψ κάλεσε την Άμεση Δράση Αττικής, περιπολικό της οποίας έφθασε αμέσως μετά την κλήση και επελήφθησαν του συμβάντος οι επιβαίνοντες σ'αυτό αστυνομικοί υπάλληλοι Β και Γ. Οι εμπλακέντες έδωσαν τα στοιχεία τους, δήλωσαν σύγκρουση με υλικές ζημίες και σύμφωνα με τη δήλωση τους η μεν μηνύτρια Ψ εκινείτο επί της οδού ..... προς ..... ο δε κατηγορούμενος Χ επί της οδού ..... και έβαινε στην οδό ....., όπου, επί της πορείας του υπήρχε STOP και ο αστυφύλακας Β συνέταξε και υπέγραψε το σχετικό δελτίο ατυχήματος με υλικές ζημίες. Μετά την αποχώρηση των αστυνομικών υπαλλήλων, ο Χ πρότεινε σ'αυτήν να προβούν σε κοινή δήλωση υπαιτιότητας, πρόταση που δεν αποδέχθηκε η μηνύτρια Κατά τον χρόνο αυτό των διαπραγματεύσεων η μηνύτρια αισθάνθηκε έντονη ζάλη και έκανε εμετό, γι'αυτό και κάλεσε πάλι την Άμεση Δράση, επανήλθαν οι ίδιοι αστυνομικοί υπάλληλοι, οι οποίοι συνέστησαν σ'αυτήν να καλέσει το Κέντρο Άμεσης Βοήθειας και την Τροχαία. Μετά από αυτά η μηνύτρια μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", όπου διαπιστώθηκε περιορισμός της κίνησης των σπονδύλων της αυχενικής χώρας (STRAIN AMSS) και συντάχθηκε η με αριθ. ..... βεβαίωση νοσηλείας. Κατά τον χρόνο παραμονής της στο νοσοκομείο και περί ώρα 12.30' τηλεφώνησε από το κινητό της τηλέφωνο στην φίλη της κατηγορουμένη Α, που βρισκόταν στο χώρο της εργασίας της στα γραφεία της εταιρείας GALENIKA A.E., τα οποία βρίσκονται επί της οδού Αχιλλέως αριθ. 2 στο κέντρο της Αθήνας, θεωρώντας λογικό να ενημερώσει αυτήν για το αναπάντεχο πρωϊνό συμβάν με τον σύζυγο της και ότι ήδη βρίσκεται στο νοσοκομείο με θλάση αυχένος και της είχαν τοποθετήσει κολλάρο και μάλλον θα εξέλθει αυθημερόν από το νοσοκομείο, εκείνη έδειξε να εκπλήσσεται και ότι είχε περιέλθει σε εντονότατη αναστάτωση και ανησυχία και της είπε ότι θα αναζητήσει το σύζυγο της και θα επικοινωνήσει αργότερα μαζί της, πράγμα, που ποτέ όμως δεν συνέβη. Με αφορμή το ως άνω οδικό τροχαίο ατύχημα, ανοίχθηκαν πολλές δίκες αστικές και ποινικές, μεταξύ της Ψ, του Χ, αλλά και άλλων προσώπων, που έτυχε να συμπράξουν στη δικαστική τους αυτή εμπλοκή. Η Ψ με δική της ευθύνη και προκειμένου να καλύψει επαγγελματικές της υποχρεώσεις εξήλθε από το νοσοκομείο το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Την ίδια ημέρα της 1-6-1998 στις 14.25' κατέθεσε ενόρκως ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του AT Τροχαίας Κηφισιάς, περιέγραψε τις συνθήκες του ατυχήματος και ζήτησε την ποινική δίωξη του υπαίτιου οδηγού για τον τραυματισμό της. Του οδικού αυτού τροχαίου ατυχήματος επελήφθη ως προανακριτικός υπάλληλος o Ανθυπαστυνόμος του AT Τροχαίας Κηφισιάς Ανθ/μος Δ, ο οποίος μετέβη στον τόπο του ατυχήματος την 1-6-1998 και ώραν 14.45', όπου βρισκόταν ακόμη ακινητοποιημένο το αυτοκίνητο της μηνύτριας και συνέταξε τη σχετική έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, καθώς και το σχεδιάγραμμα. Στη συνέχεια και στα πλαίσια της προανάκρισης και ο Χ με την από 13-6-1998 ένορκη εξέταση του περιέγραψε τις κατ'αυτόν συνθήκες του ατυχήματος και ζήτησε την ποινική δίωξη της μηνύτριας για τον τραυματισμό του. Η μηνύτρια, την 15-7-1998 έχοντας ακόμη ενοχλήματα από τον τραυματισμό της και φέρουσα το αυχενικό κολλάρο, αισθάνθηκε έντονη ζάλη και αστάθεια, γιαυτό και μετέβη στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου ΚΑΤ Κηφισιάς, όπου εξετάστηκε από ιατρό ορθοπεδικό και δήλωσε στις σχετικές ερωτήσεις για τη λήψη ιατρικού ιστορικού, ότι, είχε τραυματισθεί σε τροχαίο της 1-6-1998, γιαυτό της συνεστήθη η αποφυγή σωματικής κοπώσεως και η συνέχιση της εφαρμογής του αυχενικού κολλάρου και η επανεξέταση της σε περίπτωση επαναλήψεως των ενοχλημάτων και της χορηγήθηκε από τον εξετάσαντα αυτήν ιατρό του νοσοκομείου Ε η με αριθ. πρωτ. ..... ιατρική βεβαίωση με το εξής περιεχόμενο "Η ασθενής Ψ, προσήλθε για εξέταση σήμερον στο Τμήμα της Μονάδας σπονδυλικής στήλης όπου διεπιστώθη ότι μετά το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα την 1-6-1998 υπάρχει μέτριος περιορισμός της κίνησης της ΑΜΣΣ. Παραπονείται για αυχενική κεφαλαλγία και ζάλη. Έχει ανάγκη από αυχενικό κολλάρο, αποφυγή σωματικής κοπώσεως και παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου". Η μηνύτρια την 21-9-1998 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπό ιδίαν χρονολογίαν αγωγή της κατά του Χ και της AGF ΚΟΣΜΟΣ ΑΕΓΑ, με την οποία ζήτησε, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από την άνω σύγκρουση της 1-6-1998, οφειλόμενης σε αποκλειστική υπαιτιότητα του κατηγορουμένου Χ, καθώς και χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.595.000 δραχμών. Ο τελευταίος κατέθεσε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου εναντίον της και εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ την από 20-4-1999 αγωγή του και ζήτησε ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.087.148 δραχμών. Οι αγωγές αυτές συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 26-1-2000, οπότε συζητήθηκε η υπόθεση. Κατά τη συζήτηση αυτή η μηνύτρια με τις από 26-1-2000 έγγραφες προτάσεις της επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Δικαστήριο και τα εξής έγγραφα, ήτοι, το από 1-6-1998 σημείωμα ανταλλαγής στοιχείων, το από 1-6-1998 δελτίο τροχαίου ατυχήματος, την από 1-6-1998 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Κηφισιάς, τη με αριθ. ..... ιατρική βεβαίωση του νοσοκομείου ΚΑΤ και εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα της τον ΣΤ. Ιστορική βάση της αγωγής του κατηγορουμένου Χ ήταν ότι, εκινείτο ήδη επί της οδού ..... και ότι, η εναγομένη (μηνύτρια) εκινείτο επί της οδού ..... από την οποία και εξήλθε προς την οδό ....., χωρίς να σταματήσει στο υπάρχον STOP και να ελέγξει την οδό ..... . Προς απόδειξη της αγωγής του αυτής εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρά του την συγκατηγορουμένη σύζυγό του Α, η οποία, μεταξύ άλλων, που κατέθεσε ήταν ότι, λόγω της κατά το παρελθόν ιδιότητας της (μηνύτριας) ως ασφαλίστριας, έφερε το ΤΟΤΑ μετά τη σύγκρουση για να μην είναι παρών ο σύζυγος της, μετά από 2-3 ημέρες πήγε το ΤΟΤΑ και ότι, την πήρε τηλέφωνο από το νοσοκομείο και της είπε ότι, δεν έχει τίποτε. Επί των άνω συνεκδικασθεισών αγωγών εκδόθηκε η με αριθ. 3871/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της σύγκρουσης τον Χ. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο κατηγορούμενος Χ άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 9-3-2003 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1205/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο έκρινε και πάλι ως αποκλειστικό υπαίτιο της συγκρούσεως τον κατηγορούμενο Χ. Τα ανωτέρω γεγονότα που η ως άνω κατηγορουμένη κατέθεσε, καθώς και τα αναφερόμενα στις ένορκες καταθέσεις της από 2-3-2001 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, από 19-7-2001 ενώπιον του Πταισματοδίκη Καπανδριτίου και από 2-10-2001 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου που περιγράφει τις συνθήκες του τροχαίου όπως τις εξέθεσε σ'αυτήν ο σύζυγος της Χ, σύμφωνα με όσα αποδείχθησαν ανωτέρω, κρίνονται αναληθή. Μετά την διενεργηθείσα από το Τμήμα Τροχαίας Κηφισιάς προανάκριση για το ως άνω τροχαίο . ατύχημα της 1-6-1998 ασκήθηκε κατά των εμπλακέντων σ'αυτό, Ψ και Χ ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια. Η κατ'αυτών κατηγορία εκδικάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 8-1-2002 και το Δικαστήριο με τη με αριθ. 742/8-1-2002 απόφασή του, κήρυξε αθώα την Ψ και ένοχο τον Χ και καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών. Ο τελευταίος άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με τη με αριθ. 36326/6-5-2003 απόφασή του, δέχθηκε την έφεση του, τον κήρυξε ένοχο της πράξεως αυτής και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών. Κατά την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών εξετάστηκε ως μάρτυρας η κατηγορουμένη Α, τα πραγματικά δε περιστατικά των καταθέσεών της, κρίνονται αναληθή, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω, όπως ως αναληθή κρίνονται τα όσα πραγματικά περιστατικά κατέθεσε χωρίς να ορκισθεί λόγω της ιδιότητάς του ως πολιτικώς ενάγων ο Χ ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος Χ στις 13-11-2000 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την ΑΒΜ Δ 2000-3912 μήνυσή του κατά του επιληφθέντος του οδικού τροχαίου ατυχήματος, Αρχιφύλακα Β και της μηνύτριας Ψ, με την οποία κατήγγειλε αυτούς ότι, ο πρώτος, κατόπιν προτροπών της δεύτερης συνέταξε το από 1-6-1998 δελτίο τροχαίου ατυχήματος με υλικές ζημίες και την δεύτερη ότι, χρησιμοποίησε αργότερα τόσο το δελτίο αυτό, όσο και την έκθεση αυτοψίας του ΤΟΤΑ και παραπλάνησε τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να εκδώσει ευνοϊκή γι'αυτήν απόφαση. Κατόπιν της μηνύσεως αυτής, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά των πιο πάνω ποινική δίωξη για α) ψευδή βεβαίωση, β) ηθική αυτουργία στην πράξη και γ) απάτη ενώπιον δικαστηρίου. Μετά την ενεργηθείσα επί της υποθέσεως αυτής προανάκριση, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την απαλλακτική απόφασή του εισήγαγε την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το με αριθ. 4846/2001 αμετάκλητο βούλευμα του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία. Ο κατηγορούμενος Χ με την από 30-8-2001 μήνυσή του, που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά των Ψ, Β, Αρχιφύλακα της ΕΛΑΣ, Δ, Ανθ/μου της ΕΛΑΣ, που ως προανακριτικός υπάλληλος είχε επιληφθεί του ως άνω τροχαίου ατυχήματος και ΣΤ, ασκήθηκε ποινική δίωξη, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα, ηθικής αυτουργίας σ' αυτή, νόθευσης δημοσίου εγγράφου από υπάλληλο, της ηθικής αυτουργίας σ'αυτή, παράβασης καθήκοντος, της ηθικής αυτουργίας σ'αυτή και απάτης στο Δικαστήριο. Μετά την ενεργηθείσα επί της υποθέσεως αυτής προανάκριση, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, εισήγαγε τη δικογραφία με την απαλλακτική πρότασή του στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το με αριθ. 2242/2003 αμετάκλητο βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, για τις ως άνω πράξεις, που εφέροντο να έχουν τελεσθεί σε βάρος του κατηγορουμένου Χ στην ..... στις 1-6-1998, στις 1-6-1998 και 26-1-2000 και επέβαλε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Στις 18-6-2001 ο κατηγορούμενος Χ υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την ΑΒΜ 2001/2059 μήνυσή του κατά της Ψ και του ιατρού του νοσοκομείου ΚΑΤ Ε στην οποία, αφού ανέφερε όλα τα κατ'αυτόν πραγματικά περιστατικά, που είχαν σχέση με το τροχαίο ατύχημα της 1-6-1998 σχολίασε τη με αριθ. ..... ιατρική γνωμάτευση του εγκαλούμενου ιατρού, θεωρώντας αυτήν ως αναληθή- Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών άσκησε εναντίον του Ε ποινική δίωξη για παράβαση των άρθρων 114 και 113 του ΑΝ 1565/39 και κατά της Ψ για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, συνισταμένης της κατηγορίας, στο ότι, κατόπιν προτροπών της Ψ, ο Ε εξέδωσε τη με αριθ. πρωτ. ..... ιατρική γνωμάτευση, που αφορούσε τη συγκατηγορουμένη του, χωρίς να αναγράψει σ' αυτήν τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν, δηλαδή για δικαστική χρήση. Η κατ'αυτών κατηγορία εκδικάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 20-9-2002 και το Δικαστήριο με τη με αριθ. 100470/20-9-2002 απόφασή του, κήρυξε αθώα την Ψ και ένοχο τον Ε και καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως σαράντα (40) ημερών. Ο τελευταίος άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με τη με αριθ. 38801/13-5-2003 αμετάκλητη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση του και τον κήρυξε αθώο της πράξεως αυτής. Κατά τη δικάσιμο της 20-9-2002 εξετάστηκε ως μάρτυρας, χωρίς να ορκισθεί ο Χ, καθώς και ενόρκως η Α, οι οποίοι μεταξύ άλλων κατέθεσαν τα αναληθή γεγονότα ότι η Ψ φορούσε το κολλάρο, γιατί είχε το πρόβλημα από παλιά. Στις 9-5-2003 εκδικάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η κατά της μηνύτριας Ψ υπόθεση για σωματική βλάβη από αμέλεια και εξύβριση, βάσει της από 9-6-1998 μηνύσεως του Χ, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 60225/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για εξύβριση και καταδίκασε αυτήν σε φυλάκιση σαράντα (40) ημερών. Μετά από έφεση δε της κατηγορουμένης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με τη με αριθ. 30534/2004 αμετάκλητη απόφασή του κήρυξε και πάλι ένοχη αυτή και την καταδίκασε σε φυλάκιση είκοσι (20) ημερών. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, εξετάστηκε χωρίς όρκο ως πολιτικώς ενάγων ο Χ και ενόρκως η Ζ, οι οποίοι κατέθεσαν ότι, όταν έγινε το ατύχημα, η Ψ αποκάλεσε αυτόν "παλιοαληταρά" και σε τηλεφωνική επικοινωνία, που είχε στη συνέχεια με τη σύζυγο του Α, την οποία άκουσε από ανοικτή ακρόαση η Ζ, της είπε "γιατί παντρεύτηκες αυτόν τον αλήτη". Τα ανωτέρω που οι ανωτέρω κατέθεσαν, όσον αφορά την εξύβριση του Χ ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί όπως αποδείχθηκε η Ψ την 1-6-1998 που συνέβη το οδικό ατύχημα αφενός απευθύνθηκε στον Χ λέγοντας του την υβριστική φράση "που βρέθηκες στο δρόμο μου πρωϊ-πρωϊ παληοαληταρά" και αφετέρου στη συνέχεια την ίδια ημέρα περί ώραν 12.30' σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη σύζυγό του Α, την οποία άκουσε από ανοικτή συνομιλία η Ζ, της είπε την υβριστική για τον κατηγορούμενο Χ φράση "γιατί παντρεύτηκες αυτόν τον αλήτη". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του οδικού τροχαίου ατυχήματος ήταν ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος εκινείτο με το με αριθ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο επί της οδού ....., ο οποίος εισήλθε επί της οδού ....., όπου εκινείτο με το με αριθ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από την Ψ, ο οποίος εισήλθε σε ισόπεδο κόμβο, χωρίς να ελέγξει την από δεξιά του κίνηση οχημάτων και χωρίς να διακόψει την πορεία του οχήματός του, στην οποία υπήρχε ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα STOP και πραγματικά η Ψ τραυματίστηκε από το οδικό αυτό τροχαίο ατύχημα, εμφανίσασα περιορισμό κινήσεως της ΑΜΣΣ. Αμέσως μετά το ατύχημα επελήφθησαν οι αστυνομικοί υπάλληλοι της Άμεσης Δράσης, Β και Γ, εκ των οποίων ο πρώτος καταχώρησε στο σχετικό δελτίο, που συνέταξε εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που δήλωσαν σ' αυτόν οι εμπλακέντες, ο δε προανακριτικός υπάλληλος του Τμήματος Τροχαίας Κηφισιάς Δ, μετέβη στον τόπο του ατυχήματος την ίδια ημέρα και καταχώρησε στη συνταχθείσα απ' αυτόν έκθεση αυτοψίας, όλα όσα αντελήφθη και δηλώθηκαν σ' αυτόν. Η Ψ, που δεν είχε προηγουμένως σχετικό πρόβλημα, έφερε το κολλάρο εξαιτίας του τραυματισμού της και αυτή την 1-6-1998 που συνέβη το οδικό ατύχημα αφενός απευθύνθηκε στον Χ λέγοντάς του την υβριστική φράση "που βρέθηκες στο δρόμο μου πρωϊ-πρωϊ παληοαληταρά" και αφετέρου την ίδια ημέρα περί ώραν 12.30' σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη σύζυγό του Α, της είπε την υβριστική για τον κατηγορούμενο Χ φράση "γιατί παντρεύτηκες αυτόν τον αλήτη". Τα όσα δε περί του αντιθέτου κατεμήνυσε με τις άνω μηνύσεις του που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ και συγκεκριμένα 1) την από 13-11-2000, με αριθμό Δ2000-3912-ΕΓ16-01/58, 2) την από 30-3-2001, με αριθμό Β2001/1147, 3) την από 18-6-2001, με αριθμό Β2001/2059 και 4) την από 30-8-2001, με αριθμό Γ2001/2985, και τα όσα περί του αντιθέτου κατέθεσαν τόσο αυτός χωρίς όρκο την 8-1-2004, όσον και η Α ενόρκως την 26-1-2000, 2-3-2001, 22-5-2001, 12-7-2001, 20-9-2002, 2-10-2001, 8-1-2002 και 6-5-2003 με τις αναφερόμενες ανωτέρω και στο διατακτικό καταθέσεις τους δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, την οποία ο Χ εγνώριζε και κατήγγειλε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας αυτών την μηνύτρια Ψ υποβάλλοντας τις ανωτέρω μηνύσεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της μηνύτριας όπως και πραγματικά έγινε αν και γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα από αυτόν ήταν ψευδή. Συνεπώς, θα πρέπει ο κατηγορούμενος Χ να κηρυχθεί ένοχος για τις σε βάρος της μηνύτριας Ψ πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται ήτοι 1) της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε στις 13-11-2000, 30-3-2001, 18-6-2001 και 30-8-2001 (στιχ.Α') 2) της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης αυτού, που τέλεσε την 8-1-2000 (στοιχ.Γ1) και 3) της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, που τέλεσε την 26-1-2000 (στοιχ.Ε), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, κηρυχθεί όμως αθώος όσον αφορά την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ενώπιον του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για όσα αυτός κατέθεσε χωρίς όρκο την 9-5-2003. Στο διατακτικό δ' αυτής αναφέρονται τα εξής: 1)Στις 13-11-2000 με την μήνυση που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών λαβούσα αριθμό Δ2000-3912-ΕΓ16-01/59, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατήγγειλε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας του ότι δήθεν η μηνύτρια Ψ είναι η ηθική αυτουργός της καταγγελλόμενης ψευδούς βεβαιώσεως του αστυνομικού Β, συνιστάμενη στο ότι ούτος την 1-6-98, επιληφθείς του τροχαίου ατυχήματος του συνέβη μεταξύ των με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΦ αυτοκινήτου, οδηγούμενου από την μηνύτρια Ψ, και του με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου, οδηγούμενου από τον ίδιο, βεβαίωσε στο Δελτίο Τροχαίου Ατυχήματος ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας του πως δήθεν ο κατηγορούμενος κινείτο επί της οδού ..... και έβαινε στην οδό ..... και ότι δήθεν η σύγκρουση έγινε εκεί που η οδός ..... τέμνει την οδό ....., ενώ η αλήθεια είναι πως η σύγκρουση έγινε εκεί που η οδός ..... τέμνεται από την οδό ..... και ο κατηγορούμενος κινείτο στην οδό ....., όταν επέπεσε επί του οχήματός του η μηνύτρια εξερχόμενη από την οδό ....., β) ότι δήθεν η μηνύτρια στις 26-1-2000 εξαπάτησε με την άνω ψευδή βεβαίωση τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος εξέδωσε την με αριθμό 3871/2000 απόφασή του σε βάρος του κατηγορουμένου βλάπτοντας την περιουσία του κατά 750.000 δρχ. Στην ενέργεια αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη και της μηνύτριας κατά της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και για απάτη ενώπιον του Δικαστηρίου, πράξεις όμως για τις οποίες αυτή απηλλάγη με το με αριθμό 4846/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, καθόσον η αλήθεια είναι αυτή που περιελήφθη στο από 1-6-98 Δελτίο Τροχαίου Ατυχήματος. 2)Στις 30-3-2001 με την μήνυση που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, λαβούσα αριθμό Β 2001/1147, κατήγγειλε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας του (α) ότι δήθεν η μηνύτρια ήταν η ηθική αυτουργός στην συκοφαντική δυσφήμηση που διέπραξε σε βάρος του ο αστυνομικός Β με την υποβολή του από 28-3-2001 απολογητικού του υπομνήματος, όπου ισχυρίσθηκε πως ο κατηγορούμενος είχε ήδη υποπέσει σε ποινικά αδικήματα καταδικασθείς ήδη από τα Δικαστήρια, γεγονός ψευδές, ενώ η αλήθεια είναι πως η μηνύτρια είπε στον Β πως για το τροχαίο που συνέβη την 1-6-98 είχε γίνει Δικαστήριο και είχε κριθεί υπαίτιος ο κατηγορούμενος και β)ότι δήθεν η μηνύτρια ήταν η ηθική αυτουργός της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξε στις 28-3-2001 ο Γ όταν κατέθεσε ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου πως ο Β σημείωσε στο Δελτίο Τροχαίου Ατυχήματος, όπως ακριβώς του τα εδήλωσαν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί, χωρίς να αποκρύψει ή να ξεχάσει οτιδήποτε, ενώ η αλήθεια είναι αυτή που κατέθεσε ο άνω μάρτυρας. Στην ενέργεια αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της μηνύτριας, γεγονός που πέτυχε, αφού ασκήθηκε κατ' αυτής ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση και σε ψευδορκία μάρτυρα. 3) Στις 18-6-2001 με την μήνυση που κατάθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, λαβούσα τον αριθμό Β2001-2059, κατήγγειλε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας του ότι δήθεν η μηνύτρια υπήρξε η ηθική αυτουργός της συντάξεως της καταγγελομένης ως ψευδούς ιατρικής βεβαιώσεως του ιατρού Η, επιμελητή Α' ΕΣΧ στο ΚΑΤ, αφορώσας την κατάσταση της υγείας της μετά από 1-6-98 ατύχημα. Στην ενέργεια αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να επιτύχει την καταδίωξη της μηνύτριας, γεγονός που πέτυχε, αφού ασκήθηκε κατ' αυτής ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε ψευδή ιατρική βεβαίωση, κατηγορία όμως για την οποία απηλλάγη αυτή με την με αριθμό 100470/02 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η αλήθεια δε είναι ότι ο άνω ιατρός ουδέν ψευδές βεβαίωσε. 4) Στις 30-8-2001 με την μήνυση που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, λαβούσα τον αριθμό Γ2001-2985, κατήγγειλε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας του μεταξύ άλλων, ότι δήθεν η μηνύτρια: α) υπήρξε ηθική αυτουργός στην σύνταξη ψευδούς βεβαιώσεως και δη της συνταγείσας από τον αστυνομικό Δ από 1-6-98 εκθέσεως αυτοψίας τροχαίου Ατυχήματος όπου ούτος αναφέρει πως ο κατηγορούμενος κινείτο επί της οδού ....., β) υπήρξε ηθική αυτουργός στην νόθευση εγγράφου και δη του συνταγέντος από τον Β, σημειώματος ανταλλαγής στοιχείων, ταυτότητας στο σημείο που αναγράφεται η λέξη "....." γ) υπήρξε ηθική αυτουργός σε ψευδορκία μάρτυρα και δη στα κατατεθέντα στις 26-1-2000 από τον μάρτυρα ΣΤ, δ) εξαπάτησε δια της χρήσεως της ως άνω ψευδούς βεβαιώσεως, νοθευμένου εγγράφου και ψευδούς μαρτυρικής καταθέσεως του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος εξέδωσε την με αριθμό 3871/2000 απόφαση σε βάρος του κατηγορουμένου και υπέρ της μηνύτριας. Στην ενέργεια αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να επιτύχει την καταδίωξη της μηνύτριας, γεγονός που πέτυχε, αφού ασκήθηκε κατ' αυτής ποινική δίωξη και για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση, σε νόθευση εγγράφου και σε ψευδορκία μάρτυρα, πλημμελήματα όμως για τα οποία απηλλάγη αύτη με το με αριθμό 2242/03 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, επιβληθέντων των δικαστικών εξόδων σε βάρος του κατηγορουμένου ως ψευδομηνυτή. Γ1) Ο Χ εξετασθείς χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση κατέθεσε για την μηνύτρια εν γνώσει του ψέματα και απέκρυψε την αλήθεια. Συγκεκριμένα 1) Στις 8-1-2000 εξετασθείς χωρίς όρκο ως μάρτυρος ενώπιον του ακροατηρίου του Α' Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας του, ότι δήθεν κατά το ατύχημα ευρίσκετο στην οδό ..... προς ....., τον έκλεισε ένα αυτοκίνητο και τότε δέχθηκε από δεξιά ένα χτύπημα από το οδηγούμενο από την μηνύτρια όχημα, ότι δήθεν η μηνύτρια βγήκε από την οδό ..... και τον χτύπησε πίσω στο ρεζερβουάρ, ότι δήθεν η μηνύτρια "τον άδειασε και είπε ζαλίζομαι - ζαλίζομαι" και ότι δήθεν αγόρασε μόνη της το κολλάρο. ε) Στις 26 Ιανουαρίου 2000 έχοντος αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης, ενώπιον του Δικαστηρίου επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, πλην όμως δεν πέτυχε τον σκοπό τον από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του. Συγκεκριμένα έχοντας αποφασίσει να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος επιχείρησε να βλάψει την περιουσία άλλου πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Συγκεκριμένα έχοντας αποφασίσει να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος επιχείρησε να παραστήσει ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας του στον Δικαστή που δίκαζε τις με αριθμούς 9655/98 και 4637/99 αγωγές της μηνύτριας Ψ και κατ' αυτού και του ιδίου κατ' αυτής αντίστοιχα ότι δήθεν η μηνύτρια ήταν υπαίτια της συγκρούσεως των οχημάτων τους την 1-6-1998 όταν επέπεσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του, ευρισκομένου στην οδό ....., προερχόμενη από την οδό ..... προς ενίσχυση δε του ισχυρισμού του έκανε χρήση και της ψευδούς καταθέσεως που έδωσε η σύζυγός του Α στο ακροατήριο όπως λεπτομερώς προεκτέθηκε υπό στοιχείο (Β1), και έτσι επιχείρησε να πείσει τον παραπάνω Δικαστή να εκδώσει ευνοϊκή για την περιουσία του απόφαση με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της μηνύτριας πλην όμως δεν πέτυχε τον σκοπό του από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του και δη γιατί ο Δικαστής δεν πείσθηκε στους ψευδείς ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα του κατηγορουμένου, αλλά εξέδωσε την με αριθμό 3871/2000 απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή του και έκανε δεκτή την αγωγή της μηνύτριας. Η αλήθεια δε είναι ότι ο κατηγορούμενος είναι εκείνος που οδηγώντας το όχημά του επί της οδού ..... παραβίασε το ευρισκόμενο στην πορεία του stop και συγκρούσθηκε με το όχημα που οδηγούσε η μηνύτρια στη οδό ..... . Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις σε βάρος της μηνύτριας πράξεις α) της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε στις 13-11-2000, 30-3-2002, 18-6-2001 και 30-8-2001, β) της ψευδούς ανώμοτη κατάθεσης αυτού που τέλεσε την 8-1-2000 και γ) της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο που τέλεσε την 26-1-2000 και του επέβαλε συνολική ποινή 15 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία, ενώ κήρυξε αθώο αυτόν της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης ενώπιον του Γ' Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών για όσα αυτός κατέθεσε χωρίς όρκο την 9-5-2003. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με επιτρεπτή συμπλήρωση του αιτιολογικού αυτής από το διατακτικό, του οποίου δεν αποτελεί απλή επανάληψη, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων όπως γι' αυτές τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων στις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει το στοιχείο του ειδικού σκοπού της υπερχειλούς υπόστασης των ως άνω αξιοποίνων πράξεων αφού, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, ο σκοπός του κατηγορουμένου να προκληθεί δίωξη της πολιτικώς ενάγουσας εξειδικεύεται με την αναφορά της υποβολής των σ'αυτή μνημονευομένων μηνύσεων σε βάρος της τελευταίας ως προς δε την απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου ο σκοπός του κατηγορουμένου ν' αποκτήσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος εξειδικεύεται με την αναφορά του περιεχομένου της συζητηθείσας κατά την 26-1-1999 από 20-4-1999 αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να καταδικασθεί η εναγομένη και ήδη πολιτικώς ενάγουσα στην καταβολή σ'αυτόν του ποσού των 5.087.148 δραχμών ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή του. Επομένως πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' σχετικοί λόγοι αναίρεσης. Απορριπτέος δε ως επί αναληθούς προϋποθέσεως στηριζόμενος είναι ο από το άρθρο 510 παρ.1 στιχ.Δ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του για αντιφατική αιτιολογία, με την ειδικότερη αιτίαση ότι ενώ για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ενώπιον του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για όσα ο αναιρεσείων κατέθεσε χωρίς όρκο στις 9-5-2003 συνιστάμενα στο ότι κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας, ότι δήθεν η μηνύτρια τον εξύβρισε, κηρύχθηκε αθώος, το Τριμελές Εφετείο τον καταδίκασε για τα ίδια περιστατικά, τα οποία περιγράφονται στις υπό στ. 1α (ως αντικείμενο της ψευδούς καταμηνύσεως), Γ1 (ως αντικείμενο της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης), και Γ (ως αντικείμενο απάτης στο Δικαστήριο), αφού ούτε από το σκεπτικό ούτε από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στο περιεχόμενο των ως άνω αξιοποίνων πράξεων περιλαμβάνεται ως πραγματικό περιστατικό που λήφθηκε υπόψη και μπορούσε να έχει ουσιώδη επίδραση το παραπάνω περιεχόμενο της ψευδής ανώμοτης κατάθεσης του αναιρεσείοντος. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 502 παρ.1 ΚΠΔ, αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορος του στις περιπτώσεις των άρθρων 340 παρ.2 και 501 παρ.3, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη συμμετοχής του Εισαγγελέα στην διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171 παρ.1 περ.β') με την αιτίαση ότι ο Εισαγγελέας στην αρχή της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της έφεσης του δεν απήγγειλε την κατηγορία όπως τούτο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 343 εδ.β' ΚΠΔ, αλλά αρκέσθηκε στην ανάπτυξη των εκθέσεων εφέσεων, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. IV. Επειδή, κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ, παραβίαση του δεδικασμένου υφίσταται, αν κάποιος υποβληθεί εκ νέου σε δίκη για την ίδια αξιόποινη πράξη, για την οποία, όμως καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε ή έπαυσε η εναντίον του ποινική δίωξη αμτάκλητα. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για να είναι παραδεκτός ο περί παραβιάσεως του δεδικασμένου λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 ΣΤ ΚΠΔ, πρέπει να αναφέρεται σε αυτόν, σαφώς και ορισμένως και εκτός των άλλων στοιχείων, ότι η προηγούμενη, καταδικαστική ή αθωωτική, απόφαση, που αφορά την ίδια αξιόποινη πράξη του αυτού προσώπου, κατέστη αμετάκλητη και πως έλαβε χώρα το γεγονός τούτο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 ΣΤ ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκε το δεδικασμένο από την προηγούμενη αθωωτική 74300/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, και που έκρινε τον αναιρεσείοντα αθώο ψευδούς καταμήνυσης με τα ίδια στοιχεία από μηνυτή τον φερόμενο φυσικό αυτουργό της ψευδούς βεβαιώσεως Β, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται πως η προδιαληφθείσα 74300/2005 εφετειακή απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Σε σχέση όμως με την μερικότερη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ'εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 13-11-2000 και συνίσταται στην εν γνώσει του αναιρεσείοντος ψευδή καταμήνυση της πολιτικώς ενάγουσας για ηθική αυτουργία στην ψευδή βεβαίωση που φέρεται ότι τέλεσε ο Β, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη διότι ναι μεν για να στηρίξει το Εφετείο την καταδικαστική του κρίση για την πράξη αυτή δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό προέκυψαν από τα αναφερόμενα στην αρχή αυτής κατ'είδος αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικής ενάγουσας και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και τις απολογίες των κατηγορουμένων, πλην όμως από την περικοπή αυτή του σκεπτικού δεν συνάγεται με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και την 74300/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που αναγνώσθηκε, με την οποία ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί αθώος της παραπάνω πράξεως, με μηνυτή τον ως άνω φερόμενο ως φυσικό αυτουργό της καταμηνυθείσας ψευδούς βεβαιώσεως με την αιτιολογία ότι "προέκυψε ότι όσα ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) περιέλαβε στην από 13-11-2000 μήνυσή του, που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, είχε πεπλανημένως εκλάβει ότι ήσαν αληθή, ενώ αν γνώριζε τη μη βασιμότητά τους δεν θα την είχε υποβάλει", γεγονός που δεν συνάγεται ούτε από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, Επομένως η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληροί τις απαιτούμενες από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προϋποθέσεις αξιολόγησης όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι μερικών από αυτά και είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς τη πράξη αυτή και γι'αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, κατά της διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για τη μερικότερη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 13-11-2000 καθώς και κατά την περί επιβολής ποινής, που επιβλήθηκε για την πράξη αυτή και τη συνολική ποινή, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 6917/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για τη μερικότερη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ'εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 13-11-2000, καθώς και κατά τις περί επιβολής ποινής και συνολικής ποινής διατάξεις της. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα πιο πάνω μέρη της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της παραπάνω απόφασης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1) Πολιτική αγωγή. Απορρίπτεται ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της παράστασής της ως αβάσιμος. 2) Ψευδής καταμήνυση. Έννοια. Απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου, Έννοια. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας του στοιχείου του σκοπού. 3) Ηθική αυτουργία. Έννοια. 4) Δεδικασμένο. Απορρίπτει ως αβάσιμο το σχετικό λόγο λόγω μη επίκλησης και απόδειξης του τρόπου με τον οποίο κατέστη αμετάκλητη η επικαλούμενη απόφαση. 5) Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για ελλειπή αιτιολογία, για το λόγο ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπό του Δικαστηρίου υπόψη αθωωτική απόφαση του φυσικού αυτουργού κατηγορουμένου για ψευδή καταμήνυση με τα ίδια περιστατικά με τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση. 6) Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου λόγω μη ανάπτυξης της κατηγορίας από τον Εισαγγελέα στην κατ’έφεση δίκη. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Ψευδής καταμήνυση, Δεδικασμένο, Πολιτική αγωγή.
0
Αριθμός 2372/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποιν. Τμήμα - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 5 και 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκουλάκο, κατά της υπ' αριθμ. 71/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 71/2008 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του 04/619537 από 11.9.2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης των Γαλλικών Αρχών, που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή του Εφετείου Μασσαλίας, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Αθηνών την: Α) με αριθμό και ημερομηνία 166/9-10-2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον του Γραμματέα αυτού Γεράσιμου Βάλσαμου καθώς και τους από 24-10-2008 πρόσθετους λόγους αυτής, και Β) την από 20-10-2008 αίτησή του για αποφυλάκιση, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1659/2008. Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου καθώς και η αίτησή του για αποφυλάκιση και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Γαλλίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν . 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ." ορίζεται ότι "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται". Επομένως, η κρινόμενη με αριθμ. 166/9-10-2008, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών έφεση, κατά της με αριθμό 71/9-10-2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό 04/619537/11-9-2008 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Εισαγγελέα του Εφετείου Μασσαλίας της Γαλλίας, σε βάρος του εκκαλούντος εκζητουμένου Χ, Ελληνος υπηκόου, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία, ως προς τους λόγους αυτής. Επί της ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασίας εκδικάσεως της εφέσεως του εκζητουμένου, κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, ο Άρειος Πάγος επιλαμβάνεται και δικάζει σε Συμβούλιο την ασκηθείσα έφεση, ως δευτεροβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο και όχι ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, άρθρα 451 επόμ., η άσκηση προσθέτων λόγων επί της ασκηθείσας εφέσεως. Επομένως οι σχετικοί από 24-10-2008 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του εκκαλούντος, που κατατέθηκαν απ' αυτόν με αυτοτελές δικόγραφο στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 27-10-2008, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του Ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του Ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβοΰλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρε ίο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται, εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Το ένταλμα αυτό επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β'της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για εγκληματική οργάνωση ( 10 παρ.2 στοιχ. α'). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, μεταξύ των οποίων και οι περιπτώσεις, ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία, Ι) θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας... και η) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται και στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Με το άρθρο 12 επίσης καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για την σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριο της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέλος αυτής, κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοση του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές· ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του ν. 3251/2004). Εντεύθεν, προκειμένης εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, για την άσκηση ποινικής διώξεως και όχι για εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας) εναντίον του εκζητουμένου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται και εάν ακόμη αυτός είναι ημεδαπός, α) με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, υπό την έννοια ότι δεν έχει ασκηθεί πράγματι σε βάρος του ποινική δίωξη από τις ελληνικές δικαστικές Αρχές, για την ίδια πράξη. Αντίθετα, δεν εμποδίζεται η έκδοση από τη δυνατότητα ασκήσεως τέτοιας δίωξης κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 6 κα ι 8 του Π.Κ.), για την τελεσθείσα στην αλλοδαπή πράξη και β) με την επιφύλαξη της διασφάλισης "διαμεταγωγής" του στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Η διασφάλιση "διαμεταγωγής" του ημεδαπού στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή δεν προϋποθέτει εγγύηση δικαστικής Αρχής, αλλά εγγύηση της αρμοδίας Αρχής, που μπορεί να είναι και διοικητική. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, σε συνδυασμό με όσα ο ίδιος και δια του συνηγόρου του και του κατατεθέντος από 24-10-2008 υπομνήματος του, εξέθεσε ο εκζητούμενος, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του διέταξε την εκτέλεση του από 11/9/2008 εντάλματος συλλήψεως το οποίον εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Εφετείου Μασσαλίας της Γαλλίας κατά του εκκαλούντος Έλληνος υπηκόου. Το άνω ένταλμα εκδόθηκε προκειμένου να συλληφθεί και να μεταχθεί ενώπιον των Δικαστικών αρχών της Μασσαλίας ο εκκαλών Έλληνας εκζητούμενος, προκειμένου να του ασκηθεί εκεί ποινική δίωξη για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η οποία στις 8,9, και 10 Σεπτεμβρίου 2004, εισήγαγε στη Γαλλική επικράτεια 6.824 τόνους λαθραίων σιγαρέτων, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται, σύμφωνα με τα άρθρα 7, 414, 417 επόμ., 432 και 435 του Γαλλικού Τελωνειακού Κώδικα και τιμωρείται στη Γαλλία με ανώτατη προβλεπόμενη ποινή κάθειρξη δέκα ετών. Στην Ελλάδα η ίδια πράξη δεν τιμωρείται κατά το άρθρο 187 παρ.1 και 3 του ΠΚ, ούτε ως κακούργημα της παρ.1, ούτε ως πλημμέλημα της παρ.3 "συμμορία", διότι το αδίκημα της παράνομης εισαγωγής σιγαρέτων, ως τελωνειακή παράβαση ή λαθρεμπορία, δεν είναι κακούργημα, το δε αδίκημα αυτό δε συμπεριλαμβάνεται σε εκείνα τα αδικήματα που περιοριστικά αναφέρονται στην παρ.1 του 187 ΠΚ, ότι τη διάπραξη τους πρέπει να επιδιώκει η συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση. Όμως, κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ.2 εδαφ. α του ν. 3251/2004, η εκτέλεση του άνω εντάλματος επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, γιατί αφορά την αξιόποινη πράξη της εγκληματικής οργάνωσης και η προβλεπόμενη γιαυτή ποινή, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Γαλλικού δικαίου, κατά το ανώτατο όριο, είναι τουλάχιστον τρία έτη και μέχρι δέκα έτη. Ο εκζητούμενος συνελήφθη στην Αθήνα στις 19-9-2008, δυνάμει της με αριθ. 57/19-9-2004 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δεν συγκατατίθεται στην έκδοσή του, πλην όμως είναι το ίδιο πρόσωπο που αφορά το υπό κρίση ένταλμα σύλληψης των Γαλλικών Δικαστικών αρχών. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστικού λειτουργού που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3251/2004, ήτοι ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξεως που αποδίδεται στον εκζητούμενο, το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται γι' αυτή κατά το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος, την περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως της αξιόποινης πράξεως και διάφορες άλλες πληροφορίες σχετικές με αυτή και τις συνέπειές της και πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του, κατά τον ν. 3251/2004. Η πιο πάνω αξιόποινη πράξη της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, για την οποία κατηγορείται ο εκζητούμενος Ελληνας, έχει τελεσθεί στη Γαλλία, κράτος - μέλος της Ε.Ε. και γι' αυτό ζητείται η προσαγωγή του στις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές της Μασσαλίας της Γαλλίας, για να διωχθεί σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Γαλλικού Νόμου. Εξάλλου κατά του εκζητουμένου Έλληνας· υπηκόου (ημεδαπού) δεν προκύπτει, ούτε ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη. Περαιτέρω δε η διαμεταγωγή του στην Ελλάδα, προκειμένου να εκτίσει την ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί, διασφαλίζεται με την προσαγόμενη, σε νόμιμη μετάφραση από 2/10/2008 "διαβεβαίωση" του Εισαγγελέα του Εφετείου της Μασσαλίας, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (βλ. προσαγόμενο έγγραφο του Εισαγγελέα της Μασσαλίας FLORENT PASCAL προς το Εφετείο Αθηνών, πρωτοκολλημένο στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με αριθμό .....), επί πλέον δε συντρέχουν, στην κρινόμενη υπόθεση, όλες οι θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν όλες οι προβλεπόμενες στο ν. 3251/2004 περιπτώσεις της υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτελέσεως του άνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 αυτού. Περαιτέρω ο εκκαλών - εκζητούμενος ισχυρίζεται στην έφεσή του ότι η εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος σύλληψης και η παράδοσή του στις Γαλλικές αρχές αντίκειται στις διατάξεις 5 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος. Όμως οι διατάξεις αυτές που ορίζουν ότι "Ολοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση, εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων..., Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας και απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιοδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ'αυτήν...", δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεσπίζουν απαγόρευση εκδόσεως Έλληνος υπηκόου σε οποιοδήποτε ξένο κράτος. Τοιαύτη απαγόρευση έκδοσης Ελλήνων πολιτών δεν κατοχυρώνεται, ούτε από τις προαναφερόμενες, ούτε από καμία άλλη συνταγματική διάταξη ή ισχύον Συνταγματικό έθιμο ή από την ΕΣΔΑ, ενώ η άρση με την εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη της από 13/6/2002 Αποφάσεως - Πλαισίου της Ε.Ε. της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών συμπορεύεται με την προώθηση της δικαστικής συνεργασίας και την κοινή τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία με απόφαση - πλαίσιο έχουν αναλάβει ομόφωνα σχετικές δεσμεύσεις στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με απώτερο στόχο την από κοινού εγκαθίδρυση ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, σύμπνοιας και δικαιοσύνης. Η άνω διάταξη δε του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 στηρίχθηκε στην από 13/6/2002 Απόφαση- Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ε.Ε " για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών", που εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 31 στοιχ. α, β και 34 παρ.2 στοιχ. β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. η' του ν. 3251/2004, που επιτρέπει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ημεδαπού, με σκοπό την ποινική δίωξη, α) αν ο ημεδαπός αυτός δε διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη και β) αν διασφαλιστεί ότι θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, για να εκτίσει σε αυτό την τυχόν επιβληθείσα αργότερα σε αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας, δεν αντίκειται στις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ ή στη διάταξη του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και τούτο διότι ως ειδική υπερισχύει της γενικής εκείνης του άρθρου 438 εδ. α' του ΚΠοινΔ και έχει αυτή εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθώς επίσης υπερισχύει και των νόμων 2718/1999 και 2787/2000 με τους οποίους κυρώθηκαν, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η από 27/9/1996 σύμβαση για την έκδοση μεταξύ των μελών της Ε.Ε. και η από 10/3/1999 σύμβαση για την απλούστευση της διαδικασίας έκδοσης μεταξύ των μελών της Ε.Ε. αντιστοίχως. Και ναι μεν με τον πρώτο των ως άνω νόμων (2718/1999 άρθρο 7 παρ.2 και 3), η Ελληνική Πολιτεία είχε διατυπώσει επιφυλάξεις στην έκδοση ημεδαπών, εκ τούτου όμως δεν συνάγεται, ως αβασίμως υποστηρίζει με το υπόμνημα του ο εκκαλών, δημιουργία εθίμου και δη συνταγματικού, αποκλείοντας την έκδοση ημεδαπού, τοσούτον μάλλον, αφού με την ρητή διάταξη του άρθρου 38 του ν. 3251/2004, οι με τους άνω νόμους κυρωθείσες συμβάσεις αναφορικά με την έκδοση, δεν εφαρμόζονται πλέον στις σχέσεις κρατών μελών της Ε. Ε. Άλλωστε στους κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν αναπτυχθεί πλέον μεταξύ των κρατών μελών της, αρχές αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου και δεν έχει σήμερα κανένα λόγο ύπαρξης το εμπόδιο αυτό μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στήριξης της απαγόρευσης, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει γι' αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με τις διαγραφόμενες στον άνω νόμο διασφαλίσεις, είναι πλέον αδικαιολόγητοι. Συνεπώς οι συναφείς λόγοι της εφέσεως, για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 11 στοιχ. στ' του ν. 3251/2004, για το μη επιτρεπτό της εκδόσεως Έλληνος υπηκόου κατά το άρθρο 438 του ΚΠοινΔ, το άρθρο 6 του ΠΚ και τους προγενέστερους της εκδόσεως νόμους και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για εσφαλμένη εφαρμογή του αυτού άρθρου 11 στοιχ. η' του ν. 3251/2004, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και, εντεύθεν, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών το οποίο με τη προσβαλλόμενη απόφαση του, αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε και πρέπει να απορριφθούν, οι σχετικοί λόγοι εφέσεως, ως αβάσιμοι. Επίσης είναι απορριπτέος και ο λόγος εφέσεως ότι δε πρέπει να εκτελεσθεί το ένδικο ένταλμα σύλληψης, διότι, κατά τα άρθρα 6 και 8 του Ελληνικού ΠΚ, μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη και εδώ στην Ελλάδα για την ίδια πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στη Γαλλία, διότι η δυνατότητα αυτή δεν εμποδίζει κατά τον παραπάνω νόμο την εκτέλεση του εντάλματος των Γαλλικών Δικαστικών αρχών, αφού δεν τίθεται τέτοια προϋπόθεση, παρά μόνο να μην έχει ήδη ασκηθεί στην Ελλάδα τέτοια δίωξη (άρθρο 11 εδαφ. η' του ν. 3251/2004) και πράγματι δεν έχει ασκηθεί κατά του εκκαλούντος εκζητουμένου τέτοια ποινική δίωξη. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη έφεση, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). Περαιτέρω, και η με αυτοτελές δικόγραφο, παραδεκτά ασκηθείσα, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ν. 3251/2004, από 20-10-2008 αίτηση του άνω εκζητουμένου ημεδαπού, να απολυθεί από τις φυλακές, "για το λόγο ότι η συνεχιζόμενη κράτηση του από 19-9-2008 που συνελήφθη, είναι παράνομη, καθόσον έχει υπερβεί το όριο των 30 ημερών που ορίζει το άρθρο 15 παρ.3 εδ. τελευτ. του ν. 3251/2004 και έχει υπερβεί τις 10 ημέρες, ενώ είναι οκταήμερη η προθεσμία που ορίζει το άρθρο 22 παρ.2 του ν. 3251/2004 για να αποφανθεί ο Άρειος Πάγος, από της ασκήσεως την 9-10-2008, επί της κρινόμενης εφέσεώς του" μετά την ως άνω απόρριψη της εφέσεως του εκζητουμένου, είναι απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία τη με αριθμό εκθέσεως 166/9-10-2008 έφεση του Χ κατά της με αριθμό 71/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποίαν αποφασίστηκε η εκτέλεση του με αριθμό 04/619537/11-9-2008 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Εφετείου της Μασσαλίας Γαλλίας, που τον αφορά. Απορρίπτει την από 20-10-2008 αίτηση του άνω εκζητουμένου. Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση Έλληνα σε Δικαστικές Αρχές Γαλλίας με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη η έφεση. 1) Η διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. στ΄ του Ν. 3251/2004, που επιτρέπει την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης σε βάρος και ημεδαπού, δεν αντίκειται σε Συνταγματικό έθιμο, ούτε οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. α΄ και 4 εδ. α΄ του Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΑΠ 1083/2008). 2) Επί της ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασίας εκδικάσεως της εφέσεως του εκζητουμένου κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, δεν προβλέπεται από την ποινική δικονομία άσκηση πρόσθετων λόγων εφέσεως και οι σχετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. 3) Απορριπτέα και η αυτοτελής αίτηση του εκζητουμένου ημεδαπού, να απολυθεί από τις φυλακές για το λόγο ότι η συνεχιζόμενη κράτησή του από 19-9-2008 που συνελήφθη: α) έχει υπερβεί τις 30 ημέρες που ορίζει το άρθρο 15 παρ. 3 εδ. τελευτ. του Ν. 3251/2004, διότι η άνω προθεσμία τάσσεται στον Εισαγγελέα Εφετών για να ενεργήσει τα δέοντα για την εκτέλεση του εντάλματος, και β) έχει υπερβεί τις 10 ημέρες η 8ήμερη προθεσμία που ορίζει το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3251/2004 για να αποφανθεί ο Άρειος Πάγος, από της ασκήσεως την 9-10-2008, της κρινόμενης εφέσεως του εκζητουμένου, διότι η άνω προθεσμία είναι ενδεικτική της πρόνοιας του νομοθέτη να εκδικάζονται σύντομα οι υποθέσεις εκτέλεσης των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και η υπέρβασή της δε συνεπάγεται καμία ακυρότητα, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 2 του ιδίου Νόμου που ορίζει ότι, στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του, η τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος, ήτοι η απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδικάζει την έφεση του εκζητουμένου, λαμβάνεται εντός εξήντα ημερών από την σύλληψή του που έγινε στις 19-9-2008, προθεσμία που δεν έχει παρέλθει και επομένως η κρινόμενη ως άνω από 20-10-2008 αίτηση του εκζητουμένου ημεδαπού είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 2365/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 66-67/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 579/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. στ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρ. 20 παρ. 1 περ. στ του ΚΝΝ 3459/06) τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, καλλιεργεί ή συγκομίζει οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης, ενώ, με το άρθρο 8 του Ν. 1727/1987 (ήδη άρ. 23 του ΚΝΝ) θεσπίσθηκε ειδική υποτροπή, η οποία ισχύει πέραν της γενικής υποτροπής, που συντρέχει όταν ο δράστης τέλεσης πράξης παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών είχε καταδικασθεί προηγουμένως αμετακλήτως για παράβαση του ίδιου νόμου σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Ο τοξικομανής δράστης, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως τιμωρείται, κατά τα ρητώς οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 1729/87 (ήδη άρ. 30 παρ. 4 του ΚΝΝ). Η καλλιέργεια πραγματώνεται με την ενέργεια των κατάλληλων γεωργικών εργασιών, όπως η περιποίηση, το πότισμα, η λίπανση, η μεταφύτευση, καθώς και κάθε άλλη πράξη που ευνοεί την ανάπτυξη του φυτού. Το αδίκημα είναι τετελεσμένο με την επιχείρηση οποιασδήποτε πράξης γεωργικής παραγωγής, χωρίς να απαιτείται βεβαιότητα ευδοκίμησης και παραγωγής ναρκωτικής ουσίας από το καλλιεργούμενο φυτό. Περαιτέρω η συγκομιδή του εν λόγω φυτού, τελείται με την αποκοπή των καταλλήλων φύλλων ή κορυφών ή ολόκληρου του φυτού για περαιτέρω επεξεργασία. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων [45 ΠΚ], όταν οι δράστες ενεργούν με κοινό δόλο, ακόμη και αν ο καθένας τελεί διαφορετικές πράξεις καλλιέργειας, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων που τελεί έκαστος. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την 66-67/2008 προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό συνδυαζόμενο με το διατακτικό, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "..... Κατά τις 8-6-2006 και ώρα 07.00', αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Πύργου, έχοντας υπηρεσιακές πληροφορίες ότι οι κατηγορούμενοι ... και καλλιεργούσαν φυτά ινδικής κάνναβης πλησίον της οικίας του πρώτου από αυτούς και αφού εντόπισαν το χώρο της φυτείας, και έθεσαν αυτή υπό φρούρηση, αντιλήφθηκαν τους κατηγορουμένους να εισέρχονται στη φυτεία και με ψαλίδι να κόβουν τμήματα των φυτών (συγκομίζοντας 90 γραμμάρια από αυτά) αμέσως δε τους συνέλαβαν. Οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει το επικλινές έδαφος με λιθόκτιστους τοίχους (πεζούλια) σε τρεις βαθμίδες, εμβαδού 100, 100 και 50 τετρ. μέτρων περίπου, όπου καλλιεργούσαν 99, 62 και 50 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης αντιστοίχως (συνολικά 201), ύψους κυμαινόμενου από 0,20 έως 1,5 μέτρα. Οι τρεις συνεχόμενες φυτείες περιβάλλονταν από υψηλά δένδρα (πουρνάρια κ.λ.π), που αποτελούσαν γι' αυτές φυσική κάλυψη και ποτίζονταν με νερό διοχετευόμενο με πλαστικό σωλήνα (λάστιχο) από την ευρισκόμενη σε απόσταση 300 περίπου μέτρων οικία του πρώτου κατηγορουμένου στην άκρη του .... Στον περιβάλλοντα χώρο των φυτειών υπήρχαν σκαπτικά εργαλεία (φτυάρι και κασμάς) παλαιά τεμάχια πλαστικών σακκουλιών και νάϋλον, άδεια μπουκάλια, φύλλα της εφημερίδας Εspresso από 6 και 8-9-2005 και τμήματα 31 κορμών από φυτά ινδικής κάνναβης που είχαν μόνο το ριζικό τους σύστημα (τα φυλλώματα είχαν συγκομισθεί) και ήταν από προηγούμενες καλλιεργητικές περιόδους, όπως άλλωστε παραδέχθηκαν ενώπιον του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού και οι κατηγορούμενοι, προσδιορίζοντας τον αριθμό των δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης που καλλιέργησαν κατά το προηγούμενο έτος σε 30 ο πρώτος και 40 ο δεύτερος από αυτούς. Στην κατοχή των κατηγορουμένων βρέθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα, ενώ ο πρώτος έφερε επάνω του για δική του αποκλειστική χρήση (κατά τα δεκτά γενόμενα με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δεν εκκαλείται κατ' αυτό το σκέλος της) 27 δισκία μεθαδόνης και 1,2 γραμμάρια ινδικής κάνναβης, είχε δε αποκτήσει αυτός την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις. Οι κατηγορούμενοι ομολογούν την πράξη τους και ισχυρίζονται κατ' αρχήν ότι προόριζαν τα ναρκωτικά για ιδία αποκλειστικώς χρήση, ο δε πρώτος επί πλέον, ότι ήταν, λόγω της τοξικομανίας του, άτομο ηλαττωμένου καταλογισμού. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι προόριζαν τα ναρκωτικά που θα συνέλεγαν από τα 201 φυτά της ινδικής κάνναβης - συνολικής ποσότητος κυμαινόμενης από 1000 (200Χ500 γραμ.) μέχρι 3.000 (200Χ1,500 γραμ.) χιλιόγραμμα - για δική τους αποκλειστική χρήση (άρθρο 12 §1 και 13 §4, 5 Ν. 1729/1987), είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, λόγω του υπερβολικού μεγέθους της αναμενόμενης να συγκομισθεί ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και της έλλειψης της ελάχιστης λογικής πιθανότητας να αποτελούσε ένας τέτοιος σκοπός το κίνητρο αυτής της πράξεως των κατηγορουμένων, αφού θα προϋπόθετε μέριμνα ικανοποίησης των αναγκών τους για ναρκωτικά επί πολλές δεκαετίες, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα προφύλαξης των ναρκωτικών από τον κίνδυνο αλλοίωσης τους μετά πάροδο λίγων ετών. Επίσης απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, είναι και ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου περί ηλαττωμένου καταλογισμού (άρθρο 36 Π.Κ.), καθ' όσον πέραν του γεγονότος ότι στην τοξικομανία του, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς μπορούσε να ασκήσει ο ίδιος μέτρα βελτιωτικά, μεταπίπτοντας από τη χρήση ηρωίνης στη χρήση ινδικής κάνναβης (στης οποίας την καλλιέργεια επιδιδόταν), δεν αποδεικνύεται ότι είχε περιέλθει, κατά την περίοδο της Άνοιξης και του Θέρους του 2006, λόγω της τοξικομανίας του, σε τέτοια κατάσταση, ώστε να έχει μειωμένη ουσιώδη ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό. Άλλωστε σε μία τέτοια περίσταση θα είχε και άλλες παράλληλες εκδηλώσεις παρεκκλίνουσες συμπεριφοράς, οι οποίες δεν προέκυψαν (πέραν εκείνων που ανάγονταν στην τρέχουσα ανάγκη του για χρήση ναρκωτικών). Περαιτέρω δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 εδ. β', δ' και ε', καθόσον τα αίτια που τον ώθησαν στην καλλιέργεια των 201 φυτών ινδικής κάνναβης ήταν ταπεινά (κερδοσκοπία με καταστροφικές συνέπειες για τους αγοραστές, τους μη εθισμένους στη χρήση ναρκωτικών) και η διαγωγή του υπό καθεστώς κράτησης του στις φυλακές, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα της πράξης του και το μικρό χρόνο κράτησης του δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση χορήγησης σ' αυτόν ελαφρυντικού, ούτε αποτελούν απόδειξη ειλικρινούς μεταμέλειας του, εφόσον δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες ενέργειες άρσης ή περιορισμού των συνεπειών των εγκλημάτων του. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην τελευταία πριν από την τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων του 10ετία είχε καταδικασθεί για κακουργηματική παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (ως τοξικομανής και πάλι) σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών με την υπ' αριθ. 57/1-10-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Επομένως πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι ως τοξικομανείς (όπως έχει αναγνωρισθεί πρωτοδίκως) καλλιέργειας και συγκομιδής φυτών ινδικής κάνναβης, ο πρώτος ως υπότροπος και ο δεύτερος με το ελαφρυντικό του προτέρου έντιμου βίου (άρθρο 84§2 α' Π.Κ.), που έχει αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως. Επειδή από το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου για εισαγωγή του σε ειδικό θεραπευτικό κατάστημα σωματικής απεξάρτησης, το οποίο να προσδιορίζει το Δικαστήριο, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο καθ' όσον το εν λόγω μέτρο δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες τόσο της γενικής όσο και της ειδικής πρόληψης της ποινής στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε με βάσιμη πιθανότητα προβλέπεται ότι θα επέφερε τον προβαλλόμενο ως επιδιωκόμενο από τον κατηγορούμενο σκοπό της σωματικής απεξάρτησης του, και ότι δεν θα αποτελούσε πρόσχημα για να αποφύγει αυτός την έκτιση του υπολοίπου της ποινής του. Επομένως πρέπει να περιληφθεί μόνον η διάταξη της πρωτόδικης απόφασης "περί εισαγωγής του κατηγορουμένου σε ειδικό τμήμα καταστήματος κράτησης (άρθρο 32 §1 ν. 3459/2006)", διότι διαφορετικά θα προσέκρουε η μεταχείριση του κατηγορουμένου στη διάταξη του άρθρου 470 Κ.Π.Δ.". Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι- κρίθηκαν ένοχοι ως τοξικομανείς του ότι στο ..., με πρόθεση: "Ι.- Από κοινού, καλλιέργησαν ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και ειδικότερα: α) Σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε από την Ανάκριση, πάντως όμως από τις αρχές της Άνοιξης έως και τις 8 Ιουνίου 2006, εντός δασικής εκτάσεως που κείται πλησίον της οικίας του πρώτου, σε τρεις ειδικά διαμορφωμένους χώρους ("καβάτζες"), εκτάσεως 100, 100 και 50 τ.μ., καλλιέργησαν δενδρύλλια ινδικής κάνναβης με σκοπό την εμπορία, ήτοι 108 (εκ των οποίων τα 9 μέσα σε πλαστικές σακούλες φυτωρίου), 62 και 30, αντιστοίχως, και συνολικά " 200 δενδρύλλια αυτής της ουσίας, τα οποία με τις κατάλληλες περιποιήσεις, όπως σκάλισμα, πότισμα, λίπανση, κατά το χρόνο εντοπισμού τους από τους αστυνομικούς (8.6.2006) είχαν αναπτυχθεί σε ύψος 0,10 έως 1,50 μ. με σκοπό να τα διαθέσουν προς πώληση. 2.- Συγκόμισαν ναρκωτικά με σκοπό την εμπορία και ειδικότερα σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε από την Ανάκριση, πάντως μέσα στο μηνιαίο διάστημα από 8/5 έως 8/6/2006 συγκόμισαν από τα παραπάνω υπό στοιχ. α δενδρύλλια ποσότητα 90 γραμμαρίων. Ο πρώτος κατηγορούμενος (...) τέλεσε τις πράξεις αυτές ως υπότροπος, γιατί έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης 10ετίας και συγκεκριμένα με την υπ' αριθ. 57/1.10.2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών, όπως προκύπτει από το ποινικό μητρώο του". Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 του Π.Κ, και άρθρ. 4, 5§§1, 3 Πιν. Α6, Β4, 5 §1 περ. στ' 2, και 8 του Ν 1729/1987, όπως το άρθρ. 5 αντικ-με αρθρ. 10 του Ν. 2161/1993 και το άρ. 8 από το άρ. 2 παρ. 15 ν. 2479/97 και 5 παρ. 1 του ν. 3189/2003, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ως υπότροπος και τοξικομανής. IIΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Πατρών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική διάταξή του για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως υπότροπος και τοξικομανής, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων πιο πάνω εγκλημάτων της παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάσθηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Δικαστήριο με τις παραδοχές του ότι, ενόψει του μεγάλου αριθμού των καλλιεργουμένων δενδρυλλίων και του υπερβολικού μεγέθους της αναμενόμενης να συγκομισθεί ποσότητας ινδικής κάνναβης, την οποία υπολογίζει σε 500-1500 γραμμάρια, ανά δενδρύλλιο, κατά μέσο όρο, που επαρκούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες των κατηγορουμένων για πολλά χρόνια, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα συντηρήσεως της ποσότητας αυτής επί τόσα έτη, αποκλείεται και η "ελάχιστη λογική πιθανότητα", να προόριζαν οι κατηγορούμενοι τις καλλιεργούμενες αυτές ποσότητες για δική τους αποκλειστική χρήση, (άρθρο 12 §1 και 13 §4, 5 Ν. 1729/1987), αλλά, αντιθέτως, εξ αυτού προκύπτει ότι προόριζαν αυτές για εμπορία, με πληρότητα αιτιολόγησε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού των κατηγορουμένων και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες, ενώ η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι οι πιο πάνω υπολογισμοί είναι αυθαίρετοι και η ποσότητα που πράγματι μπορούσε να παραχθεί ήταν πολύ μικρότερη και κάλυπτε απλώς τις ανάγκες του ίδιου και του συγκατηγορουμένου του (20-30 γραμ. ημερησίως), πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι, συνεπώς, απαράδεκτη. Επίσης το Δικαστήριο αιτιολογημένα καταδίκασε τον αναιρεσείοντα ως υπότροπο, με την έννοια του άρ. 8 του ν. 1729/87 (άρ.23 ΚΝΝ 3459/06), δεχόμενο ρητώς ότι αυτός στην τελευταία πριν από την τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων του 10ετία είχε καταδικασθεί για κακουργηματική παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (ως τοξικομανής και πάλι) σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών με την 57/1-10-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ενώ αιτιολογημένα απέρριψε και τον περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό (άρ. 36 ΠΚ), λόγω της τοξικομανίας του, ισχυρισμό του. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος " περί επιτρεπτής και επιβαλλομένης μεταβολής της κατηγορίας από καλλιέργειαν και εν μέρει συγκομιδή εις προμήθεια δια καλλιέργειας προς ιδίαν αποκλειστική χρήσιν", πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. ΙV. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ. β), το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ. δ) και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ. β), πρέπει να εκτίθενται τα αίτια αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης στην τρίτη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των πιο πάνω τριών ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, δηλαδή " αίτια ευφορίας ή αίτια κερδοσκοπίας ... αλλά ελαυνόμενος από το κίνητρον απεξαρτήσεώς από την πολυτοξικομανία" του, μη επιτρέποντας στον εαυτό του "να γίνη κλέπτης, ληστής, έμπορος ναρκωτικών ή εγκληματίας γενικώτερα για να ικανοποιήσει το πάθος του". Το Πενταμελές, όμως, Εφετείο, απορρίπτοντας με την προαναφερόμενη ειδική αιτιολογία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι καλλιεργούμενες από αυτόν και τον συγκατηγορούμενό του πιο πάνω ποσότητες ινδικής κάνναβης δεν προορίζονταν για δική τους αποκλειστική χρήση, αλλά για εμπορία, αιτιολογημένα απέρριψε, ακολούθως, και το στηριζόμενο στην αβάσιμη αυτή προϋπόθεση ( δηλαδή στην καλλιέργεια της ινδικής κάνναβης για δική του αποκλειστικά χρήση) αίτημα, για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού. Επίσης ο αναιρεσείων, ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας, επικαλούμενος ότι α). Είχε ζητήσει και να μετέχει στο δημόσιο πρόγραμμα απεξάρτησης (18ΑΝΩ) και μάλιστα ορίσθηκε στο Πρόγραμμα αυτό βοηθός Κοινωνικής Υπηρεσίας. β) Παρακολουθείται ψυχιατρικώς εντός των Φυλακών με αισθητή βελτίωση της καταστάσεως του και προεχόντως με "ίδιες" προσπάθειες. γ) Δεν προέβαλε αντίσταση κατά την σύλληψή του, ούτε προσεπάθησε να παραπλανήσει τα αστυνομικά όργανα. δ) υπέδειξε που ήταν τα ναρκωτικά που κατείχε για δική του χρήση. ε) Μόνος του υποβάλλεται συνεχώς σε προσπάθεια αυτοθεραπείας. Το Πενταμελές Εφετείο με τις παραδοχές του ότι ο αναιρεσείων κατελήφθηκε επ'αυτοφώρω να διαπράττει τα αδικήματα, για τα οποία κρίθηκε ένοχος, υπό τις περιγραφόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνθήκες, που δεν επέτρεπαν την αντίσταση αυτού, αλλά και δεν υπήρχε ανάγκη υποδείξεως του τόπου που βρίσκονταν τα ναρκωτικά, αποκρούει, όπως αυτονοήτως συνάγεται, τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί μη αντιστάσεως αυτού και περί υποδείξεως που ήταν τα ναρκωτικά. Ακολούθως δε το Δικαστήριο δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ψευδώς, ότι τα προοριζόμενα για εμπορία ναρκωτικά προοριζόταν δήθεν αποκλειστικά για δική του αποκλειστικά χρήση, ισχυρισμός που από μόνος του αναιρεί τον περί ειλικρινούς μεταμέλειας ισχυρισμό του, αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα για την αναγνώριση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αιτιολογία για την απόρριψη του λόγω ισχυρισμού και χωρίς να απαιτείται ειδική αντίκρουση των όσων ο αναιρεσείων εκθέτει για τις προσπάθειες απεξαρτήσεως από τα ναρκωτικά, αφού τα περιστατικά αυτά δεν συνδέονται με ειλικρινή μεταμέλεια αυτού για τα εγκλήματα που διέπραξε (αλλά για την υποστηριζόμενη υπ' αυτού διαπραχθείσα πράξη, ως τοξικομανούς, της καλλιέργειας- συγκομιδής ναρκωτικών για δική του χρήση). Τέλος, ο αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι, "έστω και υπό συνθήκας εγκλεισμού - προσωρινής κρατήσεως συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ήτοι από τον Ιούνιο 2006 μέχρι και σήμερον", καθ' όσον: συμμορφώθηκε στους κανονισμούς της φυλακής με διαγωγή αρίστη, έχοντας μάλιστα τιμηθεί και ορισθεί βοηθός κοινωνικής υπηρεσίας και μολονότι ωδηγήθηκε στις φυλακές, δεν αλλοιώθηκε ο χαρακτήρας του, ούτε εξεδήλωσε αντιδραστικές τάσεις και συμπεριφέρθηκε επί διάστημα - κατά τρόπον "προσάδοντα σε βαθέως και ειλικρινώς μετανοημένο άτομο που εμφορείται από την συναίσθηση του κακού που έκαμε με την αμέλεια του". Με αυτό το περιεχόμενο ο προταθείς ισχυρισμός, για τη χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού, είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τον θεμελιώνει. Συγκεκριμένα η αναφορά και μόνο ότι ο αναιρεσείων συμμορφώθηκε στους κανονισμούς της φυλακής και ορίσθηκε βοηθός κοινωνικής υπηρεσίας και δεν αλλοιώθηκε ο χαρακτήρας του στις φυλακές, ούτε εξεδήλωσε αντιδραστικές τάσεις και συμπεριφέρθηκε ως ειλικρινώς μετανοημένο άτομο, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών καλής συμπεριφοράς, πέραν της συνήθους συμπεριφοράς που υποχρεούνται οι κρατούμενοι στις φυλακές να τηρούν, συμμορφούμενοι στους σχετικούς κανονισμούς της φυλακής, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον περί καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, επομένως, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας κατ' ουσία, στον ισχυρισμό αυτού, περί καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, με αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο αιτιολογία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, (απορριπτομένων ως απαραδέκτων των προσβαλλομένων προσθέτων λόγων αναίρεσης με το μετά την συζήτηση της υποθέσεως υποβληθέν υπόμνημα), πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και ο πρόσθετος αυτής λόγος να απορριφθούν, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-3-2008 αίτηση αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 2558/19-3-08)) του ..., για αναίρεση της 66-67/7-2-08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. - Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Από κοινού καλλιέργεια δενδρυλλίων ινδικής καννάβεως και συγκομιδή. Καταδίκη ως υπότροπος (άρθρο 8 Ν. 1727/1987) και τοξικομανής. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων. Απόρριψη ισχυρισμού περί προμήθειας δια καλλιέργειας και συγκομιδής προς ιδίαν αποκλειστική χρήση. Ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων, της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 παρ. 2 β΄, δ΄ και ε΄ Π.Κ.). Πότε είναι ορισμένοι οι ισχυρισμοί για ελαφρυντικά. Απορρίπτει αναίρεση.
Ναρκωτικά
Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
0
Αριθμός 2364/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μοίρα, περί αναιρέσεως της 17/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1603/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται. Η διάταξη αυτή δεν διαλαμβάνει καμία εξαίρεση ακόμη και αν ο ασκών την αναίρεση κρατείται στη φυλακή, ο οποίος, όμως, έχει την ευχέρεια να ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμά του με αντιπρόσωπο που να έχει ειδική εντολή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται αυτό απαράδεκτο από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, κρατούμενος στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, παραλλήλως προς το παραδεκτό ένδικο μέσο της αναίρεσης, που άσκησε δια του έχοντος ειδική εξουσιοδότηση προς τούτο δικηγόρου του, άσκησε με το από 14/1/2008 με έγγραφο, που διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το 328/14-1-2008 έγγραφο, από την Προϊσταμένη της Διεύθυνσης του πιο πάνω Νοσοκομείου, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι για την άσκησή τους δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ διατυπώσεις, αφού το έγγραφο που περιέχει αυτούς δεν κατατέθηκε στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και δεν συντάχθηκε επ' αυτού ατελώς σχετική έκθεση, όπως ορίζεται στην πιο πάνω διάταξη. ΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Επίσης, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και τα κυνηγετικά όπλα (παρ. 1 στοιχ. β), κατά δε τα άρθρα 10 παρ. 3, 13, και 14 του Ν. 2168, τιμωρείται με τις στις διατάξεις αυτές προβλεπόμενες ποινές, όποιος, το μεν φέρει όπλα (οπλοφορεί), χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, το δε, με χρήση όπλου, διαπράττει κακούργημα ή πλημμέλημα, από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί. Οι κάτοχοι κυνηγετικών όπλων υποχρεούνται εντός τριάντα ημερών από την απόκτησή τους να ζητήσουν τον εφοδιασμό τους με άδεια κατοχής, η οποία χορηγείται από την αστυνομική αρχή του τόπου κατοικίας τους (άρ. 8 παρ. 1). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, όπως προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης 315-319/2007 απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο), της παράνομης κατοχής όπλου και οπλοχρησίας. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε, τα εξής. "...1. Ο κατηγορούμενος, που είναι διαζευγμένος και είχε εμπλακεί στο παρελθόν σε επεισόδια βίας με τον πεθερό και τη γυναίκα του, ζει μόνος στο πατρικό του σπίτι, στο χωριό ..... του Δήμου ..... του Ν. ..... . Απέναντι από το σπίτι του, βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας Ψ. Οι σχέσεις του κατηγορουμένου με τα μέλη της οικογένειας αυτής δεν ήσαν καλές, διότι, όπως λέχθηκε από τους μάρτυρες και τον ίδιο, στο πρόσφατο παρελθόν α) η Ψ1 (μητέρα του πολιτικώς ενάγοντος) είχε κατονομάσει τον κατηγορούμενο ως υπαίτιο κλοπής ελαιολάδου σε βάρος του κοινού γείτονα Α, πράξη για την οποία οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη (βλ. τις καταθέσεις αμφοτέρων) και β) ο Ψ2 (αδελφός του πολιτικώς ενάγοντος) απέδιδε στον κατηγορούμενο την απώλεια των κλειδιών του κινητήρα κάποιου οχήματος (ή μηχανήματος, διότι δεν διευκρινίσθηκε). Την 18 Αυγούστου 2005 και περί ώρα 23:30, όταν ο Ψ2 επέστρεφε από το ψάρεμα στο σπίτι του, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο έξω από αυτό. Με αφορμή που δεν προσδιορίσθηκε, προκλήθηκε φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους, με δυνατές φωνές, ύβρεις και απειλές εκατέρωθεν, που έγινε αντιληπτό από τους περίοικους. Έτσι, βγήκαν για να δουν τι συμβαίνει α) ο Α, που συνέστησε στους δύο φωνασκούντες να σταματήσουν τον καβγά και να πάνε στα σπίτια τους (βλ. κατάθεση του), β) ο πολιτικώς ενάγων, που όταν άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα του σπιτιού για να κατευθυνθεί προς το μέρος των δύο ανδρών, δέχθηκε προτροπή από τον αδελφό του (που μετά τη σύσταση του Α είχε αρχίσει να απομακρύνεται) να ξαναμπεί στο δωμάτιο του, όπου προηγουμένως (ο πολιτικώς ενάγων) βρισκόταν με τη μνηστή του και όπου, πράγματι, επέστρεψε (βλ. κατάθεση του) και γ) η Ψ1, που είδε τη λήξη αυτού του επεισοδίου και κατόπιν έπιασε κουβέντα με το γείτονα Α (βλ. κατάθεση της). 2. Στο σπίτι του επέστρεψε και ο κατηγορούμενος. Λίγο αργότερα, όμως, ξαναβγήκε από αυτό κρατώντας ένα όπλο και εκστομίζοντας απειλές. Αρχικά πλησίασε προς τον Α, ο οποίος, έντρομος και με τα χέρια ψηλά, τον παρακάλεσε να μην κάνει κάτι κακό (βλ. κατάθεση του). Ακούγοντας τις φωνές ξαναβγήκε στο μπαλκόνι και ο πολιτικώς ενάγων. Τότε ο κατηγορούμενος (που τον αντιλήφθηκε αμέσως, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η προσοχή του ήταν συγκεντρωμένη προς το σπίτι και τα μέλη της οικογένειας Ψ) στράφηκε εναντίον του, σημάδεψε από το δρόμο προς το μέρος της κεφαλής και πυροβόλησε μια φορά. Τα περισσότερα από τα σκάγια κτύπησαν σε ένα μεταλλικό υποστύλωμα που κατά σύμπτωση βρέθηκε στην τροχιά τους, μπροστά από το πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος και στον τοίχο της οικοδομής, ακριβώς δίπλα στο κεφάλι του (λόγω της φυσικής διασποράς τους). Κάποια από αυτά, όμως, τον κτύπησαν στο δεξιό μέρος του προσώπου, στο δεξιό αυτί και στο δεξιό μάτι, όπου και προκάλεσαν τη σοβαρότερη βλάβη (παρά τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, στις οποίες ο παθών υποβλήθηκε, η όραση του ματιού αυτού έχει περιορισθεί στο 5% (βλ. κατάθεση Ψ). Αν δεν υπήρχε το υποστύλωμα και τον εύρισκαν περισσότερα σκάγια στο πρόσωπο ή στο κεφάλι, αυτά θα ήσαν ικανά να προκαλέσουν το θάνατο του. 3. Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος πυροβόλησε εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος με πρόθεση να τον σκοτώσει. Κίνητρο του ήταν η έχθρα που έτρεφε προς την οικογένεια Ψ και η επιθυμία του να εκδικηθεί, για τις μειώσεις, τις οποίες, όπως πίστευε, είχε υποστεί εξ αιτίας κάποιων από τα μέλη της. Αφορμή αποτέλεσε η λογομαχία που λίγο πριν είχε με τον Ψ2. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι σκόπευσε εναντίον του παθόντος και επέτυχε το στόχο του. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι ο κατηγορούμενος, όταν συνελήφθη μετά την πράξη του και ρωτήθηκε "γιατί πυροβόλησες το παιδί;", απάντησε "καλά του έκανα" και κατόπιν, όταν ρωτήθηκε "το ξέρεις ότι το παιδί μπορεί να πεθάνει;" εκείνος απάντησε "δεν με νοιάζει, ας πεθάνει" (βλ. κατάθεση αστυνομικού .....). Το ότι δεν επήλθε, τελικώς, ο θάνατος του παθόντος, οφείλεται σε εξωτερικά αίτια και συγκεκριμένα στην παρεμβολή του υποστυλώματος, δηλαδή σε περιστατικό κείμενο έξω από τη βούληση του δράστη. Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας...................... 4. Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Είχε προηγηθεί, βέβαια, το επεισόδιο με τον Ψ2, αυτό, όμως, ήταν ένα απλό, φραστικό επεισόδιο. Δεν αποδείχθηκε ότι ο Ψ2 είχε μπει στο σπίτι του κατηγορουμένου ούτε ότι τον είχε δείρει αμέσως προηγουμένως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος (βλ. απολογία του). Η κρίση αυτή στηρίζεται στο ότι ούτε στο σώμα του κατηγορουμένου υπήρχαν σημάδια ξυλοδαρμού, ούτε στο σπίτι του υπήρχαν ίχνη πρόσφατης πάλης δύο ανδρών (όχι ακαταστασία, όχι αναποδογυρισμένα έπιπλα κλπ (βλ. κατάθεση Α), που προτάθηκε ανακριτικώς από τον κατηγορούμενο). Κατά συνέπεια, ο εκνευρισμός του κατηγορημένου από το προηγηθέν επεισόδιο είχε την ένταση της συνήθους ταραχής σε παρόμοιες περιπτώσεις και δεν έφθανε μέχρι του βρασμού της ψυχικής ορμής, της ιδιαίτερης έξαρσης, δηλαδή, που απαιτείται για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ. Άλλωστε, η ταραχή αυτή είχε εκτονωθεί, όταν το πρώτο επεισόδιο είχε λήξει και ο κατηγορούμενος είχε αποσυρθεί στο σπίτι του........... 5. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατείχε το κυνηγετικό όπλο χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και ότι το χρησιμοποίησε για τη διάπραξη κακουργήματος. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για τις πράξεις αυτές, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό........". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία (6-1) για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση (ένα μέλος έκρινε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τον Ψ2, αλλά ότι απέβλεπε μόνο στο να εκφοβίσει τα μέλη της οικογένειας του, πυροβολώντας τυχαία. Και ότι ο τραυματισμός του παθόντος, οφειλόταν σε αμέλεια του κατηγορουμένου). Επίσης κατά πλειοψηφία (4-3) κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την πιο πάνω πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (3 μέλη έκριναν ότι θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται ευρισκόμενος σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής). Επίσης ομοφώνως κρίθηκε ένοχος της παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου και της οπλοχρησίας, χωρίς ελαφρυντικά, ήτοι για παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 42 παρ. 1, 94, 299 παρ. 1, 375 παρ. 1α ΠΚ, 1 παρ. 1β, 10 παρ. 1, 13β και 14 του ν. 2168/1993, και του επιβλήθηκε η ποινή της κάθειρξης δέκα ετών για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ποινή φυλάκισης πέντε μηνών και χρηματική ποινή 100 ευρώ για την παράνομη κατοχή όπλου, ποινή φυλάκισης έξι μηνών για την οπλοχρησία και συνολική ποινή κάθειρξης δέκα ετών και πέντε μηνών. Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης κατοχής όπλου και της οπλοχρησίας, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, όπως εκτιμάται, με τις μοναδικές αιτιάσεις, ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης: "1. ουδέν κίνητρο είχε ο καταδικασθείς για να προβεί στην πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας αφού ή ίδια η απόφαση αναφέρει ότι: "Αφορμή αποτέλεσε η λογομαχία που λίγο πριν είχε με τον Ψ2" (αδελφό του πολιτικώς ενάγοντος). 2. ότι ο πολιτικώς ενάγων τυχαία και συμπτωματικά βγήκε στο μπαλκόνι της οικίας του που απείχε από εμέ 13 μέτρα καθ' ην στιγμή πυροβόλησε προς εκφοβισμό στον αέρα", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού στην απόφαση με πληρότητα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διέπραξε το πιο πάνω έγκλημα, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την πιο πάνω πράξη η ειδική αιτιολόγηση του "κινήτρου" του δράστη. ΙV. Περαιτέρω, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ότι η πράξη που διαπράχθηκε από αυτόν σε βρασμό ψυχικής ορμής. Η ειδικότερη δε αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση προκειμένου να στηρίξει την απόρριψη του ισχυρισμού του αυτού "αγνόησε το προσκομισθέν και επικληθέν και αναγνωσθέν έγγραφο ήτοι το υπ' αριθ. ..... πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Καλαμάτας το οποίο ανέφερε αναλυτικώς όλες τις σωματικές βλάβες που είχα υποστεί από προηγηθέντα ξυλοδαρμό μου από την οικογένεια του πολιτικώς ενάγοντος", και δέχεται αντιθέτως "ότι ούτε στο σώμα του κατηγορουμένου υπήρχαν σημάδια ξυλοδαρμού", είναι αβάσιμη. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του για την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, μεταξύ άλλων και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω αναφερόμενο ..... πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Καλαμάτας. Η αιτίαση δε ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτουν τα αντίθετα από εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο, απαραδέκτως προβάλλεται, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την θεμελίωση της παραδοχής της ότι ο αναιρεσείων αποφάσισε και εκτέλεσε το πιο πάνω έγκλημα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, απορρίπτοντας τον περί ψυχικής ορμής ισχυρισμό του, με τι πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. V. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος" (περ. γ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, ζήτησε, επικουρικά, "την αναγνώριση για τον πελάτη του, του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2γ ΠΚ και δη ότι ωθήθηκε στις πράξεις αυτές από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος". Σε σχέση με τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (84 παρ. 2 γ ΠΚ), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει λόγω της αοριστίας του, αφού σε αυτόν δεν διαλαμβανόταν τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, εντούτοις, πλέον των όσων αναπτύσσει στο περί ενοχής πιο πάνω σκεπτικό του, από τα οποία σαφώς προκύπτει ότι ουδεμία ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος προηγήθηκε, διέλαβε, επιπλέον και την ακόλουθη απορριπτική του ισχυρισμού αυτού ειδική αιτιολογία "... Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο παθών Ψ δεν είχε καμιά συμμετοχή στο φραστικό επεισόδιο, που είχε προηγηθεί μεταξύ του κατηγορουμένου και του Ψ2. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, άλλωστε, απολογούμενος είπε ότι "ο Ψ είναι το καλύτερο παιδί". Συνεπώς, δεν συνέτρεξε κάποια ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, που να ώθησε τον κατηγορούμενο στην πράξη του και ο σχετικός ισχυρισμός αυτού για την αναγνώριση ελαφρυντικού (ΠΚ 84 παρ. 2γ) είναι αβάσιμος". Σε σχέση με τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (84 παρ.2 γ ΠΚ), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με όσα αναπτύσσει στο σκεπτικό του, που έχει ήδη εκτεθεί, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με βάση την οποία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προέκυπτε το αβάσιμο του ισχυρισμού και, επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης απόφασης περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης, πρέπει να απορριφθεί, και ως αβάσιμος. VI. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 4/13-9-2007 αίτηση αναίρεσης και τους από 14-1-2008 προσθέτους λόγους αυτής του Χ για αναίρεση της 17/14-6-2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόπειρα ανθρωποκτονία από πρόθεση και παράνομη κατοχή όπλου και οπλοχρησία. Πρόσθετοι λόγοι. Πως ασκείται. Πρόσθετοι λόγοι κρατούμενου με έγγραφο, που διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Λόγοι αναίρεσης. Τι απαιτείται για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής. Ελαφρυντικά άρθρου 84 παρ. 2γ΄. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη όλων των ισχυρισμών. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοχρησία, Πρόσθετοι λόγοι, Βρασμός ψυχικής ορμής.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2360/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 15615/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευριπίδη Τσιτσέλη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 29 Σεπτεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 576/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ.2, 333, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 στοιχ.1Α του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, σε έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, κατά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, για την πράξη της εκδόσεως εικονικών - πλαστών φορολογικών στοιχείων από κοινού και κατ' εξακολούθηση και στα μνημονευόμενα στο σκεπτικό της αποφάσεως έγγραφα, μεταξύ άλλων δε και α) στην υπ' αριθμό ..... έκθεση ελέγχου και επεξεργασίας του ΣΔΟΕ Αττικής, β) στην υπ' αριθμό ..... εντολή ελέγχου της ΥΠΕΕ, γ) στην υπ' αριθμό ..... πρόσκληση για προσκομιδή στην ΥΠΕΕ παραστατικών αγορών και πωλήσεων, δ) στην υπ' αριθμό ..... έκθεση ελέγχου οικονομικών χρήσεων 1999-2001, ε) στην υπ' αριθμό ..... εντολή ελέγχου της ΥΠΕΕ και στ) στο από 3-10-2001 πρωτόκολλο παραλαβής της Δ' ΔΟΥ, χωρίς όμως να προκύπτει από τα πρακτικά, της δίκης, (σελίδα 14 και 15), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ότι αναγνώσθηκαν τα έγγραφα αυτά. Έτσι, όμως, εξ' αυτού του λόγου, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τον βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων), και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 15615/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, με την επίκληση των λόγων: α) απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 510 παρ. 1 περ. Α΄ Κ.Π.Δ.), β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δ) υπέρβασης εξουσίας. Το δικαστήριο για να στηρίξει την κρίση του περί ενοχής, έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία δεν είχαν αναγνωσθεί. Αναιρεί. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
1
Αριθμός 2356/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κελεμένη, περί αναιρέσεως της 26368/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, και συγκατηγορούμενο τον .... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1590/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το προβλεπόμενο ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενική και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση, ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 26.368/26-4-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του πιο πάνω Α.Ν 690/1945, σε φυλάκιση δυο (2) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ ημερησίως, και σε χρηματική ποινή 800 ευρώ, το δε Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της απόφασης: Ειδικότερα, "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία των δια πληρεξουσίου παραστάντων κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, διότι αποδείχθηκε ότι αυτοί, ως μέλη του ΔΣ (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, αντίστοιχα) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ", με αντικείμενο εργασιών την αποκλειστική διαχείριση κινητών αξιών, τέλεσαν σε βάρος του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Ζ την πράξη της παράβασης του α.ν. 690/45, που τους αποδίδει το κατηγορητήριο. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι με την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 19/5.1.2001 πρακτικό του ΔΣ της προαναφερόμενης εταιρείας, αποφάσισαν την πρόσληψη του εγκαλούντος από 19.1.2001 ως νέου διαχειριστή του χαρτοφυλακίου της εταιρείας, αντί μικτών μηνιαίων αποδοχών 1.700.000 δρχ. περίπου, πλέον εργοδοτικών εισφορών και τη μελλοντική αναπλήρωση της θέσης του διευθύνοντος συμβούλου από αυτόν. Στη συνέχεια, στις 8.1.2001, εστάλη από την εταιρεία προς τον εγκαλούντα επιστολή με το περιεχόμενο της απόφασης του ΔΣ και αυτός απάντησε αυθημερόν ότι αποδέχτηκε την προταθείσα πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία και καταρτίσθηκε με τον τρόπο αυτόν. Η πρόσληψη αυτή του πολιτικώς ενάγοντος αναγγέλθηκε νομίμως στον ΟΑΕΔ και στις 31.1.2001 ενημερώθηκε αυτός για τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως εργασίας του, όπως απαιτείται για κάθε εργαζόμενο, που συνδέεται με τον εργοδότη του με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα, η εκπροσωπούμενη από τους κατηγορουμένους εταιρεία του γνωστοποίησε ως τόπο παροχής εργασίας τα γραφεία της στην οδό ..., ως θέση ή ειδικότητα του εργαζομένου αυτή του διαχειριστή χαρτοφυλακίου με απασχόληση τα καθήκοντα της θέσης του και οποιασδήποτε άλλης εργασίας όταν οι ανάγκες της υπηρεσίας το απαιτούν, ως κατηγορία απασχόλησης αυτή του μισθωτού, ως προς τη διάρκεια της άδειας με αποδοχές, τον τρόπο και χρόνο χορήγησης αυτής, το ύψος της αποζημίωσης γίνεται παραπομπή στην εργατική νομοθεσία και τέλος ως προς τη διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης αναφέρονται οι 8 και 40 ώρες αντίστοιχα. Ο εγκαλών απασχολήθηκε στην εταιρεία των κατηγορουμένων από το χρόνο της πρόσληψής του έως τις 22.3.2004, εκτελώντας τα καθήκοντά του ως διαχειριστής αυτής, τηρώντας το ωράριο, που συμφωνήθηκε, καθώς και τους λοιπούς όρους της σύμβασης αυτού, λαμβάνοντας τις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές του, που ανήλθαν από 1.12.2003 στο ποσό των 6.000 ευρώ μηνιαίως και διαστέλλονται από την αποζημίωση, που ελάμβανε λόγω της ιδιότητος αυτού και ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας για κάθε συνεδρίαση του ΔΣ αυτής, καθώς και τις λοιπές αμοιβές, που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία (επιδόματα εορτών και αποδοχές και επίδομα αδείας). Επίσης, η εταιρεία κατέβαλε στο ΙΚΑ τις νόμιμες εργοδοτικές εισφορές για την απασχόλησή του (βλ. την περιεχόμενη στα πρακτικά συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατάθεση του μάρτυρα ...), ο οποίος ήταν και μέλος του ΔΣ της εταιρείας, όπου κρίθηκε αστικά η διαφορά των διαδίκων με την υπ' αριθ. 1605/05 απόφαση, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθ. 2510/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο εγκαλών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως διαχειριστή του χαρτοφυλακίου της εταιρείας, διατελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των λοιπών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ενώ και μετά την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας στις 26.2.2004, σύμφωνα με την οποία αντικαταστάθηκε από τη θέση του μέλους του ΔΣ και του διευθύνοντος συμβούλου, εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διαχειριστή του χαρτοφυλακίου και να αμείβεται σύμφωνα με την προαναφερομένη σύμβαση εργασίας μέχρι τις 22.3.2004, οπότε καταγγέλθηκε, "οποιαδήποτε σχέση παροχής υπηρεσιών", ενώ, σύμφωνα με απόδειξη πληρωμής της εταιρείας ποσού 2805,33 ευρώ εισέπραξε το προαναφερόμενο ποσό με αιτιολογία: "Μισθός Μαρτίου 1η έως 22α Μαρτίου 2004". Την επομένη της αποχώρησής του (23.3.2004) προσέφυγε στο αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης και Εργασίας και ζήτησε τη συνδρομή του για την καταβολή αποζημίωσης για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, καθώς και για την καταβολή οφειλομένων επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδόματος αδείας. Οι εκπρόσωποι της εταιρείας κατηγορούμενοι, αν και κλήθηκαν, δεν προσήλθαν για τη συζήτηση της προσφυγής και στη συνέχεια αυτός στις 25.6.2004 προέβη στη σύναψη της με ίδια ημερομηνία υπεύθυνης δήλωσης προς την ανωτέρω υπηρεσία του Υπουργού Εργασίας. Μετά από αυτό άσκησε σχετική αγωγή, η οποία κοινοποιήθηκε στην εργοδότρια εταιρεία στις 10.6.2004, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1605/11.2.2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), η οποία έγινε τελεσίδικη με την 2510/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων, έγινε δεκτή η αγωγή του εγκαλούντος και μετά την έκδοση της αποφάσεως του Εφετείου, οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν στον εγκαλούντα τα οφειλόμενα ποσά, μεταξύ των οποίων και αυτό των 2.460 ευρώ, που αποτελεί την αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2004. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 83210/06 απόφασή του έκρινε την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων και του Ψ με την ιδιότητα του τελευταίου ως Αντιπροέδρου του ΔΣ της προαναφερομένης εταιρείας, κήρυξε τον τελευταίο αθώο της πράξεως που αποδίδεται με το κατηγορητήριο, διότι έκρινε, ότι δεν τελέστηκε από αυτόν υποκειμενικά (έλλειψη δόλου) η παράβαση του α.ν. 690/45, και ενόχους τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους. Ως μάρτυρας υπερασπίσεως των κατηγορουμένων ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετάσθηκε ο ..., ο οποίος μαζί με τον Ψ (κατηγορούμενο που αθωώθηκε) αποτελούσαν μέλη του ΔΣ της ανωτέρω εταιρείας και κατέθεσε ότι η εταιρεία, της οποίας ήταν και μέτοχος, δεν αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα και ότι αυτός και ο Ψ είχαν μειοψηφήσει ως μέλη του ΔΣ, έχοντας την άποψη, ότι ο πολιτικώς ενάγων έπρεπε να αποζημιωθεί από την εταιρεία, σε αντίθεση με τους κατηγορουμένους, οι οποίοι με τα άλλα τρία μέλη του ΔΣ είχαν την άποψη ότι δεν έπρεπε να αποζημιωθεί. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση να μην καταβάλουν μέχρι τις 25.6.2004 το ποσό των 2460 ευρώ στον εγκαλούντα. Ο ισχυρισμός αυτών, που προεβλήθη στην παρούσα δίκη, περί υπάρξεως αμφιβολίας σ' αυτούς περί του εάν ο εγκαλών εδικαιούτο τα ποσά που ζητούσε, διότι, κατ' αυτούς, δεν υπήρχε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα η έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου (δόλου) για την τέλεση της πράξεως που τους αποδίδεται, δεν κρίθηκε πειστικός, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, τα οποία δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος ... (δικηγόρου) μέλους του ΔΣ, σύμφωνα με την οποία, αυτός συνεβούλευσε τους κατηγορουμένους (σημειωτέον ότι η εταιρεία διέθετε νομικό σύμβουλο), να μην προβούν στην καταβολή των οφειλομένων στον εγκαλούντα χρηματικών ποσών". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως του Α.Ν 690/1945 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα, και χρηματική ποινή 800 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, του Π.Κ, και άρθρο μόνο του Α.Ν 690/1945, όπως αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογούνται: α) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως Πρόεδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΕΙΟΥ", β) ο χρόνος πρόσληψης του εγκαλούντος, ήτοι η 19-1-2001, γ) οι μηνιαίες αποδοχές του από 170.000 δραχμές και από 1-12-2003 σε 6.000 ευρώ, δ) η σχέση εργασίας που τον συνέδεε με την ως άνω εταιρεία, και συγκεκριμένα αυτή της σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ο τόπος της εργασίας του, καθώς και τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν, ε) επίσης, προσδιορίζεται ο χρόνος της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής του, από 8 ώρες την ημέρα και συνολικά 40 ώρες την εβδομάδα, όπως, επίσης, προσδιορίζεται ο χρόνος που απασχολήθηκε, η αιτία και το ύψος των οφειλόμενων αποδοχών του από 2.460 ευρώ. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων από πρόθεση δεν κατέβαλε στον εγκαλούντα το ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο τελικά καταβλήθηκε, σε εκτέλεση μόνο της με αριθμό 2510/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν προσφυγής του εγκαλούντος. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, με αριθμό 102 από 7 Σεπτεμβρίου 2007, αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμό 26.368/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση ΑΝ 690/1945. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των οικείων ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2355/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κοντογιαννοπούλου, περί αναιρέσεως της 145/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1455/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 145/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ανωμοτί εξετάσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς και την απολογία του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: στις 3.6.2001 και ώρα 3.50, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εκινείτο στο 1,5 χιλιόμετρο της περιφερειακής οδού ..... προς ..... (.....). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Ψ1, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ..... δίκυκλο μοτοποδήλατό του, εκινείτο στην ίδια ως άνω οδό, με αντίθετη, όμως κατεύθυνση. Το συνολικό πλάτος της παραπάνω οδού, όπου εκινούντο οι διάδικοι είναι 6,60 μέτρα και έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, υπήρχε όμως αριστερά στροφή εν σχέσει με την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και περιοριζόταν σημαντικά η ορατότητα (βλ. το από 3.6.2001 σχεδιάγραμμα τροχαίας;) Στο ως άνω ύψος της εν λόγω οδού, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το προαναφερθέν όχημά του υπό την επήρεια αλκοόλ, (0,68%) με υπερβολική κατά τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς, ελλείψει ιχνών πεδήσεως, αιφνιδίως, άγνωστο για ποια αιτία, κατά πάσα όμως πιθανότητα λόγω του ότι αυτός ευρίσκετο υπό την επήρεια αλκοόλ, παρέκκλινε από την πορεία του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Ψ1 και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο τμήμα του μοτοποδηλάτου, το οποίο (μοτοποδήλατο) εξέτρεψε προς τα δεξιά (εν σχέσει με την πορεία του μοτοποδηλάτου) και ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενο χαντάκι δίπλα από του ρεύμα πορείας του Ψ1. Αποτέλεσμα της σφοδρότατης αυτής σύγκρουσης ήταν να υποστεί βαρύτατες σωματικές βλάβες ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού και πρόσφορης αιτίας επήλθε στις 8.6.2001 ο θάνατός του. Το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου συγκρούσθηκε μέσα στο ρεύμα πορείας που εκινείτο ο Ψ1, προκύπτει από τα ευρήματα των οργάνων της τροχαίας, τα οποία αφίχθησαν αμέσως μετά το ατύχημα, τα οποία αποτύπωσαν στο από 3.6.2001 σχεδιάγραμμα που συνέταξαν, στο οποίο εμφαίνεται: 1) ότι τα θραύσματα των υάλων των οχημάτων και πλαστικά μέρη εξαρτημάτων αυτών ανευρέθησαν μέσα στο ρεύμα πορείας του Ψ1 (βλ. αριθ. 7 σχεδιαγράμματος), 2) ότι το σώμα του οδηγού του μοτοποδηλάτου Ψ1 βρέθηκε δεξιά σε παρακείμενο χαντάκι δίπλα από το ρεύμα πορείας του (βλ. αριθ. 6 σχεδιαγράμματος), 3) το ότι το δίκυκλο μοτοποδήλατο του Ψ1 βρέθηκε επίσης σε παρακείμενο χαντάκι, δίπλα από το ρεύμα πορείας του θύματος (Ψ1) (αριθμ. 4 σχεδιαγράμματος), ενισχύεται όμως και από την κατάθεση της μάρτυρος Α, που κατέθεσε και προανακριτικώς (14.6.2001), η οποία μεταξύ άλλων κατέθεσε λίγο μετά το ατύχημα ότι πέρασε από τον τόπο του ατυχήματος και είδε "ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας Ρενώ ακριβώς στη μέση του δρόμου, χτυπημένο στο αριστερό μπροστινό μέρος". Στη συνέχεια όμως και δή μέχρι να φθάσουν τα όργανα της τροχαίας το αυτοκίνητο προφανώς μετακινήθηκε και τοποθετήθηκε στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του κατηγορουμένου. Μάλιστα δε η ίδια εξεταζομένη ως μάρτυρας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου εκδικαζόταν το αστικό μέρος της υπόθεσης, κατέθεσε μεταξύ άλλων "Ακούστηκε ότι το αυτοκίνητο μετακινήθηκε μετά το ατύχημα (βλ. τα υπ' αριθ. 1874/2001 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, ο Β, που φέρεται ως μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, κατέθεσε ότι ακολουθούσε με το αυτοκίνητό του (ταξί) το μοτοποδήλατο και είδε αυτό να εισέρχεται αιφνιδίως στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου. Η κατάθεσή του όμως αυτή δεν κρίνεται κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου αξιόπιστη, διότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ως άνω αδιαμφισβήτητα ευρήματα που βρέθηκαν μέσα στο ρεύμα πορείας του Ψ1, με βάση τα οποία (ευρήματα) ανατρέπεται πλήρως ο ισχυρισμός του. Πέραν τούτου, η αναξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα επιτείνεται και από αναληθές γεγονός, το οποίο κατέθεσε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, εξεταζόμενος ως μάρτυρας. Ειδικότερα, αυτός εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όταν ρωτήθηκε αν έχει συγγενική σχέση με τον κατηγορούμενο, κατέθεσε κατά λέξη "τον κατηγορούμενο τον γνωρίζω απλώς και δεν συγγενεύει με αυτόν" ) )βλ. πρακτικά και απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) ενώ όταν ρωτήθηκε από το παρόν Δικαστήριο, απέκρυψε την γνωριμία του με τον κατηγορούμενο και κατέθεσε κατά λέξη "Δεν γνωρίζω τον κατηγορούμενο και δεν έχω καμία σχέση μαζί του" (βλ. πρακτικά και απόφαση Εφετείου σελ. 4). Ακόμη δε αυτός, μολονότι ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εκτελούσε δρομολόγιο και ότι μέσα στο αυτοκίνητό του είχε δύο πελάτες του, απέφυγε να κατονομάσει αυτούς, ενώ αν αυτό ήταν αληθές, θα τους κατονόμαζε, ώστε έτσι να εξεταστούν και αυτοί και να ενισχύσουν τη μαρτυρία του. Υπό τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης τυγχάνει ο κατηγορούμενος, οδηγός του ως άνω οχήματος, ο οποίος ελλείψει της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει, καταβάλλοντας την επιμέλεια μέσου συνετού οδηγού, κάτω από ανάλογες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τον απαιτούμενο χειρισμό, αλλά αντιθέτως οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, με υπερβολική ταχύτητα (η οποία δεν μπορεί να προσδιορισθεί ελλείψει ιχνών πεδήσεως), η οποία δεν μειώθηκε, παρά την ύπαρξη ανοιχτής αριστερής στροφής, του σκότους που επικρατούσε, της ελλείψεως τεχνητού φωτισμού και ορατότητας, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Αντίθετα, τον Ψ1 δεν αποδείχθηκε ότι τον βαρύνει αμέλεια. Έβαινε κανονικά μέσα στο ρεύμα πορείας του. Ο άνω οδηγός, προ της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου στο ρεύμα πορείας του, του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, δεν μπόρεσε να αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο (τροχοπέδη ή αποφευκτικό ελιγμό), λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα. Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε και ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Ψ1 κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, το γεγονός όμως αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο Ψ1 εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και ο κατηγορούμενος εισήλθε αιφνιδίως σ' αυτό με το ως άνω όχημά του. Κατ' ακολουθίαν των ως άνω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, πρέπει κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα για την ύπαρξη συνυπαιτιότητας του παθόντος, που οφείλετο, κατά τον αναιρεσείοντα, στο ότι ο παθών οδηγούσε το μοτοποδήλατό του υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που απέκλειαν την ύπαρξη τέτοιας ευθύνης του και με βάση τα οποία κατέληξε στην αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο, παρά τις αμφιβολίες του, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και δή α) ως προς την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, την οποία δεν προσδιορίζει ακριβώς και β) ως προς τον λόγο για τον οποίο το αυτοκίνητό του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, κήρυξε αυτόν ένοχο, ενώ έπρεπε να τον κηρύξει αθώο. Και τούτο διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν υπερβολική, χωρίς να απαιτείται και ο ακριβής προσδιορισμός της, ούτε ήταν απαραίτητο να αναφέρεται και η αιτία της εισόδου του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα πορείας του. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Ιουλίου 2007 με αριθμό πρωτοκόλλου 7076/30.7.2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά της 145/6.6.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2353/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Σβερώνη, περί αναιρέσεως της 228/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 165/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Όταν όμως στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 228/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " ...Ο κατηγορούμενος, στη ... και κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων ημερών προ της 5.12.2003, σε ημερομηνία μη επακριβώς διακριβωθείσα, χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει, χωρίς δηλαδή να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία να μη μπορεί να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις, ενεργώντας με πρόθεση αγόρασε με σκοπό την εμπορία από άγνωστο άτομο και αντί αγνώστου τιμήματος ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ήτοι α) ποσότητα κάνναβης 484 γραμμαρίων σε έξι ανισοβαρή δέματα, β) ποσότητα κάνναβης 9 γραμμαρίων, γ) ποσότητα κάνναβης μετά περιτυλίγματος 12 γραμμαρίων (χαρτί βάρους 8 γραμμαρίων), δ) ποσότητα κάνναβης 2 γραμμαρίων, ε) ποσότητα κάνναβης 5 γραμμαρίων, στ) ποσότητα κάνναβης 8 γραμμαρίων, χωρισμένη σε τέσσερα ανισοβαρή δέματα, ενώ κατά το διενεργηθέντα έλεγχο στο διατηρούμενο υπ' αυτού κατάστημα πώλησης υαλοπινάκων στη ... από αρμόδια αστυνομικά όργανα στις 5.12.2003 κατείχε εκ των ως άνω ποσοτήτων με σκοπό την εμπορία την ποσότητα κάνναβης των 484 γραμμαρίων χωρισμένη σε έξι ανισοβαρή δέματα, τοποθετημένα σε σακ - βουαγιάζ, καθώς και την ποσότητα κάνναβης των 8 γραμμαρίων, χωρισμένα σε τέσσερα ανισοβαρή δέματα, αφού από τις αγορασθείσες ως άνω ποσότητες κάνναβης με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πώλησε κατά τον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο από τις ανωτέρω ποσότητες κάνναβης που αγόρασε στους ως κατωτέρω συγκατηγορουμένους του στον πρώτο βαθμό και ειδικότερα α) την ποσότητα κάνναβης των 9 γραμμαρίων στον Ψ, αντί αγνώστου τιμήματος, β) την ποσότητα κάνναβης των 5 γραμμαρίων στον Ζ αντί αγνώστου χρηματικού ποσού, γ) την ποσότητα κάνναβης των 2 γραμμαρίων στον Θ, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού και δ) την ποσότητα κάνναβης των 12 γραμμαρίων μετά περιτυλίγματος στον Μ αντί αγνώστου χρηματικού ποσού. Εξ άλλου, στον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, έκανε χρήση εντός του καταστήματός του ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα κάπνισε μαζί με τον συγκατηγορούμενό του στον πρώτο βαθμό Ψ ένα τσιγάρο χασίς, αλλά επί πλέον στον ίδιο τόπο και χρόνο έκανε χρήση ενός τσιγάρου χασίς μαζί με τους επίσης συγκατηγορούμενούς του στον πρώτο βαθμό Θ και Ζ. Για τα πραγματικά παραπάνω περιστατικά σαφής ελέγχεται η κατάθεση του υπηρετούντος στην ασφάλεια Τρικάλων ..., σύμφωνα με τα παρατιθέμενα, στην οποία, όπως διακριβώθηκε μετά από συστηματική παρακολούθηση του κατηγορουμένου και των ατόμων που εισήρχοντο και εξήρχοντο του καταστήματος πώλησης υαλοπινάκων που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στη ..., λόγω της ύπαρξης πληροφοριών , περί πώλησης ναρκωτικών ουσιών σε διάφορα άτομα, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο, ο κατηγορούμενος κατείχε μετά διενεργηθέντα έλεγχο στο ανωτέρω κατάστημά του τις προαναφερθείσες ποσότητες ινδικής κάνναβης (βλ. την από 5.12.2003 έκθεση έρευνας καταστήματος) τις οποίες είχε αγοράσει από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων ημερών προ της 5.12.2003 με σκοπό την εμπορία. Αφού εκ τούτων πώλησε στους προαναφερθέντες αρχικά συγκατηγορουμένους του την αναγραφόμενη έναντι εκάστου ποσότητα ινδικής κάνναβης. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά στην κατάθεσή του αυτή ο προαναφερθείς μάρτυς αναφέρει εκ τούτων ο Μ την αγορασθείσα ως άνω ποσότητα των 12 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης από τον κατηγορούμενο, πέταξε στο οδόστρωμα εκ του οχήματος στο οποίο επιβιβάστηκε μετά την έξοδό του εκ του καταστήματος του κατηγορουμένου, ευθύς μετά το σήμα στάσης των αστυνομικών οργάνων, ενέργεια στην οποία άλλωστε προέβη και ο εκ τούτων Ψ, επιβιβασθείς μετά την έξοδό του εκ του καταστήματος του κατηγορουμένου στο υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ο οποίος, ευθύς μετά το σήμα στάσης των αστυνομικών, πέταξε στο οδόστρωμα ποσότητα κάνναβης, βάρους 9 γραμμαρίων χωρισμένη σε τρία ανισοβαρή δέματα εντός πακέτου από τσιγάρα (βλ. τις από 6.12.2003 εκθέσεις ερεύνης αυτοκινήτου - κατάσχεσης του αστυνομικού οργάνου ... που αναγνώσθηκαν), ενώ η αγορασθείσα ποσότητα από τον εκ τούτων Θ των 2 γραμμαρίων βρέθηκε κατά τη διενεργηθείσα σωματική αυτού έρευνα ευθύς μετά τη σύλληψή του, εξερχόμενου του καταστήματος του κατηγορουμένου τον πιο πάνω χρόνο (βλ. από 6.12.2003 έκθεση σωματικής έρευνας του αυτού, ως άνω αστυνομικού οργάνου που αναγνώστηκε). Τις ως άνω ποσότητες ινδικής κάνναβης που βρέθηκαν στο κατάστημα του κατηγορουμένου και κατασχέθηκαν (βλ. από 5.6.2003 έκθεση έρευνας καταστήματος και κατάσχεσης της Ειρηνοδίκη Τρικάλων Ευτυχίας Αγουρίδα), ο κατηγορούμενος κατείχε, ήτοι τις εξουσίαζε απόλυτα φυσικά, γνωρίζοντας σε κάθε στιγμή που βρίσκονται και με δικαίωμα ελεύθερης πώλησης σε οποιονδήποτε με σκοπό την εμπορία. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι τις άνω ποσότητες κάνναβης ο κατηγορούμενος αγόρασε και κατείχε με σκοπό την εμπορία ενισχύεται πλήρως από τα κατωτέρω στοιχεία: 1) από τον αριθμό των ατόμων που προσήλθαν στο κατάστημα του κατηγορουμένου, προς αναζήτηση και συνάντηση με τον έμπορο ναρκωτικών και προμηθευτή τους, 2) από την κατανομή της κάνναβης σε διάφορες συσκευασίες, ανισοβαρείς, σαφώς διακριτές μεταξύ τους, ανάλογα με τις παραγγελίες που είχε από τους πελάτες του αγοραστές - χρήστες ινδικής κάνναβης (βλ. την από 5.6.2003 έκθεση έρευνας του καταστήματός του), 3) από τα σακουλάκια συσκευασίας που βρέθηκαν εντός του καταστήματός του εντός λευκής σακούλας, καθώς και της ζυγαριάς ακριβείας μάρκας ΤΑΝΙΤΑ, που βρέθηκε ωσαύτως εντός αυτής (βλ. την ανωτέρω από 5.6.2003 έκθεση έρευνας του καταστήματός του). Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου κατά τον οποίο την ανωτέρω ποσότητα ινδικής κάνναβης προμηθεύτηκε και κατείχε για δική του αποκλειστικά χρήση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον πρόκειται για ικανή ποσότητα, που υπερβαίνει τις ανάγκες του κατηγορουμένου για χρήση κάνναβης, που είναι ελάχιστα γραμμάρια σε εβδομαδιαία βάση και αποδεδειγμένα δεν θα εξυπηρετούσε δικές του αποκλειστικά ανάγκες, αφού αυτός δεν ήταν τον κρίσιμο χρόνο τοξικομανής όπως υποστηρίζει. Υπέρ της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου συνηγορεί το περιεχόμενο της διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης σε εκτέλεση της υπ' αρ. 55/2003 διάταξης του Ανακριτή Τρικάλων, από τους ορισθέντες πραγματογνώμονες ... και ..., στην οποία ουδεμία αναφορά ή μνεία γίνεται ότι πρόκειται περί ατόμου τοξικομανούς κατά την έννοια του άρθρου 13 του ν. 1729/1987 όπως αντικ. με το άρθρο 15 ν. 2161/1993, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής όταν αποκτά την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις, μη δυνάμενης, να συναχθεί τέτοιας κρίσης, όπως ο κατηγορούμενος υποστηρίζει, εκ των όσων σ' αυτή διαλαμβάνονται ότι πρόκειται περί ατόμου εξαρτημένου από την ινδική κάνναβη, αφού, αν πράγματι ήταν τοξικομανής, κατά την προδιαληφθείσα έννοια δεν δικαιολογείται η αναγραφόμενη στην έκθεση αυτή διαπίστωση "στο παρόν στάδιο δεν απαιτείται ειδική θεραπευτική αντιμετώπιση", ενώ εξάλλου αν πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου τον κρίσιμο χρόνο διάπραξης των αξιόποινων πιο πάνω πράξεων, ρητή περί τούτου μνεία θα εγένετο στην από 10.12.2003 ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Ωσαύτως, δεν δύναται να εξαχθεί τοιαύτη περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου κρίση κατά το χρόνο 5.12.2003, που του αποδίδονται οι αξιόποινες πιο πάνω πράξεις με την προδιαληφθείσα του νόμου έννοια εκ του γεγονότος της παρακολούθησης από 2.3.2004 του θεραπευτικού προγράμματος "Εν Δράσει" του ΚΕΘΕΑ στο Ψυχιατρικό Κατάστημα Κορυδαλλού, σύμφωνα με την από 4.11.2004 βεβαίωση του ανωτέρω κέντρου, σε χρόνο τουτέστιν μεταγενέστερο του κρίσιμου ως άνω, καθ' όσον, κατά την εξέτασή του από τους ορισθέντες πραγματογνώμονες με την υπ' αρ. 55/2003 διάταξη του Ανακριτή σε χρόνο (10.12.2003) εγγύς του κρίσιμου (5.12.2003) δεν κρίθηκε απαραίτητη εκ της εν γένει καταστάσεώς του η υποβολή του σε ειδική θεραπευτική αγωγή (βλ. την από 10.12.2003 ιατρική ως άνω πραγματογνωμοσύνη). Με τις παραδοχές αυτές, ο αυτοτελής του κατηγορουμένου ισχυρισμός, κατά τον οποίο οι πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών φέρουν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό το χαρακτήρα της προμήθειας και κατοχής μικροποσότητας από τοξικομανή για αποκλειστικά δική του χρήση και πρέπει συνεπώς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 13 παρ. 4 του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, να κριθεί ατιμώρητος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε της πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, της πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, καθώς και της χρήσης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, ότι έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, μέχρι το χρόνο της εκδήλωσης της εγκληματικής ως άνω δραστηριότητας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια, όπως διατυπώνεται είναι αόριστος, εφ' όσον για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 84 εδ. δ του Π.Κ. πρέπει ο επικαλούμενος αυτή να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να αποδεικνύουν αυτή. Εξ άλλου, αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα από την εκδήλωση της εγκληματικής ως άνω δραστηριότητάς του, δεν αποδεικνύεται ούτε από την απολογία του, ούτε από τα αναγνωσθέντα έγγραφα καθώς και τις μαρτυρικές καταθέσεις, η δε καλή αυτού διαγωγή στις φυλακές, καθώς και η συμμόρφωσή του στους κανονισμούς της υπηρεσίας στις φυλακές και η παρακολούθηση προγράμματος απεξάρτησης, δεν αρκεί για την παραδοχή της επικαλούμενης υπ' αυτού ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, αφού η διαγωγή αυτή δεν αναφέρεται στη συμπεριφορά του στην κοινωνία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος α) περί του ότι εκείνος ήταν κατά τον χρόνο τελέσεως των παραπάνω πράξεων τοξικομανής και β) περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του και της ειλικρινούς μετανοίας. Ομοίως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι κακώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτός προέβη σε πώληση των αναφερόμενων ποσοτήτων ινδικής καννάβεως, διότι κανείς δεν του απέδωσε την κατηγορία αυτή ούτε προανακριτικώς ούτε ανακριτικώς, αλλ' ούτε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ αποδείχθηκε ότι απλώς τελέσθηκε διάθεση μεταξύ χρηστών, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι μ' αυτήν πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ κατά της 228/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά, κατοχή, πώληση και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Απορρίπτεται η αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2354/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Γεωργίου Σαραντινού, Αντιπροέδρου), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νταλαχάνη, περί αναιρέσεως της 52151/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πρασιανάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 160/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή ως προς την διάταξη μετατροπής της ποινής, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997 "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του Νόμου 5960/1933 "περί τραπεζιτικής επιταγής" σε ποινή φυλακίσεως δεκαεπτά μηνών και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, με την αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής, που συνιστά απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως και συγκεκριμένα ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου και από τις λοιπές περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από το να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παρακάτω αναφερόμενη ποινή σε χρηματική ποινή. Πρέπει, ως εκ τούτου, ενόψει και των εν γένει οικονομικών όρων του κατηγορουμένου να υπολογιστεί κάθε ημέρα φυλακίσεως προς 4,40 ευρώ". Ετσι, όμως, το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του Νόμου 3160/2003. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως. Αναιρεί την 52151/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαϊου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όταν το δικαστήριο επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση, άλλως υποπίπτει στις πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για παράβαση του Ν. 5960/33, με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 17 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική, ως προς την περί της μετατροπής διάταξή της, αφού το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Τραπεζική επιταγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2352/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε σύμφωνα με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 336, 337, 338/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 77/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι, αν ο αυτοτελής ισχυρισμός για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, δηλαδή ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αναπτύχθηκε προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση και παραδόθηκε γραπτώς στον διευθύνοντα τη συζήτηση, καταχωρίσθηκε δε στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, όντας ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη του (Ολ.ΑΠ 2/2005), η έλλειψη δε της αιτιολογίας αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε δια του συνηγόρου του να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του κατ' άρθρο 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, προβάλλοντας, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και αναπτύσσοντας προφορικώς όσα με έγγραφο υπόμνημα του, που καταχωρίσθηκε αυτούσιο σ' αυτά (πρακτικά) είναι αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση της περιστάσεως αυτής. Ειδικότερα ισχυρίζεται τα εξής: "Κατά την απολογία μου κατά την αστυνομική και τακτική ανάκριση, αλλά και κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δοθείσα, αρνήθηκα την αποδιδομένη σε βάρος μου κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι είμαι αθώος. Εάν, παρά τούτα το Δικαστήριο Σας αχθεί σε καταδικαστική κρίση, πρέπει να με κηρύξει ένοχο με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' Π.Κ. και να μειωθεί η ποινή που θα μου επιβληθεί κατά το μέτρο του άρθρου 83 παρ. β' του αυτού Κώδικα - καθότι συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, ήτοι από 9.6.2002 έως 18.1.2006. Συγκεκριμένα: Κατοικώ μόνιμα στο ..... και προ της φυλακίσεως μου (18.1.2006) εργαζόμουν ως ιδιωτικός υπάλληλος στο Γραφείο τελετών της Α, με την οποία είχα καλή συνεργασία. Στο ..... διαμένω με την μητέρα μου Β, ηλικίας σήμερα 77 ετών, η οποία στερείται παντός εισοδήματος. Είμαι πατέρας τριών εξώγαμων ανηλίκων τέκνων, αποκτηθέντων μετά της Γ, του Γ1, Γ2 και Γ3, ηλικίας 14, 11 και 9 ετών, αντίστοιχα, τα οποία, λόγω του νεαρού της ηλικίας των δεν εργάζονται, στερούμενα και αυτά παντός πόρου. Για την αντιμετώπιση των πιο πάνω οικονομικών προβλημάτων, ήτοι για τη διατροφή των ανηλίκων τέκνων μου και της υπερήλικης μητέρας μου, μέχρι της φυλακίσεως μου, εργαζόμουν στο ανωτέρω Γραφείο Τελετών, σε Λαϊκές Αγορές της περιοχής, καθώς και σε νυχτερινά καταστήματα ως μουσικός, χωρίς ποτέ να δημιουργήσω προβλήματα στις αστυνομικές αρχές, στους εργοδότες μου και γενικά στην κοινωνία του ....., η οποία εκτιμώντας την εργατικότητα μου, με είχε περιβάλει με καλοσύνη και συμπάθεια". Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την εξής αιτιολογία: "Λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας της εγκληματικής πράξης που τέλεσε ο κατηγορούμενος, του τρόπου και των συνθηκών, κάτω από τις οποίες τέλεσε αυτή, και του γεγονότος ότι δεν αποδεικνύεται από συγκεκριμένα περιστατικά ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη και μέχρι της φυλάκισης του, ήτοι από 9.6.2002 έως 18.1.2006, πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος". Έτσι κρίνοντας και άνω Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, δεν παραθέτει σ' αυτήν τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και το οδήγησαν στην αρνητική περί αναγνωρίσεως της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως κρίση του και δεν αναφέρθηκε καθόλου στα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά προς θεμελίωση της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως. Εντεύθεν, το άνω Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών υπέπεσε, κατ' αυτό το μέρος, στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση. ΓΓ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, σχετικός με την αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο ως προς τη διάταξη περί απορρίψεως του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη περί επιβολής της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 336, 337, 338/2007 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και μόνον ως προς τη διάταξη της με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του, καθώς και ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής. Και Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΕΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για βιασμό και παραδοχή του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως σχετικά με την προβληθείσα ελαφρυντική περίσταση (άρθρο 84 παρ. 2 ε΄ ΠΚ) και αναίρεση της αποφάσεως αναφορικά προς την ποινή. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Αναίρεση μερική, Βιασμός.
0
Αριθμός 2351/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαζάνα, περί αναιρέσεως της 4417/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1373/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή ως προς το μέρος της ποινής, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε "κεκλεισμένων των θυρών", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή απαγγέλθηκε σε δημόσια συνεδρίαση. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητα του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σ' αυτά αναγνώσθηκαν αναφέρονται τα ακόλουθα: 1) Η υπ' αριθμ. 10541/13.2.06 απόφαση του Γ' Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών και τα πρακτικά αυτής. 2) Η από 11.12.1987 έκθεση προφορικής μήνυσης της Χ1. 3) Η υπ' αρ. 2272/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών (Τακτική Διαδικασία). 4) Η υπ' αρ. 4621/1985 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών (1ο Πολιτ. Τμήμα). 5) Η υπ' αρ. 14483/2004 απόφαση Εφετείου Αθηνών (Τριμελούς) 6) Η υπ' αρ. 9155/2001 απόφαση Εφετ. Αθηνών (Α' Τριμ. Πλημ/των) 7) Η υπ' αριθμ. 6760/2004 απόφαση Εφετ. Αθηνών (Ε' Τριμ. Πλημ/των). 8) Η υπ' αριθμ. 88832/2002 απόφαση Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών. 9) Η υπ' αριθμ. 2301/2005 απόφαση Εφετ. Αθηνών (Α' Τριμ. Πλημ/των). 10) Η υπ' αρ. 1020/2005 απόφαση Αρείου Πάγου (Ε' Ποινικό Τμήμα). 11) Απόσπασμα της υπ' αρ. 2301/2005 απόφασης Εφετ. Αθηνών (Τριμ. Πλημ/των). 12) Απόσπασμα της υπ' αρ. 3446/2004 απόφασης Εφετ. Αθηνών (Τριμ. Πλημ/των). 13) Απόφαση υπ' αρ. 2070/2005 του Αρείου Πάγου (Ε' Ποινικό Τμήμα). 14) Η υπ' αρ. 7137/06 απόφαση Εφετ. Αθηνών (Δ' Τριμ. Πλημ/των). 15) Το υπ' αρ. 5134/2003 Βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. 16) Η από 8.9.1997 ένορκη εξέταση μάρτυρα Χ2. 17) Το από 1715/02 πρακτικά διεξαγωγών αποδείξεων 18) Η υπ' αρ. 1148/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 19) Οι υπ' αριθμ. 4621/85 αποφ. Πολ. Πρωτ. Αθηνών και η υπ' αρ. 4490/86 απόφ. Εφετ. Αθηνών. Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή στα πρακτικά της ταυτότητας των ως άνω εγγράφων δεν νοείται ότι είχε ως συνέπεια τη στέρηση από την κατηγορουμένη του δικαιώματός της να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτά, αφού τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρος, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 Π Κ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοινώσεως που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διαδόσεως και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο και ειδικότερα όταν αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 4417/2007 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής, Ψ, πρώην σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης και κουμπάρος της δεύτερης, άσκησε την από 15.12.1997 αγωγή κατά της ήδη δεύτερης κατηγορουμένης, Χ2, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι αυτή, στην από 8.9.1997 ένορκη κατάθεσή της Στην Ειρηνοδίκη Καπανδριτίου κατέθεσε γι' αυτόν τα εξυβριστικά και συκοφαντικά, τα οποία αναλυτικά αναφέρει στην άνω αγωγή του και ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη (ήδη 2η κατηγορουμένη) να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την άνω σε βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία, το ποσό των 49.990.000 δρχ. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η 1752/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την άνω αγωγή. Κατά της 1752/1999 ως άνω απόφασης η εναγομένη και ήδη 2η κατηγορουμένη Χ2 άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την 1148/2000 απόφαση Εφετείου, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη και διατάχθηκαν αποδείξεις. Στα πλαίσια των διαταχθεισών ως άνω αποδείξεων, η εκκαλούσα (2η κατηγορουμένη) στις 17.5.2002 εξέτασε ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστού, ως μάρτυρα την πρώτη κατηγορουμένη, Χ1, πρώην σύζυγο του μηνυτού και ενάγοντος -εφεσίβλητου και εξαδέλφη αυτής, αλλά και νονά της θυγατέρας του μηνυτή και της ήδη πρώτης κατηγορουμένης. Κατά την κατά τα άνω ένορκη εξέτασή της, η πρώτη κατηγορουμένη ως μάρτυρας, ενώπιον της εισηγήτριας δικαστού, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τα ακόλουθα ψευδή περιστατικά και δη ότι "από το έτος 1981 μέχρι και σήμερα είμαστε στα δικαστήρια με τον κ. Ψ. Δεν εμφανίσθηκα καθόλου στα Δικαστήρια για το διαζύγιο, και η υπόθεση εκδικαζόταν ερήμην. Από το 1981 τα παιδιά του ο Ψ τα είδε μόνο μία φορά, όταν του τα πήγα η ίδια στο σπίτι της ερωμένης του, Α για μία ημέρα και τους είπε να πάει η μάνα σας στη ..... να σας ζήσει, γιατί εγώ δεν έχω λεφτά να σας δώσω και τα λεφτά μου θα τα τρώω με την ερωμένη μου, όπως και έχει γίνει. Άσκησα προφορική μήνυση εναντίον του, στις 11.12.1987 ότι είπε στα παιδιά τη φράση να πάει η μάνα σας στη ..... για να σας ζήσει. Το αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης ήταν να αθωωθεί ο κύριος Ψ, εφ' όσον δεν κατέθεσαν τα παιδιά μου. Αυτό το έλεγε πολύ πριν χωρίσουμε, μέχρι που ενηλικιώθηκαν τα παιδιά μου. Το 1973 γεννήθηκε η κόρη μου και το 1974 ο γιος μου. Αυτή τη φράση μου την έλεγε μπροστά σε συγγενείς και φίλους. Η εκκαλούσα είναι πρώτη μου εξαδέλφη και νονά της κόρης μου ..... . Από το 1981 μέχρι το 1997 ο κύριος Ψ πήγαινε στη μητέρα της εκκαλούσας και είχε επαφή με την εκκαλούσα. Εγώ είχα επαφή με την κυρία Χ2 ... Την έχω φέρει μάρτυρα την εκκαλούσα ενώπιον του κ. Ψ, στο διάστημα από το 1981 μέχρι το 1996...". Η αλήθεια όμως ήταν ότι 1) το διαζύγιο δεν έγινε ερήμην της, όπως τούτο προκύπτει από τις 4621/85 και 4490/86 αποφάσεις τού Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα. 2) Ο εγκαλών δεν έλεγε στα παιδιά του και μάλιστα μέχρι που ενηλικιώθηκαν τη φράση "να πάει η μάνα σας στη ..... για να σας ζήσει", και τούτο επιβεβαιώνεται ότι ύστερα από σχετική μήνυση της συζύγου του και νυν κατηγορουμένης, αυτός αθωώθηκε, ενώ ο ίδιος είχε σταματήσει κάθε επαφή με τα παιδιά, του από το έτος 1981, 3) ο εγκαλών δεν είχε επαφή με τη μητέρα της Χ2 (2ης κατηγορουμένης) μέχρι το 1997, αφού όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ..... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου η μητέρα της Χ2, Β, απεβίωσε στις 3.1.1991, ενώ η πρώτη κατηγορουμένη, Χ1 δεν χρησιμοποίησε τη δεύτερη κατηγορουμένη, Χ2, ως μάρτυρα σε κανένα δικαστήριο κατά του άνω εγκαλούντος Ψ. Πρέπει επομένως η πρώτη κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος, που της αποδίδεται. Η αυτή ως άνω κατηγορουμένη με την προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή της στην Εισηγήτρια Δικαστή ισχυρίσθηκε σε βάρος του εγκαλούντος τα όσα ψευδή γεγονότα αναφέρονται παραπάνω, των οποίων έλαβαν γνώση η εισηγήτρια, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, ο γραμματέας, αν και γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχη της συκοφαντικής δυσφημήσεως που της αποδίδεται. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον ίδιο προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, η δεύτερη κατηγορουμένη με πρόθεση και ενεργώντας με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, έπεισε την πρώτη κατηγορουμένη να καταθέσει τα προαναφερόμενα ψευδή πραγματικά περιστατικά, των οποίων την αναλήθεια γνώριζε και τα οποία ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Επομένως πρέπει και αυτή να κηρυχθεί ένοχη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία και τη συκοφαντική δυσφήμηση, τις οποίες όπως παραπάνω τέλεσε η πρώτη κατηγορουμένη". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα (πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις) που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα ηθική αυτουργός, με τα οποία προκάλεσε στην αυτουργό συγκατηγορουμένη της την απόφαση προς εκτέλεση των αδικοπραξιών, τις οποίες διέπραξε η τελευταία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997 "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ καταδίκασε τις αναιρεσείουσες για παραπάνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών την καθεμία, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, με την αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής, που συνιστά απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως και συγκεκριμένα ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχες και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματικής ποινής αρκεί να τις αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (άρθρο 82 Π.Κ., όπως τελικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Νόμου 1419/1984). Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί όροι των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχες, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογιστεί προς 4,40 ευρώ. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού δεύτερου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του Νόμου 3160/2003. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως. Αναιρεί την 4417/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στις αναιρεσείουσες, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όταν το δικαστήριο επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση, άλλως υποπίπτει στις πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση κλπ, με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών σε κάθε μία από τις αναιρεσείουσες, που μετατράπηκε σε χρηματική, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, αφού το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Παραπέμπει.
Ψευδής καταμήνυση
Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Ψευδής καταμήνυση.
0
Αριθμός 2350/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκλαβούνο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 5830/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 305/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων κλπ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ'αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από τον νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (αρθρ. 655 ΑΚ). Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, καθώς και αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονταν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, ή από τον νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, τον νόμο ή το έθιμο κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη Β.Τ. 5830/2007 απόφαση του καταδίκασε την αναιρεσείουσα για παράβαση του Α.Ν. 690/1945 σε φυλάκιση τριών μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη ..... με την ιδιότητα της διαχειρίστριας και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "S.K. SERVISES ΕΠΕ - ΒΑΦΕΣ -ΜΑΤΣΑΚΟΝΙΣΜΟΙ - ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΙ ΠΛΟΙΩΝ", αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή τον Α, ως οδηγό αρχικά και στη συνέχεια ως ματσακονιστή, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2003 έως 20.10.2003, δεν κατέβαλε σ' αυτόν εμπρόθεσμα, ήτοι στις 28.10.2003, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, από πρόθεση, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, που αποτελούν δεδουλευμένες αποδοχές και αναλογία δώρου εορτών του έτους 2003. Αναλυτικά οφείλει: 1) Για το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 1.2.2003 έως 20.10.2003 για 160 δεδουλευμένα ημερομίσθια με συμφωνηθέν ημερομίσθιο 46, 5 ευρώ, 7.440 ευρώ και 2) για δώρο εορτών 1033 ευρώ (Χριστουγέννων και Πάσχα) Η κατηγορουμένη κατέβαλε στον παραπάνω εργαζόμενο την 1.12.2005 το ποσό των 3.000 ευρώ, χωρίς έκτοτε να του καταβάλει ουδέν και επομένως του οφείλει μετά τη σύμμετρη ικανοποίηση των αξιώσεών του, από το ποσό των 3.000 ευρώ, 4.856 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και 617 ευρώ για δώρα εορτών 2.003. Ο ισχυρισμός που προέβαλε η συνήγορος της κατηγορουμένης περί εξοφλήσεως της απαιτήσεως από την παραπάνω αιτία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και δεν μπορεί να οδηγήσει σε αθώωση, λόγω ελλείψεως δόλου της κατηγορουμένης, αφού αυτή στις 16.1.2007 κατέβαλε στον μηνυτή το ποσό των 8.000 ευρώ, ως προσωρινά εκτελεστό, έναντι του επιδικασθέντος ποσού με την υπ' αριθμ. 4421/2006 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία (απόφαση) επιδικάσθηκε τελεσίδικα ήδη στον μηνυτή το ποσό των 26.998, 47 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές, υπερωρίες εργασία Σάββατα και Κυριακές κ.λ.π. Πρέπει, επομένως να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, να της αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ' Π.Κ., κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή αν οι αποδοχές του κατηγορουμένου οφείλονται βάσει νόμου, διοικητικής πράξεως, ατομικής ή συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής αποφάσεως ή εθίμου. Επομένως πρέπει, κατ' αποδοχήν ως βάσιμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την Β.Τ. 5830/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς που δίκασε ως Εφετείο. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια καταδικαστικής αποφάσεως για μη καταβολή αποδοχών εργαζομένου, όταν δεν αναφέρεται αν οι οφειλόμενες αποδοχές του δικαιούχου καθορίζονται με βάση ατομική ή συλλογική σύμβαση ή τον νόμο. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2349/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1062/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 129/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 180/11.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 4-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, που ασκήθηκε με δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., στο Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Κομοτηνής από τον ίδιο αυτοπροσώπως, κατά της αριθμ. 1062/17-3-2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 54/14-1-2003 έφεσή του κατά της αριθμ. 755/14-1-2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, απάτη και κλοπή σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών και εκθέτω τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ.1 και 476 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζομένης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ήδη ισχύει, προκύπτει ότι ως δήλωση κατοικίας ή διαμονής, στην οποία επιδίδονται εγκύρως στον κατηγορούμενο, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνεται αμετάκλητη και εκτελεστή, όλα τα έγγραφα της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Αν ο επιδίδων δεν βρει για οποιονδήποτε λόγο τον κατηγορούμενο στην κατά τα παραπάνω δηλωθείσα διεύθυνση και δεν βρεθεί σύνοικός του στη διεύθυνση αυτή, επικολλά το έγγραφο στη θύρα της οικίας και αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου επιδίδεται στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του κατηγορουμένου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό 1062/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ.3 του Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο την 1-4-2005, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του γραμματέως του ποινικού Τμήματος του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, της εφέσεως στις 12-7-2005 και στην αντίκλητό του δικηγόρο στις 24-8-2005 (βλ. τα από 12-7-2005 και 24-8-2005 αποδεικτικά του Αρχιφύλακα του ΙΓ' ΑΤ Θεσσαλονίκης ... και του Επιμελητή Δικαστηρίων ..., αντίστοιχα). Έτσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως, κατά της επιδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της ως άνω επίδοσης στην αντίκλητο (άρθρο 155 παρ.2 Κ.Π.Δ.), λόγω αναστολής δε της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκων μέσων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.4 Κ.Ποιν.Δ., από 1ης έως 31ης Αυγούστου, άρχισε την 1-9-2005 και έληξε στις 10-9-2005, ενώ η κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 4-12-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Εν' όψει όλων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., να κηρυχθεί απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 4-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά της αριθμ. 1062/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 23-2-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται για την άσκησή του. Η προθεσμία γενικώς, για την άσκηση των ένδικων μέσων, εφ' όσον διάταξη νόμου δεν ορίζει άλλως είναι δεκαήμερη, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η ως άνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση ένδικου μέσου και μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκησή του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του, να αναφέρει τον λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο, και απορρίπτεται. Περαιτέρω, από το άρθρο 273 παρ. 1 του παραπάνω Κώδικα, όπως ήδη ισχύει, συνάγεται ότι ως δήλωση κατοικίας ή διαμονής, στη οποία επιδίδονται εγκύρως στον κατηγορούμενο, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνεται αμετάκλητη και εκτελεστή, όλα τα έγγραφα της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Σε περίπτωση που εκείνος που κάνει στην επίδοση δεν βρει για οποιονδήποτε λόγο τον κατηγορούμενο στην διεύθυνση, που δηλώθηκε σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, και δεν βρεθεί σύνοικός του στη διεύθυνση αυτή, επικολλά το έγγραφο στη θύρα της οικίας του στη διεύθυνση αυτή, επικολλά το έγγραφο στη θύρα της οικίας και αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου επιδίδεται στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του κατηγορουμένου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 155 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 1062/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταχωρίστηκε, καθαρογραφημένη, στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικό βιβλίο, την 1η Απριλίου 2005, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, αντίγραφο της αποφάσεως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως στις 17 Ιουλίου 2005 και στην αντίκλητό του δικηγόρο στις 24 Αυγούστου 2005 (βλ. τα από 12.7.2005 και 24.8.2005 αποδεικτικά επιδόσεως του αρχιφύλακα του ΙΓ' Αστυνομικού Τμήματος Θεσσαλονίκης ... και του επιμελητή δικαστηρίων ..., αντιστοίχως). Ετσι, η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη ημέρα από την ως άνω επίδοση στην αντίκλητο (άρθρο 155 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), λόγω αναστολής δε της προθεσμίας για την άσκηση ένδικων μέσων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 ΚΠΔ, από 1ης έως 31ης Αυγούστου, άρχισε την 1η Σεπτεμβρίου 2005 και έληξε στις 10 Σεπτεμβρίου 2005. Όμως, η αναίρεση ασκήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2007, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή της δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της 1062/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2347/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1290/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης τούτης, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 108/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 126/12.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά τα άρθρα 482, 484, 485, 473 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμόν 1/2008 δήλωση αναίρεσης του Χ, ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου αυτού Αποστόλου Γκέκα, δικηγόρου Λάρισας, ενεργούντος δυνάμει του υπ'αριθμόν ... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Θεοδώρας Πέτσα, κατά της υπ'αριθμόν 1290/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, δια της οποίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ'αριθμόν 269/06 έφεσή του κατά της υπ'αριθμόν 3611/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα: Το άρθρο 473 Κ.Π.Δ καθορίζει στην παρ. 1 εδ. α', ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως" και στην παρ. 3 εδ. α' "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Το δε άρθρο 501 παρ. 3 Κ.Π.Δ αναφέρει ότι "το δικαστήριο, αν πειστεί ότι ο εκκαλών δεν μπόρεσε να εμφανισθεί αυτοπροσώπως από λόγους ανωτέρας βίας ή για άλλα ανυπέρβλητα αίτια, μπορεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, να επιτρέψει την εκπροσώπηση από συνήγορο που έχει ειδική πληρεξουσιότητα. Στη περίπτωση αυτή θεωρείται ότι ο εκκαλών δικάζεται σαν να ήταν παρών και ο συνήγορός του τον εκπροσωπεί πλήρως". Από τη διατύπωση των συνδυασμένων αυτών διατάξεων συνάγεται ότι η κατά του εκπροσωπηθέντος πλήρως, υπό του διορισθέντος συνηγόρου με παρεμπίπτουσα απόφαση, εκκαλούντος, (καταδικασθέντος-κατηγορουμένου) εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η απορρίπτουσα την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, λογίζεται, ότι δημοσιεύτηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσομένη προς άσκησή της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως ως άνω προθεσμία, η προσδιοριζομένη σε δέκα ημέρες, αρχίζει από τότε που θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο η ως άνω τελεσίδικη απόφαση και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός θεωρείται ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών. Η δε προαναφερθείσα χρονική διάρκεια της προθεσμίας ασκήσεως της αναιρέσεως, δεν μεταβάλλεται σε τριακονθήμερη εκ της ενδεχομένης διαμονής του δικαιούχου της ασκήσεώς της στην αλλοδαπή, γιατί αυτός θεωρείται πραγματικώς, ότι ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της πληττομένης απόφασης, υποκείμενος έτσι στη μνημονευθείσα δεκαήμερη προθεσμία. Εξ άλλου η εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στη συντασσομένη, κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ, έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εκπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση κηρύσσεται, με βάση το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, απαράδεκτη. Τέλος το άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ ορίζει ότι οι προθεσμίες για την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου. Στη προκειμένη περίπτωση ο Χ, δια της υπ'αριθμόν 3611/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως, για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την υπ'αριθμόν 269/06 έφεσή του. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως, ο ανωτέρω, κατόπιν αποφάσεως του δικαστηρίου, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο Απόστολο Γκέκα. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 1290/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, δια της οποίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο την 20-12-2007 (βλέπε την από 8-1-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματείας του άνω Δικαστηρίου). Την 7-1-08 ο άνω κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμόν 1290/2007 απόφασης για υπέρβαση εξουσίας. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η εν λόγω αίτηση αναίρεσης υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο την 20-12-2007 και έδει να υποβληθεί εντός 10 ημερών, αφού κατά τη δημοσίευσή της ήταν παρών, ενώ στην έκθεση δεν αναφέρει λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο. Ούτω πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον αναιρεσείοντα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑΠροτείνω: 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμόν 1/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά της υπ'αριθμόν 1290/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας2) να διαταχθεί η εκτέλεση της άνω προσβαλλομένης απόφασης και3) να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3 και 474 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση με παρόντα το δικαιούχο, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, που διόρισε νομίμως, τότε αυτός θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον συνήγορο τον οποίο διόρισε, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος, η δε προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από την ως άνω καταχώρισή της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η επίδοσή της προς τον εκκαλούντα, αφού αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, Χ καταδικάστηκε με την 3611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την 269/2006 έφεσή του. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως ο εκκαλών εκπροσωπήθηκε, κατόπιν αποφάσεως του Εφετείου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γκέκα. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 1290/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Η εφετειακή απόφαση καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 20 Δεκεμβρίου 2007 (βλ. την από 8.1.2008 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματείας του άνω Δικαστηρίου). Στις 7 Ιανουαρίου 2008, ο ως άνω κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, υπέβαλε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της αναφερόμενης 1290/2007 εφετειακής αποφάσεως, για υπέρβαση εξουσίας. Όμως, ενόψει των όσων αναφέρονται παραπάνω, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως υποβλήθηκε εκπροθέσμως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 20 Δεκεμβρίου 2007 και έπρεπε να υποβληθεί εντός δέκα ημερών, αφού κατά τη δημοσίευσή της ο κατηγορούμενος ήταν παρών, εκπροσωπούμενος από τον ως άνω συνήγορό του, ενώ στην έκθεση αναιρέσεως δεν αναφέρει λόγο ανωτέρας βίας, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 1/2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της 1290/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ-μελημάτων) Λάρισας. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2346/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ζούμπο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 105/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 3/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 103/25.2.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 528 Κ.Π.Δ., την από 20-12-2007 αίτηση της Χ, με την οποία ζητάει την επανάληψη, σε βάρος των αθωωθέντων Ψ και Ζ, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 105/8-12-2004, ήδη αμετάκλητης, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία αθωώθηκαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι για την πράξη της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 2 Κ.Π.Δ. την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε μπορεί να ζητήσει μόνο ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που απήγγειλε την αθώωση ή ο προϊστάμενός του εισαγγελέας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εναντίον του αμετακλήτως αθωωθέντος ή για τον οποίο το Δικαστικό Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, όταν ασκείται όχι από τον εισαγγελέα, αλλά από τον πολιτικώς ενάγοντα ή άλλο τρίτο πρόσωπο (Α.Π. 1792/2006). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ασκήθηκε από τη Χ, η οποία στη σχετική υπόθεση ήταν απλή μάρτυρας κατηγορίας και όχι από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 105/2004 αθωωτική απόφαση ή από τον προϊστάμενό του εισαγγελέα. Επομένως η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΠροτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 20-12-2007 αίτηση της Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας κατά των αμετακλήτως αθωωθέντων Ψ και Ζ, με την υπ' αριθ. 105/8-12-2004 αθωωτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καιΒ) Να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 11/1/2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 527 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε, μπορεί να ζητήσει μόνο ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που απάγγειλε την αθώωση ή ο προϊστάμενός του εισαγγελέας. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εναντίον εκείνου που αμετακλήτως αθωώθηκε ή για τον οποίο το δικαστικό συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, όταν ασκείται όχι από τον εισαγγελέα, αλλά από τον πολιτικώς ενάγοντα ή άλλο τρίτο πρόσωπο. Εν προκειμένω, με την 105/8.12.2004 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Ψ και Ζ για την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία, σε βαθμό κακουργήματος. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας σε βάρος των ως άνω αθωωθέντων. Όμως η αίτηση αυτή ασκήθηκε από τη Χ, η οποία στη σχετική υπόθεση ήταν απλή μάρτυς κατηγορίας και όχι από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την ανωτέρω 105/2004 αθωωτική απόφαση. Επομένως, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1. ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση της αιτούσας Χ, για επανάληψη της διαδικασίας, κατά των Ψ και Ζ, που περατώθηκε με την έκδοση της 105/8.12.2004 αθωωτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με αθωωτική απόφαση. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη διότι ασκήθηκε από μάρτυρα κατηγορίας.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2345/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για επανάληψη διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1139/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1747/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 487/10.12.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1-3 και 528 Κ.Ποιν.Δ., την από 24-7-2007 αίτηση του ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αριθμ. 1139/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 700 ευρώ για την αξιόποινη πράξη της κλοπής, ως και το αίτημα αυτού για αναστολή εκτέλεσης της ως άνω ποινής και εκθέτω τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας ο αιτών καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση ερήμην ως αγνώστου διαμονής σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 700 ευρώ για κλοπή, πλην όμως η απόφαση αυτή, η οποία υπόκειται σε έφεση, αφού καταδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών σε πρώτο βαθμό για πλημμέλημα στην ως άνω ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους (άρθρο 489 παρ. 1 περ. στ' Κ.Ποιν.Δ.) δεν έχει επιδοθεί στον αιτούντα ώστε να τρέξει η προθεσμία του ενδίκου μέσου της έφεσης. Συνεπώς η εν λόγω απόφαση δεν είναι αμετάκλητη κατ'άρθρο 546 παρ. 2 Κ.Π.Δ., και η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, αφού προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής είναι η αμετάκλητη καταδίκη (ΑΠ 915/2001), απορριπτομένου συνάμα και του αιτήματος περί αναστολής εκτελέσεως της ως άνω ποινής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 24-7-2007 αίτηση του ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αριθμ. 1139/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθώς και το αίτημα αυτού για αναστολή εκτέλεσης της ως άνω ποινής. Αθήνα 30 Νοεμβρίου 2007Η Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΕυτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος εμφανίστηκε και δήλωσε ότι παραιτείται ο αιτών από την από 24 Ιουλίου 2007 αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η κατ' άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, στρεφόμενη κατά ήδη αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, η οποία επιδιώκει με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, την ακύρωση της προσβαλλόμενης δικαστικής αποφάσεως. Παρά ταύτα, είναι επιτρεπτή, εφόσον τούτο δεν είναι ασυμβίβαστο προς την αίτηση αυτή, η εφαρμογή ορισμένων από τις γενικές περί ενδίκων μέσων διατάξεις. Σ' αυτές περιλαμβάνονται και όσες αφορούν την παραίτηση από την αίτηση (άρθρα 474, 475, και 476 ΚΠΔ). Συνεπώς, ο καταδικασθείς, που άσκησε τέτοια αίτηση, επιτρεπτώς δύναται να παραιτηθεί, οπότε εφόσον έχει χωρήσει νομότυπη δήλωση παραιτήσεως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση και επιβάλλει στον παραιτούμενο τα έξοδα της διαδικασίας. Εν προκειμένω, από τον ..., καταδικασθέντα σε πρώτο βαθμό για το πλημμέλημα της παράνομης οπλοφορίας σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €), δυνάμει της 17/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), η οποία μη επιδοθείσα στον αιτούντα υπόκειται σε έφεση, και συνεπώς δεν κατέστη αμετάκλητη, κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 19 Οκτωβρίου 2007 η κρινόμενη από 24 Ιουλίου 2007 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, για τον λόγο ότι μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα και αποδείξεις, που καθιστούν πρόδηλο ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Όμως, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως, ο αιτών δήλωσε ότι παραιτείται από το ως άνω ένδικο μέσο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραίτηση, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς και το συναφές αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ως άνω ποινής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1. ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Ιουλίου 2007 αίτηση του αιτούντος ..., για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της 1139/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) και το συναφές αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ως άνω ποινής. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Χωρεί παραίτηση από την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, κατ’ εφαρμογή των περί ενδίκων μέσων διατάξεων, παρότι η αίτηση αυτή, στρεφόμενη κατ’ αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ’ έκτακτη διαδικασία. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι έλαβε χώρα νόμιμη παραίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2344/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1185/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1746/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 455/15.11.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 24-7-2007 αίτηση του Χ για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 1185/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και πέντε (5) μηνών, καθώς και σε χρηματική 2.000.000 δραχμών για τις πράξεις της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 Κ.Ο.Κ., εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα στοιχεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1021/2007, ΑΠ 824/2007). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθ. 1185/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού η εναντίον της ασκηθείσα υπ'αριθ. 554/17-7-2006 - 1059/31-7-2006 έφεση του αιτούντα κατηγορουμένου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με το υπ'αριθ. 2809/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο ήδη κατέστη αμετάκλητο, όπως αυτό προκύπτει από την υπ'αριθ. ..... υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέα του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών και πέντε μηνών, καθώς και σε χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών για τις πράξεις της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 ΚΟΚ, που συνίστανται στο ότι: α) Στην ..... και στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Αυγούστου 1993 έως 17-2-1994, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3 με πρόθεση κατείχαν και χρησιμοποιούσαν το ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT, με αριθμό κυκλοφορίας ..... και αριθμό πλαισίου ..... και κινητήρα ....., μολονότι γνώριζαν ότι το είχε υπεξαιρέσει στις 10-8-1993 στη ..... ο ..... από την εταιρία μισθώσεως αυτοκινήτων RUPAUTO AUTOMOVEIS DE ALUGUER SEM CONDUTOR LDA, που εδρεύει στη Λισσαβόνα Πορτογαλίας και εκπροσωπείται νόμιμα και ότι αυτό είχε εισαχθεί εντός των συνόρων του Κράτους χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες σ'αυτό και εισπραττόμενοι στα τελωνεία εισαγωγικοί δασμοί, τέλη, φόροι και δικαιώματα, τους οποίους στερήθηκε το Δημόσιο και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 4.766.370 δραχμών και 2) Στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από 20-1 έως 10-2-1994 και σε μη ειδικότερα διακριβωθείσα ημερομηνία, από κοινού με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους του, κατασκεύασαν με πρόθεση παρανόμως τις υπ'αριθμ. ..... πινακίδες κυκλοφορίας, τις οποίες τοποθέτησαν στη συνέχεια στο με αριθμό πλαισίου ..... και κινητήρα ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας NISSAN, που είχαν αφαιρέσει από την κατοχή άλλου, για να το ιδιοποιηθούν παρανόμως. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, κυρίως δε στα πέντε έγγραφα του Τμήματος Δακτυλοσκοπίας της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τα οποία βρέθηκαν σε διάφορα αντικείμενα τα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντα και των συγκατηγορουμένων του. Ως νέο γεγονός προσκομίζει ο αιτών το από 22-12-1993 αποφυλακιστήριο της Αγροτικής Φυλακής ....., σύμφωνα με το οποίο ευρίσκετο κρατούμενος στην ανωτέρω φυλακή από 7-1-1992 έως 22-12-1993, και συνεπώς δεν μπορεί να είναι δράστης των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε. 'Όμως το ανωτέρω επικαλούμενο από τον αιτούντα ως νέο γεγονός-απόδειξη, από μόνο του ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ'αριθ. 1185/1999 καταδικαστική απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας. Ειδικότερα η πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, η οποία είναι έγκλημα διαρκές, τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Αυγούστου 1993 έως 17-2-1994, και συνεπώς κατά το τμήμα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της 22-12-1993, ημερομηνίας απολύσεως του από τις φυλακές και της 17-2-1994, ο αιτών ευρίσκετο εκτός των φυλακών. Επί πλέον εκτός των φυλακών ευρίσκετο και σε όλο το χρονικό διάστημα (20-1-1994 έως 10-2-1994) κατά το οποίο τελέσθηκε η πράξη της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 Κ.Ο.Κ. Με τα δεδομένα αυτά το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνο του, όσο και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις που έχουν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 ΚΟΚ, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστά φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών. Κατόπιν των ανωτέρω ο επικαλούμενος ως άνω μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αύτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 24-7-2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1185/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 15 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 1185/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών για τις πράξεις της κατοχής λαθρεμπορεύματος και παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Χ καταδικάστηκε με την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η εναντίον της ασκηθείσα 554/17/7/2006 - 1059/31.7.2006 έφεση του αιτούντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με το 2809/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο ήδη κατέστη αμετάκλητο, όπως αυτό προκύπτει από την 4831/14.11.2007 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέως του Αρείου Πάγου, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και πέντε (5) μηνών, καθώς και σε χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) μηνών, για τα αδικήματα της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), που συνίστανται στο ότι: α) στην Αθήνα και στην ....., κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Αυγούστου 1993 έως 17.2.1994, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3 με πρόθεση κατείχαν και χρησιμοποιούσαν το ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT, με αριθμό κυκλοφορίας ..... και αριθμό πλαισίου ..... και κινητήρα ....., μολονότι γνώριζαν ότι το είχε υπεξαιρέσει στις 10.8.1993 στη ..... ο ..... από την εταιρεία μισθώσεως αυτοκινήτων RUPAUTO AUTOMOVEIS DE ALUGUER SEM CONDUTOR LDA, που εδρεύει στη Λισσαβόνα Πορτογαλίας και εκπροσωπείται νόμιμα και ότι αυτό είχε εισαχθεί εντός των συνόρων του Κράτους, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί τα αναλογούντα σ' αυτό και εισπραττόμενα στα τελωνεία εισαγωγικοί δασμοί, τέλη, φόροι και δικαιώματα, τα οποία στερήθηκε το Δημόσιο και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 4.766.370 δραχμών και 2) Στην ....., κατά το χρονικό διάστημα από 20.1 έως 10.2.1994 και σε μη ειδικότερα διακριβωθείσα ημερομηνία, από κοινού με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους του, κατασκεύασαν με πρόθεση τις υπ' αριθμ. ..... πινακίδες κυκλοφορίας, τις οποίες τοποθέτησαν στη συνέχεια στο με αριθμό πλαισίου ..... και κινητήρα ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας NISSAN, που είχαν αφαιρέσει από την κατοχή άλλου για να το ιδιοποιηθούν παρανόμως. Το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, στηριζόμενο στις καταθέσεις τών μαρτύρων ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, κυρίως δε στα πέντε έγγραφα Δακτυλοσκοπίας της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τα οποία βρέθηκαν σε διάφορα αντικείμενα τα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντος και των συγκατηγορουμένων του. Ως νέο γεγονός προσκομίζει ο αιτών το από 22.12.1993 αποφυλακιστήριο της Αγροτικής Φυλακής ....., σύμφωνα με το οποίο ευρίσκετο κρατούμενος στην ανωτέρω φυλακή από 7 Ιανουαρίου 1992 έως 22.12.1993 και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να είναι δράστης των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Όμως, το ανωτέρω επικαλούμενο από τον αιτούντα ως νέο γεγονός - απόδειξη, από μόνο του ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομιστεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω καταδικαστική απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο, που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας. Ειδικότερα, η πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, η οποία είναι έγκλημα διαρκές, τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Αυγούστου 1993 έως 17 Φεβρουαρίου 1994 και, συνεπώς, κατά το τμήμα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, που μεσολαβεί μεταξύ της 22ας Δεκεμβρίου 1993, ημερομηνίας απολύσεώς του από της φυλακές και της 17ης Φεβρουαρίου 1994, ο αιτών ευρίσκετο εκτός των φυλακών. Επί πλέον, εκτός των φυλακών ευρίσκετο ο αιτών και σε όλο το χρονικό διάστημα (10.1.1994 έως 20.2.1994), κατά το οποίο τελέστηκε η πράξη της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 του Κ.Ο.Κ. Με τα δεδομένα αυτά, το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνο του, όσο και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξης της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 Κ.Ο.Κ., για τις οποίες καταδικάστηκε, δεν καθιστά φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, προσέτι δε να απορριφθεί το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24.7.2007 αίτηση του ..... για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1185/1999 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει το σχετικό αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής του. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 ΚΟΚ.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2342/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 178/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείου Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 24/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 101/25.2.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 § 1 εδ. τελευταίο του Κ.Π.Δ., την από 5-11-2007 αίτηση του Χ, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 178/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: Με την ανωτέρω απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις α) της πώλησης κατ'εξακολούθηση και β) της κατοχής ναρκωτικής ουσίας (κοκαΐνης) και του επιβλήθηκε η ποινή της καθείρξεως των 10 ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αυτής του αιτούντος, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 825/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αναίρεση. Συνεπώς η αίτηση αυτή είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσία. Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επιτρέπεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ. και αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως "κάνουν φανερό", ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και εκείνες που, αν και υπήρχαν δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτό ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν. Την κρίση του δε ότι πρόκειται για νέες αποδείξεις ή γεγονότα με την πιο πάνω έννοια, σχηματίζει το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων συμπληρωματικές ή τροποποιητικές εκείνων, οι οποίες τέθηκαν υπ'όψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, νέα έγγραφα κλπ, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες ή σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, να κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας, τους λόγους που προβάλλει τώρα ο αιτών για την βασιμότητα της αιτήσεώς του, τους προέβαλε με την απολογία του και ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά που τον καταδίκασε κατά τα παραπάνω. Συνεπώς δεν προβάλλει με την αίτησή του αυτή ο αιτών νέα γεγονότα ή αποδείξεις. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι "δεν του εδόθησαν τα ευεργετήματα του άρθρου 24 του Ν.1729/87", δεν αποτελεί λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, αλλά ενδεχομένως εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως αυτής, η οποία μόνο δια την ενδίκων μέσων μπορούσε να προβληθεί και όχι δια της επαναλήψεως της διαδικασίας, δοθέντος ότι η τελευταία καθιερώθηκε για την ορθή ουσιαστική επανεκτίμηση της κατηγορίας. Πρέπει λοιπόν κατά ταύτα να απορριφθεί ως αβάσιμη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του αιτούντος και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 5-11-2007 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του Χ και ΙΙ) να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αιτούντα, ο οποίος εμφανίσθηκε ο ίδιος, χωρίς δικηγόρο. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκα στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 178/2006 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς (με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για πώληση κατ' εξακολούθηση και κατοχή ναρκωτικής ουσίας, στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών Χ καταδικάστηκε με την 178/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, σε ποινή καθείρξεως δέκα ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για τις αξιόποινες πράξεις α) της πωλήσεως κατ' εξακολούθηση και β) της κατοχής ναρκωτικής ουσίας. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι ο αιτών 1) στην ευρύτερη περιοχή του ... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 23.6.2003 έως 23.9.2003, με πρόθεση ενεργώντας και μη όντας τοξικομανής, και σε μη διακριβωθείσες ημερομηνίες, με πρόθεση ενεργώντας, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πώλησε ναρκωτική ουσία, και συγκεκριμένα πώλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα αντί τιμήματος, στον συγκατηγορούμενό του, ..., πέντε φορές από ένα γραμμάριο κοκαΐνης , την κάθε φορά αντί τιμήματος 70 ευρώ το κάθε γραμμάριο. Στον ..., στις 23.9.2003, πώλησε τελευταία φορά στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του ... ποσότητα κοκαΐνης 1 γραμμαρίου αντί τιμήματος 70 ευρώ. 2) Στον ... Αττικής και στην επί της οδού .... οικία του, στις 23.9.2003, με πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασής της με δυνατότητα να ελέγχει κάθε στιγμή την ύπαρξή της, και να τη διαθέτει πραγματικά, ναρκωτική ουσία σύμφωνα με το νόμο και συγκεκριμένα κατείχε α) δύο αυτοσχέδια δέματα με κοκαΐνη σε στερεή μορφή, συνολικού βάρους 200 γραμμαρίων (2 Χ 100), β) ένα νάιλον σακουλάκι με κοκαΐνη σε στερεή μορφή, συνολικού βάρους 100 γραμμαρίων, γ) ένα νάιλον σακουλάκι το οποίο περιείχε σαράντα (40) αυτοσχέδια νάιλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή, συνολικού βάρους 40 γραμμαρίων (1 Χ 40 γρ.) και δ) ένα νάιλον σακουλάκι , το οποίο περιείχε δεκατρία (13) αυτοσχέδια νάιλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή, συνολικού βάρους δεκατριών (13) γραμμαρίων (1 Χ 13 γρ). Από το σκεπτικό της παραπάνω αποφάσεως προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε κατά τους άνω αναφερόμενους χρόνους και στους αναφερόμενους τόπους τα ανωτέρω αδικήματα και ότι το γεγονός των πωλήσεων κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο ..., ομολογήθηκε όμως και από τον ίδιο (τον αιτούντα), όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο. Ειδικότερα στην απολογία του ο αιτών είπε τα εξής: ""Είμαι 25 χρόνια τοξικομανής, απολύθηκα από τον Στρατό με αιτιολογία το ακαταλόγιστο, λόγω χρήσεως ναρκωτικών....Πούλαγα ναρκωτικά για να βγάλω τη δόση μου...Το έκανα αυτό γιατί δεν μού έφταναν τα λεφτά που έβγαζα από τη δουλειά μου, για να παίρνω τη δόση ναρκωτικών που χρειαζόμουν...Έχω μετανιώσει γι' αυτά που έκανα και ζητάω συγγνώμη. Εγώ δεν είχα χρήματα, για να μπορώ να αγοράσω τόση κοκαΐνη. Τον .... τον είχα γνωρίσει στη φυλακή. Είχα κάνει μεταφορά 60 κιλών χασίς από τη Αλβανία και με έπιασαν, γι' αυτό τον λόγο ήμουν φυλακή την πρώτη φορά και αυτό πάλι για να εξασφαλίσω ναρκωτικά για τον εαυτό μου το έκανα. Μάλιστα οι αστυνομικοί μού είπαν "δεν θέλουμε εσένα, τον μεγάλο θέλουμε". Με έπαιρνε ο ... και μού έλεγε έχω πελάτη, φέρε πέντε γραμμάρια, μού έδινε τα χρήματα, τού έδινα τα ναρκωτικά και εγώ τα χρήματα τα έδινα στον .... Εγώ, απ' αυτό κέρδιζα κάθε φορά τη δόση μου". Η κρινόμενη αίτηση στηρίζεται στους ισχυρισμούς του αιτούντος ότι εγκέφαλος της υποθέσεως, για την οποία καταδικάστηκε ήταν ο αναφερόμενος και στην απολογία του ...., όλους δε τους λόγους που προβάλλει τώρα ο αιτών για τη βασιμότητα και ευδοκίμηση της αιτήσεώς του, τους είχε προβάλει και με την απολογία του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που τον καταδίκασε κατά τα παραπάνω. Συνεπώς, δεν προβάλλει με την αίτησή του νέα γεγονότα ή αποδείξεις, από τα οποία μάλιστα να προκύπτει ότι αυτός αδίκως καταδικάστηκε ή καταδικάστηκε, ενώ ήταν αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πράγματι αυτός τέλεσε. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι δεν του δόθηκαν τα ευεργετήματα του άρθρου 24 του Νόμου 1729/87 δεν αποτελεί λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, αλλά λόγο εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως αυτής, η οποία μόνο με ένδικα μέσα μπορούσε να προβληθεί. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-11-2007 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 178/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2343/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με τη 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 17/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1745/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 485/4.12.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1-3 και 528 Κ.Ποιν.Δ., την από 24-7-2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αριθμ. 17/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 2000 ευρώ για παράνομη οπλοφορία, ως και το αίτημα αυτού για αναστολή εκτέλεσης της ως άνω ποινής και εκθέτω τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας ο αιτών καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση ερήμην ως αγνώστου διαμονής σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 2000 ευρώ για παράνομη οπλοφορία, πλην όμως η απόφαση αυτή, η οποία υπόκειται σε έφεση, αφού καταδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών σε πρώτο βαθμό για πλημμέλημα στην ως άνω ποινή φυλάκισης (άρθρο 489 παρ. 1 περ. στ' Κ.Ποιν.Δ.), δεν έχει επιδοθεί στον αιτούντα ώστε να τρέξει η προθεσμία του ενδίκου μέσου της έφεσης. Συνεπώς η εν λόγω απόφαση δεν είναι αμετάκλητη (άρθρο 546 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), και η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη, και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, αφού προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής είναι η αμετάκλητη καταδίκη (ΑΠ 915/2001), απορριπτομένου συνάμα και του αιτήματος περί αναστολής εκτελέσεως της ως άνω ποινής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 24-7-2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αριθμ. 17/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθώς και το αίτημα αυτού για αναστολή εκτέλεσης της ως άνω ποινής. Αθήνα 30 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Θωμά, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται ο αιτών από την από 24 Ιουλίου 2007 αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η κατ' άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, στρεφόμενη κατά ήδη αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, η οποία επιδιώκει με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, την ακύρωση της προσβαλλόμενης δικαστικής αποφάσεως. Παρά ταύτα, είναι επιτρεπτή, εφόσον τούτο δεν είναι ασυμβίβαστο προς την αίτηση αυτή, η εφαρμογή ορισμένων από τις γενικές περί ενδίκων μέσων διατάξεις. Σ' αυτές περιλαμβάνονται και όσες αφορούν την παραίτηση από την αίτηση (άρθρα 474, 475, και 476 ΚΠΔ). Συνεπώς, ο καταδικασθείς, που άσκησε τέτοια αίτηση, επιτρεπτώς δύναται να παραιτηθεί, οπότε εφόσον έχει χωρήσει νομότυπη δήλωση παραιτήσεως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση και επιβάλλει στον παραιτούμενο τα έξοδα της διαδικασίας. Εν προκειμένω, από τον Χ, καταδικασθέντα σε πρώτο βαθμό για το πλημμέλημα της παράνομης οπλοφορίας σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €), δυνάμει της 17/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), η οποία μη επιδοθείσα στον αιτούντα υπόκειται σε έφεση, και συνεπώς δεν κατέστη αμετάκλητη, κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 19 Οκτωβρίου 2007 η κρινόμενη από 24 Ιουλίου 2007 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, για τον λόγο ότι μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα και αποδείξεις, που καθιστούν πρόδηλο ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Όμως, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως, ο αιτών δήλωσε ότι παραιτείται από το ως άνω ένδικο μέσο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραίτηση, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς και το συναφές αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ως άνω ποινής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1. ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Ιουλίου 2007 αίτηση του αιτούντος Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της 17/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) και το συναφές αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ως άνω ποινής. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαϊου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Χωρεί παραίτηση από την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, κατ’ εφαρμογή των περί ενδίκων μέσων διατάξεων, παρότι η αίτηση αυτή, στρεφόμενη κατ’ αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ’ έκτακτη διαδικασία. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι έλαβε χώρα νόμιμη παραίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2341/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1697/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 68/12.2.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 134/18-6-07 αίτηση της ..., συνταξιούχου εφοριακού, για αναίρεση του με αριθμό 1301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως (άρθρα 2 παρ. 19 Ν.2343/95 και 4 παρ. 3,5,9 παρ. 5 Ν.3213/03, όπως η παρ. 5 του όρου 9 προστ. με άρθρο 13 παρ. 4 εδ. β'Ν.3242/04 και 27 παρ. 3 σε συνδ. με άρθρα 24 και 25 Ν.2429/96 και άρθρο 13 Ν.2836/00) και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τη κατηγορουμένη και στρέφεται κατά βουλεύματος που τη παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς, για πλημμελήματα, Εφετείου και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και δη της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ' Κ.Π.Δ., αρμοδίως δε άγεται ενώπιον σας, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 Ν.3213/2003, κατά το οποίο "......κατά του βουλεύματος επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως, την οποίαν ασκούν ο κατηγορούμενος, όταν παραπέμπεται για τις πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 4 και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου σε κάθε περίπτωση". Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται, όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα δεν αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία έκρινε το Συμβούλιο ότι α) η περιέχουσα ανακριβή στοιχεία δήλωσή της της από 30.6.2002 οφειλόταν σε δόλο και όχι σε παραδρομή, β) με δόλο δήλωσε στην από 30.6.2002 δήλωσή της ότι είναι δικαιούχος σε ποσοστό 1/4 ποσού 143.914 δολλαρίων ΗΠΑ κλπ, γ) αναληθώς και από δόλο δήλωσε στην από 30-6-2002 δήλωσή της ότι είναι διαχειρίστρια ενός ομολόγου στη Τράπεζα ALRHA BANK, σε συνάλλαγμα 54.058 δολλ. που ανήκε εξ ολοκλήρου στον εξάδελφό της ... και δ) αναληθώς και από δόλο με την από 27-6-2003 δήλωσή της δήλωσε ότι είναι δικαιούχος καταθέσεως από μισθούς στη Τράπεζα Πειραιώς ποσού 127.418 € κατά το 1/4. Κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του νόμου 3213/2003 "ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα έως και τέσσερα έτη. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι μηνών έως δύο ετών". Το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη κυρία ανάκριση ή τη προανάκριση που ενεργήθηκαν σχετικά , σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και τη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για τη πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των. Ειδικά για το δόλο που ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 Π.Κ. στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από τη πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο (Α.Π. 1304/2003 ΠΧ ΝΔ/2004 σελ. 517). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατ'επιτρεπτή αναφορά στους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "από τη κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία της κατηγορουμένης συνολικά εκτιμωμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη, που είχε την ιδιότητα της ελεγκτού στο διαπεριφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Αθηνών, με τις από 30-6-2002, 27-6-2003 και 22-6-2005 δηλώσεως που αφορούσαν τις χρήσεις των ετών 2001, 2002 και 2004, αντιστοίχως, δήλωσε ανακριβώς τα εξής: α) ότι είχε κατάθεση, στην Τράπεζα Πίστεως, από μισθούς, πλέον τόκων, ύψους 101.803 δρχ. ενώ η αλήθεια ήταν ότι την 31-12-2001 είχε κατάθεση ύψους 101.803 Ευρώ, στην Τράπεζα Πειραιώς. β) ότι είναι δικαιούχος, σε ποσοστό 1/4, ποσού 143.914 Δολαρίων ΗΠΑ 1.941 Λιρών Αγγλίας και 169.692 Ευρώ τα οποία ανήκαν στη μητέρα της και θα περιέρχονταν σ'αυτή μετά το θάνατο της μητέρας, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ήτο δικαιούχος όλων των παραπάνω ποσών κατά 100%. γ) ότι ήταν, μαζί με τις αδελφές της, διαχειρίστρια ενός ομολόγου στην τράπεζα ALPHA BANK, σε συνάλλαγμα ύψους 54.058 Δολαρίων, που ανήκαν στον εξάδελφό της ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι ήταν η ίδια δικαιούχος των χρημάτων αυτών, σε ποσοστό 1/4, δ) ότι ήταν δικαιούχος καταθέσεως στην Τράπεζα Πειραιώς, από μισθούς, του ποσού των 127.418 Ευρώ, κατά το 1/4, ενώ η αλήθεια είναι ότι ήταν δικαιούχος της καταθέσεως αυτής σε ποσοστό 100%, ε) ότι ήταν δικαιούχος ποσού 144.655,8 Δολαρίων ΗΠΑ και ποσού 171.143,19 Ευρώ κατατεθειμένων στην Τράπεζα ALPHA BANK, κατά 1/4, ενώ η αλήθεια είναι ότι ήτο δικαιούχος των παραπάνω καταθέσεων σε ποσοστό 100%, στ) ότι τα ίδια δήλωσε, αναφορικά με τις παραπάνω (στοιχ. δ' και ε') καταθέσεις και στην από 22-6-2005 δήλωσή της. Το "ανακριβές" των παραπάνω δηλώσεων προκύπτει-συνάγεται από επιγενόμενες ενέργειες της ίδιας της κατηγορουμένης και συγκεκριμένα από το ότι αυτή, στη δήλωσή της για το έτος 2004 δήλωσε ότι είναι 100% δικαιούχος των 134.322,62 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένα στην Τράπεζα Πειραιώς και κυρίως από το ότι, το έτος 2006 η ίδια ανέλαβε το σύνολο των ποσών που αναφέρθηκαν παραπάνω και τα κατέθεσε σε ατομικούς λογαριασμούς της. Επίσης ως αυτονόητο συμπέρασμα προκύπτει ότι με τις προαναφερθείσες ανακριβείς δηλώσεις αντικειμενικώς καθίστατο δυσχερής ο έλεγχος των περιουσιακών της στοιχείων και των μεταβολών της περιουσιακής της κατάστασης. Με βάση τα παραπάνω, έχω τη γνώμη ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης για την πράξη που της αποδίδεται και θα πρέπει το Συμβούλιό Σας να αποφανθεί σύμφωνα με τα άρθρ. 309 § 1 περ. ε, 313 του Κ.Π.Δ., 5 του Ν.3213/03 και 28 του Ν.2429/96 και να διατάξει την παραπομπή της στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο καθ'ύλη και κατά τόπο για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης σύμφωνα με τα άρθρ. 119 § 1, 122 § 1 Κ.Π.Δ. και 28 § 2 του Ν.2496/96". Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις του νόμου 3213/2003 και ουδεμία αντίφαση παρατηρείται στο σκεπτικό, ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος και δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω 1) να απορριφθεί η με αριθμό 134/18-6-07 αίτηση της ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 14 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του νόμου 3213/2003 "ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση, η υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων από ένα έως και τέσσερα έτη. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι μηνών έως δύο ετών". Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Είναι επίσης επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Ειδικά, για τον δόλο, που ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν τη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός (δόλος) από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, που είχε την ιδιότητα της ελεγκτού στο διαπεριφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Αθηνών, με τις από 30.6.2002, 27.6.2003 και 22.6.2005 δηλώσεις, που αφορούσαν τις χρήσεις των ετών 2001, 2002 και 2004, αντιστοίχως, δήλωσε ανακριβώς τα εξής: α) ότι είχε κατάθεση στην Τράπεζα Πίστεως, από μισθούς, πλέον τόκων, ύψους 101.803 δρχ. ενώ η αλήθεια ήταν ότι την 31.12.2001 είχε κατάθεση ύψους 101.803 ευρώ, στην Τράπεζα Πειραιώς. β) ότι είναι δικαιούχος, σε ποσοστό 1/4 ποσού 143.914 δολαρίων ΗΠΑ, 1.941 λιρών Αγγλίας και 169.692 ευρώ, τα οποία ανήκαν στη μητέρα της και θα περιέρχονταν σ' αυτή μετά το θάνατο της μητέρας, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ήτο δικαιούχος όλων των παραπάνω ποσών κατά 100%. γ) ότι ήταν, μαζί με τις αδελφές της διαχειρίστρια ενός ομολόγου στην τράπεζα ALPHA BANK, σε συνάλλαγμα, ύψους 54.058 δολαρίων, που ανήκαν στον εξάδελφό της, ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι ήταν η ίδια δικαιούχος των χρημάτων αυτών, σε ποσοστό 100%. ε) ότι ήταν δικαιούχος ποσού 144.655,8 δολαρίων ΗΠΑ και ποσού 171.149,19 ευρώ κατατεθειμένων στην Τράπεζα ALPHA BANK κατά 1/4, ενώ η αλήθεια είναι ότι ήτο δικαιούχος των παραπάνω καταθέσεων σε ποσοστό 100%. στ) ότι τα ίδια δήλωσε, αναφορικά με τις πιο πάνω (στοιχ. δ' και ε') καταθέσεις και στην από 22.6.2005 δήλωσή της. Το "ανακριβές" των παραπάνω δηλώσεων προκύπτει - συνάγεται από επιγενόμενες ενέργειες της ίδιας της κατηγορουμένης και συγκεκριμένα από το ότι αυτή, στη δήλωσή της για το έτος 2004 δήλωσε ότι είναι 100% δικαιούχος των 134.322,62 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένα στην Τράπεζα Πειραιώς και κυρίως από το ότι το έτος 2006, η ίδια ανέλαβε το σύνολο των ποσών που αναφέρθηκαν παραπάνω και τα κατέθεσε σε ατομικούς λογαριασμούς της. Επίσης ως αυτονόητο συμπέρασμα προκύπτει ότι με τις προαναφερθείσες ανακριβείς δηλώσεις αντικειμενικώς καθίσταται δυσχερής ο έλεγχος των περιουσιακών της στοιχείων και των μεταβολών της περιουσιακής της κατάστασης". Ακολούθως, το Συμβούλιο, με βάση τα παραπάνω κρίνοντας ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατηγορουμένης για την πράξη που της αποδίδεται, διέταξε την παραπομπή της στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών, για την εκδίκαση της υποθέσεως. Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, για την οποία παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2 παρ. 19 Ν. 2343/95 και 4 παρ. 3, 5, 9 παρ. 5 του Ν. 3213/2003, όπως η παράγραφος 5 του άρθρου 9 προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 εδ. β' του Νόμου 3242/2004 και 27 παρ. 3 σε συνδυασμό με τα άρθρα 24 και 25 του Νόμου 2429/96 και άρθρο 13 του Νόμου 2836/2000, τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει αυτών, ο σχετικός μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και συνακολούθως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 124/18.6.2007 αίτηση της ..., για αναίρεση του 1301/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για ανακριβή δήλωση περιουσιακής καταστάσεως. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Περουσιακής κατάστασης ανακριβής δήλωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2340/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 192/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 467/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 83/13.2.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, μετ'αναίρεσιν, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 7/2-3-2007 αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 192/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, που εξεδόθη μετά από αναίρεσιν του με αριθ. 1782/2005 βουλεύματος του ιδίου ως άνω Συμβουλίου με την υπ'αριθμ. 2124/2004 απόφασιν του Δικαστηρίου σας και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμόν 1159/2005 βούλευμα του παρέπεμψε τον παραπάνω κατηγορούμενο Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο ήταν εμπιστευμένο στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητός του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας και του οποίου η αξία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 98 § § 1,2, 375 § § 1,2 Π.Κ., όπως η παρ. 1 του άρθρου 98 αναριθμήθηκε και η παρ. 2 του ίδιου άρθρου προσετέθη με το άρθρ. 14 § 1 ν.2721/99 και όπως η παράγρ. 1 του άρθρ. 375 συνεπληρώθη με το άρθρο 14 παρ. 3α ν.2721/99 η παράγρ. 2 αυτού αντικατεστ. με το άρθρ. 1 § 9 ν.2408/96) που φέρεται ότι διέπραξε στην ... με περισσότερες από μία μερικότερες πράξεις κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2003 έως 16-8-2004, εις βάρος της εδρευούσης στην ... εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗ-ΨΥΧΙΑΤΡΙΑΚΗ - ΓΕΡΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α. ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ - Α.ΚΑΡΙΠΗ Α.Ε.". Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήσκησε την με αριθμ. 69/27-10-2005 έφεση επί της οποίας εξεδόθη το υπ'αριθμ. 1782/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης δια του οποίου απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσις και επικυρώθη το παραπάνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. 'Όμως κατά του ως άνω Εφετειακού βουλεύματος ησκήθη αναίρεσις και δια της υπ'αριθμ. 2124/2006 αποφάσεως του Δικαστηρίου σας, ανηρέθη το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και παρέπεμψε την υπόθεσιν προς νέαν κρίσιν, το οποίον με το υπ'αριθμ. 192/2007 βούλευμά του, αφού εδέχθη εν μέρει, ως κατ'ουσίαν βάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου, απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία εις βάρος του κατηγορουμένου για τις επί μέρους πράξεις της κατ'εξακολούθησιν πράξεως της υπεξαιρέσεως που φέρονται ως υπ'αυτού τελεσθείσες κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Νοέμβριο 2003 και παρέπεμψε τούτον εις το ακροατήριον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (επί κακουργημάτων) για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στην Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως και 16-8-2004 με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ιδιοποιήθη παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία ήταν εμπιστευμένα σ'αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά του τελευταίου ως άνω με αριθμ. 192/07 εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων Χ με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, η οποία ησκήθη εμπροθέσμως νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., ως η παρ. 1 του άρθρου 482 αντικ. δι'άρθρ. 41 § 1 ν.3160/2003, καθόσον α) ησκήθη την 2-3-2007 με δήλωση του ειδικού πληρεξούσιου και εντολοδόχου του αναιρεσείοντος, δικηγόρου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Καϊκλή ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για την οποία συνετάχθη η υπ'αριθ. 7/2-3-2007 έκθεσις, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη στον ίδιο (ίδετ. το από 1-3-2007 αποδεικτικό επιδόσεως), β) διαλαμβάνονται στην αίτηση σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα τον τοιούτο της έλλειψις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το κάθε ένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ'όψιν του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1687/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 6382, ΑΠ 336/2002 Ποιν. Χρ. ΝΒ' σελ. 978). ΙΙ) Από τις διατάξεις του άρθρ. 375 § § 1,2 εδ. α' Π.Κ., ως η παρ. 1 συνεπληρώθη με το άρθρ. 14 § 3α του ν. 2721/1999 και η παρ. 2 τούτου αντικ. με το άρθρ. 1 § 9 ν.2408/96, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος αυτού να είναι κατά την φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι το πράγμα αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι στο δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνον τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν γίνεται αυτή χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη μία τουλάχιστον από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξάρτητα από την συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω καταστάσεις ή ιδιότητες, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, ενώ εξ'υποκειμένου απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στην δική του περιουσία (Α.Π. 2328/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ σελ. 811, ΑΠ 100/2004 Ποιν. Χρ. ΝΔ' σελ. 873). Επομένως, κατά τα εκτεθέντα, καθίσταται υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές, με την εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από την σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται η προέλευση της εξουσίας αυτής και από την δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως από μόνη την διενέργεια εκ μέρους του αναλόγων πράξεων, οπότε πρόκειται για διαχειριστή εν τοις πράγμασι (ΑΠ 2328/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ'σελ. 811, Α.Π. 394/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' σελ. 30). Επί εξακολουθητικής δε υπεξαιρέσεως, που ετελέσθη μετά της 3-6-1999, έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρ. 98 Π.Κ, όπως προσετ. με το άρθρ. 14 § 1 ν.2721/1999 και ορίζει ότι η αξία του αντικείμενου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δ' αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή εσκοπήθη (Α.Π. 115/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ σελ. 33). ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα με αριθ. 192/2007, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, εδέχθη, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από την συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτήν, κατ'είδος αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος Χ και ο μηνυτής Ψ είναι μέτοχοι κατά ποσοστό 50% έκαστος της εδρευούσης στην ... ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Νευρολογική-Ψυχιατρική-Γεροντολογική Κλινική Α. Πισσαλίδη - Α. Καρίπη Α.Ε.", που έχει ως αντικείμενο, την εκμετάλλευση νευροψυχιατριακής και γεροντολογικής Κλινικής και την παροχή αντίστοιχων ιατρικών υπηρεσιών, καθώς και την περίθαλψη και νοσηλεία ασθενών που χρήζουν ιατρικής παρακολούθησης. Ο κατηγορούμενος, νευρολόγος-ψυχίατρος, επιστημονικός διευθυντής της Κλινικής, ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και είναι Διευθύνων Σύμβουλος αυτής τουλάχιστον από την 1-5-2003, όπως άλλωστε ομολογείται. Υπό την ιδιότητά του αυτή, έχων εξουσία διαχείρισης της περιουσίας της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2003 έως και 16-8-2004, ενώ εισέπραξε από ασθενείς και πελάτες της εταιρίας νοσήλια, συνολικού ποσού 82.683,70 ευρώ, δεν το εισέφερε στο ταμείο αυτής. Ειδικότερα, τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας έχουν κατά μήνα ως ακολούθως: 1) Μάϊος 2003, 3.860 ευρώ, 2) Ιούνιος 2003, 5.681 ευρώ, 3) Ιούλιος 2003, 4.543,81 ευρώ, 4) Αύγουστος 2003, 3.769 ευρώ, 5) Σεπτέμβριος 2003, 3.717,47 ευρώ, 6) Οκτώβριος 2003, 3.828,47 ευρώ, 7) Νοέμβριος 2003 1.752 ευρώ, 8) Δεκέμβριος 2003, 5.342 ευρώ, 9) Ιανουάριος 2004, 5.328,47 ευρώ, 10) Φεβρουάριος 2004, 4.299,47 ευρώ, 11) Μάρτιος 2004, 5.349,47 ευρώ, 12) Απρίλιος 2004, 5.685,47 ευρώ, 13) Μάϊος 2004, 4.252,47 ευρώ, 14) Ιούνιος 2004, 8.198,47 ευρώ, 15) Ιούλιος 2004, 11.456 ευρώ, 16) Αύγουστος 2004, 5.620 ευρώ. Ο κατηγορούμενος με τα ανωτέρω υπό στοιχεία (1) και (2) χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους (3.860 + 5.681) = 9.541 ευρώ, εξόφλησε οφειλές της εταιρίας προς τρίτους και βεβαίως δεν τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, όπως προκύπτει ιδίως από την από 14-10-2005 βεβαίωση του λογιστή αυτής, κατά την οποία, για την λειτουργία της Κλινικής πραγματοποιήθηκαν δαπάνες προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, εκτός των αμοιβών του απασχολούμενου προσωπικού, κατά μήνα Μάϊο 2003 ποσού 4.1424,81 ευρώ και κατά μήνα Ιούνιο 2003 ποσού 32.878,68 ευρώ. Είναι προφανές, ότι το υπόλοιπο δαπανηθέν ποσό ύψους (41.424,81 + 32.878,68 - 9.541) = 64.762,49 ευρώ εδαπανήθη για εξόφληση οφειλών της εταιρίας του, προ του Ιουλίου 2003, χρονικού διαστήματος και όχι βεβαίως του ένδικου χρονικού διαστήματος Ιούλιος 2003 - Αύγουστος 2004, όπως αβασίμως ο κατηγορούμενος υποστηρίζει. Περαιτέρω προκύπτει, ότι ο μηνυτής και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας, Ψ, είχε συμφωνήσει, κατά μήνα Νοέμβριο 1998, όπως ο κατηγορούμενος λαμβάνει, ως μηναία αποζημίωση για τις επιστημονικές και διοικητικές υπηρεσίες που προσέφερε στην άνω ψυχιατρική Κλινική το ποσό των 800.000 δρχ., ήτοι 2.347,76 ευρώ και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος δικαιολογημένα επίστευε, ότι από τα πιο πάνω εισπραχθέντα χρηματικά ποσά δικαιούται, να παρακρατήσει μηνιαίως το ποσό των 2.347,76 ευρώ, έστω, και αν δεν υπήρξε κατά το άρθρο 23α παρ. 2 ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" προηγούμενη έγκριση της σχετικής συμφωνίας από την γενική συνέλευση των μετόχων, όπως απαιτείται (Α.Π. 1802/2001 Ελ.Δ. 45.1406, γεγονός που αίρει τον δόλο του για το (παρακρατηθέν) εν λόγω ποσό, καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα (Ιούλιος 2003 - Αύγουστος 2004). Συνεπώς ο κατηγορούμενος, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, με πρόθεση παράνομα δεν εισέφερε στο ταμείο της ανωτέρω εταιρίας και ενσωμάτωσε χωρίς νόμιμο δικαίωμα στην περιουσία του, τα κατωτέρω (κατά μήνα) χρηματικά ποσά: 1) Ιούλιος 2003 (4.543,47 - 2.347,76) = 2.195,71 ευρώ, 2) Αύγουστος 2003 (3.769 - - 2.347,76) = 1.421,24 ευρώ, 3) Σεπτέμβριος 2003 (3.717,47 - 2.347,76)= 1.369,71 ευρώ, 4) Οκτώβριος 2003 (3.828,47 - 2.347,76)= 1.480,71 ευρώ, 5) Δεκέμβριος 2003 (5.342 - 2.347,76)= 2.994,24 ευρώ, 6) Ιανουάριος 2004 (5.328,47 - 2.347,76) = 2.980,71 ευρώ, 7) Φεβρουάριος 2004 (4.299,47 - 2.347,76) = 1.951,71 ευρώ, 8) Μάρτιος 2004 (5.349,47 - 2.347,76)= 3.001,71 ευρώ, 9) Απρίλιος 2004 (5.685,47 - 2.347,76) = 3.337,71 ευρώ, 10) Μάϊος 2004 (4.252,47 - 2.347,76) = 1.904,71 ευρώ, 11) Ιούνιος 2004 (8.198,47 - 2.347,76)= 5.850,71 ευρώ, 12) Ιούλιος 2004 (11.456 - 2.347,76)= 9.108,24 και 13) Αύγουστος 2004 (5.620 - 2.347,76) = 3.272,24 ευρώ και συνολικά 40.869,35 ευρώ, ποσό που είναι ιδιαίτερα μεγάλο και ήταν εμπιστευμένο σ'αυτόν για να το διαχειρίζεται, ενώ ο ίδιος, με τις μερικότερες πράξεις του της παράνομης ιδιοποίησης των ανωτέρω χρηματικών ποσών, απέβλεπε συνολικά στο εν λόγω ποσό των 40.869,25 ευρώ. Σημειώνεται, ότι το ποσό των 1.752 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος εισέπραξε κατά μήνα Νοέμβριο 2003 δεν το απέδωσε στο ταμείο της εταιρίας, ως μέρος της ως άνω συμφωνημένης αποζημίωσής του και επομένως, δεν το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι από τον μήνα Μάϊο 2003 δικαιούνταν ως αποζημίωση για τις επιστημονικές και διοικητικές υπηρεσίες που προσέφερε το ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως και ως εκ τούτου το πιο πάνω συνολικό ποσό των 40.869,35 ευρώ δεν το ιδιοποιήθηκε παράνομα, αλλά αυτό αποτελεί μέρος της δικαιούμενης αποζημίωσής του από (5.000 Χ 14 μήνες)= 70.000 ευρώ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον δεν υπήρξε τουλάχιστον σχετική συμφωνία με τον μηνυτή και ούτε βεβαίως, σχετική έγκρισή της από την γενική Συνέλευση των μετόχων. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατέβαλε "εξ ιδίων" για λογαριασμό της εταιρίας κατά το χρονικό διάστημα Μάϊος-Ιούνιος 2003 το συνολικό ποσό των 36.450 + 20.252)= 56.702 ευρώ, προς εξόφληση δανειστών της και ως εκ τούτου έχειν λαμβάνειν από την εταιρία (προβαλλόμενος προφανώς ως ένσταση συμψηφισμού), είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον ο δράστης υπεξαίρεσης δεν μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του παθόντος και τούτο γιατί δεν επιτρέπεται κατ'άρθρο 450α' Α.Κ. συμψηφισμός κατά απαίτησης που προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε με δόλο (Α.Π. 1066/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 511). Το γεγονός δε ότι η 6η τακτική γενική Συνέλευση των μετόχων της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, στην οποία συμμετείχε και ο μηνυτής, ενέκρινε ομόφωνα όλες τις πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου, που αφορούσαν την οικονομική της διαχείριση και απάλλαξε ομόφωνα το ίδιο διοικητικό Συμβούλιο και του ελεγκτές από κάθε ευθύνη αποζημίωσης για την χρήση του έτους 2003 (σχετ. το με αριθμό 9/27-6-2004 πρακτικό), δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της παράνομης ιδιοποίησης των πιο πάνω χρηματικών ποσών από τον κατηγορούμενο (πρβλ. Α.Π. 119/1996 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ' 1576), κατά το χρονικό διάστημα 1-7-2003 έως 31-12-2003. Από τα περιστατικά αυτά εδέχθηκε το Συμβούλιο, ότι στοιχειοθετείται πλήρως αντικειμενικά και υποκειμενικά το περιγραφόμενο ως άνω έγκλημα που αποδίδεται εις τον κατηγορούμενο, αφού με την ιδιότητά του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Νευρολογική - Ψυχιατρική - Γεροντολογική Κλινική Α. Πισσαλίδης - Α. Καρίπη Α.Ε.", είχε την διαχείρηση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, ιδιοποιήθη παρανόμως το συνολικό ποσό των 40.869,35 ευρώ, που, κατ'επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας, δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, το οποίο, ενώ εισέπραξε από ασθενείς ως νοσήλια, που ενοσηλεύθησαν στην παραπάνω Κλινική, παραδίδοντάς τους αποδείξεις καταβολής, αντιστοίχου ποσού, δεν εισέφερε στο Ταμείο της εταιρίας. Ειδικώτερον, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως και 16-8-2004, εις το οποίο όμως δεν συμπεριλαμβάνεται η μερικότερα πράξη που φέρεται ότι ετελέσθη τον μήνα Νοέμβριο 2003 αφού το Συμβούλιο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία επί ταύτη κατά του κατηγορουμένου, χωρίς να αποτελεί τούτο ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και διατακτικού του βουλεύματος, αποβλέποντας εις την παράνομη ιδιοποίηση του συνολικού ως άνω ποσού, ενώ εισέπραξε τα ακόλουθα μερικότερα ποσά, μετά την αφαίρεσιν εξ αυτών των νομίμων αποδοχών του εκ 2.347,76 ευρώ, κατά μήνα, και την εξόφλησιν των λοιπών δαπανών της εταιρίας προς τρίτους, που φέρεται ότι κατεβλήθησαν υπ'αυτού για την ως άνω αιτία, αντιστοιχούσε εις προγενέστερο χρονικό διάστημα, το υπόλοιπο που περιήλθε στην κατοχή του, κατά τον εκτεθέντα τρόπον, δεν εισέφερε εις το ταμείο της ως άνω εταιρίας αλλά ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Συγκεκριμένα δεν απέδωσε τα εξής επί μέρους ποσά: 1) κατά μήνα Ιούλιο 2003 2195,71 ευρώ, 2) κατά μήνα Αύγουστο 2003 1421,24 ευρώ, 3) κατά μήνα Σεπτέμβριο 2003 1369,71 ευρώ, 4) κατά μήνα Οκτώβριο 2003 1480,71 ευρώ, 5) κατά μήνα Δεκέμβριο 2003 2994,24 ευρώ, 6) κατά μήνα Ιανουάριο 2004 2980,71 ευρώ, 7) κατά μήνα Φεβρουάριο 2004 1951,71 ευρώ, 8) κατά μήνα Μάρτιο 2004 3001,71 ευρώ 9) κατά μήνα Απρίλιο 2004 3337,71 ευρώ, 10) κατά μήνα Μάιο 2004 1904,71 ευρώ, 11) κατά μήνα Ιούνιο 2004 5850,71 ευρώ, 12) κατά μήνα Ιούλιο 2004 9108,24 ευρώ και 13) κατά μήνα Αύγουστο 2004 3272,24 ευρώ, που το συνολικό ως άνω ποσό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, χαρακτηρίζεται ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτουμένη αιτιολογία για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, προκειμένου να παραπεμφθεί γι'αυτό εις το ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, αφού περιέχονται πλήρως τα απαραίτητα περιστατικά που θεμελιώνουν την υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Με επαρκή δε αιτιολογία απερρίφθη ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η μηνιαία αποζημίωσίς του ανήρχετο εις το ποσό των 5.000 ευρώ και δεν αποτελεί αντίφαση ή ανεπαρκή αιτιολογία με την παραδοχή του ως προς το ανωτέρω ποσό της μηνιαίας αποζημιώσεώς του εκ 2347,76 ευρώ, ως διαλαμβανόμενου εις το τοιούτο των 5000 ευρώ καθώς και ότι η επακολουθήσασα έγκριση των οικονομικών δεδομένων των ετών 2003, 2004 και 2005 από την γενική Συνέλευση της εταιρίας, δεν είχε ουδεμία έννομη συνέπεια για το αξιόποινο της προαναφερόμενης πράξεως. Επομένως οι σχετικοί εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Π.Δ. λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμη και συνακόλουθα η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως εν τω συνόλω της καιΝα επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήναι 12 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών" και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Με τη νέα αυτή ρύθμιση, καθιερώθηκαν δύο μορφές κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως (έναντι μίας του προηγούμενου δικαίου), η πρώτη όταν και μόνο η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και η δεύτερη όταν το συνολικό αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει παράλληλα μία από τις αναφερόμενες πλέον περιοριστικώς έξι περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ η συνδρομή στην τελευταία περίπτωση και συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ, συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικές στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές, με την εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται η προέλευση της εξουσίας αυτής και από τη δημιουργία μίας πραγματικής καταστάσεως από μόνη τη διενέργεια εκ μέρους του, ανάλογων πράξεων, οπότε πρόκειται για διαχειριστή "εν τοις πράγμασι". Επί εξακολουθητικής δε υπεξαιρέσεως, που τελέσθηκε μετά την 3η Ιουνίου 1999, έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Νόμου 2721/1999 και ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δ' αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Πρέπει επίσης να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Είναι επίσης επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση) καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ και ο μηνυτής Ψ είναι μέτοχοι κατά ποσοστό 50% έκαστος της εδρευούσης στην Περαία Ν. Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Νευρολογική - Ψυχιατρική - Γεροντολογική Κλινική Α. Πισσαλίδη - Α. Καρίπη Α.Ε.", που έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση νευροψυχιατρικής και γεροντολογικής κλινικής και την παροχή αντίστοιχων ιατρικών υπηρεσιών, καθώς και την περίθαλψη και νοσηλεία ασθενών που χρήζουν ιατρικής παρακολούθησης. Ο κατηγορούμενος, νευρολόγος - ψυχίατρος, επιστημονικός διευθυντής της Κλινικής, ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και είναι Διευθύνων Σύμβουλος αυτής τουλάχιστον από την 1.5.2003, όπως άλλωστε ομολογείται. Υπό την ιδιότητά του αυτή, έχων εξουσία διαχείρισης της περιουσίας της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 2.5.2003 έως και 16.8.2004, ενώ εισέπραξε από ασθενείς και πελάτες της εταιρίας νοσήλια, συνολικού ποσού 82.683,70 ευρώ, δεν το εισέφερε στο ταμείο αυτής. Ειδικότερα, τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας έχουν κατά μήνα ως ακολούθως: 1) Μάιος 2003, 3.860 ευρώ, 2) Ιούνιος 2003, 5.681 ευρώ, 3) Ιούλιος 2003, 4.543,81 ευρώ, 4) Αύγουστος 203, 3.769 ευρώ, 5) Σεπτέμβριος 2003, 3.717,47 ευρώ, 6) Οκτώβριος 2003, 3.828,47 ευρώ, 7) Νοέμβριος 2003, 1.752 ευρώ, 8) Δεκέμβριος 2003, 5.342 ευρώ, 9) Ιανουάριος 2004, 5.328,47 ευρώ, 10) Φεβρουάριος 2004, 4.299,47 ευρώ, 11) Μάρτιος 2004, 5.349,47 ευρώ, 12) Απρίλιος 2004, 5.685,47 ευρώ, 13) Μάιος 2004, 4.252, 47 ευρώ, 14) Ιούνιος 2004, 8.198,47 ευρώ, 15) Ιούλιος 2004, 11.456 ευρώ, 16) Αύγουστος 2004, 5.620 ευρώ. Ο κατηγορούμενος με τα ανωτέρω υπό στοιχεία (1) και (2) χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους (3.860 + 6.681 =) 9.541 ευρώ, εξόφλησε οφειλές της εταιρίας προς τρίτους και βεβαίως δεν τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, όπως προκύπτει ιδίως από την από 14.10.2005 βεβαίωση του λογιστή αυτής, κατά την οποία για την λειτουργία της Κλινικής πραγματοποιήθηκαν δαπάνες προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, εκτός των αμοιβών του απασχολούμενου προσωπικού, κατά μήνα Μάιο 2003 ποσού 41.424,81 ευρώ και κατά μήνα Ιούνιο 2003 ποσού 32.878,68 ευρώ. Είναι προφανές ότι το υπόλοιπο δαπανηθέν ποσό, ύψους (41.424,81 + 32.878,68 - 9.541 =) 64.762,49 ευρώ, εδαπανήθη για εξόφληση οφειλών της εταιρίας του, προ του Ιουλίου 2003, χρονικού διαστήματος και όχι βεβαίως του ένδικου χρονικού διαστήματος Ιούλιος 2003 - Αύγουστος 2004, όπως αβασίμως ο κατηγορούμενος υποστηρίζει. Περαιτέρω προκύπτει ότι ο μηνυτής και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας, Ψ, είχε συμφωνήσει, κατά μήνα Νοέμβριο 1998, όπως ο κατηγορούμενος λαμβάνει, ως μηνιαία αποζημίωση για τις επιστημονικές και διοικητικές υπηρεσίες που προσέφερε στην άνω ψυχιατρική κλινική το ποσό των 800.000 δρχ. ήτοι, 2.347,76 ευρώ και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος δικαιολογημένα επίστευε ότι από τα πιο πάνω εισπραχθέντα χρηματικά ποσά, δικαιούται να παρακρατήσει μηνιαίως το ποσό των 2.347,76 ευρώ, έστω και αν δεν υπήρξε κατά το άρθρο 23 α παρ. 2 ν. 2190 "Περί ανωνύμων Εταιριών" προηγούμενη έγκριση της σχετικής συμφωνίας από την γενική συνέλευση των μετόχων, όπως απαιτείται, γεγονός που αίρει τον δόλο του για το (παρακρατηθέν) εν λόγω ποσό, καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα (Ιούλιος 2003 - Αύγουστος 2004). Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, με πρόθεση, παράνομα δεν εισέφερε στο ταμείο της ανωτέρω εταιρίας και ενσωμάτωσε, χωρίς νόμιμο δικαίωμα στην περιουσία του, τα κατωτέρω (κατά μήνα) χρηματικά ποσά: 1) Ιούλιος 2003 (4.543,47 - 2.347,76 =) 2.195,71 ευρώ, 2) Αύγουστος 2003 (3.769 - 2.347,76 =) 1.421,24 ευρώ, 3) Σεπτέμβριος 2003 (3.717,47 - 2.347,76 =) 1.269,71 ευρώ, 4) Οκτώβριος 2003 (3.828,47 - 2.347,76=)1.480,71 ευρώ, 5) Δεκέμβριος 2003 (5.342 - 2.347,76 =) 2.994,24 ευρώ, 6) Ιανουάριος 2004 (5.328,47 - 2.347,76 =) 2.980,71 ευρώ, 7) Φεβρουάριος 2004 (4.299,47 - 2.347,76 =) 1.951,71 ευρώ, 8) Μάρτιος 2004 (5.349,47 - 2.347,76 =) 3.001,71 ευρώ, 9) Απρίλιος 2004 (5.685,47 - 2.347,76 =) 3.337,71 ευρώ, 10) Μάιος 2004 (4.252,47 - 2.347,76 =) 1.904,71 ευρώ, 11) Ιούνιος 2004 (8.198,47 - 2.347,76 =) 5.850,71 ευρώ , 12) Ιούλιος 2004 (11.456 - 2347,76 =) 9.108,24 και 13) Αύγουστος 2004 (5.620 - 2.347,76 =) 3.272,24 ήταν εμπιστευμένο σ' αυτόν για να το διαχειρίζεται, ενώ ο ίδιος, με τις μερικότερες πράξεις του της παράνομης ιδιοποίησης των ανωτέρω χρηματικών ποσών, απέβλεπε συνολικά στο εν λόγω ποσό των 40.869,25 ευρώ. Σημειώνεται ότι το ποσό των 1.752 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος εισέπραξε κατά μήνα Νοέμβριο 2003 δεν το απέδωσε στο ταμείο της εταιρίας, ως μέρος της ως άνω συμφωνημένης αποζημίωσής του και επομένως δεν το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι από τον μήνα Μάιο 2003 δικαιούνταν ως αποζημίωση για τις επιστημονικές και διοικητικές υπηρεσίες που προσέφερε το ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως και ως εκ τούτου το πιο πάνω συνολικό ποσό των 40.869,35 ευρώ δεν το ιδιοποιήθηκε παράνομα, αλλά αυτό αποτελεί μέρος της δικαιούμενης αποζημίωσής του από (5.000 Χ 14 μήνες =) 70.000 ευρώ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον δεν υπήρξε τουλάχιστον σχετική συμφωνία με τον μηνυτή και ούτε βεβαίως, σχετική έγκρισή της από την γενική Συνέλευση των μετόχων. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατέβαλε "εξ ιδίων" για λογαριασμό της εταιρίας κατά το χρονικό διάστημα Μάιος Ιούνιος 2003 το συνολικό ποσό των (36.450 + 20.252 =) 56.702 ευρώ, προς εξόφληση δανειστών της και ως εκ τούτου έχει λαμβάνειν από την εταιρία (προβαλλόμενος προφανώς ως ένσταση συμψηφισμού), είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον ο δράστης υπεξαίρεσης δεν μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του παθόντος και τούτο διότι δεν επιτρέπεται κατ' άρθρο 450 α' Α.Κ. συμψηφισμός κατά απαίτησης που προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε με δόλο. Το γεγονός δε ότι η 6η τακτική γενική Συνέλευση των μετόχων της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, στην οποία συμμετείχε και ο μηνυτής, ενέκρινε ομόφωνα όλες τις πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου, που αφορούσαν την οικονομική της διαχείριση και απάλλαξε ομόφωνα το ίδιο διοικητικό Συμβούλιο και τους ελεγκτές από κάθε ευθύνη αποζημίωσης για την χρήση του έτους 2003 (σχετ. το με αριθμό 9/27.6.2004 πρακτικό), δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της παράνομης ιδιοποίησης των πιο πάνω χρηματικών ποσών από τον κατηγορούμενο, κατά το χρονικό διάστημα 1.7.2003 έως 31.12.2003". Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Κακουργημάτων) να δικαστεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Ειδικότερα, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι στοιχειοθετείται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το περιγραφόμενο ως άνω έγκλημα, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, αφού με την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Νευρολογική - Ψυχιατρική - Γεροντολογική Κλινική Α. Πισσαλίδης - Α. Καρίπης Α.Ε.", που εδρεύει στην Περαία Θεσσαλονίκης, είχε τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, ιδιοποιήθηκε παρανόμως το συνολικό ποσό των 40.869,35 ευρώ, που κατ' επιτρεπτή μεταβολή (βελτίωση υπέρ του κατηγορουμένου) της κατηγορίας, δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, το οποίο, ενώ εισέπραξε από ασθενείς που νοσηλεύθηκαν στην παραπάνω κλινική, ως νοσήλια, παραδίδοντάς τους αποδείξεις καταβολής αντίστοιχου ποσού, δεν εισέφερε στο ταμείο της εταιρίας. ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2003 έως και 16.8.2004, στο οποίο όμως δεν συμπεριλαμβάνεται η μερικότερη πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε τον Νοέμβριο του 2003, αφού το συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για την πράξη αυτή του κατηγορουμένου, χωρίς να αποτελεί τούτο ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και διατακτικού του βουλεύματος, αποβλέποντας στην παράνομη ιδιοποίηση του συνολικού ως άνω ποσού, ενώ εισέπραξε τα ακόλουθα μερικότερα ποσά μετά την αφαίρεση απ' αυτά των νόμιμων αποδοχών του, που ανέρχονταν στο ποσό των 2.347,76 ευρώ μηνιαίως και την εξόφληση των λοιπών δαπανών της εταιρίας προς τρίτους, που φέρεται ότι καταβλήθηκαν από αυτόν (κατηγορούμενο) για την ως άνω αιτία, δεν εισέφερε στο ταμείο της ως άνω εταιρίας, αλλά ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Συγκεκριμένα δεν απέδωσε τα εξής επί μέρους ποσά: 1) Κατά μήνα Ιούλιο 2003, 2.195,71 ευρώ, 2) κατά μήνα Αύγουστο 2003, 1421.24 ευρώ, 3) κατά μήνα Σεπτέμβριο 2003, 1.369.71 ευρώ, 4) κατά μήνα Οκτώβριο 2003, 1480,71 ευρώ, 5) κατά μήνα Δεκέμβριο 2003, 2.994,24 ευρώ, 6) κατά μήνα Ιανουάριο 2004, 2.980,71 ευρώ, 7) κατά μήνα Φεβρουάριο 2004, 1951,71 ευρώ, 8) κατά μήνα Μάρτιο 2004, 3001,71 ευρώ, 9) κατά μήνα Απρίλιο 2004, 3337,71 ευρώ, 10) κατά μήνα Μάιο 2004, 1904,71 ευρώ, 11) κατά μήνα Ιούνιο 2004, 5850,71 ευρώ, 12) κατά μήνα Ιούλιο 2004, 9.108,24 ευρώ και 13) κατά μήνα Αύγουστο 2004, 3.272,24 ευρώ, που το συνολικό ως άνω ποσό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου χαρακτηρίζεται ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για την οποία παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Κακουργημάτων), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 375 παρ. 1 εδ. α' και β' του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η μηνιαία αποζημίωσή του ανερχόταν στο ποσό των 5.000 ευρώ και δεν αποτελεί αντίφαση ή ανεπαρκή αιτιολογία η παραδοχή ως προς το παραπάνω ποσό της μηνιαίας αποζημιώσεως των 2.347,76 ευρώ, το οποίο περιέχεται σε εκείνο των 5.000 ευρώ, καθώς και το ότι η επακολουθήσασα έγκριση των οικονομικών δεδομένων των ετών 2003, 2004 και 2005 από τη Γενική Συνέλευση της εταιρίας δεν είχε καμία έννομη συνέπεια ως προς το αξιόποινο της παραπάνω πράξεως. ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει αυτών, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακολούθως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 7/2.3.2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του 192/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για υπεξαίρεση αντικειμένου μεγάλης αξίας. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2338/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Απέργη, περί αναιρέσεως της 733/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαντωνίου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 994/2997. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 του ιδίου Κώδικα, παράνομη είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο άσκησής της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Από την ως άνω απόλυτη ακυρότητα ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου είναι αυτονόητο ότι η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται από τη μη προβολή αντιρρήσεως κατά της παράνομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος, αν από την ίδια τη διαδικασία προκύπτει έλλειψη νομιμοποίησης, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρα 63, 64, 68 και 171 αρ. 2 ΚΠΔ). Ειδικότερα κατά το άρθρο 63 ΚΠΔ η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιουμένους σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνο που έπαθε προσβολή της υγείας του ... ". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος συναρτάται πάντοτε με υλική ζημία στο πρόσωπό του (πολιτικώς ενάγοντος) ή με χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην περίπτωση τη προσβολής της υγείας του. Παράσταση πολιτικής αγωγής για υπεράσπιση της κατηγορίας στον πρώτο βαθμό ή ενώπιον του Εφετείου επί καταδικαστικής αποφάσεως χωρίς να ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης είναι ανεπίτρεπτη και η τοιαύτη δήλωση συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, εφόσον γίνει δεκτή από το δικάσαν δικαστήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά το οποίο "αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του δικαστηρίου" επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, η οποία προτείνεται κατά πάσα στάση της δίκης και ωσότου η απόφαση καταστεί αμετάκλητη (άρθρο 173 αρ. 1 ΚΠΔ). Εξαίρεση ότι ανωτέρω αποτελεί ως προς την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος για υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, όταν από την άποψη του χρόνου αυτή γίνεται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στον πρώτο βαθμό και παράλληλα από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ενώπιον του Εφετείο διαδικασία, που δίκασε την έφεση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 7472/2005 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στην αρχή της διαδικασίας, αμέσως κατά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, εμφανίστηκε ο Ψ, ο οποίος δήλωσε "ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων στη δίκη αυτή κατά του κατηγορουμένου (εκκαλούντος) προς υποστήριξη της κατηγορίας και διορίζει πληρεξούσιό του τον παρόντα δικηγόρο του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης Γεώργιο Ζάχο, που αποδέχθηκε το διορισμό του" και έτσι συμμετέσχε στην περαιτέρω διαδικασία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια ως άνω απόφαση, επί της οποίας κατ' έφεση του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία παραδεκτώς επισκοπείται προς διαπίστωση της βασιμότητας ή μη του λόγου αναίρεσης, ο φερόμενος ως παθών (Ψ) από την αξιόποινη πράξη της βαριάς μη σκοπούμενης βλάβης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, που καταδικάστηκε ως κατηγορούμενος επίσης με την ίδια πρωτοβάθμια απόφαση για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και απειλής κατ' εξακολούθηση, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του Εφετείου προς υποστήριξη μόνο της κατηγορίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε όμως δηλώσει ούτε παρέστη ως πολιτικώς ενάγων στην πρωτοβάθμια δίκη για οποιοδήποτε λόγο (επιδίκαση ζημίας, χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη που δικαιούταν ή για υποστήριξη της κατηγορίας που στην προκειμένη περίπτωση δεν θα δικαιούταν, καθόσον δεν συντρέχουν οι οριζόμενες από το άρθρο 64 παρ. 2 ΚΠΔ προϋποθέσεις, αφού στην προκειμένη υπόθεση συμμετείχαν μόνο ως διάδικοι ιδιώτες που τέλεσαν μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις, δεν υπήρχε τρόπος αστικώς υπεύθυνος και καθένας αυτών μπορούσε να στραφεί κατά του άλλου ως πολιτικώς ενάγων ασκώντας τα προαναφερόμενα δικαιώματά του). Κατά συνέπεια με όσα εκτέθηκαν η δήλωση αυτή του Ψ ήταν παράνομη ως εκ του χρόνου της υποβολής και του περιεχομένου της και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας σύμφωνα με τα άρθρα 64 παρ. 2, 68 παρ. 1 και 171 παρ. 2 ΚΠΔ. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Εφετείο που δίκασε, δεδομένου ότι είναι εφικτή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 733/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπίτρεπτη παράσταση πολιτικώς ενάγοντος για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Πότε έχει δικαίωμα παράστασης μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας και χρονικός περιορισμός για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος (μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή.
0
Αριθμός 2339/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 14619/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 583/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 254/13.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία 29-2-2008 δήλωση αναίρεσης του Χ κατά της με αριθμ. 14.619/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών ετών για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 §1 και 476 §1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''&1 'Οπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. 'Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης...... & 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 ........... και & 3 Η προθεσμία τα για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου......'' κατά δε την δεύτερη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες απ την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών , αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτέ αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστήριο η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση , οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλουμένη κατάσταση ανωτέρας βίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στον διευθυντή της φυλακής όπου κρατείται την με ημερομηνία 29-2-2008 δήλωση αναίρεσης προς τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου η οποία επιδόθηκε νομότυπα την 29-2-2008 με την οποία ζητά την αναίρεση της με αριθμ. 14619/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Από την με αριθμ. 14619/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή προκύπτει ότι ο καταθέσας την αίτηση ήταν παρών δια πληρεξουσίου ο οποίος τον εκπροσώπησε κατά την εκδίκαση της με αριθμ. 5064/2004 έφεσης του και η παραπάνω απόφαση δημοσιεύτηκε την 10-11-2006 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 9-2-2007 όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση επισημείωση επί του πρόσθιου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης και από την με ημερομηνία 6-3-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση της προϊσταμένης του ποινικού τμήματος του Τριμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..... από δε την δήλωση του αναιρεσείοντα προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι η σχετική δήλωση έγινε την 29-2-2008 δηλ μετά από ένα έτος χωρίς στην δήλωση ν' αναφέρεται αν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την κατά τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα εκπρόθεσμη άσκηση του παραπάνω ενδίκου μέσου. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Δια ταύτα Προτείνω όπως Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ή ημερομηνία 29-2-2008 δήλωση - αίτηση αναίρεσης του αναίρεσης του Χ κατά της με αριθμ. 14619/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 10-5-2008 ΟΑντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ. α Κ.Π.Δ., αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή αν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σε πταίσματα και πλημμελήματα, ήδη δε με μετά την αντικατάσταση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 13 του ν. 3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2α Κ.Π.Δ. η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον διορισθέντα με παρεμπίπτουσα απόφαση συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσομένη προς άσκησή της κατά της απόφασης αυτής αναίρεσης με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προθεσμία, που ορίζεται σε είκοσι ημέρες, αρχίζει από τότε που η ως άνω τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με παρεμπίπτουσα ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη απόφαση επιτράπηκε η εκπροσώπηση του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κουκουνή ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της ασκηθείσης εφέσεώς του κατά της υπ' αρ. 52500/2004 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (για παράβαση του ν. 5960/1933). Επομένως ο κατηγορούμενος - εκκαλών δικάσθηκε σαν να ήταν παρών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από 6-3-2008 βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα, η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης την 9-2-2007 (το ίδιο προκύπτει και από τη σχετική σημείωση του δικαστικού γραμματέα Κώστα Μιχαηλίδη επί της προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα με δήλωσή του, όπως προκύπτει από την επί του σώματος αυτής σημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ....., επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29-2-2008, ήτοι μετά την πάροδο της ως άνω τασσομένης προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, ο δε αναιρεσείων ουδένα λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος επικαλείται προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της αναίρεσής του. Συνεπώς η κρινόμενη από 29-2-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ είναι εκπρόθεσμη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να προσέλθει και εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ.) κατά την επί του φακέλλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα και τη μη εμφάνισή του, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14619/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκπρόθεσμη αναίρεση. Απορρίπτει αυτή.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2336/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βιολέττα Κριτσίλη, περί αναιρέσεως της 26/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κερκύρας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2006 αίτησή της καθώς και στους από 14 Νοεμβρίου 2007, προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1007/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 16-5-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 26/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας πρέπει να συνεδικαστούν και οι από 15-01-2007 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιο ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. 'Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά όντας κατ'ουσία αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, οι οποίοι περιλαμβάνονται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχουν προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη τους κατά ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους (Ολ.ΑΠ 2/2005). Διαφορετικά οι ισχυρισμοί αυτοί θεωρούνται ότι δεν έχουν προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ'αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρος 'Αλκης Φάτσιος πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, υπέβαλε κατά λέξη "τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί τοξικομανίας αυτού και επίσης ζήτησε την εφαρμογή του άρθρου 12 του ν.1729/1987" χωρίς περαιτέρω οιαδήποτε ανάπτυξη και διασαφήνιση αυτών καθ'όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου προβλήθηκαν απαραδέκτως και συνακόλουθα δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει σ'αυτούς και να αιτιολογήσει την απόρριψη αυτών. Παρά ταύτα το Πενταμελές Εφετείου Κερκύρας με την προσβαλλόμενη απόφασή του εκ περισσού με σχετικές διατάξεις απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την αιτιολογία ότι δεν πρόκειται περί τοξικομανούς ατόμου. Γι'αυτό ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τους ανωτέρω δύο (2) αυτοτελείς ισχυρισμούς του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω και όσο αφορά τους από 15-11-2007 πρόσθετους λόγους αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Το δικόγραφο αυτών κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου εμπρόθεσμα (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ) από τη δικηγόρο Αθηνών Βιολέττα Κριτσίλη με βάση την από 15-11-2007 εξουσιοδότηση προς αυτήν του αναιρεσείοντος, του οποίου η γνησιότητα της υπογραφής του βεβαιώνει η ίδια ως δικηγόρος (άρθρο 42 παρ.2 ΚΠΔ). Η τελευταία με άλλη όμοια εξουσιοδότηση εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής του. Πλην όμως και οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται κύρια στους ίδιους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που προτάθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απαραδέκτως, όπως ήδη ελέχθη και απορρίφθηκαν. Γι'αυτό η επιχειρουμένη βελτίωση-συμπλήρωση των ισχυρισμών αυτών είναι ανεπίτρεπτη και συνεπώς ως προς το μέρος αυτό οι πρόσθετοι λόγοι είναι απορριπτέοι. Επιπλέον με τους ίδιους ως άνω πρόσθετους λόγους πλήττεται ως εσφαλμένη η εκτίμηση των αποδείξεων του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα ότι εσφαλμένα αξιολογήθηκε η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού και εκτιμήθηκαν οι εκθέσεις ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τον κατηγορούμενο για άλλα χρονικά διαστήματα εκείνων που τέλεσε τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τις ως άνω αιτιάσεις όμως πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Γι'αυτό είναι απορριπτέοι ως απορριπτέοι στο σύνολό τους και οι από 15-11-2007 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και συνακόλουθα είναι απορριπτέα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2006 αίτηση και τους από 14 Νοεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 26/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Πως προτείνονται οι αυτοτελείς ισχυρισμού περί τοξικομανίας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών για ιδία χρήση. Απαράδεκτη συμπλήρωσης των αυτοτελών ισχυρισμών με πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Απορρίπτει.
Πρόσθετοι λόγοι
Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Πρόσθετοι λόγοι.
2
Αριθμός 2337/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποιν.Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως Εφετών Πατρών, για αναίρεση της 148/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου. Με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ζακύνθου με την υπ' αριθμ. 148/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Πατρών ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Αυγούστου 2007 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πατρών Ανδρομάχης Ανδρικοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1521/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ ο Εισαγγελέας Εφετών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης οιουδήποτε τριμελούς πλημμελειοδικείου που ανήκει στην περιφέρειά του. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 507 παρ.1 εδ β' του ίδιου Κώδικα η προθεσμία για την αναίρεση για τον Εισαγγελέα που δεν υπηρετεί στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκαπενθήμερη από τη δημοσίευση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση κατά της υπ'αριθμ. 148/3-8-2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών με την από 20-8-2007 (ημέρα Δευτέρα) αίτησή του ζητεί την αναίρεση της για τους σ'αυτήν αναφερόμενους λόγους. Επομένως η αίτηση αναίρεσης του ως άνω Εισαγγελέα που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καίτοι δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος, παρότι νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητεύθηκε, όπως προκύπτει από το από 11-3-2008 αποδεικτικό επίδοσης του αρμόδιου επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Ζακύνθου ..... (άρθρο 515 παρ.2 ΚΠΔ). Το άρθρο 34 παρ.12 εδ.α' και β' του ΚΟΚ (ν.2696/1999) ορίζει ότι "απαγορεύεται η κατάληψη με οποιοδήποτε μέσο και για οποιονδήποτε λόγο μέρους ή ολοκλήρου του οδοστρώματος των εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών ή κοινοτικών οδών δια των οποίων διεξάγεται η κυκλοφορία μηχανοκίνητων και μη οχημάτων. Αυτοί που παραβαίνουν με πρόθεση τη διάταξη του προμνημονευομένου εδαφίου τιμωρούνται με τις ποινές της παρ.1 του άρθρου 292 του Ποινικού Κώδικα". Εξάλλου ο δόλος, ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 και 27 παρ.1 του ΠΚ, στη θέληση της παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται, ότι υπάρχει αυτός από την πραγμάτωση αυτών. 'Ετσι δεν απαιτείται, με βάση τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (για τα οποία γίνεται λόγος αμέσως κατωτέρω) ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή ενέχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ'αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αρκεί να προκύπτει, ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ζακύνθου, με την προσβαλλόμενη από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, με την από 20-8-2007 κρινόμενη αναίρεσή του, υπ'αριθμ. 148/3-8-2007 απόφασή του, όπως προκύπτει από το συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό σκεπτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι την κατάθεση του μάρτυρα της υπεράσπισης που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν για τον κατηγορούμενο Ιωάννη Χ τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη ..... στις 31-07-2007 και ώρα 20.30 μ.μ. κατελήφθη στον ..... ως οδηγός του υπ'αριθμ. ..... ζωήλατου οχήματος (άμαξα) με πρόθεση παρέβη τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.12 ΚΟΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 292 παρ.1 ΠΚ κατά την οποία ... και συγκεκριμένα στάθμισε το παραπάνω ζωήλατο όχημα σε δημοτική οδό διαφορετική από αυτή που είχε ορίσει με απόφαση του ο Δήμος ..... καταλαμβάνοντας μέρος του οδοστρώματος και έτσι παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων από την παραπάνω οδό και ειδικότερα κατέλαβε το οδόστρωμα στην οδό ".....". Και ενώ αυτά αναφέρονται με κάποια σαφήνεια στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στο σκεπτικό αυτής αναφέρεται σε σχέση με την κυκλοφορία των ζωήλατων αμαξών κατά την τουριστική περίοδο του 2007 στη ζώνη "..... ενόψει της έκδοσης της υπ'αριθμ. ..... άδειας του Δημάρχου ..... ότι "... ενώ οι ζωήλατες άμαξες αυτού του τύπου ξεκινούν τη διαδρομή από συγκεκριμένη αφετηρία και δεν σταματούν στα νεύματα των περαστικών και ενδιαμέσως ακριβώς για να μην παρεμποδίζεται η κυκλοφορία αφενός, αφετέρου ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι εστάθμευσαν στο "....." περιοχή εντός της απαγορευμένης, σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπ'αριθμ. ....., ζώνης "....." καταλαμβάνοντας εκ προθέσεως διαφορετικό επομένως χώρο και παρεμποδίζοντας τη λειτουργία της συγκοινωνίας". Ακολούθως το ως άνω δικαστήριο με τις αντιφατικές κατά ένα μέρος παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία έτη. Με αυτά όμως που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την προβλεπόμενη και απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα δεν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, ήτοι αν ο κατηγορούμενος διήλθε με το ζωήλατο όχημά του (άμαξα) από οδό όπου απαγορευόταν παντελώς η διέλευση οχήματος, αν στάθμευσε σε μέρος που απαγορευόταν η στάθμευση και αν από την πρόσκαιρη-ολιγόλεπτη στάθμευση και κατάληψη του οδοστρώματος παρεμποδίσθη πραγματικά η λειτουργία της συγκοινωνίας με την αδυναμία της ταυτόχρονης διέλευσης άλλων οχημάτων από το σημείο αυτό. Επιπλέον το ίδιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε (άρθρα 34 παρ. 12 και 292 παρ.1 ΠΚ), αφού στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασής του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και αντιφάσεις με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου. Πλέον συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια, έστω και με την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό εάν στην οδό "....." της περιοχής ..... στον ..... κατέλαβε ο κατηγορούμενος μέρος του οδοστρώματος δημοτικής οδού δια της οποίας διεξαγόταν κυκλοφορία οχημάτων ή εισήλθε και στάθμευσε πρόσκαιρα σε οδό που απαγορευόταν παντελώς κατά το χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε το έγκλημα ο κατηγορούμενος (31-07-2007 και ώρα 20.30) η κυκλοφορία οιονδήποτε οχήματος, οπότε στη δεύτερη περίπτωση δεν υφίσταται η από το άρθρο 34 παρ.12 του ΚΟΚ παράβαση. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε', για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 148/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση από Εισαγγελέα Εφετών για καταδικαστική απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της περιφέρειάς του. Παράβαση άρθρου 32 παρ. 12 ΚΟΚ. Αναίρεση απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κ.Ο.Κ..
0
Αριθμός 2334/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 672/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 291/30-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 482 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 45/2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η με αριθμό 338/2007 έφεσή του κατά του υπ'αριθμόν 1357/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί για τις πράξεις α) της απάτης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ'εξακολούθηση, με συνολικώς επιδιωχθέν και επιτευχθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και αντιστοίχως συνολική περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 € και β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους, δια βλάβης τρίτου, συνολικού ύψους υπερβαίνοντος το χρηματικό ποσό των 15.000 € (άρθρα 1, 13 στοιχ. στ', 14,16,17,18,26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 3 εδ. β' και 386 παρ. 1 και 3 περ. α' Π.Κ.) και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο, δια της πληρεξουσίας αυτού δικηγόρου, νομίμως εξουσιοδοτηθείσας, και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένο λόγο και δη την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.) και είναι συνεπώς δεκτή και ερευνητέα κατ'ουσίαν. Ο προβαλλόμενος λόγος συνίσταται στο ότι "το βούλευμα πάσχει διότι η αιτιολογία είναι ανύπαρκτη και στερείται νομίμου βάσεως καθόσον, ενώ δέχεται ότι συντρέχει απάτη, υπάρχουν ασάφειες και λογικά κενά ως προς το στοιχείο της περιουσιακής βλάβης που είναι αναγκαίο για τη συγκρότησή του, δεδομένου ότι ενώ το βούλευμα δέχεται ότι προέβη σε ψευδείς παραστάσεις (οι ισολογισμοί στους εκπροσώπους της μηνύτριας προκειμένου να καταχωρήσουν στην εφημερίδα τους επίμαχους ισολογισμούς) δεν αιτιολογείται ποία περιουσιακή βλάβη υπέστη η μηνύτρια καθ'ότι με βάσει τις ίδιες σκέψεις και παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν φέρεται να επήλθε περιουσιακή βλάβη της μηνύτριας σαν αποτέλεσμα των υποτιθεμένων εκ μέρους του ψευδών παραστάσεων". Επειδή έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδομένη στο κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο στο σχηματισμό δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά από αυτά κατ'επιλογή (Ολομ. ΑΠ 1/2005 Π.Χ ΝΕ σελ. 781). Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποίαν, ως παραγωγό αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας. Εξ άλλου κατά τη παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €...". Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατ'επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, "από το σύνολον του συλλεγέντος και υφισταμένου σχετικώς αποδεικτικού υλικού (μήνυση, ένορκες καταθέσεις, έγγραφα της δικογραφίας, απολογία και απολογητικό υπόμνημα του κατηγορουμένου), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: Η εδρεύουσα στο ... Αττικής και ήδη εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικόν τίτλον "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ Η", νομίμως εκπροσωπουμένη, έχει ως αντικείμενον των δραστηριοτήτων της την καταχώρηση στα φύλλα της εφημερίδος "ΗΜΕΡΗΣΙΑ", ιδιοκτησίας της, ισολογισμών διαφόρων εταιρειών, έναντι αμοιβής. Εντός του πλαισίου των δραστηριοτήτων της εγκαλούσης που προεξετέθησαν, αυτή (εγκαλούσα) έλαβε, από τον κατηγορούμενο, την εντολή προς καταχώρησιν στα φύλλα της ειρημένης εφημερίδος εκατόν ογδοήκοντα τριών (183) ισολογισμών διαφόρων εμπορικών εταιρειών, συμβαλλομένων απ'ευθείας με την ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΧΡ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικόν τίτλον "Χ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ", εδρεύουσαν στην Αθήνα και επί της οδού .... Οι εμπορικές εταιρείες τις οποίες αφορούσε η καταχώρηση των ως άνω 183 ισολογισμών, ήσαν πελάτες της ειρημένης "Χ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ" και του ιδίου του κατηγορουμένου, που σημειωτέον ετύγχανε πρόεδρος του Δ.Σ. της "Χ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ". Όπως προεξετέθη, οι δημοσιεύσεις των ισολογισμών των διαφόρων εμπορικών εταιρειών, στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΑ" της εγκαλούσης, επραγματοποιούντο επ'αμοιβή, το κόστος δε της δημοσιεύσεως των 183 ισολογισμών που προαναφέρθηκαν και των οποίων η δημοσίευση ανετέθη από τον κατηγορούμενο στην εγκαλούσα, ανήρχετο στο χρηματικό ποσό των 95.217,23 ευρώ, συνολικώς. Προκειμένου ο κατηγορούμενος να πείση την ήδη εγκαλούσα ότι ήτο φερέγγυον και αξιόπιστον πρόσωπον και να διαβεβαιώσει τους αρμοδίους αυτής ότι θα κατεβάλετο το απαιτούμενον, για την δημοσίευση των ειρημένων 183 ισολογισμών, χρηματικόν ποσόν, παρέστησεν εν γνώσει του ψευδώς προς αυτούς (αρμοδίους υπαλλήλους της εγκαλούσης) τα κάτωθι και δη: Α. Κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάϊον του 2003, στην Αθήνα, εν γνώσει του ψευδώς παρέστησεν, προς τους ειρημένους, ότι ήτο νόμιμος εκπρόσωπος της προμνησθείσης "ΧΡ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ότι ήτο φερέγγυον πρόσωπον και ότι ήσαν έγκυρες οι υπ'αριθμ. ..., ..., ... και ... επιταγές της Τραπέζης ALPHA BANK, εκδοθείσαι εις χρέωσιν της εταιρείας ".... και Σία Ο.Ε.", υπό ημεροχρονολογίας 30-7-03, 5-7-03, 30-8-03 και 27-9-03, αντιστοίχως, χρηματικού ποσού 2.269,75, 1.980,95, 2.320,70 και 2.350,89 ευρώ, αντιστοίχως, προσέτι δε ότι ήσαν έγκυρες οι υπ'αριθμόν ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, εκδοθείσαι εις χρέωσιν του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού, με ημεροχρονολογίες 30-9-03 και 30-8-03 και χρηματικά ποσά 2.100,28 και 2.200,52 ευρώ, αντιστοίχως. Β. Στην Αθήνα, την 05-6-2003, εν γνώσει του ψευδώς παρέστησεν ότι είχεν στην κυριότητά του ένα ακίνητον και ότι δήθεν ήτο πρόθυμος να συναινέσει για την επ'αυτού εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, υπέρ της εγκαλούσης και Γ. Την 06-6-2003, εν γνώσει του ψευδώς παρέστησεν και πάλιν ότι ήτο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΧΡ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ότι ήτο φερέγγυον πρόσωπον και ότι ήσαν έγκυρες οι υπ αριθμ. ..., ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, υπό ημεροχρονολογίας 31-01-04, 31-12-03 και 28-02-04, αντιστοίχως και χρηματικών ποσών 8.000,00, 7.000,00 και 6.000,00 ευρώ, αντιστοίχως, συρόμενες επί του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού, ενώ αληθές ήτο ότι: Ι) ο κατηγορούμενος δεν ήτο νόμιμος εκπρόσωπος της "ΧΡ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", αλλά τοιούτος (νόμιμος εκπρόσωπος) ήτο η μητέρα του .... ΙΙ) 'Ητο αφερέγγυον και όχι φερέγγυον, ως παραπειστικώς ενεφανίζετο, πρόσωπον ΙΙΙ) Οι υπό στοιχ. Α' και Γ' προμνημονευθείσες τραπεζιτικές επιταγές δεν ήσαν έγκυρες, αλλά πλαστές ως προς άπαντα τα στοιχεία τους και αντικείμενα κλοπής (ορ., ως προς το τελευταίον, την, επί του σώματος μιας εκάστης των ειρημένων επιταγών, βεβαίωση της αντιστοίχου πληρωτρίας τραπέζης) και IV) Δεν εκέκτητο, κατά τον κρίσιμον χρόνον, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, ακίνητον, αφού ουδέν περί της υπάρξεως αυτού (ακινήτου) στοιχείον προσεκόμισε. Αποτέλεσμα των ως είρηται ψευδών, εν γνώσει του ψευδούς, παραστάσεων του κατηγορουμένου, ήτο η παράπειση των αρμοδίων υπαλλήλων της εγκαλούσης και η, κατόπιν παραλαβής των προεκτεθεισών τραπεζιτικών επιταγών, παρά της τελευταίας δημοσίευση των 183 ισολογισμών που προαναφέρθηκαν, με κόστος δημοσιεύσεων 95.217,23 ευρώ συνολικώς, χρηματικόν ποσόν κατά το οποίον, καθ'α εσκόπει, ωφελήθη παρανόμως ο κατηγορούμενος και η ρηθείσα "Χ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ", εζημιώθη δε η εγκαλούσα. Εξ' άλλου από το προμνησθέν αποδεικτικό υλικό, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, καθόσον εκ της επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων, άλλως και της εξακολουθητικής της μορφής και εκ της υποδομής που αυτός είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης εξακολουθητικής τελέσεως των, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος αφ'ενός και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενώ το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 €". Από τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στη παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ. και δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας. Συνεπώς ο λόγος που προβάλλει ο αναιρεσείων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμόν 45/2008 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας αυτής στον άνω αιτούντα. Αθήνα 8 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο στο σχηματισμό δικανικής κρίσης, Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών συμπληρωματικά αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτοί και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από την ημέρα της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει από τους κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία ή β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία μεταξύ των δύο προαναφερομένων νομισμάτων. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, κατά τους ορισμούς του άρθρου 13 περ. στ' του ΠΚ, και συγχρόνως να υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ ή ανεξάρτητα από το αν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, να υπερβαίνει το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ. Ακόμη κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 9/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, απέρριψε την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 1357/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (προβαίνοντας συγχρόνως σε αναγκαίες συμπληρώσεις του), με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτός ενώπιον του Τριμελούς, για τα κακουργήματα, Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί για τις πράξεις: α)της από της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, με συνολικώς επιδιωχθέν και επιτευχθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και αντιστοίχως συνολική περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και β)της πλαστογραφίας μετά χρήσης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους, με βλάβη τρίτου, συνολικού ύψους υπερβαίνοντος το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο κατά ένα μέρος βούλευμα την πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται σ' αυτό και συγκεκριμένα από τις ένορκες και ανωμοτί μαρτυρικές καταθέσεις, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό προς την απολογία και το υπόμνημα του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, ως προς την οποία και μόνο προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). "Η εδρεύουσα στο .... Αττικής και ήδη εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλον "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ" νομίμως εκπροσωπουμένη, έχει ως αντικείμενον των δραστηριοτήτων της την καταχώρηση στα φύλλα της εφημερίδας "ΗΜΕΡΗΣΙΑ" ιδιοκτησίας της, ισολογισμών διαφόρων εταιρειών, έναντι αμοιβής. Εντός του πλαισίου των δραστηριοτήτων της εγκαλούσης που προεξετέθησαν, αυτή (εγκαλούσα) έλαβε, από τον κατηγορούμενο την εντολή προς καταχώρησιν στα φύλλα της ειρημένης εφημερίδος εκατόν ογδοήκοντα τριών (183) ισολογισμών διαφόρων εμπορικών εταιρειών, συμβαλλομένων απ' ευθείας με την ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΧΡ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικόν τίτλον "Χ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ", εδρεύουσαν στην Αθήνα και επί της οδού .... Οι εμπορικές εταιρείες τις οποίες αφορούσε η καταχώρηση των ως άνω 183 ισολογισμών, ήσαν πελάτες της ειρημένης "Χ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ" και του ιδίου του κατηγορουμένου, που σημειωτέον ετύγχανε πρόεδρος του Δ.Σ. της "Χ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ". Όπως προεξετέθη, οι δημοσιεύσεις των ισολογισμών των διαφόρων εμπορικών εταιρειών, στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΑ"της εγκαλούσης, επραγματοποιούντο επ'αμοιβή, το κόστος δε της δημοσιεύσεως των 183 ισολογισμών που προαναφέρθηκαν και των οποίων η δημοσίευση ανετέθη από τον κατηγορούμενο στην εγκαλούσα, ανήρχετο στο χρηματικό ποσό των 95.217,23 ευρώ, συνολικώς. Προκειμένου ο κατηγορούμενος να πείση την ήδη εγκαλούσα ότι ήτο φερέγγυον και αξιόπιστον πρόσωπον και να διαβεβαιώσει τους αρμοδίους αυτής ότι θα κατεβάλετο το απαιτούμενον, για την δημοσίευση των ειρημένων 183 ισολογισμών, χρηματικόν ποσόν, παρέστησεν εν γνώσει του ψευδώς προς αυτούς (αρμοδίους υπαλλήλους της εγκαλούσης) τα κάτωθι και δη: Α. Κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάϊον του 2003, στην Αθήνα, εν γνώσει του ψευδώς παρέστησεν, προς τους ειρημένους, ότι ήτο νόμιμος εκπρόσωπος της προμνησθείσης "ΧΡ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ότι ήτο φερέγγυον πρόσωπον και ότι ήσαν έγκυρες οι υπ'αριθμ. ..., ..., ... και ... επιταγές της Τραπέζης ALPHA BANK, εκδοθείσαι εις χρέωσιν της εταιρείας "... και Σία Ο.Ε.", υπό ημεροχρονολογίας 30-7-03, 5-7-03, 30-8-03 και 27-9-03, αντιστοίχως, χρηματικού ποσού 2.269,75, 1.980,95, 2.320,70 και 2.350,89 ευρώ, αντιστοίχως, προσέτι δε ότι ήσαν έγκυρες οι υπ'αριθμόν ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, εκδοθείσαι εις χρέωσιν του υπ'αριθμ. .... λογαριασμού, με ημεροχρονολογίες 30-9-03 και 30-8-03 και χρηματικά ποσά 2.100,28 και 2.200,52 ευρώ, αντιστοίχως. Β. Στην Αθήνα, την 05-6-2003, εν γνώσει του ψευδώς παρέστησεν ότι είχεν στην κυριότητά του ένα ακίνητον και ότι δήθεν ήτο πρόθυμος να συναινέσει για την επ'αυτού εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, υπέρ της εγκαλούσης και Γ. Την 06-6-2003, εν γνώσει του ψευδώς παρέστησεν και πάλιν ότι ήτο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΧΡ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ότι ήτο φερέγγυον πρόσωπον και ότι ήσαν έγκυρες οι υπ αριθμ. ..., ... και .... επιταγές της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, υπό ημεροχρονολογίας 31-01-04, 31-12-03 και 28-02-04, αντιστοίχως και χρηματικών ποσών 8.000,00, 7.000,00 και 6.000,00 ευρώ, αντιστοίχως, συρόμενες επί του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού, ενώ αληθές ήτο ότι: Ι) ο κατηγορούμενος δεν ήτο νόμιμος εκπρόσωπος της "ΧΡ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", αλλά τοιούτος (νόμιμος εκπρόσωπος) ήτο η μητέρα του ... II) Ήτο αφερέγγυον και όχι φερέγγυον, ως παραπειστικώς ενεφανίζετο, πρόσωπον ΙΙΙ) Οι υπό στοιχ. Α' και Γ' προμνημονευθείσες τραπεζιτικές επιταγές δεν ήσαν έγκυρες, αλλά πλαστές ως προς άπαντα τα στοιχεία τους και αντικείμενα κλοπής (ορ., ως προς το τελευταίον, την, επί του σώματος μιας εκάστης των ειρημένων επιταγών, βεβαίωση της αντιστοίχου πληρωτρίας τραπέζης) και IV) Δεν εκέκτητο, κατά τον κρίσιμον χρόνον, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, ακίνητον, αφού ουδέν περί της υπάρξεως αυτού (ακινήτου) στοιχείον προσεκόμισε. Αποτέλεσμα των ως είρηται ψευδών, εν γνώσει του ψευδούς, παραστάσεων του κατηγορουμένου, ήτο η παράπειση των αρμοδίων υπαλλήλων της εγκαλούσης και η, κατόπιν παραλαβής των προεκτεθεισών τραπεζιτικών επιταγών, παρά της τελευταίας δημοσίευση των 183 ισολογισμών που προαναφέρθηκαν, με κόστος δημοσιεύσεων 95.217,23 ευρώ συνολικώς, χρηματικόν ποσόν κατά το οποίον, καθ'α εσκόπει, ωφελήθη παρανόμως ο κατηγορούμενος και η ρηθείσα "Χ. ΤΣΙΑΜΠΟΥΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ", εζημιώθη δε η εγκαλούσα. Εξ' άλλου από το προμνησθέν αποδεικτικό υλικό, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν, καθόσον εκ της επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων, άλλως και της εξακολουθητικής της μορφής και εκ της υποδομής που αυτός είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης εξακολουθητικής τελέσεως των, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος αφενός και σταθερή ροπή του προς διάρπαξη του συγκεκριμένου αδικήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του, ενώ το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία αντίστοιχα υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης (εκτός της κατηγορηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση) της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος αυτής και η συνολική ζημία των παθόντων υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 1357/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί και για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, παραθέτει δε, τέλος τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ' 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, και 98 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με άρθρο 14 παρ. 1 υποπαράγραφος 1.1. του ιδίου ως άνω νόμου 2721/1999, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης που του αποδίδεται. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαλάβει το βούλευμα ειδικότερες αναφορές για το τι προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκούντος του γεγονότος ότι αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα της δικογραφίας και απολογία κατηγορουμένου), τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, που πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Όλες οι λοιπές σε σχέσει με τον παραπάνω λόγο διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις και ειδικότερα ως προς τις ψευδείς παραστάσεις με την προσκόμιση των ισολογισμών για δημοσίευση πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Μαρτίου 2008, αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης βουλεύματος για κακουργηματική απάτη, καθόσον τούτο περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
Αριθμός 2332/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της 359/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πιστικό. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 847/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ στην οποία ορίζεται ότι "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη ως αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ενόψει της διάκρισης αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποια από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής (μη συνειδητής ή συνειδητής) συνέτρεψε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 79 του ΠΚ, και εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ε' ΚΠΔ. Περαιτέρω, η εφαρμογή του άρθρου 15 του ΠΚ στην περίπτωση, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που τελείται με παράλειψη, προϋποθέτει ότι η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, ο οποίος είχε ιδιαίτερη προς παρεμπόδιση της επέλευσης του αποτελέσματος νομική υποχρέωση, πηγάζουσα είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του δράστη, είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του από την ποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ακόμα από τη διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ προκύπτει ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, που ανήκει στην ουσιαστική και κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και η προσωπικότητα του δράστη, Αρκεί να αναφέρει το δικαστήριο στην απόφασή του τα στοιχεία αυτά, έχοντας υπόψη και τις οδηγίες που αναφέρονται στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, χωρίς να είναι ανάγκη να διαλαμβάνει στην απόφασή του περί της ποινής άλλη ειδικότερη αιτιολογία, αρκούσης εκείνης για την ενοχή του κατηγορουμένου και τα πραγματικά περιστατικά της πράξης που έγιναν δεκτά γι'αυτήν. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 470 και 510 παρ.1 στοιχ. Η' προκύπτει ότι σε περίπτωση που εκείνος που έχει καταδικαστεί ασκήσει ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής σε βάρος της απόφασης δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του από το δικαστήριο που εκδικάζει το ένδικο μέσο αλλιώς ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας. Τούτο όμως δεν συμβαίνει όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χωρίς να κάνει ιδιαίτερη μνεία αυτής (συνυπαιτιότητας του παθόντος) επιβάλλει μετά από συνεκτίμηση όλων των στοιχειών που ορίζει το άρθρο 79 ΠΚ, μικρότερη ποινή (στερητική της ελευθερίας ή χρηματική) εκείνης που είχε επιβάλλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς άλλες πρόσθετες ποινικές κυρώσεις, καθόσον είναι πρόδηλο ότι στην περίπτωση αυτή δεν χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου αλλά καλυτερεύει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει υπό την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 359/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με αυτή σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, με τριετή αναστολή, για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Δέχθηκε δε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο Βιομηχανικό πάρκο ..... την 23-6-2001 και περί ώρα 11.40 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει (ο κατηγορούμενος), δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, παρότι μπορούσε να το προβλέψει και επέφερε το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας "ΝΤΟΠΛΕΡ Α.Β.Ε.Ε." που λειτουργεί στον ανωτέρω τόπο Βιομηχανία κατασκευής εξαρτημάτων ανελκυστήρων, ενώ γνώριζε λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του, ότι τα ακάλυπτα φρεάτια ανελκυστήρων και γενικά τα ανοίγματα επί των εδαφών προστατεύονται περιμετρικά με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια δεκαπέντε εκατοστών, μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 20 παρ.1 του ΠΔ 778/1970, ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος πτώσης εντός των φρεατίων, δεν μερίμνησε με την ανωτέρω ιδιότητά του να τοποθετηθούν κατάλληλα προστατευτικά έναντι πτώσεως προπετάσματα (κάγκελα, κιγκλιδώματα ή άλλη κατάλληλη ανθεκτική κατασκευή), στις δύο ελεύθερες πλευρές, πλάτους 1,20 μέτρων η καθεμία, που υπήρχαν στον πρώτο όροφο του χώρου των γραφείων του προαναφερομένου κτιρίου, του κενού φρεατίου, διαστάσεων 1,57Χ 1,57 μέτρων και ύψους 4,90 μέτρων από τον πρώτο όροφο μέχρι τον πάτο του φρεατίου, που προοριζόταν (φρεάτιο) για την εγκατάσταση ανελκυστήρα προσώπων, παρά μόνο τοποθέτησε στις εν λόγω ελεύθερες πλευρές του κενού φρεατίου μεγάλες γλάστρες με φυτά εσωτερικού χώρου καθώς και δύο χαρτοταινίες κολλητικές, σε ύψος 97 εκατοστών η πρώτη και 47 εκατοστών η δεύτερη από το δάπεδο του πρώτου ορόφου του κτιρίου, αν και μπορούσε, με βάση τις προσωπικές τους γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία, να προβλέψει ότι οι εν λόγω γλάστρες, και οι χαρτοταινίες δεν μπορούσαν να επιστρέψουν την πτώση κάποιου στο φρεάτιο, καθόσον ήταν δυνατό αυτές να παρασυρθούν από κάποιον που θα κινούνταν προς το φρεάτιο προκειμένου να κατευθυνθεί προς το εσωτερικό του διαδρόμου, αποτέλεσμα δε της ανωτέρω παράλειψης του κατηγορουμένου ήταν κατά τον παραπάνω χρόνο ο Α, ηλικίας 41 ετών, κάτοικος όταν ζούσε ....., ο οποίος ευρίσκετο στον πρώτο όροφο του χώρου των γραφείων της εταιρίας "ΝΤΟΠΛΕΡ ΑΒΕΕ" και κινείτο προς το μέρος του προαναφερομένου κενού φρεατίου προκειμένου να κατευθυνθεί προς το βάθος του υπάρχοντος διαδρόμου, να μη αντιληφθεί την ύπαρξη του φρεατίου, να παρασύρει τη γλάστρα με φυτά εσωτερικού χώρου, διαμέτρου τριάντα εκατοστών και ύψους σαράντα εννέα εκατοστών που υπήρχε στην πορεία του, να καταπέσει από την ελεύθερη πλευρά του φρεατίου από ύψος 4,90 μέτρων στο δάπεδο του τελευταίου, να τραυματισθεί και να υποστεί βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, υπαραχνοειδή αιμορραγία, διάσπαρτες θλαστικές αιμορραγίες του εγκεφάλου και της παρεγκεφαλίδας, πολλαπλά παρασπονδυλικά κατάγματα αμφοτέρων των ημιθωρακίων, κακώσεις από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του (Α), η πτώση του οποίου στο δάπεδο του φρεατίου δεν θα συνέβαινε αν ο κατηγορούμενος είχε μεριμνήσει να τοποθετηθούν στην εν λόγω ελεύθερη πλευρά του φρεατίου κατάλληλα προστατευτικά προπετάσματα (κάγκελα, κιγκλιδώματα ή άλλη κατάλληλη ανθεκτική κατασκευή) που θα συγκρατούσαν τον ανωτέρω θανόντα". Ακολούθως κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τρία χρόνια. Επίσης με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε υπέρ καθενός των δύο πολιτικώς εναγόντων το ποσό των 30 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους, με επιφύλαξη τους να ζητήσουν την επιδίκαση επιπλέον χρηματικού ποσού. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.β', 28 και 302 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες ως μηχανολόγος, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες ως μηχανολόγος-μηχανικός και νόμιμος εκπρόσωπος και εντεύθεν υπεύθυνος για τη λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων κατά την εγκατάσταση των ανελκυστήρων στα κτίρια της παραπάνω εργοδότριας εταιρίας που κατασκεύασε το προμνημονευόμενο ανελκυστήρα, τις γνώσεις, ικανότητα και εμπειρία του σε τέτοιες κατασκευές-εγκαταστάσεις ανελκυστήρων μπορούσε δε να προβλέψει και να αποφύγει το θάνατο του Α υπό τις ανωτέρω συνθήκες, υπάρχει δε αιτιώδεις συνάφεια μεταξύ των πιο πάνω παραλείψεων του και μη εκπλήρωσης της από το νόμο υποχρέωση του για τη σταθερή και ασφαλή περίφραξη των κενών φρεατίων των ανελκυστήρων μέχρι την ολοκλήρωση της εγκατάστασης αυτών και του θανάτου που προκλήθηκε στον Α. Περαιτέρω και όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ. 102 και 112/2006 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Κιλκίς, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση αυτήν, ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί γι την ανωτέρω πράξη του σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η ποινή αυτή μειώθηκε σε δέκα οκτώ (18) μήνες, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Με αυτή την παραδοχή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως προς την επιμέτρηση της ποινής δεν υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή μικρότερη εκείνης που είχε επιβάλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων από το άρθρο 79 ΠΚ στοιχείων, χωρίς να κάνει ιδιαίτερη μνεία για τη συνυπαιτιότητα του παθόντος για το θανάσιμο τραυματισμό του, όπως διέλαβε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την οποία όμως και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε και έτσι κατέστησε ευμενέστερη και όχι χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Εξάλλου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί μη συνδρομής αμέλειας στο πρόσωπό του και περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του λόγου του χρόνου που προκλήθηκε το θανατηφόρο περιστατικό και της αφαίρεσης των μέτρων ασφαλείας (ήταν ημέρα Σάββατο, δεν απασχολούντα εργάτες και επέκειτο στο άμεσο μέλλον η τοποθέτηση του ανσανσέρ) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί στο σύνολό τους συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή τους. 'Άλλωστε, αιτιολογείται η απόρριψη τους με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο σκεπτικό αυτής για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Ε' και Η' προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης της ένδικης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για : α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ που εφαρμόστηκαν και γ) υπέρβαση εξουσίας (κατά την επιμέτρηση της ποινής) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από όλα αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παριστάντων με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο-συνήγορο πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθ. 359/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των δύο παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ευθύνη νόμιμου εκπροσώπου εταιρίας κατασκευάστριας ανελκυστήρα λόγω μη λήψης προστατευτικών μέτρων για το κενό του φρεατίου. Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η μη αναφορά ειδικώς της συνυπαιτιότητας κατά την επιμέτρηση της ποινής από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που επέβαλε μικρότερη ποινή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (υπέρβαση εξουσίας).
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
Αριθμός 2333/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζα?ρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2397/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 180/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 251/13.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:"Εισάγω κατ' άρθρ. 485 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, την υπ' αρ. 289/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αρ. 2397/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμ. 137/2007 και 138/07 εφέσεις των κατηγορουμένων Ψ και Χ αντίστοιχα, κατά του υπ' αριθμ. 82/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών να δικασθούν για απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία, που υπερβαίνουν αντίστοιχα το ποσό των 73.000 Ευρώ (άρθρ. 1, 14, 26 1, 27 1, 45, 98, 386 1-3β Π.Κ. όπως το τελευταίο αντικ. με το αρ. 14 Ν.2721/99), επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα και απορρίφθηκαν τα αιτήματα των εκκαλούντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρ. 473 1, 474 και 482 1-3 Κ.Π.Δ. με την ως άνω από 28/11/07 δήλωση του κατηγορουμένου Χ στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 289/28-11-2007 έκθεση αναιρέσεως και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και (β) έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. (άρθρ. 484 1β' και δ' Κ.Π.Δ.) - βλ. συνημμ. έκθεση αναίρεσης. Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι'αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι'αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγεί το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες -(επαρκείς-) ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. 'Αλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με την υιοθέτηση της πρότασης του παρ'αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει τα εξής: Επειδή, σύμφωνα με το άρθρ. 386 παρ.1,3 Π.Κ., όπως η παρ. 3 αντικ. με άρθρ. 1 παρ.11 Ν. 2408/1999 και με άρθρ. 14 παρ.4 Ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος η άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη η ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθώς η την αθέμιτη απόκρυψη η παρασιώπηση των αληθών τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία, που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: (α) Εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 15.000 Eυρώ ή (β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσόν των 73.000 EYPΩ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: (α) Σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους του υπαιτίου ή άλλου, (β) Παραπλάνηση σε πράξη παράλειψη η ανοχή, (γ) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπιση των αληθών (δ) βλάβη ξένης περιουσίας. Ως γεγονός δε θεωρείται κάθε πραγματικό περιστατικό πού αναφέρεται εις το παρελθόν η εις το παρόν ή συμβαίνει κατά την στιγμή της βεβαιώσεως, όχι όμως και εκείνο που μπορεί, να συμβεί εις το μέλλον ενώ εις την έννοια της βλάβης περιλαμβάνεται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου. Και δια τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης απαιτείται ο δράστης να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια· και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ (Α.Π. 657/2000, Π.Χρ. ΝΑ/41, Α.Π. 762/2000 Π. Χρ. ΝΑ/111, Α.Π. 863/2000 Π. Χρ. ΝΑ/152, Α.Π. 1155/2000 Π. Χρ. ΝΑ/398 Α.Π. 982/2001 Π.Χρ. ΝΒ/338, Α.Π. 1795/2001 Π. Χρ. ΝΒ/639 ). Επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων από τα έγγραφα που υπάρχουν εις αυτήν, καθώς και από τις απολογίες των εκκαλούντων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά. 0 πρώτος εκκαλών Ψ είναι τραπεζικός υπάλληλος και εργάζεται στην Τράπεζα "CITIBANK" και ειδικότερα εις το Τμήμα αυτής CITTΙGOLD εις το οποίο ανήκουν και εξυπηρετούνται πελάτες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια όπως ο ίδιος αναφέρει εις το από 28-3-2006 απολογητικό του υπόμνημα. Ο δεύτερος εκκαλών (αναιρεσείων) Χ ο οποίος συνδέεται με φιλία με τον πρώτο εκκαλούντα είναι επιχειρηματίας και έχει ιδρύσει δύο (2) εταιρείες (α) Την ΒEYOΝD SILENCE... ΕΠΕ- ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΗΧΗΤΙΚΑ και ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ, (β) Την εταιρεία με την επωνυμία BEYOND BEACH BAR ΕΠΕ. Ο εγκαλών Ζ ανήκε εις την κατηγορία των μεγαλοκαταθετών της Τράπεζας "CITIBANK" και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις συνεργασίας με τον εκκαλούντα Ψ ο οποίος ήταν τραπεζικός σύμβουλός του. Την άνοιξη του 2004 ο εκκαλών Ψ γνωρίζοντας λόγω των φιλικών και οικογενειακών σχέσεων που είχε με τον εκκαλούντα Χ ότι αυτός είχε ανάγκη χρημάτων για την επιχειρηματική του δραστηριότητα έπεισε τον εγκαλούντα που και αυτός επιζητούσε μεγαλύτερες από τις τραπεζικές επιδόσεις των χρημάτων του να δανείσει τον εκκαλούντα Χ με ετησιοποιημένο επιτόκιο 8,3 % και για μικρό χρονικό διάστημα. Εις τις επιφυλάξεις του εγκαλούντος ως προς την ασφάλεια των χρημάτων του και οι (2) εκκαλούντες Ψ και Χ παρέστησαν εις αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι ο Χ είναι φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας με ανάπτυξη 3-4 εταιριών, όλων φερέγγυων και με μεγάλο κύκλο εργασιών και κερδών, καθώς και με μεγάλη ακίνητη περιουσία εις την Ελλάδα και εις το Εξωτερικό. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο εκκαλών Χ δεν ήτο φερέγγυος αλλά ούτε και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας και ούτε είχε μεγάλη ακίνητη περιoυσία. Ο εγκαλών Ζ αφού πείστηκε εις τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις των (2) εκκαλούντων, κατέβαλε ως δάνειο τμηματικώς εις τον εκκαλούντα Χ κατά το χρονικόν διάστημα από 27-5-2004 έως την 17-6-2004 περίπου συνολικά το ποσόν των 145.000 Ευρώ. Ειδικότερα (α) Την 27-5- 2004 του κατέβαλε το ποσόν των 50.000 Ευρώ (βλ. την από 27.5.2004 απόδειξη τραπεζικής επιταγής της CITIBANK. (β) Την 7.6.2004 το ποσόν των 42.000 Ευρώ (Βλ. την από 7.6.2004 απόδειξη τραπεζικής συναλλαγής της CITIBANK μεταφοράς ποσού 42.000 Ευρώ από έναν λογαριασμό σε άλλov. (γ) Την 7.6. 2004 επίσης το ποσόν των 38.000 Ευρώ (βλ. το από 7.6.2004 έγγραφο της EUROBANK περί μεταφοράς ποσού 38.000 Ευρώ. (δ) Την 17.6.2004 το ποσόν των 15.000 Ευρώ (βλ. την από 14.10.2004 επιιστολή της "CITIBANK" προς τον εγκαλούντα. Ο εκκαλών Χ που έλαβε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά από τον εγκαλούντα Ζ έδωσε εις αυτόν 3 επιταγές συνολικού ύψους 145.000 Ευρώ ήτοι: (α) Την 7.6.2004 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της ALPHA BANΚ εκδόσεως στην Αθήνα της εταιρείας με την επωνυμία " ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε. ποσού 80.000 Ευρώ πληρωτέα την 27-9-2004 οπισθογραφείσα εις τον εγκαλούντα, (β) Τις υπ' αριθμέ ... και ... επιταγές της EURΟΒΑΝΚ ποσόν 50.000 και 15.000 Ευρώ αντιστοίχως εκδόσεως της εταιρείας "BEYOND CILENCE EΠΕ - Χ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ EΠE ΗΧΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ" εις διαταγήν του εγκαλούντα πληρωτέες την 15.10.2004 και 26.9.2004 αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές σφραγίσθηκαν ως ακάλυπτες με αποτέλεσμα να ωφεληθούν αμφότεροι, οι εκκαλούντες κατά το ανωτέρω ποσόν των 145.000 Ευρώ με αντίστοιχη βλάβη του μηνυτή που υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ. Όπως καταθέτει ο εγκαλών ενώπιον του Ανακριτή αλλά και η μάρτυράς του .... μητέρα του, Δικηγόρος ο εκκαλών Χ από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 2004 εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές ύψους 2.000.000 Ευρώ, ο δε μάρτυρας .... Δικηγόρος εις την από 16.6.2005 κατάθεσή του ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών προσδιορίζει το ποσόν αυτό σε Ι.700.000 Ευρώ. Τα ανωτέρω περιστατικά σαφώς κατατίθενται από τον εγκαλούντα και τους μάρτυρές του ... ... και ... τον οποίων οι καταθέσεις ενισχύονται και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Ο εκκαλών Χ ομολογεί ότι έλαβε από τον εγκαλούντα Ζ το ποσόν των 145.000 Ευρώ, αλλά ισχυρίζεται ότι έλαβε το ποσόν αυτό όχι ως δάνειο αλλά ότι η σχέσις του ήταν σχέση εμπορικών συναλλαγών μέσα από τις οποίες συναλλάχθηκαν σε εξ αρχής συμφωνημένη και συγκεκριμένη οικονομική βάση μέσα από την οποία επιδίωκαν και προσδοκούσαν αμφότεροι εξ αρχής όφελος, αλλ' ότι η προσπάθεια αυτή συνισταμένη σε αγορά και πώληση επί κέρδει τηλεοράσεων απέτυχε και υπέστησαν και οι 2 δηλ. αυτός και ο εγκαλών ζημία. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του εκκαλούντος Χ δεν αποδεικνύονται από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδία από τις ασαφείς και αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ... και .... Απεναντίας οι προαναφερθέντες μάρτυρες του εγκαλούντος Ζ καταθέτουν με σαφήνεια και εξ ιδίας αντιλήψεως και οι καταθέσεις τους ενισχύονται και από τα προαναφερθέντα έγγραφα της δικογραφίας. Ο εκκαλών Ψ ισχυρίζεται ότι απλώς έφερε σε επαφή τον εγκαλούντα Ζ με τον έτερο εκκαλούντα Χ χωρίς ο ίδιος να έχει περαιτέρω ανάμειξη και χωρίς vα γνωρίζει τι συμφωνίες έκαναν μεταξύ τους. Όμως από το 21-7-2004 αποδεικτικό καταθέσεως της "ALPHA ΒΑΝΚ" προκύπτει ότι ο ίδιος κατέθεσε στον λογαριασμό του εγκαλούντος Ζ το ποσόν των 3401,20 Ευρώ. Εις δε ερώτηση του Ανακριτή προς τον εγκαλούντα Ζ για πιο λόγο έγινε η καταβολή των χρημάτων αυτών από τον εκκαλούντα Ψ, ο εγκαλών απάντησε: " Η καταβολή αυτή έγινε από τον κ. Ψ να με πείση να ανανεώση την αρχική επιταγή των 50.000 Ευρώ". Ο ίδιος δε ο εκκαλών Ψ ισχυρίζεται ότι το ποσόν αυτό το κατέθεσε κατ' εντολή του εκκαλούντος Χ, ο οποίος αδυνατούσε να το πράξει επειδή τότε ευρισκόταν στο εξοχικό του στην Πάτμο, ισχυρισμός όμως ο οποίος δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ιδία από τις καταθέσεις των ανωτέρω αναφερομένων μαρτύρων καθώς και από τα ανωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα έγγραφα. Οι εκκαλούντες ναι μεν αρνούνται την εις βάρος τους κατηγορία πλην όμως δεν αντικρούουν κατά τρόπον πειστικό τα εις βάρος τους στοιχεία. Επειδή κατόπιν των ανωτέρω προέκυψαν κατά των εκκαλούντων Ψ και Χ επαρκείς ενδείξεις ενοχής, δια την προαναφερθείσα πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν αντίστοιχα το ποσόν των 73.000 Ευρώ (άρθρ. Ι, 26 Ια, 27 παρ. Ι, 45, 98, 386 παρ. Ι, 3β όπως η παράγρ. 3 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 Ν.2721/1999) που τους αποδόθηκε. Επομένως ορθώς το προσβαλλόμενο με τις υπό κρίσεις εφέσεις υπ' αριθμ. 82/15.1.2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε τους εκκαλούντες δια να δικασθούν δια την ανωτέρω πράξη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και πρέπει οι κρίση υπ' αριθμ. 137/29.3.2007 και 138/29.3.2007 εφέσεις να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεσή του και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες εις την καταβολή των δικαστικών εξόδων κατ'άρθρ. 583 παρ. Ι Κ.Π.Δ, όπως αντικατ. με άρθρ. 55 Ν. 3160/2003. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1,14, 26 1, 27 1, 45, 98, 386 1-3β ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για (α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 98 και 386 1-3β' Π.Κ. ως ισχύουν, και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προ εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ.289/28-11-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ'αρ. 2397/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 11 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 28.11.2007 αίτηση του Χ ζητείται η αναίρεση του υπ'αριθμ. 2397/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, μετά την τήρηση και των οριζομένων από τα άρθρα 308 παρ. 2 και 485 παρ. ΚΠΔ ως προς τη γνώση της Εισαγγελικής πρότασης προς το Δικαστικό τούτο Συμβούλιο από τον αναιρεσείοντα (βλ. την ενυπόγραφη από 13.5.2008 σημείωση στην αρχή της Εισαγγελικής πρότασης). Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχα παράνομο περιουσιακό όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται επιπλέον κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ήδη ισχύει από τις 3.6.1999 και εντεύθεν, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, στην υπό στοιχ. Β' περίπτωση, το περιουσιακό όφελος η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ακόμη κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3.6.1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος του 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Έτσι, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, έστω και εσφαλμένη δεν συνιστά τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2397/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο με το υπ' αριθμ. 82/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί μαζί με τον Ψ για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν αντίστοιχα το ποσό των 73.000 ευρώ. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται σ' αυτό και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό προς την απολογία και τα υπομνήματα του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του Ψ, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο κατηγορούμενοι (ο Ψ και ο αναιρεσείων) είναι παιδικοί φίλοι και γνωρίζονται από πολλά χρόνια, έχουν δε οικογενειακές σχέσεις και φιλία. Ο πρώτος αυτών είναι τραπεζικός υπάλληλος και εργάζεται στην Τράπεζα "CITIBANK" και ειδικότερα στο τμήμα αυτής CITTIGOLD, στο οποίο ανήκουν και εξυπηρετούνται πελάτες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια...Ο δεύτερος αυτών (αναιρεσείων) είναι επιχειρηματίας και έχει ιδρύει δύο εταιρείες α) την BEYOND SILENCE ΕΠΕ - ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΗΧΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ και β) την εταιρεία με την επωνυμία BEYOND BEACH BAR ΕΠΕ". Ο εγκαλών Ζ ανήκε στην κατηγορία των μεγαλοκαταθετών της παραπάνω Τράπεζας (CITIBANK) και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις συνεργασίας με τον εκ των κατηγορουμένων Ψ, ο οποίος ήταν τραπεζικός σύμβουλός του. Την άνοιξη του 2004 ο κατηγορούμενος Ψ, γνωρίζοντας λόγω των προαναφερομένων σχέσεών του με τον αναιρεσείοντα ότι ο τελευταίος είχε ανάγκη χρημάτων για την επιχειρηματική του δραστηριότητα έπεισε τον εγκαλούντα, που και αυτός επιζητούσε μεγαλύτερες από τις τραπεζικές αποδόσεις των χρημάτων, να δανείσει τον αναιρεσείοντα με ετησιοποιημένο επιτόκιο 8,3% και για μικρό χρονικό διάστημα. Στις επιφυλάξεις του εγκαλούντος ως προς την ασφάλεια των χρημάτων του στην αρχή ο Ψ και στη συνέχεια και ο αναιρεσείων παρέστησαν σ'αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι ο αναιρεσείων είναι φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας με ανάπτυξη 3-4 εταιριών, όλων φερέγγυων και με μεγάλο κύκλο εργασιών και κερδών, καθώς και με μεγάλη ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν φερέγγυος, αλλ' ούτε και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας, ούτε δε είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Πεισθείς όμως ο εγκαλών στις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων κατέβαλε ως δάνειο τμηματικώς στον αναιρεσείοντα Χ κατά το από 27.5.2004 και μέχρι 17.6.2004 χρονικό διάστημα συνολικά το ποσό των 145.000 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα: α) στις 27.5.2004 του κατέβαλε το ποσό των 50.000 ευρώ (βλ. την από 27.5.2004 απόδειξη τραπεζικής επιταγής της CITIBANK), β) στις 7.6.2004 το ποσό των 42.000 ευρώ (βλ. την 7.6.2004 απόδειξη τραπεζικής επιταγής της CITIBANK μεταφοράς ποσού 42.000 ευρώ από ένα λογαριασμό σε άλλον), γ) την ίδια ημέρα το ποσό των 38.000 ευρώ (βλ. το από 7.6.2004 έγγραφη της Eurobank περί μεταφοράς ποσού 38.000 ευρώ και δ) στις 17.6.2004 το ποσό των 15.000 ευρώ (βλ. την από 14.10.2004 επιστολή της CITIBANK προς τον εγκαλούντα). Ο κατηγορούμενος Χ που έλαβε τα παραπάνω χρηματικά ποσά από τον εγκαλούντα Ζ έδωσε στον τελευταίο τρείς επιταγές συνολικού ύψους 145.000 ευρώ, ήτοι: α) στις 7.6.2004 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της ALPHA BANK εκδόσεως στην Αθήνα της εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" ποσού 80.000 ευρώ πληρωτέα την 27.9.2004 που οπισθογραφήθηκε στον εγκαλούντα και β) τις υπ' αριθμ. ... και .... επιταγές της Eurobank ποσών 50.000 και 15.000 ευρώ αντίστοιχα εκδόσεως της εταιρείας "BEYOND SILENCE ΕΠΕ ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΗΧΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ", σε διαταγή του εγκαλούντος, πληρωτέες στις 15.10.2004 και 26.9.2004 αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές σφραγίστηκαν ως ακάλυπτες, με αποτέλεσμα να ωφεληθούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κατά το παραπάνω ποσό των 145.000 ευρώ". Περαιτέρω, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από την κατάθεση του εγκαλούντος στον ανακριτή και τις μαρτυρικές καταθέσεις των α) ..., μητέρας του εγκαλούντος - δικηγόρου και 2) ..., δικηγόρου, αποδείχθηκε ότι "ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ύψους προσδιοριζομένου στο ποσό των 1.700.000 έως 2.000.000 ευρώ. Αυτός (κατηγορούμενος) ομολογεί ότι έλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 145.000 ευρώ, αλλά ισχυρίζεται ότι έλαβε τούτο όχι ως δάνειο, αλλά λόγω του ότι η σχέση τους ήταν σχέση εμπορικών συναλλαγών μέσα από τις οποίες συναλλάχθησαν σε εξαρχής συμφωνημένη και συγκεκριμένη οικονομική βάση μέσα από την οποία επιδίωξαν και προσδοκούσαν αμφότεροι εξαρχής όφελος, αλλ' ότι η προσπάθεια αυτή, συνισταμένη σε αγορά και πώληση επί κέρδει τηλεοράσεων, απέτυχε και υπέστησαν αμφότεροι (δηλαδή ο εγκαλών και ο ίδιος) ζημία. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του αναιρεσείοντος δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμοι από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδιαίτερα από τις ασαφείς και αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ... και ..., ενόψει των σαφών και εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέσεων των προαναφερομένων μαρτύρων του εγκαλούντος, που ενισχύονται και απ' τα προμνημονευόμενα έγγραφα...". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της απάτης από κοινού με άλλον κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου υπ' αρ. 82/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκε (μαζί με το συγκατηγορούμενό του ...) για να δικαστεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Με αυτά πού δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, παραθέτει δε, τέλος στις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' ΠΚ, όπως τα τελευταία των άρθρων αυτών συμπληρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν εν μέρει αντίστοιχα με το άρθρο 14 παρ. 1 υπ.1 και 4 του νόμου 2721/1999, τις οποίες (διατάξεις) στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των περιστάσεων εκείνων της κατ' εξακολούθηση και σε βαθμό κακουργήματος τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της απάτης που του αποδίδεται. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαλάβει το βούλευμα ειδικότερες αναφορές για το τί προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκούντος του γεγονότος ότι αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα της δικογραφίας και απολογία των κατηγορουμένων)? ούτε ήταν απαραίτητο να αναφέρει ειδικά τις πληρωμές του αναιρεσείοντος προς διάφορες Ελληνικές Τράπεζες που έκανε σε εκπλήρωση οικονομικών υποχρεώσεών του, γι' αυτό η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος που αποτελεί άρνηση της εναντίον του κατηγορίας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28.11.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2397/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία. Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ισχυρισμός για καταβολή χρεών προς τρίτους συνιστά άρνηση της κατηγορίας. Με το να εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα χωρίς να παραλείπεται η συνεκτίμηση όλων των λοιπών δεν συνιστά τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης κατά βουλεύματος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
Αριθμός 2331/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψιλογιάννη, περί αναιρέσεως της 5330/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Θεοδώρου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1527/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ, 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος και την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), με πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση -και γνώση και αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας, όταν για τη θεμελίωση του οικείου εγκλήματος αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό, και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 5330/2008 απόφαση του, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ, έχοντας συμφέρον ως συγγενής και εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσας θείας του Ψ να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη που συνέταξε αυτή ενώπιον του εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος συμβολαιογράφου Αθηνών Σ, με την οποία εγκαθιστούσε ως εκ διαθήκης κληρονόμο της τη μνηστή του προαποβιώσαντος γιου της ... και μάρτυρα Θ, με τις από 14-10-1996 και 26-3-1997 μηνύσεις του μήνυσε την ως άνω εγκατασταθείσα με την δημόσια διαθήκη κληρονόμο για πλαστογραφία με σκοπό οφέλους της υπογραφής της διαθέτιδος μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος, τον εγκαλούντα συμβολαιογράφο για ψευδή βεβαίωση με σκοπό περιουσιακού οφέλους όσον αφορά την ενώπιον του και ενώπιον μαρτύρων σύνταξη της διαθήκης σε βαθμό κακουργήματος και τους μάρτυρες που συνέπραξαν στη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης για άμεση συνδρομή σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό περιουσιακού οφέλους σε βαθμό κακουργήματος. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, για να επιτύχει την καταδίκη των υπ' αυτού μηνυθέντων και την ακύρωση της ως άνω δημόσιας διαθήκης, ανεξάρτητα από το ότι τελικά απαλλάχθηκαν οι μηνυθέντες για την πλαστογραφία και για τη ψευδή βεβαίωση που αφορούσαν την ως άνω δημόσια διαθήκη της Ψ με το αναγνωσθέν υπ' αριθμ. 4859/2003 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, στην Αθήνα και στις 7-11-2000, ενεργώντας με πρόθεση, προκάλεσε στην Ζ, την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που διέπραξε και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και κατά τον ως άνω χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, με φορτικότητα, πειθώ, προτροπές και παραινέσεις κατέπεισε δια λόγων την Ζ και συγκατηγορούμενή του πρωτοδίκως και προκάλεσε σ' αυτήν την απόφαση να τελέσει τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που διέπραξε και αυτή, αφενός μεν, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Ανακριτή του 23ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών ως μάρτυρας κατηγορίας κατά την κύρια ανάκριση που διατάχθηκε μετά την υποβολή των ως άνω μηνύσεων, κατέθεσε επί λέξει τα εξής "...Κάποιο καλοκαίρι, δεν θυμάμαι χρόνο, γύρω στις 11:00 τη νύκτα χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι μου και ήταν η Θ. Μετά από κάποιες κοινότυπες κουβέντες, μου είπε ότι τηλεφωνούσε από την καφετέρια "...", στο ... και ότι ήταν μαζί με τον "κοκκινοτρίχη". Όταν την ρώτησα ποιον εννοεί μου είπε ότι επρόκειτο για τον συμβολαιογράφο Σ που είχε συντάξει τη διαθήκη της Ψ ενώπιον τριών μαρτύρων. Με μια χαρούμενη νότα στη φωνή της, όπως θυμάμαι τώρα που δεν απέκλειε το γεγονός να βρισκόταν σε ευθυμία διότι αλλιώς δεν εξηγώ τι λόγο είχε Θ να μου εκμυστηρευτεί αυτά, η τελευταία μου είπε: "Ξέρεις στο κάτω μέρος της διαθήκης υπάρχει ένα κενό", εννοώντας ότι υπήρχε ένα κενό διάστημα στη σελίδα και συνεχίζοντας μου είπε ότι ο συμβολαιογράφος της ζητούσε κάποια εκατομμύρια, δέκα εάν θυμάμαι, για να δεχθεί να συμπληρώσει εκ των υστέρων ένα πρόσθετο περιουσιακό στοιχείο, κατάστημα αν θυμάμαι στο κενό. Η Θ μου είχε αφήσει επίσης να υπονοηθεί ότι ο συμβολαιογράφος επιδίωκε σχέση μαζί της...", εν γνώσει της ότι ήταν ψευδή, ενώ η αλήθεια που γνώριζε ήταν ότι η Θ δεν την πήρε κανένα τηλέφωνο στις 11 η ώρα τη νύκτα κάποιο καλοκαίρι και δεν της είπε τα ως άνω ψευδή γεγονότα, ο εγκαλών Σ ουδέποτε συναντήθηκε με την Θ σε καφετηρία στο ..., ουδέποτε της ζήτησε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για να συμπληρώσει δήθεν τη δημόσια διαθήκη της Ψ και ουδέποτε επιδίωξε να συνάψει μαζί της ερωτική σχέση και αφετέρου, με την ίδια ως άνω ψευδή κατάθεση της, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονός ψευδές, εν γνώσει της αναλήθειάς του, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του και ειδικότερα, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον του ανακριτή του 23ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών και της δικαστικής Γραμματέως του ιδίου Ανακριτικού Τμήματος για τον εγκαλούντα μηνυτή Σ τα όσα αναλυτικά κατέθεσε ως μάρτυρας που διαλαμβάνονται ανωτέρω, εν γνώσει της ότι ήταν ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση που κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, σύμφωνα με το διατακτικό". Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για ηθική αυτουργία, στη φυσική αυτουργό Ζ, σε ψευδορκία μάρτυρα και σε συκοφαντική δυσφήμηση του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος Σ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών για καθεμία πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την οποίαν μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4, 40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 362, 363 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις περί του αντιθέτου προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, αναφέρονται στην αιτιολογία με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχεν, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για να πείσει την φυσική αυτουργό Ζ να διαπράξει τις άδικες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων, έχοντας έννομο συμφέρον να ακυρωθεί η δημόσια διαθήκη της θείας του Ψ, ενεργώντας με πρόθεση, με προτροπές και παραινέσεις, χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα, έπεισε δια λόγων την Ζ να τελέσει τις ενλόγω πράξεις, (της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως), εν γνώσει αυτών, και των δύο, ότι τα κατατεθέντα ήταν ψευδή γεγονότα και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος Σ, αναλύοντας και το σκοπό που επεδίωκε και ο ίδιος ο αναιρεσείων με τη διάπραξη, από την άνω φυσικό αυτουργό, των εν λόγω αξιόποινων πράξεων, αναφέρεται δε ακόμη ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως των πράξεων. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι ' αυτό απαράδεκτες. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος(άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 5330/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, γιατί περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την στοιχειοθέτηση της ηθικής αυτουργίας (Α.Π. 236/2008).
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ηθική αυτουργία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 2328/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 22143/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1694/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου τους. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι, αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 ΚΠοινΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, κατά δε την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που καθιδρύει, κατά τα ανωτέρω, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του σε μη αναγνωσθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα στο σκεπτικό της αναφέρει επί λέξει στην σελίδα 3 "αναγνώσθηκαν η 129400/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών (εκκαλουμένη), τα πρακτικά και τα αναγνωστέα έγγραφά της όπως αυτά αναφέρονται στη σελίδα 6 αυτής..." και ότι η με τον τρόπο αυτό αναφορά των αναγνωσθέντων εγγράφων, δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητά τους και για το αν και ποία από τα πρωτοδίκως αναγνωσθέντα έγγραφα λήφθηκαν τελικά υπόψη στην κατ'έφεση δίκη. Πράγματι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώσθηκαν: Η απόφαση με αριθμό 129400/2005 του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών (εκκαλουμένη), τα πρακτικά και τα αναγνωστέα έγγραφά της, όπως αναφέρονται στη σελίδα 6 αυτής. Στη σελίδα δε 6 της άνω πρωτόδικης αποφάσεως αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν "οι 4 φωτοτυπίες των επιταγών και η 4748/2005 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών", δηλονότι οι 4 αυτές επιταγές είναι προδήλως τα σώματα των 4 ακαλύπτων τραπεζικών επιταγών, για την έκδοση των οποίων, στις 5-4-2005, κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε ο αναίρεσε ίων κατηγορούμενος. Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα εις τα οποία αφορούν κ.λ.π., αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατέστησαν γνωστά όλα τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, δια του συνηγόρου του που τον εκπροσώπησε στη δίκη εκείνη, είχε πλήρη δυνατότητα, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης αυτής. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 ''περί επιταγής'' (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ''εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών''. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α του ν. 2408/1996 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή, γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει", του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο, στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 22143/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτός αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και καταθέσεων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στην Αθήνα, την 5.4.2005, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΧΑΙΑ ΑΣΙΝΗ Α.Ε." εξέδωσε, τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στο διατακτικό της παρούσης τέσσερις επιταγές, ποσού 17.608 ευρώ της κάθε μίας, πληρωτέες από την Τράπεζα ALPHA BANK σε διαταγή του, με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης 30.12.2007, 30.8.2008, 30.12.2008 και 30.4.2008 της κάθε μιας αντιστοίχως, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στο Ψ και τις οποίες ο τελευταίος εμφάνισε έτσι προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, την 5.4.2005 οπότε και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε ο πιο πάνω εκδότης κατηγορούμενος όταν τις εξέδωσε". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, του ότι: "Στην ....., στις 5 Απριλίου 2005, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΧΑΙΑ ΑΣΙΝΗ AE", με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε τις κάτωθι τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές: 1) με αριθμό ..... με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-12-2007 ποσού [17.608,00] ευρώ 2) με αριθμό ..... με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-8-2008 ποσού [17.608,00] ευρώ 3) με αριθμό ..... με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-12-2008 ποσού [17.608,00] ευρώ 4) με αριθμό ..... με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως ΤΗΝ 30-4-2008 ποσού [17.608,00] ευρώ για να πληρωθούν από την Τράπεζα ALPHA BANK, σε διαταγή του ιδίου, νομίμως περιελθούσες εξ οπισθογραφήσεως στον εγκαλούντα Ψ, ο οποίος είναι και νόμιμος κομιστής αυτών. Και αφού εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στον ανωτέρω χρόνο και δη στις 5-4-2005 δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα", στη συνέχεια δε επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ μηνών, την οποίαν μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα, και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα δε σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξη του από την πραγμάτωση αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου γιοι αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠοινΔ., πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 22143/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο εγκαλών κομιστής των επίμαχων επιταγών Ψ δια εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο συνηγόρου και όχι αυτοπροσώπως και ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υποθέσεως προκειμένου να προσέλθει αυτοπροσώπως ο άνω μάρτυρας κατηγορίας, καθώς και ο απολιπόμενος μάρτυρας Α, γιατί "αμφισβητούσε το συμφωνητικό, την έκδοση και την παράδοση των επιταγών". Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του το αίτημα αναβολής της δίκης ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "Το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, διότι δεν ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξης, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανυπάρκτου ή του παρανόμου της αιτίας (βλ. ΑΠ 966/2006). Κατόπιν αυτών το αίτημα του κατηγορουμένου για την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για να τιμωρηθούν και εμφανισθούν οι απολιπόμενοι μάρτυρες που γνωρίζουν να καταθέσουν για την αιτία έκδοσης των επιταγών και αν αυτές οφείλονται με βάση αυτή ή όχι, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο". Έτσι, που αποφάνθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην ειρημένη προπαρασκευαστική απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, στις οποίες στηρίχθηκε το άνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην προεκτεθείσα κρίση του για απόρριψη του άνω περί αναβολής της δίκης αιτήματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος (αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής της δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω δικαστήριο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, όπως όφειλε, ανεξάρτητα της μη υποβολής σχετικού αιτήματος από τον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, και χωρίς καμία αιτιολογία που να δικαιολογεί τη μη αναστολή της ποινής. Έτσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ., που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλακίσεως των 18 μηνών, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 22143/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Χ ποινής φυλακίσεως των δέκα οκτώ (18) μηνών. Και Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1) Αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων. Όταν αναγιγνώσκονται τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, θεωρούνται ότι αναγιγνώσκονται και οι περιλαμβανόμενες σε αυτά μαρτυρικές καταθέσεις και τα εκεί αναγνωσθέντα έγγραφα. Ορισμένη η αναφορά στα πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι αναγνώσθηκαν τα έγγραφα που αναφέρονται στη σελίδα 6 των αναγνωσθέντων πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 2) Αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης ότι δεν αναφέρεται στο διατακτικό ο δόλος του κατηγορουμένου επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γιατί περί αυτού γίνεται μνεία στο σκεπτικό, που συμπληρώνει το διατακτικό, αλλά και διότι μετά την αντικατάσταση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/33 από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, ο δόλος (γνώση του ακαλύπτου) ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. 3) Αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για να προσέλθουν 2 απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας, γιατί υπάρχει ειδική και νόμιμη αιτιολογία, το δε ζήτημα που καλούνται να καταθέσουν για την ανυπαρξία της οφειλής και για λόγους που αφορούν την αιτία εκδόσεως των επιταγών αυτών, δεν επηρεάζει το αξιόποινο της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. 4) Αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής των 18 μηνών διότι, ανεξάρτητα της μη υποβολής σχετικού αιτήματος αναστολής κατά το άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ, όφειλε το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αφού η ποινή δεν υπερέβαινε τα 2 έτη, να ερευνήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς τους λόγους της μη αναστολής της ποινής.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Αναβολής αίτημα, Τραπεζική επιταγή.
1
Αριθμός 2329/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αβαρκιώτη, για αναίρεση της 9321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 10 Ιουνίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1752/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του αναιρεσείοντος πλήττεται η με αρ. 9321/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με τριετή αναστολή, για υπεξαίρεση από κοινού και για υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού, όπως κατά λέξη αναφέρει: "Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήγαγε σωστά, κατά τη γνώμη μου, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε σαν αποδειχθέντα, στη διάταξη που εφάρμοσε δηλαδή του άρθρου 222 ΠΚ περί υπεξαγωγής εγγράφων και χωρίς προηγούμενη νομική επεξεργασία του περιεχομένου των αποδεικτικών εγγράφων, όπως η έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως (αρ. .....) του οργάνου της αναγκαστικής εκτέλεσης, δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., της από 13-11-2001 απόδειξης παραλαβής κινητών πραγμάτων από τον μεσεγγυούχο Α, του ιδίου, ως άνω, δικαστικού επιμελητού ....., και των μαρτυρικών καταθέσεων που περιέχονται στα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας και ιδιαίτερα της κατάθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, που προέβη στην εκτέλεση της υπ' αριθμ. 24674/2001 αποφάσεως του Μον. Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απέβαλε τον πολιτικώς ενάγοντα από το μίσθιο κατάστημα σαν δύστροπο κατ' επανάληψη μισθωτή, και οφειλέτη -ακόμα και κατά την 13-11-2001 ημέρα της αποβολής- του ποσού άνω των 2.000.000 δρχ, τα οποία οφείλει ακόμα και σήμερα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο που καταδικάστηκε. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέπεσε θαρρώ στην πλημμέλεια να κρίνει σαν αποδειχθέντα ότι βρέθηκαν στο μίσθιο, τιμολόγια, δημόσια έγγραφα, δηλώσεις εφοριών του πολιτικώς ενάγοντος-μισθωτή, τα οποία του κράτησε τάχα ο αναιρεσείων με σκοπό να βλάψει το μισθωτή του τότε, διο και τον καταδίκασε σε φυλάκιση 4 μηνών, εφαρμόζοντας το άρθρο 222 ΠΚ. Όμως από την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως ....., απόδειξης παραλαβής κινητών 13-11-2001 και το συσχετισμό αυτών με τις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν μαρτύρων, προκύπτει ότι δεν υπήρχαν τιμολόγια, δημόσια έγγραφα και άλλα, πέρα από αυτά που βρήκε ο δικαστικός επιμελητής και ήταν 12 τον αριθμό. Γι' αυτό λέει στην κατάθεσή του: "Έχω λεπτομέρεια για το τί παρέλαβα, με απόδειξη που αναφέρει τον εξοπλισμό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έγραψα κάποια πράγματα ...". Πρόβλημα δημιουργήθηκε βέβαια για μια ταμειακή μηχανή που δεν είχε καμία οικονομική αξία και την οποία ποτέ δεν αρνήθηκε ο αναιρεσείων να τη παραδώσει έστω και αν τη ζήτησαν το 2003-2004. Έσφαλε λοιπόν η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχτηκε ότι πληρούνται οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις και του άρθρου 222 του ΠΚ, ενώ συμβαίνει το αντίθετο και εφάρμοσε την άνω διάταξη. Έτσι νομίζω κατέστησε εαυτή αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχείο Ε, δηλαδή για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως προς την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων από κοινού, πλήττει την αναιρετικός ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ.), που τείνει στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά, και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 έως 144. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ΚΠοινΔ, ορίζεται, εκτός άλλων, ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του Εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός που συμβαίνει στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠοινΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξης τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο σημείωμα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, μόνον εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (Ολ.ΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 9321/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο συνήγορος του παραστάντος και ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά την ακροαματική διαδικασία προέβαλε μεν, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με γραπτό μάλιστα σημείωμα, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης του κατηγορουμένου, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αναπτύχθηκε και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του, ούτε προκύπτει ότι το πιο πάνω σημείωμα αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ή ότι έγινε προφορική αναφορά του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του, κατά την αγόρευσή του ή κατά την κατάθεση του σημειώματος, στο ουσιώδες περιεχόμενο αυτού. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εντεύθεν δε ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται; α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξή του σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Για την στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται η ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, υπό την έννοια ότι ανήκει σε τρίτον κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να κατέχεται δε αυτό προσωρινώς από τον κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να έχει εξουσία διαθέσεως. Η παράνομη ιδιοποίηση συνίσταται στην εξωτερίκευση της ενδιάθετης βουλήσεως του δράστη, με σκοπό να εξουσιάζει το μη ανήκον σε αυτόν πράγμα και να ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του, επερχόμενης αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης στον αληθινό κύριο. Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου, με περιεχόμενο την παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 9321/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με εντολή του κατηγορουμένου Χ προς τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., δυνάμει της υπ' αριθ. ..... έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως, που συνέταξε ο προαναφερόμενος δικαστικός επιμελητής, αποβλήθηκε ο εγκαλών Ψ από το μισθωμένο σ' αυτόν κατάστημα, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, στο οποίο αυτός διατηρούσε ατομική επιχείρηση ψητοπωλείου. Κατά τον χρόνο δε που διενεργήθηκε η αποβολή του εγκαλούντα από το μίσθιο, εντός του καταστήματος υπήρχαν αντικείμενα, τα οποία αυτός χρησιμοποιούσε ως μισθωτής για τις ανάγκες της δραστηριότητάς του και δεν αποτελούσαν αντικείμενο της εκτέλεσης, τα οποία, αφού αναγράφηκαν από τον δικαστικό επιμελητή στην έκθεσή του, παραδόθηκαν για φύλαξη στον Α που ορίσθηκε μεσεγγυούχος αυτών, μέχρι να λυθεί η αμφισβήτηση σχετικά με το πρόσωπο του δικαιούχου τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι παραδόθηκαν στον Α για φύλαξη στις 13-11-2001 1)Μια ηλεκτρική ταμειακή μηχανή, 2) μια ηλεκτρονική ζυγαριά, 3)ένας φούρνος (βιτρίνα σούβλας), 4) τρία τραπέζια λευκά, 5)δέκα καρέκλες λευκές πλαστικές, 6) μια βιτρίνα τοποθέτησης σαλατών, 7) ένας πάγκος διαστάσεων 0,80X1,00 του μέτρου περίπου με συρτάρια, 8) ένα φορητός ανεμιστήρας, 9) μια συσκευή πατατιέρας, 10} ένας πάγκος ψηστιέρες με σύστημα εξαερισμού, 11) ένα ψυγείο με ηλεκτρικό μοτέρ, 12)!τρεις μικροί πυροσβεστήρες (βλ. την από 13-11-2001 απόδειξη παραλαβής κινητών του ως άνω δικαστικού επιμελητή). Τα παραπάνω κινητά πράγματα, τα οποία αποδείχθηκε ότι παρέμειναν στο μίσθιο κατάστημα και μετά την αποβολή του μισθωτή και ήδη πολιτικώς ενάγοντα, τα εκποίησε σε τρίτο χωρίς να ενημερώσει τον Α, που είχε ορισθεί μεσεγγυούχος τους, ο κατηγορούμενος ενσωματώνοντας χωρίς δικαιολογητική αιτία το τίμημα που αποκόμισε από την πώλησή τους στην ατομική του περιουσία. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μεταξύ των αντικειμένων που παραδόθηκαν από τον δικαστικό επιμελητή στον μεσεγγυούχο για φύλαξη, ήταν η ταμειακή μηχανή που αναφέρθηκε πιο πάνω, και η οποία αναζητήθηκε από τον εγκαλούντα, αφού ήταν αναγκαία προκειμένου ο τελευταίος να επιδιώξει την παύση των εργασιών της επιχείρησής του στην εφορία. Ο κατηγορούμενος δεν του την παρέδωσε, παρά το γεγονός, ότι ο εγκαλών του τη ζητούσε επιμόνως. Επίσης αποδείχθηκε, ότι ο δικαστικός επιμελητής μαζί με τα αντικείμενα παρέδωσε στον κατηγορούμενο και φορολογικά έγγραφα του εγκαλούντα, όπως τιμολόγια, δελτία αποστολής, αποδείξεις ταμειακής μηχανής και φορολογικές δηλώσεις. Ο κατηγορούμενος δεν παρέδωσε στον εγκαλούντα τα έγγραφα αυτά, αλλά τα κατακράτησε, χωρίς να έχει δικαίωμα με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη ο εγκαλών, αφού δεν μπορούσε να προβεί στην παύση των εργασιών στην εφορία και συνακόλουθα να συνεχίζει να πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές, αφού τυπικά φαινόταν να συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα. Κατόπιν τούτου, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για τις δύο πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Ωστόσο πρέπει να αναγνωρισθεί ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των πιο πάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ, για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως και της υπεξαγωγής εγγράφων από κοινού και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ, 2 εδάφ. α' του ΠΚ, του επέβαλε, όπως προαναφέρθηκε, συνολική ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 45, 94 παρ.1, 222 και 375 παρ.1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, -μεταξύ των οποίων είναι και οι αναγνωσθείσες υπ'αριθ. ..... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή ..... και από 13-11-2001 απόδειξη παραδόσεως και παραλαβής κινητών του ιδίου δικαστικού επιμελητή ....., - και απολογία του κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Όσον αφορά δε τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως, ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και τα έγγραφα "που κατατέθηκαν και αποτέλεσαν τμήμα της ποινικής δικογραφίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής, α) το από 4-1-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, β) η με αριθμό 24674/2001 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αποβολής του κατηγορουμένου από το μίσθιο.... και 2) η από 16-9-2004 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή .....", σημειώνεται ότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι κατατέθηκαν τα εν λόγω έγγραφα, ούτε ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για να αναγνωσθούν αυτά και επομένως, ως μη αναγνωσθέντα, ορθά δεν συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, προσδιορίζονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα από το μίσθιο ακίνητο, υπό του κατηγορουμένου εκμισθωτή, υπεξαιρεθέντα πράγματα και τα υπεξαχθέντα έγγραφα του αποβληθέντος μισθωτή και ιδιοκτήτη αυτών εγκαλούντος και αναφέρεται η βλάβη που ο κατηγορούμενος σκόπευε και επήλθε στον εγκαλούντα από τα υπεξαχθέντα φορολογικά έγγραφα, καθώς και το είδος της βλάβης αυτής. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α)της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 10-6-2008 πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. 80/2-10-2007 αίτηση του Χ και τους από 10-6-2008 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 9321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση και υπεξαγωγή εγγράφων. 1) Ειδική αιτιολόγηση της απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού που υπέβαλε στο ακροατήριο ο συνήγορος του κατηγορουμένου, απαιτεί για το παραδεκτό αυτού και για να οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα το Δικαστήριο, πρέπει να αναπτυχθεί ο ισχυρισμός αυτός και προφορικά στο ακροατήριο (Ολ. Α.Π. 2/2005). 2) Υπό την επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ποινικής διατάξεως απαραδέκτως πλήττεται η απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 2240/2007). 3) Αβάσιμοι οι δύο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει.
Υπεξαίρεση
Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπεξαίρεση, Υπεξαγωγή εγγράφων, Προφορική ανάπτυξη, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 2326/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κεφαλοπούλου, περί αναιρέσεως της 758/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1676/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως συνάγεται από το άρθρο 365 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ αναιρετικό λόγο, επέρχεται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αίτησης από τον εισαγγελέα, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον κατηγορούμενο, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρος, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο ήταν αδύνατη για τους λόγους, που αναφέρονται στην διάταξη αυτή. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το ουσιαστικό Δικαστήριο αναγνωσθείσας καταθέσεως μάρτυρος κατηγορίας, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα, το οποίο δίδεται από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, σε κάθε κατηγορούμενο να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας, οπότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που συνιστά τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν η ανάγνωση της ανωτέρω καταθέσεως έγινε, παρά την αντίρρηση του κατηγορουμένου, ή του συνηγόρου του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο παραστάς συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, με γραπτό σημείωμά του από έξι σελίδες, που κατέθεσε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξε και προφορικά, πρόβαλεν αντιρρήσεις και ζήτησε σαφώς να μην αναγνωσθούν και να μη ληφθούν υπόψη οι από 3-7-2003 και 15-7-2003 δοθείσες κατά την προδικασία ένορκες καταθέσεις των απολιπομένων μαρτύρων κατηγορίας Α και Β αντιστοίχως, επικαλεσθείς μάλιστα παραβίαση και της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Όμως, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αμέσως μετά τις παραπάνω σαφείς αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, χωρίς καμία αιτιολογία ή απορριπτική των εν λόγω αντιρρήσεων διάταξη του, προχώρησε στην ανάγνωση όλων των αναγνωστέων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και των άνω δύο προανακριτικών καταθέσεων των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας, σημειώνοντας απλώς στα πρακτικά, τη στερεότυπη φράση "στο σημείο αυτό της δίκης και χωρίς να έχει κανείς αντίρρηση, αναγνώσθηκαν τα παρακάτω έγγραφα". Έτσι, όμως, αφού κατά τα παραπάνω διατυπώθηκαν από το συνήγορο του κατηγορουμένου σαφείς αντιρρήσεις για την ανάγνωση και παρά ταύτα, χωρίς καμία αιτιολογία, αναγνώσθηκαν οι εν λόγω δύο καταθέσεις των απολιπομένων μαρτύρων κατηγορίας, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθόσον παραβιάσθηκε το από το άρθρο 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ πηγάζον δικαίωμα του αναίρεσε ιόντος κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στους παραπάνω μάρτυρες κατηγορίας και να ελέγξει την αξιοπιστία τους, αφού, μάλιστα, δεν δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση ότι ήταν αδύνατη η εμφάνιση των ως άνω μαρτύρων στο ακροατήριο για κάποια αιτία, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 365 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, παρελκούσης, μετά ταύτα, ως αλυσιτελούς, της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 758/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, διότι αναγνώσθηκαν καταθέσεις απολιπομένων μαρτύρων κατηγορίας, παρά τις σαφείς αντιρρήσεις του συνηγόρου του κατηγορουμένου, χωρίς καμία αιτιολογία περί τυχόν αδυναμίας εμφανίσεως των μαρτύρων αυτών και έτσι παραβιάστηκε η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας και το από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας (ΑΠ 371/ 2007). Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Μάρτυρες.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2327/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαϊρη, και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει - διορθώσει αυτεπάγγελτα, την υπ' αριθμ. 1548/2008 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο Πρόεδρος του τμήματος αυτού, ζητεί την αυτεπάγγελτη διόρθωσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην πράξη του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1201/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 1201/10.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Αφού λάβαμε υπόψη: 1) το άρθρο 145 του Κ.Π.Δ. και 2) ότι στην υπ' αριθμ. 1548/2008 απόφαση (σε συμβούλιο) του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, από προφανή παραδρομή ανεγράφη στο διατακτικό της παραπάνω αποφάσεως λανθασμένα το όνομα του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου "....." αντί του ορθού ".....". Εισάγομε την υπόθεση για διόρθωση της ως άνω 1548/2008 αποφάσεως του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την διόρθωση της απόφασης αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 145 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ προκύπτουν τα εξής: Όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο το δικαστήριο που αποφαίνεται γι' αυτό, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον από αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση της απόφασης μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις, και τα όσα αναφέρονται ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες περί ένδικων μέσων, προκύπτει ότι ως διόρθωση της απόφασης εννοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βούλησης του δικαστηρίου, με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτήν που παρεισέφρησαν στο κείμενό της ή με την παράθεση σ' αυτό στοιχείων αναγκαίων, που παραλείφθηκαν από αυτό, από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα, ή των ουσιαστικών σφαλμάτων τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανώτερου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από άσκηση ένδικου μέσου. Ετσι, απαραίτητη προϋπόθεση της διόρθωσης είναι η ύπαρξη ή παράλειψη τέτοιου στοιχείου και η αιτία στην οποία οφείλεται αυτό. Εξάλλου, από τις διατάξεις εκείνες προκύπτει ακόμη όταν ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και αυτή δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ο Αρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, εφόσον συντρέχουν και οι παραπάνω όροι, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της απόφασης που έχει προσβληθεί με την αίτηση αναίρεσης. Με το υπ' αριθ. 1201/10-7-2008 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παραδεκτά εισάγεται αίτηση για διόρθωση της με αριθμό 1548/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, για από παραδρομή σφάλμα στο διατακτικό της, ως προς το επώνυμο του αναιρεσείοντος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας κατά τη σύνταξη και καθαρογραφή της με αριθμό 1548/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο), με την οποίαν απορρίφθηκε η από 4-6-2007 αίτηση του ..... για αναίρεση του με αριθ. 430/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, από προφανή παραδρομή στο διατακτικό της άνω υπό διόρθωση αποφάσεως, αναγράφηκε, αντί του ορθού ως άνω επωνύμου του αναιρεσείοντος, που άλλωστε σημειώνεται και στο αιτιολογικό της ιδίας της αποφάσεως, το εσφαλμένο ".....". Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή της σχετικής πρότασης του Εισαγγελέα, να διορθωθεί η άνω απόφαση, όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διορθώνει την με αριθμό 1548/2008 απόφασή του σε Συμβούλιο, ως προς την απορριπτική διάταξη του διατακτικού της, ως προς το επώνυμο του αναιρεσείοντος, από το εσφαλμένο "Απορρίπτει την από 4-6-2007 αίτηση του ....." στο ορθό "Απορρίπτει την από 4-6-2007 αίτηση του ..... για αναίρεση του υπ' αριθ. 430/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αυτεπάγγελτη διόρθωση διατακτικού απόφασης Αρείου Πάγου, ως προς το λανθασμένο, από προφανή παραδρομή, επώνυμο του αναιρεσείοντος, κατά το 145 ΚΠΔ.
Αποφάσεως διόρθωση
Αποφάσεως διόρθωση.
0